Ydraios 2

       Ναι μεν η μαύρη σκλαβιά είχε χυμένη σε όλες τις ελληνικές καρδιές μια μελαγχολία, μα η ελπίδα πως μια μέρα θα σπάσουν τα δεσμά, έδινε θάρρος και δύναμι στους σκλάβους να εργάζωνται κρυφά τη νύχτα στα υπόγεια των Μοναστηριών για να φτιάνουν μπαρούτι, βόλια, γιαταγάνια κοφτερά και καριοφύλλια, για τη ημέρα τη μεγάλη. Ήταν μια μελαγχολία, που η ελπίδα την είχε μεταβάλει σε κρυφή χαρά. Η μελαγχολία όμως, που είχε χυθή στις αγαθές και φιλότιμες καρδιές όλων των Υδραίων, ήταν ανείπωτη. Οι πιο πολλοί από αυτούς τότε εβάδιζαν με σκυμμένα τα κεφάλια χωρίς λέξι να μπορούν να ειπούν, άλλοι έσφιγγαν τα δόντια τους και τις γροθιές τους απειλητικά. «Ακούς εκεί να βρεθή Υδραίος να αλλάξη την πίστι του»! Δεν ημπορούσαν να χωνέψουν την προσβολή που έγινε στο δοξασμένο τους νησί. Το πιο μεγάλο όμως φαρμάκι έπινε δίχως άλλο η άμοιρη μάννα του εξωμότου. Μόλις έμαθε πως ο γυιός της άλλαξε την πίστι του στη Ρόδο και εμπήκε στο παλάτι του πασά, εντύθηκε τα μαύρα, έβαψε και το σπίτι της μαύρο και εκλείσθηκε μέσα. Ούτε και στην Εκκλησιά μπορούσε να πάη. Πού να παρουσιασθή στον κόσμο; Όλοι θα την έδειχναν με το δάκτυλο και θάλεγαν μεταξύ τους: «να η μητέρα εκείνου, που άλλαξε την πίστι του!» Πώς θα μπορούσε να βαστήξη μια τέτοια προσβολή; Τη ζωή της δεν την ήθελε πια η δυστυχής Υδραία μάννα. Και έκλαιγε, έκλαιγε νύχτα και μέρα. Μάλιστα, όταν από τις σχισμές των κλειστών παραθύρων του σπιτιού της έβλεπε καμμιά φορά τους διαβάτες να κάνουν ανατριχιασμένοι το σταυρό τους μόλις αντίκρυζαν το σπίτι της, της ερχόταν να ξερριζώση τα μαλλιά της από την απελπισία.

* * *

Δεν πέρασε πολύς καιρός ωστόσο, που ο Κωνσταντής άρχισε να ταράσσεται από εφιάλτες στον ύπνο του. Έβλεπε πάντα τη μάννα του εμπρός του να κλαίη, άλλοτε να τον καταριέται, και ετιναζόνταν ορθός, αγριεμμένος. Και επί τέλους έλαβε την απόφασι. Πλούτη είχε όσα ήθελε. Έλυνε κι έδενε στου πασά το σπίτι. δόξες, τιμές και εξουσία άφθονη, θα φόρτωνε ένα καΐκι από όλα τα αγαθά της γης και θα τάφερνε στην Ύδρα, θα γέμιζε το πατρικό του σπίτι και θα καλόπιανε τη μάννα του. Όσο για τους Υδραίους ας τους να λένε ό,τι θέλουν!...

* * *

Είχε η νύχτα προχωρήσει αρκετά όταν αγκυροβόλησε το καΐκι του εξωμότου στο λιμάνι της Ύδρας. Τα σκυλιά των άλλων καϊκιών εγαύγιζαν άγρια και ούρλιαζαν αναστατώνοντας την ηρεμία του λιμανιού. Σε λίγο ένας Τούρκος με σαρίκι φορτωμένος δώρα κτυπούσε με το ρόπτρο την αυλόπορτα του μαυρισμένου σπιτιού. Ο αντίλαλος συνετάραξε όλη τη γειτονιά. Από το σπίτι ως τόσο απάντησις καμμιά. Ξανακτύπησε. και πάλι καμμιά απάντησις. Καλές γειτόνισσες ξύπνησαν από τον ύπνο και άνοιξαν τα παράθυρα να ιδούν ποιος κτυπάει τέτοια ώρα την πόρτα του ρημαγμένου σπιτιού και σαν είδαν Τούρκους με σαρίκια, έκαναν ανατριχιασμένες το σταυρό τους, έκλειναν με βία τα παράθυρα, άναβαν κεριά, έβαζαν λιβάνι και έκαναν μετάνοιες κλαίγοντας. «Ο καταραμένος ήλθε! Άμοιρη χήρα μάννα!»

Σε κάμποση ώρα ανοίγει δειλά-δειλά ένα παράθυρο ψηλά από το πονεμένο σπίτι. Ένα κεφάλι μαυροσκεπασμένο επρόβαλε και ρώτησε τρομαγμένο: «Ποιος είναι τέτοια ώρα; Εγώ δεν έχω κανένα σ’ αυτόν τον κόσμο. Τί θέλετε στο σπίτι μου τέτοια ώρα;» «Άνοιξε, μάννα μου», φωνάζει ο γυιος της χήρας. «Ο γυιος σου είμαι ο Χασάνης! Ήλθα δώρα φορτωμένος ένα ολόκληρο καΐκι για να σε κάνω ευτυχισμένη. Άνοιξε, μάννα μου, θέλω να πέσω στην αγκαλιά σου. Ο γυιος σου είμαι!»

Η Υδραία μάννα αγρίεψε και από το στόμα της άφησε να βγουν λόγια σαν κεραυνοί: «Ο γυιος μου ο Χασάνης; Καταραμένε! φύγε από τα άγια χώματα της Ύδρας. Εγώ είμαι χριστιανή. Εγώ γυιο Τούρκο δεν εγέννησα. Ο γυιος μου ο Κωνσταντής επέθανε για μένα.

Καταραμένε, φύγε από το σπίτι μου. Η γη να σε ξεράση. Καταραμένεε...!» Έκλεισε απότομα το παράθυρο και έπεσε λιπόθυμη με λυγμούς στο πάτωμα η άμοιρη μάννα. Ο εξωμότης εζαλίσθηκε, τον πήραν τα κλάματα και τρικλίζοντας από τη δυστυχία άρχισε να κατεβαίνη τα σκαλένια σοκάκια της Ύδρας για να γυρίση γρήγορα στο καΐκι και να φύγη, να φύγη μακρυά. Τα πατήματα των ποδιών στα καλντερίμια αντιλαλούσαν στους τοίχους των γύρω σπιτιών και τρομαγμένες οι νοικοκυρές άνοιγαν δειλά τα παράθυρα και βλέποντας τον εξωμότη έμπαιναν απότομα μέσα, αφήνοντας να ακούγεται η λέξις: «Ο καταραμένος» για να τον συνοδεύη εκείνη στη ζωή του. Και οι βράχοι της Ύδρας και τα κύματα, που ξεσπούσαν επάνω στο καΐκι, που έφευγε, ενόμιζε ο εξωμότης ότι όλα του έλεγαν «καταραμένε!» Ακούμπησε τότε το κεφάλι του βαρύ επάνω στις παλάμες του και βυθίσθηκε σε σκέψεις. Ήταν η πρώτη φορά, που άρχισε να νοιώθη σαν κάτι να του δαγκάνη την καρδιά. Χίλιοι δαίμονες ενόμισε πως τον κυνηγούσαν και έβαλε πλώρη για την Πόλι.

Ήταν τότε Πατριάρχης ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε’. Μπροστά του γονατισμένος εξωμολογήθηκε την αμαρτία του την τρομερή και εζήτησε το έλεος της Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης τον αγκάλιασε και έκλαψαν και οι δυο ώρα πολλή. Το πρόσωπο του Κωνσταντή άστραψε από αγαλλίασι. Είχε λάβει την απόφασι να ξεπλύνη το ρύπο ακόμα και με το αίμα του. Επήγε λίγους μήνες στο Άγιον Όρος να ξανασάνη και να προσευχηθή και έπειτα ξαναγύρισε πάλι, χριστιανός τώρα, στη Ρόδο. Εκεί σαν εμπνευσμένος ιεραπόστολος εκήρυξε δημοσία την πλάνη του και εκάλεσε και τον ίδιο τον πασά να γίνη χριστιανός. Μήνες ολοκλήρους επάλαιψε στη Ρόδο ανάμεσα σε τρομερά μαρτύρια. Σηκώνεται η τρίχα του ανθρώπου, όταν διαβάζη τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας. Και επί τέλους στις 14 Νοεμβρίου του 1800 παρέδωσε Μάρτυς πλέον του Χριστού στα χέρια Του τη μαρτυρική ψυχή του «Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο εξ Ύδρας»!

* * *

Σείεται όλο το νησί από χαρά και κωδωνοκρουσίες. Η ένδοξη Ύδρα είναι στο ποδάρι. Ο Ιστορικός και μεγαλόπρεπος ναός της Παναγίας «το Μοναστήρι» είναι ολόκληρος στολισμένος σε σμυρτιές και δάφνες και με φασκομηλιές είναι στρωμένος και ο ναός και η προκυμαία όλη του νησιού και ο δρόμος, που οδηγεί στο σπίτι του Αγίου. Όλα τα καΐκια στο λιμάνι είναι σημαιοστολισμένα και τα σπίτια της Ύδρας όλα. Ο Δεσπότης ντυμένος τη στολή του και οι παπάδες όλοι με τα εξαπτέρυγα περιμένουν στην προκυμαία. Τί γίνεται! Μάτι δεν μένει αδάκρυτο. Οι Υδραίες νοικοκυρές και οι κοπέλλες είναι όλες ντυμένες με τις ολόχρυσες στολές. Ο Ηγούμενος κρατεί στα χέρια του τα άγια Λείψανα και κλαίει. Η λιτανεία πηγαίνει προς το σπίτι του Αγίου. Όλη η πόλις είναι χωμένη στα σύννεφα του μοσχολίβανου και μυρωμένη με το άρωμα της φασκομιλιάς, της δάφνης και της μυρτιάς. Η πόρτα του σπιτιού της ευτυχισμένης τώρα χήρας μάννας μένει ακόμα κλειστή, για να ανοίξη μεγαλόπρεπα σε λίγο. Ο Δεσπότης ο ίδιος κρούει τώρα τη θύρα. Κοπέλλες χωμένες στα χρυσά την ανοίγουν διάπλατα στο κτύπημα του Δεσπότη και γονατίζουν κρατώντας λιβανιστήρια στα χέρια τους και κλαίγοντας: «Έλα, ευτυχισμένη μάννα, να υποδεχθής το γυιο σου», της είπε ο Δεσπότης, ενώ η φωνή του εκοβόταν από τους λυγμούς.

Η μάννα του Αγίου ντυμένη στα ολόχρυσα, περιτριγυρισμένη και από άλλες αρχόντισες της Ύδρας στα ολόχρυσα κι' αυτές ντυμένες, ανοίγει την αγκαλιά της και παίρνει τα άγια Λείψανα από τα χέρια του Ηγουμένου, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί, και ξεφωνίζει με κλάματα: «Καλώς το το παιδί μου! Έτσι σε ήθελα παιδί μου, νάρθης στην πατρίδα! Καλώς το το παιδί μου...!» Ώρες ολόκληρες οι λυγμοί και τα κλάματα εδονούσαν τις καρδιές των Υδραίων, κλάματα, που τους έκαναν να καυχώνται και να τα αισθάνωνται δροσιά στις καρδιές των. Καμμιά συγκίνησις, καμμιά ικανοποίησις στο δοξασμένο νησί σαν κι’ αυτή...

* * *

Κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες, που εορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, έρχονται στο νου μου οι συγκινητικές αυτές σκηνές. Τις βλέπω ζωντανές με τα ψυχικά μου μάτια και περνούν και στο δικό μου το κορμί τα ίδια ρίγη, που περνούν και τα κορμιά των αγαθών Υδραίων κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες και ανακουφίζεται από το ίδιο ψυχικό ξεκούρασμα και η δική μου ψυχή.

Και σας, αγαπητοί μου φίλοι, παρακαλώ σήμερα να σταθήτε μαζί μου με σεβασμό πρώτα-πρώτα μπρος στη μεγάλη Υδραία μητέρα, στην οποία κυρίως οφείλεται η επιστροφή και η δόξα του Αγίου, και έπειτα και προ παντός να δοξάσετε το όνομα του Παναγάθου Θεού, που γνωρίζει να ανορθώνη τους συντετριμμένους και από την πιο τρομερή πτώσι τους να τους ανεβάζη στα ύψη της αγιωσύνης και να τους στεφανώνη με το μαρτυρικό, αθάνατο στεφάνι.



† Μητροπολίτου
Καρυστίας & Σκύρου Παντελεήμονος,
Από το βιβλίον της ζωής, Αθήναι 1939.

ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

 

https://www.impantokratoros.gr/9DCDEC4E.el.aspx 

agios nektarios



Στὸ θάλαμο 2 τοῦ δεύτερου ὀρόφου, ἐκεῖ στὸ Ἀρεταίειο, ὅπου ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή, καίει σήμερα διαρκῶς ἕνα καντήλι μπρὸς στὴν πάνσεπτη εἰκόνα του.

Καθημερινὰ περνοῦν ἀπὸ κεῖ πλῆθος πιστῶν, κυρίως ἀρρώστων, οἱ ὁποῖοι στέκονται γιὰ λίγο καὶ νοερὰ ἀφήνουν τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς τους, σὰν μία θερμὴ ἱκεσία πρὸς τὸν φιλάνθρωπο ἅγιο.

Καὶ κεῖνος φαίνεται νὰ συγκατανεύει. Τοὺς δίνει κουράγιο μὲ τὸ ἱλαρό του βλέμμα καὶ ἐνισχύει τὴν πίστη τους. Τοὺς θυμίζει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος πόνεσε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ ἀλλὰ ἐνισχυόταν πάντα ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη ἐπαφή του μὲ τὸ Θεό.

Τὰ Θαύματα τοῦ Ἁγίου μας εἶναι πολλά. Τόμοι ὁλόκληροι ἔχουν γραφτεῖ γιὰ αὐτά. Θὰ ἀναφέρω μία ἱστορία γεμάτη με τὴν «παρουσία» καὶ παρέμβαση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἀρκετὰ πρόσφατη, ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ πολλοὶ συνάνθρωποί μας νὰ δοῦν καὶ νὰ ζήσουν τὴν εὐεργεσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ προσφερομένη διαμέσῳ τῶν θείων δοχείων χάριτος, τῶν Ἁγίων μας.

Ἦταν ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅταν ἡ μικρὴ Βαρβάρα στὴν ἡλικία τῶν 10 ἐτῶν χτυπήθηκε ἀπὸ ἐγκεφαλικὴ αἱμορραγία. Ἡ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεῖο Παίδων ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ἔγινε σχετικὰ γρήγορα καὶ σὲ διάστημα 2 ὡρῶν τὸ κοριτσάκι χειρουργήθηκε ἀπὸ τὸν Διευθυντὴ Νευροχειρουργικῆς Προδρόμου. Στὸ μετεγχειρητικὸ διάστημα καὶ μετὰ ἀπὸ 3 ὦρες ἡ μικρὴ παρουσίασε καὶ νέα αἱμορραγία. Χειρουργήθηκε ξανά, ἀλλὰ οἱ γιατροὶ ἦταν ἀπαγορευτικοί σε αἰσιόδοξες προβλέψεις.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης χειρουργικῆς ἐπέμβασης οἱ γονεῖς παρακάλεσαν τὸν ἅγιο Νεκτάριο νὰ τοὺς βοηθήσει. Καὶ πράγματι καὶ οἱ δυὸ ἔνιωθαν τὴν παρουσία του μέσα στοὺς διαδρόμους τοῦ νοσοκομείου καὶ εἶχαν τὴν ἐντύπωση πὼς εἶναι παρὼν στὸ χειρουργικὸ τραπέζι! Οἱ ἐγχειρήσεις ὁλοκληρώθηκαν ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν ἄφηναν περιθώρια αἰσιοδοξίας στοὺς γονεῖς.

Ὁ Διευθυντὴς τῆς Νευροχειρουργικῆς Μονάδας κ. Προδρόμου ἦταν κατηγορηματικός: Παιδιὰ μὲ τέτοιο χτύπημα σὲ ποσοστὸ 80% πεθαίνουν κατὰ τὴ μεταφορὰ στὸ νοσοκομεῖο[!!!]... ἂν ἐπιζήσουν τῆς ἐπέμβασης πεθαίνουν σὲ διάστημα 10-20 ἡμερῶν μετὰ ἀπὸ αὐτή... καὶ φυσικὰ οὔτε λόγος γιὰ φυσικὴ ἀποκατάσταση ἂν παρόλα αὐτὰ καταφέρουν νὰ ἐπιζήσουν!!!! Οἱ γονεῖς σὲ καμία περίπτωση δὲν ἔχασαν τὸ κουράγιο τους καὶ τὴν πίστη τους.

... χουν περάσει 3 μῆνες ἀπὸ τότε. Ἡ μικρὴ Βαρβάρα, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τῆς ἰατρικῆς ὁμάδας, θὰ ἔμενε τουλάχιστον 3 μῆνες στὸ νοσοκομεῖο καὶ φυσικὰ δὲν μποροῦσε νὰ καθορίσει οὔτε κατὰ προσέγγιση τὸν ἀπαιτούμενο χρόνο φυσικοθεραπείας γιὰ τὴν ΜΕΡΙΚΗ ἀποκατάσταση.

Ἡ Βαρβαρούλα ἤδη ὁλοκλήρωσε τὴν φυσικοθεραπευτικὴ ἀγωγὴ ἐπιτυχῶς καὶ ἀκολουθεῖ μαθήματα ε´ δημοτικοῦ μὲ δάσκαλο κατ᾿ οἶκον, γιὰ ψυχολογικοὺς λόγους. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔκανε ἄλλο ἕνα θαῦμα.

Τελειώνοντας τὴν μικρὴ αὐτὴ εὐχαριστία πρὸς δόξαν Θεοῦ θα ἀναφέρω τὰ λεγόμενα Ἰατροῦ τῆς ἐντατικῆς μονάδας τοῦ ΠΑΙΔΩΝ, σὲ ἐρώτηση ἂν πιστεύει στὸ Θεό.

- Πιστεύω στὸ Θεὸ γιατὶ τὸν βλέπω ἐδῶ μέσα καθημερινά!!!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

nektarios 4

 

(Γερασίμου Μικραγιαννανίτου)


Μετά τα συνήθη, το εξής τροπάριον του Αγίου.


Ήχος δ'. Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ.


Τω Ιεράρχη του Χριστού Νεκταρίω, τω δοξασθέντι δωρεαίς ουρανίαις, προσπέσωμεν κραυγάζοντες εκ βάθους ψυχής· Άγιε Νεκτάριε, Ορθοδόξων προστάτα, πάσης ημάς λύτρωσαι, συμφοράς και ανάγκης και πειρασμών και νόσων χαλεπών τους καταφεύγοντας, Πάτερ τη σκέπη του.


Δόξα. Όμοιον.

Ως ειληφώς παρά Θεού εξουσίαν, του θεραπεύειν τας δεινάς καχεξίας, των προσιόντων Πάτερ τοις λειψάνοις σου ίασαι δεόμεθα τους δεινώς θλιβομένους, νόσοις και παθήμασι, και πικραίς αλγηδόσι, και εν ειρήνη φύλαττε ημάς ταις σαις πρεσβείαις Νεκτάριε Όσιε.


Και νυν. Θεοτόκιον.

Ου σιωπήσομέν ποτέ Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; τις δε διαφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου. σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.


Ο Ν' ψαλμός και ο Κανών, του οποίου η ακροστιχίς.

 «Παθών Νεκτάριε ημάς ρύσαι. Γερασίμου».

Ωδή α'. Ήχος πλ. δ'. Υγράν διοδεύσας.

Πληγείς τη κακία του δυσμενούς, τη ση αντίληψη, καταφεύγω αναβοών ειρήνευσαν Πάτερ την ζωήν μου, και την κατ' άμφω υγείαν μοι δώρησαι.

Αγίως ανύσας σου την ζωήν, αεί αγιάζεις, και λυτροί συ παντός κακού, Νεκτάριε Πάτερ θεοφόρε, τους προσιόντας τοίς θείοις λειψάνοις σου.

Θαυμάτων δυνάμεις ως ενεργών, θεράπευσον Πάτερ, ασθενείας οδυνηράς, των την σην βοήθειαν ζητούντων. θαυματουργέ Ιεράρχα Νεκτάριε.

Θεοτοκίον.

Ως Μήτηρ φιλεύσπλαχνος του Θεού, φιλάγαθε Κόρη, ευσπλαγχνίσθητι έπ' εμοί, και βλάβης με πάσης και μανίας, του αοράτου απάλλαξαν όφεως.

Ωδή γ'. Ουρανίας αψίδος.

Νοσημάτων παντοίων, και χαλεπών θλίψεων, και επηρειών ολέθριων, και επιθέσεων, του αρχεκάκου εχθρού, ως συμπαθής Ιεράρχης, ασινείς διάσωζε, τους σε γεραίροντας.

Νέκταρ άϋλον θείον, της θεϊκής χάριτος, ης παρά Θεού εκομίσω, βλύζει εκάστοτε, η θεία κάρα σου, και των παθών την πικρίαν, απελαύνει Άγιε εκ των ψυχών ημών.

Εν οδύναις και πόνοις, και θλιβεραίς μάστιξι, Πάτερ την ζωήν μου ανύων, προς σε κατέφυγον μη ουν παρίδης με, αλλά τη ση επισκέψει, εκ των συνεχόντων με, δεινών απάλλαξον.

Θεοτοκίον.

Καταφύγιον κόσμου, και αρραγές στήριγμα, Κεχαριτωμένη Παρθένε, τους καταφεύγοντας, υπό την σκέπην σου, των πολυπλόκων σκανδάλων, του δολίου δράκοντας, σκέπε και φύλαττε.

Διάσωσον εκ πάσης βλάβης και θλίψεως Ιεράρχα, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία προστρέχοντας, και σε τιμώντας Νεκτάριε θεοφόρε.

Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις και το Κάθισμα. Ήχος β'. Πρεσβεία θερμή.
 

Πηγή δαψιλής, ιάσεων εν Πνεύματι, εδείχθη σοφέ, η θήκη των λειψάνου σου, ιάται γαρ τους πάσχοντας, και υγείαν και ρώσιν χαρίζεται, τοίς προσιούσιν εν πίστει θερμή, Νεκτάριε Πάτερ ιερώτατε.


Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.

Την Μονήν σου Νεκτάριε, πάσης επηρείας ανεπηρέαστων, του δολίου πολεμήτορος. Πάτερ διατηρεί τη ση χάριτι.

Ασθενείς τους προστρέχοντας, Πάτερ πανταχόθεν τη θεία Μάνδρα σου, θεραπείας καταξίωσον, και την λύπην τούτων διασκέδασον.

Ρώσιν δίδου και ίασιν, την κατά ψυχήν και σώμα Νεκτάριε, και πταισμάτων απολύτρωσιν, τοις ειλικρινώς σε μακαρίζουσι.

Θεοτοκίον.

Ίθυνόν με Πανάμωμε, προς της μετανοίας οδόν σωτήριον, και παθών μου τα σκιρτήματα, νέκρωσον εις τέλος και αφάνισον.


Ωδή ε'. Φώτισον ημάς.

Ευρέ σε θερμόν, αντιλήπτορα η Αίγινα, δια τούτο σου τη χάριτι αεί, καταφεύγει και λυτρούται πάσης θλίψεως.

Ήρεμον ζωήν, διανύειν και ατάραχον, από πάσης του εχθρού επιβουλής, καταξίωσον ημάς Πάτερ Νεκτάριε.

Μέγαν σε φρουρόν, και προστάτην Πάτερ Όσιε, κεκτημένη η Μονή σου η σεπτή, εγκαυχάται τη ταχεία αντιλήψει σου.


Θεοτοκίον.

Άχραντε Αγνή, του Θεού Μήτερ απείρανδρε, τους ελπίζοντας τη σκέπη σου αεί, ανωτέρους πάσης βλάβης διατήρησον.


Ωδή ς'. Την δέησιν.

Σωμάτων, και των ψυχών τας οδύνας, επικούφισον Νεκτάριε Πάτερ, των προς την σην αφορώντων πρεσβείαν, και τας καρδίας ημών χαράς πλήρωσον, και αθυμίας χαλεπής, ες ημών την ομίχλην διάλυσον.

Ρυσθήναι, πειρατηρίων παντοίων, και σκανδάλων του εχθρού ολεθρίων, και αναγκών και στενώσεων πλείστων, τον Πανοικτίρμονα Λόγον ικέτευε, Νεκτάριε θαυματουργέ, τους προστρέχοντας πίστει τη σκέπη σου.

Υψόθεν, ως συμπαθής εποπτεύων, και απαύστως προστατεύων μη παύση, της ιεράς σου Μονής θεοφόρε, της κεκτημένης ως μέγα θησαύρισμα, Νεκτάριε θαυματουργέ, την σορόν των αγίων λειψάνων σου.

Θεοτοκίον.

Σωτήρα, και Λυτρωτήν των ανθρώπων, τον φιλάνθρωπον κυήσασα Λόγον, σωσόν με Κόρη τη ση προστασία, της πονηράς τυραννίδος του χείρονος, και νεύρωσόν μου την ψυχήν, προς επίδοσιν βίου βελτίονος.

Διάσωσον εκ πάσης βλάβης και θλίψεως Ιεράρχα, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία προστρέχοντας, και σε τιμώντας Νεκτάριε θεοφόρε. Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, έπ' εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις και το Κοντάκιον. Ήχος β'. Προστασία των Χριστιανών.

Πεπτωκότων επανόρθοσις γέγονας, και των κλονουμένων Νεκτάριε στήριγμα, εν υστέροις τοις καιροίς παρά Κυρίου δοξασθείς, αλλά πάντοτε και ημάς, των εν τω βίω πειρασμών, ανωτέρους διάσωζε, άφεσιν των πταισμάτων, και ρώσιν και σωτηρίαν, αιτούμενος παρά Θεού, Ιεράρχα ταις ψυχαίς ημών.


Προκείμενον.

Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι Όσιοί σου αγαλλιάσονται.

Στίχ. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσιου αυτού.
 


Ευαγγέλιον.

Εκ του κατά Ιωάννην (ι' 9-16)

Είπεν ο Κύριος. Εγώ είμι η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει. Ο κλέπτης ουκ έρχεται ειμή ίνα κλέψη, και θύση, και απολέση· εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν. Εγώ είμι ο Ποιμήν ο καλός· ο Ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν ου ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίησι τα πρόβατα, και φεύγει· και ο λύκος αρπάζει αυτά, και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστί, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων. Εγώ ειμί ο Ποιμήν ο καλός, και γινώσκω τα εμά, και γινώσκομαι υπό των εμών. Καθώς γινώσκει με ο Πατήρ καγώ γινώσκω τον Πατέρα, και την ψυχήν μου τίθημι, υπέρ των προβάτων. Και αλλά πρόβατα έχω, ά ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης, κακείνά με δει αγαγείν, και της φωνής μου, ακούσουσι, και γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν.

Δόξα.

Ταις του Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νυν.

Ταίς της Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.

Προσόμοιον. Ήχος πλ. β'. Όλην αποθέμενοι.

Νέον άστρον πέφηνας, τη του Χριστού Εκκλησία, εν εσχάτοις έτεσι, βίου καθαρότητι λάμψας Όσιε, νοηταίς λάμψεσι, των εν σοι χαρίτων, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, και των ιάσεων, ταις μαρμαρυγαίς λύων πάντοτε, δαιμόνων την σκοτόμαιναν, και αρρωστημάτων την ζόφωσιν, όθεν σοι βοώμεν. Μη παύση εκλυτρούμενος ημάς, επηρειών του αλάστορος, και παντοίων θλίψεων.

Το «Σώσον ο Θεός τον λαόν σου» κ.τ.λ. Ωδή ζ'. Οι εκ της Ιουδαίας.

Αλγηδόνων ποικίλων, πειρασμών και κινδύνων και περιστάσεων, και φθόνου και κακίας, ανθρώπων κακότροπων, ασινείς διαφύλαττε, τους σε τιμώντας αεί, Νεκτάριε παμμάκαρ.

Ιατρεύων απαύστως, χαλεπάς ασθενείας Πάτερ Νεκτάριε, των πίστει προσιόντων, τοίς θείοις σου λειψάνοις, αρωγός ετοιμότατος, εν τοις εσχάτοις καιροίς, των ευσεβούντων ώφθης.

Γέρας ένθεον ώφθης , και διάδημα νέον Πάτερ Νεκτάριε, τη νήσω της Αιγίνης, ήτις αεί προστρέχει, τη πρεσβεία σου Άγιε, και της εύνοιας της σης, τρυγά τας αντιλήψεις.


Θεοτοκίον.

Εντολών με προς τρίβον, του εκ σου σαρκωθέντος Κόρη οδήγησον, πυλών της αμαρτίας, εξαίρουσα Παρθένε, την ροπήν της καρδίας μου, ίνα υμνώ σε αεί, σωθείς τη χάριτί σου.

 

Ωδή η'. Τον Βασιλέα.

Ρουν της κακίας, τον κατακλύζοντα Πάτερ, της καρδίας μου τους αύλακας εις τέλος, ξήρανον δυνάμει, των θείων πρεσβειών σου.

Ασθενειών σε, θεραπευτήν εγνωκότες, καταφεύγομεν τη Κάρα σου τη θεία, ίνα λυτρωθώμεν, μαστίγων επώδυνων.

Σκέπε απαύστως, την σην Μονην την αγίαν, και πρυτάνευε αυτή τη ση πρεσβεία, Πάτερ Ιεράρχα, τας Πατρικάς σου δόσεις.

 

Θεοτοκίον.

Ίασαι Κόρη, την ασθενούσαν ψυχήν μου, τη του όφεως κακίστη επηρεία, και καταύγασόν με, φωτί της απαθείας.


Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.

Μανίας ημάς ρύσαι, εχθρού του αοράτου, και των εν βίω δεινών περιστάσεων, τους καταφεύγοντας Πάτερ υπό την σκέπην σου.

Οδύνης ψυχικής με, και των αλγημάτων, των εν τω σώματι Πάτερ απάλλαξαν, τη εκ Θεού σοι δοθείση πλούσια χάριτι.

Υπέρ της ευαγούς σου, Μάνδρας εκδυσώπει, και της Αιγίνης Χριστόν τον φιλάνθρωπον, και της Ελλάδος απάσης Πάτερ Νεκτάριε.


Θεοτόκιον.

Υμνούμέν σου την χάριν, Κεχαριτωμένη, συ γαρ απαύστως ως μήτηρ φιλόστοργος, σκέπεις και τρέφεις και θάλπεις ημάς εκάστοτε.

 

Το «Άξιον εστί», και τα Μεγαλυνάρια.

Τον της ευσέβειας νέον πυρσόν, και της Εκκλησίας τον φωστήρα τον φαεινόν, τον θερμόν προστάτην, και έφορον Αιγίνης, Νεκτάριον τον Θείον, ύμνοις τιμήσωμεν.


Χαίροις ο νεόρρυτος ποταμός, ο τα νεκταρώδη των χαρίτων των θεϊκών, ρείθρα πελαγίζων, τη θεία επομβρία, Χριστού τη Εκκλησία, Πάτερ Νεκτάριε.

Λάμψας εν τω ύψει των αρετών, εν εσχάτοις χρόνοις, ώσπερ λύχνος θεολαμπής, νοητώς λαμπρύνεις, πιστών τας διανοίας, τη καθαρά ζωή σου, Πάτερ Νεκτάριε.

Χαίροις τεθλιμμένων ο αρωγός, και των δαιμονώντων, ο ταχύτατος ιατρός, χαίροις ο τα πάθη, και νόσους θεραπεύων, των προσιόντων Πάτερ, εν τοις λειψάνοις σου.

Χαίροις της Αιγίνης ο θησαυρός, και των Ορθοδόξων, αντιλήπτωρ και βοηθός· χαίροις της Ελλάδος αγλάισμα το νέον, Νεκτάριε παμμάκαρ, ημών το στήριγμα.

Τη ση προστασία τη πατρική, την σεπτήν Μονήν σου, διαφύλαττε αβλαβή, Νεκτάριε Πάτερ, και πλήρου τας αιτήσεις, των ευλαβώς τελούντων, την θείαν μνήμην σου.

Π ά σ α ι  τ ω ν  α γ γ έ λ ω ν...


Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.

 Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσί· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.


Εκτενής και Απόλυσις, μεθ' ην το εξής.

Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.

Πάσιν αντιλήπτωρ και φρουρός, και θερμός προστάτης και σκέπη, γενού Νεκτάριε, τοις προσερχομένοις σοι, Πάτερ εκ πίστεως, και τα θεία σου λείψανα, κατασπαζομένοις, α Χριστός εδόξασε, θαυμάτων χάρισι, λύων πειρασμών τας οδύνας, και ειρήνην πάσι παρέχων, και πταισμάτων άνωθεν συγχώρησιν.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Άνοιξη με τους Αγίους

Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Γούβαλη

NEKTARIOS444

 

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου: Ὁ ἅγιος του αἰῶνα μας -Ὁ ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς- Ἀφηγηματικὴ Βιογραφία. Ἔκδοσις Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης. Δεύτερη Ἔκδοση- Διορθωμένη. σελ. 269-274)

 

Στὸ ἀπόμακρο γιὰ κεῖνο τὸν καιρὸ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, τὸ Ἀρεταίειο, ἡ γραμματεία ἔπαιρνε ἀπ᾿ ἔξω ἐντολὴ καὶ ἔδινε μέσα ἐντολὴ νὰ κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στὸν μικρὸ παθολογικὸ θάλαμο γιὰ ἕναν γέροντα καλόγερο, ἀπὸ τὴν Αἴγινα.

Τὸν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δυὸ καλόγρηες κι ἕνας μέτριος στὸ ἀνάστημα σαραντάρης ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μπῆκαν ἀνησυχοῦσε καὶ κρυφόκλαιγε. Ἔκαναν τὶς διατυπώσεις τῆς εἰσόδου καὶ παραμονῆς του στὸ θεραπευτήριο καὶ ἡ μία ἀπὸ τὶς δυὸ καλόγρηες, ἔφυγε.

Στὸν θάλαμο ποὺ τὸν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια ὡστόσο μόνο τὰ δυὸ ἦταν πιασμένα. Στὸ διπλανὸ τοῦ γέροντα τῆς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων. Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης, εἶχε πέσει σ᾿ ἕνα γκρεμὸ ἀπὸ τὸ ζῷο του, χτύπησε κι ἀπὸ τότε τὸν ἔσερναν μὲ τὰ φορεῖα. Στὸ παρακάτω, ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοῦχος δάσκαλος, μὲ οὐρολογικὴ κι αὐτὸς πάθηση.

»Τί νομίζεις γερόντισσα Εὐφημία, ἔκανε κάπου στὸν προθάλαμο σιγανασαίνοντας καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά του ὁ ἄντρας, θὰ κάνει τὴν ἐγχείρηση, θ᾿ ἀντέξει στὸ μαχαίρι;»

Ἐκείνη ἀπόμεινε συλλογισμένη.

»Τί θ᾿ ἀπογίνουμε δίχως τὴν εὐλογημένη του καθοδήγηση, πῶς θὰ ζήσουμε χωρὶς τὴν προσευχή του;» συνέχισε ὁ ἄντρας.

»Ἐλπίζω, κύριε Σακκόπουλε, ἀποκρίθηκε τέλος ἡ καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ὁ καλὸς Θεὸς θὰ λυπηθεῖ τὴν ἀδελφότητα, δὲν θὰ ἐπιτρέψει ν᾿ ἀπομείνουμε εἴκοσι ὀκτὼ ψυχὲς ὀρφανές.»

»Ὦ ἀδελφὴ Εὐφημία, σ᾿ αὐτὸν ὀφείλω τὰ πάντα. Καὶ κυρίως τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς μου. Αὐτὸς μὲ εἰσήγαγε εἰς τὸ εὖρος, τὸ ὕψος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἔχει ὁ Κύριος. Ἀπὸ νωρὶς ἔχασα τὴν μητέρα μου καὶ τὸ ξεπέρασα, πρόπερσι ἀναπαύθηκε κι ὁ πατέρας μου, ἄνθρωπος ὅλο αὐταπάρνηση κι εὐγένεια καὶ τὸ κατάπια. Ἂν μᾶς ἐγκαταλείψει κι ὁ ἅγιος γέροντας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ὁδηγὸς καὶ μεσίτης εἰς τὸν Θεόν, θὰ καταντήσω δυστυχῆς, θὰ παραμείνω δεντρὶ στὴν ἔρημο...»

Ἡ καλόγρηα τὸν ἀνακύτταξε μὲ κάποια στοργὴ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι.

Πέρασε ὁ πρῶτος μήνας, πέρασε κι ὁ δεύτερος.

Δὲν πρόλαβε νὰ κάνει ἐγχείρηση, δὲν πρόλαβε νὰ περάσει ἀπὸ μαχαίρι.

Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπὸ ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὺς γιὰ τὴν ἐκλογικὴ ἧττα τοῦ Βενιζέλου, γιὰ τὶς ἀλλαγὲς στὴν Κυβέρνηση, γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἐξόριστου Βασιληᾶ Κωνσταντίνου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι συζητοῦσαν, σχολίαζαν τὴν ἔκπτωση τοῦ Μελετίου καὶ τὴν ἐπανανθρόνιση τοῦ Θεοκλήτου, ὅταν ὁ χλωμὸς ἀσκητικὸς ἐκεῖνος γέροντας, ὁ καλόγερος τῆς Αἴγινας, ἔβλεπε ξαφνικὰ καταμπροστά του ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους κατὰ χιλιάδες νὰ τὸν ὑποδέχονται.

Στάθηκε λίγο προτοῦ ξεψυχίσει κι ἀφουγκράστηκε. Ἀπὸ ψηλὰ κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ὁλόγλυκια φωνὴ σὲ ξένη χώρα, τὸν καλοῦσε.

»Εἴσελθε τέκνον, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Σὲ ἀναμένει ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος.»

» Εἰς ἐμέ, εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις Κύριε;» πρόλαβαν νὰ ψιθυρίσουν γιὰ στερνὴ φορὰ τὰ χείλη του.

Κι ἀνοίγοντας τὸ στόμα νὰ πάρει ἀνασεμιά, εἶδε πὼς μεταφέρεται. Παρέδωσε τὴν ἅγια του ὑπομονετικὴ ψυχὴ στὸν ἀγαπημένο του Ἀφέντη. Στὸν Ἀφέντη τῶν οὐρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.

Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε.

»Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ἀνάκραξε μὲ λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, ποῦ εἶναι ὁ κύριος Σακκόπουλος;... Τὸ τηλέφωνο παρακαλῶ, τὸ τηλέφωνο...

Ἦρθε μία σαβανώτρα ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου νὰ βοηθήσει τὴ γερόντισσα. Τὸ νεκρὸ σῶμα, μοσκομύριζε... Θεὲ καὶ Κύριε ! ... Κάτι πῆγε νὰ πεῖ ἡ γερόντισσα δὲν τὸ μπόρεσε. Γιὰ μία στιγμὴ ἔβγαλαν τὴ μάλλινη φανέλλα καὶ τὴν πέταξαν πρόχειρα στὸ διπλανὸ κρεββάτι. Κι ὥσπου νὰ προχωρήσουν νὰ τελειώσουν μὲ τὰ σάβανα, ὁ διπλανὸς ἄῤῥωστος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε ὄρθιος, ἀμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στὰ πόδια του κι ἔκανε τὸ σταυρό του.

»Σηκώθηκα, περπατάω! ἀνάκραξε δυνατά, Θεέ μου, ἔγινα καλά! Τί ἔχει αὐτὴ ἡ φανέλλα;»

Γιὰ δές, ἦταν στ᾿ ἀλήθεια ὄρθιος, περπατοῦσε!

Δὲν καλοκατάλαβαν, ἀπόμειναν νὰ χάσκουν. Τὸ νεκρὸ σῶμα μοσκομύριζε... Ἡ γερόντισσα πῆρε τὴ φανέλλα τὴν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στὸ ῥάσο της. Τὰ χέρια τῆς ἔτρεμαν.

Ἀπόρησαν οἱ γιατροί, ἀπόρησε καὶ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου ὅταν ἔμαθαν πὼς ὁ φτωχὸς ῥασοφόρος ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ἦταν ἄλλοτε γενικὸς διευθυντὴς στὴ Ῥιζάρειο καὶ ἦταν λέει... δεσπότης!

Μία νύχτα θρήνου πέρασε ἡ γερόντισσα Εὐφημία.

Ἀργὰ τὸ πρωὶ ἔφθασε ἕνας φίλος Ἀρχιμανδρίτης, ἱεροκήρυκας, ὁ Παντελεήμων Φωστίνης καὶ λίγο πιὸ ἔπειτα ὁ πρωτοπρεσβύτερος Ἄγγελος Νησιώτης, διαλεκτὸς μαθητής του στὴ Ῥιζάρειο καὶ δημιουργὸς ἀργότερα κατηχητικῶν σχολείων. Ἔφθασε σωστὸ ἀνθρώπινο ῥάκος κι ὁ Κωστῆς Σακκόπουλος. Παράγγειλαν τὸ φέρετρο παράγγειλαν τὴ νεκροφόρα καὶ λίγo ἀργότερα ξεκίνησαν γιὰ τὸν Πειραιά.

Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτή», θὰ σήκωνε ἄγκυρα γιὰ τὴν Αἴγινα ἀκριβῶς στὶς δυὸ τὸ μεσημέρι. Ἡ νεκροφόρα μὲ λογὶς - λογὶς διατυπώσεις ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Πειραιά, λίγo μετὰ τὶς δώδεκα. Ὁ ναὸς βρέθηκε κλειστός, ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος, ἔλειπαν γιὰ μεσημεριάτικη διακοπή.

Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στὸ πεζοδρόμι κόσμος. Ἀπὸ λαλιὰ σὲ λαλιά, ἀκούστηκε, μαθεύτηκε στὴν ἐργατικὴ πόλη, ἡ κοίμηση τοῦ γέροντα τῆς Ῥιζαρείου. Κι ἕνας λαὸς περικύκλωσε τὸ φέρετρο.

Καθὼς τὸ ἔφεραν σιμὰ στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στὴν πόλη καὶ στὸ χῶρο ποὺ τόσο εἶχε κηρύξει κι ἀγαπήσει κι ἄνοιξαν τὸ καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο, τὸ καταπληκτικό. Ἀπὸ τὴν ἤρεμη καὶ γαλήνια μορφὴ ἔσταζε κάτι σὰν ἱδρῶτας ποὺ μοσκομύριζε... Θεὲ καὶ Κύριε !

Ὁ Κώστας ὁ Σακκόπουλος σαστισμένος ἔτρεξε κι ἀγόρασε ἀπὸ τὸ περίπτερο ἕνα πακέτο μπαμπάκι καὶ σκούπισε σιγὰ - σιγὰ καὶ ἀπαλὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὸν μοσκομύριστο ἱδρῶτα. Μερικοὶ τότε ἔπεσαν ἐπάνω του, τοῦ ἅρπαξαν τὶς τοῦφες τὸ μπαμπάκι, τὄφερναν εὐλαβικὰ στὸ μέτωπό τους, ἄλλοι τὄκρυβαν στὶς τσέπες τους, ἄλλοι τὸ παράχωναν στὸ στῆθος.

»Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ῾λαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναξαν καὶ οἱ ἄνδρες ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο, ἕτοιμοι νὰ τὸ ξαναφέρουν στὴ νεκροφόρα.

Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτή» ἔφθασε στὶς τέσσερις παρὰ κάτι, ἀπόγευμα στὴν Αἴγινα μὲ τὴ σημαία «μετζάστρα» στὸ πλωριὸ κατάρτι.

Προτοῦ ἀράξει στὸ μῶλο, ὁ καπετάνιος σφύριξε τρεῖς φορὲς πένθιμα καὶ συνθηματικά.

Στὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Σαρωνικοῦ ταξίδευε τὸ ἱερὸ λείψανο ἑνὸς ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς κληρικοῦ ποὺ δὲν καυχήθηκε ποτὲ γιὰ κάτι δικό του. Ἑνὸς ἱερομονάχου ποὺ εὐαρέστησε τὸν ἅγιο Θρόνο μὲ τὴν ὑπακοή, τὸ ταπεινὸ φρόνημα, τὴν ὑπομονή, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη.

Ἀμέτρητος λαὸς πλημμύρισε κάτω τὴν παραλία. Ὅλος σχεδὸν ὁ κλῆρος, ὅλοι οἱ ἱερομόναχοι, ὅλες οἱ καλόγρηες ἀπὸ τὰ ντόπια μοναστήρια.

Οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν σιωπηλά, μερικὲς στέναζαν, μερικὲς μοιρολογοῦσαν.

»Παππούλη μας, προστάτη τῆς φτωχολογιᾶς, τί θ᾿ ἀπογίνουμε τώρα ποὺ μᾶς ἄφησες ὀρφανὲς καὶ μόνες;»

Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιὸς θὰ σηκώσει τὸ φέρετρο. Ἦταν οἱ φίλοι του, οἱ ψαράδες τοῦ γυαλοῦ, οἱ σφουγγαράδες ποὺ ταξίδευαν καὶ βουτοῦσαν πέρα στὴν Τζιμπεράλτα καὶ στὸ Τούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τῆς εὐλογίας μὲ χαραγμένο στὴ μέση τὸν τίμιο σταυρό, ἐργάτες ποὺ δούλεψαν στὴ μονὴ κι ἔφαγαν ψωμὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, oικοδόμοι, ἀγρότες ἀμπελουργοί, ἐπαγγελματίες καὶ πλανόδιοι.

Ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀστυνόμο γιὰ νὰ τοὺς φέρουν σὲ λογαριασμό, τοὺς χώρισαν σὲ τετράδες καὶ ὑπολόγισαν τὸ δρόμο κάπου δυὸ ὧρες καὶ κάτι, ὤσαμε τὸ μοναστήρι.

Σὲ λίγο τὰ πάντα τακτοποιήθηκαν καὶ ἡ πομπὴ ξεκίνησε.

Ἦταν κάτι τὸ ῥιγηλὸ καὶ συγκινητικό. Ποτὲ ἡ Αἴγινα δὲ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι.

Αὐθόρμητα ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀγκάλιασε τὸ λείψανο - θησαυρὸ τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ της καὶ τόφερνε μὲ σφιχτὴ ἀνασεμιὰ στὴ θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τὴν πόλη καὶ τὴν παραλία. Οἱ καμπάνες στοὺς ναοὺς σιγοχτυποῦσαν ὅπως τὴ μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ᾿ ὅλες τὶς πόρτες καὶ δροσερὰ λουλούδια ἔπεφταν ἀπὸ γρηὲς καὶ νιὲς καὶ δροσερὲς παρθένες. Ἕνα πλῆθος νέοι ῥασοφόροι Ῥιζαρεῖτες ἀκολουθοῦσαν σιωπηλοί.

»Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι λαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαγκαδιές, καθὼς σήκωναν τὸ φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν᾿ ἀλλάξουν βάρδια.

Τὸ μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογῆς ἄνθρωποι, γνωστοί, ἄγνωστοι, καταλαχάρηδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ λόγγου, τῆς ἀκρογυαλιᾶς. Ὅλοι τους εἶχαν διάθεση νὰ παρασταθοῦν, νὰ προσευχηθοῦν, νὰ ξενυκτίσουν, νὰ κλάψουν.

Σ᾿ ὅλο τοῦτο τὸ πλῆθος καὶ στὶς καλόγρηες τῆς ἀδελφότητας ποὺ ἔκλαιγαν σὰν μικρὲς νεαρὲς κοπέλλες, ξεχώριζε ἡ φυσιογνωμία τῆς ἡγουμένης, τῆς ὁσίας Ξένης, τῆς τυφλῆς.

Στάθηκε κάποια στιγμὴ καταμπροστὰ στὸ φέρετρο, πάνω στὴ γαλήνια κι εὐγενικὴ μορφή, ποὺ θαῤῥοῦσες ὅτι λαφροκοιμόταν, τὴ μορφὴ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καὶ ὁδηγοῦ, τοῦ εὐεργέτη καὶ προστάτη της καὶ μὴ μπορῶντας μὲ τὰ τυφλὰ μάτια νὰ δεῖ, νὰ προσέξει τὸν ἱδρῶτα - μύρο ποὺ κυλοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο, τόνοιωσε σὰν ὄσφρηση, σὰν εὐωδιὰ καὶ μένοντας ἀκίνητη καὶ κάνοντας τρεῖς φορὲς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶπε:

»Ὁ πατέρας μας δὲν πέθανε. Ζεῖ, μᾶς βλέπει καὶ προσεύχεται ἀπόψε γιὰ μᾶς. Τὸ μοναστήρι μας θὰ προκόψει δὲν θὰ τὸ ἀφίσει ὁ Κύριος. Ὅταν ζοῦσε καὶ τὸν ἀπολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο καὶ ὁδηγό, αὐτὸ πάντα μας ἔλεγε. Αὐτὴ τὴν προφητεία: Ἀπὸ δῶ, μᾶς ἔλεγε, κόρες μου, ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐρημιές, σὲ μερικὰ χρόνια θὰ διαβαίνουν ἅμαξες, θὰ περνᾷ πλῆθος ὁ κόσμος μὲ ἀφιερώματα, χρυσάφια καὶ λαμπάδες. Καὶ μεῖς οἱ ἄπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ὁ σεβασμιώτατος, ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀνησυχία. Ἀδελφές μου, μὴ κλαῖτε, ἀδέλφια μου μὴ θρηνεῖτε. Ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ἑλλάδα ἀπόκτησε ἕναν ὅσιο, ἕνα σημερινὸ ἱκέτη ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐσταυρωμένο».

Τὰ λόγια της σκέπαζαν τοὺς κρυφοὺς λυγμούς της ἀπὸ μία θεϊκὴ δύναμη καὶ χάρη. Τὰ λόγια της ἔπεσαν στὸ πλῆθος μὲ τέτοια ἁρμονία ποὺ γλύκαναν εὐθὺς ὅλες τὶς καρδιὲς καὶ γιὰ κάμποσο χρονικὸ διάστημα τῆς νύχτας ἀπόδιωξαν τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις τοῦ θανάτου.

Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες κράτησε τὸ λαϊκὸ τοῦτο προσκύνημα. Καὶ τὸ λείψανο ἀδιάκοπα ἔσταζε ἱδρῶτα μύρο καὶ σκορποῦσε ὁλοτρόγυρα εὐωδία!

Μία ἀπὸ τὶς τρόφιμες τῆς ἀδελφότητας ἀνησύχησε.

»Θὰ πρέπει νὰ ἐπισπεύσουμε τὸν ἐνταφιασμό, πέταξε μὲ σπουδὴ στὴν ὁσία Ξένη. Δὲν μπορεῖ, γερόντισσά μου, σῶμα εἶναι, θὰ βρωμίσει».

Τὸ βράδυ ποὺ κοιμήθηκε, εἶδε ὁλοζῶντανο σιμὰ τῆς τὸν γέροντα ντυμένο στὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια.

» Σεβασμιώτατε», ἀνάκραξε. Καὶ γονάτισε νὰ τοῦ ἀσπασθεῖ τὸ χέρι.

»Βρωμᾶ παιδί μου, τὸ χέρι μου;» τὴ ῥώτησε ἐπιτιμητικά.

» Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.

»Τί μυρίζει;»

»Λιβάνι καὶ ἀλόη.»

»Τότε μὴ φοβεῖσαι καὶ διὰ τὸ λείψανον.»

Ξύπνησε καταφοβισμένη. Ἔτρεξε στὸ φέρετρο, ἀσπάσθηκε τρεῖς φορὲς τὰ κρινοδάχτυλα τῶν χεριῶν. Καὶ ξαναπρόσεξε ποὺ ἔτρεχε συνέχεια στὴ μορφὴ ἱδρῶτας - μύρο.

Φυσικὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. Θὰ τὸν τοποθετοῦσαν ἐκεῖ πλάγια στὸ ναό, χαμηλὰ στὸ πεῦκο. Στὸ καταπράσινο καὶ φουντωτὸ βελονόφυλλο δεντρὶ ποὺ τόσο αὐτὸς καμάρωνε κι ἀγαποῦσε. Ἐκεῖ, ποὺ κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος, σὰν ἔσκαβε γιὰ νὰ τὸ φυτέψει, τοσοδούλι καὶ μικράκι, ἄκουσε τὴν παράδοξη φωνὴ : «ἄφισε τόπο γιὰ ἕνα τάφο». Ναί, τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. Ὁ καλὸς Θεὸς εἶχε προδιαλέξει τόπο γιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ του.

Προτοῦ σκεπάσουν τὸ φέρετρο γιὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὅλες σχεδὸν οἱ μαθήτριες καὶ ὑποτακτικὲς ἔφεραν κι ἔῤῥιξαν λεμονανθοὺς ἀπὸ τὶς λεμονίτσες ποὺ εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μὲ τὸ χέρι του, σὲ διάφορες πρασιὲς ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ παράπλευρα ἔξω.