Tόν προηγούµενο µήνα εἴχαµε παραθέσει τή ρήση τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου περί τοῦ ὅτι στίς Ἐπιστολές τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Παύλου ὑπάρχουν «…δυσνόητα τινά, ἅ οἱ ἀµαθεῖς καί ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν…» (Ἀποστόλου Πέτρου Β’ 3, 16). Ἀκόµη, εἴχαµε διατυπώσει τήν ὑπόθεση ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, µέ τό νά προέβη σχετικά νωρίς στήν ἑρµηνεία τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός Ρωµαίους «ἀποσόβησε ἔγκαιρα τήν ἐνδεχόµενη στρέβλωση τοῦ περιεχοµένου της στή Χριστιανική Ἀνατολή, στρέβλωση πού δέν ἀποφεύχθηκε στή Χριστιανική Δύση µέ συνέπεια τήν ἐµφάνιση ἐκεῖ πολλῶν αἱρέσεων καί ἄθεων φιλοσοφιῶν».

Προκειµένου νά καταστήσουµε περισσότερο σαφῆ τά ὅσα προαναφέραµε, θά παραθέσουµε κάποιες περικοπές ἀπό τήν Πρός Ρωµαίους Ἐπιστολή µαζί µέ τήν ἑρµηνεία τους ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη, σέ αὐτά δέν θά ἀντιπαραθέσουµε τό πῶς παρερµηνεύθηκαν ἀπό τούς δυτικούς Χριστιανούς. Ὅλες οἱ ἀναφορές θά γίνουν ἀκροθιγῶς καί µέ µεγάλη συντοµία, ἁπλῶς καί µόνο γιά νά ἐπισηµανθοῦν τά ζητήµατα καί νά ὑποδειχθεῖ ἡ σοβαρότητά τους, ἄν καί πρόκειται γιά ζητήµατα δογµατικά, πού κανονικά ἀπαιτοῦν ἰδιαιτέρως λεπτή, ἐκτενῆ καί ἀκριβῆ ἀνάπτυξη. Διότι, ἄν καί οἱ ἀπαντήσεις πού ἔχουν δοθεῖ σέ αὐτά, ἔχουν σέ µεγάλο βαθµό καθορίσει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἱστορία τόσο τῶν Ὀρθοδόξων, ὅσο καί τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν καί Προτεσταντῶν, συχνά διαπιστώνουµε ὅτι δέν εἶναι ἀρκετά ἤ ἴσως καί καθόλου γνωστά, ἔστω στίς γενικές τους γραµµές, στούς Ὀρθοδόξους χριστιανούς, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, ὅλη σχεδόν ἡ ἱστορία τῆς Δυτικῆς χριστιανοσύνης ἐπικεντρώθηκε γύρω ἀπό τή συζήτηση αὐτῶν.

Τό πρῶτο ζήτηµα εἶναι αὐτό τοῦ «ἀπολύτου προορισµοῦ», µιά αἱρετική δοξασία πού τήν διατύπωσε στήν πιό ἀκραία της µορφή ὁ Ἰ. Καλβίνος, ὁ ἱδρυτής τοῦ Καλβινισµοῦ, ἑνός ἀπό τούς κύριους κλάδους τοῦ Προτεσταντισµοῦ. Σύµφωνα µέ τήν «διαβολικήν ταύτην διδασκαλίαν», ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ Βικέντιος Δαµοδός στήν «Δογµατικήν» του, «ὁ αἱρεσιάρχης Καλβίνος … δύο πράγµατα διδάσκει γιά τόν προορισµόν: α) πώς ὁ Θεός ἀπ’ αἰῶνος ἀποφάσισε τίνας ἀνθρώπους διά τήν αἰώνιον δόξαν καί τίνας διά τήν αἰώνιον κόλασιν χωρίς τῆς προγνώσεως τῶν ἔργων (ἔνν. χωρίς νά λάβει ὑπ’ ὄψη Τοῦ τά ἔργα καί τή συµπεριφορά τῶν ἀνθρώπων)…β) διδάσκει ὅτι ἡ ἀπόφασις τούτη τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσον ἀµετάτρεπτος, «ὅπου δέν ἀφήνει ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου νά σωθῆ ἤ νά µή σωθῆ..». Σύµφωνα πάλι µέ τόν Βικέντιο Δαµοδό, τήν παρεµφερῆ δοξασία ὅτι ὁ Θεός ἀποδοκιµάζει «τινάς ἀνθρώπους χωρίς τῆς προγνώσεως τῶν ἔργων» µέ τό νά µήν τούς ἐκλέξει γιά τή σωτηρία, τήν ὑποστηρίζουν καί οἱ Θωµισταί, οἱ µαθητές τοῦ Θωµᾶ τοῦ Ἀκυινάτη, τοῦ µεγάλου δογµατικοῦ διδασκάλου καί “ἁγίου” τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν. Τό παράδειγµα πού δίνει ὁ Δαµοδός γιά νά διευκρινίσει τήν παρεµφερῆ αὐτή δοξασία τῶν Θωµιστῶν εἶναι τό ἑξῆς: «Λόγου χάριν, ὡσάν ἄν ἕνας κεραµεύς ἔκαµεν δύο σκεύη, καί ἐφύλαττε τό ἕνα διά νά µήν τό κλέψουν καί τό ἄλλο τό ἄφηνε, χωρίς νά τό φυλάξη καί τό ἔκλεπταν».

Τό παράδειγµα µέ τόν κεραµέα καί τά σκεύη του µᾶς παραπέµπει κατευθείαν στήν Πρός Ρωµαίους Ἐπιστολή. Ἐκεῖ, µεταξύ ἄλλων, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει τά ἑξῆς «δυσνόητα», τά ὁποῖα ἔχουν διαστρεβλωθεῖ πλήρως ἀπό πολλούς, ὅπως µαρτυρεῖ ἡ µετέπειτα ἱστορία: «Εἰ δέ θέλων ὁ Θεός ἐνδείξασθαι τήν ὀργήν καί γνωρίσαι τό δυνατόν αὐτοῦ, ἤνεγκεν ἐν πολλῇ µακροθυµίᾳ σκεύη ὀργῆς κατηρτισµένα εἰς ἀπώλειαν καί ἵνα γνωρίση τόν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ ἐπί σκεύη ἐλέους ἅ προητοίµασεν εἰς δόξαν…». Ὁ ἀπόστολος χρησιµοποιεῖ πράγµατι τή φράση «σκεύη ὀργῆς κατηρτισµένα εἰς ἀπώλειαν», ἡ ὁποία, ἄν τήν ἀπέκοπτε κανείς τόσο ἀπό τά συµφραζόµενά της, ὅσο καί ἀπό τή λοιπή Ἁγία Γραφή, θά ἔδινε τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θεός ἔχει –τάχα– καταρτίσει κάποιους ἀπό τούς ἀνθρώπους «εἰς ἀπώλειαν», τούς ἔχει δηλαδή πλάσει µέ τέτοιο τρόπο καί ἔχει καθορίσει τή βούλησή τους ἔτσι, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει αὐθαίρετα καί ἀναγκαστικά στήν ἀπώλεια, ὅπως ὑποστήριξε ὁ Καλβίνος. Ὅµως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης µέ ἕναν σύντοµο λόγο του δίνει τήν καίρια διευκρίνιση: «Δέν τόν ἀπεκάλεσε (τόν Φαραώ, περί οὐ ὁ λόγος) µόνο σκεῦος ὀργῆς, ἀλλά καί κατηρτισµένον εἰς ἀπώλειαν, δηλαδή προετοιµασµένο µέ δική του  πρωτοβουλία καί αὐτογνωµόνως («οἴκοθεν µέντοι καί παρ’ ἑαυτοῦ=τοῦ Φαραώ»). Διότι οὔτε ὁ Θεός παρέλειψε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού θά τόν παρακινοῦσαν σέ διόρθωση, οὔτε ὁ Φαραώ παρέλειψε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού θά τόν κατέστρεφαν καί θά τόν ἀποστεροῦσαν ἀπό κάθε συγνώµη». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης διευκρινίζει, δηλαδή, ὅτι ὁ ἄνθρωπος «καταρτίζεται» ἀπό τόν ἑαυτό τοῦ αὐτεξουσίως, δέν τόν καθορίζει, οὔτε τόν κατευθύνει µέ τρόπο ἐξαναγκαστικό ὁ Θεός.  Ἄλλωστε, ἐάν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐννοοῦσε αὐτό πού ὑποστήριξε ἀργότερα ὁ Καλβίνος, θά ἐρχόταν σέ ἀντίφαση µέ τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ στήν Πρώτη πρός Τιµόθεον ἐπιστολή του διδάσκει ὅτι «ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α’ Πρός Τιµόθεον, 2, 4).

Στήν Ἀνατολή τό ζήτηµα τοῦ «ἀπολύτου προορισµοῦ» εἶναι σχεδόν ἄγνωστο. Τό γνωρίζουν κυρίως οἱ θεολόγοι, ἐνῶ οἱ λοιποί Ὀρθόδοξοι συνήθως ξενίζονται καί µόνο στό ἄκουσµα τῆς δοξασίας αὐτῆς. Μιά ἁπλή ἀναδροµή, ὅµως, στήν ἱστορία τῆς Δύσης ἀρκεῖ γιά νά πείσει τόν ὁποιονδήποτε ὅτι ἡ δοξασία αὐτή ἔχει ταλανίσει καί διαµορφώσει ἀνά τούς αἰῶνες τούς δυτικούς Χριστιανούς καί τή νοοτροπία τους. Ἐνδεικτικά καί µόνο ἀναφέρουµε τόν περιβόητο ἰσχυρισµό τοῦ µεγάλου Γερµανοῦ κοινωνιολόγου Μάξ Βέµπερ, σύµφωνα µέ τόν ὁποῖο τό βαθύτερο κίνητρο πού ὁδήγησε στήν ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισµοῦ ἦταν ἡ προτεσταντική νοοτροπία µέ τήν πίστη της στόν «ἀπόλυτο προορισµό»!

Ἡ δεύτερη περικοπή ἀπό τήν Πρός Ρωµαίους πού ἔχει ἀπασχολήσει τούς Δυτικούς καί ἔχει παρερµηνευθεῖ ἀπό αὐτούς εἶναι ἡ ἑξῆς: «Δία τοῦτο, ὥσπερ δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁµαρτία εἰς τόν κόσµον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁµαρτίας ὁ θάνατος, καί οὕτως εἰς πάντας τούς ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ’ ᾧ πάντες ἥµαρτον» (Πρός Ρωµαίους, 5,12). Σύµφωνα µέ τήν «Δογµατική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου πολλοί Δυτικοί θεολόγοι ἐξηγοῦν τήν περικοπή αὐτή ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός καταλόγισε στό ἀνθρώπινο γένος τήν προσωπική ἁµαρτία τοῦ Ἀδάµ εἴτε «ἐξωτερικῶς», παρά τό ὅτι δηλαδή οἱ ἀπόγονοί του δέν συνέπραξαν σέ αὐτήν, εἴτε διότι τό ἀνθρώπινο γένος ὁλόκληρο ἐνυπῆρχε στόν Ἀδάµ καί ὡς ἐκ τούτου ἁµάρτησε µαζί µέ αὐτόν. Μέ βάση αὐτές καί ἄλλες παρόµοιες ἀντιλήψεις γεννήθηκε ἡ λεγόµενη «δικανική θεολογία», ἐκείνη δηλαδή πού δίνει ἔµφαση σέ ἔννοιες ὅπως ἡ ἐνοχή, ἡ δίκη καί ἡ τιµωρία καί προβάλλει τήν εἰκόνα ἑνός ἐµπαθοῦς, ἐκδικητικοῦ καί τιµωροῦ Θεοῦ. Σχετικά µέ τό θέµα αὐτό, τή διδασκαλία, δηλαδή, γιά τό προπατορικό ἁµάρτηµα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀναφέρει πολλά στούς λόγους του. Ἐµεῖς ἁπλῶς καί µόνο γιά νά ἐπιστήσουµε τήν προσοχή τῶν ἀναγνωστῶν στήν ἑρµηνεία τῆς περικοπῆς ἀπό τόν ἅγιο, θά ἐπισηµάνουµε τήν ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτη φράση του: «Τό ὅτι θανόντος τοῦ Ἀδάµ γίναµε ὅλοι θνητοί, τό ἔδειξε σαφῶς καί διά πολλῶν (=ὁ ἄπ.Παῦλος). Ὅµως αὐτό πού ἐρευνοῦµε, τόν λόγο δηλαδή γιά τόν ὁποῖο αὐτό συνέβη, δέν τόν παραθέτει». Συναφῶς, ὁ ἅγιος ἐρωτᾶ: «Τό νά γίνει κάποιος ἁµαρτωλός ἀπό τήν παρακοή ἄλλου, ποιά λογική ἔχει;». Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρέλειψε νά ἀναφέρει συγκεκριµένα τόν λόγο αὐτόν («ἀφίησιν ἄλυτον»), διότι ὁ σκοπός τοῦ ἦταν ἄλλος: νά ἀποδείξει στούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι δέχονταν ὅτι ἐξαιτίας τοῦ Ἀδάµ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν θνητοί καί ἔτσι ἐκκινοῦσαν ἀπό κοινή ἀφετηρία διαλόγου µέ αὐτόν, ὅτι εἶναι τουλάχιστον ἐξίσου δυνατόν καί εὔλογο ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἑνός Ἀνθρώπου (τοῦ Χριστοῦ) νά ὑπερεπαρκέσει γιά τή σωτηρία καί τή δικαίωση ὅλων των ἀνθρώπων.

Σχετικά µέ τό θέµα αὐτό εἶναι, ἀκόµη, ἀξιοπρόσεκτό το ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης διακρίνει ἀνάµεσά σε «σωτηρία» καί «δικαίωση», λέγοντας ὅτι ἡ περίσσεια χάριτος πού  δώρισε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο δέν συνίσταται ἁπλῶς καί µόνο στήν ἀπαλλαγή του ἀπό τήν τιµωρία (=σωτηρία), ἀλλά ἐπιπροσθέτως καί πολύ περισσότερο στήν ἄνωθεν ἀναγέννηση, στήν ἀπολύτρωση, τή δικαίωση καί τήν υἱοθεσία, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε συγκληρονόµος καί σύσσωµός του Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Προηγουµένως, εἴχαµε ἀναφέρει ὅτι ἡ Πρός Ρωµαίους ἐπιστολή ἔχει παρερµηνευθεῖ καί στρεβλωθεῖ ἐπανειληµµένως στή Δύση. Ὅµως, φαίνεται πώς οὔτε στήν Ἀνατολή ἔχει γίνει σαφές σέ ἐπαρκῆ βαθµό τό περιεχόµενό της. Χαρακτηριστικό αὐτοῦ εἶναι το ὅτι στήν µετάφραση στή δηµοτική γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης πού ἐκπόνησαν οἱ καθηγητές Γεώργιος Γαλίτης, Ἰωάννης Καραβιδόπουλος, Ἰωάννης Γαλάνης καί Πέτρος Βασιλειάδης καί ἐξέδωσε ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία ἡ διάκριση ἀνάµεσα στή «σωτηρία» καί τή «δικαίωση» δέν ἀναγνωρίζεται καθόλου. Ἔτσι, γιά παράδειγµα ἡ φράση τοῦ ἀποστόλου «εἰς δικαίωσιν ζωῆς» (Πρός Ρωµαίους, 5,18) ἀποδίδεται ὡς «αἰτία σωτηρίας καί ζωῆς», ἐνῶ ἡ φράση «ἡ χάρις βασιλεύση διά δικαιοσύνης» (Πρός Ρωµαίους, 5, 21) ἀποδίδεται ὡς «θά κυριαρχήσει καί ἡ χάρη µέ τή σωτηρία». Μέ τόν τρόπο, ὅµως, αὐτό τῆς µετάφρασης ἀλλοιώνεται σέ µεγάλο βαθµό τό νόηµα τῆς ἐπιστολῆς, ἀφοῦ ἡ «δικαίωση» ἐξισώνεται καί ἐξοµοιώνεται κατά περιεχόµενο µέ τή «σωτηρία», ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: τό ὅτι δηλαδή «ἡ δωρεά ἐν χάριτι τῇ τοῦ ἑνός ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τούς πολλούς ἐπερίσσευσε…οὗ δέ ἐπλεόνασεν ἡ ἁµαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις..» (Πρός Ρωµαίους, 5,15-20).

Ἡ τρίτη δέ περικοπή ἀπό τήν Ἐπιστολή πού θά παραθέσουµε ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ψυχή ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. Οὐ γάρ ἔστιν ἐξουσία εἰ µή ὑπό Θεοῦ» (Πρός Ρωµαίους 13, 1). Ὅσοι ἔχει τύχει, ἰδίως παλαιότερα, νά διαβάσουν κείµενα προπαγανδιστικά του σοσιαλισµοῦ καί τοῦ κοµµουνισµοῦ εἶναι πολύ πιθανόν νά ἔχουν συναντήσει τήν ἄνω περικοπή, ὡς «τεκµήριο» καί ὡς «ἀπόδειξη» περί τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία –τάχα- κηρύσσει τήν ἐθελοδουλεία καί τάσσεται πάντοτε ὑπέρ τῶν ἰσχυρῶν καί τῶν ἐκµεταλλευτῶν πού ἔχουν τήν κρατική ἐξουσία στά χέρια τους, περιβάλλοντάς τους µέ Θεία ἐπικύρωση. Καί ὡς πρός τό θέµα αὐτό, ὅµως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης δίνει εὐθέως καί συντόµως τήν ἀπάντηση: «Τί λέγεις; Ὥστε κάθε ἄρχων χειροτονεῖται ἀπό τόν Θεό; Δέν ὑποστηρίζω αὐτό, λέγει, οὔτε ἀναφέροµαι στούς συγκεκριµένους ἄρχοντες τώρα, ἀλλά στό ἴδιο τό πρᾶγµα (=τόν θεσµό). Τό νά ὑπάρχουν δηλαδή ἐξουσίες καί οἱ µέν νά ἄρχουν καί οἱ δέ νά ἄρχονται … ἰσχυρίζοµαι ὅτι εἶναι ἔργο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δηλαδή, ἀποκαθιστώντας καί ὡς πρός τό ζήτηµα αὐτό τήν ὀρθή ἑρµηνεία τοῦ ἀποστόλου, διακρίνει ἀνάµεσα στόν θεσµό καί στά πρόσωπα πού τόν στελεχώνουν. Ἑποµένως, οἱ κρατικοί θεσµοί καθ’ ἑαυτοί εἶναι ἐπικυρωµένοι ἀπό τόν Θεό, αὐτό, ὅµως, δέν συνεπάγεται τό ὅτι κάθε ἄρχων πού τυχαίνει νά ἔχει ἀνέλθει στήν ἐξουσία θά ἔχει αὐτοµάτως καί ἄνευ ἄλλου τινός τήν ἔγκριση καί τήν ἐπιδοκιµασία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. 

Ὅσα προπαραθέσαµε εἶναι, βέβαια, σύντοµα καί ἐλλιπῆ. Ὅµως, ἀποσκοποῦν στό νά δώσουν, ἔστω ἀκροθιγῶς, µιά κάποια ἰδέα γιά ζητήµατα θεολογικά καί ἑρµηνευτικά, τά ὁποῖα εἴτε δέν εἶναι γνωστά, εἴτε ἔχουν παραµεριστεῖ, διότι –δῆθεν- δέν µᾶς ἀφοροῦν. Θά εἶχε, δέ, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νά µελετηθεῖ ἐκτενέστερα καί βαθύτερα τό πῶς ὁ Δυτικός κυρίως κόσµος ὁδηγήθηκε σέ ἐσφαλµένες ἐπιλογές καί ἔφτασε στίς ἡµέρες µας νά πλησιάζει στήν τέλεια ἀπιστία, ξεκινῶντας ἀπό παρερµηνεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Σηµειωτέον, ἐξ ἄλλου, ὅτι µιά τέτοια µελέτη δέν θά ἀφοροῦσε µόνο τούς Δυτικούς, ἀλλά καί ἐµᾶς τούς Ἀνατολικούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι σέ ὄχι ἀµελητέο βαθµό ζοῦµε πλέον σέ Δυτικό κλίµα καί ἀντιµετωπίζουµε τούς «πειρασµούς» τῆς Δύσης.

 

Νοµοµαθής

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 207

Νοέμβριος 2019

 

https://www.agnikolaos.gr/articles/851-o-agios-xrysostomos-kai-oi-diastrevloseis-tis-pros-romaious-epistolis

Μητροπολίτου πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης κ. Αθανασίου Γιέβτιτς

 

      Ο άγιος Νεκτάριος, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος, ήταν ο ηγούμενος ημών που ορθοτόμησε και κήρυξε τον λόγον της αληθείας. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να αναθεωρούμε την τελευτή του βίου του και να μιμούμεθα την ορθόδοξο πίστη του, διότι μόνο έτσι θα ορθοτομούμε και εμείς τον λόγον της θεολογίας και θα βαδίζουμε μαζί του και μαζί με όλους τους άλλους αγίους. [...]

Ο άγιος Νεκτάριος είχε ήδη αρχίσει να γράφει το έργο Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος από το 1895 όταν ο πάπας Πίος ο Θ΄ - και αργότερα ο Λέων ο ΙΓ΄ - θέλοντας να συγκαλέσει την πρώτη Βατικάνεια Σύνοδο απηύθυνε μήνυμα στους ανατολικούς πατριάρχες, προκειμένου να προσέλθουν στην ουνία και ενωθούν με την παπική Εκκλησία, που σημαίνει βασικά να υποταγούν σ' αυτόν, τον πάπαν Ρώμης. Οι Πατριάρχες της Ανατολής απήντησαν με τη γνωστή Επιστολή που θα ‘πρεπε και σήμερα να διαβάζεται. Ο άγιός μας, λοιπόν, άρχισε να δημοσιεύει τη μελέτη του στον Ιερό Σύνδεσμο, που μόλις το 1912 βγήκε ο πρώτος τόμος και αργότερα ο δεύτερος. Δύο χρόνια πριν είχε αλληλογραφήσει με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κρυπτοφέρρη, Μελέτιο Zesonis, που, νομίζω, πρέπει να ήταν ένας Έλληνας Ουνίτης που ήθελε να εκδώσει ένα περιοδικό το Roma e l' Oriente, το οποίο αποσκοπούσε στη «θεάρεστον ένωσιν της Ανατολικής Ελληνικής Εκκλησίας μετά της Δυτικής Ρωμαϊκής», όπως λέει ο άγιος στο γράμμα του. [...]

Στο γράμμα του όμως ο άγιος Νεκτάριος λέει και τα εξής: «...επέστη ο καιρός της συνδιαλλαγής και της ενώσεως και της από κοινού ενεργείας κατά των παντοίων πολεμίων της Μιας, Αγίας, Καθολικής Αποστολικής Εκκλησίας. Αλλά φρονώ, ότι προς επίτευξιν του επιζητούμενου σκοπού πρέπει πρωτίστως να γίνωσι συνεννοήσεις ουχί δι' επιστολών, αλλά δια λόγου προφορικού», δηλαδή διαλόγου και παραπέμπει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα διατυπώσει τις αρχές για να διεξαχθεί η παραπέρα συζήτηση.

Σπουδαία είναι η παρατήρηση στο τέλος του γράμματος. Την αντιγράφω: «...μάλιστα πολλοί δυνατοί μεν εισι λέγειν και γράφειν, αλλ' ου δια τούτο αρμόδιοι [...] Φρονώ, ότι περί του ζητήματος τούτου δύνανται να γράφωσι μόνον οι μελετήσαντες αυτό ιστορικώς, κριτικώς και μετά πόθου και ειλικρινείας εργασθέντες εις την ανεύρεσιν των αληθών αιτίων του Σχίσματος».

Μέσα από το βιβλίο του, την ιστορική μελέτη του, φαίνεται ότι ο άγιος διαθέτει αυτά τα προσόντα. Μου κάνει εντύπωση πως μελέτησε τόσες πηγές και έφτασε σε συμπεράσματα που μόλις στην εποχή μας αρχίζουν να διατυπώνουν μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας σε σχέση με την εξέλιξη του Σχίσματος. Ο άγιος ξεκινά από την αρχή, από την εποχή των Αποστόλων και λέει ότι εκεί υπάρχουν οι πρώτες καταβολές της αληθινής οργανώσεως της Εκκλησίας. Εδώ μπορεί κανείς να ‘πεί ότι και στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας μάλλον έπαιξαν τον ρόλο τους οι προσωπικές διεκδικήσεις, οι φιλοδοξίες και οι φιλαρχίες ορισμένων επισκόπων της Ρώμης. Παράδειγμα η περίπτωση του πάπα Βίκτωρος της Ρώμης (τέλος β' αιώνος), ο οποίος αντέδρασε στην διαίρεση της δικής του επισκοπής, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, επειδή ήρθαν πολλοί χριστιανοί από την Ανατολή με έθιμα της ασιατικής Εκκλησίας να εορτάζουν το Σταυροαναστάσιμο Πάσχα και όχι το αναστάσιμο όπως οι περισσότερες Εκκλησίες και η Ρώμη. Και στη συνέχεια, λέγει ο άγιός μας, υπήρξαν διεκδικήσεις και φιλοδοξίες για το πρωτείο, όπως του πάπα αγίου Λέοντος την εποχή της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Σημειώνει ο άγιος γι' αυτόν στο βιβλίο του: «Αν ένας άγιος φανερώνει φιλοδοξίες για πρωτεία, τι θα κάνουν οι άλλοι;». [...] Ο άγιος επικαλείται την εκκλησιαστική συνείδηση της πρώτης Εκκλησίας, όπου ο απόστολος Πέτρος δεν είχε πρωτείο ούτε ήταν ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης, διότι οι απόστολοι δεν ήσαν επίσκοποι μιας ορισμένης πόλεως - λέει ο άγιος - και επομένως δεν μπορεί η φιλοδοξία των παπών, «η ηγεμονία και μονοκρατορία», όπως την ονομάζει, να στηριχθεί στον Πέτρο. «Εάν τα προσόντα του Πέτρου», το πρωτείο της εξουσίας, η αξία δηλαδή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, λέγει ο άγιός μας, «ήσαν αληθή, το πνεύμα του Ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών⋅ θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας».

Παραπέμπει δε περαιτέρω ο άγιος στα βιβλία της Κ.Δ. και στον Παύλο και γίνεται αρκετός λόγος για θέματα ενότητας της Εκκλησίας, για κεφαλή, για θεμέλιο της εκκλησίας. «Η ενότης της Εκκλησίας, λέγει ο άγιος, ουχί εν τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος εστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μια πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία».

Και πολλά άλλα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, θα αρκεσθούμε, όμως, στο εξής χωρίον από το Ιερατικόν Εγκόλπιον του αγίου Νεκταρίου: «Περί της εξουσίας και δυνάμεως όλων των Αποστόλων συνάγομεν ότι πάντες οι Απόστολοι είχαν την δύναμιν να συγκροτώσι και εγείρωσιν Εκκλησίας, τελείως κατηρτισμένας, ανεξαρτήτους και αυτοκεφάλους [με την έννοια πλήρως καθολικάς], διο και αι αξιώσεις ας εγείρει η Δυτική Εκκλησία δια το είναι τον επίσκοπον Ρώμης διάδοχον του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου είναι ανυπόσταται ως αρνούμεναι τοις λοιποίς Αποστόλοις, το τε Αποστολικόν αξίωμα, την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την χειροτονίαν αυτών ως Αρχιερείς και λειτουργούς των θείων Μυστηρίων της Εκκλησίας [...] πάντες οι επίσκοποί εισιν ισότιμοι προς αλλήλους, ως ίσοι και ως διάδοχοι του ενός Αποστολικού αξιώματος».

Μεταβαίνει μετά στο θεσμό των Συνόδων ως έκφραση ενότητας της Εκκλησίας και των Εκκλησιών που είναι πολύ σημαντικό. Διατυπώνει ο άγιος αυτό που βλέπουμε στη νεώτερη ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιολογία. Οι Εκκλησίες που ήσαν όλες πλήρεις και καθολικές, δέχθηκαν από εκούσια αγάπη να υποταγούν στο θεσμό των Συνόδων. Εξυμνεί πολύ τις Συνόδους και παραπέμπει σε κείμενα σαν του Πολυκράτους Εφέσου και την Επιστολή της Συνόδου της Καρθαγένης, το 418, προς τον Κελεστίνο Ρώμης, όπου τονίζεται ότι «ο Θεός δεν έδωσε μόνο σε μια παροικία [= Εκκλησία] και σε ένα άνθρωπο την Χάρη η το Άγιο Πνεύμα, αλλά σε όλους όσοι πιστεύουν και είναι ενωμένοι στο όνομα του Χριστού και είναι συγκεντρωμένοι εις Σύνοδον».

Στο έργον του⋅ Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, ο άγιός μας διαπραγματεύεται διεξοδικώς περί των θεοσυλλέκτων Συνόδων της Εκκλησίας, απ' όπου αναφέρουμε μόνον τα εξής· οι Οικουμενικές Σύνοδοι είχαν ως κριτήριο όχι ένα ποντίφηκα, αλλά το Άγιον Πνεύμα και την αλήθεια. [...] Στη συνέχεια μεταβαίνει ο άγιός μας στην περίοδο του αγίου Φωτίου. Για τον άγιο Φώτιο ο άγιος έχει γράψει πολλά. Υπήρχε και κάποια παραπλάνηση των ιστορικών ότι και δεύτερο Σχίσμα επήλθε επί Φωτίου και τελικά δεν αποκαταστάθηκε, ενώ ο άγιος βρίσκει ντοκουμέντα και τα δημοσιεύει πολύ πριν από τον France Ovornik ότι ο Φώτιος αποκατέστησε την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία και συνεχίστηκε μέχρι και την εποχή των Σταυροφόρων. [...]

Τη μεγάλη εξέλιξη του παπισμού βλέπει στη Δύση ο άγιος Νεκτάριος μέσα από τα Ψευδοδεκριτάλια, στη Donatio Konstantini, στα Ψευδοϊσιδώρεια Δεκριτάλια και στο «de cretum Gratiaui», τον ια' αιώνα, τα οποία υπερέβησαν κάθε όριο εξελίξεως, διότι ήρθαν να κατοχυρώσουν το ήδη υπέρ-καινοτομηθέν παπικό πρωτείο και τον θεσμό του παπισμού, που είχε μπεί στη συνείδηση της Δύσεως, ενώ στην Ανατολή δεν είχαν δώσει τόση σημασία πως αυτό εκαλλιεργείτο.

Στη συνέχεια ο άγιος Νεκτάριος μιλάει για το παπικό αλάθητο. Αποδεικνύει ότι ο πάπας κάθε άλλο παρά αλάθητος είναι όπως π.χ. ο επίσκοπος Ρώμης Κάλλιστος τον γ' αιώνα που ήταν Σαβελιανός και υπονομεύει ο κίνδυνος του Σαβελιανισμού και μέχρι σήμερα στο θέμα του Filioque, υπονομεύει ένας «ημισαβελιανισμός», όπως θα ‘πεί ο άγιος Φώτιος στην Μυσταγωγία περί του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή ένας υπερτονισμός της μιας του Θεού ουσίας σε βάρος των τριών Προσώπων και της Μοναρχίας του Πατρός.

Τον δ' αιώνα έχουμε την περίπτωση του μη αλαθήτου του πάπα Λιβερίου, που υπέγραψε αρειανικό [...] Επίσης και την περίπτωση του πάπα Ονωρίου στον ζ' αιώνα, που καταδικάστηκε από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός μονοθελητής και το παραδέχθηκε και ο διάδοχός του πάπας Λέων ο Β' το 682-683. Επομένως δεν υπάρχουν ούτε θεολογικά ούτε ιστορικά ερείσματα ότι ο πάπας είναι αλάθητος.

Η Σύνοδος του Βατικανού (1870) ετόνισε πολύ το αλάθητο του πάπα σε σημείο να ‘πεί ότι ο πάπας και «χωρίς την εκκλησία», «χωρίς τη συμφωνία της», είναι αλάθητος (ex sese, et non ex consensus Ecclesiae). Αν και ο άγιος Νεκτάριος δεν αναφέρει ότι ο πάπας καταργεί την Εκκλησία με τη Σύνοδο του Βατικανού, γράφει ωραιότατα σχόλια στο έργο του Περί Οικουμενικών Συνόδων. Είναι χαρακτηριστικό πως στον άγιό μας δεν κυριαρχεί ούτε ζήλος ούτε αδιαφορία. Και στην εποχή μας, σήμερα, πρέπει να προσέξουμε πολύ στο σημείο αυτό να μη καλλιεργείται μία άποψη: ότι μόνον οι ζηλωτές είναι κακοί και δεν έχουν αγάπη. Διότι και οι άλλοι, οι λεγόμενοι Οικουμενιστές, δεν έχουν αληθινή αγάπη με το να μιλάνε για αγάπη χωρίς την αγάπη της αληθείας. Η πόλωση αυτή δεν είναι καλή.

Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει ότι η αγάπη είναι το παν. Δεν φταίνε τα δόγματα. Εάν ένας μισεί τον αιρετικό, φταίει περισσότερο το πνεύμα του, η τοποθέτησή του. Ο άγιος, χωρίς να καταργεί την αγάπη, θεωρεί την παπική εκκλησιολογία σαν ένα είδος φιλοσοφικού θεσμού, μια φιλοσοφική θεωρία που παραδέχεται τον Θεόν ως Δημιουργό του κόσμου, αλλά όχι και σαν Προνοητή αυτού. Η παπική Εκκλησία θέτει σε δεύτερη μοίρα τον ίδιο τον Χριστόν. Αυτό το έχει τονίσει και ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής, αλλά έχει τονιστεί και στη Σερβική Θεολογία, στον π. Ιουστίνο Πόποβιτς. Ο πάπας εκτοπίζει την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, και έρχεται αυτός να κυριαρχήσει, ενώ ο Χριστός βρίσκεται κάπου πίσω και το Άγιον Πνεύμα δεν έχει την κεντρική θεοπρεπή θέση Του. Ο Φλωρόφσκυ έλεγε ότι πράγματι χωλαίνει η εκκλησιολογία της Ρώμης, μα περισσότερο η Χριστολογία τους. Το ‘χει γράψει και η μηδαμινότητά μου ότι δεν έχει Χριστοκεντρισμό η ρωμαϊκή θεολογία, έχει περισσότερο Χριστομονισμό, χωλαίνει στη Χριστολογία. Και ο άγιος Νεκτάριος, χωρίς να το λέει επί λέξει, το εννοεί⋅ πως το να απωθείται ο Χριστός και να γίνεται ο πάπας αντικαταστάτης του είναι άρνηση του Χριστού ως Απαρχής και Κεφαλής και Ακρογωνιαίου Λίθου της Εκκλησίας, ως Πρωτοτόκου εν πολλοίς αδελφοίς. [...]

Η συντέλεση του Σχίσματος έγινε τελικά με την επιβολή των Σταυροφόρων και κυρίως της Δ' Σταυροφορίας, όταν πια με την βία εκτοπίζεται η Ορθόδοξος Ιεραρχία. Γι' αυτό και ο Πέτρος Αντιοχείας τον ια' αιώνα, του οποίου το πνεύμα επαινεί ο άγιος Νεκτάριος, πήγε να ειρηνεύσει τον Κηρουλάριο αναφερόμενος μόνον στο πρόβλημα του Filioque και το πρωτείο· και ενώ η Δύση συνέχιζε τη συνοδική παράδοση στην Πίζα, Κωνστάντια και Βασιλεία, η Φλωρεντία έφερε τέρμα σ' αυτά, διότι κατήργησε τη συνοδικότητα και επέβαλε την παπική νοοτροπία. Δεν επικράτησε στη Δύση η συνοδική παράδοση, διότι χαρακτηριστικό των αληθινών Συνόδων είναι όχι μόνον ότι είναι πιστές στις προηγούμενες αλλά και ότι γίνονται δεκτές από την Εκκλησία, από το ζωντανό σώμα του λαού του Θεού. Γράφει ο άγιος Νεκτάριος: «Το ζήτημα του πρωτείου του πάπα είναι κυρίως ειπείν το ζήτημα του Σχίσματος [...] Εγένετο το σχίσμα ένεκα της απαιτήσεως των παπών της υποταγής της Οικουμενικής Εκκλησίας, της μιας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του Σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότερος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου».

Αποτελεί άρνηση των αρχών του Ευαγγελίου και άρνηση της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Ο Χριστός οργάνωσε την Εκκλησία Του και ο πάπας την ανέτρεφε, την έκανε να είναι φτωχή και μονομερής, να είναι μονοκρατορία του. Αποτελεί άρνηση του ιδίου Σώματος της Εκκλησίας, της πνευματοκινήτου πραγματικότητάς της και του Χριστού ως Κέντρου και Κεφαλής της.

Τα κείμενα του αγίου είναι λίαν σημαντικά. Δεν είναι γραμμένα με μίσος, αλλά αποτελούν έκφραση της ίδιας αγάπης και μέριμνας του αγίου Νεκταρίου και προήλθαν από μια σπουδαία μελέτη, από ένα άνθρωπο που ήθελε πραγματικά το διάλογο: «Δια του δόγματος του αλαθήτου η Δυτική Εκκλησία απώλεσε την πνευματική της ελευθερία, τον στολισμόν της, εκλονίσθη εκ βάθρων, εστερήθη του πλούτου της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της παρουσίας του Χριστού. Και από πνεύματος και ψυχής κατέστη άναυδον σώμα [...] Από καρδίας θλιβόμεθα για την γενομένην αδικίαν τη Εκκλησία και εκ των μυχίων [...] ευχόμεθα να φωτίση το νουν και την καρδίαν του Μακαριωτάτου Ποντίφηκος το Άγιον Πνεύμα, όπως αποδόση τιμή τη Αγία Καθολική Εκκλησία, ό,τι παρ' αυτής αφήρεσεν ως μη ώφειλεν».

Είναι μεγάλος ο πόνος του αγίου μας για την πτώση και μη μετάνοια της Ρώμης. Λέει στο βιβλίο του: «...όπως έχουν στην πρώτη σειρά το πρωτείο, την εξουσία του Πέτρου, μακάρι να είχαν και στην πρώτη σειρά τη μετάνοια του Πέτρου για να είναι ολόκληρο το Ευαγγέλιο, να είναι πράγματι ευαγγελική η Εκκλησία».

Ο άγιος Νεκτάριος δεσπόζει σαν παράδειγμα σοβαρού μελετητού, ανθρώπου που δεν έχει μίσος, έχει διάκριση, που πονάει για την απώλεια της Ρώμης, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρομοιάζει με πτώση ελέφαντα, ο οποίος όταν πέσει δεν μπορεί να σηκωθεί μόνος του. Ρητώς αναφέρει πως πρέπει η εμείς να θυσιάσουμε αυτά που έχουμε από τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους, η ο πάπας να θυσιάσει αυτό που είναι, τις καινοτομίες στην πίστη που είναι το πρωτείο, το αλάθητο. Ο πάπας - λέει ο άγιος - μας κάνει χάρη, μας προτείνει να μείνουμε με τα δόγματά μας, με τα έθιμά μας με το vitus Bizantium. Με την σκέψη όμως αυτή μας χαρίζει κάτι που δεν έχουμε ανάγκη να μας χαρίσει, ενώ πρέπει να χάσει η Εκκλησία μας, η Αποστολική Εκκλησία του Θεού, την ελευθερίαν της.

Ο άγιος όμως πονάει, διότι δεν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να φύγει από τη βάση της, από τον καθοδηγητή της αληθείας και Παράκλητο της Εκκλησίας, το Πανάγιον Πνεύμα. Κοντά στον άγιο αισθάνεται κανείς σιγουριά. Διότι αυτός βιώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, γι' αυτό και μπορεί να κάνει το ανάλογο βήμα προς τη Δύση. Αν ήταν στην εποχή μας ο άγιος Νεκτάριος θα μετείχε στους διαλόγους και μάλιστα ενεργά αν και ως ιεράρχης είχε απωθηθεί, και μάλιστα χωρίς να υπάρξει μετάνοια από την πλευρά των διωκτών του.

Φαίνεται η μεγαλοψυχία του αγίου Νεκταρίου έναντι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, αλλά φτάνει μέχρι του σημείου εκείνου που δεν προδίδει εκείνα που δεν είναι δικά του, γιατί δεν έχει δικαίωμα να τα προδώσει διότι είναι του Χριστού. Αν το κάνει είναι σαν να προδίδει την ίδια την ελπίδα, τη σωτηρία του κόσμου, που είναι η Αλήθεια του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού, η χάρις και αιωνία ζωή του Αγίου Πνεύματος. Με τον παπισμόν, γράφει ο άγιος, «η Εκκλησία διατρέχει κίνδυνον να αποβή εκ Μιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Εκκλησία Ρωμαϊκή η μάλλον παπική, κηρύττουσα ουχί πλέον τα των Αγίων Αποστόλων, αλλά τα των παπών δόγματα». Και προσθέτει στο τέλος:

«Γένοιτο ο Θεός κριτής μεταξύ ημών και αυτών».

 

Από το βιβλίο «Άγιος Νεκτάριος ο Πνευματικός, ο Μοναστικός, ο Εκκλησιαστικός Ηγέτης», Πρακτικά Διορθοδόξου Θεολογικού Επιστημονικού Συνεδρίου επί τη εκατοπεντηκοετηρίδι (1846-1996) από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, Αίγινα 21-23 Οκτωβρίου 1996. -  ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009





Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας.

Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).

Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών; Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής.

Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν.

Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα; Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς, λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης.

Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.


Η ενότης των εκκλησιών

Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.

Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί... Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).

Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.

Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;

Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.


Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων

Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλου Ματθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.

Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.

Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομής αποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).

Εν ταις Πράξεσιν ουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.


Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων

Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλου ουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας.

Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).

Εν τη προς Εφεσίους ο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.

Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.


Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησίας

Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή του Βαρνάβα γίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.

Εν ταις επιστολαίς του Κλήμεντος Ρώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.

Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίου Ιγνατίου αναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".

Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;

Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.

Εν τη προς τον Πολύκαρπον επίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').

Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.

Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιερεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.

Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρός Ερμά "ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5).

Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').

Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.

Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ιστορική Περί των αιτίων του Σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών της Ανατολικής και της Δυτικής. Αθήνα 1911)

 

 

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος, σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία, μιλάει για το ζήτημα της καύσης των νεκρών. Αναφέρεται στην σημασία του ανθρωπίνου σώματος για την Εκκλησία και την ιερότητά του και τονίζει τον θεολογικό χαρακτήρα του μυστηρίου του θανάτου.