agiofos 001

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ

Θεολογικές επισημάνσεις

Νικολάου Ζήση (Μοναχού Σεραφείμ) 

 

Εισαγωγικά

«και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου»1

   Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο χώρος των θαυμάτων. Η διαπίστωση αυτή δε σημαίνει κατ' ουδένα τρόπο ότι η Πίστη μας σχετίζεται με επιδόσεις φθηνού κενόδοξου εντυπωσιασμού «φωτισμένων» θαυματουργών, κατά τα δεδομένα της θεουργίας και του φακιρισμού. Τα θαύματα, είτε φανερά σε όλους είτε μόνο στην ψυχή αυτού στον οποίον απευθύνονται, είναι έργα της ακτίστου θείας Προνοίας, σκοπός της οποίας είναι η σωτηρία του ανθρώ­που. Η ενέργεια του Παρακλήτου, που δρα θεωτικώς μέ­σα στην Εκκλησία ως την μόνη Κιβωτό της σωτηρίας, δύναται να μεταβάλλει τους νόμους της φύσεως, τους οποί­ους η ίδια έχει θέσει2. Ήδη από την ημέρα της Αναλήψεως ο Κύριος έδωσε στους Αποστόλους τη δύναμη του θαυματουργείν3, έχοντας ήδη υποσχεθεί ότι δυνάμει της πίστεως εις Αυτόν οι πιστεύοντες θα επιτελέσουν έργα μεγαλύτε­ρα του Ιδίου4. Πράγματι, η σωτηρία που κηρύχθηκε από τους αυτόπτες του Λόγου έλαβε επιβεβαίωση από το Θεό «σημείοις τε και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι και Πνεύ­ματος Αγίου μερισμοίς κατά την αυτού θέλησιν»5. Η επι­τέλεση των σημείων αυτών φανερώνει ότι Αυτός στο όνο­μα του Οποίου τα σημεία και τα τέρατα επιτελούνται, με­τά το Σταυρό και την Ταφή Του ανέστη και «ζη εκ δυνά­μεως Θεού»6. 

Κατά ταύτα η παρουσία θαυμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστοποιεί, μαζί με πολλά άλλα, τη δράση του Αγίου Πνεύματος και Θεού σ' αυτή. Βέβαια δεν αμφι­σβητήθηκε η διενέργεια θαυμάτων και σε άλλες ομολογίες, αν και αυτή ερμηνεύθηκε αλλιώς βάσει των αποτελεσμά­των της7, διότι το δένδρο γνωρίζεται από τους καρπούς8.

Το ότι τα αληθινά θαύματα αποτελούν ένδειξη της πα­ρουσίας του Θεού, αποτελεί και τον κύριο λόγο για τον οποίο οι τελικοί εχθροί του Χριστού και ο Αντίχριστος θα προσπαθήσουν δια των δικών τους δαιμονικών και μι­μητικών θαυμάτων να τεκμηριώσουν τη θεϊκή τους προέ­λευση, «ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς»9.

1. Το θαύμα του Αγίου Φωτός.

Το πλέον γνωστό θαύμα που συμβαίνει κατ' έτος στους κόλπους της Εκκλησίας είναι η εμφάνιση του Αγίου Φω­τός στον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα τη μεσημβρία του Μεγάλου Σαββάτου. Σε ειδική τελετή ο Πα­τριάρχης Ιεροσολύμων, αφού εισέλθει στο Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου και σφραγισθεί η είσοδος αυτού, αναγινώσκει προσευχόμενος ειδική ευχή. μετά από λίγο η κανδήλα που ευρίσκεται σβηστή πάνω στην πλάκα του Τά­φου ανάβει θαυματουργικώς, άνευ φανερής αιτίας. Ο Πα­τριάρχης ανάπτει τις δύο δέσμες κεριών που έχει και μεταδί­δει το φως στα πλήθη των πιστών που ίστανται πέριξ του Κουβουκλίου. το φως, δηλ. η φλόγα που μεταδίδει, είναι μεν θερμό, αλλά για τα πρώτα λεπτά της καύσεως δεν προ­καλεί, όπως συμβαίνει φυσικώς, εγκαύματα. Ήδη από την ώρα του εκτάκτου ανάμματος μέσα στο Κουβούκλιο, έχουν ανάψει «από μόνα τους» και πολλά κεριά πιστών έξωθεν του Κουβουκλίου, όπως και όλες οι κανδήλες του χώρου, που για το λόγο αυτό έχουν από πριν σβησθεί10. Μερικοί αντιλαμβάνονται πλην του ανάμματος των κεριών και μία ιδιαίτερη λάμψη, ως αστραπή, να γεμίζει προς στιγμήν το χώρο, ακόμη δε λιγότεροι αντιλαμβάνονται πολύ έντονα την παρουσία του θεϊκού φωτός. Τέτοια εμπειρία είχε ο χρηματίσας επί πεντήκοντα επτά έτη φύλακας του Πανα­γίου Τάφου μακαριστός μοναχός Μητροφάνης (†1997), ο οποίος το 1926, οδηγούμενος από δυσπιστία κρύφθηκε εντός του Αγίου Κουβουκλίου την ώρα της τελετής: «Εκείνην την ιδίαν ακριβώς στιγμήν, που η αγωνία μου ευρίσκετο εις φοβεράν υπερέντασιν μέσα εις την απέραντον νεκρικήν σιγήν, που μόλις ήκουα την αναπνοήν μου, ήκουσα ένα ελαφρόν συριγμόν. Ήτο παρόμοιος με λεπτήν αύραν πνοής ανέμου. Και αμέσως -αλησμόνητον θέαμα- είδα ένα γαλάζιο φως να γεμίζη ολόκληρον τον Ιερόν χώρον του Ζωοδόχου Τάφου. Το γαλάζιον εκείνον φως το είδα εις την συνέχειαν να στριφογυρίζη ως δυνατός ανεμο­στρόβιλος... Μόλις [ο Πατριάρχης] ήγγισεν επί της Ιεράς Φυλλάδος και ήνοιξε την σελίδα της και ήρχισε να αναγινώσκη τας ευχάς, εκείνο το κάπως ήρεμον γαλάζιον φως ήρχισε και πάλιν μίαν ανήσυχον κίνησιν. Ήτο ένα αφάνταστον και απερίγραπτον στριφογύρισμα, δυνατώτερον από το πρώτον. Και αμέσως ήρχισε να μεταβάλλεται εις ένα ολόλευκο φως, όπως περιγράφει ο Ευαγγελιστής την Μεταμόρφωσιν του Σωτήρος Χριστού. Εν συνεχεία το ολό­λευκον εκείνο φως μετεμορφώθη εις έναν ολοφώτεινον υπέρ τον ήλιον δίσκον και ενετοπίσθη ακίνητον άνωθεν ακριβώς της κεφαλής του Πατριάρχου. Κατόπιν είδα τον Άγιον Γέροντα Πατριάρχην να παίρνει εις τα χέρια του τας δε­σμίδας των τριάκοντα τριών κεριών. Τας ανύψωσε και έδι­δε την εικόνα της αναμονής. Ανέμενεν εκ Θεού την έλευσιν του αοράτου Φωτός. Και όπως σιγά-σιγά ύψωνε τα χέ­ρια του δεν έφθασεν ακόμη εις το ύψος της κεφαλής του. Αμέσως εν ριπή οφθαλμού, ως να ήγγισεν επί αναμμένης καμίνου, ήναψαν αυτομάτως η Αγία Κανδήλα και αι τέσ­σαρες11 δεσμίδες των κεριών. Αιφνιδίως δε χωρίς καν να αντιληφθώ εξηφανίσθη από των οφθαλμών μου ο ολοφώτεινος εκείνος δίσκος12». 

Το κατ' έτος επαναλαμβανόμενο αυτό θαύμα μαρτυρείται σε γραπτά κείμενα, τόσο ιστορικά όσο και αφηγή­σεις προσκυνητών, εδώ και αιώνες. Όμως περισσότερο θα μπορούσαν να μιλήσουν γι' αυτό οι αναρίθμητοι προσκυ­νητές που λαμβάνουν πείρα του γεγονότος κάθε χρόνο, γε­γονότος που έχει καταγραφεί επίσης σε φωτογραφίες και μαγνητοσκοπήσεις. 

Η συνεχής κατ' έτος εμφάνιση του Αγίου Φωτός υπό τις ίδιες συνθήκες, μας παραπέμπει σε πολλά περιοδικώς συμβαίνοντα θαυμαστά γεγονότα της ζωής της Εκκλησίας: ακόμη και αν παραλείψουμε τα πολλά κατ' έτος θαύ­ματα που συνοδεύουν εορταστικές εκδηλώσεις σε αγιοβάδιστους τόπους και άλλα αγιάσματα στα ορθόδοξα κράτη, η ίδια η Αγία Γραφή μας αναφέρει τα συνεχή επί τεσσαράκοντα έτη θαύματα της σκέπης των Ισραηλιτών από νε­φέλη φωτός την ημέρα και στήλη πυρός τη νύκτα13, τη δια­τροφή τους από το ουρανόπεμπτο μάννα14, όπως και το γε­γονός πως τα ρούχα και τα υποδήματά τους παρέμειναν άφθαρτα καθ' όλη την παραμονή τους στη Σιναϊτική Χερσόνησο15. Η ευαγγελική διήγηση του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μας αναφέρει πως στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ «άγγελος κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάρασσε το ύδωρ», και πως ανέμεναν πλήθος αρρώ­στων την περιοδική αυτή επενέργεια του αγγέλου για να θεραπευθούν16. 

Θα επιθυμούσαμε η πρώτη αναφορά της «Θεοδρομίας» στο θαύμα του Αγίου Φωτός να έχει περισσότερα στοι­χεία για αυτό, όμως ο σκοπός του άρθρου και ο περιορι­σμένος χώρος μας εξαναγκάζουν, δυστυχώς, να αφήσου­με τις σχετικές μ' αυτό και σαφώς πολύ ψυχωφελέστερες μαρτυρίες, η παρουσίαση των οποίων θα απαιτούσε και πολλαπλάσιο χώρο. Έτσι περιοριζόμαστε στην παρου­σίαση πατερικών θέσεων, οι οποίες βοηθούν στην διερεύνη­ση του θέματος από θεολογικής απόψεως, ιδιαίτερα επει­δή τελευταίως από της απόψεως αυτής έχουν εκφρασθεί αμφιβολίες για τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως του θαύ­ματος αυτού. Βεβαίως οι αμφιβολίες αυτές λίγο μπορούν να θίξουν την ίδια την οφθαλμοφανή πραγματικότητα· πε­ρισσότερο ενδέχεται να επηρεάσουν όσους φιλομαθείς προτιμούν να κρίνουν τα γεγονότα από μακριά, μέσω της βιβλιογραφίας και όχι της ίδιας της εμπειρίας.

2. Οι απόψεις του καθηγητού Κ. Καλοκύρη.

Το 1999 ο πολύ γνωστός βυζαντινολόγος και αρχαιο­λόγος, ομότιμος τώρα, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Καλοκύρης εξέδωσε βιβλίο του με τίτλο Το αρχιτεκτονικό συγ­κρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός17, αφιερωμένο στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα. Το βιβλίο αυτό παρουσίασε ο ίδιος και σε τηλεοπτική εκπομπή στη Θεσσαλονίκη το Πάσχα του 1999, με συνέπεια να προκληθούν συζητήσεις και αντιλογίες. Σύμφωνα και με τον τίτλο του το βιβλίο παρουσιάζει στο πρώτο μέρος τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων και ιδι­αιτέρως αυτά της Βασιλικής της Αναστάσεως, τόσο τοπογραφικώς, όσο και ιστορικώς. Στο δεύτερο μέρος επι­χειρείται η ιστορική και θεολογική διερεύνηση του θαύ­ματος του Αγίου Φωτός, την οποία και σχολιάζουμε· στο Επίμετρο γίνεται αναφορά στην Ανάσταση του Χριστού και στη σημασία της. 

Ο καθηγητής Καλοκύρης βάσει της περί του Αγίου Φωτός διερευνήσεώς του, φθάνει στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται κανένα «θαύμα αγίου Φωτός», αλλά πρόκειται περί ψευδούς παραδόσεως. Τις σχετικές απόψεις του καθη­γητή Καλοκύρη, που καταλαμβάνουν 80 περίπου από τις σελίδες του βιβλίου του, συνοψίζουμε στα εξής: οι αρχαίες μαρτυρίες δεν κάνουν λόγο για θαυματουργό Φως στον Πανάγιο Τάφο (σσ. 164-171)18. οι πρώτες μαρτυρίες εμφανίζον­ται τον 9ο αι. (σσ. 171-178). Η εμφάνιση του θαύματος οφεί­λεται στους Σταυροφόρους, που το θεώρησαν τρόπο πορισμού χρημάτων (σσ. 180. 183 ε.), στα λαϊκά στρώματα, που ιδιαίτερα τον 10ο αι. υπέκειντο σε ενθουσιαστικές τά­σεις, και στην υποβλητική ατμόσφαιρα της όλης τελετής του Μ. Σαββάτου (σ. 180). επίσης στη μυστικοπάθεια των πρώτων Ρώσων προσκυνητών, οι οποίοι δημιουργούσαν προηγούμενο και για τους επομένους εκ Ρωσίας προσκυ­νητές (σ. 180ε. 189εε), αλλά και στην ανάγκη αντιδράσεως των Ορθοδόξων έναντι των Λατίνων κατακτητών των Αγίων Τόπων, οι οποίοι προπαγάνδιζαν πως μόνο σ' αυτούς ο Θεός στέλνει το Άγιον Φως (σ. 182ε.). Ήδη για την κα­θιέρωση της αντιλήψεως για το ουρανόπεμπτο φως είχαν συντελέσει τόσο προχριστιανικές ειδωλολατρικές αντι­λήψεις και τα θαύματα της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και θαύματα που συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα και στο Πικτάβιο. από το Πικτάβιο, κατά μία άποψη, μετέφεραν και οι Σταυροφόροι το θαύμα στους Αγίους Τόπους (σσ. 173-176). Το θαύμα κατά το οποίο ο κίονας που βρίσκεται αριστερά της εισόδου της Βασιλικής σκίστηκε και απέδωσε το Άγιον Φως στους Ορθοδόξους που είχαν αποκλειστεί από την πρόσβαση στο Ναό, δεν ήταν τίποτε άλλο από κε­ραυνό που έσκισε την κολόνα· άλλωστε υπάρχει διάσταση απόψεων στη χρονολόγηση του θαύματος αυτού (σ. 172ε. 195). Ως επικρατέστερη λύση για την εξήγηση του φωτός που έβλεπαν οι παλαιοί προσκυνητές πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι το φως που εισερχόταν μέσω του υαλίνου φράγματος του οπαίου του τρούλλου στο Κουβούκλιο, μπορούσε να αναλυθεί στα χρώματά του, πράγμα που εξηγεί και την πολυχρωμία του (σ. 196-201).

Στη θεολογική διερεύνηση του θαύματος του Αγίου Φωτός, ο συγγραφεύς διατυπώνει τη θέση πως μπορούμε να διακρίνουμε δύο είδη φώτων: το φυσικό φως των κηρών και κανδηλών και το άκτιστο φως της θεότητος, το οποίο συμβολίζεται από το πρώτο (σ. 211ε). η απ' ευθείας όραση του ακτίστου θεϊκού φωτός, κατά το συγγραφέα και καθ' όλη την εκκλησιαστική Παράδοση, στην οποία πα­ραπέμπει με πλήθος πατερικών μαρτυριών, είναι δυνατή μόνο στους τελείους Χριστιανούς, στους Αγίους. Συνεπώς δεν βλέπουν όλοι το Άγιον Φως (σ. 213-216). Ο ισχυρισμός των «ποικίλης προελεύσεως και θρησκευτικής παιδείας χριστιανικών πληθών» (σ. 207), που αλλού αναφέρονται ως «αναξιόπιστοι επισκέπτες» (σ. 157ε.), ότι όλοι ανεξαι­ρέτως βλέπουν το θαυματουργικό Άγιον Φως, είναι αν­θρωποκεντρικός, επιπόλαιος και αθεολόγητος (σ. 211). Η επιτέλεση ενός τέτοιου θαύματος έμπροσθεν όλων των πα­ρευρισκομένων ανεξαιρέτως θα αποτελούσε εξαναγκασμό στην πίστη (σ. 153ε. 212.229). Ουσία του Αγίου Φωτός είναι η ελεύθερη και αβίαστη πίστη στον αναστάντα Χρι­στό (σ. 207).

Σε άλλο κεφάλαιο ο συγγραφεύς αναλύει την ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων στον Πανάγιο Τά­φο και επισημαίνει την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για το Άγιον Φως μέσα σ' αυτή (σ. 222-228). Επίσης αρ­νείται βάσει προσωπικής του πείρας το ότι ο Πατριάρχης ελέγχεται πριν μπει στο ιερό για να διαπιστωθεί αν έχει καύσιμη ύλη (σ. 218ε)19. Ο καθηγητής Καλοκύρης επαινεί την προσέλευση των πιστών στον Πανάγιο Τάφο, η οποία μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερο βίωμα (σ. 231). Το Πατριαρχείο απλώς ανέχεται την πλάνη αυτή του λαού, για να μη σκανδαλίσει (σ. 22).

agiofos 000

3. Θεολογική διερεύνηση

Γενικώς θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή των α­ναγνωστών στα εξής:

α) υπό του συγγραφέως παρατίθε­ται μαρτυρία για την ύπαρξη του ουρανίου φωτός το Μ. Σάββατο η οποία τοποθετείται20 μεταξύ του 7ου και 9ου αι. (σ. 176ε), όμως αυτή δε λαμβάνεται υπ' όψιν, ενώ είναι πολύ φυσικό όσο πιο παλαιές είναι οι μαρτυρίες, τόσο και σπανιώτερες να είναι·

β) δεν χρησιμοποιείται η μαρτυρία ενός σημαντικώτατου περί της ιστορίας των Ιεροσολύμων βιβλίου, της Δωδεκαβίβλου του Δοσιθέου. Ο Πατριάρχης Δοσίθεος όχι μόνον αποδέχεται το θαύμα του Αγίου Φω­τός, αλλά αποδίδει σ' αυτό τόσο την καθιερωμένη κοσμο­συρροή των Χριστιανών κατά το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα, όσο και την καθιέρωση της δεύτερης εορτής της Υψώσε­ως του Τιμίου Σταυρού στη Μ. Τεσσαρακοστή (Γ' Κυρια­κή των Νηστειών), ώστε οι προσκυνητές του Πάσχα να προσκυνούν επ' ευκαιρία και τον Τίμιο Σταυρό21· αυτό ανά­γει την εμφάνιση του θαύματος σε περίοδο προ του 9ου αι.22

γ) παρατίθεται από το συγγραφέα πλήθος μαρτυριών από ποικίλους προσκυνητές της τελευταίας χιλιετίας περί της υπάρξεως του Αγίου Φωτός (σσ. 171-196), όμως δεν θεωρούνται αξιόπιστες. δεν θα έπρεπε και μόνον «επί στό­ματος δύο ή τριών μαρτύρων σταθήναι παν ρήμα»23; Άλλω­στε και τα θαύματα που συμβαίνουν κατά χιλιάδες στη σύγχρονη Ελλάδα καταγράφονται σε προσκυνητάρια και συναξαριστικά κείμενα· μήπως για το λόγο αυτό δεν θεω­ρούνται ιστορικά γεγονότα; Έναντι αυτών των μαρτυριών ο καθηγητής Καλοκύρης δεν έχει να αντιπαρατάξει παρά ελαχίστους, και δη μη Ορθοδόξους, που να αρνούνται εκ­πεφρασμένως το θαύμα· έτσι

δ) βασίζεται υπέρ το δέον στον Αδαμάντιο Κοραή (π.χ. σσ. 155ε.175ε. 179), η απόκλι­ση του οποίου από την Ορθοδοξία είναι στους Χριστια­νούς γνωστή24. και

ε) ο συγγραφεύς δεν εξετάζει καν μήπως η ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης είναι ενδεχομένως αρχαιότερη της πρώτης παρουσίας του Αγίου Φωτός, οπό­τε δικαιολογείται και η απουσία αναφοράς της σ' αυτό. Άλλωστε το ότι το Φως του Παναγίου Τάφου είναι το μό­νο που καλείται «άγιον» ανάμεσα σε όλα τα φώτα των λαμπαδουχιών του Μ. Σαββάτου ανά την γη, με τα οποία ο καθηγητής Καλοκύρης θέλει να το εξομοιώσει, δεν πρέπει να θεωρηθεί ένδειξη της ιδιαιτερότητάς του; Ωστόσο σκοπός μας δεν είναι, ως ελέχθη, η ιστορική διερεύνηση του θαύμα­τος του Αγίου Φωτός (εξ ου και η πτωχεία του άρθρου σε ιστορικά στοιχεία· αλλιώς θα έπρεπε να γραφεί βιβλίο), αλλά η παρουσίαση μερικών άλλων θεολογικών παραμέτρων.

Συγκεκριμένα να δειχθεί ότι: α) το άκτιστο φως είναι κάπως ορατό και στους μη τεθεωμένους πιστούς, διότι η εμφάνιση του φωτός γίνεται αναλόγως της τελειώσεως του πιστού και επομένως δεν ταυτίζεται κάθε εμφάνιση και θέα του με την εμφάνισή του στους Αγίους25. επίσης ότι ο Χριστός κατ' εξαίρεσιν δύναται να εμφανίσει την άκτιστη φωτεινή δόξα Του σε κάποιον άνθρωπο ανεξαρτήτως του βαθμού της πνευματικής τελειώσεως και

β) ότι η ενέργεια θαυμάτων ακόμη και θεϊκής φωτοφανείας έμπροσθεν απί­στων ή ολιγοπίστων δεν θίγει επ' ουδενί την ελευθερία της προαιρέσεώς τους, και για το λόγο αυτό δεν αποτελεί εξανα­γκασμό στην πίστη. Καταφεύγουμε λοιπόν στην εμπειρία των ιδίων των Αγίων και στην εξ' αυτής διδασκαλία τους.

α) Θέα του φωτός και πνευματική τελείωση

Στις διηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης οι θεοφάνειες και τα θαύματα συνοδεύουν τη ζωή του Ισραήλ, η δε ομοιό­τητά τους με τις αντίστοιχες θεοφάνειες και τις θεοσημείες της Καινής Διαθήκης αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη πως είναι ο ίδιος Θεός και Κύριος της Δόξης, ο Υιός και Λό­γος του Θεού, εκείνος που εμφανιζόταν τόσο στους Πατρι­άρχες και Προφήτες ασάρκως, όσο και στους Αποστόλους και με ανθρώπινη πλέον φύση, ως Χριστός Κυρίου26. Μερικές από τις εμφανίσεις της θείας δόξης στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω ιδι­αιτέρως.

Το βιβλίο της Εξόδου μας διηγείται εκτενώς για την παράδοση του Νόμου στο Μωυσή επί του Όρους Σινά27· κατά τη διήγηση της βίβλου της Εξόδου, ο Θεός κατέβη «εν πυρί» πάνω στο Όρος Σινά, ενώπιον όλου του λαού Ισραήλ, ο οποίος έβλεπε το Όρος να καλύπτεται από «φαινόμενα» που ομοίαζαν με καπνό, φωνή και λάμψεις. Ο λαός έμεινε μακριά από το Όρος, οι πρόκριτοι πλησίασαν περισσότερο και μόνος ο Μωυσής, συνοδευόμενος μέχρι κάποιου σημείου από τον Ιησού του Ναυή πλησία­σε τον Κύριο28. Η δόξα αυτή του Κυρίου στο Όρος Σινά ήταν το άκτιστο φως ή ο αλλιώς ονομαζόμενος φωτεινός γνόφος, ο οποίος φάνηκε διαφορετικά στο Μωυσή, στους άρχοντες του Ισραήλ και στο λαό, αναλόγως της πνευμα­τικής καταστάσεως του καθενός29 (οι όροι δόξα Κυρίου, φως, γνόφος και βασιλεία Θεού ταυτίζονται μεταξύ τους τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στους θεοφόρους Πατέ­ρες, διότι όλοι συμβολίζουν την αΐδια φυσική έλλαμψη ή δόξα ή ενέργεια ή πρόοδο της Αγίας Τριάδος30). Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επισημαίνει ερμηνεύοντας τα χω­ρία αυτά πως, επειδή ο Θεός ήθελε να μεταφέρει τους Ισραηλίτες από την ειδωλολατρία στην επίγνωση της αλη­θείας, τους αξίωσε αυτής της θεοπτίας, να γίνουν δηλ. αυτήκοοι και θεατές του Θεού, δηλαδή της θείας και ανεκφράστου δόξης του, μετά από σχετική κάθαρση31. Πάντως και ο απλούς λαός είχε μία μικρή μέθεξη της θείας δόξης. Όπως αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι φωτισμοί αυτοί που έγιναν ορατοί στον ισραηλιτικό λαό, ήταν μεν φωτισμοί κατ' αίσθησιν, υπέπιπταν δηλαδή στη σωματι­κή όραση, ήταν όμως ταυτόχρονα και υπέρ αίσθησιν δηλ. ήταν άκτιστοι, όπως λ.χ. το φως του προσώπου του Μωυσέ­ως32. η θεϊκή δόξα εφώτιζε το πρόσωπο του Μωυσέως με­τά τη νομοδοσία, εξαιτίας της οποίας οι Ισραηλίτες δεν μπορούσαν να τον αντικρύσουν33. Η δόξα αυτή, ένεκεν της οποίας ο Μωυσής έθεσε στο πρόσωπό του κάλυμμα, για να μπορούν να ατενίσουν προς αυτόν, ταυτίζεται με την άκτιστη χάρη που ενεργεί στην καρδιά των τελείων Χριστια­νών34.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η συνέχεια της διηγήσεως, η οποία αφορά στη συνέχιση της πορείας του Ισραήλ μέσα στην έρημο για τα επόμενα τεσσαράκοντα35 χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν «Όταν η νεφέλη υψωνόταν από τη σκηνή, αναχωρούσαν οι Ισραηλίτες με όλα τα υπάρ­χοντά τους. Και αν η νεφέλη δεν υψωνόταν, δεν αναχωρούσαν, μέχρι την ημέρα που η νεφέλη θα ανέβαινε. διότι νεφέλη βρισκόταν πάνω στη σκηνή την ημέρα και πυρ βρισκόταν τη νύκτα πάνω σ' αυτήν ενώπιον όλου του λαού Ισραήλ σε όλες τους τις πορείες»36. Η νεφέλη αυτή δεν εμφανίσθηκε για πρώτη φορά μετά τη νομοδοσία· είχε ήδη καθοδηγήσει τους Ισραηλίτες κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο και τη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης37, από το Σινά όμως και εξής θα τους καθοδηγούσε και για τα επόμενα τεσσαράκοντα χρόνια, κάθε μέρα και κάθε νύ­κτα38. πολλές φορές δε, επεσκίασε ενώπιον όλων των Ισραη­λιτών την προσωπική σκηνή του Μωυσέως39. Η νεφέλη αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί κτίσμα (δημιούργημα), όπως στη λατινική θεολογία, αρχής γενομένης από τον Ιερό Αυγουστίνο40, αλλ' αποτελεί και αυτή σύμβολο της άκτιστης θεϊκής χάριτος. Όπως επισημαίνει ο Πρωτοπρεσβύ­τερος καθηγητής Ιωάννης Ρωμανίδης «οι συμβολικοί όροι της Βίβλου, οίτινες εκφράζουν την παρουσίαν και την κοι­νωνίαν του Θεού μετά του λαού Αυτού δια μέσων ως η δό­ξα, η φωτεινή νεφέλη, το φως, ο γνόφος, αι στήλαι πυρός και νεφέλης, οι ανεωγμένοι ουρανοί, αι πύριναι γλώσσαι, η βασιλεία του Θεού ή βασιλεία των ουρανών ουδέποτε εκλαμβάνονται ως γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα, αλλά θεωρούνται και είναι αυτά ταύτα τα σύμβολα της θεότητος, μέσω των οποίων οι θεούμενοι αγνώστως γνωρίζουν και αοράτως βλέπουν και αμετόχως μετέχουν εις την φυσικήν δόξαν και βασιλείαν της Αγίας Τριάδος»41. Μέσα από τη νεφέλη «μιλούσε» στους Ισραηλίτες και τους κα­θοδηγούσε ο ίδιος ο Θεός, ο Υιός και Λόγος, ενώ η θέα της δόξης αυτής, της νεφέλης δηλ. και της στήλης πυρός, εθε­ωρείτο ακόμη και από τους ξένους λαούς ως συνομιλία και «ανταλλαγή βλεμμάτων» του Θεού με το λαό Του42. Και αυ­τό συνέβαινε επί τεσσαράκοντα χρόνια ημέρα και νύκτα. 

Η σημαντικότερη ίσως εμφάνιση της θείας δόξης, του θεϊκού φωτός, μετά την είσοδο του λαού Ισραήλ στην Πα­λαιστίνη, γίνεται στα χρόνια του βασιλέως Σολομώντος. Ο δίκαιος βασιλεύς έλαβε από το Θεό εντολή να οικοδομή­σει Ναό, για να στεγασθεί η Κιβωτός της Διαθήκης, εφό­σον αυτό δεν υπήρξε το θέλημα του Θεού για τον πατέρα του, το Δαυίδ. Η Β' βίβλος των Παραλειπομένων μας διη­γείται την είσοδο της Κιβωτού στο νεόδμητο τότε Ναό, είσοδο που συνοδεύτηκε από την εμφάνιση της νεφέλης, της δόξης του Κυρίου43. Μετά την είσοδο της Κιβωτού, εμφανίσθηκε εκ νέου η δόξα· «Όταν ο Σολομών ολοκλήρω­σε την προσευχή του, κατέβηκε πυρ από τον ουρανό και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες και γέμισε τον οίκο δόξα Κυρίου. Και δεν μπορούσαν οι ιερείς να εισέλ­θουν στον οίκο Κυρίου τον καιρό εκείνο διότι γέμισε τον οίκο δόξα Κυρίου. Όλοι οι Ισραηλίτες έβλεπαν το πυρ να κατεβαίνει, και η δόξα Κυρίου ερχόταν πάνω στον οίκο. και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη πάνω στο λιθόστρωτο και προσκύνησαν και δόξαζαν το Θεό, διότι αυτό είναι αγαθό, διότι το έλεός του παρεκτείνεται στον αιώνα»44. Είναι σαφής και πάλι η διήγηση του θεοπνεύστου κειμέ­νου τόσο για την καθολικότητα της εμφανίσεως της δόξης Κυρίου («πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ») όσο και για την ένταση της θεοφανείας, καθώς το φως γέμισε το νομικό Ναό.

Όμως και στην Καινή Διαθήκη, στις Πράξεις των Απο­στόλων, μας μαρτυρείται μία ακόμη γενική εμφάνιση ενός μικρού απαυγάσματος της θείας δόξης και βασιλείας, η οποία ανακαλεί στη μνήμη μας και το παρόμοιο συμβάν με το Μωυσή, στη νομοδοσία στο Όρος Σινά. Ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος Στέφανος, αφού οδηγήθηκε συκοφαντημένος ενώπιον του ιουδαϊκού Συνεδρίου, εκλήθη να απολογηθεί για το κήρυγμά του· τότε, κατά τη μαρτυ­ρία των Πράξεων, «καθώς τον ατένισαν όλοι όσοι κάθο­νταν στο συνέδριο, είδαν το πρόσωπό του ως πρόσωπο αγγέλου»45. Η εμφάνιση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στη θεία χάρη και ωστόσο την είδαν όλοι, και μάλιστα οι συκοφάντες και μισόχριστοι σύνεδροι, οι οποίοι επρόκει­το μετά ταύτα να τον λιθοβολήσουν46. Ο Άγιος Γρηγό­ριος ο Παλαμάς παρατηρεί εν προκειμένω: «Κατά τον τρό­πο αυτό φάνηκε το αισθητό πρόσωπο του Στεφάνου σαν πρόσωπο αγγέλου· διότι μέσα του ο νους κατά μίμηση των αγγέλων και κατά τρόπο αγγελικό, ευρισκόμενος σε ένω­ση με το φως που υπέρκειται του παντός είτε κατά επιβο­λή είτε κατά παραδοχή, με μετοχή ανέκφραστη, γινόταν αγγελόμορφος». Τα ίδια παρετήρησαν προ αυτού και άλ­λοι ερμηνευτές47. Το φως που είδαν οι (μη αγιασμένοι) σύ­νεδροι ήταν, λοιπόν, άκτιστο.

Ανάλογο περιστατικό στην Καινή Διαθήκη μας διηγούνται και πάλι οι Πράξεις των Αποστόλων· σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων ο Σαύλος, ο μετέπειτα Απόστολος Παύλος, πορευόταν προς τη Δαμασκό «εμπνέων α­πειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου»48 για να βρει εκεί Χριστιανούς και να τους οδηγήσει πίσω στα Ιε­ροσόλυμα. Όμως στο δρόμο προς τη Δαμασκό συνέβη ένα περιστατικό που επρόκειτο να αλλάξει την πνευματική πο­ρεία του νεαρού ζηλωτή Φαρισαίου και μαζί με αυτήν και την ιστορική πορεία της Εκκλησίας· συνέβη μία θεοφάνεια, μία φωτοφάνεια, που εκάλυψε το Σαύλο, μέσα στην οποία άκουσε τη φωνή του Χριστού, που ως τότε εδίωκε, και ο Οποίος του φανέρωσε το θέλημά Του. Το περιστα­τικό αναφέρεται και σε άλλα χωρία, δεν μπορούμε δε να αποφύγουμε και μία μικρή συγκριτική μελέτη τους, κα­θόσον τα χωρία παρουσιάζουν μεταξύ τους φαινομενικές διαφορές. Στο χωρίο της διηγήσεως του ιδίου του Ευαγγελιστού Λουκά49 αναφέρεται πως περιέβαλε το Σαύλο ουρά­νιο φως, μέσα στο οποίο ο Σαύλος άκουσε και τη φωνή του ιδίου του Χριστού, ενώ οι συνοδοί του έμειναν άναυδοι, ακούγοντας φωνή, μη βλέποντας όμως κανένα («μηδένα δε θεωρούντες»). Το σχετικό χωρίο της απολογίας του Αποστόλου έμπροσθεν του βασιλέως Αγρίππα50, μας ανα­φέρει κάποια επιπλέον λόγια του Χριστού στο μετέπειτα Απόστολο, αλλά και την πληροφορία πως το φως περιήστραψε όχι μόνον το Σαύλο, αλλά και τους συνοδούς του. Το ανάλογο χωρίο της ομιλίας του Απ. Παύλου προς τους Ιουδαίους των Ιεροσολύμων51, φαίνεται να αναφέρει και αυτό γεγονότα αντίθετα της πρώτης διηγήσεως· ο Από­στολος αναφέρει ότι οι συνοδοί είδαν το φως «και έμφοβοι εγένοντο», δεν άκουσαν όμως τη φωνή αυτού που α­πευθύνθηκε στο Σαύλο. Τη διαφορά αυτή μας την επεξηγεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: οι συνοδοί του Σαύλου είδαν βέβαια το φως· η φωνή που άκουσαν δεν ήταν του Κυρίου, αλλά του Σαύλου, δεν μπορούσαν δηλαδή να δουν με ποιον ο Σαύλος μιλούσε52.

Από τη διήγηση αυτή μας ενδιαφέρουν πάντως τα εξής στοιχεία:

1) το ουράνιο φως περιέλαμψε τόσο τον Ιουδαίο, τότε, διώκτη Σαύλο, ό­σο και τους ομόφρονες συνοδούς του.

2) αυτό έγινε σε πε­ρίοδο κατά την οποία ο Σαύλος όχι μόνο δεν πίστευε, αλλά και εδίωκε με ζήλο τους Χριστιανούς.

3) ο μεν νεαρός Ιου­δαίος μετεστράφη και έγινε Απόστολος των εθνών, οι δε συνοδοί του, κατά πληροφορία του Αγίου Χρυσοστόμου, δεν μετεστράφησαν53. Τί ήταν όμως αυτό το φως που περιήστραψε το διώκτη της Εκκλησίας; Ήταν κτιστό φως, κάποιο δηλ. φάσμα, ή άκτιστο φως, όμοιο με αυτό που βλέ­πουν οι Χριστιανοί κατά την πνευματική τελείωση, τη θέωσή τους; Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί πολλάκις το παραπάνω χωρίο, εντάσσοντάς το στην επι­χειρηματολογία του υπέρ της δυνατότητος θεάσεως του ακτίστου φωτός από τους Αγίους, παραπέμποντας μάλι­στα και στον Άγιο Μακάριο·απευθυνόμενος στον Ακίν­δυνο ρωτά ο Άγιος Γρηγόριος «Τί είναι αυτό που ισχυ­ρίζεσαι και ποια γνώμη μας προτείνεις; Να θεωρήσουμε κτίσμα [τ. έ. δημιούργημα] τη θεότητα που φανερώθηκε στο όρος και το άρρητό της φως, τη δόξα του Θεού, την ίδια τη βασιλεία που τότε ήλθε εν δυνάμει σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, δηλαδή φανερώθηκε έχοντας παράσχει στους βλέποντες τη δύναμη να δουν τα αθέατα, αυτήν προ­σπαθείς να πείσεις να τη θεωρήσουμε κτίσμα; Επειδή την είδαν με άρρητο τρόπο ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του και μετά απ' αυτόν ο Στέφανος, ο Παύλος και στο εξής οι όμοιοι αυτών...»54 κ.ο.κ. Είναι φανερό ότι η δόξα, το φως που είδε ο Σαύλος και που, κατά την ερμηνεία του αγίου Μακαρίου55, τον μετέφερε έως τρίτου ουρανού, ήταν άκτι­στο, αν και ο μετέπειτα Απόστολος δεν πληρούσε τότε ακό­μη τις προϋποθέσεις που ο καθηγητής Καλοκύρης θεωρεί μη παρακάμψιμες, ήταν μάλιστα αβάπτιστος και διώκτης της Εκκλησίας.

Βέβαια η εμπειρία των θεουμένων δεν αποτυπώνεται μόνο μέσα στα κείμενα της Αγίας Γραφής, αλλά και στους βίους των Αγίων, οι οποίοι είναι η ιστορική συνέχεια και η καταγραφή της ακριβούς εφαρμογής του Ευαγγελίου. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα εμφανίσεως του ακτίστου φωτός σε μη φωτισμένους πιστούς, κατά το θέλημα του Θεού, είτε για επιτίμηση των απίστων και ενθάρρυν­ση των πιστών είτε για παραδειγματισμό των αμαρτωλών και ασεβών είτε για να γίνει φανερή η αρετή των Αγίων. Ο Άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής της κατ' Αλεξάνδρειαν, έλαμψε κατά την κοίμησή του με τόση λα­μπρότητα, ώστε όλο το παρευρισκόμενο ποίμνιό του δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στο Ναό και εξήλθε56. Φως περιέλαμψε τον τόπο όπου εκοιμήθη ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, το οποίο είδαν και οι περίοικοι57. Ο Όσιος Δαβίδ ο εν Θεσσαλονίκη προσευχόμενος κάθε βράδυ πε­ριβαλλόταν από το ίδιο αυτό πυρ, το οποίο γινόταν αντιληπτό από κατοίκους που ζούσαν εκεί κοντά· κάποιος από αυτούς ακολούθησε και το μοναχικό βίο, ο μετέπειτα όσιος Παλλάδιος58. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ θέλοντας να δείξει στον ευλαβή κτηματία Νικόλαο Μοτοβίλωφ ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής και τί σημαίνει η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, προσευχήθηκε και έξαφ­να περιέλαμψε και τους δύο άκτιστο φως59. Το σκήνωμα της Αγίας Μάρτυρος Κυράννης έλαμψε κατά το μαρτυ­ρικό της τέλος τόσο, ώστε δεν τολμούσαν οι Τούρκοι και οι Εβραίοι να την πλησιάσουν60. Καί όσο σίγουρο είναι ότι το φως των παραπάνω περιστατικών είναι το άκτιστο φως της Θεότητος61 δηλαδή μερική φανέρωση αυτής της ιδίας της Θεότητος (εννοούμενης ως της θεϊκής ενεργείας και προόδου και όχι της θεϊκής ουσίας), θέμα που αποτε­λεί άλλωστε και το επίκεντρο της ησυχαστικής θεολογίας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τουλάχιστον οι Τούρκοι βα­σανιστές της Αγίας Κυράννης και οι Εβραίοι πολύ απείχαν από του να είναι άξιοι θεάσεώς του, οι δε πιστοί που το έβλεπαν δεν βρίσκονταν στα μέτρα χαριτώσεως των Αγί­ων οι οποίοι μετείχαν στη χάρη αυτή.

Αν λοιπόν οι Ισραηλίτες οι οποίοι διαρκώς παρόργιζαν το Θεό πριν τη νομοδοσία, αλλά και μετά, τόσο στην έρημο, όσο και στη γη της επαγγελίας62, αξιώνονταν της θείας δόξης, έστω και κατ' ολίγον, γιατί να στερούνται πα­ντελώς οι Χριστιανοί από τη δυνατότητα θεάσεως μιας μι­κρής ακτίστου ακτίνος, εφόσον και τα ολίγα αναφερθέντα περιστατικά από τα Συναξάρια μαρτυρούν περί του αντι­θέτου; Άλλωστε οι Χριστιανοί δια της χάριτος του Βα­πτίσματος έχουμε αποκτήσει «ομοιότητα» καί δεκτικότη­τα προς το άκτιστο φως της χάριτος63, τουλάχιστον περισ­σότερη του παλαιού Ισραήλ. Αν τόση ήταν η δόξα Κυρί­ου στους Ισραηλίτες, σε λαό «απειθούντα και αντιλέγον­τα»64 και στο Σολομώντα, ο οποίος στο τέλος της ζωής του εξετράπη της ευσεβείας65, είναι παράδοξο που εμφανίζε­ται στον πανίερο Ναό της Αναστάσεως ενώπιον του νέου Ισραήλ, των Χριστιανών, ένα μικρό απαύγασμα της ίδιας άκτιστης δόξας; Άλλωστε αυτή φανερώθηκε στον Πανά­γιο Τάφο ήδη την ώρα της αποκυλίσεως του λίθου66. Λοι­πόν «ει το καταργούμενον» του μωσαϊκού Νόμου είναι «δια δόξης», τότε «πολλώ μάλλον το μένον εν δόξη»67. Και στον Πανάγιο Τάφο λατρεύεται και τώρα, όπως και τότε στο νο­μικό Ναό, εν Πνεύματι και αληθεία ο ίδιος ο Κύριος του Σολομώντος ενανθρωπήσας και η δόξα Του λοιπόν εμφα­νίζεται δικαίως συχνότερα, διότι «ιδού, πλείον Σολομώνος ώδε»68.

Από τα γεγονότα αυτά και μόνον είναι φανερό πως η δόξα Κυρίου εμφανίζεται σε όποιον άνθρωπο ο Κύριος θε­λήσει, σπανίως και σε αναξίους, για λόγους που γνωρίζει ο Θεός. άλλωστε είναι η εμπειρία των θεουμένων (Προ­φητών, Αποστόλων, λοιπών Αγίων) αυτή που αποτυπώνεται στα ιερά κείμενα και διεμόρφωσε το εκκλησιαστικό δόγμα, το οποίο είναι για το λόγο αυτό πάντοτε αληθινό και επίκαιρο και σωτήριο, καθώς δεν είναι καρπός συλ­λογιστικών διαδικασιών, αλλά της ίδιας πάντοτε εν Θεώ εμπειρίας69. Εν πρώτοις πρέπει να επισημάνουμε ότι η«θέα» του ακτίστου φωτός είναι ούτως ή άλλως δωρεά και «πρωτοβουλία» του Θεού, ανέφικτη στις ανθρώπινες δυνάμεις καθ' εαυτές, το οποίο εξηγεί γιατί και οι θεούμενοι αναφέρονται ως «πάσχοντες τα θεία» και όχι ως «ενερ­γούντες» αυτά. Αντιπροσωπευτικώς παραπέμπουμε στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή αναφέροντα πως «δεν θα είχε τόση ισχύ ο ανθρώπινος νους να ανέλθει, ώστε να συμμετάσχει σε θεία έλλαμψη, αν δεν τον ήρπαζε ο ίδιος ο Θεός και δεν τον κατεφώτιζε με τις θείες αυγές»70. Αυτή η διαπίστωση βοηθεί να εξηγήσουμε και το γεγονός ότι η έλλαμψη του ακτίστου φωτός στο θεούμενο άνθρωπο ενδέ­χεται να είναι υπέρ την αξία του, εφόσον αυτή επαφίεται κυρίως στο Θεό. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, επεξηγώντας το ότι ο Μωυσής έθεσε κάλυμ­μα στο πρόσωπό του: «...παλαιά έθεσε ο Μωυσής το κά­λυμμα μεταξύ αυτού και του πωρωμένου Ισραήλ, για να μη δει εύκολα σκοτεινή φύση το κάλλος το απόκρυφο και άξιο ολίγων, μήτε, αφού το πέτυχε εύκολα, εύκολα και να το αποβάλει εξαιτίας της ευκολίας της αποκτήσεώς του. αλλά ώστε φως να συναντήσει το φως που έλκει πάντοτε προς το ύψος δια της επιθυμίας, και νους κεκαθαρμένος να πλησιάσει τον καθαρότατο. και το μεν να φανεί τώρα, το δε υστέρα, ως έπαθλο αρετής και κλίσεως, ήτοι εξομοιώσεως προς αυτόν, από τη ζωή αυτή»71. Η απόκρυψη του θεϊκού κάλλους αποδίδεται εδώ όχι στην αδυναμία του Θεού να φωτίσει τους αναξίους, αλλά στο ασύμφορο μιας τέτοιας φωτοφάνειας για τους τελευταίους. Εφόσον φαί­νεται εκ των βιβλικών και μη γεγονότων το «ανεξάρτητον»72, της χάριτος του Θεού, γιατί αυτή να περιορίζεται στην πε­ρίπτωση του Φωτός του Παναγίου Τάφου; Αν αποδε­χθούμε τις απόψεις του καθηγητού Καλοκύρη για το άκτι­στο φως, πώς θα ερμηνεύσουμε τα παραπάνω αγιογραφικά γεγονότα;

Το ότι το Άγιον Φως του Παναγίου Τάφου εμφανίζε­ται να «εκπέμπεται» από διαφορετικό σημείο του ιερού Κουβουκλίου σε διαφορετικές διηγήσεις αυτοπτών δεν αποτελεί, όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Καλοκύρης73, διαφοροποίηση της φαντασίας των τελευταίων, αλλά δια­φοροποίηση της θελήσεως του Θεού για τον καθένα· άλ­λωστε η πρώτη εμπειρία του ακτίστου φωτός, η ονομαζόμενη «έκστασις» προκαλεί στον πάσχοντα τα θεία έλλειψη του προσανατολισμού του74. Αλλά και η άκτιστη θεϊκή δύ­ναμη φανερώνεται όντως διαφορετικά κατά περίπτωση ακόμη και σε όσους έχουν φθάσει σε βαθμό πνευματικής καθάρσεως και θεοπτίας, όπως διαφορετικό κατά περίπτωση, ως προς το χρώμα και το σχήμα λ.χ., εμφανίζεται και το φως του Παναγίου Τάφου75. Αξιοσημείωτα είναι όσα λέγουν οι Νηπτικοί Άγιοι: «Αυτό το φως [της χάρι­τος] κατά καιρούς ανάβει κατά πολύ και λάμπει, και πότε συστέλλεται και στυγνάζει [...]. Σε πολλούς εφανερώθηκε το σημείο του Σταυρού δια του φωτός και προσεπάγη στον έσω άνθρωπο. Άλλοτε πάλι την ώρα της ευχής έγινε εν εκστάσει ο άνθρωπος και ευρέθηκε να στέκεται σε θυσιαστή­ριο εκκλησίας και του προσφέρθηκαν τρεις άρτοι76, ως να ήταν ζυμωμένοι με λάδι. Όσο έτρωγε εκείνος, τόσο αυτοί αυξάνονταν και εμεγάλωναν. Άλλοτε πάλι, όπως κάποιο φωτεινό ένδυμα που δεν έχει όμοιό του στη γη, ούτε είναι δυνατόν να κατασκευασθεί από ανθρώπινα χέρια -κατά τον τρόπο που άστραψαν τα ενδύματα του Κυρίου όταν ανέβηκε στο όρος με τον Ιωάννη και τον Πέτρο και μετεμορφώθη-, έτσι ήταν και εκείνο το ένδυμα, και εθαμπωνόταν καθώς ήταν ντυμένος μ' αυτό77. Σ' άλλο καιρό φώτιζε συνεχώς στην καρδιά και άνοιγε το ενδότερο και βαθύτερο και απόκρυφο φως»78. Η ποικιλία των εμπειριών αυτών της ακτίστου χάριτος είναι θέλημα Θεού, όπως άλλωστε και η ποικιλία των οράσεων που «έβλεπαν» υπέρ αίσθη­σιν και «νοούσαν» υπέρ νόησιν οι Προφήτες79. Σε πολλά άλλα πατερικά χωρία, τα οποία παραθέτει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, γίνεται λόγος για το πώς βλέπουν οι κεκαθαρμένοι το δικό τους νου κατά τη διάρκεια της προσευχής. Διακρίνουμε και εδώ την ίδια ποικιλομορφία. λέγει ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Δεν πρέπει να αμφι­βάλλει κανείς ότι, όταν ο νους αρχίση να ενεργείται συ­νεχώς από το θείον φως (του αγίου Πνεύματος) γίνεται ολόκληρος ωσάν διαφανής, ώστε να βλέπη άφθονον το φως του»80. Ο Άγιος Νείλος, όμως, τον περιγράφει διαφορε­τικά: «όταν ο νους, αφού αποδυθεί τον παλαιό άνθρωπο, επενδυθεί τον εκ της χάριτος άνθρωπο, τότε και την κατά­στασί του θα τη δει κατά τον καιρό της προσευχής παρό­μοια προς σάπφειρο ή ουράνιο χρώμα, την οποία κατάσταση η Γραφή ονομάζει τόπο Θεού, αυτόν που είδαν οι πρεσβύτεροι κάτω από το όρος Σινά»81. Τα ίδια λέγει και ο Ευάγριος82. Αυτό το ποικιλόμορφο φως, όμως, του νοός των κεκαθαρμένων πιστών, δεν είναι ούτε η ανθρώπινη γνώση, ούτε -κατά τον αιρετικό Ακίνδυνο- κάποιο άλλο παρηγορητικό φως, αλλά κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που ακολουθεί εν προκειμένω τον Άγιο Γρηγό­ριο το Θεολόγο83, είναι το άκτιστο, το θεϊκό φως: «Και συ­νεπώς το φως του νου που έχει καθαρθεί δια των θείων εντολών, κατά το οποίο γίνεται και ο νους πραγματικά φως, τί άλλο είναι παρά το θεϊκό φως;»84. Άρα η άκτιστη χάρη του Θεού ενδέχεται να «φανερώνεται» ποικίλως και όχι κατά ένα συγκεκριμένο πάντοτε τρόπο.

Πέραν όμως της εμφανίσεως του ακτίστου φωτός καθ' εαυτήν δεν πρέπει να παραβλέψουμε και τα κτιστά απο­τελέσματά της85 κατά την τελετή του Μ. Σαββάτου, τα οποία είναι αντιληπτά σε όλους πλέον τους παρευρισκομένους και κατά τον ίδιο τρόπο, πράγμα που ίσως δεν συμβαίνει με την ακτίνα της θεϊκής λάμψεως του Φωτός αυτού86. Είναι μάλιστα αυτά τόσο γνωστά και μαρτυρούμενα απ' όλους, ώστε δεν επιδέχονται αμφισβήτηση· το αυτόματο άναμμα όλων των κανδηλών του Αγίου Κουβουκλίου και της Ρο­τόντας γύρω απ' αυτό, όπως και των κεριών πολλών πα­ρευρισκομένων Χριστιανών, αλλά και το γεγονός πως η φλόγα των κεριών που άναψαν θαυματουργικά αρχικώς δεν προκαλεί καύση (γεγονότα που μας παραπέμπουν σε περιστατικά της Αγίας Γραφής)87, είναι γεγονότα καταγε­γραμμένα όχι μόνο γραπτώς αλλά και σε φωτογραφίες και σε μαγνητοσκοπήσεις. Είναι δυνατόν τα γεγονότα αυτά που έστρεψαν πολλούς Χριστιανούς από την απιστία στην πίστη μέχρις ακόμη και στη μοναχική βιοτή, να είναι ομαδι­κή παραίσθηση, λαμβάνουσα χώρα κατ' έτος την ίδια ημέ­ρα και ώρα σχεδόν σε όλους; Μη γένοιτο! Τα αισθήματα χαράς και πίστεως των πιστών, η ενθάρρυνση των Αγιοταφιτών Πατέρων και των Προσκυνητών και η επιβε­βαίωση της υπεροχής της Ορθοδοξίας, δηλ. της αληθεί­ας, έμπροσθεν των αριθμητικώς υπερεχόντων αλλοπίστων και αλλοδόξων δύναται να είναι έργο πλάνης, ανθρώπι­νης ή μη88; Πώς να παραδεχθούμε για το Άγιον Φως από­ψεις που ούτε οι μονοφυσίτες Αρμένιοι και Κόπτες δεν τολμούν να διατυπώσουν, αντιθέτως αναμένουν και αυτοί να παραλάβουν το Άγιον Φως από τον Ορθόδοξο Πα­τριάρχη «μετά φανών και λαμπάδων» και να το μεταδώσουν στους πιστούς τους;

β) Το θαύμα ενώπιον και απίστων

Η γνώμη του καθηγητού Κ. Καλοκύρη πως η επιτέλε­ση θαυμάτων έμπροσθεν απίστων αποτελεί εξαναγκασμό των τελευταίων στο να πιστεύσουν, μάλλον έλκει τη θε­μελίωσή της από τα ευαγγελικά χωρία Ματθ. 13, 58 και Μάρκ. 6, 5.6, όπου αναφέρεται πως ο Κύριος δεν επιτέλεσε δυνάμεις σε περιοχές που κυριαρχούσε η απιστία, εξ αιτίας αυτής ακριβώς της απιστίας. Πράγματι, και οι ερμη­νείες αιτιολογούν τη στάση αυτή βάσει της φιλανθρωπίας του Κυρίου, ο Οποίος δεν ήθελε να καταλογισθεί στους απίστους μία ακόμη καταφρόνηση της παρουσίας Του89. Ωστόσο η πίστη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εκ μέ­ρους του πιστού χάριν του οποίου το θαύμα επιτελείται90 και όχι εκ μέρους παντός παρευρισκομένου. Γι' αυτό η πα­ραπάνω γενίκευση του συγγραφέως αδυνατεί να εξηγή­σει την επιτέλεση πλήθους άλλων θαυμάτων παρουσία των εχθρών του Χριστού, θαυμάτων δε που επρόκειτο να τους σκληρύνουν ακόμα περισσότερο - προοπτική που οπωσ­δήποτε δε διέφευγε της παντογνωσίας του Κυρίου. Μή­πως το μεγαλύτερο θαύμα, η επί γης οικονομία του Κυρί­ου, το μόνον «καινόν υπό τον ήλιον», δεν επρόκειτο να προκαλέσει γενικώς την πνευματική ανάσταση αλλά και την πτώση πολλών εν τω Ισραήλ91; Και όμως δεν ανεστάλη για το λόγο αυτό. Ο Χριστός θεράπευσε τη συγκύπτουσα ενώ­πιον του αρχισυναγώγου, ο οποίος ωστόσο Τον κατηγόρησε για καταπάτηση του Σαββάτου92.επίσης ανέστησε το Λάζαρο, αν και αυτό υπήρξε η αφορμή να λάβουν οι αρχιε­ρείς και οι Φαρισαίοι την τελειωτική απόφαση να τον θα­νατώσουν93.

Κατά τη Σταύρωση του Χριστού σημειώθη­καν, ως γνωστόν, φοβερά σημεία, όπως το σκότος, η διάρ­ρηξη του καταπετάσματος, και κατόπιν η ίδια η Ανάστα­σή Του. Και όμως δεν επίστευσαν οι σταυρωτές Του κατ' ανάγκην, αντιθέτως εδίωξαν την πρώτη Εκκλησία, πλην ολίγων που μετενόησαν και επίστευσαν στο κήρυγμα των Αποστόλων94. Άλλωστε και στη διδασκαλία Του ο Κύριος δεν απέκρυπτε την αλήθεια περί της Θεότητός Του, μολο­νότι αυτό παρακινούσε τους Φαρισαίους στη θανάτωσή Του95. Ο Θεός δεν δεσμεύεται από την κακία των ανθρώ­πων στην ενέργεια των έργων της προνοίας Του, η οποία εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σωτηρία μας. Είναι φανερό από τα πλήθη των θαυμάτων του Κυρί­ου ότι αυτά δεν εξανάγκασαν κανένα να πιστεύσει, πολ­λοί μάλιστα τα διέβαλλαν ως έργα δαιμονικά, εξ ου και τα κυριακά λόγια περί βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος96. αν οι εχθροί της πίστεως με αφορμή τα θαύματα σκληρύνονται ακόμη περισσότερο «τους οφθαλμούς καμμύοντες», είναι αποκλειστικώς ευθύνη δική τους. «έκαστος δε πει­ράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος και δελεαζόμενος»97 και αμαρτάνει. Ο Θεός επιτελεί τα θαύματα όπου κρίνει πανσόφως ότι είναι αναγκαία, ιδιαίτερα για την μεταστροφή των απίστων98, μολονότι προγνωρίζει το ότι με­ρικοί εξ αυτών ιδία υπαιτιότητι θα σκληρυνθούν, όπως έγινε χαρακτηριστικώς στην περίπτωση των δέκα πληγών του Φαραώ99. Παρομοίως και η όραση ενός μικρού απαυ­γάσματος της ακτίστου θεϊκής δόξης δεν υποχρέωσε ούτε τους Ισραηλίτες ούτε το Σολομώντα, ούτε το ιουδαϊκό Συ­νέδριο ούτε και τους συνοδούς του Σαύλου να πιστεύσουν ή να παραμείνουν πιστοί, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω. Όταν ο συγγραφεύς παραπέμπει (σ. 229) στην επιτίμηση του Κυρίου προς τον Απόστολο Θωμά, που επίστευσε επει­δή τον είδε100, και σε ρητό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που λέγει ότι «η δύναμη της πίστεως δεν χρειά­ζεται πλέον τη συμμαχία του θαύματος»101, ουσιαστικά συμ­φωνεί με τη θέση μας πως το θαύμα προορίζεται για τους ασθενείς τη πίστει, λόγο για τον οποίο και ο Κύριος εμφα­νίσθηκε στον Απόστολο Θωμά.

holy fire

 4. Οι απόψεις του καθηγητού Χρ. Γιανναρά

Παρόμοιες απόψεις με τον καθηγητή Κ. Καλοκύρη εξέ­φρασε προ καιρού και ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. σε άρθρο του102 συγκαταλέγει την κατ' αυτόν «παγανιστι­κή τελετουργία» της μεταδόσεως του Αγίου Φωτός («μα­γικής φλόγας με πατέντες θαυματουργού προέλευσης») από τα Ιεροσόλυμα στις ανά τον κόσμο Ορθόδοξες Εκκλησίες, στα φαινόμενα «θρησκευτικού πρωτογονισμού» που συνοδεύουν τις εορταστικές εκδηλώσεις των αγίων ημερών του Πάσχα, και αποπροσανατολίζουν απ' αυτό. Κατά τον καθηγητή «Το σημερινό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων φαίνεται να εισηγείται μια καινούρια αιρετική διδασκαλία «μετουσίωσης» (transubstantiatio) αυτής και μόνο της δικής του φλόγας κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα. Προσφέρει θαύμα που συντελείται τακτά κάθε χρόνο στον ίδιο τόπο και παράγει αισθητό είδωλο λατρείας για λαϊκή κατανάλωση». Ακολούθως αποδίδει την προβολή του θαύματος αυτού στην παρακμή του Πατριαρχείου και στην ανάγκη επιβίωσής του (επίσης γράφει περί μουσειακής συντηρήσεως του Πατριαρχείου, διολισθήσεως στην ειδωλολατρία, τεχνικών μεθοδευμένης δημοσιότητος κ.ά.). Όπως ίσως νομίζει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, θεολογικές απόψεις του οποίου για ορισμένα θέματα καταδικάσθηκαν από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους103, είναι αδύνατη η περιοδική επιτέλεση του ιδίου θαύματος, πράγμα που νο­μίζουμε ότι αποδείχθηκε ανωτέρω ως μη ακριβές, βάσει τουλάχιστον της Αγίας Γραφής. Αλλά και οι εκδηλώσεις ευσεβείας καθενός ανθρώπου δεν μπορούν να κρίνονται με βεβαιότητα παρά μόνον από τους Αγίους, τους έχοντας το Πνεύμα104, δυνάμει του οποίου κρίνουν τους πλησίον βάσει της προαιρέσεως με την οποία εκείνοι ενεργούν105. Για να φανεί δε πως αυτό που στα μάτια μας σήμερα φαίνεται ως θρησκευτικός πρωτογονισμός δεν είναι έτσι πάντως και στην εκκλησιαστική και στη ρωμέηκη παράδοση, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα αντιπροσωπευτικό από­σπασμα από το Συναξάριο του Αγίου Νεομάρτυρος Θεο­δώρου του Νέου (Μυτιλήνη, 17 Φεβρ. 1795): «Το δε αίμα εκείνο και αφ' ου ενεκρώθη το Μαρτυρικόν εκείνο και αθλητικώτατον σώμα, έσταζεν από το ιερόν του γόνατον τρεις ημέρας αράδα και οι Χριστιανοί τρέχοντες και πάντα φόβον απορρίπτοντες [εν. των Τούρκων], επλησίαζαν και κόπτοντες καθ' ένας μέρος από το υποκάμισον του Μάρτυρος, το εβουτούσαν εις το αίμα εκείνο και το έπαιρναν εις τα οσπήτιά τους με μεγάλην ευλάβειαν, και πολλοί εξ αυτών κηρύττουν, ότι εθεραπεύθησαν από παροξυσμούς και άλλας ασθενείας, ευθύς οπού έπιαν από το απόνιμμα εκείνο του Μαρτυρικού αίματος και απεκαλέσθησαν(sic) εκ πίστεως την αντίληψιν του Αγίου»106. Η ενέργεια αυτή των Χριστιανών107 θα φαινόταν στους συγχρόνους ουμανιστές της Δύσεως όντως «πρωτογονισμός», ωστόσο το θεοφόρο αίμα και τα χαριτόβρυτα λείψανα των Μαρτύρων είναι ο στολισμός «πορφύρας και βύσσου» όλης της Εκκλησίας και το θε­μέλιο κάθε Ιερού Ναού, ακόμη και αν ο μάρτυς δεν είναι τοπικός (ούτε και εδώ έχουμε, συνεπώς, όπως δεν έχουμε και στη μεταφορά του Αγίου Φωτός, εισπήδηση στην «κά­θε τοπική ευχαριστιακή σύναξη», αλλά διανομή ενός αγιαστικού μέσου). Γιατί ομαδοποιούνται οι προσκυνητές του Παναγίου Τάφου και θεωρούνται συλλήβδην ανίκανοι να διακρίνουν το «θρησκευτικό πρωτογονισμό» που βλέπει ο καθηγητής Γιανναράς; Μήπως ο «όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον» χαρακτηρίζεται αδίκως για μία ακόμα φορά «επικατάρατος»108; Μήπως δεν είναι η μαρτυρία του πληρώματος της Εκκλησίας εκείνη στην οποία βασίζεται και η αναγνώριση των Αγίων και για το λόγο τούτο αποθησαυρίζεται αυτή στα Συναξάρια τους;

Η καλή απιστία έναντι των έκτακτων «υπερφυσικών» φαινομένων είναι σαφώς υποχρεωτική και σύμφωνη προς το αποστολικό παράγγελμα περί δοκιμής των πνευμάτων «ει εκ του Θεού εστιν»109. Μήπως όμως ο χαρακτηρισμός ενός συνεχιζομένου θαύματος που λαμβάνει οφθαλμοφανώς και μεμαρτυρημένως χώρα (και δη υπό την εποπτεία ενός ολοκλήρου Πατριαρχείου), ως εκφράσεως «θρησκευτικού πρωτογονισμού», ενδέχεται να οδηγήσει σε σκανδαλισμό αδύναμων ψυχών και σε γενική απιστία ως προς όλα τα θαύματα; Εδώ απαιτείται προσοχή, φρονούμε ταπεινώς, διότι το συνοδικό ανάθεμα110 ορίζει σαφώς τη γενική στά­ση των Χριστιανών έναντι των θαυμάτων και ενδέχεται να οδηγηθούμε σταδιακώς σε παράβαση της εκκλησιαστικής πίστεως.

Επίλογος

Όλη η ευλογία και χάρις που επισκιάζει τους Αγίους, τους Θεοβάδιστους Τόπους, στηρίζει την Αγιοταφιτική Αδελφότητα στο έργο της διαφυλάξεως των Ιερών Προσκυνημάτων. Οι σημερινοί Ακρίτες της Ρωμηοσύνης, οι αγωνιζόμενοι «για να φυλάξουν αυτή τη φλούδα» της Αγίας Γης «απ' το τσακάλι» των ετεροδόξων «και την αρκούδα» των ετεροθρήσκων δεν έχουν ίσως οι ίδιοι τόση ανάγκη θαυμάτων. Η εκεί παρουσία τους είναι από μόνη της ένα θαύμα (οι επισκέπτες το γνωρίζουν). Όμως η στή­λη πυρός εμφανίζεται κατ' ελάχιστον και στο νέο Ισραήλ, όπως και στον παλαιό, ώστε και τα έθνη να αναγνωρίζουν την ύπαρξη του Θεού στην Ορθοδοξία και να ομολογούν, όπως και οι παλαιοί Χαναναίοι στο πρόσωπο της Ραάβ: «έχοντας ακούσει αυτά εκπλαγήκαμε από καρδίας και δεν απέμεινε πια θάρρος σε κανένα μας ενώπιόν σας, γιατί ο Κύριος ο Θεός σας είναι ο Θεός στον ουρανό, άνω, και στη γη, κάτω»111.


1.Ιεζ. 44, 4.

2. Γεννάδιος Σχολαριος, Περί θείου προορισμού 4,12 εν L.Petit -X.A.Siderides - Μ. Jugie, Γεωργίου Σχολαρίου άπαντα τα ευρισκόμενα, τόμ. 1,Paris 1928,44930-35,PG 160,1146· «Αλλ' ου δουλεύει [ο Θεός] τοις υπ' αυτού τεθειμένοις νόμοις καθάπαξ τοις κτιστοίς και μετά των κτι­σμάτων ηργμένοις, καιροίς δε ιδίοις και περιστάσεσιν ιδίαις τούτους μεταποιεί προς το βέλτιον ή το χείρον τοις εντεύθεν ωφελησομένοις ή βλαψομένοις αξίως, και της χρείας του προσκαίρως μεταβαλείν ευθύς πεπαυμένης, ως την αρχήν ετάχθησαν αύθις σώζονται».3. Μάρκ. 16,17.18.4. Ιω. 14,12.5. Εβρ. 2,4. Βλ. και Β' Κορ. 12,12.6. Β' Κορ. 13, 4. Βλ. Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Οτι ουκ ακίνδυνον τοις ακροαταίς το σιγάν τα λεγόμενα εν Εκκλησία 7, PG 51,108· «Ουκούν αναμφισβήτητος η απόδειξις της αναστάσεως. Όπερ γαρ έλεγον, και πάλιν ερώ, ει ετετελευτήκει ο Χριστός, και ουκ ανέστη, έδει και τα σημεία τελευτήσαι και αποσβεσθήναι· νυνί δε ου μόνον ουκ απεσβέσθη, αλλά και λαμπρότερα και ενδοξότερα γέγονε μετά ταύτα». Ο Αυ­τός, Εις την προς Εβραίους 4, PG 63, 33· «Τουτέστιν, ουχ απλώς επιστεύσαμεν εκείνοις [τοις Αποστόλοις], αλλά δια σημείων και τεράτων. Ώστε ουκ εκείνοις πιστεύομεν, αλλ' αυτώ τω Θεώ».7. Συνεπώς αυτό ήκιστα δεικνύει αναγνώριση της δυνατότητος σω­τηρίας στις ομολογίες αυτές· χαρακτηριστικό προς τούτο είναι μεταξύ άλλων κειμένων και το εξής: Οσιος Μελέτιος ο Γαληςιωτης, Αλφαβηταλφάβητος 190, 12-15 εν Αρχιμ. Θεοφ. Σιμοπουλος, Μελέτιος ο Γαλησιώτης, Αθήναι 1978, σ. 512· «αλλά και των αιρετικών πολλοί θαυματουργούσι, |το δ' αληθέστερον ειπείν δαίμονες δια τούτων, |ίνα τη πλάνη μένωσιν αεί κεκρατημένοι, |και δια τούτων έτεροι μετάγωνται προς ταύτην». Βλ. και Ματθ. 7, 22.23 και ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ, Περί της εν Χριστώ ζωής 7, 3, ΕΠΕ-Φ 22,588.8. Ματθ. 7,16-20.9. Ματθ. 24, 24, Β' Θεσ. 2, 9-12.10. Βλ. ενδεικτικώς Σπ. Γ. Μακρης, «Φως Άγιον», εν Θρησκευτι­κή και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 12 (1968), στ. 13ε.11. Τέσσερις, διότι τις δύο εξ αυτών τις λαμβάνουν οι αιρετικοί, για να μεταδώσουν το Άγιον Φως στο δικό τους ποίμνιο.12. Αρχιμ. Σάββας Αχιλλεως, Είδα το Άγιο Φως, Αθήναι 1993, σ. 127εε.13. Έξοδ. 40, 32.14. Έξοδ. 16,35.15. Δευτ. 8,4.29,4· «και ήγαγεν υμάς τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω· ουκ επαλαιώθη τα ιμάτια υμών, και τα υποδήματα υμών ου κατετρίβη από των ποδών υμών».16. Πρβλ. Ιω. 5,2-4.17. Κωνσταντίνος Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φω­τός, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1994 (εις το εξής Κ. Κα­λοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα).18. Αυτό όμως δε σημαίνει πως αποκλείεται να έχει ξεκινήσει το θαύμα αργότερα.19. Πρακτική που βεβαιώνει ωστόσο λ.χ. ο γέρων Μητροφάνης, και μάλιστα το ότι ο έλεγχος δεν γίνεται από Ορθοδόξους, στοιχείο που δεν παρουσιάζει ο συγγραφεύς. Βλ. Αρχιμ. Σάββας Αχιλλεως, ενθ' ανωτ., σ. 87εε.20. Έτσι χρονολογεί το βίο του Αγίου Θεοδώρου του Σαββαΐτου, όπου αναφέρεται το ουράνιο φως, ο Στ. Παπαδόπουλος, «Θεόδωρος ο Σαββαΐτης», εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 6 [1965], στ. 226.21. Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων 2, 1, 10, Εισαγωγή Αρχιμ. Ειρηναίου Δεληδήμου, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1982, τόμ. Α' καί Β', σ. 259ε· «...αλλ' επειδή και ότε γεγόνασι τα εγκαίνια του Ναού του αγίου τάφου, συνέβη είναι την δεκάτην τρίτην του Σεπτεμβρίου μηνός, έμεινε γίνεσθαι ομού την εορτήν των εγκαινί­ων και της υψώσεως ημέρας οκτώ, ότε και είρχοντο εις προσκύνησιν των αγίων τόπων οι ορθόδοξοι αφ' όλης της Οικουμένης, ει και ύστε­ρον δια το ουράνιον φως του αγίου τάφου μετετέθη η τοιαύτη των Χρι­στιανών προσκύνησις εις το Άγιον Πάσχα· ίνα δε ορώσιν οι Χριστια­νοί και το τίμιον ξύλον, εγένετο συνήθεια γίνεσθαι και ετέραν ύψωσιν εις την τρίτην Κυριακήν της αγίας Τεσσαρακοστής, ήτις και προσκύνησις μάλιστα λέγεται».22. Εάν λάβουμε (προχείρως) ως terminum ante quem το θάνατο του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου (825 μ.Χ.), ο οποίος έγραψε τον κανόνα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως. Βλ. και Βλ. Φειδας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Β', Αθήναι 1994, σ. 657.23. Πρβλ. Δευτ. 19,15, Ματθ. 18,16.24. Όπως άλλωστε παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφεύς (σ. 156 υποσημ.). Περί του καλβινισμού του Κοραή βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανιδης, Ιστορικοδογματική Εισαγωγή, εν Γρηγοριου του Παλα­μά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Τριάς Α', Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέ­ρες της Εκκλησίας, τ. Α', εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 19-22.25. Επίσης Πρωτοπρεσβύτερος Θ. Ζήσης, Επόμενοι, τοις θείοις Πατράσι, Πατερικά 1, εκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1997, σ. 89εε, όπου και περί του αντεκκλησιαστικού πνεύματος του Κοραή εν γένει.25. Άλλωστε και στα κείμενα που παραθέτει ο συγγραφεύς είναι φανερό πώς ορισμένοι των προσκυνητών έβλεπαν μόνον το άναμμα των κανδηλών (κτιστό αποτέλεσμα) και όχι το ίδιο το ουράνιο (άκτιστο) φως· Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σσ. 186ε. 192ε.26. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 126ε. 213. 27. Στα κεφάλαια 19 έως 32 η νομοδοσία και στο 34ο η αποκατά­σταση της Διαθήκης μετά τη «μοσχοποίηση».28. Περί του λαού βλ. Έξοδ. 19, 12.13.21-23. 20,18.34, 3. Περί των προκρίτων βλ. Έξοδ. 24,1.9.10 και περί του Μωυσέως και του Ιησού του Ναυή Έξοδ. 19,20.24 20, 21. 24,2.15.18. Δευτ. 5,4.5.29. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανιδης, Δογματική, ένθ' άνωτ., σ. 67· «...ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος...αναφέρει [εν. προφανώς στα PG 35,496.1068 και PG 36,192] ως παράδειγμα την μετά του Μωυσέως ανάβασιν των προκρίτων του Ισραήλ εις το Όρος Σινά και τονίζει την ύπαρξιν βαθμίδων τελειώσεως και θεογνωσίας εις την κορυφήν των οποίων ίσταται ο είσω της νεφέλης γενόμενος Μωυσής. Οι εκτός της νεφέλης όμως είχον και αυτοί υπό διαφόρους μορφάς μέθεξίν τινα της προς τον Μωυσέα αποκαλύψεως του Θεού. Ούτως η δόξα, η μεγαλειότης, ή η νεφέλη φωτεινή διαιρείται ενικώς και κατά την αξίαν συνάπτεται τοις αξίοις διαιρετώς». Βλ. και αυτόθι, σ. 79- «Η μέθεξις και γνώσις αυτή της θεότητος υπό των θεουμένων διαφέρει εις βαθμόν α­ναλόγως με το στάδιον τελειότητος». Πρβλ. Ant. Παπαδόπουλος, Θεολογική γνωσιολογία κατά τους Νηπτικούς Πατέρας, Ανάλεκτα Βλατάδων 25, εκδ. Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσα­λονίκη 1977, σ. 38· «Η θεία αυτή εμπειρία [του φωτός] δίδεται εις έκαστον πιστόν κατά το μέτρον της πίστεως, ημπορεί δε να είναι άλλοτε ολιγώτερον και άλλοτε περισσότερον μεγάλη, αναλόγως της αξίας εκεί­νων, οι οποίοι δοκιμάζουν ταύτην».30. Βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΙΩ. Ρωμανιδης, Ιστορικοδογματική Εισαγωγή, ενθ' ανωτ., σ. 117· «Δια την Αγίαν Γραφήν και τους Πατέρας η είσοδος του Μωυσέως, των προφητών και των εν Θαβώρ απο­στόλων εις την φωτεινήν νεφέλην, την δόξαν, την βασιλείαν, τον λαμπρινόν γνόφον, το φωτεινόν σκότος, τον τόπον όπου κατοικεί ο Θεός, την στήλην πυρός, την στήλην νεφέλης, ως και η μέθεξις των πυρίνων γλωσσών της Πεντηκοστής σημαίνουν όλα την φανέρωσιν και μέθεξιν εις την θεότητα του Χριστού, του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος και αποτελούν την υψίστην μορφήν της αποκαλύψεως και την όλην βάσιν της Πατερικής θεολογίας, συνιστούν δε αυτήν ταύτην την θέωσιν ή θεοπτίαν ή θεωρίαν της ακτίστου ενεργείας και παρουσίας του Θεού».31. Γλαφυρά εις την Έξοδον 3, Περί της εν τω όρει Σινά καθόδου 1, PG 69, 500Α.Β· «επειδήπερ αυτούς εκ της αρχαίας εκείνης και βεβήλου ψευδολατρείας εις επίγνωσιν αληθείας ανακομίζειν ήθελεν ο δημιουργός, ίνα μη δοκή εν τω μη όντι λατρεύειν Θεώ ταις του Μωυσέως φωναίς πεφενακισμένοι (sic) ταύτη τοι χρησίμως και της εν τύποις αυ­τούς θεοπτίας άξιοι. Βεβαιοτέρα γαρ πίστει τιμάσθαι φιλεί τα ορώμε­να. Καθικνείσθαι δη ουν αναφανδόν επαγγέλλεται, και ουκ εις μακράν. Ίνα δε ειδείεν ότι τοις εις τούτο τιμής κεκλημένοις, ως κατηκόους τε άμα και θεωρούς γενέσθαι Θεού, ήγουν της θείας αυτού και απορρή­του δόξης, έδει πάντως και της αυτώ φιλαιτάτης αγνείας, και σαρκικής μεν ακαθαρσίας απαλάττεσθαι πρέπειν...»32. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων 1, 3,6.7. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, (Εις το εξής: Π. Χρήστου, Συγγράμματα) τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 416· «Εκείνην μεν ουν αισθητοίς οφθαλμοίς υποκειμένην αισθητήν ανάγκη λέ­γειν, καθάπερ ταύτην νοητήν, νοητοίς υποκειμένην όμμασι και εντός ημών ενεργουμένην. Αλλ' ουδ' εκείνη αισθητή απλώς υπήρχεν, ει και τω προφητικώ επεφαίνετο προσώπω, είπερ την δόξαν του φωτός του προσώπου Μωυσέως νυν εν τη ψυχή, κατά τον άγιον Μακάριον, δέχονται οι άγιοι. Το αυτό δ' ούτος και δόξαν του Χριστού καλεί και υπέρ αίσθησιν ηγείται, ει και κατ' αίσθησιν εφάνη».33. Έξοδ. 34, 29-35, Β' Κορ. 3, 7.13. Περί της δόξας του προσώπου Μωυσέως βλ. ΑΓΙΟΣ Κύριλλος Αλεξάνδρειας, Γλαφυρά εις την Έξοδον 3, Περί του καλύμματος του εν τω προσώπω Μωσέως, PG 69,536C «Επειδή δε τη του θείου φωτός προσβολή κατηγλάιστο λοιπόν το Μωσέως πρόσωπον, εν ημέραις τεσσαράκοντα προσεδρεύοντος, και των ανθρωπίνων ηφειδηκότος αυτών, αγνοούσι προς την θέαν οι απόλεκτοι των εξ Ισραήλ, και προ γε των άλλων Ααρών. Αποφοιτώντας δε ήδη και εις φυγήν τραπομένους επιστρέφει Μωσής, προσελάλει τε ούτω τοις υιοίς Ισραήλ, προκαθιστάς του προσώπου το κάλυμμα, και του θείου φωτός την προσερχομένην ακτίνα τοις κατασκιάσμασι μόλις φορητήν τοις όχλοις αποτελών».34. Βλ. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ένθ' ανωτ.35. Αριθμ. 14, 33, Ψαλμ. 94, 8-10, Αμώς 2,10.36. Έξοδ. 40, 30-32· «Ηνίκα δ' αν ανέβη η νεφέλη από της σκηνής, ανεζεύγνυσαν οι υιοί Ισραήλ συν τη απαρτία αυτών· ει δε μη ανέβη η νεφέλη, ουκ ανεζεύγνυσαν έως ημέρας, ης ανέβη η νεφέλη· νεφέλη γαρ ην επί της σκηνής ημέρας και πυρ ην επ' αυτής νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ εν πάσαις ταις αναζυγαίς αυτών». Βλ. και Αριθμ. 9,15-21.37. Έξοδ. 13,21.22.14,19.20.38. Επειδή και ο ρυθμός της πορείας του Ισραήλ στη σιναϊτική χερσόνησο καθοριζόταν από τη νεφέλη (βλ. Αριθμ. 9,15-21), εξηγείται το γιατί η πορεία αυτή μέσα στην έρημο διήρκεσε τεσσαράκοντα χρόνια·βέβαια αυτό έγινε και προς τιμωρία των Ισραηλιτών. Βλ. Αριθμ. 14, 26-38.39. Έξοδ. 33,8-11.40. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανίδης, Ιστορικοδογματική Εισα­γωγή, ένθ' ανωτ., σ. 111-119.41. Αυτόθι, σ. 120.42. Αριθμ. 14,14· «αλλά και πάντες οι κατοικούντες επί της γης ταύ­της ακηκόασιν, ότι συ ει Κύριος εν τω λαώ τούτω, όστις οφθαλμοίς κατ' οφθαλμούς οπτάζη Κύριε, και η νεφέλη σου εφέστηκεν επ' αυτών, και εν στύλω νεφέλης συ πορεύη πρότερος αυτών την ημέραν και εν στύλω πυρός την νύκτα.43. Β' Παραλ. 5,13.14. Πρβλ. Γ' Βασ. 8,10-12.44. Β' Παραλ. 7,1-3· «Και ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος, και το πυρ κατέβη εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας, και δόξα Κυρίου έπλησε τον οίκον. Και ουκ ηδύναντο οι ιερείς εισελθείν εις τον οίκον Κυρίου εν τω καιρώ εκείνω, ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. Και πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ, και η δόξα Κυρίου επί τον οίκον, και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην επί το λιθόστρωτον και προσεκύνησαν και ήνουν τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού».45. Πράξ. 6,15· «και ατενίσαντες εις αυτόν άπαντες οι καθεζόμενοι εν τω συνεδρίω είδον το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου».46. Πράξ. 6,12.13. 7,57-60.47. Ο Άγιος Γρηγόριος αναφέρει το παράδειγμα του Πρωτομάρτυρος, όπως και του Μωυσέως και της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας, για να δείξει ότι και το σώμα μετέχει στη χάρη που ενεργείται στον νου. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,31 Π. Χρήστου, Συγγράμματα, τόμ. 1,442· «Ούτως ώφθη το αισθητόν πρόσωπον Στεφάνου ωσεί πρόσωπον αγγέλου· και γαρ ένδοθεν αυτώ ο νους αγγελομιμήτως τε και αγγελοπρεπώς, είτε κατ' επιβολήν είτε κατά παραδοχήν ενούμενος τω υπερανωκισμένω του παντός φωτί κατά μέθεξιν απόρρητον, αγγελοειδής εγίγνετο». Βλ. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 15,1 PG 60, 121· «Ούτως έστι και εν ελάττονι όντας βαθμώ λάμπειν... Τούτο άρα η χάρις ην, τούτο και η δόξα Μωυσέως ην». Θεοφύλακτος, Εξηγήσεις εις τας Πράξεις 6, PG 125, 604A· «ατενίσαντες δε εις αυτόν πάντες οι εν τω συνεδρίω είδον το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου. Επίχαριν εποίησεν αυτόν ο Θεός. Επειδή γαρ έμμελέ τινα ερείν, ίνα ευθέως τη προσόψει καταπλήξη αυτούς, εδόξασεν αυτού το πρόσωπον. Έστι γαρ και πρόσωπα χάριτος γέμοντα πνευματικής, επέραστα τοις ποθούσιν, αιδέσιμα δε τοις εχθροίς».48. Πράξ. 9,1.49. Πράξ. 9,1-18.50. Πράξ. 26,12-20.51. Πράξ. 22, 6-16.52. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 47, 2 PG 60, 328.329· «Ουκ έστι τούτο εναντίον φωναί γαρ δύο ήσαν, η Παύλου και η του Κυρίου· την φωνήν τοίνυν εκεί του Παύλου λέγει, ενταύθα δε και προσέθηκεν ειπών· «την φωνήν ουκ ήκουσαν του λαλούντος μοι». Ουκούν το «μηδένα θεωρούντες», ου του ιδείν, αλλά του μη ακούσαι δηλωτικόν εστιν· ου γαρ είπεν ότι το φως ουκ έβλεπον, αλλά «μηδένα θεωρούντες ειστήκεισαν»· τουτέστι «λαλούντα».53. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 47, 2 PG 60, 329· «Εμοί γουν δοκεί και οικονομικώς εκείνους μη πιστεύσαι, ώστε είναι μάρτυρας αξιοπίστους».54. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αντιρρητικός 2, (15) 68 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3,133. Βλ. επίσης Ο Αυτός, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,40, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1,652. 0 Αυτός, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 20 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 2,154 - 155.55. Πρόκειται περί της εμπειρίας που διηγείται ο Απόστολος στο Β' Κορ. 12,1-6. Αγιος Μακάριος, Περί ελευθερίας νοός 23, PG 34,957ΑΒ· «και τω μακαρίω Παύλω το ελλάμψαν εν τη οδώ φως, δι ου και εις τρί­τον ουρανόν ήρται και μυστηρίων αλαλήτων ακουστής εγένετο, ου νοημάτων και γνώσεως φωτισμός ην, αλλά δυνάμεως του αγαθού πνεύμα­τος καθ' υπόστασιν εν τη ψυχή έλλαμψις, ου την υπερβολήν της λαμπρότητος οι της σαρκός οφθαλμοί μη διενεγκόντες απετυφλώθησαν· δι' ου πάσα τε γνώσις αποκαλύπτεται και Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή γνωρίζεται». Το χωρίο και εν Αγιος Γρηγόριος ο Πα­λαμάς, Αντιρρητικός 5, (6) 23, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3, 303.56. Ένας ασκητής επίσκοπος· Άγιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 199716, σ. 203.57. Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, μτφρ. Μοναχού Ισαάκ, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 19927, σ. 241.58. Αγιος Ιωάννης ο Μόσχος, Λειμών 69, PG 87,2921Β-2924Α. Βλ. και Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Μοναχισμός. Μορφές και θέματα, Πατερικά 5, εκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1998, σ. 107.59. Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 19945, σσ. 365-372. Βλ. και σ. 367, όπου λέγει ο Άγιος Σεραφείμ: «Ευχαρίστησε τον Θεό για το ανέκφραστο σ' εσένα έλεός Του. Θα πρόσεξες ότι ούτε καν σταυροκοπήθηκα, παρά μόνο προσευχήθηκα νοερά με την καρδιά μου και είπα: "Κύριε, αξίωσέ τον να δη φανερά και με τα σωματικά του μάτια την επιφοίτησι του Πνεύματός σου...". Και να, αγαπητέ, ο Κύριος ικανοποίησε αμέσως την ταπεινή παράκλησι του πτωχού Σεραφείμ».60. Αγιοι Μακάριος Κορίνθου, Νικόδημος Αγιορείτης, Νικηφό­ρος ο Χιος και Αθανάσιος ο Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, επι­μελεία ΑΘ. Μάργαρη, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 19892, σ. 337ε.61. Ειδικά για το φως που περιλάμπει τους Αγίους πριν την κοί­μησή τους σε ένδειξη της ζωής στην οποία εισέρχονται κάνει λόγο ο σοφός Γεννάδιος ο Σχολάριος, Περί θείου προορισμού 2, 9 εν L. Petit -Χ. Α. Siderides - Μ. Jugie, Άπαντα 1, 42018-21, PG 160, 553-556· «Ου μό­νον δε τη κρίσει των ανθρώπων σαφής εστιν η τοιαύτη τελευτή που φέ­ρει, αλλά τοις υπέρ αρετής τε και ευσεβείας θνήσκειν προαιρουμένοις λαμπρά και ποικίλη η ουράνιος επιφαίνεται μαρτυρία και τας των συνόντων όψεις τε και ψυχάς καταπλήττουσα». Για την άκτιστη χάρη των ιερών λειψάνων των Αγίων η οποία είναι η χάρη που απέκτησαν οι Άγιοι με την κατά Θεόν βιοτή τους βλ. ΑΓΙΟΥ Συμεων του Νεου Θεολογου, Λόγος 4, 4 εν Συμεών του Νέου Θεολόγου τα Ευρισκόμενα, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 46ε.62. Πρβλ. Αριθμ. 14, 22, Ψαλμ. 77. Για τις δέκα φορές που αμάρτη­σε βαρέως ο Ισραήλ στην έρημο βλ. την υποσημείωση του Αγίου Νικοδήμου στην ερμηνεία του Ψαλμ. 77, 22. Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Ερμηνεία εις τους ρν' Ψαλμούς του Προφητάνακτος Δαβίδ, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», τόμ. Β', Θεσσαλονίκη 1996, σ. 357.63. Βλ. ενδεικτικώς Αγιος Νικόλαος ο Καβαςιλας, Περί της εν Χρι­στώ ζωής 1,14, ΕΠΕ-Φ 22,280· «και εν τώδε τω βίω δια των μυστηρίων η της μελλούσης ζωής λαμπρότης εισερχόμενη και ταις ψυχαίς ενοικούσα νικά την εν σαρκί ζωήν και το κάλλος του κόσμου τούτου».64. Ησ. 65, 2.65. Γ' Βασ. 11,1-13.66. Παράδοση που αποτυπώθηκε στην Υμνογραφία και στα Από­κρυφα. Βλ. λ.χ. το δεύτερο κάθισμα μετά την α' στιχολογία, στον Όρθρο της Κυριακής του πλ. δ' ήχου: «και το φως εν τω τάφω ορών κατεπλήττετο», όπως και Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 230ε.67. Πρβλ. Β' Κορ. 3,11.68. Ματθ. 12, 42.69. Κατά τούτο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Πρωτοπρεσβυ­τέρου καθηγητού Ιωάννου Ρωμανίδη, η Πατερική Παράδοση πλη­σιάζει τον εμπειρισμό του Διαφωτισμού (όπου η εμπειρική εξακρίβω­ση είναι το μόνο θεμέλιο ακριβούς γνώσεως) και όχι το μεταφυσικό και λογικό στοχασμό περί της πραγματικότητας, που στο φραγκικό Με­σαίωνα ήταν το θεμέλιο της θεολογίας. Ιστορικοδογματική Εισαγω­γή, ένθ' ανωτ., σ. 14ε.70. Κεφάλαια θεολογικά, 1,31 PG 90,1096Α.71. Λόγος 32, Περί της εν διαλέξεσιν ευταξίας 15, PG 36,192Α.72. Εν προκειμένω ενθυμούμαστε τη σπάνια και κατ' εξαίρεσιν σωτηρία ειδωλολατρών και αιρετικών μετά θάνατον, έπειτα από προσευχές Αγίων. Τέτοιες περιπτώσεις αναφέρει ο Γεννάδιος Σχολάριος. Βλ. Θ. ΖΗΣΗΣ, Γεννάδιος Β' Σχολάριος, Ανάλεκτα Βλατάδων 30, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 19982, σ. 466.73. Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 195.74. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανίδης, Δογματική, ένθ' ανωτ., σ. 264.75. Κ. ΚΑΚΟΛΥΡΗΣ, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σς. 171ε. 1893ε. Εδώ μαρτυρείται και η διαφορετική εμφάνιση του Αγίου Φωτός, ως συννέφου, βροχής, περιστεράς, αστραπής και πολύχρωμου φωτός ως μορφών που μας παραπέμπουν απ' ευθείας στις αγιογραφικές θεοφάνειες.76. Αυτό συνέβη και στον Όσιο Κοσμά (10ος αι.), ηγούμενο Μονής κοντά στον ποταμό Σάγαρι, όπως μας διηγείται το Συναξάρι του, της 5ης Οκτωβρίου. Βλ. και ΑΡΧΙΜ. ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Οπτασία φοβερά του Αγίου Κοσμά, Αθήναι 19852, σ. 108.77. Αυτό εβίωσε ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός. Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, ένθ' ανωτ., σ. 48.78. Το κείμενο είναι του Αγίου Μάρκου του Ερημίτου (Κεφάλαια Νηπτικά 26, PG 65,1064D-1065B) ή του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου (Ομιλία 8,2.3 PG 34,528D-529C)· η παράθεση από το Αγιος Μάρκος ο Ασκητής, Βάπτισμα άσκησις και ελευθερία, Εισαγωγή - νεοελ. απόδοσις - σχόλια από αδελφούς της Ι. Μονής Κουτλουμουσίου, έκδ. Ιερόν Κοινόβιον του Κουτλουμουσίου, Άγιον Όρος 1991, σσ. 70εε.79. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 3, 30 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1, 565· «Μυστικαί δ' οράσεις διαφό­ρων γίνονται πραγμάτων, όντων, μελλόντων, αισθητών, νοητών, προσύλων, αΰλων, προβεβηκότων, υποβεβηκότων και άλλοτε άλλως, και διαφόρως τούτων έκαστον αποκαλύπτονται τη δυνάμει των ορώντων αναλόγως και τοις οικονομουμένοις καταλλήλως πράγμασι».80. Τα εκατόν Γνωστικά Κεφάλαια 40, Κείμενο-μετάφραση-σχόλια Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, εκδ. Ο Άθωνας, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 91, απ' όπου και η μετάφραση.81. Περί πονηρών λογισμών 18, PG 79,1221Β. Το χωρίο και εν Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 6 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1, 415.82. Κεφάλαια πρακτικά προς Ανατόλιον 70, PG 40,1244Α. Βλ. και εν Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αντιρρητικός 7, (13) 49 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3, 499.83. Λόγος 44, Εις την καινήν Κυριακήν 3, PG 36, 609C.84. Αντιρρητικός 7, (13) 49 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3,499.85. Τα κτιστά αποτελέσματα των ακτίστων ενεργειών αποτελούν βέ­βαια και την απόδειξη της υπάρξεως των ενεργειών για όσους δεν έρχον­ται σε άμεση αντίληψη των ενεργειών δια της θεοπτίας. Βλ. Αγιος Γρηγοριος ο Παλαμάς, Περί θεοποιού μεθέξεως 21, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 2, 155· «Αλλά γαρ των ειρημένων απόδειξις τα κατ' αίσθη­σιν δήλα σημεία παραληφθέντα προς καιρόν, ως άρα και τους μη πάμπαν ισχυρογνώμονας πείσαι... μετέσχε δε [ζωής] και η εν Ιόππη Ταβηθά και ο εν Τρωάδι νεανίας Εύτυχος, ο μεν αφή Παύλου, η δε φωνή Πέτρου. Ποίας μετεχόντων τούτων ζωής; Ου της ζωοποιού ην είχεν, αλλ' ου μετείχεν ο δεσπότης;». Πρβλ. και Ρωμ. 1, 20.86. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η εμπειρία του Άγγλου προσκυ­νητή Mandeville, (Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 186ε) ο οποίος δεν είδε ουρανόπεμπτο φως, αλλά μόνο το άναμμα της κανδήλας (αν βέβαια θεωρηθεί η μαρτυρία του εν γένει αξιόπιστη). Ομοίως και η εμπειρία του Ρώσου ιεροδιακόνου Ζωσίμου (αυτόθι, σ. 192ε).87. Είναι δυνατόν να δούμε στο θαύμα του Φωτός του Παναγίου Τάφου ένα συνδυασμό των αναφερομένων στην Αγία Γραφή θαυμά­των, αφ' ενός του θεϊκού πυρός που αναλίσκει ύλη (π. χ. Αριθμ. 11,1, Γ' Βασ. 18,38), αφ' ετέρου της προφυλάξεως των δικαίων από το υλικό πυρ δια της θεϊκής δρόσου 9π.χ. Δανιήλ 3,49.50 = Προσευχή Αζαρίου και ύμνος των τριών 25.26).88. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παραπέμποντας σε παλαιότε­ρους Πατέρες, συμπεραίνει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού των φωτι­σμών από τα αποτελέσματά τους· Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων 1, 3,48 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1,459ε. Πρβλ. και Ι. Κορναρακης, Στοιχεία Νηπτικής Ψυχολογίας, έκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 60· «Δηλαδή εν τη περιπτώσει ταύτη [σατανικού φωτός] κυρίως το συναίσθημα θα πληροφόρηση αυτόν [το Νηπτικό] περί της θείας ή σατανικής προ­ελεύσεως του φωτός».89. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον 48,1PG 58,487· «Τούτου τοίνυν μη προχωρούντος, παρείδε το εαυτού, ώστε μη την κόλασιν αυτοίς αυξήσαι».90. Βλ. ενδεικτικώς Ματθ. 9,27-31, Μάρκ. 9,16-28. Ωστόσο ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει πως ο Χριστός από εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία να ακούσουν περί αυτού, απαιτεί την πίστη μετά το θαύμα, και όχι πριν· έτσι συνέβαινε στα πρώτα θαύματα της δρά­σεώς Του, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός. Εις το κατά Ιωάννην, 37, 2 PG 59,209. Αντιθέτως ο καθηγητής Καλοκύρης παραδέχεται τη θρησκει­ολογική αρχή ότι το θαύμα είναι «παιδί της πίστεως». Το αρχιτεκτονι­κό συγκρότημα, σ. 20.91. Λουκ. 2, 34.92. Λουκ. 13,10-17.93. Ιω. 11, 45-53.94. Ματθ. 27, 45-54. Μάρκ. 15, 33-39, Λουκ. 23, 44-48· Ματθ. 28,11-15 Πράξ. 2, 41. 4,16.17. 5,12-16 κ.ά.95. Ιω. 8, 59.10, 30.31.96. Ματθ. 9, 34.12, 24-32, Μάρκ. 3, 22-30, Λουκ. 11,14-16.12,10.97. Βλ. Ιακ. 1,13-16.98. Πρβλ. ενδεικτικώς Α' Κορ. 14, 22. Βλ. και υποσημείωση 6.99. Ο Κύριος γνώριζε ότι ο Φαραώ θα σκληρυνθεί από τη χάρη Του, εξ αιτίας της δικής του κακίας, αλλά τη σκλήρυνσή του αυτή τη χρησιμοποίησε ο Θεός για παραδειγματισμό. Βλ. Έξοδ. 14,4· ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί (Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός 5, PG 31, 341): «Εσκλήρυνε δε αυτόν, τη μακροθυμία και τη της τιμωρίας αναβολή επιτείνων αυτού την κακίαν, ίνα εις τον έσχατον όρον αυξηθείσης αυτού της πονηρίας, το δίκαιον επ' αύτώ της θείας κρίσεως διαφανή».100. Ιω. 20, 29.101. Εις τας Πράξεις PG 60, 196· η παραπομπή αυτή είναι ωστόσο λανθασμένη· την πραγματική προέλευση του χωρίου δεν κατορθώσα­με να εντοπίσουμε.102. «Θρησκευτικός πρωτογονισμός», Καθημερινή, 7 Μαΐου 2000.103. Το κείμενο βλ. στο αξιόλογο περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία, έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι φίλοι του Αγίου Όρους» 40 [Θέρος 1994] σσ. 2-10. Βλ. σχετικώς και Μονάχος Θεόκλητος Διονυςιατης, Κύματα άγρια θαλάσσης, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1990 (μεταξύ πολλών άλλων σχετικών του π. Θεοκλήτου). Πρεσβύτερος Β. Βολουδακης, Ορθοδοξία και Χρ. Γιανναράς, εκδ. «Υπακοή», Αθήνα 1993. Πρεσβύτερος Κ. Καραϊςαριδης, Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και το λειτουργικό του έργο, Θέματα Ορθόδοξης Λατρείας 1, εκδ. «Ακρίτας», Αθήνα 1998, σ. 251ε.104. Α'Κορ. 2,15.105. Πρβλ. Ιω. 7,24 καί Α' Βασ. 16,7. Βλ. και Αγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Περί όρου ζωής 23, PG 89, 129Α· «Τις γαρ αν και αγνοείν προσποιήσαιτο ότι ου προς τας εκβάσεις των πραττομένων οι τοιαύτα πράττοντες κρίνονται, αλλά προς τας διαθέσεις καθ' ας γίνο­νται τα γινόμενα;»106. Αγιοι μακάριος κορινθου, Νικόδημος Αγιορείτης, Νικηφό­ρος ο Χιος και Αθανάσιος ο Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, ένθ' ανωτ., σ. 314.107. Θυμίζει τη διήγηση για τα θαύματα που επιτελούσαν ακόμη και τα ενδύματα και η σκιά των Αποστόλων, ως φορείς της θείας χά­ριτος. Βλ. Πράξ. 5,15.19,12.108. Πρβλ. Ιω. 7, 49.109. Α' Ιω. 4,1.110. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, αναθεματισμός 22ος (6ος στα κα­τά Ιωάννου του Ιταλού κεφάλαια): (μτφρ) «Σε αυτούς που δεν δέχο­νται με καθαρή πίστη και απλή και ολόψυχη καρδιά τα εξαίσια θαύ­ματα του Σωτήρος ημών και Θεού, και της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, η οποία τον έτεκε αχράντως, και των λοιπών Αγίων, αλλά που προσπαθούν με σοφιστικές αποδείξεις και λόγια να τα κατηγορούν ως αδύ­νατα ή να τα παρερμηνεύουν κατά πως νομίζουν οι ίδιοι και να τα προ­βάλλουν κατά τη δική τους γνώμη, ανάθεμα α'».111. Ιησ. Ν. 2,11.

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ
Θεολογικές επισημάνσεις
Νικολάου Ζήση
Εκδόσεις: "Βρυέννιος" 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

Η ΑΧΜΑΝΤΙΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Πρωτοπρ. Βασιλείου Γεωργοπούλου

 


        Ποιά είναι η Αχμαντίγια (Ahmadiyya)

      Η Αχμαντίγια είναι μια ισλαμική σέκτα η οποία δημιουργήθηκε από τον Mirza Ghulam Ahmad (1835-1908) τον Μάρτιο τού 1889. Οι διδασκαλίες της Αχμαντίγια έχουν έκδηλο συγκρητιστικό χαρακτήρα και αποτελούν σύζευξη Ισλαμικών, Ινδουιστικών και κάποιων χριστιανικών στοιχείων. Κυρίαρχο όμως στοιχείο είναι το Ισλαμικό. Η Αχμαντίγια ανήκει στις σέκτες πού δραστηριοποιούνται ποικιλοτρόπως χωρίς να φείδεται «ιεραποστολικών» προσπαθειών για να διαδώσει τις απόψεις της. Το παραδοσιακό Ισλάμ θεωρεί την Αχμαντίγια ως ακραία αίρεση και η τοποθέτησή του απέναντί της είναι εχθρική.

     Ο μεγαλύτερος αριθμός οπαδών της από τα 10 εκατομμύρια περίπου παγκοσμίως βρίσκεται στο Πακιστάν. Ο ιδρυτής της πίστευε ότι τον είχε εκλέξει ο Θεός για να πραγματοποιήσει μια ειδική αποστολή. Το 1891 αυτοανακηρύχθηκε Μαχντί, δηλαδή νέος επανερχόμενος Μεσσίας τού Ισλάμ και το 1904 θεώρησε τον εαυτό του και ως Αβατάρ τού Κρίσνα. Ως επανερχόμενος μεσσίας θεωρούσε ότι ταυτίζονταν και με τον προσδοκώμενο Χριστό από τους χριστιανούς. Το 1914 η κίνηση διασπάστηκε σε δύο κλάδους. 
Αφορμή της διάσπασης υπήρξε η ασυμφωνία στον τρόπο κατανόησης τού ιδρυτή της κίνησης Mirza Ghulam Ahmad σε συνάρτηση με άλλες θεμελιώδεις αρχές τού Κορανίου.


          Οι απόψεις της Αχμαντίγια για τον Χριστό

      Η Αχμαντίγια γενικά διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στο Χριστιανισμό. Στην εν λόγω ισλαμική σέκτα όμως συναντά κανείς μια ανιστόρητη και περίεργη προσέγγιση τού προσώπου τού Χριστού ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τα πάθη Του και την ανάστασή Του. Κατά τους ισχυρισμούς της Αχμαντίγια, ο Χριστός δεν πέθανε στο σταυρό. Στη θέση του, πέθανε κάποιος άλλος. Μόλις συνήλθε από τα βασανιστήρια έφυγε μαζί με τη μητέρα του και πήγε στην Ινδία και πιο συγκεκριμένα στο Srinagar την πρωτεύουσα τού Κασμίρ. Επέλεξε να επιστρέψει στην Ινδία, γιατί κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε ζήσει εκεί ήδη κατά τη νεότητά του ως δάσκαλος της γιόγκα. Στο Srinagar έζησε διδάσκοντας μέχρι την ηλικία των 120 ετών όπου πέθανε. Εκεί μάλιστα υπάρχει και ο τάφος του.

       Εάν θελήσουμε να σχολιάσουμε τις απόψεις της Αχμαντίγια για τον Χριστό βρισκόμαστε μπροστά σε μια τυπική περίπτωση όπου η Ευαγγελική διδασκαλία αντικαθίσταται με ανιστόρητα μυθεύματα. Οι ισχυρισμοί της Αχμαντίγια περί Χριστού αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα φαντασιώσεων πού έχουν αντικαταστήσει την ιστορία. Είναι όμως γνωστό ότι το χάσμα μεταξύ φαντασίωσης και ιστορίας είναι αγεφύρωτο

______________________________________________
Για τη σύνταξη τού παρόντος άρθρου βασιστήκαμε στα:
1 J.Jamier, Ahmadiyya, Dictionnaire des Religions, 1985
2.σ. 17 . Kompaktlexikon Religionen, (Hrsg.R. Hauth), 1998, σσ .1314. Handbuch Religiφse Gemeinschaften und Weltanschauu-ngen, (Hrsg: H.Reller, H.Krech, M.Kleiminger ),2000
3.σσ. 915 924 . Irving Hexham, Pocket Dictionary of New Religio-us Movements , 2002 , σ . 10 . Nicolete Bohn, Kleines Lexikon der Sekten, Psychogruppe und Strukturvertriebe, 2005, σσ . 17 - 18

logo angels 4

ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΣΤΟ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ;

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

     Η «διόρθωσις» του Ιουλιανού Ημερολογίου, αποφασισθείσα υπό της ΙΣΙ της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν τη συνεδρία αυτής της 27-12-1923 και υποβληθείσα ως πρότασις προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, διά του υπ' αριθμ. 70/3046/4-1-1924 εγγράφου αυτής, σαφώς απέβλεπεν εις τον «εν ταις καθωρισμέναις ημερομηνίαις του παλαιού, ταις συνταυτισθησομέναις προς τας του νέου ημερολογίου» εορτασμόν των ακινήτων εορτών, μηδεμιάς απολύτως εν τω Πασχαλίω επερχομένης μεταβολής ως προς τας κινητάς εορτάς, «εκτός της ονομασίας των ημερομηνιών»(57). Τούτ' αυτό ετονίζετο ρητώς εν τε τη τηλεγραφική προς τους Σεβ. Ιεράρχας Εγκυκλίω της Ι. Συνόδου, δι' ης ανηγγέλλετο αυτοίς η από της 10 Μαρτίου 1924 εισαγωγή εν τη Εκκλησία του «διωρθωμένου» Ιουλιανού Ημερολογίου(58) και τη εν συνεχεία εξαπολυθείση επεξηγηματική από 1-3-1924 Εγκυκλίω, ήτις και αύτη σαφώς υπεγράμμιζεν ότι διά της λύσεως ταύτης το Πασχάλιον παρέμενεν αμετάβλητον, των κινητών εορτών μελλουσών να εορτάζωνται εφεξής «κατά τας εν τω Πασχαλίω ημέρας, ονομαζομένας όμως διά των ημερομηνιών του διωρθωμένου ημερολογίου»(59).

Αλλ' ενώ αρκούντως διεσαφηνίσθη το σημείον τούτο διά τε των εν λόγω Εγκυκλίων ως και δι' ετέρων συναφών δηλώσεων, εν τούτοις εξ αρχής οι παλαιοημερολογίται επεδίωξαν να εμφανίσωσι την «διόρθωσιν» ταύτην του Ιουλιανού Ημερολογίου, ως προσχώρησιν εις το Γρηγοριανόν. Ούτως ισχυρίσθησαν ότι «η Κρατούσα Εκκλησία, όπως αποφύγη τας συνεπείας της ημερολογιακής καινοτομίας διισχυρίζεται ότι δεν προσέλαβε το Γρηγοριανόν ημεοολόγιον, αλλά διώρθωσε το Ιουλιανόν τοιούτον ...»(60). Τον ισχυρισμόν τούτον επανέλαβον έκτοτε πλειστάκις ούτοι και μετ' αυτών και άλλοι(61) εξακολουθούντες και σήμερον να φρονώσιν ούτως(62) Εις επίρρωσιν δε του ισχυρισμού αυτών τούτου ετόνισαν ότι διά της εν λόγω «διορθώσεως» «επέρχεται γενική αναστάτωσις των κεκανονισμένων τύπων της Εκκλησίας, των ορισθέντων πάντοτε επί τη βάσει της εορτής του Πάσχα»(63) ήτοι θίγεται ο Πασχάλιος κύκλος και τα εξ αυτού εξαρτώμενα επί μέρους στοιχεία του λειτουργικού τους, ως οι ήχοι, αι ευαγγελικαί και αποστολικαί περικοπαί, αναλόγως της αυξήσεως η μειώσεως των από του Πάσχα μέχρι του Τριωδίου Κυριακών, η νηστεία των Αγ. Αποστόλων κλπ.(64).

Εις αντίκρουσιν των απόψεων τούτων, και ετέρων τινων συναφών, η παραινετική Εγκύκλιος της Ι. Συνόδου του Απριλίου 1924 διελάμβανεν ότι «μεταβολή εορτολογίου ουδεμία απολύτως εγένετο, ουδέ το Πασχάλιον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας διωρθώθη»(65). Ο δε Αρχιεπ/πος Χρυσόστομος βραδύτερον επανέλαβεν κατά την συνεδρίαν ΔΙΣ της 2-7-1935 ότι «εξ εσφαλμένης αντιλήψεως νομίζεται συνήθως υπό τινων ότι η Εκκλησία ημών εδέχθη το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Το Ημερολόγιον τούτο δεν είναι, κυρίως ειπείν, νέον Ημερολόγιον, αλλ' είναι νέα χρονολόγησις και μεταρρύθμισις του Ιουλιανού Ημερολογίου, την οποίαν επεχείρησεν ο Πάπας Γρηγόριος ο ΙΓ' και την οποίαν λίαν ορθώς απέκρουσε και αποκρούει πάντοτε η Ορθόδοξος Εκκλησία»(66).

Προς στήριξιν του ισχυρισμού αυτών τούτου οι παλαιοημερολογίται επικαλούνται συνήθως, τούτο μεν τον Ζ' Αποστολικόν ιερόν Κανόνα, εις την καταπάτησιν του οποίου άγει, κατ' αυτούς, το διορθωθέν Ιουλιανόν Ημερολόγιον, τούτο δε τον Α' ι. Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου. Και ο μεν Ζ' Αποστολικός ταύτα διαγορεύει: «Ει τις Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, την αγίαν του Πάσχα ημέραν προ της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων επιτελέσοι, καθαιρείσθω»:(67). Κατά τους ερμηνευτάς ο Κανών απαγορεύει τον εορτασμόν του χριστ. Πάσχα προ του των Ιουδαίων. Αλλ' ό,τι διακελεύεται ο ιερός ούτος Κανών, ουδαμώς εθίγη διά της γενομένης «διορθώσεως» του Ιουλιανού Ημερολογίου, ήτις περιωρίσθη εις «απλήν υπερπήδησιν των 13 ημερών καθ' ας εμείναμεν οπίσω»(68). Επικαλούνται ωσαύτως οι το νέον ημερολόγιον αρνούμενοι, τον Α' Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου, όστις κηρύσσει απόβλητον της Εκκλησίας και ακοινώνητον πάντα όστις ήθελε παραβιάσει «τον όρον της αγίας και μεγάλης Συνόδου της εν Νικαία συγκροτηθείσης»(69) εν σχέσει προς τον εορτασμόν του Πάσχα.

Αμφότεροι οι ως ανω ιεροί Κανόνες αφορώσιν, ως είναι φανερόν, εις μίαν και την αυτήν περίπτωσιν, ήτοι εις τον αποκλεισμόν του συνεορτασμού του χριστιανικού μετά του ιουδαϊκού Πάσχα. Αλλ' ως εκ των μέχρι τούδε αναπτυχθέντων συνάγεται, το σημείον τούτο είναι ακριβώς εκείνο, όπερ ουδόλως εθίγη διά της «διορθώσεως» του Ιουλιανού Ημερολογίου(70). Αντιθέτως το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον παρεβίασε τας τοιαύτας περί του Πάσχα κανονικάς διατάξεις, με αποτέλεσμα την μη τήρησιν αυτών κατά τρόπον τοιούτον, ώστε το κατ' αυτό ρυθμιζόμενον χριστιανικόν Πάσχα να συμπίπτη ενίοτε προς το Ιουδαϊκόν. Τω λογω άλλωστε τούτω η Ορθοδοξος Εκκλησία, μη στέργουσα εις αθέτησιν των υπό των ιερών Κανόνων τεθεσπισμένων, διετέθη αρχήθεν δυσμενώς έναντι του Γρηγοριανού Ημερολογίου και απέρριψε πάσαν ιδέαν περί προσχωρήσεως εις τούτο.

Κατά συνέπειαν από της απόψεως ταύτης κρινομένη η «διόρθωσις» δεν ευρίσκεται αντίθετος προς τας διατάξεις των προαναφερθέντων ί. Κανόνων(71). Προς τούτοις όμως η υφισταμένη διαφορά ,μεταξύ του διωρθωμένου Ιουλιανού Ημερολογίου, όπερ τηρεί η καθ' ημάς Εκκλησία, αφ' ενός, και του Γρηγοριανού αφ' ετέρου, και εξ άλλων στοιχείων βεβαιούται και μαρτυρείται. Ειδικώτερον α ) Το χριστιανικόν Πάσχα ουδέποτε κατά το διωρθωμένον Ιουλιανόν Ημερολόγιον τελείται ομού ή προ του των Ιουδαίων, ενώ τούτο συμβαίνει προκειμένου περί του Γρηγορίανού(72). β) Εορταί τινες αγίων δεν συμπίπτουσι τη αυτή ημέρα εις αμφότερα τα Ημερολόγια ως λ.χ. η εορτή του Μ. Βασιλείου κατά μεν το διωρθωμένον εορτάζεται τη 1η Ιανουαρίου, παρά δε τοις ΡΚαθολικοίς τη 2α Ιανουαρίου, η του αγ. Σιλβέστρου εορτάζεται παρ' ημών μεν τη 2α, Ιανουαρίου, παρά δε τοις ΡΚαθολικοίς τη 31η Δεκεμβρίου, ή του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου εορτάζεται παρ' ημών μεν τη 25η Ιανουαρίου, παρά των ΡΚαθολικών δε τη 9η Μαΐου, η του αγ. Πολυκάρπου παρ' ημών μεν τη 23η Φεβρουαρίου, παρά των ΡΚαθολικών δε τη 26η Ιανουαρίου κ.ο.κ. γ) Εορταί τινες ημέτεραι ελλείπουσι παντελώς από του Γρηγοριανού Ημερολογίου, ως λ.χ. η Κυριακή της Ορθοδοξίας, η των τριών Ιεραρχών, η του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ή του αγ. Δημητρίου κ.ά. δ) Εορταί τινες του Γρηγοριανού Ημερολογίου ελλείπουσιν από του ημετέρου, ως λ.χ. η του αγ. Αλβέρτου του Βοναβεντούρα, των αγίων Καρόλου, Δομινίκου, Φερδινάνδου, Θωμά Ακινάτου κλπ. ε ) Διάφορος ονομασία χρησιμοποιείται υφ' εκατέρου ημερολογίου προς υποσήμανσιν κοινών Κυριακών, ως λ.χ. καθ' ημάς μεν η πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν ονομάζεται Κυριακή των Αγ. Πάντων, ενώ κατά τους ΡΚαθολικούς ονομάζεται Κυριακή της Αγ. Τριάδος κλπ.(73)

Αναλύοντες νυν ειδικώτερον τον ισχυρισμόν των παλαιοημερολογιτών ότι η «διόρθωσις» συνιστά παραβίασιν της κανονικής τάξεως, διότι θίγει τον Πασχάλιον κύκλον, υπό την έννοιαν ότι «η αντικατάστασις της εαρινής ισημερίας του Ιουλιανού εορτολογίου, επί τη βάσει της οποίας καθωρίσθη η πρώτη Κυριακή μετά την εαρινήν πανσέληνον ως ημέρα του αγίου Πάσχα, προκαλεί μίαν σύγχυσιν ου μόνον εις τον Πασχάλιον Κανόνα, αλλά και εις το εορτολόγιον, εις τον ενιαύσιον κύκλον των εορτών, εις τας ημέρας των νηστειών και εις την ευρυθμίαν και ομοιομορφίαν των ευαγγελικών και αποστολικών περικοπών»(74) δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν τα ακόλουθα.

Η άποψις αύτη, παρά την εν τισι βασιμότητα των εφ' ων ερείδεται λόγων(75), παραβλέπει, ότι η όλη του Πασχαλίου κύκλου ανέλιξις δεν ήρτηται εκ Κανόνος τινος, ούτε και ανάγεται εις βασικήν τινα και θεμελιώδη της πίστεως διάταξιν. Το ότι διά της γενομένης «διορθώσεως» επηνέχθη ποιά τις αταξία ως προς τινας ευαγγελικάς και αποστολικάς περικοπάς, τούτο είναι άραγε τόσον σοβαρόν ώστε να μη δύναται η Εκκλησία να το αντιμετωπίση μόνη; Τας προκυψάσας εκ της εισαγωγής του διωρθωμένου Ιουλιανού Ημερολογίου ανωμαλίας εις το λειτουργικόν έτος δεν είχε το δικαίωμα να αντιμετωπίση η Εκκλησία; Και η επίκλησις των τοιούτων ανωμαλιών συνιστά άραγε ανυπέρβλητον κώλυμα εις την προοδευτικήν της Εκκλησίας πορείαν; Δέν είναι η Εκκλησία κυρία και του Τυπικού, και των εορτών και των νηστειών ; Πώς κατά το παρελθόν προήλθεν εις μετατοπίσεις ημερομηνιών εορτών, και σήμερον δεν δύναται να αντιμετωπίση τον περιορισμόν λ.χ. της νηστείας των Αγ. Αποστόλων; Είναι ποτέ δυνατόν να υποθέση, τις ότι οι Πατέρες; θα έμενον άπρακτοι προ μιας δυσκολίας, ήτις θα ανεφύετο εν τη εφαρμογή του Πασχαλίου κύκλου λόγω της ελαφράς μεταβολής εις τας ημερομηνίας;

Επί του ισχυρισμού μάλιστα των παλαιοημερολογιτών ότι διά του διωρθωμένου Ιουλιανού Ημερολογίου συντέμνεται, ενίοτε δε και καταργείται παντελώς η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, όλως ανεπιτρέπτως και αντικανονικώς(76), παρατηρούμεν ότι και ούτος, καίτοι αληθής, δεν έχει εν τούτοις την οίαν προσδίδουσιν αυτώ εκείνοι βαρύτητα και σημασίαν. Αυτό ο Βαλσαμών ερωτηθείς εάν «αι νηστείαι της εορτής των Αγίων Αποστόλων και της Χριστού γεννήσεως και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και του Σωτήρος, απαραίτητοι εισίν η συγχωρητέαι και αδιάφοροι», απήντησεν ότι «εξ ανάγκης προηγούνται νηστείαι προ των τεσσάρων τούτων εορτών» και δη και επταήμεροι, δεδομένου ότι «μία τεσσαρακονθήμερος νηστεία-εστιν η του αγίου και μεγάλου Πάσχα»(77).

Είναι όμως αληθές ότι και αυτή εισέτι η επταήμερος των Αγ.Αποστόλων νηστεία (ούσα ενίοτε μακροτέρας διαρκείας αναλόγως της εκάστοτε χρονικής αποστάσεως μεταξύ της εκ του Πάσχα εξαρτωμένης Δευτέρας των Αγίων Πάντων και της σταθεράς ημερομηνίας της 29ης Ιουνίου ) συντέμνεται όντως ή και εξαλείφεται πλήρως υπό το κράτος της ισχύος του διωρθωμένου Ημερολογίου. Ήδη ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος, επισημαίνων εν τω από 20-8-1928 Γράμματι αυτού προς τον Αρχιεπ/πον Αθηνών Χρυσόστομον «την λίαν αντιληπτήν ανωμαλίαν, ότι κατά το έτος τούτο (1929) τέλεον μέλλει ίνα εκλίπη ούτω η καθωρισμένη νηστεία των Αγίων Αποστόλων εν ταις εφαρμοζούσαις ήδη το διωρθωμένον ημερολόγιον διά τας ακινήτους εορτάς Αδελφαίς Εκκλησίαις»(78) εξεζήτει την συγκατάθεσιν αυτού περί εφαρμογής «και άνευ γενικής συνοδικής αποφάσεως των περί του Πασχαλίου εγκριθέντων κατά το Πανορθόδοξον Συνέδριον»(79). Εις την εαυτής απάντησιν η ΔΙΣ προύτεινε προς άρσιν της προκυπτούσης ανωμαλίας «όπως η εβδομάς καθ' ην συμπίπτει η εορτή των Αγ. Αποστόλων θεωρηθή εξαιρετικώς δια το προσεχές έτος (1929) ως εβδομάς νηστήσιμος, πλην της ημέρας της εορτής του Αγ. Πνεύματος»(80) της προτάσεως ταύτης γενομένης δεκτής ευμενώς υπό της αγίας Πατριαρχικής Συνόδου, ορισάσης σχετικώς όπως θεωρηθώσι νηστήσιμοι αι από 25 - 28 Ιουνίου 1929 ημέραι(81) και της ΔΙΣ αποδεξαμένης την εν λόγω απόφασιν(82). Ειρήσθω διότι το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων, δεν έκρινε την ανωμαλίαν τούτην του έτους τούτου τοσούτον σοβαράν ώστε να οδηγήση εις μεταβολήν του Πάσχαλίου «δίχα της εν Συνόδω κοινής συσκέψεως και αποφάσεως των Αγίων Αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών»(83).

Αλλά και οι ους συνήθως επικαλούνται οι εν Ελλάδι παλαιοημερολογίται ιεροί Κανόνες ΝΣΤ' της Στ' Οικουμενικής Συνόδου και ΙΘ' της εν Γάγγρα, δεν δύνανται να κατοχυρώσωσιν επαρκώς τούτους, και τούτο διότι ο μεν ΝΣΤ' της Στ' αφορά εις την αντιμετώπισιν της συνηθείας ενίων χριστιανών όπως κατά τας Κυριακάς και τα Σάββατα της Μεγ. Τεσσαρακοστής καταλύωσιν ωά και τυρόν(84). Η μέριμνα του ι. Κανόνος είναι να επικρατή μία τάξις εις την καθόλου Εκκλησίαν ως προς την νηστείαν της Μεγ. Τεσσαρακοστής και ως προς το είδος των μη καταλυομένων τροφών. Αλλά και υπό την εκδοχήν εισέτι της διά του εν λόγω Κανόνος διατυπώσεως γενικής τινος αρχής, εφαρμοζομένης επί πάσης περιόδου νηστείας, και πάλιν η διάταξις είναι άσχετος με τον χρονικόν περιορισμόν ενίοτε της νηστείας των Αγ. Αποστόλων. Σαφέστερος εν προκειμενω τυγχάνει ο ΙΘ' της εν Γάγγρα, όστις βαρυτάτην κύρωσιν επάγεται κατά των ασκητών οίτινες «χωρίς σωματικής ανάγκης» και εξ υπερηφανείας «τας παραδεδομένας νηστείας εις το κοινόν και φυλασσομένας υπό της Εκκλησίας» παραλύουσι(85). Κατά τον Ζωναράν ο Κανών ούτος αφορμήν έσχε την υπό των περί τον Ευστάθιον κατάλυσιν των νηστειών, άνευ λόγου, ένεκα της πεποιθήσεως αυτών, ότι έφθασαν εις σημείον τοιαύτης τελειότητας ώστε ουκέτι δέονται νηστείας. Την αντίληψιν τούτην ψέγουσα η Σύνοδος διετύπωσε τον Κανόνα, ίνα αποτρέψη από της πλάνης και άλλους τινας και επί τω τέλει εμπεδώσεως της εκκλησιαστικής τάξεως και πειθαρχίας.

Αλλ' είναι προφανές ότι και ο κανών ούτος ουδεμίαν δύναται να έχη εφαρμογήν επί του προκειμένου θέματος της νηστείας των Αγίων Αποστόλων, και τούτο διότι ενταύθα δεν πρόκειται περί καταλύσεως εκ λόγων υπερηφανείας ή και «χωρίς σωματικής ανάγκης», ούτε περί αυθαιρέτου ούτως ειπείν και εκ καταφρονήσεως προς τον θεσμόν της νηστείας ορμωμένης ενεργεία αλλά περί αποφάσεως αυτής ταύτης της Εκκλησίας η προς την οποίαν συμμόρφωσις ου μόνον καθήκον εστι παντός πιστού αλλά και κανονική υποχρέωσις. Καθώς δε ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί, επιβάλλεται όπως «μη των τελειοτέρων παραγενομένων πραγμάτων προς τα πρότερα επανατρέχωμεν μηδέ ημέρας και καιρούς και ενιαυτούς παρατηρώμεν, αλλά πανταχού τη Εκκλησία, επώμεθα, την αγάπην και την ειρήνην προτιμώντες απάντων ... Μη τοίνυν σκιαμαχώμεν μηδέ υπέρ των τυχόντων φιλονεικούντες εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε τω χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της Συνόδου διηνεκώς αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν»(86). Εις τα θέματα άλλωστε των νηστειών απ' αρχής παρετηρήθησαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των Εκκλησιών. Εν Ιεροσολύμοις κατά τον δ' αιώνα από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής ουδείς ενήστευεν ουδέ κατ' αυτάς τας Τετάρτας και Παρασκευάς(87).

Κατά ταύτα η «διόρθωσις» του Ιουλιανού Ημερολογίου δεν δύναται να ταυτισθή προς την «προσχώρησιν» εις το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, τοσούτω μάλλον όσω «η ταυτότης ημερών και μηνών και ωρών των δύο ημερολογίων δεν σημαίνει και ταυτότητα εορτολογίου των δύο Εκκλησιών»(88), όπερ εν τοις καθ' ημάς παρέμεινεν ανέπαφον και αμετάβλητον. Από της απόψεως ταύτης υπήρξε τουλάχιστον ατυχής ο εν τε τη παραινετική από 8-4-1924 Εγκυκλίω και εν λοιποίς κειμένοις της εποχής χρησιμοποιηθείς όρος «συνταυτισμός» των δύο Ημερολογίων(89), όστις διηυκόλυνε την σύγχυσιν. Παρά ταύτα διά τους καλής πίστεως ανθρώπους είχον σαφώς εξηγηθή τα πράγματα. Αυτός ούτος ο Αρχιεπ/πος Χρυσόστομος, ομιλών εν τη συνεδρία της ΙΣΙ της 27-12-1923 έλεγεν ότι «ο Πάπας Γρηγόριος δεν αφήρεσε μόνον ημέρας αλλά διώρθωσε και λάθη, τας λεγομένας επακτάς του σεληνοδρομίου ... ούτω υπάρχει χάσμα μεταξύ ημών και των εχόντων το Γρηγοριανόν εν χρήσει. Εκ της διορθώσεως των επακτών επήλθε το γεγονός να εορτάζηται το χριστιανικόν Πάσχα και προ του των Εβραίων, ενώ έδει μετά. ... »(90). Ούτω μία μεταρρύθμισις, υιοθετηθείσα υπό της Εκκλησίας ημών και γενομένη κατά τρόπον «ώστε αι εορταί (να) συμπίπτωσι προς τας πραγματικάς και αληθείς ημερομηνίας», κατέληξε να διαστραφή και να εμφανισθή ως προσχώρησις εις τον παπισμόν. Η τοιαύτη δε παρά τοις απλουστέροις των πιστών ευμεθόδως καλλιεργηθείσα αντίληψις και σκοπίμως δημιουργηθείσα σύγχυσις, υπήρξεν η βασική αιτία της σημειωθείσης αντιδράσεως κατά του νέου ημερολογίου(91). Σημειωτέον πάντως ότι και αυτός ο «πρ. Φλωρίνης» Χρυσόστομος εν έτει 1937, ορθοφρονών επί του προκειμένου, εδέχετο ότι «η καινοτομία του Αρχιεπ/που εφαρμόσαντος το Γρηγοριανόν ημερολόγιον μόνον διά τας ακινήτους εορτάς και ουχί διά το Πάσχα δι' ο κυρίως κατεδικάσθη το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ως αντιπίπτον προς τον Ζ' Αποστολικόν Κανόνα, αποτελεί ζήτημα, όπερ πρώτην φοράν εμφανίζεται εις την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας» και ως τοιούτο δεν δύναται να αντιμετωπισθή διά της επικλήσεως των σχετικών αποφάσεων των Ορθοδόξων Συνόδων των ετών 1583, 1587 και 1593, αίτινες αφεώρων εις το αμετάβλήτον της εορτής του Πάσχα(92).

Σημειώσεις

57. Αρχιμ. Θ. Στράγκα, ένθ. ανωτ. τ. Β' σ. 1242

58. «Εκκλησία», Α' σ. 374-375.

59. «Εκκλησία», Α' σ. 373. Βλ. και ανακοινωθέν Ι. Σ. της 6-7-27 ένθα η «διόρθωσις» χαρακτηρίζεται ως «προσαρμογή του εορτολογίου της Εκκλησίας προς το νέον ημερολόγιον». ΚώΔΙΣ 1921-27 σ. 574.

60. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Σύντομος και περιληπτική περιγραφή του Εκκλησιαστικού Παλαιοημερολογητικού ζητήματος. Αθήναι 1953 σ. 7. Πρβλ. Αγιορ. Πατέρων, Αποστασίας έλεγχος ... σ. 81.

61. Ούτως ο Κασσανδρείας Ειρηναίος, Βλ. σχετικώς Αγιορ. Μοναχού, Το Ημερολογιακόν ζήτημα...εν: «Ο.Τ.» φ. 161, 1-5-1972, σ. 3.

62. Η λεγομένη «Αγία και Ιερά Σύνοδος της Αποστολικής Ανατολικής Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος» εις Διάγγελμα αυτής «προς τον ευσεβή ορθόδοξον Ελληνικόν λαόν» ομιλεί περί της «επισήμου» Εκκλησίας, ήτις «υπόπτως εισήγαγε εις την ορθόδοξον θείαν λατρείαν ένα.θεσμόν οθνείον, παπικής προελεύσεως, το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον». (Η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Αποστολικής Ανατολικής Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. της Ελλάδος, προς τον ευσεβή Ελληνικόν λαόν» σ. 14). Και αλλαχού: «Η Εκκλησία αυθαιρέτως μετέβαλε το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον εισαγαγούσα την παπικήν καινοτομίαν» (ένθ. ανωτ. σ. 16 ). Πρβλ. και «Η Εκκλησία της Ελλάδος, εισαγαγούσα αντικανονικώς και αντορθοδόξως τον νεωτερισμόν του Παπικού Ημερολογίου διά μιας απλής Εγκυκλίου του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, εν τω προσώπω των «Ηγουμένων» αυτής, γίνεται πασίδηλον, ότι ευρέθη εις άμεσον αντίθεσιν προς αυτό το έργον του Παναγίου Πνεύματος» (Μάρκου Μοναχού, Φύλακες γρηγορείτε. Η Ορθοδοξία εν πολέμω Αθήναι 1972 σ. 10 ). Ωσαύτως πρβλ. και ότι οι αποτολμήσαντες την ημερολογιακήν -μεταρρύθμισιν, ευρεθέντες προ της μη υπ' αυτών αναμενομένης σοβαράς του θρησκεύοντος λαού αντιδράσεως και «εντρεπόμενοι να παλινωδήσουν, διά νομιζομένην κατάπαυσιν της συνειδήσεως, εφεύρον εκ των υστέρων και με λόγια πείθοντα μόνον τους αφελείς και τους αδιαφόρους και παρουσιάζουν την μεταρρύθμισιν υπό το όνομα «διωρθωμένου Ιουλιανόν» και όχι «νέον» ή «Γρηγοριανόν» που δεν τους έρχεται καλά. Δηλαδή όχι Γιάννης αλλά Γιαννάκης» (Αγιορείτου. Μοναχού, Το Ημερολογιακόν ζήτημα. Παρατηρήσεις επί .της Εισηγήσεως...εν: «Ο.Τ.».έτος ΙΒ' αρ. φύλλού 161/1-5-1972 σ.3). Ωσαύτως βλ. και Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Αναίρεσις του «ελέγχου»... σ. 10. Πολυκάρπου, Επισκόπου Διαυλείας, Κρίσεις επί της πρώτης παρατηρήσεως... σ. 8-9. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ. 13. Βασ. Σακκά, Υπόμνημα...σ. 38. ένθα φέρονται οι νεοημερολογίται ως δολίως μεταμφιέσαντες την παπικήν εορτολογικήν παράδοσιν και το από 10-11-1972 Υπόμνημα της λεγομένης «Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας των ΓΟΧ -Αρχιεπ/που κυρίου Ανδρέου», εν ω, συν τοις άλλοις, υποστηρίζεται ότι «η υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδοχή κατά το έτος 1924 του Γρηγοριανού ημερολογίου διά της δι' αυτού εγκαινιασθείσης ημερολογιακής καινοτομίας πολλαχώς και ποικιλοτρόπως κατεκρίθη ...» (Βλ. Υπόμνημα... σ. 1) και αλλαχού «αποτέλεσμα δε της τοιαύτης διά της εισαγωγής του Γρηγοριανού Ημερολογίου παρ' ημίν δημιουργηθείσης κρίσεως παρά τω ευσεβεί Ελληνικώ λαώ, υπήρξε...» (ένθ' ανωτ. σ. 2 ).

63. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ: ανωτ. σ: 75.

64. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Αναίρεσις του «ελέγχου» ... σ. 12-20, Υπόμνημα της Ι.Σ. των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος προς τους ιεράρχας της απανταχού Ορθοδοξίας 1962 σ. 9.

65. «Εκκλησία», Α' σ. 411.

66. ΚώΔΙΣ, 1935-1936 σ. 262.

67. Ρ-Π, Σύνταγμα... τ. Β' σ. 10.

68. Καλλινίκου; Μητροπολίτου Κυζίκου,. Επί του Νέου Ημερολογίου εν: «Εκκλησία» Α' σ. 429.

69. Ρ-Π, Σύνταγμα...τ. Γ' σ. 123.

70. Πρβλ. Ανθίμου, Μητροπολίτου Μαρωνείας, Το ζήτημα του Ημερολογίου, εν: «Εκκλησία» 1932 σ. 408-410.

71. Εν τούτοις περί εισαγωγής παρ' ημίν του Γρηγοριανού Ημερολογίου ποιείται λόγον και η κατ' εντολήν της Ι. Σ., συνταχθείσα γνωμάτευσις των Γ. Ράμμου - Χ. Σγουρίτσα - Κ. Τσάτσου, ην εν τω σημείω τούτω αντέκρουσεν ο Λαρίσης Δωρόθεος, ον εν συνεχεία αντέκρουσεν ο «Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης» Χρυσόστομος δι' ειδικής συγγραφής υποστηρίξας ότι η διόρθωσις σημαίνει προσχώρησιν εις το Γρηγοριανόν. Βλ. «Εκκλησίαν» 1951 σ. 9 επ. Δωροθέου, Μητροπολίτου Λαρίσης, Παρατηρήσεις επί της Γνωματεύσεως... εν: «Νομοκανονικαί Έρευναι» σ: 196-201. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Απάντησις εις μίαν διατριβήν περί Εκκλησ. Ημερολογίου του Σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης κ. Δωροθέου. Αθήναι 1951 σ. 3 επ.

72. Εν έτει 1927 οι παπικοί εώρτασαν το Πάσχα μετά των Ιουδαίων, εν έτει δε 1928 προ αυτών. Περί της τελέσεως του ιουδαϊκού Πάσχα βλ. Π. Σιμωτά; Το Σαμαρειτικόν Πάσχα, εν: «Εκκλησία» 1952.

73. Πρβλ. Μιχ. Κωνσταντινίδη, Κρίσεις επί του Νέου Ημερολογίου, εν: «Εκκλησία» 1926 σ. 4-5.

74. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Θέσις του εορτολογικού ζητήματος από απόψεως Κανονικής και Εκκλησιαστικής και Εθνικής, εν: «Το Α' Πανελλαδικόν ...» σ. 35. Πρβλ. και Υπόμνημα Ι.Σ. των ΓΟΧ προς τους Σεβ. Ιεράρχας της απανταχού Ορθοδοξίας (Αθήναι 1962) ένθα υποστηρίζεται ότι «ναι μεν οι Νεοημερολογίται έρχονται Πάσχα με τους Παλ/τας -πρωτάκουστον και αυτό να τηρούν δύο ημερολόγια - ίνα μη συνεορτάζουν με τους Ιουδαίους, αλλ' η κατά 13 ημέρας προώθησις του ημερολογίου έθιξεν όλον τον Πασχάλιον κύκλον και ανέτρεψε το Κυριακοδρόμιον (Ευαγγέλια -Αποστόλους- ήχους κλπ) το εορτολόγιον, τας νηστείας και ούτω εμμέσως προσέβαλε και το περί ενότητος της Εκκλησίας δόγμα του Συμβόλου της πίστεως» (ένθ' ανωτ., σ. 19-20 ). Βλ. ωσαύτως Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Απάντησις εις μίαν διατριβήν σ.5, ένθα απαριθμούνται αι ενίοτε εμφανιζόμεναι τυπικολογικαί αταξίαι, ως παράλειψις αναγνώσεως αγιογραφικών περικοπών επί 2 εβδομάδας, μεταθέσεις εορτών ως λ.χ. του αγ. Γεωργίου, κλπ.

75. Ούτως και η Εισήγησις επί του Ημερολογιακού ζητήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος απαριθμεί τας ένεκα του ν.ημερολογίου επερχομένας εν τη τυπική της Εκκλησίας τάξει ανωμαλίας. Βλ. Εκκλησίας Ελλάδος, Το Ημερολογιακόν ζήτημα... σ. 11. Πρβλ. Αγιορ. Μοναχού, Το Ημερολογιακόν ζήτημα εν: «Ο.Τ.» 1-6-72.

76. Πρβλ. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Θέσις...σ. 54. Του αυτού, Απάντησις εις μίαν διατριβήν... σ. 4-6. Του αυτού Αναίρεσις του «ελέγχου» ... σ. 18,57 Πολυκάρπου, Επισκόπου Διαυλείας, Η ημερολογιακή μεταρρύθμισις... σ. 39, 72. Του αυτού, Κρίσεις επί της πρώτης παρατηρήσεως...σ. 18. Κυπριανού Λαχανά, Ποία η διαφορά... σ. 12. Βasil Sakkkas, The calendar question, εν: Οrthodox Life, vol. 22 τ. 4 σ. 32. Κων: Πλατανίτη, Το μηνολόγιον του Πάσχα, εν: «Εφημέριος» 1955 σ. 618 επ. «Η. Φ. Ο.» 1952 φ. 123 σ. 6. ένθα και επίκλησις των Ιερών Κανόνων ΝΣΤ' της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου και ΙΘ' της εν Γάγγρα: Αρχιμ. Φιλοθ. Ζερβάκου, Ανοιχτή επιστολή προς τον Μακ. Αρχιεπ/πον Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητον εν «Αγιορειτ. Βιβλιοθήκη» 1959 σ. 221 επ.

77. Ερώτησις ΝΕ' Ρ-Π, Σύνταγμα... τ. Δ' σ. 488:

78. «Εκκλησία», 1928 σ. 289, «Ορθοδοξία» 1928 σ. 243-244.

79. Ένθ' ανωτ.

80. «Εκκλησία» 1928 σ. 317. Πρβλ. το υπ' αριθμ. 3861/4945/16-10-1928 απαντητικόν έγγραφον του Μακ. Αθηνών Χρυσοστόμου εν: «Εκκλησία» 1928 σ. 321. Τας απαντήσεις των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών βλ. εν: «Το Πασχάλιον» εν: «Ορθοδοξία» 1929 σ. 138-148. Πρβλ. και Ι. Παπαϊωάννου, Το Ημερολόγιον και η νηστεία των Αγ. Αποστόλων, εν: «Αγιορειτική Βιβλιοθήκη» 1959 σ. 167.

81. «Ορθοδοξία», 1928 σ. 401. Το υπ' αριθμ. 2774/15-11-1928 σχετικόν Γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου βλ. εν: «Εκκλησία» 1928 σ. 385.

82. «Εκκλησία» 1929 σ. 23. Πρβλ. ωσαύτως επί του θέματος και Ανθίμου, Μητροπολίτου Μαρωνείας, Το ζήτημα του Ημερολογίου, εν: «Εκκλησία» 1932 σ. 408 επ. Γενναδίου, Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως και Θείρων, Ο κατά το έτος τούτο (1929) εορτασμός του Πάσχα, εν: «Ορθοδοξία» 1929 σ. 49-52:

83. «Ορθοδοξία» 1929 σ. 410.

84. Ρ-Π, Σύνταγμα... τ. Β' σ. 436.

85. Ρ-Π, Σύνταγμα... τ. Γ' σ. 115.

86. Ρ. G. 48,861.

87. Χρυσοστόμου (Α'), Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, Αθήναι 1970, σ. 141. Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου, Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον σ. 38 επ. Πρβλ. και «Ο.Τ.» φ. 266/15-9-76 σ. 4.

88. Χρυσοστόμου (Α'), Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 25-26.

89. «Εκκλησία», Α' σ. 411. Παρεμφερείς προς τούτον όρους εχρησιμοποίησαν κατ' εκείνον τον καιρόν εν ειδικοίς αυτών άρθροις τα εκκλησιαστικά περιοδικά επιτείναντα, ίσως κατά πλάνην, την σύγχυσιν και την εντύπωσιν ότι η «διόρθωσις» του Ιουλιανου Ημερολογίου ήτο εν και το αυτό προς την προσχώρησιν εις το παπικόν Γρηγοριανόν. Ούτως η «Ανάπλασις» έγραφεν ότι «η μετά τοσαύτην μελέτην και έρευναν συντελεσθείσα αφομοίωσις του εκκλησιαστικού Ημερολογίου προς το πολιτικόν, συνεπλήρωσε το μέγα κενόν, όπερ από έτους και πλέον είχε δημιουργήσει η Πολιτεία, πρώτη αποδεχθείσα το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον» («Ανάπλασις» 1924 σ. 105 ). Πρβλ. και την από 17-2-1927 Εγκύκλιον του Οικουμεν. Πατριάρχου Βασιλείου, εν η χρησιμοποιείται ο όρος «συνταύτισις του εκκλησιαστικού ημερολογίου προς το πολιτικόν» («Εκκλησία» 1927 σ. 129 ).

90. ΚώΙΣΙ, 1923-1928 σ. 102. Ούτω και Π. Παναγιωτάκου- Σ. Αλεξανδροπούλου, Το ελληνικόν Παλ/κόν ζήτημα σ. 10.

91. Πρβλ. Ιωακείμ, Μητροπολίτου Δημητριάδος, Το Ημερολογιακόν ζήτημα εν Ελλάδι, Βόλος,-1948 Α' σ. ε' . Πάντως η από τοιαύτης σκοπιάς θεώρησις του ημερολογιακού ζητήματος υπό μερίδος ορθοδόξων πιστών «έδειξεν εμφανώς την θρησκευτικήν νηπιότητα του λαού της Ελλάδος» (Μ. Δάλλα, Το ζήτημα του Ημερολογίου, εν : «Ιερός Σύνδεσμος» Έτος Ε', περ. Δ', 15-2-1927 αρ. 3 σ.. 2 ).

92. Βλ. παρά Θεοδωρήτου μοναχού, Το ημερολογιακόν σχίσμα, δυνάμει ή ενεργεία; σ. 26.



"ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ

ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ"


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

http://www.myriobiblos.gr/books/book1/kef5_fas1_meros1_2.htm 


Σέ αὐτή τήν ὁμιλία μέ θέμα: «Ἐνέργειες; Ποιές ἐνέργειες; Θεραπευτές ἤ μέντιουμ; Ἀπάτη ἤ Μάρκετινγκ;», ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος, διδάκτωρ τῆς Θεολογίας, μᾶς ἀναπτύσσει μέσα ἀπό τίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων μας, τήν πραγματική ἔννοια τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ψεύτικων ἐνεργειῶν τῶν «θεραπευτῶν» τῆς «Νέας Ἐποχῆς».

     ὁμιλία αὐτή ἔγινε στά πλαίσια εἰσήγησης, στήν ἡμερίδα πού διοργανώθηκε στό πολεμικό μουσεῖο τό Σάββατο 17 Μαΐου 2014, ἀπό τήν Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν, ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας, μέ θέμα: «ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ «ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ» : «ΙΑΤΡΙΚΗ» ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ».

( Ἠλεκτρονική πηγή: w w w . i m g l y f a d a s . g r )

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, εὐσεβές ἤ ἀσεβές ἀκροατήριο.

Θά ξεκινήσω λίγο παραλλάσσοντας τήν εἰσήγησή μου -δέν μέ νοιάζει νά μοῦ φᾶνε τόν χρόνο- ἀπό τόν ἐνεργειακό σαματά πού ἔγινε στήν ἀρχή τοῦ συνεδρίου. Ἔγινε ἕνας ἐνεργειακός σαματάς. Τό ζήσατε. Γιατί ἔγινε αὐτό; Κοσμικά σκεπτόμενος -αὐτό πού σᾶς λέω τό ἐντάσσω μέσα στήν εἰσήγησή μου τώρα, θά δεῖτε γιατί- κοσμικά σκεπτόμενος λέω ὅτι οἱ ἀδελφοί πού ἦταν ἐδῶ καί ἔκαναν τόν ἐνεργειακό σαματά ἔχουν δίκιο. Κοσμικά σκεπτόμενος... Γιατί θά ποῦνε: μαζευτήκατε 10-15 ἄνθρωποι πού ἔχετε ἴδιες ἰδέες καί μᾶς χτυπᾶτε στό κεφάλι· τά λέτε μόνοι σας. Κοσμικά σκεπτόμενοι, ἀλλά ὄχι ἐκκλησιαστικά σκεπτόμενοι. Θά πῶ κάτι πού τό εἶχα πεῖ (μέ ἀνάγκασε τότε ἡ κατάσταση) στό προηγούμενο συνέδριο στόν Πειραιᾶ γιά τίς μεταμοσχεύσεις, γιατί ἄν ὑπάρχουν τέτοιες παρενέργειες καί διχάσετε τό πλήρωμα καί μερικοί θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀδικημένοι καί κάνουν ἐνεργειακούς σαματάδες καί μετά γίνεται κακό στήν Ἐκκλησία καί σέ μᾶς, νά ἐφαρμόσουμε πρῶτον τήν πατερική μέθοδο.

Ποιά εἶναι ἡ μέθοδος ἡ πατερική; Ξεκινοῦσαν οἱ αἱρέσεις· καί ἔβαζαν μιά θέση καί ἔλεγαν ἐμεῖς λέμε αὐτό. Ἦταν μιά θέση. Οἱ Πατέρες ἀπαντοῦσαν, καί ἦταν μιά ἀντίθεση. Δέν ἔκαναν συνέδρια ἀπό ᾽δῶ καί ἀπό ᾽κεῖ. Ἀπαντοῦσαν, διαχρονικά. Στό τέλος γινόταν κάποια τοπική ἤ Οἰκουμενική Σύνοδος ὅπου γινόταν μία σύνθεση. Προσέξτε: Θέση - Ἀντίθεση - Σύνθεση, μέ ἄνεση, ὅλοι νά μιλήσουν καί νά ποῦν τή γνώμη τους. Εἶχαν δίκιο οἱ ἀδελφοί, ἀλλά ἐκεῖνοι τά εἶπαν, χίλιες φορές τά λένε. Τώρα ἦρθαν νά μιλήσουν κι ἄλλοι. Ἄς κάνουν κι αὐτοί ἕνα συνέδριο καί κάποτε νά γίνει σύνθεση ἐν τοπικῇ ἤ Πανορθοδόξῳ Συνόδῳ. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπιθυμία μας, γιά νά μήν σκανδαλιζόμαστε. Καί προσέξτε αὐτό πού λέω «Θέση - Ἀντίθεση - Σύνθεση»· εἶναι τό σχῆμα τό φιλοσοφικό τοῦ φιλοσόφου τοῦ Ἐγέλου - τό Ἐγελιανό σχῆμα, πού ἔλεγε Θέση - Ἀντίθεση - Σύνθεση, τό πῆρε ὁ Μαρξισμός, τό ἔκανε Θέση - Ἀντίθεση - Ἐπανάσταση. Ὄχι. Θέση - Ἀντίθεση - Σύνοδος. Ἄν αὐτό τό καταλάβουμε, θά σεβαστοῦμε κι αὐτούς πού ἔχουν τή γνώμη τους. Τή λένε τόσες φορές, τήν εἶπαν χίλιες φορές, εἶπαν τά δικά τους καί μιά φορά μαζευτήκαμε ἐδῶ νά ἀκουστεῖ καί ἕνας ἄλλος λόγος.

Αὐτός ὁ τόπος ὅπου ἐδῶ βρισκόμαστε, ἔχει καλλιεργήσει τίς ρίζες τῶν ἐπιστημῶν. Τό ξέρουμε ὅλοι τί ἔκανε ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα γιά τίς ἐπιστῆμες, πού μέχρι σήμερα εἶναι ὁ κορμός καί ὁ σκελετός ὅλων τῶν ἐπιστημῶν. Αὐτός ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος ὅπου καλλιεργήθηκαν τά δόγματα καί οἱ ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὡς ἐκ τούτου ζυμώθηκε ἡ ἐμπειρική θεολογία ὡς πορεία ζωῆς. Ἐρχόμαστε σήμερα ἐδῶ μετά ἀπό αὐτό νά ψάχνουμε τά ὅρια τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως ἤ τῆς ἐμπειρικῆς συμμετοχῆς μας στό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Αὐτό εἶναι τό ἐρώτημα! Τό θέμα τῶν ἐνεργειακῶν λεγομένων θεραπειῶν εἶναι ἡ ἀναζήτηση: ποιά εἶναι τά ὅρια τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως καί τῆς ἐμπειρίας τῆς συμμετοχῆς μας στό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή βρισκόμαστε 3.000 χρόνια πρίν, στήν ἐποχή τοῦ Κίτρινου Αὐτοκράτορα ὅπου [κυριαρχοῦσαν] τά στοιχεῖα τῆς φύσεως; Πού, ὅπως ἐλέχθη, ἦταν τό νερό, ἡ φωτιά, τό ξύλο, τό μέταλλο. Εἴμαστε ἀκόμα ἐκεῖ, 3.000 χρόνια πρίν; Δηλαδή ἡ ἐπιστήμη δέν προχώρησε, εἶναι ὁ Κίτρινος Αὐτοκράτορας; Βρισκόμαστε ἀκόμη στήν ἐποχή τῶν ἀλληλεπιδράσεων τῶν στοιχείων τῆς φύσεως; Πού λέγονταν τότε Τσί, Γί Τσίνγκ, χίλια ὀνόματα - μετά πῆραν πιό συγκεκριμένη μορφή. Βρισκόμαστε ἀκόμη στήν ἐποχή τῶν πρωτευόντων καί δευτερευόντων μεσημβρινῶν ὅπου ρέει ἡ φιλοσοφική (καμιά σχέση μέ ἐπιστήμη) «ζωτική ἐνέργεια»; Ἀκόμη ἐκεῖ βρισκόμαστε; Στήν ἐποχή τοῦ Κίτρινου Αὐτοκράτορα; Νά μᾶς ἀπαντήσουν. Εἴμαστε ἀκόμα ἐκεῖ, δηλαδή δέν ἄλλαξε τίποτε. Εἶναι μιά φιλοσοφική θεώρηση.

Φιλοσοφικά εἶναι ἐλεύθεροι νά λένε ὅ,τι θέλουν. Ἄλλο ἐπιστήμη καί ἄλλο Ἀλήθεια. Βρισκόμαστε ἀκόμη στήν ἐποχή τῶν φαινομένων τῶν συμφορήσεων τῶν διόδων («μπλοκάρισμα» τό λένε) τῶν ζωτικῶν ἐνεργειῶν; Βρισκόμαστε ἀκόμη στίς ἀρχές τοῦ Κίτρινου Αὐτοκράτορα; Τό γίν καί τό γιάνγκ, λέει, δέν εἶναι ἀπόλυτα. Δέν ὑπάρχει τίποτα ἀπόλυτο. Οὔτε Θεός οὔτε τίποτα· δέν εἶναι ἀπόλυτα. Ἀλλά ἕνα πράγμα εἶναι ἀπόλυτο: Οἱ ἀρχές τους. Τό Τίποτα, τό ἀνυπόστατο. Ἀκόμα ἐκεῖ βρισκόμαστε; Πρόκειται γιά ἰατρική ἤ φιλοσοφική θεολογία; Ποιά εἶναι τά ὅριά τους; Ἀκόμη, θά ἀκολουθοῦμε τούς μύθους τοῦ πρώτου ἀνθρώπου τῆς κινεζικῆς ἀνθρωπολογίας, τοῦ Πανγκού (Pangu), ὁ ὁποῖος μίλησε περί ἐνεργειακῆς θεραπείας; Ναί, ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ Κινέζος, ὁ Πανγκού μίλησε γιά ἐνεργειακές θεραπεῖες.

Πῶς μποροῦμε τότε νά καταλάβουμε ποιό εἶναι τό μπλέξιμο τοῦ Χάινεμαν (Samuel Hahnemann) -μετά πιά, μεταγενέστερα- ἄν δέν καταλάβουμε τόν ἀλχημιστή καί μάγο τοῦ Μεσαίωνα, τόν Παράκελσο, τόν ὁποῖο κατά βῆμα ἀκολούθησε; Ὁ Χάινεμαν εἶναι τό τσιράκι τοῦ μάγου Παράκελσου· καί τό τσιράκι καί στήν πράξη τῆς θεωρίας του καί στήν πράξη τῆς πράξεως. Ὁ Παράκελσος μιλοῦσε γιά «τελέσματα», «χτυπήματα», «δονητές», «δυναμοποιήσεις», ἐπενέργεια ὑπερβατικῶν δυνάμεων τοῦ φαρμάκου. Μιλοῦσε γιά μιά μορφή μαγείας ὅπου ὁ θεραπευτής ἦταν μάγος. Δέν μπορῶ νά ψάχνω τόν Χάινεμαν ἔτσι, ἄν δέν καταλάβω ποιό ἦταν τό τσιράκι του, ὁ πρόγονός του.

Ἐδῶ χρειάζεται βαθύτατος προσδιορισμός μεταξύ «κτιστοῦ» καί «ἀκτίστου». Ἐδῶ βρίσκεται τό ξεπέρασμα τοῦ «μπλοκαρίσματος». Προσέξτε, ὅλα αὐτά πού λέμε ἔχουν μιά λύση ἐν Ὀρθοδόξῳ σκέψῃ καί θεολογίᾳ. Καί μπαίνω ἔτσι -δέν γίνεται ἀλλιῶς- στό κτιστό καί στό ἄκτιστο τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό γνωρίζει ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, ἐν τῇ Παλαμικῇ θεολογίᾳ πού εἶπα λίγο πρίν, ἀπό τόν Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τόν Γρηγόριο τόν Νύσσης.

Ἡ Ἀνατολή (ἡ Ἀνατολή τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Ἀσίας) δέν γνώριζε αὐτή τή διάκριση μεταξύ «ἀκτίστου» καί «κτιστοῦ», τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐπέλεξε τόν πανθεϊσμό. Αὐτά πού ἀκούσαμε εἶναι πανθεϊσμός: τά πάντα εἶναι Θεός, τά πάντα. Καί ἔκανε τά πάντα Θεό. Ὅλη ἡ ὕλη εἶναι θεός. Αὐτό δέν τό γνώριζε ἡ Ἀνατολή τῆς Ἀνατολῆς. Τό ἀγνοοῦσαν. Δέν τούς κατηγορῶ. Δέν μποροῦσαν νά κάνουν θεολογία τότε. Ἀλλά ἐκεῖ εἶναι τό «κουμπί». Ἡ Δύση, ἀκόμα καί ἡ Δύση, δέν γνώρισε μετά αὐτή τή διάκριση, παρόλη τή μεγάλη διαμάχη τῆς Παλαμικῆς θεολογίας. Ἔκανε τήν ἐπιστήμη μαγεία-ἀποκρυφισμό καί κατέληξε στόν Παράκελσο καί τόν Χάινεμαν καί ἔκανε τόν θεραπευτή μέντιουμ καί διάμεσο ἤ καί, σήμερα, «channelling». Αὐτός εἶναι ὁ Εὐρωπαῖος πού δέν γνώριζε τή διάκριση κτιστῶν καί ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἐν τῷ Θεῷ. Αὐτό εἶναι θεολογία, ἐκεῖ εἶναι τό «κουμπί», τό τονίζω. Τό πιό τραγικό εἶναι ὅτι ἡ Δύση τῆς ἐπιστήμης καί τοῦ Διαφωτισμοῦ ἀρνήθηκε νά κατανοήσει αὐτή τή βαθιά θεολογική Ὀρθόδοξη σκέψη (κτιστές καί ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ) καί ἔκανε -προσέξτε- τήν ἐπιστήμη θεό. Ἀπέτυχε καί ἐκείνη.

Ἐνέργειες... Ποιές ἐνέργειες; Εἶναι σαφέστατη ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία. Δύο σκέψεις θά διατυπώσω: ἄκτιστες ἐνέργειες. Θεολογία, ἐμπειρία, κάθαρση, φωτισμός, τό πῶς ὁ Θεός εἶναι Οὐσία καί Ἐνέργειες. Ὅπως λέει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Θεός ἔχει τή δυνατότητα, δύναται τά πάντα, ὁ Θεός πού βγαίνει ἀπό τήν οὐσία Του, γιατί εἶναι Θεός. Καί αὐτό πού βγαίνει ἀπό τήν οὐσία Του, οἱ ἐνέργειές Του εἶναι καί αὐτά Θεός. Ἐμεῖς πῶς ἁγιαζόμαστε; Μέσα ἀπό τά μυστήρια, ζώντας μέσα στόν χῶρο τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Θεολογία, ἐμπειρία, κάθαρση, μετάνοια, ἱερατική προσέγγιση, ἐκκλησιολογική προσέγγιση... Δέν ἔχουμε ἄλλη λύση! Ἡ διάκριση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, ἄν δέν γίνει κατανοητή, δημιουργεῖ ὅλα αὐτά τά προβλήματα. Δέν τό ἀπαιτῶ ἀπό τόν Κινέζο, δέν τό ἀπαιτῶ ἀπό τόν Ἰνδό, δέν μπορῶ νά τό ἀπαιτήσω ἀπό τόν διεστραμμένο θεολογικά Δυτικό· τό ἀπαιτῶ μόνο ἀπό μένα. Γιατί ἐγώ ζῶ σέ αὐτόν τόν τόπο πού καλλιέργησε τήν ἐπιστήμη καί ξέρει αὐτή τή θεολογία. Μακάρι νά τό ἤξεραν. Ἀλλά εἶναι δική μας ἡ εὐθύνη. Διερωτῶμαι πῶς σέ αὐτόν τόν τόπο ἐδῶ, σ᾽ αὐτόν τόν τόπο, μπορεῖ νά ὑπάρχουν αὐτά τά παραληρήματα. Μά σ᾽ αὐτόν τόν τόπο! Πού αὐτοί γνώρισαν αὐτό τό κάλλος τῆς θεολογίας.

Καί μήν ξεχνᾶτε, τό τόνισα πρίν ἀπό λίγο, ὅλοι αὐτοί οἱ θεραπευτές οὐσιαστικά εἶναι μάγοι καί μέντιουμ, μᾶς ἀρέσει δέν μᾶς ἀρέσει. Αὐτή εἶναι ἡ ὁρολογία. Προσέξτε στήν ἐπιστήμη, πού ἔχει τίς κτιστές ἐνέργειες (τό ραδιόφωνο, ἡ τηλεόραση, οἱ ἀκτίνες λέιζερ, ὅλα [αὐτά] τά φαινόμενα εἶναι κτιστές ἐνέργειες) πῶς ἐνεργοποιοῦνται; Ὅταν ὑπάρχει μιά τεχνική. Ὁ Θεός τίς ἔκανε ἀπ᾽ ἀρχῆς καί κάποτε, μετά ἀπό αἰῶνες, οἱ ἐπιστήμονες εἶχαν ἕναν τρόπο ἐπιστημονικό καί τίς ἐνεργοποίησαν. Πῶς ἐνεργοποιοῦνται οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες; Μέσα στή μετάνοια, στήν κάθαρση, μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί στήν προσέγγιση πρός τόν Θεό.

Αὐτά εἶναι βασικά πράγματα, οὐσιαστικά πράγματα. Μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο καί συνεχίζει νά τόν συντηρεῖ. Δίνει στά πάντα οὐσία, ἔχει οὐσιοποιητικές ἐνέργειες. Εἶναι παρών στή φύση, συντηρεῖ τόν κόσμο· εἶναι οἱ συντηρητικές ἐνέργειες. Φωτίζει τόν κόσμο· φωτιστικές ἐνέργειες. Ἁγιάζει τόν κόσμο· ἁγιαστικές ἐνέργειες. Τά πάντα θεραπεύει. Θεοτικές ἐνέργειες· τά πάντα θεώνει. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι θεῖες ἐνέργειες. Εἶναι καί αὐτές Θεός, χωρίς νά εἶναι ἡ οὐσία Του. Αὐτό δέν τό κατάλαβαν. Ἐδῶ εἶναι τό μπλέξιμο τό μεγάλο.

Ἐμεῖς ζοῦμε αὐτό κοντά στήν Ἐκκλησία μας. Ὁ Χριστιανός δέν εἶναι Χριστιανός ἐπειδή μπορεῖ ἁπλῶς νά ὁμιλεῖ γιά τόν Θεό. Εἶναι Χριστιανός γιατί μπορεῖ νά ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπως ὅταν ἀγαπᾶς πραγματικά ἕνα πρόσωπο καί συνομιλεῖς μαζί του, τό αἰσθάνεσαι, τό χαίρεσαι, ἔτσι συμβαίνει καί στήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Δέν ὑπάρχει μιά ἐξωτερική σχέση, ἀλλά μυστική ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπων μέσα στό μυστήριο, μέσα στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ξέρει αὐτός ὁ τόπος, δέν τό ξέρει; Τονίζει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: ὁ Θεός κοινωνεῖται διά τῶν ἀκτίστων Αὐτοῦ ἐνεργειῶν. Δέν θά κοινωνεῖτο ἄν δέν ὑπῆρχαν ἄκτιστες ἐνέργειες. Θά ἦταν ἕνας Θεός ἀπρόσιτος, ἀπόμακρος, κάπου ψηλά στόν οὐρανό. Θά Τόν ἀπορρίψουν γιατί δέν θά ἦταν μαζί τους.

Ὁ Θεός εἶναι κοντά μας. Βλέπετε «ἐνέργειες θεραπευτικές», «τσί», «γίν», «πράνα»... Τί εἶναι ὅλα αὐτά; Τί εἶναι ἡ Δύση; Ὁ ἀπρόσωπος Θεός· ὅπου ἀπουσιάζει, καί ὑπάρχει στή θέση Του ὁ Πάπας, ὁ ἀντιπρόσωπός Του. Αὐτό δέν τό ἔχουμε σ᾽ αὐτόν τόν τόπο. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, δέν εἶναι δημιουργημένη. Ὁ Θεός εἶναι ἀμέθεκτος καί μεθεκτός. Ἀμέθεκτος ὡς [πρός] τήν οὐσία καί μεθεκτός στίς ἐνέργειες. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος κατορθώνει νά ἔχει κοινωνία μέ τόν Θεό. Δηλαδή οἱ θεούμενοι καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, φανερώνουν τόν τρόπο ἀπόκτησης αὐτῆς τῆς Χάρης. Μόνο οἱ ἁγιαζόμενοι καί οἱ ἅγιοι καταλαβαίνουν καί μετέχουν σέ αὐτό τό μέγεθος. Σέ αὐτόν τόν τόπο μιλῶ, ὅπου ἀναπτύχθηκαν τόσοι ἅγιοι. Μιλῶ γι᾽ αὐτόν τόν τόπο. Οἱ ἄλλοι δέν τό ξέρουν.

Ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἐμπειρία θέτει στό περιθώριο τήν ἀναγωγή τοῦ δόγματος καί τῆς πίστης σέ ἕνα κλειστό σύστημα ἀληθειῶν. Τό δέσιμο Θεοῦ καί ἀνθρώπου γίνεται ἀκριβῶς μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τήν ἁγιαστική τῆς καθημερινότητας. Ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν, στούς ὅποιους ἄλλους, ἄλλες ἐμπειρίες. Δέν ὑπάρχει τίποτε. Μόνο δαιμόνιο ὑπάρχει καί δαιμονισμός. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν, δαιμόνια! Μήν τό ψάχνουμε. Μή φοβόμαστε νά ποῦμε τή λέξη. Εἶναι δαιμόνια! Τούς ἀρέσει δέν τούς ἀρέσει. Δέν τούς κατηγορῶ· δέν τό ξέρουνε. Μά δέν τό ξέρουνε... Καί πᾶνε νά δώσουν λύση σέ προβλήματά μας.

Ἀλλά ἡ ζωή ἐν Χριστῷ εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἄλλο ζωή ἐν Χριστῷ καί ἄλλο ἐκτός Χριστοῦ. Χωρίς Χριστό, αὐτά δέν γίνονται. Τό γεγονός ὅμως ὅτι ἡ θεία οὐσία εἶναι ἀπρόσιτη, ἀμέθεκτη (δέν κάνει νά μετέχουμε σέ Αὐτόν), γινόμαστε ἅγιοι, Τόν ἀγαπᾶμε, ζοῦμε μαζί Του καί ἔχουμε καί τήν ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Τό Ἄκτιστο Φῶς φωτίζει σάν τόν ἥλιο τόν πνευματικό κόσμο καί ἀποκαλύπτει στόν ἄνθρωπο τό δρόμο του, πού εἶναι μυστικός καί ἐν ταπεινώσει. Χωρίς αὐτό τόν δρόμο, τήν ἕνωση μέ τόν Θεό μέσα ἀπό τήν ἀγάπη, τήν ταπείνωση καί τή Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας μας δέν γίνεται τίποτα.

Λοιπόν, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι δαιμονιστές καί εἶναι ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Καθαρά τό λέω, πεντακάθαρα, δέν τό φοβᾶμαι! Καί ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία εἶναι ἱστορία μάγων καί μέντιουμ. Πρίν νά τελειώσω, νά δώσω ἕνα χαριτωμένο στίγμα· χαριτωμένο στίγμα, ἔτσι, θά ᾽λεγα γιά γέλιο, ἀλλά ἐπειδή δέν τούς κατηγορῶ τούς ἄλλους δέν θά γελάσω. Νά ξέρετε ὅμως τό λανθασμένο τί εἶναι. Ἔχω κάποια κείμενά τους. Ἕνας χῶρος λέγεται «Πῶς νά ἔχετε ἐνεργειακές συνδέσεις». Πῶς; Λέει: «Ἀφοῦ ἐνημερωθεῖς γι᾽ αὐτή τή μέθοδο, ἀνάλογα μέ τή βούλησή σου, κοίτα νά καλέσεις πλανητικούς καί κοσμικούς δασκάλους, ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, γαλαξιακούς θεραπευτές τοῦ φωτός, ὅπως τούς Ἀρκτούριους, Πλειάδιους...» κ.λπ., κ.λπ.

Αὐτό δέν εἶναι μαγεία; Σ᾽ αὐτό καλεῖ τόν λαό μας σέ αὐτό τόν τόπο, αὐτός ὁ χῶρος. Ἀποφασίζεις ἀνάλογα μέ τίς προτιμήσεις σου τί θέλεις ἀπό αὐτούς. Πολλά δαιμόνια, ἔ; Δέν λέει ἡ Ἁγία Γραφή, τό ὄνομα τῶν δαιμόνων ἦταν «λεγεών»; Πολλά δαιμόνια, ἔ; «Ἐμεῖς», λέει, «σοῦ συνιστοῦμε ἐδῶ σ᾽ αὐτό τό site, γενικά τήν ἐλεύθερη ἐπιλογή ἀγγέλων, εἶναι πιό εὔκολη», λέει. «Μέσα στή θεραπεία», προσέξτε, λέει «ἐφαρμόζουμε καθαρισμό τοῦ κάρμα καί ἀποκοπή ὅλων των ἀρνητικῶν λώρων καί ἐνεργειῶν. Καί αὐτά θά τά γλιτώσουμε. Πῶς θά τό κάνουμε;». Λέει, «μή φοβάστε, δέν εἶναι δύσκολο». Ἀκοῦστε τήν πράξη. Δέν θά γελάσω. «Τρίβετε τά δυό σας χέρια ἀρκετά γρήγορα καί δυνατά μέχρι νά τά νιώσετε νά ζεματίζονται. Ἄρχισε νά λειτουργεῖ ἡ ἐνέργεια». Θυμηθεῖτε τήν πανεύκολη πράξη τοῦ θεραπευτοῦ τοῦ Ρέικι. Τό κάνω τώρα, δέν τό κάνω; Τώρα θά τό κάνω. Σηκώνω τά χέρια καί λέω τή φράση, ὅπως τή λέω (ἄν θέλετε στά Ἀγγλικά εἶναι καλύτερα, «πιάνει» πιό πολύ): “Reiki on”. Αὐτό. Μετά τά κατεβάζω καί λέω “Reiki off”. Τέλειωσε. Καί ἄν θέλω νά εἶναι πιό δυνατό, τρίβω τά χέρια μου. Δέν γελάω. Δέν ξέρουν τό περί ἀκτίστου καί κτιστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Δέν τό γνωρίζουν. «Κι ἄν θέλετε», λέει, «οὐσιαστικά αὐτό πού κάνετε τώρα εἶναι τό ὅτι ἑλκύετε τή συμπαντική ἐνέργεια. Καί ὅταν νιώσετε ὅτι πλέον τό δεξί σας χέρι δέν ἔχει ἐνέργεια, τότε σταματῆστε τή θεραπεία, πλύντε τά χέρια σας καί πιεῖτε ἕνα ποτήρι νερό».

Καί τελειώνοντας, [θά ἀναφερθῶ σέ] ἕνα χαριτωμένο πρακτικό ὁδηγό, μέ ἐρωτήματα πάνω σέ αὐτά τά θέματα. Μήν ξεχνᾶτε πιά, οἱ ἐνέργειες αὐτές εἶναι ἐνέργειες χωρίς Θεό. Ἐνέργειες χωρίς Θεό. Πρακτικά ἐρωτήματα. Τά ρωτοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι «θεραπεύονται» ἔτσι, ψευτοθεραπεύονται: «-Τί πρέπει νά σκέφτομαι ὅταν κάνω αὐτές τίς ἐνεργειακές θεραπεῖες;». «-Τίποτε, ἀπολύτως τίποτε». Ἀπολύτως τίποτε. Ξέρετε ποῦ ὑπάρχει τό ἀπολύτως τίποτε τῆς σκέψεως; Στό κενό τῆς βουδιστικῆς προσπάθειας γιά νιρβάνα. Ἀπολύτως τίποτε. «-Γιατί μερικές φορές δέν νιώθω τίποτε κατά τή θεραπεία;». «Κάποιες φορές δέν νιώθεις τίποτε, μή φοβᾶσαι ὅμως, ἡ θεραπεία λειτουργεῖ». «-Ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Ρέικι;». «-Ἔρχεται ἀπό τό Σύμπαν, ἀπό τή Φύση, ἀπό τήν Ἀνώτατη Πνευματική Ἀρχή. Μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἡ ἐνέργεια τοῦ Ρέικι ἔρχεται ἀπό τήν Ἀρχή, ἀπό τό Ἀπόλυτο, ἀπό τό Τίποτε». Τέλος.

Κοροϊδεύουν τόν λαό μας. Φυσικά, μέ πολύ μάρκετινγκ, πολλή διαφήμιση, πάρα πολλή διαφήμιση. Δέν διερωτῶμαι ποιός πληρώνει τά χρήματα, δέν μπλέκομαι ἐκεῖ γιατί ἔχω τόν λόγο μου. Θά τό πῶ σέ μισό λεπτό γιατί δέν μπλέκομαι ἐκεῖ, ποιός πληρώνει τά χρήματα. Δέν μπλέκομαι ἐκεῖ. Πολλή διαφήμιση, πολλή μαγεία, σαματάς γιά τό τίποτα ὅπως πρίν, καί διερωτῶμαι: ὁ λαός μας πού μεγάλωσε σ᾽αὐτόν τόν τόπο τῆς Ἑλλάδας πού ἔφτιαξε ἐπιστήμη καί τῆς Ἑλλάδας πού εἶχε τό κάλλος τῶν Πατέρων, τῆς νήψεως, τῆς καθάρσεως, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτισμοῦ, τοῦ ἁγιασμοῦ, πῶς μπορεῖ νά βλέπει τά παιδιά του νά βολοδέρνουν στά ἐργαστήρια αὐτά; Πῶς; Τό ἀπόλυτο «γιατί» δέν τό ξέρω. Θά πεῖτε, ἀποστασία; Θά πεῖτε, ἁμαρτία;

Μέ μία λέξη θά τελειώσω. Μήπως φταῖμε καί ἐμεῖς; Γιά δύο λόγους: πρῶτον, γιατί δέν τά εἴπαμε λεβέντικα στόν λαό μας. Καί δεύτερον -ἔτσι θά τελειώσω- μήπως τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ τίς πουλήσαμε ἔναντι πινακίου φακῆς; Καί ὅταν λέω «πινακίου φακῆς», ἐννοῶ τήν ἀπόδειξη πού παίρνει ἐκεῖνος πού βάφτισε ἤ πού παντρεύτηκε, ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν ἔκανε μυστήριο. Εὐχαριστῶ πολύ.

(Πηγή: www.floga.gr)

http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro={AE90B3A1-31F2-46BB-B068-9CD4686B83A4}


logo 121

ΕΙΝΑΙ Η «ΔΙΟΡΘΩΣΗ» ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ 

ΔΟΓΜΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ;

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

 

    Ήδη η προς το Πανορθόδοξον Συνέδριον εισήγησις της δογματικοκανονικής Υποεπιτροπής εδέχετο, ότι πάσα εκδοχή αποδίδουσα δογματικήν όψιν εις το ζήτημα της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως ήτο απαράδεκτος(1). Η δε εν συνεχεία εκδοθείσα επί του ημερολογιακού «απόφασις» του Π.Σ. διελάμβανεν ότι «ουδέν κανονικόν κώλυμα υπάρχει διά την διόρθωσιν του εν χρήσει εκκλησιαστικού Ημερολογίου»(2). Την αυτήν άποψιν ενεστερνίσθησαν και αι Εκκλησίαι της Κων/λεως(3) της Αντιοχείας(4), της Σερβίας(5) και της Ελλάδος(6).

Μόνος δ' ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος, αντικρούων τον ισχυρισμόν του Αρχιεπ/που Αθηνών Χρυσοστόμου περί της μη δογματικής φύσεως του ζητήματος τούτου, έγραφεν εν τη προς αυτόν απευθυνομένη υπ αριθμ. 226/20-4-1924 επιστολή αυτού: «Ότι δε ουκ εν πάσιν ακριβής ο ισχυρισμός, ο εν τοίς γράμμασι της Υμετέρας Μακαριότητας ευθύς εξ αρχής αναγεγραμμένος, καθ' ον τάχα «δογματικώς τε και κανονικώς ακώλυτος» αν είη η υπ' αυτής αναιτίως επισπευδομένη «διόρθωσις», τούτο Αυτή βεβαιοί μεγάλοις γράμμασι και τρανή τη φωνή η Υμετέρα Μακαριότης μόλις μετά στίχους δέκα από του πρώτου εκείνου ισχυρισμού αποφαινομένη «διορθωθήναι δε κατά το λοιπόν μέρος το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, προς άρσιν της συγχύσεως των Ορθοδόξων λαών σκανδαλιζομένων εκ της διαφοράς των ημερολογίων και κινδυνευόντων αποξενωθήναι της Εκκλησίας». Πώς δη, αγαπητέ και περισπούδαστε αδελφέ, «δογματικών τε και κανονικών» σχέσεων και συνθηκών λογισθήσεται ξένη ή και απλώς απηλλαγμένη διαφοράς, ης περ ένεκεν όλοι λαοί σκανδαλιζόμενοι κινδυνεύουσιν αποξενωθήναι της Εκκλησίας;»(7).

 Αλλ' η επίκλησις του σκανδαλισμού του λαού ως επιχειρήματος υπέρ της δογματικής ή μη φύσεως του ημερολογιακού ζητήματος δεν δύναται βεβαίως να αποτελέση ασφαλές κανονικόν κριτήριον. Η Εκκλησία ουδέποτε εδεσμεύθη εκ της τοιαύτης ή τοιαύτης του λαού αντιλήψεως επί συγκεκριμένου τινος θέματος και ουδέποτε παρεσύρθη εις ανύψωσιν τοιούτου θέματος εις την αξίαν του δόγματος επειδή τοιαύτη ήτο ενδεχομένως η αντίληψις του λαού. Αλλ' εχώρησεν επί τη βάσει αυστηρώς θεολογικών κριτηρίων εις τον προσδιορισμόν των δογμάτων και εις την διατύπωσιν της περί αυτών αληθούς και ορθής αυτής διδασκαλίας, αδιαφορήσασα διά την τυχόν αντίδρασιν μικρού ή μεγάλου τμήματος του πληρώματος αυτής, προερχομένην εκ της μη αρεστής εις αυτό τοιαύτης αυτής θέσεως. Εάν μάλιστα το ημερολογιακόν ζήτημα έφερε προεχόντως δογματικόν χαρακτήρα και είχεν επιπτώσεις επί της σωτηρίας των ψυχών, ως ισχυρίζονται οι παλαιοημερολογίται, λέγοντες και γράφοντες ότι διά της εν έτει 1924 επελθούσης ημερολογιακής μεταβολής «διεφθάρη το ιερόν πηδάλιον» και ενηργήθη ιεροσυλία και βλασφημία του Αγ. Πνεύματος, του όλου ζητήματος αναγομένου πλέον εις την περιοχήν όχι της ακριβείας ή της οικονομίας αλλά της σωτηρίας, τότε είναι βέβαιον ότι η Εκκλησία δεν θα ανέμενεν επί μακρόν, αλλ' αυθωρεί θα επεμελείτο της αμέσου και δραστικής αντιμετωπίσεως αυτού, ως πρωτεύουσαν έχοντας σημασίαν εν τη σωτηριώδει της Εκκλησίας αποστολή, και θα εχώρει ευθύς, άμα τη διαπιστώσει της πλάνης, εις την λήψιν των ενδεδειγμένων μέτρων, οιαδήποτε και αν ήτο η εκπεφρασμένη του λαού γνώμη(9).

Η άποψις, κατά ταύτα, του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου(10) επί του σημείου τούτου επερειδομένη δεν ηδύνατο να ευσταθήση. Διό και μεταγενεστέρως οι εν Ελλάδι παλαιοημερολογίται επεδίωξαν επί άλλης βάσεως να στηρίξωσι την άποψιν αυτών περί της δογματικής φύσεως του ζητήματος. Ούτως υπεστήριξαν ότι «η αυθαίρετος αύτη και μονομερής μεταρρύθμισις του ημερολογίου ... επήνεγκε την διαίρεσιν των Εκκλησιών, και συνεπώς των ορθοδόξων χριστιανών εις τον εορτασμόν των εορτών, την τήρησιν των νηστειών και την ταυτόχρονον και ομοιόμορφον εκδήλωσιν της πίστεως διά των λοιπών της ψυχής καθαρμών»(11), δεδομένου ότι, κατ' αυτούς, διά την Εκκλησίαν, κατ' αντίθεσιν προς την Πολιτείαν, «το ζήτημα του Ημερολογίου δεν είναι ζήτημα χρόνου και ημερομηνίας αλλά ζήτημα Εκκλησιαστικής ενώσεως και συμφωνίας εις τα αφορώντα τα πίστεως και τα θείας λατρείας»(12) και «πάσα οιαδήποτε παρέκκλισις από του Ιουλιανού Ημερολογίου επιφέρει σύγχυσιν και ανατροπήν εις το όλον σύστημα της Εκκλησιαστικής τάξεως και ευρυθμίας εν τη εκδηλώσει της Ορθοδόξου θείας λατρείας»(13). Κατά την άποψιν ταύτην δεν επετρέπετο εις την Εκκλησίαν «να εισαγάγη το νέον Εορτολόγιον και να διασπάση ένεκα τούτου τον συνεορτασμόν (ήτοι ) την εκδήλωσιν των πιστευτέων εν τη Θ. Λατρεία»(14). Τούτο δε πράξασα «διέσπασε την ενότητα της καθόλου Εκκλησίας εν τη βιώσει και εκδηλώσει της πίστεως, ήτις γίνεται διά των εορτών, των νηστειών και των λοιπών ιεροτελεστιών της Θ. λατρείας. Και τούτο διότι το Δόγμα της ενότητος τής Εκκλησίας δεν έγκειται μόνον εις την ταυτότητα της πίστεως και της θ. λατρείας, αλλά και εις την ταυτόχρονον και ομοιόμορφον βίωσιν και έκφανσιν αυτής»(15).

Εις ταύτα παρατηρητέον ενταύθα, ότι η διαφόρως κατά τον χρονικόν προσδιορισμόν υφ' εκάστης ορθοδόξου Εκκλησίας ακολουθουμένη εκάστοτε εν τώ εορτασμώ των αγίων και εν τη τηρήσει των νηστειών τάξις, ουδόλως συνεπάγεται από τε θεωρητικής και πρακτικής επόψεως, την διάρρηξιν των δεσμών της μεταξύ αυτών εν Χριστώ ενότητος. Είναι άλλωστε γνωστόν ότι και πρό της Α' Οικουμενικής Συνόδου αι σχετικαί περί τον χρόνον εορτασμού του Πάσχα έριδες μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, δεν ίσχυσαν ίνα παραβλάψωσι την τοιαύτην της Εκκλησίας ενότητα(16). Και τούτο διότι αι περί τα ήθη και έθιμα και δή και αι περί χρόνου διαφοραί των επί μέρους Εκκλησιών δεν υπήρξαν ποτέ αιτία διαστάσεως αυτών, δεδομένου ότι αρχήθεν ηδραιώθη παρ' αυταίς η ορθή αντίληψις καθ' ην η ενότης δέον να επιδιώκηται εις τα ουσιώδη και να μη παραβλάπτηται εκ της ποικιλίας.

Είναι δε γνωστόν ότι «ουδέποτε η Ανατολική Εκκλησία των οκτώ πρώτων αιώνων εθεώρησε χρονολογικά ζητήματα ως «ουσιωδέστατα» και ουδέποτε απεδέχθη ότι η περί αυτά ποικιλία αίρει την ενότητα της Εκκλησίας»(17).

Ότε δε ο Ρώμης επίσκοπος και Πάπας Βίκτωρ, υπό του τυπικού ρωμαϊκού πνεύματος εμφορούμενος, επεδίωξε να αποκηρύξη, ως ετεροδόξους τας Εκκλησίας της Μ. Ασίας, διότι εώρταζον το Πάσχα εν ημερομηνία άλλη ή εκείνη ήτινι ηκολούθει η Ρώμη, ηλέγχθη δριμέως και ανεκλήθη εις την τάξιν υπό του Λουγδούνου Ειρηναίου, υπομνήσαντος αυτώ ότι, παρά την σχετικήν ποικιλίαν, «πάντες ειρήνευσάν τε και ειρηνεύομεν προς αλλήλους»(18). Την θεμελιώδη ταύτην αρχήν, καθ' ην η ταυτότης απόψεων δέον να περιορίζηται εις τα ουσιώδη διετύπωσεν ως άριστα βραδύτερον ο εν λίαν συντηρητικοίς χρόνοις ζήσας Μέγας Φώτιος, ειπών ότι «η των ειρημένων ετερότης και παραλλαγή, την ενοειδή χάριν του Πνεύματος ου παρεκώλυσε(19)» εννοών ότι η περί τα μη ουσιώδη διαφορά(20) δεν δύναται να επηρεάζη δυσμενώς την της Εκκλησίας ενότητα, ην το νομικιστικόν ρωμαϊκόν πνεύμα εξήρτα από της ομοιομορφίας και συμφωνίας και εις αυτάς έτι τας λεπτομερείας(21).

Αλλά και αι μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον συνεχισθείσαι περί το Πάσχα έριδες, προσλαβούσαι μάλιστα και οξύτητα εν τω προσδιορισμώ της ισημερίας, δεν επέτυχον και τότε να διασπάσωσι την ενότητα της Εκκλησίας(22), παρά το γεγονός ότι και τότε υπήρξαν οι αρνηθέντες όπως συμμορφωθώσι προς την γνωστήν περί εορτασμού του Πάσχα απόφασιν της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Η διάφορος μάλιστα περί της εαρινής ισημερίας ημερομηνιακή αντίληψις εν τε τη Δύσει και τη Ανατολή, καίτοι ωδήγει εις τον εορτασμόν της μεγάλης ταύτης και πρώτης εορτής εν Αλεξανδρεία μεν κατά Μάρτιον μήνα πολλάκις, εν Ρώμη δε και Αντιοχεία κατ' Απρίλιον, εν τούτοις δεν διέσπασε τους μεταξύ των χριστιανών δεσμούς ενότητος και κοινωνίας. Κατά το έτος 387 μ.Χ. ειδικώτερον το Πάσχα εωρτάσθη εν τε Αντιοχεία, και Ρώμη τη Κυριακή 22 Μαρτίου, επειδή η πανσέληνος συνέπεσε τη 19η Μαρτίου, ενώ εν Αλεξανδρεία τη 25η Απριλίου, ήτοι μετά ένα και πλέον μήνα.

Είναι προφανές ότι η υπό των επί μέρους Εκκλησιών χρησιμοποίησις ιδίου ημερολογιακoύ συστήματος εδημιούργει την τοιαύτην διαφοροποίησιν(23). Σημειωτέον ότι τότε εσημειώθησαν και σποραδικά τινα κρούσματα απειθείας μοναχών, οίτινες εξηκολούθησαν «εξ αγροικίας ή προκαταλήψεως αποκρούοντες την περί της εορτής του Πάσχα απόφασιν της Συνόδου (της Α' Οικουμενικής) επί τω λόγω ότι αύτη παρεβίασε την κρατούσαν μέχρις αυτής παραδεδεγμένην ενιαχού συνήθειαν του εορτασμού του Πάσχα μετά των Ιουδαίων»(24).

 Κατά την παλαιοημερολογιτικήν εν τούτοις αντίληψιν, αντλουμένην κυρίως εκ της Επιστολής του Μ. Κων/νου προς τους μη παραστάντας εις τας συνεδρίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου Επισκόπους, «έστι δεινόν τε και απρεπές κατά τας αυτάς ημέρας ετέρους μεν ταις νηστείαις σχολάζειν, ετέρους δε συμπόσια συντελείν, και μετά τας του Πάσχα ημέρας, άλλους μεν εν εορταίς και ανέσεσιν εξετάζεσθαι, άλλους δε ταις ωρισμέναις εκδεδόσθαι νηστείαις»(25). Και είναι ίσως «δεινόν» και «απρεπές» να παρουσιάζεται η διαφοροποίησις αύτη εν τω χριστιανικώ καθόλου κόσμω. Όμως τούτο και μόνον δύναται άραγε να προσδώση εις το ζήτημα τούτο δογματικόν χαρακτήρα; Η Α' Οικουμενική Σύνοδος αποφασίσασα περί του Πάσχα, απέβλεψε κυρίως εις την απαγόρευσιν του συνεορτασμού του χριστιανικού Πάσχα μετά του των Ιουδαίων. Ως δε ο Μ. Αθανάσιος παρατηρεί, «η μέν (Α' Οικουμ. Σύνοδος) διά την Αρειανήν αίρεσιν και διά το Πάσχα συνήχθη. Επειδή αι κατά Συρίαν και Κιλικίαν και Μεσοποταμίαν διεφώνουν προς ημάς και τω καιρώ, εν ω ποιούσιν οι Ιουδαίοι εποίουν, και αυτοί. Αλλά χάρις τω Κυρίω ώσπερ περί της πίστεως ούτω και περί της αγίας εορτής γέγονε συμφώνως. Και τούτο ην το αίτιον της εν Νικαία Συνόδου»(26).

[…]

Πολλάκις άλλωστε η Εκκλησία ευρέθη εις την ανάγκην να μεταθέση εορτάς εις το πνευματικόν των τέκνων αυτή συμφέρον αφορώσα ερμηνεύουσα ορθώς το πνεύμα της ιεράς παραδόσεως καθ' ιστορικήν έννοιαν κυρίως(43). Ούτω π.χ. η μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου μετετέθη από της 14ης Σεπτεμβρίου εις την 13ην Νοεμβρίου, ίνα μη αύτη συμπίπτη τη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ομοίως αι μνήμαι των αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου (25 και 27 Ιανουαρίου ) εάν συμπέσωσι τω Σαββάτω των Ψυχών μετατίθενται εις την προτεραίαν Παρασκευήν 24 και 26 Ιανουαρίου. Η των Τριών Ιεραρχών εορτή συμπίπτουσα τω Σαββάτω των Ψυχών μετατίθεται διά την επιούσαν(44).

Την αλήθειαν ταύτην υπεγράμμιζεν αρκούντως και η παραινετική Εγκύκλιος της Ι. Συνόδου της 8-4-1924, ήτις παρέθετε παραδείγματα εκ της ιστορίας, καθ' α απεδεικνύετο ότι «και άλλοτε η ορθόδοξος Εκκλησία ευρέθη εις την ανάγκη όχι μόνον την χρονολόγησιν να διορθώση αλλά και εορτάς να μεταθέση»(45). Είναι δε γνωστόν ότι η της εορτής των Χριστουγέννων μετάθεσις εγένετο υπό της Εκκλησίας, παρά την αντίθετον γνώμην της Αλεξανδρείας, ήτις μέχρι των μέσων του ε' αιώνος ηρνείτο ν' αποδεχθή ταύτην, με αποτέλεσμα την δημιουργίαν ανωμαλίας και σχίσματος παρά τω λαώ. Η εκ τοιούτων δε λόγων προερχομένη εκάστοτε διάστασις της Εκκλησίας μετά τινος μερίδος λαού ψέγεται δριμέως υπό του ιερού Χρυσοστόμου, υπογραμμίζοντος ότι «το μεν γαρ τώδε ή τώδε τω χρόνω νηστεύσαι ουκ έστιν έγκλημα, το δε σχίσαι την Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν... ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει την παρά του Θεού τιμωρίαν(46)».

Η Εκκλησία, ως η ιστορία μαρτυρεί, πολλάκις προϋτίμησε, διά ποικίλους εκάστοτε λόγους, να μεταθέση εορτάς και να διορθώση ημερομηνίας, εφ' όσον η ενέργεια αυτής αύτη εις το πνευματικόν των τέκνων αυτής συμφέρον απέβλεπεν(47).

Δεν εθυσίασεν εις τους τύπους την ουσίαν και προήλθεν εις τολμηράς ενίοτε ενεργείας, εφ' όσον εγνώριζεν ότι η ενότης της Εκκλησίας εκδηλούται αείποτε εν τη ενότητι της πίστεως και τη αδιαλείπτω κοινωνία των επί μέρους Εκκλησιών προς αλλήλας(48). Διά δε της Αποστολικής διαδοχής εν τω Επισκοπικώ αξιώματι διασώζεται η γνησία εσωτερική της Εκκλησίας ενότης (49). Ανεξαρτήτως όμως των θεωρητικών τούτων λόγων, υπάρχει σήμερον εν τη πράξει η πολυχρόνιος πείρα, μαρτυρούσα ότι η διαφορά του ημερολογίου έν τισιν Ορθοδόξοις Εκκλησίαις δεν ηδυνήθη να θίξη το παράπαν την μεταξύ αυτών εν Χριστώ ενότητα, μάλλον δε η διαφοροποίησις επί του ημερολογίου επί 55 έτη την ενότητα της πίστεως και των αγίων Εκκλησιών συνίστησι(50).

Και η Εκκλησία της Ελλάδος, ακολουθούσα το νέον, λεγόμενον, ημερολόγιον, διατηρεί από της ημερολογιακής μεταβολής και μέχρι σήμερον αρραγείς ως και πρότερον δεσμούς κοινωνίας μεθ' απασών των ανά τον κόσμον αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, ανεξαρτήτως της υπ' αυτών χρησιμοποιήσεως του νέου ή του παλαιού ημερολογίου. Η δε σήμερον παρατηρουμένη εν τη Ορθοδοξία ημερολογιακή ανομοιομορφία επισήμως χαρακτηρίζεται ως αποτελούσα «συμφυές γνώρισμα της Ορθοδοξίας, ως Εκκλησίας της ελευθερίας και του pluralismus εις όλα τα άλλα εκτός από την ομολογίαν της πίστεως»(51). Αλλά και ο υπό μόνης σήμερον της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Φινλανδίας, κατά συγκατάνευσιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εορτασμός της εορτής του Πάσχα κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, και η διατήρησις ομαλών σχέσεων κοινωνίας αυτής μετά πασών των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, των παραμενουσών εν τω ζητήματι του Πασχαλίου επί του κανονικού εδάφους, επιμαρτυρεί ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πάντοτε ανεκτική εις τον pluralismus των τυπικών και τοπικών εθίμων, ενώ καταδικάζει αυστηρότατα τον pluralismus εις τα της πίστεως, εις ον ατυχώς εξοκέλλουν αι Προτεσταντικαί και η Καθολική»(52).

Πού οι παλαιοημερολογίται ευρίσκουσι την επαλήθευσιν των περί διασαλεύσεως της εκκλησιαστικής ενότητος λόγων αυτών; Αντιθέτως αι Εκκλησίαι πάσαι της ανά την υπ' ουρανόν Ορθοδοξίας τους εν Ελλάδι παλαιοημερολογίτας αγνοούσι κανονικώς(53) γεγονός όπερ δύναται να θεωρηθή εύγλωττον εν προκειμένω. Εάν η περί το ημερολόγιον διαφορά ήτο ικανή, ως ισχυρίζονται ούτοι, ίνα ταράξη τας αγαθάς σχέσεις και την ειρήνην των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, ήδη εν τη διαδρομή ημίσεος αιώνος θα παριστάμεθα μάρτυρες των φοβερών συνεπειών και επιπτώσεων της διαρρήξεως ταύτης των αμοιβαίων δεσμών, υπτίαν καθορώντες την Εκκλησίαν και εσχισμένον τον άρραφον αυτής χιτώνα. Τούτο όμως δεν συνέβη. Η Ορθόδοξος Εκκλησία παραμένει ηνωμένη αδιαταράκτως και επί του ιερού των παραδόσεων εδάφους ισταμένη, διαθέτει την δύναμιν ίν' αντιπαρέρχηται νικηφόρως τα ανακύπτοντα εκάστοτε εις τας σχέσεις των επί μέρους μελών αυτής ζητήματα(54) υπεράνω πάντων τιθείσα την εν Χριστώ ενότητα αυτής και την κανονικήν κοινωνίαν.

Επ' εσχάτων ο παλαιοημερολογίτης εν Γενεύη πρεσβύτερος Β. Σακκάς, ορμώμενος εκ των οικουμενιστικών κινήτρων άτινα, κατ' αυτόν, είχεν η επελθούσα ημερολογιακή μεταβολή(55) διετύπωσε την άποψιν ότι εξ αυτού του λόγου το όλον θέμα προσέλαβε δογματικόν χαρακτήρα(56). Εν τούτοις η απόλυτος συσχέτισις του ημερολογιακού προς τον οικουμενισμόν και η εμφάνισις αυτού ως αποκλειστικού καρπού των νεωτεριστικών εν τη Εκκλησία τάσεων ου μόνον αυθαίρετος τυγχάνει, αλλά και προδήλως εσφαλμένη μη επιβεβαιουμένη ούτε εκ των πηγών, ούτε εκ των συνθηκών υφ' ας προεβλήθη τούτο και επεβλήθη.


Σημειώσεις

1. Πρακτικά... σ. 51. Βλ. και ανωτ. σ. 72 επ. Έγραφε σχετικώς εν έτει 1924 ο Μητροπολίτης Κυζίκου Καλλίνικος ότι ακούων τις ή αναγινώσκων τας περί δογματικής φύσεως της γενομένης ημερολογιακής μεταβολής απόψεις «απορεί και εξίσταται διερωτώμενος μη τοι γε εθίγη ή ανετράπη ή κατεπροδόθη το δόγμα του ομοουσίου της Αγίας Τριάδος ή της ενανθρωπήσεως ή έτερόν τι θεμελιώδες δόγμα της Ορθοδοξίας, ή απλώς πρόκειται περί επιστημονικού αστρονομικού ζητήματος ουδεμίαν άμεσον ή έμμεσον σχέσιν έχοντος προς την θρησκείαν και το δόγμα αυτής, ως αποτελούντος του παλ. ημερολογίου αναχρονισμόν και αδικαιολόγητον εμμονήν εις απηρχαιωμένον σύστημα αποδειχθέν λελανθασμένον υπό της επιστήμης...». (Βλ. Καλλινίκου, Μητροπολίτου Κυζίκου, Επί του Νέου Ημερολογίου, εν: «Εκκλησία» Α' σ. 428).

2. Πρακτικά...σ. 211.

3. «Εκκλησία» Α' σ. 371 επ.

4. Βλ. υπ' αριθμ. 1356/7-10-23 έγγραφον Πατριάρχου Αντιοχείας. Πρβλ. Σ. Γ. Το ημερολογ. ζήτημα, εν: «Ορθοδοξία» Α' σ. 63. Νικολάου, Μητροπολίτου Νουβίας, Συνέντευξις περί ημερολογίου, εν: «Ιερός Σύνδεσμος» έτος Ε', περίοδος Δ' 31-1-27 αρ. 2.

5. Υπ' αριθμ. 4004/18-31 Ιανουαρίου 1924 έγγραφον του Πατριάρχου των Σέρβων Δημητρίου προς τον Μακ. Αθηνών Χρυσόστομον. .Βλ. τούτο εν: «Εκκλησία» Α' σ. 365.

6. «Εκκλησία» Α' σ. 371 επ.

7. Παρά Αρχιμ. Θ. Στράγκα, ένθ. ανωτ. τ. Β' σ. 1289. Βλ. και ανωτέρω σ. 122 επ. Και Βasil Sakkas, The calendar question, ένθα υποστηρίζεται το αδύνατον του διαχωρισμού του δόγματος από των στοιχείων της καθημερινής ζωής και δράσεως της Εκκλησίας. (εν: Orthodox Life, vol. 22, 1972 σ. 23).

8. Β. Σακκά, Απάντησις εις τον αιδεσ, π. Επιφ. Θεοδωρόπουλον...σ. 15.

9. Πρβλ. και Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Το Νέον Ημερολόγιον και το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, εν: «Ανάπλασις» 1927 σ. 176.

10. Το γεγονός ότι μετά τον θάνατον του Πατριάρχου Φωτίου το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας μετέβαλε στάσιν έναντι του θέματος και δι' επισήμου αυτού δηλώσεως εδέχθη ότι «ουδέποτε προσέδωκε δογματικόν χαρακτήρα εις την διόρθωσιν του Ημερολογίου» («Εκκλησία», 1927 σ. 13 ) , αλλ' απλώς απεδοκίμασε την μονομερή και εσπευσμένην μεταβολήν του ημερολογίου, αξιώσαν την συγκρότησιν Συνόδου έστω και μόνον τοπικής προς λήψιν αποφάσεως όχι επί του ημερολογίου μόνον αλλά και επί του Πασχαλίου ( «Πάνταινος» 1926 σ. 808 ) καθιστά σφόδρα πιθανήν την εκδοχήν ότι η τοιαύτη του Φωτίου γνώμη, απετέλει προσωπικήν αυτού μάλλον τοποθέτησιν έναντι του ημερολογίου. Πάντως διά την τοιαύτην γνωσιμαχίαν διεμαρτυρήθησαν εντόνως οι εν Ελλάδι παλαιοημερολογίται προς τον νέον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Νικόλαον τον Ε', αιτούμενοι εξηγήσεις, (Πρβλ.Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Επιστολή προς τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Νικόλαον τον Ε', 1936, εν: «Υπομνήματα -Επιστολαί - Απολογίαι» σ. 25-36 ).

11. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Ακριβής θέσις του Ημερολογιακού ζητήματος. Αθήναι 1950 σ. 12. Πρβλ. και του αυτού, Ανοικτή επιστολή... σ. 6-7. Του αυτού, Κρίσεις επί της γνώμης της επί του Συντάγματος...σ.4-5. Πολυκάρπου, (Λιώση) Επισκόπου Διαυλείας, Κρίσεις επί της πρώτης παρατηρήσεως... σ. 18-19. Δ. Παυλή, Εκκλησία και Επιστήμη σ. 11. Πρβλ. και Ευγενίου Τόμπρου, Εκκλησία, δεχθείσα το Γρηγοριανόν (παπικόν) Ημερολόγιον... εν: «ΚΕΟ» Οκτώβριος 1971 σ. 12.

12. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Εισήγησις: εις τι Α' Πανελλαδικόν Συνέδριον των οπαδών του Ιουλιανού Εορτολογίου, εν: «Το Α' Πανελλαδικόν Συνέδριον ...» Αθήναι 1947 σ. 16. Κυπριανού Λαχανά, Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, Αθήναι 1972 σ. 15-16.

13. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Θέσις του εορτολογικού ζητήματος από απόψεως Κανονικής, Εκκλησιαστικής και Εθνικής, εν: «Το Α'. Πανελλαδικόν Συνέδριον...» σ. 44.

14. Σ. Καραμήτσου-Γαμβρούλια, ένθ. ανωτ. σ. 27. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ. 82 επ. Πρωθιερέως Ευγενίου Τόμπρου, Άνθη και κρίνα Ορθοδοξίας, Αθήναι 1960. σ. 27-31.

15. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Θέσις... σ. 55. Πρβλ. και Μάρκου μοναχού, Φύλακες γρηγορείτε. Η Ορθοδοξία εν πολέμω σ. 10. Συλλόγου Ορθοδόξων Βεζνίκου Σερρών, Το Ημερολόγιον, Θεσ/νίκη σ. 9. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ. 82 επ. ένθα υποστηρίζεται ότι «η ενότης της πίστεως, η ενότης της θ. λατρείας είναι τι θεμελιώδες διά την Εκκλησίαν και είναι τι υπερδογματικόν». Πρβλ. και Πρωθιερέως Ευγενίου Τόμπρου, ένθ. ανωτ. σ. 9 επ. Πρβλ. προς τούτοις και Ιω. Βώκου, Η διάσπασις της Ορθοδοξίας, Αθήναι 1977, σ. 5 επ. Μητροπόλεως ΓΟΧ Πειραιώς και Ζ. Σαλαμίνος, Υπό το φως της Ορθοδόξου πίστεως, (Εκθεμελίωσις των κακοδόξων θέσεων της εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος» επί της εισαγωγής της ημερολογιακής καινοτομίας εν έτει 1924 υπό της Ελλαδικής κρατούσης Εκκλησίας, Αθήναι, 1977 σ. 48 επ.). Εν τούτοις ο «Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης» Χρυσόστομος εν έτει 1929 γραπτώς υπεστήριζε ταναντία, ότι δηλαδή «το Ημερολόγιον αυτό καθ' εαυτό ουδεμίαν έχει σχέσιν και σημασίαν με την πίστιν και την ηθικήν, εξ ων απορρέει η ψυχική του ανθρώπου σωτηρία» Βλ. εν: Δωροθέου, (Κοτταρά) Μητροπολίτου Λαρίσης, Η νομοκανονική θέσις..., εν: «Νομοκανονικαί Έρευναι» σ. 190.

16. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία 5,25. Πρβλ. και Κ. Κοντογόνου, Εκκλ. Ιστορία από Χριστού γεννήσεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων. Αθήναι 1876 σ. 216. Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία... σ. 111. Γ. Κονιδάρη, Γενική Εκκλ. Ιστορία Δ. Μπαλάνου, Περί το Παλαιοημερολογητικόν, εν: «Εκκλησία» 1948 σ. 237-238. Μηνά Χριστοδούλου: Το Πάσχα, εν: «Ε.Α.» 1883, σ. 432, Παρθενίου Πολάκη, Ιστορικαί προϋποθέσεις του πρωτείου του Επισκόπου Κων/λεως, εν: «Θεολογία» 1952 σ. 101.

17. Καλλινίκου, (Δεληκάνη) Μητροπολίτου Κυζίκου, Επί του νέου Ημερολογίου. Κων/λις 1924 σ. 6. Πρβλ. και Μ.Ξ.Π., Περι εν χρονίζον σχίσμα, εν: «Αθωνικοί Διάλογοι» 1974 τ. 22 σ. 24-25.

18. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία 5, 24. Βλ. και Παρθενίου Πολάκη, Ιστορικαί προϋποθέσεις... εν: «Θεολογία» 1952 σ. 101. Και άρθρον ανυπόγραφον υπό τον τίτλον: «Ιουλιανόν ή Γρηγοριανόν;» εν: «Ο.Τ.» 15-9-76 σ. 4.

19. Ρ.G. 102, 608.

20. Περί της διακρίσεως μεταξύ ουσιωδών και μη ουσιωδών εν τη θεία λατρεία βλ. Διονυσίου, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης. Περι λειτουργικής ανανεώσεως εν τη Εκκλησία της Ελλάδος. Αθήναι 1972.

21. Βλ. και Γ. Κονιδάρη, Η θέσις της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τή «Κοινωνία, των Εκκλησιών» εν: «Θεολογία» 1949 σ. 301 επ. και του αυτού, Η διαμόρφωσις της Καθολικής Εκκλησίας και οι τρεις Ιεράρχαι, εν «Θεολογία» 1955 σ. 407. Και Ευ. Θεοδώρου, Φαινιμενολογία του γνησίου ορθοδόξου πνεύματος και των εξ αυτού αποκλίσεων, Αθήναι 1972 σ. 28 επ.

22. Πρβλ. Αμ. Αλιβιζάτου, Το αίτιον των περί του Πάσχα ερίδων... σ. 45. «Ανάπλασις», 1932 σ. 299. Είναι γνωστόν το περιστατικόν όπερ συνέβη μεταξύ του Πάπα Αλεξανδρείας Προτερίου και του Ρώμης Λέοντος του Α'. Εκ τούτων ο μεν πρώτος, εχόμενος της επιστημονικής ακριβείας, επέμενεν όπως το Πάσχα του 454 εορτασθή τη 24η Απριλίου, ο δε δεύτερος, εχόμενος του ρωμαϊκού έθους και της παραδόσεως επέμενεν όπως ο εορτασμός τελεσθή τη 17η Απριλίου. Προς τούτο ο Λέων ηξίωσε παρά του Προτερίου, ίνα συμμορφωθή προς τους εν Ρώμη γενομένους σχετικούς υπολογισμούς, αλλ' ο Προτέριος ηρνήθη, μη μεταπεισθείς ούτε μετά την μεσολαβητικήν παρέμβασιν του Αυτοκράτορος Μαρκιανού. Τέλος ο Ρώμης Studio Unitatis et Pacis, χάριν δηλονότι της ενότητος και της ειρήνης υπεχώρησε, δηλώσας «non quia hoc ratio manifesta docuerit sed quia unitatis, quam maxime custodimus cura persuaserit». Πρβλ. «Εκκλησίαν» 1925 σ. 21.

23. Και μετά την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον δεν ίσχυσεν εν και το αυτό ημερολογιακόν σύστημα καθ' απάσας τας Εκκλησίας. Ούτως ο μεν Μ. Αθανάσιος μετεχειρίζετο τους αιγυπτιακούς μήνας, προς καθορισμόν της εορτής του Πάσχα, ο δε Επιφάνιος ο Κύπρου εσημείου ταύτα εν τω προσδιορισμώ της ημερομηνίας της Βαπτίσεως του Κυρίου: «Κατά Αιγυπτίους Αθόρ δωδεκάτη, προς εξ ειδών νοεμβρίων, κατά έλληνας Δίου ογδόη, κατά Αθηναίους Μεταγειτνιώνος εβδόμη». Πρβλ. εν: Χρυσοστόμου (Α' ), Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Α' 1926 σ. 31 και «Εκκλησίαν» 1926 σ. 346. Ανθίμου, Μητροπολίτου Μαρωνείας, Το ζήτημα του Ημερολογίου..., εν: «Εκκλησία» 1932 σ. 425,ένθα παρατίθενται εν εκτάσει τα υπό των επί μέρους αρχαίων Εκκλησιών τηρούμενα διάφορα κατά περιοχάς ημερολόγια, εν συναφεία προς τας κατά τόπους Πολιτείας. Ως προς τον χρόνον του Πάθους του Σωτήρος βλ. Callias Sravridis, Chronologie de la passion. Etude historique et scriptulaire, Paris 1834. Πρβλ. και «Εκκλησίαν» 1934 σ. 108.

24. Πρβλ. Χρυσοστόμου (Α'), Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 3: Ου μην αλλά και έτεραι μείζονος ή ελάσσονος σημασίας διαφοραί μεταξύ των Εκκλησιών ως λ.χ. η διά τριττής ή, άπαξ καταδύσεως βάπτισις, η παροχή ή μη τοις νηπίοις της Θ. Μεταλήψεως, η χρονολογία εορτασμού των Χριστουγέννων, της εορτής των Αγ. Αποστόλων κλπ. δεν υπήρξαν ικαναί ίνα διασπάσωσι τους δεσμούς ενότητος των Εκκλησιών προς αλλήλας: Βλ. και «Τρεις Ιεράρχας» 1959 σ. 19.

25. Πρβλ. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ' ανωτ, σ. 94. επ. Και κατ' Επιφάνιον «... επειδή (δε ) προ του Κων/νου τα σχίσματα ην και ην χλεύη των Ελλήνων λεγόντων και χλευαζόντων την εν τη Εκκλησία διαφωνίαν επί Κων/νου διά της των Επισκόπων σπουδής συνηνώθη μάλλον το σχίσμα εις μίαν ομόνοιαν. Τι ουν τούτου εστι προύργιαίτερον και χαριέστερον, από γης περάτων εν μιά ημέρα απαλλάττειν λαόν Θεώ συμφωνιών τε και αγρυπνιών και τας αυτάς ημέρας ίσας φέρειν έν τε αγρυπνίαις και δεήσεσι και ομονοία και λατρεία, νηστεία, τε και ξηροφαγία και αγνεία και ταις άλλαις ταις κατά την πανσεβάσμιον ταύτην ημέραν αγαθαίς Θεώ ευαρεστήσεσι;» (P.G. 42, 371). Και η απόφασις του εν Μόσχα Συνεδρίου τη 9/17 Ιουλίου 1948 επί τη 50ετηρίδι επαναφοράς της Πατριαρχικής αξίας της Ρωσικής Εκκλησίας συνελθόντος, εδέχθη ότι η εκκλησιαστική ενότης διαφυλάσσεται εν τη απαρεγκλίτω τηρήσει των περί εορτασμού του Πάσχα διατάξεων, εκάστης Εκκλησίας δυναμένης να χρησιμοποιή διά τας ακινήτους εορτάς το εν αυτή ισχύον ημερολόγιον. Βλ. Ι. Καρμίρη, Επί του Εκκλ. Ημερολογίου. Μία πρόσφατος απόφασις των ομοδόξων σλαυικών Εκκλησιών, εν: «Εκκλησία» 1952 σ. 219-220. Πρβλ. και το εν κυρίω άρθρω της «Εκκλησίας» ομολογούμενον: «καλόν βεβαίως θα ήτο η διόρθωσις του Ιουλιανού Ημερολογίου να εγίνετο υπό της όλης ορθοδόξου Εκκλησίας ταυτοχρόνως...» («Εκκλησία» 1926 σ. 337).

26. Προς τους Αφρικανούς Επισκόπους.

[…]

43. Βλ. Σάββα Αγουρίδου, Οι Πατέρες της Εκκλησίας ως ερμηνευταί των Αγ. Γραφών, εν: «Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Επίσημοι λόγοι εκφωνηθέντες κατά το έτος 1971-72» Αθήναι 1973 σ.181.

44. Τοιαύται περιπτώσεις μεταθέσεως εορτών αναφέρονται μεταξύ άλλων και η μεταξύ 11-17 Οκτωβρίου κινουμένη μνήμη των αγίων Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, η μεταξύ 11-17 Δεκεμβρίου κινουμένη μνήμη των αγίων Πατέρων των από Αδάμ μέχρις Ιωσήφ του Μνήστορος, η από της 20ής Δεκεμβρίου μετάθεσις τη προτεραία της μνήμης του αγίου Ιγνατίου, ει τύχοι αύτη τη Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως. Πλήρη ανάλυσιν απασών των περιπτώσεων τούτων βλ. εν Ε. Φαρλέκα, Μετάθεσις εορτών, εν: «Εκκλησία» 1926 σ. 99-101. Ωσαύτως επειδή ενίοτε η εορτή του Ευαγγελισμού συμπίπτει, κατά το λελανθασμένον Ιουλιανόν Ημερολόγιον, τη Μ. Παρασκευή τω Μ. Σαββάτω «η αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία,...κατιδούσα την διαφωνίαν και σύγχυσιν την συμβαίνουσαν ανά πάσας τας εν πόλεσι και κώμαις Εκκλησίας, μέριμναν και περί της του Ευαγγελισμού μεγάλης πανηγύτεως ανελάβετο. Και δη...διετάξατο την της εορτής μετάθεσιν, εάν τύχη εν ταις δυσί πενθίμοις ταύταις ημέραις, εις την κυριώνυμον του Πάσχα ημέραν, ίνα τα χαρμόσυνα συνάδωνται και συμμελωδώνται, οικονομικώς αποκλείουσα την ανάμιξιν των φαιδρών μετά των πενθίμων», εξαιρέσει των μοναστηριακών τυπικών ανεπάφων διαμενόντων (Βλ. Τ.Μ.Ε. Μαρτίου κε' παράγρ. 69 ). Περαιτέρω ανάλυσιν της περιπτώσεως ταύτης βλ. εν: Γ. Μπεκατώρου, Τάξις Ι. Ακολουθιών 1979 σ. 3 επ. Πρβλ. και «Εκκλησίαν» 1927 σ. 25-26 ένθα στοιχεία περί της πραγματικής μετατοπίσεως των εορτών λόγω του αστρονομικού σφάλματος του Ιουλιανού Ημερολογίου. Ούτως η 23η Απριλίου του 325 μ.Χ., κατά το 453 θα έδει να είναι η 24η Απριλίου, εάν ήθελέ τις πλήρη ταύτισιν και σύμπτωσιν ημερομηνιών, ως και περί του ασχέτου των ημερομηνιών προς τε τα πρόσωπα των αγίων και τα γεγονότα. Ορθώς και η «Εκκλησία» παρετήρει ότι οι φρονούντες ότι «η εορτή λ.χ. των Θεοφανείων δεν έχει αξίαν εάν δεν εορτασθή την 19ην Ιανουαρίου, ήτις κατά το εσφαλμένον ημερολόγιον ονομάζεται 6 Ιανουαρίου» απομακρύνονται της εν πνεύματι αληθούς λατρείας και εις τον κατά των Φαρισαίων έλεγχον του Κυρίου υπάγονται. («Εκκλησία» 1927 σ. 26 ). Σκώπτων ο «Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης» Χρυσόστομος την συχνάκις εν τω Τυπικώ απαντώσαν, μετά την «διόρθωσιν» του Ιουλιανού Ημερολογίου, μετάθεσιν της εορτής του Αγ. Γεωργίου, ευρίσκει ταύτην αδικαιολόγητον «ωσεί ο Μεγαλομάρτυς άγιος Γεώργιος να ήτο δημοδιδάσκαλος ή άλλος τις των δημοσίων υπαλλήλων, μετατιθεμένων δι' ενός υπουργικού Δ/τος»! (Βλ. Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης, Απάντησις εις μίαν διατριβήν... σ. 5-6 ). Πρβλ. και Αγ. Μοναχού, Το Ημερολογιακόν ζήτημα εν: «Ο.Τ.» 1-6-72.

45. «Γνωστόν - έγραφε - ότι η εορτή των Χριστουγέννων εωρτάζετο προ αιώνων εν τη αρχαία Εκκλησία, τη αυτή ημέρα μετά της εορτής των Θεοφανείων, αλλά μετετέθη εις την 25ην Δεκεμβρίου, και η 1η του έτους ήρχετο άλλοτε τη 1η Σεπτεμβρίου. Επίσης ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απέθανε τη 14η Σεπτεμβρίου (407) αλλ' η Εκκλησία μετέθηκε την μνήμην του θανάτου αυτού εις την 13ην Νοεμβρίου...Και όμως ταύτα διορθωθέντα οι ορθόδοξοι λαοί απεδέχθησαν άνευ αντιρρήσεων, διότι ουδόλως προύκειτο περί ζητήματος την πίστιν θίγοντος» «Εκκλησία» Α' σ. 411. Εν τούτοις την μεταφοράν των εορτών οι παλαιοημερολογίται χαρακτηρίζουσιν ως θεομάχον ενέργειαν. (Καλλίστου, Κορινθίας, Το Εορτολόγιον ... σ. 15 ). Ως προς τα μορφολογικά αγιολογικά στοιχεία εκάστης εορτής εν τη καθ' ημάς Εκκλησία πρβλ. Γ. Τσέτση, Η ένταξις των αγίων εις το εορτολόγιον της Εκκλησίας εν: «Ορθοδοξία» 1962 σ. 412 επ. Εσφαλμένος τυγχάνει, κατά ταύτα, ο ισχυρισμός της εισηγήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Πανορθόδοξον Μεγάλην Σύνοδον επί του ημερολογιακού, ότι είναι «πρωτοφανές εις τα χρονικά της Εκκλησίας» το γεγονός, όπερ σήμερον απαντάται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, της διαφοράς δηλονότι των 13 ημερών εν τω εορτασμώ των ακινήτων εορτών υπό των ακολουθουσών το παλαιόν ή το νέον ημερολόγιον Εκκλησιών. (Βλ. Εκκλησ. Ελλάδος, Το Ημερολογιακόν ζήτημα... σ. 10 ).

46. Ρ.G. 48,864. Και εν Ιεροσολύμοις ο χωρισμός της εορτής των Χριστουγέννων από της των Θεοφανείων επήλθε μόλις κατά το τέλος του δ' αιώνος. Βλ. Χρυσοστόμου (Α' ), Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, Αθήναι 1970 σ. 134. Πρβλ. Του αυτού Η εορτή των Χριστουγέννων εν τε Εκκλησία Ιεροσολύμων, εν: «Ν. Σιών » 1938 σ. 3-18, 113-128. Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου: Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον ... σ. 19 επ. Dr. Βernard Botte, Les origines de la Noel et de l' Εpiphanie, Louvain 1932. Βλ. κριτικήν επ' αυτού υπό Χρυσοστόμου (Α' ) Αρχιεπισκόπου Αθηνών, εν: «Θεολογία» 1933 σ. 265-271).

47. Ενίοτε και θεσμούς ανεθεώρησεν η Εκκλησία, μη απτομένους βεβαίως των δογμάτων, αναλόγως των εκάστοτε αναγκών, και ιερών Κανόνων εδέχθη σιωπηρώς την αχρησίαν αφήσασα τούτους σιωπηρώς εις αφάνειαν, επ' ωφελεία άλλης αντιθέτου πράξεως, ως τούτο συνέβη λ.χ. εις την περίπτωσιν του 101 Κανόνος της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου, καταδικάζοντας την χρήσιν λαβίδος ή άλλου οργάνου κατά την Θ. Μετάληψιν και διατάσσοντος, επί ποινή αφορισμού, την μετάληψιν των λαϊκών καθ' ον τρόπον μεταλαμβάνουσι σήμερον οι κληρικοί (Πρβλ. «Οι Τρεις Ιεράρχαι» 1959 σ. 19 ). Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου, ένθ. ανωτ. σ. 28 επ., και άλλους δι' άλλων αντικατέστησεν ως λ.χ. τον ΛΖ' Αποστολικόν και τον Ε' της Α' Οικουμενικής Συνόδου, διά του Η' της εν Τρούλλω, και του Στ' της Ζ', τον ΛΑ' Αποστολικόν διά των ΙΓ', ΙΔ' και ΙΕ' της Πρωτοδευτέρας. Βλ. «Εκκλησίαν» 1934 σ. 19. Ορθότατα ουν οι Πατριάρχαι της Ανατολής διέλαβον εν Εγκυκλίω αυτών προς τους Άγγλους. Αρχιεπισκόπους: «Εκ τών Εκκλησιαστικών βιβλίων δήλόν εστι ότι έθη μεν και τάξεις παρηλλαγμέναι ήσαν τε και εισίν εν διαφόροις τόποις και Εκκλησίαις».

48. Πρβλ. , Γ. Μαντζαρίδου, Η αρχή της εκκλησ. ενότητος κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μέχρι του Γ' αιώνος, εν: «Γρηγ. Παλαμάς» 1973 σ. 465.

49. Βλ. Κ. Μπόνη, Ο άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και αι περί Εκκλησίας αντιλήψεις αυτού εν: «Ορθόδ. Σκέψις» 1958 σ. 21. Γ.Κονιδάρη, Η διαμόρφωσις της Καθολικής Εκκλησίας μέχρι των αρχών του ε' αιώνος και οι τρεις Ιεράρχαι, Αθήναι 1955 σ. 27. Πρβλ. και Κυπριανου Καρχηδόνος, De catholicae ecclesiae unitate. Ομοίως Χρυσοστόμου (Α'), Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Επίτομος Εκκλησιαστική Ιστορία. Κεφ. Δ' Εσωτερική οργάνωσις της Εκκλησίας, παράγρ. 32., Η ενότης της Καθολικής Εκκλησίας, εν: «Ανάπλασις» 1924 σ. 27. Ι. Ζηζιούλα, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θ. Ευχαριστία και τω Επισκόπω. Αθήναι 1965 σ. 9. Κ. Μουρατίδου, Σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας σ. 123. Μαξίμου, Μητροπολίτου Σάρδεων, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον... σ.. 15.

50. Εκκλησίας Ελλάδος, Το Ημερολογιακόν ζήτημα... σ. 8-9. Ως προς την Εκκλησίαν Βουλγαρίας βλ. ειδικώτερον Eastern Churches review, (autumn 1970 ) και «Άγιον Κυπριανόν» 1972 φ. 65 σ. 49-50.

51. Εκκλησίας Ελλάδος, Το Ημερολογιακόν ζήτημα, Εισήγησις προς την Πανορθόδοξον Μεγάλην Σύνοδον - Αθήναι 1971 σ. 7.

52. Ένθ. ανωτ. σ. 11-12.

53. Βλ. και κατωτέρω σελ. 1.62 επ.

54. Αρχ. Επιφ. Θεοδωροπούλου, Άρθρα, μελέται, επιστολαί. Α' σ. 182 επ. 55.-Βλ. την Διακήρυξιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου έτους 1920, εν ή η παραδοχή ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών τίθεται ως μέσον προς επίτευξιν αγαθόφρονος διαθέσεως μεταξύ των Εκκλησιών, εν Ιω. Καρμίρη: Τα δογματικά... τ. Β' σ. 958-959.

56. Β. Σακκά, Υπόμνημα προς τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπον Μόντρεαλ και παντός Καναδά κ. Βιτάλιον σ.12

"ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ"


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

http://www.myriobiblos.gr/books/book1/kef5_fas1_meros1_1.htm