xrysostomos 6

Ευλόγησον Πάτερ

     ΚΑΙ πρώτον μεν, αδελφοί, εκατηγορήσαμεν εκείνους τους αδελφούς όπου αφίνουν την προσευχήν και ακολουθίαν τους, και περιπατούν έξω της Εκκλη­σίας του Χριστού˙ και τώρα πάλιν βούλομαι να ονειδίσω εκείνους όπου είναι μέσα εις την Εκκλησίαν αλλά ο νους των περιπατεί έξω και είναι ακόμη χει­ρότεροι από εκείνους όπου δεν έρχονται εις την Εκκλησίαν διότι ούτοι αν και ήναι μέσα εις την Εκκλησίαν, εις τον καιρόν της φρικτής Λειτουργίας, αλλά υπό δαιμονικής συνεργείας συνομιλεί ένας με τον άλλον δια βιωτικά και φθαρτά πράγματα και άλλοι πάλιν από φθόνον τους κατηγορούν τους αναγινώσκοντας την ανάγνωσιν και τους ψάλτας των θείων λογίων καταφρονούν. Τι ποιείς άνθρωπε ; ο Ιερεύς λέγει˙ Άνω σχώμεν τας καρδίας και συ συνομιλείς και γελάς μέσα εις την Εκκλησίαν; και δεν φοβάσαι μήποτε συνομιλούντός σου και αμελούντος, θέλει πηδήσει κανένα δαιμόνιον και θέλει έμβη εις την αμέριμνόν σου ψυχήν μετά πολλής εξουσίας, διότι εύρε την θύραν του σπητίου σου ανοικτήν ; ήγουν να φυλάγη ο νους την ψυ­χήν σου. Και εις ταύτα όλοι μας πρέπει να χύνωμεν πηγάς δακρύων, διότι μετά την Αγίαν Κοινωνίαν, μετά την απόλαυσιν του Αγίου Βαπτίσματος, μετά το συνταχθήναι τω Χριστώ, τότε εδυνήθη ο δαίμων, ως λύκος να αρπάση τους άνδρας από την ποίμνην, και να τους έχη με τον εαυτόν του˙ και συ βλέπεις την συμφοράν όπου έπαθαν και δεν δακρύζεις ; και που ταύτα άξια απολογίας ;

 Είπε μου, εάν ήθελες ιδεί τινός γειτόνου σπήτι όπου να εκαίετο, μακάρι αν ήτο και εχθρού, τάχα δεν ήθελες δράμει να σβύσης την φλόγα της φωτιάς, φοβούμενος μήπως έλθη εις τα πρόθυρα του σπητίου σου; τούτο γίνεται και υπό των πονηρών δαιμόνων ούτω κάμνε και συ, όταν έχουν πείραξιν από τους δαίμονας οι αδελφοί, διότι φλόγα μεγάλη είναι και εμπρησμός η ενέργεια των δαιμόνων δια τούτο βλέπε, μήπως έλθη και εις την ιδικήν σου ψυχήν ο δαίμων, όταν την εύρη σεσαθρωμένην και αμέριμνόν. Αλλά συ όταν ιδής την προσβολήν του δαί­μονος, φύγε εις τον Δεσπότην Χριστόν, δια να ιδή ο δαίμων την θερμήν και έξυπνόν σου ψυχήν και τον νουν σου στερεόν, και θέλει φύγει από σου μετά αισχύνης πολλής. Εάν δε πάλιν σε εύρη αμελή και αφύλακτον από την χάριν του Θεού και έρημον παντελώς και ταχέως εισελεύσεται, τι κακόν δεν θέλει σου κάμει ; εάν δε και σε εύρη έξυπνον διεγηγερμένον, και άπ' αυτών των Ουρανών κρεμάμενον, δεν τολμά να σε αντικρύση και να σε ιδή καθόλου. Ώστε λοιπόν, εάν και των αδελφών καταφρονής, αλλά τουλάχιστον τον εαυτόν σου λυπήσου και απόκλεισον της ψυχής σου την θύραν, να μη έμβουν οι πονηροί λογισμοί όπου σπέρνουν οι δαίμονες διότι άλλο δεν διώχνει την ορμήν των δαιμόνων, όσον η ολοψύχως δέησις και ευχή γινο­μένη.

Εάν δε θέλης να μάθης, πόσον κα­λόν είναι να δυνηθής, μετά της ιδικής σου αρετής, και σωτηρίας, και άλλον αδελφόν να κερδήσης και να σώσης, άκουσον τι λέγει ο Θεός δια του Προ­φήτου. Ότι ο εξάγων τίμιον εξ ανα­ξίου, ως το στόμα μου εσται δηλαδή, ότι όποιος ευγάλη άλλον αδελφόν από την πλάνην της απιστίας, και αμαρτίας, και τον φέρει προς την αλήθειαν, και προς την αρετήν, και σωφροσύνην, εμένα τον Θεόν μιμείται και ομοιούται. Διότι, επειδή αυτός ο Χριστός και Θεός ημών, όπου είναι εκ της απορρήτου και ανερ­μήνευτου ουσίας του Θεού, εκαταδέχθει και έλαβε θάνατον άτιμον επάνω εις τον Σταυρόν, και όλα τα ανθρώπινα υπέμεινε διά ημάς τους αχαρίστους, και δια την ιδικήν μας σωτηρίαν, πως ημείς να μη είμεθα συμπαθείς, και ελεήμονες προς τους ομοπίστους μας, όπου είναι μέλη ιδικά μας, και να μην έχωμεν αγάπην, και επιμέλειαν; τόσον ότι και από το στόμα του διαβόλου να αρπάσωμεν και να ελευθερώσωμεν αυτούς; διότι, εάν τις βλέπη καμμίαν εικόνα, ομοίωμα άψυχον, παιδός, ή φίλου, νομίζει ότι βλέ­πει εκείνον τον αποθαμένον, και δια της εικόνος της άψυχου του φαίνεται πως βλέπει το ποθούμενον τοιουτοτρόπως και ημείς απολαμβάνομεν της παρουσίας των Αγίων, αναγινώσκοντες τους βίους αυτών, και τα κατορθώματα, όχι των σωμάτων αυτών, αλλά και των ψυχών ˙ας εικόνας έχοντες, ότι τα παρ' εκείνων διδαχθέντα, των ψυχών εκείνων είναι εικόνες. Καθώς οι ιατροί δεν αναγκάζουν τους αρρώστους να υπάγωσιν εις τους Ιατρούς, άλλ' οι ιατροί υπάγουσι εις τους αρρώστους, και τους ιατρεύουν, ούτω κάμνε και συ με όλην σου την δύναμιν, και προθυμίαν εις τας ψυχάς των  αδελφών, όταν ήναι ασθενημέναι από τα πάθη των αμαρτιών, γνωρίζοντας, ότι ολίγος είναι ο καιρός τούτος της ζωής ημών˙ και εάν δεν κερδήσωμεν αυτά τα ψυχωφελή κέρδη εδώ, εκεί ουδεμίαν σω­τηρίαν ψυχικην θέλομεν έχει˙ διότι δύ­ναται μία ψυχή, όπου να σωθή, μυρίων φορτίων αμαρτιών αφανίσαι και θέλει γείνει εις εκείνην την ημέραν της Κρί­σεως αντίψυχον και σωτήριον. Διότι, εάν εκείνη η τιμία παρθένος, όπου έλεγαν το όνομά της Ταβηθά, η οποία ενδυνε τας χήρας, και τα ορφανά, και κάμνουσα πλουσιοπαρόχως την ελεημοούνην εις τους πτωχούς καθ' εκάστην ημέραν, απέθανε, και πάλιν ανέζησε, τούτο το μέγα θαύμα, τις έκαμε; τα δάκρυα εκείνων, όπου ελεημονήθηκαν άπ' αυτήν τι δεν θέλουν κάμει τα δάκρυα των αν­θρώπων εκείνων, όπου θέλουν σωθή από την καλήν σου νουθεσίαν, και συμ­βουλήν, και προθυμίαν; Διότι, καθώς εκείνην την αποθαμμένην κόρην επαρασιάθησαν αι χήραι, και τα ορφαvά, και την έκαμαν ζωντανήν από νεκράν όπου ήτον, οίκω και εσένα, τότε θέλουν παρασταθή εκείνοι, όπου ευεργετήθησαν και εσώθησαν από εσένα, και θέλουν σε κάμει να απολαύσεις πολλής φιλανθρωπίας από του δικαίου Κριτού, και όχι μόνον εις τόσον, αλλά και από την Κόλασιν του αιωνίου πυρός θέλουν σε αρ­πάξει. Ομοίως δε και όσον είναι πολλή η αξία των αργυρίων εις τους πτωχούς, τόσοι είναι και οι στέφανοι πολλοί παρά Θεού όσος ο μισθός, τόση η ανεαπόδοσις, και η ωφέλεια της ψυχής.

Πολλά είναι εις ημάς τα αγαθά να  δοθούν υπό του Θεού, αλλά ουδένας δύναται εις τον εαυτόν του να τ' αποκτήση, χωρίς να σώση και τον πλησίον του. Δια τούτο λέγει ο μακάριος Παύλος˙ μηδένας να γυρεύη το ιδικόν του συμφέρον, αλλά και το του ετέρου καθ' ένας, ότι το συμφέρον το ιδικόν του είναι του αδελφού του. Διότι, καθώς πάλιν οι αδικούντες τους άλλους, ως πηγαίνουν εκεί εις την κρίσιν του Θεού, και ιδούν εκείνους όπου αδικούσαν, θέλουν εντραπή, καθώς λέγει η θεία Γραφή, δια τον πλούσιον εκείνον τον άσπλαγχνον και ανελεήμονα, όπου έβλεπε τον Λάζαρον εις την αγκάλην του Αβραάμ και τότε ούτοι οι αδικηταί δεν ημπορούν να συνομιλήσουν προς αυτούς, αλλά μάλιστα μετά πολλής εντροπής υπάγουσιν εις την κόλασιν ούτω πάλιν οι διδάσκοντες και νουθετούντες αυτούς, ιδόντες λοιπόν τους ύπ' αυτών διδαχθέντας, και διασωθέντος, πολλής ευφροσύνης και παρρησίας συν αυτοίς εκεί εμπλησθήσονται. Και ας μη μου λέγη τις, ότι τι σχέσιν έχω με εκεί­νον τον άνθρωπον, επειδή είναι ξένος;

Αλλά εάν ήναι πιστός Χριστιανός, και μεταλαμβάνη τα άχραντα Μυστήρια, και έρχεται εις την Εκκλησίαν, εκείνος λοι­πόν και από αδελφών και συγγενών, και από όλους είναι ιδικώτερος. Και καθώς οι κλέπται παιδεύονται και κακοθανατίζουν, ούτω και οι κλεπταποδόχοι ομοίως την αυτήν τιμωρίαν παθαίνουσι. Τοιουτοτρόπως, όχι μόνον οι ασεβείς και άπι­στοι κολάζονται, αλλά και οι πιστοί εκεί­νοι, όπου δύνανται να ελευθερώσουν τινά άνθρωπον από την ασέβειαν, ή από την αμαρτίαν και δεν θέλουσι, την αυτήν εκείνην κόλασιν θέλουν πάθει δια του το χρεωστούμεν καθ' ένας από ημάς να σώσωμεν και άλλους αδελφούς, ίνα και εις την μέλλουσαν Κρίσιν μετά πολλής παρρησίας προϋπαντήσωμεν τω Χριστώ, και κανίσκια φέρωμεν εις αυτήν, απ' όλα τιμιώτερα, τας ψυχάς των πεπλανημένων ανθρώπων, να υπάγωσιν εις αυτόν και δια τους τοιούτους, είτε μας δείρουν, είτε μας θανατώσουν, ας υπομείνωμεν, μόνον αυτούς να σώσωμεν διότι και οι ασθενημένοι και άρρωστοι πολλαίς φοραίς υβρίζουν και αποδιώκουν τους ια­τρούς˙ αλλά ημείς ένα μόνον επιθυμούμεν, την υγείαν του υβρίζοντος να ιδούμεν. Πως λοιπόν δεν είναι του το πολλή αγνωσία, ότι εις τα μεν σώματα των αν­θρώπων να κάμνωμεν τόσην πολλήν επιμέλειαν, και πολλήν έξοδον, προμελετώντες την υγείαν αυτών, την δε επιμέλειαν των ψυχών των απολλυμένων ανθρώπων, και αδελφών ημών να αμελούμεν, και να μη το βάνωμεν εις τον νουν μας καθόλου, πως παθαίνουν πολλά κακά, και με τούτο όλον μέλλουν να κολασθούν; Τι κάμνεις άνθρωπε; τον αδελφόν σου βλέπεις, όπου κρημνίζεται, διότι έχει τον εαυτόν του εις όλην του την αμέλειαν, και εις την ασωτίαν, και συ δεν απλώνεις το χέρι σου να τον ευγάλης από τον κρημνόν της απωλείας;

Διατί δεν τον ελέγχεις, και να τον επι­πλήξης, αλλά φοβάσαι να μη τον σκανδαλίσης, και προτιμάς αυτόν, από την σωτηρίαν της ψυχής του; και ποίαν απολογίαν έχεις να δώσης τω Χριστώ εν τη ήμερα της Κρίσεως; Δεν ήκουσες τι επρόσταξεν ο Θεός τους Ιουδαίους, πως τα ζώα των εχθρών τους, αν τα ιδούν, ότι μέλλουν να κρημνισθούν, να μη τα αφήσoυv, και χαθούν, είδε και πέσουν εις βυθόν, να τα σηκώσουν; εάν εις τους Εβραίους λέγει ο Θεός να μη καταφρονούν των εχθρών τους τα ζώα, και ημείς τας ψυχάς των αδελφών μας καθ' εκάστην ημέραν βλέποντες υποσκελιζομένας, και κρημνιζομένας υπό του διαβόλου, να παραβλέπωμεν ; Και πως δεν είναι τούτο μεγάλης απανθρωπίας και θηριογνωμίας, να μη δίδωμεν τόσην βοήθειαν τοις ανθρώποις, όσην έδιδαν τοις αλόγοις εκείνοι ;

Τούτο λοιπόν το ακατάδεκτον, και απρονόητον όλα τα καλά εχάλασε τούτο έφθειρε, και συνετάραξε την ζωήν των ανθρώπων και μήτε θέλομεν να μας ελέγξη τις, όταν σφάλλωμεν ούτε άλλους ημείς, δια να μη φανούμε βαρετοί ελέγχοντες αυτούς. Επειδή γινώμεθα ως θηρία άγρια δεν θέλομεν να μας συνομιλήση τις, δεν δεχόμεθα κρύον αέρα να μας εγγίζη. Αλλά τι Χριστιανοί είμεθα, και δεν υπομένομεν ένας τον άλλον; Θέλεις να διορθώσης τινά αδελφόν αμελή της εαυτού σωτηρίας ; δάκρυσον και δεήσου του Θεού δι' αυτόν˙ πάρε τον με τον εαυτόν σου κατά μόναςκαι καθοδήγησαι, συμβούλευσαι, παρακάλεσαί τον, καθώς έκαμνεν ο Παύλος, μήπως και θέλω έλθει, λέγει και με ταπείνωση ο Θεός˙ και κλαύσω πολλούς των προημαρτηκότων, και μη μετανοησάντων, επί τη ασέλγεια, και ακαθαρσία. Ούτω και συ δείξον αγάπην προς τον αμαρτωλόν, περιποιήσου αυτόν, και κυβέρνησον και σωματικά, και μη τον κατακρίνης πως ήμαρτε. Βάλε του μετάνοιαν έως εδάφους της γης˙ πιασε και καταφίλησε τους πόδας αυτού, και τας χείρας˙ μη έντραπής, εάν θέλης να ιατρεύσης την ψυχήν του, καθώς κάμνουν οι δόκιμοι Ιατροί, όταν ιδούν τους αρρώστους, όπου δεν δέχονται καμίαν ιατρείαν, παρακαλούντες και καταφιλούντες αυτούς, να δεχθούν τα βότανα της υγείας αυτών. Ούτω κάμνε και συ, εάν είναι ανάγκη να κοπιάσης μέχρι θανάτου, όπως σωφρονίσης τον αδελφόν˙ και μη αποκάμης ποτέ συμβουλεύων αυτόν και οικονόμων, έως ου να κάμη αποχήν του κακού, επιστρέφοντας και μετανοώντας.

Και τούτο όπου κάμνεις εις τον αμαρτωλόν, το λογίζεται ο Θεός μέγα μαρτύριον διότι και ο μέγας Ιωάννης ο Πρόδρομος, δι' άλλο δεν εμαρτύρησε και απετμήθη την ιεράν αυτού κεφαλήν, παρά μόνον δια τον Ιερόν Νόμον υβριζόμενον. Δια τούτο και συ αγωνίσου μέχρι θανάτου υπέρ της αληθείας και ο Κύριος θέλει σε βοηθήσει, διότι φθάνει ένας άνθρωπος, θείω ζήλω πυρούμενος, κόσμον πολύν διορθώσαι. Και μη μου λέγει τις, ότι εγώ δεν έχω τινά αδελφόν συναναστροφήν. Με τον διάβολον δεν έχωμεν ημείς οι Χριστιανοί καμίαν σχέσιν, αλλά με τους ανθρώπους και μάλιστα με τους πιστούς, πολλά έχομεν κοινά˙ μήπως δεν είμεθα μιας φύσεως; δεν κατοικούμεν όλοι εις την γην και ταις αυταίς τροφαίς τρεφόμεθα; δεν έχουν και αυτοί ένα αυθυέντην τον Θεόν; δεν εδέχθηκαν και αυτοί το Άγιον Ευαγγέλιον και τον Νόμον τού Θεού ; δια τούτο ας μη λέγωμεν αυτά τα ψυχρά λόγια, αλλά μόνον την πρέπουσαν κηδεμονίαν και κυβέρνησιν εις τους αδελφούς να δείχνωμεν, και επάνω εις όλα την αγάπην όπου είναι το κεφάλαιον των αρετών, χωρίς της αγάπης αδύνατον είναι να σωθή τις.

 Δια τούτο, αδελφέ, μη παύσης ποτέ νουθετείν και διδάσκειν τον αδελφόν, εάν και σε υβρίζη και σε φοβερίζη να γένη επιζήμιος˙ όλα εκείνα υπόμεινε τα μετά μακροθυμίας, έως ότου να κερδήσης την σωτηρίαν της ψυχής του. Εάν δε εκείνος θέλη γείνη εχθρός σου κακός και δυνατός, αλλά ο Θεός σου γί­νεται φίλος και βοηθός, ου μόνον εδώ εις του τον κόσμον, αλλά μάλιστα και εις εκείνην την ημέραν της Κρίσεως μεγάλα χαρίσματα θέλει σε φιλοδωρήσει. Όμως και να κάμνη τις έλεημοσύνην εις τους πτωχούς, μέγα καλόν είναι και σωτήριον, άλλά μεγάλητερον είναι να εύγάλη τις άλλον τινά από την πλάνην της απιστίας και αμαρτίας˙ διότι δεν έχει η ψυχή εξαγορασμόν ουδέ με τον κόσμον όλον˙ ώστε εάν και μύρια χρήματα δώσης, δεν ημπορείς να κάμης τίποτε, όπως μίαν ψυχήν να επιστρέψης εις την αλήθειαν. Και όποιος δυνηθή και κάμη τούτο, γίνεται ως τον Παύλον και τον Πέτρον˙ όχι να κινδυνεύση ως εκείνους πολλαίς κακοπάθειαις, διότι ο καιρός τούτος είναι ειρήνης, αλλά μόνον επιμέλειαν και προθυμίαν να βάλη. Και τι λέγω Παύλον; στόμα είναι, λέγω, του Χριστού εκείνος όπου θέλει ελευθερώσει ψυχήν από την πλάνην της απιστίας και ασεβείας διότι λέγει Συ ο εξάγων τίμιον εξ αναξίων, ως το στόμα μου έση.

Είναι ακόμη δίκαιον και πρέπον, ότι εις τα σπήτια να λέγωμεν εκείνα όπου διηγείται η Θεία Γραφή εις την Εκκλησίαν, ή φίλος είναι ή συγγενής και εάν σήμερον τον καταπείσης και αύριον, ή και μηδέποτε σε ακούση, συ τον μισθόν έχεις παρά Θεού έτοιμον. Εάν και μη όλους και ολίγους από τους πολλούς θέ­λει σώσει˙ διότι και οι Απόστολοι, εάν και όλους δεν εκατάπεισαν να πιστεύσουν εις τον Χριστόν αλλά επειδή με όλους εδιαλέχθησαν, τον μισθόν από όλους εκέρδησαν. Συ δε, εάν και εκατόν μη δυνηθής επιστρέψαι, τουλάχιστον των πέν­τε μη καταφρόνησες· εάν δε και τους πέντε μη δυνηθής, του ενός μη παρίδης˙ διότι ου προς το τέλος των κατορθωμά­των, αλλά προς την γνώμην των κατορθούντων, ο Θεός δίδει τους στεφάνους. Δια τούτο, όταν ιδής τινά δεόμενον ψυ­χικής ή σωματικής θεραπείας, μη λέγεις προς τον εαυτόν σου διατί δεν τον ιάτρευσε; δεν τον εξομολόγησεν ο δείνα και ο δείνα; ή ότι εγώ είμαι κοσμικός και έχω γυναίκα και παιδιάκαι πρέ­πει αυτά να τα κάμνουν οι παπάδες και οι καλόγεροι. Για είπε μου συ, εάν ήθελες εύρει θησαυρόν γεμάτον από χρυσίον κείμενον, τάχα θα έλε­γες προς τον εαυτόν σου˙ διατί δεν επήρε τον θησαυρόν τούτον ο δείνα και δείνα, ο Ιωάννης και ο Δημήτριος ; και εγώ μοναχός να τον πάρω; τούτο δεν ήθελες είπει ποτέ σου, αλλά θα επροσπάθεις πρώτος από όλους να τον αρπάξης˙ ούτω νόμιζε και κάμνε δια τους ξεπεσμέ­νους αδελφούς, και βάνε με τον νουν σου, ότι θησαυρόν ηύρες την επιμέλειαν εκεί­νων. Και τι άλλο εις τον κόσμον καλλίτερον από τούτο, το οποίον ούτε νηστεία, ούτε χαμαικοιτία και γονυκλισία ούτε άλ­λο τι δύναται να κατορθώση, παρά μόνον η σωτηρία όπου κάμνεις του αδελφού ; Και μήπως εγώ αυτά λέγω; αυτός ο ίδιος Θεός είπε τούτο˙ ότι μόνον και ένα να σώσης, λέγει, ως το στόμα μου είναι το στόμα σου˙ δια τούτο πρέπει να παραγγέλλης προ του πεσείν εις την αμαρτίαν, να φυλάγουν και την παρθενίαν των, με τας άλλας αρετάς, διότι μεγάλην σωτηρίαν ημίν προξενείς.

Αλλά μετά την αμαρτίαν, πολλήν επιμέλειαν να κάμνης ει εκείνους να έλθουν εις μετάνοιαν, και εις τούτο έχεις περισσότερον μισθόν και έπαινον παρά Θεού διότι και οι Ιατροί παραγ­γέλλουν εις τους ασθενείς να φυλάγωνται από κάποια βλαβερά φαγητά, έως ου να γενούν καλά˙ εάν δε αμελήσουν και δεν φυλάξουν των παραγγελθέτων και πάλιν πέσουν εις την ασθένειαν, δεν τους αφίνουν να κινδυνεύσουν έως θανάτου, αλλά τότε μάλιστα πολλήν προσπάθειαν κά­μνουν δια να τους ελευθερώσουν των α­σθενειών. Και συ λοιπόν όπου είσαι πνευ­ματικός Ιατρός, όταν είναι ανάγκη, τον αδελφόν διορθώσασθαι, εάν και αυτήν την ψυχήν να βάλης μέχρι θανάτου, μη παραιτηθής. Ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χρι­στός δι' ημάς απέθανε, και συ καν με λόγον δεν θέλεις να τον παρηγόρησες; ποίαν απολογίαν θέλεις δώσει έμπροσθεν εις το φοβερόν Κριτήριον του Χριστού, εις τόσην απώλειαν των ψυχών όπου παραβλέπεις; Εάν ήθελες ιδεί τινά όπου υπάγουν να τον κρεμάσουν με δικαίαν κρίσιν, εάν ήσουν εξουσιαστής να τον αρπάξης από των φονέων τας χείρας, τάχα δεν ήθελες κάμει παντοίους τρό­πους να τον ελευθέρωσες από τον φόβον; Τον δε αδελφόν σου βλέπεις, όχι υπό του φονέως συρόμενον αλλά υπό του διαβόλου προς τον κρημνόν της απώ­λειας ελκόμενον και ουδέ καν με συμβουλάς αξιώνεις να τον ευγάλης από του κά­κου θηρίου; και πως να τύχεις συγχωρήσεως; Άλλ' αν ήναι δυνατώτερός σου, φανέρωσε τον εμένα˙ και καλλίτερον το έχω να βάλλω την ζωήν μου εις θάνατον, παρά να τον αφήσω να έμβη εις τα πρό­θυρα της Εκκλησίας˙ εν γαρ τούτο της πονηρία; είδος είναι και παρηγορίαν νο­μίζουν είναι της εδικής των κολάσεως, των άλλων την απώλειαν.

Τις από σας, ειπέτε μοι, υπήγαιε εις σπήτι χριστιανικόν και έπιασατε χαρτί γραμμένον και εδιαβάσατε την Γραφήν; ουδένας έχει να ειπή, ότι εδιάβασα, και πολλά ωφελήθηκα, αλλά μόνον πεσσούς και κύβους ευρίσκομεν εις τους περισσο­τέρους οίκους, ήγουν τα χαρτία και τας τέχνας όπου παίζουν. Εάν δε και ευρέθη τις να έχη βιβλίον, το κλίνει και το βά­ζει εις το σεντούκι και στέκεται πάντοτε˙ και μόνον όλη των η προθυμία είναι εις την λεπτότητα των υμεναίων, ήγουν εις τα τραγούδια και παίγνια. Άλλοι πάλιν, αν έχουν βιβλία, καυχώνται εις το κάλ­λος των γραμμάτων, όχι πως να διαβά­ζουν να ωφελούνται ή κέρδος ψυχής να αποκτήσουν, αλλά πλούτον και φιλοτι­μίας φανέρωσιν ποιούμενοι εις αυτά είναι η σπουδή τους˙ τόση είναι η μεγάλη των υπερηφανία, διότι δεν ακούω τινά να ωφεληθή από τα γραμμένα, μόνον καυχάται πως έχει με χρυσογραμμίαν τα βιβλία του.

Ο ευνούχος εκείνος όπου τον εβάπιισεν ο Απόστολος Φίλιππος, ο όποιος μ' όλον όπου ήτο βάρβαρος και αγράμματος και πολλαίς φροντίδες είχε, και εκείνα όπου εδιάβαζε δεν ήξευρε τι έλεγαν, όμως πάλιν δεν έπαυεν αναγινώσκων καθήμενος επάνω εις το αμάξι˙ και ανίσως εις τον δρόμον όπου επήγαινεν έκαμε τόσην σπουδήν εις την ανάγνωσιν, τάχα όταν ήτον εις το σπήτι του, πόσην σπουδήν εποίει; μάλιστα δε όπου δεν εγνώριζε τι έλεγαν εκείνα όπου διάβαζε; Διότι, καθώς όταν πεινά τις, σημείον εί­ναι υγείας του σώματος, ούτω είναι και η σπουδή περί την ακρόασιν των Θείων Γραφών, σημείον μέγιστον της ψυχικής υγείας. Δια ποίαν λοιπόν άφορμήν πολλαίς φοραίς ημείς δεν σάς λέγομεν την λύσιν των δυσνόητων προβλημάτων, να τα καταλάβετε; Τούτο το κάμνομεν δια να σάς συνηθίσωμεν, μη πάντα και σεις να δέχεσθε την τροφήν μασημένην, αλλά και σεις μόνοι σας να κάμνετε την λύσιν του νοήματος άλλαις φοραίς, καθώς κά­μνουν αι περιστεραί˙ διότι και εκείναι, έως ότου είναι εις την φωλεάν τα που­λιά τους, τα τρέφουν με το στομάτων, όταν δε δυνηθούν να εύγουν από την φωλεάν και ιδούν ότι δύνανται να πε­τούν με τα πτερά των, δεν τα τρέφουν όπως και πρώτα, αλλά φέρουσι μεν το σπυρί του σιταριού εις το στόμα τους και τους το δείχνουν, και αυτά έρχονται σιμά˙ αι δε μητέρες αφίνουν την τροφήν επί της γης και παρακινούν αυτά να παίρνουν την τροφήν μοναχά τους.

Ού­τως και ημείς κάμνομεν, πέρνοντες την πνευματικήν τροφήν επί του στόματος˙ είτα προσκαλούμεν υμάς και φανερώνομεν υμίν την λύσιν κατά συνήθειαν˙ και όταν πλησιάσετε να δεχθήτε, αφίνομεν άλυτον την λύσιν των λόγων, ώστε μο­ναχοί σας να διαλύσετε τα νοήματα της Θείας Γραφής. Και καθώς εις τους ασθε­νείς δεν φθάνει σύντομον και ενός εί­δους φαγητόν να τους δίνουν, αλλά εί­ναι ανάγκη να ετοιμάσουν πολλών ειδών φαγητά, εάν το ένα ο ασθενής δεν θέλη­ση, το έτερον να θελήση, εάν και εκείνο δεν θ έλη, το άλλο θέλει το δεχθή, αν και τούτο αποδιώξη, θέλει λάβει το έτε­ρον και από την πολλήν ανορεξίαν την δυσκολίαν της γεύσεως θέλομεν κινήσει, και εκ των πολλών ειδών της τραπέζης το δυσάρεστον της γνώμης θέλει θεραπευθή˙ ούτω γίνεται και επί της πνευμα­τικής εστιάσεως και πρέπει να κάμνωμεν, όταν είμεθα ασθενείς εις την ψυ­χήν, ίνα εκ των πολλών αναγνωσμάτων και παραδειγμάτων των Αγίων Γραφών εύκολα να γίνεται η Ιατρεία των ψυχι­κών μας ασθενειών.

Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν αγάπην, να μη βαρύνεσθε την παραίνεσιν και την καθοδήγησιν˙ διότι εάν βαρύνεστε μ' όλα ταύτα, αλλά εγώ πρέπει να βαρύνωμαι ο οποίος πολλάκις λέγω και δεν ακούομαι, και όχι σεις οι πάντοτες μεν ακούοντες και παρακούοντες. Ή δεν ηξεύρετε ότι οι καταφρονούντες της Θείας ακροάσεως ότι δεν τους λέγει η αγία Γραφή ανθρώπους αλλ' ανόητα πλάσματα, και δια της καταφρονήσεως ταύτης, έχασαν την ευγένειαν της ανθρωπότητος ; και άκουσον ιστορίαν πάλαιαν περί ταύτης της υποθέσεως. Ο μεγαλοφωνότατος Προφήτης Ησαΐας υπήγεν εις την Ιουδαίαν πόλιν την Μητρόπολιν, την πολυάνθρωπον, δηλαδή εις τα Ιεροσόλυμα και εστάθη εις την αγοράν, και το πλήθος των ανθρώπων τον επερικύκλωσαν. Ηθέλασε να δείξη ότι εκείνος όπου δεν θέλει να ακούση τα θεια λόγια, δεν είναι άνθρωπος δια τούτο εβόα και έλεγε μεγαλοφώνως προς το πλήθος του κόσμου όπου εστέκοντο ολό­γυρα του. Άνδρες αδελφοί, ήλθα εις το μέσον υμών και δεν είναι τις άνθρωπος˙ εκάλεσα και δεν είναι τις να με ακούση. Δια τούτο εγύρισε προς τα στοιχεία τον λόγον, και είπεν άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη˙ δια τούτο λέγω έγώ εις αν­θρώπους απεστάλην υπό τού Θεού, προς ανθρώπους όπου έχουν νουν αλλ' επει­δή ούτε λόγον ούτε αίσθησιν έχουσι, δια τούτο μόνον κορμία είναι πολλά; αλλά ακοήν δεν έχουν διότι τα αυτία τους εί­ναι απερίτμητα και κωφά και δια τούτο ουδέ εκείνος, όπου έχει σώμα και φωνήν ανθρώπου λέγεται άνθρωπος, αλλά όποιος έχει ψυχήν άνθρωπου και προθυμίαν.

Ηξεύρω λοιπόν, ότι πολλοί από σας βαρετώς ακούουσι τον λόγον της ανα­γνώσεως, και νουθεσίας˙ αλλά τι το όφε­λος της σιωπής; διότι, εάν και σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω δια των λόγων, αδύνατον είναι δια της σιωπής ταύτης ελευθερώσαι υμάς από της κολάσεως, και ούτω περισσεύει τα της τιμωρίας, και όχι μόνον εσάς, αλλά και εμένα προξενεί την κόλασιν αύτη η σιωπή. Τις λοιπόν είναι η χάρις των λόγων, όταν εις τα έρ­γα μη βοηθή ; τι το κέρδος να ευφραίνωμεν με τον λόγον, και να λυπούμεν με το πράγμα; να γλυκαίνωμεν την ακοήν, και να κολάζωμεν την ψυχήν; δια τούτο καλλίτερα είναι εδώ να λυπηθούμεν, πα­ρά να δοθούμεν εκεί εις την αιώνιον κό­λασιν. Δια τούτο δεν πρέπει να σας κακοφαίνωνται τα λεγόμενα, αλλά να τα δέχεσθε, και να τα επαινήτε. Είδε και είναι τινές ασθενείς εις την νουθεσίαν της αγίας Γραφής, και δεν ημπορούν να δεχθούν τας απολογίας ημών, εκείνο θέ­λω ειπεί προς αυτούς ότι εγώ νόμους ιδικούς μου δεν διηγούμαι εις εσάς, αλλά διαβάζω γράμματα τα καταβάντα από των ουρανών˙ δια τούτο ανάγκη είναι τον εμπιστευθέντα αυτήν την διακονίαν, να διδάσκη τα γεγραμμένα μετά παρρη­σίας πολλής, δια το συμφέρον της ψυχής των ακουόντων.

Αλλά μη μόνον το γλυ­κύ της ακροάσεως εις όλα να γυρεύετε, αλλά και την βαρύτητα της επιτιμήσεως˙ διότι και ο λέγων, και ο ακούων, μεγάλον κίνδυνον έχουν, εις το αποκρύπτειν τον Θείον νόμον διότι και οι διδάσκαλοι κρίνονται, ως φονείς, όταν δεν διδάσκουν του Θεού τα δικαιώματα χωρίς υποκρίσεως και χάριτος. Τον Παύλον πάλιν φέ­ρω εις σας αξιόπιστον μάρτυρα, δια τούτο και εγώ συνεχώς πάντοτε από όλους καταφεύγω υπό την αγίαν αυτού ισχήν, ότι είναι Προφητείαι, και νόμοι Θείοι τα λόγια του˙ διότι δεν είναι ο Παύλος όπου ομιλεί, αλλά ο Χριστός, όπου κινεί την γλώσσαν του Παύλου. Λέγει λοιπόν καθαρός είμαι εγώ από του αίματος πάντων πως ; και διατί ; ότι δεν εντράπη­κα να μη ειπώ εις σας όλην την βουλήν του Θεού. Και αν δεν ήθελεν ειπεί όλην την αλήθειαν, μόνον μερικά, δεν ήτον καθαρός εκ του αίματος των πιστευσάντων, αλλά ως φονεύς εκρίνετο υπό Θεού και με όλον το δίκαιον διότι ο μεν φο­νεύς μόνον το σώμα του άνθρωπου φο­νεύει, ο δε διδάκαλος ο προς χάριν διδά­σκων, και αμελείς κάμνει τους ακροατάς; και την ψυχήν του πέμπει εις αθανάτους κολάσεις, και τιμωρίας. Ποιος λοιπόν να ήναι τοιούτος ασυμπαθής, και απάνθρω­πος, ως όταν κατηγορή τον διδάσκοντα και λέγοντα περί της οργής του Θεού συνεχώς, πόσην βαρύτατην κόλασιν μέλ­λει να λάβη; διότι έγώ εάν σιωπήσω, και αποκρύψω από της σιωπής τα κρίματά σας, καλώς και δικαίως αγανακτεί καθ' ένας, εμού σιωπώντος. Εάν δε και ημείς τώρα σιωπήσωμεν, κατά πάσαν ανάγκην εκεί θέλουν φανή τα αμαρτήματα. Τι όφελος έγεινεν από της σιωπής; ουδένα διότι εκείνος, όπου προς το συμφέρον των ακουόντων επιβλέπει, και αν εγκωμιάζη τον λόγον, ου μόνον δεν είναι άξιος κατακρίσεως, αλλά στεφάνων, εάν και σιωπά, εάν και κατηγορήται. Και επειδή ο Δαυίδ, αν ήθελε σιωπήση επί του Γολιάθ, δεν ήθελε τον αφήση να εύγη εις πόλεμον, ουδέ την νίκην την μεγάλην, και λαμπράν ήθελε στήση, δια τούτο πολλαίς φοραίς ωμίλησα προς σάς, και τώρα πάλιν σάς το προλέγω, και πλέον δεν παρηγορώ, αλλά προστάσσω, και πα­ραγγέλλω. Και όποιος θέλει, ας ακούη, και ο μη θέλων, ας μη θέλη˙ ότι, εάν δεν υπομείνετε να ακούσετε τα παρ' εμού λε­γόμενα ονειδιστικά, πλέον δεν θέλω δειχθή εις σάς, ουδέ θέλω αφήσει να πε­ράσατε από τούτον τον δρόμον διότι τι ανάγκη να ήναι τόσον πλήθος ασθενημένων ;

Δώδεκα ήσαν οι Μαθηταί του Κυ­ρίου, και άκουσον τι λέγει ο Χριστός προς αυτούς μήπως θέλετε και σεις να υπάγετε, διότι εάν διόλου, και πάντοτε σάς καλολογούμεν, πότε να διορθωθήτε ; πότε να σάς ωφελήσωμεν ; Αλλά θέλει ειπή τις ότι πολλαίς Αιρέσεις είναι, και θέλουν μετατεθή εις εκείναις. Ψυχρός εί­ναι ο λόγος ούτος και ανωφέλευτος˙ διό­τι καλλίτερα είναι ένας, όπου να κάμνη το θέλημα του Θεού, παρά μύριοι παρά­νομοι, και άπιστοι. Είπε μου συ, ποιον σου φαίνεται καλόν, να έχης πολλούς κλέπτας ανθρώπους, και ανδροφόνους δουλευτάς, ή παρά να έχης ένα δούλον κα­λόν ; Όποιος θέλει από τους τοιούτους, ας φύγη, ουδένα θέλω άπ' αυτούς διότι αυτοί όλα τα καλά τα εχάλασαν, με το να λέγουν, πως να υπάγουν εις Αίρεσιν, και πίστιν άλλην να μετατεθούν, ότι είναι ασθενείς. Και πάλιν λέγει Συγκατάβηθι και συ παραμικρόν. Και έως πότε να συγκαταβαίνω ; και διο ποίαν αφορμήν, άπαξ, και δις, και τρίς, και μη διαπαντός ; Ιδού πάλιν σάς παραγγέλλω, και μαρτυρώ ενώπιον του Θεού, κατά τον μακάριον Παύλον, δα εάν έλθω και πάλιν, δεν θέλω σάς λυπηθή διότι όταν μέλλωμεν να κριθώμεν εις το φοβερόν Κριτήριον του Χριστού, και σεις μακράν θέλετε σταθή, και εμένα την Κρίσιν δίδετε, και τας τιμωρίας. Ώστε λοιπόν δάκνεσθε, και λυπείσθε, ότι της πικρότητος των λόγων μη υποφέροντες, δια την πρόσκαιρον εντροπήν ελευθέρωσητε από τας κο­λάσεις, και τούτο γνωρίζω καλά, ότι όλοι είμεθα υπό κανόνα, και ότι ουδέ­νας ημπορεί να καυχηθή, πως έχει καρδίαν καθαράν, και παρθένον.

Αλλά τούτο είναι το κακόν, ότι όχι μόνον πως δεν είμεθα καθαροί εις την ψυχήν, αλλά δεν προσερχόμεθα τω δυνάμενω Σωτήρι Χρι­στώ ποιήσαι αυτήν καθαράν, και αμόλυντον. Γνώριζω πάλιν, ότι σάς εγγίζουν τα λόγια, αλλά τι να κάμω; εάν δεν ήναι πικρά τα φάρμακα, αι πληγαί δεν ιατρεύονται˙ και πάλιν, εάν θέλω βάλει πι­κρότερα τα ποτά, δεν θέλετε υπομείνει. Δια τούτο από όλα τα μέρη στενά μου εί­ναι. Πλήν αναγκαίον είναι να ελαφρώσω την χείρα μου, διότι αρκετά είναι τα λε­γόμενα εις διόρθωσιν των θελόντων να ακούσωσι˙ είδε και πάλιν αδιόρθωτοι μείνετε, εις τας χείρας του Χριστού και Κριτού θέλετε παραδοθή, και τούτο όλοι το ηξεύρειε, ότι Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Όμως εκείνος όπου κάμνει μίαν και μόνην εντολήν του Θεού, αρχίζει και κάμνει και τας λοιπάς, και δεν θέλει σταθή, έως ου να φθάση εις το τέλος της αρετής, καθώς ο φιλο­χρήματος, όσον συναθροίζει πολλά χρή­ματα, τόσον περισσότερον επιθυμεί να απόκτηση.

Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν Αγάπην, τούτους μου τους λόγους μη μόνον κατά την παρούσαν ωραν να ενθυμήσθε, αλλά και εις τα σπήτια σας, και εις την αγοράν, και εις οποίον τόπον περιπατείτε, να τα διηγήσθε, και να τα λέγετε εις τους άλλους. Αμ ποτές να ήμουν παντοίε με τον εαυτόν σας˙ τώρα δε επειδή τούτο είναι αδύνατον να γένη, αντί δια τον εαυτόν μου, ενθυμεί­σθε τους ιδικούς μου λόγους, και επί της τραπέζης καθήμενοι, να νομίζετε πως εί­μαι με τον εαυτόν σας, και σας παρα­στέκω, και αυτά σας διδάσκω. Αυτά λοι­πόν, όπου λέγω τώρα, ταύτης ενθυμείσθε της εντολής, υπέρ της αγάπης ημών αποδόσατε την ανταπόδοσιν. Και τούτο ακόμη σας λέγω, ότι εάν και τίνες κατηγορούσι των λεγομένων, να σφαλίζετε τα αυτιά σας, και τον Προφήτην μιμηθήτε τον λέγοντα˙ Τον καταλαλούντα τον πλησίον αυτού λαύρα και απόκρυφα, τούτον εξεδίωκον. Εάν δε και κακώς θέλεις ειπεί, αποφράζω την είσοδον των λεγομένων, διότι δεν δέχομαι κόπρον και βόρβορον˙ διότι, τι κέρδος είναι να μάθης, ότι ο δείνα είναι πονηρός, και κα­κός ; Λοιπόν από τούτο μεγάλην βλά­βην, και ζημίαν έχεις εις την ψυχήν σου, να εξετάζης αλλονών αμαρτήματα, και τα ιδικά μας να μη τα βάνωμεν εις τον νουν μας˙ διότι κάλλιον είναι να μη ηξεύρης, παρά να μάθης κακώς.

Μάθε και τούτο ακόμη, εάν ιδής τινά να κάμη σκεύη Ιερά, ή άλλον στολισμόν της Εκ­κλησίας, ή περί τείχους και εδάφους, μη ειπής, πώλησον αυτά, δια να μην εμπόδι­σης την προθυμίαν αυτού.

Αληθώς προ του να τα κατασκευάση, και σε ερωτήση, πρόσταξε τον τα έξοδα εκείνα να τα δώση των πτωχών, δια να καταφρονή του κόσμου την απόλαυσιν, και την χαράν διότι δεν είναι πάντοτε, αλλά διαβαίνουν ως τον ίσκιον, και τα λυπηρά και τα χαροποιά˙ διότι, καθώς εκείνοι όπου είναι εις ξενιτείαν, πάντοτε επιθυμούσι να υπάγωσιν εις την Πατρίδα των, ούτω και εκείνοι όπου αγα­πούν τα μεγάλα χαρίσματα της ουρανίου Πατρίδος. Και καθώς εκείνος όπου περι­πατεί τον δρόμον, προσπαθεί να φθάση το τέλος του δρόμου, ούτω πρέπει και ημείς να σπουδάζωμεν δια τα μέλλοντα αγαθά, πότε να φθάσωμεν˙ και είτε ολί­γους χρόνους ζήσω μεν, πολλά νομίζει αυ­τά τη επιθυμία, των μελλόντων αγαθών. Ταύτα δε λέγω, όχι ότι κατηγορώ την παρούσαν ζωήν, μη γένοιτο, διότι και τούτος ο κόσμος έργον Θεού είναι, αλλά προς την αγάπην του Παραδείσου σας παρακινώ˙ ώστε να μη αγαπούμεν τα γήινα πράγματα, και να χαλούμεν το σώμα μας εις αυτά. Μήτε κατά τους ολιγοψύχους των πολλών να είμεθα, οι οποίοι, εάν και πολλούς χρόνους ζήσουν, ολίγους λέγουν ότι έζησαν˙ των οποίων τι δύνα­ται να γίνη αλογώτερον, και αγνωστότερον; επειδή και ουρανού ευτρεπισμένου, και των αγαθών εν τοις ουρανοίς, τα οποία μήτε μάτι ανθρώπου τα είδε, μήτε αυτί τα ήκουσε, προτιμούν τα φθαρτά του κόσμου τούτου, και κυλίονται εις τα ναυάγια των κυμάτων χειμώνος του πι­κρού, δηλαδή της πίκρας ζωής ταύτης. Αλλ' όχι ούτω ο μακάριος Παύλος, όστις εσπούδαζε και αγωνίζετο δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, ώστε μη στερηθήναι της Βασιλείας των ουρανών, ης γέ­νοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού˙ ω η δόξα, και το κράτος, νυν, και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν