anastasis 16

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ ;

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ 

ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 

 

     Προ ετών σε μίαν μεγάλην ομόδο­ξή μας χώραν τού βορρά, τη μεγαλύτερην, όπου το τότε καθεστώς ήταν, καθ' ομολογίαν και καύχηση των ίδιων των οπαδών του, αθεϊστικό, δύο εβδομάδες πριν έρθει η μεγάλη χριστιανική εορτή τού Πάσχα της χρονιάς εκείνης, οι εφημερίδες στην πρώτη τους σελίδα προανάγγελναν και προσκαλούσαν το λαό με τους εξής πηχυαίους τίτλους: «Τη μεθεπομένην Κυριακήν στην τάδε αίθουσα στις έξη το απόγευμα ο δείνα μεγάλος επιστή­μονας και γνωστός φιλόσοφος θα αναλύσει το λίαν ενδιαφέρον θέμα: ‘Για ποιους σοβαρούς επιστημονικούς λόγους η λεγομένη Ανάσταση τού Χριστού είναι ένα παραμύθι για γραΐδια και για νήπια’. Η είσοδος ελευθέρα».

Όταν ήλθεν η αναγγελθείσα Κυ­ριακή και μίαν ώραν κι όλας πριν αρχίσει τη διάλεξή του ο εν λόγω επιστήμονας, η αίθουσα ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτη, ο δε κόσμος συνω­στιζόταν, στο κλιμακοστάσιο μέχρι και την είσοδον, αλλά και έξω απ’ αυτή, στο πεζοδρόμιον και στην πλατείαν, στην οποίαν έβλεπεν το κτίριο. Με μια λέξη: έγινε το αδιαχώρητον.

Οι διοργανωτές της διάλεξης αυτής είχαν προβλέψει την αθρόαν προσέλευ­ση και κοσμοσυρροήν και λαοθάλασσαν και είχαν εγκαταστήσει μεγάφωνα και έξω από το κτίριο για να ακούγε­ται η ομιλία και από την πλατεία. Πράγματι, την καθορισμένην ώραν ο ομιλητής ανέβηκε στο βήμα. Επί δύο ολόκληρες ώρες ανέλυεν τις έννοιες, ανέπτυσσεν τα επιχειρήματά του και διατύπωνεν προσεκτικά και με θαυμαστή ακρίβειαν τους συλλογισμούς του μπροστά στο ακροατήριο, που κυριο­λεκτικά κράταγεν την ανάσαν του για ν' ακούσει το τόσον ενδιαφέρον θέμα και για να αφομοιώσει και τις τελευ­ταίες λεπτομέρειες της συλλογιστικής τού άθεου εκείνου διανοούμενου, που ήταν το καμάρι, το αντάξιον τέκνον, ο βλαστός και το ανάστημα του καθε­στώτος της χώρας αυτής.

Αλλά το δίωρον κάποτε έληξεν, η διάλεξη περατώθηκεν, και ο ομιλητής δεν κατέβηκεν από το βήμα. Παίρνει το μικρόφωνον στο χέρι και απευθυνόμε­νος στο ακροατήριόν του συγκαταβατικά, όπως τουλάχιστον έδειχνεν, ερωτά: Μήπως καμία συντρόφισσα, κανένας σύντροφος θα ήθελε να ερωτή­σει κάτι; Μήπως υπάρχει καμία απορία ή και αντίρρηση σ' όσα σας ανέπτυξα;

Και μέσα απ’ το συγκρατημένον, κουμπωμένον και προ παντός πειθαρχημένον ακροατήριόν, απ’ το βάθος της αίθουσας, ένα γεροντάκι σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του και φώναξεν:

- Επιτρέπεται, σύντροφε;

- Και βέβαια επιτρέπεται, απαντά­ει ο επιστήμονας. Μόνο ελάτε παρα­καλώ στο βήμα για να πείτε αυτό που θέλετε.

Και αμέσως ο γέροντας προχώρησεν, έφθασεν στο βήμα, ανέβηκεν, πλησίασεν στο μικρόφωνον και απευθυνόμενος στο ίδιο ακροατήριον τους είπε με όση δύναμη του απέμενε, δύο μόνο λέξεις στη γλώσσα της χώρας εκείνης:

- Κριστόζ βοσκρέζ (δηλαδή: Χριστός ανέστη!)

Και τότε η κοσμοθάλασσα εκείνη απάντησε με μία φωνή βροντερή και στεντορίως:

- Βαΐστηνα βοσκρέζ (δηλαδή Αληθώς ανέστη!)

Εμβρόντητος, εννεός και χάσκων ο επιστήμονας, έχασεν το χρώμα τού προσώπου του. Δύο ολόκληρες ώρες, λοιπόν, εις μάτην βομβάρδιζεν τ' αυτιά και το μυαλόν των ακροατών του; Και τα τόσα επιχειρήματα που επιμελώς είχεν συλλέξει από αντίχριστους στο­χαστές όλων των αιώνων και εποχών πήγαν στο βρόντο; Ώστε δεν έπεισεν τον κόσμον που τον άκουγεν; Τι σκληρή διάψευση,τι οδυνηρή απογοή­τευση, αλήθεια!

   Μα, θα πει κάποιος, ο χαιρετισμός αυτός κατά τις ημέρες του Πάσχα είναι για όλους εμάς τους ορθόδοξους κάτι το πολύ συνηθισμένον και γνώριμον και ίσως κοινοτυπία ή πιθανώς και κάτι το τετριμμένον. Τι θέλατε, λοιπόν, να μας πείτε με το προηγηθέν περιστατικόν της ομόδοξης αυτής χώρας του βορρά;

Απλούστατα, ήθελα να υπογραμμί­σω ότι οι αληθινοί Χριστιανοί δεν απευθύνουν αυτόν τον πασχαλινόν χαιρετισμόν μόνον σαν μίαν κοινωνικήν συμβατικότητα, ή σαν απλόν τρόπον καλής συμπεριφοράς ή σαν ευγενικόν και μόνον τρόπον του φέρεσθαι. Δηλα­δή, δεν το λέγουν μόνον, αλλά και το εννοούν. Το "Αληθώς ανέστη" δηλαδή είναι και έκφραση της βαθειάς και ολόψυχης πίστης, της ακλόνητης πεποίθησής τους στην αλήθειαν της Ανάστασης, σαν υπερφυούς μεν, αλλ' οπωσδήποτε γεγονότος με υψηλές αξιώσεις ιστορικότητας, δηλαδή σαν γεγονότος, που συνέβη συγκεκριμένα εκεί και τότε. Άρα ούτε είναι απλό και χωρίς αληθινόν περιεχόμενον έθιμον, αλλ' ούτε και ξηρός συμβολισμός που κατά τινας δήθεν δηλώνει απλά και μόνο ότι η εν γένει χριστιανική διδα­σκαλία και αλήθεια κατεδιώχθη μεν, εσταυρώθη, εθανατώθη, ετάφη και απεκρύβη εκεί στον τάφον και ξαναζωντάνευσεν, επιβίωσεν, διεδόθη, ερρίζωσεν και επεβλήθη. Δηλαδή, η Ανά­σταση του Κυρίου δεν είναι απλούν και ψιλόν σύμβολον. Ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία την πιστεύει σαν ιστορικά πραγματικό και αληθινό γεγονός.

Χρειάζεται, λοιπόν, προσοχή όταν ωραιολογούμεν ποιητικά, συμβολικά, αλληγορικά κι όταν μιλάμε για ιστορικά γεγονότα και για δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύσσει πραγματικήν αληθινήν σωματικήν ανάσταση του Ιησού.

Περαιτέρω πρέπει να τονίσουμεν ότι η Εκκλησία όχι μόνον εκλαμβάνει την Ανάσταση του Κυρίου ως αληθινόν, πραγματικόν και ιστορικά συγκεκριμένον γεγονός, αλλ' επί πλέον τη θεω­ρεί ως αυτό τούτο το θεμέλιον, τη βάση ή την κολώνα της, που εκεί πάνω αυτή στηρίζεται. Εάν δε τυχόν ανετρέπετο και γκρεμιζόταν η αλήθεια αυτή της Ανάστασης, θα συνανατρέπονταν και θα συγκατέπιπτεν εις σωρόν ερειπίων ολόκληρος ο Χριστιανισμός. Θαυμάσια μάλιστα το διατυπώνει αυτό ο Από­στολος Παύλος στην Α' προς Κορινθί­ους επιστολήν του: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών κενή δε και η πίστις ημών... Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνο, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α' Κορ. ιε', 14,19).

Επειδή δε ακριβώς η αλήθεια της Ανάστασης και όχι απλώς και μόνον η πίστη στην Ανάσταση είναι η σπονδυ­λική στήλη και η καρδία της Εκκλη­σίας, γι' αυτόν συγκεκριμένα το λόγον, στο διάβα των αιώνων, όλοι οι αντίδι­κοι του Χριστιανισμού, απ’ τις πρώτες ημέρες του μέχρι σήμερον, ο καθένας από την σκοπιάν του, ένα κοινόν σκοπόν είχαν θέσει, προς ένα στόχον είχαν κατευθύνει τις ομοβροντίες των πυρών τους, προς ένα σημείο κατέ­βαλλαν τις σύντονες προσπάθειές τους, να αρνηθούν δηλαδή και να γκρεμίσουν την αλήθειαν της Ανάστασης του Κυρί­ου, προσπαθώντας να δώσουν τις δικές τους φυσικές εξηγήσεις σ' αυτό το υπερφυές γεγονός, που και προσφυώς ονομάστηκε θαύμα των θαυμάτων.

Ακριβώς δε γι' αυτό, αλλά και λόγω της φύσης του το θέμα μας έχει και ερμηνευτικόν και αρχαιολογικόν και ιστορικόν και αντιρρητικόν και δογματικόν και απολογητικόν χαρακτήρα. Εμείς πάντως συνδυάζοντας αυτές τις απόψεις και πλευρές, θα προσπαθήσουμεν, όσον το δυνατόν να τις απλοποιήσουμεν σε μίαν σύνθεση αφομοιώσιμην και ως δι' ελπίδος έχομεν, κατά το εφικτόν τουλάχιστον ενδιαφέρουσαν, αν μη και γοητευτικήν. Ευθύς, λοιπόν, εξ αρχής θα πρέπει να δώσουμεν το γενικόν σχέδιο για όσα θα αναπτύξουμεν σήμερον γύρω απ’ την αλήθεια της Ανάστασης.

Έτσι παρακολουθώντας τη σκέψη όσων απ’ την πρώτην κι όλας ημέρα της Ανάστασης μέχρι σήμερα, απέρ­ριψαν αυτό το υπερφυές αλλ' ιστορικόν συνάμα γεγονός, οδηγούμεθα στο εξής νοητόν σχήμα, που δεν είναι στην ουσίαν του παρά ένα δίλημμα με τις δύο λογικές του δαγκάνες.

   Το γεγονός, λοιπόν, της Ανάστασης του Κυρίου έχει τους μάρτυρές του, οι οποίοι και δίνουν τη δικήν τους μαρτυ­ρία γι' αυτό. Να όμως που οι αρνητές του γεγονότος αυτού για να το αρνηθούν και για να γκρεμίσουν την αλήθειαν του προσβάλλουν και πλήτ­τουν διττώς την αξιοπιστίαν αυτών των μαρτύρων. Οι άπιστοι αυτοί, λοιπόν, έχουν χωρισθεί σε δύο κυρίως παρατά­ξεις. Η πρώτη παράταξη ισχυρίζεται στην ουσίαν ότι οι θεωρούμενοι ως μάρτυρες της Ανάστασης ψεύδονται. Ψεύδονται δε, ασφαλώς σημαίνει ότι ήξεραν πολύ καλά πως ο Ιησούς δεν αναστήθηκεν και απλούστατα προσ­ποιήθηκαν πίστη στην Ανάσταση, για διάφορους λόγους, που θα εξετάσουμεν, και στη συνέχεια τη διέδωσαν σαν δήθεν ιστορικό γεγονός. Αν είναι έτσι τα πράγματα, θα πρέπει να ονομάσου-μεν και χαρακτηρίσουμεν τους μάρτυ­ρες της Ανάστασης ασφαλώς ως ανήθι­κους, δηλαδή βδελυρούς ψεύτες και μάλιστα απατεώνες ολκής, αφού εξεστόμισαν το μεγαλύτερο ψέμμα της ιστορίας και διέπραξαν τη μεγαλύτερη απάτην των αιώνων.

  Η δεύτερη, τώρα, παράταξη των εχθρών της Ανάστασης ομολογεί μεν ότι για πολλούς αλλά σοβαρούς λόγους δεν είναι δυνατόν οι μάρτυρες της Ανάστασης να είναι ψευδομάρτυρες, αλλά ότι αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και ότι ο Κύριος αναστήθη­κεν. Πως μπορεί όμως να συμβαίνει αυτό; Απλούστατα, λένε οι τελευταίοι, οι μάρτυρες μας δεν ψεύδονται μεν, είναι οπωσδήποτε ειλικρινείς, όταν ισχυρίζονται ότι αναστήθηκεν ο Κύριος. Ξεγελάστηκεν όμως καλή τη πίστει και πλανήθηκαν νομίζοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε. Πλανήθηκαν δε από διάφορους παράγοντες, για τους οποίους θα κάνουμε επίσης λόγον. 

Επομένως, εάν αποδείξουμε δύο πράγματα: πρώτον ότι δεν ήταν δυ­νατόν να λένε ψέμματα οι μάρτυρες της Ανάστασης, δεύτερον: ότι δεν ήταν δυνατόν να έχουν πλανηθεί, τότε αυτό που μένει είναι να δεχθούμεν, κατά αδήριτον λογικήν αναγκαιότητα, ακρι­βώς λόγω αξιοπιστίας των μαρτύρων μας, την αλήθειαν της Ανάστασης, που την κηρύσσει ανέκαθεν ο Χριστιανι­σμός και που την διασώζει επί είκοσι αιώνες τώρα η Εκκλησία.

Σημειωτέον πάντως ότι αφετηρία της όλης υπόθεσης της Ανάστασης και κομβικόν της σημείο είναι η γενική διαπίστωση και κοινή ομολογία των εμπλεκομένων σ' αυτήν ότι ο τάφος, όπου έθαψαν το νεκρόν Ιησού, βρέθη­κε κενός, άδειος. Αυτό, δηλαδή, το εξακρίβωσαν και το μαρτυρούν όχι μόνο οι φίλοι του (:Μαρία η Μαγδαλη­νή, οι λοιπές Μυροφόρες, ο Πέτρος και ο Ιωάννης), αλλά και οι εχθροί: οι φρουροί το ομολογούν και οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, άσχετα πως το ερμηνεύουν, έμμεσα το παραδέχονται, εφόσον παροτρύνουν τους φρουρούς να ισχυ­ρισθούν ότι το σώμα εκλάπη από τους μαθητές, ότι δηλαδή δεν βρισκόταν πια στο τάφον. Ένα, λοιπόν, είναι σίγουρον ότι πάντως ο τάφος ήταν άδειος, άσχετα εάν το σώμα είχε κλαπεί, ή όχι. Αυτό το τελευταίο θα το εξετάσουμεν ιδιαίτερα. Πάντως με όσα λένε εχθροί και φίλοι, ο τάφος ευρέθη κενός και απ’ αυτήν τη διαπίστωσιν ξεκινάμεν, γιατί ο πανθομολογούμενα κενός αυτός τά­φος αποδείχθηκεν, όπως θα δούμεν, ο γρανιτώδης εκείνος και απρόσβλητος και ασάλευτος βράχος, που επί είκοσιν αιώνες τώρα, πάνω του ξέσπασαν και διαλύθηκαν σε εκατομμύρια σταγόνες όλα τα μανιασμένα και λυσσώδη κύμα­τα της απιστίας και άρνησης των εχθρών της Ανάστασης.

Μεταξύ δε και των πλέον παράδο­ξων ισχυρισμών τους, κάποιοι απ’ αυ­τούς τους αρνητές της Ανάστασης, υποστήριξαν και το εξής όντως φαιδρόν, ότι: αυτοί που αφήρεσαν το σώ­μα από τον τάφον ήσαν οι ίδιοι οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, ακριβώς για να εμποδίσουν να γίνει ο τάφος αυτός προσκύνημα των οπαδών του Ιησού και για να μη αναζωπυρώνεται έτσι και φουντώνει το κίνημα (θρησκευτικόν, κοινωνικόν, πολιτικόν, πατριωτικόν, ανάλογα με το τι θεωρούσεν το δάσκα­λον ο κάθε οπαδός του).

Δίδομεν την απάντηση: Αλλά, εάν οι Αρχιερείς είχαν τέτοιο πειστήριον στη διάθεσή τους, ασφαλώς και θα το χρησιμοποιούσαν κατά των μαθητών, όταν οι τελευταίοι αυτοί άρχισαν να διαδίδουν την είδηση της Ανάστασης του Ιησού. θα αποκάλυπταν βέβαια οι Αρχιερείς ότι όχι μόνο δεν ανέστη ο Ιησούς, αλλά και ότι οι ίδιοι έχουν υπό την κατοχήν τους αυτό τούτο το νεκρόν σώμα του. Αλλά κάτι τέτοιον ούτε το έκαναν ποτέ, αλλ' ούτε και το ισχυρί­σθηκαν οι εν λόγω Αρχιερείς. Κάτι άλλο όμως αυτοί ισχυρίσθηκαν. Ας το δούμεν.

Οι ιουδαίοι αυτοί θρησκευτικοί ηγέτες είχαν προβλέψει, προνοήσει και εκ των προτέρων φοβηθεί μίαν κλοπήν του νεκρού σώματος από τους μαθη­τές, όπως είχαν πει στο ρωμαίο διοικητή, τον Πιλάτον, όταν τον επισκέφθη­καν, και του είχαν ζητήσει φρουρούς για τον τάφον. Μετά δε την εξαφάνιση του σώματος οι ίδιοι παρότρυναν τους φρουρούς να ισχυρισθούν ότι αυτοί ακριβώς οι φόβοι των Αρχιερέων πραγματοποιήθηκαν, ότι, δηλαδή πράγματι κατά τη διάρκειαν της νύκτας και ενώ οι φρουροί, αντί να φρουρούν άγρυπνοι, αποκοιμήθηκαν, ήλθαν κρυφά και αθόρυβα οι μαθητές του Ιησού, υπεξαίρεσαν το σώμα του και εξαφανίσθηκαν. Αυτή μάλιστα η φήμη περί κλοπής τού νεκρού σώματος «διεφημίσθη έως της σήμερον», λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος τριάντα περί­που χρόνια μετά, όταν, δηλαδή. περί το 65 μ.Χ. έγραφεν το ευαγγέλιόν του.

Είναι πάντως γεγονός ότι αυτή η μετά το συμβάν πρόταση των Αρχιερέ­ων προς τους φρουρούς να κάνουν λόγο για κλοπήν του σώματος υπό των μαθητών ήταν και η μοναδική δυνατό­τητα επιλογής, που είχαν οι φρουροί, η μοναδική σανίδα σωτηρίας τους, ο έσχατος τρόπος διαφυγής τους εκ του απέλπιδος αδιεξόδου, εις το οποίον είχαν αυτοί περιέλθει, διότι ούτως ή άλλως αντιμετώπιζαν ήδη τη βαρύτατην των ποινών για πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος εν διατεταγμένη υπηρεσία, σύμφωνα με τον σχετικόν αυστηρότα­το ρωμαϊκό νόμον. Υπακούοντας όμως στους Αρχιερείς θα είχαν την αμέριστη συμπαράστασή τους, την οποίαν οι θρησκευτικοί αυτοί ηγέτες υποσχέθη­καν στους φρουρούς, δι ην περίπτωση θα εγεννάτο θέμα και θα εγίνοντο τυχόν ανακρίσεις εις βάρος των φρου­ρών. Επιπροσθέτως, οι ιουδαίοι αυτοί θρησκευτικοί ταγοί δωροδόκησαν τους φρουρούς, οι οποίοι, έτσι ‘βγήκαν λάδι’, όπως λέμε, αφού δεν μαρτυρείται να έγιναν ανακρίσεις ή δίκη εις βάρος τους. Όλα τα διευθέτη­σαν μια χαράν οι Αρχιερείς.

Άλλ' ας εξετάσουμεν εγγύτερον και βαθύτερον τα πράγματα: έστω ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Αλλά για να επιχειρήσει κανείς κάτι τέτοιον, ασφαλώς θα υπάρχει ένας λόγος να το κάνει, θα έχει και ένα κίνητρον. Αλήθεια, για ποιο λόγο θα ήθελαν οι μαθητές να το κάνουν; Και τι τους κίνησεν εις μίαν τέτοιαν ενέργειαν;

Ακούστε, παρακαλώ, τι λόγια βά­ζουν στο στόμα των μαθητών της Ιη­σού οι αρνητές της Ανάστασης:

«Ο βασικός λόγος που μας έκανε να επινοήσουμεν την Ανάσταση ήταν η επιθυμία μας να δικαιώσουμεν το δάσκαλόν μας, που μας ήταν, είναι και θα είναι για πάντα όχι απλά αγαπητός, αλλά το προσφιλέστερό μας πρόσω­πον, αν και απεδείχθη απατεώνας, (κατά τον ισχυρισμόν που έκαναν οι μη απατεώνες ιουδαίοι Αρχιερείς μας),ή, επί το επιεικέστερον, (απεδείχθη ο δάσκαλός μας) ένας ονειροπαρμένος, ευφάνταστος, ρομαντικός, αιθεροβάμονας, ο οποίος, όπως φάνηκεν, πίστευεν, εν τη αφελεία του αλλά και πλανώμενος, πως τάχα τελικά θ' ανα­στηθεί για να βασιλεύσει. Μας παρέ­συρε βέβαια, μας έβγαλεν απ’ τις οι­κογένειές μας, απ’ την επαγγελματικήν και ευρύτερην κοινωνικήν ζωή μας (φίλους, γείτονες, γνωστούς, συγγε­νείς) και μας οδήγησεν στην αποτυχίαν, στη διάψευση των ελπίδων, σε σωστό ναυάγιο, με όσα μας δίδασκεν και τελικά ολ' αυτά τα επισφράγησεν αρνητικά με τον οριστικόν και αμετάκλητον θάνατόν του. Αλλά, τουλάχι­στον, μας άφησε νέους κόσμους και μας άνοιξεν καινούργιους δρόμους, κι ας ήταν και πλανεμένος. Άλλωστε, δεν είναι και τόσον άσχημο να πλανάσαι και μάλιστα με μιαν πλάνην τόσον ωραίαν, πρωτότυπην, γοητευτικήν και αυτόχρημα μεθυστικήν, σαν αυτήν τού δασκάλου μας. Πλανήθηκε μεν αυτός, αλλά το' λεγεν η καρδιά του. Αλήθεια, πόσον άφθαστον ήταν αυτό το ψυχικό μεγαλείον Του. Ζήτω, λοιπόν, η πλάνη τού Ιησού, που μπροστά της ωχριά και αυτή η αλήθεια, η οποία τόσον συχνά είναι στυγνή, και αυτή η πραγματικό­τητα που συνήθως είναι τόσο σκληρή. Προτιμώμεν το ρομαντισμόν τού δα­σκάλου μας παρά την αλήθεια και την πραγματικότητα. Σ' αυτόν το δάσκαλο θα άρμοζε περαιτέρω να ήταν ακόμη και Θεός, τού άξιζεν η θεία φύση, κι ας μη ήταν Θεός. Θα του έπρεπεν να λατρευθεί ως Θεός.

Δεν είναι, λοιπόν, καλλίτερον να πλανώμεθα μετά τού Ιησού, παρά να κατέχουμε την αλήθειαν μακρυά του και χωρίς αυτόν; Ω, αγία και γλυκύτα­τη πλάνη τού επίσης γλυκύτατου Ιησού. Τι κι αν δεν αναστήθηκε, λοιπόν, πραγματικά ο δάσκαλος. Εμείς, πάντως, οι μαθητές του θα τον κηρύξουμεν ως αναστημένον και όχι μόνον, αλλά θα τον ανεβάσουμεν, επί πλέον, και σ' αυτό τούτο το βάθρον της θεότητας, θα τού καύσωμεν λιβανωτόν, θα τον λατρεύσουμεν ως θεόν, αυτόν τον απαράμιλλον άνθρωπον. Και γιατί, λοιπόν, να μη μείνουμεν πιστοί στη μνήμη Του και αφοσιωμένοι στο πρό­σωπόν του; Μήπως, άλλωστε, η σκέψη Του και τα αισθήματά Του δεν αναζω­ογονήθηκαν όντως στην ψυχή μας; Μήπως η διδασκαλία του δεν αναστήθηκε, τρόπον τινά, μέσα από τον τά­φον της αποσιώπησης, όπου οι εχθροί του θέλησαν να τον καταχωνιάσουν; Όλ' αυτά μήπως δεν επιβιώνουν μέσα μας; Να, λοιπόν, ότι τουλάχιστον μ' αυτήν την έννοιαν ‘αναστήθηκε’ ο δάσκαλος μας.»

Τέτοιες όντως "συναρπαστικές" σκέψεις και "γοητευτικά" αισθήματα αποδίδουν κάποιοι απ’ τους αρνητές της σωματικής Ανάστασης στους μαθητές του Ιησού Χριστού. Αλλ' όλ' αυτά δεν αποτελούν παρά τις σκέψεις των ίδιων των απίστων, τις δικές τους επιλογές και τις προσωπικές τους προτιμήσεις.

Τέτοια γλυκανάλατα αισθήματα, που δεν βασίζονται ούτε σε αρχαία κείμενα ούτε σε καμιά ιστορική πραγ­ματικότητα, μοιάζουν κυριολεκτικά μόνον με αισθήματα ναρκομανών, μοιάζουν με ψυχολογικές αντιδράσεις ατόμων αφιονισμένων και όχι των μαθητών του Κυρίου. Καιρός να σοβαρευθούμεν και προπαντός να ορθολογισθούμεν, διότι, αν οι άπιστοι αρνούν­ται την σωματικήν Ανάσταση τού Κυρίου, το κάνουν εν ονόματι του ορθολογισμού τους. Επομένως, δια τού ιδίου μέσου πρέπει να τους αντιμετωπίσουμεν. Πιστεύομεν, δηλα­δή, ότι και στην περίπτωση αυτή ισχύει το αρχαίο ρητόν ‘ο τρώσας και ιάσεται’. Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχήν και ας τα εξετάσουμεν κατά τη λογική σειράν τους.

Πρώτον θα πρέπει να τονίσουμεν ότι την Ανάστασιν κατά τους άπιστους, δεν την επινόησαν πρώτοι οι μαθητές. Ο ίδιος ο Ιησούς, ενώ ακόμη ζούσεν, την είχεν τουλάχιστον φαντασθεί ότι θα τού συμβεί. Κι αυτή είναι, κατά τους ίδιους, μία από τις πλάνες τού Ιησού. Φανταζόμενος, δηλαδή, ο Ίδιος ότι είναι βασιλιάς, που θα βασιλεύσει και αρχίζοντας να διαπιστώνει ότι τέτοια βασιλεία δεν φαίνεται να πραγματο­ποιείται ούτε να κάνει την εμφάνισή της, αρχίζει ο Ιησούς να πιστεύει κάτι άλλο: ότι θα πρέπει πρώτα να πεθάνει και ότι αφού πρώτα θα αναστηθεί, μετά θα αρχίσει να βασιλεύει. Όμως, εν τελευταία αναλύσει, όλ' αυτά -λένε οι άπιστοι- ήσαν αποκυήματα της καλπάζουσας φαντασίας τού Ιησού. Ο ίδιος με υπαινιγμούς και έμμεσον τρόπον προσπαθούσε να τα περάσει αυτά στους μαθητές του, ιδιαίτερα κατά την τελευταία φάση της δράσης του, χωρίς όμως και να το κατορθώνει. Κι αυτό, διότι οι μαθητές παρέμεναν προσκολλημένοι στη γηίνην και υλιστικήν αντίληψη μιας επίγειας κοσμι­κής βασιλείας τού Ιησού και εκτός αυτής δεν αντιλαμβάνονταν σχεδόν τίποτε άλλο, δεν καταλάβαιναν «γρυ», όπως λέμε, για βασιλείαν των ουρα­νών. Έτσι, λοιπόν, ο Ιησούς σταυρώθηκεν, πέθανε, τάφηκε προς μεγάλη θλίψη αλλά και απογοήτευσή των. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αυτοί άλλα περίμεναν. Δεν είχαν αντιληφθεί, αν και τους είχεν ασαφώς προειδοποιήσει ο Ιησούς, τίποτε για την αναγκαιότητα ούτε τού θανάτου, ούτε της Ανάστασής του. Δεν περίμεναν ούτε Ανάσταση, άλλ' ούτε και θάνατον. Όταν όμως αυ­τά συνέβησαν, μας λέγουν οι άπιστοι, τότε ήταν που οι μαθητές σκέφθηκαν να κλέψουν το σώμα του Ιησού και να πουν ότι αναστήθηκε. Αυτά ισχυρί­ζονται οι αρνητές της σωματικής Ανά­στασης και νομίζουν ότι τα πράγματα είναι τόσον απλά, όπως αυτοί τα φαν­τάζονται. Αλλά τα ερωτήματα και οι δυσκολίες αρχίζουν γι' αυτούς απ’ αυτό ακριβώς το σημείο.

Ωραία, λοιπόν: έκλεψαν οι μαθητές το σώμα για να διαδώσουν ψευδώς και για να πιστευθεί ότι ανέστη, ενώ οι ίδιοι ήξεραν ότι αυτό είναι ψέμμα, αφού οι ίδιοι το είχαν κλέψει. Αν συνέ­βη αυτό. τότε οι μαθητές είναι ψεύτες με κορώνα, απατεώνες με πατέντα, δηλαδή ανήθικοι ολκής, αφού παρόμοιαν απάτην τέτοιου διαμετρήματος και βεληνεκούς δεν αναφέρεται άλλη δεύτερη στην Ιστορία της ανθρωπό­τητας. Κάποιοι, μάλιστα, απ’ τους αρνητές της Ανάστασης προσδίδουν ιδιοτελή κίνητρα στους μαθητές, υποστηρίζοντας ότι έκαναν την κλοπήν και εσκηνοθέτησαν την Ανάστασιν προς ίδιον όφελος, για δικόν τους συμφέρον, γιατί μυρίστηκαν ότι η υπόθεση ενός αναστημένου Ναζωραίου δασκάλου θα είχεν «πολύ ψωμί» και στο μέλλον, ίσως, μεγαλεία, τιμές, πλούτη. Αλλ' οι περισσότεροι απ’ τους άπιστους αθωώνουν τους μαθητές, δεν τους θεωρούν ανήθικους ή ιδιοτελείς, γιατί, -λένε-, κλέβοντας το νεκρόν σώμα είχαν καλές προθέσεις και ιερούς σκοπούς, τους εξής:

Πρώτον: Κήρυξαν την Ανάσταση μολονότι δεν την πίστευαν, για να δικαιώσουν τον διδάσκαλον, διότι ο ίδιος, πλανώμενος, νόμιζεν και ήλπιζεν ότι θα αναστηθεί, κι όμως δεν αναστήθηκε. Όποτε οι μαθητές από αγάπην και αφοσίωση προς αυτόν κλέβουν το σώμα, για να μη φανεί ότι ο δάσκαλος τους είχεν πέσει έξω στις προβλέψεις του, ότι είχεν αστοχήσει, ότι η πραγμα­τικότητα τον είχε διαψεύσει. Έκλεψαν το σώμα Του, για να τον δικαιώσουν στις λαθεμένες προβλέψεις Του, στις απραγματοποίητες προρρήσεις του, στις ανεκπλήρωτες προφητείες του.

Απαντώμεν στα ανωτέρω: Αλλά, εάν είχεν πλανηθεί ο Χριστός και είχε διαψευσθεί στις ελπίδες Του, και αφού οι μαθητές το διαπιστώνουν, τότε το μόνο που θα μπορούσαν να νοιώθουν αυτοί είναι απογοήτευση, αποτυχίαν, χρεωκοπίαν, τα οποία θα τους γέμιζαν όχι μόνον με απαισιοδοξίαν, αλλά προ παντός με μίσος εναντίον του Ιησού. Τους είχεν επιστρατεύσει αποσπώντας τους απ’ τα σπίτια τους, τα επαγγέλ­ματά τους, τους οικείους τους. Αυτοί άφησαν γονείς, συζύγους, φίλους κλπ. για να τον ακολουθήσουν, γιατί τον πίστεψαν, κι εκείνος τους οδήγησεν σ' ένα φιάσκο, σ' ένα ναυάγιον. Ήταν πλανεμένος και τους επλάνησεν. Τι θα' πρεπε να νοιώθουν γι' αυτόν;

Μάλλον αποστροφήν παρά λατρείαν, μάλλον βδελυγμίαν παρά αφοσίω­ση. Η χρεωκοπία Του ήταν και δική τους χρεωκοπία. Επί πλέον, τους έβαλεν στην παρανομίαν, σ' ένα δρόμον, όπου οι ίδιοι κινδύνευαν απ’ τις αρχές και τις εξουσίες. Πως δεν θα τον μισούσαν; Τέτοια θα έπρεπε να ήσαν τα αισθήματα, που θα έτρεφαν για το νεκρό δάσκαλον και για τη μνήμην του, εάν δεν είχε γίνει όντως η Ανάσταση, θα' πρεπε να τινάξουν κάθε σκόνην και κάθε ίχνος της επίδρασής Του από πάνω τους και όχι να θέλουν να αναστήσουν τη μνήμη Του και προ παντός να συνεχίσουν το έργον Του. Επ' ουδενί τουλάχιστον το τελευταίο αυτό.

Δεύτερον: Ανάμεσα στους σοβα­ρούς λόγους που θα είχαν οι μαθητές να σκηνοθετήσουν την Ανάσταση με μία κλοπή τού σώματος, κάποιοι αρνητές της Ανάστασης, προβάλλουν και τον εξής:

Αλλά, λένε, ναι μεν ο Ιησούς παρέσυρεν και παροδήγησεν τους μαθητές Του με την αχαλίνωτη φαντασία του στη χρεωκοπίαν, αλλά μη ξεχνάτε ότι ο ίδιος τους φανέρωσεν και εδίδαξεν την πιο υψηλήν θρησκευτική, ηθικήν, κοινωνικήν διδασκαλίαν που ακούστη­κε ποτέ πάνω στη γην. Οι μαθητές, λοιπόν, εκτιμήσαντες την υπέροχη δι­δασκαλίαν του και κρίναντες ότι και μόνη αυτή ήταν τόσον υψηλή, μεγαλει­ώδης, χρησιμότατη  ωφελιμότατη απαραίτητη και σωτήρια για την ανθρωπότητα όλων των αιώνων, οι ίδιοι, λοιπόν, τον συγχώρεσαν για το ότι με τον τελεσίδικον και ανεπίστρεπτον θάνατόν Του, τους οδήγησε στην χρεωκοπίαν, στο αδιέξοδον, στην απογοήτευση και είπαν. Δεν πειράζει, τού συγχωρούμε ότι μας ξεγέλασεν. Άλλωστε, δεν το έκανε επίτηδες. Πλανήθηκεν ο καϋμένος. Τού συνέβη κάτι πολύ ανθρώπινον, να πλανηθεί, αφού το «πλανάσθαι είναι ανθρώπι­νον» έστω κι αν λέγεται κανείς «Ιησούς Χριστός».

Επειδή όμως η διδασκαλία του είναι άκρως ωφέλιμη και τουτ’ αυτό σωτήρια για την Οικουμένην, εμείς θα σκηνοθετήσουμεν την Ανάστασή Του για να γίνει πιστευτός και δεκτός και έτσι η ανθρωπότητα να ενστερνισθεί τη διδασκαλίαν Του και, κατά κάποιαν έννοιαν, έτσι να σωθεί η ανθρωπότητα. Αυτός ο καλός και σωτηριολογικός σκοπός μας αγιάζει τα μέσα που χρησιμοποιούμεν, εμείς οι μαθητές Του. Αν διαπράττουμεν αυτήν την fraudem piam, την ευσεβή απάτην, είναι για το μεγάλον, υψηλόν, ιερόν σκοπόν μας, χάριν της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Αυτή η απάτη μας θα αποδειχθεί ο μεγαλύτερος Αλτρουισμός, ο υψηλότε­ρος Ανθρωπισμός. Αυτό το ιερόν και πανάγιον ψέμμα μας θα είναι το κορυφαίον σημείο της υπεροχότερης ηθικής όλων των αιώνων. Άραγε, κάτι τέτοιες σκέψεις δεν ήταν δυνατόν να είχαν κάνει οι μαθητές και αυτές δεν θα ήταν και ο αποχρών λόγος, για να σκηνοθε­τήσουν την Ανάσταση, να τη διαδώσουν και τελικά να γίνει αυτή πιστευτή;

Απαντώμεν: Βέβαια, ένα ζήτημα είναι ότι η θρησκεία τού Ιησού Χρι­στού αποτελεί όντως την υπεροχότερη θρησκεία και ότι η ηθική, που αυτός εδίδαξεν είναι η υψηλότερη. Και άλλο ζήτημα είναι το εάν, για τη διάδοση και επικράτησή της, κατά την ομολογίαν και αυτών των απίστων, πιο ανώτερης θρησκείας και πιο υπέροχης ηθικής, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμεν τη μεγαλύτερη ανηθικότητα, απάτην και ψεύδος, δηλαδή την Ανά­σταση, έστω και για ένα καλόν σκοπόν, εάν ήσαν αληθείς οι ισχυρισμοί των απίστων αυτών.

Επί πλέον όμως ο ισχυρισμός των απίστων ενέχει και μίαν εσωτερική αντίφαση. Αφού ο Χριστιανισμός είναι η ανώτερη θρησκεία, η υψηλότερη ηθική, η υπεροχότερη ψυχολογία, όπως την ομολογούν, αν και άπιστοι κι όπως τη θεωρούσαν οι μαθητές του Ιησού Χριστού. αυτό σημαίνει ότι γι' αυτό και μπορεί από μόνη της να σταθεί στα πόδια της όρθια και από μόνη της να βαδίσει, δηλαδή να επιβληθεί ακριβώς με το κύρος της αλήθειας της και να επικρατήσει. Αφού οι ίδιοι οι άπιστοι πλέκουν τα ωραιότερα εγκώμια γι' αυτήν τη διδασκαλίαν τού Ιησού, ερωτώμεν: προς τι, λοιπόν, να επινοη­θεί επί πλέον η Ανάσταση, που κατά τη θεωρίαν των απίστων, θα πρέπει να συμπεράνουμεν ότι είναι η μεγαλύτερη απάτη, για να στηριχθεί η πιο θαυμά­σια, η υπεροχότερη διδασκαλία και θρησκεία, που, επειδή ακριβώς είναι η μεγαλειωδέστερη, δεν θα πρέπει να έχει ανάγκην να την στηρίξει, και μάλι­στα με ψεύδη και απάτες; Μόνον εάν δεν είχεν το κύρος της αλήθειας και της υπεροχής της θα είχεν ανάγκην από ένα ψεύδος, όπως ονομάζουν οι άπιστοι την Ανάσταση, για να σταθεί η θρησκεία τού Χριστού στα πόδια της. Πότε, αλήθεια, κρατάμε τα δεκανίκια, όταν χαίρουμεν άκρας υγείας και μπορούμε να κάνουμεν άλματα και να τρέχουμε με τα πόδια μας, ή, όταν πάθουμε κάταγμα, διάστρεμμα, ή και άλλες ζημιές και βλάβες στα πόδια;

   Αφού, λοιπόν, οι άπιστοι ομολο­γούν τη διδασκαλίαν τού Χριστού ανωτάτην και μόνον τού αρνούνται τη θεότητα και κάθε υπερφυσικόν χαρα­κτήρα, δεχόμενοι την υπέρ πάντα άλλον υπεροχήν του ως άνθρωπου, επί καθαρά και μόνον ανθρωπίνου πεδίου, προς τι η διδασκαλία αυτή θα είχεν ανάγκην από τα δεκανίκια της ψευδούς Ανάστασης, εάν η τελευταία αυτή δεν είχεν όντως λάβει χώραν; Προς τι η Ανάσταση, αφού μόνος του ο Χριστια­νισμός μπορεί να βαδίσει και να τρέξει χωρίς δεκανίκια;

Αλλά και κάτι ακόμη: η διδασκαλία περί Ανάστασης άραγε θα έφερνε πράγματι και άφευκτα ένα τέτοιον προσδοκώμενον αποτέλεσμα, όπως, κατά τους ισχυρισμούς των απίστων ήλπιζαν οι μαθητές τού Ιησού; Θα διευκόλυνεν τη διάδοση του χριστιανού κηρύγματος; Κάθε άλλο. Διότι, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι ακρι­βώς η Ανάσταση ήταν σκάνδαλο για το νουν και άρα εμπόδιο για την εξάπλω­ση του κηρύγματος. Η Ανάσταση ήταν σοβαρόν εμπόδιον για την εξάπλωση της Εκκλησίας γιατί σκανδάλιζεν τους ειδωλολάτρες. Ας θυμηθούμεν ότι όταν ο Απόστολος Παύλος ήλθεν στην Αθήνα και μίλησεν στον Άρειον Πάγον, οι Αθηναίοι κρέμονταν απ’ τα χείλη του, όμως, μόνον μέχρι το σημείο, όπου πρόφερεν τη λέξη «Ανάσταση». Μόλις άκουσαν οι Αθηναίοι για Ανάσταση, χαμογέλασαν συγκαταβατικά και τον διέκοψαν ευγενικά, θα μας τα πεις άλλη φορά τα υπόλοιπα. του είπαν, «ακουσόμεθά σου πάλι». Σκάνδαλον στη λογικήν και μάλλον εμπόδιο για την εξάπλωση της Εκκλησίας. Δεν θα το επινοούσαν, λοιπόν, οι μαθητές, για να διαδώσουν την διδασκαλία τού Ναζωραίου.

Έστω, λοιπόν, ότι πράγματι είχαν ένα οιονδήποτε σοβαρό λόγον οι μαθητές να θέλουν να κάνουν πιστευτή μίαν ανύπαρκτη Ανάσταση. Ήταν όμως άραγε και υποκειμενικά δυνα­τόν, δηλαδή εφικτό με όσες υποκειμε­νικές προϋποθέσεις διέθεταν οι μαθη­τές, ώστε να επινοήσουν μίαν Ανάστα­ση, με σκοπόν την παγκόσμιαν επικρά­τηση τού κινήματος του Ιησού που έγινεν και δικόν τους κίνημα;

Ερωτώμεν, πρώτον, πως μία χού­φτα αγράμματων ταπεινών και αδύνα­μων κοινωνικά ανθρώπων, θα συνελάμβανε, θα εσχεδίαζε, θα επιχειρούσε και θα πετύχαινε τη θρησκευτική κατάκτηση της Οικουμένης εν μέσω μυρίων και ανυπέρβλητων δυσκολιών και κινδύνων, αντιμετωπίζοντας δηλαδή βασιλείς και ηγεμόνες, κράτη και σιδηρόφρακτες αυτοκρατορίες, το μίσος και το φανατισμό θρησκειών και λαών, αυτοί, που με την σύλληψη του δασκάλου τους διασκορπίστηκαν, αυτοί, που ούτε μπροστά σε μια υπηρέτρια δεν είχαν το θάρρος να ομολογήσουν ότι είναι μαθητές τού Χριστού; Κι' όλ' αυτά ακριβώς και αμέσως μετά την ανθρωπίνως παταγώ­δη αποτυχία του δασκάλου τους, που μόνο απογοήτευση και απαισιοδοξία θα μπορούσε να τους εμπνεύσει.

Έπειτα, πως αυτοί, που τουλάχιστον εφοβούντο, εσέβοντο, ηυλαβούντο το Θεόν, θα διέπρατταν τέτοια θεομπαιξία διαδίδοντας το μεγαλύτε­ρο ψέμμα της Ιστορίας εν ονόματι του Θεού;

Πως, τέλος, αυτοί οι καλοκάγαθοι και ηθικοί, οίοι ήσαν μέχρι τότε και οίοι αποδείχθησαν μέχρι θανάτου, θα έκαναν τη μεγαλύτερην απάτην των αιώνων; Αλλά και. προ παντός, πως θα έδιδαν την ίδιαν την ζωήν τους, όπως συνέβη με τους περισσότερους απ’ αυτούς, για ένα ψέμμα; Το κήρυγμά τους στρεφόταν γύρω από δύο πόλους: Σταυρόν και Ανάσταση, θα δέχονταν ποτέ να θανατωθούν για κάτι που ήξεραν ότι είναι ένα ψέμμα; Ποιος, αλήθεια, δίνει την ζωή του για κάτι που ξέρει ότι είναι ψέμμα; Θα πει ίσως κανείς ότι βέβαια μέσα στην Ιστορία χιλιάδες ιδεολόγοι είχαν δώσει την ζωήν τους για θρησκευτικές ιδέες, κοι­νωνικές θεωρίες, πατριωτικές υποθέ­σεις κλπ., ψεύτικες.

Ναι, αλλά μόνον επειδή πίστευαν στην αλήθειαν της ιδεολογίας τους, στο δίκαιον της υπόθεσης, που υποστήρι­ζαν.

Πως, λοιπόν, οι μαθητές θα έδιναν την ζωήν τους για να υποστηρίξουν μίαν Ανάσταση ψεύτικη, που την ήξεραν ψεύτικην, αφού και εάν οι ίδιοι είχαν κλέψει το σώμα; Άρα, για να θυσιαστούν, πίστευαν στην Ανάσταση, ήσαν τουλάχιστον ειλικρινείς, δεν εψεύδοντο, δεν ήσαν απατεώνες.

Ωστόσο, ας υποθέσουμε ότι οι μαθητές είχαν κάποιον ή κάποιους σοβαρούς λόγους να σκαρφιστούν και σκηνοθετήσουν μίαν Ανάσταση. Έστω ότι είχαν τις απαραίτητες υποκειμε­νικές προϋποθέσεις προς τούτο. Καλά όλ' αυτά, αλλά μία τέτοια κλοπή τού νεκρού σώματος ήταν και αντικειμε­νικά δυνατόν να γίνει; Το επέτρεπαν δηλαδή, οι εξωτερικές συνθήκες και περιστάσεις; Ήταν αντικειμενικά δυνατή η κλοπή του νεκρού σώματος;

Ευτυχώς πριν απ’ τους μαθητές τόχαν σκεφθεί οι εχθροί τού Ιησού: οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, όπως όλοι γνωρίζομεν, πρόβλεψαν αυτήν την πιθανότη­τα κλοπής, ζήτησαν δε φρουράν από τον Πιλάτο και την εγκατέστησαν μπροστά στον τάφο. Οι δε φρουροί είχαν καθοδηγηθεί απ’ τους Αρχιερείς περί ποίου κινδύνου επρόκειτο: Το νουν σας μήπως έλθουν οι μαθητές και σας κλέψουν το σώμα του Ιησού. Και ο τάφος, λοιπόν, εφρουρείτο και οι φρουροί ήσαν κατάλληλα ενημερωμέ­νοι, ώστε να μην αιφνιδιαστούν και βρεθούν προ απρόοπτου, σε καμίαν περίπτωση.

Υπ' αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες ήταν ποτέ δυνατόν να κλαπεί το σώμα; Οι αρνητές μας προβάλλουν τρεις τέτοιες δυνατότητες:

α) Ήταν δυνατόν οι μαθητές να δωροδοκήσουν τους στρατιώτας για να πάρουν το σώμα και να φύγουν.

Απαντώμεν: Να τους δωροδοκή­σουν οι μαθητές, είναι εύκολη κουβέ­ντα να τη λες. Όμως για να την έκαναν οι μαθητές, εκτός που θα έπρεπε να έχουν πολλά χρήματα, έπρεπε να δωροδοκήσουν όλην τη φρουράν, διότι, αν ένας δεν δεχόταν, θα απεκαλύπτετο το καταχθόνιον σχέδιον των μαθητών. Θα πρέπει επίσης να λάβουμεν υπ' όψει ότι τυχόν εξαγορά των φρουρών, εάν απεκαλύπτετο, θα επέσυρεν κατ' αυτών την εσχάτην των ποινών, το θάνατον. Ίσως πει κανείς: Μα, αφού αμέσως μετά δωροδοκήθηκαν οι ίδιοι οι στρατιώτες απ’ τους Αρχιερείς για να πουν ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα. Άρα οι φρουροί δεν ήσαν και τόσο φανατικά αδιάφθοροι, δωροδο­κήθηκαν. Απαντώμεν: ναι, αλλά η δωροδοκία τους απ’ τους Αρχιερείς έγινεν αφού διαπιστώθηκεν ο τάφος άδειος, δηλαδή αφού οι στρατιώτες ήσαν κι όλας σε δύσκολη θέση, εκτεθει­μένοι και σε αδιέξοδον, από το οποίον ακριβώς τους έβγαλαν οι Αρχιερείς εξαγοράζοντάς τους, επί πλέον, και με χρήματα, αλλά και με την υπόσχεση ότι εάν γεννηθεί ζήτημα σε βάρος των φρουρών για παράλειψη καθήκοντος, θα επέμβουν οι Αρχιερείς, για να καλύ­ψουν τους φρουρούς, ώστε να μη τους επιβληθεί καμία ποινή. Τέλος, παρατηρούμε ότι ούτε οι ίδιοι οι Αρχιερείς ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο, ότι δηλαδή οι μαθητές δωροδόκησαν τους στρα­τιώτες.

β) Εκτός της δωροδοκίας κάποιοι αρνητές της Ανάστασης θεωρούν πι­θανόν να επετέθησαν οι μαθητές στους φρουρούς για να κλέψουν το πτώμα.

Απαντώμεν: Κάτι τέτοιο είναι ακόμη πιο απίθανον: και διότι μίαν συμπλοκήν με τους οπλισμένους και γυμνασμένους στρατιώτες δεν ήταν δυνατό να τολμήσουν ούτε τολμηροί και θαρραλέοι. Πόσο μάλλον οι δειλοί και περιδεείς μαθητές. Αλλά η τυχόν πρόκληση τέτοιου επεισοδίου θα απεκάλυπτεν το σχέδιον των μαθητών. Τέλος, ούτε οι ίδιοι οι φρουροί δεν ανέφεραν κάτι τέτοιον, που θα τους ελάφρυνεν τη θέση, διότι άλλο είναι να συμπλακούν με τους κλέφτες και άλλο να αποκοιμηθούν οι φρουροί επιδει­κνύοντας έτσι εγκληματική αμέλεια και παράλειψη καθήκοντος.

Άλλο, λοιπόν, ισχυρίστηκαν οι φρουροί: την πρόταση των Αρχιερέων:

γ) Αποκοιμηθήκαμε, το εκμεταλ­λεύτηκαν οι μαθητές και έκλεψαν κρυφά το νεκρόν σώμα.

Απαντώμεν: Σύμφωνα με το ρω­μαϊκό νόμον, τέτοια παράβαση στρα­τιωτικού καθήκοντος επέσυρεν την εσχάτην των ποινών. Γνωρίζομεν από άλλου (Πρ. ιστ', 27) ότι σε παρόμοιαν περίπτωση φρουρός προτίμησε να τραβήξει το ξίφος του, για να αυτοκτο­νήσει, παρά να αντιμετωπίσει τον προβλεπόμενον από το ρωμαϊκό νόμο θάνατον. Αλλά στην περίπτωση της κλοπής τού σώματος του Ιησού, για να κάνουν οι μαθητές κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ξέρουν εκ των προτέρων ότι οι στρατιώτες-φρουροί θα αποκοιμη­θούν.

Και μία λεπτομέρεια: οι λωρίδες υφάσματος, τα οθόνια, με τις οποίες αφού άλειβαν το σώμα τού νεκρού με κολλώδη αρώματα, τύλιγαν σφιχτά το σώμα, και οι όποιες λωρίδες, μόλις στέγνωναν τα κολλώδη αρώματα, κόλλαγαν στο σώμα, ώστε να μην είναι δυνατόν να ξεκολλήσουν έκτος εάν ξεκολλούσαν μαζί και το δέρμα τού νεκρού, βρέθηκαν διπλωμένες με επιμέλειαν και τοποθετημένες σε μία γωνιάν του μνήματος. Εάν, λοιπόν, εί­χεν κλαπεί το σώμα, θα το έπαιρναν οι κλέφτες του όπως ήταν, χωρίς να καθυ­στερήσουν ξεκολλώντας τις λωρίδες ή διπλώνοντάς τες. Έπρεπε να φύγουν αστραπιαία, πριν ξυπνήσουν οι φρου­ροί. Οι λωρίδες, όμως, ως είπαμεν, βρέθηκαν διπλωμένες με τάξη στη γω­νία του τάφου.

Αλλά, τέλος, ούτως ή άλλως η μαρ­τυρία των φρουρών και ο ισχυρισμός των Αρχιερέων ότι οι μαθητές εκμεταλ­λευόμενοι τον ύπνο των στρατιωτών αφήρεσαν το σώμα, κρίνεται καθ' εαυ­τόν αναξιόπιστος και για τον εξής λόγον:

Ή οι φρουροί ήταν ξύπνιοι, οπότε ερωτάται γιατί δεν συνέλαβαν τους κλέφτες μαθητές, ή εκοιμώντο και δεν τους αντιλήφθηκαν, όπως, άλλωστε, λένε και οι ίδιοι. Άλλ' εάν πράγματι εκοιμώντο, δεν μπορούσαν να τους δουν, να τους αντιληφθούν. Τι είδους, λοιπόν, μάρτυρες μπορούν να είναι και είναι οι κοιμισμένοι; Μπορεί η μαρτυ­ρία τους να είναι αξιόπιστη; Αλλά οποίος κοιμάται, όνειρα μόνο μπορεί να βλέπει. Ή, λοιπόν, ήσαν ξύπνιοι και τους είδαν, οπότε γιατί δεν τους συνέ­λαβαν, ή εκοιμώντο, οπότε και δεν μπορούν οι στρατιώτες να έχουν δει αυτό που μαρτυρούν ούτε να είναι μάρτυρες τέτοιου γεγονότος. Μάρτυ­ρες κοιμισμένοι δεν είναι μάρτυρες.

Περιττόν, εξ άλλου, να πούμεν ότι και ο παραμικρός θόρυβος θα μπορού­σε να ξυπνήσει τους φρουρούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να μετακινηθεί ο τεράστιος κυκλικός λίθος που έφραζε την είσοδο τού μνημείου και ήταν στρογγυλός, όπως ο λίθος του μύλου, για να κυλάει δεξιά ή αριστερά, με όλον τον απαραίτητο θόρυβο, που προκαλούσε αυτός κυλιόμενος.

Όσα αναπτύξαμε, αγαπητέ αναγνώστα, μέχρις αυτού του σημείου, αποτελούν τη γενικότερη θεωρία των αρνητών της Ανάστασης περί δήθεν απάτης, που έκαναν τάχα οι μαθητές διαδίδοντας την είδηση για μια ψεύτι­κη Ανάσταση, που οι ίδιοι σκηνοθέτη­σαν και που διαδίδοντάς την στόχευαν στο να την κάνουν πιστευτήν. Είναι η θεωρία περί απάτης των μαθητών και που προϋποθέτει και παραδέχεται τους μαθητές του Κυρίου, απατεώνες.

Μια δεύτερη ομάδα απίστων αθω­ώνει τους μαθητές: όχι δεν ήσαν απα­τεώνες, ήσαν ηθικοί, ειλικρινείς, αλλά δυστυχώς έπεσαν θύματα απάτης ή πλάνης: ή απατήθηκαν απ’ τον ίδιον τον Ιησού, ο οποίος δεν είχεν αναστη­θεί, τους παρίστανε τον αναστημένο, εξαπατώντας τους, έτσι, άρα ο Ιησούς ήταν ο απατεώνας. Ή επλανήθηκαν από τη φαντασία τους κάτω από ειδικές συνθήκες, και νόμισαν, καλή τη πίστει, ότι ο δάσκαλος τους αναστήθη­κε, ενώ δεν είχεν αναστηθεί. Και στις περιπτώσεις αυτές, και πάλιν δεν έγινεν πράγματι η Ανάσταση.

Αλλά πως ήταν δυνατόν, πρώτον, να πλανήθηκαν οι μαθητές από τη φαντασία τους; Να τι λένε οι άπιστοι: Όλα ξεκινάνε από μιαν τρελλή γυ­ναίκα. Η υπόθεση της Ανάστασης γεννήθηκε στο αρρωστημένο μυαλό της. Αυτή πρώτη μέσα στην έξαψη της νευρικής της κρίσης φαντάστηκε και. στην συνέχεια, διέδωσεν στους εύπιστους μαθητές ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Ιδού ποια ήταν η τρελλή και πως έφθασε σ' ένα τέτοιο παραλή­ρημα: Η Μαρία η Μαγδαληνή, πριν γνωρίση το Χριστό και γίνη μαθήτριά του, ήταν νευροπαθής. Το λέει και το Ευαγγέλιον με το δικόν του τρόπον, ότι, δηλαδή, όταν την πρωτοσυνάντησεν ο Ιησούς, της έβγαλε «επτά δαιμόνια». Στη γλώσσα βέβαια του Ευαγγε­λίου κάτι τέτοιο σημαίνει, ό,τι θα λέγα­με σήμερα: νευροπαθής, ή ψυχοπαθής. Έτσι, λοιπόν, η Μαρία η Μαγδαληνή απαλλάχθηκεν από την ασθένειαν που την βασάνιζε μέχρι τότε και έκτοτε από μεγάλην ευγνωμοσύνην ακολουθούσε τον Ιησού όπου και αν πήγαινε αυτός και τον αγαπούσε παράφορα. Φαίνε­ται όμως ότι μολονότι θεραπεύτηκεν η Μαρία, της έμειναν όμως υπολείμματα και ίχνη της ασθένειάς της. Όταν, λοιπόν, συνέβη η σύλληψη, η δίκη, η σταύρωση, ο θάνατος, η ταφή τού αγαπημένου δασκάλου της, όλα αυτά της στοίχισαν ψυχολογικά πολύ και τις μέρες εκείνες ξανακύλησε η ασθένεια της, τα υπολείμματα και ίχνη της ξαναφούντωσαν και συνέβη το εξής ακρι­βώς : Την τρίτη μέρα απ’ τον άδικον και τραγικόν θάνατο του πολυφίλητου δασκάλου της, η Μαρία η Μαγδαληνή πρωί-πρωί, πριν καλά-καλά ξημερώση, πηγαίνει μόνη και πρώτη απ’ τις λοιπές μαθήτριες-μυροφύρες να αλείψει, κατά το εβραϊκό έθιμο τον νεκρό με αρώματα. Πλησιάζει, βρίσκει τον τάφον ανοικτόν και συνάμα άδειον. Απορεί, ταράζεται, συμπεραί­νει ότι ο δάσκαλος αναστήθηκε, όπως άλλωστε τους είχεν υπαινίχθη ο ίδιος όταν ακόμη ήταν εν ζωή. Απομακρύνεται ολίγον τού τάφου και μέσα στο μισοσκόταδο διακρίνει κάποιον που παίρνοντάς τον για τον κηπουρόν τού κήπου -διότι ο τάφος βρισκόταν σε κήπον-, τού φωνάζει: Μήπως ξέρεις, που βάλανε το σώμα τού δασκάλου; Κι ο άγνωστος τη φωνάζει με το όνομά της, η δε φωνή του της ήταν γνώριμη, η γνωστή φωνή του δασκάλου: -Μαρία. Κι' εκείνη τρέχει, τον πλησιάζει, πέφτει και γονατίζει μπροστά του, φωνάζο­ντας -Δάσκαλέ μου..

Ε, λοιπόν, τι ακριβώς συνέβη, αφού λογικώς και φυσικώς δεν ήταν δυνατόν να είχεν αναστηθή ο δάσκα­λος ; Να τι ισχυρίζονται οι άπιστοι, που θα δούμε με επιχειρήματα και συλλο­γισμούς, εάν είναι σωστόν:

Η Μαρία, λένε, με όλα τα γεγονότα του θανάτου και της ταφής τού προσφιλούς της δασκάλου, με τη μεγά­λη αγάπη που έτρεφε γι' αυτόν, με το ξανακύλισμα της αρρώστειας της, πάνω σε μία νευρική κρίση εξ αιτίας ενός παραληρήματος, μέσα στο μισο­σκόταδο, πήρε τον άγνωστο για το δάσκαλό της και νόμισεν με την εξημμένη φαντασία της ότι ο δάσκαλος αναστήθηκε. Αυτή πρώτη το φαντάσθηκε. Στη συνέχειαν έτρεξε στους λοιπούς μαθητές, τους είπε το «γεγο­νός», κι’ αυτοί εύπιστοι, πίστευσαν σε μιαν τρελλήν και, έτσι, με αρχικήν πηγήν τη Μαρία, την προβληματικήν, γεννήθηκε στους μαθητές από μίαν ανακριβή είδηση, η πίστη στην Ανά­σταση τού Χριστού. Έτσι, δηλαδή, οι μαθητές δεν χρειάσθηκε να κλέψουν οι ίδιοι το σώμα του νεκρού, για να δια-δόσουν μετά ένα ψέμμα τους ότι τάχα αναστήθηκε. Δεν ήσαν ψεύτες, αλλά ειλικρινείς σ' ότι έλεγαν. Μόνο που πλανήθηκαν από μιαν τρελλήν και στη συνέχεια είχαν και οι ίδιοι παραισθή­σεις και ψευδαισθήσεις ότι δήθεν τον είδαν.

Αλλά, για να δούμε από κοντά τα πράγματα, αν όντως έχουν έτσι όπως μας τα περιέγραψαν οι άπιστοι. Διότι στην περιγραφήν τους αυτήν αφήνουν μερικά διαφωτιστικά σημεία, στην σιωπήν και στο σκοτάδι. Και να ποια είναι αυτά τα σημεία: Ας δεχθούμε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν υπότροπη ψυχασθενής, ότι υποτροπίασε η ασθένειά της και ότι από τη μεγάλη της αγάπη στο δάσκαλον είδε με την αρ­ρωστημένη φαντασίαν της δήθεν ανα­στημένο τον Ιησού κι' ότι έτσι απ’ εκείνην πρωτοξεκίνησεν η είδηση για Ανάσταση και ότι την πίστευσαν και οι μαθητές. Έτσι, λοιπόν, νομίζετε ότι μπορούν να εξηγηθούν τα πράγματα;

Αλλά, πρώτον: Η Μαρία πηγαίνον­τας πρωί-πρωί στον τάφο δεν πήγε με μίαν προκατασκευασμένη σκέψη, ούτε για να δη αναστημένο τον δάσκαλον, ούτε για να διαπίστωση εάν είχεν ή δεν είχεν αναστηθή ο δάσκαλος. Πήγαινε απλώς και συγκεκριμένα για να αλείψη με αρώματα το νεκρόν του σώμα. Δηλαδή, δεν είχεν καμίαν σκέψη ούτε προδιάθεση να διαπιστώση μίαν Ανάσταση.

Δεύτερον: Ευρίσκει τον τάφον άδειον, διαπίστωση αληθινή, αφού και οι κατόπιν φθάσαντες μυροφόρες, αλλά και μαθητές ακόμη και οι φρου­ροί καθώς και οι ίδιοι οι εχθροί τους αρχιερείς μαρτυρούν τουλάχιστον ότι ο τάφος ήταν άδειος, άσχετα τι ισχυρί­στηκαν οι τελευταίοι αυτοί για την απ’ τους μαθητές δήθεν κλοπήν του νεκρού, υπόθεση στην οποίαν έχομεν ήδη απαντήσει ανωτέρω. Ένα παραμένει γεγονός: ο τάφος ήταν άδειος.

Τρίτον: Μόλις η Μαρία διαπιστώνει άδειον τον τάφον, μήπως της πάει ο νους σε καμίαν Ανάσταση; Μήπως «η τρελλή» συνεπέρανε: «άρα ο δάσκαλος αναστήθηκε;» Όχι βέβαια. Αλλά τι; Απλούστατα χωρίς καν να κάνη την υπόθεση για Ανάσταση, λυπήθηκε. δεν ήξερε τι να υποθέση και απ’ όσα τουλάχιστον είπε στον άγνωστον που διέκρινεν στο βάθος του κήπου, νόμιζε ότι κάποιος απλώς μετέφερεν σε άλλο μέρος το σώμα τού δασκάλου της. Τίποτε όμως δεν φαντάσθηκε για Ανάσταση. Ο κενός τάφος δεν την έκανε να πάη ο νους της σε Ανάσταση. Μόνον αφού ο άγνωστος τη φώναξε με το όνομά της και αυτή αναγνώρισε στην φωνή του αυτήν τού διδασκάλου της και μόνον αφού έτρεξε κοντά του και τον προσκύνησεν, τον προσφωνεί -Δάσκαλέ μου, κι' εκείνος, επιβεβαιώνει στην συνέχειαν την αντίληψη της Μαρίας, διότι επί πλέον της λέγει: -«Μη μ' αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου- πήγαινε όμως στους αδελφούς μου και πες τους: ανεβαίνω σ' εκείνον που είναι δικός μου και δικός σας Πατέρας, δικός μου και δικός σας Θεός.» Επρό­κειτο , λοιπόν, για τον ίδιον τον Ιησούν. Τότε μόνον επείσθη πλήρως η Μαρία ότι ήταν ο Κύριος.

Τέταρτον: Κι' όταν αμέσως μετά την συνάντηση με το δάσκαλον η Μαρία πηγαίνει στους λοιπούς μαθητές και πάλιν δεν τους λέγει: Ανέστη ο Κύ­ριος. Αλλά τι τους λέγει; -Είδα τον Κύριον. Πάλιν δεν έκανε αναφοράν σε Ανάσταση, μολονότι ήταν αυτονόητο κάτι τέτοιον. Που είναι λοιπόν η φαν­τασία της που φαντάσθηκε Ανάσταση;

Πέμπτον: Εάν όλα οφείλονταν στην αρρωστημένη φαντασία της Μαγδα­ληνής, δηλαδή σε υποκειμενικούς και ψυχοπαθολογικούς λόγους, κι όχι σε πραγματικούς-αντικειμενικούς, σε εσωψυχικούς κι όχι σε εξωτερικούς αληθινούς, τότε, θα έπρεπεν, αφού ο Ιησούς αναστήθηκε μόνο στη φαντα­σία μιας «τρελλής», το σώμα του αντικειμενικά να βρισκόταν στον τάφο. Όμως όλοι μαρτυρούν ομόφωνα, ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Κι' αν λοι­πόν, η φαντασία της «τρελλής» κάλπα­ζε και την απογείωνε απ’ την πραγμα­τικότητα, μια επίσκεψη στον τάφο θα έπειθεν και αυτήν και οιονδήποτε άλλο μαθητήν ότι ο Ιησούς είναι εκεί νεκρός κι' ότι τα περί Αναστάσεως είναι αποκυήματα της φαντασίας μιας ασθενούς. Ο τάφος με το νεκρόν σώμα θα έπειθεν οιονδήποτε ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να είναι νεκρός, ότι δεν αναστήθηκε. Να όμως που ο τάφος ήταν άδειος.

Έκτον: Είπαν οι άπιστοι ότι οι μαθητές ήσαν εύπιστοι. Πίστευσαν στα λόγια «της τρελλής» και στη συνέχειαν και στα λόγια των άλλων μυροφόρων ελαφρά τη καρδία και αφελώς. Αλλά συνέβη κάτι τέτοιο; Τις πίστευσαν οι μαθητές; Όχι βέβαια. Και τι είπαν αυτοί, λοιπόν; Είπαν ότι οι γυναίκες παραληρούν, έχουν παραλήρημα: «Και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών, και ηπίστουν αυταίς», δηλαδή των γυναικών τα λό­για τους φάνηκαν φλυαρίες και παραμιλητό και δεν τις πίστευαν.

Έβδομον: Στη συνέχειαν, πότε πι­στεύουν οι υπόλοιποι μαθητές; Όταν τους εμφανίζεται ο 'Ιησούς και σ' αυτούς «κεκλεισμένων των θυρών». Δέκα τουλάχιστον άτομα συναθροισμένα σ' ένα σπίτι, βλέπουν και ακούνε τον Κύριον και χαίρονται. «Εχάρησαν ουν οι μαθητές ιδόντες τον Κύριον». Μόνον όταν τον είδαν και τον άκουσαν πί­στευσαν. Εννοείται ότι η εντύπωση που έχουν και η εξήγηση που της δίνουν είναι ότι: τον είδαν, επειδή αυ­τός αναστήθηκε, αφού τον ήξεραν ήδη νεκρόν. Και πάλιν δεν μιλούν ρητώς για Ανάσταση. Στον απουσιάζοντα κατά την εμφάνιση του διδασκάλου μαθητήν Θωμάν, δεν λέγουν: Ανέστη ο Κύριος, αλλά: Εωράκαμεν τον Κύριον. Κι εκείνος πάλιν, δεν τους πιστεύει. Θα επίστευεν υπό όρους που έθετεν ο ίδιος: Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δεν θα πιστεύσω. Τελικά, μετά οκτώ μέρες ξαναεμφανίζεται στους μαθητές ο Ιησούς παρόντος και τού Θωμά στον οποίον ο ίδιος προτείνει: Φέρε το δάκτυλο σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Μη αμφιβάλλης αλλά να πιστεύσης. Τότε ο Θωμάς παραιτείται απ’ τις πρόσθετες απαιτήσεις του, αρκείται στο ότι τον είδε και τον άκουσε, τον αναγνωρίζει και φωνάζει: -Συ είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου.

Που είναι η ευπιστία των μαθητών; Πιστεύουν μόνον αφού πρώτα με τις αισθήσεις διαπιστώσουν για να γίνουν στη συνέχεια μάρτυρες του γεγονότος σε μας. Ο Ιησούς είπεν στην συνέχειαν στον Θωμά: Πείστηκες Θωμά, επειδή με είδες με τα μάτια σου˙ μακάριοι όμως θα είναι εκείνοι που δεν θα με έχουν δη με τα μάτια τους, και παρά ταύτα θα πιστεύσουν στην Ανάστασή μου ακούγοντας γι' αυτήν από την μαρτυρία των αυτόπτων και αυτηκόων μαρτύρων, δηλαδή υμών των μαθητών μου.

Αλλά, συνεχίζουν οι άπιστοι, κατά τον άλφα ή βήτα τρόπον, οι μαθητές έπαθαν υποβολή και ομαδική παρά­κρουση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση, φαινόμενο  συνηθισμένο  και νόμιζαν ότι είδαν τον Ιησούν αναστημένο.

Απαντώμεν: Πρώτον, είπαμε ότι οι μαθητές όντας δύσπιστοι απέκρουσαν τη μαρτυρίαν των γυναικών-μυροφόρων για Ανάσταση. Άρα δεν είχαν καμίαν προδιάθεση σχετική, που, όπως λένε οι ειδικοί απαιτείται για να έχουμε ψευδαίσθηση.

Δεύτερον: Μόνον όταν οι ίδιοι διεπίστωσαν τον Ιησούν, πίστεψαν. Άρα ήσαν και δύσπιστοι και σκεπτικιστές ψυχολογικά και ρεαλιστές.

Τρίτον: Δεν ήταν ένας ή δύο αλλά πολλοί μαζί με διαφορετικούς ψυχολο­γικούς χαρακτήρες ο καθένας, και δεν είναι δυνατόν όλοι μαζί να φαντάστη­καν ότι τους εμφανίσθηκεν, εάν όντως δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

Τέταρτον: Δεν τον είδαν μία φοράν. αλλά επί σαράντα ημέρες τους εμφανι­ζόταν σε διαφορετικόν αριθμόν μαρτύ­ρων κάθε φοράν και υπό τις πιο διαφο­ρετικές συνθήκες: π.χ. σ' ένα κήπο, στο δρόμο προς Εμμαούς, αναλύοντάς τους επί ώρες τη Γραφήν, για να εξαφανισθή απότομα από μπροστά τους, σε χωράφι, στη λίμνη Γεννησαρέτ.

Πέμπτον: Δεν τον έβλεπαν μόνον, αλλά και τον άκουγαν, αλλά και έτρωγε μαζύ τους, μέρα μεσημέρι, απόγευμα, τους ψήνει ψάρια, τρώει μπροστά τους ψάρι και κερήθρα και μέλι. Άρα ούτε είναι δυνατόν να πρόκειται για πνευματιστικό φαινόμενο.

Έκτον: Τελικά τον είδαν πάνω από πεντακόσια άτομα.

Και τα έξη αυτά στοιχεία μας τα δίνει η Καινή Διαθήκη. Είναι λοιπόν, δυνατόν να οφείλωνται στη φαντασία των μαθητών; Τότε, ας αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για όσα βλέπομεν και ακούμε κι' εμείς στην καθημερινή μας ζωήν.

Και μια τελευταία θεωρία των απίστων, η εξής.

Λέγουν, λοιπόν, κάποιοι απ’ τους μη διατεθειμένους να πιστεύσουν στην Ανάσταση:

Δεχόμεθα ότι οι μαθητές έβλεπαν πράγματι επί σαράντα μέρες μετά την Σταύρωσή του τον διδάσκαλον, ότι τους μιλούσε, ότι έτρωγε μαζύ τους. Αλλ' αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκην και ότι προηγουμένως αυτός αναστήθηκεν. Πως, λοιπόν, θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι τέτοιο, να τους εμφανί­ζεται πράγματι, χωρίς όμως να έχη αναστηθή; Απλούστατα, λένε οι άπιστοι: ο Ιησούς δεν είχε πεθάνει, ώστε να πούμε ότι μετά αναστήθηκε. Πάνω δηλαδή στον Σταυρόν δεν ξεψύχησεν, άλλ' έπεσε σε βαθύ λήθαργο, σε βαθειά λιποθυμία, έτσι ώστε ξεγελάστηκαν όλοι νομίζοντας ότι πέθανε: Ο επί κε­φαλής του εκτελεστικού αποσπάσμα­τος και υπεύθυνος νόμιζεν ότι ο Ιησούς απέθανε, οι δικοί του μαθητές, το ίδιο. Τον κατέβασαν, λοιπόν, από τον σταυ­ρό , τον τύλιξαν με φασκιές και δυνατά αρώματα, όπως απαιτούσαν τα τότε νεκρικά έθιμα, τον τοποθέτησαν στο μνημείο, έκλεισαν τον τεράστιο κυ­κλικό" βράχο που έφρασε το στόμιο του μνήματος, έφυγαν σίγουροι χωρίς καμίαν ύποψίαν ότι επρόκειτο για περίπτωση νεκροφάνειας και θρηνού­σαν τον προσφιλή τους «νεκρόν». Ο πάντα εντός παρενθέσεως «νεκρός» μέσα στον τάφο, κατά τις τρεις μέρες που ακολούθησαν, υπό την επίδραση της υγρασίας του κήπου και της νυκτερινής δροσιάς του τάφου και με τη δύναμη των ισχυρών και άρα ανανηπτικών αρωμάτων άρχισε να ξαναβρί­σκει τις αισθήσεις, να ξυπνά, να συνέρ­χεται, να ξαναποκτά την συνείδησή του. Στην αρχή δύσκολα βέβαια, μετά όμως με μεγαλύτερη ευχέρειαν, ελευ­θέρωσε τα χέρια του από τις σφιχτοδε­μένες πάνω του λωρίδες υφάσματος ανασηκώθηκε, ανακλαρίστηκε, έκανε τα πρώτα του βήματα στον τάφο, προχώρησε στην σφραγισμένη είσοδο, έσπρωξε με τα χέρια του τον ογκόλιθο που την έφραζεν, βγήκε έτσι γυμνός έξω, περιπλανήθηκεν λίγο στον κήπο και γι' αυτό ακριβώς, όταν σε λίγο φθάνη η Μαρία η Μαγδαληνή, βρίσκει τον μεν τάφον άδειον, το δε διδάσκαλο να προβάλλη από το βάθος του κήπου. Ο Ιησούς ξέρει, φυσικά, ότι σ' όσους τον βλέπουν έκτοτε δημιουργεί την ψεύτικη εντύπωση ότι τάχα είναι αναστημένος, γι' αυτό και τους εμφανίζεται, κι' όχι επειδή συνήλθε από βαθειά λιποθυμίαν. Όμως ο δάσκαλος για δικούς του λόγους τους αφήνει στην πλάνην τους, ή μάλλον επιζητεί να τους εξαπατήση. Και ούτως ή άλλως ηθικώς τουλάχιστον τους εξαπατά, αφού δεν τους εξηγεί το τι του συνέβη και αφίνει και επιτρέπει να οργιάζη η φαντασία τους και να πλανάται το μυαλό του. Και στην περίπτωση λοιπόν, αυτή δεν έχομεν αληθινή και πραγματική Ανάσταση του Χριστού, αλλά μίαν εκ μέρους του εξαπάτηση των μαθητών του. Και δεν ήταν δυ­νατόν να αναστηθή, γιατί, απλούστατα, δεν είχεν προηγουμένως πεθάνει. Για να δούμε, λοιπόν. Πέθανεν πράγματι πάνω στο Σταυρόν ο Ιησούς; Θα ήταν δυνατόν ανθρωπίνως μετά την Σταύ­ρωση να συνεχίζη να ζη; Έπεσε, λοιπόν, σε βαθειά λιποθυμία, απ’ την οποίαν συνήλθε στον τάφο; Διότι αν δεν είχε πράγματι πεθάνει, δεν θα ήταν δυνατό να αναστηθή κι' ούτε μπορούμε να μιλάμε για Ανάσταση.

Είναι σίγουρον ότι ο Ιησούς πέθα­νε πάνω στον σταυρό;

Πρώτον: Λίγο πριν υψωθή στον σταυρό, πέρασε αφόρητο και εξαντλη­τικότατο ψυχοσωματικό πόνο. Τις δυο τελευταίες μέρες του δεν αναπαύθηκε καθόλου. Αντίθετα ήταν τόσο καταπο­νημένος , ώστε του παρουσιάστηκε ένα σπάνιο φαινόμενο που η Ιατρική επι­στήμη ονομάζει αιμαθιδρωσία. Ενώ, δηλαδή, προσευχόταν στο Όρος των Ελαιών εγένετο εν αγωνία, και εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αί­ματος καταβαίνοντος επί την γην. Ακολούθησε ολονύκτιο το ηθικό μαρτύριο (εμπτυσμοί, ραπίσματα, κολαφίσματα, γρονθοκοπήματα κλπ) και το φραγγέλιο, αυτό το μαστίγιο με τα πολλαπλά πέτσινα λουριά πούχαν στην άκρη αιχμηρά σιδερένια άγγιστρα και που σε κάθε χτύπημα κυριολεκτικά ξέσχιζαν τις σάρκες έτσι ώστε να φαίνονται τα κόκκαλα. Η δε φραγγέλωση έπιανε όλο το σώμα. Μετά απ’ αυτά στάθηκε αδύνατο στον Ιησού να σήκωση το σταυρόν του και γι' αυτό «ηγγάρευσαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίον ίνα άρη αυτόν». Ο δε θάνατος των σταυρωμένοι που είχαν τα καρφιά μπηγμένα όχι στις παλάμες, αλλά στους καρπούς των χεριών προκειμέ­νου να αντέχουν να βαστάζουν το βά­ρος του σταυρωμένου, χωρίς να σπάνε τα κόκκαλα, προήρχετο (κατά τον καθηγητήν της Αναισθησιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης κ. Σπυρ. Μακρή, Η Επιστήμη μπροστά στην Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), όχι από απώλειαν αίματος και δυνάμεων λόγω αιμορραγίας. Σήμερα είναι πια γνωστό και τεκμηριωμένο ιατρικά, ότι ο θάνατος στο Σταυρό επήρχετο από ασφυξίαν. Οι σταυρωμένοι πέθαιναν σε όλες τις περιπτώσεις.

Στην περίπτωση όμως του Ιησού πιστοποιήθηκεν ότι αυτός είχεν πράγ­ματι πεθάνη στο σταυρό; Μήπως έπεσαν έξω οι στρατιώτες του στρα­τιωτικού αποσπάσματος;

Απαντώμεν: Πρώτον σαν επαγγελ­ματίες του είδους, είχαν πείραν. Ήξευραν πότε ένας κατάδικος είναι λιποθυμισμένος και πότε όντως πεθαμένος

Δεύτερον: Γνώριζαν ότι ο νόμος όριζεν σαφώς ότι στρατιώτης που θα πιστοποιούσε ανακριβώς θάνατον, θα σταυρωνόταν ο ίδιος.

Προκειμένου, λοιπόν, για τον Ιησού ο αρμόδιος στρατιώτης θέλοντας να πεισθή ότι πράγματι είχεν πεθάνει, τού τρύπησε με λόγχην την πλευράν «και ευθέως εξήλθε αίμα και ύδωρ», που ιατρικά σημαίνει ότι αυτά τα δύο υγρά που δημιουργούνται στο χώρον τού άνω διαφράγματος, λίγη ώρα μετά το βιολο­γικό θάνατο, μαρτυρούν με την εκροή τους ότι ο βιολογικός θάνατος του Ιησού είχεν επέλθη. Αλλά και μόνον το ότι από την πληγή αυτή μπήκε στο χώρο τού άνω διαφράγματος ατμοσφαιρικός αέρας, που όταν περάση εκεί επιφέρει ακαριαία το θάνατο (πνευμονοθώρακας). πιστοποιούν το βέβαιον του θανά­του τού Ιησού. Αυτά λέγει η ιατρική.

Αλλά και η λογική μας λέγει τα εξής: Έστω ότι ο Ιησούς μόνο λιποθύ­μησε και ότι δεν πέθανε πράγματι και ότι στον τάφο ξελιποθύμησε. Αλλά ήταν σφιχτοδεμένος με φαρδιές λωρί­δες υφάσματος. Όχι όμως απλά τυλιγ­μένος. Όχι απλά δεμένος. Η σμυρναλόη με την οποίαν του πασάλειψαν όλο το σώμα πριν τον «φασκιώσουν» ήτο πηχτή κολλώδης ουσία που σαν την κόλλα στέγνωνε και κολλούσε ολωσδιόλου ώστε οι μ' αυτήν κολλημέ­νες φασκιές δεν μπορούσαν να ξεκολ­λήσουν ούτε έξωθεν, από κάποιον άλλον, χωρίς να ξεκολλήση το δέρμα και ίσως και το κρέας τού έτσι σαβα­νωμένου. Πως ελευθερώθηκεν ο Ιησούς; Πως έλυσε τα χέρια του; Πως σηκώθηκεν; Και πως στάθηκε όρθιος, ο μισοπεθαμένος, που μόλις συνήλθε Πως περπάτησε πάνω στα τρυπημένο απ’ τα καρφιά πόδια του; Πως, μ' εκείνα τα τρυπημένα χέρια του και με την τόση εξάντληση του παραμέρισε τον ογκόλιθο που οι μυροφόρες προβληματίζονταν πως άραγε θα τον μετακινήσουν;

Αλλά και αφού παραμέρισεν τον ογκόλιθον, με τον ανάλογον θόρυβόν του, πως δεν συνελήφθη ο Ιησούς από τους πέριξ του τάφου φρουρούς; Διότι, ως γνωστόν, ο τάφος εφρουρείτο από ρωμαϊκήν κουστωδίαν (φρουράν). Κι' αυτός ακόμη ο αρνητής Στράους λέγει γι' αυτόν τον ισχυρισμόν των απίστων: -Είναι αδύνατο άνθρωπος μισοπεθα­μένος να βγή από τον τάφο. Πως θα το κατόρθωνεν, αφού μόλις θα έστεκε στα πόδια του;

Εξάλλου, ο συνελθών εκ τέτοιας λιποθυμίας, θα εχρειάζετο μεγάλην φροντίδα και περίθαλψιν Ιατρική, φάρμακα, επιδέσμους, δυναμωτικό κλπ. Αλλά και η εντύπωση που αποκο­μίζουν οι μαθητές του απ’ την εμφάνι­σή του σ' αυτούς δεν δικαιολογείται, εάν δεχθούμε ότι απλά συνήλθεν από μία λιποθυμίαν: Έστω, ας δεχθούμε όσα είπαν οι άπιστοι, έστω ότι κατά­φερε να συρθή μέχρι το σπίτι που ήσαν συνηγμένοι οι μαθητές. Αλλά ο Ιησούς δεν εμφανίζεται σε αξιοθρήνητη κατά­σταση που να προκαλή τον οίκτο των μαθητών του. Αυτοί, αντιθέτως αντί για να τον λυπηθούν, τον θαυμάζουν. Δίδει την εντύπωση όχι τραυματισμέ­νου αλλά θριαμβευτού. Εμφάνιση του Ιησού όπως αυτή που περιγράφουν οι άπιστοι, το πολύ θα προκαλούσεν τον οίκτον και την συμπάθειαν των μα­θητών. Αλλ' αυτοί νοιώθουν ανάγκην να τον προσκυνήσουν όχι απλά σαν επιβιώσαντα, αλλά σαν ένδοξο νικητή του θανάτου, σαν Θεόν και σαν Κύριον της ζωής και του θανάτου. Ο Θωμάς τον προσφωνεί: «Συ είσαι ο Κύριος μου και ο Θεός μου». Επί πλέον, αιφνι­δίως και με ταχύτητα τους εμφανίζεται και εξαφανίζεται. Δεν εσύρετο. Το ίδιο δε απόγευμα παρά τα τρυπημένα πόδια και τη γενικότερη εξάντληση κάνει πορεία ωρών από Ιερουσαλήμ μέχρι τους Εμμαούς. Πως θα το μπο­ρούσε κάτι τέτοιο;

Αλλά το σπουδαιότερον λογικόν επιχείρημα κατά της τελευταίας αυτής θεωρίας, της εξαπάτησης δηλαδή των μαθητών από τον ίδιον τον Ιησού είναι το εξής:

Ήταν, λοιπόν ποτέ δυνατόν, ο τόσον «ηθικός διδάσκαλος» που σαν την δικήν του την ηθική ούτε δίδαξε ποτέ ούτε θα διδάξη άλλος δάσκαλος, ο τόσον «ανώτερος και τέλειος άνθρω­πος» που το ύψος του ποτέ κανείς ούτε έφθασεν ούτε ήγγισεν ούτε και θα εγγίση ποτέ κανείς από τους υιούς των ανθρώπων και που γι' αυτό το λόγο μολονότι δεν υπήρξεν θεός όμως του αξίζει να τον ανεβάση η ανθρωπότης εις το βάθρον της θεότητος, να τον θεοποιήση, να τον προσκυνήση, να του καύση λιβανωτόν, μ' ένα λόγον να τον λατρεύση είναι, λοιπόν, δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος έστω, σχέτος άν­θρωπος κι όχι φύσει Θεός, όπως δηλαδή τον δέχονται οι ορθολογιστές και άπιστοι -διότι όλους αυτούς τους αν­θρώπινους ύμνους τους κάνουν ως γνωστόν για το Χριστόν οι ίδιοι οι άπι­στοι- είναι, λέμε, ποτέ δυνατόν για οποιαδήποτε σκοπιμότητα αυτός ο τόσον άγιος και τρυφερός δάσκαλος, το στόμα της παναλήθειας, να θέλησεν ποτέ να εξαπατήση τους μαθητές του;

Όπως η αγιότης των μαθητών θα απέκλειε να κλέψουν το σώμα του νεκρού Ιησού για να διαδώσουν ψευδώς ότι αναστήθηκε, κατ' απείρως μείζονα λόγον ούτε η αγιότης και φιλαλήθεια του Ιησού θα του επέτρεπε να προσποιηθή τον δήθεν αναστημένο για να ξεγελάση τους ίδιους τους μαθητές του. Αυτήν δε την ηθικήν τελειότητα του Ιησού δεν την ομολογούμε μόνον οι Χριστιανοί, αλλά του την αναγνωρί­ζουν και οι άπιστοι και έτσι αντιφά­σκουν όταν θέλουν να υποστηρίξουν ότι ο πιο ανώτερος ηθικά, άνθρωπος έστω κι' όχι Θεός, διέπραξεν τη μεγα­λύτερη απάτη στην ιστορία της Ανθρωπότητος με το να προσποιηθή ότι τάχα αναστήθηκε.

   Στο σημείο αυτό, ας μου επιτρέψη ο αναγνώστης να αφηγηθώ σύντομα ένα ιστορικόν περιστατικόν, που έλαβε χώραν στο Παρίσι τον 18ον αιώνα, μεταξύ απ’ τη μία του Βολταίρου, ο οποίος όντας ιδιοφυία είχε βάλει σαν σκοπόν της ζωής του να γκρεμίσει την Εκκλησία του Χριστού δια της λεπτής και γεμάτης δηλητήριον ειρωνείας του, κι απ’ την άλλην του διάσημου και σοφού Έλληνα επισκόπου Ευγενίου Βουλγάρεως, ο οποίος τότε διέμενεν στη γαλλικήν πρωτεύουσαν. Σε μίαν, λοιπόν, συνάντηση αυτών των δύο δια­σημοτήτων, απευθύνεται ο Βολταίρος στον Έλληνα επίσκοπον και του λέγει με παράπονον και πικρίαν:

Σεβασμιώτατε, σάς είχα πει και παλαιότερα ότι εργάζομαι πυρετωδώς γιατί σκοπεύω να ιδρύσω μίαν και­νούργια θρησκεία δικής μου έμπνευσης για να πλήξω τη χριστιανική Εκκλησία. Ήδη έχω συγγράψει και το ιερό βιβλίο της νέας αυτής θρησκείας, και μελέτησα όλα τα σχετικά με τη διοργά­νωση και ιεραρχία αυτής της νέας αντιχριστιανικής Εκκλησίας μου. Αλλά παρά την αρχικήν αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό μου με τον οποίο ξεκίνησα αυτή μου την προσπάθεια, είμαι όλως διόλου απογοητευμένος απ’ τους καρπούς της. Σ' όλους τους τομείς έδρεψα την αποτυχίαν. Μπορείτε μή­πως, Σεβασμιώτατε, να μου δώσετε μίαν εξήγηση; Που άραγε, οφείλεται η παταγώδης αποτυχία μου; Τι πρέπει, κατά τη γνώμη σας, να κάνω για να προχωρήσει αυτή η υπόθεση;

Όποτε ο σοφός Έλληνας επίσκο­πος Ευγένιος του λέγει: Θα σάς πω ευχαρίστως, κ. Βολταίρε, τι το ουσιαστικό παραλείψατε. Μέχρι τώρα γράψατε απλώς το -ας πούμε- Ιερόν Ευαγγέλιον της νέας σας θρησκείας, περιοριστήκατε να διοργανώσετε τη Διοίκησή της εγκαθιστώντας την Ιεραρχία της θρησκείας αυτής. Όλα αυτά βέβαια καλώς και σοφώς τα κάνατε, αλλά, κ. Βολταίρε, αυτά δεν αρκούν. Παραλείψατε το κυριότερον, που αν λείπει αυτό, δεν είναι δυνατόν η προσπάθειά σας να στεφθεί από επιτυχίαν.

- Και τι, λοιπόν, παρέλειψα;

Ρωτάει με απορίαν, αμηχανίαν και έκδηλον ενδιαφέρον ο πολύς Βολταίρος.

-Κύριε Βολταίρε, θα χρειασθεί, εκτός των όσων κάνατε μέχρι τώρα, επιπροσθέτως να δεχτείτε να σάς καρ­φώσουν και κρεμάσουν σ' ένα Σταυρόν, όπου βέβαια θα πεθάνετε. Μετά, όμως, πρέπει να σάς θάψουν οι μαθητές σας σ' ένα τάφον. Στη συνέχειαν, να παρα­μείνετε εκεί τρεις ημέρες, αλλά την τρίτην ημέρα θα πρέπει να φροντίσετε οπωσδήποτε και ανυπερθέτως να αναστηθείτε. Τότε, αν κάνετε όλα αυτά επακριβώς όπως σάς τα είπα, σάς υπογράφω από τώρα και σάς εγγυώμαι ότι η θρησκεία σας όχι μόνο θα σταθεί στα πόδια της και θα ορθοπο­δήσει, αλλά και θα γίνει παγκόσμια και θα φθάσει διαδιδόμενη μέχρι περάτων της Οικουμένης.

-Μα, Σεβασμιώτατε, ασφαλώς με ειρωνεύεσθε;

-Καθόλου, τού λέγει ο επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρις. Μήπως εσείς, κύριε Βολταίρε, με ειρωνεύεσθε; Αστεία πράγματα. κ. Βολταίρε. αστεία πράγματα.»

 

Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας