Περί της πρεσβείας των αγίων

"ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ"

panagopoulos

Δημήτριος Παναγόπουλος

1916-1982

"Εδούλευσεν εις το Ευαγγέλιον" (Φιλιπ.β' 22)

«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην»

(Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).



Η ημετέρα Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει σταθερώς, ότι δυνάμεθα να έχομε την πρεσβεία των Αγίων, δηλαδή να επικαλεσθώμεν τους αγίους, όπως βοηθήσωσιν ημάς και ενισχύσωσι δια των προς τον Ύψιστον δεήσεων αυτών.

Όμως οι «Ευαγγελικοί» επιτίθενται σφοδρότατα εναντίον της διδασκαλίας και της πράξεως ταύτης της ημετέρας Εκκλησίας, θεωρούντες αυτήν, όχι μόνον περιττή και ανωφελή, αλλά και τουτ' αυτό ασεβή, ως εναντιουμένην, δήθεν, εις αυτήν την Αγία Γραφή! Συνιστώμεν την μετά προσοχής μελέτην του κεφαλαίου τούτου, είναι εν εκ των θεμάτων εκείνων, δια των οποίων ζαλίζουσι και παρασύρουσι τα αθώα, αφελή και αμέριμνα θύματα των.

Τα ρητά της Αγ. Γραφής, τα οποία προβάλλουσι προς υποστήριξιν της γνώμης των, είναι κατά σειράν τα εξής εκ της Κ. Διαθήκης:

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς' άρατε τον ζυγόν μου εφ' υμάς και μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών, ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ια' 28-30). Ιδού, λέγουσιν, ότι ο Χριστός καλεί πάντας απ' ευθείας προς Αυτόν και δεν είναι ανάγκη δια μέσου άλλων να έλθωμεν προς Αυτόν.

Εις το ρητόν τούτο δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως των Αγίων, αλλά περί γενικής υπό του Σωτήρος Χριστού προσκλήσεως της ανθρωπότητας, όπως εγκαταλείψει την πριν εν τη αγνοία του Θεού αμαρτωλόν κατάστασιν, και έλθη εις θεογνωσίαν, και σωθή δια της προς Αυτόν (τον Σωτήρα Χριστόν) πίστεως, απαλλασσόμενη του βάρους και του μόχθου της αμαρτίας.

Μετά το ανωτέρω ρητόν αναφέρουσι τα εξής του Ευαγ. Ιωάννου: «Και ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθη ο πατήρ εν τω υιω» (Ιωάν. ιδ' 13).«Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματα μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γεννήσεται υμίν» (Ιωάν. ιε'7)' και τούτο, «Ίνα ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματι μου, δω υμίν» (Ιωάν. ιε' 16). Και πάλιν, «Και εν εκείνη τη ημέρα εμέ ουκ ερωτήσετε ούδέν' αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι, όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν. Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τω ονόματί μου' αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη... Εν εκείνη τη ημέρα εν τω ονόματι μου αιτήσεσθε' και ου λέγω υμίν, ότι εγώ ερωτήσω τον πατέρα περί υμών» (Ιωάν. ιστ' 23, 24, 26). Ιδού, λέγουσι πάλιν, ότι ο Χριστός παραγγέλει εις τους Μαθητάς Του να ζητήσωσιν (απ' ευθείας) εν τω ονόματι Του ο,τι αν θέλωσι παρά του Θεού Πατρός. Αλλ' ότι μεν τούτο είναι αληθές, ουδείς λεγόμενος χριστιανός δύναται να αρνηθεί, άλλ' το ζήτημα είναι, ότι με τα ανωτέρω ρητά δεν απαγορεύεται (τουναντίον δε δι' άλλων ρητών, ως θα ίδωμεν κατωτέρω και υπαγορεύεται) να επικαλεσθώμεν και τας υπέρ ημών προσευχάς των άλλων, και δη των Αγίων και δικαίων. Ιδιαιτέρως δε ο Σωτήρ δια των ανωτέρω λόγων, τους οποίους είπεν ολίγον προ του πάθους Του, ηθέλησε να παρηγόρηση και ενισχύση τους Μαθητάς Αυτού, ότι μετά τον χωρισμόν Του απ' αυτών, ηδύναντο να ζητώσιν ό,τι δήποτε απ' ευθείας παρά του ουρανίου Πατρός εν τω ονόματί Του.

Προβάλλουσι δε και το εξής ρητόν «Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ος και εστίν εν δεξιά του Θεού, ος και εντυγχάνει (παρακαλεί) υπέρ ημών» (Ρωμ. η' 34), Και προς το ρητόν τούτο είναι σύμφωνα και τα εξής δύο της προς Εβραίους επιστολής, «Όθεν και σώζειν εις παντελές δυνατοί τους προσερχόμενους δι' αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζών εις το εντυχάνειν (παρακαλείν) υπέρ αυτών» (Έβρ. ζ' 25) και «ου γαρ είς χειροποίητα Αγια εισήλθεν ο Χριστός, αντίτυπα των αληθινών, αλλ' εις αυτόν τον ουρανόν, νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπέρ ημών» (Έβρ. θ' 24). Ιδού, λέγουσιν πάλιν, ότι ο Χριστός παρακαλεί υπέρ ημών, και όταν έχωμεν τον Χριστόν παρακαλούντα δι' ημάς, τίνα ανάγκην έχομεν τους άλλους; Δια των δελεαστικών και δήθεν αληθοφανών τούτων λόγων παραπλανώσι τους απλούστερους και αμαθέστερους, τους οποίους τοιουτοτρόπως παρασύρουσιν εις την αίρεσιν και ψευδοδιδασκαλίαν των.

Βεβαίως ημείς δεν αρνούμεθα, ότι ο Κύριος σάρκα λαβών και όμοιος ημίν γενόμενος παρακαλεί ως άνθρωπος υπέρ ημών τον Πατέρα. Άλλ' όπως η αλήθεια και το γεγονός τούτο μαρτυρείτε και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής, καθ΄όμοιον τρόπον, όπως εν συνεχεία θα ίδωμεν, μαρτυρείτε επίσης και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής η αλήθεια και το γεγονός, ότι και άλλοι δύνανται να προσεύχονται υπέρ ημών και ότι επομένως ο Θεός θέλει και εγκρίνει την πράξιν ταύτην.
Αλλά το χωρίον εκείνο, το οποίον υπέρ παν άλλο μεταχειρίζονται εναντίον ημών, και το όποιον νομίζουσιν οτι είναι απόρθητον φρούριον και προπύργιον της διδασκαλίας των είναι το εξής: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, Άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δούς εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α' Τιμ. ρ' 5). Ιδού, λέγουσιν, ανακράξοντες εν αλαλαγμώ ιδού, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπων ουδείς εισχωρεί ει μη μόνον ο Χριστός, διότι είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Το θαυμάσιον όμως τούτο ρητόν, το όποιον φοβερά διαστρέφουσι και παρερμηνεύουσιν, εκφράζει μόνον την θείαν άλήθειαν, ότι η σωτηρία του ανθρώπου ηδύνατο να γίνη και έγινε μόνον δια του Σωτήρος Χριστου, όστις ως θεάνθρωπος είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο μόνος συμφιλιωτής και ειρηνοποιός Θεού και ανθρώπων, των μεν ανθρώπων αποστάντων του Θεού δια της αμαρτίας, του δε Θεού πάλιν αποστραφέντος αυτούς δι' αυτήν' και το έργον τούτο ήτο αδύνατον να επιτέλεση, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος οιοσδήποτε, άλλα μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ως θεάνθρωπος, ως Θεός μεν έχων σχέσιν προς τον Θεόν Πατέρα, ως άνθρωπος δε προς ημάς, και υπ' αυτήν την έννοιαν βεβαίως είναι και παραμένει ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Αυτή και μόνη η υπέροχος έννοια είναι η σημασία τούτου του στίχου, και η έννοια αυτή ουδόλως παρακωλύει το να εύχεται τις υπέρ άλλων ή να προκαλέση τας ευχάς άλλων υπέρ εαυτού, και επειδή, ως είπομεν τα ανωτέρω, την πράξιν ταύτην εγκρίνει και θέλει ο Θεός, δια τούτο ουδαμώς προσκρούει αυτή εις το μέγιστον έργον της μεσιτείας του Κυρίου. Αλλ' ας παρακολουθήσωμεν την περί του ζητήματος τούτου διδασκαλίαν της Αγ. Γραφής, η οποία και το θέλημα του Θεού αποκαλύπτει, και κατ' ακολουθίαν και την αλήθειαν της πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποδεικνύει.

Εν τη Π.Διαθήκη βλέπομεν, ότι οι Άγιοι και δίκαιοι έχουσι μεγάλην ισχύν και χάριν παρά τω Θεώ.

 Προσεύχεται ο Αβραάμ προς τον Θεόν υπέρ του Αβιμέλεχ, βασιλέως Γεράρων, και ο Θεός θεραπεύει αυτόν και την γυναίκα αυτού και τας δούλας αυτού (Γεν. κ' 7 και 17).

Επίσης εν τη Εξόδω, ότι ο Φαραώ παρακαλεί τον Μωϋσήν να προσευχηθή εις τον Θεόν, ίνα παρέλθη η κυνομυΐα, και πράγματι προσεύχεται ο Μωϋσής και παρέρχεται η κυνομυΐα (Εξοδ. η' 17-18)' επίσης εξαιτείται τας προσευχάς του Μωϋσέως και του Ααρών δια να παύσωσιν αι φωναί του Θεού, η χάλαζα και το πυρ (Εξοδ. θ' 28-29).

 Αμαρτάνει ο Ιουδαϊκός λαός αμαρτία μεγάλην ενώπιον του Κυρίου δια της κατασκευής του χρυσού μόσχου και της μεταπτώσεως αυτού εις την ειδωλολατρείαν, οργίζεται ο Κύριος σφόδρα και θέλει να εκτρίψη αυτόν, επεμβαίνει ο Μωϋσής και εξιλεώνει τον Κύριον υπέρ του λαού (Εξοδ. λβ' 1-14). Επίσης γογγύζει ο λαός πονηρά εναντίον του Κυρίου, οργίζεται ο Κύριος και στέλλει πυρ κατ' αυτού, και λαός κράζει προς τον Μωϋσήν, και ούτος εύχεται προς τον Κύριον και κοπάζει το πυρ (Αριθ, ια' 2).

Βλέπομεν επίσης να παρακαλή ο λαός τον Σαμουήλ να εύχεται προς Κύριον, και εύχεται και εισακούει αυτού ο Κύριος (Α' Βασ. ζ' 8-9' πρβλ. και ιβ' 19' και Γ' Βασιλ. ιγ' 4-6).

Και εν τω βιβλίω του Ιώβ βλέπομεν, οτι οι προς αυτόν αμαρτήσαντες τρεις φίλοι του ελύθησαν της αμαρτίας δια των ευχών του Ιώβ και χάριν αυτού. (Ιώβ μβ' 7-9).

Χαρακτηριστικώτατον είναι το εξης ρητόν του Προφήτου Ιεζεκιήλ. «Και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενων ορθώς, και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρώ της οργής, του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν, και ούχ εύρον» (Ίεζ. κβ' 30). Δια των λόγων τούτων αποδεικνύεται προφανώς, ότι Αυτός ο Θεός ήθελε να ίσταται και να προσεύχηται ενώπιον Του ανήρ δίκαιος και άδολος, ίνα μη εξάλειψη εντελώς την πόλιν Ιερουσαλήμ. Και ποιος δεν βλέπει δι΄ όλων τούτων των ανωτέρω την μεγάλην δύναμιν και χάριν των Αγίων παρά τω Θεώ, και ποιος δεν βλέπει οφθαλμοφανώς εκτελούμενο το λεγόμενον υπό του αδελφοθέου Ιακώβου, ότι «Πολύ Ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ίακ. ε' 16). Όταν παρουσιάζωμεν ολας αυτάς τας μαρτυρίας εις τους «Ευαγγελικούς» κ.λ.π. γνωρίζετε τι απαντούν; Ότι αυταί είναι μαρτυρίαι της Π. Διαθήκης και ότι εν τη Κ. Διαθήκη ο Χριστός θέλει να υπάγωμεν απ' ευθείας προς Αυτόν.

Ας ίδωμεν όμως και την διδασκαλίαν της Κ.Δ. περί του ζητήματος τούτου.

Εις τας Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκομεν: «Ο μεν ούν Πέτρος ετηρείτο εν τη φυλακή' προσευχή δε ην εκτενής γενομένη υπό της Εκκλησίας προς τον Θεόν υπέρ αυτού» (Πράξ. ιβ' 5). Εν τω χωρίω τούτω βλέπομεν, ότι οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων, αν και εγνώριζον, ότι ο Πέτρος ως Απόστολος είχε μέγα θάρρος δια του Σωτήρας Χριστου προς τον Θεόν Πατέρα, εν τούτοις έκαμαν δι' αυτόν, ευρισκόμενον εν τη φυλακή, εκτενείς προσευχάς προς τον Θεόν.

Ο Απόστ. Παύλος γράφει" «Παρακαλώ ούν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων...» (Α' Τιμ. β' 1-2) και προσθέτει: «Τούτο γαρ καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού...» (στ' 3). Ιδού σαφέστατη η διδασκαλία της Κ.Δ., ότι δυνάμεθα και πρέπει να προσευχώμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων, και ότι τούτο είναι καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Θεού. Και οι θαυμάσιοι ούτοι λόγοι του Αποστ. Παύλου είναι κατά δύο μόνον στίχους προ του περίφημου εκείνου στίχου, «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης κ. λ. π.» τον οποίον είδομεν ανωτέρω πώς παραμορφώνουσι και διαστρεβλώνωσι, και επειδή βεβαίως ο Αποστ. Παύλος γνωρίζει πολύ καλά τι λέγει, και δεν φάσκει και αντιφάσκει προς εαυτόν, εξάγεται ασφαλές το συμπέρασμα, ότι οι «Ευαγγελικοί» κ.λ.π. παραπαίουσι.

Προσέτι ο Απόστ. Παύλος μάρτυρα επικαλείται τον Θεόν, ότι αδιαλείπτως ενθυμείτε τους πιστούς εν ταις προσευχές του (Ρωμ. α' 9-10, Έφεσ. α' 16, Πρβλ. και Φιλ. α' 3-4, Κολ. α' 3, Α' θεσ. α' 2). Όχι δε μόνον τους άλλους ενθυμείτε εις τας προσευχάς του, αλλά ο μέγιστος αυτός Απόστολος παρακαλεί άλλους να προσεύχωνται υπέρ αυτού, διό λέγει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της αγάπης του Πνεύματος, συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν» (Ρωμ. ιε' 30), και «συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει» (Β' Κορ. α' 11)' και πάλιν' «Αδελφοί, προσεύχεσθε περί ημών» (Α' θεσ. ε' 25) και αλλαχού' «Το λοιπόν προσεύχεστε, αδελφοί περί ημών. Ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται» (Β' θεσ. γ' 1, Πρβλ. Έφεσ. στ' 18-19)' και πάλιν' «Προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ό Θεός άνοιξη ημίν θύραν του λόγου» (Κολ. δ' 3, Πρβλ. Έβρ. ιγ' 18-19).

Εντραπήτωσαν λοιπόν οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» και λοιποί, αλλά και μαθέτωσαν την αλήθεια, ότι επιτρέπει και θέλει ο Θεός να επικαλεσθώμεν τας προσευχάς των άλλων και ότι η πράξις αυτή δεν εναντιούται εις την μεσιτείαν του Σωτήρος και την υπέρ ημών πρεσβείαν Αυτού, διότι άλλως, ούτε θα προσηύχετο δια τους άλλους, ούτε θα έζήτη επιμόνως και τας υπέρ αυτού προσευχάς των αλλων αυτός ο Απόστ. Παύλος, ο λεπτότατος ερμηνευτής του περιεχομένου της Χριστιανικής θρησκείας, ούτε δε και η Εκκλησία ολόκληρος θα προσηύχετο υπέρ του Πέτρου, ευρισκομένου εν τη φυλακή.

Εάν δε ο Κύριος, αγωνιζόμενος αγωνιωδώς προ του πάθους Του εν τω κήπω της Γεσθημανή και επικαλούμενος τον Πατέρα, έλαβε ενίσχυσιν και εγκαρδίωσιν δι' αγγέλου, «ώφθη δε Αυτώ άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν» (Λουκ. κβ' 43), πόσω μάλλον έχομε ημείς ανάγκην ενισχύσεως δια των πρεσβειών των Αγίων, και μάλιστα, όταν η πράξις αυτή υποδεικνύηται παρ' Αυτού του Θεού;

Η πέτρα πιεζόμενη δύναται να διαρραγή, η διάνοια όμως των «Ευαγγελικών» και Ιεχωβάδων δεν δύναται να μεταπεισθή, διότι και μετά την ανωτέρω ανάπτυξιν απαθέστατα απαντούν. Μάλιστα, όλα όσα ανωτέρω ελέχθησαν είναι αληθή και ευαγγελικά και ημείς προσευχόμεθα υπέρ αλλήλων' δεν επικαλούμεθα όμως τους Αγίους, διότι αυτοί ήδη απέθαναν και δεν υπάρχουσι πλέον, και δεν δυνάμεθα να τους επικαλεσθώμεν εις τας προσευχάς ημών.

Αλλ' η τοιαύτη απάντηση είναι βλάσφημος, διότι γνωρίζουσι το ρηθέν υπό του Θεού, «Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ό Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ ουκ εστίν ο Θεός Θεός νεκρών αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ' 32, Μαρκ. ιβ' 26-27, Λουκ. κβ' 37 -39). Γνωρίζουσιν, ότι ο Κύριος λέγει, «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν»(Ίωαν. ε,' 14)' και «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πάς ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ίωάν. ια' 26)' επομένως και οι Άγιοι ζώσιν ενώπιον του Κυρίου.

Οι ανωτέρω λοιπόν λόγοι των «Ευαγγελικών» είναι προσποιητοί και ανάξιοι αυτών, διότι γνωρίζουσιν, ότι οι Άγιοι καν αποθάνωσι ζήσονται. Αλλά πρώτου προχωρήσωμεν και εις τας σχετικάς προς την άποψιν ταύτην σαφείς και λαμπρές μαρτυρίες της Αγ. Γραφής λέγομεν προς αυτούς, ότι οι Άγιοι του Θεού ευρισκόμενοι ακόμη εν σώματι κατόρθωνον, δια θείου βεβαίως φωτισμού, δια του Αγίου Πνεύματος, να διεισδύουν εις τας καρδίας των ανθρώπων.

Ο Απόστ. Πέτρος π.χ. διείσδησεν εις την καρδίαν του Ανανίου και τον απεκάλυψε ότι ψεύδεται (Πράξ. ε' 3). Είχαν το δώρο να γνωρίζωσι συμβάντα, τα όποια εγένοντο μακράν αυτών, ως ο προφήτης Ελισαίος εγνώρισεν, ότι ο υπηρέτης του Γιεζί έλαβε δώρα παρά του Σύρου Νεεμάν, τον οποίον λεπρόν οντά, αυτός είχε θεραπεύσει (Δ' Βασιλ. στ' 26-27). Μαρτυρεί επίσης η Αγ. Γραφή, ότι οι Άγιοι ευρισκόμενοι επί της γης εισανέβαινον εις τον ουράνιο κόσμον, και άλλοι μεν τούτων είδαν αγγέλους, ως ο Ιακώβ (Γεν. λβ' 1), ο Ησαΐας (Ήσ. στ' 1-5), άλλοι δε ηρπάγησαν μέχρι τρίτου ουρανού και ήκουσαν άρρητα ρήματα, ως ο Απόστ. Παύλος (Β' Κορ. ιβ' 2-4).

Αλλ' εάν οι Άγιοι, εν όσω ήσαν επί της γης κατόρθωσαν, θεία χάριτι, τοιαύτα θαυμαστά έργα, δύσκολον είναι, άρα γε, ευρισκόμενοι εν ουρανώ, και επομένως απηλλαγμένοι των εμποδίων της σαρκός, να λάβωσι πάλιν γνώσιν των συμβαινόντων επί της γης; Βεβαίως ναι. Εν τη Αγ. Γραφή υπάρχει μαρτυρία σαφέστατη, κατά την οποίαν Αυτός ο Θεός δίδει απ' ευθείας απόδειξιν, όχι μόνον ότι απελθόντες εκ του κόσμου τούτου, και μάλιστα προ πολλού, δύναται να πρεσβεύωσιν υπέρ ζώντων, άλλ' ότι και θέλει την τοιαύτην πρεσβείαν.

Η μαρτυρία αυτή είναι η εξής: «Εάν στη Μωϋσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ εστίν η ψυχή μου προς αυτούς» (Ιερεμ. ιε' 1). Τους λόγους τούτους είπεν ο Κύριος εις τον Προφήτην Ιερεμία και έδειξε δια τούτων, ότι ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ προ πολλού αποθανόντες ηδύναντο να πρεσβεύωσι, να παρακαλέσωσιν υπέρ των Ιουδαίων. Άλλα και ο Κύριος εν τοις Ευαγγελίοις μας αποκαλύπτει, ότι υπάρχει αδιάκοπος επικοινωνία μεταξύ του αοράτου και ορατού κόσμου, μεταξύ του ουρανού και της γης. Και παρά μεν τω Ματθαίω λέγει; «Οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτω ν' λέγω γαρ υμίν, ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ουρανοίς»(Ματθ. ιη' 10). Άλλ' εάν οι άγγελοι παρακολουθώσι και τα εις μικρόν τίνα αδελφόν συμβαίνοντα και καθιστώσι ταύτα γνωστά εν τω ουρανώ, πόσω μάλλον θ' αναφέρει τα εις ολόκληρον την οικουμένην συμβαίνοντα παρά λαών ολοκλήρων, επικαλουμένων αυτούς τε τους αγγέλους και τους ισαξίους αυτών αγίους του Θεού, ίνα και ούτοι προσεύχωνται υπέρ αυτών; Παρά δε τω Ευαγγελιστή Λουκά λέγει" «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ, ιε' 10). Βεβαίως και την μετάνοιαν ταύτην του αμαρτωλού αναγγέλλουσιν εις τα εν ουρανοίς τάγματα των αγγέλων του Θεού οι παρακολουθούντες τον αμαρτωλόν άγγελοι, άλλ' αν απαγγέλλουσι την πράξιν ταύτην πώσω μάλλον τας επικλήσεις των χριστιανών, οίτινες κατά το παράδειγμα του Αποστ. Παύλου (Ρωμ. ιε' 30) παρακαλούσιν, ίνα οι τε άγγελοι και άγιοι συναγωνίζωνται μετ' αυτών εν ταις προς τον Θεόν προσευχές.

Αλλ' ο Σωτήρ δια της παραβολής του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. ιστ' 19-31) απεκάλυψε, ότι και αυτοί οι Άγιοι έχουσιν επίγνωσιν των εν τω κοσμώ γινομένων διότι εν τη παραβολή ταύτη βλέπομεν, ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ απαντών εις την αίτησιν του πλουσίου, ίνα πέμψη τον Λάζαρον εις τους εν τω κοσμώ αδελφούς του λέγει, ότι. «Έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών». Και βεβαίως, καθ' ον τρόπον ο Αβραάμ έλαβε γνώσιν της μετ' αυτών υπάρξεως εν τω κόσμω του Μωϋσέως και των προφητών, κατ' αυτόν τον τρόπον και οι Άγιοι λαμβάνουσι γνώσιν των εν τω κόσμω γινομένων και μάλιστα των προς αυτούς επικλήσεων των εν πίστει αδελφών αυτών.

Αλλ' αν δεν αρκούσιν εις τους «Ευαγγελικούς» κλπ. αι ανωτέρω μαρτυρίες , ιδού το θειότατον βιβλίον της Αποκαλύψεως, εξαφανίζον πάσαν οιανδήποτε αμφιβολία, διότι εν αύτη αναγινώσκομεν ότι: «Τα τέσσερα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του αρνιού, έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλες χρυσάς γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισίν αι προσευχαί των αγίων» (Αποκ. ε' 8). Οσονδήποτε αλληγορικός και αν ερμηνευθώσι «Τα τέσσαρα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι», γεγονός αναντίρρητο μένει, ότι οι εν ουρανοίς ευρισκόμενοι Άγιοι προσεύχονται, και ότι αι προσευχαί αυτών βεβαίως αποβλέπουσιν εις ημάς τους επί της γης αδελφούς των.

Έτερον χωρίον της Αποκαλύψεως έχει ως εξής; «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον Λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον' και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες' Έως πότε, ο Δεσπότης ο Άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. στ' 9-10). Και ενταύθα μένει αναντίρρητο το γεγονός, ότι αι ψυχαί των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού προσεύχονται ζητούσαι κρίσιν και δικαιοσύνην.

Αλλ' ιδού και άλλη μαρτυρία: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου' και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταις προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού» (Αποκ. η' 3-4). Ενταύθα μας αποκαλύπτεται και έτερον γεγονός, ότι δηλαδή, όχι μόνον οι Άγιοι εν τω ουρανώ προσεύχονται, άλλ' ότι και προσάγονται αι προσευχαί αυτών ενώπιον του Θεού δι' Αγγέλων.

Τάς δυνατάς αυτάς μαρτυρίας, περί του ότι οι Άγιοι εν ουρανώ, προσεύχονται υπέρ των επί της γης αδελφών των, «οι Ευαγγελικοί» δεν κατορθώνουν εύκολα ν' αποφύγωσι και κάπως κάμπτονται προ αυτών' δια να μη αναγκάζονται δε να ομολογώσι την αλήθειαν, διότι εντρέπονται, καταφεύγουν εις μωράς και ανόητους δοξασίας, Λέγουσι δηλ. ότι, ναι μεν μπορεί να είναι αληθής η πρεσβεία των Αγίων, άλλ' ημείς οι ορθόδοξοι κάμνομεν κατάχρησιν ταύτης, διότι αποτεινόμενοι προς την θεοτόκον λέγομεν: «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτερ του Θεού...» κ.λ.π. ενώ εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν.

 Και ότι μεν εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν και ελπίζομεν πράγματι, περί τούτου δεν αμφιβάλλουσι ούτε οι «Ευαγγελικοί» αλλά θέλοντες να καλύψωσι την τεραστίαν πλάνην των εκμεταλλεύονται, δήθεν εις βάρος μας, την ανωτέρω φράσιν, «Την πάσαν ελπίδα μου κλπ.», ενώ πράγματι αποδεικνύουσι το πείσμα των.

Διότι, αφού άπαξ ο Πανάγαθος Θεός επιτρέπει, καθώς μας διδάσκει η Αγ. Γραφή, οι εν ουρανώ θριαμβεύοντες να προσεύχονται υπέρ ημών των επί της γης, τότε βεβαίως δεν είναι εναντίον της διδασκαλίας ταύτης το να ειπεί ο χριστιανός, ότι: «Παναγία μου, αυτό το όποιον ζητώ και παρακαλώ, έχω την πάσα ελπίδα, ότι και Συ θα με βοηθήσεις δια των στοργικών μητρικών Σου ευχών και θα το επιτύχω παρά του Υιού Σου και Θεού ημών» διότι αυτή είναι η αληθής έννοια του τροπαρίου τούτου.

Αλλά μήπως και ο Απόστολος των εθνών Παύλος, γράφων προς τους θεσσαλονικείς δεν τους αποκαλεί ελπίδα του, και όχι μόνον ελπίδα του, αλλά και χαρά του και στέφανον καυχήσεως δια των έξης: «Τις γαρ ημών ελπίς ή χαρά ή στέφανος καυχήσεως, ή ουχί και ημείς έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν τη αυτού παρουσία;» (Α' θεσσαλ. β' 19), ενώ γνωρίζουν, ότι και ελπίς μας και χαρά μας και ο,τι υψηλότερο και ανώτερο και τελειότερο επιποθεί η ψυχή μας ευρίσκεται εν Αυτώ τω Παντοκράτορι και ΙΙαντοδυνάμω Θεώ;

 Και όπως ο Απόστ. Παύλος ηδύνατο να πει, ότι οι θεσσαλονικείς, διότι εκήρυξεν εις αυτούς το Ευαγγέλιο ,ήσαν ελπίς του και η χαρά του και ο στέφανος της καυχήσεως του εν παρουσία του Σωτήρος Χριστού, τοιουτοτρόπως και ημείς δυνάμεθα, γνωρίζοντες το μητρικόν ενδιαφέρον και τα μητρικά σπλάγχνα της Πανάγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και την παρρησίαν Αυτής ενώπιον του Υιού της και Θεού ημών, δυνάμεθα, λέγω να εκφράσωμεν προς Αυτήν την πάσα ελπίδα μας, ότι θα φέρη τας προσευχάς μας ενώπιον του σωτήρος Χριστού και θα ζήτηση παρ' Αυτού να σώση τας ψυχάς ημών.

Ιδού μετά πόσης ακριβείας και ειλικρίνειας αποδεικνύεται η πλάνη των και καταπίπτουσι τα επιχειρήματα των και εις την απόδειξιν ταύτης της πλάνης υψούται και υπερυψούται η αλήθεια, και λάμπει το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, και αποδεικνύεται αληθέστατο το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η πρεσβεία των Αγίων, την οποίαν μεταχειρίζεται και εφαρμόζει συμφώνως προς τον τρόπον, τας υποδείξεις και εκ μαρτυρίας του αιωνίου κώδικος της ζωής των ανθρώπων, του λόγου του Θεού, της Αγ. Γραφής και δι' αυτό ας προσέχουν πολύ οι ημέτεροι.


 οι Άγιοι Πατέρες περί των Αγίων


«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην» (Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).

«Η γαρ προς τους εύνους, των ομοδούλων διάθεσις την αναφοράν προς τον Δεσπότην εχει, ω δεδουλεύκασι και ο τους δια πίστιν ηθληκότας τιμών, δηλόν έστι πολλής αρετής έχει την μαρτυρίαν» (Μ. Βασίλειος Επιστ. 197, 2).

«Ουκ ηδέσθης τα υπέρ Χριστου σφάγια, ουδέ εφοβήθης τους μεγάλους αγωνιστάς; Τον Ιωάννην εκείνον, τον Πέτρον, τον Παύλον, τον Ιάκωβον, τον Στέφανον, τον Λουκάν, τον Ανδρέαν, την Θέκλαν, τους έπ' εκείνοις τε και προ εκείνων της αληθείας προκινδυνεύσαντας; οι πυρί και σιδήρω και θηρσί και τυράννοις προθύμως αντηγωνίσαντο; Και παρούσι κακοίς και απειλουμένοις, ώσπερ εν αλλοτρίοις σώμασιν, ή ασώματοι; Τίνος ένεκεν; ίνα μη προδώσι μηδέ μέχρι ρήματος την ευσέβειαν' ων αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις παρ' ων δαίμονες ελαύνονται και νόσοι θεραπεύονται ων αι επιφάνειαι και ων αι προρρήσεις' ων και τα σώματα μόνον ίσα δύνανται ταις αγίαις ψυχαις, ή επαφώμενα ή τιμώμενα, ων και ρανίδες αίματος μόνον, και μικρά σύμβολα πάθους ίσα δρώσι τοις σώμασι. Ταύτα ου σέβεις άλλ' ατιμάζεις;» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός κατά Ιουλιανού, στηλιτ. Α' τόμος α' σελ. 76-77).

«Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, προφήτας και μάρτυρας και εις την προς Θεόν ικεσίαν τούτους επικαλούμαι, του δι' αυτών, ήγουν δια της μεσιτείας αυτών, ίλεον μοι γενέσθαι τον φιλάνθρωπον Θεόν, και λύτρον μοι των πταισμάτων γενέσθαι, και δοθήναι»  (Μ. Βασίλ. Έπιστ. τξ' προς Ίουλιανόν παραβάτην).

Ο δε θείος Χρυσόστομος μαρτυρεί την αδιάσπαστο ενότητα και αδιάλειπτο κοινωνίαν της επί της γης στρατευόμενης προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσαν Εκκλησία, επικαλούμενος εν λόγω Μελέτιον τον Αντιοχείας να συμμετάσχη και ούτος (ο Μελέτιος) των ευχών της επί της γης Εκκλησίας λέγων:

 «Ευξόμεθα δε, κοινή πάντες άρχοντες και αρχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, πρεσβύτεροι και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι αυτόν τον Μελέτιον κοινωνόν της ευχής ταύτης λαβόντες...» (Τόμ. β' σελ. 619).

Αυτός ούτος ο Ιερός Πατήρ επικαλείται εις πρεσβείαν την Μητέρα του Κυρίου λέγων: «...ου λείπει τω Θεώ, Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ιαήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού Μητέρα καταισχυνεί τους εχθρούς της αληθείας;»(Λόγος περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι).

 Αλλα και αυτός ακόμη ο Ωριγένης λέγει: «Αι ψυχαί των πεπελεκυσμένων, ένεκα της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω προσεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων»  (Προτρεπτ. εις μαρτύριον § 30 βλ. και § 50).


«Προσκυνήσω μεν και λατρεύσωμεν μόνω τω κτίστη και δημιουργώ, ως φύσει προσκυνητώ Θεώ. Προσκυνήσωμεν και τη αγία Θεοτόκω, ούχ ως Θεόν, άλλ' ως Μητρί Θεού κατά σάρκα. Έτι προσκυνήσωμεν και τοις αγίοις, ως εκλεκτοίς φίλοις Θεού, και την προς αυτόν κεκτημένοις παρρησίαν»(Ιωάννης Δαμασκηνός).

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com