ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

FRANK SCHAEFFER

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

          Οι πρώτοι Προτεστάντες αποδέχθηκαν τη σπουδαιότητα της αποστολικής διαδοχής και την ιστορική συνέχεια της ιεροσύνης των ανδρών23. Όμως παρατηρώντας κάποιος την προτεσταντική κοινότητα σήμερα δεν θα αντιλαμβανόταν ότι η αποστολική διαδοχή δεν υπήρξε μία από τις κυρίαρχες φροντίδες όλων των μεγάλων προσωπικοτήτων στην ιστορία της Εκκλησίας. Ήταν φροντίδα των πρώτων Μεταρρυθμιστών, καθώς απεγνωσμένα προσπαθούσαν να λογικοποιήσουν και να νομιμοποιήσουν τις νέες «παραδόσεις» τους, για να αναπληρώσουν το κενό που δημιουργήθηκε από την εγκατάλειψη της αρχαίας Ιεράς Παραδόσεως24.

Οι πατέρες της Εκκλησίας δίδαξαν ότι μόνο με την αδιάσπαστη συνέχεια της μαρτυρίας της Εκκλησίας και των Γραφών της μπορούμε να έχουμε κάποια σταθερή ή ιστορικά εξακριβώσιμη γνώση για το ποιος είναι ο Χριστός ή πως να τον λατρεύουμε. Ο άγιος Ειρηναίος γράφει: «Εμείς δεν γνωρίσαμε το σχέδιο της σωτηρίας μας παρά μόνον από εκείνους, με τους οποίους το Ευαγγέλιο έφθασε έως εμάς. Αυτό το κήρυξαν κάποτε, αλλά αργότερα με το θέλημα του Θεού μας το παρέδωκαν μέσα στη Γραφή ως θεμέλιο και στύλο της Πίστεως μας. . . Όλοι λοιπόν, όσοι θέλουν να δουν την αλήθεια, μπορούν να δουν καθαρά την Παράδοση των Αποστόλων, που έγινε γνωστή σ' όλο τον κόσμο. . . Και μπορούμε να απαριθμήσουμε τους επισκόπους που όρισαν οι Απόστολοι και τους διαδόχους τους μέχρι και τις μέρες μας: άνδρες. . . στους οποίους εμπιστεύθηκαν και την ίδια την Εκκλησία. Σίγουρα οι Απόστολοι επιθυμούσαν όλοι εκείνοι, τους οποίους άφησαν ως διαδόχους τους και παρέδωκαν την εξουσία τους, να είναι τέλειοι και ακατηγόρητοι»25.

Εάν πράγματι ο Ιησούς είναι ο Κύριος και εάν ο Πέτρος έλεγε την αλήθεια, όταν ομολογούσε ότι, «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού» (Μθ 16,16), τότε, σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να λατρεύει τον Χριστό σύμφωνα με τον τρόπο που Αυτός απαιτεί και τον τρόπο που δίδαξαν οι Απόστολοι, οι συγγραφείς των Γραφών και οι πατέρες. «Το ποτήριον της ευλογίας, το οποίο καθαγιάζουμε, δεν είναι η κοινωνία του αίματος του Χριστού; Διότι εμείς οι πολλοί είμαστε ένας, ένα σώμα διότι όλοι συμμετέχουμε στον έναν άρτο» (Α Κο. 10,1617).

Γράφοντας, πριν ακόμη ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης σταθεροποιηθεί, ο άγιος Ειρηναίος γνώριζε με ακρίβεια τι δίδαξε η Εκκλησία και επάνω σε τίνος αυθεντία στηριζόταν η πίστη του: «Αφού λοιπόν υπάρχουν τόσες αποδείξεις, δεν πρέπει να αναζητούμε στους άλλους την αλήθεια, την οποία είναι εύκολο να λάβουμε από την Εκκλησία. Διότι, όπως ο πλούσιος καταθέτει στην αποθήκη, έτσι οι Απόστολοι κατέθεσαν στην Εκκλησία όλη την αλήθεια, ώστε οποιοσδήποτε επιθυμεί να παίρνει απ' αυτήν το ύδωρ της ζωής. Αυτή είναι η θύρα της ζωής, ενώ όλοι οι άλλοι είναι κλέπτες και ληστές. . . Εάν λοιπόν δημιουργούνταν αμφιβολία για κάποιο μικρό ζήτημα, δεν θα έπρεπε να προσφύγουμε στις αρχαίες Εκκλησίες, στις οποίες έζησαν οι Απόστολοι, και να πάρουμε από αυτές ό,τι είναι βέβαιο και σαφές σε σχέση με το παρόν ζήτημα; Τι θα συνέβαινε, εάν οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά μνημεία; Δεν θα ήταν απαραίτητο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως, η οποία παραδόθηκε σε όσους αυτοί (οι Απόστολοι) εμπιστεύθηκαν τις Εκκλησίες;»26.

Το ιστορικό αρχείο της Εκκλησίας και τα γραπτά κείμενα των πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας αποδεικνύουν ότι, πολύ πριν κλείσει ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης, ακόμη και πριν γραφούν μερικά από τα βιβλία της, η αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας στην Εκκλησία ήταν καλά στερεωμένη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, κάποιος μπορεί εύλογα να διερωτηθεί εάν τα σύγχρονα καλέσματα για αλλαγές στην Εκκλησία, ιδιαίτερα όσον άφορα στην αντιμετώπιση του «γένους» και στην «εξουσιοδότηση», δεν στηρίζονται τόσο στη σύγχρονη μόδα όσο στην επιστημονική έρευνα, πολύ δε περισσότερο σε παραδοσιακές έννοιες της πνευματικότητας. Οι αξιώσεις για φεμινιστική «εξουσιοδότηση» ακούγονται χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα για τη διακονία Εκείνου που είπε, «οι πρώτοι θα είναι έσχατοι» (Μθ 19,30).


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

      Καλύτερα θεμελιωμένες ακόμη και από την αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας υπήρξαν οι βασικές μορφές των Μυστηρίων, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως θα δούμε, πραγματικά το προφορικό μέρος της Ιεράς Παραδόσεως προηγήθηκε από την γραπτή Καινή Διαθήκη. Ο άγιος Ειρηναίος, διακόσια και πλέον χρόνια πριν από τις Συνόδους του Ιππώνος (397 μ.Χ), της Λαοδικείας (363 μ.Χ.) και της Καρθαγένης (393-397 μ. Χ), στις οποίες τα βιβλία της Καινής Διαθήκης συγκεντρώθηκαν σ έναν τόμο, έγραψε το 180 μ. Χ. : «Τι θα συνέβαινε, εάν στ αλήθεια οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά κείμενα; Δεν θα ήταν τότε αναγκαίο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως. . . ; »27.
Ακριβώς αυτή «η κανονική τάξις της Παραδόσεως» ήταν η ουσία της αποστολικής Παραδόσεως. Αυτή μεταβιβάστηκε σε μας, αυτή ακολουθήθηκε από την αρχαία Εκκλησία, αυτή συνεχίσθηκε σταθερά για σχεδόν τέσσαρες εκατονταετίες, πριν ακόμη αναγνωρισθεί παγκόσμια ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης. Και ενώ εκατοντάδες «ιερών κειμένων», επιστολές και άλλα έγγραφα, συναγωνίζονταν, για να προσελκύσουν την προσοχή της Εκκλησίας, η ίδια η Εκκλησία δεν οδηγήθηκε στη σύγχυση, αλλά μεταβίβαζε την αποστολική κληρονομιά της αλήθειας από τη μία γενεά στην άλλη (Πρξ 2,42)28.

Η Εκκλησία διδάσκει ότι μόνον μέσα στο πλαίσιο αυτής της κανονικής τάξεως και της ζωντανής αποστολικής Παραδόσεως της Ευχαριστιακής λατρείας μπορούσαν οι Γραφές να γίνουν με ακρίβεια πλήρως κατανοητές και να ερμηνευθούν. Η ερμηνεία της Γραφής, ο Κανόνας δηλαδή της Πίστεως, έγινε πάντοτε κατανοητή παίρνοντας νόημα μόνο μέσα στο πλαίσιο της όλης Εκκλησίας. Όπως είπε ο Prosper, ο επίσκοπος της Aquitane, «Ο Κανόνας της Πίστεως θεμελιώνεται στον κανόνα της προσευχής». Με άλλα λόγια, οι αρχαίες μορφές της λατρείας στην Εκκλησία προηγούνται της δογματικής θεολογίας.

Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, η αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοσις ταυτίζονται ως προς το μήνυμα τους δεν είναι χωρισμένες μεταξύ τους ούτε ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Είναι ένα και το αυτό, ακριβώς όπως ο Χριστός και η Εκκλησία του είναι ένα, και όπως ο Χριστός γίνεται ένα με μας στο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Όπως γράφει ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, «πιστότητα στην Παράδοση δεν σημαίνει πιστότητα στο παρελθόν και στην εξωτερική εξουσία, άλλα ζωντανό σύνδεσμο με την πληρότητα της εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια όχι με την ανάμνηση ή με τους λόγους άλλων άλλα από την δική της ζωντανή και αδιάκοπη εμπειρία, με την καθολική της πληρότητα. . .

Είναι τελείως εσφαλμένο να περιορίζουμε την «πηγή της διδασκαλίας» στις Γραφές και στην Παράδοση και να διαχωρίζουμε την Παράδοση από τις Γραφές απλώς ως μία προφορική μαρτυρία η διδασκαλία των Αποστόλων. Εν πρώτοις τόσον η Γραφή όσο και η Παράδοσις δόθηκαν μόνο μέσα στην Εκκλησία. Μόνο μέσα στην Εκκλησία παραλήφθηκαν σ όλη την πληρότητα της ιερής τους αξίας και σημασίας. Μέσα σ' αυτές περιέχεται η αλήθεια που αποκαλύφθηκε, αλήθεια η οποία ζει στην Εκκλησία. Αυτή η εμπειρία της Εκκλησίας δεν εξαντλείται ούτε στη Γραφή ούτε στην Παράδοση: μόνον αντικατοπτρίζεται σ' αυτές. Επομένως μόνο μέσα στην Εκκλησία η Γραφή ζει και ζωογονείται μόνο μέσα στην Εκκλησία αποκαλύπτεται ως σύνολο και όχι τεμαχισμένη σε ξεχωριστά κείμενα, εντολές και αφορισμούς»29.

Η Καινή Διαθήκη προήλθε από την Ιερά Παράδοση της λατρείας και είναι αχώριστη απ' αυτήν. Πολλοί Προτεστάντες ασυναίσθητα ενεργούν σαν αυτό να είναι αληθινό, έστω κι αν δεν αναγνωρίζουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν ένας Προτεστάντης δέχεται τη διδασκαλία για την αγία Τριάδα ή τη διδασκαλία για τις δύο φύσεις του Χριστού και τον πιστεύει ως τέλειο Θεό και τέλειο Άνθρωπο, δέχεται ουσιαστικά τη διδασκαλία των πατέρων, την προφορική Παράδοση, τα Σύμβολα και τους δογματικούς Όρους των επτά ιστορικών Οικουμενικών Συνόδων30. Επίσης, όταν ένας Προτεστάντης αναφέρεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τα χαρακτηρίζει ως τον «λόγον του Θεού», αυτός αποδέχεται την κοινή τακτική της Εκκλησίας και την απόφαση των Συνόδων των επισκόπων ως προς το ποια βιβλία περιλήφθηκαν στην Καινή Διαθήκη και ποια απορρίφθηκαν31.

     Η κατανόηση της πραγματικής σημασίας της Ιεράς Παραδόσεως ήταν η ίδια στην Ανατολή και ατή Δύση μέχρι την εποχή της Μεταρρύθμισης. Ο Τερτυλλιανός, ο οποίος ονομάσθηκε πατήρ της Δυτικής Θεολογίας, γύρω στο 200 μ. Χ. έγραψε: «Αν και οι τοπικές Εκκλησίες είναι τόσες πολλές και τόσο μεγάλες, όμως υπάρχει η μία αρχέγονη Εκκλησία των Αποστόλων, από την οποία προέρχονται όλες οι άλλες. . . Πράγματι κάθε διδασκαλία πρέπει να καταδικάζεται ως ψεύτικη, εάν έρχεται σε κάποια αντίθεση προς την αλήθεια των τοπικών Εκκλησιών και των Αποστόλων του Χριστού και του Θεού. . . Επί πλέον, εάν υπάρχουν κάποιες αιρέσεις αρκετά φανερές, οι οποίες φύτρωσαν κατά την αποστολική εποχή, ώστε να φαίνονται ότι έχουν παραδοθεί από τους Αποστόλους, επειδή ακριβώς υπήρχαν από την εποχή των Αποστόλων, εμείς μπορούμε να απευθυνόμαστε σ' αυτούς και να λέμε: Ας μας δείξουν την αρχή των εκκλησιών τους, ας ξεδιπλώσουν μπροστά μας τους καταλόγους των επισκόπων που ακολουθούν διαδοχικά από την αρχή, ώστε ο πρώτος τους επίσκοπος θα έχει ως προστάτη και προκάτοχο του κάποιον από τους Αποστόλους ή τους αποστολικούς άνδρες, οι οποίοι συνδέονται σταθερά με τους Αποστόλους. Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο οι αποστολικές Εκκλησίες μεταβιβάζουν τους επισκοπικούς καταλόγους τους, όπως η Εκκλησία των Σμυρναίων, η οποία διατηρεί την παράδοση ότι ο Πολύκαρπος τοποθετήθηκε από τον Ιωάννη όπως η Εκκλησία των Ρωμαίων, όπου ο Κλήμης χειροτονήθηκε από τον Πέτρο. . . Ύστερα, ας ζητήσουμε από όλες τις αιρέσεις να αποδείξουν πως αυτές θεωρούν τον εαυτό τους αποστολικό, όταν προκαλούνται από τις δικές μας Εκκλησίες να υποστούν αυτού του είδους τον έλεγχο. . . »32.

Ο Τερτυλλιανός, γράφοντας το 200 μ. Χ. και απαντώντας στους αιρετικούς των ημερών του, απευθύνθηκε προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαμε κι εμείς ν' απευθυνθούμε προς τους συγχρόνους μας εκκοσμικευμένους «χριστιανούς», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι «αποστολικοί». Ο Τερτυλλιανός κατήγγειλε καθετί, το οποίο ήταν αντίθετο ή έξω από την ιστορική Εκκλησία. Και δεν προσέφυγε στη Γραφή αλλά στην Παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων, από την οποία προήλθαν και αυτά τα ιερά κείμενα. Οι ισχυρισμοί των αιρετικών, υποστηρίζει, έθεταν σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα της Χριστιανικής τους Πίστεως, διότι δημιουργήθηκαν έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής Εκκλησίας. «Δείξτε μας τους καταλόγους των επισκόπων». Αυτό είναι το ερώτημα που η ιστορική Εκκλησία εύλογα υποβάλλει σ' εκείνους, οι οποίοι βρίσκονται έξω απ' αυτήν.

«Εμείς που βαδίζουμε σύμφωνα με τον Κανόνα, τον οποίο οι Εκκλησίες παρέλαβαν από τους Αποστόλους, οι Απόστολοι από τον Χριστό και ο Χριστός από τον Θεό, παραδεχόμαστε ότι η λογικότητα της θέσης μας είναι ξεκάθαρη, καθορίζοντας όπως είναι φυσικό ότι οφείλουμε να μην επιτρέπουμε στους αιρετικούς να προσφεύγουν προκλητικά στις Γραφές, εφ' όσον εμείς χωρίς να χρησιμοποιούμε τις Γραφές, αποδεικνύουμε ότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τις Γραφές. . . Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής) αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής. . . Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί, γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία, και θα μπορούσε ακριβώς να λεχθεί σ' αυτούς: Ποιοί είσθε εσείς; Πότε και από που ήλθατε; Εφ' όσον δεν είσθε από μας, τι δουλειά έχετε με ό,τι είναι δικό μας; Εγώ είμαι ο κληρονόμος των Αποστόλων. Όπως εκείνοι προετοίμασαν προσεκτικά τη διαθήκη τους, όπως την παρέδωσαν σε κάποιον έμπιστο, και όπως την σφράγισαν με όρκο, έτσι ακριβώς ενώ κρατώ την κληρονομιά. Σίγουρα αυτοί σας θεωρούσαν πάντα ξένους προς την κληρονομιά και σας έχουν απορρίψει ως ξένους και εχθρούς 33.

Γύρω στο 200 μ. Χ. ο Τερτυλλιανός έδωκε μία απάντηση στους Προτεστάντες εκείνους, που αιώνες αργότερα θα επιχειρούσαν να υποστηρίξουν το δικαίωμα να αποσπασθούν από την Εκκλησία με το επιχείρημα: «Η Βίβλος λέγει». Σ' αυτούς ο Τερτυλλιανός απαντά: «Δεν έχετε κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία». Και ξανά ερωτά: «Ποιοί είναι οι επίσκοποι σας; Δείξτε μας τους καταλόγους σας»34. 


 ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

      Ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, σαν να προέβλεπε τόσο το προτεσταντικό χάος που θα δημιουργούσε το φρόνημα της διαίρεσης, όσο και την αντικανονική δύναμη συγκεντρωμένη σ' ένα μοναδικό «πάπα», γύρω στο 250 μ.Χ. έγραφε: «Από εκείνη την εποχή (που ο Χριστός διόρισε τους Αποστόλους) η χειροτονία των επισκόπων και ο σχεδιασμός της Εκκλησίας συνεχίζονται με την αλλαγή των χρόνων και την διαδοχή των προσώπων διότι η Εκκλησία παίρνει τη μορφή της με τους επισκόπους και κάθε ενέργεια της ελέγχεται από τους ίδιους πάντα κανόνες. Εφ' όσον αυτό το καθεστώς έχει πραγματικά εδραιωθεί με τον θείο νόμο, απορώ με την απερίσκεπτη τόλμη ορισμένων προσώπων, που επιθύμησαν να γράψουν σε κάποιον τις επιστολές τους σαν να ήταν εξουσιοδοτημένοι από την Εκκλησία. Ούτε το έλεος του Κυρίου. . . δεν επιτρέπει στις τάξεις των πεπτωκότων να ονομάζονται η Εκκλησία» 35.

Όπως πολύ συχνά φαίνεται καθαρά στα περισσότερα αρχαία έργα των πατέρων, η Εκκλησία πάντοτε πίστευε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες, μία ιεραρχική και μία οντολογική. Σύμφωνα με τον π. Γεώργιο Φλορόσκυ, «οι πατέρες δεν ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για το δόγμα της Εκκλησίας, ακριβώς επειδή η ίδια η λαμπρή πραγματικότητα της Εκκλησίας ήταν προσιτή στην πνευματική τους όραση. Κανένας δεν επιχειρεί να ορίσει ό,τι είναι αυταπόδεικτο» 36.

Η Εκκλησία ποτέ δεν είδε τον εαυτό της ως ένα χάος πνευματικού ατομικισμού, πολύ δε περισσότερο ως μία δίνη είκοσι τριών χιλιάδων Ομολογιών, που μάχονται μεταξύ τους για τον ζωτικό τους χώρο, ενώ κάθε μία είναι οπλισμένη με τη δική της υποκειμενική ερμηνεία των Γραφών και με τις δικές της αυτοανακαλυπτόμενες «παραδόσεις». Η ιστορική Εκκλησία δεν είδε ποτέ τον εαυτό της κάτω από ένα δικτάτορα ή «αλάθητο» πάπα.

Η ιστορική Εκκλησία διδάσκει ότι έχει μία Κεφαλή και αυτή είναι ο Χριστός. Διδάσκει επίσης ότι ο Χριστός διόρισε κάτω απ' αυτόν ανθρώπους, αποστολικούς ηγέτες. Όπως ακριβώς μία οικογένεια έχει μητέρα και πατέρα, που κρατούν τα παιδιά τους σε τάξη, έτσι οι αυθεντικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν είναι αυτοχειροτόνητοι, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν ήταν αυτοχειροτόνητα ούτε τα παιδιά του Ααρών στην Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα, η αυθεντία τους μεταβιβάζεται από τη μία πνευματική γενεά στην επόμενη, όπως μία μητέρα και ένας πατέρας μεταβιβάζουν τη δική τους κληρονομιά στα παιδιά τους» 37.

Η πρώτη Εκκλησία κρατούσε προσεκτικά λογαριασμό για το πόσοι ακριβώς επίσκοποι εγκαταστάθηκαν σε κάθε επισκοπή «από την εποχή των Αποστόλων». Για παράδειγμα, ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, που έγραψε τον τέταρτο αιώνα, πάντοτε, όταν αναφέρεται σε κάποιον επίσκοπο τον προσδιορίζει ως τον δωδέκατο, εικοστό η οποία άλλη σειρά έχει, «από τους Αποστόλους», για να δείξει ότι ένας συγκεκριμένος επίσκοπος ήταν κανονικός και ότι μία συγκεκριμένη διδασκαλία ήταν αυθεντικά αποστολική.

Το 393 μ.Χ. ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης είχε σχεδόν οριστικοποιηθεί 38. Οι πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν πολλές εκατοντάδες πρωτοχριστιανικών κειμένων, τα οποία διεκδικούσαν μία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, όπως τελικά συμφωνήθηκε. Όταν οι πατέρες απέρριψαν ορισμένα συγγράμματα, το έκαναν με βάση την Ιερά Παράδοση ή «τη διδασκαλία των Αποστόλων», όπως αναφέρεται από τον άγιο Λουκά, τον συγγραφέα των Πράξεων (Πρξ 1, 13). Εκείνοι που αποφάσισαν ποια βιβλία να περιληφθούν και ποια να απορριφθούν ήταν οι επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι ένας «πάπας». Έτσι εκείνοι που υπερασπίστηκαν τη χριστιανική διδασκαλία στις Οικουμενικές Συνόδους αποστομώνοντας τους αιρετικούς, αυτούς που είχαν απομακρυνθεί από τη διδασκαλία των Αποστόλων, ήταν οι επίσκοποι.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια από την ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς η αποστολική διαδοχή των επισκόπων ήταν όχι μόνον καθιερωμένη στη ζωή της Εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από την εγκατάσταση του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου ως επισκόπου της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, άλλα και τεκμηριωμένη από τους πατέρες της Εκκλησίας ως ένα ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας και ζωής.

Όπως γράφει ο Ευσέβιος, «μετά το μαρτύριο του Ιακώβου και την άλωση της Ιερουσαλήμ, η οποία ακολούθησε αμέσως, παραδίδεται ότι οι Απόστολοι και οι μαθητές του Κυρίου, οι οποίοι ακόμη ζούσαν, συγκεντρώθηκαν από όλα τα μέρη του κόσμου μαζί με εκείνους, που θεωρούνταν συγγενείς του Κυρίου, διότι πολλοί απ' αυτούς ζούσαν ακόμη. Τότε όλοι αυτοί συζήτησαν για το ποιόν έπρεπε να εκλέξουν ως τον κατάλληλο να διαδεχθεί τον Ιάκωβο και συμφώνησαν ομόφωνα ότι ο Συμεών, ο γιος του Κλωπά, που μνημονεύεται στην ευαγγελική διήγηση (Ίω 14,25, ίσως και Λκ 24,18) ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να καταλάβει τον θρόνο του επίσκοπου της Ιερουσαλήμ» 39.

Ο Πολυκράτης, επίσκοπος Εφέσου, το 180 μ. Χ. έγραψε στον επίσκοπο Ρώμης σχετικά με τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή, ο οποίος έφθασε στο τέρμα του βίου του ως επίσκοπος: «Επίσης και ο Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσε στο στήθος του Κυρίου και ο οποίος έγινε ιερέας φορώντας τη μίτρα, και αυτός ως μάρτυρας και διδάσκαλος αναπαύθηκε στην Εφεσο»40.

Επίσης ο Ευσέβιος γράφει: «Υπήρχε μία δύναμη του θείου Πνεύματος που διαπερνούσε όλα τα μέλη, υπήρχε μία ψυχή σ' όλους αυτούς. . . υπήρχαν τέλειες λατρείες των ηγουμένων, ιερουργίες των κληρικών και ιεροπρεπείς θεσμοί της Εκκλησίας. . . Εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι. . . με τα ίδια μας τα μάτια βλέπουμε ότι οι παραδόσεις ενός προηγούμενου αιώνα ήταν αξιόπιστες και αληθινές»41 .

Για να καταστρατηγήσει κανείς τα γεγονότα της πρώτης εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία μέχρι το 1054 ήταν αποδεκτά τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία, χρειάζεται να ξεπεράσει πολλές ερμηνευτικές παγίδες. Ο Καλβίνος και ο Λούθηρος το κατάλαβαν. Γι' αυτό αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους να παραθέτουν επιλεκτικά συγκεκριμένους Δυτικούς πατέρες, όπως τον άγιο Αυγουστίνο, με σκοπό να αποδείξουν τους εαυτούς τους «αποστολικούς». Μόνον αργότερα οι Προτεστάντες, όπως και οι Αναβαπτιστές, απέβαλλαν τελείως ακόμη και την προσποίηση ότι αποτελούν μέρος της ιστορικής Εκκλησίας. Για να αποφύγουμε να κινούμαστε μέσα στο πλαίσιο της αυθεντικής κανονικότητας της Εκκλησίας, στο οποίο οι επίσκοποι και οι ιερείς της Εκκλησίας βρίσκονται σε κατ' ευθείαν αδιάκοπη συνέχεια από τους αποστόλους, πρέπει να αγνοήσουμε την κρυστάλλινη διδασκαλία του Ιησού, την πράξη και τη διδασκαλία των Αποστόλων, τους πατέρες της Εκκλησίας και τη μαρτυρία της πολύ καλά τεκμηριωμένης Ιστορίας της πρώτης Εκκλησίας, που καταγράφηκε από τους ιστορικούς, ένας από τους οποίους είναι ο Ευσέβιος.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ιεράς Παραδόσεως η Βίβλος είναι ένας σταθερός και μόνιμος μάρτυρας για την Εκκλησία και την ιστορική αποστολική της Παράδοση. Τα πράγματα έχουν ως εξής: οι συγγραφείς της Βίβλου δέχθηκαν την έμπνευση από το ίδιο το άγιο Πνεύμα, το οποίο στην συνέχεια καθοδηγούσε την Εκκλησία. Συνέβη δε η Καινή Διαθήκη και τα δόγματα της Εκκλησίας να εμφανισθούν μετά την αποστολική Ιερά Παράδοση.

Οι ιστορικές πηγές είναι κατηγορηματικές. Μέσω της Εκκλησίας τα βιβλία, τα οποία θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφα, δεν συμπεριλήφθηκαν στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Συνέβη δε να εμφανισθεί η Καινή Διαθήκη ύστερα από την ζωντανή παράδοση της Ευχαριστιακής λατρείας και όχι βέβαια από κάποια ψυχρή βιβλική επιστήμη, σαν εκείνη που ασκείται από πολλούς μοντέρνους «θεολόγους». Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης έφθασε άθικτος σε μας χάρη σ' εκείνους τους επισκόπους και τους μάρτυρες, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την Ιερά Παράδοση. Και πάλι χάρη στους επισκόπους, με πρώτον τον Ιάκωβο, οι δογματικές διακηρύξεις, που έγιναν αποδεκτές από όλους τους χριστιανούς, σχηματοποιήθηκαν ως απαντήσεις ατούς αιρετικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων. Κι αυτό αποδεικνύουν τα ιστορικά δεδομένα. Εάν οι Προτεστάντες απαντήσουν ότι όλα αυτά μπορεί μεν να είναι σωστά αλλά αυτό δεν έχει σημασία, τότε πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν ότι είναι οι πρώτοι άνθρωποι, που ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί και πιστεύουν ότι η ύπαρξη της Εκκλησίας δεν έχει σχέση με την προσωπική επιδίωξη της αγιότητας και της σωτηρίας. Ακόμη, εάν οι σύγχρονοι Ρωμαιοκαθολικοί επιμένουν ότι ο «αλάθητος» Παπισμός αποτελεί «γεγονός της ιστορίας», είναι αναγκασμένοι να βρουν αρχαία ντοκουμέντα της Εκκλησίας, όπως τα κείμενα του Ευσεβίου, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Πράγματι όλα τα στοιχεία φαίνεται να μαρτυρούν μία συνοδική εκκλησιαστική διακυβέρνηση από την αρχή. Κατά κάποιο τρόπο, το πρόβλημα ενός «αλάθητου» Παπισμού είναι παρόμοιο με το προτεσταντικό πρόβλημα μιας «αλάθητα ερμηνευμένης» Βίβλου. Και οι δύο πλάνες υποβαθμίζουν τη σημασία της καθοδήγησης της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

      Ο Ευσέβιος υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνοδική Εκκλησία προηγήθηκε της Καινής Διαθήκης. Σχετικά με τις «Γραφές», που θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφες και επομένως δεν συμπεριελήφθησαν από τους πατέρες της Εκκλησίας στον ιερό Κανόνα της Καινής Διαθήκης, γράφει: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκουν στα αμφισβητούμενα. . . Διακρίνονται δε από τα αληθινά, γνήσια και αναγνωρισμένα, αυτά δηλαδή που είναι σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας. . . »42.

Σ' ένα άλλο σημείο ο Ευσέβιος απορρίπτει τα βιβλία που έμειναν έξω από τον Κανόνα ως «ασυμβίβαστα με την αληθινή Ορθοδοξία». Με άλλα λόγια, εάν η μαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εξαρτάται από την κανονική διαδοχή των επισκόπων, δεν είναι αξιόπιστη, τότε δεν είναι αξιόπιστο ούτε και το περιεχόμενο της Καινής Διαθήκης. Η ζωντανή Παράδοσις της ιστορικής Εκκλησίας μεταδόθηκε με πιστότητα από τη μία γενεά στην άλλη με την μορφή της συνέχειας της αποστολικής χειροτονίας των επισκόπων, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την προφορική και γραπτή Παράδοση 43.

Όπως έγραψε ο άγιος Ειρηναίος απευθυνόμενος προς τον Ελευθέριο, επίσκοπο Ρώμης (170 μ. Χ. ) σχετικά με τους καταλόγους των επισκόπων της Ρώμης, «αφού λοιπόν θεμελίωσαν και οικοδόμησαν την Εκκλησία οι Απόστολοι, παρέδωσαν το επισκοπικό αξίωμα στον Λίνο, ο οποίος μνημονεύεται από τον Παύλο στις επιστολές προς Τιμόθεον (Β Τι 4,21). Τον Λίνο τον διαδέχθηκε ο Ανέγκλητος. Μετά απ' αυτόν στην τρίτη θέση από τους Αποστόλους η επισκοπή παραδόθηκε στον Κλήμεντα, ο οποίος είχε δει τους μακάριους Αποστόλους και συνομίλησε μαζί τους και η διδασκαλία τους ηχούσε ακόμη στ' αυτιά του και η αυθεντική τους παράδοση ήταν μπροστά στα μάτια του»44 .

Ύστερα ο Ειρηναίος συνεχίζει να καταγράφει στον κατάλογο τους υπολοίπους επισκόπους μέχρι «τον δωδέκατο. . . από τους Αποστόλους», τον Ελευθέριο, στον οποίο και έγραφε την επιστολή.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς το 90 μ. Χ. στο βιβλίο του Υποτυπώνεις ομιλεί για τους επισκόπους της Ανατολικής Εκκλησίας και την αδιάκοπη διαδοχή τους από τους Αποστόλους: «Αυτοί οι άνδρες διασώζοντας την αληθινή παράδοση της μακάριας διδασκαλίας κατ' ευθείαν από τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη και τον Παύλο, τους αγίους Αποστόλους, αφού παρέλαβαν αυτήν όπως το παιδί του από τον πατέρα. . . με τη χάρη του Θεού αυτοί έφθασαν έως και εμάς, για να καταθέσουν τα προγονικά εκείνα και αποστολικά σπέρματα»45.

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι αυτά «τα προγονικά αποστολικά σπέρματα», που δείχνουν τη συνέχεια, είναι θαυματουργικά, διότι τα μέλη της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των επισκόπων, κατά καιρούς κάνουν πράγματα που απέχουν πολύ από το θέλημα του Θεού, την διδασκαλία του Χριστού και το πνεύμα της Ιεράς Παραδόσεως. Όμως η Εκκλησία παρ' όλα αυτά κυριαρχεί ακόμη κι αν χρειασθούν πολλές εκατοντάδες χρόνια, για να ελέγξει τις αποτυχίες και να διορθώσει τα λάθη τους. Όπως γράφει ο άγιος Ειρηναίος, «Αυτό, στο οποίο εμείς πιστεύουμε, είναι ένα σταθερό σύστημα, που οδηγεί στη σωτηρία των ανθρώπων, κι εμείς το φυλάγουμε από τότε που παραλήφθηκε από την Εκκλησία. Αυτό αναζωογονείται σταθερά και αδιάκοπα από το Πνεύμα του Θεού σαν να ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός σ' ένα υπέροχο δοχείο. Ο θησαυρός αυτός γίνεται αιτία ώστε το δοχείο που τον περιέχει να ανανεώνεται, διότι, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και κάθε χάρη. Το Πνεύμα όμως είναι η αλήθεια»46.

Σύμφωνα με την πίστη της ιστορικής Εκκλησίας οι αιρέσεις έρχονται και παρέρχονται, η μόδα αλλάζει, κακοί και διεφθαρμένοι ή πολιτικοποιημένοι επίσκοποι μπορεί να ανέρχονται στους θρόνους και να πέφτουν. Αλλά στο τέλος, όπως διακηρύττουν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, η Εκκλησία επικρατεί και η αίρεση κατατροπώνεται. Η σίγουρη γνώση της ορθής και της λανθασμένης ηθικής αρχής διατηρείται. Κατά τους λόγους του αγίου Ιουστίνου του μάρτυρος, «Σε όλους εκείνους, που επιθυμούν να μάθουν, εμείς παραδίνουμε ακέραιο ό,τι έχουμε διδαχθεί»47. 

_____________________________________


23 Σχεδόν το ένα τέταρτο του βιβλίου του Καλβίνου, «Institutions» που περιέχονται σε 22 τόμους, ασχολούνται με ερωτήματα που αναφέρονται στην αποστολική τάξη και στην εκκλησιαστική αυθεντία. Ο Ιωάννης Καλβίνος δίδαξε ότι η βασιλεία του Θεού, η οποία πρόκειται να αποκαλυφθεί στην πληρότητα της στο μέλλον, είναι παρούσα σήμερα μέσα στην Εκκλησία, Commentary on Amos 9,13 (CO XLKIII, 172): «Η βασιλεία του Χριστού θα είναι με κάθε τρόπο ευτυχισμένη και ευλογημένη ή αυτή η Εκκλησία του Θεού, που σημαίνει το ίδιο πράγμα, θα είναι ευλογημένη, όταν ο Χριστός αρχίσει να κυβερνά».
Commentary on Psalm 18,43 (CO XXXI, 190) «. . . η βασιλεία του, η οποία είναι η Εκκλησία».
Commentary on Isaiah 65,20 (CO XXXVII, 430): «. . . στη βασιλεία του Χριστού, που είναι η Εκκλησία».
Commentary on Ephesians 4,8 (CO LI, 193): «Ο ευγενέστατος θρίαμβος, τον οποίο κέρδισε ποτέ ο Θεός, ήταν όταν ο Χριστός, αφού υπέταξε την αμαρτία, νίκησε το θάνατο και έτρεψε σε φυγή τον Σατανά, αναλήφθηκε μεγαλόπρεπα στους ουρανούς, όπου θα μπορούσε να ασκήσει την ένδοξη κυριαρχία του στην Εκκλησία».
Commentary on Mathew 5,18 (Co XLV, 172): «Η βασιλεία των ουρανών σημαίνει την ανανέωση της Εκκλησίας ή την κατάσταση ευημερίας της Εκκλησίας».

24 «Η αποστολική συνέχεια ήταν. . . ένα σταθερό σημείο από την αρχαία Εκκλησία. . . Για τον Ανατολικό Ορθόδοξο του Βυζαντίου, αύτη ήταν αναλλοίωτη αλήθεια της σωτηρίας. Η πρώτη ιστορία της Εκκλησίας, η ιστορία του Ευσεβίου (40ς αι. ), αρχίζει την εξιστόρηση με τις λέξεις: τας των ιερών αποστόλων διαδοχάς (Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία 1,1,1) και βεβαιώνει την αποστολική συνέχεια με βάση τους κανόνες και τις διδασκαλίες της αληθινής Εκκλησίας. . . Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις αμφισβητήθηκαν στην περίοδο της Μεταρρύθμισης. Αρχικά, αυτές οι προκλήσεις προήλθαν από την αριστερή πτέρυγα της Μεταρρύθμισης, η οποία. . . δεν ήταν μία μεταρρύθμιση. . . αλλά ένα ριζοσπαστικό ρήγμα στους υπάρχοντας κανόνες και στη θεολογία. . . (William 1962, 846). . . Οι οριστικές επιπτώσεις αυτών των προκλήσεων δεν έγιναν φανερές μέχρι πολύ αργότερα», Jaroslav Pelikan, Reformation of Church and Dogma, σ. 304305.


25 Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδώνυμοι Γνώσεως 3. 1 και 3. 3 (μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη) σ. 189191.

26 Αυτόθι. Τ 4 n 1011Q4

27 Αυτόθι, 213, σ. 91.

28 «Η αγία Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Αυτό είναι δυνατό μόνον με τον φορέα της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Εάν διακηρύξουμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη ερμηνεία και έτσι την αποκόπτουμε από την ιερή της πηγή. Η αγία Γραφή μας δίδεται στην Παράδοση. Αυτή είναι το ζωτικό επίκεντρο της αποκρυσταλλώσεώς της. Η Εκκλησία ως το Σώμα του Χριστού προηγείται μυστικά και είναι πληρέστερη από την αγία Γραφή. Αυτό δεν περιορίζει την αγία Γραφή ούτε την σκιάζει. Όμως η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται σε μας μόνον ιστορικά. Ο Χριστός εμφανίστηκε και συνεχίζει να εμφανίζεται ακόμη ενώπιον μας όχι μόνον με τις Γραφές, αλλ' αποκαλύπτεται αμετάβλητα και ακατάπαυστα στην Εκκλησία, στο δικό του Σώμα. . .
Αυτή η εμπειρία δεν εξαντλείται ούτε στις Γραφές ούτε στην Παράδοση ούτε στους ορισμούς. Δεν μπορεί, δεν πρέπει να εξαντλείται»
Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία, Παράδοσις, ο. 66-68.

29 Αυτόθι, α. 63-66.

30 Οι πιο πολλοί Προτεστάντες είναι τραγικά απληροφόρητοι για το πως συνέβη ώστε οι χριστιανοί να φθάσουν να πιστεύουν ορισμένα πράγματα. Φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι η ιστορία των δογμάτων είναι η ιστορία της Εκκλησίας. Ούτε ακόμη κατανοούν ότι χωρίς τις Οικουμενικές Συνόδους, ιδιαίτερα τις τέσσερις πρώτες, βασικές διδασκαλίες που θεωρούνται ότι είναι «Βιβλικές», όπως αυτή για την Αγία Τριάδα, δεν θα είχαν υποστηριχθεί αποτελεσματικά εναντίον των αιρέσεων, εφ' όσον δεν διευκρινίζονται πλήρως στη Βίβλο.

31 «Η ιστορία του Κανόνος της Καινής Διαθήκης και της εξέλιξής του είναι ένα γοητευτικό θέμα και κρίσιμο για την κατανόηση της Βίβλου, όσο και της Εκκλησίας. Για περισσότερα από 200 χρόνια ένας αριθμός βιβλίων, τα οποία εμείς θεωρούμε τώρα ότι εξ ορισμού αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης, συζητήθηκαν πολύ, πριν συμπεριληφθούν σ' αυτήν. Πολλά άλλα βιβλία, που θεωρούνταν ότι έπρεπε να συμπεριληφθούν, τελικά αποκλείστηκαν. Ο αρχαιότερος πλήρης κατάλογος των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν υπήρχε μέχρι το 367 μ. Χ. , τότε που μας τον χάρισε ο άγιος Αθανάσιος, ένας επίσκοπος της Αιγύπτου.
Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος πλήρης κατάλογος των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχουμε σήμερα, δεν είχε εμφανισθεί παρά 300 και περισσότερα χρόνια μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. . . Εάν η Καινή Διαθήκη άρχιζε να γράφεται ταυτόχρονα με το Σύνταγμα των Η. Π. Α, εμείς δεν θα βλέπαμε ένα τελικό κείμενο μέχρι το έτος 2087!. . .
Με το πέρασμα του χρόνου η Εκκλησία διέκρινε ποια κείμενα ήσαν γνήσια αποστολικά και ποια όχι. Πρόκειται για ένα παρατεταμένο αγώνα, που κατά την διάρκεια αρκετών αιώνων και στον οποίο η Εκκλησία αποφάσισε ποια βιβλία ήταν δικά της. Ένα μέρος της διαδικασίας της διάκρισης αποτέλεσαν οι συναντήσεις εν συνόδω. Αυτές οι διάφορες εκκλησιαστικές σύνοδοι έγιναν, για να αντιμετωπίσουν πολλά και ποικίλα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο Κανόνας των αγίων Γραφών.
Αυτές οι σύνοδοι αναζήτησαν να διακηρύξουν το κοινό φρόνημα της Εκκλησίας και να εκφράσουν την ομοφωνία της Πίστεως, της πρακτικής και της Παραδόσεως, που αντιπροσώπευαν οι τοπικές Εκκλησίες. Ανάμεσα στις πολλές συνόδους, που συγκλήθηκαν κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν δύο:
1. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, η οποία συγκλήθηκε στη Μικρά Ασία γύρω στο 363 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος διεκήρυξε ότι μόνον τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πρέπει να χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία. Απαρίθμησε τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως τα έχουμε σήμερα, με εξαίρεση την Αποκάλυψη του αγιου Ιωάννου. Είναι η πρώτη σύνοδος, η οποία καταχώρισε σε κατάλογο τα κανονικά βιβλία. Οι αποφάσεις έγιναν ευρύτατα αποδεκτές στην Ανατολική Εκκλησία.
2. Η Τρίτη Σύνοδος της Καρθαγένης, η οποία συγκλήθηκε στην Βόρεια Αφρική γύρω στο 397 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος, την οποία παρακολούθησε ο ιερός Αυγουστίνος, έδωσε ένα πλήρη κατάλογο των κανονικών βιβλίων, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως γνωρίζουμε σήμερα, έγιναν αποδεκτά ως κανονικά. Η ίδια Σύνοδος δέχθηκε, επίσης, ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να διαβάζονται στην Εκκλησία ως θεία Γραφή, ενώ απέκλεισε όλα τα άλλα. Η σύνοδος αυτή έγινε ευρύτατα αποδεκτή στη Δύση ως έγκυρη», James Bernstein, «Who Gave Us The New Testament;» AGAIN Magazine, τ. 15. 3 (1992)

32 Tertullian, Against Heretics, 292297, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι, σ. 123.

33 Αυτόθι, 297298, σ. 122123.

34 «Τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα μέσα στην Εκκλησία. Από αυτήν την άποψη αποτελούν μάρτυρες της Εκκλησίας. Αποτελούν αρχεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας και Πίστεως. Όμως, δεν είναι καθόλου λιγότερο ιστορικές διηγήσεις και μαρτυρούν εκείνο, το οποίο πράγματι συνέβη μέσα στο χώρο και στο χρόνο. . .
Η αποκάλυψη διατηρείται μέσα στην Εκκλησία. Επομένως, η Εκκλησία είναι ο κατάλληλος και πρώτιστος ερμηνευτής της αποκάλυψης. Αυτή προφυλάσσεται και ενισχύεται με τις γραπτές λέξεις. Προφυλάσσεται, αλλά δεν εξαντλείται. Οι ανθρώπινες λέξεις δεν είναι παρά σύμβολα. Η μαρτυρία του Πνεύματος ζωογονεί τις γραπτές λέξεις. Δεν εννοούμε βέβαια τον έκτακτο φωτισμό ορισμένων ατόμων από το άγιο Πνεύμα, αλλά κυρίως τη μόνιμη βοήθεια του Πνεύματος προς την Εκκλησία, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α Τι 3, 15). Οι Γραφές χρειάζονται ερμηνεία. Όχι η έκφραση, αλλά το μήνυμα τους αποτελεί τον πυρήνα. Η Εκκλησία είναι αυτή, που έλαβε από τον Θεό την εξουσία και μαρτυρεί σταθερά αυτή την αλήθεια και ολόκληρο το νόημα αυτού του μηνύματος, απλούστατα επειδή ανήκει από μόνη της στην αποκάλυψη, ως το Σώμα του σαρκωθέντος Λόγου. . . Όμως η μαρτυρία αυτή δεν είναι απλώς μία αναφορά στο παρελθόν, ούτε απλώς μία ανάμνηση, άλλα μάλλον μία διαρκής ανανεωμένη ανακάλυψη του μηνύματος, το οποίο «εφ άπαξ» παραδόθηκε στους αγίους και από τότε διατηρείται με την πίστη. Επί πλέον αυτό το μήνυμα επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία, καθώς ως ο Λυτρωτής και η κεφαλή του Σώματός του συνεχίζει το απολυτρωτικό του έργο στην Εκκλησία. . . Μόνο μέσα στην εμπειρία της Εκκλησίας η Καινή Διαθήκη διατηρείται αληθινά και πλήρως ζωντανή. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι κατ εξοχήν μία ιστορία της απολύτρωσης. Η αλήθεια της Αγίας Γραφής αποκαλύπτεται και δικαιώνεται από την ανάπτυξη του Σώματος», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, α. 22-23.

35 Κυπριανού Καρθαγένης, Επιστολή προς πεπτωκότας (251 μ. Χ. ) 5556, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. σ. 221.

36 Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 78.

37 «Από πολύ νωρίς μία επισκοπική διοίκηση, θεωρούμενη απαραίτητη στην αδιάσπαστη διαδοχή από τους αποστόλους, εκλήφθηκε ως ένα από τα κριτήρια της αποστολικής συνέχειας σε συνδυασμό με τον έγκυρο Κανόνα των Γραφών και τον Κανόνα του Συμβόλου της Πίστεως», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, o. 157.
«Οι ιεράρχες έλαβαν αυτήν την εξουσία να διδάσκουν όχι, από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά από τον Αρχιερέα Ιησού Χριστό με το μυστήριο της χειροτονίας. Όμως η ίδια η διδασκαλία περιορίζεται από την έκφραση της όλης Εκκλησίας. Η Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει γι αυτήν την εμπειρία, η οποία είναι ανεξάντλητη
είναι μία πνευματική όραση. Ο επίσκοπος της Εκκλησίας πρέπει να είναι διδάσκαλος. Μόνον ο επίσκοπος έλαβε πλήρη εξουσία και αυθεντία να ομιλεί εν ονόματι του ποιμνίου του. Το ποίμνιο με τη σειρά του ομιλεί μέσω του επισκόπου. Αλλά για να το κάνει αυτό ο επίσκοπος πρέπει να κλείσει μέσα του την Εκκλησία, πρέπει να εκφράζει την εμπειρία της και την πίστη της δεν πρέπει να ομιλεί από τον εαυτό του αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι το αντίθετο από το βατικάνειο σχήμα: ex sese non autem ex consensu ecclesiae», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 74-75.


38 Μερικά βιβλία παρέμειναν αμφισβητούμενα, κυρίως το βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό παντού, έως ότου ο άγιος Αθανάσιος αγωνίστηκε να γίνει κι αυτό αποδεκτό στα μέσα του τετάρτου αιώνα.

39 Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3,11,1, ΕΠΕ 1,284.

40 Όπως παρατίθεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία. 3. 31. 3. ΕΠΕ 1. 327.

41 Ο Ευσέβιος έγραφε στο τέλος του τρίτου και στις αρχές του τετάρτου αιώνα. Ο «προηγούμενος αιώνας», στον οποίο αναφέρεται, ήταν ο πρώτος και ο δεύτερος αιώνας της αποστολικής Εκκλησίας. Αυτόθι. 10. 3. 3. ΕΠΕ 3,243 και εξής.

42 Αυτόθι, 3,25,6, ΕΠΕ 1,313.

43 Βλ. The AnteNicean Fathers (Edinburgh, 1867 και Grand Rafaids 1993) τ 1

44 Όπως παραπέμπεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία 5,6,12.

45 Αυτόθι. 5. 1 1. 4. ΕΠΕ 2. 161.

46 Αγίου Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 226, The Faith of the Early Fathers, τ. 1, σ. 94.

47 Ιουστίνου του Μάρτυρος, Απολογία Α 6,2

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"