g paisios
Ιερομονάχου Ισαάκ

ΒΙΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 
αποσπάσματα 
 
Κεντρική αποκλειστική διάθεση του βιβλίου.
Ιερόν Ησυχαστήριον Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, 63088, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής
Τηλέφωνον: 2375061592
Τηλεομοιότυπον (FAX) 2375061103


OI ΚΑΤΑ ΣAΡKA KAI KATA ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΟΓΟΝΟΙ

Βάπτιση και ξερριζωμός

      Στα Φάρασα της αγιοτόκου Καππαδοκίας, στις 25 Ιουλίου του 1924, ανήμερα της αγίας Άννης γεννήθηκε ο Γέροντας.
Στην βάπτιση οι γονείς του ήθελαν να τον ονομάσουν Χρήστο, στο όνομα του παππού. Ο όσιος Αρσένιος όμως είπε στην γιαγιά του: «Έ, Χατζηαννά1, τόσα παιδιά σου βάπτισα! Δεν θα δώσεις και σε ένα το όνομά μου;». Και στους γονείς είπε: «Καλά, εσείς θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Και γυρίζοντας στη νουνά1 της λέγει: «Αρσένιο να πής». Του έδωσε δηλαδή το όνομά του και την ευχή του, και προείδε ότι θα γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε2.
 
g paisios 5yΤο έτος που γεννήθηκε ο Γέροντας έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ξερριζώθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας από τις πατρογονικές του εστίες. Πήρε και η οικογένεια του Γέροντα μαζί με τους άλλους Φαρασιώτες και τον όσιο Αρσένιο τον δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Στο καράβι μέσα στον συνωστισμό κάποιος πάτησε το βρέφος (Αρσένιο) που κινδύνεψε να πεθάνη. Αλλά ο Θεός κράτησε στην ζωή τον εκλεκτό Του, γιατί έμελλε να γίνη χειραγωγός πολλών ψυχών στην βασιλεία των Ουρανών. Ο Γέροντας βέβαια από ταπείνωση έλεγε αργότερα: «Αν είχα πεθάνει τότε, που είχα την χάρι του Βαπτίσματος, θα με έρριχναν στην θάλασσα να με φάνε τα ψάρια, και τουλάχιστον θα μου έλεγε «ευχαριστώ» κανένα ψαράκι, και θα πήγαινα στον παράδεισο». (Ήθελε δηλαδή να πή ότι τώρα που έζησε δεν έκανε τίποτε).

Έμειναν για λίγο στον Πειραιά. Έπειτα μεταφέρθηκαν στο κάστρο της Κερκύρας, όπου εκοιμήθη και ετάφη ο όσιος Αρσένιος, σύμφωνα με την πρόρρησή του: «Εγώ θα ζήσω σαράντα ημέρες στην Ελλάδα και θα πεθάνω σε ένα νησί». Μετακόμισαν στην συνέχεια σε χωριό της Ηγουμενίτσας και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Κόνιτσα.
Τον νεοφώτιστο Αρσένιο, βρέφος σαράντα ημερών, οι γονείς του τον έφεραν στην μητέρα Ελλάδα, άγνωστο τότε ανάμεσα στα πλήθη των προσφύγων. Αυτόν που μετά από χρόνια θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο και θα ωδηγούσε πλήθη ανθρώπων στην θεογνωσία. Από τις πρώτες ημέρες γνώρισε τον πόνο και τα βάσανα των ανθρώπων. Αργότερα, ο ίδιος θα γινόταν λιμάνι παρηγοριάς σε χιλιάδες βασανισμένες ψυχές.
ΑΣKΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ

Ανατροφή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου»

      Ο μικρός και ευλογημένος Αρσένιος, μαζί με το γάλα που θήλαζε, μάθαινε από τους γονείς του και την ευλάβεια προς τον Θεό. Αντί για παραμύθια και ιστορίες του μιλούσαν για τον βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυμασμός και αγάπη για τον Χατζεφεντή, όπως αποκαλούσαν τον όσιο Αρσένιο. Από μικρός ήθελε να γίνη και αυτός μοναχός, για να μοιάση τον Άγιό του.
Το πρόσωπο που μετά τον όσιο Αρσένιο επηρέασε ευεργετικά όλη του την ζωή ήταν η μητέρα του, προς την οποία αισθανόταν ιδιαίτερη αγάπη και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Από αυτήν διδάχθηκε την ταπεινοφροσύνη. Τον συμβούλευε να μην θέλη να νικά τους συμμαθητές του στα παιχνίδια και ύστερα να υπερηφανεύεται, ούτε να επιδιώκη να μπαίνη πρώτος στην γραμμή, γιατί ήταν το ίδιο, είτε πρώτος, είτε τελευταίος έμπαινε.

Επί πλέον του έμαθε την εγκράτεια˙ να μην τρώγη πριν από την ώρα του φαγητού. Τήν παράβαση την θεωρούσε ως πορνεία.
Επίσης τον βοήθησε να αποκτήση απλότητα, εργατικότητα, νοικοκυροσύνη και προσοχή στην συμπεριφορά του προς τους άλλους, και τον προέτρεπε να μην αναφέρη καθόλου το όνομα του πειρασμού (διαβόλου).

Δυό φορές την ημέρα όλη η οικογένεια προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι. Η μητέρα του όμως συνέχιζε να προσεύχεται και όταν έκανε τις εργασίες του σπιτιού λέγοντας την ευχή.
Τέτοια ήταν η ευλάβεια των γονέων του, ώστε και στα αλώνια έπαιρναν μαζί τους αντίδωρο.
Ο μικρός Αρσένιος, με το ενδιαφέρον και την εξυπνάδα που είχε, εύκολα αφωμοίωνε ό,τι καλό άκουγε από τους γονείς του.
Ακολουθώντας το παράδειγμά τους έμαθε να νηστεύη, να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται. Ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογενείας. «Ο μεν πατέρας μου», έλεγε αργότερα ο Γέροντας, «με αγαπούσε, γιατί είχα κλίση στα τεχνικά και έπιαναν τα χέρια μου, η δε μητέρα μου για την ψεύτικη (λίγη, μικρή) ευλάβεια που είχα».
 
g paisios panaguda 1983
Παιδικές ασκήσεις
 
      Όταν έμαθε να διαβάζη καλά, βρήκε την Αγία Γραφή και μελετούσε κάθε ημέρα το Τετραβάγγελο. Εύρισκε επίσης βίους Αγίων και εντρυφούσε. Είχε μαζέψει ένα κουτί με βίους. Μόλις γύριζε από το σχολείο, δεν ήθελε ούτε να φάη. Πρώτα πήγαινε, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε και διάβαζε τους βίους των Αγίων. Ο μεγαλύτερός του αδελφός τους έκρυβε, αν και ευλαβής, διότι δεν ήθελε να ασχολήται ο μικρός Αρσένιος πολύ με τα εκκλησιαστικά, για να μην παραμελή τα μαθήματα. Ο Αρσένιος δεν έλεγε τίποτε. Εύρισκε άλλους βίους Αγίων και τρεφόταν πνευματικά. Κάποτε ο μεγάλος του αδελφός θαύμασε, βλέποντάς τον να διαβάζη τον βίο κάποιου αγνώστου Αγίου, που πρώτη φορά μάθαινε το όνομά του: «Πού τον βρήκες πάλι αυτόν τον Άγιο;», τον ρώτησε με απορία.

Η ευλαβής Κονιτσιώτισσα Καίτη Πατέρα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, αναφέρει για τον Αρσένιο: «Είχε πολύ ενδιαφέρον για την Εκκλησία. Τον ρώτησα κάποτε:
- Παιδί μου, έφαγες τίποτε σήμερα;
- Δεν έφαγα. Τι να φάω, αφού η μητέρα μου τα βράζει όλα τα φαγητά στην ίδια κατσαρόλα, και το κρέας και τα νηστήσιμα. Η ίδια κατσαρόλα απορροφά˙ δεν μπορώ να φάω.
-Παιδί μου, αφού η μάννα σου είναι τόσο καθαρή και την πλένει καλά με αλισίβα.
- Δεν μπορώ να φάω από αυτά, απαντούσε.
»Και νήστευε, νήστευε συνέχεια και αποτραβιόταν μοναχός του για να προσεύχεται».
Μαρτυρεί και ο αδελφός του: «Ο Αρσένιος από την δευτέρα Δημοτικού διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε όπως τα άλλα παιδιά».

Η έμφυτη μοναχική του κλίση εκδηλώθηκε ενωρίς. Αισθανόταν αγάπη μεγάλη προς τον Θεό και η προσευχή του ήταν εκδήλωση αυτής της αγάπης. Στις μεγάλες γιορτές παρέμενε άγρυπνος, άναβε το καντηλάκι και προσευχόταν όρθιος όλη τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τον εμπόδιζε. Όταν σηκωνόταν τις νύχτες να διαβάση το Ψαλτήρι, δεν τον άφηνε. Τον έβαζε κάτω από τις κουβέρτες. Γενικά η τακτική του αδελφού του όχι μόνο δεν έκαμψε τον ζήλο του, αλλά αύξησε την αγάπη του προς τον Θεό.

      Όταν τον ρωτούσαν, τι θα γίνει όταν μεγαλώση, ο Αρσένιος απαντούσε σταθερά: «Καλόγηρος». Οικονόμησε ο Θεός και πήρε από μικρός την καλή στροφή, γι αυτό δεν είχε ταλαντεύσεις στην εκλογή του. Για τον Αρσένιο ένας δρόμος ανοιγόταν μπροστά του, η αγγελική ζωή των μοναχών.
Ό,τι διάβαζε στα Συναξάρια προσπαθούσε να το εφαρμόση. Διάβασε πως, όταν φοβάσαι σε έναν τόπο, πρέπει να συχνάζης εκεί για να διώξης τον φόβο. Επειδή φοβόταν όταν περνούσε από το κοιμητήρι, αποφάσισε να πάη εκεί τη νύχτα, για να του φύγη ο φόβος. Ήταν τότε στην τετάρτη τάξη του Δημοτικού.

«Είδα», διηγήθηκε, «από την ημέρα έναν άδειο τάφο. Μόλις νύχτωσε η καρδιά μου χτυπούσε, αλλά πήγα και μπήκα στον τάφο. Στην αρχή ήταν δύσκολο, αλλά μετά συνήθισα. Κάθησα αρκετή ώρα και εξοικειώθηκα. Πήρα θάρρος και άρχισα να γυρίζω από μνήμα σε μνήμα, αλλά πρόσεχα να μη με δουν και με περάσουν για φάντασμα. Αυτό ήταν˙ πήγα τρία βράδυα και έμεινα μέχρι αργά στο κοιμητήρι και μου έφυγε ο φόβος».
Διηγήθηκε και το εξής: «Όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο, διάβαζα τους βίους των Αγίων και επιθυμούσα από τότε να γίνω ασκητής. Έβγαινα συχνά έξω από το χωριό. Ήμουν τότε ένδεκα χρονών. Μιά μέρα επεσήμανα έναν βράχο μεγάλο. Πρωί-πρωί ξεκίνησα για να ανεβώ, να γίνω στυλίτης. Πήγα˙ ήταν ψηλός ο βράχος. Ανέβηκα με δυσκολία και άρχισα να προσεύχωμαι. Εξάντλησα όλες μου τις δυνάμεις και μετά άρχισα να σκέπτωμαι: «Οι ερημίτες είχαν ρίζες και έτρωγαν˙ λίγο νεράκι, έναν χουρμά. . . Εσύ δεν έχεις τίποτε εδώ πάνω στον βράχο. Πως θα ζήσεις;». Τέλος, αποφάσισα να κατέβω, αλλά ήδη είχε νυχτώσει. Το κατέβασμα ήταν πιο δύσκολο, γιατί δεν έβλεπα. Με μεγαλύτερη δυσκολία κατέβηκα. Η Παναγία με φύλαξε και δεν τσακίστηκα στα βράχια».
Η αδελφή του Χριστίνα θυμάται ότι, ενώ κάποτε οι γονείς τους ήταν στο χωράφι, άρχισε να βρέχη. Ο Αρσένιος τους σκεφτόταν που βρέχονταν. Πήρε τα δύο μικρότερα αδέλφια του, πήγαν στο εικονοστάσι, γονάτισαν, έκαναν προσευχή και η βροχή σταμάτησε. Όταν έπεφταν κεραυνοί, συνήθιζε να λέγη: «Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος».
Θεοπτία
 
     Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από ένδεκα χρονών διάβαζα βίους Αγίων και έκανα νηστείες και αγρυπνίες. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έπαιρνε και έκρυβε τους βίους. Δεν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στο δάσος και συνέχιζα. Κάποιος φίλος του τότε, ο Κώστας, του είπε: «Θα σου τον κάνω να τα παρατήση όλα».

»Ήρθε και μου ανέπτυξε την θεωρία του Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε και είπα: «Θα πάω να προσευχηθώ, και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου παρουσιαστή να πιστέψω. Μιά σκιά, μια φωνή, κάτι θα μου δείξει». Τόσο μούκοβε. Πήγα και άρχισα μετάνοιες και προσευχή για ώρες, αλλά τίποτε. Στο τέλος τσακισμένος σταμάτησα. Μού ήρθε τότε στην σκέψη κάτι που μούχε πει ο Κώστας: «Παραδέχομαι ότι ο Χριστός είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, δίκαιος, ενάρετος, τον οποίο εμίσησαν από φθόνο για την αρετή του και τον καταδίκασαν οι συμπατριώτες του». Τότε είπα: «Αφού είναι τέτοιος, και άνθρωπος να ήταν, αξίζει να τον αγαπήσω, να τον υπακούσω και να θυσιασθώ γι Αυτόν. Δεν θέλω ούτε παράδεισο, ούτε τίποτε. Για την αγιότητά του και την καλωσύνη του αξίζει κάθε θυσία». (Καλός λογισμός και φιλότιμο).

»Ο Θεός περίμενε την αντιμετώπισή μου. Ύστερα από αυτό παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε άφθονο φως. Φαινόταν από την μέση και πάνω. Μέ κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται». Τα λόγια αυτά ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοικτό στο αριστερό χέρι Του».
Το γεγονός αυτό διέλυσε στον δεκαπενταετή Αρσένιο τους λογισμούς αμφιβολίας, που τάραζαν την παιδική του ψυχή, και γνώρισε με την χάρι του Θεού τον Χριστό ως Θεό αληθινό και Σωτήρα του κόσμου. Βεβαιώθηκε για τον Θεάνθρωπο, όχι από άνθρωπο ή από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, που του αποκαλύφθηκε και μάλιστα σε τέτοια ηλικία. Στερεωμένος πλέον στην πίστη μονολογούσε: «Κώστα, άμα θέλης τώρα, έλα να συζητήσουμε».
 
g paisios sina carp

Φροντίδα για τους άλλους

       Ο Αρσένιος με την προσεκτική ζωή και τις συμβουλές του βοήθησε πνευματικά και άλλους νέους. Συναναστρεφόταν συνήθως με μικρότερα παιδιά. Τα συγκέντρωνε στην αγία Βαρβάρα, διάβαζαν βίους Αγίων και τα παρακινούσε να κάνουν μετάνοιες και να νηστεύουν. Μερικές μητέρες ανησύχησαν και απέτρεπαν τα παιδιά τους να τον συναναστρέφωνται. Οι γονείς ενός παιδιού με το οποίο εργαζόταν στον ίδιο μάστορα και προσεύχονταν μαζί, φοβήθηκαν μη γίνη καλόγηρος και δεν τον άφηναν να έχη σχέση με τον Αρσένιο ούτε να αγωνίζεται. Αργότερα πήγε να εργασθή στην Γερμανία και σκοτώθηκε. Οι γονείς του αισθάνθηκαν τύψεις και έλεγαν: «Καλύτερα να είχε γίνει καλόγηρος». Κάποιο παιδί, που καταγόταν από τα Φάρασα, ήθελε ο Αρσένιος να το πάρη μαζί του για μοναχό και προσπαθούσε να πείση την μητέρα του. Άλλον νέο τον στήριξε να γίνη ιερέας. Κληρικός καταγόμενος από την Κόνιτσα ομολογεί ότι βοηθήθηκε στην μοναχική του κλίση από τον λαϊκό ακόμη Αρσένιο.

      Είχε ενδιαφέρον και πόθο μεγάλο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Θεό. Κάποιον γέρο βοσκό, που ζούσε μόνος πάνω στα βουνά και είχε πάει στην Εκκλησία δύοτρεις φορές σε όλη του την ζωή, ο Αρσένιος τον πλησίασε και φρόντισε να τον φέρη κοντά στον Χριστό.
Στήν Κόνιτσα κάποιος Μουσουλμάνος ονόματι Μπαϊράμης είχε άρρωστη την μητέρα του. Ο μικρός Αρσένιος πήγαινε τη νύχτα και βοηθούσε την άρρωστη. Ο Μπαϊράμης εξέφρασε την επιθυμία να γίνη Χριστιανός.
Τα λίγα χρήματα που έπαιρνε ως μαθητευόμενος ξυλουργός, τα μοίραζε ελεημοσύνη σε φτωχά παιδιά του ορφανοτροφείου. Έφερνε και στο σπίτι τους φτωχά παιδιά για φαγητό.

          Ο κ. Χατζηρούμπης Απόστολος, Κονιτσιώτης, αναφέρει: «Ο Αρσένης ήταν ο μόνος που προτιμούσε να αδικήται παρά να αδική. Είχε πάντα στην τσέπη του ένα θρησκευτικό βιβλίο που το διάβαζε συχνά. Θυμάμαι τον ζήλο του να εξασφαλίση ακροατήριο από τον παιδικό κόσμο, αντί οποιουδήποτε τιμήματος, όπως λ. χ. να αναλαμβάνη την φύλαξη των ζώων μας, να γίνεται νεροκουβαλητής μας, κ. α. , αρκεί εμείς να τον προσέχαμε, όταν μας διάβαζε την Αγία Γραφή.

»Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πάθος του να χρωματίζη αυτά που έλεγε, όταν αναφερόταν στην σταυρική θυσία του Χριστού. Γινόταν τόσο παραστατικός, ώστε  κατώρθωνε να αποσπά την προσοχή και των πιο ζωηρών παιδιών. Έβλεπα κατακάθαρα στο νεανικό του πρόσωπο την ικανοποίηση και την αγαλλίασή του, γιατί μπορούσε να διδάσκη τον λόγο του Κυρίου σε τόσο αγνό ακροατήριο. Από όσο θυμάμαι αυτή την τακτική την συνέχισε τέσσερα με πέντε χρόνια μέχρι που πήγε στρατιώτης».

      Ο Αρσένιος πέρασε τα νεανικά του χρόνια με αμεριμνία και αγώνες ασκητικούς. Έπειτα ήρθαν τα δύσκολα χρόνια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, της Κατοχής και του ανταρτοπολέμου. Τότε πέρασε πολλές δυσκολίες και κινδύνους.
Στόν ανταρτοπόλεμο τον συνέλαβαν οι κομμουνιστές αιχμάλωτο και τον φυ-λάκισαν. Κακοπάθησε όσο διάστημα έμεινε στην φυλακή και υπέφερε από τις ψείρες και το πολύ στρίμωγμα. Σε ένα μικρό δωμάτιο έβαλαν πολλούς. Όταν ξάπλωναν ο τελευταίος έμπαινε σαν σφήνα ανάμεσά τους.
Δοκιμάστηκε και ηθικώς, γιατί τον έκλεισαν σε ένα δωμάτιο μόνο του και ύστερα έβαλαν δύο αντάρτισσες σχεδόν γυμνές. Προσευχήθηκε έντονα επικαλούμενος την Παναγία και αμέσως ένιωσε «δύναμιν εξ ύψους», που τον ενίσχυσε και τις έβλεπε με απάθεια σαν αδελφές του, όπως ο Αδάμ την Εύα στον παράδεισο. Τις μίλησε με τρόπο καλό. Εκείνες ήρθαν σε συναίσθηση, ντράπηκαν και έφυγαν κλαίγοντας.

        Αν και ο πόλεμος έκανε τον Αρσένιο να αναβάλη την αναχώρησή του, όμως ο ζήλος του δεν ψυχράνθηκε. Στους αγώνες και στις ασκήσεις προσέθετε νέους αγώνες και υψηλότερες ασκήσεις. Έβλεπε τα εθνικά πράγματα σε άσχημη κατάσταση. Σε λίγο θα τον καλούσαν να υπηρετήση την Πατρίδα. Στο εξωκκλήσι της αγίας Βαρβάρας παρακάλεσε την Παναγία: «Ας ταλαιπωρηθώ, ας κινδυνεύσω, μόνο να μη σκοτώσω άνθρωπο, και ν αξιωθώ να γίνω μοναχός».
Τότε έκανε τάμα, αν τον διαφυλάξη η Παναγία στον πόλεμο, να υπηρετήση για τρία χρόνια το Μοναστήρι της που το έκαψαν οι Γερμανοί, και να βοηθήση να κτισθή πάλι η Ιερά Μονή Στομίου.
g paisios2
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΙΣ ΜΟΝΕΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
 
Αγώνες αρχαρίου
        
        Ο Αρσένιος προσήλθε στην ιερά Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους που τότε δεν είχε γίνει ζηλωτική για να μονάση. Έχοντας πρότυπα τους οσίους Πατέρες, προσπαθούσε να τους μιμηθή. Έβαλε ως θεμέλιο της μοναχικής ζωής την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή και επιδόθηκε σε αγώνες υπέρ την αντοχή του.
Τις ημέρες κοπίαζε σωματικά και τις νύχτες παρέμενε άϋπνος, προσευχόμενος και δοξολογώντας τον Θεό. Αισθανόταν μεγάλη κούραση, αλλά ήταν ανυποχώρητος στην άσκηση. Συνεχώς πρόσθετε νέους αγώνες, πάντα με ευλογία και παρακολούθηση από τον Ηγούμενο. Όλα τα έκανε με χαρούμενη διάθεση.

Έλεγε: «Κάναμε πολύ σκληρή δουλειά στον τόρνο όλη την ημέρα. Το βράδυ πήγαινα στο Αρχονταρίκι και βοηθούσα μέχρι τις 10 ή 11 η ώρα. Δεν μου έμενε χρόνος ούτε για πνευματικά. Γι αυτό στην συνέχεια, όταν πήγαινα στο Κελλί μου, δεν κοιμόμουν, μόνο έβαζα ένα τέταρτο τα πόδια ψηλά για να ξεκουραστούν λίγο και να κατέβη το αίμα (που μαζευόταν από την πολύωρη ορθοστασία). Μετά στεκόμουν όρθιος σε μια λεκάνη με νερό, για να μη με παίρνη ο ύπνος, και έκανα τα κομποσχοίνια. Κοιμόμουν μισή μέχρι μία ώρα, και μετά πήγαινα στην ακολουθία για να διαβάσω το Μεσονυκτικό. Και επειδή είχα τον λογισμό, μήπως δεν θα κατάφερνα αργότερα να κάνω τα καθήκοντα του μεγαλοσχήμου, ζήτησα ευλογία από τον Ηγούμενο και μου έδωσε, να κάνω τον κανόνα του μεγαλοσχήμου από δόκιμος. Όχι από εγωισμό, αλλά μήπως δεν μπορέσω να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις του Σχήματος. Δεν τάκανα με υπερηφάνεια. «Αν δεν μπορώ», έλεγα, «να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου».
       Στην Εκκλησία δεν καθόταν καθόλου. Στεκόταν όρθιος στο στασίδι. Πήγαινε καμμιά φορά να τον κλέψη ο ύπνος και αμέσως τιναζόταν.

Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά. Είχε τόση υγρασία στο Κελλί, που η μούχλα γινόταν σαν βαμβάκια στους τοίχους. Όταν το κρύο ήταν ανυπόφορο, είχε ένα δέρμα ζώου, από αυτά που έκανε τα σαμάρια, και τύλιγε τα πόδια του. Δούλευε έξω στο κρύο μόνο με το ζωστικό, και έβαζε από μέσα ένα χαρτί για να τον προστατεύη λίγο.
Πριν από την Μεγάλη Σαρακοστή είχαν τυπικό στο Μοναστήρι να δίνουν σε όλους τους πατέρες από ένα κουτί γάλα. Και εκείνο ο Αρσένιος δεν το έπινε, αλλά το έδινε στον γερο-Νικήτα που ήταν προφυματικός. Στη νηστεία τα φασόλια δεν τα μασούσε καλά, για να αργούν να χωνέψουν και έτσι να τον κρατούν κάπως. Κοιμόταν για άσκηση κάτω στις πλάκες και άλλες φορές στα τούβλα, που «ήταν πιο φιλάνθρωπα». Άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται αντιληπτή στους πατέρες η άσκηση και η ευλάβειά του. Οι ιερείς τον προτιμούσαν να τους ψάλλη στα παρεκκλήσια. 
Δαιμονικές εμφανίσεις
 
     Ο διάβολος δεν αρκείτο μόνο στον πόλεμο των λογισμών, αφού μάλιστα δεν μπορούσε με αυτούς να ανακόψη την αγωνιστικότητά του. Παρουσιαζόταν και αισθητώς. Τον έβλεπε οφθαλμοφανώς και συνωμιλούσαν. Προσπαθούσε ο πειρασμός με κάθε τρόπο να τον εκφοβίση και να τον εμποδίση από τους αγώνες του. Φαίνεται ότι από την πείρα του καταλάβαινε τι θα γινόταν αυτός ο αρχάριος.
Ο δόκιμος Αρσένιος δεν ταρασσόταν ούτε φοβόταν από την παρουσία του διαβόλου. Έλεγε: «Νάρχεσαι, διότι μου κάνεις καλό. Μέ βοηθάς να θυμάμαι τον Θεό, όταν τον ξεχνώ, και να προσεύχωμαι».

Αργότερα σχολίαζε ο Γέροντας: «Πού να μείνη ο πειρασμός! Εξαφανιζόταν αμέσως. Δεν είναι χαζός να προξενή στεφάνια στον μοναχό».
- Γέροντα, πειρασμό εννοείτε τους λογισμούς; τον ρώτησε με αφέλεια κάποιος μοναχός.
- Βρέ, πειρασμός! (διάβολος)˙ καταλαβαίνεις; Τι λογισμοί;
Ο δόκιμος Αρσένιος με την ευστροφία του «ενίκησε δαιμόνων πανουργίαν δι ανθρωπίνης επινοίας».

Ρασοευχή
 
Στις 27 Μαρτίου 1954 μετά από την κανονισμένη δοκιμασία εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Ο Ηγούμενος του πρότεινε να λάβη το Μεγάλο Σχήμα, αλλά δεν δέχθηκε. Ανέφερε: «Αν και μπορούσα να γίνω αμέσως μεγαλόσχημος, διότι μου είπαν: «Εσύ Στρατό τελείωσες, δεν σε εμποδίζει τίποτε», είπα: «Αρκεί η ρασοευχή». Θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο, αλλά και δεν ήθελε να δεσμευθή με τις υποσχέσεις του Μεγάλου Σχήματος, εξ αιτίας της αγάπης του για την ησυχαστική ζωή που επιθυμούσε.

Επίσκεψη της θείας χάριτος
 
Την τραχύτητα της ασκήσεως ήρθε να γλυκάνη ένα πρωτόγνωρο γεγονός, η επίσκεψη της θείας χάριτος. «Όταν είχαν σωθή τελείως οι μπαταρίες (εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις)», διηγήθηκε, «έζησα ένα γεγονός: Μιά νύχτα, ενώ προσευχόμουν όρθιος, ένιωσα κάτι να κατεβαίνη από πάνω και να με περιλούζη ολόκληρο. Αισθανόμουν μια αγαλλίαση και τα μάτια μου έγιναν δύο βρύσες που έτρεχαν συνέχεια δάκρυα. Έβλεπα και ζούσα αισθητά την χάρι. Μέχρι τότε, συγκινήσεις και τέτοια είχα αισθανθή πολλές φορές, αλλά τέτοιο πράγμα πρώτη φορά μου συνέβη. Ήταν τόσο δυνατό πνευματικά αυτό το γεγονός, ώστε με στήριξε και κράτησε για δέκα περίπου χρόνια μέχρι που αργότερα στο Σινά, έζησα μεγαλύτερες καταστάσεις με άλλον τρόπο».

Ευλογίες από την Παναγία
 
Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Ήμουν άγρυπνος και νηστικός και περίμενα το «μοτόρι», στον αρσανά της Ιβήρων. Από την εξάντληση δεν αισθανόμουν καλά. Φοβήθηκα να μην λιποθυμήσω εκεί και με δουν οι εργάτες. Γι αυτό έκανα κουράγιο και πήγα πίσω από μια ντάνα ξύλα.
»Σκέφθηκα προς στιγμήν να παρακαλέσω την Παναγία και αμέσως είπα στον εαυτό μου: «Άθλιε, την Παναγία για το ψωμάκι την έχουμε;».
»Και μόλις είπα αυτό, να η Παναγία και μου έδωσε ζεστό ψωμί και σταφύλι! Έ, από κεί και πέρα μετά. . . ».
Κάποιος, τον οποίον ο Γέροντας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, ακούγοντας την διήγηση, ρώτησε έκπληκτος:
- Καλά, Γέροντα, μετά που έφαγες τις ρόγες του σταφυλιού, το κοτσάνι σου έμεινε στο χέρι;
- Και το κοτσάνι και ψίχουλα, απάντησε με έμφαση. «Η θεότης, δηλαδή η θεία χάρις καθ' εαυτήν, ήγουν μοναχή δεν φαίνεται, εάν δεν έλθη εις την λογικήν ψυχήν. Και ανίσως η αισθητή φωτία δεν φαίνεται εις τα αισθητά, όταν δεν εύρη ύλην, μήτε η νοητή φωτία φαίνεται εις τα νοητά, όταν δεν εύρη ύλην των εντολών του Θεού», Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Λόγος Γ΄, σ. 38. 32
g paisios3
ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΣΤΟΜΙΟΥ ΚΟΝΙΤΣΗΣ

Ανακαίνιση του Μοναστηριού
      
 Παρά Κυρίου τα διαβήματα ανθρώπου κατευθύνεται». Μέ αποκάλυψη κατευθύνει ο Κύριος και τώρα τα βήματα του ανθρώπου του Θεού Παϊσίου στην Μονή Στομίου, της Επαρχίας Κονίτσης. Διψούσε για ερημική ζωή και προετοιμαζόταν για την έρημο, αλλά με εντολή της Παναγίας βρέθηκε σε Μοναστήρι του κόσμου.
Άρχισε την ανακαίνιση του καμένου Μοναστηριού, χωρίς να έχη τα απαραίτητα χρήματα και υλικά. Αγόρασε ξυλεία και μόνος έκανε πόρτες, παράθυρα, στασίδια, τραπέζια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Επίσης άλλαξε την σκεπή της Εκκλησίας, έκανε Κελλιά για μοναχούς, Αρχονταρίκι, στέρνα και άλλα έργα.
Αυτός ανέστησε το κατεστραμμένο Μοναστήρι με πολλούς κόπους. Ήταν άρρωστος αλλά και νηστευτής. Τη νηστεία δεν την χαλούσε ποτέ».

Πηδά στον γκρεμό
      Κάποτε μετέφερε τα άγια Λείψανα και είχε την λειψανοθήκη δεμένη με λουριά από τους ώμους του. Σε ένα σημείο του δρόμου, που λέγεται «Μεγάλη Σκάλα», κόπηκε το λουρί και έπεσε η λειψανοθήκη στον γκρεμό. Ο Γέροντας από τον πόθο και την ευλάβεια προς τα άγια Λείψανα, χωρίς να υπολογίση τον εαυτό του και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πήδησε αμέσως στον γκρεμό για να τα προλάβη. Κατρακυλούσε η λειψανοθήκη και χτυπούσε στα βράχια. Τελικά ο ίδιος διαφυλάχθηκε, χάριτι Θεού, σώος˙ δεν έπαθε τίποτε, ούτε γρατσουνιά! Η λειψανοθήκη με τα άγια Λείψανα έμειναν επίσης άθικτα, ενώ ο μεταλλικός κορβανάς που ήταν προσαρμοσμένος στην λειψανοθήκη είχε κατατσαλακωθή από τα χτυπήματα. Ήταν τόσο βαθύς και απότομος ο γκρεμός που ήταν αδύνατο να ξανανεβή ο Γέροντας. Για να βγή στο μονοπάτι, βάδιζε πολλή ώρα μέσα στο ποτάμι.

Κόποι, ασκήσεις και ησυχία
 
       Νήστευε αυστηρά και δουλαγωγούσε με κάθε τρόπο το εύθραυστο σώμα του, παρ ότι έκανε θεραπεία με ενέσεις. Κάποιες φορές με ένα ποτήρι νερό περνούσε όλο το ημερονύκτιο. Αν και καλλιεργούσε στον κήπο του Μοναστηριού κηπευτικά πολλών ειδών, η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάϊ με παξιμάδι ή καρύδια κοπανισμένα.
Αναφέρει η κυρία Πηνελόπη Μπαρμπούτη: «Στον κήπο πήγαινε ξυπόλυτος και το βράδυ καθάριζε τα αγκάθια από τα πόδια του. Ένα παξιμάδι έτρωγε το πρωί και ένα το βράδυ. Άλλοτε έπινε σκέτο τσάϊ. Δούλευε παρά πολύ. Δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Προσπαθούσε να μην χαλάση το χατήρι κανενός και ήθελε όλους να τους αναπαύη. Ποτέ δεν έλεγε όχι. Τα χέρια του είχαν κάνει ρόζους από τις πολλές μετάνοιες. Τα πόδια του ήταν μόνο κόκκαλα. Είχε πολλά προβλήματα με την υγεία του». Την ημέρα εργαζόταν σκληρά και τη νύχτα αγρυπνούσε. Μόνος του διάβαζε όλες τις ακολουθίες, όπως είχε μάθει στο Άγιον Όρος.
Παρ όλο που το Μοναστήρι ήταν σε έρημο και ήσυχο μέρος, ο Γέροντας αποσυρόταν ενίοτε σε μια σπηλιά. Πήγαινε τις νύχτες και έκανε αγρυπνίες με το κομποσχοίνι και αναρίθμητες μετάνοιες. Ήταν όμως ανήλια και έσταζε νερό.

Προστάτης πτωχών και ορφανών
 
       Εκτός από τα κτισίματα μεριμνούσε συγχρόνως και για όσους είχαν ανάγκη. Και αυτοί ήταν πολλοί. Στα χωριά της Κόνιτσας υπήρχε τότε μεγάλη φτώχεια, εγκατάλειψη, δυστυχία. Ο Γέροντας συγκέντρωνε ρούχα, χρήματα, τρόφιμα και φάρμακα, τα έκανε δέματα και τα έστελνε σε ανθρώπους που στερούνταν. Στο έργο της φιλανθρωπίας είχε ως βοηθούς ευλαβείς γυναίκες. Όσες είχαν την διάθεση τις έστελνε να υπηρετούν άτομα ανήμπορα, κυρίως γεροντάκια, που δεν είχαν κανένα συγγενή κοντά τους.

Είχε πάρει άδεια από την αστυνομία και σε κάθε γειτονιά της Κόνιτσας είχε αφήσει από ένα κουμπαρά και ώρισε και έναν υπεύθυνο. Υπήρχε και ένας επί πλέον κουμπαράς έξω από το Αστυνομικό Τμήμα. Έκανε επιτροπή, η οποία διαχειριζόταν τα χρήματα, και πρόσφεραν ανάλογα με τις ανάγκες.
Ενδιαφέρθηκε για φτωχά και ορφανά παιδιά να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Τα παρέπεμπε στα κατάλληλα πρόσωπα αλλά τα βοηθούσε και ο ίδιος οικονομικά, όσο μπορούσε. Πολλοί από αυτούς είναι σήμερα επιστήμονες και ευγνωμονούν τον Γέροντα.
Έδινε τα κτήματα της Μονής σε φτωχές οικογένειες να τα καλλιεργούν. Ενοίκιο δεν ζητούσε. Τούς έλεγε, αν έχουν καλή σοδειά, να προσφέρουν στο Μοναστήρι ό,τι ήθελαν. Αν η χρονιά δεν πήγαινε καλά, δεν ζητούσε τίποτε.

Όσες φορές η αδελφή του Χριστίνα πήγαινε ρούχα ή τρόφιμα, δεν τα δεχόταν. Της έλεγε να τα πάη σε οικογένειες, που γνώριζε ότι στερούνταν.

Οικειότητα με τα άγρια ζώα
 
       Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα προς τον Θεό και την εικόνα του, τον άνθρωπο, πλημμύριζε την καρδιά του και το ξεχείλισμά της αγκάλιαζε και την άλογη κτίση. Ιδιαίτερα αγαπούσε τα άγρια ζώα, και αυτά ένιωθαν την αγάπη του και τον πλησίαζαν.

Ένα ελαφάκι ερχόταν και έτρωγε από τα χέρια του. Του έκανε ένα σταυρό στο μέτωπο με μπογιά. Ειδοποίησε τους κυνηγούς να μην κυνηγούν κοντά στο Μοναστήρι και να προσέξουν αυτό το ελαφάκι με τον σταυρό, όπου και αν το βρούν, να μην το χτυπήσουν. Αλλά δυστυχώς, ένας κυνηγός περιφρονώντας την εντολή του, κάποια ημέρα είδε το ελαφάκι και το σκότωσε. Ο Γέροντας στενοχωρήθηκε πολύ και είπε μια προφητεία που επαληθεύτηκε στο ακέραιο. Δεν αναφέρεται γιατί το πρόσωπο αυτό ζει μέχρι σήμερα.
Στο δάσος γύρω από το Μοναστήρι ζούν αρκούδες. Μιά συνάντησε ο Γέροντας σε στενό μονοπάτι, ενώ ανέβαινε στο Μοναστήρι με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο. Η αρκούδα μαζεύτηκε στην άκρη, για να περάση ο Γέροντας. Αυτός πάλι της έκανε νόημα με το χέρι να περάση πρώτη. «Και αυτή», διηγείτο χαριτολογώντας, «άπλωσε το πόδι της και μούπιασε το χέρι, για να περάσω εγώ». Της είπε: «Αύριο να μην εμφανισθής εδώ κάτω, γιατί περιμένω κόσμο. Αλλοιώς θα σε πιάσω από το αυτί και θα σε δέσω μέσα στο παχνί».

Έλεγε ότι η αρκούδα έχει έναν εγωισμό. Όταν βρεθή σε κίνδυνο, δείχνει ότι δεν φοβάται, αλλά μετά φεύγει τρέχοντας.
Μιά αρκούδα ερχόταν συχνά, είχε εξοικειωθή μαζί του και ο Γέροντας την τάιζε. Τις ημέρες που ερχόταν κόσμος στο Μοναστήρι ο Γέροντας την προειδοποιούσε να μην εμφανίζεται και προκαλή έτσι φόβο στους ανθρώπους. Η αρκούδα μερικές φορές παρέβαινε την εντολή του Γέροντα, εμφανιζόταν απροσδόκητα και όσοι την έβλεπαν τρόμαζαν. Πολλοί την είχαν δεί˙ μεταξύ αυτών και η Καίτη Πατέρα, όπως διηγήθηκε: «Ανέβαινα μια νύχτα στο Μοναστήρι με φακό για να προλάβω την θεία Λειτουργία. Άκουσα έναν θόρυβο, έρριξα το φως και είδα ένα ζώο κάτι σαν σκυλί μεγάλο. Μέ ακολούθησε και, όταν έφθασα, ρώτησα τον π. Παίσιο, αν το σκυλί είναι του Μοναστηριού. Απάντησε: «Σκυλί είναι αυτό; Για κοίταξε καλά. Αρκούδα είναι».
Όταν είδε ότι τελείωσε η αποστολή του στην έρημο του κόσμου, και αφού ξεπλήρωσε το τάμα προς την Παναγία, άφησε οριστικά το Στόμιο στις 30 Σεπτεμβρίου 1962 και αναχώρησε για το Θεοβάδιστο Όρος Σινά.
2019 01 08 215037
 
EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA

Μακαρία ερημική ζωή
 
       Ο Γέροντας ζήτησε ευλογία να μείνη μόνος στην έρημο. Εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, που αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την αγία Κορυφή, και απέχει λιγώτερο από μία ώρα από το Μοναστήρι.
Διακόσια μέτρα πιο πάνω βρίσκεται η σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και λίγο πιο πίσω είναι η Σκήτη που έμενε η αγία Επιστήμη με τις άλλες ασκήτριες. Άγια μέρη, ευλογημένα. Παρ όλη την αυχμηρότητά τους, εμπνέουν αυτά τα βράχια. Εκεί ψηλά λοιπόν, σαν αετός, έστησε ο Γέροντας την φωλιά του, έκανε μάλλον την πολεμίστρα του ο αετός του πνεύματος.

Πολύ κοντά, «ωσεί λίθου βολήν», στο ασκητήριο είχε μια μικρή πηγούλα. Μάζευε το 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Έλεγε ο Γέροντας: «Πήγαινα με ένα τενεκάκι να πάρω νερό, για να κάνω τσάι ή να βρέξω λίγο το μέτωπο, λέγοντας τους χαιρετισμούς με ευγνωμοσύνη και τα μάτια μου πλημμύριζαν από δάκρυα. «Θεέ μου,» έλεγα, «λίγο νερό να πίνω˙ δεν θέλω τίποτε άλλο». Τόσο πολύτιμο ήταν αυτό το λιγοστό νεράκι γι αυτόν που ήθελε να ζήση εκεί στην έρημο. Αλλά και αυτό ο Γέροντας το μοιραζόταν με τα άγρια ζώα και τα διψασμένα πουλιά της ερήμου.

- Γέροντα, πως ζούσατε στο Σινά; τον ρώτησε κάποιος.
Απάντησε: «Η τροφή μου ήταν τσάι με παξιμάδι που το έκανα μόνος μου. Έκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) και τα ξέραινα στον ήλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, που έσπαζαν σαν τζάμι. Καμμιά φορά έβραζα και ρύζι στουμπισμένο μέσα σε ένα κονσερβοκούτι. Αυτό ήταν και μπρίκι και κατσαρόλα και πιάτο και ποτήρι. Αυτό το κονσερβοκούτι και ένα κουτάλι λίγο πιο μικρό από της σούπας ήταν όλο το νοικοκυριό μου.

»Ακόμη, είχα μια φανέλλα, που την φορούσα τη νύχτα για να αντιμετωπίζω το κρύο. Έπινα και ένα τσάι μαύρο, για να με βοηθά στην αγρυπνία, και έβαζα και μια κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, που αντιστοιχούσε με άλλη μια φανέλλα. (Δηλαδή οι θερμίδες που του έδινε η παραπανίσια ζάχαρη ήταν σαν να φορούσε ακόμη μια φανέλλα). Είχα και μια αλλαξιά χοντρά ρούχα, γιατί τη νύχτα έκανε πολύ κρύο. Δεν είχα ούτε φανάρι, ούτε φακό, παρά μόνο έναν αναπτήρα, για να βλέπω λίγο στο σκοτάδι, όταν βάδιζα σε κανένα πέτρινο μονοπάτι με σκαλοπάτια. Τον χρειαζόμουν επίσης για να ανάβω καμμιά φορά φωτιά με φρύγανα, για να κάνω κανένα ζεστό. Είχα και λίγες τσακμακόπετρες και ένα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό για τον αναπτήρα. Τίποτε άλλο.

»Μιά φορά φύτεψα και μια ρίζα ντομάτα, αλλά μετά με πείραξε ο λογισμός μου και την ξερρίζωσα, για να μην προκαλώ τους Βεδουίνους. Μού φαινόταν αταίριαστο, οι φτωχοί Βεδουίνοι να μην έχουν ντομάτες, και εγώ που ήμουν καλόγηρος να έχω, έστω και μια ρίζα.
»Τήν ημέρα έλεγα την ευχή και έκανα εργόχειρο. Ευχή και εργόχειρο. Αυτό ήταν το τυπικό μου. Τη νύχτα έκανα μερικές ώρες μετάνοιες, χωρίς να τις μετρώ. Ακολουθία δεν διάβαζα, την έκανα με κομποσχοίνι.
»Για να μη με ενοχλούν οι περίεργοι, έκανα με πράσινη λαδομπογιά νεκροκεφαλές (σήμα κινδύνου) στα βράχια. Μιά φορά ένας τουρίστας Γερμανός θέλησε να ανεβή επάνω. Νόμισε ότι είναι ναρκοπέδιο, αλλά επειδή φαίνεται ήξερε από τέτοια, πρόσεχε που πατούσε και κατώρθωσε να φθάση μέχρι επάνω. Εγώ τον παρακολουθούσα από ψηλά. Τον άφησα να πλησιάση, μετά μπήκα στην σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και τράβηξα ένα δεμάτι αγκάθια στην είσοδο. Έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να με βρή και γύρισε πίσω».
Απλοποίησε πολύ την ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όλες του τις δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Η έρημος ερημώνει τα πάθη. Όταν την σεβασθής και προσαρμοσθής προς την έρημο, σου δίνει να αισθανθής την παρηγοριά της», έλεγε αργότερα ο Γέροντας με νοσταλγία, εκφράζοντας με λίγες λέξεις την εμπειρία του από την Σιναϊτική έρημο.
      
       Αγαπούσε ο Γέροντας να επισκέπτεται τόπους, όπου έζησαν ασκητές. Θαύμαζε τα μικρά ασκητικά σπήλαια. Αλλού σωζόταν μια μικρή στερνούλα, σε άλλα φαινόταν μαυρισμένος ο βράχος από την φωτιά που άναβαν κάπου-κάπου για να μαγειρεύουν. Τον ενέπνεαν και τον συγκινούσαν αυτά τα παλαιά ασκητήρια. Επισκέφθηκε και το ασκητήριο του αγίου Γεωργίου του Αρσελαίτου. Είναι μια πανέρημος κατάλληλη για αναχωρητές. Την Μεγάλη Σαρακοστή την πέρασε στο ασκητήριο του αγίου Στεφάνου, που αναφέρει και η Κλίμακα, κάτω από την αγία Κορυφή, με μεγάλη νηστεία, σχεδόν ασιτία. Είχε εκεί μόνο ένα τενεκεδάκι, για να βγάζη νερό από το πηγάδι που υπήρχε πιο κάτω, στον προφήτη Ηλία.
Είχε τυπικό να μη φοράη παπούτσια. Είχαν σχιστή οι φτέρνες του και έτρεχαν αίμα. Τα παπούτσια τα είχε στο ντορβά και τα φορούσε μόνο όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι ή συναντούσε κάποιον στον δρόμο. Για όποιον γνωρίζει τις συνθήκες της ερήμου, είναι πολύ οδυνηρό να βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στα βράχια ή στην άμμο. Την ημέρα καίνε τόσο πολύ, που οι Βεδουίνοι βάζουν αυγά στην άμμο και γίνονται μελάτα, ενώ τη νύχτα είναι τόσο κρύα τα βράχια, σαν να πατά κανείς πάνω σε πάγο.
Στο Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε δεκαπέντε ημέρες. Βοηθούσε στην ακολουθία και κοινωνούσε.

Λύει την ανομβρία
     Όταν πρωτοπήγε στο Σινά είχε μεγάλη ανομβρία. Σε φυσιολογικές συνθήκες στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ αραιά. Τήν χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη νερού. Ένα καραβάνι ετοιμάσθηκε για να πάη να κουβαλήση νερό από μακρυά. Ο Γέροντας τους είπε: «Περιμένετε, μην πάτε απόψε». Τη νύχτα έκανε προσευχή και έβρεξε πολύ.

Εργόχειρο κι ελεημοσύνες
 
      Το εργόχειρο του Γέροντα ήταν η ξυλογλυπτική. Ανέφερε ο ίδιος: «Έκανα σε ξύλο εικόνες σκαλιστές τον προφήτη Μωυσή να παίρνη τον Δεκάλογο. Τα ξύλα τα έκοβα μόνος μου. Πολλές φορές και τη νύχτα άνοιγα λίγο την πόρτα του Κελλιού και στο φως του φεγγαριού έλεγα την ευχή και γυαλοχάρτιζα και προετοίμαζα τα ξύλα. Για εργαλεία είχα μόνο δυό μαχαιράκια από ένα ψαλίδι Singer, που το έφερα από την Ελλάδα˙ το διέλυσα στα δύο, το ακόνισα και το έβαψα με λαδομπογιά πράσινη, για να μην αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και θαμπώνει τα μάτια μου.
»Τα εργόχειρα τα έδινα στο Μοναστήρι και τα πωλούσαν˙ γίνονταν ανάρπαστα από
 τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνα τα έδινα σε γνωστούς ταξιτζήδες από το Κάιρο. Τούς έλεγα να ψωνίζουν ρούχα, καπελλάκια, μπισκότα, τρόφιμα κ. α. Μετά γέμιζα το σακκίδιο με ευλογίες και ρωτούσα που υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στις σκηνές τους, φώναζα πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζα τις ευλογίες.
Από την πολλή του αγάπη προς τα πλάσματα του Θεού ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του στην άκρη, κουραζόταν για να τους βοηθά, και δεν πήγε να προσκυνήση στα Ιεροσόλυμα, που τόσο επιθυμούσε, για να μη στερηθούν τα Βεδουϊνάκια τις ευλογίες του. Και αυτά καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη, που δεν είχε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, και τον υπεραγαπούσαν. Γινόταν σωστό πανηγύρι από την χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους

«Αμπούνα Παίζι». (Στα Βεδουίνικα: πατήρ Παίσιος).
 
      Αλλά και όταν τα Βεδουινάκια πήγαιναν στο ασκητήριό του με σκασμένα τα πόδια, επειδή περπατούσαν ξυπόλυτα, τους έβαζε κερί στα σχισίματα και τους έδινε και από ένα ζευγάρι σανδάλια. Σε άλλα μοίραζε καπελλάκια, για να μη τα ζαλίζη ο ήλιος, και ό,τι άλλο είχε.

«Ην εν τη ερήμω πειραζόμενος...»
   
        Κάποια ημέρα έκανε εργόχειρο λέγοντας την ευχή καθισμένος σε ένα βράχο, ενώ από κάτω υπήρχε βαθύς γκρεμός. Παρουσιάζεται ο διάβολος και του λέγει:
- Πήδα κάτω, Παίσιε˙ σου υπόσχομαι, δεν θα πάθεις τίποτε.
Ο Γέροντας συνέχισε ατάραχος την ευχή και το εργόχειρό του. Δεν έδωσε σημασία στον διάβολο. Ο πειρασμός συνέχισε να τον παρακινή να πηδήση στον γκρεμό επαναλαμβάνοντας την ίδια υπόσχεση. Αυτό κράτησε μιάμιση ώρα περίπου.
Στο τέλος παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει στον γκρεμό λέγοντας στον διάβολο:
- Άντε να σου αναπαύσω τον λογισμό σου.
Ο διάβολος, αφού απέτυχε να τον ρίξη στον γκρεμό, του λέγει δήθεν με θαυμασμό:
- Τέτοια απάντηση ούτε ο Χριστός δεν μου έδωσε. Εσύ καλύτερα απάντησες.
- Ο Χριστός είναι Θεός. Δεν είναι σαν και μένα τον καραγκιόζη. «Ύπαγε οπίσω μου σατανά».
Και έτσι, με την ενοικούσα θεία χάρι, απέφυγε τον πρώτο πειρασμό να πηδήση στον γκρεμό, να τσακισθή στα βράχια˙ ακόμη απέφυγε και τον βαθύτερο γκρεμό της υπερηφανείας, να δεχθή τον έπαινο του διαβόλου, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τον Χριστό.

Εγκαταλείπει την γλυκειά έρημο
 
      Ενώ ζούσε τέτοια ζωή και χαιρόταν που βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε από χρόνια, η υγεία του χειροτέρευε. πέφερε από πονοκεφάλους που οφείλονταν στην έλλειψη οξυγόνου λόγω του υψομέτρου.
Τελικά, όταν είδε να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την γλυκειά έρημο του Σινά και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος.

2019 01 08 223159
ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ

Ουκ απέστη ημών»

       Ο Γέροντας δεν έπαυσε να βοηθά τους ανθρώπους και μετά την κοίμηση του. Οι άνθρωποι καταφεύγουν στον Γέροντα και ζητούν τις πρεσβείες του, επειδή πιστεύουν στην αγιότητά του. Ο τάφος του έγινε πανορθόδοξο προσκύνημα. Έχει πολλή ευλογία και χάρι. Συγκεντρώνει τους πονεμένους και παρηγορεί τους θλιμμένους. Θεραπεύονται ασθενείς και γίνονται πολλά θαύματα. Και το Κελλάκι του στο Άγιον Όρος έγινε επίσης προσκύνημα. Καθημερινά περνούν επισκέπτες που είχαν γνωρίσει τον Γέροντα και ευεργετήθηκαν, για να τον ευχαριστήσουν ή άλλοι για να δουν που ζούσε.
Τα θαυμαστά γεγονότα που κάνουν οι Άγιοι, εμφανίσεις και θεραπείες, τα βλέπουμε και στον Γέροντα και μετά την κοίμησή του. Ιδιαιτέρως θεραπεύει καρκινοπαθείς και δαιμονισμένους. Εμφανίζεται και σώζει πολλούς από τροχαία δυστυχήματα. Πολλοί ασθενείς τον είδαν μέσα στα Νοσοκομεία. Διάφορα προσωπικά του αντικείμενα θαυματουργούν και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.

Είναι αμέτρητα τα μετά την κοίμηση θαύματα του Γέροντα και συνεχώς γίνονται και νέα. «Δια του λόγου το αληθές» σημειώνονται στην συνέχεια επιλεκτικά ελάχιστα, επιβεβαιωμένα και μαρτυρημένα από αυτόπτες μάρτυρες.

Ευωδία
 
     Το χάρισμα της ευωδίας και μετά την κοίμηση του Γέροντα δεν εξαφανίστηκε. Πολλοί αισθάνονται ευωδία, όταν προσκυνούν τον τάφο του, όταν επισκέπτωνται το Κελλί του στο Άγιον Όρος, ή άλλοι αισθάνονται ευωδία εξερχόμενη από προσωπικά αντικείμενα ή ρούχα του.
Όπως μαρτυρούν οι πατέρες που διαδέχθηκαν τον Γέροντα στο Κελλί του, «τον πρώτο καιρό μετά την κοίμησή του σχεδόν όλοι οι επισκεπτόμενοι το Κελλί αισθάνονταν αυτή την ξεχωριστή ευωδία.
Μαρτυρεί ο π. Α. Κ. : «Τήν χρονιά που εκοιμήθη ο Γέροντας έγινε Λειτουργία την ημέρα που εώρταζε το Κελλί του. Αισθάνθηκα κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας ισχυρή ευωδία, η οποία με συνώδευσε μέχρι το Κουτλουμούσι και έπειτα χάθηκε».

Διάσωση παιδιού
 
     Ο π. Χρήστος Τσάνταλης από τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης και εφημέριος Κερασιάς, με εννέα παιδιά, καταθέτει: «Μερικά από τα παιδιά μου έπαιζαν στην ταράτσα του σπιτιού και κάποια στιγμή άρχισαν να πηδούν τον φωταγωγό. Ένα αγοράκι μου έξι ετών, που ακόμη δεν μιλάει καλά, θέλησε και αυτό να πηδήξη. Βρέθηκε στο κενό και σαν βολίδα έφυγε προς τα κάτω. Έπεσε από τον τρίτο όροφο. Ήλθαν τα παιδιά τρομαγμένα και μου το είπαν. Έτρεξα με χτυποκάρδι στο βάθος του φωταγωγού, για να περιμαζέψω το μικρό. Έμεινα έκπληκτος όταν το είδα να έρχεται προς το μέρος μου κατακίτρινο από τον φόβο. Το πήγα στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί το εξέτασαν και είπαν ότι δεν έχει τίποτε, ούτε το παραμικρό τραύμα.

»Καταλάβαμε ότι πρόκειται περί θαύματος, και σκέφθηκα πως η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Νέας Μηχανιώνας έσωσε το παιδί. Το πήγα στην εικόνα της και το ρώτησα: «Αυτή σε φύλαξε;». Αυτό απάντησε «όχι». Με ωδήγησε στην φωτογραφία του π. Παϊσίου και μου τον έδειξε με το δάκτυλο (ότι δηλαδή αυτός με κράτησε)».
 
Επεμβάσεις σε τροχαία
 
     Ο κ. Στ. από την Καλαμάτα, κάτοικος Αθηνών, ταξίδευε με το αυτοκίνητό του προς τα Ιωάννινα. Καθ οδόν έπεσε θύμα ισχυρής μετωπικής συγκρούσεως, κατά την οποία το αυτοκίνητό του κυριολεκτικά διαλύθηκε και ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο Νοσοκομείο και μπήκε στην εντατική.
Ενώ ευρίσκετο στην κατάσταση αυτή, είδε μία φωτεινή νεφέλη και στο μέσον έναν ηλικιωμένο μοναχό. Παρ ότι δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία, επειδή εκείνες τις ημέρες είχε ακούσει από γνωστό του για κάποιον χαρισματούχο γέροντα Παίσιο, μέσα στην έκπληξή του ρώτησε αυθόρμητα τον άγνωστο μοναχό:

- Είσαι ο γέροντας Παίσιος;

Ο Γέροντας δεν απάντησε. Χαμογέλασε, τον χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και του είπε:
- Μη φοβάσαι˙ θα γίνεις καλά!
Ο Στ. συνήλθε. Αν και σαστισμένος από το παράδοξο του πράγματος, και παρόλο που αγνοούσε τον θαυμαστό επισκέπτη του, πίστεψε στην διαβεβαίωσή του. Τήν διηγήθηκε μάλιστα με έντονο ύφος και στους γιατρούς. Και αυτοί έκπληκτοι διαπιστώνοντας την ανθρωπίνως ανεξήγητη βελτίωσή του, ωμολόγησαν:

- Όντως πρόκειται για θαύμα!
Αφού βγήκε από το Νοσοκομείο, στον δρόμο περνώντας μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο έκπληκτος αντίκρυσε στην βιτρίνα τον σωτήρα του. Ανεγνώρισε την μορφή του στο εξώφυλλο ενός βιβλίου. Έτσι ανεκάλυψε τον ευεργέτη του και γεμάτος ευγνωμοσύνη το αγόρασε και το διάβασε.
Συγκινημένος ήλθε να προσκυνήση στην «Παναγούδα» (Ιανουάριος 1998), όπου και διηγήθηκε τα ανωτέρω. Εκτός του ότι τον διέσωσε από βέβαιο σωματικό θάνατο, η επέμβαση του Γέροντα άλλαξε και ριζικά την ζωή του. Ανεζήτησε πνευματικό και εξωμολογήθηκε. Σταμάτησε την κοσμική ζωή παρά τις έντονες πιέσεις των συγγενών. «Μού είναι αδύνατο να συνεχίσω τα ίδια˙ στον νού μου έρχεται συνέχεια το χαμογελαστό φωτεινό πρόσωπο του Γέροντα», έλεγε με δάκρυα στα μάτια.

       Διήγηση ευλαβούς εγγάμου Ιερέως που σπουδάζει στην Θεσσαλονίκη. «Προ καιρού ήρθε ένας νέος και μου είπε: «Πάτερ, εγώ χθές έπρεπε να είχα πεθάνει, αλλά ο Θεός με έσωσε. Καθώς έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα χτύπησα με την μοτοσυκλέττα μου επάνω σε ένα αυτοκίνητο και πετάχθηκα μακρυά. Τήν στιγμη εκείνη είδα έναν παππούλη να με πιάνη γερά από το δεξί χέρι και έτσι δεν έπαθα τίποτε».

»Εγώ (ο ιερεύς) του έδειξα μερικές εικόνες Αγίων και φωτογραφίες συγχρόνων Γερόντων. Μόλις είδε τον γέροντα Παίσιο, φώναξε συγκινημένος: «Αυτός ήταν».
»Ύστερα από λίγες ημέρες ξαναήρθε και μου ανέφερε ότι εκ των υστέρων ανεκάλυψε στο τσεπάκι του μπουφάν του, στον δεξιό βραχίονα (ακριβώς εκεί που τον έπιασε ο Γέροντας), δύο μικρές εικονίτσες, μια του Χριστού και μια του γέροντος Παϊσίου που τις είχε βάλει η μητέρα του κρυφά».

Πνευματικές νεκραναστάσεις
 
      Τα περισσότερα αλλά και μεγαλύτερα θαύματα του Γέροντα είναι τα ηθικά θαύματα. Πολλοί άνθρωποι αδιάφοροι θρησκευτικά, άθεοι εκ πεποιθήσεως, χωρίς ηθικούς φραγμούς, είτε μετά από κάποια μεταθανάτια εμφάνισή του, είτε συχνότερα από την ανάγνωση κάποιου βιβλίου του αναστήθηκαν πνευματικά, εισήλθαν με ζήλο στην Εκκλησία και κάποιοι και στο μοναχικό στάδιο.
Νέος ζούσε στην άγνοια και στην αμαρτία. Όχι τυχαία έπεσαν στα χέρια του οι Επιστολές του Γέροντα, και κυριολεκτικά συγκλονίστηκε. Άλλαξε η ζωή του και επιθυμεί τον μοναχικό βίο.

«Εγώ πριν έξι χρόνια», ομολογεί ένας νέος από τους πολλούς, «ήμουν αναρχικός. Φορούσα σκουλαρίκια και έπαιρνα ναρκωτικά. Κάποιος από την παρέα μου είχε ένα βιβλίο του π. Παϊσίου και μου το έδωσε. Από περιέργεια το ξεφύλλισα, μου κίνησε το ενδιαφέρον και το τελείωσα μέσα σε μια νύχτα. Από τότε άλλαξε η ζωή μου».
Το κασκόλ του εξαφανίζει όγκο
 
Μαρτυρία Φιλίτσας. . . από τον Βόλο:
«Βρέθηκα στην δύσκολη θέση να μην μπορώ να βοηθήσω και να ηρεμήσω, την απελπισμένη αδερφή μου, μετά από την ένδειξη όγκου στην μαστογραφία που έκανε.
»Μέ σεβασμό ζήτησα από αγαπητή μου φίλη την πολύτιμη κληρονομιά της, το κασκόλ του σεβαστού γέροντος Παϊσίου. Κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου, με χέρια τρεμάμενα, με έντονο χτυποκάρδι, έτρεξα και το εναπόθεσα στην αγκαλιά της πασχούσης. Εκείνη με δάκρυα στα μάτια πήγε στο εικόνισμα και προσευχήθηκε. Της ευχήθηκα περαστικά, και το επέστρεψα αμέσως στην φίλη μου.
»Μετά από 45 μέρες η άρρωστη επανέλαβε την μαστογραφία. Το θαύμα είχε γίνει. Η μαστογραφία ήταν πεντακάθαρη. Ο όγκος είχε εξαφανιστή. Μεγάλη η χάρι του γέροντος Παϊσίου».
Θεραπεία δαιμονισμένης
 
    Ένα πρωινό του Δεκεμβρίου του έτους 1996 στην έκθεση της Μονής στην Σουρωτή βρίσκονταν εκεί η υπεύθυνη αδελφή, ένα ανδρόγυνο με το μικρό τους κοριτσάκι και τον πατέρα τους, δύο μεσόκοπες γυναίκες και ένας νεαρός άνδρας. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή κραυγή. Μιά από τις μεσόκοπες γυναίκες, αρκετά εύσωμη, σωριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να χτυπιέται και να ωρύεται άγρια. Κουνούσε το κεφάλι γρήγορα πέρα-δώθε. Το θέαμα ήταν πολύ άσχημο. Η γυναίκα με το παιδάκι βγήκαν έξω, ενώ οι άλλοι πλησίασαν να την βοηθήσουν. Η γυναίκα μούγκριζε, αγκομαχούσε και έλεγε με μια άγρια, απειλητική, ανδρική φωνή: «Θα σάς κανονίσω ρε εγώ που δεν πιστεύετε, θα σάς δείξω εγώ. . . να, τώρα ακόμα λίγο και θα σάς βάλω όλους στο χέρι με το 666. . . θα με προσκυνάτε όλοι. . . χαμένοι, ηλίθιοι. . . » και άλλες βρισιές.

Έπειτα άρχισε να τσιρίζη και έδειχνε φοβισμένη. «Παίσιε, με καίς, με καίς, θέλεις να με στείλης πίσω στα τάρταρα. . . Και αυτή η χαμένη όλο σε μοναστήρια με φέρνει. . . τι την βοηθάς; Με καίς, με καίς», και στρίγγλιζε δυνατώτερα. Χτυπιόταν τόσο δυνατά, που υπήρχε φόβος να σπάση το κεφάλι της. Ήταν φανερό ότι την πείραζε ο δαίμονας.

«Α. . . αααά, φώναζε πάλι. . . Να, ήρθε και η Μαρία τώρα. . . με καίς Παίσιε», είπε με μια δυνατή φωνή και έμεινε ακίνητη σαν να λιποθύμησε.
Πλησίασαν διστακτικά οι παριστάμενοι για να την βοηθήσουν, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν να την σκεπάζουν με τα ρούχα της. Αφού την τακτοποίησαν, την σήκωσαν από το πάτωμα. Είχε ανοίξει τα μάτια της και έκλαιγε ήρεμα και βουβά. Μιά ευχαριστία ξεχύθηκε από τα βάθη της καρδιάς της.
«Σ ευχαριστώ, Γέροντα. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου», έλεγε και ξανάλεγε με πολλή ευγνωμοσύνη. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά σε μια εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και αναλύθηκε σε δυνατούς λυγμούς: «Θεέ μου. . . Θεέ μου. Πως με καταδέχθηκες την ανάξια. . . Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, σε ευχαριστώ, Γέροντα. . . Δεν άξιζα, Θεέ μου, τέτοια βοήθεια».

Η όλη σκηνή ήταν πολύ συγκινητική. Ύστερα χαιρέτησαν με ευγνωμοσύνη την αδελφή και έφυγαν.
Η γυναίκα αυτή είχε δαιμόνιο. Φεύγοντας ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ είδε στον ύπνο της τον γέροντα Παίσιο που της είπε: «Έλα στον τάφο μου και θα σε κάνω καλά». Ήρθε στο Μοναστήρι, ρώτησε που είναι ο τάφος του Γέροντα, προσκύνησε τον τάφο και ύστερα ήρθαν στην έκθεση, όπου συνέβησαν τα παραπάνω.
Παρέχει ανάβλεψη
 
    Μαρτυρία Ρωσσίδος, κυρίας Λαρίσας Νικολάεβνα Μάσλοβα, ιατρού, από την Μόσχα: «Έπαθα δυστύχημα με αποτέλεσμα το αριστερό μου μάτι να χάση τελείως το φως του. Με έφεραν στο πρώτο Γενικό Νοσοκομείο της Μόσχας. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι, γι αυτό με έβαλαν στον διάδρομο. Τη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έκανα προσευχή και στενοχωριόμουν πολύ. Προς το πρωί, ενώ ήμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ήρθε ο μπάτουσκα Παίσιος, τον είδα μπροστά μου ολοφάνερα και τον αναγνώρισα, γιατί είχα διαβάσει ένα βιβλίο σχετικό με την ζωή του. Μού σκέπασε το κεφάλι με μια πετσετούλα και εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή κατάλαβα ότι βλέπει το τυφλό μάτι μου. Οι γιατροί δεν χρειάσθηκε να κάνουν τίποτε. Νοσηλεύτηκα στην παραπάνω κλινική από 4 μέχρι 11 Φεβρουαρίου του έτους 2002. Ο αριθμός του ιστορικού της ασθενείας μου είναι 31171.
»Ευχαριστώ τον Θεό για το έλεός Του σε μένα και τον μπάτουσκα Παίσιο για την βοήθειά του».
g paisios epitumbio


1 Ανάδοχός του ήταν η Αναστασία, σύζυγος του Προδρόμου Κορτσινόγλου, του ψάλτη του οσίου Αρσενίου. 

2 Ο βίος του αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου γράφτηκε από τον γέροντα Παίσιο. Έργα του ιδίου είναι και: «Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης», «Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα» και «Επιστολές». Η σειρά «Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι», που εκδίδει η Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Σουρωτής, περιέχει την διδασκαλία του Γέροντα.

konstantinos 1

ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ Μ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

     Όλοι οι ειδικοί δέχονται ότι ο Μ. Κωνσταντίνος κατόρ­θωσε να μεταμορφώσει και να ανανεώσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία με δύο τολμηρότατες ενέργειές του, οι οποίες ανθρώ­πινα δύσκολα θα μπορούσαν να αναληφθούν, χωρίς την άνωθεν κλήση και συμμαχία, διότι θρησκευτικά και πολιτιστικά θα εθεωρούντο ουτοπικές και επικίνδυνες.

Εν πρώτοις στον πρώην σκληρά διωκόμενο Χριστιανισμό από το ρωμαϊκό κρά­τος έδωσε κατ’ αρχήν με το Διάταγμα των Μεδιολάνων θρη­σκευτική ελευθερία, την οποία αυτός μόνον εστερείτο, στη συνέχεια δε τον εννόησε προνομιακά με λήψη καταλλήλων μέτρων, ώστε, μολονότι θεσμικά δεν τον κατέστησε επίσημα θρησκεία του κράτους, ουσιαστικά αυτό είχε επιβάλει.

Επρόκειτο για μία ιστορική νίκη του Χριστιανισμού επί των διωκτών του. Όπως ψάλλει, η Εκκλησία, πρώτος ο Κωνσταντίνος υπέταξε την αλουργίδα, την βασιλεία, εκουσίως στον Παμβασιλέα Χριστό, έγινε ο πρώτιστος των Χριστιανών βασιλέων'6, εθεμελίωσε και ίδρυσε την πρώτη χριστιανική αυτοκρατορία, το πρώτο χριστιανικό κράτος, με θετικώτατες συνέπειες για την διάδοση και ενίσχυση της χριστιανικής πίστεως, ιδιαίτερα για την εκχριστιάνιση της Ευρώπης.

Ορθότατα παρατηρεί ο ε­θνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος ότι «μετά τους άμεσους μαθητάς του Σωτήρος ουδείς έπραξε πλειότερα προς διάσωσιν και παγίωσιν της ιεράς ημών πίστεως»7. Γι’ αυτό και δεν εδίστασε η Εκκλησία, παρά τις όποιες αδυναμίες και αμαρτίες του, να τον ανακηρύξει άγιο και ισαπόστολο.

   Η δεύτερη ενέργειά του ωφέλησε απροσμέτρητα τον Ελ­ληνισμό, ο οποίος βέβαια με την εμφάνιση τού Χριστιανισμού είχε ήδη ωφεληθή, όχι μόνον διότι η ελληνική γλώσσα έγινε το όργανο της διαδόσεως τού Ευαγγελίου σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και διότι οι Έλληνες φάνηκαν δεκτικώτεροι των Εβραίων στο να ασπασθούν την νέα πίστη.

Γι’ αυτό και αρχικά ο Χριστιανισμός διαδόθηκε και εμπεδόθηκε στα ελληνικά παράλια της Μεσογείου. Η ελληνική Μικρασία με τις γνωστές ελληνικές πόλεις της, και η κυρίως Ελλάδα, και βεβαίως η ελληνιστική Αίγυπτος και η Παλαιστίνη δημιούργησαν τα πρώτα μεγάλα κέντρα τού Χριστιανισμού.

Έχει δίκαιο ο με­γάλος Έλληνας διανοητής και πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος ισχυριζόμενος ότι ο Χριστιανισμός διέσωσε τον Ελληνισμό διότι ο τελευταίος κουρασμένος και γηρασμένος προσελήφθη κατά τα υγιή του στοιχεία, από τον νέο έφηβο της ιστορίας, τον Χριστιανισμό, και συνέχισε ακμαίος και ανανεωμένος την πορεία του8, ώστε τώρα ο Κωνσταντίνος βλέποντας τον δυναμισμό και την ζωντάνια της ελληνικής Ανατολής, η οποία ήδη είχε ταχθή υπέρ τού Χριστιανισμού, να αποφασίσει να μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από την λατινική Δύση στην ελληνική Ανατολή, καθιστώντας τον Ελληνισμό γεωγραφικά και πολιτιστικά φορέα της μο­ναδικής σε πολιτιστική παραγωγή και χρονική διάρκεια Ρω­μιοσύνης τού Βυζαντίου.

Η ελληνική αυτοκρατορία τού Μ. Αλεξάνδρου συνεχίζεται στην ελληνοχριστιανική αυτοκρατορία τού Μ. Κωνσταντίνου, την οποία κατά Θεία Πρόνοια προετοίμασε.

Από: «Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου»

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

 

konstantinos 99

 «ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ»

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδος, στις 20/5/2008.

 

   Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, λαέ και άρχοντες του τόπου αυτού· λαέ που υπάρχεις για να κυριαρχείς και να άρχεις των παθών σου· άρχοντες που υπάρχετε για να άρχετε και του λαού και των παθών σας.

Πριν από τέσσερις-πέντε αιώνες πριν το Χριστό, ο δικός μας μεγάλος φιλόσοφος Πλάτωνας είχε πει μια ιδέα, γράφοντας τα δικά του πλατωνικά ιδεολογήματα στην ιδεατή πολιτεία του. Σκέφθηκε πως θα ήταν πολύ καλό - θα ήθελε πάρα πολύ - οι άνθρωποι ενός τόπου να είναι φιλόσοφοι. Θα ήταν καλύτερη, σίγουρα, η διοίκηση. Τέσσερις αιώνες μετά το Χριστό, ο Πλάτωνας διαψεύστηκε και ξεπεράστηκε. Ένας αυτοκράτορας δεν έγινε φιλόσοφος, έγινε άγιος.

Γιορτάζοντας σήμερα τη μνήμη του Αγίου Κωνσταντίνου μπορούμε να δούμε αυτή την προοπτική και να κάνουμε τη σύγκριση, με το πώς και γιατί ένας αυτοκράτορας έγινε άγιος, ποιες ήταν οι διεργασίες οι οποίες έγιναν πάνω του και, ακόμη περισσότερο, χρησιμοποιώντας το λόγο του και τα δικά του λεγόμενα, ποιο ήταν -να το πω με τη μοντέρνα λέξη- το δικό του πολιτικό μανιφέστο. Ας το αναφέρω σήμερα, για να καταλάβουμε όσο μπορούμε πιο ενδελεχώς ποια διεργασία συντελέστηκε πάνω του για να γίνει άγιος.

Το βασικό του αξίωμα μέσα από αυτό -όπως το είπα- το πολιτικό του μανιφέστο είναι το εξής· το λέει ο ίδιος: ποιος μπορεί να πετύχει το καλό αν δεν γνωρίζει την αιτία των καλών που είναι ο Θεός; Είναι πραγματικά συγκλονιστικό το ερώτημα. Πώς θα κάνεις καλό για το λαό σου αν δεν ξέρεις την αιτία του καλού και φυσικά καίρια θέση σ’ αυτό το δικό του μανιφέστο κατέχει η έννοια της ενότητας, έννοια που όλοι οι άρχοντες τη θέλουν και την επιθυμούν. Ποιο είναι το μοντέλο του Αγίου Κωνσταντίνου για την ενότητα; Λέει εκείνος «η ενότητα της Εκκλησίας είναι προϋπόθεση ευημερίας του κράτους». Αυτό είναι συγκλονιστικό, γιατί ένας φορέας ενότητας μόνο υπάρχει· είναι ο τριαδολογικός φορέας ενότητας που βιώνεται μέσα στην Εκκλησία, μέσα από το γεγονός του ένα και του τρία της Αγίας Τριάδας, όπου υπάρχει περιχώρηση, αγάπη και ταπείνωση. Χωρίς λοιπόν Εκκλησία και χωρίς ενότητα της Εκκλησίας, κράτος που έχει ενότητα δεν μπορεί να υπάρχει.

Κι αυτό το μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου αγγίζει τον πολιτικό τον λόγο. «Δεν είναι ούτε πρέπον ούτε θεμιτό να φιλονικείτε για μικρά και ασήμαντα πράγματα, ενώ έχετε την ευθύνη της καθοδήγησης του λαού, με συνέπεια να διχογνωμούν τόσοι άνθρωποι». Πολιτικός λόγος λοιπόν δε σημαίνει φιλονικία για τα ασήμαντα. Και ταυτόχρονα, αναφερόμενος στις προϋποθέσεις και το ήθος του λόγου, ξεπερνάει αυτό που λέμε εμείς σήμερα «ξύλινο» πολιτικό λόγο. Τέτοιες συζητήσεις προκαλούνται από την ανώφελη φλυαρία της αργίας. «Υπάρχει ο κίνδυνος ο λαός να περιέλθει σε κατάσταση βλασφημίας ή σχίσματος αν ο λόγος είναι περιττός» και όπως το λέμε εμείς σήμερα «ξύλινος». Και μπαίνει στην προοπτική και την ουσία της ποιότητας της διοικήσεως. Αναιρεί τη δικτατορική συμπεριφορά και ακόμη, όπως θα τη λέγαμε εμείς, τη δικτατορική «δημοκρατία». Λέει «διαφωνώ με την αλαζονική δύναμη, με την υβριστική συμπεριφορά των υπερηφάνων, με αυτούς που έχουν έπαρση, ανταποδίδω όμως τα δέοντα στους αγαθούς, στους ανεξίκακους, στους ταπεινούς». Και κάνει ένα άγγιγμα, θα τολμούσα να πω, στο ανύπαρκτο της πολιτικής ζωής -προσέξτε, στο ανύπαρκτο. «Ο καθένας από εσάς να συγχωρεί τον άλλο». Πόσο σπουδαίο θα ήταν μες στο χώρο του λόγου του πολιτικού και της πολιτικής διεργασίας να υπήρχε η λέξη συγχώρεση. Άγγιγμα λοιπόν στο ανύπαρκτο, κατά τα δεδομένα που βλέπουμε μπροστά μας.

Και ταυτόχρονα ανατρέπει τις προοπτικές και την πίστη των πολιτικών. Υπό ποια έννοια; Οι πολιτικοί πάντοτε πιστεύουν στο αύριο, εκείνος, ο Κωνσταντίνος ο Άγιος, πιστεύει στο Θεό. Γι’ αυτό τονίζει και λέει «περί της πίστεως σπουδάζομεν». Και πάλι επανέρχεται στην ενότητα. «Προσπαθώ να ενώσω την προς τα θεία διάθεση όλων των εθνών». Το εργαλείο μέσα από το οποίο θα επιτύχει την ενότητα των εθνών των οποίων άρχει -και είναι αυτοκράτορας πρώτα των παθών του και έπειτα του λαού- είναι ακριβώς το στοιχείο αυτό: η ενότητα μέσα στη θεία διάθεση. Ο άνθρωπος του πολιτικού μάρκετινγκ -θα λέγαμε- ή ο άνθρωπος του μυστικού οφθαλμού; Μια αναμέτρηση την οποία προβάλλει ο μέγας Κωνσταντίνος και άγιος. «Επιδιώκω να πραγματοποιήσω τη διοίκηση αυτού του τόπου με τον απόρρητο οφθαλμό της διανοίας», λέει. Ένα πολύ σπουδαίο στοιχείο. Όχι με πολιτικά διαγράμματα, όχι με πολιτικές ιδεολογίες, όχι με τη θεωρία των πολιτικών συστημάτων, αλλά με αυτή τη χάρη που του έδωσε ο Θεός μέσα του -σε κάθε άνθρωπο την έδωσε- για να λειτουργεί τα του Θεού. Αυτός ο μυστικός οφθαλμός.

Και θέτει μπροστά του και την έννοια της ενότητας· ποια είναι η προϋπόθεση της ενότητας. «Επανέλθετε λοιπόν προς τη μεταξύ σας φιλία και χάρη, αγκαλιάστε όλο το λαό και γνωριστείτε μεταξύ σας, αφού προηγουμένως καθαρίσετε την ψυχή σας». Βλέπετε; Η προϋπόθεση της ενότητας στο χώρο της οποιασδήποτε κοινωνικής ή πολιτικής διεργασίας είναι η κάθαρση των ψυχών - κι αυτό το γεγονός [είναι] τελείως απρόσιτο στα σημερινά δεδομένα. Κι αναφέρεται ο Άγιος Κωνσταντίνος στα κλειδιά του διαλόγου· τόσο απαραίτητος ο διάλογος σε τόπους δημοκρατικής διεργασίας. «Ας ζητήσει συγχώρεση όποιος κάνει βιαστικές ερωτήσεις ή δίνει βιαστικές απαντήσεις». Αλήθεια, πόσο σπουδαίο θα ήταν αυτό το στοιχείο για το χώρο και την έκφραση του σημερινού πολιτικού διαλόγου. Κι αγγίζει το μεγάλο· το πώς ένας άρχοντας αγγίζει το πρόσωπο του λαού. Την εποχή εκείνη υπήρχε η έννοια της χαράξεως του προσώπου, αν κάποιος καταδικαζόταν για κάποιο μεγάλο έγκλημα, ήταν εγγεγραμμένος, ήταν χαραγμένος. Όλοι καταλάβαιναν ότι αυτός ήταν καταδικασμένος, είχε το ποινικό του μητρώο αποτυπωμένο πάνω στο μέτωπό του. Με ένα νόμο του ο Μέγας Κωνσταντίνος απαγορεύει την παραμόρφωση του προσώπου των καταδίκων. Γιατί, όπως λέει εκείνος, το πρόσωπο του ανθρώπου δε στιγματίζεται ποτέ, αφού είναι εικόνα του ουρανίου κάλλους.

Όταν κινείται σε χώρους, διεργασίες κοινωνικές και στέλνει εκπροσώπους, ειδικά στα θέματα τα εκκλησιαστικά, συνηθίζει να στέλνει εκπρόσωπό του όχι οποιονδήποτε πολιτικό που έχει καριέρα, αλλά έναν άγιο, τον Όσιο -έτσι λεγόταν, το όνομά του ήταν Όσιος· Όσιος, επίσκοπος Κορδούης- της σημερινής Κόρδοβα της Ισπανίας. Ένας άγιος, ο οποίος αναγνωρίστηκε αργότερα άγιος, ο Όσιος Κορδούης, εκπροσωπεί αυτόν. Γι΄ αυτό λοιπόν, για τον κατευνασμό των παθών δεν χρησιμοποιεί πολιτικά πρόσωπα, αλλά πρόσωπα πνευματικά και αγίους. Και έρχεται, με τις κινήσεις που κάνει, η συντριβή της εννοίας της μονοκρατορίας. Η Ρώμη ολόκληρη ήταν μονοκρατορική. Ποτέ η Ρώμη -για πεντακόσια και χρόνια- δεν συγκάλεσε μια ευρύτερη σύνοδο που ξεπερνούσε τη μονοκρατορία. Όταν εκείνος συγκαλεί την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, υπόσχεται να είναι θεατής και ακροατής, όχι κυρίαρχος. Συντρίβει έτσι αυτό το μοντέλο που έχει την έννοια της μονοκρατορίας της Ρώμης. Καταργεί τη μονοκρατορία και ο δικός μας ιστορικός, ο Παπαρρηγόπουλος, τονίζει «η Ρώμη ουδέποτε συνεκάλεσε κοινή, πόλεων και εθνών, Σύνοδον». Και σ΄ αυτή τη Σύνοδο καλεί επισκόπους που δεν ανήκουν στο ρωμαϊκό κράτος· δέχεται την Εκκλησία που εκφράζει την οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, όχι το κράτος. Έτσι λειτουργεί μια αγαπητική παγκοσμιότητα, μέσα από το χώρο των ενωτικών δεσμών, των πνευματικών, που λειτουργεί η Εκκλησία. Και έρχεται ενάντιος στη σημερινή κερδοσκοπική παγκοσμιότητα· σήμερα το κέρδος είναι το στοιχείο της παγκοσμιότητας.

Καταργεί τους τύπους. Όταν εισέρχεται ως αυτοκράτορας στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, εισέρχεται χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς τιμητικές υποδοχές, χωρίς συνοδεία οπλιτών. Κάθισε στο ορισμένο κάθισμα, όταν του εδόθη και άδεια μάλιστα του εδόθη από τον πρόεδρο της Συνόδου. Κάνει έκκληση στο λαό του «χαρίστε μου λοιπόν ήσυχες μέρες και γαλήνιες νύχτες, ώστε στο εξής να μπορώ και εγώ να απολαύσω την ευχαρίστηση του καθαρού φωτός και την ευφροσύνη μιας ήσυχης ζωής».

Το πολιτικό του αύριο. Είναι σύνηθες το πολιτικό αύριο στους πολιτικούς και είναι συνηθισμένες οι προγραμματικές δηλώσεις. Είναι κάτι συγκλονιστικό. «Θα σταματήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωράει μπροστά μου και αυτός είναι ο Χριστός». Η ζωή του τελειώνει με μια προσευχή. Λέει στο Χριστό «σε παρακαλώ να είσαι πράος και ευμενής προς τους λαούς σου. Σε σένα αφιέρωσα την ψυχή μου μ’ άγιο έρωτα κι αγνό και σεβασμό. Επιθυμώ να ειρηνεύσει ο λαός σου [προσέξτε: ο λαός σου, όχι ο λαός μου] και να είναι αδιατάρακτος προς χάριν της κοινής ωφελείας όλων των ανθρώπων. Και αν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχιστεί η επίγεια ζωή μου και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στο Θεό».

Ο άγιος Κωνσταντίνος. Ο Μέγας Κωνσταντίνος. Το πολιτικό του -όπως είπα- μανιφέστο. Μια άλλη προοπτική στο χώρο της πολιτικής. Είναι μήπως η μοναδική προοπτική, η προοπτική της οποιασδήποτε πολιτικής διεργασίας στα μεγάλα σχήματα των κρατικών μεγεθών αλλά και στα μικρά σχήματα των ομάδων που διοικούμε και κυβερνούμε; Από ό,τι γνωρίζω, ο χώρος της πολιτικής δεν έχει προστάτη άγιο. Μήπως ήρθε η ώρα να αποκτήσει; Μήπως εκείνος είναι εκείνος που μπορεί μέσα από αυτά τα διδάγματα που τα έκανε βιώματα της ζωής του να λειτουργήσει την προστασία του παλινδρομούντος πολιτικού λόγου;

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΟΓΑ & ΣΕ ΗΧΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ mp3

konstantinos 88

Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ

Η «καλλίπαις» μητέρα

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

     Μετά την διευκρίνηση των περί της κοινής τιμής και μνή­μης των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ας δούμε τώρα τα βασικά στοιχεία της προσφοράς της Αγίας Ελένης που την καταξίωσαν στην συνείδηση της Εκκλησίας, ώστε να τιμάται ως αγία και ισαπόστολος.

Μελετώντας κανείς τα κείμενα των ιστορικών πηγών αλλά και την υμνογραφία της Εκκλησίας διαπιστώνει ότι το πρώτο στοιχείο που προβάλλει την αξία της Αγίας Ελένης είναι η γέννηση τέτοιου βλαστήματος, η προσφορά στην Εκκλησία και στον κόσμο του όντως Μεγά­λου Κωνσταντίνου. Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να ασχοληθούμε με την αξιολόγηση τού έργου του Μ. Κωνσταντίνου ούτε να λάβουμε μέρος στον επιστημονικό διάλογο της πλούσιας για το πρόσωπο και το έργο του βιβλιογραφίας, η οποία στην συν­τριπτική της πλειοψηφία συμφωνεί εις το ότι με την διορατική πολιτική του ικανότητα και την στρατηγική του μεγαλοφυΐα άλλαξε τον ρού της παγκόσμιας ιστορίας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της κραταιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την λατινική Δύση, που δεν είχε πια προοπτική, στην ελληνι­κή Ανατολή, και καθιστώντας το μικρό αλλά φυσικά οχυρό ελληνικό Βυζάντιο πρωτεύουσα της μοναδικής σε χρονική διάρκεια και πολιτιστική καρποφορία «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, με ενοποιά στοιχεία την χριστιανική πίστη, της οποίας τον δυναμισμό με θεία επίνευση και κατά θεία πρόνοια αντελήφθη και ενεκολπώθη, την ρωμαϊκή διοίκηση και την ελλη­νική γλώσσα.

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία τού Μ. Κωνσταντί­νου ουσιαστικά αποτελεί συνέχεια της ελληνικής αυτοκρα­τορίας τού Μ. Αλεξάνδρου, που και αυτή προετοίμασε με τον ελληνικό πολιτισμό την απαραίτητη πολιτιστική και πνευμα­τική ενότητα για την διάδοση τού Ευαγγελίου, τού λόγου τού Σταυρού, ο οποίος αποκτά στο πρόσωπο τού Κωνσταντίνου ανέλπιστο προστάτη και υπερασπιστή, μετά τους σκληρούς εναντίον των Χριστιανών διωγμούς των προκατόχων του. Η αναγνώριση τού διωκομένου πριν Χριστιανισμού ως επίση­μης θρησκείας και η προνομιακή θέση της Εκκλησίας στην νέα χριστιανική πολιτεία δεν εξηγούνται με βάση ανθρώπινα κριτήρια και ιστορικοπολιτικές εκτιμήσεις, που ήσαν όλα εις βάρος των Χριστιανών, με εξαίρεση την φοβερή εντύπωση που προκάλεσε η αντοχή τους στους διωγμούς και το πλή­θος των μαρτύρων.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην επιστημονική έρευ­να συζητήθηκε ευρέως το πρόβλημα της προσχωρήσεως τού Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα μάλιστα το αν αυτή προήλθε από εσωτερική θρησκευτική πίστη ή οφειλό­ταν σε καθαρά πολιτικούς υπολογισμούς. Οι παλαιοί ιστορι­κοί Λακτάντιος και Ευσέβιος συνδέουν, ως γνωστόν, την στροφή του αυτοκράτορος στο Χριστιανισμό με το θαυμαστό όραμα τού σημείου του Σταυρού και την επιγραφή Εν τούτω νίκα που προηγήθηκε της νίκης εναντίον τού Μαξεντίου. Έκτοτε επήλθε μία εσωτερική μεταβολή στον εσωτερικό κό­σμο τού Κωνσταντίνου και σταθερή στροφή προς τον Χρι­στιανισμό, η οποία ενισχύθηκε ασφαλώς, κατά το ανθρώπινο, και από τα ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα, η εκτίμηση των οποίων όμως χωρίς την προηγηθείσα εσωτερική αλλαγή δεν είναι βέβαιο αν θα γινόταν κατά τον ίδιο τρόπο.

Εν πάση περιπτώσει για την συνείδηση της Εκκλησίας και την πλειονότητα των ιστορικών η στροφή τού Κωνσταν­τίνου προς τον Χριστιανισμό οφείλεται σε θεϊκή επέμβαση, ήταν θεϊκή κλήση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση τού αποστόλου Παύλου. Εκείνος εκλήθη ως απόστολος για την διάδοση τού Ευαγγελίου εις τα έθνη, ο Κωνσταντίνος εκλήθη τώρα να συναγάγη τα έθνη σε μία νέα χριστιανική πολιτεία ως ισαπόστολος και εν βασιλεύσιν απόστολος, όπως άριστα εκφράζει το απολυτίκιον της εορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. «Τον Σταύρον σου τον τύ­πον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος ο εν βασιλεύσιν απόστολός σου Κύριε».

Στην πορεία αυτή και αλλαγή του Κωνσταντίνου που και πως τοποθετείται η Αγία Ελένη; Έχει κάποιο μερίδιο συμ­μετοχής και θετικής επιδράσεως; Ήταν μήπως η ίδια Χριστιανή και με την δική της χριστιανική παρουσία και πίστη επηρέασε και έστρεψε και τον υιό της προς τον Χριστιανι­σμό, όπως γράφουν λαϊκοί βίοι για την Αγία Ελένη και άλλα δημοσιεύματα, που κυκλοφορούν εσχάτως; Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με ασφάλεια ούτε από τις ιστορικές πηγές, ούτε από τα αγιολογικά κείμενα, αλλά ούτε και από την υμνογραφία, εκτός μιας εξαιρέσεως στην οποία προφανώς στη­ρίζεται αυτή η παράδοση.

Αυτά που γνωρίζομε για την Αγία Ελένη, εκτός των περί της συμμετοχής της στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού είναι, όπως ελέχθη, ελάχιστα.

Ελληνίδα στην καταγωγή, όπως φαί­νεται και από το όνομά της, γεννήθηκε το 247 στην ελληνική Βιθυνία, στην πόλη Δρέπανο, με τις ακμάζουσες από την εποχή τού Μ. Αλεξάνδρου πόλεις Νικομήδεια και Νίκαια. Ήταν ταπεινής κατά κόσμον καταγωγής. Ο πατέρας της διατηρούσε στο Δρέπανο ξενοδοχείο, εκεί δε την εγνώρισε ο Κωνστάντιος Χλωρός, αξιωματικός τού ρωμαϊκού στρατού και από­γονος οικογένειας ευγενών του Ιλλυρικού. η μητέρα του Κλαυδία ήταν θυγατέρα τού Κρίσπου, αδελφού του αυτοκράτορος Μάρκου Κλαυδίου τού Γοτθικού. Από τον γάμο του ευγενούς Ρωμαίου Κωνσταντίου Χλωρού και της λαϊκής προελεύσεως Ελληνίδος Ελένης γεννήθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος στην Ναϊσό, την σημερινή Νύσσα (Niss) της Σερβίας μεταξύ των ετών 272 και 275. Γρήγορα εξ αιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, ο γάμος του Κωνσταντίου και της Ελένης οδηγήθηκε σε διά­λυση το 293, γιατί κατ’ απαίτηση τού αυτοκράτορος Διοκλητιανού, προκειμένου να διορισθεί ο Κωνστάντιος καίσαρ της Δύσεως, έπρεπε να νυμφευθεί την ανεψιά τού Αυγούστου της Δύσεως Μαξιμιανού, Θεοδώρα. Η ασφαλώς επώδυνη και αναγκαστική αυτή χηρεία της μητέρας του ενίσχυσε την αγά­πη τού νεαρού Κωνσταντίνου προς αυτήν, συγχρόνως όμως τού άνοιξε τον δρόμο για την διεκδίκηση της κληρονομικής διαδοχής τού ρωμαϊκού θρόνου, που άρχισε κατ’ αρχήν με την ανακήρυξή του από τον στρατό σε Αύγουστο της Δύσεως μετά τον θάνατο τού πατέρα του το 306, και στην συνέχεια σε μονοκράτορα της μεγάλης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά τις διαδοχικές εντυπωσιακές νίκες του επί τού Μαξεντίου στην Δύση και τού Λικινίου στην Ανατολή, που αποδόθηκαν σε θεϊκή συμμαχία και ενθάρρυνση με την εμφάνιση τού σημείου τού Σταυρού και ενίσχυσαν αποφασιστικά την στροφή του προς τον Χριστιανισμό.

Από τον πατέρα του Κωνστάντιο φαίνεται πως κληρο­νόμησε ακόμη ο Κωνσταντίνος δύο σημαντικά στοιχεία, που προσδιόρισαν την κατοπινή πορεία του. Κάποια συμπάθεια αρχική προς τους σκληρά διωκομένους Χριστιανούς, που φά­νηκε στην περίπτωση τού πατρός του στην αποφυγή εφαρ­μογής στην Δύση των αποφάσεων του Διοκλητιανού που όρι­ζαν να διώκονται οι Χριστιανοί, όπως αυτό εφαρμόσθηκε πι­στά στην Ανατολή, σε επίπεδο δε θρησκευτικής πίστεως στην απόρριψη της χονδροειδούς ειδωλολατρίας και την υιοθέ­τηση τού συγκρητιστικού ενοθεϊσμού, που ασφαλώς ευκολότερα μπορούσε να οδηγήσει ή να προδιαθέσει ενοϊκά για την υιοθέτηση του χριστιανικού μονοθεϊσμού. Οι ευνοϊκές αυτές προϋποθέσεις της στροφής του προς τον Χριστιανισμό επισημαίνονται από τους ερευνητάς.

Για την οποιαδήποτε συμμετοχή της μητέρας του Ελένης στην πνευματική διεργασία τού ψυχικού κόσμου τού Μ. Κων­σταντίνου δεν έχομε από τις πηγές σοβαρές ενδείξεις. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αγία Ελένη δεν ήταν Χριστιανή4. Το συμπέρασμα μάλιστα αυτό δεν είναι αυθαίρετο αλλά στηρίζεται σε αξιοπρόσεκτη και σαφέστατη μαρτυρία τού Ευσεβίου, τού οποίου είναι γνωστοί οι προσω­πικοί δεσμοί με τον Μ. Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την οποία, ανάμεσα στα πολλά για τα οποία πρέπει κανείς να μακαρί­ζει τον Κωνσταντίνο είναι και η αφοσίωση προς την μητέρα του, την οποία κατέστησε ο ίδιος τόσο θεοσεβή, ενώ δεν ήταν προηγουμένως, ώστε να φαίνεται ότι είχε γίνει Χριστιανή από την παιδική ηλικία. «ον προς τοίς άπασι και της εις την γειναμένην οσίας μακαρίζειν άξιον, ούτω μεν αυτήν Θεοσεβή καταστήσαντα, ούκ ούσαν πρότερον, ως αυτώ δοκεί εκ πρώ­της τω κοινώ σωτήρι μεμαθητεύσαι».

Με βάση αυτήν την σαφέστατη και μοναδική μαρτυρία μπορούμε να συναγάγουμε ότι η Αγία Ελένη με το έντονο μητρικό της ενδιαφέρον συμμετείχε στις εσωτερικές πνευ­ματικές διεργασίες που επισυνέβαιναν στην ψυχή τού μοναχογιού της, και η δεκτική θρησκευτικών μηνυμάτων γυναι­κεία φύση της συγκλονίσθηκε ασφαλώς από τις διηγήσεις της θαυμαστής εμφανίσεως του σημείου του Τίμιου Σταυρού, στην ενίσχυση τού οποίου οφείλονταν οι νίκες και η επικράτηση του υιού της επί των άλλων διεκδικητών τού ρωμαϊκού θρόνου. Η ενθουσιώδης ανάληψη της προσπαθείας για την εύρεση του Τίμιου Σταυρού ασφαλώς συνδέεται με το αίσθημα ευγνωμοσύνης γι’ αυτήν την ενίσχυση. Ακολούθησε λοιπόν η Αγία Ελένη την προς τον Χριστιανισμό πορεία τού Μ. Κωνσταν­τίνου και ελκύσθηκε από τον υιό της προς αυτήν, χωρίς αυτό να μειώνει την θεοσέβεια και θρησκευτική της ευαισθησία, που εμφανίζεται έτσι όχι ως κληρονομημένο αγαθό, αλλά ως συνειδητή επιλογή του.

Απομένει στην ίδια η τιμή και η δόξα, γιατί ως μητέρα προσέφερε στους ανθρώπους τόσο μεγάλο αγαθό, τον Κων­σταντίνο, «τοσούτον αγαθόν τω των ανθρώπων διηκονήσατο βίω», εβλάστησε «υπερφυές και παράδοξο φυτό», προσελκυσθείσα δε η ίδια από τον μεγάλο Ισαπόστολο υιό της στην χριστιανική θεοσέβεια έγινε όχι απλώς θεοφιλούς βασιλέως θε­οφιλής μήτηρ6, αλλά με νεανικό ζήλο στην γεροντική της ηλι­κία επετέλεσε και η ίδια αποστολικό έργο με την εύρεση τού Τιμίου Σταυρού και την Ανάδειξη των ιερών προσκυνημάτων.

Υπάρχει βέβαια και αντίθετη ιστορική πληροφορία, στην οποία μάλλον στηρίζονται όσοι υποστηρίζουν ότι η Αγία Ελέ­νη συνετέλεσε, ως Χριστιανή, στην στροφή τού Μ. Κων­σταντίνου προς τον Χριστιανισμό, προερχόμενη από τον Θε­οδώρητο, ο οποίος στην εισαγωγή του σχετικού κεφαλαίου που αναφέρεται στην δραστηριότητα της Αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα, γράφει ότι το όλο σχέδιο και πρόγραμμα τού βασιλέως και τις επιστολές προς τον Μακάριο Ιεροσολύμων εκόμισεν «αυτή τού βασιλέως η μήτηρ, η καλλίπαις εκείνη, και παρά πάντων αδομένη των ευσεβών, η τον μέγαν τούτον φωστήρα τεκούσα και την της ευσεβείας αυτώ προσενεγκούσα τροφήν»7. Κατά τον Θεοδώρητο, που δεν διαθέτει βέβαια την αμεσότητα και εγγύτητα που έχει ο Ευσέβιος, η Αγία Ελέ­νη, η καλλίπαις, δεν εγέννησε μόνο, αλλά και ανέθρειμε χρι­στιανικά τον Μ. Κωνσταντίνο.

Πριν περάσουμε τώρα στην σύντομη παρουσίαση του καλά μαρτυρημένου και πολυσήμαντου έργου της στα Ιεροσόλυμα, ταιριάζει εδώ να επισημάνουμε ότι, αν η στροφή του Μ. Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό δεν προσδιορίσθηκε από την μητέρα του, γιατί φαίνεται πως η ίδια δεν ήταν αλλά έγινε Χριστιανή, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ενίσχυση τού Ελληνισμού, τον οποίο κατέστησε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες, μαζί με την ρωμαϊκή διοίκηση και την χριστιανική πίστη, της νέας πλέον και αλλαγμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η Ελένη ήταν και παρέμεινε Ελληνίδα, με­τέδωσε δε και στον υιό της Μ. Κωνσταντίνο, που φυλετικά ή­ταν κατά το ήμισυ Έλλην εκ μητρός, την αγάπη προς την ελλη­νική καταγωγή του και παράδοση. Ομιλούσε ο ίδιος ελληνικά8. Επί δώδεκα χρόνια ως μέλος της ακολουθίας τού Διοκλητιανού, που είχε ορίσει ως έδρα του στην Ανατολή την Νικομήδεια, την πρωτεύουσα της ελληνικής Βιθυνίας, της γενέ­τειρας της μητέρας του, έζησε σε ελληνικό χώρο και ελληνικό περιβάλλον και ενίσχυσε έτσι επίκτητα τις κληρονομικές από την μητέρα του ελληνικές καταβολές. Η απόφασή του να με­ταφέρει την πρωτεύουσα από την λατινική Δύση στην ελλη­νική Ανατολή, στο Βυζάντιο, δίπλα στην Βιθυνία, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, προσδιορίσθηκε βέβαια από γεω­πολιτικές και στρατηγικές εκτιμήσεις, σίγουρα όμως ενθαρρύνθηκε συναισθηματικά και ψυχολογικά από την οικειότητα που ένοιωθε προς τον ελληνικό χώρο τού τόπου καταγωγής της μητέρας του. Σε μικρό χρονικό διάστημα η εκχριστιανι­σμένη από τον ίδιο ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που αποτελεί κατά τους ιστορικούς την μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της ιστορίας, θα εξελληνισθεί τελείως. η Ρωμαία των Κωνσταντίνων, για να χρησιμοποιήσουμε την φράση τού Κωστή Παλαμά, ως ελληνική πλέον Ρωμανία, ως Ρωμιοσύνη, επέζησε και εμεγαλούργησε κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων. Η Ελληνίδα της Βιθυνίας Αγία Ελένη δια τού υιού της Μ. Κωνσταν­τίνου προσδιόρισε αποφασιστικά και αμετάκλητα την από τό­τε μέχρι σήμερα πορεία τού Ελληνισμού.

Από: «Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου»

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Tombeau de Ste. Polycarpe sue le Mt. Pagus

 

Η Εκκλησία του Θεού που παροικεί στη Σμύρνη, προς την Εκκλησία του Θεού που παροικεί στο Φιλομήλιο και προς όλες τις παροικίες της αγίας και καθολικής Εκκλησίας που βρίσκονται σε κάθε τόπο· εύχομαι το έλεος, η ειρήνη και η αγάπη του Θεού Πατρός και του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να πληθαίνουν ανάμεσά σας.

Προοίμιο

Ι. Σάς γράφουμε, αδελφοί, τα σχετικά με τους μάρτυρες και τον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος τερμάτισε τον διωγμό, ωσάν με το μαρτύριό του να τον σφράγισε. Όλα σχεδόν όσα συνέβησαν, καταδεικνύει από επάνω ο Κύριος σε εμάς το μαρτύριο που είναι σύμφωνο με το Ευαγγέλιο. Διότι περίμενε ο Πολύκαρπος να παραδοθεί, όπως είχε κάνει κι ο Κύριος, για να τον μιμηθούμε κι εμείς, ώστε να μη φροντίζουμε μόνον ό,τι ενδιαφέρει εμάς τους ίδιους, αλλά να φροντίζουμε και για την ωφέλεια των πλησίον μας. Διότι γνώρισμα της αυθεντικής και σταθερής αγάπης είναι να επιδιώκει κανείς όχι μόνον την επίτευξη της δικής του σωτηρίας, αλλά και όλων των αδελφών του.

Τα μαρτύρια των χριστιανών

ΙΙ. Είναι πράγματι μακάρια και γενναία όλα τα μαρτύρια που έγιναν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Γι' αυτό στον Θεό οφείλουμε να αναθέτουμε με περισσότερη ευλάβεια τη φροντίδα για όλα τα πράγματα της ζωής μας. Ποιος λοιπόν δεν θα έπρεπε να θαυμάσει τη γενναιότητα, την καρτερία και την αγάπη τους που είχαν για τον Κύριο; Με το μαστίγωμα καταξέσχιζαν το κορμί των μαρτύρων, μέχρι του σημείου να διακρίνεται η δομή της σάρκας, ως τις εσωτερικές φλέβες και αρτηρίες· εκείνοι όμως υπέμειναν θαρραλέα, ώστε οι παρευρισκόμενοι να αισθάνονται οίκτο και να ξεσπούν σε οδυρμό. Έφθασαν επίσης σε τέτοιο βαθμό γενναιότητας, ώστε κανένας από τους μάρτυρες να μη βγάλει άχνα και στεναγμό, φανερώνοντας σε όλους μας ότι την ώρα που βασανίζονταν οι μάρτυρες του Χριστού ήταν απόντες από τη σάρκα τους, η καλύτερα ότι ήταν εκεί παρών ο ίδιος ο Κύριος και ομιλούσε μαζί τους. Και καθώς ήταν προσηλωμένοι στη χάρη του Χριστού, περιφρονούσαν τα εγκόσμια βάσανα, εξαγοράζοντας εντός μιας ώρας την αιώνια κόλαση. Ακόμη και το καμίνι της φωτιάς, στο οποίο ρίχνονταν από τους απάνθρωπους βασανιστές, τους φαινόταν δροσερό. Γιατί ένα μέλημα είχαν μπροστά στα μάτια τους, το να ξεφύγουν το αιώνιο πυρ που δεν σβήνει ποτέ, και με τα μάτια της καρδιάς τους έβλεπαν υψηλά τα αγαθά, τα προοριζόμενα για όσους υπομείνουν, αγαθά που ούτε αυτί άκουσε, ούτε μάτι τα είδε, κι ούτε λογισμός του ανθρώπου τα 'βαλε. Αυτά τα αγαθά επιδεικνύονταν από τον Κύριο μόνο σε εκείνους, οι οποίοι δεν ήταν πλέον άνθρωποι, αλλά άγγελοι. Το ίδιο και όσοι καταδικάστηκαν στα θηρία υπέφεραν τρομερές τιμωρίες, καθώς τοποθετούνταν επάνω σε αγκαθωτά κολαστήρια όργανα και υφίσταντο ποικίλα άλλα είδη βασάνων, με σκοπό να τους εξαναγκάσει ο τύραννος να αρνηθούν την πίστη τους με την επίμονη τιμωρία, εάν βέβαια μπορέσει.

Η γενναιότητα των μαρτύρων

ΙΙΙ. Πολλά λοιπόν ο διάβολος μηχανευόταν εναντίον τους, αλλά δόξα τω Θεώ, διότι δεν τους κατέβαλε όλους. Διότι ο γενναιότατος Γερμανικός τους εμψύχωνε όταν έδειχναν δειλία με την υπομονή του, ο οποίος αντιμετώπισε με ανδρεία τα θηρία. Αν και ο ανθύπατος επιθυμούσε να τον μεταπείσει από τη γνώμη του, λέγοντάς του να λυπηθεί τη νεότητά του, αυτός προκάλεσε το θηρίο δυναμικά προς τον εαυτό του, θέλοντας να απαλλαγεί το ταχύτερο από την άδικη και παράνομη πολιτεία των ειδωλολατρών. Από τη στιγμή αυτή όλο το πλήθος, αφού θαύμασε τη γενναιότητα του θεοφιλούς και θεοσεβούς γένους των χριστιανών, φώναξε δυνατά:
– Έξω οι άθεοι. Να 'ρθεί εδώ ο Πολύκαρπος!

Η περίπτωση του Κόιντου

IV. Ένας όμως από τους χριστιανούς, ονομαζόμενος Κόιντος, ο οποίος πρόσφατα είχε έλθει από τη Φρυγία, μόλις είδε τα θηρία δείλιασε. Ενώ ο ίδιος ήταν εκείνος ο οποίος είχε πείσει και τον εαυτό του και μερικούς άλλους να προσέλθουν για να μαρτυρήσουν εκουσίως. Αυτόν έπεισε με επίμονες συστάσεις ο ανθύπατος να ορκιστεί και να θυσιάσει στα είδωλα. Γι' αυτό λοιπόν, αδελφοί, δεν επαινούμε εκείνους που πάνε να μαρτυρήσουν χωρίς να τους πιέσει κανείς, επειδή δεν διδάσκει έτσι το Ευαγγέλιο.

Ο επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος

V. Ο δε θαυμασιότατος Πολύκαρπος, μόλις άκουσε κατά πρώτον περί του επεισοδίου, δεν ταράχθηκε, αλλά ήθελε να μείνει μέσα στην πόλη. Οι πολλοί όμως τον έπεισαν να εξέλθει κρυφά. Και εξήλθε μυστικά σε μικρό αγρόκτημα, το οποίο δεν απείχε πολύ από την πόλη και διέμενε εκεί μαζί με λίγους συνοδούς. Νύκτα και ημέρα δεν έκαμε τίποτα άλλο, παρά προσευχόταν για όλους και για τις Εκκλησίες της οικουμένης, όπως συνήθιζε. Και ενώ προσευχόταν τρεις μέρες προτού συλληφθεί, περιήλθε σε οπτασία και είδε το προσκέφαλό του να καίγεται από πυρ. Και στραφείς είπε προς τους συνοδούς του:
– Πρόκειται να καώ ζωντανός.

VI. Και επειδή οι διώκτες επέμεναν στην αναζήτηση, μετέβη σε άλλο αγρόκτημα. Και αμέσως κατέφθασαν οι διώκτες του και, επειδή τον βρήκαν, συνέλαβαν δύο υπηρέτες, των οποίων ο ένας, έπειτα από βασανισμό, ομολόγησε. Ήταν άλλωστε αδύνατο να διαφύγει την προσοχή, εφ' όσον οι προδότες προέρχονταν από τους δικούς του. Και ο αστυνόμος, ο οποίος έτυχε να έχει το ίδιο όνομα λεγόμενος Ηρώδης, έσπευδε για να τον εισαγάγει στο στάδιο, έτσι ώστε εκείνος μεν να εκπληρώσει την αποστολή η οποία του ορίσθηκε, γινόμενος κοινωνός του Χριστού, οι δε προδώσαντες αυτόν να λάβουν την ίδια με τον Ιούδα τιμωρία.

VII. Αστυνομικοί λοιπόν και ιππείς, έχοντες μαζί τους τον υπηρέτη, εξήλθαν με τον συνήθη οπλισμό τους την Παρασκευή κατά την ώρα του δείπνου, σαν να έτρεχαν εναντίον ληστού (Μτ. 26,55). Όταν αργά το βράδυ εισέβαλαν, τον βρήκαν ξαπλωμένο σε ένα ανώγειο δωμάτιο. Αν και μπορούσε να απομακρυνθεί επίσης από εκεί σε άλλο τόπο, αλλά δεν θέλησε ειπών: «Ας γίνει το θέλημα του Θεού» (Πράξ. 21,14). Καθώς άκουσε λοιπόν ότι είχαν φθάσει, κατέβη στο ισόγειο και συζήτησε μαζί τους, ενώ όλοι οι παρόντες θαύμαζαν την ηλικία και το παράστημά του, και απορούσαν διατί υπήρχε τόση σπουδή να συλληφθεί τέτοιος γέρων. Παρήγγειλε λοιπόν αμέσως να τους παρατεθεί τράπεζα εκείνη την ώρα για να φάγουν και να πιούν όσο θέλουν, τους παρακάλεσε δε να του δώσουν καιρό να προσευχηθεί ανενόχλητα. Αφού δε του το επέτρεψαν, σταθείς προσευχήθηκε και ήταν τόσο γεμάτος θεία χάρη, ώστε επί δύο ώρες να μην μπορεί να σιωπήσει. Οι δε ακούσαντες εξεπλήσσοντο και πολλοί μετανοούσαν διότι είχαν έλθει εναντίον ενός τόσο θεοπρεπούς γέροντος.

VIII. Όταν δε κάποτε αφού τελείωσε την προσευχή του, αφού εμνημόνευσε όλους όσοι κάποτε είχαν έλθει σε επαφή μαζί του, μικρούς και μεγάλους, ενδόξους και αδόξους, και όλη την ανά την οικουμένη καθολική Εκκλησία, ήλθε η ώρα να εξέλθουν. Τοποθετήσαντες λοιπόν αυτόν επάνω σε όνο, τον έφεραν στην πόλη την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου. Τον προϋπάντησαν δε ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτης, οι οποίοι, αφού τον μετέφεραν στην άμαξα, κάθισαν δίπλα του και προσπαθούσαν να τον πείσουν λέγοντες:
– Τι κακό είναι να πεις «ο Καίσαρας είναι Κύριος», και να θυσιάσεις και να κάνεις τα ακόλουθα σ' αυτά και να σωθείς;
Αυτός δε αρχικώς μεν δεν αποκρινόταν σ' αυτούς, επειδή όμως επέμεναν, είπε:
– Δεν πρόκειται να κάνω ό,τι με συμβουλεύετε. Εκείνοι δε, αφού απέτυχαν να τον μεταπείσουν, έλεγαν σκληρούς λόγους και τον καταβίβασαν με σπουδή, ώστε κατερχόμενος από την άμαξα να ξεσχίσει το αντικνήμιό του. Και χωρίς να το λάβει υπ' όψιν του, σαν να μην είχε πάθει τίποτα, βάδιζε με προθυμία και σπουδή οδηγούμενος προς το στάδιο, όπου επικρατούσε τόσος θόρυβος, ώστε να είναι δυνατόν ούτε να ακουσθεί κανείς.

Η ομολογία του Πολυκάρπου

IX. Καθώς δε εισερχόταν στο στάδιο ο Πολύκαρπος, του ήλθε φωνή εξ ουρανού:
– «Να είσαι ισχυρός και ανδρείος, Πολύκαρπε», διότι είμαι μαζί σου.
Και τον μεν ομιλήσαντα δεν είδε κανείς, τη δε φωνή άκουσαν οι παρόντες από τους δικούς του. Στη συνέχεια, καθώς προσήχθη, έγινε μέγας θόρυβος, μόλις άκουσαν ότι είχε συλληφθεί ο Πολύκαρπος. Μόλις λοιπόν προσήχθη, τον ρώτησε ο ανθύπατος, αν αυτός είναι ο Πολύκαρπος. Αφού δε το ομολόγησε, προσπαθούσε να τον πείσει να αρνηθεί λέγων:
– «Λυπήσου την ηλικία σου», και άλλα παρόμοια μ' αυτά, όπως συνηθίζουν αυτοί να λέγουν:
– «Ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα, μετανόησε, πές "έξω οι άθεοι"».
Ο δε Πολύκαρπος κοιτάζοντας με σοβαρό πρόσωπο προς όλο το πλήθος των άνομων ειδωλολατρών, οι οποίοι βρισκόντουσαν στο στάδιο, και σηκώνοντας προς αυτούς το χέρι, στενάξας και παρατηρήσας προς τον ουρανό είπε:
– «Έξω οι άθεοι».
Όταν δε ο ανθύπατος επέμενε λέγων «ορκίσου και θα σε απολύσω, καταράσου τον Χριστόν», είπε ο Πολύκαρπος:
– «Ογδόντα έξι χρόνια τον υπηρετώ και δεν με αδίκησε σε τίποτα. Πως λοιπόν μπορώ να βλασφημήσω τον βασιλέα και σωτήρα μου»;
X. Όταν δε πάλι εκείνος επέμενε, λέγων «ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα», ο Πολύκαρπος αποκρινόταν:
– Εάν αυταπατάσαι νομίζοντας ότι θα ορκισθώ στην τύχη του Καίσαρα, όπως λέγεις, και προσποιήσαι ότι αγνοείς ποιος είμαι, άκουσε τον θαρραλέο λόγο μου «είμαι Χριστιανός». Εάν δε θέλεις να μάθεις τη διδασκαλία του Χριστιανισμού, όρισε ημέρα συνεντεύξεως και θα ακούσεις.
Ο ανθύπατος είπε:
– Πείσε γι' αυτά τον λαό.
Ο δε Πολύκαρπος είπε:
– Σε μεν θεώρησα άξιο να σου απευθύνω τον λόγο, διότι έχουμε διδαχθεί να απονέμουμε στις αρχές και τις εξουσίες τις διορισμένες υπό του Θεού, την αρμόζουσα τιμή, εφ' όσον δεν ζημιώνεται η πίστη μας. Εκείνους όμως δεν τους θεωρώ αξίους να ακούσουν την απολογία μου.
XI. Ο δε ανθύπατος είπε:
– Θηρία έχω θα σε ρίξω σ' αυτά, εάν δεν μετανοήσεις.
Αυτός δε είπε:
– Κάλεσέ τα. Διότι για μας είναι αδιανόητη η μετάνοια από τα καλύτερα προς τα χειρότερα, καλό δε είναι η μετάνοια από τα άδικα προς τα δίκαια.
Εκείνος δε είπε πάλι προς αυτόν:
– Εάν περιφρονείς τα θηρία, θα ορίσω να φαγωθείς από πυρ, εφ' όσον δεν μετανοήσεις.
Ο δε Πολύκαρπος είπε:
– Με απειλείς με πυρ το οποίο καίεται πρόσκαιρα και μετ' ολίγο σβήνεται. Διότι αγνοείς το πυρ της μελλούσης κρίσεως και αιωνίου κολάσεως, το οποίο επιφυλάσσεται για τους ασεβείς. Αλλά γιατί βραδύνεις; Φέρε ό,τι θέλεις.

Το μαρτυρικό τέλος του Πολυκάρπου

XII. Λέγοντας δε αυτά και άλλα πολλά, ήταν γεμάτος θάρρος και χαρά και το πρόσωπό του ήταν πλήρες χάριτος, ώστε όχι μόνο μα μην καταρρεύσει ταραγμένος από τα λεχθέντα προς αυτόν, αλλ' αντιθέτως ο ανθύπατος να εκπλαγεί και να στείλει τον κήρυκά του στο μέσο του σταδίου για να κηρύξει τρεις φορές «ο Πολύκαρπος ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός».
Όταν λέχθηκε αυτό υπό του κήρυκα, όλο το πλήθος των Εθνικών και Ιουδαίων, των κατοικούντων στη Σμύρνη, κραύγαζε με μεγάλη φωνή και ασυγκράτητο θυμό:
– Αυτός είναι ο διδάσκαλος της Ασίας, ο πατήρ των Χριστιανών, ο καθαιρέτης των θεών μας, ο διδάσκων τα πλήθη να μη θυσιάζουν και να μην προσκυνούν.
Λέγοντας αυτά ζητούσαν με κραυγές από τον ασιάρχη Φίλιππο να απολύσει τον λέοντα κατά του Πολυκάρπου. Αυτός όμως είπε ότι δεν του επιτρέπεται τούτο, γιατί οι θηριομαχίες είχαν τελειώσει. Τότε αποφάσισαν να κραυγάζουν μαζικώς «να καεί ζωντανός ο Πολύκαρπος». Διότι έπρεπε να εκπληρωθεί το προαγγελθέν με την οπτασία, η οποία του είχε φανερωθεί σχετικώς με το προσκεφάλαιο, όταν προσευχόμενος το είδε να καίεται και στραφείς προς τους πλησίον του πιστούς είπε προφητικώς:
– Πρόκειται να καώ ζωντανός.

XIII. Συνέβησαν δε αυτά με εξαιρετική ταχύτητα, γρηγορότερα απ' όσο ελέγοντο. Τα πλήθη συνέλεγαν αυτοστιγμεί ξύλα και φρύγανα από εργαστήρια και τα λουτρά, ενώ οι Ιουδαίοι κατά τη συνήθειά τους τους βοηθούσαν στο έργο πρόθυμα. Όταν δε ετοιμάσθηκε η φωτιά, αφού απέθεσε δίπλα του όλα τα ενδύματα και έλυσε τη ζώνη, προσπάθησε να λύσει και τα υποδήματα, ενώ προηγουμένως δεν το έκανε ποτέ, διότι πάντοτε όλοι οι πιστοί έσπευδαν, ποιος να αγγίξει γρηγορότερα το δέρμα του. Διότι και προ του μαρτυρίου ήταν στολισμένος με κάθε χάρη λόγω της αγαθής του διαγωγής. Αμέσως έπειτα τέθηκαν σ' αυτόν τα κατάλληλα για τη φωτιά όργανα. Όταν δε επρόκειτο να τον καρφώσουν είπε:
– Αφήστε με έτσι. Διότι αυτός, ο οποίος μου έδωσε τη δύναμη να υποφέρω το πυρ, θα μου δώσει τη δύναμη να μείνω ατάραχος στη φωτιά και χωρίς την ασφάλεια από τα καρφιά σας.

XIV. Εκείνοι λοιπόν δεν τον κάρφωσαν μεν, αλλά τον έδεσαν. Αφού δε έβαλε πίσω τα χέρια του και προσδέθηκε σαν ευγενής κριός διαλεγμένος από μεγάλο ποίμνιο για θυσία, ολοκαύτωμα ετοιμασμένο και δεκτό από τον Θεό, κοίταξε επάνω προς τον ουρανό και είπε:
– Κύριε, ο παντοκράτωρ Θεός (Αποκ. 4,8. 11,17. 21,22), ο πατήρ του αγαπητού και ευλογητού παιδός σου Ιησού Χριστού, δια του οποίου δεχθήκαμε την επίγνωση περί σου, ο Θεός των αγγέλων και των δυνάμεων, όλης της κτίσεως και όλου του γένους των δικαίων οι οποίοι ζουν ενώπιόν σου, Σε ευλογώ διότι με αξίωσες αυτής της ημέρας και ώρας, να λάβω μέρος στον αριθμό των μαρτύρων εντός του ποτηρίου του Χριστού σου, για ανάσταση σε αιώνια ζωή ψυχής και σώματος, σε αφθαρσία Αγίου Πνεύματος. Είθε σήμερα να γίνω σ' αυτούς δεκτός ενώπιόν σου ως θυσία πλουσία και ευπρόσδεκτος, καθώς προετοίμασες και προφανέρωσες και εξεπλήρωσες Συ ο αψευδής και αληθινός Θεός. Δια τούτο και δι' όλα τα άλλα Σε αινώ, Σε ευλογώ, Σε δοξάζω δια του αιωνίου και επουρανίου αρχιερέως Ιησού Χριστού, αγαπητού παιδός σου, δια του οποίου σε Σένα μαζί με Αυτόν και το Άγιο Πνεύμα αρμόζει δόξα τώρα και στους μέλλοντες αιώνες. Αμήν.

XV. Αφού δε ανέπεμψε το αμήν και τελείωσε την ευχή, οι αρμόδιοι άνθρωποι δια το πυρ, άναψαν τη φωτιά. Καθώς δε έλαμψε μεγάλη φλόγα, είδαμε θαύμα εμείς στους οποίους δόθηκε να δούμε, οι οποίοι και διασωθήκαμε για να απαγγείλλουμε τα συμβάντα στους άλλους. Δηλαδή το πυρ, σχημάτισαν είδος καμάρας, σαν ιστίου πλοίου φουσκωμένο από τον άνεμο, κύκλωσε γύρω το σώμα του μάρτυρος, και τούτο ήταν εκεί στο μέσο όχι σαν σάρκα καιομένη, αλλά σαν άρτος ψημένος η σαν χρυσός και άργυρος καθαριζόμενος σε κάμινο. Και η ευωδία την οποία αισθανόμασταν ήταν δυνατή, σαν να κάπνιζε λιβανωτό ή άλλο πολύτιμο άρωμα.

XVI. Τέλος, ιδόντες οι άνομοι ότι το σώμα του δεν ήταν δυνατόν να φαγωθεί από το πυρ, διέταξαν να τον πλησιάσει εκτελεστής και να βυθίσει στο σώμα του ξιφίδιο. Όταν δε έπραξε τούτο, εξήλθε άφθονο αίμα γύρω στο στήθος, ώστε να σβήσει τη φωτιά και να θαυμάσει όλος ο όχλος ότι τόση διαφορά υπάρχει μεταξύ των απίστων και των εκλεκτών. Ένας απ' εκείνους και αυτός, ο θαυμασιότατος Πολύκαρπος, ο οποίος ανεδείχθη κατά τους χρόνους μας αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος και επίσκοπος της καθολικής Εκκλησίας στη Σμύρνη. Διότι κάθε λόγος τον οποίο άφησε από το στόμα του και εκπληρώθηκε και θα εκπληρωθεί.

Μετά από το μαρτύριο

XVII. Ο δε αντίζηλος, ο φθονερός, ο πονηρός, ο εχθρός του γένους των δικαίων, καθώς αντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα της μαρτυρίας του και την εξ αρχής ανεπίληπτη σταδιοδρομία του και τον είδε στεφανωμένο με τον στέφανο της αφθαρσίας και κατακτητή ενός ασυναγώνιστου βραβείου, κατάφερε ώστε ούτε το πτώμα του να μην παραληφθεί από εμάς, αν και πολλοί επιθυμούσαν να το παραλάβουν, για να αγγίξουν ούτω το άγιο σαρκίο του. Υπέβαλε λοιπόν στον Νικητή, τον πατέρα του Ηρώδη και αδελφό της Άλκης, να ζητήσει από τον άρχοντα να μη δώσει το σώμα του, «μη τυχόν, λέγει, αφήσαντες τον εσταυρωμένο αρχίσουν να λατρεύουν τούτο». Και ταύτα είπε με υποβολή και ενίσχυση των Ιουδαίων, οι οποίοι και προφύλαξαν όταν επεχειρήσαμε να τον παραλάβουμε από την πυρά, αγνοούντες ότι δεν θα μπορέσουμε ούτε τον Χριστό να εγκαταλείψουμε ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζωμένων σε ολόκληρο τον κόσμο, τον άμωμο υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλο να λατρεύσουμε. Διότι τούτον μεν προσκυνούμε ως Υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρες αγαπούμε ως μαθητές και μιμητές του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως στο βασιλέα και διδάσκαλό τους. Είθε και εμείς να γίνουμε κοινωνοί και συμμαθητές αυτών.

XVIII. Ιδών λοιπόν ο εκατόνταρχος την υποκινηθείσα από τους Ιουδαίους φιλονικία, τον τοποθέτησαν στο μέσο και κατά τη συνήθειά τους τον έκαψε. Έτσι εμείς, συλλέξαντες ύστερα τα οστά του, τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσό, τα ενταφιάσαμεν σε κατάλληλο τόπο. Καθώς δε θα συναθροιζόμαστε εκεί κατά δύναμη με αγγαλλίαση και χαρά, ο Κύριος θα επιτρέψει να εορτάζουμε τη γενέθλιο ημέρα του μαρτυρίου του τόσο σε μνήμη των προαθλησάντων, όσο και σε άσκηση και ετοιμασία των μελλοντικών αθλητών.

Επίλογος

XIX. Αυτά συνέβησαν στον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος μαρτύρησε στη Σμύρνη δωδέκατος κατά σειρά μαζί με τους προερχόμενους από τη Φιλαδέλφεια. Βεβαίως μόνον αυτός μνημονεύεται κατ' εξοχήν από όλους και διαλαλείται επίσης υπό των Εθνικών σε κάθε τόπο. Διότι δεν ήταν μόνον επίσημος διδάσκαλος, αλλ' έγινε και έξοχος μάρτυς, του οποίου το μαρτύριο όλοι επιθυμούν να μιμηθούν, ως γενόμενο κατά το ευαγγέλιο του Χριστού. Κατανικήσας δια της υπομονής του τον άδικο άρχοντα και ούτω κερδίσας τον στέφανο της αφθαρσίας, αγαλλόμενος μαζί με τους αποστόλους και όλους τους δικαίους, δοξάζει τον Θεόν και Πατέρα παντοκράτορα και ευλογεί τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον σωτήρα των ψυχών ημών και κυβερνήτη των σωμάτων ημών και ποιμένα της ανά την οικουμένη Καθολικής Εκκλησίας.

XX. Σεις μεν εζητήσατε να σάς εκθέσουμε δια μακρών τα συμβάντα, εμείς δε προς το παρόν σάς τα διηγηθήκαμε επιτόμως δια του αδελφού ημών Μαρκίωνος. Αφού λοιπόν πληροφορηθείτε ταύτα, στείλατε την επιστολή και στους παραπέρα αδελφούς, δια να δοξάζουν και εκείνοι τον Κύριο, ο οποίος εκλέγει τους εξαιρέτους από τους δούλους του. Σ' αυτόν δε ο οποίος με τη χάρη και δωρεάν του μπορεί να εισαγάγει όλους εμάς στην επουράνια βασιλεία του δια του παιδός αυτού, του μονογενούς Ιησού Χριστού, δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλοσύνη στους αιώνας. Χαιρετήσατε όλους τους αγίους. Σάς χαιρετίζουν όσοι είναι μαζί μας. Και ο Ευάρεστος ο οποίος έγραψε την επιστολή με όλη την οικογένειά του.

Πρόσθετος επίλογος

XXI. Μαρτύρησε δε ο μακάριος Πολύκαρπος τη Δευτέρα του μηνός Ξανθικού ισταμένου, κατά δε το ρωμαϊκό ημερολόγιο επτά προ των καλανδών του Μαρτίου (= 23 Φεβρουαρίου), μέγα Σάββατο, ώρα ογδόη. Συνελήφθη δε υπό του Ηρώδη επί αρχιερέως Φιλίππου Τραλλιανού, ανθυπατεύοντος του Στατίου Κοδράτου, βασιλεύοντος δε εις τους αιώνας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή, μεγαλοσύνη, θρόνος αιώνιος από γενεάς εις γενεάν. Αμήν.

XXII. Ευχόμεθα, αδελφοί, να είσθε υγιείς, ακολουθούντες τον κατά το Ευαγγέλιο λόγο του Ιησού Χριστού (μετά του οποίου δόξα ανήκει στον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, χάριν της σωτηρίας των εκλεκτών αγίων), σύμφωνα με τον οποίο μαρτύρησε ο μακάριος Πολύκαρπος, επί των ιχνών του οποίου είθε να βρεθούμε και εμείς στη βασιλεία του Ιησού Χριστού.

[Η νεοελληνική μετάφραση του «Μαρτυρίου του Αγίου Πολυκάρπου» προέρχεται από την ομώνυμη έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης (2003), με νεότερη μεταφραστική εργασία και επιμέλεια του π. Κων/νου Παπαθανασίου]

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ