Του Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δορμπαράκη

      Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί κατά της αγιότητος του εθνομάρτυρα και ιερομάρτυρα αγ. Χρυσοστόμου Σμύρνης. Ασφαλώς αυτοί που τις διατυπώνουν κάποιους λόγους επικαλούνται μέσα στην καλοπροαίρετη αναμφίβολα διάθεσή τους να διαφυλάξουν τον τρόπο που η Ορθόδοξη Εκκλησία μας διακηρύσσει την αγιότητα των εξαιρέτων μελών της. Για εμάς και για τους περισσοτέρους χριστιανούς, και μάλιστα τους έχοντες σχέση με τα αγιασμένα χώματα της Μικρασιατικής γης, δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Για εμάς ο άγιος Χρυσόστομος αποτελεί σύμβολο αγάπης προς τον Θεό και χρέους προς την πατρίδα, δεδομένου μάλιστα ότι εκπροσωπεί όλους τους πεσόντες και αναιρεθέντες ποικιλοτρόπως κατά τη Μικρασιατική καταστροφή, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από την ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν προς αυτόν όλοι οι Μικρασιάτες, έκφραση της οποίας αποτελούν τα διαρκώς πυκνούμενα γι' αυτόν βιβλία που εκδίδονται, τα ποιήματα που γράφονται, τα αφιερώματα που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη του, οι προτομές που φιλοτεχνούνται σε περιοχές που υπάρχουν και ζουν Μικρασιάτες, οι ναοί που κτίζονται στη μνήμη του.

Κι είναι ευκαιρία, με το αφιέρωμα τούτο, να τονίσουμε για μια ακόμη φορά την αγιότητα του μαρτυρικού ιεράρχη, γιατί αποδεικνυόμενη αυτή ιδίως από τις τελευταίες στιγμές της ζωής του γίνεται φάρος και οδοδείκτης για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς. Είναι όντως συγκλονιστικές οι περιγραφές του τέλους του κι είναι σα να διαβάζουμε και πάλι από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων τις τελευταίες στιγμές του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Τις περιγραφές αυτές κάνει όχι ένας απλός άνθρωπος, του οποίου ίσως μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λόγων του, ούτε κι ένας ραψωδός που μεγεθύνει τα γεγονότα στην εξιστόρησή τους, αλλά ένας επιστήμονας, αυτόπτης συγκλονιστικού γεγονότος, ο ακαδημαϊκός καθηγητής Γεώργιος Μυλωνάς, και μάλιστα σε ομιλία του επίσημη, στις 14 Δεκεμβρίου 1982, στην Ακαδημία Αθηνών. Παραθέτουμε αυτούσια τα τελευταία λόγια της ομιλίαςαυτής:

«Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι.» Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μία ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ' ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ' αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες μ' επικεφαλής Τουρκοκρήτα παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή.

«Είσαι δάσκαλος;» με ρωτά. «Αυτήν την τιμή είχα» του απαντώ. «Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;» - «Ναί», του λέγω. «Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ». - «Ελάτε μαζί μου έξω», λέγω στους συντρόφους μου. «Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος».

Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τούρκο-Κρητικό να λέει: «Δεν θα σάς σκοτώσω, θα σάς σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σάς σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μία τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος».

Και συνέχισε «Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ' εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ‘βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.

»Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;» - «Ναί ξέρω» του απήντησα. «Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». - «Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μά δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δυο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σάς την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι' αυτό σάς χάρισα τη ζωή». «Και που τον έθαψαν;» ρώτησα με αγωνία. «Κανείς δεν ξέρει που έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί»».

     Αυτή είναι η μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα, που φανερώνει, όπως είπαμε, το μέγεθος της αγιότητας του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, αφού στην πίστη μας την ορθόδοξη εκείνο που αποτελεί αποδεικτικό μεγάλης αγιότητας είναι η αγάπη που απλώνεται και προς τον εχθρόΚαι τίποτε να μην ξέραμε για τον άγιο Χρυσόστομο, και μύρια όσα να του έχουν καταλογιστεί, το τέλος του είναι εκείνο που φανερώνει την εσωτερική, της καρδιάς του, ποιότητα. Κι ο άγιος Χρυσόστομος σαν τον Χριστό, σαν τον άγιο Στέφανο, σαν τους αποστόλους και όλους τους άγιους μάρτυρες ευλογεί τους διώκτες του και προσεύχεται γι' αυτούς. Μόνον όποιος διακατέχεται πλούσια από αυτό το πνεύμα του Χριστού ξέρουμε ότι ανήκει σ' Εκείνον και προεκτείνει την αγιότητα Εκείνου. «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;»

Δεν θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ας επιτραπεί όμως ως κατακλείδα στη μικρή αυτή αναφορά να μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από ένα ποίημα που έχει γραφεί ακριβώς για τον άγιο:

 

Στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης

Ό,τι θεριά ‘νθρωπόμορφα * δε βλέπαν και δε νιώθαν,

το ‘δαν τα δέντρα, τα πουλιά * ο ήλιος και το χώμα:

τ' άγιο κορμί που κείτουνταν * ακρωτηριασμένο,

με πύριν' όμως την ψυχή * και με αγάπης χρώμα!

Τα χείλη του ψιθύριζαν * βαμμένα μέσ' στο αίμα,

- την ώρα που του ρολογιού * οι δείκτες σταματούσαν -

κείνο που πήρ' ο άνεμος * με δέος και με φόβο,

για να το φέρει όπου γης * και δάκρυα ξεσπούσαν.

«Πατέρα, τη συχώρηση * δώσ' τους, μη τους γδικιέσαι,

Γιατί δεν ξέρουνε κι αυτοί * σαν τότε οι εχθροί Σου»,

λέγαν τα χείλη τ' άγια * του Χρυσοστόμου Σμύρνης,

λίγο πριν φύγει του η ψυχή * σώμα ψυχή χωρίσουν!

Εσείστηκαν οι ουρανοί * απ' τη βαθειά αγάπη

κι ευθύς εφάνη ο Χριστός * που ‘σκυψε κεί σιμά του.

«Δούλε καλέ και αγαθέ, * μην τον φοβάσαι διόλου

όποιον σου παίρνει τη ζωή * μικρό τ' ανάστημά του»!

Κι έφυγε ο Χρυσόστομος * ο της θυσίας άγιος

Μά άφησε το σώμα του * τη γη μας να λιπαίνει.

Από ψηλά τώρα θωρεί * κι από την προτομή του

θυμίζοντας το χρέος μας *



π. Γεωργίου Φλορόφσκι

ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ:ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Μετάφραση Παναγιώτου Πάλη - Εκδόσεις Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 2006

 

       Ο Αγ. Αθανάσιος γεννήθηκε σε μια Ελληνική Χριστια­νική οικογένεια στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του τρίτου αιώνα, ίσως το 295. Κατά τη νεότητα του παρέστη μάρτυς των διωγμών που έγιναν επί Διοκλητιανού. Κατά τον άγ. Γρηγόριο τον θεολό­γο, διάθεσε «λίγο χρόνο» για μια γενική εκπαίδευση και για να σπουδάσει κοσμικές επιστήμες αλλά είχε κάποια γνώση της κλασσικής φιλοσοφίας και ιδιαίτερα του Νεοπλατωνισμού. Έδωσε πιο πολύ την προσοχή του στη μελέτη της Αγίας Γρα­φής, την οποία ήξερε πάρα πολύ καλά. Πιθανόν να σπούδασε στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξανδρείας.

 Ο Αγ. Αθανάσιος έκανε εντύπωση στον Αλέξανδρο, Επίσκοπο Αλεξανδρείας, όταν ήταν ακόμα πολύ νέος. Έζησε στο σπίτι τού Αλεξάνδρου και διδάχθηκε γραμματική και ρητορική υπό την καθοδήγηση του. Ο Αγ. Αθανάσιος έγινε διάκονος και γραμματέας τού Επισκόπου όχι πολύ πριν από την έναρξη της Αρειανικής έριδος. Συνόδευσε τον Αλέξανδρο στη Νίκαια όπου «ευθαρσώς αντέστη κατά της ασεβείας των Αρειανών». Ο Αλέξανδρος πέθανε αμέσως μετά τη σύνοδο. Προφανώς εί­χε υποδείξει τον Αγ. Αθανάσιο ως διάδοχο του. Στη σύνοδο της Αλεξανδρείας τού 339 δηλώθηκε ότι «όλο το πλήθος των κατοίκων, όλοι όσοι ανήκαν στην Καθολική Εκκλησία, συνα­θροίστηκαν και με μια ψυχή, σαν να ήταν ένα σώμα, εφώναζαν και απαιτούσαν τον Αθανάσιο ως Επίσκοπο της Εκκλησίας. Σ' όλη τη χώρα προσεύχονταν στο Χριστό γι' αυτό επί πολλές μέρες και πολλές νύχτες».

 Το 328 ο Αγ. Αθανάσιος χειροτονή­θηκε Επίσκοπος Αλεξανδρείας από ένα μεγάλο πλήθος Ιεραρ­χών.

Ο Άγ. Αθανάσιος υπέστη πολλούς διωγμούς καθ’ όλη τη διάρκεια που ήταν Επίσκοπος. Δεκαπέντε από τα 47 χρόνια της αρχιερατείας του τα πέρασε σε εξορία. Οι Αρειανοί και οι Μελετιανοί αντέδρασαν στην εκλογή του με εχθρότητα και συκο­φαντίες, και οι Ευσεβιανοί τον είδαν ως το σπουδαιότερο εμπό­διο στις προσπάθειες τους για συμβιβασμό. Ο Αθανάσιος απέ­δειξε την αθωότητά του από τις εναντίον του κατηγορίες στη σύνοδο της Τύρου το 335, αλλά οι εχθροί του κατάφεραν να πείσουν τον Κωνσταντίνο ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για την διαφωνία. Ο αυτοκράτορας διέταξε τον Αθανάσιο να εγκατα­λείψει την Αίγυπτο και να πάει στη Δύση στο Trier, αλλά δεν επέτρεψε να τον διαδεχθεί άλλος στον θρόνο της Αλεξανδρεί­ας. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός στο Trier με τιμή και αγάπη. Κατά τη σύντομη παραμονή του άσκησε μεγάλη επίδραση στους εκκλησιαστικούς κύκλους και για πολύ χρόνο τον θυμότανε με σεβασμό. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου το 337 ο Αθανά­σιος και άλλοι εξόριστοι πήραν την άδεια να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια, όπου έγινε δεκτός με χαρά από το λαό.

Οπωσδήποτε, οι ραδιουργίες κατά τού Αγ. Αθανασίου γρήγορα ξανάρχισαν. Ο Ευσέβιος τον κατηγόρησε ότι επέ­στρεψε στην έδρα του παράνομα, αφού η εξορία που τού επέβαλε η σύνοδος της Τύρου δεν είχε ακυρωθεί από νέα σύνοδο. Ένας Αρειανός Πρεσβύτερος, ο Πιστός, ο οποίος χειροτονήθηκε Επίσκοπος από τον Σεκούνδο Πτολεμαΐδος, που ήταν επίσης Αρειανός, εστάλη να πάρει τη θέση του, αλλά αναθεματίστηκε από τους επισκόπους της Αιγύπτου.

 Παρά την ομόφωνη υπεράσπιση που έλαβε ο Αγ. Αθανά­σιος στη σύνοδο της Αλεξανδρείας το 339, κατά τη σύνοδο της Αντιοχείας το 340 εκθρονίστηκε πάλι, και κάποιος Καππαδόκης που ονομάζονταν Γρηγόριος κατέλαβε τον θρόνο της Αλε­ξανδρείας. Ο Γρηγόριος και οι οπλισμένοι υποστηρικτές του όρμησαν στην Αλεξάνδρεια και κατέλαβαν τις εκκλησίες ύστερα από πολλή αιματοχυσία. Ο Αθανάσιος το θεώρησε αναγκαίο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και πήγε στη Ρώμη, όπου μια τοπική σύνοδος τον απήλλαξε από τις εναντίον του κατηγορίες και τον δέχτηκε σε κοινωνία. Ο πάπας Ιούλιος μεσολάβησε γι' αυτόν. Ρωμαίοι υποστηρικτές του μοναχισμού οι οποίοι εκτιμούσαν τους περίφημους αναχωρητές της Αιγύπτου, συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Αθανάσιο. Το 343 έλαβε μέρος στη σύνοδο της Σαρδικής. Το 345 ο Κωνστάντιος τον κάλεσε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, και το 346 ο Αθανάσιος γύρισε στην Αλεξάνδρεια.

 Η Αρειανική λογομαχία ξέσπασε πάλι περί τα μέσα τού έτους 350, και ο Αγ. Αθανάσιος εξορίσθηκε από τις συνόδους της Aries (353) και τού Μιλάνου (355). Στις αρχές τού 356 ο στρατιωτικός διοικητής Sirian εστάλη στην Αλεξάνδρεια με την εντολή να συλλάβει τον Αθανάσιο, αλλά ο Αθανάσιος κρύφτηκε και αποσύρθηκε στην έρημο. Την έδρα της Αλεξαν­δρείας σφετερίστηκε ένας νέος Επίσκοπος, ο Γεώργιος, ο οποίος υπέβαλε τους ορθοδόξους σε σκληρό διωγμό. Η Αλεξάνδρεια έγινε προσωρινά το κέντρο του Αρειανισμού, και ο Αέτιος και ο Ευνόμιος άρχισαν τότε το κήρυγμά τους.

 Αυτή την περίοδο ο Αθανάσιος κρυβόταν στην έρημο ανά­μεσα στους ερημίτες σε πλήρη απομόνωση. Ήταν αυτήν την εποχή που έγραψε και κυκλοφόρησε τα πιο σπουδαία πολεμικά και απολογητικά του έργα. Οι εχθροί του συνέχισαν να τον αναζητούν, αλλά δεν τον βρήκαν. Ο Αθανάσιος δεν μπόρεσε να γυρίσει από την εξορία παρά μόνο κατά τη βασιλεία τού Ιουλιανού το 361, αλλά και πάλι μόνο για λίγο. Κατά τη διάρ­κεια των λίγων μηνών που παρέμεινε στην Αλεξάνδρεια κατόρ­θωσε να καλέσει και να διευθύνει μια μεγάλη σύνοδο το 362, η οποία διασαφήνισε σπουδαίες πλευρές του δόγματος.

 Στα τέλη του 362 ο Αθανάσιος εξορίστηκε και πάλι. Πήγε στην Άνω Αίγυπτο και παρέμεινε εκεί ως το θάνατο τού Ιουλι­ανού. Ύστερα από μια πρώτη συνάντηση του στην Αντιόχεια με τον νέο αυτοκράτορα Ιοβιανό, ο Αθανάσιος γύρισε στην Αλεξάνδρεια το 364. Και πάλι έπρεπε να φύγει το 365 όταν ο Ουάλης διέταξε να εξοριστούν όσοι είχαν εξοριστεί επί Κων­σταντίου και επέστρεψαν επί Ιουλιανού. Σε τέσσερες μήνες αυτή η διαταγή ανακλήθηκε κατόπιν αξιώσεως τού λαού και ο Αθανάσιος έμεινε το υπόλοιπο της ζωής στην Αλεξάνδρεια, ασχολούμενος με τη συγγραφή και με ποιμαντικά θέματα. Πέθανε στις 2 ή 3 Μαΐου τού 373, αφού είχε χειροτονήσει τον διάδοχο του, τον Επίσκοπο Πέτρο, λίγο πριν πεθάνει.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com

 

 

aikaterini

 Ομιλία στη μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος

Αικατερίνης της Πανσόφου

Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή

Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας 

 

    Στο βιβλίο της Γενέσεως, αγαπητοί μου αδελφοί, που είναι το πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, διαβάζουμε πως για τη δημιουργία του ανθρώπου, αποφασίζει ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός μας, να δημιουργήσει τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική Του εικόνα και σύμφωνα με τη δική Του ομοίωση.

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας εξηγούν πως το κατ' εικόνα Θεού, σημαίνει πως δημιουργήθηκε ο άνθρωπος ελεύθερος να εξουσιάζει τον εαυτό του, να κυριαρχεί στον εαυτό του, να έχει δηλαδή το αυτεξούσιο. Επίσης μας εξηγούν και τί να σημαίνει το καθ' ομοίωσιν. Το καθ' ομοίωσιν δηλώνει τον προορισμό του ανθρώπου, που είναι η πλήρης ένωσή του με το Θεό.

Αρσενικό και θηλυκό τους δημιούργησε και τους ευλόγησε ο Θεός και τους είπε: «Αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη ...» (Γεν. Α 27-28).

Έτσι λοιπόν δημιούργησε το πρώτο ζεύγος των ανθρώπων που έγινε η αρχή για τη σημερινή πολυπληθή ανθρωπότητα.

Εκατομμύρια άνθρωποι σε αυτή τη γη πλασμένοι όλοι με το χαρακτηριστικό της εικόνας του Θεού, αλλά και με τον αιώνιο προορισμό της ένωσής τους με το Θεό, συνυπάρχουν με τις ίδιες ανάγκες, ψυχικές και σωματικές, αυξάνοντας και πληθύνοντας ολοένα και περισσότερο τα πρόσωπα της ενιαίας ανθρώπινης φύσης, σύμφωνα με την εντολή του Θεού.

Όμως από το πρώτο κιόλας ζεύγος των ανθρώπων παρουσιάζεται ένα πρόβλημα που έχει την αρχή του στο αυτεξούσιο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παρεξηγεί την εσωτερική αυτή δύναμη που του χάρισε ο δημιουργός του Θεός, την ελευθερία. Αποτέλεσμα η εμφάνιση της αμαρτίας. Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να πουν: Και λοιπόν! Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει και με την αμαρτία!!!

Πράγματι ο άνθρωπος που θα επιθυμήσει, θα νιώσει την εσωτερική ανάγκη να έλθει σε ένωση με το δημιουργό του Θεό, θα πρέπει να αγωνιστεί. Θα πρέπει να πολεμήσει την αμαρτία και όχι μόνο αυτή αλλά και αυτόν που τη γέννησε, τον πονηρό διάβολο, που την προσφέρει στον άνθρωπο με τέτοιον τρόπο πάντοτε, ώστε δύσκολα ο άνθρωπος τη διακρίνει. 

Βέβαια, εδώ θα πρέπει να πούμε πως δίχως τη βοήθεια του Θεού, ο άνθρωπος όσο και αν προσπαθήσει δε θα μπορέσει να φτάσει σε ύψη αγιότητας, ώστε να ενωθεί με το Θεό.

Για να φτάσει λοιπόν ο άνθρωπος στον προορισμό του χρειάζονται δύο πράγματα. Η προσπάθεια από μέρους του ανθρώπου και η Θεία Χάρη που θα σώσει τον άνθρωπο. Δηλαδή μια συνεργασία Θεού και ανθρώπου.

Η αγία μας Εκκλησία διατηρεί στη μνήμη των μελών της πάντοτε τον αιώνιο προορισμό της ομοίωσης του ανθρώπου με το Θεό, της ένωσης του ανθρώπου με την κοινωνία της αγίας Τριάδος.

Ακούγεται πολύ συχνά να λέγεται πως προορισμός του ανθρώπου είναι να κάνει οικογένεια, να τη φροντίσει κ.λ.π. Όμως, μήπως λησμονήσαμε τον αιώνιο προορισμό μας που είναι η ομοίωση Θεού; Όλα θα πρέπει να τα βλέπουμε σαν χριστιανοί με την προοπτική της μέλλουσας κατάστασης στη βασιλεία του Θεού.

Ναι. Ο Θεός όρισε στους ανθρώπους να κάνουν οικογένεια. Και σε άλλες περιπτώσεις, στις μοναχικές κλήσεις, ευλόγησε την παρθενία. Σε όσους δηλαδή θέλησαν να ζήσουν σαν άγγελοι χωρίς σαρκικές μίξεις. Και σε άλλες περιπτώσεις ευλόγησε το γάμο δυο ανθρώπων, χωρίς όμως να τους δώσει απογόνους. Σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε ανθρώπους που όμως η ζωή τους είναι διαφορετική. Έχουν κάποιους προορισμούς σε αυτή τη ζωή που είναι διαφορετικοί, όμως ο αιώνιος προορισμός όλων είναι να γίνουν ένα με το Θεό. Είναι μοναδικός και κοινός προορισμός.

Ένας ιερός σκοπός που ενώνει όλους τους ανθρώπους άσχετα με το φύλο τους, άσχετα με τη φυλή τους, άσχετα με το χρώμα τους, άσχετα με την κοινωνική τους κατάσταση, άσχετα με τα έθιμα τους, άσχετα με τον τρόπο ζωής τους και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Στη ζωή των αγίων μας βλέπουμε να κατέχει την πρώτη θέση η φροντίδα και η προσπάθεια για το «καθ' ομοίωσιν» για τη θέωση δηλαδή της ανθρώπινης προσωπικότητας. Γι αυτό και η πνευματική μας μητέρα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, προβάλλει καθημερινά πρότυπα ανθρώπων με διαφορετική κοινωνική θέση, ώστε να μπει καλά στο μυαλό μας, πως η θέωση του ανθρώπου δεν είναι για κάποια κάστα ανθρώπων π.χ. κληρικούς ή μοναχούς ή βασιλείς ή άρχοντες ή νέους ή γέροντες ή άνδρες ή γυναίκες αλλά για όποιον άνθρωπο θελήσει ελεύθερα και αγωνιστεί κατάλληλα, τον καλό αγώνα της αρετής.

Σήμερα που η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της Αγίας Αικατερίνης, όλοι μας ήλθαμε στο ναό να τιμήσουμε τη κατά Χριστόν ζωή και το μαρτύριο της Αγίας. Είναι καλό να έρχεται κανείς κοντά στη ζωή των αγίων του Θεού γιατί εμπνέεται, παίρνει θάρρος, δύναμη και κουράγιο. Σε λίγα στοιχεία μόνο από τη ζωή της Αγίας Αικατερίνης θα ήθελα να σταθούμε, ώστε να μας βοηθήσουν περισσότερο να κατανοήσουμε τί σημαίνει χριστιανός και αν επηρεάζει αυτή η ιδιότητα τη ζωή μας.

Η Αγία Αικατερίνη ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, πλούσια ασφαλώς, μορφωμένη, νέα και όμορφη. Είχε δηλαδή όλα τα στοιχεία εκείνα που είναι αξιοζήλευτα σε τούτο τον κόσμο. Όμως όλα αυτά που θεωρεί σημαντικά ο κόσμος, για τον αληθινό χριστιανό είναι περιττά. Περιττό είναι κάθετί που δεν εξυπηρετεί το μεγάλο σκοπό του χριστιανού, την αγιότητα, την ένωσή του με το Θεό όπως είπαμε. Και κάθε τι που είναι περιττό ο χριστιανός το κάνει πέρα, δεν το θέλει, το απομακρύνει από τη ζωή του, κρατάει τις αιώνιες αξίες που ο Θεός του έχει χαρίσει, αγάπη, καλοσύνη, ευαισθησίες και τα όμοια. Αυτά του είναι χρήσιμα και αυτά κρατάει. Έτσι ανταποκρίθηκε η Αγία μας στους πειρασμούς αυτής της ζωής. Τους έκανε πέρα για να κρατήσει σταθερά την ψυχή της προσκολλημένη στο όραμα του αιώνιου προορισμού.

Αργότερα έρχεται σε ένα μεγαλύτερο δίλημμα. Τώρα δεν έχει να διαλέξει ανάμεσα σε πλούτο και λιτότητα, ούτε ανάμεσα σε μόρφωση και ταπείνωση. Τώρα καλείται να διαλέξει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Αυτή είναι η ελευθερία της ειδωλολατρίας. Δεν προσκυνάς. Θα πεθάνεις. Εδώ χρειάζεται ψυχική δύναμη. Αυτή τη δύναμη γνώριζε πολύ καλά η αγία από που θα την αντλήσει. Είχε μπροστά της την πηγή της δυνάμεως, το νυμφίο Χριστό που το γνώρισε και τον ερωτεύτηκε. Με προσευχή προς τον ύψιστο Θεό ζητά αυτή τη δύναμη. Και ο Θεός που σαν στοργικός Πατέρας ακούει τις παρακλήσεις των παιδιών του, της δίνει δύναμη ψυχική να ομολογήσει την πίστη της μέχρι θανάτου. Αποδείχτηκε γυναίκα ανδρεία. Και επαληθεύεται η παροιμία του σοφού Σολομώντος, που λέει πως μια τέτοια γυναίκα είναι πολυτιμότερη από μαργαριτάρια.

Αυτόν τον πολύτιμο Θησαυρό έχει στην κατοχή του ο Κύριός μας, αλλά τον έχουμε και εμείς, η Εκκλησία του. Διότι μέσα στη Θεία λατρεία που μετέχουμε, παύει να ισχύει ο τόπος και ο χρόνος που ζούμε, ο Θεός μεταμορφώνει την Εκκλησία μας σε βασιλεία του, σε Παράδεισο χαράς και γαλήνης, όπου οι ζώντες αγωνιστές χριστιανοί μέσα στην ψυχή τους ενώνονται με τους αγίους και χαίρονται την παρουσία του Θεού.

Στην προς Εβραίους επιστολή της Καινής Διαθήκης ακούμε τον απόστολο να μας παρουσιάζει την εξαιρετική τιμή που έχει η Εκκλησία του Χριστού. Εκεί γράφεται: «Εσείς (τα γνήσια παιδιά του Θεού) προσήλθατε στην πόλη του ζωντανού Θεού, στην επουράνια Ιερουσαλήμ, σε μυριάδες αγγέλους, σε πανηγύρι και σε σύναξη των πρωτότοκων υιών του Θεού, που τα ονόματά τους έχουν καταγραφεί στους ουρανούς. Προσήλθατε στο Θεό, που είναι κριτής των πάντων και σε πνεύματα ανθρώπων δικαίων, που έχουν φτάσει στην τελείωση και στον Ιησού που είναι ο μεσίτης της καινούριας διαθήκης».

Πράγματι έχουμε τη δυνατότητα σαν μέλη της Εκκλησίας να μετέχουμε στο πανηγύρι των παιδιών του Θεού, που τα ονόματά τους έχουν γραφεί στους ουρανούς, και δεν είναι άλλοι από τους αγίους της Εκκλησίας μας, όπως η αγία Αικατερίνη που σήμερα τιμούμε.

Αυτό είναι το μεγαλείο που ζούμε στη θεία λατρεία, όμως κάποια στιγμή η θεία λατρεία τελειώνει και όλοι μας επιστρέφουμε στον κόσμο της αμαρτίας και της απάτης. Σαν εφόδιο σε αυτή την επιστροφή θα πρέπει να έχουμε στο νου μας πως αν αγαπήσουμε την αγιότητα και πολεμήσουμε το κακό και την αμαρτία που μας περιβάλλει τότε θα αξιωθούμε και μεις να συγκαταλεχθούμε αιωνίως με τον Κύριο μας.

Είδαμε πως η αγάπη της Αγίας Αικατερίνης προς τον ουράνιο νυμφίο Ιησού Χριστό της έδωσε δύναμη να ξεπεράσει την απάτη αυτού του κόσμου και να οδηγηθεί στη χαρά του Παραδείσου.

Είδαμε πως η κατάκτηση του Παραδείσου είναι εφικτή και σε γυναίκα, διότι ο Θεός έπλασε κατ' εικόνα Του και καθ' ομοίωσιν και τον άνδρα και τη γυναίκα.

Είδαμε πως όταν ο άνθρωπος πιστέψει στην πέρα του τάφου ζωή δεν υπολογίζει τις χαρές αυτού του κόσμου που περνούν και χάνονται αλλά φροντίζει για τις αιώνιες χαρές.

Αδελφοί μου αγαπητοί, η μνήμη της Αγίας Αικατερίνης ας γίνει σταθμός στην πορεία της πνευματικής μας ζωής. Ας αναλογιστούμε το κέρδος του αγώνα για την αρετή και την αγιότητα. Ας κάνουμε έλεγχο στον εσωτερικό μας κόσμο, να δούμε είναι όπως πρέπει, ή χρειαζόμαστε διόρθωση; Είναι ευκαιρία τώρα που βρισκόμαστε σε περίοδο προετοιμασίας για τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων να καθαρίσουμε την ψυχή μας από όλα τα κακά στοιχεία που έχουμε με το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως.

Όλα αυτά βέβαια αν πραγματικά ποθούμε την ένωσή μας με το Θεό και αν θέλουμε να εκπληρώσουμε τον αιώνιο προορισμό μας.

Πιστεύω πως όλοι μας το θέλουμε και γι αυτό βρισκόμαστε αυτήν την ώρα εδώ.

Ο καλός Θεός εύχομαι να χαρίσει τη χαρά του Παραδείσου σε σας και στους οικείους σας. Αμήν.

Από το βιβλίο "ΕΓΩ ΔΕ ΛΕΓΩ ΥΜΙΝ" ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ-ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ-ΟΜΙΛΙΕΣ



 

StefanosNeos01

ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ

28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

      Ο άγιος Στέφανος, εφάμιλλος του πρωτομάρτυρος, γεννήθηκε το 715 στην Κωνσταντινούπολη από ευσεβείς και επιφανείς γονείς που για πολλά χρόνια ήταν άτεκνοι. Όταν ο Θεός τους χάρισε το τέκνο αυτό μετά από φανέρωση της Υπεραγίας Θεοτόκου, το έταξαν στην υπηρεσία Του. Βαπτίσθηκε από τον άγιο πατριάρχη Γερμανό [12 Μαΐου], ο οποίος το έθεσε υπό τη σκέπη του πρωτομάρτυρος. Το παιδί πρόκοβε σε γνώση και αρετή, περιφρονώντας τις μάταιες απολαύσεις και επιδιδόμενο ιδιαιτέρως στην άσκηση της ακτημοσύνης και της ταπεινοφροσύνης.

Όταν ήλθε η ώρα για τους γονείς του να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους, ο αυτοκράτορας Λέων Γ' ο Ίσαυρος (717-741) άρχισε να λαμβάνει τα πρώτα μέτρα για την απαγόρευση της τιμής των ιερών εικόνων και τον διωγμό των υπερασπιστών της Ορθοδοξίας. Έκριναν πιο συνετό να απομακρυνθούν από τη Βασιλεύουσα και να εμπιστευθούν τον γιό τους στους μοναχούς του ορούς του Αγίου Αυξεντίου, πλησίον της Χαλκηδόνας [1].

Ο δεκαεξαετής νέος έγινε δεκτός μετά χαράς από τους αγίους ανθρώπους και την ίδια κιόλας ημέρα ενεδύθη το αγγελικό Σχήμα. Έγινε μαθητής του πέμπτου κατά σειράν διαδόχου του αγίου Αυξεντίου, Ιωάννου, ενός Γέροντος έμπειρου στην ασκητική τέχνη και προικισμένου με το προορατικό χάρισμα. Ο Στέφανος επέδειξε τέλεια υπακοή και τον ίδιο ζήλο για τα πλέον κουραστικά διακονήματα όπως και την αδιάλειπτη δοξολογία του Θεού. Λίγο αργότερα εκοιμήθη ο κατά σάρκα πατέρας του και ο Στέφανος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσει τις υποθέσεις του και να μοιράσει τα υπάρχοντά του στους φτωχούς. Έφερε πίσω μαζί του τη μητέρα του και μία από τις αδελφές του που έγιναν μοναχές στην κοντινή γυναικεία Μονή των Τριχιναραίων και άφησε την άλλη αδελφή του να εισέλθει σε ένα μοναστήρι της Βασιλεύουσας.

Όταν μετά από λίγο παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό και ο Ιωάννης, ο πνευματικός του πατέρας, ο Στέφανος επελέγη ομοφώνως από τους αδελφούς στη θέση του ως ηγούμενος. Υπό την επιμελή καθοδήγησή του και χάρη στη μεγάλη του ταπεινοφροσύνη, η μικρή ομάδα των ασκητών αυξήθηκε φθάνοντας να αριθμεί είκοσι αδελφούς και έγινε κοινοβιακό μοναστήρι. Ο άγιος οργάνωσε την αδελφότητα με τρόπο που να αποτελεί όντως εικόνα της Βασιλείας των ουρανών και κατόπιν αποσύρθηκε πιο ψηλά στο όρος για να δοθεί απερίσπαστος στη σιωπηλή και αδιάλειπτη προσευχή, αφήνοντας έναν από τους μαθητές του, τον Μαρίνο, ως υπεύθυνο για τη μονή. Το κελί του δεν είχε στέγη και ήταν εκτεθειμένο σε όλους τους καιρούς, ήταν δε τόσο στενό, που δεν μπορούσε κανείς να καθήσει οκλαδόν. Φορώντας χειμώνα καλοκαίρι ένα λεπτό χιτώνα, φέροντας βαρειές αλυσίδες πάνω του και αρκούμενος σε μια τροφή ικανή να τον κρατά απλώς στη ζωή, ο άγιος Στέφανος έκανε μεγάλες προόδους στην προσευχή και δίχως να το θελήσει τράβηξε γύρω του πλήθος μαθητών και επισκεπτών που διέδωσαν τη φήμη του σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.

Μετά τον θάνατο του Λέοντος του Γ' (741), εστέφθη αυτοκράτορας ο γιός του Κωνσταντίνος Ε'. Στην αρχή της βασιλείας του, απασχολημένος καθώς ήταν στην αντιμετώπιση του σφετεριστή Αρτάβασδου και της αραβικής απειλής στην ανατολή, δεν έδειξε να τον ενδιαφέρει η κατάργηση των εικόνων. Μόλις εδραιώθηκε όμως η εξουσία του, εκήρυξε απηνή διωγμό εναντίον όσων τιμούσαν τις ιερές εικόνες. Εγύμνωσε εκκλησίες, βεβήλωσε ιερά σκεύη που τα διακοσμούσαν ιερές παραστάσεις, έβαλε να ασβεστώσουν τοίχους ιστορημένους με τοιχογραφίες και έκαψε ξύλινες εικόνες. Μονάχα παραστάσεις με διακοσμητικό και θύραθεν χαρακτήρα σεβάσθηκε και μόνον τον Σταυρό αναγνώρισε ως άξιο προσκυνήσεως. 

Όσοι τολμούσαν να αντιταχθούν στα μέτρα του τιμωρούνταν αυστηρά, ιδιαιτέρως δε οι μοναχοί. Καταδιωκόμενοι, εξοριζόμενοι, βασανιζόμενοι, αυτοί συνέρρεαν κατά πλήθη στη Μονή του Αγίου Αυξεντίου για να βρουν κοντά στον άγιο Στέφανο παρηγοριά και ενθάρρυνση για να παραμείνουν στέρεοι στην ομολογία της Ορθοδοξίας. Τους συμβούλευε να μεταναστεύσουν σε περιοχές ανέγγιχτες ακόμη από τα απάνθρωπα αυτοκρατορικά μέτρα: στη Μαύρη Θάλασσα, στον Περσικό Κόλπο, στην Κύπρο, στις ακτές της Συρίας και κυρίως στη νότια Ιταλία, όπου χιλιάδες μοναχοί έβρισκαν τότε καταφύγιο. Το 754 ο τύραννος συνεκάλεσε μια σύνοδο στο ανάκτορο της Ιέρειας με τη συμμετοχή πλέον των τριακοσίων υποταγμένων στην εξουσία του επισκόπων, η οποία κατ' εντολή του διακήρυξε επισήμως την κατάργηση της προσκυνήσεως των εικόνων και την αναγνώριση κάποιων παρανοϊκών δογμάτων που είχε διατυπώσει ο αυτοκράτορας, ο οποίος καυχόταν για τις θεολογικές του γνώσεις.

Με όπλο τη συνοδική τούτη απόφαση, ο Κωνσταντίνος Ε' έβαλε να καταστρέψουν παντού τις εικόνες και διέταξε να τις αντικαταστήσουν με παραστάσεις του αυτοκράτορα ή με κοσμικές σκηνές. Καταστράφηκαν επίσης τα λείψανα των αγίων και τα πράγματα έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να καταδικασθεί ακόμη και η τιμή της Θεοτόκου και των αγίων.

Παντού οι ομολογητές καίγονταν, ξυλοκοπούνταν ή φυλακίζονταν. Ήταν λοιπόν η κατάλληλη ευκαιρία να εξαπολυθεί ένας συστηματικός διωγμός κατά του μοναχισμού, ο οποίος, πια ανεξάρτητος από την επίσημη ιεραρχία απέναντι στην εξουσία, παρέμενε πάντα ένας παράγων αντιστάσεως κατά της αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας. Άρχισαν λοιπόν να κλείνουν τα μοναστήρια, μετατρέποντάς τα ακόμη και σε στρατώνες, «λουτρά» ή άλλα δημόσια κτήρια. Οι μοναχοί προπηλακίζονταν και αναγκάζονταν δια της βίας να επιστρέψουν στην τάξη των λαϊκών και να νυμφευθούν επί ποινή βασανισμού. Όσοι αντιστέκονταν, υφίσταντο ακρωτηριασμό της μύτης, της γλώσσας ή άλλες βιαιοπραγίες πριν σταλούν στην εξορία.

Απτόητος απέναντι στα κατασταλτικά μέτρα, ο άγιος Στέφανος συνέχιζε την αντίστασή του και αναδείχθηκε παντού αρχηγός της ορθοδόξου παρατάξεως. Κλήθηκε λοιπόν από τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να προσυπογράψει τις αποφάσεις της αιρετικής συνόδου. Μετά την άρνησή του και τη θαρραλέα αποπομπή τους, αυτοί μηχανεύθηκαν απάτη για να τον μειώσουν ηθικά στα μάτια των πολυπληθών υποστηρικτών του διαδίδοντας ότι ο άγιος είχε παραδοθεί στην ασέλγεια με μια πνευματική του θυγατέρα, μια αξιότιμη μοναχή της μονής, και πλήρωσαν ψευδομάρτυρες για να καταθέσουν ενώπιον του ηγεμόνα. Η μοναχή ονόματι Άννα, οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και παρουσιάσθηκε στον αυτοκράτορα. Αρνούμενη τις άθλιες αυτές συκοφαντίες βασανίσθηκε απάνθρωπα, αλλά η τιμή του αγίου παρέμεινε άθικτη. Τελικώς, μηχανευόμενοι άλλο δόλο, κατάφεραν να τον συλλάβουν προφασιζόμενοι ότι είχε εξαναγκάσει έναν νέο που ήταν ευνοούμενος του αυτοκράτορα να ενδυθεί το μοναχικό Σχήμα.
 
Τον έκλεισαν σε μια μονή της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ έκαιγαν το μοναστήρι του και διασκόρπιζαν τους μαθητές του. Κατόπιν τον έφεραν δημοσίως αντιμέτωπο με θεολόγους του αυτοκράτορα, αλλά εκεί υποστήριξε με λαμπρό τρόπο την παράδοση των αγίων Πατέρων. Μπροστά στο δίλημμα που του ετέθη να υπογράψει τις αποφάσεις της συνόδου ή να πεθάνει βασανιζόμενος, ο άγιος ενέπαιξε τους κατηγόρους του, έδειξε ότι η σύνοδος δεν μπορούσε παρά να είναι ψευδής και οι αποφάσεις της αιρετικές και ξένες προς την παράδοση, υπενθυμίζοντας μάλιστα οι έξι πρώτες Οικουμενικές Συνοδοί είχαν λάβει χώρα σε εκκλησίες διακοσμημένες με ιερές εικόνες. Εν συνεχεία, καταδικάσθηκε σε εξορία στην Προκόννησο της Προποντίδας (755). Επωφελούμενος της εξορίας, ο άγιος αποσύρθηκε σε ένα στενό κελλί στην κορυφή ενός στύλου, όπου και αποδύθηκε σε νέους ασκητικούς άθλους. Αξιώθηκε με τον τρόπο αυτό μια τόσο μεγάλη χάρη από το Θεό, που εκ πλήθος θαυμάτων για όσους έρχονταν κοντά του και ομολογούσαν την άγια ορθόδοξη πίστη, προσκυνώντας την εικόνα του Χριστού.

 Τα θαύματα αυτά συνέβαλαν στη μεγαλύτερη ακόμη εξάπλωση της φήμης του αγίου και ενίσχυσαν τους οπαδούς της Ορθοδοξίας, γιατί ήταν δύσκολο να βρεθεί μια τέτοια αγιότητα στο στρατό των αιρετικών. Για να θέσει τέρμα στην αύξηση του κύρους του ο τύραννος έβαλε να τον μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη, στη φυλακή του πραιτωρίου. Εκεί βρήκε ο άγιος άλλους 342 μοναχούς ομολογητές της πίστεως.

Όλοι έφεραν στο σώμα τους τα σημάδια των ενδόξων αγώνων τους: οι μεν ήταν ακρωτηριασμένοι στη μύτη, άλλοι στα αυτιά ή στη γλώσσα, άλλοι πάλι είχαν υποστεί αισχρούς εξευτελισμούς και είχαν βουτηχθεί σε ακαθαρσίες. Βλέποντάς τους ο άγιος εδόξασε κλαίγοντας την πίστη και την καρτερία τους. Έδωσε θάρρος στους απελπισμένους, τους παρότρυνε να παραμείνουν σταθεροί στην πέτρα της πίστεως μέχρι το τέλος του αγώνα και τους ένωσε σε ένα σώμα κάτω από την ισχυρή πνευματική αυθεντία του. Παρά τις δύσκολες συνθήκες της φυλακής, ο Στέφανος οργάνωσε τη ζωή των κρατουμένων όπως σε ένα μοναστήρι, στον ρυθμό της αδιάλειπτου δοξολογίας του Θεού και εν αρμονία και αγάπη. Μετέστρεψε μάλιστα στην Ορθοδοξία μερικούς από τους δεσμοφύλακές του, οι οποίοι άκουγαν με θαυμασμό τις διηγήσεις για τους αγώνες των αγίων ομολογητών.
 
Μετά από ένδεκα μήνες στη φυλακή ο Στέφανος έλαβε την αποκάλυψη του επικείμενου τέλους του. Νήστευσε τότε σαράντα ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων δίδασκε νυχθημερόν στους μαθητές του την οδό της Σωτηρίας. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα, είπε να τελεσθεί ολονύκτια αγρυπνία για να λάβει από τον Θεό τη δύναμη στον έσχατο αγώνα του. Ο τύραννος είχε αναρτήσει παντού αναγγελίες για την απόφαση της εκτελέσεως του αρχηγού της ορθοδόξου παρατάξεως, με σκοπό να τρομοκρατήσει όσους έκρυβαν στο σπίτι τους μοναχούς ή ομολογητές της πίστεως. Στη μεγάλη αναταραχή που ακολούθησε, το πλήθος υποκινούμενο από τους στρατιώτες έσπευσε στο πραιτώριο, πήρε τον άγιο και τον έσυρε στους δρόμους υβρίζοντας και κτυπώντας τον.

Όταν ο όχλος έφθασε στον ναό του Αγίου Θεοδώρου, ένας από τους αχρείους αυτούς, ονόματι Φιλομάτιος, κτύπησε τον άγιο στο κεφάλι με ένα δοκάρι, του έσπασε το κρανίο και τα μυαλά του χύθηκαν στο χώμα. Το νεκρό σώμα του αγίου συνέχισαν να το κτυπούν με πέτρες μέχρις ότου παραμορφωθεί και το έσυραν έξω των τειχών για να το ρίξουν τελικά στην κοινή τάφρο που προοριζόταν για τους ειδωλολάτρες και τους κατάδικους. Το γεγονός έλαβε χώρα στις 20 Νοεμβρίου 765 [2]
  

 


 1. Την εποχή εκείνη δεν ήταν πραγματικό μοναστήρι αλλά μάλλον μια αναχωρητική ομάδα ιδρυμένη τον 5° αιώνα από τον όσιο Αυξέντιο. Οι ασκητές ζούσαν υπό την καθοδήγηση ενός πνευματικού πατέρα. Όχι μακριά από εκεί, υπήρχε μια γυναικεία μονή.

2. Δίνουμε την ημερομηνία αυτή ακολουθώντας τη Χρονογραφία του αγίου Θεοφάνους του Ομολογητού. Φαίνεται πως σύμφωνα με το κείμενο αυτό, όπως και με την Ιστορία σύντομον του αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού, η άμεση αιτία του θανάτου του αγίου Στεφάνου ήταν μάλλον η σχέση του με δυο ανώτερους αξιωματούχους τους οποίους είχε οδηγήσει στον μοναχισμό. 


  ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com

 

 

 

 

xrysostomos 6

Ευλόγησον Πάτερ

     ΚΑΙ πρώτον μεν, αδελφοί, εκατηγορήσαμεν εκείνους τους αδελφούς όπου αφίνουν την προσευχήν και ακολουθίαν τους, και περιπατούν έξω της Εκκλη­σίας του Χριστού˙ και τώρα πάλιν βούλομαι να ονειδίσω εκείνους όπου είναι μέσα εις την Εκκλησίαν αλλά ο νους των περιπατεί έξω και είναι ακόμη χει­ρότεροι από εκείνους όπου δεν έρχονται εις την Εκκλησίαν διότι ούτοι αν και ήναι μέσα εις την Εκκλησίαν, εις τον καιρόν της φρικτής Λειτουργίας, αλλά υπό δαιμονικής συνεργείας συνομιλεί ένας με τον άλλον δια βιωτικά και φθαρτά πράγματα και άλλοι πάλιν από φθόνον τους κατηγορούν τους αναγινώσκοντας την ανάγνωσιν και τους ψάλτας των θείων λογίων καταφρονούν. Τι ποιείς άνθρωπε ; ο Ιερεύς λέγει˙ Άνω σχώμεν τας καρδίας και συ συνομιλείς και γελάς μέσα εις την Εκκλησίαν; και δεν φοβάσαι μήποτε συνομιλούντός σου και αμελούντος, θέλει πηδήσει κανένα δαιμόνιον και θέλει έμβη εις την αμέριμνόν σου ψυχήν μετά πολλής εξουσίας, διότι εύρε την θύραν του σπητίου σου ανοικτήν ; ήγουν να φυλάγη ο νους την ψυ­χήν σου. Και εις ταύτα όλοι μας πρέπει να χύνωμεν πηγάς δακρύων, διότι μετά την Αγίαν Κοινωνίαν, μετά την απόλαυσιν του Αγίου Βαπτίσματος, μετά το συνταχθήναι τω Χριστώ, τότε εδυνήθη ο δαίμων, ως λύκος να αρπάση τους άνδρας από την ποίμνην, και να τους έχη με τον εαυτόν του˙ και συ βλέπεις την συμφοράν όπου έπαθαν και δεν δακρύζεις ; και που ταύτα άξια απολογίας ;

 Είπε μου, εάν ήθελες ιδεί τινός γειτόνου σπήτι όπου να εκαίετο, μακάρι αν ήτο και εχθρού, τάχα δεν ήθελες δράμει να σβύσης την φλόγα της φωτιάς, φοβούμενος μήπως έλθη εις τα πρόθυρα του σπητίου σου; τούτο γίνεται και υπό των πονηρών δαιμόνων ούτω κάμνε και συ, όταν έχουν πείραξιν από τους δαίμονας οι αδελφοί, διότι φλόγα μεγάλη είναι και εμπρησμός η ενέργεια των δαιμόνων δια τούτο βλέπε, μήπως έλθη και εις την ιδικήν σου ψυχήν ο δαίμων, όταν την εύρη σεσαθρωμένην και αμέριμνόν. Αλλά συ όταν ιδής την προσβολήν του δαί­μονος, φύγε εις τον Δεσπότην Χριστόν, δια να ιδή ο δαίμων την θερμήν και έξυπνόν σου ψυχήν και τον νουν σου στερεόν, και θέλει φύγει από σου μετά αισχύνης πολλής. Εάν δε πάλιν σε εύρη αμελή και αφύλακτον από την χάριν του Θεού και έρημον παντελώς και ταχέως εισελεύσεται, τι κακόν δεν θέλει σου κάμει ; εάν δε και σε εύρη έξυπνον διεγηγερμένον, και άπ' αυτών των Ουρανών κρεμάμενον, δεν τολμά να σε αντικρύση και να σε ιδή καθόλου. Ώστε λοιπόν, εάν και των αδελφών καταφρονής, αλλά τουλάχιστον τον εαυτόν σου λυπήσου και απόκλεισον της ψυχής σου την θύραν, να μη έμβουν οι πονηροί λογισμοί όπου σπέρνουν οι δαίμονες διότι άλλο δεν διώχνει την ορμήν των δαιμόνων, όσον η ολοψύχως δέησις και ευχή γινο­μένη.

Εάν δε θέλης να μάθης, πόσον κα­λόν είναι να δυνηθής, μετά της ιδικής σου αρετής, και σωτηρίας, και άλλον αδελφόν να κερδήσης και να σώσης, άκουσον τι λέγει ο Θεός δια του Προ­φήτου. Ότι ο εξάγων τίμιον εξ ανα­ξίου, ως το στόμα μου εσται δηλαδή, ότι όποιος ευγάλη άλλον αδελφόν από την πλάνην της απιστίας, και αμαρτίας, και τον φέρει προς την αλήθειαν, και προς την αρετήν, και σωφροσύνην, εμένα τον Θεόν μιμείται και ομοιούται. Διότι, επειδή αυτός ο Χριστός και Θεός ημών, όπου είναι εκ της απορρήτου και ανερ­μήνευτου ουσίας του Θεού, εκαταδέχθει και έλαβε θάνατον άτιμον επάνω εις τον Σταυρόν, και όλα τα ανθρώπινα υπέμεινε διά ημάς τους αχαρίστους, και δια την ιδικήν μας σωτηρίαν, πως ημείς να μη είμεθα συμπαθείς, και ελεήμονες προς τους ομοπίστους μας, όπου είναι μέλη ιδικά μας, και να μην έχωμεν αγάπην, και επιμέλειαν; τόσον ότι και από το στόμα του διαβόλου να αρπάσωμεν και να ελευθερώσωμεν αυτούς; διότι, εάν τις βλέπη καμμίαν εικόνα, ομοίωμα άψυχον, παιδός, ή φίλου, νομίζει ότι βλέ­πει εκείνον τον αποθαμένον, και δια της εικόνος της άψυχου του φαίνεται πως βλέπει το ποθούμενον τοιουτοτρόπως και ημείς απολαμβάνομεν της παρουσίας των Αγίων, αναγινώσκοντες τους βίους αυτών, και τα κατορθώματα, όχι των σωμάτων αυτών, αλλά και των ψυχών ˙ας εικόνας έχοντες, ότι τα παρ' εκείνων διδαχθέντα, των ψυχών εκείνων είναι εικόνες. Καθώς οι ιατροί δεν αναγκάζουν τους αρρώστους να υπάγωσιν εις τους Ιατρούς, άλλ' οι ιατροί υπάγουσι εις τους αρρώστους, και τους ιατρεύουν, ούτω κάμνε και συ με όλην σου την δύναμιν, και προθυμίαν εις τας ψυχάς των  αδελφών, όταν ήναι ασθενημέναι από τα πάθη των αμαρτιών, γνωρίζοντας, ότι ολίγος είναι ο καιρός τούτος της ζωής ημών˙ και εάν δεν κερδήσωμεν αυτά τα ψυχωφελή κέρδη εδώ, εκεί ουδεμίαν σω­τηρίαν ψυχικην θέλομεν έχει˙ διότι δύ­ναται μία ψυχή, όπου να σωθή, μυρίων φορτίων αμαρτιών αφανίσαι και θέλει γείνει εις εκείνην την ημέραν της Κρί­σεως αντίψυχον και σωτήριον. Διότι, εάν εκείνη η τιμία παρθένος, όπου έλεγαν το όνομά της Ταβηθά, η οποία ενδυνε τας χήρας, και τα ορφανά, και κάμνουσα πλουσιοπαρόχως την ελεημοούνην εις τους πτωχούς καθ' εκάστην ημέραν, απέθανε, και πάλιν ανέζησε, τούτο το μέγα θαύμα, τις έκαμε; τα δάκρυα εκείνων, όπου ελεημονήθηκαν άπ' αυτήν τι δεν θέλουν κάμει τα δάκρυα των αν­θρώπων εκείνων, όπου θέλουν σωθή από την καλήν σου νουθεσίαν, και συμ­βουλήν, και προθυμίαν; Διότι, καθώς εκείνην την αποθαμμένην κόρην επαρασιάθησαν αι χήραι, και τα ορφαvά, και την έκαμαν ζωντανήν από νεκράν όπου ήτον, οίκω και εσένα, τότε θέλουν παρασταθή εκείνοι, όπου ευεργετήθησαν και εσώθησαν από εσένα, και θέλουν σε κάμει να απολαύσεις πολλής φιλανθρωπίας από του δικαίου Κριτού, και όχι μόνον εις τόσον, αλλά και από την Κόλασιν του αιωνίου πυρός θέλουν σε αρ­πάξει. Ομοίως δε και όσον είναι πολλή η αξία των αργυρίων εις τους πτωχούς, τόσοι είναι και οι στέφανοι πολλοί παρά Θεού όσος ο μισθός, τόση η ανεαπόδοσις, και η ωφέλεια της ψυχής.

Πολλά είναι εις ημάς τα αγαθά να  δοθούν υπό του Θεού, αλλά ουδένας δύναται εις τον εαυτόν του να τ' αποκτήση, χωρίς να σώση και τον πλησίον του. Δια τούτο λέγει ο μακάριος Παύλος˙ μηδένας να γυρεύη το ιδικόν του συμφέρον, αλλά και το του ετέρου καθ' ένας, ότι το συμφέρον το ιδικόν του είναι του αδελφού του. Διότι, καθώς πάλιν οι αδικούντες τους άλλους, ως πηγαίνουν εκεί εις την κρίσιν του Θεού, και ιδούν εκείνους όπου αδικούσαν, θέλουν εντραπή, καθώς λέγει η θεία Γραφή, δια τον πλούσιον εκείνον τον άσπλαγχνον και ανελεήμονα, όπου έβλεπε τον Λάζαρον εις την αγκάλην του Αβραάμ και τότε ούτοι οι αδικηταί δεν ημπορούν να συνομιλήσουν προς αυτούς, αλλά μάλιστα μετά πολλής εντροπής υπάγουσιν εις την κόλασιν ούτω πάλιν οι διδάσκοντες και νουθετούντες αυτούς, ιδόντες λοιπόν τους ύπ' αυτών διδαχθέντας, και διασωθέντος, πολλής ευφροσύνης και παρρησίας συν αυτοίς εκεί εμπλησθήσονται. Και ας μη μου λέγη τις, ότι τι σχέσιν έχω με εκεί­νον τον άνθρωπον, επειδή είναι ξένος;

Αλλά εάν ήναι πιστός Χριστιανός, και μεταλαμβάνη τα άχραντα Μυστήρια, και έρχεται εις την Εκκλησίαν, εκείνος λοι­πόν και από αδελφών και συγγενών, και από όλους είναι ιδικώτερος. Και καθώς οι κλέπται παιδεύονται και κακοθανατίζουν, ούτω και οι κλεπταποδόχοι ομοίως την αυτήν τιμωρίαν παθαίνουσι. Τοιουτοτρόπως, όχι μόνον οι ασεβείς και άπι­στοι κολάζονται, αλλά και οι πιστοί εκεί­νοι, όπου δύνανται να ελευθερώσουν τινά άνθρωπον από την ασέβειαν, ή από την αμαρτίαν και δεν θέλουσι, την αυτήν εκείνην κόλασιν θέλουν πάθει δια του το χρεωστούμεν καθ' ένας από ημάς να σώσωμεν και άλλους αδελφούς, ίνα και εις την μέλλουσαν Κρίσιν μετά πολλής παρρησίας προϋπαντήσωμεν τω Χριστώ, και κανίσκια φέρωμεν εις αυτήν, απ' όλα τιμιώτερα, τας ψυχάς των πεπλανημένων ανθρώπων, να υπάγωσιν εις αυτόν και δια τους τοιούτους, είτε μας δείρουν, είτε μας θανατώσουν, ας υπομείνωμεν, μόνον αυτούς να σώσωμεν διότι και οι ασθενημένοι και άρρωστοι πολλαίς φοραίς υβρίζουν και αποδιώκουν τους ια­τρούς˙ αλλά ημείς ένα μόνον επιθυμούμεν, την υγείαν του υβρίζοντος να ιδούμεν. Πως λοιπόν δεν είναι του το πολλή αγνωσία, ότι εις τα μεν σώματα των αν­θρώπων να κάμνωμεν τόσην πολλήν επιμέλειαν, και πολλήν έξοδον, προμελετώντες την υγείαν αυτών, την δε επιμέλειαν των ψυχών των απολλυμένων ανθρώπων, και αδελφών ημών να αμελούμεν, και να μη το βάνωμεν εις τον νουν μας καθόλου, πως παθαίνουν πολλά κακά, και με τούτο όλον μέλλουν να κολασθούν; Τι κάμνεις άνθρωπε; τον αδελφόν σου βλέπεις, όπου κρημνίζεται, διότι έχει τον εαυτόν του εις όλην του την αμέλειαν, και εις την ασωτίαν, και συ δεν απλώνεις το χέρι σου να τον ευγάλης από τον κρημνόν της απωλείας;

Διατί δεν τον ελέγχεις, και να τον επι­πλήξης, αλλά φοβάσαι να μη τον σκανδαλίσης, και προτιμάς αυτόν, από την σωτηρίαν της ψυχής του; και ποίαν απολογίαν έχεις να δώσης τω Χριστώ εν τη ήμερα της Κρίσεως; Δεν ήκουσες τι επρόσταξεν ο Θεός τους Ιουδαίους, πως τα ζώα των εχθρών τους, αν τα ιδούν, ότι μέλλουν να κρημνισθούν, να μη τα αφήσoυv, και χαθούν, είδε και πέσουν εις βυθόν, να τα σηκώσουν; εάν εις τους Εβραίους λέγει ο Θεός να μη καταφρονούν των εχθρών τους τα ζώα, και ημείς τας ψυχάς των αδελφών μας καθ' εκάστην ημέραν βλέποντες υποσκελιζομένας, και κρημνιζομένας υπό του διαβόλου, να παραβλέπωμεν ; Και πως δεν είναι τούτο μεγάλης απανθρωπίας και θηριογνωμίας, να μη δίδωμεν τόσην βοήθειαν τοις ανθρώποις, όσην έδιδαν τοις αλόγοις εκείνοι ;

Τούτο λοιπόν το ακατάδεκτον, και απρονόητον όλα τα καλά εχάλασε τούτο έφθειρε, και συνετάραξε την ζωήν των ανθρώπων και μήτε θέλομεν να μας ελέγξη τις, όταν σφάλλωμεν ούτε άλλους ημείς, δια να μη φανούμε βαρετοί ελέγχοντες αυτούς. Επειδή γινώμεθα ως θηρία άγρια δεν θέλομεν να μας συνομιλήση τις, δεν δεχόμεθα κρύον αέρα να μας εγγίζη. Αλλά τι Χριστιανοί είμεθα, και δεν υπομένομεν ένας τον άλλον; Θέλεις να διορθώσης τινά αδελφόν αμελή της εαυτού σωτηρίας ; δάκρυσον και δεήσου του Θεού δι' αυτόν˙ πάρε τον με τον εαυτόν σου κατά μόναςκαι καθοδήγησαι, συμβούλευσαι, παρακάλεσαί τον, καθώς έκαμνεν ο Παύλος, μήπως και θέλω έλθει, λέγει και με ταπείνωση ο Θεός˙ και κλαύσω πολλούς των προημαρτηκότων, και μη μετανοησάντων, επί τη ασέλγεια, και ακαθαρσία. Ούτω και συ δείξον αγάπην προς τον αμαρτωλόν, περιποιήσου αυτόν, και κυβέρνησον και σωματικά, και μη τον κατακρίνης πως ήμαρτε. Βάλε του μετάνοιαν έως εδάφους της γης˙ πιασε και καταφίλησε τους πόδας αυτού, και τας χείρας˙ μη έντραπής, εάν θέλης να ιατρεύσης την ψυχήν του, καθώς κάμνουν οι δόκιμοι Ιατροί, όταν ιδούν τους αρρώστους, όπου δεν δέχονται καμίαν ιατρείαν, παρακαλούντες και καταφιλούντες αυτούς, να δεχθούν τα βότανα της υγείας αυτών. Ούτω κάμνε και συ, εάν είναι ανάγκη να κοπιάσης μέχρι θανάτου, όπως σωφρονίσης τον αδελφόν˙ και μη αποκάμης ποτέ συμβουλεύων αυτόν και οικονόμων, έως ου να κάμη αποχήν του κακού, επιστρέφοντας και μετανοώντας.

Και τούτο όπου κάμνεις εις τον αμαρτωλόν, το λογίζεται ο Θεός μέγα μαρτύριον διότι και ο μέγας Ιωάννης ο Πρόδρομος, δι' άλλο δεν εμαρτύρησε και απετμήθη την ιεράν αυτού κεφαλήν, παρά μόνον δια τον Ιερόν Νόμον υβριζόμενον. Δια τούτο και συ αγωνίσου μέχρι θανάτου υπέρ της αληθείας και ο Κύριος θέλει σε βοηθήσει, διότι φθάνει ένας άνθρωπος, θείω ζήλω πυρούμενος, κόσμον πολύν διορθώσαι. Και μη μου λέγει τις, ότι εγώ δεν έχω τινά αδελφόν συναναστροφήν. Με τον διάβολον δεν έχωμεν ημείς οι Χριστιανοί καμίαν σχέσιν, αλλά με τους ανθρώπους και μάλιστα με τους πιστούς, πολλά έχομεν κοινά˙ μήπως δεν είμεθα μιας φύσεως; δεν κατοικούμεν όλοι εις την γην και ταις αυταίς τροφαίς τρεφόμεθα; δεν έχουν και αυτοί ένα αυθυέντην τον Θεόν; δεν εδέχθηκαν και αυτοί το Άγιον Ευαγγέλιον και τον Νόμον τού Θεού ; δια τούτο ας μη λέγωμεν αυτά τα ψυχρά λόγια, αλλά μόνον την πρέπουσαν κηδεμονίαν και κυβέρνησιν εις τους αδελφούς να δείχνωμεν, και επάνω εις όλα την αγάπην όπου είναι το κεφάλαιον των αρετών, χωρίς της αγάπης αδύνατον είναι να σωθή τις.

 Δια τούτο, αδελφέ, μη παύσης ποτέ νουθετείν και διδάσκειν τον αδελφόν, εάν και σε υβρίζη και σε φοβερίζη να γένη επιζήμιος˙ όλα εκείνα υπόμεινε τα μετά μακροθυμίας, έως ότου να κερδήσης την σωτηρίαν της ψυχής του. Εάν δε εκείνος θέλη γείνη εχθρός σου κακός και δυνατός, αλλά ο Θεός σου γί­νεται φίλος και βοηθός, ου μόνον εδώ εις του τον κόσμον, αλλά μάλιστα και εις εκείνην την ημέραν της Κρίσεως μεγάλα χαρίσματα θέλει σε φιλοδωρήσει. Όμως και να κάμνη τις έλεημοσύνην εις τους πτωχούς, μέγα καλόν είναι και σωτήριον, άλλά μεγάλητερον είναι να εύγάλη τις άλλον τινά από την πλάνην της απιστίας και αμαρτίας˙ διότι δεν έχει η ψυχή εξαγορασμόν ουδέ με τον κόσμον όλον˙ ώστε εάν και μύρια χρήματα δώσης, δεν ημπορείς να κάμης τίποτε, όπως μίαν ψυχήν να επιστρέψης εις την αλήθειαν. Και όποιος δυνηθή και κάμη τούτο, γίνεται ως τον Παύλον και τον Πέτρον˙ όχι να κινδυνεύση ως εκείνους πολλαίς κακοπάθειαις, διότι ο καιρός τούτος είναι ειρήνης, αλλά μόνον επιμέλειαν και προθυμίαν να βάλη. Και τι λέγω Παύλον; στόμα είναι, λέγω, του Χριστού εκείνος όπου θέλει ελευθερώσει ψυχήν από την πλάνην της απιστίας και ασεβείας διότι λέγει Συ ο εξάγων τίμιον εξ αναξίων, ως το στόμα μου έση.

Είναι ακόμη δίκαιον και πρέπον, ότι εις τα σπήτια να λέγωμεν εκείνα όπου διηγείται η Θεία Γραφή εις την Εκκλησίαν, ή φίλος είναι ή συγγενής και εάν σήμερον τον καταπείσης και αύριον, ή και μηδέποτε σε ακούση, συ τον μισθόν έχεις παρά Θεού έτοιμον. Εάν και μη όλους και ολίγους από τους πολλούς θέ­λει σώσει˙ διότι και οι Απόστολοι, εάν και όλους δεν εκατάπεισαν να πιστεύσουν εις τον Χριστόν αλλά επειδή με όλους εδιαλέχθησαν, τον μισθόν από όλους εκέρδησαν. Συ δε, εάν και εκατόν μη δυνηθής επιστρέψαι, τουλάχιστον των πέν­τε μη καταφρόνησες· εάν δε και τους πέντε μη δυνηθής, του ενός μη παρίδης˙ διότι ου προς το τέλος των κατορθωμά­των, αλλά προς την γνώμην των κατορθούντων, ο Θεός δίδει τους στεφάνους. Δια τούτο, όταν ιδής τινά δεόμενον ψυ­χικής ή σωματικής θεραπείας, μη λέγεις προς τον εαυτόν σου διατί δεν τον ιάτρευσε; δεν τον εξομολόγησεν ο δείνα και ο δείνα; ή ότι εγώ είμαι κοσμικός και έχω γυναίκα και παιδιάκαι πρέ­πει αυτά να τα κάμνουν οι παπάδες και οι καλόγεροι. Για είπε μου συ, εάν ήθελες εύρει θησαυρόν γεμάτον από χρυσίον κείμενον, τάχα θα έλε­γες προς τον εαυτόν σου˙ διατί δεν επήρε τον θησαυρόν τούτον ο δείνα και δείνα, ο Ιωάννης και ο Δημήτριος ; και εγώ μοναχός να τον πάρω; τούτο δεν ήθελες είπει ποτέ σου, αλλά θα επροσπάθεις πρώτος από όλους να τον αρπάξης˙ ούτω νόμιζε και κάμνε δια τους ξεπεσμέ­νους αδελφούς, και βάνε με τον νουν σου, ότι θησαυρόν ηύρες την επιμέλειαν εκεί­νων. Και τι άλλο εις τον κόσμον καλλίτερον από τούτο, το οποίον ούτε νηστεία, ούτε χαμαικοιτία και γονυκλισία ούτε άλ­λο τι δύναται να κατορθώση, παρά μόνον η σωτηρία όπου κάμνεις του αδελφού ; Και μήπως εγώ αυτά λέγω; αυτός ο ίδιος Θεός είπε τούτο˙ ότι μόνον και ένα να σώσης, λέγει, ως το στόμα μου είναι το στόμα σου˙ δια τούτο πρέπει να παραγγέλλης προ του πεσείν εις την αμαρτίαν, να φυλάγουν και την παρθενίαν των, με τας άλλας αρετάς, διότι μεγάλην σωτηρίαν ημίν προξενείς.

Αλλά μετά την αμαρτίαν, πολλήν επιμέλειαν να κάμνης ει εκείνους να έλθουν εις μετάνοιαν, και εις τούτο έχεις περισσότερον μισθόν και έπαινον παρά Θεού διότι και οι Ιατροί παραγ­γέλλουν εις τους ασθενείς να φυλάγωνται από κάποια βλαβερά φαγητά, έως ου να γενούν καλά˙ εάν δε αμελήσουν και δεν φυλάξουν των παραγγελθέτων και πάλιν πέσουν εις την ασθένειαν, δεν τους αφίνουν να κινδυνεύσουν έως θανάτου, αλλά τότε μάλιστα πολλήν προσπάθειαν κά­μνουν δια να τους ελευθερώσουν των α­σθενειών. Και συ λοιπόν όπου είσαι πνευ­ματικός Ιατρός, όταν είναι ανάγκη, τον αδελφόν διορθώσασθαι, εάν και αυτήν την ψυχήν να βάλης μέχρι θανάτου, μη παραιτηθής. Ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χρι­στός δι' ημάς απέθανε, και συ καν με λόγον δεν θέλεις να τον παρηγόρησες; ποίαν απολογίαν θέλεις δώσει έμπροσθεν εις το φοβερόν Κριτήριον του Χριστού, εις τόσην απώλειαν των ψυχών όπου παραβλέπεις; Εάν ήθελες ιδεί τινά όπου υπάγουν να τον κρεμάσουν με δικαίαν κρίσιν, εάν ήσουν εξουσιαστής να τον αρπάξης από των φονέων τας χείρας, τάχα δεν ήθελες κάμει παντοίους τρό­πους να τον ελευθέρωσες από τον φόβον; Τον δε αδελφόν σου βλέπεις, όχι υπό του φονέως συρόμενον αλλά υπό του διαβόλου προς τον κρημνόν της απώ­λειας ελκόμενον και ουδέ καν με συμβουλάς αξιώνεις να τον ευγάλης από του κά­κου θηρίου; και πως να τύχεις συγχωρήσεως; Άλλ' αν ήναι δυνατώτερός σου, φανέρωσε τον εμένα˙ και καλλίτερον το έχω να βάλλω την ζωήν μου εις θάνατον, παρά να τον αφήσω να έμβη εις τα πρό­θυρα της Εκκλησίας˙ εν γαρ τούτο της πονηρία; είδος είναι και παρηγορίαν νο­μίζουν είναι της εδικής των κολάσεως, των άλλων την απώλειαν.

Τις από σας, ειπέτε μοι, υπήγαιε εις σπήτι χριστιανικόν και έπιασατε χαρτί γραμμένον και εδιαβάσατε την Γραφήν; ουδένας έχει να ειπή, ότι εδιάβασα, και πολλά ωφελήθηκα, αλλά μόνον πεσσούς και κύβους ευρίσκομεν εις τους περισσο­τέρους οίκους, ήγουν τα χαρτία και τας τέχνας όπου παίζουν. Εάν δε και ευρέθη τις να έχη βιβλίον, το κλίνει και το βά­ζει εις το σεντούκι και στέκεται πάντοτε˙ και μόνον όλη των η προθυμία είναι εις την λεπτότητα των υμεναίων, ήγουν εις τα τραγούδια και παίγνια. Άλλοι πάλιν, αν έχουν βιβλία, καυχώνται εις το κάλ­λος των γραμμάτων, όχι πως να διαβά­ζουν να ωφελούνται ή κέρδος ψυχής να αποκτήσουν, αλλά πλούτον και φιλοτι­μίας φανέρωσιν ποιούμενοι εις αυτά είναι η σπουδή τους˙ τόση είναι η μεγάλη των υπερηφανία, διότι δεν ακούω τινά να ωφεληθή από τα γραμμένα, μόνον καυχάται πως έχει με χρυσογραμμίαν τα βιβλία του.

Ο ευνούχος εκείνος όπου τον εβάπιισεν ο Απόστολος Φίλιππος, ο όποιος μ' όλον όπου ήτο βάρβαρος και αγράμματος και πολλαίς φροντίδες είχε, και εκείνα όπου εδιάβαζε δεν ήξευρε τι έλεγαν, όμως πάλιν δεν έπαυεν αναγινώσκων καθήμενος επάνω εις το αμάξι˙ και ανίσως εις τον δρόμον όπου επήγαινεν έκαμε τόσην σπουδήν εις την ανάγνωσιν, τάχα όταν ήτον εις το σπήτι του, πόσην σπουδήν εποίει; μάλιστα δε όπου δεν εγνώριζε τι έλεγαν εκείνα όπου διάβαζε; Διότι, καθώς όταν πεινά τις, σημείον εί­ναι υγείας του σώματος, ούτω είναι και η σπουδή περί την ακρόασιν των Θείων Γραφών, σημείον μέγιστον της ψυχικής υγείας. Δια ποίαν λοιπόν άφορμήν πολλαίς φοραίς ημείς δεν σάς λέγομεν την λύσιν των δυσνόητων προβλημάτων, να τα καταλάβετε; Τούτο το κάμνομεν δια να σάς συνηθίσωμεν, μη πάντα και σεις να δέχεσθε την τροφήν μασημένην, αλλά και σεις μόνοι σας να κάμνετε την λύσιν του νοήματος άλλαις φοραίς, καθώς κά­μνουν αι περιστεραί˙ διότι και εκείναι, έως ότου είναι εις την φωλεάν τα που­λιά τους, τα τρέφουν με το στομάτων, όταν δε δυνηθούν να εύγουν από την φωλεάν και ιδούν ότι δύνανται να πε­τούν με τα πτερά των, δεν τα τρέφουν όπως και πρώτα, αλλά φέρουσι μεν το σπυρί του σιταριού εις το στόμα τους και τους το δείχνουν, και αυτά έρχονται σιμά˙ αι δε μητέρες αφίνουν την τροφήν επί της γης και παρακινούν αυτά να παίρνουν την τροφήν μοναχά τους.

Ού­τως και ημείς κάμνομεν, πέρνοντες την πνευματικήν τροφήν επί του στόματος˙ είτα προσκαλούμεν υμάς και φανερώνομεν υμίν την λύσιν κατά συνήθειαν˙ και όταν πλησιάσετε να δεχθήτε, αφίνομεν άλυτον την λύσιν των λόγων, ώστε μο­ναχοί σας να διαλύσετε τα νοήματα της Θείας Γραφής. Και καθώς εις τους ασθε­νείς δεν φθάνει σύντομον και ενός εί­δους φαγητόν να τους δίνουν, αλλά εί­ναι ανάγκη να ετοιμάσουν πολλών ειδών φαγητά, εάν το ένα ο ασθενής δεν θέλη­ση, το έτερον να θελήση, εάν και εκείνο δεν θ έλη, το άλλο θέλει το δεχθή, αν και τούτο αποδιώξη, θέλει λάβει το έτε­ρον και από την πολλήν ανορεξίαν την δυσκολίαν της γεύσεως θέλομεν κινήσει, και εκ των πολλών ειδών της τραπέζης το δυσάρεστον της γνώμης θέλει θεραπευθή˙ ούτω γίνεται και επί της πνευμα­τικής εστιάσεως και πρέπει να κάμνωμεν, όταν είμεθα ασθενείς εις την ψυ­χήν, ίνα εκ των πολλών αναγνωσμάτων και παραδειγμάτων των Αγίων Γραφών εύκολα να γίνεται η Ιατρεία των ψυχι­κών μας ασθενειών.

Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν αγάπην, να μη βαρύνεσθε την παραίνεσιν και την καθοδήγησιν˙ διότι εάν βαρύνεστε μ' όλα ταύτα, αλλά εγώ πρέπει να βαρύνωμαι ο οποίος πολλάκις λέγω και δεν ακούομαι, και όχι σεις οι πάντοτες μεν ακούοντες και παρακούοντες. Ή δεν ηξεύρετε ότι οι καταφρονούντες της Θείας ακροάσεως ότι δεν τους λέγει η αγία Γραφή ανθρώπους αλλ' ανόητα πλάσματα, και δια της καταφρονήσεως ταύτης, έχασαν την ευγένειαν της ανθρωπότητος ; και άκουσον ιστορίαν πάλαιαν περί ταύτης της υποθέσεως. Ο μεγαλοφωνότατος Προφήτης Ησαΐας υπήγεν εις την Ιουδαίαν πόλιν την Μητρόπολιν, την πολυάνθρωπον, δηλαδή εις τα Ιεροσόλυμα και εστάθη εις την αγοράν, και το πλήθος των ανθρώπων τον επερικύκλωσαν. Ηθέλασε να δείξη ότι εκείνος όπου δεν θέλει να ακούση τα θεια λόγια, δεν είναι άνθρωπος δια τούτο εβόα και έλεγε μεγαλοφώνως προς το πλήθος του κόσμου όπου εστέκοντο ολό­γυρα του. Άνδρες αδελφοί, ήλθα εις το μέσον υμών και δεν είναι τις άνθρωπος˙ εκάλεσα και δεν είναι τις να με ακούση. Δια τούτο εγύρισε προς τα στοιχεία τον λόγον, και είπεν άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη˙ δια τούτο λέγω έγώ εις αν­θρώπους απεστάλην υπό τού Θεού, προς ανθρώπους όπου έχουν νουν αλλ' επει­δή ούτε λόγον ούτε αίσθησιν έχουσι, δια τούτο μόνον κορμία είναι πολλά; αλλά ακοήν δεν έχουν διότι τα αυτία τους εί­ναι απερίτμητα και κωφά και δια τούτο ουδέ εκείνος, όπου έχει σώμα και φωνήν ανθρώπου λέγεται άνθρωπος, αλλά όποιος έχει ψυχήν άνθρωπου και προθυμίαν.

Ηξεύρω λοιπόν, ότι πολλοί από σας βαρετώς ακούουσι τον λόγον της ανα­γνώσεως, και νουθεσίας˙ αλλά τι το όφε­λος της σιωπής; διότι, εάν και σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω δια των λόγων, αδύνατον είναι δια της σιωπής ταύτης ελευθερώσαι υμάς από της κολάσεως, και ούτω περισσεύει τα της τιμωρίας, και όχι μόνον εσάς, αλλά και εμένα προξενεί την κόλασιν αύτη η σιωπή. Τις λοιπόν είναι η χάρις των λόγων, όταν εις τα έρ­γα μη βοηθή ; τι το κέρδος να ευφραίνωμεν με τον λόγον, και να λυπούμεν με το πράγμα; να γλυκαίνωμεν την ακοήν, και να κολάζωμεν την ψυχήν; δια τούτο καλλίτερα είναι εδώ να λυπηθούμεν, πα­ρά να δοθούμεν εκεί εις την αιώνιον κό­λασιν. Δια τούτο δεν πρέπει να σας κακοφαίνωνται τα λεγόμενα, αλλά να τα δέχεσθε, και να τα επαινήτε. Είδε και είναι τινές ασθενείς εις την νουθεσίαν της αγίας Γραφής, και δεν ημπορούν να δεχθούν τας απολογίας ημών, εκείνο θέ­λω ειπεί προς αυτούς ότι εγώ νόμους ιδικούς μου δεν διηγούμαι εις εσάς, αλλά διαβάζω γράμματα τα καταβάντα από των ουρανών˙ δια τούτο ανάγκη είναι τον εμπιστευθέντα αυτήν την διακονίαν, να διδάσκη τα γεγραμμένα μετά παρρη­σίας πολλής, δια το συμφέρον της ψυχής των ακουόντων.

Αλλά μη μόνον το γλυ­κύ της ακροάσεως εις όλα να γυρεύετε, αλλά και την βαρύτητα της επιτιμήσεως˙ διότι και ο λέγων, και ο ακούων, μεγάλον κίνδυνον έχουν, εις το αποκρύπτειν τον Θείον νόμον διότι και οι διδάσκαλοι κρίνονται, ως φονείς, όταν δεν διδάσκουν του Θεού τα δικαιώματα χωρίς υποκρίσεως και χάριτος. Τον Παύλον πάλιν φέ­ρω εις σας αξιόπιστον μάρτυρα, δια τούτο και εγώ συνεχώς πάντοτε από όλους καταφεύγω υπό την αγίαν αυτού ισχήν, ότι είναι Προφητείαι, και νόμοι Θείοι τα λόγια του˙ διότι δεν είναι ο Παύλος όπου ομιλεί, αλλά ο Χριστός, όπου κινεί την γλώσσαν του Παύλου. Λέγει λοιπόν καθαρός είμαι εγώ από του αίματος πάντων πως ; και διατί ; ότι δεν εντράπη­κα να μη ειπώ εις σας όλην την βουλήν του Θεού. Και αν δεν ήθελεν ειπεί όλην την αλήθειαν, μόνον μερικά, δεν ήτον καθαρός εκ του αίματος των πιστευσάντων, αλλά ως φονεύς εκρίνετο υπό Θεού και με όλον το δίκαιον διότι ο μεν φο­νεύς μόνον το σώμα του άνθρωπου φο­νεύει, ο δε διδάκαλος ο προς χάριν διδά­σκων, και αμελείς κάμνει τους ακροατάς; και την ψυχήν του πέμπει εις αθανάτους κολάσεις, και τιμωρίας. Ποιος λοιπόν να ήναι τοιούτος ασυμπαθής, και απάνθρω­πος, ως όταν κατηγορή τον διδάσκοντα και λέγοντα περί της οργής του Θεού συνεχώς, πόσην βαρύτατην κόλασιν μέλ­λει να λάβη; διότι έγώ εάν σιωπήσω, και αποκρύψω από της σιωπής τα κρίματά σας, καλώς και δικαίως αγανακτεί καθ' ένας, εμού σιωπώντος. Εάν δε και ημείς τώρα σιωπήσωμεν, κατά πάσαν ανάγκην εκεί θέλουν φανή τα αμαρτήματα. Τι όφελος έγεινεν από της σιωπής; ουδένα διότι εκείνος, όπου προς το συμφέρον των ακουόντων επιβλέπει, και αν εγκωμιάζη τον λόγον, ου μόνον δεν είναι άξιος κατακρίσεως, αλλά στεφάνων, εάν και σιωπά, εάν και κατηγορήται. Και επειδή ο Δαυίδ, αν ήθελε σιωπήση επί του Γολιάθ, δεν ήθελε τον αφήση να εύγη εις πόλεμον, ουδέ την νίκην την μεγάλην, και λαμπράν ήθελε στήση, δια τούτο πολλαίς φοραίς ωμίλησα προς σάς, και τώρα πάλιν σάς το προλέγω, και πλέον δεν παρηγορώ, αλλά προστάσσω, και πα­ραγγέλλω. Και όποιος θέλει, ας ακούη, και ο μη θέλων, ας μη θέλη˙ ότι, εάν δεν υπομείνετε να ακούσετε τα παρ' εμού λε­γόμενα ονειδιστικά, πλέον δεν θέλω δειχθή εις σάς, ουδέ θέλω αφήσει να πε­ράσατε από τούτον τον δρόμον διότι τι ανάγκη να ήναι τόσον πλήθος ασθενημένων ;

Δώδεκα ήσαν οι Μαθηταί του Κυ­ρίου, και άκουσον τι λέγει ο Χριστός προς αυτούς μήπως θέλετε και σεις να υπάγετε, διότι εάν διόλου, και πάντοτε σάς καλολογούμεν, πότε να διορθωθήτε ; πότε να σάς ωφελήσωμεν ; Αλλά θέλει ειπή τις ότι πολλαίς Αιρέσεις είναι, και θέλουν μετατεθή εις εκείναις. Ψυχρός εί­ναι ο λόγος ούτος και ανωφέλευτος˙ διό­τι καλλίτερα είναι ένας, όπου να κάμνη το θέλημα του Θεού, παρά μύριοι παρά­νομοι, και άπιστοι. Είπε μου συ, ποιον σου φαίνεται καλόν, να έχης πολλούς κλέπτας ανθρώπους, και ανδροφόνους δουλευτάς, ή παρά να έχης ένα δούλον κα­λόν ; Όποιος θέλει από τους τοιούτους, ας φύγη, ουδένα θέλω άπ' αυτούς διότι αυτοί όλα τα καλά τα εχάλασαν, με το να λέγουν, πως να υπάγουν εις Αίρεσιν, και πίστιν άλλην να μετατεθούν, ότι είναι ασθενείς. Και πάλιν λέγει Συγκατάβηθι και συ παραμικρόν. Και έως πότε να συγκαταβαίνω ; και διο ποίαν αφορμήν, άπαξ, και δις, και τρίς, και μη διαπαντός ; Ιδού πάλιν σάς παραγγέλλω, και μαρτυρώ ενώπιον του Θεού, κατά τον μακάριον Παύλον, δα εάν έλθω και πάλιν, δεν θέλω σάς λυπηθή διότι όταν μέλλωμεν να κριθώμεν εις το φοβερόν Κριτήριον του Χριστού, και σεις μακράν θέλετε σταθή, και εμένα την Κρίσιν δίδετε, και τας τιμωρίας. Ώστε λοιπόν δάκνεσθε, και λυπείσθε, ότι της πικρότητος των λόγων μη υποφέροντες, δια την πρόσκαιρον εντροπήν ελευθέρωσητε από τας κο­λάσεις, και τούτο γνωρίζω καλά, ότι όλοι είμεθα υπό κανόνα, και ότι ουδέ­νας ημπορεί να καυχηθή, πως έχει καρδίαν καθαράν, και παρθένον.

Αλλά τούτο είναι το κακόν, ότι όχι μόνον πως δεν είμεθα καθαροί εις την ψυχήν, αλλά δεν προσερχόμεθα τω δυνάμενω Σωτήρι Χρι­στώ ποιήσαι αυτήν καθαράν, και αμόλυντον. Γνώριζω πάλιν, ότι σάς εγγίζουν τα λόγια, αλλά τι να κάμω; εάν δεν ήναι πικρά τα φάρμακα, αι πληγαί δεν ιατρεύονται˙ και πάλιν, εάν θέλω βάλει πι­κρότερα τα ποτά, δεν θέλετε υπομείνει. Δια τούτο από όλα τα μέρη στενά μου εί­ναι. Πλήν αναγκαίον είναι να ελαφρώσω την χείρα μου, διότι αρκετά είναι τα λε­γόμενα εις διόρθωσιν των θελόντων να ακούσωσι˙ είδε και πάλιν αδιόρθωτοι μείνετε, εις τας χείρας του Χριστού και Κριτού θέλετε παραδοθή, και τούτο όλοι το ηξεύρειε, ότι Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Όμως εκείνος όπου κάμνει μίαν και μόνην εντολήν του Θεού, αρχίζει και κάμνει και τας λοιπάς, και δεν θέλει σταθή, έως ου να φθάση εις το τέλος της αρετής, καθώς ο φιλο­χρήματος, όσον συναθροίζει πολλά χρή­ματα, τόσον περισσότερον επιθυμεί να απόκτηση.

Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν Αγάπην, τούτους μου τους λόγους μη μόνον κατά την παρούσαν ωραν να ενθυμήσθε, αλλά και εις τα σπήτια σας, και εις την αγοράν, και εις οποίον τόπον περιπατείτε, να τα διηγήσθε, και να τα λέγετε εις τους άλλους. Αμ ποτές να ήμουν παντοίε με τον εαυτόν σας˙ τώρα δε επειδή τούτο είναι αδύνατον να γένη, αντί δια τον εαυτόν μου, ενθυμεί­σθε τους ιδικούς μου λόγους, και επί της τραπέζης καθήμενοι, να νομίζετε πως εί­μαι με τον εαυτόν σας, και σας παρα­στέκω, και αυτά σας διδάσκω. Αυτά λοι­πόν, όπου λέγω τώρα, ταύτης ενθυμείσθε της εντολής, υπέρ της αγάπης ημών αποδόσατε την ανταπόδοσιν. Και τούτο ακόμη σας λέγω, ότι εάν και τίνες κατηγορούσι των λεγομένων, να σφαλίζετε τα αυτιά σας, και τον Προφήτην μιμηθήτε τον λέγοντα˙ Τον καταλαλούντα τον πλησίον αυτού λαύρα και απόκρυφα, τούτον εξεδίωκον. Εάν δε και κακώς θέλεις ειπεί, αποφράζω την είσοδον των λεγομένων, διότι δεν δέχομαι κόπρον και βόρβορον˙ διότι, τι κέρδος είναι να μάθης, ότι ο δείνα είναι πονηρός, και κα­κός ; Λοιπόν από τούτο μεγάλην βλά­βην, και ζημίαν έχεις εις την ψυχήν σου, να εξετάζης αλλονών αμαρτήματα, και τα ιδικά μας να μη τα βάνωμεν εις τον νουν μας˙ διότι κάλλιον είναι να μη ηξεύρης, παρά να μάθης κακώς.

Μάθε και τούτο ακόμη, εάν ιδής τινά να κάμη σκεύη Ιερά, ή άλλον στολισμόν της Εκ­κλησίας, ή περί τείχους και εδάφους, μη ειπής, πώλησον αυτά, δια να μην εμπόδι­σης την προθυμίαν αυτού.

Αληθώς προ του να τα κατασκευάση, και σε ερωτήση, πρόσταξε τον τα έξοδα εκείνα να τα δώση των πτωχών, δια να καταφρονή του κόσμου την απόλαυσιν, και την χαράν διότι δεν είναι πάντοτε, αλλά διαβαίνουν ως τον ίσκιον, και τα λυπηρά και τα χαροποιά˙ διότι, καθώς εκείνοι όπου είναι εις ξενιτείαν, πάντοτε επιθυμούσι να υπάγωσιν εις την Πατρίδα των, ούτω και εκείνοι όπου αγα­πούν τα μεγάλα χαρίσματα της ουρανίου Πατρίδος. Και καθώς εκείνος όπου περι­πατεί τον δρόμον, προσπαθεί να φθάση το τέλος του δρόμου, ούτω πρέπει και ημείς να σπουδάζωμεν δια τα μέλλοντα αγαθά, πότε να φθάσωμεν˙ και είτε ολί­γους χρόνους ζήσω μεν, πολλά νομίζει αυ­τά τη επιθυμία, των μελλόντων αγαθών. Ταύτα δε λέγω, όχι ότι κατηγορώ την παρούσαν ζωήν, μη γένοιτο, διότι και τούτος ο κόσμος έργον Θεού είναι, αλλά προς την αγάπην του Παραδείσου σας παρακινώ˙ ώστε να μη αγαπούμεν τα γήινα πράγματα, και να χαλούμεν το σώμα μας εις αυτά. Μήτε κατά τους ολιγοψύχους των πολλών να είμεθα, οι οποίοι, εάν και πολλούς χρόνους ζήσουν, ολίγους λέγουν ότι έζησαν˙ των οποίων τι δύνα­ται να γίνη αλογώτερον, και αγνωστότερον; επειδή και ουρανού ευτρεπισμένου, και των αγαθών εν τοις ουρανοίς, τα οποία μήτε μάτι ανθρώπου τα είδε, μήτε αυτί τα ήκουσε, προτιμούν τα φθαρτά του κόσμου τούτου, και κυλίονται εις τα ναυάγια των κυμάτων χειμώνος του πι­κρού, δηλαδή της πίκρας ζωής ταύτης. Αλλ' όχι ούτω ο μακάριος Παύλος, όστις εσπούδαζε και αγωνίζετο δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, ώστε μη στερηθήναι της Βασιλείας των ουρανών, ης γέ­νοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού˙ ω η δόξα, και το κράτος, νυν, και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν