agios kosmas aitolos
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
 
Η Ελλάδα μας είναι χώρα αγίων! Ως έθνος ευλογημένο από τον ίδιο τον Κύριο (Ιωάν.12,23), «ποιών τους καρπούς» της Βασιλείας του Θεού (Ματθ.21,43), έχει την ευλογία να αναδεικνύει στη δισχιλιόχρονη χριστιανική του πορεία, μεγάλους αγίους και ομολογητές της πίστεως. Δεν είναι τυχαίο πως οι κορυφαίοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ήταν στο σύνολό τους Έλληνες! Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, εφάμιλλος των μεγάλων αγίων και ομολογητών της αρχαίας Εκκλησίας. Επιπλέον ο μεγάλος αυτός άνδρας, εκτός από Ιερομάρτυρας της Εκκλησίας μας είναι και Εθνομάρτυρας, διότι ωφέλησε το Έθνος μας τα μέγιστα σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.
 
Γεννήθηκε το 1714 το Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας, κοντά στο Θέρμο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Οι ευσεβείς γονείς του του ενέπνευσαν την ευσέβεια και την πίστη στο Θεό. Του εμπέδωσαν επίσης την Ορθοδοξία, όχι απλά ως θρησκευτική πίστη, αλλά ως τρόπο ζωής. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Αργότερα τον έστειλαν οι γονείς του στις ονομαστές σχολές της Ναυπακτίας και της Παρνασσίδος, για να συμπληρώσει την παιδεία του κοντά στους ονομαστούς δασκάλους της εποχής, Γεράσιμο Λύτσικα και ιερομόναχο Ανανία.
 
Το 1749 πήγε στο Άγιο Όρος για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή. Εκεί διδάχτηκε ανώτερες σπουδές, θεολογίας, φιλολογίας και φιλοσοφίας. Κατόπιν πήγε στη Μονή Φιλοθέου όπου έλαβε το μοναχικό σχήμα και το όνομα Κοσμάς. Ύστερα από δεκαετή μοναχική ζωή, με προσευχή, νηστείες, αγρυπνίες και προσωπική κάθαρση, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε το δικαίωμα να ζει και να φροντίζει μόνο τον εαυτό του, αλλά έπρεπε να βοηθήσει και τους αδελφούς του, τους ορθοδόξους ραγιάδες, οι οποίοι βίωναν αφάνταστη τυραννία από τους αλλόθρησκους τούρκους κατακτητές και βρισκόταν σε μαύρα σκοτάδια πλάνης και πνευματικής καταπτώσεως. Περισσότερο ανησυχούσε για τους εκτεταμένους εξισλαμισμούς. Ολόκληρες επαρχίες ασπάζονταν είτε με τη βία, είτε με τη θέλησή τους το Ισλάμ, χάνοντας πάραυτα την πίστη τους στο Χριστό και την ελληνική τους συνείδηση!
 
Στα 1759 πήρε τη μεγάλη απόφαση να βγει από το Άγιο Όρος, για να βοηθήσει τον δοκιμαζόμενο λαό. Πήρε την άδεια από τον Πατριάρχη Σεραφείμ να περιέλθει ως ιεροκήρυκας την Ελλάδα. Έτσι, ως νέος απόστολος Παύλος, οργανώνει μεγάλες ιεραποστολικές περιοδείες ανά την Ελλάδα, και με ανύπαρκτα μέσα, κατορθώνει μέσα σε είκοσι χρόνια να επισκεφτεί ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, με τις τέσσερις περιοδείες του, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Ρούμελη, την Πελοπόννησο, τα Ιόνια νησιά και ως τις εσχατιές της Αλβανίας.
 
Κήρυττε το λόγο του Θεού με απλά, αλλά πειστικά λόγια, αποδεικνύοντας ότι η ορθόδοξη διδασκαλία είναι η μόνη αληθινή πίστη και η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος και στηλίτευε τους εξισλαμισμούς, χαρακτηρίζοντάς τους ως προδοσία, σαν εκείνη του Ιούδα. Ταχυγράφοι κατέγραφαν τις ομιλίες του, πολλές από τις οποίες σώθηκαν και οι οποίες έχουν τόσο μεγάλο θεολογικό βάθος, ώστε να μας εντυπωσιάζουν και εμάς σήμερα!
 
Ο αγιασμένος και φωτισμένος ιεροκήρυκας Κοσμάς ήξερε την αιτία της πνευματικής καταπτώσεως των υποδούλων και τη λύση της πνευματικής τους αφύπνισης. Αυτή ήταν η παιδεία. Σε κάθε τόπο που πήγαινε μιλούσε για την άμεση
 
ανάγκη ίδρυσης σχολείων, ώστε να φοιτούν όλα τα ελληνόπουλα, αγόρια και κορίτσια, για να ξυπνήσουν από τον πνευματικό λήθαργο της σκλαβιάς. Έκανε εράνους και ίδρυε σχολεία, τα οποία άφηνε στη φροντίδα των κοινοτήτων και τη συντήρησή τους στους προύχοντες της περιοχής. Ο ίδιος ομολόγησε πως ίδρυσε περισσότερα από διακόσια πενήντα κατώτερα σχολεία και περισσότερα από δέκα ανώτερα! Πρότασσε την ανάγκη της παιδείας στα υλικά πράγματα.
 
Παρακινούσε τους υπόδουλους να μιλάνε ελληνικά και όχι τουρκικά, αλβανικά, βλάχικα κλπ, διότι η γλώσσα μας είναι βασικό στοιχείο της εθνικής μας ιδιοσυγκρασίας και υπόστασης. Στηλίτευε με σθένος την κοινωνική αδικία και έβαζε τους αδίκους να επανορθώνουν για τις αδικίες τους. Τους έπειθε να ζητούν δημόσια συγνώμη και εκείνος τους έδινε άφεση αμαρτιών. Στηλίτευσε την καταφρόνηση της γυναίκας, όπως υπαγόρευε ο ισλαμικός νόμος και σύστησε την αγάπη στα παιδιά. Εναντιώθηκε στα κυριακάτικα παζάρια, τα οποία αποσπούσαν τους Χριστιανούς από την Εκκλησία και τους έκανε πωρωμένους με το εμπόριο και το κέρδος, γεγονός που οδήγησε στο μαρτύριό του. Αυτό εναντίωσε τους μεγαλέμπορους της εποχής, κυρίως εβραίους, οι οποίοι θίγονταν οικονομικά. Γι’ αυτό και αποφάσισαν να του κλείσουν το στόμα. Δωροδόκησαν τον Κούρτ πασά του Βερατίου, ο οποίος τον συνέλαβε και τον απαγχόνισε στις 24 Αυγούστου του 1779 στο χωριό Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου.
 
Ο ορθόδοξος ελληνικός λαός πίστευε στην αγιότητα του Κοσμά, πριν το μαρτυρικό του θάνατο, αλλά και μετά από αυτόν. Αν και πέρασαν τριακόσια χρόνια από τότε, παραμένει σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, ζωντανή η μνήμη της παρουσίας του σ’ αυτές. Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου. Η Εκκλησία μας τον τιμά ως Ισαπόστολο και το Έθνος μας ως Εθναπόστολο.
 
Ο άγιος Κοσμάς έλαβε το χάρισμα από το Θεό και της προφητείας. Καταγράφηκαν εκατοντάδες προφητείες του, οι περισσότερες των οποίων επαληθεύτηκαν με θαυμαστή ακρίβεια, και επαληθεύονται συνεχώς ως τις μέρες μας!
 
Αυτός ήταν ο άγιος Κοσμάς, ο μεγάλος της Εκκλησίας και του Γένους μας και είναι νομίζουμε επιτακτική ανάγκη να τον προβάλλουμε ως πρότυπο και πνευματικό ορόσημο στις δύσκολες στιγμές που περνάμε ως Έθνος και κοινωνία!
 
 
 
 
 

makkavaioi

αγίου Γρηγορίου Θεολόγου

    

     Στον δεύτερο π.Χ. αιώνα οι ευσεβείς Ιουδαίοι αντιμετώπι­σαν πρωτοφανή πίεσι από τους κατακτητές τους Σελευκίδες, διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου, να αρνηθούν την θρησκεία τους και να προσχωρήσουν στην ειδωλολατρεία. Οι διωγμοί ήταν σκληροί και μάλιστα για τριάμιση χρόνια επί Αντιόχου Δ' του Επιφανούς, οπότε εκδηλώθηκε το αποκορύφωμα της αντίθεης μανίας. Δη­μιουργήθηκαν λαμπροί μάρτυρες, ολοζώντανες αποδείξεις της δυνάμεως του αληθινού Θεού. Τα μαρτύρια αυτά που χρονικά το­ποθετούνται στις έσχατες ημέρες της Π. Διαθήκης, προεικονίζουν αντίστοιχους άθλους που θα λάβουν χώρα στις έσχατες ημέρες της Κ. Διαθήκης, στα τριάμιση χρόνια που θα εκδηλωθή το αντίθεο μένος του Αντίχριστου.

Μακκαβαίοι ή Ασμοναίοι λέγονταν οι απόγονοι του ιερέα Ματταθία, πατέρα πέντε γυιών που πολέμησαν γενναία τους Σε­λευκίδες. Η ονομασία «Μακκαβαίοι» προήλθε από τον τρίτο γυιό του Ματταθία, τον Ιούδα που επικλήθηκε Μακκαβαίος, διότι σφυροκόπησε τους εχθρούς («μακκάμπα=σφυρί).

Εδώ παρουσιάζομε το μαρτύριο επτά αδελφών με την μητέρα τους και τον πνευματικό τους πατέρα Ελεάζαρο. Εκ παραδόσεως ξέρουμε ότι το όνομα της μητέρας ήταν Σολομονή που σημαίνει ειρηνική, και των παιδιών της, ΑβείμΑντώνιοςΓουρίαςΕλεάζαροςΕυσέβωναςΑχείμ και Μάρκελλος. Εμαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια της βασιλείας Αντιόχου Δ' του Επιφανούς, πριν ξεσπάση η μακκαβαϊκή επανάστασις με τον Ιούδα. Η Εκκλησία από ενωρίς ετίμησε την μνήμη τους. Η εορτή τους άγεται στην 1η Αυγούστου. Τέτοια ημέρα εξεφώνησε και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την ομιλία του «Εις Μακκαβαίους» την οποία παραθέτουμε εδώ σε μετάφρασι και με κάποια σχόλια. Οι λόγοι του αγίου Γρηγορίου πάντα αποζητούν τα σχόλια, διότι έχουν πυκνότητα και βά­θος νοημάτων.

Το συγκινητικό μαρτύριο γίνεται ακόμη πιο συγκινητικό με τον απαράμιλλο κάλαμο του ιερού Πατρός. Ας σημειωθή ότι σώ­ζονται και τρεις ωραίες ομιλίες για τους Μακκαβαίους του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως φυλάσσεται ά­φθαρτο το λείψανο της αγίας Σολομονής.

       1. Και οι Μακκαβαίοι; Γι' αυτούς είναι τούτη η πανήγυρις. Συμβαί­νει να μη τους τιμούνε και τόσο διότι δεν μαρτύρησαν στην χριστιανική περίοδο. Αξίζει όμως όλοι να τους τιμούν, διότι έδειξαν καρτερία χάριν της πατροπαράδοτης πίστεως. Αυτοί που αναδείχθηκαν μάρτυρες πριν από τα πάθη του Χριστού, τι θα κατόρθωναν άραγε, αν διώκονταν μετά τον ερχομό του Χριστού και μιμούνταν το θάνατό του για μας; Αφού και χωρίς τέτοιο μεγάλο παράδειγμα, φάνηκαν τόσο σπουδαίοι στην αρετή, πως δεν θα φαίνονταν γενναιότεροι αν αντιμετώπιζαν τους κιν­δύνους έχοντας εμπρός τους τέτοιο παράδειγμα;

        Υπάρχει επίσης και ένα πράγμα μυστικό και απόρρητο, που σε μένα φαίνεται πολύ πιστευτό, καθώς και σ' όλους τους φιλόθεους, ότι δηλαδή κανένας πριν από την παρουσία του Χριστού δεν έφθασε στην τελειότητα, χωρίς να τον βοηθήση σ' αυτό η πίστις στον Χριστό. Διότι ο Λόγος (σημαίνει ο Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος) ήρθε μεν και μίλησε φανερά αργότερα στον χρόνο που εκείνος διάλεξε, άλλ' όμως γνωρίσθηκε και προηγουμένως στους καθαρούς στην διάνοια. Αυτό φαίνεται από πολλούς που προ Χριστού ετιμήθηκαν (Όπως π.χ. από τα περιστατικά που συνδέονται με τον Μωυσή. Το θεϊκό πρόσωπο που του εμφανίσθηκε ως φωτιά στην βάτο (Εξοδ. 3,2) για να τον διορίση ελευθερωτή του Ισραηλιτικού λαού, ήταν ο Υιός του Θεού, ο άσαρκος Λόγος. Γι'αυτό ονομάζεται συγχρόνως και «άγγελος Κυρίου» και «Κύριος». Έτσι ερμηνεύουν την περι­κοπή και οι Πατέρες της Εκκλησίας από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους).

2. Όχι λοιπόν να τους περιφρονήσουμε διότι εμαρτύρησαν πριν από τον σταυρό, αλλά να τους επαινέσουμε διότι εμαρτύρησαν κατά το υπόδειγμα του σταυρού και να τους θεωρήσουμε άξιους εγκωμιαστι­κών λόγων. Αυτό, όχι για να πάρουν κι άλλη δόξα (ποια; αφού οι πρά­ξεις τους είναι ένδοξες), αλλά για να δοξασθούν οι εγκωμιάζοντες και να παρακινηθούν στην αρετή οι ακροατές, καθώς η ανάμνησις θα τους κεντρίζη σε όμοια αγωνίσματα.

Ποιοί ήταν οι Μακκαβαίοι και από που κατάγονταν και ποιο ξεκί­νημα έκαναν στην διαπαιδαγώγησι και μόρφωσί τους ώστε να προο­δεύσουν τόσο πολύ στην αρετή και στην δόξα, και να τιμώνται κάθε έ­τος με πομπές και πανηγύρεις, και να εναποτίθεται ακόμη μεγαλύτερη δόξα από την εξωτερική μέσα στις ψυχές όλων, αυτά θα το δείξη στους φιλομαθείς και φιλόπονους το βιβλίο που γράφει γι' αυτούς. Αυτό το βι­βλίο φιλοσοφεί για τον λογισμό που πρέπει να είναι αυτοκράτορας των παθών και κυρίαρχος της κλίσεως προς τα δύο μέρη, της αρετής δηλα­δή και της κακίας. Παρουσιάζει και πολλά άλλα μαρτύρια, κυρίως όμως τα κατορθώματα τούτων(Εννοεί το Δ' Μακκαβαίων. Αλλά και στο Β' γίνεται σχετικός λόγος. Το Β' Μακκαβαίων αποτελεί βιβλίο του κανόνος της Παλαιάς Διαθήκης που περιγράφει μία φάσι της μακκαβαϊκής επαναστάσεως εναντίον των Σελευκιδών, και παρέχει ενδιαφέ­ροντα για τον μεταγενέστερο Ιουδαϊσμό Ιστορικά και θρησκευτικά στοιχεία. Το Δ' Μακκαβαίων είναι βιβλίο οικοδομητικού και φιλοσοφικού περιεχομένου - φιλοσοφεί πάνω στον ευσεβή και ηγεμόνα λογισμό που κυριαρχεί στα πάθη - και δεν ανήκει στα κανονικά βιβλία της Γραφής. Ωστόσο λόγω της σπουδαιότητας του τίθεται εν παραρτήματι, στο τέλος της Π. Διαθήκης). Σε μένα είναι αρκετό να πω τα επόμενα:

3. Εδώ βλέπουμε τον Ελεάζαρο, που αποτελεί την απαρχή των μαρτύρων των προ Χριστού, όπως ήταν μετά τον Χριστό ο Στέφανος, άνδρας Ιερεύς και γέροντας, κατάλευκος στα μαλλιά, λαμπρός και στην φρόνησι. Προηγουμένως προσέφερε θυσίες και προσευχές χάριν του λαού. Τώρα όμως προσφέρει άριστο θύμα στον Θεό τον εαυτό του. Αυτή η προσφορά καθαρίζει όλο το λαό και αποτελεί αίσιο πρόλογο του μαρτυρικού αγώνος, παραίνεσι που εκδηλώνεται και με την ομιλία και με την σιωπή. Προσφέρει ακόμη και τα επτά παιδιά, τον καρπό της δικής του διαπαιδαγωγήσεως, «θυσία ζωντανή, άγια, ευάρεστη στον Θεό» (Ρωμ. 12,1), από κάθε Ιεροτελεστία του Νόμου λαμπρότερη και καθαρότερη.

Και είναι πάρα πολύ νόμιμο και δίκαιο το να αποδίδουμε στον (πνευματικό) πατέρα τα κατορθώματα των παιδιών.

Εκεί βλέπουμε τα γενναία και μεγαλόψυχα παιδιά, τα ευγενικά βλαστάρια της ευγενούς μητέρας, τους φιλότιμους αγωνιστές της αλή­θειας, τους υψηλότερους από όλους εκείνο τον καιρό του Αντιόχου (Κατά την περίοδο που εξουσίασαν οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου, η Παλαι­στίνη με την Συρία και την Νοτιοδυτική Ασία υπαγόταν στους Σελευκίδες. Ένας από αυτούς, ο Αντίοχος Δ' ο Επιφανής κατά τα έτη 169-168 κ.εξ. εκήρυξε απηνή διωγμό κατά της Ιουδαϊκής θρησκείας. Απαγόρευσε τις θυσίες και την περιτομή, κατάργησε την αργία του Σαββάτου και τις εορτές, έκαψε τα θρησκευτικά βιβλία, ενώ παράλληλα επέβαλε βίαια την ειδωλολατρία, στήνοντας στον Ναό των Ιεροσολύμων και στο ό­ρος Γαριζίν αγάλματα του Δία. Και τον χειμώνα του 1 67 π.χ. έθεσε την Ιουδαϊκή θρη­σκεία εκτός νόμου), τους γνήσιους μαθητές του μωσαϊκού νόμου, τους ακριβείς τηρητές των πατροπαράδοτων εθίμων, τους επτά στον αριθμό - αριθμό που εγκωμιάζεται από τους Εβραίους και που τιμάται με το μυστήριο της έβδομης ημέρας της αναπαύσεως. Τα βλέπουμε αυτά τα παιδιά να είναι μία πνοή, να βλέπουν προς το ίδιο σημείο, να γνωρίζουν ένα δρόμο ζωής που είναι ο θάνατος για τον Θεό, να είναι αδέλφια όχι λιγώτερο πνευματικά άπ' ό,τι σωματικά, να ζηλεύη ο ένας τον άλλον για τον θά­νατο - ω θαυμαστό πράγμα! - να αρπάζουν πριν από την ώρα σαν θη­σαυρούς τα βασανιστήρια, να εκθέτουν σε κίνδυνο την ζωή τους για χάρι του «παιδαγωγού» (Όπως ο «παιδαγωγός» δούλος επήγαινε το παιδί του κυρίου του στο σχολείο, έτσι και ο νόμος του Μωυσή ωδηγούσε τον Ισραηλιτικό λαό στον Χριστό, στον μεγά­λο Διδάσκαλο.) Νόμου, να φοβούνται όχι τόσο τα παρόντα βασανιστήρια, αλλά να επιζητούν τα επόμενα, έχοντας ένα μόνο φόβο να μη κουρασθή ο δήμιος καθώς βασανίζει και αποχωρήσουν μερικοί από αυτούς αστεφάνωτοι, και παρά την θέλησί τους χωρίσουν από τα αδέλφια τους νικώντας νίκη κακή με το να κινδυνεύσουν να μη μαρτυ­ρήσουν.

4. Βλέπουμε εκεί την αποφασιστική και γενναία μητέρα που αγα­πά τα παιδιά της αλλά και τον Θεό συγχρόνως, και που σπαράσσονται τα σπλάγχνα της αντίθετα προς την φύσι. Γιατί δεν λυπόταν τα παιδιά της όταν υπέφεραν, αλλά αγωνιούσε μήπως και δεν μαρτυρήσουν. Ού­τε τόσο λαχταρούσε αυτά που έφυγαν, όσο ευχόταν να προστεθούν σ' εκείνα και τα υπόλοιπα και γι' αυτό τα λόγια της αναφέρονταν περισσό­τερο σ' αυτά, παρά σ' εκείνα που μετέστησαν. (Και πολύ σωστά) διότι σ' αυτά, ήταν αμφίβολος ο αγώνας, ενώ σ' εκείνα εξασφαλίσθηκε το κατάλυμα. Και εκείνα ήδη τα παρέθετε στον Θεό, ενώ αυτά φρόντιζε πως να τα δεχθή ο Θεός.

Ω ανδρεία ψυχή σε γυναικείο σώμα! Ω θαυμαστή και μεγαλόψυχη (πνευματική) πρόοδος! Ω θυσία όμοια με του Αβραάμ, για να μη τολ­μήσουμε και πούμε μεγαλύτερη! Διότι ο μεν Αβραάμ προσφέρει με προθυμία ένα γυιό, έστω κι αν ήταν μονογενής και γεννημένος με υπόσχεσι και φορτωμένος την υπόσχεσι, και που ακόμη περισσότερο έγινε απαρχή, (ξεκίνημα), και ρίζα των θυσιών αυτού του είδους˙ ενώ αυτή η γυναίκα αφιέρωσε στον Θεό ολόκληρο στράτευμα παιδιών. Αυ­τή ενίκησε και μητέρες και Ιερείς όσον αφορά τις θυσίες, διότι προσέ­φερε θύματα πρόθυμα για σφαγή, ολοκαυτώματα λογικά, σφάγια που βιάζονταν να θυσιασθούν. Αυτή έδειχνε τους μαστούς της και θύμιζε την ανατροφή τους και πρόβαλλε τα λευκά μαλλιά και τα γηρατειά της σαν ικεσία. Δεν ζητούσε να σώση την ζωή τους, αλλά τους βίαζε για το μαρτύριο, θεωρώντας κίνδυνο την αναβολή και όχι τον θάνατο.

Αυτή τίποτε δεν την έκαμψε ούτε την εξασθένησε ούτε της λιγόστεψε την τόλμη· ούτε τα προτεινόμενα όργανα εξαρθρώσεως ούτε οι τροχοί που ξεπρόβαλαν ούτε οι τροχαντήρες (Οι τροχαντήρες ήταν βασανιστικά όργανα όμοια με τους τροχούς. Με τροχό μαρτύρησαν μεταξύ άλλων ο άγιος Γεώργιος και η αγία Αικατερίνη. Οδυνηρό μαρτύ­ριο) ούτε οι καταπέλτες ού­τε οι αιχμές των σιδερένιων νυχιών ούτε τα ξίφη που ακονίζονταν ούτε τα καζάνια που έβραζαν ούτε η φωτιά που δυνάμωνε ούτε ο τύραννος που απειλούσε ούτε ο λαός ούτε οι λογχοφόροι που βιάζονταν ούτε τα συγγενικά πρόσωπα που αντίκρυζε, ούτε τα μέλη του σώματος που διασπώνταν ούτε οι σάρκες που ξύνονταν ούτε τα ρυάκια των αιμάτων ούτε η νεότητα που καταστρεφόταν ούτε τα παρόντα δεινά ούτε τα αναμενόμενα λυπηρά. Δεν την έκαμψε ακόμη και εκείνο που για άλλους σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ασήκωτο, ο αργός χρόνος των μαρτυ­ρίων. Γι' αυτήν τούτο ήταν το πιο ανάλαφρο, διότι απελάμβανε το θέα­μα. Συνέβαινε να αργοπορούν κάπως τα μαρτύρια. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στην ποικιλία των βασανιστηρίων που όλα μαζί τα καταφρονού­σαν, όπως δεν θα καταφρονούσε κάποιος ένα από αυτά, αλλά προσέτι στα πολύμορφα λόγια του διώκτη, ο οποίος άλλοτε έβριζε, άλ­λοτε απειλούσε, άλλοτε εθώπευε. Τι ήθελες και δεν έκανε για να επιτυ­χή αυτά που έλπιζε.

5. Αλλά και οι αποκρίσεις βεβαίως των παιδιών προς τον τύραννο διακρίνονται για τόση σοφία και γενναιότητα, ώστε όλοι οι έπαινοι των άλλων μαζεμένοι να υπολείπωνται αν συγκριθούν με την δική τους εγκαρτέρησι. Αλλά και η εγκαρτέρησίς τους υπολείπεται αν συγκριθή με τα συνετά λόγια τους. Και σ' αυτούς μόνο συνέβη να υποφέρουν τέτοια βασανιστήρια και να αποκρίνωνται με τόση σοφία στις απειλές του διώ­κτη και στους φόβους που ξεπρόβαλλαν. Και πουθενά δεν νικήθηκαν τα γενναία παιδιά και η γενναιότερη μητέρα. Αυτή αφού αναδείχθηκε ανώτερη από όλους και αφού ανέμειξε το (μητρικό) φίλτρο με την τόλ­μη, προσέφερε τον εαυτό της στα παιδιά εντάφιο δώρο ακολουθώντας τα στον θάνατο. Και πως έγινε αυτό; Προχώρησε θεληματικά στους κινδύνους (Η θεληματική ττροσέλευσις της μητέρας προς το μαρτύριο έχει την έννοια να μη εγγίσουν άναγνα χέρια το σώμα της. Στο Δ' Μακ. 17,1 διαβάζουμε: «Μερικοί από τους στρατιώτες διηγούνταν ότι σαν ήρθε η σειρά της να μαρτυρήση, ρίχτηκε μόνη της στην φωτιά, για να μη εγγίση κανείς το σώμα της» - «ινα μη ψαύσειέ τις του σώματος εαυτής»). Και με ποια επιτάφια λόγια; Καλά είναι βέβαια και τα λό­για των παιδιών προς τον τύραννο και καλύτερα από καλά. Και γιατί όχι; Με τα λόγια αυτά αντιμετώπισαν και επολέμησαν τον τύραννο. Καλύ­τεροι όμως οι λόγοι της μητέρας που πρώτα ήταν ενθαρρυντικοί και έ­πειτα επιτάφιοι.

Ποιοί λοιπόν είναι οι λόγοι των παιδιών; Γιατί είναι καλό να σας τους θυμίσω για να έχετε παράδειγμα όχι μόνο μαρτυρίου αλλά και λό­γων μαρτύρων σε τούτα τα χρόνια. Του ενός ήταν διαφορετικοί από του άλλου, ανάλογα πως τον εξώπλισε τον καθένα η ομιλία του τυράν­νου ή η σειρά των μαρτυρίων ή η φιλοτιμία της ψυχής. Αν θέλαμε να παρουσιάσουμε τον τύπο των λόγων τους, θα σημειώναμε τα εξής:

Για μας, ω Αντίοχε και όλοι όσοι παρίστασθε εδώ, ένας είναι βασιλεύς ο Θεός, από τον οποίο δημιουργηθήκαμε και προς τον οποίο θα επιστρέψουμε. Και ένας είναι νομοθέτης ο Μωυσής, τον οποίο δεν θα προδώσουμε ούτε θα προσβάλουμε - το ορκιζόμαστε αυτό στους πολλούς κινδύνους του για την αρετή και στις πολλές θαυματουργίες του - έστω κι αν κάποιος άλλος Αντίοχος μας απειλή σκληρότερα από σένα. Μία για μας είναι ασφάλεια, η τήρησις των εντολών και το να μη καταπέση ο Νόμος με τον οποίο περιτειχιζόμαστε. Μία για μας είναι δό­ξα, το να περιφρονήσουμε κάθε δόξα που συνδέεται με τις μεγάλες σου υποσχέσεις. Ένας είναι για μας πλούτος, τα αγαθά που ελπίζουμε. Και τίποτε για μας δεν είναι φοβερό, παρά το να φοβηθούμε κάτι περισσό­τερο από τον Θεό. Με αυτές τις σκέψεις παραταχθήκαμε και μ' αυτόν τον τρόπο ωπλισθήκαμε. Με τέτοια παλληκάρια έχεις να κάνης.

» Είναι γλυκός βέβαια τούτος ο κόσμος και η πατρική γη και οι φί­λοι και οι συγγενείς και οι συνομίληκοι και ο μεγάλος τούτος και περι­βόητος Ναός και οι πατροπαράδοτες πανηγύρεις και τα μυστήρια και όλα τα υπόλοιπα, στα οποία εμείς διαφέρουμε από τους άλλους. Πλην όμως αυτά δεν είναι γλυκύτερα από τον Θεό και από τους αγώνες και κινδύνους για την αρετή. Για μας υπάρχει άλλος κόσμος, πολύ υψηλότε­ρος από αυτόν που βλέπουμε και μονιμώτερος. Υπάρχει και άλλη πα­τρίδα η Άνω Ιερουσαλήμ που κανένας Αντίοχος δεν θα την πολιορκήση ούτε θα περιμένη να την υποτάξη, η ισχυρή και άπαρτη. Συγγενείς για μας είναι όλοι οι άνθρωποι που έχουν μέσα τους την θεϊκή πνοή και γεννήθηκαν για την αρετή. Φίλοι μας, οι προφήτες και οι πατριάρχες, από τους οποίους πήραμε και τον τύπο της θρησκείας κι ευσέβειάς μας. Συνομίληκοί μας, όσοι κινδυνεύουν συγχρόνως σήμερα μαζί μας και δείχνουν εγκαρτέρησι. Και από τον Ναό αυτό υπάρχει άλλος πιο μεγα­λοπρεπής, ο ουρανός. Και πανηγύρεις έχουμε τις αγγελικές χοροστασίες. Και μυστήριο ένα μεγάλο και μέγιστο και άγνωστο στους πολλούς έχουμε τον Θεό, προς τον οποίο αναφέρονται και τα εδώ μυστήρια.

6. »Σταμάτα λοιπόν να μας υπόσχεσαι τα μικρά και μηδαμινά. Για­τί δεν θα τιμηθούμε με τα άτιμα ούτε θα κερδίσουμε τα επιζήμια. Δεν θα κάνουμε τόσο άθλιο εμπόριο. Σταμάτα να μας απειλής γιατί θα απει­λήσουμε κι εμείς με την σειρά μας, ότι θα αποδείξουμε την αδυναμία σου και επί πλέον θα σου προβάλουμε κι εμείς βασανιστήρια. Έχουμε κι εμείς κάποια (άλλου είδους) φωτιά με την οποία τιμωρούμε τους διώ­κτες. Έχεις την εντύπωσι ότι πολεμάς με έθνη και πόλεις και πολύ πο­λύ άνανδρους βασιλείς, που άλλοι θα νικήσουν, άλλοι ίσως θα νικηθούν, αφού άλλωστε δεν αγωνίζονται και για τόσο σπουδαία πράγμα­τα.

»Εσύ πολεμάς τον νόμο του Θεού, τις θεοχάρακτες πλάκες, τους πατροπαράδοτους θεσμούς που είναι τιμημένοι από τον λόγο και από τον χρόνο, επτά αδελφούς που τους δένει μία ψυχή που θα στήσουν επτά τρόπαια και θα σε εξευτελίσουν. Πολεμάς επτά αδελφούς που αν τους νικήσης δεν είναι σπουδαίο κατόρθωμα, εάν όμως νικηθής θα αποτελή πολύ μεγάλη εντροπή. Εμείς είμαστε απόγονοι και μαθητές εκείνων που τους οδηγούσε ο στύλος της φωτιάς και της νεφέλης, στους οποίους διαχωριζόταν η θάλασσα και σταματούσε το ρεύμα του ποταμού και ο ήλιος, και έβρεχε (ουράνιο) ψωμί, και που με τα απλωμέ­να χέρια (του Μωυσή) νικώνταν μυριάδες εχθροί χτυπημένοι από την προσευχή (του) εκείνων που νικούσαν θηρία, που δεν τους έκαιγε η φωτιά, που έκαναν πίσω οι βασιλείς θαυμάζοντας την γενναιότητά τους.

»Να πούμε και κάτι γνωστό σε σένα. Είμαστε μαθητές και μύστες του Ελεαζάρου, του οποίου γνώρισες την ανδρεία. Αγωνίσθηκε πρώ­τα ο (πνευματικός) πατέρας. Θα αγωνισθούν κατόπιν τα (πνευματικά) παιδιά του. Έφυγε από την ζωή ο Ιερεύς. Θα φύγουν κατόπιν και τα θύ­ματα. Με πολλά μας φοβίζεις, αλλά είμαστε έτοιμοι για περισσότερα. Και τι θα μας κάνης, ω υπερήφανε, με τις απειλές σου; Και τι θα πάθου­με; Δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο από αυτούς που είναι έτοιμοι να υποστούν τα πάντα (Ωραίο γνωμικό. «Ουδέν ισχυρότερον των πάντα παθείν ετοίμων». Στα κείμε­να του αγίου Γρηγορίου συναντάς πολύ εκλεκτά αποφθέγματα με βάθος νοημάτων και με φραστικό κάλλος. Να, μία πρόχειρη δειγματοληψία: «Κάλλιστον των όντων και υψηλότατον Θεός». «Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον». «Χριστός εφυγαδεύθη εις Αίγυπτον, αλλά φυγαδεύει τα Αιγυπτίων». «Μικρός είμι και μέγας, τα­πεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος». «Όναρ εσμέν ούχ ιστάμενον, φάσμα τι μη κρατούμενον, πτήσις ορνέου παρερχομένου, ναυς επί θαλάσ­σης όχνος ουκ έχουσα, κόνις, ατμίς, εωθινή δρόσος, άνθος καιρώ φυόμενον και καιρώ λυόμενον». Επίσης εκείνο που συναντήσαμε πιο πάνω, «φοβερόν ουδέν η το φοβηθήναι τι προ Θεού»).

»Ω δήμιοι, γιατί καθυστερείτε; Γιατί αναβάλλετε; Γιατί τόσο αρ­γείτε να πάρετε την καλή διαταγή; Που είναι τα ξίφη; Που είναι τα δε­σμά; τα ζητώ γρήγορα. Ας αναφθή περισσότερο η φωτιά, ας γίνουν πιο επιθετικά τα θηρία, πιο περιποιημένα τα στρεβλωτήρια (Αυτές οι φράσεις μας φέρνουν στην μνήμη τα λόγια του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, πριν φθάση στην Ρώμη για να μαρτυρήση: «Πυρ και σταυρός, θηρίων τε συστάσεις, ανατομαί, διαιρέσεις, σκορπισμοι οστέων, συγκοπή μελών, άλεσμοι όλου του σώματος, κακαί κολάσεις του διαβόλου, έπ' έμέ ερχέσθωσαν, μόνον ινα Ιησού Χριστού επιτύχω» (από την επιστολή του προς Ρωμαίους). Ας είναι όλα βασιλικά και περισσότερο πολυτελή. «Εγώ είμαι πρωτότοκος. Θυσίασέ με πρώτο»«Εγώ είμαι τελευταίος. Ας αλλάξη η σειρά». «Ας μπη και κάποιος από τους μεσαίους πρώτος για να τιμηθούμε εξ ίσου όλοι». Αλλά διστάζεις; Μήπως και περιμένεις να αλλάξουμε γνώμη; Σου επα­ναλαμβάνουμε και πολλές φορές θα σου επαναλάβουμε τον ίδιο λόγο: «Δεν πρόκειται να φάμε τα απαγορευμένα από τον Νόμο μας φαγη­τά (Ο Αντίοχος Δ' είχε δώσει διαταγή «έκαστον των Εβραίων κρεών υείων και ειδωλοθύτων αναγκάζειν απογεύεσθαι» (Δ' Μακ. 5,2). Απαγορευμένα λοιπόν φαγητό εννοεί εδώ το χοιρινό κρέας και τις τροφές που είχαν προσφερθή σε ειδωλολατρικές θυσίες. Στο Β' Μακ. 6,18 αναφέρεται ότι επίεζαν τον Ελεάζαρο να ανοίξη το στόμα του για να φάη χοιρινό - «αναχανών ηναγκάζετο φαγείν ύειον κρέας»). Δεν θα υποχωρήσουμε». Πιο γρήγορα θα σεβασθής εσύ τα δικά μας, παρά θα υποταχθούμε εμείς στα δικά σας. Με λίγα λόγια: «Ή να επινοήσης καινούργια βασανιστήρια ή να ξέρης ότι τα περιφρονούμε τα τωρινά».

7. Και αυτά μεν τα έλεγαν στον τύραννο. Όσα δε έλεγαν μεταξύ τους σαν προτροπές, και όσα παρατηρούσες σ' αυτούς, αποτελούν για τους φιλόθεους ό,τι πιο ωραίο και ιερό και από κάθε θέαμα ή άκουσμα γλυκύτερο. Εγώ τουλάχιστον γεμίζω από αγαλλίασι καθώς τα ενθυ­μούμαι. Βρίσκομαι νοερώς μαζί τους στο μαρτύριο τους και νοιώθω χα­ρά και υπερηφάνεια με αυτή την διήγησι. Πλησίαζε και αγκάλιαζε ο έ­νας τον άλλο. Γινόταν πανήγυρις σαν να είχαν τελεσθή αθλητικά κα­τορθώματα. Εφώναζαν:

Ας προχωρήσουμε, αδελφοί, στους κινδύνους. Ας προχωρή­σουμε χωρίς αργοπορία, εν όσω βράζει από θυμό εναντίον μας ο τύ­ραννος, μήπως μαλακώση και χάσουμε την σωτηρία. Μας περιμένει πλούσιο τραπέζι. Ας μην απουσιάσουμε. Είναι καλό να συνοικούν οι αδελφοί, να συντρώγουν και να συμπολεμούν. Αλλά το καλύτερο είναι να εκτίθενται μαζί στον κίνδυνο για την αρετή. Εάν το απαιτούσε η περίστασις, θα αγωνιζόμασταν και σωματικά για την πατρική γη και κλη­ρονομιά. Είναι κι αυτός επαινετός θάνατος. Αλλά τώρα που δεν απαιτεί κάτι τέτοιο ο καιρός, ας θυσιάσουμε τα σώματα μας. Πως να το κάνου­με; Κι αν δεν θανατωθούμε τώρα, δεν θα πεθάνουμε κάποτε; Δεν θα υποστούμε τις συνέπειες της γεννήσεως; Ας κάνουμε την ανάγκη φι­λοτιμία. Ας σοφισθούμε τον θάνατο. Ας κάνουμε ατομικό αυτό που εί­ναι κοινό (δηλ. τον θάνατο. Ας αγοράσουμε με τον θάνατο την ζωή (Η περικοπή αυτή μας φέρνει στον νου ένα υπέροχο απόσπασμα από την ομι­λία του Μ. Βασιλείου, «εις τους αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας». «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος· αλγεινή η πήξις, άλλ' ηδεία η ανάπαυσις. Μικρόν αναμείνωμεν και ο κόλπος ημάς θάλψει του πατριάρχου. Μιας νυκτός όλον αιώνα ανταλλαξώμεθα. Καυθήτω ο πους, ίνα διηνεκώς μετ' αγγέλων χορεύη˙ απορρυήτω η χείρ, ινα έχη παρρησίαν προς τον Δεσπότην επαίρεσθαι... Μη εκκλίνωμεν, ω συστρατιώται, μη δώμεν νώτα τω διαβόλω. Σάρκες εισί, μη φεισώμεθα· επειδή δει πάντως αποθάνειν, αποθάνωμεν ίνα ζήσωμεν»). Ας μη βρεθή κανείς ανάμεσα μας φιλόζωος ούτε άτολμος. Ας δοκιμάση απόγνωσι ο τύραννος ότι θα λυγίση τους άλλους (Ιουδαίους), αντι­μετωπίζοντας τώρα εμάς. Και αυτός βέβαια θα κανονίση την σειρά των βασανιστηρίων, ενώ εμείς θα βάλουμε το τέλος στην σειρά εκείνων που διώκονται. Ας μη φιλονικήσουμε γι' αυτό από ένθερμο ζήλο. Και ο πρώτος ας ανοίξη στους άλλους τον δρόμο, και ο τελευταίος ας βάλη την σφραγίδα στην άθλησι. Αλλά σ' όλων μας το μυαλό ας σφηνωθή εξ ίσου η απόφασις να πάρουμε οικογενειακά το στεφάνι (του μαρτυ­ρίου) και κανέναν από μας να μην τον κερδίση ο διώκτης, πράγμα που θα τον κάνη για όλους να καυχάται, βράζοντας από κακία. Ας φανούμε ο ένας αδελφός του άλλου και ως προς την γέννησι και ως προς τον θά­νατο. Και όλοι ας ρίχτουμε στους κινδύνους σαν ένας και ο καθένας αν­τί όλων. Εσύ, ω Ελεάζαρε, ας μας υποδεχθής. Εσύ, ω μητέρα, ας ακολουθήσης. Εσύ, ω Ιερουσαλήμ, θάψε τους νεκρούς σου μεγαλόπρε­πα, αν κάτι περισσεύη για τους τάφους. Διηγήσου την ιστορία μας και δείξε το ευλογημένο πολυάνδριο μνήμα που προήλθε από μία μητρική κοιλιά, στις επόμενες γενεές και στους εραστές σου(Εραστές της Ιερουσαλήμ είναι οι ευσεβείς Ισραηλίτες που αγαπούσαν ολό­ψυχα τον Θεό, τον νόμο του και την λατρεία του στον Ναό. Αναγωγικά θεωρείται ως Ιερουσαλήμ, η Χριστιανική Εκκλησία, οπότε αντιστοίχως θα νοηθούν και οι εραστές της).

8. Αυτά είπαν και έπραξαν οι αδελφοί και διήγειρε ο ένας τον ζήλο του άλλου με λόγια όμοια με δόντια χοίρων («Ως συών οδόντες» λέει το κείμενο. Σύες είναι οι χοίροι. Χτυπητό παράδει­γμα. Τα λόγια παρομοιάζονται με μυτερά δόντια χοίρων. Πολλοί μεταφραστές κατα­νοούν λανθασμένα αυτές τις φράσεις). Και περίμεναν (τα μαρ­τύρια) με την σειρά της ηλικίας και με ίση προθυμία. Αυτό που ελάμβα­νε χώρα αποτελούσε για τους ομοεθνείς τους αιτία υπερβολικής χαράς και θαυμασμού, ενώ για τους διώκτες αιτία φόβου και καταπλήξεως. Αυτοί που εξεστράτευσαν εναντίον κάθε έθνους, νικήθηκαν τόσο πολύ από την ομοψυχία επτά αδελφών που αγωνίζονταν για την πίστι τους, ώστε να μη τρέφουν πια καλές ελπίδες για τους άλλους (Ιουδαίους).

Και η γενναία τους μητέρα και πραγματικά αντάξια τέκνων με τέ­τοια και τόσο μεγάλη αρετή, το μεγάλο και μεγαλόψυχο ανάθρεμμα του Νόμου, μέχρι τότε ένοιωθε ανάμεικτα χαρά και φόβο και ήταν στο με­ταίχμιο των δύο αυτών παθών χαρά, για την ανδρεία και τα άλλα που έβλεπε φόβο, για το μέλλον και τα φοβερά βασανιστήρια. Και όμοια με όρνιθα που στα πουλάκια της πλησιάζει φίδι ή κάποιος άλλος εχθρός, πετούσε γύρω τους, έβγαζε φωνές, παρακαλούσε, συναγωνιζόταν. Και τι δεν έλεγε; Και τι δεν έκανε προετοιμάζοντάς τους για την νίκη; Άρ­παζε τις σταγόνες από το αίμα, έπιανε τα κομμάτια που ξεσχίζονταν από τα μέλη, προσκυνούσε τα λείψανα. Τον ένα τον μάζευε, τον άλλον τον παρέδιδε, τον τρίτο τον προετοίμαζε (Για την μητέρα παρατηρεί ο Ιερός Χρυσόστομος: «Δεν έβλεπε το αίμα που έ­τρεχε, αλλά έβλεπε τα στεφάνια της δικαιοσύνης που πλέκονταν. Δεν έβλεπε τις πλευ­ρές που άνοιγαν, αλλά έβλεπε να οικοδομούνται αιώνια σκηνώματα. Δεν έβλεπε τους δημίους που παρέστεκαν, αλλά τους αγγέλους που τους εκύκλωναν» (ομιλία 1η, εις τους αγίους Μακκαβαίους). «Η (μητρική) φύσις έκανε μάχη με την (θεία) χάρι, και η νί­κη ήταν της (θείας) χάριτος» - «φύσις εμάχετο χάριτι, και η νίκη της χάριτος ην» (ομιλ. 2α). Η μητέρα μετά το μαρτύριο των παιδιών της «εδόξαζε τον Θεόν, διότι δέχθηκε όλο τον καρπό της κοιλίας της, διότι κανένα δεν αποδοκίμασε, αλλά το ετρύγησε ολόκλη­ρο το δένδρο» (ομιλ. 2α). Τα μαρτυρικά σώματα των επτά παιδιών ο Χρυσορρήμων τα παρομοιάζει με στεφάνι και το σώμα της μητέρας που προστέθηκε σ' αυτά με πολυτιμότατο πετράδι - «καθάπερ στεφάνω τινι τιμαλφέστατος λίθος» (ομιλ. 1η).Απαράμιλλοι είναι οι άγιοι Πατέρες μας, όταν εγκωμιάζουν τους Αγίους).

Φώναζε δυνατά σε όλους:

Μπράβο, παιδιά μου! Μπράβο, γενναίοι μου! Μπράβο εσείς που, με σώμα, μοιάζετε σχεδόν με ασώματους! Μπράβο υπερασπιστές του Νόμου και των γηρατειών μου και της πόλεως που σάς ανέθρεψε και σάς ωδήγησε σε τόση αρετή! Λίγο ακόμη και νικήσαμε. Κουράσθη­καν οι βασανιστές· το μόνο που με φοβίζει. Λίγο ακόμη και εγώ θα εί­μαι καλότυχη ανάμεσα στις μητέρες κι εσείς καλότυχα ανάμεσα στους νέους. Αλλά αγαπάτε με πόθο την μητέρα; Δεν πρόκειται να χωρισθώ. Σάς το υπόσχομαι. Δεν αποστρέφομαι καθόλου τα παιδιά μου.

9. Όταν τους είδε όλους τελειωμένους με το μαρτύριο (Ο Ιερός Χρυσόστομος, σχετικά με την εικόνα που παρουσιάζουν τα επτά μαρτυρικά σώματα, παρατηρεί: «Μόλις μαρτύρησε και ο έβδομος, συμπληρώθηκε η επτάχορδη σιωπηλή κιθάρα των μαρτύρων» (ομιλ. 3η, εις τους άγ. Μακκαβαίους) και έ­νοιωθε ασφάλεια με την συμπλήρωσι του αριθμού των μαρτύρων, ανύψωσε πολύ χαρούμενη το κεφάλι της, σαν κάποιος Ολυμπιονίκης και με ανεβασμένο το φρόνημα και τεντωμένα τα χέρια ανεβόησε δυ­νατά και επίσημα;

Σ' ευχαριστώ, άγιε Πατέρα και σένα Νόμε, που μας διδάσκεις και μας εκπαιδεύεις, και σένα, πατέρα μας Ελεάζαρε, που μαρτύρησες πριν από τα (πνευματικά) σου τέκνα, διότι δεχθήκατε τους καρπούς των μητρικών μου ωδίνων. Σας ευχαριστώ διότι έγινα μητέρα πιο ιερή και ευλογημένη άπ' όλες τις μητέρες. Τίποτε δεν άφησα στον κόσμο. Όλα τα παρέδωσα στον Θεόν. Του παρέδωσα τους θησαυρούς μου, τις ελ­πίδες των γηρατειών μου. Πόσο μεγαλόπρεπα έχω τιμηθή! Πόσο τέ­λεια έχω γηροκομηθή! Έχω λάβει, παιδιά μου, τον μισθό για τα τρο­φεία. Σάς είδα να αγωνίζεσθε για την αρετή, όλους σάς αντίκρυσα με το στεφάνι της νίκης. Τους δημίους τους βλέπω σαν ευεργέτες. Σχεδόν ευγνωμονώ τον τύραννο για την σειρά, που με φύλαξε τελευταία για το μαρτύριο. Έτσι αφού σαν σε θέατρο παρουσίασα πρώτα τα παιδιά μου και αφού μαρτύρησα μαζί με το καθένα, με αίσθημα ολοκληρωμένης ασφάλειας θα ακολουθήσω τα ολοκληρωμένα θύματα. Δεν θα μαδήσω τα μαλλιά μου, δεν θα κομματιάσω τον χιτώνα μου, δεν θα ξεσχίσω με τα νύχια τις σάρκες μου, δεν θα ξεσπάσω σε μοιρολόγι, δεν θα φωνά­ξω μοιρολογίστρες, δεν θα κλεισθώ στο σκοτάδι για να κάνω και τον αέρα να θρηνή μαζί μου, δεν θα περιμένω παρηγορητές, δεν θα παρα­θέσω τραπέζι πένθιμο. Αυτά, ταιριάζουν σε μη ευγενείς μητέρες που είναι μόνο κατά σάρκα μητέρες, που φεύγουν από την ζωή τα παιδιά τους χωρίς να συνδέεται η αναχώρησις αυτή με κάποια ένδοξη Ιστορία.

»Για μένα, ω φίλτατα παιδιά μου, δεν πεθάνατε, αλλά γίνατε ώρι­μοι καρποί. Δεν χαθήκατε, αλλά αλλάξατε τόπο. Δεν υποστήκατε ξέσχισμα, αλλά σύμπτηξι. Δεν σάς άρπαξε άγριο θηρίο, δεν σάς καταπόντισε το κύμα, δεν σάς αφάνισε ληστής, δεν σάς διέλυσε αρρώστεια, δεν σάς κατέστρεψε πόλεμος ή κάτι άλλο μικρό ή μεγάλο από τα ανθρώπινα. Αν κάτι τέτοιο σάς συνέβαινε, θα θρηνούσα και μάλιστα υπερβολικά. Τότε θα φαινόμουνα φιλότεκνη από τα δάκρυα, όπως τώρα από το ότι δεν δακρύζω. Κι αυτά τότε τα δάκρυα θα ήταν ασήμαντα. Τότε πρα­γματικά θα θρηνούσα, όταν με κακό τρόπο θα είχατε σώσει την ζωή σας, όταν θα είχατε νικηθή στα βασανιστήρια, όταν κάποιον από σάς θα τον είχαν νικήσει όπως τώρα νικήθηκαν οι διώκτες.

»Αλλά τώρα όλα είναι έπαινος, χαρά, δόξα, χοροί, ευθυμίες σ' όσους υπολείφθηκαν. Εγώ βέβαια προστίθεμαι στην θυσία σας. Θα κα­ταταγώ μαζί με τον Φινεές (Ο ζηλωτής Ιερεύς Φινεές στα χρόνια του Μωυσή αντέδρασε στην ηθική πτώσι των Ισραηλιτών που παρεσύρθησαν από τις Μαδιανίτισσες. Χρησιμοποίησε το δό­ρυ του για να τιμωρήση προκλητική ανήθικη πράξι. Ο ζήλος του έγινε δεκτός από τον Θεό και σταμάτησε το θανατικό που είχε ξεσπάσει από θεϊκή οργή στο Ισραηλιτικό στρατόπεδο. Πρβλ. Αριθμ. 25, 114). Θα δοξασθώ μαζί με την Άννα(Η δικαία Άννα είναι η μητέρα μεγάλου άγιου της Π. Διαθήκης. Αφού με προσευχή λύθηκε η στειρότητά της και απέκτησε τον Σαμουήλ, τον αφιέρωσε τριετή στον Θεό. Πρβλ. Α' Βασιλ. 1, 128)(Υπερτερώ από αυτούς) γιατί ο μεν (Φινεές) είναι ένας, ενώ εσείς τό­σοι πολλοί ζηλωταί που εφονεύσατε με (πνευματικό) δόρυ όχι σωματι­κή, αλλά ψυχική πορνεία. Και η μεν (Άννα) προσέφερε στον Θεό ένα παιδί θεόσδοτο και σε βρεφική ηλικία, ενώ εγώ επτά άνδρες και μάλι­στα με την θέλησί τους. Ας μου συμπλήρωση και ο Ιερεμίας τον επιτά­φιο λόγο μου, όχι όμως θρηνώντας, αλλά εγκωμιάζοντας όσιο θάνατο: «Ελάμψατε περισσότερο από το χιόνι, στερεοποιηθήκατε περισσότερο από το γάλα που γίνεται τυρί, έλαμψε περισσότερο από ζαφείρι η ομά­δα σας» (Θρην. 4,7) που για τον Θεό γεννήθηκε και στον Θεό προσ­φέρθηκε.

»Τι απομένει; Πρόσθεσε με και μένα, ω τύραννε, στα παιδιά μου, εάν μπορή να ιδή κανείς και από τον εχθρό χάρι, για να γίνη ενδοξότερο το ανδραγάθημά σου. Μακάρι και να μπορούσα να δοκίμαζα όλα τα μαρτύρια, για να αναμείξω τα αίματά μου με τα αίματά τους και τις σάρ­κες τους με τις γέρικες σάρκες μου. Για χάρι των παιδιών αγαπώ και τα βασανιστήρια. Αν, ω τύραννε, δεν γίνη αυτό, ας ρίξη τουλάχιστον την σκόνη μου στην σκόνη τους και ας μας υποδεχθή ένας τάφος. Μη αρνηθής ισότιμο θάνατο στους ισότιμους κατά την αρετή.

»Χαίρετε, μητέρες! Χαίρετε παιδιά! Έτσι να ανατρέφετε τα παι­διά που γεννήσατε. Έτσι να τα ανατρέφετε. Καλό παράδειγμα σάς δώ­σαμε. Να άγωνίζεσθε».

10. Αυτά έλεγε και προσέθετε τον εαυτό της στα παιδιά της. Με ποιο τρόπο; Καταδικάσθηκε στην φωτιά. Και ώρμησε σ' αυτήν σαν σε νυφικό θάλαμο, χωρίς να περιμένη τους δημίους που θα την ωδηγούσαν, για να μην εγγίση αμαρτωλό σώμα το αγνό και γενναίο σώμα της(Φαίνεται ότι δεν κάηκε πολύ το σώμα της, αφού αναφέρεται στα Ιερά λείψανα που φύλαγαν οι Χριστιανοί. Όπως σημειώσαμε ότι το λείψανο της σήμερα σώζεται ολόκληρο στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως).

Έτσι (με το μαρτύριο) ο Ελεάζαρος απόλαυσε την Ιερωσύνη. Αυ­τός που εμυήθηκε τα επουράνια μυστήρια και εμύησε άλλους σ' αυτά. Αυτός που δεν άγιασε τον Ισραηλιτικό λαό με εξωτερικούς ραντισμούς, αλλά με το δικό του αίμα. Αυτός που ετέλεσε σαν τελευταίο μυ­στήριο τον θάνατο του.

Έτσι (με το μαρτύριο) τα παιδιά απόλαυσαν τα νειάτα τους, μη υποκύπτοντας στις ηδονές, αλλά κυριαρχώντας στα πάθη και εξαγνί­ζοντας το σώμα τους και πηγαίνοντας στην χώρα της απαθείας.

Έτσι (με το μαρτύριο) η μητέρα απόλαυσε την πολυτεκνία της. Και όσο ζούσαν τα παιδιά της καυχιόταν γι' αυτά. Και τώρα που έφυγαν αναπαύθηκε μαζί τους, αφού παρουσίασε στον Θεό τα παιδιά που γέν­νησε στον κόσμο, και αφού παράλληλα προς τις ωδίνες του τοκετού αρίθμησε τα μαρτύρια, και αφού είδε την ίδια σειρά των γεννήσεων στους θανάτους. Διότι το μαρτύριο κράτησε από το πρώτο παιδί μέχρι το τελευταίο. Όπως τα κύματα της αγριεμένης θάλασσας έρχονται το ένα μετά το άλλο, έτσι και τα παιδιά, το ένα μετά το άλλο παρουσίαζε την αρετή του και έδειχνε μεγαλύτερη προθυμία στα βασανιστήρια, χαλυβδώνοντας τον εαυτό του με το παράδειγμα του προηγουμένου. Ο τύραννος το έβλεπε καλό το ότι δεν είχε περισσότερα παιδιά, γιατί τότε θα αποχωρούσε περισσότερο κατησχυμμένος και νικημένος. Και τότε για πρώτη φορά γνώρισε ότι τα όπλα δεν τον έκαναν πανίσχυρο, αφού επετέθηκε σε άοπλα παιδιά, ωπλισμένα μόνο με ένα όπλο, την ευσέ­βεια, που είχαν περισσότερη προθυμία να υφίστανται τα μαρτύρια από όση είχε εκείνος στο να τα ετοιμάζη.

11. Τούτο το κατόρθωμα είναι θυσία πιο ασφαλισμένη και πιο μεγαλοπρεττής από εκείνη του Ιεφθάε(Ο Ιεφθάε, κριτής επί έξι έτη του Ισραηλιτικού λαού, άνθρωπος ισχυρός πί­στεως που ενίκησε τους Αμμωνίτες και επανέκτησε είκοσι Ισραηλιτικές πόλεις, εθυσίασε την μονάκριβη θυγατέρα του στον Θεό, διότι είχε τάξει, αν νικούσε τους εχθρούς, να θυσιάση το πρώτο πρόσωπο που θα έβγαινε από το σπίτι του - για τα χρόνια εκείνα της Π. Διαθήκης δεν ήταν εντελώς παράξενο και ασυνήθιστο η ανθρω­ποθυσία. Το τάξιμο, όσο φοβερό κι αν ήταν, είχε τον ηρωισμό να το εκπλήρωση (Κριτ. 11, 30-40), γιατί δεν ανάγκαζε σ' αυτό, όπως εκεί η θερμότητα της υποσχέσεως που δόθηκε (από τον Ιεφθάε) και ο πόθος μιας νίκης που δεν την έλπιζαν. Εδώ αντίθετα η ιερουργία έγινε με την θέλησι των ίδιων των παιδιών και με μόνο μισθό τις (μετά θάνατον) ελπίδες.

Τούτο το κατόρθωμα δεν είναι ολιγώτερο ένδοξο από εκείνο του Δανιήλ που ρίχθηκε τροφή στα λιοντάρια και με την έκτασι των χεριών (σε προσευχή) ενίκησε τα θηρία. Τούτο το κατόρθωμα δεν έρχεται δεύτερο σε σύγκρισι με εκείνο των (τριών) νέων στην Ασσυρία, που άγγελος τους δρόσισε στην φω­τιά, αφού δεν κατεπάτησαν τον Νόμο των Πατέρων τους ούτε δέχθη­καν τροφή βέβηλη και μολυσμένη.

Τούτο το κατόρθωμα, σε σύγκρισι με τα κατοπινά των μαρτύρων του Χριστού, δεν υπολείπεται σε δόξα. Διότι εκείνοι, όπως το είπα στην αρχή, είχαν παράδειγμα το αίμα του Χριστού και το ακολουθούσαν. Επί πλέον αυτός που τους ωδηγούσε σ' αυτά τα κατορθώματα ήταν Θεός που τόσα μεγάλα και παράδοξα πρόσφερε για μας· ενώ σ' αυτούς δεν υπήρχαν τόσα και τέτοια υποδείγματα αρετής.

Την εγκαρτέρησι τούτων την εθαύμασε όλη η Ιουδαία και σαν να είχε αυτή στεφανωθή αγαλλόταν και σηκωνόταν όρθια από χαρά. Διότι ήταν αυτός αγώνας και μάλιστα ο μέγιστος που μέχρι τότε βρήκε την πόλι. Θα κρινόταν εκείνη την ημέρα εάν θα κατεπατείτο ο Νόμος ή εάν θα δοξαζόταν. Για όλο το Εβραϊκό έθνος η υπόθεσις αυτού του αγωνί­σματος βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού.

Και ο Αντίοχος εθαύμασε, και μετέβαλε έτσι σε θαυμασμό την απειλή. Ξέρουν και οι εχθροί να θαυμάζουν την ανδρεία των ανδρών, όταν μετά την λήξι του θυμού κρίνεται μόνη της η (γενναία) πράξις. Έ­φυγε λοιπόν άπρακτος, αφού εξετίμησε την στάσι του πατέρα του Σελεύκου(Πρόκειται για τον Σέλευκο Δ' τον Φιλοπάτορα (1871 75) γυιό του Αντίοχου Γ' του Μεγάλου. Επί των ημερών του το μεγάλο κράτος των Σελευκιδών έχασε πολλές από τις ανατολικότερες επαρχίες, αντιμετώπιζε προβλήματα κατακερματισμού και είχε μεγάλα χρέη προς τους Ρωμαίους. Εσέβετο την Ιουδαϊκή θρησκεία μέχρι σημείου να την ενισχύη και οικονομικά. Με την υποκίνησι όμως ασεβούς Ιουδαίου επεχείρησε να αφαιρέση τους θησαυρούς του Ιουδαϊκού Ναού, στέκοντας εκεί τον στρατηγό του Ηλιόδωρο, αλλά η αποστολή απέτυχε κατόπιν «άνωθεν» τιμωρίας του στρατηγού με αόρατα μαστίγια. Ο Ηλιόδωρος ανήγγειλε στον Σέλευκο: «Εάν έχης κανένα εχθρό ή επίβουλο στείλε τον στα Ιεροσόλυμα και θα τον πάρης πίσω μαστιγωμένο, αν βέβαια γλυτώση τον θάνατο. Σ' αυτόν τον τόπο υπάρχει στ' αλήθεια κάποια δύναμις Θεού. Αυ­τός που κατοικεί στον ουρανό, εποπτεύει και προστατεύει αυτόν τον τόπο και εξοντώ­νει με χτυπήματα όσους πηγαίνουν να κάνουν κακό» (Β' Μακ. 3,38-40). Αυτά τα γεγο­νότα έκαναν τον Σέλευκο να μη παρενοχλή τους Ιουδαίους στην θρησκευτική τους ζωή) που ετίμησε το (Ιουδαϊκό) έθνος και έδειξε μεγαλοψυχία προς τον Ναό και αφού αντίθετα τον Σίμωνα (Ο «δυσσεβής» Σίμων ήταν Ιουδαίος και είχε το αξίωμα του «προοτάτου» του Ναού (ανώτατος υπάλληλος του Ναού). Προσπαθούσε να καλοπιάνη τους Σελευκίδες κατακτητές, χωρίς να υπολογίζη το κακό που έκανε στην θρησκεία του. Αυτός τους παρακίνησε να πάρουν τα χρήματα του Ναού. Αυτός αργότερα έκανε αρχιερέα τον αδελφό του Μενέλαο, ελεεινό πρόσωπο που με την διαγωγή του προξένησε αφόρητη θλίψι στους ευσεβείς Ιουδαίους. Πρβλ. Β' Μακ. κεφ. 3ο και 4ο ) που τον παρεκίνησε σε αντίθετη ενέργεια τον κατηγόρησε πολύ σαν αίτιο της απανθρωπιάς (που έδειξε) και του εξευτελισμού (που υπέστη).

12. Αυτούς ας μιμηθούμε και οι Ιερείς και οι μητέρες και τα παι­διά. Οι Ιερείς (ας το κάνουν αυτό) προς τιμήν του Ελεαζάρου του πνευ­ματικού πατέρα, ο οποίος με λόγια και έργα έδειξε το άριστο. Οι μητέ­ρες, προς τιμήν της γενναίας μητέρας, αγαπώντας αληθινά τα παιδιά τους και προσφέροντάς τα στον Χριστό, ώστε να αγιασθή και ο γάμος από μία τέτοια θυσία. Και τα παιδιά, δείχνοντας ευλάβεια προς τα ιερά αυτά παιδιά, μη δαπανώντας τα νειάτα τους στα αισχρά πάθη, αλλά στην πάλη εναντίον των παθών, και αντιμετωπίζοντας ανδρικά τον κα­θημερινό Αντίοχο που πολεμά με όλα τα μέλη του σώματος και κατα­διώκει με ποικίλους τρόπους (Ο «καθ' ημέραν Αντίοχος ο πάσι μέλεσι πολέμων και διαφόρως διώκων» είναι ο διάβολος. Στους αισθητούς εχθρούς του Θεού της Π. Διαθήκης διακρίνουμε τύ­πους και εικόνες του αοράτου εχθρού των Χριστιανών, του λαού της Κ. Διαθήκης. Έτσι ομιλούμε για νοητό Φαραώ και για νοητούς Φιλισταίους και Ασσυρίους και Βαβυλωνίους).

Ποθώ να βλέπω αθλητές κάθε εποχή και με κάθε τρόπο σε κάθε φύλο και ηλικία, η οποία και φανερά πολεμείται και κρυφά υφίσταται επιβουλές. Ποθώ να ενισχύωνται και με τα παλαιά διηγήματα και με τα νέα και να συγκεντρώνουν τα πλέον ωφέλιμα σαν τις μέλισσες (που συγκεντρώνουν το νέκταρ) για να φτιάξουν την γλυκεία κηρήθρα.

Έτσι λοιπόν και με την Παλαιά Διαθήκη και με την Νέα θα ευδο­κίση σε μας ο Θεός, που δοξάζεται στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, που γνωρίζει τους δικούς του και γνωρίζεται από τους δικούς του, που ομο­λογείται και ομολογεί (Ματθ. 10,32), που δοξάζεται και δοξάζει, δια του Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.


από το βιβλίο ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ του μακαριστού π.Δανιήλ Γούβαλη

Του Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δορμπαράκη

      Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί κατά της αγιότητος του εθνομάρτυρα και ιερομάρτυρα αγ. Χρυσοστόμου Σμύρνης. Ασφαλώς αυτοί που τις διατυπώνουν κάποιους λόγους επικαλούνται μέσα στην καλοπροαίρετη αναμφίβολα διάθεσή τους να διαφυλάξουν τον τρόπο που η Ορθόδοξη Εκκλησία μας διακηρύσσει την αγιότητα των εξαιρέτων μελών της. Για εμάς και για τους περισσοτέρους χριστιανούς, και μάλιστα τους έχοντες σχέση με τα αγιασμένα χώματα της Μικρασιατικής γης, δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Για εμάς ο άγιος Χρυσόστομος αποτελεί σύμβολο αγάπης προς τον Θεό και χρέους προς την πατρίδα, δεδομένου μάλιστα ότι εκπροσωπεί όλους τους πεσόντες και αναιρεθέντες ποικιλοτρόπως κατά τη Μικρασιατική καταστροφή, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν προς αυτόν όλοι οι Μικρασιάτες, έκφραση της οποίας αποτελούν τα διαρκώς πυκνούμενα γι' αυτόν βιβλία που εκδίδονται, τα ποιήματα που γράφονται, τα αφιερώματα που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη του, οι προτομές που φιλοτεχνούνται σε περιοχές που υπάρχουν και ζουν Μικρασιάτες, οι ναοί που κτίζονται στη μνήμη του.

Κι είναι ευκαιρία, με το αφιέρωμα τούτο, να τονίσουμε για μια ακόμη φορά την αγιότητα του μαρτυρικού ιεράρχη, γιατί αποδεικνυόμενη αυτή ιδίως από τις τελευταίες στιγμές της ζωής του γίνεται φάρος και οδοδείκτης για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς. Είναι όντως συγκλονιστικές οι περιγραφές του τέλους του κι είναι σα να διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τις τελευταίες στιγμές του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Τις περιγραφές αυτές κάνει όχι ένας απλός άνθρωπος, του οποίου ίσως μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λόγων του, ούτε κι ένας ραψωδός που μεγεθύνει τα γεγονότα στην εξιστόρησή τους, αλλά ένας επιστήμονας, αυτόπτης συγκλονιστικού γεγονότος, ο ακαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνάς, και μάλιστα σε ομιλία του επίσημη, στις 14 Δεκεμβρίου 1982, στην Ακαδημία Αθηνών. Παραθέτουμε αυτούσια τα τελευταία λόγια της ομιλίαςαυτής:

«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι.» Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ' ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ' αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ' επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.

«Είσαι δάσκαλος;» με ρωτά. «Αυτήν την τιμή είχα» του απαντώ. «Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;» - «Ναί», του λέγω. «Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ». - «Ελάτε μαζί μου έξω», λέγω στους συντρόφους μου. «Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος».

Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τούρκο-Κρητικό να λέει: «Δεν θα σάς σκοτώσω, θα σάς σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σάς σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μία τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος».

Και συνέχισε «Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ' εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.

»Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;» - «Ναί ξέρω» του απήντησα. «Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». - «Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μά δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δυο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σάς την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι' αυτό σάς χάρισα τη ζωή». «Και που τον έθαψαν;» ρώτησα με αγωνία. «Κανείς δεν ξέρει που έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί»».

     Αυτή είναι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που φανερώνει, όπως είπαμε, το μέγεθος της αγιότητας του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, αφού στην πίστη μας την ορθόδοξη εκείνο που αποτελεί αποδεικτικό μεγάλης αγιότητας είναι η αγάπη που απλώνεται και προς τον εχθρόΚαι τίποτε να μην ξέραμε για τον άγιο Χρυσόστομο, και μύρια όσα να του έχουν καταλογιστεί, το τέλος του είναι εκείνο που φανερώνει την εσωτερική, της καρδιάς του, ποιότητα. Κι ο άγιος Χρυσόστομος σαν τον Χριστό, σαν τον άγιο Στέφανο, σαν τους αποστόλους και όλους τους άγιους μάρτυρες ευλογεί τους διώκτες του και προσεύχεται γι' αυτούς. Μόνον όποιος διακατέχεται πλούσια από αυτό το πνεύμα του Χριστού ξέρουμε ότι ανήκει σ' Εκείνον και προεκτείνει την αγιότητα Εκείνου. «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;»

Δεν θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ας επιτραπεί όμως ως κατακλείδα στη μικρή αυτή αναφορά να μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα ποίημα που έχει γραφεί ακριβώς για τον άγιο:

 

Στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης

Ό,τι θεριά ‘νθρωπόμορφα * δε βλέπαν και δε νιώθαν,

το ‘δαν τα δέντρα, τα πουλιά * ο ήλιος και το χώμα:

τ' άγιο κορμί που κείτουνταν * ακρωτηριασμένο,

με πύριν' όμως την ψυχή * και με αγάπης χρώμα!

Τα χείλη του ψιθύριζαν * βαμμένα μέσ' στο αίμα,

- την ώρα που του ρολογιού * οι δείκτες σταματούσαν -

κείνο που πήρ' ο άνεμος * με δέος και με φόβο,

για να το φέρει όπου γης * και δάκρυα ξεσπούσαν.

«Πατέρα, τη συχώρηση * δώσ' τους, μη τους γδικιέσαι,

Γιατί δεν ξέρουνε κι αυτοί * σαν τότε οι εχθροί Σου»,

λέγαν τα χείλη τ' άγια * του Χρυσοστόμου Σμύρνης,

λίγο πριν φύγει του η ψυχή * σώμα ψυχή χωρίσουν!

Εσείστηκαν οι ουρανοί * απ' τη βαθειά αγάπη

κι ευθύς εφάνη ο Χριστός * που ‘σκυψε κεί σιμά του.

«Δούλε καλέ και αγαθέ, * μην τον φοβάσαι διόλου

όποιον σου παίρνει τη ζωή * μικρό τ' ανάστημά του»!

Κι έφυγε ο Χρυσόστομος * ο της θυσίας άγιος

Μά άφησε το σώμα του * τη γη μας να λιπαίνει.

Από ψηλά τώρα θωρεί * κι από την προτομή του

θυμίζοντας το χρέος μας *



ag.paraskevi

Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 Εμείς οι Χριστιανοί βρήκαμε σήμερα ξαπλωμένο σ' ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά σκεφθήκαμε ποτέ πόσο μεγάλη και βαρειά είναι αυτή η κληρονομιά; Αναλογισθήκαμε πως ρίζωσε στην αρχή και πως διαδόθηκε κατόπιν παντού, ώστε να φθάση μέχρι σήμερα και να φέρνη τόση μεγάλη ωφέλεια στην κοινωνία και να σώζη τόσα εκατομμύρια ψυχές;

Ε, λοιπόν, μάθε, αναγνώστα, οτι αυτό, που βρήκαμε εμείς έτοιμο, δεν ήταν εύκολο. Το δυσθεώρητο αυτό οικοδόμημα του Χριστιανισμού, για να γιγαντωθή έπρεπε να στηριχθήσε γερά θεμέλια. Και αυτά ήσαν οι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί. Αυτοί ξερίζωσαν την ειδωλολατρία και ρίζωσαν παντού την πίστι του Χριστού την αγία. Αλλά αυτό, καθώς καταλαβαίνεις, ήταν δυσκολώτατον.

1. Διότι η ειδωλολατρία ήταν θρησκεία που ικανοποιούσε όλα τα πάθη και όλες τις κατώτερες ορμές των ανθρώπων. Γι' αυτό άλλωστε ήταν ριζωμένη στα κατάβαθα του είναι τους. Λατρεύανε π.χ. στο πρόσωπο του Διός τον εγωισμό και τα καπρίτσια τους, στο πρόσωπο του Διονυσίου το μεθύσι, στο πρόσωπο της Ήρας τις συζυγικές απάτες και στο πρόσωπο της Αφροδίτης την ανηθικότητα. Την ακολασία την λατρεύανε επίσημα. Δεν την είχανε για αμαρτία, αλλά για αρετή. Αμαρτάνανε και νομίζανε οι ταλαίπωροι, πως αυτό άρεσε στο Θεό. Αρκεί να σκεφθή κανείς, οτι στην Κόρινθο μονάχα ο ναός της Αφροδίτης είχε χίλιες "ιερόδουλες!!".

Η Χριστιανική όμως Θρησκεία τα απαγόρευε αυτά αυστηρότατα και ζητούσε από τους οπαδούς της τα αντίθετα. Ζητούσε να είναι ταπεινοί " ο θέλων πρώτος είναι έστω πάντων έσχατος". Ζητούσε να είναι εγκρατείς " μέθυσοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι". Ζητούσε αγνότητα " έξω οι κύνες". Ζητούσε  α αποφεύγουν οι οπαδοί Τουμ όχι μόνο την ανήθικη πράξη, αλλά και το πονηρό βλέμμα " Πας ος αν ιδή γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτής, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού". Πως λοιπόν μπορούσανε αυτοί να αφήσουνε μιά τόσο εύκολη θρησκεία και να ακολουθήσουνε τη νεα, που ήταν τόσο αυστηρή;

Η αγιωσύνη είναι μαρτυρία Ιησού Χριστού. Οι άγιοι δηλαδή, με το βίο τους και με το θάνατο τους, μιμούνται, μαρτυρούν και επιβεβαιώνουν το θείο πρόσωπο και το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού, που είναι η διδασκαλία του, τα θαύματά του, το Πάθος και η Ανάστασή του. Αύτη η μαρτυρία, καθώς γράφει ο Απόστολος, γίνεται «είτε διά ζωής είτε διά θανάτου». Το ίδιο δηλαδή μάρτυρες είναι και εκείνοι που «ξίφει τελειούνται» και εκείνοι που «εν ειρήνη τελειούνται». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός την μαρτυρία των οσίων ασκητών την ονομάζει «χρονιώτερον και επιπονώτερον μαρτύρων». Αυτό, παράλληλα προς το μαρτύριο του αίματος, είναι το μαρτύριο της συνειδήσεως.

Aλλά στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας είναι πολλοί όχι μόνο όσιοι ασκητές, αλλά και καλλίνικοι μάρτυρες. Αυτοί είναι και λέγονται οσιομάρτυρες. Και τέτοια είναι η αγία οσιομάρτυς Παρασκευή, της όποιας σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη. Η αγία Παρασκευή ήταν από τα περίχωρα της Ρώμης, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου, δηλαδή στα 138 έως 161. Ο πατέρας της λεγότανε Αγάθων και η μητέρα της Πολιτεία, ήσαν δε και οι δύο ευσεβείς χριστιανοί. Αλλά δεν είχαν παιδιά, γι’ αυτό και προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων και γέννησαν ένα κορίτσι. Ήμερα Παρασκευή γεννήθηκε το παιδί και Παρασκευή το είπαν.

Με την προσευχή των γονέων της γεννήθηκε η Παρασκευή και με την προσευχή και τη θεοσέβεια τους ανατράφηκε. Όταν ήλθε σε ηλικία, η Παρασκευή ήταν μια ωραιότατη νέα, πίστευε όμως πως η αληθινή ομορφιά της χριστιανής γυναίκας είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος», όπως διάβαζε στην πρώτη επιστολή του αποστόλου Πέτρου. Όταν πέθαναν οι γονείς της, η Παρασκευή μοίρασε την περιουσία της και αφιέρωσε τον εαυτό της στο έργο της ιεραποστολής. Οι Εβραίοι τότε την κατηγόρησαν ότι κηρύττει το Χριστό και ότι προσελκύει πολλούς στην Εκκλησία. Οι Εβραίοι πάντα στάθηκαν και μέχρι σήμερα είναι οι πρώτοι εχθροί της Εκκλησίας· δεν μπόρεσαν ακόμα να καταλάβουν ότι πλανήθηκαν στο πρόσωπο του Μεσσία.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας θέλησε να ανακρίνει την αγία Παρασκευή. Βλέποντας την ωραιότητά της και τη σύνεση, της είπε· «Αν θυσιάσεις στους θεούς, θα κερδίσεις πολλά· αλλιώς θα βασανισθεις». Εκείνη σεμνά και σταθερά του απάντησε- «Δεν θα αρνηθώ ποτέ το Χριστό. Οι θεοί σας είναι είδωλα. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, εκείνος που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη». Όταν οι ισχυροί βλέπουν την αδυναμία τους να μεταπείσουν τους ομολογητές, τότε χρησιμοποιούν τη βία κι αρχίζουν τα βασανιστήρια. Φόρεσαν λοιπόν στην κεφαλή της Αγίας πυρωμένη σιδερένια περικεφαλαία, αλλά δεν έπαθε τίποτε. Την έρριξαν σε βρασμένη πίσσα, αλλά και πάλι δεν έπαθε κακό. Κάποιες σταγόνες πίσσας έπεσαν στα μάτια του βασιλιά και τον τύφλωσαν, αλλά η αγία Παρασκευή τον θεράπευσε.

Ο Αντωνίνος ή Μάρκος Αυρήλιος, καθώς μαρτυρεί και η ιστορία, ήταν κατά τα άλλα αγαθός άνθρωπος, γι’ αυτό, όταν είδε το θαύμα, αφήκεν ελεύθερη την Αγία. Έφυγε λοιπόν η Παρασκευή σε άλλη πόλη κι εκεί συνέχισε το ιεραποστολικό της έργο. Αλλά την συνέλαβαν κι εκεί και την οδήγησαν στο Διοικητή. Όταν εκείνος της πρότεινε να αρνηθεί την πίστη της, εκείνη έκαμε το σταυρό της και με θάρρος ομολόγησε το Χριστό. Έξω από την πόλη σε μια σπηλιά κρυβότανε ανήμερο θηρίο. Εκεί λοιπόν έρριξαν την αγία Παρασκευή, αλλ’ όταν το θηρίο πήγε φυσομανώντας να πέσει επάνω της, εκείνη φύσηξε επάνω του και το θηρίο έμεινε νεκρό. Βλέποντας το θαύμα, ο Διοικητής και οι δήμιοι πίστεψαν, κι αφήκαν πάλι ελεύθερη την αγία Παρασκευή.

Ο Ιησούς Χριστός δεν παρέλειψε να πει για τους Αγίους, που στέλνει να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και οι άνθρωποι τους διώκουν «από πόλεως εις πόλιν». Αυτό πραγματοποιήθηκε και στην αγία Παρασκευή. Σε άλλη πόλη που έφυγε κι εκεί την έπιασαν και πάλι την ανέκριναν και πάλι εκείνη με παρρησία ομολόγησε το Χριστό. Όταν είδαν πως δεν την έπειθαν για να αρνηθεί το Χριστό, την βασάνισαν πάλι και στο τέλος την αποκεφάλισαν. Στην ορθόδοξη εικονογραφία η αγία Παρασκευή, όπως και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, εικονίζεται να κρατάει σ’ ένα πιάτο τη σφαγμένη κεφαλή της. Και σε μια του ομιλία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως οι άγιοι Μάρτυρες έτσι πρεσβεύουν για μας στο Χριστό, κρατώντας στις παλάμες των τις σφαγμένες κεφαλές των. Αμήν.

(+ Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, Εικόνες έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 421-423).

2. Έπειτα, η ειδωλολατρία ήταν συνδεδεμένη και με τη ζωή και τα συμφέροντα των ανθρώπων. Χτυπώντας όμως την ειδωλολατρία ο Χριστιανισμός, χτυπούσε συμφέροντα. Όμως πόσο δύσκολο είναι να ξεριζωθή κάτι που είναι συνδεδεμένο με τη ζωή, αλλά προ παντός με το συμφέρον των ανθρώπων!!

3. Είχανε να παλέψουνε οι πρώτοι Χριστιανοί με τον Σατανά. Οι προγόνοι μας ήσαν έξυπνοι, αλλά την πάθανε. Διότι πίσω από την ειδωλολατρία κρυβότανε ο Σατανάς και τα πονηρά πνεύματα, που τους κρατούσανε σε πλάνη. Στα διάφορα μαντεία των Δελφών, Δοδώνης κλπ. και στα αρχαία μυστήρια της Ελευσίνας, Ίσιδος, Οσίριδος κ.α. έβλεπαν οι ανθρώποι ομολογουμένως υπερφυσικά πράγματα. Μη ξέροντας δε οτι αυτά είναι από τον Σατανά, τα νομίζανε, οτι ήταν από τον Θεό. Γι' αυτό υπερασπίζονταν την ειδωλολατρία με φανατισμό και πείσμα. Που να αφήσουνε να τη θίξη κανείς!! Τον σκοτώνανε ( άλλωστε, είχανε και θεό, τον Άρη, που ευχαριστείτο στα αίματα και τους φόνους). " Έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας ημάς, δόξη λατρείαν προσέφερεν τω Θεώ" είπε ο Χριστός. 

Και όμως γκρεμίστηκε το δωδεκάθεο του Ολύμπου, ρήμαξαν τα μαντεία και τα ιερά τους, έπεσαν και έγιναν συντρίμμια τα είδωλα. Εξαφανίσθηκαν οι χρυσελεφάντινοι Θεοί της Ακροπόλεως και στη θέσι τους στήθηκε ο Τίμιος Σταυρός που λαμπιρίζει σήμερα παντού. Στους τρούλλους των ναών και στα στέμματα των βασιλέων. Στα όπλα των στρατών και στα πηλίκια των αξιωματικών. Στα στήθη των ανθρώπων και στα παράσημα των ηρώων. Στους τάφους των κοιμητηρίων και στα λάβαρα των πανίσχυρων λαών.

Πως έγινε η μεταβολή αυτή; Έγινε με κόπους και τα τρεξίματα των Αποστόλων και των πρώτων Χριστιανών, που έκαναν τη διάδοση του Ευαγγελίου στους απίστους. Έγινε με τις αφάνταστες θυσίες και τα τρομερά μαρτύρια των πιστών ανδρών και γυναικών ακόμη και των μικρών παιδιών που υπέμειναν.

Έ! λοιπόν! Μια τέτοια αξιοθαύμαστη Χριστιανή είναι και η Οσιοπάρθενος Παρασκευή. Αυτή γιορτάζει στις 26 Ιουλίου με τόσες γιορτές και παηγύρια.

Σ' αυτό το κείμενο θα δούμε τους σκληρούς αγώνες της, που έκαμε για να διατηρήση την παρθενίαν. Θα δούμε τα τρομερά και ανήκουστα μαρτύρια της, που υπέστη για τηνπίστι του Χριστού. Θα δούμε ακόμη και τα θαύματα της τα παλαιά, αλλά και τα σύγχρονα.

ΜΕΡΟΣ Α

Μικρή - μικρή στην αρετή

Η καλλιπάρθενος αυτή νύμφη του Χριστού Παρασκευή γεννήθικε στα περίχωρα της Ρώμης. Αυτοκράτορας τότε ήταν ο Ανδριανός και μετά από αυτόν ο Αντωνίνος.Γεννήθικε περίπου το 117 μ.Χ. από Έλληνες γονείς.

Ο πατέρας της ονομαζότανε Αγάθων και η μητέρα της Πολιτεία. Ήτανε πλούσιοι αλλά και πολύ ευσεβείς και ακριβείς Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Είχανε πολλές αρετές και μεγάλες καλωσύνες και κάνανε ελεημοσύνες. Ήταν και οι δυό τους Θεοφοβούμενοι και φυλάγανε όλες τις εντολές του Θεού. Αγαπούσαν τον Θεό, αγαπούσαν και τους ανθρώπους. Γι' αυτό είχανε στην καρδιά τους την πιό μεγάλη χαρά. Τους την έδινε η άμεμπτη και ήσυχη συνείδηση τους.

Είχαν όμως και μια μεγάλη λύπη. Δεν είχαν δυστυχώς κανένα παιδί. Πόσο μεγάλη είναι αυτή η θλίψη την ξέρουν και την καταλαβαίνουν μόνο εκείνα τα ανδρόγυνα που είναι στείρα και άτεκνα. Γι' αυτό παρακαλούσαν και οι δυό τους το Θεό, να τους χαρίση ένα τέκνο και να το αφιερώσουνε στο Χριστό.

Πράγματι ο Θεός άκουσε τη δέηση τους και η Πολιτεία γέννησε την Αγία. Ήταν μέρα Παρασκευή, που την γέννησε και γι' αυτό όταν την βαφτίσανε, την ονόμασαν Παρασκευή.

Είχαν όμως, όπως είπαμε, υποσχεθή στο Θεό να την αναθρέψουν χριστιανικά και να την κάνουν καλή Χριστιανή. Και πράγματι! Το τάμα τους αυτό το ξεπλήρωσαν και με το παραπάνω. Την ανέθρεψαν " εν παιδία και νουθεσία Κυρίου".

Αλλά και η Παρασκευή εξ' άλλου ήτανε προικισμένη με πολύ κάλλος και ωραιότητα και αφ' εταίρου με μεγάλη εξυπνάδα. Έδειχνε από πολύ μικρή ζήλο στη Θρησκεία. Όταν ήτανε μικρή - μικρή ήτανε πολύ φρόνιμη. Δεν έπαιζε ποτέ αυτή άτακτα και δεν είχε στο νου της στα παιγνίδια. Όσο μάλιστα μεγάλωνε, τόσο γινότανε και σοβαρώτερη. Μωρολογίες, κακολογίες και χαχανητά δεν ακουγότανε ποτέ από το στόμα της. Τόσος δε ήταν ο ζήλος της στα Θρησκευτικά, ώστε ποτέ δεν έλειπε από το στόμα της η προσευχή και η υμνωδία. Αυτή ποτέ δεν έλειπε από την Εκκλησία. Και ποτέ δεν την έβλεπε κανείς, χωρίς να έχη στα χέρια της το Ευαγγέλιο ή άλλο θρησκευτικό βιβλίο. Ξενυχτούσε τη νύχτα μελετώντας τα θεία λόγια. Εύρισκε πάντοτε ευκαιρία σε κάθε συναναστροφή της να συζητή για θρησκευτικά ζητήματα. Και να δυναμώνει στη πίστη τις ασθενέστερες γυναίκες και παρθένες.

Αγαπούσε η Παρασκευή, όπως η υπεραγία Θεοτόκος, την παρθενία. Είχε νιώσει αυτή καλά, πόση αξία έχει η αγνότης και πόσο αρέσει στο Θεό. Γι' αυτό πρόσεχε αυτό της τον θησαυρό. Πρόσεχε τα μάτια της να μην περιεργάζωνται πρόσωπα ανδρών, διότι " εκ του οράν τίκεται το εράν ". Και τα μάτια είναι ο δρόμος του έρωτος. Από τα μάτια μπαίνει, σαν από παράθυρα, ο ψυχικός θάνατος " Ανέβη δια θυρίδων ο θάνατος " λέγει ο Προφήτης.

Πόσον ωραία περιγράφει την διαγωγή της ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
" Η Αγία Παρασκευή, μεταχειριζόταν σαν φτιασίδια τα δάκρυα, ενθυμούμενη τις αμαρτίας της, σαν σκουλαρίκια της είχε τα αυτιά της ανοικτά για να ακούει τις Άγιες Γραφές. Σαν κορδόνι είχε τις πολλές νηστείες, που έκαναν τον λαιμό της, και έλαμπε σαν τον ήλιο. Σαν δακτυλίδια τους κόμπους των δακτύλων της. Από τις πολλές μετάνοιες που έκανε. Σαν ζώνη χρυσαφένια την παρθενίαν, που εφύλαξε σ' όλη της την ζωή. Σαν φόρεμα την ντροπήν, που είχε στον εαυτό της και τον φόβο του Θεού, που την σκέπαζε.

Έτσι στολιζόταν η Αγία. Αν ίσως και είναι κανένα κορίτσι που θέλει να στολίζεται, ας σκευθή τι έκανε η Αγία, να κάμνη και εκείνη, αν θέλη να σωθή.

Έτσι αδελφοί μου, η αγία Παρασκευή έμαθε γράμματα και έγινε σοφώτατη και για την καθαρότητα της την αξίωσε ο Θεός και έκαμνε και θαύματα. Ιάτρευε τυφλούς, κωφούς και ανέστησε νεκρούς".

 Η αρετή της έκαμνε εντύπωση και πολλοί απο τους επίσημους και των αρχώντων θέλησαν να την πάρουν σαν νύμφη στα παιδιά τους. Το ήθελαν αυτό και για τα πλούτη της και για την ομορφιά της, αλλά περισσότερο για την αρετή και την σωφροσύνη της. Αυτή όμως αγαπούσε την παρθενία και ήθελε να μείνη καθαρή και αμόλυντη νύμφη του Χριστού. Γι' αυτό και δεν ήθελε να ακούση περί γάμου και παντρειάς. Αλλά και οι γονείς της, που έβλεπαν την απόφαση της ν' αφιερωθή στο Χριστό, ευχαριστούσαν τον Θεό που τους χάρισε τέτοιο ευλογημένο τέκνο.

Όταν η Παρασκευή ήταν είκοσι χρονών, απέθαναν οι γονείς της, και έτσι έμεινε ορφανή. Έμεινε όμως και με πολλά πλούτη στα χέρια της. Αν ήταν καμμιά άλλη στη θέση της θα τα χρησιμοποιούσε για φορέματα και για στολίδια, για λούσια, για ταξείδια και για φαγοπότια και διασκεδάσεις. Αυτή όμως τα χρησιμοποίησε κατά τον πλέον καλλίτερο και αποδοτικώτερον τρόπον. Τα τοποθέτησε στην τράπεζα του ουρανού. Τα μοίρασε άλλα στην Εκκλησία, άλλα στους φτωχούς και άλλα σε ένα Παρθενώνα.

Σ' αυτόν τον Παρθενώνα πήγε και αυτή και έμεινε αρκετό καιρό. Μένανε σ΄αυτόν πολλές Χριστιανές κοπέλλες, που είχανε αφιερωθεί στο Θεό. Ζούσανε όλες μαζί ζωή μοναχική. Είχανε κοινό ταμείο και βάλανε σκοπό της ζωής τους να λατρεύουν το Θεό και να εργάζωνται τα καλά έργα, για να το βρή η ψυχή τους. Προσπαθούσαν να διαδώσουν το Ευαγγέλιο στις Εβραίες και στις ειδωλολάτρισσες. Αυτές τις πλησιάζανε με διάφορες αφορμές, τις κατηχούσαν σιγά-σιγά και τις κάνανε Χριστιανές.

 Και απόστολος...

Η Παρασκευή, όμως, δεν αρκείτο μόνο σ' αυτή την εργασία. Ο ζήλος της ήταν πολύ μεγάλος. Μια ζωή, σκεπτόταν, είχε και έπρεπε αυτή τη ζωή να τη χρησιμοποιήση κατά τον καλλίτερο και άριστο τρόπο. Γι' αυτό έπειτα από μερικά χρόνια αποφάσισε να βγή φανερά και να κηρύξη δημόσια τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, χωρίς να λάβη υπ' όψιντης το μίσος των ειδωλολατρών και την έχθρα κατά των Χριστιανών. Ήτανε αποφασισμένη να μαρτυρήση για τον Χριστό της.

Έφυγε τότε από τη Ρώμη και περιώδευσε τις πόλεις και τα χωριά. κηρύττοντας τον Χριστόν. Εργαζότανε συνεχώς για την εξάπλωση της πίστεως της.

Αλλά το έργο αυτό ήτανε δυσκολώτατο, κοπιωδέστατο και κατ' εξοχήν επικίνδυνο, για την εποχή εκείνη. Αρκεί να σκεφθούμε, οτι οι γυναίκες την εποχή εκείνη έμεναν κλεισμένες στο γυναικωνίτη και δεν μπορούσε εύκολα μια γυναίκα να γυρίζη έξω.

Έπειτα εκεί που πήγαινε δεν εύρισκε Χριστιανικό περιβάλλον, όπως σήμερα, έστω και πλανεμένο. Αλλά είχε να κάνη παντού με ειδωλολάτρες που είχανε μεγάλη έχθραεναντίον των Χριστιανών. Αφήνω τώρα τους κόπους της οδοιπορίας, τους κινδύνουςμ σωματικούς και ηθικούς, τους οποίους διατρέχει μια νέα κοπέλλα και ωραία, όπως αυτή, γυρίζοντας εδώ και 'κει. Και όμως η Παρασκευή τα αψήφισε όλα αυτά και ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα για την αγάπη του Χριστού.

Με τέτοιους λοιπόν κινδύνους και με τέτοια αυτοθυσία, οι Χριστιανοί εκείνοι ερρίζωσαν και εγιγάντωσαν την Εκκλησία του Χριστού.

Η Παρασκευή μπόρεσε μ' αυτό τον τρόπο να φωτίση και να τραβήξη στην πίστι του Χριστού πολλούς να τους φέρη στην Εκκλησία. Έπιανε συζητήσεις με σοφούς και λογικούς ειδωλολάτρες, για ζητήματα φιλοσοφικά και θρησκευτικά. Με την εξυπνάδα της και με την ικανότητα της αλλά πάνω απ' όλα με την φώτισι του Χριστού τους απεστόμωνε.

Εορτή της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)

Η θαυματουργός Αγία Παρασκευή

 Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.

Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.

Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.

Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.

Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».

Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

http://www.parembasis.gr/2008/08_06_24.htm

 ΜΕΡΟΣ Β

Τα μαρτύρια

Τότε αυτοκράτωρας της Ρώμης ήταν ο Αντωνίνος, ο ευσεβης, που ήταν όμως ακόμη ειδωλολάτρης. Αυτός διαδέχθηκε τον Ανδιανόν το 138 μ.Χ. Σ' αυτόν, λοιπόν πήγαν μερικοί κακόψυχοι Ιουδαίοι και ανέφεραν την δράση της Παρασκευής. Οι Εβραίοι, εχθροί πάντοτε των Χριστιανών, βλέπανε με κακό μάτι το κήρυγμα και την εργασία της Αγίας Παρασκευής καθώς και το οτι πολλοί Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες εγίνοντο Χριστιανοί. Αυτό τους εστοίχιζε πολύ.

Και γι' αυτό πήγαν στον Αντωνίνο και του είπαν:
" Πολυχρονεμένε μας Βασιλιά, όλοι εδώ υπακούουν στα προστάγματά του. Κάποια όμως γυναίκα που την λένε Παρακευή, κηρύττει τον Ιησού, το παιδί κάποιας Μαρίας. Αλλά αυτόν οι πατέρες μας τον σταύρωσαν σαν λαοπλάνον και αντίθετον. Και όμως αυτή η γυναίκα λέει στο λαό σου, οτι αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και οι Θεοί, που προσκυνάς εσύ, είναι ψεύτικοι."

Μόλις τα άκουσε αυτά ο Αντωνίνος, έγινε κατακόκκινος από τον θυμό του και αμέσως διέταξε να τη συλλάβουν και να την πάνε μπροστά του. Έτσι και έγινε. Μόλις όμωςαντίκρυσε το κάλλος της τα έχασε. Γι' αυτό και άρχισε με γλυκόλογα να της λέγει:
- Άκουσε, Παρασκυεή! Εγώ με τη δύναμη των μεγάλων θεών σε θαυμάζω, για τα νειάτα σου και την ομορφιά σου. Γι' αυτό και σε συμβουλεύω να θυσιάσης στους θεούς, που σου έδωκαν αυτή την ωραιότητα. Και αν μεν με ακούσης και κάνης οτι σου λέγω εγώ, θα σε φορτώσω δώρα. Αν όμως δεν με ακούσης και σταθής με πείσμα στο θέλημα σου και αντίθετη στις διαταγές μου, μάθε οτι θα σε τιμωρήσω με φοβερά βασανιστήρια. Θα είναι δε τόσο σκληρά, που και να τα ακούση κανείς, θα τρομάξη.

Όταν άκουσε αυτά η Αγία, έκαμε τον σταυρό της και αποκρίθηκ:
- Μη νομίσης, Βασιλεύ, οτι με τις κολακείες σου και τις απειλές σου θα αρνηθώ εγώ ποτέ τον γλυκύτατον μου Ιησούν. Διότι δεν υπάρχει κανένα βάσανο και καμμιά τιμωρία, που να με χωρίση από την αγάπη Του.

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

ΜΕ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΑΤΙΩΝ.

Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στη Ρώμη. Ήταν κόρη του Αγάθωνα και της Πολιτείας. Οι γονείς της την ανάθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», γιατί δεν είχαν παιδί και ευχήθηκαν, αν αποκτήσουν, να το αφιερώσουν στο θεό. Μετά τον θάνατο των δικών της μοίρασε τα υπάρχοντα της στους φτωχούς και γύριζε κηρύττοντας το Ευαγγέλιο.

Η δράση της προκάλεσε τον βασιλιά Αντωνίνο ο οποίος αφού τη συνέλαβε την έβαλε σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Όταν είδε την Αγία άθικτη, δοκίμασε το υγρό στο πρόσωπο του και τυφλώθηκε. Η Αγία με προσευχή έδωσε το φως στον Αντωνίνο ο οποίος πίστεψε. Αργότερα η Αγία μαρτύρησε με αποκεφαλισμό.

 Η Αγία Παρασκευή,έχει  το ιδιαίτερο χάρισμα να θεραπεύει μεταξύ άλλων τις οφθαλμολογικές παθήσεις.Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται στο παραπάνω θαύμα που επετέλεσε η Αγία.Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις θαυμάτων της Αγίας με θεραπείες διαφόρων παθήσεων των ματιών.

Ένα από αυτά είναι και το σύγχρονο θαύμα της Αγίας στο:http://agiooros.freeforums.org/topic-t559.html και σας το παρουσιάζουμε:

Το θαύμα της Αγίας Παρασκευής σε εμένα προσωπικά.

Φίλοι μου, μέσα από αυτή τη σελίδα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το θαύμα εκείνο, που έζησα στα οκτώ μου χρόνια και που το αποτέλεσμα και η χάρη που πήρα από αυτό διατηρείται , χάρη στις δεήσεις της Αγίας Παρασκευής υπέρ εμού , έως σήμερα.
Από δύο ετών έπασχα από στραβισμό ιδιαίτερα σοβαρής μορφής και , όπως έλεγαν οι γιατροί μου με είχαν εξετάσει σε Αθήνα και Κόρινθο, θα έπρεπε να φοράω τα γυαλιά για όλη μου τη ζωή. Οι γονείς μου συνήθιζαν να με πηγαίνουν κάθε χρόνο, παραμονή της Αγίας Παρασκευής , σε ένα μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται στην Αρχαία Κόρινθο. Εκεί , από τριών σχεδόν ετών έκανα την μικρή μου αλλά τόσο περιεκτική σε παράκληση προσευχούλα μου : " Αγία μου Παρασκευή, κάνε μου καλά τα ματάκια μου " . Άναβα λοιπόν τη λαμπάδα μου και ήλπιζα πολύ σε αυτήν.
Και τελικά, στα οκτώ μου χρόνια , η Αγία Παρασκευή ,έκανε το θαύμα της , έξω από το μικρό αυτό εκκλησάκι. Μια ξαφνική σκέψη μέσα μου, σαν αστραπή , με ώθησε να βγάλω τα γυαλιά μου και με διαβεβαίωσε ότι πλέον δε θα μου χρειάζονταν άλλο! Έβγαλα λοιπόν τα γυαλιά μου και διαπίστωσα ότι πράγματι, δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα! Έβλεπα πάρα πολύ καλά, χωρίς το παραμικρό ίχνος στραβισμού! Αυτόματα, τα έδωσα στη μητέρα μου και της είπα ότι δε θα τα ξαναφορούσα πια! Οι δικοί μου, στην αρχή νόμιζαν πως επρόκειτο για παιδικό ενθουσιασμό όμως δεν άργησαν κι αυτοί τις επόμενες ημέρες να πιστέψουν πως επρόκειτο στα αλήθεια περί θαύματος.
Σήμερα είμαι μία ώριμη γυναίκα με άριστη όραση. Ποτέ δεν έπαψα να επισκέπτομαι εκείνο το εκκλησάκι κάθε χρόνο και να ευχαριστώ την Αγία Παρασκευή για τη θαυματουργή της παρέμβαση και για το ότι εισάκουσε τις ταπεινές , παιδικές προσευχές μου! Οι Άγιοι είναι πάντα κοντά μας. Αρκεί να τους επικαλεστούμε με πίστη και είναι έτοιμοι να σπεύσουν και να μας βοηθήσουν...


Φιλικά,
Γεωργία-Κόρινθος

Από τον ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΟΣΜΟ

 Της φορούν πυρακτωμένη περικεφαλαία

Ο Βασιλιάς τότε άναψε από τον θυμό του:
- Πάρτε την, είπε στους στρατιώτες. Κάψτε μια σιδερένια περικεφαλαία, ώσπου να κοκκινίση και βάλτε την στο αγύριστο κεφάλι της.

Πράγματι! Της φόρεσαν στο κεφάλι της της κόκκινη από την φωτιά περικεφαλαία, αλλά ο Θεός που φύλαξε τους τρείς παίδες στην κάμινω και δεν κάηκαν καθόλου, αυτός και στην Αγία εθαυματούργισε. Η κατακόκκινη απο την φωτιά περικεφαλαία ήταν δροσερή, δροσερώτατη!

Μόλις όμως είδαν το θαύμα αυτό τα πλήθη των ειδωλολατρών, εθαύμασαν και πολλοί πίστεψαν στο Χριστό. Ο Αυτοκράτορας τότε πήγε να σκάση από το κακό του. Διέταξε αμέσως να συλλάβουν όλους αυτούς και να τους θανατώσουν. Και πράγματι! Άλλους από αυτούς τους αποκεφάλισαν, άλλους τους έγδαραν και άλλους τους έπνιξαν στονΤίβεριν ποταμό, που περνά μέσα από τη Ρώμη. Επίσης διέταξε και έβαλαν την Αγία στη φυλακή, μέχρις ότου σκεφθή σκληρότερο τρόπο να την βασανίση.

Στη φυλακή η Αγία παρακαλούσε τον Κύριο και έλεγε!  
" Φύλαξε με, Κύριε, στην πίστι Σου την αληθινή και απάλλαξε με από τα σκάνδαλα του εχθρού, διότι προς σε γύρισα την ψυχή μου"

Κατά το μεσονύκριον όμως, να! φάνηκε σ' αυτή άγγελος Κυρίου, που είχε στα χέρια του ένα σταυρό φωτεινό, ένα καλάμι, ένα σπόγγο και ένα ακάνθινο στέφανο. Ήσαν αυτά τα όργανα του πάθους του Κυρίου. Την χαιρέτησε ο άγγελος και της είπε:
" Χαίρε, Παρασκευή αθλοφόρε Κυρίου. Μη φοβάσαι τα βάσανα των τυρράνων. Διότι ο Κύριος μας, που καταδέχτηκε, δια την σωτηρία του ανθρώπου να σταυρωθή και ναδαρή και να του φορέσουν το ακάνθινο στεφάνι, Αυτός θα σε βοηθήση και θα σε γλιτώση από κάθε πειρασμό."

Αφού της είπε αυτά ο άγγελος, της έλυσε τα δεσμά και ανέβηκε στους ουρανούς. Η Αγία πήρε τότε θάρρος από τα λόγια αυτά του Αγγέλου και προσευχήθηκε ως το πρωί.

 Της καίνε τις σάρκες

Το πρωί ο Βασιλεύς διέταξε να φέρουν την Αγία μπροστά του. Πήγαν λοιπόν οι στρατιώτες να τη φέρουν. Αλλά τι να δούν! την βρήκαν λυμένη από τα δεσμά. Όταν την πήγαν κοντά στο Βασιλέα, ο Αντωνίνος της είπε:
- Ε! Παρασκευή, έβαλες μυαλό έπειτα από τη χθεσινή τιμωρία ή επιμένεις ακόμη σ' αυτή τη βλακεία;

- Τι νομίζεις, του αποκρίθηκε η Αγία, ασεβέστατε τύραννε, πως με τέτοιες τιμωρίες θα μου σαλέψης τον ασάλευτο πύργο της ψυχής μου, την πίστι μου στο Χριστό;Ευκολώτερο είναι να μαλακώσης το σίδερο, παρά να  μετατρέψης  τη καλήν  μου σκέψη. Και αν θέλης δοκίμασε τη δύναμη του Χριστού μου.

Η σταθερή αυτή απάντηση έκανε τον Αντωνίνο να αναψοκοκκινήση από το θυμό του. Διέταξε τους στρατιώτες να κρεμάσουν την Αγία από τα μαλλιά της κεφαλής της και με αναμμένες λαμπάδες να της καίνε τις μασχάλες και τα άλλα μέλη του σώματος της. Και όμως η Αγία ενώ πονούσε τρομερά από το φοβερό μαρτύριο, ελεεινολογούσε τον βασιλιά και ειρωνεύετο τους θεούς του.

Στο καζάνι με την πίσσα

Όταν είδε ο βασιλιάς, οτι δεν λύγιζε καθόλου τη γνώμη της, ούτε και από αυτό το βασανιστήριο, διέταξε να την βάλουν σε ένα μεγάλο καζάνι πίσσα και λάδι και να τα βράσουν. Τα βράσανε πολύ και ενω κόχλαζαν, ρίξανε μέσα την Αγία. Θαύμα μέγα όμως συνέβη τότε! Η Αγία στεκότανε μέσα στη μέση του μεγάλου καζανιού αβλαβής και χαιρότανε σαν να ήτανε μέσα σε δροσερό κήπο!

Ως εξής περιγράφει το γεγονός ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
" Λέγει ο Βασιλεύς στην Αγία·
- Σου δίνω τρείς μέρες προθεσμία αν δεν με υπακούσης θα σε θανατώσω.

Η Αγία του απαντά·
- Βασιλεύ, εκείνο που πρόκειται να κάνης σε τρείς μέρες κάντο τώρα, γιατί εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστό μου.

Τότε προστάζει ο βασιλεύς και άναψαν μια μεγάλη πυρκαϊάν και βάζουν ενα καζάνι γεμάτο πίσσαν και θειάφι και βράζει καλά. Βλέποντας η Αγία το καζάνι χαιρόταν, διότι έμελλε να αναχωρήση από τούτον τον ψεύτικο κόσμο, και να πάει σ' εκείνο τον αληθινό και αιώνιο. Προστάζει ο Βασιλεύς να βάλουν την Αγίαν στο καζάνι, για να καή. Η Αγία έκαμε τον σταυρό της και μπήκε μέσα.

Περιμένει δυό τρείς ώρες ο Βασιλεύς και βλέπει, οτι δεν καίγεται η Αγία και της λέγει:
- Παρασκευή, γιατί δεν καίγεσαι;

- Διότι ο Χριστός μου εδρόσισε το νερό και δεν καίγομαι.

Λέγει ο Βασιλεύς:
- Ράντισε με και εμένα, για να δω αν καίει;

Πήρε η Αγία με τα δυό της χέρια και του έρριψε στο πρόσωπον και ευθύς ( ώ του θαύματος!!) ετυφλώθη και γδάρθηκε το πρόσωπον του.

Φωνάζει ο Βασιλεύς:
- Μέγας ο Θεός των Χριστιανών και σ' αυτόν πιστεύω και εγώ και έβγα να με βαφτίσης.

Εβγήκε η Αγία και τον εβάφτισε, του ξανάδωσε το φως των οφθαλμών του λέγοντας:
- Βασιλιά, σε απαλλάσει από την δεινή μάστιγα ο Θεός των Χριστιανών.

Αυτά λέγει ο Άγιος Κοσμάς.

Η δε Αγία έπειτα από αυτό έλαβε χάριν από τον Θεό και θεραπεύει τους πάσχοντας από τα μάτια. Όπως ο Άγιος Γεράσιμος είναι για τους δαιμονιζόμενους, ο ΆγιοςΑντίπας για τα δόντια, ο Άγιος Τρύφων για τα λαχανικά, Ο Άγιος Βησσαρίων για την πανούκλα, έτσι και η Αγία Παρασκευή για τα μάτια. Γι' αυτό άλλωστε τα τόσα θαύματα κάμνει σε τυφλούς, όπως θα δούμε πάρακάτω.

Ο Αντωνίνος με το θαύμα αυτό συνήλθε και αν πρωτήτερα συνέχιζε τον διωγμό κατά των Χριστιανών, αυτό το έκανε από πίεσι του ειδωλολατρικού κόσμου. Τώρα όμως κάποια ακτίνα φώτισε το νου του και έπαψε να διώκει τους Χριστιανούς, την δε αγία Παρασκευή την απήλλαξε τελείως από τα βασανιστήρια.

Μέσα στο θηριοτροφείο

Η αγία Παρασκευή πήγε κατόπιν σε άλλα μέρη και εκήρυττε το λόγον του Θεού. Άρχοντας σε ένα τόπο ήταν κάποιος Ασκληπιός, την συνέλαβε και πήγε πάλι στο δικαστήριο να λογοδοτήσει.
- Απο πού είσαι και ποιός είναι αυτός ο Θεός, ο καινούριος, που κηρύττεις; την ρώτησε.

Η Αγία, αφού έκαμε τον σταυρό της και επεκαλέσθη τον Ιησού, του αποκρίθηκε.
- Το από που είμαι δεν είναι ανάγκη να το μάθης, ούτε και ωφελεί τίποτε. Ο Θεός όμως, τον οποίον κηρύττω μάθε, πως δεν είναι νέος όπως λες, αλλά Θεός άναρχος και προαιώνιος. Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλα σ' αυτά. Αυτός, δια την σωτηρία των ανθρώπων ήλθεν στη γη και έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε καιανελήφθηκε στον ουρανό, αλλά και πάλι θα έλθη να κρίνη τον κόσμο και να αποδώση στον κάθε ένα κατά τα έργα αυτού. Ε, λοιπόν, εγώ αυτόν κηρύττω και αυτόν ομολογώ, ως Θεόν αληθινό. Όσον αφορά τους δικούς σας θεούς αυτοί είναι ψεύτικοι. Δεν είναι θεοί.

Όταν άκουσε αυτά ο άρχοντας εκείνος ταράχθηκε πολύ και διέταξε να την πετάξουν σ' ενα θηριοτροφείο, που βρισκόταν έξω από την πόλη. Μέσα σ' αυτό φυλασσόταν έναςδράκωντας, ένας δηλαδή πελώριος δηλητιριώδης όφις ( φίδι) . Σ' αυτόν πετούσαν πολλούς κατάδικους.

Μόλις είδε την Αγία ο όφις, σφύριξε δυνατά και ήταν έτοιμος να την κτυπήση. Αλλά η Αγία έκαμε τον σταυρό της και ζήτησε να την βοηθήση ο Θεός. Και αμέσως ( ώ τωνθαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ!! Πόσο μεγάλη είναι η χάρις των αγίων Σου) ο φοβερός εκείνος όφις στριφογύρισε και έσκασε. Κόπηκε στα δύο, σαν να τον έκοψε κανένα ξίφος! Πόση πράγματι είναι η δύναμις του σταυρού!! Μόλις είδαν το θαύμα ο βασιλεύς και οι άλλοι εβαπτίσθηκαν στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος.

Κοντά στη Θεσσαλονίκη

Η Αγία πήγε κατόπιν σε άλλες χώρες και πόλεις και κήρυττε τον Χριστό. Πήγε και στην Ελλάδα. Έφθασε στην ωραία κοιλάδα των Τεμπών. Εκεί την συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες. Στην τοποθεσία που την συνέλαβαν υπάρχει Ναός της Αγίας Παρασκευής. Από τα Τέμπη την πήγανε κατόπιν σε μια άλλη πόλι, κοντά στη Θεσσαλονίκη.

Εκεί ο άρχοντας ήταν ο Ταράσιος. Ο Ταράσιος την εκάλεσε στο κριτήριο του.
- Ποιός πονηρός δαίμονας, της είπε, σε έφερε εδώ και σε έβαλε να βρίζης τους μεγάλους θεούς και να κηρύττης έναν άγνωστο Θεό, που είναι χθεσινός και προχθεσινός; Αυτός γεννήθηκε πρίν 150 χρόνια, στις μέρες του Καίσαρα Αύγουστου και τον σταύρωσαν οι Ιουδαίοι σαν κακούργον και αντίθεον.

- Κανείς πονηρός δαίμονας, του απαντά, δεν με έστειλε εδώ να κηρύξω την αλήθεια. Ο Χριστός ο αληθινός Θεός με έστειλε. Αυτός που είναι ο άναρχος και έγινε άνθρωπος με σάρκα για μας. Αυτόν εγω κηρύττω ως Θεόν προαιώνιον! Αυτόν ομολογώ ως Θεόν αληθινόν και άνθρωπον τέλειον. Όσον αφορά δε τα είδωλα σας και τους θεούς σας, που είναι κουφά και αναίσθητα, εγώ τα περιφρονώ και τα ποδοπατώ, γιατί δεν είναι τίποτε.

Μαρτύρια μέχρι την έξοδο της ψυχής της

Σαν άκουσε αυτά ο Ταράσιος, ταράχθηκε σύγκορμος και διέταξε τους στρατιώτες του αμέσως να βράσουν σ' ενα μεγάλο καζάνι λάδι, πίσσα και μολύβι και μετά να ρίξουν μέσα την Αγία.

Ο Θεός όμως, και πάλι έκαμε το θαύμα του. Όπως έστειλε άλλοτε τον άγγελο του και εδρόσισε την κάμινο της Βαβυλώνος, που είχαν ρίξει μέσα τους Τρείς Παίδας, έτσι και τώρα έστειλε τον άγγελο Του, ο οποίος έσβυσε την φωτιά τελείως, το δε μολύβι, την πίσσα και το λάδι, που κόχλαζαν τα έκανε ψυχρότερα και από το κρύο νερό. Μόλις είδαν αυτό το θαύμα πολλοί ειδωλολάτρες, βάλανε θεογνωσία και πίστεψαν στο Χριστό. Ο δυστυχής όμως Ταράσιος, αντί να πιστεύση κι αυτός, αγρίεψε περισσότερο. Νόμισε πως η Αγία ήταν καμμιά μάγισσα και είπε στους στρατιώτες του:
- Πιάστε αυτή τη μιαρή, που βρίζει τους θεούς μας και τεντώστε καταγής από τα τέσσερα  (χέρια και πόδια) και κατόπιν μαστιγώστε την με βούνεβρα αλύπητα, ώσπου νααναγκασθή να θυσιάση στους θεούς μας, ή να αποθάνη.

Οι στρατιώτες εξετέλεσαν την διαταγή αμέσως. Εδώ η Αγία έδειξε όλη της την καρτερία. Νόμιζε κανένας, οτι χτυπούσαν άλλον κι όχι αυτήν!! Διότι αυτή ήταν όλο χαρούμενη και ευφραινόμενη!! Δυό και τρείς φορές άλλαξαν οι στρατιώτες και όμως, η Αγία δεν άλλαξε γνώμη.

Όταν είδε την τόση υπομονή της ο μιαρός εκείνος άρχοντας, ντράπηκε το πλήθος, επειδή δεν μπόρεσε να δαμάση μια αδύνατη γυναίκα. Γι' αυτό διέταξε τους στρατιώτες να την ρίξουν ξανά φυλακή και να την καρφώσουν από τα τέσσερα. Εκεί, αφού της βάλουν μια μεγάλη πλάκα στα στήθη, να την αφήσουν έτσι, μέχρις ότου σκεφθή τι άλλο πιόφρικτό βασανιστήριο μπορεί να της κάνη, ώσπου να την τελειώση.

Τη νύκτα όμως, εκείνη, φάνηκε ο Χριστός με πλήθος αγγέλων και της είπε:
" Χαίρε Παρασκευή καλλιπάρθενε. Θάρρος! Μη δειλιάσης στα βάσανα, γιατί η χάρις Μου θα είναι μαζί σου. Λίγο ακόμη να υπομείνης και θα έλθης να βασιλεύης μαζί μου αιώνια". Συγχρόνως ο Χριστός της γιάτρεψε τις πληγές, της έλυσε τα δεσμά και ανελήφθη.

Την άλλη μέρα ο άρχοντας έστειλε στρατιώτες και την έφεραν μπροστά του. Όταν την είδε χωρίς καμμιά πληγή, αλλά τελείως υγιή, της είπε:
- Ω γυναίκα, βλέπεις πως σε αγαπούν οι μεγάλοι Θεοί και σε γιατρέψανε; Λυπήθηκαν την ωραιότητα σου και δεν έπρεπε να μείνη επάνω σου καμμιά ασχήμια. Μη, λοιπόν, τους δείξης αχαριστία. Αλλά έλα κοντά μας στο ναό, να τους προσκυνήσης και να λάβης και από μένα πολλά δώρα.

- Δεν με γιατρέψαν οι θεοί σου, τύραννε, τους είπε, αλλά ο Χριστός μου, ο αληθινός Θεός, που Τον πιστεύω και Τον λατρεύω και ο Οποίος με επισκεύθηκε τη νύκτα στη φυλακή. Επειδή όμως, θέλεις να πάμε στο ναό, ας οάμε και να δούμε ποιούς θεούς θέλεις να προσκυνήσω.

Χάρηκε τότε σαν άκουσε αυτά ο Ταράσιος. Νόμισε, πως νίκησε ο ανόητος. Ξεκίνησαν, λοιπόν, οι επιτελείς, οι επίσημοι και ο λαός να πάνε στο ναό των ειδώλων, από τηνχαράτους οι ειδωλολάτρες πολυχρονούσαν τον Ταράσιον. Μπήκαν κατόπιν στον ναόν και περίμεναν να δούνε τι θα κάνη η Αγία.

Η Αγία μπήκε και στάθηκε μπροστά στο άγαλμα του Απόλλωνος, σήκωσε απειλητικά το χέρι της και του λέγει:
- Θέλεις, εσύ άψυχο είδωλο, να πάρης σαν Θεός από εμένα θυσία;

Τότε το δαιμόνιο, που κατοικούσε στο άγαλμα φώναξε με μεγάλη φωνή, που την άκουσαν όλοι.
- Δεν είναι Θεός εγώ, ούτε κανένας άλλος από εμάς είναι. Μόνον αυτός, που κηρύττεις εσύ είναι Θεός αληθινός. Εμείς είμασταν βέβαια άγγελοι, αλλά για την υπερηφάνεια μας γίναμε διάβολοι και εξαπατούμε τους ανθρώπους και μας προσκυνούν για Θεούς.

- Γιατί, τότε, του είπε η Αγία, στέκεστε εδώ μέσα, όπου είμαι και 'γω η δούλη του αληθινού Θεού; Γκρεμισθήτε, τους είπε.

Αμέσως τότε γκρεμίστηκαν όλα τα αγάλματα από τη θέσι τους και έγιναν συντρίμμια. Ακούσθηκαν από τα αγάλματα του ναού θρήνος πολύς και σύγχυσις και βουή μεγάλη. Τότε θυμώσανε οι ειδωλολάτρες ιερείς, αρπάξανε την Αγία και σέρνοντας και δέρνοντας αυτήν την έφεραν μπροστά στον Ταράσιο και φωνάζανε δυνατά:
" Φόνεψε την κακούργα, προτού γκρεμίση και εσένα και τον ναό μας."

Ο Ταράσιος είδε τότε, πως δεν μπορούσε να κάνη τίποτε με φοβέρες και μαρτύρια. Γι' αυτό έβγαλε την θανατική της απόφαση:
" Την Παρασκευή που ύβρισε τους θεούς, η οποία κατεφρόνησε την εξουσία μας, κηρύττει δε τον πλάνον Χριστόν, σαν αληθινό Θεόν, προστάζω να της κόψετε την μιαράνκεφαλήν"

Μετά την διαταγή οι στρατιώτες παρέλαβαν την Αγία και την οδήγησαν έξω από την πόλη, για να την αποκεφαλίσουν.

Όταν φθάσανε στον τόπο της εκτελέσεως, τους ζήτησε η Αγία λίγο χρόνο να προσευχηθή. Πράγματι, την άφησαν. Και αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και τον νου της στο Θεό, είπε:
" Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο Οποίος για την ιδική μας σωτηρία ήλθες από τον ουρανό στη γη, σ' ευχαριστώ, διότι με αξίωσες να υπομείνω βάσανα και τιμωρίες για το Άγιον Όνομα Σου.

Σε δοξολογώ, διότι αξιώθηκα, να μιμηθώ το πάθος Σου. Σε υμνολογώ, διότι με δυνάμωσες να μαρτυρήσω, δια την αγάπη Σου. Τώρα αξίωσε με και της Βασιλείας Σου. Παράλαβε και την ταπεινή μου ψυχή και ανάπαυσε την μαζί με τις φρόνιμες Σου παρθένες. Διότι, με το να περιμένω την μεγάλη Σου δόξα, υπέμεινα τις τιμωρίες και τα βάσανα. Με το να ελπίζω στην ανταμοιβή Σου, θα λάβω τώρα και τον θάνατο. Γι' αυτό κατάταξε με στον χορό των Αγίων Σου μαρτύρων. Μνήσθητι, Κύριε, και όλων, όσοι επικαλούνται το όνομα Σου, σε καιρόν θλίψεως δι' εμού, οτι ευλογητός είσαι στους αιώνες. Αμήν".

Μετά την προσευχή της με χαρά η Αγία έσκυψε τον αυχένα και οι στρατιώτες έκοψαν με ξίφος την αγία της κεφαλή. Και έτσι η αγία και πάναγνος ψυχή της απήλθε στις αιώνιες μονές, στην ατέλειωτη χαρά, στην Βασιλεία των Ουρανών.

Το άγιο λείψανο της το παρέλαβαν μερικοί Χριστιανοί, που παρακολουθούσαν το μαρτύριο της, κρυφά όμως, επειδή φοβόντουσαν τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες. Το άλειψαν με αρώματα και το τοποθέτησαν σε επίσημο τάφον. Στον τάφον της γίνονταν άπειρα θαύματα. Πολλοί ασθενείς έρχονταν  και, μόνο που έπιαναν χώμα από τον τάφο της, θεραπεύονταν. Κουτσοί περπατούσαν, δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν, πολλές στείρες γυναίκες ετεκνογόνησαν. Προ πάντων όμως, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν.

Στο μέρος εκείνο υπάρχει σήμερα Ναός και Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Τρέχει δε πολύς κόσμος στις 26 Ιουλίου, στη γιορτή της. Γίνονται πολλά θαύματα.

Πρέπει δε να σημειωθή, ότι όχι μόνο στον τάφο της αλλά και σε όλα τα μήκη και πλάτη της γής, κατά τα 1800 χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, έχουν γίνει αναρίθμητα θαύματα. Αν ήθελε να τα μετρήση κάποιος, θα ήτανε σαν να ήθελε να μετρήση τα άστρα του ουρανού και την άμμο της θάλασσας.

Και όχι μόνο τον παλαιό καιρό θαυματουργούσε η Αγία, αλλά και σήμερα. Όποιος την επικαλεσθή με πίστη, τον βοηθάει σε κάθε ψυχοφελές αίτημα του.

Σημερινά θαύματα

Έντιθ Μουρ

Το 1964 έγραψα στην εφημερίδα " Ορθόδοξος Τύπος ", ένα άρθρο, για την Αγία Παρασκευή. Το άρθρο εκείνο το διάβαζε κάποιος συνδρομητής από τον Πειραιά. Μόλις το διάβασε, του έφερε ο ταχυδρόμος μια επιστολή από τη Γερμανία. Ήταν από κάποια Αμερικανογερμανίδα Παπική, όχι ορθόδοξη. Αλλά αυτή συμπαθούσε πολύ τους Ορθοδόξους. Τους βοηθούσε όπως μπορούσε στα έργα τους. Αυτή λοιπόν, έχασε το φως της και πήγε στη Γερμανία, αλλά καμμιά θεραπεία δεν έβρισκε πουθενά. Το φως της το έχασε τελείως.

Στο γράμμα έγραφε τα εξής:
"
Έμαθα, οτι εκεί στην Ελλάδα υπάρχει μια Αγία, που θεραπεύει τα μάτια. Γράψτε μου σχετικώς".

Εκείνος της απάντησε:
" Πράγματι υπάρχει. Είναι η Αγία Παρασκευή. Γι' αυτήν μάλιστα εδιάβαζα μια εφημερίδα και μόλιες ετελείωσα το άρθρο, έφτασε το γράμμα σου. Αυτής της Αγίας Παρασκευής φυλάσσεται η κάρα της εις την Ιερά Μονήν Πετράκη. Ο δε ηγούμενος της τυγχάνει να είναι φίλος μου. Η διεύθυνση του είναι η εξής..."

Σε λίγες μέρες έλαβα εγώ επιστολήν της, που με παρακαλούσε να κάνω δέησιν προ της αγίας κάρας, για να της δώση η αγία Παρασκευή το φώς της. Πράγματι, ηπαράκλησις έγινε. Της εστάλη μάλιστα και μια εικονίτσα της Αγίας Παρασκευής, την οποίαν, όπως έμαθα εκρέμασε στο κρεβάτι της. Εβράδυνε όμως να απαντήση.

Και όταν έπειτα από δύο μήνες απάντησε, έγραφε τα εξής:
"
Πανοσιολογιώτατε,

   Η μικρή εικόνα της Αγίας Παρασκευής ελήφθη αισίως. Δεν έχω λόγους να σας ευχαριστήσω, όχι μόνο, δια την καλωσύνην να μου στείλετε την εικόνα, αλλά και δια τας προσευχάς της, δια να επανακτήσω την όρασιν μου. Ήδη η κατάστασις μου εβελτιώθη, αν και δεν βλέπω ακόμη τελείως καλά. Καίτοι είμαι ανάξια ενός τόσον ανεκτίμητου δώρου, σας παρακαλώ, να συνεχίσετε προσευχόμενος δι' εμέ...

Η αδελφή σας
Edith H. Moor
Eltiviller laand str 8
EBRACH RHEEINGAY
Deutshland

"

Η ξένη αυτή κυρία επανέκτησε το φώς της. Επανήλθε στις ΗΠΑ, και αλληλογραφεί, γράφουσα μονάχη της τις επιστολές της. Σκέπτεται καθώς πληροφορούμεθα να έλθη και στην Αθήνα, για να βαπτισθή Ορθόδοξη.

Η κατάρα

Κάποια Ελληνίδα, που βρισκότανε και αυτή στην Αμερική, θα έχανε οριστικώς το φώς της. Το είπανε οι γιατροί. Απελπισμένη η δυστυχής κατέφυγε και τάχτηκε στην Αγία Παρασκευή:
" Αν γίνω καλά Αγία μου Παρασκευή, της είπε, θα βοηθήσω να γίνη μια Εκκλησιά σου".

Πράγματι! Ακούστηκε η παράκλησις της και έγινε θαυματουργικώς καλά. Ήλθε κατόπιν στην Αθήνα και πάλι θαυματουργικά βρήκε ένα ναΐσκο της Αγίας Παρασκευής, που είναι μετόχι της Ι. Μονής Πετράκη. Μετέβη εκεί με τον Ηγούμενον, για να την μεγαλώση. Δυστυχώς, όμως, ήταν αδύνατο να μεγαλώση ούτε από την πρόσοψι, ούτε από το Ιερό. Διότι, κάποιος διευθυντής Υπουργείου κατεπάτησε τον μπροστινό χώρο της Εκκλησίας, για να κάνη δήθεν παιδική χαρά. Άλλος δε γείτονας για να πάρουν αξία τα οικόπεδα του, επέτυχε από το σχέδιο πόλεως να περάση το δρόμο πίσω από τον Ιερόν της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια αδικία και ασέβεια και ο Ηγούμενος διαμαρτυρήθικε. Παρατήρησε μάλιστα, ότι οι κορυφές των πασάλων, με τους οποίους είχαν φράξει το καταπατημένο, τις γυρίσανε προς την Εκκλησία:
" Η Αγία Παρασκευή, είπε ο Ηγούμενος, γιατρεύει μάτια και δεν της βγάζουν τα μάτια".

Σε λίγες μέρες ξαναπήγαν με την κυρία για να δούν τι έπρεπε επί τέλους να γίνη. Τους είπαν όμως οι συγκεντρωθέντες περίοικοι, οτι προηγουμένως, πέρασε και ο διευθυντής. Του ανέφεραν τις διαμαρτυρίες του Ηγουμένου και εκείνος τους είπε:
" Αφήστε τους παλιοπαπάδες να λένε".

Ε, όταν είδε ο Ηγούμενος την ασέβειαν προς την Εκκλησίαν της Αγίας Παρασκευής και προς τους Ιερείς, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και είπε:
" Θεέ μου την κατάρα σου νάχουν. Εμφανώς. Πλην της ψυχής των"

Χτύπα τους δηλαδή και να φανή, οτι τους τιμώρησες. Αλλά να μη χάσουν τη ψυχή τους.

Και πράγματι τους χτύπησε εμφανώς! Διότι καθώς πληροφορήθηκα μέσα σε ένα μήνα ο κύριος διευθυντής υπέστη έμφραγμα καρδίας και έγινε μόνιμος κάτοικος τουκοιμητιρίου. Ο άλλος, που ήθελε εις βάρος της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής να αξιοποιήση τα οικόπεδα του, έπαθε περισσότερα. Σε έξι μήνες του πέθανε, από καρκίνο στο κεφάλι, το μόνο παιδί του που ήτανε 24 ετών.

Θέλετε και τη συνέχεια; Ο Ηγούμενος ενεργούσε παντοιοτρόπως στους αρμόδιους, για να απαλείψη τον δρόμο από το σχέδιο, αλλά δεν μπόρεσε να κατορθώση τίποτε και σταμάτησε τις ενέργειες του. Τότε επενέβη η Αγία Παρασκευή. Οι αρμόδιοι μόνοι τους και αυτοβούλως τον έφραξαν. Με αυτό ήθελε να αποδείξη η Αγία, οτι είναι ικανή μονάχη της να τακτοποιήση τις υποθέσεις της και να ανατρέψη τα σχέδια των ασεβών.

Τα σύγχρονα θαύματα της Αγίας είναι αναρίθμητα. Για να αντιλιφθή δε κανείς πόσα πολλά είναι, ας προσέξη στους ναούς της, κάτω από τις εικόνες της, πόσα ανθήματα και αφιερώματα είναι κρεμασμένα. Το κάθε ένα από αυτά ανταποκρίνεται και σε ένα θαύμα, που έκαμε η Αγία σε κείνον που το αφιέρωσε.

…Και πρώτον ας ειπούμεν ποία είναι η καλή γη, που έκαμε τα εκατό. Έχομεν πολλά παραδείγματα να ειπούμεν, μα ας αφήσωμε τα πολλά και ας ειπούμεν ένα. Ας πάρωμεν μίαν γυναίκα παράδειγμα, δια να μη παραπονούνται αι γυναίκες, και λέγουν πως οι άνδρες ημπορούν να κάνούν καλά και σώνονται, και αυτές είναι αδύνατες και δεν ημπορούν. Και ας πάρωμεν παράδειγμα την αγίαν Παρασκευήν.

Η αγία Παρασκευή ήταν δώδεκα χρονών κορίτσι από γένος ευγενικόν. Απέθανεν ο πατέρας της και η μητέρα της. Κάθεται η Αγία και κάνει έναν πύργον υψηλόν και δυνατόν, και έβαλε τα πράγματά της όλα μέσα. Έβαφε τα μάτια της με μαυράδι, έβανε σκουλαρίκια στα αυτιά της, έβαφε το πρόσωπό της και τα χείλη της με κοκκινάδι, έβανε γερδάνια εις τον λαιμόν της, είχε και δακτυλίδια εις τα δάκτυλά της, είχε και ένα ζωνάρι μαλαματένιο εις την μέσην της, βάνει και ένα φόρεμα ωραιότατον και παπούτσια ως μίαν πιθαμήν υψηλότερα από τα άλλα κορίτσια. Με αυτά εστολιζόταν η αγία. Είναι εδώ κανένα κορίτσι που θέλει να στολίζεται; Ας πάρει παράδειγμα να στολίζεται ωσάν την αγιαν Παρασκευήν.

Τώρα να ιδούμεν ποίος είναι ο πύργος ο υψηλός. Ο υψηλός και δυνατός πύργος είναι ο ουρανός, που εμοίρασεν δηλαδή όλα της τα πράγματα ελεημοσύνην, και τα έστειλεν με τους πτωχούς εις τον Παράδεισον. Με τι έβαφε τα μάτια της; Όχι με μαυράδι ωσάν μερικές γυναίκες ανόητες, που το βάνουν δια να φαίνονται εύμορφες εις τους άνδρας, αλλά εσηκωνόταν η Αγία κάθε αυγή, και ενθυμούμενη τις αμαρτίες των χριστιανών, έκλαιε κτυπώντας το πρόσωπόν της και βρέχοντάς το με δάκρυα. Ποία είναι τα σκουλαρίκια; Είχε τα αυτιά της ανοικτά, στέκοντας με ευλάβειαν δια να ακούη το ιερόν και άγιον Ευαγγέλιον. Με τι έβαφε τα χείλη της; Όχι με κοκκινάδι, αλλά λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ», είχε δηλαδή στα χείλη της την ιδίαν την αλήθεια. Ποίον είναι το γερδάνι που είχεν εις τον λαιμόν της; Είναι από τις νηστείες που έκανε, και έλαμπεν ο λαιμός της ωσάν τον ηλιον. Ποία είναι τα δακτυλίδια; Είναι από τις πολλές μετάνοιες που έκαμνε και εγίνοντο κόμποι κόμποι τα δάκτυλά της. Ποίον είναι το ζωνάρι το μαλαματένιο; Είναι η παρθενία που εφύλαγεν εις όλην της την ζωήν. Ποίον είναι το φόρεμα; Είναι η εντροπή που είχεν εις του λόγου της, και ο φόβος του Θεού που την εσκέπαζε. Ποία είναι τα παπούτσια τα υψηλά; Είναι ο νους της, που τον είχεν εις τον ουρανόν, και δεν τον είχεν εις την γην να στοχάζεται τούτα τα μάταια, τα ψεύτικα, τα γήινα ωσάν τα άλλα κορίτσια. Έτσι εστολιζόταν η Αγία. Αν ίσως και είναι κανένα κορίτσι και θέλει να στολίζεται ωσάν την αγίαν Παρασκευήν, να στοχασθεί τι έκαμεν η Αγία, να κάμει και εκείνη δια να σωθεί.

Έτσι αδελφοί μου, η αγία Παρασκευή έμαθε γράμματα και έγινε σοφωτάτη, επούλησε τα πράγματά της και τα έδωκεν ελεημοσύνην, εφύλαξε παρθενίαν εις όλην της την ζωήν. Την αξίωσεν ο Θεός και έκαμε θαύματα, ιάτρευε τυφλούς και κουφούς και λεπρούς και δαιμονισμένους, και νεκρούς ανέσταινε. Δύο Εβραίοι, τέκνα του διαβόλου, βλέποντες την Αγίαν να κάνει θαύματα, την εφθόνησαν και πηγαίνοντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον, ο οποίος ήταν από την παλαιάν Ρώμην, του λέγουν πως είναι χριστιανή. Ακούοντας ο βασιλεύς πως η αγία Παρασκευή πιστεύει εις τον Χριστόν, την κράζει ο βασιλεύς και της λέγει: Παρασκευή, αρνήσου τον Χριστόν και έλα να θυσιάσεις εις τους μεγάλους Θεούς να σε κάμω βασίλισσα. Λέγει του η Αγία: εγώ δεν είμαι τρελλή και ανόητη ωσάν εσένα να αρνηθώ τον Χριστόν μου, και να πηγαίνω με τον διάβόλον, να αφήσω την Ζωήν, και να πηγαίνω εις τον θάνατον. Άμποτε εσύ να άφηνες το σκότος και να έλθεις εις το φως. Ακούετε, αδελφοί μου, ένα κορίτσι να ομιλεί με τέτοιαν παρρησίαν εμπρός εις τον βασιλέα; Οποιος έχει τον Χριστόν εις την καρδίαν του δεν φοβάται όλον τον κόσμον.

Αν ίσως θέλομεν και εμείς, αδελφοί μου, να μη φοβούμεθα μήτε ανθρώπους μήτε δαίμονας, τον Θεόν να έχωμε πάντοτε εις την καρδίαν μας, και έτσι να μη φοβούμεθα τίποτε. Λέγει της αγίας ο βασιλεύς: τρεις ημέρες σου δίδω διορίαν, διότι αν ίσως και δεν έλθεις να προσκυνήσεις τα είδωλα σε τρεις ημέρες, θα σε θανατώσω, θα σε καύσω μέσα εις ένα καζάνι. Του λέγει η Αγία: Βασιλέα, εκείνο που θέλεις να κάμεις εις τρεις ημέρας, κάμε το τώρα, διατί εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου. Τότε προστάζει ο βασιλεύς και ανάφτουνε μίαν φωτιάν μεγάλην και βάνουν ένα καζάνι γεμάτο πίσσα, θειάφι και κατράμι και βράζει καλά. Βλέποντας η Αγία το καζάνι που έβραζε εχαιρόταν, πως έμελλε να αναχωρήσει από τούτον τον ψεύτικον κόσμον δια να υπάγει εις τον Αληθινόν.

Προστάζει ο βασιλεύς να βάνουν την Αγίαν μέσα εις το καζάνι δια να καεί. Έκανε τον σταυρόν της η Αγία και εμβαίνει μέσα. Καρτερεί δύο τρεις ώρες ο βασιλεύς, έβλεπε οπού δεν εκαιγόταν η Αγία. Τότε της λέγει ο βασιλεύς: Παρασκευή, διατί δεν καίεσαι; Του λέγει η Αγία: Ο Χριστός μου το εδρόσισε και δεν καίομαι. Της λέγει ο βασιλεύς: Ράντισέ με και εμένα εις το πρόσωπον να ίδώ, καίει; Επήρεν η Αγία με τα δύο της χέρια και του ρίχνει εις το πρόσωπον, και ευθύς –ω του θαύματος- ετυφλώθηκε και εγδάρθηκε το πρόσωπόν του. Φωνάζει ο βασιλεύς: Μέγας ο Θεός των χριστιανών! Πιστεύω και εγώ τον Θεόν που πιστεύεις και εσύ, Παρασκευή, μόνον έβγα γρήγορα να με βαπτίσεις. Εβγήκεν η αγία Παρασκευή και τον εβάπτισε με όλον του το βασίλειον και εκαθαρίσθη. Εβγήκεν η Αγία Παρασκευή και επήγε και εδίδαξε και ένα άλλο βασίλειον και τους εβάπτισε. Ύστερον την έπιασεν άλλος βασιλεύς και την αποκεφάλισε, και επήγεν εις τον Παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Αυτή η αγία έκαμε τα εκατόν και εκέρδισε πέντε στεφάνους: πρώτον στέφανον έχει να λάβει διατί εμοίρασεν όλα της τα υπάρχοντα ελεημοσύνην, δεύτερον διατί έμαθε γράμματα και έγινε σοφωτάτη, τρίτον διατί εφύλαξε παρθενίαν εις όλην της την ζωήν, τέταρτον διατί εδίδαξε δύο βασιλείς και τους έκαμε χριστιανούς, πέμπτον διατί έχυσε το αίμα της δια την αγάπην του Ιησού Χριστού. Αυτή η Αγία έκαμε τα εκατόν.
Είναι εδώ κανένας από λόγου σας που θέλει να γένη τέλειος ωσάν την αγίαν Παρασκευήν; Ας αγωνίζεται δια να σωθεί…

Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού, εις την παραβολήν του Σπορέως. Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 325 και εξής…

Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

http://www.orp.gr/?p=1159

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είδες αναγνώστη πόσο πολύ τίμησε ο Θεός την Αγία Παρασκευή; Γιατί όμως τόση χάρις; Διότι κατώρθωσε να γίνη νύμφη Χριστού. " Συ νυμφίε μου ποθώ και σε ζητούσααθλών", λέγει στο τροπάριο της. Και δεν έπεσε έξω στην εκλογή της. Άλλωστε όταν μιά νέα θα της χαρίση ο βασιλεύς δώρα και τιμή και δόξα δεν θα την ανεβάση και στο θρόνο του; Αυτό έκαμε και ο Χριστός, εφ' όσον έγινε νύμφη του. Της το είπε μάλιστα ο Ίδιος, την νύκτα που ήτανε φυλακισμένη γι' Αυτόν, και στη γη καρφωμένη και είχε την πλάκα στο στήθος. Όταν εκεί μέσα την επεσκέφθη της είπε: " Μη δειλιάσης. Λίγο ακόμη υπόμεινε και θα έλθης να βασιλεύης μαζί μου αιώνια".

Αλλά γιατί να γίνη νύμφη Χριστού; Ποιό κατόρθωμα έκαμε, ώστε να αρέση τόσο στον Χριστό; Απλούστατα: αγωνίσθηκε για να διατηρήση τον θησαυρό της αγνότητος. Μέγαπράγμα η αγνότης! Και μέγας θησαυρός η Παρθενία!

Η Αγία κατάλαβε καλά από μικρή, οτι δεν αξίζει τίποτε άλλο στα μάτια του Θεού τόσον, όσον η ηθική καθαρότης και της καρδίας η αγνότης.

" Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία οτι αυτοί τον Θεόν όψονται", είπεν ο Κύριος.

Εξετίμησε η Αγία Παρασκευή τον θησαυρό της παρθενίας και εκράτησε την αγνότητα της μέσα στο βρωμερό εκείνο περιβάλλον της Ρώμης. Αγωνίσθηκε να μείνη αμόλυντη και άμωμη, κρίνο κατάλευκο στο πνιγηρό εκείνο περιβάλλον. Αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στο νυμφίο της Χριστόν.

Γι' αυτούς ακριβώς τους αφιερωμένους στο Χριστό γράφει και ο Μ. Βασίλειος τα εξής:
" Όποιος ήθελε να ελευθερωθή από τα δεσμά του κόσμου, απεφυγεν τον γάμο. Αφού λοιπόν απέφυγε τον γάμο. όλη του τη ζωή την έθεσε στο Θεό και ορκίσθηκε να κρατήσηαγνότητα. Και έτσι με τον όρκο δεν μπορεί να γυρίση πια πίσω στο γάμο. Αλλά είναι προσκολλημένος με κάθε τρόπο στα αγωνίσματα για την παρθενίαν και την αγνότητα. Αυτός παλεύει με την φύσιν και μάλιστα με τις βιαιότερες ορμές της φύσεως, διότι το ένστικτον αυτό είναι ισχυρότερον.

Αφού λοιπόν αυτός έγινε εραστής του Χριστού και αφού επόθησε να αποκτήση λίγο από την απάθεια Του εις την αγνότητα και την πνευματική αγιότητα και επειδή θέλει ναγευθή την γαλήνη και την ηρεμότητα, την χαράν και την ευφροσύνη, φροντίζει να διώχνει μακρυά τους λογισμούς κάθε σωματικής και υλικής επιθυμίας".

Ε! λοιπόν! Αυτό το κατώρθωμα έκαμε η Αγία Παρασκευή και με αυτό άρεσε στο Θεό και έγινε νύμφη του Χριστού.

Έκαμε όμως και δεύτερον κατόρθωμα: Ωμολόγησε θαρρετά τον Νυμφίον Χριστόν και εμαρτύρησε σκληρά για την αγάπη Του. Μέγα βεβαίως και αυτό το κατόρθωμα, διότι τομαρτύριον είναι το μεγαλύτερο παράσημο που έχει ο Θεός. Αλλά το παράσημον αυτό το δίνει ο Θεός στους δικούς Του, σε εκείνους που δόθηκαν ολοκληρωτικά και αφιερώθηκαν σ' Αυτόν. Το μαρτύριον όμως είναι εύκολον επακόλουθον της ηθικής καθαρότητος και της αγάπης προς τον Χριστόν. Όποιος έχει καθαρή καρδιά, έχει και πολύ θάρρος. Όποιος έχει αγνότητα ψυχής, έχει και πολύν τόλμη και παρρησία. Η δειλία του είναι άγνωστη.

Και αντίθέτως ο ακάθαρτος, ο πεπτωκώς, δεν μπορεί να σηκώση ψηλά το μέτωπο και να πολεμήση για το Χριστό. Είναι ο δυστυχής, σαν τον άρρωστο που καίγεται από τον πυρετό. Μπορεί ποτέ αυτός να σταθή στα πόδια του και να πολεμήση τον εχθρό; Κάθε άλλο. Πολύ ωραία το είπε και κάποιος σοφός:" Καρδία μη καθαρά, κάμνει τον άνθρωπο δειλόν".

Αυτά είναι τα δύο κατορθώματα της Αγίας. Η αγνότης και το μαρτύριον. Γι' αυτά έγινε νύμφη του Χριστού και δοξάσθηκε τόσο πολύ. Είναι αλήθεια, οτι πολύ αγωνίστηκε στη ζωή της η Αγία Παρασκευή, αλλά και πολύ τιμήθηκε από τον Νυμφίο της Χριστόν. Δεν βλέπετε άλλωστε σήμερα πόσες γιορτές και πανηγύρια γίνονται στο όνομα της; Δεν βλέπετε τόσους μεγαλοπρεπείς ναούς που χτίσθηκαν σ' αυτήν; Δεν βλέπετε και τόσες άλλες νέες και μεγάλες που φέρνουν με καμάρι το όνομα της Παρασκευής; Και αν σε τούτη τη ζωή τη δόξασε τόσο πολύ, φαντασθήτε τη δόξα που έχει στην άλλη μεγάλη και παντοτεινή. Αχ! πόσον λυπηρόν είναι να βλέπη κανείς στις μέρες μας πολλούς και προ παντός πολλές και μάλιστα νέες και μερικές που να μη νοιώθουν την αξίαν του θησαυρού της αγνότητος. Η αγνότης δυστυχώς κατήντησε το πιό φθηνό πράγμα.

Δεν ξέρω αναγνώστα, αν έχης σχέσιν με τον Χριστόν, η αν έχης άλλες σχέσεις, που είναι ένοχες... Τούτο μόνο σου λέγω! Τώρα, που διάβασες αυτά, κάθησε λίγο και σκέψου. Και προ πάντως σκέψου σοβαρά. Σκέψου, πως σε λίγο φεύγεις, όπως φεύγω και γω, από την παρούσαν ζωή. Σκέψου ακόμη, οτι " ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτου". Το κάλλος μαραίνεται και στο τέλος τι θα σου μείνη: " Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης...".

Γι' αυτό μην αναβάλλει. Τρέξε να πιάσης φίλο το Χριστό. Αγωνίσου, σαν την Αγία Παρασκευή, σκληρά και ισόβια. Μιμήσου την Αγία Παρασκευή.

 Αναδημοσίευση από:

http://www.psathades.gr/bibliothiki/BioiAgiwn/AgiaParaskeui.htm

π. Γεωργίου Φλορόφσκι

ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ:ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Μετάφραση Παναγιώτου Πάλη - Εκδόσεις Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 2006

 

       Ο Αγ. Αθανάσιος γεννήθηκε σε μια Ελληνική Χριστια­νική οικογένεια στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του τρίτου αιώνα, ίσως το 295. Κατά τη νεότητα του παρέστη μάρτυς των διωγμών που έγιναν επί Διοκλητιανού. Κατά τον άγ. Γρηγόριο τον θεολό­γο, διάθεσε «λίγο χρόνο» για μια γενική εκπαίδευση και για να σπουδάσει κοσμικές επιστήμες αλλά είχε κάποια γνώση της κλασσικής φιλοσοφίας και ιδιαίτερα του Νεοπλατωνισμού. Έδωσε πιο πολύ την προσοχή του στη μελέτη της Αγίας Γρα­φής, την οποία ήξερε πάρα πολύ καλά. Πιθανόν να σπούδασε στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξανδρείας.

 Ο Αγ. Αθανάσιος έκανε εντύπωση στον Αλέξανδρο, Επίσκοπο Αλεξανδρείας, όταν ήταν ακόμα πολύ νέος. Έζησε στο σπίτι τού Αλεξάνδρου και διδάχθηκε γραμματική και ρητορική υπό την καθοδήγηση του. Ο Αγ. Αθανάσιος έγινε διάκονος και γραμματέας τού Επισκόπου όχι πολύ πριν από την έναρξη της Αρειανικής έριδος. Συνόδευσε τον Αλέξανδρο στη Νίκαια όπου «ευθαρσώς αντέστη κατά της ασεβείας των Αρειανών». Ο Αλέξανδρος πέθανε αμέσως μετά τη σύνοδο. Προφανώς εί­χε υποδείξει τον Αγ. Αθανάσιο ως διάδοχο του. Στη σύνοδο της Αλεξανδρείας τού 339 δηλώθηκε ότι «όλο το πλήθος των κατοίκων, όλοι όσοι ανήκαν στην Καθολική Εκκλησία, συνα­θροίστηκαν και με μια ψυχή, σαν να ήταν ένα σώμα, εφώναζαν και απαιτούσαν τον Αθανάσιο ως Επίσκοπο της Εκκλησίας. Σ' όλη τη χώρα προσεύχονταν στο Χριστό γι' αυτό επί πολλές μέρες και πολλές νύχτες».

 Το 328 ο Αγ. Αθανάσιος χειροτονή­θηκε Επίσκοπος Αλεξανδρείας από ένα μεγάλο πλήθος Ιεραρ­χών.

Ο Άγ. Αθανάσιος υπέστη πολλούς διωγμούς καθ’ όλη τη διάρκεια που ήταν Επίσκοπος. Δεκαπέντε από τα 47 χρόνια της αρχιερατείας του τα πέρασε σε εξορία. Οι Αρειανοί και οι Μελετιανοί αντέδρασαν στην εκλογή του με εχθρότητα και συκο­φαντίες, και οι Ευσεβιανοί τον είδαν ως το σπουδαιότερο εμπό­διο στις προσπάθειες τους για συμβιβασμό. Ο Αθανάσιος απέ­δειξε την αθωότητά του από τις εναντίον του κατηγορίες στη σύνοδο της Τύρου το 335, αλλά οι εχθροί του κατάφεραν να πείσουν τον Κωνσταντίνο ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για την διαφωνία. Ο αυτοκράτορας διέταξε τον Αθανάσιο να εγκατα­λείψει την Αίγυπτο και να πάει στη Δύση στο Trier, αλλά δεν επέτρεψε να τον διαδεχθεί άλλος στον θρόνο της Αλεξανδρεί­ας. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός στο Trier με τιμή και αγάπη. Κατά τη σύντομη παραμονή του άσκησε μεγάλη επίδραση στους εκκλησιαστικούς κύκλους και για πολύ χρόνο τον θυμότανε με σεβασμό. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου το 337 ο Αθανά­σιος και άλλοι εξόριστοι πήραν την άδεια να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια, όπου έγινε δεκτός με χαρά από το λαό.

Οπωσδήποτε, οι ραδιουργίες κατά τού Αγ. Αθανασίου γρήγορα ξανάρχισαν. Ο Ευσέβιος τον κατηγόρησε ότι επέ­στρεψε στην έδρα του παράνομα, αφού η εξορία που τού επέβαλε η σύνοδος της Τύρου δεν είχε ακυρωθεί από νέα σύνοδο. Ένας Αρειανός Πρεσβύτερος, ο Πιστός, ο οποίος χειροτονήθηκε Επίσκοπος από τον Σεκούνδο Πτολεμαΐδος, που ήταν επίσης Αρειανός, εστάλη να πάρει τη θέση του, αλλά αναθεματίστηκε από τους επισκόπους της Αιγύπτου.

 Παρά την ομόφωνη υπεράσπιση που έλαβε ο Αγ. Αθανά­σιος στη σύνοδο της Αλεξανδρείας το 339, κατά τη σύνοδο της Αντιοχείας το 340 εκθρονίστηκε πάλι, και κάποιος Καππαδόκης που ονομάζονταν Γρηγόριος κατέλαβε τον θρόνο της Αλε­ξανδρείας. Ο Γρηγόριος και οι οπλισμένοι υποστηρικτές του όρμησαν στην Αλεξάνδρεια και κατέλαβαν τις εκκλησίες ύστερα από πολλή αιματοχυσία. Ο Αθανάσιος το θεώρησε αναγκαίο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και πήγε στη Ρώμη, όπου μια τοπική σύνοδος τον απήλλαξε από τις εναντίον του κατηγορίες και τον δέχτηκε σε κοινωνία. Ο πάπας Ιούλιος μεσολάβησε γι' αυτόν. Ρωμαίοι υποστηρικτές του μοναχισμού οι οποίοι εκτιμούσαν τους περίφημους αναχωρητές της Αιγύπτου, συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Αθανάσιο. Το 343 έλαβε μέρος στη σύνοδο της Σαρδικής. Το 345 ο Κωνστάντιος τον κάλεσε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, και το 346 ο Αθανάσιος γύρισε στην Αλεξάνδρεια.

 Η Αρειανική λογομαχία ξέσπασε πάλι περί τα μέσα τού έτους 350, και ο Αγ. Αθανάσιος εξορίσθηκε από τις συνόδους της Aries (353) και τού Μιλάνου (355). Στις αρχές τού 356 ο στρατιωτικός διοικητής Sirian εστάλη στην Αλεξάνδρεια με την εντολή να συλλάβει τον Αθανάσιο, αλλά ο Αθανάσιος κρύφτηκε και αποσύρθηκε στην έρημο. Την έδρα της Αλεξαν­δρείας σφετερίστηκε ένας νέος Επίσκοπος, ο Γεώργιος, ο οποίος υπέβαλε τους ορθοδόξους σε σκληρό διωγμό. Η Αλεξάνδρεια έγινε προσωρινά το κέντρο του Αρειανισμού, και ο Αέτιος και ο Ευνόμιος άρχισαν τότε το κήρυγμά τους.

 Αυτή την περίοδο ο Αθανάσιος κρυβόταν στην έρημο ανά­μεσα στους ερημίτες σε πλήρη απομόνωση. Ήταν αυτήν την εποχή που έγραψε και κυκλοφόρησε τα πιο σπουδαία πολεμικά και απολογητικά του έργα. Οι εχθροί του συνέχισαν να τον αναζητούν, αλλά δεν τον βρήκαν. Ο Αθανάσιος δεν μπόρεσε να γυρίσει από την εξορία παρά μόνο κατά τη βασιλεία τού Ιουλιανού το 361, αλλά και πάλι μόνο για λίγο. Κατά τη διάρ­κεια των λίγων μηνών που παρέμεινε στην Αλεξάνδρεια κατόρ­θωσε να καλέσει και να διευθύνει μια μεγάλη σύνοδο το 362, η οποία διασαφήνισε σπουδαίες πλευρές του δόγματος.

 Στα τέλη του 362 ο Αθανάσιος εξορίστηκε και πάλι. Πήγε στην Άνω Αίγυπτο και παρέμεινε εκεί ως το θάνατο τού Ιουλι­ανού. Ύστερα από μια πρώτη συνάντηση του στην Αντιόχεια με τον νέο αυτοκράτορα Ιοβιανό, ο Αθανάσιος γύρισε στην Αλεξάνδρεια το 364. Και πάλι έπρεπε να φύγει το 365 όταν ο Ουάλης διέταξε να εξοριστούν όσοι είχαν εξοριστεί επί Κων­σταντίου και επέστρεψαν επί Ιουλιανού. Σε τέσσερες μήνες αυτή η διαταγή ανακλήθηκε κατόπιν αξιώσεως τού λαού και ο Αθανάσιος έμεινε το υπόλοιπο της ζωής στην Αλεξάνδρεια, ασχολούμενος με τη συγγραφή και με ποιμαντικά θέματα. Πέθανε στις 2 ή 3 Μαΐου τού 373, αφού είχε χειροτονήσει τον διάδοχο του, τον Επίσκοπο Πέτρο, λίγο πριν πεθάνει.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com