Print

alexandreia

ΕΚΑΨΑΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ;

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 

 

   Πολλοί και πολύμορφοι είναι οι σύγχρονοι κύκλοι τόσον στην Ελλάδα όσον και στην αλλοδαπήν, που δεν χάνουν ευκαιρίαν κάθε τόσο δια των ηλεκ­τρονικών και έντυπων μέσων ενη­μέρωσης να μας διδάσκουν και υπενθυμίζουν ότι αυτός ο τόσον επαχθής σ' αυτούς Χριστιανισμός μεταξύ των άλλων συμφορών, που επισώρευσεν στην ανθρωπότητα, επέφερεν και δεινά πλήγματα κατά του Πολιτισμού.

Μεταξύ δε αυτών των εγκλη­μάτων του κατά τού Πολι­τισμού, επαναλαμβάνουν οι ίδιοι αυτοί συχνά και την υπό των Χριστιανών, όπως υποστηρίζουν, πυρπόληση της ξακουστής Βιβλιο­θήκης, που κοσμούσεν την ελληνιστικήν Αλεξάνδρειαν, τη νέαν εκείνην πρωτεύουσαν της Αιγύ­πτου.

Αυτό μάλιστα συχνότατα υπο­στηρίζεται σαν ιστορική θέση, σαν επιστημονικό θέσφατον, που προβάλλεται για να χρησιμεύ­σει βέβαια σαν ένα επί πλέον επι­χείρημα, προκειμένου ν' αποδειχ­θεί ακριβώς η ιδιοσυγκρασία και ο γενικότερος παρεμφερής ρόλος του Χριστιανισμού σαν «συστήματος σκοταδιστικού». Υποστηρίζεται δε η θέση αυτή σαν μια τόσο ξεκάθαρη ιστορική αλήθεια, έτσι ώστε να μη τολμά κανείς νάχει αντίρρηση, αν δεν θέλει να θεωρηθεί οπισθοδρομι­κός, ή σκοταδιστής, ανιστόρητος και μη ενημερωμένος επιστημονι­κά.

Όταν μάλιστα διανοηθεί κάποιος να ερωτήσει «και γιατί δεν ενοχοποιείτε, λοιπόν, τον εμίρην Ομάρ, ο οποί­ος, σύμφωνα με δύο Άραβες ιστο­ρικούς, τον Abd-Allatif και τον Abulfaradge, διέταξε κατά την άλωση της Αλεξάνδρειας, το 641, την καύση των βιβλίων της Βιβλιο­θήκης;», τότε ο υποβάλλων τέτοιαν ερώτηση θα δεχθεί και νέους μύδρους: «ώστε είσθε φανατικός», «κατηγορείτε λοιπόν το μουσουλμάνον Ομάρ (641 μ.Χ.) και απαλλάσσετε τον Χριστιανόν επίσκοπον Θεόφιλον (389 μ.Χ.), που είναι ο αυτουργός της πυρπόλησης της αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης»1.

Και όμως, όσοι ενοχοποίησαν τον Ομάρ, για να αρχίσουμε από τον Abd-Allatif μέχρι τους Diderot, Voltaire2, Champollion - Figeac3, Sylvestre de Sacy4, Langles5, With, Hammer6 και τον Άραβα τού 17ου αιώνα Hadji-Khal-fa7, δεν φημίστηκαν για τα φιλοχριστιανικά τους αισθήματα. Απλώς μίλησαν σαν Ιστορικοί. Το ότι απέ­δωσαν οι ανωτέρω στον Ομάρ την ευθύνην της καύσης της βιβλιοθήκης δεν τους μεταποιεί ούτε σε χριστια­νούς, ούτε σε τρέφοντας χριστιανικά αισθήματα και άρα γι' αυτό φανατι­κούς αντιμουσουλμάνους χριστια­νούς ή συνοδοιπόρους του Χριστιανι­σμού. Κάθε άλλο!

Όσον τώρα για την απαλλαγήν συγκεκριμένα τού χριστιανού επίσκοπου Θεόφιλου απ’ την κατηγορίαν, αυτόν ούτε οι σύγχρονοι του ιστορι­κοί ούτε οι μεταγενέστεροι τον κατηγόρησαν ποτέ αλλά μόνον, απ’ ό,τι γνωρίζομεν, μετά 14 ολόκλη­ρους αιώνες δηλαδή μόλις τον ιη' αιώνα διατυπώθηκεν αναπόδεικτη κατηγορία και αθεμελίωτη ιστορι­κά υπόθεση συγκεκριμένα από τον άγγλον ιστορικό Γίββωνα ότι δήθεν τη βιβλιοθήκην της Αλεξάνδρειας έκαψαν οι Χριστιανοί τη παροτρύνσει τού Θεόφιλου κατά τα επεισό­δια τού 389.

   Αλλά είναι καιρός να δούμεν σε μιαν πρώτη φάση πως δημιουργήθηκεν τόσον η πρώτη όσον και η δεύτερη βιβλιο­θήκη της Αλεξάνδρειας και πως έληξεν η πρώτη, για να πάρει τη θέση της η δεύτερη, η οποία είναι και το επίμαχον σημείον του όλου θέματός μας, καθώς και το τι επέγινεν, και ποια ήταν η τύχη αυτής της δεύτερης βιβλιοθήκης.

 Ανέκαθεν, επομένως και προ της δυναστείας των Πτολεμαίων φαίνεται ότι υπήρχαν στην Αίγυπτο, διάσπαρτες ανά τους αιγυπτιακούς ναούς των ειδώ­λων, μικρές βιβλιοθήκες, μια αιγυ­πτιακή συνήθεια, που την πήραν αργότερα Έλληνες και Ρωμαίοι. Αλλά και κατά το Διόδωρο (α, 45) μαρτυρείται η βιβλιοθήκη του παλαιότερου βασιλιά της Αιγύ­πτου, του Οσυμάνδυου, η οποία εφερεν σαν προμετωπίδα τη φράση: «ιατρείον ψυχής». Παρ' Ευσταθίω (Προοίμ. εις Οδύσ.) επίσης γίνε­ται λόγος μάλλον περί βιβλιοθήκης εις το άδυτον του Ηφαίστου στη Μέμφιν.

Όντως η αιγυπτιακή Ραχώτις, προ τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν ήταν παρά ένα πτωχό χωριουδάκι ψαρά­δων και βοσκών, όταν το 332 ο μακεδόνας στρατηλάτης ανάθεσε στον επίσης μακεδόνα ή, κατ' άλλους, ρόδιον αρχιτέκτονα Δεινο­κράτη να κτίσει εκεί μιαν καινούργιαν πόλη, η οποία, προς τιμήν του μακεδόνα βασιλιά πήρεν το όνομά του.

Ο δε μετά τον Μ. Αλέξανδρο βασιλεύσας Πτολεμαίος Α' ο Λάγου ή Σωτήρας ανύψωσεν τη νέαν πόλη σε πρωτεύουσαν της Αιγύπτου, υποκαταστήσασαν τις προηγούμενες, Μέμφιν και Θήβες, εκόσμησε δε την πόλη με λαμπρά οικοδομήματα και διακρίθηκεν σαν προστάτης των επι­στημών, των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο ίδιος μάλιστα ήταν πολυγράμματος και σπουδαίος στις φιλολογικές τέχνες, όπως δείχνουν οι σωζόμενες Επι­στολές του, καθώς και το ότι συνέταξεν Ιστορίαν τού Μ. Αλέξαν­δρου, από την οποία μάλιστα ο Αρριανός συνέγραψεν κι' αυτός την δικήν του Ιστορίαν Αλέξανδρου, όπως ο Αρριανός ομολογεί στον πρόλογόν του.

Θεωρείται, πάντως, βέβαιον ότι ο Πτολεμαίος Α' ο Λά­γου ίδρυσεν το περίφημο Μουσείον της Αλεξάνδρειας, το οποίο δεν ήταν παρά Σύλλογος συγκαταβιούντων ένδοξων σοφών ανδρών, είδος Επιστημονικής Ακαδημίας ή Πανεπιστήμιου ή βασιλικής επιστημονικής Εταιρεί­ας ή βασιλικού Ιδρύματος Ερευ­νών ή επιστημονικού Πρυτανείου, όπου ενδιαιτώντο, μελετούσαν, συ­ζητούσαν και συνέγραφαν οι σοφοί.

Το Ίδρυμα αυτό βρισκόταν, κατά τον Στράβωνα εντός της περιοχής των «βασιλεί­ων», τα οποία καταλάμβαναν το τέταρτον ή τρίτον τού περιβόλου της πόλης. Ο Αμμιανός όλο αυτό «το κλίμα», δηλαδή τμήμα της πόλης το ονομάζει Βρούχιον (κβ', 14), που βρισκόταν ανατολικά και κατά μήκος τού μεγάλου λιμανιού και περιελάμβανε μνημειώδη οικοδομικά συγκροτήματα, που κτίστηκαν ολίγον κατ' ολίγον απ’ τους Πτολεμαίους και αργότερα από τους Ρωμαίους: Έτσι ανεγέρ­θησαν εκεί ανάκτορα, ιερά, γυμνά­σιο, θέατρον και το Μουσείον, το οποίον περιελάμβανε εκτος τού ιερού των Μουσών και την τεράστιαν βιβλιοθήκην της Αλεξάνδρει­ας ή τις βιβλιοθήκες τού Μουσείου.

   Ας εξετάσουμε λοιπόν σύντομα την προσωπικήν συμβολήν των Πτολεμαίων στην συγκρότηση και λειτουργίαν της ξακουστής αυτής βιβλιοθήκης.

Περαιτέρω σημειώνομεν ότι διατυπώθηκεν από τον Στρά­βωνα η γνώμη, ότι πρώτος ο Αριστοτέλης, συγκέντρωσεν και ταξινόμησεν συστηματικά κατόπιν εξακρίβωσης της ταυτότητας και πατρότητας των, βιβλία, και ότι αυτός ήταν που δίδαξεν και στους βασιλιάδες της Αιγύπτου «βιβλιο­θήκης σύνταξιν». Αφού αντιπαρατηρήσουμεν πρώτον ότι και άλλοι προ τού Σταγειρίτη ίδρυσαν βι­βλιοθήκες, όπως ο Πολυκράτης, ο Πεισίστρατος κ.λπ., παρατηρούμεν όμως, δεύτερον, ότι ο φιλόσοφός μας πέθανεν στις αρχές της βα­σιλείας Πτολεμαίου τού Λάγου, τού πρώτου των Πτολεμαίων επιχειρήσαντος ίδρυση βιβλιοθήκης.

Αλλά, εν τοιαυτή περιπτώσει, με ποιόν τρόπον ήταν δυνατόν ο Αριστοτέλης να δίδαξεν τους εν Αιγύπτω βασι­λιάδες «βιβλιοθήκης σύνταξιν»; Ίσως ο Στράβων, που λέγει αυτά, να εννοεί ότι ο φιλόσοφος τους δί­δαξεν απλώς με το παράδειγμά του. Αλλ' , επίσης, κατά τον Λαέρτιον, ο Αριστοτέλης συνέγραψεν και σύγγραμμα «Περί Βιβλιοθηκών». Είτε, λοιπόν, με το πα­ράδειγμά του είτε με το σύγγραμμά του επαραδειγμάτισεν ή εδίδαξεν αντίστοιχα ο δάσκαλος τού Μεγά­λου Αλέξανδρου και τους Πτολε­μαίους διάδοχους τού νεαρού στρα­τηλάτη.

Πάντως, υποθέτομεν ότι ο Πτολεμαίος ο Α' ο Λάγου πρώτα - πρώτα θα συγκέντρωσεν στη δικήν του Βιβλιοθήκην πολλά βιβλία απ’ τις ήδη προϋπάρ­χουσες, ατελείς μάλλον, αιγυπτια­κές βιβλιοθήκες, για τις οποίες μιλήσαμεν. Αλλά και ο περίφημος Νικοκράτης, βασιλιάς Κύπρου, που τον αριθμεί ο Αθηναίος (Βιβλ. α', 3) μεταξύ των πιο φημισμένων ιδρυτών βιβλιοθήκης, ηττηθείς από Πτολεμαίον τον Λάγου, ασφαλώς θα έχασε μαζί με τη βασιλείαν και την βιβλιοθήκην του, περιελθούσαν εις χείρας τού νικητή. Έτσι, λοι­πόν, και μόνον «εκ των ενόντων» συγκέντρωσεν ο Πτολεμαίος ο Λάγου σημαντικόν αριθμόν βιβλίων.

Εάν, λοιπόν, ο Πτολεμαίος ο Α' ο Λάγου είναι που έκτισεν το Μουσείον και συγκέντρωσεν εκεί σοφούς και ίδρυσεν σ' αυτό την πρώτη βασιλική Βι­βλιοθήκην στην Αλεξάνδρειαν, όμως στο γυιόν του Πτολεμαίον Β' το Φιλάδελφον ανήκει η τιμή της με­γάλης επέκτασης και τού εμπλουτισμού αυτής της Βιβλιοθήκης με αξιώσεις και σε επίπεδον πράγματι οικουμενικόν. Ο Πτολεμαίος ο Λάγου, δηλαδή, δεν έκλεισεν στους διάδοχους του τη θύραν της αχανούς Βιβλιοθήκης εις αποθησαύριση και άλλων βιβλίων, είτε παλαιών, που ήσαν άγνωστα ή διέφυγαν της προσοχής ή ήσαν κώδικες πληρέ­στεροι, επισημότεροι, αρχαιότεροι των ήδη αποθησαυρισθέντων, είτε και συγγραφέων νεώτερων, αφού ποτέ δεν σταματούν οι άνθρωποι να συγγράφουν, ούτε φυσικά και τότε.

Το λέγομεν δε αυτό, γιατί κάποιοι σοφοί, κατά τα αλλά, κριτικοί, αλλά μάλλον δούλοι προκαταλήψεων, θέλησαν να μειώσουν και ελαχιστοποιήσουν την συμβολήν Πτολεμαίου Β' τού Φιλάδελφου στην ολοκλήρωση της Βιβλιοθήκης και είπαν ότι ο Φιλάδελφος σ' όλην σχεδόν την ζωήν του δήθεν ήταν αδιάφορος για τα γράμ­ματα, τις επιστήμες και τα βιβλία, διότι ζούσε μίαν ζωήν τρυφηλήν.

Είπαν ακόμη, ότι, επειδή απ’ αυτόν τον τρόπον ζωής και απολαύσεων ασθένησε και έπαθε μάλιστα ποδάγραν, μόνο λίγον προ τού θάνατού του θέλησε, μαστιζόμενος δηλαδή απ’ τις ασθένειες, να γνωρίσει και άλλες τέρψεις, πνευματικές τώρα, και ότι μόλις περί τας δυσμάς τού βίου του άρχισε να ενδιαφέρεται για τα γράμματα, τις επιστήμες και τις βι­βλιοθήκες. Βασίζονται δε οι κριτι­κοί αυτοί σε μαρτυρίες τού Στρά­βωνα, τού Φύλαρχου παρά τω Αθηναίω8 και τού Αιλιανού9. Αλλ' οι μαρτυρίες αυτές παρερμηνεύο­νται και δεν έχουν το νόημα, που οι εν λόγω κριτικοί αποδίδουν σ' αυ­τές.

Αντίθετα γνωρίζομεν πόσον επιμελημένης παιδείας έτυχεν νεότατος ο Φιλάδελφος και ποιους διάσημους δάσκαλους είχεν ως νέος: Μεταξύ αυτών είναι και «Ζηνόδοτος ο Εφέσιος εποποιός και γραμματικός, μαθητής τού Φιλητά επί Πτολε­μαίου γεγονώς τού πρώτου˙ ος και πρώτος Όμηρου διορθωτής εγένετο και των εν Αλεξάνδρεια βιβλιο­θηκών προΰστη και τους παίδας Πτολεμαίου επαίδευσε»10. Και ο Στράτωνας ο Λαμψακηνός, φιλό­σοφος, μαθητής και μετά ταύτα διάδοχος τού Θεόφραστου, άνδρας ελλογιμότατος, αποκληθείς «φυσι­κός», διέπρεφεν σ' όλα τα είδη τού λόγου και αυτός «καθηγήσατο Πτολεμαίου τού Φιλαδέλφου και έλαβεν παρ' αυτού τάλαντα ογδοήκοντα»11. Αλλά και Φιλητάς ο Κώος12, φημισμένος γραμματικός και «άμα ποιητής και κριτικός»13, «εγένετο και αυτός διδάσκαλος Πτολεμαίου τού Φιλαδέλφου»14.

Δίκαια, λοιπόν, ελέχθη για τον Φιλάδελφον: «ο πάντων σεμνότατος γενόμενος των δυναστών και παιδείας, ει τις και άλλος, επιμεληθείς». Αυτά για την «παίδευσίν» του. Περί δε της θερμουργού αγάπης και ακοίμητης φροντίδας του για την συγκέντρωση των βιβλίων, έχομεν αρχαιότατες μαρτυρίες, όπως τού Ιουλίου Αφρικανού παρά τω Συγκέλλω: «Πτολεμαίος ούτος ο Φιλάδελφος, πάσαν πανταχόθεν, ως ειπείν, συμφορήσας βίβλον της Οικουμέ­νης, σπουδή τού Φαληρέως Δημη­τρίου, τρίτου νομοθέτου Αθηναίων, ανδρός παρ' Έλλησι σπουδαίου, εν οίς και την Εβραίων Γραφήν, ως προτέτακται, την εν Αλεξάνδρεια βιβλιοθήκην καθίστησιν, ρλβ' Ολυμπιάδι˙ ης πληρουμένης, τελευτά˙ δέκα μυριάδες βιβλίων ήσαν, ως τινές φασι». Και: «Πτολε­μαίος ο Φιλάδελφος ανήρ τα πάντα σοφός και φιλοπονώτατος· ος πάντων Ελλήνων τε και Χαλδαίων Αιγυπτίων τε και Ρωμαίων τας βίβλους συλλεξάμενος και μεταφράσας τας αλλόγλωσσους εις την Ελλάδα φωνήν, μυριάδας βιβλίων ι' (κατ' άλλην γραφήν, κ') απέθετο κατά την Αλεξάνδρειαν, εν ταίς υπ' αυτού συστάσαις βιβλιοθήκαις». Αλλά και ο Αθηναίος15 αποδί­δει εις το Φιλάδελφον «βιβλίων πλήθος και την βιβλιοθηκών κατα­σκευήν».

   Ψυχή, πάντως, της τεραστίας αυτής προσπάθειας τού Φιλάδελφου, για τέτοιας έκτασης συνάθροιση βιβλίων, υπήρξε Δημήτριος ο Φαληρέας, παρά τις αντιρρήσεις της κριτικής, που και σ' αυτό το σημείον είναι αβάσιμες:

Κατά τον Αριστέα, «καταστα­θείς επί της τού βασιλέως βιβλιοθήκης Δημήτριος ο Φαληρεύς, εχρηματίσθη πολλά διάφορα προς το συναγαγείν, ει δυνατόν άπαντα τα κατά την Οικουμένην βιβλία. Και ποιούμε­νος αγορασμούς και μεταγραφάς, επί τέλος ήγαγεν, όσον εφ' εαυτώ την τού βασιλέως πρόθεσιν». Ο δε Φαληρέας λέγει στον βασιλιά: «Προσαγγέλλεται δε μοι και [τα] των Ιουδαίων νόμιμα καταγραφής άξια και της παρά σοί βιβλιοθήκης είναι˙ Τι το κωλύον ουν, είπεν (ο βασιλεύς) εστί, σε τούτο ποιήσαι; πάντα γαρ υποτέτακταί σοι τα προς χρείαν». Ο δε Φαληρέας προς το βασιλιά: «Προστάξαντός σου βασιλεύ, περί των απολειπόντων προς συμπλήρωσιν της βιβλιοθήκης βιβλίων, όπως επισυναχθή και τα διαπεπτωκότα τύχη της προσηκού­σης επισκευής».

Κατά δε τον Ιώσηπον: «Δημήτριος ο Φαληρεύς, ος ην επί των βιβλιοθηκών τού βασιλέως, σπουδάζων, ει δυνατόν είη, πάντα τα κατά την Οικουμένην συναγαγείν βιβλία, και συνωνούμενος, ει τι και μόνον ακούσειε σπου­δής άξιον, η ηδύ τη τού βασιλέως προαιρέσει (μάλιστα γαρ περί την συλλογήν των βιβλίων είχεν φιλοκάλως), συνηγωνίζετο»16.

Αλλά και αυτή η μετάφραση των εβραϊκών Γραφών έγινεν κατά τα δύο τελευ­ταία έτη της βασιλείας Πτολεμαίου τού Λάγου, που συμπίπτουν με τα δύο πρώτα έτη της βασιλείας τού Φιλάδελφου, διότι επί δύο έτη συνεβασίλευσαν πατέρας και γυιός. Έτσι, γίνεται καταληπτόν και το τού Κλήμεντος τού Άλεξανδρέως17: «Ερμηνευθήναι δε τας γραφάς φασίν επί τού Πτολεμαίου τού Λάγου ή, ως τινές επί τού Φιλάδελ­φου την μεγίστην φιλοτιμίαν εις τούτο προσενεγκαμένου Δημητρίου τού Φαληρέως».

Αλλά πλην Δημήτριου τού Φαληρέα, επιστάτες της βασιλικής βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας εχρημάτισαν πολλοί άλλοι επιφανείς άνδρες και Καλλί­μαχος, ο απόγονος Βάττου μεν τού κτίστη της Κυρήνης, Βάττου δε και Μεσάτμας γυιός, και εγγονός τού στρατηγού Καλλίμαχου. Επίσης Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο οποίος ήταν και αυτός μαθητής τού Καλλί­μαχου «ο προστάς της Βιβλιοθή­κης» (κατά Πλίνιον), ο οποίος ήταν και αυτός γυιός τού στρατη­γού «Απελλού, ηγουμένου στρα­τιωτών» (Σουΐδας).

Μακρός θα ήταν ο κατάλογος των συγγραφέων της αρ­χαιότητας μαρτυρούντων την επί Φιλαδέλφου επιστασίαν επί της Βιβλιοθήκης τού Δημήτριου Φαληρέα αλλά και τη μετάφραση των εβραϊκών Γραφών, που έγινεν προς εμπλουτισμόν της βιβλιοθή­κης.

Επιπροσθέτως, σημειώνομεν ότι και οι Αθηναίοι τιμούσαν σε τέτοιο βαθμόν το φιλόμουσον Φιλάδελφον, ώστε τού έστησαν στην πόλη των ανδριάντες και, μάλιστα, εκ τού ονόματος του ονόμασαν μίαν των φυλών τους «Πτολεμαίδα»18.

Ο φιλόμουσος δε πυρετός δια την όσον το δυνατόν τελειοποίηση της βιβλιοθήκης συνεχίστηκεν στον ίδιο βαθμόν και επί Πτολεμαίου Γ' τού Ευεργέτη, αλλά και κατόπιν επί όλων των βασιλέων της δυναστείας, μέχρι που επί Πτολεμαίου τού ΙΓ' συνέβη η φοβερή καταστροφή της βιβλιο­θήκης της Αλεξάνδρειας υπό τις εξής συνθήκες:

   Το έτος 48 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας επισκέφθηκεν την Αλεξάνδρειαν, η οποία βρι­σκόταν ήδη σε εμφύλιον πόλεμο με αντίπαλες μερίδες απ’ τη μιαν τον 13χρονον Πτολεμαίον ΙΓ' κι' απ’ την άλλην την αδελφήν του Κλεο­πάτρα. Ο Καίσαρας αποφάσισε να υποστηρίξει την Κλεοπάτραν, όποτε ο Πτολεμαίος ΙΓ' ξεσήκωσε το αγανακτησμένον πλήθος των Αλεξανδρέων. Ο Καίσαρας βρι­σκόταν σε δύσκολη θέση αφού οι λίγοι στρατιώτες του δεν επαρκούσαν να συγκρατήσουν το πλήθος τού λαού. Γι' αυτό πρώτον μεν κατέφυγεν σε ασφαλέστερο μέρος και έπειτα από κει άρχισε να δίνει διπλωματικές υποσχέσεις στους Αλεξανδρινούς, για να κερδίσει χρό­νο, μέχρι να φθάσουν τα ρωμαϊκά στρατεύματα του από την Συρίαν στην Αλεξάνδρειαν. Οι αντίπαλοί του όμως Αλεξανδρείς ενισχύθη­καν έγκαιρα με 20.000 περίπου μισθοφόρους, που ήλθαν στην Αλεξάνδρειαν και απέκλεισαν τον Καί­σαρα στα βασιλικά ανάκτορα. Έτσι αρχίζει ο λεγόμενος Αλεξανδρινός πόλεμος τού Καίσαρα19, που προξένησεν καταστροφές πολλών κτιρίων στην Αλεξάνδρειαν, αλλά και την πυρκαϊάν της Βιβλιοθήκης τού Μουσείου, όταν ο Ιούλιος Καίσα­ρας διέταξε να καούν τα αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία των Αλε­ξανδρινών. Δυστυχώς και παρά τη θέληση τού Καίσαρα η πυρκαγιά διεδόθη από τα πλοία και στη Βιβλιοθήκην, που βρισκόταν στην παραλίαν. Κατά τον Σενέκα20 και τον Orosius21 καταστράφηκαν τότε 400.000 τόμοι. Κατά δε τον Aulus Gellius22 και τον Αμμιανό Μαρκελλίνον23 κάηκαν 700.000 τόμοι. Αυτή ήταν και η δόξα αλλά και το άδοξον τέλος της περίφημης Βι­βλιοθήκης τού Μουσείου της Αλε­ξάνδρειας.

  Πρόβλημα όμως δημιουργεί στους ιστορικούς η ύπαρξη μιας δεύτερης Βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρειαν, αυτής στο Σεράπειον, το οποίον είχεν κτισθεί στην περιοχήν της Ραχώτιδος. Οι ερευνητές διερωτώνται: πότε, λοι­πόν, πρωτοδημιουργήθηκεν η δεύ­τερη αυτή Βιβλιοθήκη; Οι αρχαίοι συγγραφείς, που την αναφέρουν, δεν μας επιτρέπουν να δεχθούμεν ότι αυτή συνυπήρχεν ταυτόχρονα και παράλληλα με την του Μουσεί­ου. Τέτοια ύπαρξη είναι οπωσδή­ποτε τουλάχιστον προβληματική, αν και γίνεται αποδεκτή και από ιστορικούς μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο Charles Rollin24.

Εκείνο που μπορούμεν και μάλλον πρέπει να δεχθούμεν είναι η ύπαρξη όχι βιβλιοθήκης, αλλά μόνον του ναού τού Σεράπειου, ήδη επί Πτολεμαί­ου Α' τού Λάγου, ο οποίος και εισήγαγεν τη λατρείαν τού Σεράπιδος στην Αίγυπτον.

Έτσι και κατά την περιγραφήν που κάνει ο Paulus Orosius (μετά το 390 μ.Χ.), δεν είναι δυνατό να υπήρχε μία δεύτερη την εποχήν της Βιβλιο­θήκης του Μουσείου. Μάλλον, λοιπόν, μοναδική ήταν η Βιβλιοθή­κη τού Μουσείου, δηλαδή αυτή με τους 400.000 τόμους, στη συνοικία του Βρούχιου, δίπλα στο λιμάνι, η οποία και κάηκεν τελικά από τον Ιούλιον Καίσαρα.

Είναι, επίσης, γεγονός ότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, περιγράφοντας τα μνημεία της Αλεξάνδρειας, στους χρόνους του Ιουλίου Καίσαρα, αναφέρει τη Βιβλιοθήκην στο Σεράπειον και προϋποθέτει ότι εκεί είχεν συγκε­ντρωθεί όλος ο βιβλιακός θησαυρός των Πτολεμαίων25.

Προφανώς πρόκειται για λάθος γύρω από τ' όνομα του καταστραφέντος Μου­σείου, που μας εμποδίζει όμως να δεχθούμεν πληροφορίαν ότι τάχα τότε, δηλαδή επί των επιφανών Πτολεμαίων, η περιοχή της Ραχώτιδας διέθετε μία Βιβλιοθήκην.

Εξ άλλου, ο άγιος Επιφάνιος, κατόπιν ερευνών του γύρω απ’ τις διάφορες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθή­κης, καθώς και για το χρόνο δημο­σίευσής τους, μας βεβαιώνει ότι ο Φιλάδελφος εμπλούτισε με την περίφημη μετάφραση των Ο' τη βιβλιοθήκην τού Βρούχιου, δηλαδή εκείνην τού Μουσείου.

Λέγει, λοιπόν, ο ιερός πατέρας, ο οποίος γράφει γύρω στο 392/393 μ.Χ. τα εξής κατ' ακρίβειαν: «Αυτά τα εβραϊκά βι­βλία μεταφρασθένα στα ελληνικά τοποθετήθηκαν στην πρώτη ιδρυ­θείσα Βιβλιοθήκη τού Βρούχιου. Στη συνέχειαν ιδρύθηκεν άλλη βι­βλιοθήκη, στο Σεράπειον, κατά πο­λύ υποδεέστερη εκείνης τού Μου­σείου και που την ονόμαζαν θυγατρικήν [της πρώτης] και στην οποία, δεύτερην, συγκεντρώθηκαν [αργότερα] οι εκδόσεις [των μετα­φράσεων της Αγίας Γραφής] τού Ακύλα, τού Σύμμαχου, τού Θεοδοτίωνα και των άλλων, αυτό όμως έγινε 250 έτη αργότερα. Από το δέκατον έβδομον έτος [της βασιλεί­ας] τού Πτολεμαίου Φιλάδελφου, κατά την οποίαν, εκείνο το έτος, μετέφρασαν οι Ο' τις ιερές Γραφές, μέχρι την Κλεοπάτρα, πέρασαν 249 χρόνια»26.

Ποιο, λοιπόν, γεγονός συνέβη 250 χρόνια μετά την κατά­θεση της μετάφρασης των Ο', των εβραϊκών βιβλίων, στο Βρούχιον; Κατά τη διατύπωση τού αγίου Επιφάνιου, το εν λόγω γεγονός δεν μπορούσε να ήταν παρά μόνον είτε η έναρξη λειτουρ­γίας της νέας Βιβλιοθήκη, είτε η εισδοχή σ' αυτήν των έργων τού Ακύλα (γύρω στο 130 μ.Χ.), τού Θεοδοτίωνα (περί το 150 μ.Χ.) και τού Σύμμαχου (κατά το 170 μ.Χ.). Γνωρίζομεν, λοιπόν, ότι αυτοί οι λόγιοι έζησαν μετά Χριστόν και έγραψαν τα έργα τους πά­νω από 400 χρόνια μετά τον Πτο­λεμαίον το Φιλάδελφον. Άρα η χρονολογία που μας δίνει ο άγιος Επιφάνιος είναι εκείνη της ίδρυσης, επί Κλεοπάτρας, της βιβλιοθήκης τού Σεράπειου.

Αυτό το συμπέρασμα εναρμονί­ζεται και με το ότι πράγματι την εποχήν της Κλεοπάτρας ήταν που ο Ιούλιος Καίσαρας έκαψεν τα βιβλία τού Μουσείου στο Βρούχιον, αλλά και με το ότι τότε ήταν που και ο Αντώνιος αφαίρεσεν από τη Βιβλιοθήκην της Περγά­μου, ανταγωνιστικής της Αλεξάν­δρειας, 200.000 τόμους και τους δώρισεν στη βασίλισσαν της Αιγύ­πτου Κλεοπάτρα, μάλλον προκει­μένου να επανορθωθεί κάπως η τόσο μεγάλη απώλεια εκ της προη­γηθείσης πυρκαϊάς και, έτσι, να ιδρυθεί η νέα Βιβλιοθήκη, στο Σεράπειον.

Επομένως, τη χρονολογίαν, που μας δίνει ο άγιος Επιφάνιος, επί Κλεοπάτρας, δηλαδή, ιδρύθηκεν η Βιβλιοθήκη του Σεράπειου και λειτουργούσεν έκτοτε και μετά Χριστόν, όπου και τοποθετήθηκαν αργότερα και οι αναφερθείσες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης, περίπου από το 130 μ.Χ. μέχρι και το 170 μ.Χ.

   Συμπεραίνομεν, δηλαδή, ότι η Βιβλιοθήκη του Σεράπειου στη Ραχώτιδα υποκατέστησεν έκείνην τού Μουσείου στο Βρούχιον, χωρίς ποτέ να τη φθάσει ή να την συναγωνισθεί. Το δυστύ­χημα ήταν και ότι μετ' ολίγο χρόνον σταμάτησε και η φιλόμουση προστασία των Πτολεμαίων, αφού μαζί με την Κλεοπάτραν έσβησεν, το 30 π.Χ., η βασιλική δυναστεία των Πτολεμαίων.

Κατόπιν, ανά τους αιώνες, ακολούθησαν επιθέσεις ξένων στρατευμάτων καθώς και εσωτερικές εξεγέρσεις στην Αλεξάνδρειαν, που όλες τους θα υπήρ­ξαν ίσως μοιραίες και για τη νέα Βιβλιοθήκην εκείνη δηλαδή τού Σεράπειου.

Ιδού οι σπουδαιότερες:

Ας σκεφθούμε, λοιπόν, τι μπορούσε να απογίνει η Βιβλιοθήκη τού Σεράπειου της Αλεξάνδρειας, το οποίον Σε­ράπειον τόσον συχνά και πυρπολήθηκεν και λεηλατήθηκεν.

Γιατί, άραγε, να επικεντρώνε­ται το ενδιαφέρον αποκλειστι­κά και μόνον στα επεισόδια τού 389, επί Θεοδοσίου Α' και προ­κειμένου, δηλαδή, να ενοχοποιη­θούν οι Χριστιανοί και ειδικά ο επί­σκοπος Θεόφιλος για δήθεν βανδα-λιστικήν καταστροφήν της Βιβλιο­θήκης τού Σεράπειου, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική ιστορική μαρτυρία, ούτε σύγχρονη των τότε γεγονότων, ούτε μεταγενέστερη, μέχρι μάλλον και τον ιη' αιώνα;

Το θέμα μας, επομένως, εστιά­ζεται στο εξής ερώτημα: Όταν, το 389, ο Θεοδόσιος ο Α' ο Μέγας έστειλε διαταγήν προς τις αρχές της Αλεξάνδρειας, κατόπιν εξέγερσης των ειδωλολατρών, να γκρεμισθεί το περίφημον άγαλ­μα τού Σέραπι, τότε οι χριστιανοί, εκτός της καταστροφής τού ειδώ­λου, προέβησαν, υπό την καθοδή­γηση, επίβλεψη και επιστασία τού τότε επίσκοπου Αλεξάνδρειας Θεόφιλου, σε βανδαλιστικήν καταστροφήν και της Βιβλιοθήκης τού Σεράπειου, από μίσος προς την ειδωλολατρίαν;

Θα αποδειχθεί, κατωτέρω, ότι είδωλα μεν μαρτυρείται ιστορικώς ότι γκρεμίστηκαν όχι όμως και βιβλιοθήκες, διότι κάτι τέτοιο δεν μαρτυρείται ιστορι­κά, καθώς και ότι κάθε άλλο παρά ήταν δυνατόν να έχουν καταστρα­φεί βιβλιοθήκες από χριστιανούς. Θα δούμε λοιπόν τι λέγει η ιστορία, όχι όταν οι ιστορικοί επιδίδονται συστηματικά σε αστήρικτες και ανεδαφικές υποθέσεις και μόνον, αλλά όταν ομιλούν με ιστορικά ντο­κουμέντα στο χέρι.

Τα γεγονότα, λοιπόν, της επί της αρχιερατείας τού Θεόφι­λου καταστροφής των ειδω­λολατρικών ναών στην Αλεξάν­δρεια διηγείται με ακρίβειαν ο ιστορικός Ρουφίνος30, ο οποίος και επισκέφθηκεν αυτοπροσώπως το Σεράπειον 25 χρόνια μετά τα επει­σόδια τού 389. Επίσης τα αφηγεί­ται και ο τότε σύγχρονος ιστορικός Σωκράτης31, ο οποίος μάλιστα αν­τιπαθούσε βαθύτατα το Θεόφιλον και είχεν στην Κωνσταντινούπολη σαν καθηγητές του ακριβώς εκείνους τους δύο ειδωλολάτρες ιερείς, τον λεξικογράφον Ελλάδιον, ο οποίος καυχόταν ότι με τα χέρια του είχεν σκοτώσει εννέα χριστιανούς κατά τα επεισόδια τού Σεράπειου, το 389, και τον γραμματικόν Αμμώνιον, ο οποίος δεν υστέρησε σε φόνους το 389. Απ’ αυτούς τους δύο μπορούσε να έχει ο Σωκράτης πληροφορίες για την καταστροφήν του ναού τού Σέραπι, από πρώτο μεν χέρι, αλλ' ασφαλώς μονόπλευρες. Παρά ταύ­τα, πουθενά στο σύγγραμμά του δεν κάνει λόγο για καταστροφή Βιβλιο­θήκης από τους Χριστιανούς.

Επίσης, ο ιστορικός Σωζόμενος32, ο οποίος ουδαμού ουδέν τοιούτο μαρτυρεί και που είχεν υπ' όψει του τον Σωκρά­τη, χωρίς να τον ακολουθεί τυφλά, καθώς και το Ρουφίνον, τέλος, και ο ιστορικός Θεοδώρητος33 λαμβάνει ύπ' όψει τον Σωζόμενον και τον Ρουφίνον, καθώς και άλλοι ιστορικοί ουδεις όμως ες αυτών αποδίδει στους χριστιανούς ή στον επίσκοπον Θεόφιλον τοιούτο βανδαλισμόν. Μόλις δε το 18ον αιώνα ο άγγλος ιστορικός Γίββων, χωρίς ιστορικά ντοκουμέντα, ενοχοποιεί τους χριστιανούς και τον επίσκοπον Αλεξάνδρειας Θεόφιλον. Εντεύθεν δε προέκυψεν η όλη κατηγορία κα­τά των χριστιανών και του επίσκο­που Θεόφιλου.

   Πριν αναφερθούμεν στα ίδια τα διατρέξαντα το 389, ενδια­φέρον παρουσιάζει μια σκια­γράφηση τού χαρακτήρα και της προσωπικότητας τού Θεόφιλου, ο οποίος θεωρήθηκεν πρωτοστατήσας στα γεγονότα τού 389 στην Αλεξάνδρειαν. Τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός ο επίσκοπος; Ο ιστορικός Θεοδώρητος35 τον ονομάζει «σοφώτατον» και «πυκνόν τας φρένας και ανδρείον το φρόνημα». Διακρινόταν ιδιαίτερα για τον ένθερμον ζήλον του υπέρ του Χριστιανισμού, αλλ' όντας, σαν χαρακτήρας φιλόδοξος, ορμητικός και εκ φύσεως φιλόνεικος, συχνά χρησιμοποιούσεν κακώς τις ικανότητές του.

Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (+ περί το 400) τον ονόμασε «Φαραώ της Αιγύπτου», οι δε φιλοσκώμονες Αλεξανδρείς τού απέδωσαν τον χαρακτηρισμόν «αμφαλλάξ», διότι ορμούσεν ακάθεκτος προκειμένου να θέσει σε εφαρμογήν πάραυτα ό,τι στιγμιαία και επιπόλαια αποφάσι­ζε, για να αλλάξει όμως γνώμην αμέσως μετά, όταν δηλαδή ωρίμαζεν η σκέψη του. Απ’ τους ίδιους ονομάστηκεν επίσης «λιθομανής» και «χρυσολάτρις», επειδή σαν εχθρός και μέχρις υπερβολής κατα­λύτης των ειδωλολατρικών ναών, αναζητούσεν όλο και περισσότερα χρήματα, όχι βέβαια για τον εαυ­τόν του, αλλά για την ανέγερση χριστιανικών ναών και την οικοδό­μηση πολλών ευαγών ιδρυμάτων. Γι' αυτό και η αρχιερατεία του έγινεν πολυθόρυβη, ένεκα δηλαδή τού χαρακτήρα του, αλλά και των πολλών σύγχρονών του γεγονό­των, στα οποία θέλοντας και μη αναμίχθηκεν.

Η συμμετοχή του στα γεγονότα τού 389 ήταν ολόψυχη και γι' αυτόν του το χαρακτήρα νεώτεροί μας ιστορικοί τού φόρτωσαν πράξεις, που δεν ιστο­ρείται μεν ότι αυτός έκαμεν αλλ' οι οποίες απλώς θα ταίριαζαν ίσως στο χαρακτήρα του, αν όμως τις είχε διαπράξει.

   Περί της προϊστορίας των συμβάντων στην Αλεξάνδρειαν ο ιστορικός Σωκράτης αναφέρει ότι το 388 ο Θεόφιλος ζήτησεν από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον Α' τον Μέγαν, με τον οποίον συνδεόταν με φιλίαν από νεανίας, να επιτραπεί η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών της Αλεξάνδρειας και η μετατροπή τους σε χριστιανικούς. Πήρε δε την συγκατάθεση του αυτοκράτορα μετά ένα έτος, το 38936. Ο Σωζό­μενος, έπειτα, προσθέτει τη λεπτομέρειαν ότι την συγκατάθεση εκείνην ο Θεόφιλος «δώρον ειλήφει παρά του βασιλέως αιτήσας»37.

   Ιδού πως περιγράφει, συνοψίζοντας τους βυζαντινούς ιστορικούς, τα γεγονότα της κατεδάφισης του ειδώλου τού Σεράπιδος ο αρχιεπίσκοπος Χρυ­σόστομος Παπαδόπουλος38:

Το εθνικόν θρήσκευμα ήτο έτι τότε ισχυρόν εν Αλεξάνδρεια και εν άλλαις της Αιγύπτου πόλεσιν, ιδίως μεταξύ των Ελλή­νων κατοίκων. Ο ζηλωτής Θεόφι­λος, θέλων να εξαφανίση αυτό, προϋκάλεσε, πιθανώς τω 389, παρά του Αυτοκράτορος Θεοδοσίου διάταγμα περί μεταποιήσεως τού εν Αλεξάνδρεια ναού του Διονύσου, συνταυτιζομένου εν Αιγύπτω μετά τού Οσίριδος, εις χριστιανικό ναόν. Κατά την ανασκαφήν αυτού ευρέθησαν επαίσχυντα σύμβολα της τού Διονύσου λατρείας, άτινα ο Θεόφιλος διέταξε να περιαγάγωσιν ανά την πόλιν προς εμπαιγμόν των εθνικών Ελλήνων39. Άλλ' ούτοι εξερεθισθέντες εκ της ύβρεως εκεί­νης της θρησκείας αυτών, επανέστησαν κατά των Χριστιανών, εφόνευσαν ικανούς και ωχυρώθησαν εν τω περιφήμω ναώ τού Σαράπιδος. Εκείθεν δ' αφορμώμενοι εποιούντο αιματηράς κατά των Χριστιανών επιθέσεις, συνελάμβανον πολλούς αιχμαλώτους και ανεσταύρουν αυτούς, εις φρικώδεις υποβάλλοντες βασάνους. Μεταξύ των επαναστατών ευρίσκοντο και άνδρες διαπρεπείς, φιλόλογοι και φιλόσοφοι, εκ φανατισμού δια των όπλων εκδικούμενοι την υβρι­σθείσαν θρησκείαν. Ο λεξικογρά­φος Ελλάδιος, Ιερεύς ων τού Διός, κατά τινα επίθεσιν εφόνευσεν εννέα Χριστιανούς. Ομοίως ο συνάδελ­φος αυτού Αμμώνιος ηγωνίσθη δια των όπλων κατά των Χριστιανών, ων πλείστοι εφονεύθησαν, ή επληγώθησαν, ελαχίστους των επανα­στατών εθνικών φονεύσαντες. Επί πολλάς ημέρας εξηκολούθησεν η θλιβερά εκείνη κατάστασις εν Αλε­ξάνδρεια, έως ου ο αρχηγός τού στρατού Ρωμανός και ο Έπαρχος της πόλεως Ευάγριος επεμβάντες προσεπάθησαν να κατευνάσωσι τους επαναστάτας και πείσωσιν αυτούς να εξέλθωσι του Σεράπειου. Εκείνοι όμως ανενδότως επέμενον, παραθαρρυνόμενοι υπό τού φιλοσό­φου Ολυμπίου, όπως αγωνισθώσι μέχρις εσχάτων.

Ο Αυτοκράτωρ, εις ον πάντα ταύτα εμηνύθησαν, απήντησεν ότι επειδή οι φονευθέ­ντες ήσαν μάρτυρες τού Χριστιανισμού, τους φονείς δεν καταδικάζει εις θάνατον. Απονέμει αυτοίς συγγνώμην, επί τη ελπίδι επιστρο­φής αυτών εις τον Χριστιανισμόν. Ταυτοχρόνως όμως διέταξε την βιαίαν κατάλυσιν πάντων των ναών της Αλεξανδρείας, ως αίτιων της στάσεως.

Οι εν τω Σεραπείω, δια τοιαύτης τού αυτοκράτορος απο­φάσεως τυχόντες αμνηστείας, εξήλθον αυτού. Ο δε Ολύμπιος προλαβών επέβη κρυφά πλοίου και απήλθεν εις Ιταλίαν. Ομοίως και οι επιφανέστεροι των εθνικών απήλθον εις τας επαρχίας, φοβού­μενοι τας αντεκδικήσεις του χρι­στιανικού όχλου. Ο Θεόφιλος, εκπληρών κατά γράμμα την διαταγήν του αυτοκράτορος περί κατα­στροφής των εθνικών ναών, εστρά­φη πρώτον κατά τού περικαλλεστάτου Σεράπειου. Αναβάς εις αυτό έστη προ τού κολοσσιαίου αγάλμα­τος τού Σεράπιδος κεχρυσωμένου και κεκοσμημένου δια λίθων πολυ­τελών. Διεφημίζετο δε παρά τω όχλω, ότι η καταστροφή τού αγάλματος εκείνου έμελλε να συνεπαγάγη την τού κόσμου καταστροφήν. Όθεν περιδεής έστη προ τού αγάλματος ο μετά τού Θεοφίλου εις το Σεράπειον όχλος. Αλλ' ο Θεόφιλος «τούτους μεν τους λόγους γραϊδίων μεθυόντων νομίσας είναι ληρήματα, τού δε μεγέθους ως αψύχου καταφρονήσας εκέλευσέ τινι, πέλεκυν έχοντι, παίσαι προθύμως τον Σάραπιν. Εκείνου δε παίσαντος, εβόησαν άπαντες το θρυλούμενον δείσαντες, ο δε Σάραπις, δεξάμενος την πληγήν, ούτε ήλγησε, ξύλινος γαρ ην, ούτε φωνήν αφήκεν, άψυχος ων. Επειδή δε την κεφαλήν αφηρέθη, μύες αγεληδόν εξέδραμον ένδοθεν˙ μυών γαρ οικητήριον ην ο Αιγύπτιος θεός. Εις μικρά δε αυτόν διελόντες τα μεν παρέδοσαν τ πυρί, την δε κεφαλήν δια παντός του άστεως έσυρον, των προσκυνούντων ορώντων και του παρ αυτών προσκυνηθέντος την ασθένειαν κωμωδούντων»40.

Εκτός του Σεραπείου και άλλοι κατεστράφησαν εν Αλεξάνδρεια ναοί, επιστατούντος του Θεοφίλου, «τα δε αγάλματα των θεών μετεχωνεύοντο εις λεβήτια και εις ετέρας χρεί­ας της Αλεξανδρέων Εκκλησίας, του Βασιλέως χαρισμένου τους θεούς εις δαπανήματα των πτω­χών»41. Ο Θεόφιλος, πάντα συντρίψας τ' αγάλματα, αφήκεν αχώ­νευτον εν σπάνιoν άγαλμα τού Ανούβεως εις πικράν ανάμνησιν των εθνικών και διηνεκή της ψευδούς αυτών θρησκείας ελέγχον. Ο δε Αμμώνιος, ο Γραμματικός, ιδιαζόντως εθλίβετο δια τον εμπαιγμόν εκείνον. 

Αλλ' εις άπαντα τον εθνικόν κόσμον καταπληκτικήν ενεποίησεν εντύπωσιν η καταστροφή ιδίως τού Σεράπειου, εφ' ου μετά μικρόν μεγαλοπρεπέστα­τος ιδρύθη χριστιανικός ναός, έγρα­φε δε ο Λατίνος Πρεσβύτερος Ιερώνυμος ότι «ο Αιγύπτιος Σάραπις εγένετο χριστιανός»42. Πολλοί των Εθνικών Ελλήνων της Αλεξανδρείας μετά τ' ανωτέρω γεγονό­τα εδέχθησαν τον Χριστιανισμόν, εν οις ήσαν και τίνες ιερείς των ψευδών θεών. Ούτοι δε ανεύρον κατά την ανασκαφήν του Σεραπείου ιερογλυφικά τινά γράμματα σταυ­ρού τύπον φέροντα, άτινα ηρμηνεύθησαν ως προδηλούντα την τελείαν του Σταυρού εν τω κόσμω επικράτησιν.

Ο Αυτοκράτωρ Θεο­δόσιος ηυχαρίστησε τω Θεώ, διότι εκ της Αλεξανδρείας ηφανίσθη το «αρχαίον ψεύδος», αληθώς δε εκ των γεγονότων της Αλεξανδρείας εκρίθη η οριστική τού εθνικού θρησκεύματος κατάλυσις. Όθεν εθνικός Έλλην Ιστορικός εσημείωσεν περί αυτού «Θεόφιλος, ο πρώ­τος αρξάμενος της κατά των Ιερών και των εξ αιώνος πατρίων επι­βουλής»43. Εξυμνήθη δε ο Θεόφι­λος ως καταλύτης τού Σαραπείου και τού εθνισμού εν γένει, ιδίως εν τη φιλολογία των μοναχών της Αι­γύπτου. Ο Ιστορικός Θεοδώρητος προσέθηκεν και την λεπτομέρειαν, καθ' ην «ου μόνον εκ βάθρων ανέσπασε τα των ειδώλων τεμένη, αλλά και των εξαπατώντων Ιερέων τοις εξηπατημένοις υπέδειξε μηχα­νήματα˙ τα τε γαρ εκ χαλκού και τα εκ ξύλου κενά ενδόθεν κατασκευάζοντες ξόανα και τοις τοίχοις τα τούτων προσαρμόζοντες νώτα, πόρους τινάς αφανείς εν τοις τοίχοις ηφίεσαν είτα δια των αδύτων ανιόντες και είσω των ξοάνων γινό­μενοι, άπερ εβούλοντο δια τούτων εκέλευον. Φενακιζόμενοι δε οι επαΐοντες, εδρών το κελευόμενον. Ταύτα ο σοφώτατος καταλύων αρχιερεύς τοις εξαπατηθείσιν υπέδειξε δήμοις».44.

Δεν περιωρίσθη δε ο Θεόφιλος εις την καταστροφήν μόνων  των εν Αλεξάνδρεια εθνικών ναών. Σπουδαίον κέντρον τού εν Αλεξάνδρεια εθνισμού, μάλιστα δε της μαγείας, ήτο ο Κάνωπος (η Κάνωβος, το σημερινόν Αβουκύρ). Εκεί είχον καταφύγει πολλοί των φιλοσόφων και φανατικών εθνικών της Αλεξανδρείας, εκεί διέτριβεν από πολλού και ο μάντις Αντώ­νιος, προλέγων το τέλος του εθνι­κού θρησκεύματος και το τέλος τού κόσμου μετά την καταστροφήν τού αγάλματος τού Σεράπιδος. Ο Θεόφιλος ηδυνήθη ευκόλως να εξαφανίση εν Κανώπω παν μνημείον τού εθνικού θρησκεύματος και να διασκορπίση τους τελευταίους αυτού εν Αιγύπτω αντιπροσώπους. Εις μόνον βωμός, εκ σκληρότατου κατεσκευασμένος λίθου, έμεινεν ακατάλυτος. Μέρος δε των εκ των εθνικών τού Κανώπου ναών θη­σαυρών διηρπάγη υπό τού στρατού. Πιθανώς εν τη καταστροφή των ει­δωλολατρικών μνημείων συνέπρα­ξαν μετά τού Θεοφίλου και οι μονα­χοί της Αιγύπτου.

Εν Κανώπω ιδρύθησαν πολλοί χριστιανικοί ναοί, εις μνήμην μαρτύρων, ων τα λείψανα εκ της πόλεως Αλεξανδρείας εκομίσθησαν. Πρόρρησιν δε τίνα του μάντεως του Κανώπου Αντωνίου, καθ' ην οι ναοί θα μετεβάλλοντο εις τάφους, εξηγούν οι εθνικοί ειρωνικώς, ως επαληθεύσασαν μετά την ίδρυσιν των ναών εις τιμήν των χριστιανών μαρτύρων.

Ταυτοχρόνως δε εκτος των Ελλήνων εθνικών και πολ­λοί των Αιγυπτίων της υπαί­θρου χώρας προσήρχοντο εις τον Χριστιανισμόν, μετά τ' αλλεπάλ­ληλα τού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου κατά τού εθνισμού διατάγματα. Αλλ' η προσέλευσις αυτών ήτο βε­βιασμένη. Και δια τούτο ότε ποτέ η συνήθης τού Νείλου πλημμύρα εβράδυνεν, οι Αιγύπτιοι εχαλέπαινον, διότι δεν επετρέπετο να προσ­φέρωσι θυσίας εις τον ποταμόν, κατά τον πάτριον νόμον, και να προκαλέσωσι την πλήμμυραν. Ο Βασιλεύς, ούτινος εζητήθη η άδεια παρά τού Έπαρχου, φοβηθέντος επανάστασιν, απηγόρευσεν αυστη­ρώς τας θυσίας. Αλλά, μετά μι­κρόν, η πλημμυρά υπήρξεν υπερβο­λική, εφοβήθησαν οι εν Αλεξάν­δρεια μήπως κατακλυσθή η πόλις. Το γεγονός συνετέλεσεν εις την επιστροφήν και ετέρων Αιγυπτίων εις τον Χριστιανισμόν, οι δε υπολειπό­μενοι εν Αλεξάνδρεια Έλληνες εθνικοί, αγανακτούντες δια το συμ­βάν παρά γνώμην, ενέπαιζον αυτό, λέγοντες εν τοις θεάτροις της πόλε­ως, περί τού Νείλου, «οία γέρων και λήρος εξούρησεν ο ποταμός»45.

   Επομένως, το 389 μ.Χ. μόνον ο σηκός είχεν αποφασισθεί να κατεδαφισθεί, που σημειωτέον ήταν απομονωμένος από τα διπλανά οικοδομήματα, στα οποία και βρισκόταν η Βιβλιοθήκη. Έτσι χωρισμένην από το Ιερόν την περιγράφει τον δ' αιώνα ο ρήτορας Αφθόνιος. Και μολονότι δεν σώ­ζεται μια λαμπρά, κατά τον Ιερώνυμον (De viris illustribus c. CXXXI) εργασία τού Σωφρόνιου «Περί της ανατροπής τού Σεράπιδος», μας είναι όμως δυνατόν να συμβουλευθούμεν άλλους, σύγχρο­νους των τότε γεγονότων συγγρα­φείς, όπως τον ειδωλολάτρην Ευνάπιον (Βίοι σοφιστών, βίος Αιδέσιου) και τον χριστιανόν ιερέα Ρουφίνον.

Ο Ευνάπιος, λοιπόν, παραπονείται μεν και οδύρεται για την καταστροφήν, που προκάλεσαν οι Χριστιανοί στο ναόν, στην κατοικία δηλαδή τού Σεράπιδος και στα αναθήματα και δεν λέγει λέξη για καταστροφή βιβλιοθήκης, που, αν είχε γίνει, θα τού ήταν ένα μεγάλο επιχείρημα κατά των Χριστιανών. Το ίδιον και ο Ρουφίνος ουδένα λόγον κάνει για βιβλιοθήκην. Πουθενά, λοιπόν, δεν αναφέρουν οι δύο αυτοί συγγραφείς καταστροφήν βιβλιοθήκης. Είκοσι πέντε μάλιστα χρόνια μετά τα επεισόδια τού 389 ο Ρουφίνος επισκέφθηκεν το Σεράπειον, δηλα­δή το έτος 414, πράγμα που σημαί­νει ότι αυτό εξακολούθησε να υπάρχει σαν κτιριακό συγκρότημα.

Αλλά και το 452 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Μαρκιανού,  επίσης εξακολούθησε να υφίσταται, εφόσον στο Σεράπειον ήταν που κατέφυγαν οι στρατιώτες τού αυτοκράτορα, για να σωθούν απ’ τη λαϊκήν εξέγερση, όπου και τους έκαψεν το πλήθος ζωντανούς. Άρα εξακολουθούσε να υπάρχει το Σεράπειον και μετά το έτος 389 μ.Χ. Αλλά ούτε οι ειδωλολάτρες παραπονέθηκαν για βανδαλισμόν των Χριστιανών κατά βιβλιοθήκης, ούτε οι Χριστιανοί «σκοταδιστές» καυχήθηκαν για τέτοιαν πράξη.

Βέβαια, κατά τα επεισόδια τού 389, εάν οι χριστιανοί της Αλεξάνδρειας εξεγείροντο και εκινούντο από ξαφνικήν οργήν, χωρίς άλλον στόχον παρά μόνο και μόνο να εκδικηθούν για τους φόνους, που προκάλεσαν οι ειδω­λολάτρες, καταλαβαίνει κανείς που μπορούσαν να είχαν φθάσει. Αλλά οι ιστορικοί μας πληροφορούν ότι τότε δεν σημειώθηκεν τέτοια εξέ­γερση των Χριστιανών. Η εξέγερ­ση έγινεν από τους ειδωλολάτρες. Όσο για τους Χριστιανούς και για τη στάση τους, αυτή ήταν πράγματι μόνο μια νόμιμη εφαρμογή της διαταγής του αυτοκράτορα. Ο Θεοδόσιος ο Α' είχεν παραχωρήσει στους Χριστιανούς τα είδωλα και τους ναούς των ειδώλων, κι' όχι τις βιβλιοθήκες. Γι' αυτό ακολουθήθηκεν και εφαρμόστηκεν πιστά και με ακρίβειαν το διάταγμα του αυτο­κράτορα. Δεν σημειώθηκεν καμία επίθεση ή βιαιοπραγία κατά προ­σώπων. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας είχεν συγχωρήσει τους στασιαστές ειδωλολάτρες και για τους φόνους που διέπραξαν. Ουδείς εκ των φονέων ανεζητήθη ή κατεδιώχθη.

Εξ άλλου, και ο ίδιος ο Θεόφιλος ήταν πολύ μορφωμένος και καλλιεργημένος. Καυχόταν μάλιστα για τη μόρφω­σή του. Συνδεόταν δε φιλικά και με τον σοφόν Ιερώνυμον. Ο ίδιος, επίσης, δεν υποχώρησεν προ των παράδοξων όρων, που του είχε θέσει υ ποιητής και διακεκριμένος πλατωνικός Συνέσιος, προκειμένου υ τελευταίος να δεχθεί τη χριστιανικήν ιερωσύνην και να γίνει κατόπιν και επίσκοπος Πτολεμαΐδος, υποχωρήσας τελικά αυτός στους κανό­νες της εκκλησιαστικής πειθαρχίας. Εξ άλλου, εάν ο Θεόφιλος κατέστρεφεν τη βιβλιοθήκη, θα συγκατέστρεφε και τις πολυάριθμες μετα­φράσεις της Αγίας Γραφής, που είχαν αποθησαυρισθεί στο Σεράπειον.

   Θα μπορούσαν ποτέ οι Χρι­στιανοί να καταστρέφουν τη βιβλιοθήκην σε μιαν εποχήν, που ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος εξηγούσεν πόσον όφελος θα έχουν οι Χριστιανοί απ’ τη μελέτην των ει­δωλολατρών φιλοσόφων και ποιη­τών; Ήταν ακριβώς η εποχή, που ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός καταριόταν τη μνήμη του Ιουλιανού και τον θεωρούσεν σαν τον επικινδυνωδέστερο διώκτη του Χρι­στιανισμού μόνο και μόνο επειδή ο αποστάτης αυτοκράτορας είχεν απαγορεύσει στους Χριστιανούς την σπουδήν της θύραθεν, δηλαδή της ειδωλολατρικής φιλολογίας. Ήταν, ακόμη, η εποχή του αρχιεπίσκοπου Κωνσταντινούπολης Αττικού, ο οποίος ήταν βαθύς γνώστης των φιλοσοφικών συστημάτων, τόσον ώστε ποτέ κανένας φιλόσοφος δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Ήταν, επίσης, σχεδόν η εποχή, που ο άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας εξηγούσεν στους αντιπάλους των Χριστιανών, γιατί οι οπαδοί του Χριστού, ενώ απέχουν των θυσιών και της βρώσης ειδωλόθυτων κρεάτων, όμως τρέφουν το πνεύμα τους με βιβλία ειδωλολατρών συγγρα­φέων. Ήταν, τέλος, η εποχή, που όλη η Εκκλησία θαύμαζεν ακόμη τον Δίδυμον τον τυφλόν, που υπήρξε μεγάλος Εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Πως, λοιπόν, ήταν δυνατό να μισούν και να καταστρέ­φουν οι Χριστιανοί τις βιβλιοθήκες την εποχήν ενός Ιερώνυμου, ενός Χρυσόστομου και ενός Αμβρόσιου;

   Τελικόν συμπέρασμα: Άρα, ούτε ιστορικά μαρτυρείται πυρπόληση της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας από τους Χριστιανούς, ούτε και φαίνεται να ήταν δυνατόν κάτι τέτοιον αφού οι Χριστιανοί ηρέσκοντο, διέπρεπον και επεδίδοντο στη με ζήλον σπου­δή, θεραπείαν και καλλιέργειαν των αρχαίων ελληνικών γραμμά­των, σε τόσον και τέτοιο βαθμό μά­λιστα, ώστε όταν τους απαγορεύθηκεν από τον αυτοκράτορα Ιουλιανόν η μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, οι Χριστιανοί θεώρησαν αυτό το αυτοκρατορικόν απαγορευτικό μέτρον σαν διωγμό χειρότερον από τους σκληρούς διωγ­μούς των παλαιότερων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι σκότωναν μόνον το σώμα των χριστιανών μαρτύρων.


1. Encyclopedie, art. Bibliotheque.

2. Essai sur les moeurs et I' esprit des nations, κεφ. VI.

3. Dictionnaire de la Conversation, art. Bibliotheque.

4. Magasin encyclopedique, 5e annee, t. Ill, p. 380.

5. Voyage de Langles en Egypte, t. Ill, p. 160. Note de Sacy, trad, d' Abd.-AUatif.

6. Histoire des Assassines...

7. Diet, bibliogr., art. De la science philosophique.

1α. Δέκα πέντε τον αριθμόν μακεδόνες βασιλείς με το ίδιον όνομα «Πτολεμαίος», της ίδιας δηλαδή δυναστείας, βασίλεψαν στην Αίγυπτον από το 323 έως το 30 π.Χ.

2α. Ο Δεινοκράτης, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, συνέλαβε το παράδοξον σχέδιο να μετασχηματίσει τον Άθω σε άγαλ­μα τού Αλέξανδρου.

3α. Οι Πτολεμαίοι τίμησαν εξαιρετικά τους επιστήμονες, σοφούς και πεπαιδευμέ­νους, τους μάζευσαν στην Αυλήν τους και τους συντηρούσαν, όπως τον γεωγράφον Ερατο­σθένη, τον γραμματικόν Αριστοφάνην τον Βυζάντιον, τον Αρίσταρχον εκ Σαμοθράκης, τον Θεόκριτον και τον Απολλώνιον εκ Ρόδου, τον Θεόδωρον, τον Στίλπωνα τον Με-γαρέα, τον Διόδωρον τον Κρόνον, τον Στρα­τώνα τον περιπατητικόν και αυτόν τον Θεόφραστον. Γενικότερα, οι Πτολεμαίοι σαν φιλόμουσοι δεν περιέβαλλαν βέβαια, όσους σοφούς άνδρες συγκέντρωναν γύρω τους, με τίτλους ευγένειας όπως κομήτες, βαρώνοι, δούκες κ.λπ., όπως δηλαδή έκαναν οι νεώτε­ροι ευρωπαίοι ηγεμόνες της «Πεφωτισμένης. Δεσποτείας» τού 18ου αιώνα, άλλ' όμως τους χρησιμοποιούσαν σαν σύμβουλους τους, τους έστελναν σαν πρέσβεις σε δύσκολες και λεπτές διπλωματικές αποστολές προς ξένους ηγεμό­νες, τους είχαν συνδαιτυμόνες, τους εμπιστεύ­ονταν τη διδασκαλίαν και «παίδευσιν» των τέκνων τους και ενίοτε τους ανέθεταν ακόμη και την σύνταξη νόμων τού Κράτους.

4α. Πλούτ. Αλεξ. § μστ'.

5α. «Των δε βασιλείων (της Αλεξάνδρει­ας) μέρος εστί και το Μουσείον, εχον περίπατον, και εξέδραν, και οίκον μέγαν, εν ω το συσσίτιον των μετεχόντων τού Μουσείου φιλολόγων ανδρών. Έστι δε τη συνόδω ταύτη χρήματα κοινά και ιερεύς ο επί τού Μουσείου τεταγμένος» (Στράβ. ιζ', 793). Σημειωτέον, ότι λέγοντας Μουσείον θα πρέπει να εννοούμεν συνεκδοχικώς τόσον το ίδιον το οικοδόμημα όσον και τον Σύλλογον των σοφών.

Ο Φιλόστρατος (Βίοι Σοφιστ.) ονόμασε το Μουσείον: «τράπεζαν Αιγυπτίαν ξυγκαλούσαν τους εν πάση τη γη ελλογίμους». Και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος «των εξόχων ανδρών καταγώγιον». Τίμων δε ο σιλλογράφος διακωμωδώντας το, το ονόμασε «τάλαρον Μουσών, εν ω πολλοί βόσκονται απείριτα δηριόωντες», δηλαδή «σιτούμενοι σε κλουβί, όπως τα σπανιότατα και γι' αυτό πολυτιμό­τατα των πτηνών (Αθήν. α', 22). Ο Φιλό­στρατος, τέλος, ομιλεί για «κύκλον Μουσεί­ου» (Βίοι Σοφιστών), ως εκ τού κυκλικού σχήματος μάλλον, καθ' ο κάθονταν οι σοφοί κατά τις συνεδριάσεις τους, δείγμα της ισοτιμίας και της επιστημονικής δημοκρατίας τού Μουσείου.

Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται και σε αλλά μεταγενέστερα Μουσεία άλλων πόλε­ων, που μιμήθηκαν το της Αλεξάνδρειας. Ως προς δε την τελικήν τύχην του, το Αλεξανδρινόν, είναι αμφίβολον εάν διατηρήθηκε μέχρι και τον γ' μ.Χ. αιώνα, διότι, ο Σουΐδας (λ. Θέων) αναφέρει μεν τον Θέωνα τον εκ τού Μουσείου φιλόσοφον Αιγύπτιον, επί Θεοδο­σίου τού Α' (380 μ.Χ.), κι' αυτό βέβαια αποτελεί ένδειξη τού ότι και μέχρι τότε διετηρείτο το εν Αλεξάνδρεια Μουσείον, πλην ήτο πλέον αφανές και άδοξον και πτωχόν, εφ' όσον γνωρίζομεν από τον Δίωνα Κάσσιον, ότι ο βάρβαρος Καρακαλλάς, το 215 μ.Χ.: «τα συσσίτια α εν Αλεξάνδρεια είχον [οι Αριστο­τελικοί και οι άλλοι σοφοί] και τας λοιπάς ωφελείας, ας εκαρπούντο, αφείλετο» (Δίων Κάσ.Βιβλ.οζ', §7).

Και εκ των υπολοίπων αρχαίων συγγραφέ­ων, στο Μουσείον της Αλεξάνδρειας αναφέ­ρονται ο Λουκιανός (Συμπόσιον), ο Απολ­λώνιος Τυανεύς (Επιστολή λδ'), ο Δίων Χρυσ. (Λόγ. λδ'), Αρτεμίδωρος ο Εφέσιος και Μαρκιανός ο Ηρακλεώτης. Επίσης ο ποιητής Καλλίμαχος έγραψε και ποίημα: «το Μουσείον», που αποτελεί περιγραφήν αυτού τού Ιδρύματος της Αλεξάνδρειας (Σουΐδας, λ. Καλλίμαχος), αλλά και ο Αριστόνικος πραγματείαν «Περί τού εν Αλεξάνδρεια Μουσείου» (Φώτιος, αναγ. ρξα').

6α. Όπως αργότερα (116 - 27 π.Χ.) και ο Marcus Terentius Varro συνέγραψε για το ίδιο θέμα χάριν των Ρωμαίων αναγνωστών του.

7α. «Ούτοι γαρ (οι Πτολεμαίοι) εφρόντισαν των τοιούτων, διαφερόντως δε ο Φιλάδελφος επικληθείς Φιλοσοφών, και δια την ασθένειαν τού σώματος διαγωγάς αεί τινας και τέρψεις ζητών καινοτέρας» (Στράβ. ιζ').

8. «διαφθαρήναι τούτον (τον Φιλάδελφον) υπό της ακαίρου τρυφής» (Φύλαρχος παρ' Αθηναίω ιβ').

9. «Μουσικώτατον δε λέγουσι και Πτολε­μαίον γενέσθαι τον δεύτερον, και αυτόν νοσήσαντα» (Αιλιανός, Ποικιλ. Ιστορ. Δ', κεφ. 15).

10. Σουΐδας, λ. Ζηνόδοτος.

11.Λαέρτ.Ε',γ§ 1-4 και §8.

12. Και ο ίδιος ο Φιλάδελφος γεννήθηκε στη νήσον Κω.

13.Στράβ.ιδ'.

14. Κατά Σουίδαν.

15.Αθήν.Ε', 202.

16. Ιώσηπ. Αρχαιολ., βιβλ. ιβ', β', § α.

17. Κλήμ. Στρωματείς α'.

18. Παυσαν., Α', ε' και η'.

19. Περιγραφήν του έχομεν στο τέλος τού De bello civili ως και στο De bello Alexandrine

20. De tranquillitate animi, IX. 21.Historia, I, VI, c. VI.

22. Noctes atticae,VI, XVII.

23. Rerum Gestarum, I, XXII.

24. Histoire ancienne, βιβλ. XVI, Succeseurs d' Alexandre art. 2, Paris 1730 -1738.

25. Rerum Gestarum libri..., I, XXII.

26. Περί μέτρων, XI και XII.

27. Ammiani Marcellini, Rerum Gestarum libri...,I, XXII.

28. Περί πρεσβείας προς Γάιον.

29. Eutropii, Breviarium ab urbe condita, I, IX και Pauli Orosii, Historia, VII, XXV.

29α. Ο επικεφαλής τού αραβικού στρατού, μόλις κατέλαβεν την Αλεξάνδρειαν, εέρώτησεν τον Εμίρην Ομάρ τι να κάνει τα βιβλία της Βιβλιοθήκης τού Σεράπειου. Η απάντη­ση και διαταγή τού Ομάρ ήταν: «Εάν μεν τα βιβλία αυτά είναι αντίθετα με το Κοράνιον, πρέπει να καούν. Αλλά και εάν συμφωνούν με το Κοράνιον, πάλιν πρέπει να καούν, ως άχρηστα και περιττά, αφού ό,τι γράφεται στα βιβλία αυτά περιλαμβάνεται στο Κοράνιον». Και για να είναι κάπως χρήσιμα αυτά τα βιβλία, παραδόθηκαν στα λουτρά της Αλε­ξάνδρειας σαν προσάναμα και καύσιμη ύλη, για να ζεσταίνουν τους λέβητες των λουτρών αυτών. Αυτήν την πληροφορίαν για το άδοξον τέλος της δεύτερης βιβλιοθήκης της Αλεξάν­δρειας μας δίνουν οι ίδιοι οι προαναφερθέντες Άραβες ιστορικοί..

30. Historia Ecclesiastica 11, 22-30.

31. Εκκλησιαστική Ιστορία 5, 16-17.

32. Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 15.

33. Εκκλησιαστική Ιστορία 5, 22.

34. Πρβλ. V. Schultze, Geschichte des Untergangs des griechisch - romischen Heidentums, Jena 1887, I, 226 εξ. και G. Rauschen, Jahrbucher der Christlichen Kirche unter dem Kaiser Theodosius dem Grossen, Freiburg im Breisgau, 1897, σελ. 301, 302 παρά Χρυσ. Παπαδοπ., Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, σελ. 233, σημ. 1.

35. Εκκλησιαστική Ιστορία 5, 22.

36. Εκκλησιαστική Ιστορία 6, 3.

37. Εκκλ. Ιστορία 8, 2.

38. Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρεί­ας, σελ. 232 - 236.

39. Εκ της λεπτομέρειας ταυτής φαίνεται ακριβεστέρα η πληροφορία τού Σωζόμενου, ότι ο καταστραφείς ναός ήτο τού Διονύσου και ουχί τού Μίθρα, ως ο Σωκράτης εσημείωσεν.

40. Θεοδωρήτου, Εκκλ. Ιστορία 5, 22.

41. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία 5, 15.

42. Hieronymi, Epistola 107.

43. Ζώσιμου, Ιστορία 5, 23.

44. Θεοδωρήτου, Εκκλ. Ιστορία 5, 22.

45. Σωζόμενου 7, 20.


Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993).Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας