NEKTARIOS444

 

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου: Ὁ ἅγιος του αἰῶνα μας -Ὁ ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς- Ἀφηγηματικὴ Βιογραφία. Ἔκδοσις Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης. Δεύτερη Ἔκδοση- Διορθωμένη. σελ. 269-274)

 

Στὸ ἀπόμακρο γιὰ κεῖνο τὸν καιρὸ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, τὸ Ἀρεταίειο, ἡ γραμματεία ἔπαιρνε ἀπ᾿ ἔξω ἐντολὴ καὶ ἔδινε μέσα ἐντολὴ νὰ κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στὸν μικρὸ παθολογικὸ θάλαμο γιὰ ἕναν γέροντα καλόγερο, ἀπὸ τὴν Αἴγινα.

Τὸν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δυὸ καλόγρηες κι ἕνας μέτριος στὸ ἀνάστημα σαραντάρης ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μπῆκαν ἀνησυχοῦσε καὶ κρυφόκλαιγε. Ἔκαναν τὶς διατυπώσεις τῆς εἰσόδου καὶ παραμονῆς του στὸ θεραπευτήριο καὶ ἡ μία ἀπὸ τὶς δυὸ καλόγρηες, ἔφυγε.

Στὸν θάλαμο ποὺ τὸν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια ὡστόσο μόνο τὰ δυὸ ἦταν πιασμένα. Στὸ διπλανὸ τοῦ γέροντα τῆς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων. Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης, εἶχε πέσει σ᾿ ἕνα γκρεμὸ ἀπὸ τὸ ζῷο του, χτύπησε κι ἀπὸ τότε τὸν ἔσερναν μὲ τὰ φορεῖα. Στὸ παρακάτω, ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοῦχος δάσκαλος, μὲ οὐρολογικὴ κι αὐτὸς πάθηση.

»Τί νομίζεις γερόντισσα Εὐφημία, ἔκανε κάπου στὸν προθάλαμο σιγανασαίνοντας καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά του ὁ ἄντρας, θὰ κάνει τὴν ἐγχείρηση, θ᾿ ἀντέξει στὸ μαχαίρι;»

Ἐκείνη ἀπόμεινε συλλογισμένη.

»Τί θ᾿ ἀπογίνουμε δίχως τὴν εὐλογημένη του καθοδήγηση, πῶς θὰ ζήσουμε χωρὶς τὴν προσευχή του;» συνέχισε ὁ ἄντρας.

»Ἐλπίζω, κύριε Σακκόπουλε, ἀποκρίθηκε τέλος ἡ καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ὁ καλὸς Θεὸς θὰ λυπηθεῖ τὴν ἀδελφότητα, δὲν θὰ ἐπιτρέψει ν᾿ ἀπομείνουμε εἴκοσι ὀκτὼ ψυχὲς ὀρφανές.»

»Ὦ ἀδελφὴ Εὐφημία, σ᾿ αὐτὸν ὀφείλω τὰ πάντα. Καὶ κυρίως τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς μου. Αὐτὸς μὲ εἰσήγαγε εἰς τὸ εὖρος, τὸ ὕψος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἔχει ὁ Κύριος. Ἀπὸ νωρὶς ἔχασα τὴν μητέρα μου καὶ τὸ ξεπέρασα, πρόπερσι ἀναπαύθηκε κι ὁ πατέρας μου, ἄνθρωπος ὅλο αὐταπάρνηση κι εὐγένεια καὶ τὸ κατάπια. Ἂν μᾶς ἐγκαταλείψει κι ὁ ἅγιος γέροντας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ὁδηγὸς καὶ μεσίτης εἰς τὸν Θεόν, θὰ καταντήσω δυστυχῆς, θὰ παραμείνω δεντρὶ στὴν ἔρημο...»

Ἡ καλόγρηα τὸν ἀνακύτταξε μὲ κάποια στοργὴ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι.

Πέρασε ὁ πρῶτος μήνας, πέρασε κι ὁ δεύτερος.

Δὲν πρόλαβε νὰ κάνει ἐγχείρηση, δὲν πρόλαβε νὰ περάσει ἀπὸ μαχαίρι.

Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπὸ ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὺς γιὰ τὴν ἐκλογικὴ ἧττα τοῦ Βενιζέλου, γιὰ τὶς ἀλλαγὲς στὴν Κυβέρνηση, γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἐξόριστου Βασιληᾶ Κωνσταντίνου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι συζητοῦσαν, σχολίαζαν τὴν ἔκπτωση τοῦ Μελετίου καὶ τὴν ἐπανανθρόνιση τοῦ Θεοκλήτου, ὅταν ὁ χλωμὸς ἀσκητικὸς ἐκεῖνος γέροντας, ὁ καλόγερος τῆς Αἴγινας, ἔβλεπε ξαφνικὰ καταμπροστά του ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους κατὰ χιλιάδες νὰ τὸν ὑποδέχονται.

Στάθηκε λίγο προτοῦ ξεψυχίσει κι ἀφουγκράστηκε. Ἀπὸ ψηλὰ κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ὁλόγλυκια φωνὴ σὲ ξένη χώρα, τὸν καλοῦσε.

»Εἴσελθε τέκνον, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Σὲ ἀναμένει ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος.»

» Εἰς ἐμέ, εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις Κύριε;» πρόλαβαν νὰ ψιθυρίσουν γιὰ στερνὴ φορὰ τὰ χείλη του.

Κι ἀνοίγοντας τὸ στόμα νὰ πάρει ἀνασεμιά, εἶδε πὼς μεταφέρεται. Παρέδωσε τὴν ἅγια του ὑπομονετικὴ ψυχὴ στὸν ἀγαπημένο του Ἀφέντη. Στὸν Ἀφέντη τῶν οὐρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.

Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε.

»Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ἀνάκραξε μὲ λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, ποῦ εἶναι ὁ κύριος Σακκόπουλος;... Τὸ τηλέφωνο παρακαλῶ, τὸ τηλέφωνο...

Ἦρθε μία σαβανώτρα ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου νὰ βοηθήσει τὴ γερόντισσα. Τὸ νεκρὸ σῶμα, μοσκομύριζε... Θεὲ καὶ Κύριε ! ... Κάτι πῆγε νὰ πεῖ ἡ γερόντισσα δὲν τὸ μπόρεσε. Γιὰ μία στιγμὴ ἔβγαλαν τὴ μάλλινη φανέλλα καὶ τὴν πέταξαν πρόχειρα στὸ διπλανὸ κρεββάτι. Κι ὥσπου νὰ προχωρήσουν νὰ τελειώσουν μὲ τὰ σάβανα, ὁ διπλανὸς ἄῤῥωστος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε ὄρθιος, ἀμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στὰ πόδια του κι ἔκανε τὸ σταυρό του.

»Σηκώθηκα, περπατάω! ἀνάκραξε δυνατά, Θεέ μου, ἔγινα καλά! Τί ἔχει αὐτὴ ἡ φανέλλα;»

Γιὰ δές, ἦταν στ᾿ ἀλήθεια ὄρθιος, περπατοῦσε!

Δὲν καλοκατάλαβαν, ἀπόμειναν νὰ χάσκουν. Τὸ νεκρὸ σῶμα μοσκομύριζε... Ἡ γερόντισσα πῆρε τὴ φανέλλα τὴν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στὸ ῥάσο της. Τὰ χέρια τῆς ἔτρεμαν.

Ἀπόρησαν οἱ γιατροί, ἀπόρησε καὶ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου ὅταν ἔμαθαν πὼς ὁ φτωχὸς ῥασοφόρος ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ἦταν ἄλλοτε γενικὸς διευθυντὴς στὴ Ῥιζάρειο καὶ ἦταν λέει... δεσπότης!

Μία νύχτα θρήνου πέρασε ἡ γερόντισσα Εὐφημία.

Ἀργὰ τὸ πρωὶ ἔφθασε ἕνας φίλος Ἀρχιμανδρίτης, ἱεροκήρυκας, ὁ Παντελεήμων Φωστίνης καὶ λίγο πιὸ ἔπειτα ὁ πρωτοπρεσβύτερος Ἄγγελος Νησιώτης, διαλεκτὸς μαθητής του στὴ Ῥιζάρειο καὶ δημιουργὸς ἀργότερα κατηχητικῶν σχολείων. Ἔφθασε σωστὸ ἀνθρώπινο ῥάκος κι ὁ Κωστῆς Σακκόπουλος. Παράγγειλαν τὸ φέρετρο παράγγειλαν τὴ νεκροφόρα καὶ λίγo ἀργότερα ξεκίνησαν γιὰ τὸν Πειραιά.

Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτή», θὰ σήκωνε ἄγκυρα γιὰ τὴν Αἴγινα ἀκριβῶς στὶς δυὸ τὸ μεσημέρι. Ἡ νεκροφόρα μὲ λογὶς - λογὶς διατυπώσεις ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Πειραιά, λίγo μετὰ τὶς δώδεκα. Ὁ ναὸς βρέθηκε κλειστός, ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος, ἔλειπαν γιὰ μεσημεριάτικη διακοπή.

Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στὸ πεζοδρόμι κόσμος. Ἀπὸ λαλιὰ σὲ λαλιά, ἀκούστηκε, μαθεύτηκε στὴν ἐργατικὴ πόλη, ἡ κοίμηση τοῦ γέροντα τῆς Ῥιζαρείου. Κι ἕνας λαὸς περικύκλωσε τὸ φέρετρο.

Καθὼς τὸ ἔφεραν σιμὰ στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στὴν πόλη καὶ στὸ χῶρο ποὺ τόσο εἶχε κηρύξει κι ἀγαπήσει κι ἄνοιξαν τὸ καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο, τὸ καταπληκτικό. Ἀπὸ τὴν ἤρεμη καὶ γαλήνια μορφὴ ἔσταζε κάτι σὰν ἱδρῶτας ποὺ μοσκομύριζε... Θεὲ καὶ Κύριε !

Ὁ Κώστας ὁ Σακκόπουλος σαστισμένος ἔτρεξε κι ἀγόρασε ἀπὸ τὸ περίπτερο ἕνα πακέτο μπαμπάκι καὶ σκούπισε σιγὰ - σιγὰ καὶ ἀπαλὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὸν μοσκομύριστο ἱδρῶτα. Μερικοὶ τότε ἔπεσαν ἐπάνω του, τοῦ ἅρπαξαν τὶς τοῦφες τὸ μπαμπάκι, τὄφερναν εὐλαβικὰ στὸ μέτωπό τους, ἄλλοι τὄκρυβαν στὶς τσέπες τους, ἄλλοι τὸ παράχωναν στὸ στῆθος.

»Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ῾λαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναξαν καὶ οἱ ἄνδρες ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο, ἕτοιμοι νὰ τὸ ξαναφέρουν στὴ νεκροφόρα.

Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτή» ἔφθασε στὶς τέσσερις παρὰ κάτι, ἀπόγευμα στὴν Αἴγινα μὲ τὴ σημαία «μετζάστρα» στὸ πλωριὸ κατάρτι.

Προτοῦ ἀράξει στὸ μῶλο, ὁ καπετάνιος σφύριξε τρεῖς φορὲς πένθιμα καὶ συνθηματικά.

Στὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Σαρωνικοῦ ταξίδευε τὸ ἱερὸ λείψανο ἑνὸς ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς κληρικοῦ ποὺ δὲν καυχήθηκε ποτὲ γιὰ κάτι δικό του. Ἑνὸς ἱερομονάχου ποὺ εὐαρέστησε τὸν ἅγιο Θρόνο μὲ τὴν ὑπακοή, τὸ ταπεινὸ φρόνημα, τὴν ὑπομονή, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη.

Ἀμέτρητος λαὸς πλημμύρισε κάτω τὴν παραλία. Ὅλος σχεδὸν ὁ κλῆρος, ὅλοι οἱ ἱερομόναχοι, ὅλες οἱ καλόγρηες ἀπὸ τὰ ντόπια μοναστήρια.

Οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν σιωπηλά, μερικὲς στέναζαν, μερικὲς μοιρολογοῦσαν.

»Παππούλη μας, προστάτη τῆς φτωχολογιᾶς, τί θ᾿ ἀπογίνουμε τώρα ποὺ μᾶς ἄφησες ὀρφανὲς καὶ μόνες;»

Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιὸς θὰ σηκώσει τὸ φέρετρο. Ἦταν οἱ φίλοι του, οἱ ψαράδες τοῦ γυαλοῦ, οἱ σφουγγαράδες ποὺ ταξίδευαν καὶ βουτοῦσαν πέρα στὴν Τζιμπεράλτα καὶ στὸ Τούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τῆς εὐλογίας μὲ χαραγμένο στὴ μέση τὸν τίμιο σταυρό, ἐργάτες ποὺ δούλεψαν στὴ μονὴ κι ἔφαγαν ψωμὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, oικοδόμοι, ἀγρότες ἀμπελουργοί, ἐπαγγελματίες καὶ πλανόδιοι.

Ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀστυνόμο γιὰ νὰ τοὺς φέρουν σὲ λογαριασμό, τοὺς χώρισαν σὲ τετράδες καὶ ὑπολόγισαν τὸ δρόμο κάπου δυὸ ὧρες καὶ κάτι, ὤσαμε τὸ μοναστήρι.

Σὲ λίγο τὰ πάντα τακτοποιήθηκαν καὶ ἡ πομπὴ ξεκίνησε.

Ἦταν κάτι τὸ ῥιγηλὸ καὶ συγκινητικό. Ποτὲ ἡ Αἴγινα δὲ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι.

Αὐθόρμητα ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀγκάλιασε τὸ λείψανο - θησαυρὸ τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ της καὶ τόφερνε μὲ σφιχτὴ ἀνασεμιὰ στὴ θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τὴν πόλη καὶ τὴν παραλία. Οἱ καμπάνες στοὺς ναοὺς σιγοχτυποῦσαν ὅπως τὴ μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ᾿ ὅλες τὶς πόρτες καὶ δροσερὰ λουλούδια ἔπεφταν ἀπὸ γρηὲς καὶ νιὲς καὶ δροσερὲς παρθένες. Ἕνα πλῆθος νέοι ῥασοφόροι Ῥιζαρεῖτες ἀκολουθοῦσαν σιωπηλοί.

»Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι λαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαγκαδιές, καθὼς σήκωναν τὸ φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν᾿ ἀλλάξουν βάρδια.

Τὸ μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογῆς ἄνθρωποι, γνωστοί, ἄγνωστοι, καταλαχάρηδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ λόγγου, τῆς ἀκρογυαλιᾶς. Ὅλοι τους εἶχαν διάθεση νὰ παρασταθοῦν, νὰ προσευχηθοῦν, νὰ ξενυκτίσουν, νὰ κλάψουν.

Σ᾿ ὅλο τοῦτο τὸ πλῆθος καὶ στὶς καλόγρηες τῆς ἀδελφότητας ποὺ ἔκλαιγαν σὰν μικρὲς νεαρὲς κοπέλλες, ξεχώριζε ἡ φυσιογνωμία τῆς ἡγουμένης, τῆς ὁσίας Ξένης, τῆς τυφλῆς.

Στάθηκε κάποια στιγμὴ καταμπροστὰ στὸ φέρετρο, πάνω στὴ γαλήνια κι εὐγενικὴ μορφή, ποὺ θαῤῥοῦσες ὅτι λαφροκοιμόταν, τὴ μορφὴ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καὶ ὁδηγοῦ, τοῦ εὐεργέτη καὶ προστάτη της καὶ μὴ μπορῶντας μὲ τὰ τυφλὰ μάτια νὰ δεῖ, νὰ προσέξει τὸν ἱδρῶτα - μύρο ποὺ κυλοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο, τόνοιωσε σὰν ὄσφρηση, σὰν εὐωδιὰ καὶ μένοντας ἀκίνητη καὶ κάνοντας τρεῖς φορὲς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶπε:

»Ὁ πατέρας μας δὲν πέθανε. Ζεῖ, μᾶς βλέπει καὶ προσεύχεται ἀπόψε γιὰ μᾶς. Τὸ μοναστήρι μας θὰ προκόψει δὲν θὰ τὸ ἀφίσει ὁ Κύριος. Ὅταν ζοῦσε καὶ τὸν ἀπολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο καὶ ὁδηγό, αὐτὸ πάντα μας ἔλεγε. Αὐτὴ τὴν προφητεία: Ἀπὸ δῶ, μᾶς ἔλεγε, κόρες μου, ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐρημιές, σὲ μερικὰ χρόνια θὰ διαβαίνουν ἅμαξες, θὰ περνᾷ πλῆθος ὁ κόσμος μὲ ἀφιερώματα, χρυσάφια καὶ λαμπάδες. Καὶ μεῖς οἱ ἄπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ὁ σεβασμιώτατος, ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀνησυχία. Ἀδελφές μου, μὴ κλαῖτε, ἀδέλφια μου μὴ θρηνεῖτε. Ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ἑλλάδα ἀπόκτησε ἕναν ὅσιο, ἕνα σημερινὸ ἱκέτη ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐσταυρωμένο».

Τὰ λόγια της σκέπαζαν τοὺς κρυφοὺς λυγμούς της ἀπὸ μία θεϊκὴ δύναμη καὶ χάρη. Τὰ λόγια της ἔπεσαν στὸ πλῆθος μὲ τέτοια ἁρμονία ποὺ γλύκαναν εὐθὺς ὅλες τὶς καρδιὲς καὶ γιὰ κάμποσο χρονικὸ διάστημα τῆς νύχτας ἀπόδιωξαν τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις τοῦ θανάτου.

Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες κράτησε τὸ λαϊκὸ τοῦτο προσκύνημα. Καὶ τὸ λείψανο ἀδιάκοπα ἔσταζε ἱδρῶτα μύρο καὶ σκορποῦσε ὁλοτρόγυρα εὐωδία!

Μία ἀπὸ τὶς τρόφιμες τῆς ἀδελφότητας ἀνησύχησε.

»Θὰ πρέπει νὰ ἐπισπεύσουμε τὸν ἐνταφιασμό, πέταξε μὲ σπουδὴ στὴν ὁσία Ξένη. Δὲν μπορεῖ, γερόντισσά μου, σῶμα εἶναι, θὰ βρωμίσει».

Τὸ βράδυ ποὺ κοιμήθηκε, εἶδε ὁλοζῶντανο σιμὰ τῆς τὸν γέροντα ντυμένο στὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια.

» Σεβασμιώτατε», ἀνάκραξε. Καὶ γονάτισε νὰ τοῦ ἀσπασθεῖ τὸ χέρι.

»Βρωμᾶ παιδί μου, τὸ χέρι μου;» τὴ ῥώτησε ἐπιτιμητικά.

» Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.

»Τί μυρίζει;»

»Λιβάνι καὶ ἀλόη.»

»Τότε μὴ φοβεῖσαι καὶ διὰ τὸ λείψανον.»

Ξύπνησε καταφοβισμένη. Ἔτρεξε στὸ φέρετρο, ἀσπάσθηκε τρεῖς φορὲς τὰ κρινοδάχτυλα τῶν χεριῶν. Καὶ ξαναπρόσεξε ποὺ ἔτρεχε συνέχεια στὴ μορφὴ ἱδρῶτας - μύρο.

Φυσικὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. Θὰ τὸν τοποθετοῦσαν ἐκεῖ πλάγια στὸ ναό, χαμηλὰ στὸ πεῦκο. Στὸ καταπράσινο καὶ φουντωτὸ βελονόφυλλο δεντρὶ ποὺ τόσο αὐτὸς καμάρωνε κι ἀγαποῦσε. Ἐκεῖ, ποὺ κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος, σὰν ἔσκαβε γιὰ νὰ τὸ φυτέψει, τοσοδούλι καὶ μικράκι, ἄκουσε τὴν παράδοξη φωνὴ : «ἄφισε τόπο γιὰ ἕνα τάφο». Ναί, τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. Ὁ καλὸς Θεὸς εἶχε προδιαλέξει τόπο γιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ του.

Προτοῦ σκεπάσουν τὸ φέρετρο γιὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὅλες σχεδὸν οἱ μαθήτριες καὶ ὑποτακτικὲς ἔφεραν κι ἔῤῥιξαν λεμονανθοὺς ἀπὸ τὶς λεμονίτσες ποὺ εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μὲ τὸ χέρι του, σὲ διάφορες πρασιὲς ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ παράπλευρα ἔξω.

 

 

 

 

νεκταριος33
 

Βρωμερές συκοφαντίες

         Πολλά όμως διεσπείροντο από τους κακούς ανθρώπους στην Αθήνα περί του Πενταπόλεως και της ανέγερσης της Μονής [δηλαδή της γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, της οποίας κατόπιν διετέλεσε εφημέριος και πνευματικός]. Πολύ εδοκιμάσθη από τους διεστραμμένους, τους μοχθηρούς και τους συκοφάντες. Διέδιδαν συκοφαντίες ανηθικότητος ανηκούστους. Ησχολήθη με αυτές και η Ιερά Σύνοδος. Ο δέ τότε Πρόεδρος αυτής, ο Αθηνών Θεόκλητος μετέβη αυτοπροσώπως επιτοπίως το 1908, διά να εξετάση. Φεύγοντας όμως από εκεί αναγκάσθηκε να ομολογήση ότι «ήτο όντως Θείον έργον».
       Πολύ τον κατέτρεξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Αυτός διετέλεσε και Οικουμενικός Πατριάρχης και Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Αυτός ο δυστυχής ήτανε μασώνος μοντέρνος, νεωτεριστής και έκαμε πολύ κακό στην Εκκλησία.
       Αυτός ήταν και κατά του μοναχισμού. Όταν ο Άγιος αγωνιζόταν με τόσες δυσκολίες να κτίση το Μοναστήρι, επήγε και τον απέτρεπε...

        - Τί κάνεις εδώ; Μοναστήρι κτίζεις τώρα; Δεν βλέπεις ότι τόσα εξωκκλήσια γύρω εδώ ερήμωσαν; Δεν είναι για Μοναστήρια στη σημερινή εποχή.

       Ο Πενταπόλεως όμως εξηκολούθησε και έγινε το Μοναστήρι και άλλα πολλά κατόπιν, ώστε η Αίγινα σήμερον να έχη τα περισσότερα Μοναστήρια. Το προείπεν ο Άγιος: «Θα γίνη, είπεν, η Αίγινα το Άγιον Όρος των Μοναζουσών». Και ήδη έχει εννέα Μοναστήρια γυναικών.

       Αλλά και ποία διαφορά στο τέλος των δύο Ιεραρχών. Ο Μεταξάκης, που έκαμε τόσε εις βάρος της Ορθοδοξίας, είχεν οικτρόν τέλος. Τον βρήκαν ένα πρωί κάτω από το κρεββάτι του νεκρόν και με την γλώσσαν του έξω. Αυτήν ακριβώς την γλώσσαν, που έλεγε αυτά στον Άγιο και τόσα εις βάρος της Ιεράς Παραδόσεως και της Ορθοδόξου Εκκλησίας!

       Εξ αντιθέτου, ο Πενταπόλεως, που έμεινε πιστός εις την Ι. Παράδοσιν και υπέμεινε τους πειρασμούς και διώξεις, είχεν άγιον τέλος και σήμερον τιμάται, όχι μόνον από το Πανελλήνιον, αλλά και από όλην την Υδρόγειον.

       Είναι αληθές, ότι ο Θεός παρεχώρησε να περάση και εκεί πολλές θλίψεις και πίκρες. Παρ' όλην την εκεί εργασίαν του, πολλοί κακοί άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά. Έφθασαν μάλιστα στο σημείον να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρον ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι.

       Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα «Κερού» είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρην της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώση. Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε.

       Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψη και άρχισε να συκοφαντή τον Άγιο. Τα λόγια της ήταν πολύ φαρμακερά και πειστικά. Ο Σεβασμιώτατος ανέφερε το περιστατικό στο Μητροπολίτη Αθηνών, Θεόκλητο, ζητώντας οδηγίες. Εκείνος τού είπε να την προστατεύση την κοπέλλα. Η κοπέλλα έφθασε στα 18 της χρόνια. Η Κερού όμως το πήρε πείσμα. Είχε το σατανά μέσα της. Επήγε στον Πειραιά και άρχισε τα κλάματα μπροστά στον Ανακριτή να διηγήται την τραγωδίαν της. «Ένας Καλόγηρος, που τάχα ασκητεύει, μού την πήρε στο γυναικομονάστηρο. Αυτός έχει όλες τις καλόγρηες ερωμένες. Σώστε το παιδί μου...».

       Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεσιν και την επομένην πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυό χωροφύλακες. Παρεβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ' ευθείαν στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχθή. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα:

- Βρε παληοκαλόγηρε!... πού είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επηκολούθησε αισχροτάτη φράσις). Αυτά κάνεις εδώ πέρα; Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας:
- Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα-τρίχα.

Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξι. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε:

- Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!!

        Και πράγματι! «έστι δίκης οφθαλμός, Ός τα πάνθ' ορά». Ο ασεβέστατος Εισαγγελεύς σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαρειά. Είχε τρομερούς πόνους από την αρρώστειά του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε. Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιον, να τον συγχωρέση. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια του Αγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθή. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συνεχώρησε με την καρδιά του. Του Εισαγγελέως [ωστόσο] έπειτα από δύο χρόνια τού κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο.
       Το Μοναστήρι του όμως, παρ' όλα αυτά, επρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης εμεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες. Έγινε ένα πνευματικόν κέντρον, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους.»

 
 

 

Από το βιβλίο του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Δ. Βασιλόπουλου «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ» (εκδ. «Ορθόδοξου Τύπου», Κάνιγγος 10, Αθήναι 2001)

βατατζης
 
 

Η ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή Βυζαντινής έχει αναδείξει σπουδαίες προσωπικότητες, οι οποίες με το ισχυρό φρόνημα, το αγωνιστικό πνεύμα και τις Ορθόδοξες αξίες τους, έχουν στιγματίσει την πορεία της Αυτοκρατορίας. Ένας από αυτούς είναι ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης, Αυτοκράτορας, κυβερνήτης, διπλωμάτης, στρατιωτικός και Άγιος.  

Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1193.  Υπήρξε Αυτοκράτορας από το 1222 ως το 1254, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Σταυροφόρους. Γεννήθηκε στη θρακική γη, που έχει αναθρέψει αυτοκράτορες, άρχοντες, ευγενείς, ηγεμόνες, πατριάρχες και λαό της Αυτοκρατορίας. Έζησε την εποχή, όπου η φράγκικη κατοχή και οι συγκρούσεις των Ελλήνων με τους γύρω λαούς, αφύπνισαν την εθνική τους συνείδηση διαμορφώνοντας το νέο ελληνισμό.

Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξε κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στην περίπτωσή του επαληθεύεται η ρήση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον αδερφό του, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, είπε τα εξής: «Από την ιστορία μας έχουμε το δίδαγμα πως όσο κυβερνούσαν βασιλιάδες στρατιώτες, το Βυζάντιο δοξαζόταν, ενώ μόλις έπαιρναν την αρχή οι ευνούχοι, το κράτος διαλυόταν». Ο Ιωάννης Βατάτζης ανήκει στην πρώτη κατηγορία, μόνο που δεν τον διέκρινε η ιμπεριαλιστική νοοτροπία και η επιθυμία για αποκόμιση πλούτου και δόξας. Αντίθετα πρώτιστο μέλημα του Ιωάννου ήταν ο λαός του. Για αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστός ως πατέρας των Ρωμαίων.

Δε θυμίζει συνηθισμένο αρχηγό του κράτους, ακόμα και για τα γνωστά Βυζαντινά πρότυπα. Πολεμά, εργάζεται και πονά μαζί με το λαό. Ως προς τις στρατιωτικές του ενέργειες, συνετέλεσε τα μέγιστα στην ανόρθωση της Αυτοκρατορίας και τη μετά το θάνατό του ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Επικοινώνησε διπλωματικά ακόμα και με τους Δυτικούς, προκειμένου να πετύχει το στόχο του, ήτοι την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Με τη δυναμική του προσωπικότητα και τη διπλωματική του ικανότητα δημιούργησε το υπόβαθρο για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης και καθυπέταξε κάθε προσπάθεια αντίστασης και εν δυνάμει αμφισβήτησης της κυριαρχίας του. Στήριξε τους Ακρίτες, το λαό, τους φτωχούς, τη μόρφωση, την εγχώρια παραγωγή, αναδιένειμε το δημόσιο πλούτο και δημιούργησε κοινωνικές δομές, σε ποσότητα και ποιότητα που εκπλήσσουν ακόμη και σήμερα.

Η εσωτερική του πολιτική αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Κατόρθωσε να ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο του απλού λαού, με την εξυγίανση της δημόσια διοίκησης και  την πάταξη της αδικίας και της ασυδοσίας των αρχόντων. Επέφερε ευημερία στο λαό και άνθηση της οικονομίας σε όλους τους τομείς. Με σειρά μέτρων ενίσχυσε τις χαμηλές οικονομικά και κοινωνικά τάξεις. Μείωσε τη φορολογία και με τη θεσμοθέτηση του εμπορίου, της βιοτεχνίας, της κτηνοτροφίας και της γεωργίας ευνόησε την ανάπτυξη και την κερδοφορία. Απαγόρευσε την εισαγωγή ειδών πολυτελείας, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η εντόπια παραγωγή. Φρόντισε την παιδεία ανεγείροντας σχολεία και βιβλιοθήκες, ίδρυσε νοσοκομεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα, οικοδόμησε μεγαλόπρεπους ναούς και ενίσχυσε οικονομικά πολλά μοναστήρια. Ο ίδιος κατείχε τόση περιουσία όση του χρειαζόταν για να συντηρείται.  

Όσον αφορά την άμυνα του κράτους του, την ενίσχυσε με οχυρωματικά έργα, ασφαλίζοντας τα σύνορά του και δίνοντας εργασία σε πολλούς ανθρώπους. Στα σύνορα τοποθέτησε ακρίτες, έδωσε γη να καλλιεργούν για να ζουν τις οικογένειές τους, εξασφαλίζοντας έτσι ισχυρή φύλαξη των συνόρων του.

Όσον αφορά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ενεργούσε πάντα με σύνεση και καρτερικότητα. Δεν εμπλεκόταν σε πόλεμο, αν δεν υπήρχε άμεση ανάγκη και προσπαθούσε πάντα να εκμεταλλεύεται τα λάθη των αντιπάλων του, ενώ χρησιμοποιούσε νέες στρατηγικές και μεθόδους αντιμετώπισης των εχθρών, τις οποίες και εφάρμοσε εναντίον των Φράγκων, των Βουλγάρων, των Τούρκων, των Μογγόλων, αλλά και Ελλήνων. Το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ελευθερώσει τη βασιλεύουσα οφείλεται στις εμφύλιες προστριβές, αλλά και στη συνεχή στήριξη του Φράγκου βασιλιά της Κωνσταντινούπολης από τους Βενετούς και τον Πάπα.

Στο διπλωματικό τομέα διέπρεψε, καθώς ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες των αντιπάλων του. Πολλές φορές με πρόσχημα την ένωση των Εκκλησιών κατόρθωνε να αποτρέψει τη βοήθεια του Πάπα προς τους Λατίνους της Πόλης. Με τους Βουλγάρους και τους Τούρκους που συνόρευε προσπαθούσε να έχει καλές σχέσεις, χωρίς να χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τις εξωτερικές και εσωτερικές τους αναταράξεις.

Ο βίος του μεγάλου Έλληνα Αυτοκράτορα και Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη αποτελεί σύμβολο του Ελληνισμού. Τα επιτεύγματά του καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του ήταν πολύ μεγάλα. Ο Ιωάννης ουσιαστικά παρέλαβε μια επαρχία και κατόρθωσε να τη μετατρέψει σε Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα έθεσε τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός άλλου είδους κράτους, το οποίο είχε καθαρά Ελληνική ταυτότητα, με δημοκρατικό χαρακτήρα. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η ανασύσταση της Αυτοκρατορίας. Η ανακατάληψη δεν επιτεύχθηκε, όμως κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος. Αν δεν τον ταλάνιζαν προβλήματα υγείας, θα ζούσε περισσότερο και αναμφισβήτητα θα έμπαινε θριαμβευτής τη βασιλεύουσα. Εξάλλου η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261 από το Μιχαήλ Παλαιολόγο χρεώνεται από όλους τους ιστορικούς στον Ιωάννη Βατάτζη. 

Ο Ιωάννης Βατάτζης δικαιολογούσε απόλυτα την ετυμολογία του ονόματός του, ήταν δηλαδή «χάρισμα Θεού», το χάρισμα του Πανάγαθου Θεού προς τον Ελληνισμό. Αν οι μετέπειτα βυζαντινοί Αυτοκράτορες ακολουθούσαν την ίδια εσωτερική και εξωτερική πολιτική με αυτή του Ιωάννη Βατάτζη, τότε σίγουρα το 1453 δεν θα ήταν η καταληκτική ημερομηνία για την ιστορία του Βυζαντίου.

Αξιοπρόσεκτη είναι η επιστολή που έστειλε ο Βατάτζης στον Πάπα Γρηγόριο Θ΄, στην οποία μπορούμε να δούμε το Ελληνικό φρόνημα που τον διακατείχε, καθώς ο ηγέτης της Νίκαιας ανατρέχοντας στο ιστορικό του παρελθόν με υπερηφάνεια δηλώνει την εθνική του ταυτότητα. Αποτελεί το εξαιρετικό παράδειγμα Ελληνορθόδοξου ηγέτη, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στην αφύπνιση και τη δημιουργία του νέου Ελληνισμού.  

Κοιμήθηκε στο Νυμφαίο της Μικράς Ασίας το  1254. Η μεγαλύτερη ιστορική του επιβράβευση επήλθε μετά το θάνατό του, όταν ανακηρύχθηκε από το λαό Άγιος της Εκκλησίας. Η επίσημη Εκκλησία άργησε να τον αναγνωρίσει, καθώς σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό για να αναγνωριστεί κάποιος άγιος, πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 50 με 60 χρόνια. Ωστόσο η αγιοποίησή του από το λαό ήταν άμεση, καθώς αναγνωρίστηκαν τα θαύματά του και κτίστηκε προς τιμήν του Ιερός Ναός στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας και εκκλησάκι στο Νυμφαίο, τα οποία μαρτυρούν την αγάπη του λαού προς εκείνον. Ο Ελληνισμός τον τίμησε για τη φιλανθρωπική του δράση και την αγιοσύνη του. Αυτός είναι ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης. Ο ελεήμων Αυτοκράτωρ, ο Άγιος.

Για τον Άγιο Βασιλιά του Ελληνισμού επικρατούν πολλοί θρύλοι και παραδόσεις. Ο Όσιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός (6ος αιώνας μ.Χ.), προφητεύοντας στο μαθητή του Επιφάνιο για τη μελλοντική τύχη της Κωνσταντινούπολης, όταν έφθασε στο σημείο της κατάκτησης της πόλης και της ανάκτησης αυτής από τους Έλληνες, ανέφερε ότι θα βασιλεύσει στην πόλη για τριάντα δύο χρόνια ένας βασιλιάς κάνοντας θαυμαστά πράγματα, που το όνομά του θα είναι Ιωάννης. Οι μετέπειτα προφητείες Αγίων και Γερόντων αναφέρουν ότι ο βασιλιάς αυτός θα είναι στον τύπο του Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος βασίλευσε τριάντα δύο χρόνια! Υπάρχει ακόμα και ο θρύλος ότι ο βασιλιάς Ιωάννης θα είναι ο ίδιος ο Ιωάννης Βατάτζης, ο οποίος θα εγερθεί την κατάλληλη στιγμή για να σώσει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.   

 

Πηγή υλικού

Ιωάννου Α. Σαρσάκη, Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης Ο Άγιος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Εκδόσεις «Ορθόδοξος κυψέλη», Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2010  

 

 

Επιλογή υλικού

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου,

Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

 

http://www.romiosini.org.gr/9FE1001F.el.aspx

 

 

 

καρσλιδης

Διδάγματα Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη

Άρθρο του αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού

 

Ο ΟΣΙΟΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ

Ποιος είναι ο π. Γεώργιος Καρσλίδης ; Ο π. Γεώργιος γεννήθηκε στην Γεωργία της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Από μικρό παιδί άρχισε να γνωρίζει θλίψεις και πόνους στη ζωή του. Άλλος στη θέση του θα απογοητεύονταν, θα παραπονιόταν και θα λογάριαζε ως συνυπεύθυνο στο φόρτο της δοκιμασίας του τον Ύψιστο. Ο π. Γεώργιος Καρσλίδης όμως μέσα από πρωτόφαντους διωγμούς προσφυγιάς, σωματικούς τραυματισμούς, στερήσεις και πόνους, δεν έπαυσε να αγαπά και να δοξολογεί τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μέσα από τη καρδιά του. Τριών χρονών έμεινε πεντάρφανος. Έξι χρονών τον καταδιώκει βάναυσα ο αδελφός του. Έφυγε, εξορίστηκε σε μία σπηλιά γεμάτη χιόνι. Αλλά δεν βγήκε από το στόμα του λέξη βλάσφημη.

Συχνά ακούγεται από στόματα απίστων και δυσπίστων μια αντίρρηση. Ναι, σου λένε, παλαιότερα υπήρχαν ιερείς φωτισμένοι και θαυματουργοί. Τώρα όμως υπάρχουν τέτοιοι; Η απάντηση της Εκκλησίας είναι ότι υπάρχουν αλλά χρειάζεται ψάξιμο για να τους βρει κάποιος. Μαρτυρίες πνευματικών παιδιών του π. Γεωργίου αποδεικνύουν ότι ο π. Γεώργιος ήταν καλός ποιμήν διότι τους έλεγε πράγματα που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων προφητείες. Τους έλεγε, για παράδειγμα, ότι «θα έρθει καιρός που θα στείλει ο Κύριος αρρώστιες αθεράπευτες, ο κόσμος θα ψάχνει φάρμακα να θεραπευτεί και δεν θα βρίσκει».

Ο π. Γεώργιος ήταν ακόμη προικισμένος με πολλά θεϊκά χαρίσματα. Αυτό όμως δεν ήταν πιστευτό από όλους τους ιερείς. Ένας δε εξ αυτών, ο πνευματικός Παπα-Χαράλαμπος συνιστούσε στα πνευματικά του παιδιά να μην επισκέπτονται ούτε να συμβουλεύονται τον π. Γεώργιο. «Ήρθες επιτέλους, παπα-Χαράλαμπε;», του είπε κάποτε ο Γέροντας μόλις τον αντίκρυσε. Τότε ο παπα-Χαράλαμπος έκπληκτος που τον γνώριζε χωρίς κάν να τον ξαναδεί και μετανοημένος για τη συμβουλή που είχε δώσει στα πνευματικά του τέκνα, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. (Από το στόμα της Κλειώς Κων/δου)

Ο π. Γεώργιος για να δυναμώνει τη πίστη του ποιμνίου του, τους έλεγε ότι αν έχουν πίστη και στη φωτιά να πέσουν δε θα καούν γιατί ο Θεός θα τους γλυτώσει. Μια Κυριακή πρωί εθεάθη κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να μην πατάει στη γη αλλά να είναι μετάρσιος. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)

Ο π. Γεώργιος ως Θεοφόρος και Θεόπτης ήταν υπέρμαχος της ορθόδοξης εκκλησιαστικής διδασκαλίας της εμψύχωσης του ανθρωπου «εξ άκρας συλλήψεως» (=δηλ. από τη πρωταρχική στιγμή της συλλήψεως του ανθρωπίνου εμβρύου υπάρχει σ' αυτό ψυχη)· μιας διδασκαλίας που έχει διατυπωθεί δογματικά ως «Όρος Πίστεως» της Γ΄Οικουμενικής Συνόδου αναφορικά με τη Σύλληψη-Ενανθρώπηση του Θεανθρώπου Κυρίου. Γι’ αυτό και καταδικάζει το έγκλημα των αμβλώσεων.

Ο Γέροντας συμβουλεύοντας τα πνευματικά του παιδιά τονίζει ότι πρέπει να νηστεύουν σωστά, γιατί η νηστεία είναι μια άσκηση για τον χριστιανό. Είναι λάθος να νηστεύεις, έλεγε, μια εβδομάδα στην αρχή και μια εβδομάδα στο τέλος της νηστείας. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ανέφερε μια μέρα και το εξής παράδειγμα: «Όταν είσαι πάνω σε μια γέφυρα και βρέχει δυνατά κι έχεις απλωμένο ένα σχοινί κι αρχίζεις να το μαζεύεις, επειδή βρέχεσαι δεν το κόβεις για να φύγεις, αλλά περιμένεις να το μαζέψεις όλο κι άς βρέχεσαι. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)

Τόνιζε ακόμη ο π. Γεώργιος ότι οι ανάδοχοι δεν πρέπει να μαλώνουν και ότι ο κάθε χριστιανός πρέπει να βαφτίσει το λιγώτερο τρία παιδιά. Το καθήκον του νουνού, έλεγε, είναι να μαθαίνει στα βαφτιστικά του από μικρά να πηγαίνουν Εκκλησία, να κοινωνούν τακτικά, να ακολουθούν το σωστό δρόμο, να γίνουν καλοί άνθρωποι και χριστιανοί. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)

Όσοι θέλουν να πληροφορηθούν περισσότερα για τη δράση του π. Γεωργίου Καρσλίδη μπορούν να προμηθευτούν και να μελετήσουν το τετράτομο έργο του Γ.Κ. Χατζοπούλου «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ» των εκδόσεων «ΝΑΜΑ».


http://gerontas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=191:2009-12-04-11-38-48&catid=14:2009-12-04-10-32-25&Itemid=24

Νεώτερα στοιχεία περί του μακαριστού Αγίου Γέροντα

Η οσιακή μορφή του Γέροντα και μετά την μακάρια κοίμησή του συνεχίζει να μιλά στις καρδιές πολλών πιστών και μάλιστα με σημεία δυνατά, να παρηγορεί κι ενισχύει ψυχές διψώντων. Η ευλάβεια όλων, που φανερώνεται με διαφόρους τρόπους και με την διήγηση της ωφέλειας, που έλαβαν από την ανάγνωση της ευρύτατα κυκλοφορούσης βιογραφίας του, είναι η καλύτερη μαρτυρία της και μετά θάνατον μυστικής προσφοράς του. Όσοι τον επικαλούνται θερμά δεν απογοητεύονται εύκολα. Απλοί, φτωχοί και άσημοι, μοναχοί και λαϊκοί, αλλά συνήθως ευσεβείς και ταπεινοί άνθρωποι, όπως ο Γέροντας, είναι οι αναγνώστες του θαυμαστού βίου του, που συγκινεί και κατανύσσει. Η δίχως έμμονη εκζήτηση ονείρων, οραμάτων και θαυμάτων, αλλά η ειρηνική και ευφρόσυνη παρουσία αυτών στους επικαλουμένους το όνομά του φανερώνει την γνησιότητα και την αξία τους.

Η μοναχή Μαρία, από Μονή της Καλαμάτας, μετά την ανάγνωση του βίου του Γέροντα, πήρε ευλογία να επισκεφθεί το μοναστήρι του. Το ταξίδι ήταν πράγματι καθοδηγούμενο από τον Γέροντα, αφού όλα ευκολύνθηκαν κι έφτασε άνετα κι αίσια στο μοναστήρι. Στον ναό που δεν λιβάνιζαν αισθάνθηκε άρρητη ευωδία και στο δωμάτιο του ξενώνα που φιλοξενείτο είδε θαυμαστό φως, που της προκάλεσαν κατάνυξη και δέος για την ουράνια επίσκεψη και την εξαίσια υποδοχή στο μοναστήρι του. Η παρουσία του Γέροντα ήταν αισθητή στον ιερό χώρο. Προσκυνώντας στο τάφο του πείσθηκε πως είχε γνωρίσει ένα μεγάλο προστάτη στην ζωή της, ένα καινούργιο μεσίτη στον Θεό και πως η Μονή φυλάγει έναν πολύτιμο θησαυρό, γι΄ αυτό και νοερά κι΄ ευγνώμονα βρίσκεται εκεί, όπως και πολλές φιλομόναχες ψυχές.

Η μητέρα του κ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, κατοίκου Σίψας, τα χαράματα της 4ης Νοεμβρίου 1959 βγήκε στην αυλή του σπιτιού της για κάποια δουλειά και αντίκρυσε θέαμα εξαίσιο. Φωτεινή στήλη κατέ­βαινε από τον ουρανό και κατέληγε πίσω από το ιερό βήμα του ναού της Αναλήψεως στο μοναστήρι. Μπήκε συγκινημένη στο σπίτι και είπε στους δικούς της: «ο Γέροντας έφυγε για τον ουρανό».

Η κ. Αναστασία Τοκμακίδου διηγείται τα εξής: «Ήθελα να κάνω σαρανταλείτουργο για την μητέρα μου στο μοναστήρι, μετά τον θάνατο του Γέροντα. Το κάναμε τέσσερις οικογένειες μαζί, για να μας στοιχί­σει πιο φθηνά, γιατί τότε ήταν φτώ­χεια. Δώσαμε τα ονόματα και άρχισε το σαρανταλείτουργο. Στο τέλος πήγαμε όλες μαζί για να διαβάσουμε το κόλλυβο. Πήγαμε το βράδυ στον εσπερινό και μετά μείναμε στον ξενώνα του μοναστηριού. Στις 12 η ώρα, ενώ ήταν παντού ησυχία κι εγώ ακόμη δεν είχα κοιμηθεί, ακούω κουδουνάκια, όπως του θυμιατού και νόμιζα ότι ήταν αρνάκι που ήταν έξω. Το πρωΐ, όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία, την ώρα που πίνα­με καφέ με την Γερόντισσα Άννα, την ρώτησα αν έχουν αρνάκι με κου­δουνάκια. και μου απάντησε: «Αρνάκι δεν έχουμε, αλλά ο Γέρο­ντας ήλθε να σας θυμιάσει».

Η Γερόντισσα Άννα (Μακκαβαίου) μοναχή της Μονής, όταν με καυτά δάκρυα προσευχόταν στον τάφο του Γέροντα, την ήμερα που η σημερινή ηγουμένη (σημείωση VatopaidiFriend: νυν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Ακυλίνα) επρόκειτο να υποστεί σοβαρή χειρουργική επέμβαση (τον Νοέμβριο του 1973), άκουσε καθαρά την φωνή του Γέροντα από τον τάφο να της λέγει: «Μη φοβάσαι Γερόντισσα, θα γίνει καλά». Τότε ένιωσε μεγάλη παρηγο­ριά και χαρά γέμισε την ψυχή της.

Πράγματι ο ιατρός ομολόγησε μόνος του ότι ένιωθε κάποιον που του οδήγησε το χέρι στην κρίσιμη στιγμή και είπε καθώς έβγαινε από το χειρουργείο πως κάποιον άγγελο έχει αυτή η ψυχή.

Ο κ. Κουλιάρμος Παναγιώτης διηγείται για τον γιό του Θεόδωρο τα εξής: «Όταν γεννήθηκε το παιδί μας, το 1989, τα ματάκια του τσιμπλιάζανε και του πονούσαν, δεν μπορούσε καθόλου να τα ανοίξει και ούτε έβλεπε. Σκεπτόμασταν να του κάνουμε εγχείρηση, όπως μας είπε ο γιατρός. Μία μέρα μας έδωσε μια γειτόνισσα το βιβλίο του Γέρο­ντα και το διάβασα με λαχτάρα. Εκείνο το απόγευμα το παιδί, ενώ ήταν στο κρεβάτι του, άρχισε να κλαίει δυνατά και να τρίβει τα μάτια του. Μόλις πλησίασε η μητέρα του, είδε ότι τα μάτια του άνοιξαν, ήταν καθαρά και έβλεπε. Μετά από δύο χρόνια ήρθαμε να ευχαριστήσουμε τον Γέροντα στο μοναστήρι, Το παιδάκι που ήταν δύο ετών δεν έφευγε από τον τάφο του, και ενώ είχαμε πρόγραμμα να φύγουμε τις πρωϊνές ώρες, μείναμε μέχρι το απόγευμα. Το δε παιδάκι φώναζε συνέχεια «παπούλη» και φιλούσε το καλυμμαύχι του Γέροντα από την φωτογραφία και δεν μπορούσαμε να το απομακρύνουμε από τον τάφο».

Η ευλαβέστατη, απλή και χαρισματούχος μοναχή Άννα από το Δοξάτο Δράμας, πολλές φορές έχει επισκεφθεί το μοναστήρι και παρέ­μεινε σε αυτό επί αρκετές ημέρες. Ένα πρωινό στο τέλος του Όρθρου, που τελούνταν στον ναό της Αναλήψεως, έβλεπε μπροστά της τον Μακαριστό Γέροντα ολοζώντανο και, ενώ οι αδελφές την παρακινούσαν να προχωρήσει μετά την Γερόντισσα για να προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, αυτή στεκόταν ακίνη­τη σαν αποσβολωμένη και απορούσε, πως την προτρέπουν να προσπεράσει τον Γέροντα.

Η κ. Ιλιάδα, σύζυγος του κ. Αλεξάνδρου Όσσα, παθολόγου ιατρού στην Δράμα, ο οποίος υπήρξε προσωπικός ιατρός του Γέροντα, μας διηγήθηκε ότι αρκετά χρόνια μετά την κοίμηση του Γέρο­ντα τον είδε στον ύπνο της ολοζώ­ντανο, ενδεδυμένο με βυσσινιά χρυ­σοκέντητη ιερατική στολή, να στέκε­ται έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Από την λαχτάρα της πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε, ζαλισμένη ακόμη από τον ύπνο, ν΄ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν ήταν κανείς. Είχε ξυπνήσει και ο σύζυγος της και την ρώτησε τί συνέβη. Ενώ του διηγιόταν το όνει­ρο με τον Γέροντα, αντελήφθησαν ότι στο καθιστικό, που τους χώριζε μια τζαμόπορτα, είχε ανάψει φωτιά, από το αναμμένο καντήλι. Καίγο­νταν τα ντουλάπια, οι εικόνες όμως δεν είχαν πάθει τίποτα. Την διάσωσή τους και του σπιτιού τους την θεώρησαν ως θαύμα του Γέροντα.

Ο κ. Σταύρος Πετρικεχαγιάς, που κατάγεται από το χωριό Καλό Αγρό Δράμας, βρίσκεται από το 1975 στην Πενσυλβάνια Αμερικής· διηγείται ότι τον βάπτισε ο Γέροντας και από μικρός θυμάται ότι τον δίδασκε πως πρέπει να είναι η ζωή του. Την άνοιξη του 2001, που ήλθε στην Ελλάδα, επισκέφθηκε την Μονή για να προσκυνήσει στον τάφο του νονού του, για τον οποίο έτρεφε μεγάλο σεβασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη, γιατί τρεις φορές τον έσωσε από βέβαιο θάνατο και πολ­λές φορές ένιωσε την προστασία τον και την θαυματουργική επέμβαση του στην ζωή του. Την πρώτη φορά· νέος ακόμη, κινδύνευσε να πνίγει στο ποτάμι και τον γλύτωσε ο αδελφός του, που παρουσιάστηκε ξαφνι­κά μπροστά του. μόλις επικαλέστηκε την βοήθεια του Γέροντα.

Την δεύτερη φορά. όταν υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό και επρόκειτο να πλεύσουν για την Ρόδο, ενώ είχαν επιβιβαστεί, την τελευταία στιγμή του άλλαξαν καράβι. Κατά τον πλου, το πρώτο καράβι βυθίστηκε και από τους 45 ναύτες οι 37 πνίγηκαν. Αυτήν την σωτηρία του πιστεύει ακράδαντα ότι την οφείλει στον πολυσέβαστο Γέροντα Γεώργιο, γιατί πάντοτε τον επεκαλείτο σε κάθε δύσκολη ενέργειά του.

Η τρίτη θαυμαστή επέμβαση του μακαριστού Γέροντα συνέβη στην Αμερική, όπου εργαζόταν κατά το έτος 1995 για την κατασκευή μεγά­λης δεξαμενής νερού. Βρισκόταν πάνω σε σκαλωσιά κι΄ έπεσαν και οι δύο κάτω στο έδαφος. Ο άλλος εργάτης έμεινε επί τόπου νεκρός. Ο κ. Σταύρος, καθώς έπεφτε με το κε­φάλι κάτω, ένιωσε κάποια στιγμή έναν να τον γυρίζει ορθό. Καθώς έπεφτε με τόση ορμή ανάμεσα στα σίδερα της σκαλωσιάς από τόσο ύψος, έτρεξαν οι συνάδελφοι του να τον βρουν κι αυτόν νεκρό. Προς μεγάλη τους έκπληξη και χαρά είδαν ότι ήταν ζωντανός. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο κι επί τρεις εβδομά­δες ήταν σε αφασία. Είχε πολλά κατάγματα και χρειάστηκαν σχεδόν δύο χρόνια για να αποκατασταθεί σχετικά η υγεία του. Την σωτηρία του απέδωσε στον Γέροντα. Ο αδελ­φός του μάλιστα ένα βράδυ μετά το ατύχημα είδε τον Γέροντα στον ύπνο του και του είπε: «Έγώ μόνο τον ίσιωσα, δεν πρόφτασα να τον κρατή­σω». Ο ίδιος ομολογεί ότι δεν ήταν αδυναμία του Γέροντα να τον κρα­τήσει, άλλά ότι ήταν ένα ράπισμα από τον Γέροντα η περαιτέρω ταλαι­πωρία του για να αλλάξουν πολλά πράγματα στην ζωή του. Ωστόσο του είχε μείνει κάποια δυσκολία στα γόνατα και στην μέση, ώστε δεν μπορούσε να γονατίσει καθόλου.

Το επόμενο έτος, Ιούνιος 1998, ήλθε στην Ελλάδα με σκοπό να ευχαριστήσει τον Γέροντα, γιατί πί­στευε ότι ήταν ο σωτήρας του. Μόλις αντίκρυσε τον τάφο του συγκινήθηκε κι αυθόρμητα γονάτισε για να τον ασπαστεί. Ήταν η πρώτη φορά που γονάτιζε μετά το ατύχημα. Σηκώθηκε τέλος με ευκολία, χωρίς να κρατηθεί από πουθενά.

Έκτοτε νοιώθει υγιέστατος, δίχως κανένα πρόβλημα.

Ο ίδιος κ. Σταύρος καταθέτει κάποια περιστατικά που είχε δει στο μοναστήρι όταν ζούσεο ο Γέροντας. Κατά την Θεία Μετάληψη αρνήθηκε μια φορά να κοινωνήσει μια κυρία. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Θεόδωρος Παυλίδης τον ρώτησε γιατί δεν την κοινώνησε και ο Γέροντας του είπε με πόνο: «είδα ένα σκυλί με ευαγγέλιο στο στόμα». Και εξήγησε: ορκίστηκε ψέματα στο δικαστήριο κι αδίκησε άνθρωπο». Κάποια άλλη φορά η θεία του ήλθε στο μαναστήρι να κοινωνήσει τα παιδιά της, ενώ τα άφησε να φάνε αυγά. Ο Γέροντας με το χάρισμά του το γνώριζε και με κανένα τρόπο δεν ήθελε να τα κοινωνήσει. Της είπε «τα τάϊσες αυγά και ήρθες να τα κοινωνήσεις;»

Δεν θα ήθελα όμως να κλείσω την παρούσα προσθήκη, δίχως να αναφερθώ σε ένα προσωπικό γεγονός. Όταν πολιός, σεβάσμιος, χαρισματούχος Αγιορείτης Γέροντας μελέτησε το βιβλίο -ας σημειωθεί ότι τον έχει εικονογραφήσει και τον τιμά από καιρό ως άγιο- και συναντηθήκαμε, με αγκάλιασε, με ασπάστηκε και μου είπε: «Μόνο για την βιογραφία που έγραψες του όσιου Γεωργίου Καρσλίδη συγχωρέθηκαν οι μισές αμαρτίες…». Τώρα που ο Γέροντας κοιμήθηκε μπορούμε να αναφέρουμε το όνομά του. Πρόκειται για τον πνευματοφόρο Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη.

Ο Γέροντας Γεώργιος σήμερα ζει στις καρδιές όλων ως άγιος και ο τάφος του αποτελεί προσκύνημα. Η ευχή του ας μας συνοδεύει όλες τις ημέρες της ζωής μας.

π. Γεώργιος Καρσλίδης, ο προορατικός Γέροντας
Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου
Τεύχος 17ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 116-123, Απρίλιος – Ιούλιος 2005
Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com
http://gerontas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=188:2009-12-04-11-25-48&catid=14:2009-12-04-10-32-25&Itemid=24


Περιστατικά-ρητά τοῦ Ἁγίου


«Μάνα, τα μαλλιά σου άσπρισαν, γέρασες, θα φύγεις απ’ αυτή τη γη, τι θα πας να βρεις στον άλλο κόσμο; Το πιάτο σου είναι άδειο κι η καντήλα σου σβησμένη».
***
-Μάνα, Ταμάμα, που ήσουνα εσύ και σε βλέπω τώρα;
-Καλά Γέροντα, δε με είδες; Εχθές στον εσπερινό ήμουνα, σήμερα στη λειτουργία. Δε με είδες;
-Δε σε είδα στην Εκκλησία. Τα ρούχα σου έβλεπα. Εσένα δε σε έβλεπα.
-Πάτερ άφησα μια κλώσα με δώδεκα πουλάκια στο σπίτι κι ο νους μου ήταν εκεί!
***
«Παιδί μου, Ευθυμία, δε θα πεις τίποτε εις βάρος της πεθεράς σου. Γιατι, ό,τι σ’ έλεγε η πεθερά σου, τα είχε στα χείλη».
***
Παραμονή Χριστουγέννων ο άντρας μου ήθελε να κοιμηθούμε μαζί. Εγώ τον απέτρεπα. Μετά δυο χρόνια που βρέθηκα στο Μοναστήρι, ο Γέροντας μόλις με είδε, μου είπε: «Μάνα μου, τέτοιο χάλι δεν είδα. Παραμονή Χριστουγέννων να σμίγουν τ’ ανδρόγυνα. Κάνουν παράλυτα παιδιά κι ύστερα τρέχουν να τα σώσουν».
***
Μια μέρα καθόταν ο Γέροντας έξω από το σπίτι μου. Ήρθε μια γυναίκα και συζήτησε αρκετή ώρα μαζί του. Ο Γέροντας επαίνεσε κάποια γνωστή της. Τότε η γυναίκα του λέει:
-Γιατί, πάτερ, την επαινείς τόσο;
-Αυτή, μάνα μου, και τι δεν έκανε. Πεθαμένους ξημέρωσε (δηλαδή ξενυχτούσε στα σπίτια που είχαν νεκρό), ορφανά βοήθησε, γεφύρια έχτισε, ελεημοσύνες έκανε.
-Πάτερ, γι’ αυτήν δεν άκουσα καλά λόγια.
-Τα κακά λόγια άκουσες και τα καλά δεν άκουσες; Αυτής τα στραβά άκουσες, τα δικά σου δεν τα ξέρεις;
-Πάτερ, τι έκανα η κακομοίρα;
- Όταν ζυγίζεις τη μισή οκά για μια κι έκλεβες στη ζυγαριά, δεν το σκεφτόσουν; Δούλεψες για τον διάβολο. Εκείνα λογάριασες και τα δικά σου δε λογάριασες;
Η γυναίκα σιώπησε και κατέβασε το κεφάλι της.
***
Την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήλθαν να τον δουν 4-5 γυναίκες επιστρέφοντας από μία βάπτιση, που είχε γίνει στο χωριό. Μόλις τις είδε, είπε: «Πήγατε στη βάπτιση και φεύγοντας κουτσομπολεύατε το φαγητό που σας παρέθεσαν, αν ήταν καλό ή όχι…». Εκείνες τον κοιτούσαν και χαμογελούσαν. Ο Γέροντας τότε είπε αυστηρά: «Μη γελάτε… Είναι πολύ κακό να σε ταϊζει ο άλλος και συ να τον κατηγορείς για ό,τι σου προσφέρει».
***
«Ο Θεός φροντίζει για όλους. Η απελπισία είναι σχεδόν απιστία».
***
«Να μην κάθεσθε την ώρα της θ. Λειτουργίας. Ο νους σας να μην πετάει εδώ κι εκεί. Όσο θα είσθε στην εκκλησία να το πάρετε απόφαση, να διαθέσετε όλο τον χρόνο στην προσευχή».
***
Σε μια γυναίκα που άφησε αβοήθητη μια μητέρα που γεννούσε και πέθανε το παιδί της στάθηκε πολύ αυστηρός στην ασπλαχνία της. Μετά την εξομολόγηση της είπε: «Για να συγχωρεθείς, θα πας στο σπίτι σου, και θα παρακαλέσεις πολύ την Παναγία να σε βοηθήσει να κάνεις τον κανόνα σου. Θα πας να ζητιανέψεις σε εφτά χωριά. Από το πρωί ως το βράδυ θα ζητιανεύεις στο ένα χωριό και ότι μαζεύεις θα το μοιράζεις σε φτωχούς και ορφανά. Αυτό θα το κάνεις επί μία εβδομάδα». Η γυναίκα ρώτησε αν μπορεί να μοιράσει χρήματα δικά της, για μην εκθέσει την οικογένειά της. Ο Γέροντας όμως επέμενε: «Το αμάρτημα αυτό δεν συγχωρείται με χρήματα, αλλά με ζητιάνεμα, για να ταπεινωθείς, για να φύγει ο εγωισμός, για να πέσει η μύτη ως το χώμα».
***
Σε κάποιον που αποφάσισε να διαλύσει τον γάμο του επειδή η πεθερά του επενέβαινε αδιακρίτως στα του οίκου του, τον συμβούλευσε ο Γέροντας: «Την γυναίκα δεν την χωρίζουν εύκολα. Αυτή σου την έδωσε εσένα ο Θεός, να υποφέρεις μαζί της».
***
Είπε σε κάποιον προσκυνητή για την αντιδικία: «Σου έκανε εκείνο, του έκανες εσύ, σου έκανε εκείνος, πάλι του έκανες εσύ… Αυτά δεν τελειώνουν. Εσύ δεν έπρεπε να συνεχίσεις την ανταπόδοση του κακού».
***
«Οι υποσχέσεις στον Θεό δεν πρέπει να αθετούνται».
***
«Να μη σκέπτεσθε μόνο τι θα φάτε, τι θα φορέσετε, τι μεγάλο σπίτι θα χτίσετε. Να κτυπάτε τις πόρτες των φτωχών, των αρρώστων, των ορφανών. Περισσότερο να προτιμάτε τα σπίτια των θλιμμένων παρά των χαρούμενων. Εάν κάνετε καλά έργα, θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Θεό. Θ’ αξιωθείτε να δείτε θαύματα, και στην άλλη ζωή θα έχετε απέραντη αγαλλίαση».
***
«Πάντα να ζείτε σεμνά και ταπεινά, δίχως εγωισμό… Πάντα να φροντίζετε ν’ αγαπάτε τους γέρους, τα ορφανά, τους αρρώστους. Να συναναστρέφεστε με φτωχούς και με ανθρώπους που οι άλλοι τους ταπεινώνουν».
***
Είπε ο Γέροντας σε προσκυνήτρια της μονής: «Στον φτωχό που σου ζήτησε να του δώσεις ψωμί δεν του έδωσες και τώρα ήρθες να κάνεις σαρανταλείτουργο για να επιδειχθείς;»
***
«Η Παναγία δεν θέλει μεγάλες λαμπάδες, ελεημοσύνη στους φτωχούς θέλει».
***
Είπε σε μια γυναίκα που τον συνάντησε στο μοναστήρι: «Τι; πηγαίνεις κάθε ημέρα στην Εκκλησία και δεν έχεις συγχωρεθεί με τα παιδιά σου;».
***
Σε μια νέα γυναίκα είπε: «Εσύ για την αγάπη που έδειξες στην κατάκοιτη μητέρα σου έκανες πολύ καλά. Ο Θεός σου τα συγχώρεσε όλα».
***
«Ο γεωργός όταν αρχίσει να οργώνει για να σπείρει, βλέπει πάντα εμπρός και προχωρεί, δεν γυρίζει να δει πίσω του και ο Θεός τον προστατεύει».
***
Έλεγε ο Γέροντας ότι αυτά που σώζουν τον άνθρωπο είναι «τα έργα τα καλά του Θεού, η ταπείνωση, η υπακοή, η αγάπη, η ελεημοσύνη».
***
Ο Γέροντας παρ’ ότι περιστοιχιζόταν από τόσο πολύ κόσμο, που τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε, αισθανόταν μόνος του. Δεν είχε ανθρώπους να τον καταλάβουν καλά, να τον μιμηθούν, να τον διαδεχθούν. Αναπαυόταν στο θέλημα του Κυρίου. Σε στιγμές ειλικρίνειας και πόνου αναφωνούσε: «Πολλά τα πρόβατα, αλλά πολύ λίγο το γάλα».
***
«Δεν αντέχω να βλέπω το κακό. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Και μόνο που στη γη πατάμε και σάρκα φοράμε κάθε βήμα μας είναι και αμαρτία».
***
«Μέσα στην αμαρτία κυλιέται ο κόσμος και δεν το καταλαβαίνει. Αυτά με κουράζουν, δεν αντέχω».
***
«Όλοι θα φύγουμε από αυτή τη ζωή. Είμαστε περαστικοί από εδώ. Εδώ ήλθαμε να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».
***
Πριν κοιμηθεί, είπε σε πνευματικό του τέκνο: «Γιαβρούμ (=παιδί μου), εγώ άσπρα-μαύρα, πέρασα τη ζωή. Εσύ να δούμε τι θα κάνεις; πως θα τα περάσετε;».
***
«Οι άνδρες πρέπει ν’ αποφεύγουν να έρχονται σε ερωτική επαφή τις Κυριακές και τις γιορτές για να μη γεννιούνται ανάπηρα παιδιά».
***
Αν αγαπούσε κάποιον, ο Γέροντας, του έστριβε τ’ αυτί.
***
Λίγες μέρες πριν την οσιακή κοίμησή του, έβλεπε τα βουνά και έλεγε: «Ευλογημένα βουνά, μόνα σας θα μείνετε». Σαν να τ’αποχαιρετούσε.

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Ο Μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης.
Γ.Κ. Χατζόπουλου, Θαύματα και Προφητείες του οσίου πατρός Γεωργίου Καρσλίδη.
http://www.dailygreece.com/2007/01/post_28.php

 

http://www.imdramas.gr/news/?id=501

Σταματέλος Σταματελόπουλος 1
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
 
Μεταξύ των πολυπληθών Νεομαρτύρων στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας υπάρχουν και πολλοί Παιδομάρτυρες, δηλαδή ανήλικα παιδιά, τα οποία ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή τη μαρτυρία τους. Το άωρο της ηλικίας τους δεν τους εμπόδισε να δείξουν ηρωισμό και να καταφρονήσουν τις φοβέρες και τα βασανιστήρια των ανελέητων αλλόθρησκων τυράννων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυρας – Παιδομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας, αδελφός του γνωστού οπλαρχηγού και αγωνιστή Νικηταρά.
Γεννήθηκε στα 1805 στο χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος – Τουρκολέκας, περίφημος και ονομαστός για την ανδρεία του, αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου Αρκαδίας, ο οποίος ήταν ο φόβος και ο τρόμος των τούρκων . Μητέρα του ήταν η ευσεβής και γενναία Σοφία, αδελφή της συζύγου (κουνιάδα) του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, την οποία διέκρινε η πίστη και η ευλάβεια στο Θεό, η τιμιότητα και η φλογερή φιλοπατρία. Είχε άλλα τρία αδέλφια, μεταξύ αυτών, τον γνωστό οπλαρχηγό Νικήτα, ή Νικηταράκαι τον Νικόλαο, μια ιδιοφυία στην πολεμική τέχνη, την οποία είχε έμφυτη και αργότερα ονομάστηκε λοχαγός.
Στα 1816ο Ιωάννης, όντας 11 χρονών, μαζί με τον πατέρα του και κάποιον Αναγνώστη, γιο του οπλαρχηγού και αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, πήγαιναν στο απέναντι νησί των Κυθήρων. Προφανώς είχαν επικηρυχθεί από τις τουρκικές αρχές και ήθελαν να περάσουν στα Κύθηρα, για να γλυτώσουν. Ας σημειωθεί πως το νησί των Κυθήρων ήταν ελεύθερο και ανήκε από το 1815 στο Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων νήσων. Έφτασαν στο λιμάνι της Νεάπολης της Λακωνίας και περίμεναν το πλοίο να περάσουν στην αντίπερα όχθη, αλλά είχε ξεσπάσει κακοκαιρία και επικρατούσε ισχυρή θαλασσοταραχή και ως εκ τούτου ο απόπλους ήταν αδύνατος. Όμως αγάς της περιοχής Χουσεΐν πληροφορήθηκε το γεγονός και έστειλε απόσπασμα, τους οποίους συνέλαβε με δόλο και τους έστειλε στην τουρκική αρχή της Μονεμβασιάς. Οι τούρκοι, αφού τους κακοποίησαν, τους έριξαν στη φυλακή του κάστρου.
Ο διοικητής της Μονεμβασιάς δεν ήξερε τι να κάμει τους τρεις φυλακισμένους και γι’ αυτό ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα (τοπάρχη) του Μυστρά. Εκείνος τους απάντησε ότι βαρύνονται με σοβαρές κατηγορίες, οι οποίες επισείουν την ποινή του θανάτου. Δηλαδή διέτασσε τη θανάτωσή τους.
Την επόμενη ημέρα ο αγάς διέταξε τον αποκεφαλισμό των δύο ενηλίκων, του πατέρα του αγίου και του Αναγνώστη. Το δε παιδί το οδήγησαν, κατόπιν διαταγής του σε αυτόν. Προφανώς νόμιζε ότι θα μπορέσει να καταφέρει τον εξισλαμισμό του. Είχε προφανώς στο νου του την επιθυμία να το πάρει κοντά του ως ερωμένο του, αφού η παιδεραστία ήταν πολύ διαδεδομένη και νόμιμη στους μουσουλμάνους τούρκους. Τα σεράια τους ήταν γεμάτα από παιδιά χριστιανών, τα οποία άρπαζαν για να ικανοποιούν τις κτηνώδεις ορέξεις τους. Για να το κατορθώσει αυτό έπρεπε να αλλαξοπιστήσει, να εξισλαμισθεί.
Πήρε το παιδί και το οδήγησε στο μέρος που εκείτο το αποκεφαλισμένο σώμα του πατέρα του. Το συμβάν το διηγείται ο ίδιος ο αγωνιστής Νικηταράς, ως εξής: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθισε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».
Το γενναίο παιδί δε δείλιασε μπροστά στο φοβερό θέαμα του αποκεφαλισμένου πατέρα του και δε σκέφτηκε ούτε στιγμή να ανταλλάξει την πίστη του στον αληθινό Θεό με τη ζωή του. Οι δαιμονικοί και ανελέητοι αλλόθρησκοι δε λυπήθηκαν το απροστάτευτο ορφανό παιδί. Γι’ αυτούς, όπως επιτάσσει το Κοράνιο και διδάσκει η ισλαμική παράδοση, όποιος φονεύσει «άπιστο», δηλαδή Χριστιανό, έχει εξασφαλισμένο τον παράδεισο! Έτσι, χωρίς δισταγμό ύψωσαν το φονικό ξίφος και έκοψαν το κεφάλι του ηρωικού Ιωάννη, ο οποίος προστέθηκε στη χορεία των Νεομαρτύρων και Παιδομαρτύρων. Η σφαγή των τριών αυτών ανθρώπων έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1816, έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην παλαιά Μονεμβασιά. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, όπου έγινε η σφαγή του Παιδομάρτυρα Ιωάννη σχηματίστηκε με το αίμα του ένας Σταυρός, φανερό σημείο ότι εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού, στη χορεία των Μαρτύρων!
Τα κεφάλια, του Μάρτυρα Ιωάννη και των άλλων δύο ανδρών, τα πήραν οι τούρκοι και τα έστειλαν πεσκέσι στον πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματά τους τα έθαψαν σε άγνωστο μέρος στη Μονεμβασιά. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο άγιος Ιωάννης και σχηματίστηκε ο τίμιος Σταυρός με το αίμα του, έγινε τόπος προσκυνήματος των Χριστιανών, σημειώνονταν πολλά θαύματα και κατέστη πηγή παρηγοριάς και στήριξης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου την ημέρα του μαρτυρίου του, στο χωριό της καταγωγής του Τουρκολέκα της επαρχίας Μεγαλουπόλεως Αρκαδίας, όπου υπάρχει ναός προς τιμήν του.