ag.amvrosios

 Χρῖστος Βασιλειάδης

Θεολόγος- Φιλόλογος

                      

   Σὰν πηγὲς βιογραφικὲς γιὰ τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, διαθέτομεν πρῶτον τὰ δικά του συγγράμματα, ἰδιαίτερα τὶς σωζόμενες ἐπιστολές του. Δεύτερον ἕνα Βίον τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου (Vita sancti Ambrosii) γραφέντα εἴκοσιν πέντε περίπου ἔτη μετὰ τὸ θάνατόν του ἀπὸ τὸν παλαιόθεν διάκονόν του, τὸν Παυλῖνον. Τρίτον ἀπὸ  ἀναφορὲς ἢ νύξεις ποὺ κάνουν γι' αὐτὸν οἱ σύγχρονοί του συγγραφεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ ἱστορικοὶ τοῦ πέμπτου αἰῶνος.

  Ὁ Ἀμβρόσιος, λοιπόν, γεννήθηκεν τὸ 340 μ.Χ. ἀπὸ μία διάσημην ὅσον καὶ χριστιανικὴν οἰκογένειαν, πιθανῶς στὰ Τρέβηρα τῆς Γαλατίας, ὅπου ὁ πατήρ του ἦταν ἔπαρχος.

   Ἦταν τὸ τρίτον παιδὶ τῆς οἰκογένειας μετὰ τὴν ἀδελφὴν του Μαρκελλῖναν καὶ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρο. Μετὰ τὸν πρόωρο θάνατον τοῦ πατέρα του ὡδηγήθηκεν ἀπὸ τὴ μητέρα του στὴ Ῥώμην, ὅπου ἔλαβε μίαν ἐπιμελημένη φιλολογικὴν καὶ νομικὴν παιδείαν. Νωρὶς προσκολλήθηκεν στὸν Sextus Petronius  Probus, ἔπαρχον τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος περὶ τὸ 370 τὸν ἔστειλε μὲ τὸν τίτλον καὶ τὶς ἐξουσίες τοῦ ὑπάτου τῆς ἐπαρχίας Λιγουρίας-Αἰμιλίας τῆς Βορείου Ἰταλίας στὸ Μιλᾶνον (Μεδιόλανα), πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας.

  Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ νόμιμος ἐπίσκοπος Μιλάνου, ἅγιος Διονύσιος, μόλις εἶχε πεθάνει στὴν ἐξορίαν ἀλλὰ καὶ ὁ παρείσακτος ἀρειανὸς ἐπίσκοπος Αὐξέντιος, ποὺ ἐπὶ εἴκοσιν περίπου ἔτη κατεπίεζεν τοὺς ὀρθοδόξους, κι' αὐτὸς μόλις εἶχεν πεθάνει.

  Ὁ Ἀμβρόσιος ὁ ὁποῖος σημειωτέο δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὸ βάπτισμα, ἀλλ' ἦταν μόνον κατηχούμενος, ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω πολιτικὴν ἰδιότητά του ἐκλήθη νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν σὲ μία θορυβώδη καὶ ὁπωσδήποτε δύσκολην ἐκλογὴ  διαδόχου ἐπισκόπου. Ἀπευθύνθηκεν, λοιπόν,  στὸ πλῆθος τῶν συναγμένων χριστιανῶν καὶ τοὺς ὡμίλησεν περὶ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν περίστασιν εἰρήνης μὲ τὸση δὲ εὐγλωττίαν ὥστε στὴν ἀρχὴν μὲν ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ  κατόπιν ὅμως ὅλος ὁ λαὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους ἐξέλεξαν διὰ βοῆς ὡς ἐπίσκοπόν τους τὸν Ἀμβρόσιον, ὁ ὁποῖος εἰς μάτην προσπάθησε νὰ ἀποφύγῃ ἕνα τόσο βαρὺ ὅσον καὶ ἀπροσδόκητον ἀξίωμα, βαπτισθεὶς δὲ στὴν συνέχειαν, ἐχειροτονήθη ὀλίγες μέρες μετὰ (7 Δεκεμβρίου 374) ἐπίσκοπος. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε θεολογικὴ μόρφωσιν μέχρι τότε, ἀμέσως ἔπεσεν σὲ μίαν ἀδιάκοπον καὶ βαθειὰ μελέτη γιὰ νὰ μυηθῇ στὴ χριστιανικὴ διδασκαλίαν ποὺ θὰ δίδασκεν στὸ ποίμνιόν του. Ῥούφηξε ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ σοφοῦ χριστιανοῦ ἱερέως Σιμπλικιανοῦ μὲ ἀπληστίαν τοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς, ἰδιαίτερα τοὺς ἕλληνας, τόσον τοὺς παλαιότερους ὅσον καὶ τοὺς σύγχρονούς του.

  Μὲ τὴν ἄνοδόν του ὡστόσον στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον ἐπέβαλεν τάξιν καὶ εἰρήνην στὴν ἐπισκοπήν του, ποὺ ἐπὶ χρόνια ἐταράσσετο ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς ἔριδες. Ἐκήρυττεν ἐπίσης καὶ συνέγραφεν κυρίως ἠθικοῦ περιεχομένου συγγράμματα, ἀλλὰ καὶ δογματικοῦ.

  Ἡ δὲ εὐγλωττία του ἠχμαλώτιζεν τὰ πλήθη, προσήλκυσε μάλιστα καὶ τὸ νεαρὸν τότε Αὐγουστῖνον, μετέπειτα ἐπίσκοπον Ἱππῶνος, τοῦ ἔλυσεν τὶς ἀπορίες καὶ τὸ μετέστρεψεν στὸ Χριστιανισμόν.  Ἡ ἐπισκοπικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἀμβροσίου ἐπεξετείνετο καὶ πέραν τῆς πόλεως τῆς ἐπισκοπῆς του. Ἀπὸ ζῆλον εἰσήγαγεν τὴ χρῆσιν τῶν ὕμνων ὅπως αὐτοὶ ἐψάλλοντο στὴν Ἀνατολὴν καὶ ἀναζωπύρωσεν τὴν πίστιν τοῦ ποιμνίου του ἀναβιώνοντας τὴν τιμὴν πρὸς τοὺς ἀρχαίους μάρτυρας Ναζάριον, Κέλσο, Γερβάσιον κλπ. Παρουσιάζομεν ἀμέσως τοὺς βασικοὺς σταθμοὺς τῆς ἀρχιερατείας του ἐν συντομίᾳ.

  Ὑπέρμαχος τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας στὴ Δύσιν ὁ Ἀμβρόσιος παρέστη στὴν σύνοδον τῆς Ἀκυληίας (381). Προεδρεύει τὸ 381 ἢ 382 σὲ σύνοδον τοῦ βικαριάτου τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία σύνοδος κατεδίκασεν τὸν ἀπολλιναρισμόν. Συναντιέται μὲ τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον ἐπίσκοπον Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου καὶ μὲ τὸν Παυλῖνον Ἀντιοχείας στὴ ῥωμαϊκὴν σύνοδον τοῦ 382, στὰ πρακτικὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρεται ὡς πρῶτος μετὰ τὸν πάπα Δάμασον.  Τὸ 390 ὁ Ἀμβρόσιος συγκαλεῖ στὸ Μιλᾶνον σύνοδον κατὰ τοῦ αἱρετικοῦ Ἰοβινιανοῦ.

   Σ' αὐτὴν ἐπικυρώθηκεν ἡ ἀπόφασις τοῦ 389 τῶν ἐπισκόπων τῶν Γαλατιῶν κατὰ τῶν Ἰθακιανῶν. Οἱ Ἰθακιανοὶ αὐτοὶ πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν Ἱσπανὸν ἐπίσκοπον Ἰθάκιον, τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀπαδοὶ σχηματίζοντας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κόμμα καὶ σχίσμα. Ἡ ἰδιορρυθμία τους ἦταν ὅτι ἤθελαν νὰ καταδιώκωσιν τοὺς αἱρετικοὺς πρισκιλλιανοὺς ἐφαρμόζοντας βίαν.

  Ὁ Ἀμβρόσιος, ἐξ ἄλλου, εἰσηκούετο ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Α', πρὸ παντὸς ὅμως ἀπὸ τὸ Γρατιανὸν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Βαλεντινιανὸν Β'. Ἀντιστάθηκεν ὡστόσον σθεναρὰ στὶς ἀξιώσεις τῆς ἀρειανῆς βασιλομήτορος Ἰουστίνης τῆς ὁποίας ἀνέτρεψεν τὰ σχέδια γιὰ ἀναστήλωσιν τοῦ ἀρειανισμοῦ. Ἀντετέθη στὸ νόμον, ποὺ ἔδινεν ἐλευθερίαν στοὺς ἀρειανοὺς ὀπαδοὺς τῆς συνόδου τοῦ Ῥίμινι καὶ ποὺ ἀπηγόρευεν στοὺς ὀρθοδόξους, ἐπὶ ποινῇ θανάτου κάθε ἀντίστασιν. Ἀψήφησεν ἀκόμη τὶς ἀπειλὲς γιὰ ἐξορίαν καὶ ζήτησεν τὴν ἐξαίρεσιν τῶν δικαστῶν του. Ὑφίσταται ἐπὶ πλέον ἐπανειλημμένες ἀπόπειρες δολοφονίας. Μεταβαίνει ἔπειτα στὰ Τρέβηρα πρὸς τὸ Μάξιμον, σφετεριστὴν τοῦ θρόνου, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ νόμιμα αὐτοκρατορικὰ δικαιώματα τοῦ νεαροῦ ἀκόμη Βαλεντινιανοῦ Β'. Μετὰ τὸ θάνατον τῆς ἀρειανῆς μητρός του ὁ Βαλεντινιανὸς Β' κερδήθηκεν ὁριστικὰ στὴν ὑπόθεσιν τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἀμβροσίου, συγκεκριμένα μὲ τὸ νὰ ἀντιταχθῇ στὴν ἐπανατοποθέτησιν τοῦ ἀγάλματος τῆς θεᾶς Νίκης στὴν ἐπίσημην αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συγκλήτου.

  Στὴν ἀνατολὴν τότε συναυτοκράτωρ ἦταν ὁ Θεοδόσιος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἀμβρόσιος εἶχε φιλίαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν τὸν ἔκανε νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του, δὲν τὸν ἐφίμωσεν, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἐλέγξῃ τὸ βυζαντινὸ βασιλέα.

  Τὸ 388 ὁ ἴδιος πέτυχεν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιον, τὴν ἀνάκλησιν καὶ ἀπόσυρσιν ἑνὸς διατάγματος, ποὺ ὑποχρέωνεν τοὺς χριστιανοὺς τῆς πόλεως Καλλινίκης στὴ Μεσοποταμίαν νὰ ξανακτίσωσι μίαν ἑβραϊκὴν συναγωγήν, ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν γκρεμίσει.

  Τέλος, μετὰ τὴν ὁμαδικὴν σφαγὴν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ διέταξεν ὠργισμένος ὁ Θεοδόσιος γιὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὴν προηγηθεῖσαν θανάτωσιν ἀπὸ Θεσσαλονικεῖς κάποιων ἀξιωματούχων του, ἐπενέβη ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος καὶ ἐμπόδισεν ὁ ἴδιος τὴν εἴσοδον τοῦ Θεοδοσίου στὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοῦ ἐπέβαλε δημόσια μετάνοιαν.

  Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἀπέθανεν στὶς 4 Ἀπριλίου τοῦ 397. Ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ τὸν τιμᾶ ὡς τὸν τέταρτο μεγάλο διδάσκαλόν της μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Αὐγουστῖνον, τὸν ἅγιον Ἱερώνυμον καὶ τὸν ἅγιον Γρηγόριον. Τελεῖ δὲ τὴ μνήμην του στὶς 7 Δεκεμβρίου, ὅπως καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Χαρακτηρισμὸς τοῦ προσώπου,

τῆς δράσεως καὶ τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου

  Ὁ τρόπος σκέψεως τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου εἶναι ῥωμαϊκὸς, ἐκτὸς τοῦ χριστιανικοῦ. Εἴπαμεν ἤδη ὅτι ἠσχολήθη κυρίως μὲ ἠθικὰ καὶ πρακτικὰ θέματα, ἐνίοτε καὶ μὲ δογματικά, χωρὶς ὅμως τὶς ὑψηλὲς φιλοσοφικὲς καὶ θεωρητικὲς ἐξάρσεις καὶ πτήσεις π.χ. ἑνὸς Αὐγουστίνου, περιοριζόμενος στὰ ἁγιογραφικὰ καὶ τὰ ἐκ τῆς παραδόσεως στοιχεῖα καὶ ἐπιχειρήματα. Ἀπὸ τοὺς προγενέστερους ἢ σύγχρονούς του Πατέρες  καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς γνώριζεν καλὰ κυρίως τὰ συγγράμματα τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, τοῦ Ὠριγένους, τοῦ Διδύμου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Δὲν θὰ πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἰδιαίτερη συμβολὴ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἦταν ὅτι ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἔκανε γνωστὲς στὴ Δύσιν τὶς διδασκαλίες καὶ τὰ συγγράμματα τῶν ἑλλήνων Πατέρων σὲ μίαν ἐποχήν, ποὺ λίγοι λατῖνοι στοχαστὲς μποροῦσαν νὰ μελετήσουν τὰ συγγράμματα αὐτὰ στὸ πρωτότυπόν τους κείμενον.  Ὁ Ἀμβρόσιος πάντως ἦταν κυρίως ποιμὴν ψυχῶν καὶ πρὸ παντὸς χριστιανὸς ἐπίσκοπος. Αὐτὸ μερικὲς φορὲς παραγνωρίζεται γιὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὁ ἅγιος ὤφειλεν, κυρίως ἀφ' ὅτου τὸ Μιλᾶνον ἔγινεν ἡ πόλις διαμονῆς τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἡ ἕδρα τῆς δημόσιας διοικήσεως, νὰ σχεδιάζη καὶ νὰ ὀργανώνῃ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Ὁ πολιτικὸς λοιπὸν ῥόλος, ποὺ αὐτὸς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ παίξῃ, ὁδηγεῖ συχνὰ τοὺς ἱστορικοὺς νὰ ἀφήσουν στὴν σκιὰν τὸ θρησκευτικόν του ῥόλον. Ὁ ἴδιος ὅμως σὲ κάθε περίπτωσιν συμπεριεφέρθη ὡς ἐπίσκοπος καὶ σὰν μοναδικόν του στόχον εἶχεν τὴ δόξαν τοῦ Θεοῦ.

   Πάντως τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὸ ῥητορικὸν ὕφος τοῦ ἁγίου ἐξετίμησαν καὶ ἐτόνισαν μεγάλοι ῥήτορες καὶ σοβαροὶ συγγραφεῖς: ὁ πολὺς Fénelon γράφει γι' αὐτόν. "Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος μερικὲς φορὲς ἀφίνεται νὰ ἀκολουθῇ τὸν συρμὸν τῆς ἐποχῆς. Δίνει δηλαδὴ στὶς ὁμιλίες του ἐκεῖνα τὰ στολίδια ποὺ τότε ὅλοι ἐκτιμοῦσαν. Ἀλλὰ, στὸ κάτω-κάτω, δὲ βλέπομεν τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον, παρὰ τὰ ὅποια παιχνιδίσματά του μὲ τὶς λέξεις, νὰ γράφῃ στὸ Θεοδόσιο μὲ ἀμίμητη δύναμιν λόγου καὶ πειθώ; Ἀλλὰ καὶ τὶ τρυφερότητα δὲν ἀποπνέει, ὅταν ἐκφράζηται γιὰ τὸν ἀδελφόν του Σάτυρον;" (Fénelon, Troisième dialogue sur l’  éloquence.)

  Ὁ δὲ Villemain παρατηρεῖ: "Ὅποιος ἀσχοληθῇ περισσότερο μὲ τὴ γλῶσσαν καὶ μὲ τὸ ὕφος τοῦ Ἀμβροσίου νιώθει σ' αὐτὸν τὴν εὐχάριστην ὀσμὴν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαιότητος. Οἱ δύο συγγραφεῖς ποὺ μιμεῖται περισσότερον αἰσθητὰ καὶ χτυπητὰ ὁ Ἀμβρόσιος, εἶναι ὁ Τίτος-Λίβιος καὶ ὁ Βιργίλιος. Πολὺ εὐχαρίστως θὰ προσέθετα σ' αὐτοὺς καὶ τὸν Κικέρωνα μὲ τὸν Σενέκα. Χωρὶς ἀμφιβολίαν οἱ ἀναμνήσεις ἐκ τῆς γλώσσας τους εἶναι παράξενα ἀναμεμιγμένες στὰ ἔργα τοῦ Ἀμβροσίου. Δὲν ὑπάρχουν λιγότερες ἀνταύγειες τῆς ἀρχαιότητος στὸ ἀνομοιόμορφον ὕφος τοῦ χριστιανοῦ μαθητῆ τους, καὶ ὅ,τι (τοῦ λείπει) εἰς μορφὴν, καλύπτεται ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον τοῦ βάθους (του)" (Villemain, Saint Ambroise ἐν τῇ Biographie universelle de F. Didot, Paris, 1855).

Εἰσαγωγικῶς, περαιτέρω, περιοριζόμεθα νὰ εἴπωμεν διὰ βραχέων περὶ τῶν πηγῶν, ἀπὸ ὅπου ἀρύσθηκεν τὴ διδασκαλίαν του ὁ Ἅγιος, περὶ τῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τὴν σκέψιν καὶ τὴ μέθοδόν του, καθὼς καὶ ὀλίγα περὶ μιᾶς ἀφανοῦς προσωπικότητος, τοῦ Σιμπλικιανοῦ, ὑπὸ τὴ χριστιανικὴν κηδεμονίαν τοῦ ὁποίου ἠνδρώθη χριστιανικῶς ὁ Ἀμβρόσιος καὶ τέλος νὰ δώσωμε μίαν στοιχειώδη ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν.

  Πρῶτον, λοιπόν, παρατηρητέον ὅτι ὁ τέταρτος αἰῶνας, εἰς τὸν ὁποῖον ἔζησεν, ἔγραψεν καὶ ἔδρασεν ὁ ἅγιός μας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τόσον στὴν Ἀνατολὴν ὅσον καὶ στὴ Δύσιν χριστιανοὺς συγγραφεῖς μὲ μίαν ἰδιοτύπως ὥριμην αὐτοσυνειδησίαν ἔναντι τοῦ Ἐθνισμοῦ, γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ μπορούσαμεν ἴσως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπεδίωκαν ὄχι μόνον τὴν ζωὴν τῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον τὸ εἶδος τῆς ἀθανασίας ποὺ συνίσταται στὴ φιλολογικὴν κληροδοσίαν πρὸς τὶς μεταγενέστερες γενεές1. Τέτοια, ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν συνέγραψε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ ἔργον του De Officiis «Περί Καθηκόντων» ,ὅπως δηλαδὴ τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Κικέρωνος.

    Ἐξ ἄλλου, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐγνώριζε λίαν καλῶς τὴν ἑλληνική, μίαν δὲ τῶν πηγῶν  τῆς διδασκαλίας του, τὴν ἁγίαν Γραφὴν τὴν ἐχρησιμοποίει ἐκ τῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκ τῆς ἑβραϊκῆς ὑπὸ τῶν ἑβδομήκοντα δύο ἑρμηνευτῶν μεταφράσεώς της . Εἶχεν ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὶς μεταφράσεις τοῦ Συμμάχου καὶ Ἀκίλα.

  Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος ἐκ μὲν τῶν ἑλλήνων πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ἦταν ἀφ' ἑνὸς γνώστης τοῦ Ὠριγένους -σημειωτέον ἐχρησιμοποίει τὴν ἀλεξανδρινὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδον- ὑπῆρξεν δὲ ἀφ' ἑτέρου βαθὺς μελετητὴς καὶ τῶν καππαδοκῶν λεγομένων Πατέρων: Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, καί τοῦ μεγάλου Βασιλείου- ὁ Ἀμβρόσιος μάλιστα ἔγραψεν ἔργον ὑπὸ τὸν τίτλον Exameron, ὅπως ὁ μέγας Βασίλειος εἶχεν συγγράψει τὴν Ἑξαήμερόν του.

  Ἐκ δὲ τῶν προγενεστέρων του λατίνων ὁ Ἀμβρόσιος εἶχεν μεγάλην οἰκειότητα ὡς ἦτο φυσικό, μὲ τὰ συγγράμματα τοῦ Τερτυλλιανοῦ καὶ Κυπριανοῦ2 .

  Τέλος ἐκ τῶν ἔργων τῶν ἑλληνιζόντων καὶ ἑλλήνων φιλοσόφων ἐνεβάθυνεν σ' αὐτὰ τοῦ Φίλωνος καὶ Πλωτίνου3, ἀπ' τοὺς ὁποίους σημειωτέον δανείζεται ἐδάφια ὁλόκληρα καὶ μάλιστα κατὰ λέξιν, ὅπως ἀπέδειξεν ὁ Pierre Courcelle καὶ ἄλλοι4.

  Ἐξ ἄλλου, ὁ μέντωρ τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, Σιμπλικιανός, τὸν ὁποῖον ἀνωτέρω ἀναφέραμεν, κατήγετο ἴσως ἐκ Μιλάνου, ἦτο δὲ χριστιανὸς ἱερεύς ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸ 397 διεδέχθη τὸν ἅγιον Ἀμβρόσιον εἰς τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνον τοῦ Μιλάνου5. Καλλιεργημένος θεολόγος ὁ Σιμπλικιανὸς καὶ γνώστης τῆς νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας ὁ ἴδιος, ἔπαιξεν σημαντικὸ ῥόλον στὴ μεταστροφὴν στὸ Χριστιανισμόν, πλὴν τοῦ Ἀμβροσίου καὶ δύο ἀκόμη προσωπικοτήτων: τοῦ Μάριου Βικτωρίνου καὶ τοῦ Αὐγουστίνου. Ἦταν δηλαδὴ κηδεμονικῶς κοντὰ στὸν Ἀμβρόσιον κατὰ τὸν πνευματικόν  καταρτισμὸν του ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος εἰς τὸ Η' κεφάλαιον τῶν Ἐξομολογήσεών του (Confess. VIII, 2, 3). Ὁ δὲ Ἀμβρόσιος τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὲς ἀπ' τὶς ὁποῖες σῴζονται τέσσαρες (37,38,65,67 = Maur.). Ἀντιστρόφως ὅμως, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Σιμπλικιανοῦ πρὸς τὸν Ἀμβρόσιον καθὼς καὶ ἐκεῖνες τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν Αὐγουστῖνον δυστυχῶς ἀπωλέσθησαν. Ὁ τελευταῖος μάλιστα τοῦ ἀφιέρωσεν τὸ "Περὶ διαφόρων ζητημάτων πρὸς Σιμπλικιανὸν" (De diversis quaestionibus ad Simplicianum) καὶ τοῦ ἀπηύθυνεν ἐπίσης τὴν Ἐπιστολήν 37. Ὁ Σιμπλικιανὸς ἀπέθανε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 400-4016.

 Εἰς ὅ,τι δὲ ἀφορᾷ, τέλος, τὸ βιβλιογραφικὸν μέρος, βασικὸν διὰ τὴν παλαιοτέραν πως ἀμβροσιανὴ βιβλιογραφίαν εἶναι τὸ τετρασέλιδον ἄρθρον τῶν G. Sanders καὶ M. Van Uytfanghe, Cento anni di bibliografia ambrosiana (1874-1974), Μιλᾶνο, 1981 (=ἐν Stud. Patr. Mediolan., XI, σελ. 4-7).

   Εἰδικότερον τώρα καὶ σχετικὰ μὲ τοὺς χειρόγραφους κώδικες, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ σῴζονται τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου μας, μᾶς πληροφορεῖ μὲν ὁ O. Faller, ἐν Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum lxxiii, 1955, σελ. VI-XVIII ἀλλὰ καὶ οἱ G. Billanovich καὶ M. Ferrari, ἐν Αmbrosius Episcopus (Stud. Patr. Mediolan. VI.), Μιλᾶνο 1976, I, σελ. 5-102.


Συγγράμματα:

Οἱ τίτλοι τῶν γνήσιων ἔργων τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἔχουν ὡς ἑξῆς:

Α' ἔργα  Ἐξηγητικὰ.

 1) Ἑξαήμερος (Exameron) Migne, P.L., XIV, 123 (133).  ’Eγράφη μεταξὺ 386 καὶ 389. Σ' αὐτὸ μιμεῖται τὸ ὁμώνυμον ἔργον τοῦ Μ. Βασιλείου

 2) Περὶ τοῦ Παραδείσου (De Paradiso), Migne, P.L., XIV, 275 (291). Ἐγράφη περὶ τὸ 380. Ἀναιρεῖ σ' αὐτὸ τὸν Μανιχαϊσμόν.

  3) Περὶ τοῦ Κάϊν καὶ Ἄβελ (De Cain et Abel), Migne, P.L. XIV 315 (333). Ἐγράφη περὶ τὸ 380.

  4) Περὶ τοῦ Νῶε [καὶ τῆς κιβωτοῦ] (De Noe [et arca]), Migne, P.L. XIV 361 (381).  Κατὰ τὸν Kellner ἐγράφη τέλος τοῦ 386.

  5) Περὶ τοῦ Ἀβραὰμ (De Abraam), Migne, P.L. XIV, 419 (441). Τὸ ἔγραψεν κατὰ τὴ διάρκειαν τῶν ἐτῶν 388 καὶ 390.

  6) Περὶ τοῦ Ἰσαὰκ εἴτε περὶ ψυχῆς (De Isaac vel anima), Migne, P.L. XIV, 501 (527).

  7) Περὶ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ θανάτου (De bono mortis), Migne, P.L. XIV, 539 (567).

  8) Περὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς μακαρίας ζωῆς (De Jacob et vita beata), Migne, P.L. XIV, 597 (627).

  9) Περὶ Ἰωσὴφ [τοῦ πατριάρχη] De Joseph [patriarcha], Migne, P.L. XIV, 641 (673).

  10) Περὶ τὼν πατριαρχῶν (De Patriarchis), Migne, P.L., XIV, 673 (707).

  11) Περὶ φυγῆς ἐκ τοῦ αἰῶνος (De fuga saeculi), Migne, P.L., XIV, 569 (597)

 12) Περὶ ἐπερωτήσεως στὸν Ἰὼβ καὶ  Δαβὶδ (De interpellatione Job et David), Migne,  P.L. XIV, 797 (835). Κατὰ τοὺς βενεδικτίνους ἐγράφη περὶ τὸ 383.

 13) Περὶ ἀπολογίας τοῦ προφήτη Δαβὶδ (De apologia prophetae David), Migne, P.L. XIV, 851 (891).      

 14) Ἑτέρα ἀπολογία τοῦ Δαβὶδ (Apologia David altera), Migne, XIV, 887 (930).

 15) Περὶ τοῦ Ἡλία καὶ περὶ νηστείας (De Helia et jejunio), Migne, XIV, 697 (731).

 16) Περὶ τοῦ Ναβουθαὶ (De Nabuthae), Migne, XIV731 (765)

 17) Περὶ τοῦ Τωβία (De Tobia), Migne, P.L. XIV, 759 (797).

 18) Ἐξήγησις εἰς δώδεκα ψαλμοὺς (Explanatio super psalmos XII), Migne, P.L., 921 (963).  Ἐγράφη εἰς διάφορες ἐποχὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου.

 19) Ἔκθεσις περὶ τοῦ ψαλμοῦ ριη' (Expositio de psalmo CXVIII), Migne, XV, 1197 (1216).  Ἐγράφη μεταξὺ 386-388.

 20) Ἔκθεσις Ἡσαΐου προφήτη (ἀποσπάσματα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ) (Expositio Esaiae prophetae), Migne, P.L. XLIV, 384, 410, 436, 632 καὶ 688.

 21) Ἔκθεσις τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου (Expositio evangelii secundum Lucam), Migne, P.L., XV, 1527 (1697). Εἶναι τῶν ἐτῶν 385-387.

ΒἨθικὰ καὶ ἀσκητικὰ ἔργα:

    1) Περὶ τῶν καθηκόντων τῶν λειτουργῶν (De officiis ministrorum), Migne, P.L., XVΙ, 23 (25). Περίφημη πραγματεία τῶν ἐτῶν μετὰ τὸ 386.

  2) Περὶ τῶν παρθένων (De virginibus), MigneP.L., XVΙ, 187 (197). Τὸ ἀπηύθυνεν ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα περὶ παρθενίας στὴν ἀδελφήν του μοναχὴν Μαρκελλῖναν στὴν ἀρχὴν τῆς ἀρχιερατείας του, τὸ 377.

   3) Περὶ τῶν χηρῶν (De viduis), MigneP.L., XVΙ, 233 (247). Ἐγράφη τὸ 377 ἢ 378.

   4) Περὶ τῆς παρθενίας (De virginitate), Migne, P.L. XVΙ, 265 (279) . Καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἐγράφη τὸ 378.

   5) Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρθένου (De institutione virginis), Migne, P.L. XVΙ, 305 (319). Ἐγράφη τὸ 391 ἢ 392.

   6) Παρότρυνση γιὰ τὴν παρθενίαν (Exhortatio virginitatis), Migne, P.L. XVI, 335 (351). Ἐγράφη τὸ 394 ἢ 395.

Γ ' Δογματικὰ ἔργα:

 1) Περὶ πίστεως (De fide), Migne, P.L., XVI, 527 (549).

2) Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (De Spiritu Sancto), Migne, P.L. XVI, 703 (731)

3) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Κυρίου (De incarnationis dominicae Sacramento), Migne, P.L., XVI, 817 (853).

4) Ἐξήγησις τοῦ συμβόλου (Explanatio symboli). Migne, P.L., XVII, 1155 (1193)

5) Περὶ τῶν μυστηρίων (De sacramentis), Migne, P.L., XVI, 417 (435).

6) Περὶ  μυστηρίων (De mysteriis), Migne, P.L., XVI, 389 (405).

7) Περὶ τῆς μετανοίας (De paenitentia), Migne, P.L., XVI, 465 (485).

Δ ' Λόγοι καὶ ἐπιστολές:

1)  Περὶ τῆς ἐξόδου τοῦ ἀδελφοῦ [Σατύρου βιβλ. 2] Migne, P.L., XVI, 1289 (1345). Ἐξεφωνήθη τὸ 379.

2) Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Βαλεντινιανοῦ (De obitu Valentiniani), Migne, P.L., XVI, 1357, (1417). Ἐξεφωνήθη τὸν Αὔγουστον τοῦ 392.

3) Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοδοσίου (De  obitu Theodosii), Migne, P.L. XVI, 1385 (1447). Ἐξεφωνήθη στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 393.

4)  Ἐπιστολὲς (Epistulae), Migne, P.L., XVI, 876 (913)

Ε ' Ποικίλα ἔργα:

1) Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἀναγεννήσεως εἴτε περὶ φιλοσοφίας (De sacramento regenerationis sive de philosophia), ἀπόσπασμα παρὰ τῷ Αὐγουστίνῳ ἐν Corp. Script.Eccl. Latin. XI, σελ. 131)

2) Πασχαλινὸν κήρυγμα "Ἀγαλλιάσθω" (Praeconium paschale “ Exultet” , Migne, P.L.LXXII, 364).

3) Ὕμνοι (Hymni) , Migne, P.L. XVI, 1409 (1473).

4)  Ἐπιγράμματα (Epigrammata), Migne, P.L. XIII, 414 : P.L.S.  ι' 586

5)  Τίτλοι κα' (Tituli XXI), P.L. S. , I’ , 587.


  1. Frances, Young, “Classical genres and Christian genres”, ἐν The Cambridge history of early Christian literature. σελ. 253.
  2. Y. M. Duval, L’  influence des écrivains africains.
  3. L. Taormina, Sant’  Ambrogio e Plotino, ἐν Misc. di studi di letter. Crist. Ant.,1954, σελ. 41-85.
  4. P. Courcelle, Recherches sur les Confessions du Saint Augustin 93-138 καὶ 311-382. H. Savon, Saint Ambroise devant l’  exégèse de Philon, le juif. G. Madec, Saint Ambroise et la philosophie.
  5. F. Saulo, Gli antichi vescovi dell’ Italia dalle  origine al 1300 descritti per regioni. La Lombardia, Firenze, 1973, σελ. 145-150.
  6. S. Zincone, Simplicianus de Milan, ἐν Diction. Encycl. Du Christian. Ancien. τόμος 2 στήλες 2297-2298. Enciclopedia Cattolica, Città del Vaticano 1949-1954, τόμ. 11, σελ. 648. 

 

 

 

 

 


nektarios 4

 

(Γερασίμου Μικραγιαννανίτου)


Μετά τα συνήθη, το εξής τροπάριον του Αγίου.


Ήχος δ'. Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ.


Τω Ιεράρχη του Χριστού Νεκταρίω, τω δοξασθέντι δωρεαίς ουρανίαις, προσπέσωμεν κραυγάζοντες εκ βάθους ψυχής· Άγιε Νεκτάριε, Ορθοδόξων προστάτα, πάσης ημάς λύτρωσαι, συμφοράς και ανάγκης και πειρασμών και νόσων χαλεπών τους καταφεύγοντας, Πάτερ τη σκέπη του.


Δόξα. Όμοιον.

Ως ειληφώς παρά Θεού εξουσίαν, του θεραπεύειν τας δεινάς καχεξίας, των προσιόντων Πάτερ τοις λειψάνοις σου ίασαι δεόμεθα τους δεινώς θλιβομένους, νόσοις και παθήμασι, και πικραίς αλγηδόσι, και εν ειρήνη φύλαττε ημάς ταις σαις πρεσβείαις Νεκτάριε Όσιε.


Και νυν. Θεοτόκιον.

Ου σιωπήσομέν ποτέ Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; τις δε διαφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου. σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.


Ο Ν' ψαλμός και ο Κανών, του οποίου η ακροστιχίς.

 «Παθών Νεκτάριε ημάς ρύσαι. Γερασίμου».

Ωδή α'. Ήχος πλ. δ'. Υγράν διοδεύσας.

Πληγείς τη κακία του δυσμενούς, τη ση αντίληψη, καταφεύγω αναβοών ειρήνευσαν Πάτερ την ζωήν μου, και την κατ' άμφω υγείαν μοι δώρησαι.

Αγίως ανύσας σου την ζωήν, αεί αγιάζεις, και λυτροί συ παντός κακού, Νεκτάριε Πάτερ θεοφόρε, τους προσιόντας τοίς θείοις λειψάνοις σου.

Θαυμάτων δυνάμεις ως ενεργών, θεράπευσον Πάτερ, ασθενείας οδυνηράς, των την σην βοήθειαν ζητούντων. θαυματουργέ Ιεράρχα Νεκτάριε.

Θεοτοκίον.

Ως Μήτηρ φιλεύσπλαχνος του Θεού, φιλάγαθε Κόρη, ευσπλαγχνίσθητι έπ' εμοί, και βλάβης με πάσης και μανίας, του αοράτου απάλλαξαν όφεως.

Ωδή γ'. Ουρανίας αψίδος.

Νοσημάτων παντοίων, και χαλεπών θλίψεων, και επηρειών ολέθριων, και επιθέσεων, του αρχεκάκου εχθρού, ως συμπαθής Ιεράρχης, ασινείς διάσωζε, τους σε γεραίροντας.

Νέκταρ άϋλον θείον, της θεϊκής χάριτος, ης παρά Θεού εκομίσω, βλύζει εκάστοτε, η θεία κάρα σου, και των παθών την πικρίαν, απελαύνει Άγιε εκ των ψυχών ημών.

Εν οδύναις και πόνοις, και θλιβεραίς μάστιξι, Πάτερ την ζωήν μου ανύων, προς σε κατέφυγον μη ουν παρίδης με, αλλά τη ση επισκέψει, εκ των συνεχόντων με, δεινών απάλλαξον.

Θεοτοκίον.

Καταφύγιον κόσμου, και αρραγές στήριγμα, Κεχαριτωμένη Παρθένε, τους καταφεύγοντας, υπό την σκέπην σου, των πολυπλόκων σκανδάλων, του δολίου δράκοντας, σκέπε και φύλαττε.

Διάσωσον εκ πάσης βλάβης και θλίψεως Ιεράρχα, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία προστρέχοντας, και σε τιμώντας Νεκτάριε θεοφόρε.

Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις και το Κάθισμα. Ήχος β'. Πρεσβεία θερμή.
 

Πηγή δαψιλής, ιάσεων εν Πνεύματι, εδείχθη σοφέ, η θήκη των λειψάνου σου, ιάται γαρ τους πάσχοντας, και υγείαν και ρώσιν χαρίζεται, τοίς προσιούσιν εν πίστει θερμή, Νεκτάριε Πάτερ ιερώτατε.


Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.

Την Μονήν σου Νεκτάριε, πάσης επηρείας ανεπηρέαστων, του δολίου πολεμήτορος. Πάτερ διατηρεί τη ση χάριτι.

Ασθενείς τους προστρέχοντας, Πάτερ πανταχόθεν τη θεία Μάνδρα σου, θεραπείας καταξίωσον, και την λύπην τούτων διασκέδασον.

Ρώσιν δίδου και ίασιν, την κατά ψυχήν και σώμα Νεκτάριε, και πταισμάτων απολύτρωσιν, τοις ειλικρινώς σε μακαρίζουσι.

Θεοτοκίον.

Ίθυνόν με Πανάμωμε, προς της μετανοίας οδόν σωτήριον, και παθών μου τα σκιρτήματα, νέκρωσον εις τέλος και αφάνισον.


Ωδή ε'. Φώτισον ημάς.

Ευρέ σε θερμόν, αντιλήπτορα η Αίγινα, δια τούτο σου τη χάριτι αεί, καταφεύγει και λυτρούται πάσης θλίψεως.

Ήρεμον ζωήν, διανύειν και ατάραχον, από πάσης του εχθρού επιβουλής, καταξίωσον ημάς Πάτερ Νεκτάριε.

Μέγαν σε φρουρόν, και προστάτην Πάτερ Όσιε, κεκτημένη η Μονή σου η σεπτή, εγκαυχάται τη ταχεία αντιλήψει σου.


Θεοτοκίον.

Άχραντε Αγνή, του Θεού Μήτερ απείρανδρε, τους ελπίζοντας τη σκέπη σου αεί, ανωτέρους πάσης βλάβης διατήρησον.


Ωδή ς'. Την δέησιν.

Σωμάτων, και των ψυχών τας οδύνας, επικούφισον Νεκτάριε Πάτερ, των προς την σην αφορώντων πρεσβείαν, και τας καρδίας ημών χαράς πλήρωσον, και αθυμίας χαλεπής, ες ημών την ομίχλην διάλυσον.

Ρυσθήναι, πειρατηρίων παντοίων, και σκανδάλων του εχθρού ολεθρίων, και αναγκών και στενώσεων πλείστων, τον Πανοικτίρμονα Λόγον ικέτευε, Νεκτάριε θαυματουργέ, τους προστρέχοντας πίστει τη σκέπη σου.

Υψόθεν, ως συμπαθής εποπτεύων, και απαύστως προστατεύων μη παύση, της ιεράς σου Μονής θεοφόρε, της κεκτημένης ως μέγα θησαύρισμα, Νεκτάριε θαυματουργέ, την σορόν των αγίων λειψάνων σου.

Θεοτοκίον.

Σωτήρα, και Λυτρωτήν των ανθρώπων, τον φιλάνθρωπον κυήσασα Λόγον, σωσόν με Κόρη τη ση προστασία, της πονηράς τυραννίδος του χείρονος, και νεύρωσόν μου την ψυχήν, προς επίδοσιν βίου βελτίονος.

Διάσωσον εκ πάσης βλάβης και θλίψεως Ιεράρχα, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία προστρέχοντας, και σε τιμώντας Νεκτάριε θεοφόρε. Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, έπ' εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις και το Κοντάκιον. Ήχος β'. Προστασία των Χριστιανών.

Πεπτωκότων επανόρθοσις γέγονας, και των κλονουμένων Νεκτάριε στήριγμα, εν υστέροις τοις καιροίς παρά Κυρίου δοξασθείς, αλλά πάντοτε και ημάς, των εν τω βίω πειρασμών, ανωτέρους διάσωζε, άφεσιν των πταισμάτων, και ρώσιν και σωτηρίαν, αιτούμενος παρά Θεού, Ιεράρχα ταις ψυχαίς ημών.


Προκείμενον.

Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι Όσιοί σου αγαλλιάσονται.

Στίχ. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσιου αυτού.
 


Ευαγγέλιον.

Εκ του κατά Ιωάννην (ι' 9-16)

Είπεν ο Κύριος. Εγώ είμι η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει. Ο κλέπτης ουκ έρχεται ειμή ίνα κλέψη, και θύση, και απολέση· εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν. Εγώ είμι ο Ποιμήν ο καλός· ο Ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν ου ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίησι τα πρόβατα, και φεύγει· και ο λύκος αρπάζει αυτά, και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστί, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων. Εγώ ειμί ο Ποιμήν ο καλός, και γινώσκω τα εμά, και γινώσκομαι υπό των εμών. Καθώς γινώσκει με ο Πατήρ καγώ γινώσκω τον Πατέρα, και την ψυχήν μου τίθημι, υπέρ των προβάτων. Και αλλά πρόβατα έχω, ά ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης, κακείνά με δει αγαγείν, και της φωνής μου, ακούσουσι, και γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν.

Δόξα.

Ταις του Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νυν.

Ταίς της Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.

Προσόμοιον. Ήχος πλ. β'. Όλην αποθέμενοι.

Νέον άστρον πέφηνας, τη του Χριστού Εκκλησία, εν εσχάτοις έτεσι, βίου καθαρότητι λάμψας Όσιε, νοηταίς λάμψεσι, των εν σοι χαρίτων, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, και των ιάσεων, ταις μαρμαρυγαίς λύων πάντοτε, δαιμόνων την σκοτόμαιναν, και αρρωστημάτων την ζόφωσιν, όθεν σοι βοώμεν. Μη παύση εκλυτρούμενος ημάς, επηρειών του αλάστορος, και παντοίων θλίψεων.

Το «Σώσον ο Θεός τον λαόν σου» κ.τ.λ. Ωδή ζ'. Οι εκ της Ιουδαίας.

Αλγηδόνων ποικίλων, πειρασμών και κινδύνων και περιστάσεων, και φθόνου και κακίας, ανθρώπων κακότροπων, ασινείς διαφύλαττε, τους σε τιμώντας αεί, Νεκτάριε παμμάκαρ.

Ιατρεύων απαύστως, χαλεπάς ασθενείας Πάτερ Νεκτάριε, των πίστει προσιόντων, τοίς θείοις σου λειψάνοις, αρωγός ετοιμότατος, εν τοις εσχάτοις καιροίς, των ευσεβούντων ώφθης.

Γέρας ένθεον ώφθης , και διάδημα νέον Πάτερ Νεκτάριε, τη νήσω της Αιγίνης, ήτις αεί προστρέχει, τη πρεσβεία σου Άγιε, και της εύνοιας της σης, τρυγά τας αντιλήψεις.


Θεοτοκίον.

Εντολών με προς τρίβον, του εκ σου σαρκωθέντος Κόρη οδήγησον, πυλών της αμαρτίας, εξαίρουσα Παρθένε, την ροπήν της καρδίας μου, ίνα υμνώ σε αεί, σωθείς τη χάριτί σου.

 

Ωδή η'. Τον Βασιλέα.

Ρουν της κακίας, τον κατακλύζοντα Πάτερ, της καρδίας μου τους αύλακας εις τέλος, ξήρανον δυνάμει, των θείων πρεσβειών σου.

Ασθενειών σε, θεραπευτήν εγνωκότες, καταφεύγομεν τη Κάρα σου τη θεία, ίνα λυτρωθώμεν, μαστίγων επώδυνων.

Σκέπε απαύστως, την σην Μονην την αγίαν, και πρυτάνευε αυτή τη ση πρεσβεία, Πάτερ Ιεράρχα, τας Πατρικάς σου δόσεις.

 

Θεοτοκίον.

Ίασαι Κόρη, την ασθενούσαν ψυχήν μου, τη του όφεως κακίστη επηρεία, και καταύγασόν με, φωτί της απαθείας.


Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.

Μανίας ημάς ρύσαι, εχθρού του αοράτου, και των εν βίω δεινών περιστάσεων, τους καταφεύγοντας Πάτερ υπό την σκέπην σου.

Οδύνης ψυχικής με, και των αλγημάτων, των εν τω σώματι Πάτερ απάλλαξαν, τη εκ Θεού σοι δοθείση πλούσια χάριτι.

Υπέρ της ευαγούς σου, Μάνδρας εκδυσώπει, και της Αιγίνης Χριστόν τον φιλάνθρωπον, και της Ελλάδος απάσης Πάτερ Νεκτάριε.


Θεοτόκιον.

Υμνούμέν σου την χάριν, Κεχαριτωμένη, συ γαρ απαύστως ως μήτηρ φιλόστοργος, σκέπεις και τρέφεις και θάλπεις ημάς εκάστοτε.

 

Το «Άξιον εστί», και τα Μεγαλυνάρια.

Τον της ευσέβειας νέον πυρσόν, και της Εκκλησίας τον φωστήρα τον φαεινόν, τον θερμόν προστάτην, και έφορον Αιγίνης, Νεκτάριον τον Θείον, ύμνοις τιμήσωμεν.


Χαίροις ο νεόρρυτος ποταμός, ο τα νεκταρώδη των χαρίτων των θεϊκών, ρείθρα πελαγίζων, τη θεία επομβρία, Χριστού τη Εκκλησία, Πάτερ Νεκτάριε.

Λάμψας εν τω ύψει των αρετών, εν εσχάτοις χρόνοις, ώσπερ λύχνος θεολαμπής, νοητώς λαμπρύνεις, πιστών τας διανοίας, τη καθαρά ζωή σου, Πάτερ Νεκτάριε.

Χαίροις τεθλιμμένων ο αρωγός, και των δαιμονώντων, ο ταχύτατος ιατρός, χαίροις ο τα πάθη, και νόσους θεραπεύων, των προσιόντων Πάτερ, εν τοις λειψάνοις σου.

Χαίροις της Αιγίνης ο θησαυρός, και των Ορθοδόξων, αντιλήπτωρ και βοηθός· χαίροις της Ελλάδος αγλάισμα το νέον, Νεκτάριε παμμάκαρ, ημών το στήριγμα.

Τη ση προστασία τη πατρική, την σεπτήν Μονήν σου, διαφύλαττε αβλαβή, Νεκτάριε Πάτερ, και πλήρου τας αιτήσεις, των ευλαβώς τελούντων, την θείαν μνήμην σου.

Π ά σ α ι  τ ω ν  α γ γ έ λ ω ν...


Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.

 Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσί· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.


Εκτενής και Απόλυσις, μεθ' ην το εξής.

Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.

Πάσιν αντιλήπτωρ και φρουρός, και θερμός προστάτης και σκέπη, γενού Νεκτάριε, τοις προσερχομένοις σοι, Πάτερ εκ πίστεως, και τα θεία σου λείψανα, κατασπαζομένοις, α Χριστός εδόξασε, θαυμάτων χάρισι, λύων πειρασμών τας οδύνας, και ειρήνην πάσι παρέχων, και πταισμάτων άνωθεν συγχώρησιν.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Άνοιξη με τους Αγίους

Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Γούβαλη

Ydraios 2

       Ναι μεν η μαύρη σκλαβιά είχε χυμένη σε όλες τις ελληνικές καρδιές μια μελαγχολία, μα η ελπίδα πως μια μέρα θα σπάσουν τα δεσμά, έδινε θάρρος και δύναμι στους σκλάβους να εργάζωνται κρυφά τη νύχτα στα υπόγεια των Μοναστηριών για να φτιάνουν μπαρούτι, βόλια, γιαταγάνια κοφτερά και καριοφύλλια, για τη ημέρα τη μεγάλη. Ήταν μια μελαγχολία, που η ελπίδα την είχε μεταβάλει σε κρυφή χαρά. Η μελαγχολία όμως, που είχε χυθή στις αγαθές και φιλότιμες καρδιές όλων των Υδραίων, ήταν ανείπωτη. Οι πιο πολλοί από αυτούς τότε εβάδιζαν με σκυμμένα τα κεφάλια χωρίς λέξι να μπορούν να ειπούν, άλλοι έσφιγγαν τα δόντια τους και τις γροθιές τους απειλητικά. «Ακούς εκεί να βρεθή Υδραίος να αλλάξη την πίστι του»! Δεν ημπορούσαν να χωνέψουν την προσβολή που έγινε στο δοξασμένο τους νησί. Το πιο μεγάλο όμως φαρμάκι έπινε δίχως άλλο η άμοιρη μάννα του εξωμότου. Μόλις έμαθε πως ο γυιός της άλλαξε την πίστι του στη Ρόδο και εμπήκε στο παλάτι του πασά, εντύθηκε τα μαύρα, έβαψε και το σπίτι της μαύρο και εκλείσθηκε μέσα. Ούτε και στην Εκκλησιά μπορούσε να πάη. Πού να παρουσιασθή στον κόσμο; Όλοι θα την έδειχναν με το δάκτυλο και θάλεγαν μεταξύ τους: «να η μητέρα εκείνου, που άλλαξε την πίστι του!» Πώς θα μπορούσε να βαστήξη μια τέτοια προσβολή; Τη ζωή της δεν την ήθελε πια η δυστυχής Υδραία μάννα. Και έκλαιγε, έκλαιγε νύχτα και μέρα. Μάλιστα, όταν από τις σχισμές των κλειστών παραθύρων του σπιτιού της έβλεπε καμμιά φορά τους διαβάτες να κάνουν ανατριχιασμένοι το σταυρό τους μόλις αντίκρυζαν το σπίτι της, της ερχόταν να ξερριζώση τα μαλλιά της από την απελπισία.

* * *

Δεν πέρασε πολύς καιρός ωστόσο, που ο Κωνσταντής άρχισε να ταράσσεται από εφιάλτες στον ύπνο του. Έβλεπε πάντα τη μάννα του εμπρός του να κλαίη, άλλοτε να τον καταριέται, και ετιναζόνταν ορθός, αγριεμμένος. Και επί τέλους έλαβε την απόφασι. Πλούτη είχε όσα ήθελε. Έλυνε κι έδενε στου πασά το σπίτι. δόξες, τιμές και εξουσία άφθονη, θα φόρτωνε ένα καΐκι από όλα τα αγαθά της γης και θα τάφερνε στην Ύδρα, θα γέμιζε το πατρικό του σπίτι και θα καλόπιανε τη μάννα του. Όσο για τους Υδραίους ας τους να λένε ό,τι θέλουν!...

* * *

Είχε η νύχτα προχωρήσει αρκετά όταν αγκυροβόλησε το καΐκι του εξωμότου στο λιμάνι της Ύδρας. Τα σκυλιά των άλλων καϊκιών εγαύγιζαν άγρια και ούρλιαζαν αναστατώνοντας την ηρεμία του λιμανιού. Σε λίγο ένας Τούρκος με σαρίκι φορτωμένος δώρα κτυπούσε με το ρόπτρο την αυλόπορτα του μαυρισμένου σπιτιού. Ο αντίλαλος συνετάραξε όλη τη γειτονιά. Από το σπίτι ως τόσο απάντησις καμμιά. Ξανακτύπησε. και πάλι καμμιά απάντησις. Καλές γειτόνισσες ξύπνησαν από τον ύπνο και άνοιξαν τα παράθυρα να ιδούν ποιος κτυπάει τέτοια ώρα την πόρτα του ρημαγμένου σπιτιού και σαν είδαν Τούρκους με σαρίκια, έκαναν ανατριχιασμένες το σταυρό τους, έκλειναν με βία τα παράθυρα, άναβαν κεριά, έβαζαν λιβάνι και έκαναν μετάνοιες κλαίγοντας. «Ο καταραμένος ήλθε! Άμοιρη χήρα μάννα!»

Σε κάμποση ώρα ανοίγει δειλά-δειλά ένα παράθυρο ψηλά από το πονεμένο σπίτι. Ένα κεφάλι μαυροσκεπασμένο επρόβαλε και ρώτησε τρομαγμένο: «Ποιος είναι τέτοια ώρα; Εγώ δεν έχω κανένα σ’ αυτόν τον κόσμο. Τί θέλετε στο σπίτι μου τέτοια ώρα;» «Άνοιξε, μάννα μου», φωνάζει ο γυιος της χήρας. «Ο γυιος σου είμαι ο Χασάνης! Ήλθα δώρα φορτωμένος ένα ολόκληρο καΐκι για να σε κάνω ευτυχισμένη. Άνοιξε, μάννα μου, θέλω να πέσω στην αγκαλιά σου. Ο γυιος σου είμαι!»

Η Υδραία μάννα αγρίεψε και από το στόμα της άφησε να βγουν λόγια σαν κεραυνοί: «Ο γυιος μου ο Χασάνης; Καταραμένε! φύγε από τα άγια χώματα της Ύδρας. Εγώ είμαι χριστιανή. Εγώ γυιο Τούρκο δεν εγέννησα. Ο γυιος μου ο Κωνσταντής επέθανε για μένα.

Καταραμένε, φύγε από το σπίτι μου. Η γη να σε ξεράση. Καταραμένεε...!» Έκλεισε απότομα το παράθυρο και έπεσε λιπόθυμη με λυγμούς στο πάτωμα η άμοιρη μάννα. Ο εξωμότης εζαλίσθηκε, τον πήραν τα κλάματα και τρικλίζοντας από τη δυστυχία άρχισε να κατεβαίνη τα σκαλένια σοκάκια της Ύδρας για να γυρίση γρήγορα στο καΐκι και να φύγη, να φύγη μακρυά. Τα πατήματα των ποδιών στα καλντερίμια αντιλαλούσαν στους τοίχους των γύρω σπιτιών και τρομαγμένες οι νοικοκυρές άνοιγαν δειλά τα παράθυρα και βλέποντας τον εξωμότη έμπαιναν απότομα μέσα, αφήνοντας να ακούγεται η λέξις: «Ο καταραμένος» για να τον συνοδεύη εκείνη στη ζωή του. Και οι βράχοι της Ύδρας και τα κύματα, που ξεσπούσαν επάνω στο καΐκι, που έφευγε, ενόμιζε ο εξωμότης ότι όλα του έλεγαν «καταραμένε!» Ακούμπησε τότε το κεφάλι του βαρύ επάνω στις παλάμες του και βυθίσθηκε σε σκέψεις. Ήταν η πρώτη φορά, που άρχισε να νοιώθη σαν κάτι να του δαγκάνη την καρδιά. Χίλιοι δαίμονες ενόμισε πως τον κυνηγούσαν και έβαλε πλώρη για την Πόλι.

Ήταν τότε Πατριάρχης ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε’. Μπροστά του γονατισμένος εξωμολογήθηκε την αμαρτία του την τρομερή και εζήτησε το έλεος της Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης τον αγκάλιασε και έκλαψαν και οι δυο ώρα πολλή. Το πρόσωπο του Κωνσταντή άστραψε από αγαλλίασι. Είχε λάβει την απόφασι να ξεπλύνη το ρύπο ακόμα και με το αίμα του. Επήγε λίγους μήνες στο Άγιον Όρος να ξανασάνη και να προσευχηθή και έπειτα ξαναγύρισε πάλι, χριστιανός τώρα, στη Ρόδο. Εκεί σαν εμπνευσμένος ιεραπόστολος εκήρυξε δημοσία την πλάνη του και εκάλεσε και τον ίδιο τον πασά να γίνη χριστιανός. Μήνες ολοκλήρους επάλαιψε στη Ρόδο ανάμεσα σε τρομερά μαρτύρια. Σηκώνεται η τρίχα του ανθρώπου, όταν διαβάζη τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας. Και επί τέλους στις 14 Νοεμβρίου του 1800 παρέδωσε Μάρτυς πλέον του Χριστού στα χέρια Του τη μαρτυρική ψυχή του «Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο εξ Ύδρας»!

* * *

Σείεται όλο το νησί από χαρά και κωδωνοκρουσίες. Η ένδοξη Ύδρα είναι στο ποδάρι. Ο Ιστορικός και μεγαλόπρεπος ναός της Παναγίας «το Μοναστήρι» είναι ολόκληρος στολισμένος σε σμυρτιές και δάφνες και με φασκομηλιές είναι στρωμένος και ο ναός και η προκυμαία όλη του νησιού και ο δρόμος, που οδηγεί στο σπίτι του Αγίου. Όλα τα καΐκια στο λιμάνι είναι σημαιοστολισμένα και τα σπίτια της Ύδρας όλα. Ο Δεσπότης ντυμένος τη στολή του και οι παπάδες όλοι με τα εξαπτέρυγα περιμένουν στην προκυμαία. Τί γίνεται! Μάτι δεν μένει αδάκρυτο. Οι Υδραίες νοικοκυρές και οι κοπέλλες είναι όλες ντυμένες με τις ολόχρυσες στολές. Ο Ηγούμενος κρατεί στα χέρια του τα άγια Λείψανα και κλαίει. Η λιτανεία πηγαίνει προς το σπίτι του Αγίου. Όλη η πόλις είναι χωμένη στα σύννεφα του μοσχολίβανου και μυρωμένη με το άρωμα της φασκομιλιάς, της δάφνης και της μυρτιάς. Η πόρτα του σπιτιού της ευτυχισμένης τώρα χήρας μάννας μένει ακόμα κλειστή, για να ανοίξη μεγαλόπρεπα σε λίγο. Ο Δεσπότης ο ίδιος κρούει τώρα τη θύρα. Κοπέλλες χωμένες στα χρυσά την ανοίγουν διάπλατα στο κτύπημα του Δεσπότη και γονατίζουν κρατώντας λιβανιστήρια στα χέρια τους και κλαίγοντας: «Έλα, ευτυχισμένη μάννα, να υποδεχθής το γυιο σου», της είπε ο Δεσπότης, ενώ η φωνή του εκοβόταν από τους λυγμούς.

Η μάννα του Αγίου ντυμένη στα ολόχρυσα, περιτριγυρισμένη και από άλλες αρχόντισες της Ύδρας στα ολόχρυσα κι' αυτές ντυμένες, ανοίγει την αγκαλιά της και παίρνει τα άγια Λείψανα από τα χέρια του Ηγουμένου, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί, και ξεφωνίζει με κλάματα: «Καλώς το το παιδί μου! Έτσι σε ήθελα παιδί μου, νάρθης στην πατρίδα! Καλώς το το παιδί μου...!» Ώρες ολόκληρες οι λυγμοί και τα κλάματα εδονούσαν τις καρδιές των Υδραίων, κλάματα, που τους έκαναν να καυχώνται και να τα αισθάνωνται δροσιά στις καρδιές των. Καμμιά συγκίνησις, καμμιά ικανοποίησις στο δοξασμένο νησί σαν κι’ αυτή...

* * *

Κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες, που εορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, έρχονται στο νου μου οι συγκινητικές αυτές σκηνές. Τις βλέπω ζωντανές με τα ψυχικά μου μάτια και περνούν και στο δικό μου το κορμί τα ίδια ρίγη, που περνούν και τα κορμιά των αγαθών Υδραίων κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες και ανακουφίζεται από το ίδιο ψυχικό ξεκούρασμα και η δική μου ψυχή.

Και σας, αγαπητοί μου φίλοι, παρακαλώ σήμερα να σταθήτε μαζί μου με σεβασμό πρώτα-πρώτα μπρος στη μεγάλη Υδραία μητέρα, στην οποία κυρίως οφείλεται η επιστροφή και η δόξα του Αγίου, και έπειτα και προ παντός να δοξάσετε το όνομα του Παναγάθου Θεού, που γνωρίζει να ανορθώνη τους συντετριμμένους και από την πιο τρομερή πτώσι τους να τους ανεβάζη στα ύψη της αγιωσύνης και να τους στεφανώνη με το μαρτυρικό, αθάνατο στεφάνι.



† Μητροπολίτου
Καρυστίας & Σκύρου Παντελεήμονος,
Από το βιβλίον της ζωής, Αθήναι 1939.

ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

 

https://www.impantokratoros.gr/9DCDEC4E.el.aspx 

agios nektarios



Στὸ θάλαμο 2 τοῦ δεύτερου ὀρόφου, ἐκεῖ στὸ Ἀρεταίειο, ὅπου ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή, καίει σήμερα διαρκῶς ἕνα καντήλι μπρὸς στὴν πάνσεπτη εἰκόνα του.

Καθημερινὰ περνοῦν ἀπὸ κεῖ πλῆθος πιστῶν, κυρίως ἀρρώστων, οἱ ὁποῖοι στέκονται γιὰ λίγο καὶ νοερὰ ἀφήνουν τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς τους, σὰν μία θερμὴ ἱκεσία πρὸς τὸν φιλάνθρωπο ἅγιο.

Καὶ κεῖνος φαίνεται νὰ συγκατανεύει. Τοὺς δίνει κουράγιο μὲ τὸ ἱλαρό του βλέμμα καὶ ἐνισχύει τὴν πίστη τους. Τοὺς θυμίζει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος πόνεσε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ ἀλλὰ ἐνισχυόταν πάντα ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη ἐπαφή του μὲ τὸ Θεό.

Τὰ Θαύματα τοῦ Ἁγίου μας εἶναι πολλά. Τόμοι ὁλόκληροι ἔχουν γραφτεῖ γιὰ αὐτά. Θὰ ἀναφέρω μία ἱστορία γεμάτη με τὴν «παρουσία» καὶ παρέμβαση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἀρκετὰ πρόσφατη, ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ πολλοὶ συνάνθρωποί μας νὰ δοῦν καὶ νὰ ζήσουν τὴν εὐεργεσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ προσφερομένη διαμέσῳ τῶν θείων δοχείων χάριτος, τῶν Ἁγίων μας.

Ἦταν ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅταν ἡ μικρὴ Βαρβάρα στὴν ἡλικία τῶν 10 ἐτῶν χτυπήθηκε ἀπὸ ἐγκεφαλικὴ αἱμορραγία. Ἡ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεῖο Παίδων ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ἔγινε σχετικὰ γρήγορα καὶ σὲ διάστημα 2 ὡρῶν τὸ κοριτσάκι χειρουργήθηκε ἀπὸ τὸν Διευθυντὴ Νευροχειρουργικῆς Προδρόμου. Στὸ μετεγχειρητικὸ διάστημα καὶ μετὰ ἀπὸ 3 ὦρες ἡ μικρὴ παρουσίασε καὶ νέα αἱμορραγία. Χειρουργήθηκε ξανά, ἀλλὰ οἱ γιατροὶ ἦταν ἀπαγορευτικοί σε αἰσιόδοξες προβλέψεις.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης χειρουργικῆς ἐπέμβασης οἱ γονεῖς παρακάλεσαν τὸν ἅγιο Νεκτάριο νὰ τοὺς βοηθήσει. Καὶ πράγματι καὶ οἱ δυὸ ἔνιωθαν τὴν παρουσία του μέσα στοὺς διαδρόμους τοῦ νοσοκομείου καὶ εἶχαν τὴν ἐντύπωση πὼς εἶναι παρὼν στὸ χειρουργικὸ τραπέζι! Οἱ ἐγχειρήσεις ὁλοκληρώθηκαν ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν ἄφηναν περιθώρια αἰσιοδοξίας στοὺς γονεῖς.

Ὁ Διευθυντὴς τῆς Νευροχειρουργικῆς Μονάδας κ. Προδρόμου ἦταν κατηγορηματικός: Παιδιὰ μὲ τέτοιο χτύπημα σὲ ποσοστὸ 80% πεθαίνουν κατὰ τὴ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεῖο[!!!]... ἂν ἐπιζήσουν τῆς ἐπέμβασης πεθαίνουν σὲ διάστημα 10-20 ἡμερῶν μετὰ ἀπὸ αὐτή... καὶ φυσικὰ οὔτε λόγος γιὰ φυσικὴ ἀποκατάσταση ἂν παρόλα αὐτὰ καταφέρουν νὰ ἐπιζήσουν!!!! Οἱ γονεῖς σὲ καμία περίπτωση δὲν ἔχασαν τὸ κουράγιο τους καὶ τὴν πίστη τους.

... χουν περάσει 3 μῆνες ἀπὸ τότε. Ἡ μικρὴ Βαρβάρα, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τῆς ἰατρικῆς ὁμάδας, θὰ ἔμενε τουλάχιστον 3 μῆνες στὸ νοσοκομεῖο καὶ φυσικὰ δὲν μποροῦσε νὰ καθορίσει οὔτε κατὰ προσέγγιση τὸν ἀπαιτούμενο χρόνο φυσικοθεραπείας γιὰ τὴν ΜΕΡΙΚΗ ἀποκατάσταση.

Ἡ Βαρβαρούλα ἤδη ὁλοκλήρωσε τὴν φυσικοθεραπευτικὴ ἀγωγὴ ἐπιτυχῶς καὶ ἀκολουθεῖ μαθήματα ε´ δημοτικοῦ μὲ δάσκαλο κατ᾿ οἶκον, γιὰ ψυχολογικοὺς λόγους. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔκανε ἄλλο ἕνα θαῦμα.

Τελειώνοντας τὴν μικρὴ αὐτὴ εὐχαριστία πρὸς δόξαν Θεοῦ θα ἀναφέρω τὰ λεγόμενα Ἰατροῦ τῆς ἐντατικῆς μονάδας τοῦ ΠΑΙΔΩΝ, σὲ ἐρώτηση ἂν πιστεύει στὸ Θεό.

- Πιστεύω στὸ Θεὸ γιατὶ τὸν βλέπω ἐδῶ μέσα καθημερινά!!!