xrysostomos 7

του ΠΕΦΑΝΟΥ ΠΟΛΥΚΡΕΤΗ


     Ώρες ατέλειωτες μ' ένα ραβδί στο χέρι νυχθημερόν βαδίζει ο Ιεράρχης από τη Χαλκηδόνα ως τη Νίκαια. Με πόνους στα νεφρά και στο στομάχι και πυρετούς βραδύς θάνατος ήταν για κείνον η πορεία τούτη πορεία που συνεχίζεται σε μονοπάτια δύσβατα, χαράδρες ψηλά βουνά και καταρράχτες όπου τ' αγρίμια, τα όρνια και τού καλοκαιριού το λιόπυρο.


«Στην πορεία τούτη», γράφει ο ίδιος, «πιότερο από τριάντα μέρες πάλευα με πυρετούς σφοδρούς χωρίς γιατρό, χωρίς τροφή, χωρίς αναπαμό». Τις άγριες βουνοκορφές τού Ταύρου διασχίζοντας φθάνουν στην Κουκουσό, τόπο εξορίας τού καλλικέλαδου ψάλτου, χωριό απόμακρο κι εκτεθειμένο στις ληστρικές επιδρομές των Ισαύρων.

Σε μια απ' αυτές τις επιθέσεις οι Κουκουσιανοί μαζί κι ο Ιεράρχης ζητούν καταφυγή στα χιονισμένα δάση. «Ήμουν κάτι χειρότερο από νεκρός», γράφει σ' επιστολή του ο Ιεράρχης. «Με πείνα, αρρώστιες και πολέμους με συνεχείς πολιορκίες κι απ' τα μαχαίρια των Ισαύρων κινδυνεύοντας περνώ της εξορίας μου τον τρίτο χρόνο», γράφει σε άλλη επιστολή.

Δαιμονοκίνητη πολύμορφη κακία εκπροσωπούμενη από ανάξιους μητροπολίτες, παλατιανή εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο οιμωγές και στενάγματα ανέβασαν στα χείλη τού εξόριστου της Κουκουσού: «Ανηλώθημεν, εδαπανήθημεν μύριους απεθάνομεν θανάτους...». Όμως στα μάτια τού Ιεράρχου θύμα δεν είναι ο πληγωμένος απ' τα βέλη αλλά εκείνος που τα εκτοξεύει, κείνος που κάνει το κακό είναι το θύμα. Ψυχικής ανατάσεως όπλο θεωρεί τις κακουχίες ο άγιος τού Θεού. Για τον εξόριστο της Κουκουσού σε ώρες σκληρές και οδυνηρές, μεγαλειώδες είναι το να ξεχνάς τον εαυτόν σου.

Στης εξορίας του τον τόπο τρόπο επικοινωνίας άλλο δεν είχε απ' την επιστολογραφία. Σε εικοσιτέσσερις δεκάδες ανέρχονται οι επιστολές που απηύθυνε στα απορφανεμένα του παιδιά. Όλο τον πόνο της καρδιάς του την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη του όλη πάνω στους πάπυρους τα ξέχυνε και με τα ταχυδρομικά του περιστέρια τα έστελνε στα πέρατα της γης.