του Ιωάννη Ν. Μαρκά,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ στόν Ἱ.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 6/11 , 6.30μμ

Ολέθρια σάρκα. Του δολίου Βελίαρ κύμα σκοτεινό
σάρκα φρικτή, ρίζα των πολύμορφων παθών.
Ολέθρια σάρκα, φίλη του εδώ κόσμου που κυλάει ΄
σάρκα φρικτή ΄ αντίπαλε της ουράνιας ζωής.

«Κατά σαρκός»
, ποίημα αγίου Γρηγορίου Θεολόγου [1] .

Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σεβαστοί πατέρες,

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση που μου απευθύνατε να παραβρεθώ απόψε στον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμαρουσίου και να συμμετέχω στον κύκλο των ομιλιών που προγραμμάτισε για το εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό έτος που διανύουμε η δραστήρια και πάντοτε γρηγορούσα «Εστία Πατερικών Μελετών».

Το θέμα γύρω από το πάθος της ομοφυλοφιλίας, το οποίο θα αναπτύξουμε εντός ολίγου, είναι ένα από τα πλέον επίκαιρα και ευαίσθητα θέματα στη σημερινή εποχή της αποστασίας που όλοι βιώνουμε. Με τη χάρη του Θεού θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε αυτό το ζήτημα, όχι επί τη βάσει κοσμικών «επιστημονικών» επιχειρημάτων (π.χ. ιατρικής, ψυχιατρικής, βιολογίας κτλ), ή αφηρημένων και γενικόλογων «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά με όρους θεολογικούς, εκκλησιαστικούς και ποιμαντικούς, όπως εδράζονται:

α) στην Αγία Γραφή, ως αποκάλυψη του θελήματος του ίδιου του Θεού στον άνθρωπο, και

β) στην ανόθευτη διδασκαλία των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη σειρά τους απλανώς και αλαθήτως με το εν λόγῳ θέμα.

Γίνεται συνεπώς σαφές πως στην παρούσα ομιλία δεν θα εκφέρουμε προσωπικές απόψεις, ούτε ασφαλώς θα στοχοποιήσουμε κάποιους περιθωριακούς ανθρώπους, κάποιους «λεπρούς», στην τάξη των οποίων δεν ανήκουμε εμείς οι «καθαροί». Άλλωστε, η προσέγγιση των εφάμαρτων ζητημάτων εκ μέρους της Εκκλησίας, δεν έχει ως σκοπό τον στιγματισμό και την εξουθένωση του «πλησίον», αλλά την εκούσια αποδοχή της χριστιανικής διδασκαλίας, που θα τον οδηγήσει στη συναίσθηση της εμπαθούς καταστάσεώς του και εν τέλει στη θεραπεία του.  Για όσους σκόπιμα ή μη το παραγνωρίζουν, η αναφορά της Εκκλησίας του Χριστού, παρά το γεγονός ότι  αποτελεί θείο καθίδρυμα, δεν εξαντλείται μόνο στους ενάρετους ανθρώπους, αλλά επεκτείνεται κυρίως στους πνευματικά αδύνατους και ατελείς, στους πάσχοντες και τους νοσούντες. Πρόκειται ουσιαστικά για το κατεξοχήν ορατό θεραπευτήριο, όπου πραγματώνεται διαχρονικά η λυτρωτική υπόσχεση του «ιατρού των ψυχών και των σωμάτων» Χριστού στο ταλαιπωρημένο, από τον πόνο και την αμαρτία, ανθρώπινο γένος πως «οὐ χρείαν ἔχουσιν οἰ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μτθ. θ΄ 12).

Άρα συνοπτικά, ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να οδηγήσει στη σωτηρία το γένος των ανθρώπων και στην αποκατάσταση της βασιλείας του Θεού στη γη. Είναι με άλλα λόγια η ανατροπή της αμαρτίας και η επικράτηση της αγάπης, της χαράς και της ελευθερίας στη γη. Δια μέσου της Εκκλησίας συμφιλιώνεται πάλι ο μετά την πτώση άνθρωπος με τον Θεό, που από εχθρός του Θεού (ένεκα της καταστάσεως της αμαρτίας που βρισκόταν) προάγεται εκ νέου σε μέτοχο της αρχαίας αυτού Χάριτος και δόξας. Μόνον η Εκκλησία ασκεί το έργο της απολυτρώσεως και του αγιασμού, ένα έργο το οποίο της το ανέθεσε ο Σωτήρας Χριστός διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Έτσι η Εκκλησία καθίσταται ο μοναδικός αυθεντικός φορέας, μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει με τον Θεό και να εξυγιανθεί ψυχοσωματικά, έχοντας προπαρασκευασμένα τα κατάλληλα φάρμακα που είναι τα ιερά της μυστήρια, για να αναγεννήσει τα άσωτα μέλη της και να τα μεταβάλει από τέκνα απωλείας σε τέκνα Χάριτος.

Ως εκ τούτου, η Εκκλησία αποτελεί την «κιβωτό της σωτηρίας» του ανθρώπου, εντός της οποίας όλα ανεξαιρέτως τα πάθη δύνανται να μεταμορφωθούν και να αναβαθμιστούν με ορίζοντα σωτηριολογικό, εφόσον ο ασθενής άνθρωπος μετανοήσει εμπράκτως, κατά το ευαγγελικό πρότυπο του «ασώτου υιού». Επομένως είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό από το ακροατήριο, πως η όποια συζήτηση για το πάθος της ομοφυλοφιλίας, εφόσον αποσυνδεθεί από τη σωτηριολογία του ανθρώπου, εύλογα μπορεί να διολισθήσει σε μία συζήτηση άσκοπη για τον Ορθόδοξο Χριστιανό, ιδιαίτερα όταν απέναντί του έχει να συνδιαλλαγεί με τον ακαδημαϊκό (ή και λαϊκό) κόσμο του ρασιοναλισμού (=ορθολογισμού), ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του έχει γίνει πηγή διαφθοράς. Για τον κόσμο αυτό, που έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμά του τον πνευματικό αναλφαβητισμό,  η «ερωτική απελευθέρωση», και μάλιστα στην πιο αχαλίνωτη φάση της είναι ενδεικτική της «ειλικρίνειας» της σύγχρονης ανθρωπότητας, ενταγμένη στο δόγμα: «τα πάντα επιτρέπονται». Αυτός ο κόσμος, ζώντας πλέον στον οίστρο της αποστασίας του από τον Θεό, δεν δύναται να συνειδητοποιήσει πως σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου είναι η σωτηρία και η θέωση του ανθρώπου, και ότι η «ορατή Εκκλησία» αποτελεί τον μόνο σωτηριώδη φορέα.

Όμως αυτός ο κόσμος σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως χριστιανικός, ακόμα κι αν τυπικά μιλάμε για βαπτισμένους Ορθοδόξους. Διότι όπως θα μας πει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «ὁ τῶν χριστιανῶν κόσμος ἕτερός ἐστι, καὶ διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πρᾶξις ἑτέρα τυγχάνει, καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πρᾶξις ἑτέρα. Ἄλλο τί εἰσιν ἐκεῖνοι καὶ ἄλλο τί εἰσιν οὗτοι, καὶ πολλὴ διάστασις μεταξὺ τούτων κἀκείνων» [2] .

Β΄ ΜΕΡΟΣ:  ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ποιες είναι οι οντολογικές προδιαγραφές του ανθρώπου

Προτού όμως εμβαθύνουμε στο θέμα που μας αφορά, καλό είναι να δώσουμε τις ακριβείς συντεταγμένες περί της δημιουργίας του ανθρώπου, ώστε να προσδιορίσουμε επακριβώς τα κατασκευαστικά όρια της ανθρώπινης φύσεως. Τούτη η ανάλυση θα μας χρησιμέψει να κατανοήσουμε πότε η ανθρώπινη φύση κινείται στο κατά φύσιν της δημιουργίας, και πότε κινείται στο παρά φύσιν,  όπου υπάρχει σαφέστατη εκτροπή των φυσικών λειτουργιών του ανθρώπου. Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην πρώτη περίπτωση σαφώς και ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του κατ’ εικόνα, διότι «ἡ ψυχή, ὅταν εὑρεθῇ κατά φύσιν, ἄνω διάγει,… ὅταν δέ ἄνω γένηται, ἀπαθής εὑρίσκεται΄», ενώ όταν βρίσκεται στην  δεύτερη περίπτωση τελεί υπό το καθεστώς της αμαρτίας, κάτι το οποίο επιφέρει σοβαρές συνέπειες ως προς την σωτηρία της ψυχής του και την επαναγωγή του στην πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν, αφού «ἄν κατέλθῃ ἡ φύσις ἐκ τῆς οἰκείας τάξεως, τότε τά πάθη ἐν αὐτῇ εὑρίσκεται» [3]. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασαφηνίζει σχετικά πως η αμαρτία είναι η κατάχρηση των φυσικών δυνάμεων που έχουν δωρηθεί από τον Θεό στη ψυχή, διευκρινίζοντας ωστόσο πως οι δυνάμεις αυτές καθ’ εαυτές δεν είναι κακές, γίνονται όμως κακές όταν στρέφονται ενάντια στο νόμο του Θεού που τις έδωσε [4] . Στο σημείο αυτό προκαταβολικά μόνο να σημειώσουμε πως η ομοφυλοφιλία αποτελεί κατά τον ιερό Χρυσόστομο τη μεγαλύτερη εκτροπή-ατιμία [5] , όσον αφορά στις φυσικές λειτουργίες του ανθρώπου, κατά συνέπεια οι σωτηριολογικές επιπτώσεις για έναν ομοφυλόφιλο είναι τεράστιες, καθώς, όπως τονίζουν ομοφώνως οι Πατέρες της Εκκλησίας, η αμαρτία αυτή ομοιάζει με ακαριαίο θάνατο της ψυχής του ανθρώπου. Αλλά αυτό θα το αναλύσουμε διεξοδικά λίγο πιο κάτω.

Τώρα, ας έλθουμε στη δημιουργία του ανθρώπου μέσα από την οικεία περιγραφή των Πατέρων, ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα τους λόγους των όντων. Κι ας αναφέρουμε εν πρώτοις τη σοφή διάγνωση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, πως έπειτα από τη δημιουργία των νοητών (αγγελικών τάξεων) και αισθητών κτισμάτων, ο Θεός, διά της πανσόφου βουλήσεώς Του, προέβη και σε μία σύνθεση των δύο φύσεων, της αοράτου και της ορατής [6]. Από αυτή τη χειροποίητη σύνθεση προέκυψε ο άνθρωπος, το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, ο οποίος πλάστηκε στο μεθόριο ορατού και αοράτου κόσμου, έχοντας εξασφαλισμένο το κατ’ εικόνα και δυνάμει το καθ’ ομοίωσιν. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως» μας δίδει ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πρώτου ανθρώπου. Με βάση λοιπόν αυτή την αξιόπιστη περιγραφή, «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο άκακο, ευθύ, ενάρετο, άλυπο, αμέριμνο, στολισμένο με τη λαμπρότητα κάθε αρετής, προικισμένο με όλα τα αγαθά, ωσάν κάποιο δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα στο μεγάλο, άλλον άγγελο προσκυνητή, σύνθετο, θεατή της ορατής δημιουργίας, γνώστη των μυστηρίων της νοητής, βασιλιά των επιγείων, που κυβερνάται «άνωθεν» (=από το Θεό), επίγειο και ουράνιο, προσωρινό και αθάνατο, ορατόν και νοούμενον, ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο πνεύμα και σάρκα ΄ … ακόμη τον δημιούργησε αναμάρτητο κατά τη φύση και ελεύθερο κατά τη θέληση…» [7] .

Αντιστοίχως ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως το μόνο θεόπλαστο ζώο, το οποίο έγινε με βάση την εικόνα του Δημιουργού. Έχοντας ψυχή νοερή μπορεί να στοχάζεται το Θεό, να κατανοεί τους λόγους των όντων και με ενάρετη ζωή να κατευθύνεται προς την αγγελική ισοτιμία. Και συνεχίζει ο θείος και όντως μεγάλος Βασίλειος λέγοντας πως η υπεροχή του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζώα είναι συντριπτική, διότι μόνον ο άνθρωπος αξιώθηκε να πλαστεί όρθιος, κάτι που φανερώνει ουράνια συγγένεια. Και τούτο συνέβη σκόπιμα, ώστε ο άνθρωπος να μην είναι μια βοσκηματώδης ύπαρξη που έχει προσήλωση στα γήινα και στα της κοιλίας πάθη, αλλά να στρέφεται προς τα άνω και να εξαντλεί όλη την ορμή του στα επουράνια ενδιαφέροντα [8] .

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, κατά σάρκα αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου προχωρεί σε μία ακόμη πιο εντυπωσιακή και αναλυτική ανατομία του ανθρώπινου είδους. Αφού με τη σειρά του επαναλαμβάνει τις περισσότερες από τις θέσεις που ήδη εκτέθησαν, αναφέρει επιπλέον πως η ανθρώπινη φύση είναι διπλή. Διότι πρώτα κατασκευάστηκε η φύση που είχε ομοιότητα με το θείο, κάτι που φαίνεται από το ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού, και έπειτα είναι η φύση που διαιρέθηκε κατά τη διαφορά στα γένη, άρρεν και θήλυ, κάτι που είναι ξένο ως προς τις ιδιότητες του Θεού [9] . Η πρώτη φύση έχει τις προδιαγραφές της κατασκευαστικής ακρίβειας, ενώ η δεύτερη φύση οικονομήθηκε διά κτίσεως, εξαιτίας της τρεπτότητας του ανθρώπου προς το πονηρό και την κακή χρήση του αυτεξουσίου του, την οποία ο Θεός προκατάλαβε με την προγνωστική του δύναμη. «Και επειδή», καταλήγει ο άγιος Νύσσης, «είδε τι θα συμβεί, επινοεί στην εικόνα τη διαφορά μεταξύ άρρενος και θήλεος, η οποία δεν βλέπει προς το θείο αρχέτυπο, αλλά, όπως έχει λεχθεί, είναι προσοικειωμένη προς την αλογώτερη φύση» [10] .

Τι σημαίνει όμως, αυτό που είδαμε λίγο πιο πάνω να παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, πως ο άνθρωπος πλάστηκε αναμάρτητος κατά τη φύση, ενώ γνωρίζουμε πως κυριολεκτικά αναμάρτητος κατά τη φύση είναι μόνον ο Θεός ; Ότι ο άνθρωπος, ενόσω ζούσε στον Παράδεισο και τηρούσε τις εντολές, είχε τάση διαρκώς προς το αγαθό, καθότι πλάστηκε από το Θεό «καλός λίαν». Ταυτόχρονα όμως, όπως αναφέρθηκε,  ήταν ελεύθερος κατά τη βούληση , άρα στην πραγματικότητα ήταν τρεπτός τόσο προς το καλό, όσο και προς το κακό. Αυτό το στοιχείο της ελευθερίας αποτελούσε και το μεγάλο δώρο που έκανε ο Θεός προς τον άνθρωπο, άσχετα αν ο τελευταίος δεν το αξιοποίησε και εξέπεσε προσωρινά της πορείας προς το καθ’ ομοίωσιν.

Μερικοί βέβαια στο σημείο αυτό ίσως απορήσουν και αντειπούν, «και γιατί ο Θεός δεν μας παγίωσε στην κατάσταση της αναμαρτησίας, ακόμη κι αν εμείς οι άνθρωποι θα θέλαμε να αμαρτήσουμε»; Διότι, απαντά με θαυμαστό τρόπο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο Θεό δεν αρέσει αυτό που γίνεται με εξαναγκασμό, αλλά αυτό που επιτυγχάνεται με αρετή και μάλιστα κι αυτή όχι με το ζόρι, εξ ανάγκης, αλλά με αγαθή προαίρεση [11] . Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να ζεί δεμένος, αλλά ελεύθερος, ακριβώς γιατί δεν ανήκει οντολογικά στην άλογη φύση, αλλά στη λογική. Ακόμα και μετά την πτώση και ιδιαίτερα μετά την έλευση του Λυτρωτή και Σωτήρα, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο άνθρωπος οφείλει να μην σέρνεται πίσω από την άλογη φύση, τρώγοντας και πίνοντας αδιακρίτως, αφού δεν γεννηθήκαμε για να τρώμε και να πίνουμε, αλλά για να αποφεύγουμε την αμαρτία και να εργαζόμαστε την αρετή [12] . 

Πράγματι, ο μεταπτωτικός άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση από ό,τι ήταν ο Αδάμ στον Παράδεισο, ακριβώς επειδή αμαυρώθηκε το κατ’ εικόνα και ασθένησε σοβαρά η ανθρώπινη φύση, πλήν όμως, απ’ τη στιγμή που δεν καταστράφηκε ολοσχερώς το κατ' εικόνα, παρέμειναν εντός του κάποιες πνευματικές δυνάμεις, οι οποίες όχι μόνο έχουν το οντολογικό τους υπόβαθρο στο αμαυρωμένο κατ’ εικόνα, αλλά του δίνουν τη δυνατότητα να αναφέρεται στο Θεό και να πραγματώνει το καλό [13] . Κι αυτό ακριβώς είναι το ενθαρρυντικό, πως ενώ ο άνθρωπος διέκοψε θεληματικώς την πορεία προς το αγαθό, η θέληση και το λογικό του δεν υποδουλώθηκαν, αλλά παρέμειναν ελεύθερα, ώστε ακόμα και σε αυτή την αρρωστημένη κατάσταση να δύναται ο άνθρωπος να αποφασίζει για την σωτηρία της ψυχής του.

Αντίθετα στην αιρετική Δύση, ο Λούθηρος εξέφρασε εντελώς διαφορετική γνώμη. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι το κατ’ εικόνα του ανθρώπου καταστράφηκε πλήρως, με άμεση συνέπεια η αμαρτία να αποτελεί οντολογικό γνώρισμα του ανθρώπου, ακόμα και μετά την αναγέννηση του μέσα από τα μυστήρια της εκκλησίας. Αυτή η απαράδεκτη δογματική θέση του Λουθήρου ουσιαστικά νομιμοποίησε το δικαίωμα στην αμαρτία, ως μία sui generis (=ιδίου γένους) κατάσταση ως προς την ανθρώπινη φύση, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τη θέληση του ανθρώπου ως ανελεύθερη, άρα και τη σωτηρία του ανθρώπου εξαρτημένη αποκλειστικά από το Θεό. Μέσα από αυτή την πέρα για πέρα άστοχη προσέγγιση ο Λούθηρος θεμελίωσε την επόμενη κακοδοξία του περί απολύτου προορισμού, ως αποτέλεσμα της υπόδουλης και ανίκανης ανθρώπινης θελήσεως να κάνει κάτι πραγματικά καλό και δίκαιο [14] .

Η γνώση αυτής της δογματικής κακοδοξίας του Λουθήρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι μας βοηθάει να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο «πολιτισμένος» δυτικός κόσμος διολίσθησε στην εποχή μας σε διαστροφές τύπου ομοφυλοφιλίας, παιδοφιλίας και κτηνοβασίας. Η «θεολογική» αμνήστευση της έννοιας αμαρτία, καθώς και η υποβάθμιση του διαβόλου σε μία ημιφανταστική σφαίρα, συνετέλεσαν, ώστε να επιχειρείται βαθμιαία η απενοχοποίηση κάθε διαστροφής και η θεσμική της αναγνώριση ως ατομικό δικαίωμα και φυσική λειτουργία. Έτσι δεν είναι τυχαίο, πως πολλοί άνθρωποι σήμερα, ακόμη και Ορθόδοξοι Χριστιανοί που «πάνε στην εκκλησία», δικαιολογούν το πάθος της ομοφυλοφιλίας, ως μία φυσιολογική-οντολογική κατάσταση του ανθρώπου, εκφράζοντας, έστω και ανεπιγνώστως, την λουθηρανική δικαιολογία πως «έτσι γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος». Υπονοούν ασφαλώς αυτό που υποστήριζε ο Λούθηρος, ότι δηλαδή η αμαρτία, σε οποιαδήποτε μορφή της, από τη στιγμή που καταστράφηκε το κατ’ εικόνα, είναι ριζωμένη εντός του ανθρώπου και αποτελεί μία πραγματικότητα την οποία ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν δύναται να την αναστρέψει, αλλά οφείλει να την αποδεχτεί, αφού έτσι κι αλλιώς η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη βούληση του Θεού [15].

Κατά συνέπεια, είναι εντελώς αυθαίρετη και αντίθετη, ως προς την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και ζωή, η προωθούμενη στις μέρες μας νεοταξική συγκατάβαση προς τις άλογες επιθυμίες του ανθρώπου. Το ότι κατακυριεύονται κάποιοι από την επιθυμία του ομόφυλου πλησίον τους, αυτό αποτελεί σοβαρή εκτροπή και μόνο που γίνεται λόγος για επιθυμία, πόσο μάλλον όταν αυτή κινείται στο χώρο του παρά φύσιν. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι απόλυτα σαφής όταν αναφέρει πως ακόμα και η κατά φύσιν επιθυμία, π.χ. του να πηγαίνει κάποιος με πολλές γυναίκες, ξεφεύγει από τα όρια της ανάγκης, όπως ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί όταν ο άνδρας συνευρίσκεται με τη νόμιμη γυναίκα του. Επομένως, ακόμη και εάν αποδεχτούμε πως η κατά φύσιν έλξη που νιώθει ο άνδρας από τη γυναίκα, έχει κάποιο στοιχείο αναγκαιότητας, αυτό σε καμμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την υπέρβαση αυτού του ορίου. Άρα, η αγάπη πολλών γυναικών για παράδειγμα, δεν αποτελεί κάποια αναγκαιότητα, αλλά πηγάζει καθαρά από την προαίρεση και βούληση του ανθρώπου εκείνου που κατακυριεύεται από κενοδοξία, ακολασία και την πέραν του μέτρου ηδονή. Και συμπεραίνει ο θείος Χρυσόστομος: «… Ώστε δεν οφείλεται στη φύση. Μη προβάλεις ως αιτία την επιθυμία· αυτή σου δόθηκε για γάμο, σου χορηγήθηκε για τεκνογονία, όχι για μοιχεία, ούτε για ατιμία. Γνωρίζουν και οι νόμοι να συγχωρούν τα αμαρτήματα τα οποία γίνονται από ανάγκη· μάλλον δέ κανένα αμάρτημα δεν γίνεται από ανάγκη, αλλά όλα γίνονται από ακολασία. Διότι δεν δημιούργησε ο Θεός τη φύση έτσι, ώστε να έχει ανάγκη να αμαρτάνει· διότι, εάν συνέβαινε αυτό, δεν θα υπήρχε κόλαση. Διότι για όσα γίνονται από ανάγκη και βία, ούτε εμείς ζητούμε λόγο, ούτε ο Θεός ο τόσο φιλάνθρωπος και αγαθός…» [16] .

Προς επίρρωσιν της ανωτέρω θέσεως έρχεται και ο έτερος σπουδαίος Ιωάννης, ο Δαμασκηνός, να εξειδικεύσει το θέμα περί ηδονών και να ομιλήσει για φυσικές και μη φυσικές ηδονές του ανθρώπου. Ξεκινώντας από τις φυσικές ηδονές κάνει ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε αυτές που είναι απαραίτητες-υποχρεωτικές,  όπως είναι οι τροφές, που χρειάζονται για να επιβιώσει ο άνθρωπος, και σε αυτές που είναι μη απαραίτητες-προαιρετικές, όπως είναι οι νόμιμες σαρκικές επαφές, που προάγουν στη διαιώνιση όλου του ανθρωπίνου γένους, αλλά είναι δυνατόν κανείς να τις αποφεύγει εάν επιθυμεί να ζήσει παρθενικό βίο. Τέλος υπάρχουν και οι ηδονές εκείνες, που είναι μη φυσικές και μη απαραίτητες, όπως οι κάθε είδους ακόλαστες πράξεις, οι οποίες ούτε στη διατήρηση της ζωής μας συντελούν, ούτε στη συνέχιση του ανθρωπίνου γένους. Όπως είναι εύλογο, αυτές οι τελευταίες πρέπει να αποφεύγονται εντελώς από έναν άνθρωπο που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως Χριστιανός, αντιθέτως να ακολουθούνται όσες είναι φυσικές και απαραίτητες, ενώ όσες είναι φυσικές αλλά μη απαραίτητες να τίθενται σε δευτερεύουσα θέση και να εφαρμόζονται πάντα κατά τον κατάλληλο χρόνο και το κατάλληλο μέτρο [17] .

Γιατί η ομοφυλοφιλία αποτελεί άρνηση της ανθρώπινης οντολογίας και φυσιολογίας

Κάθε αμάρτημα επιφέρει ορισμένες σοβαρές ψυχοσωματικές επιπτώσεις στον άνθρωπο εκείνον που το διαπράττει. Από τα θανάσιμα όμως αμαρτήματα, το πλέον σοβαρό ως προς τις επιπτώσεις, είναι το αμάρτημα της πορνείας. Ενθυμούμενοι τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακας, φέρνουμε στο νου μας τη σοφή διαπίστωσή του πως δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ για τα άλλα αμαρτήματα συνηθίζουμε να λέμε ότι ο τάδε έσφαλε, στα σαρκικά συνηθίζουμε να λέμε ότι ο τάδε έπεσε [18] .  Και τούτο διότι,  κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, οποιοδήποτε άλλο αμάρτημα κι αν διαπράξει ο άνθρωπος είναι αμάρτημα που διαπράττεται εκτός του ανθρωπίνου σώματος, σε αντίθεση με το αμάρτημα της πορνείας που μολύνει όσο κανένα άλλο τη σάρκα και επιφέρει σημαντική φθορά στη φύση του σώματος [19] . Ο τελών λοιπόν την πορνεία δεν διαφέρει σε τίποτα από ένα ράκος, επειδή από το σώμα του έχει απολεσθεί κάθε ευσέβεια και έχει καταντήσει κατοικητήριο όλων των δαιμόνων. Όπως προσθέτει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος, «εις αυτό ο διάβολος την ιδίαν απομάσσεται σήψιν» [20] . 

Όμως κι αυτό το ίδιο το αμάρτημα της πορνείας υπόκειται σε μία αξιολογική διαβάθμιση. Διότι, όπως ήδη έχει λεχθεί ανωτέρω, υπάρχει η πορνεία που κινείται στο χώρο του κατά φύσιν, με την οργανική έννοια [21] και υπάρχει η πορνεία που κινείται στο χώρο του παρά φύσιν. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται η ομοφυλοφιλία, η οποία αποτελεί, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, τον κολοφώνα των αμαρτημάτων.  Και για ποιο λόγο αποτελεί τον κολοφώνα, δηλαδή το αποκορύφωμα των αμαρτημάτων, πολύ πάνω κι από ειδεχθείς πράξεις, όπως ο φόνος π.χ.; Διότι συνιστά μία ευθεία ύβρη απέναντι στο πιο τέλειο δημιούργημα του Θεού που είναι ο άνθρωπος, ο οποίος κατ’ εντολήν του Τριαδικού Θεού επλάσθη «κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» [22] . 

Και είναι τόσο πολύ βαρύ παράπτωμα αυτό, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος; Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, ναί είναι, γιατί σε μία περίπτωση φόνου για παράδειγμα, μπορεί να συντρέχουν ένα σωρό ελαφρυντικά: «εν βρασμώ ψυχής», λόγοι αυτοάμυνας, ψυχολογικά προβλήματα, δαιμονισμοί κ.α. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί πως σε μια τέτοια περίπτωση, όπως είναι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, η μετάνοια για τους δολοφόνους είναι πολύ πιο εύκολη και συχνή, επειδή το φριχτό αποτέλεσμα αυτής της θανάσιμης αμαρτίας είναι αρκετό για να βασανίσει και να σωφρονίσει τον εγκληματία. Αντιθέτως, στο αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας τις περισσότερες φορές, ούτε καν περνάει από το μυαλό του ενεργούντος την πράξη πως είναι κι εκείνος σωματοκτόνος και ότι μάλιστα η δική του η θέση είναι πολύ πιο επιβαρυντική από κείνη του φονιά, καθότι η δική του η πράξη συνοδεύεται από δαιμονική αναίδεια και ανταρσία, όχι μόνο προς τη δημιουργία, αλλά και απέναντι σε αυτόν τον ίδιο τον Δημιουργό. Εάν ένας κοινός δολοφόνος αποσπά την ψυχή από το σώμα για μία φορά, ο εραστής της ομοφυλοφιλίας «δολοφονεί» κατ’ επανάληψη και το σώμα και τη ψυχή, κατά τον ιερό Χρυσόστομο [23]. Συν τοις άλλοις, καταντά προδότης της ίδιας του της φύσεως, από τη στιγμή που ούτε δύναται να αποκτήσει κατά τρόπο οντολογικό τη φύση που επιθυμεί, αλλά ούτε προσπαθεί να διατηρήσει και εκείνη που είχε.

Αλλά ας επιστρέψουμε στη θεϊκή εντολή, της του ανθρώπου πλάσεως, κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν. Κι ας αποδομήσουμε το έωλο και φαιδρό επιχείρημα της εποχής μας περί δήθεν υπάρξεως τρίτου φύλου. Γράφει λοιπόν ο θεόπτης προφητάναξ Μωυσής στο βιβλίο της Γενέσεως, κατά τρόπο ρητό, μην αφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, σε ό, τι αφορά το φύλο του ανθρώπου: «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς.» [24] . Να λοιπόν η κατεδάφιση αυτού του καινοφανούς θεωρήματος, διά του θεοπνεύστου λόγου της Αγίας Γραφής. Άνδρα και γυναίκα εποίησε τον άνθρωπο ο Θεός, θα μας πει με απόλυτο τρόπο ο Μωυσής. Και ήδη ανιχνεύσαμε πιο πάνω, με την αρωγή του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, το λόγο ύπαρξης των δύο φύλων. Και έρχεται κι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός να επικυρώσει τα λεχθέντα του αγίου Νύσσης και να επαναλάβει πως ο λόγος δημιουργίας αρσενικού και θηλυκού, ήταν η αγαπητική πρόνοια του Θεού, ο οποίος, χάρη στην προγνωστική του δύναμη, γνώριζε προ καταβολής κόσμου ότι ο άνθρωπος πρόκειται να πέσει στην παράβαση και στο επιτίμιο του θανάτου και έτσι κατ’ αυτόν τον σοφότατο τρόπο έδωσε διέξοδο στο θέμα της διαιώνισης του ανθρωπίνου γένους [25] . 

Είναι αξιοσημείωτο δέ, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, πως αυτή η διευκρίνιση των δύο φύλων δίδεται προτού ακόμη δημιουργηθεί η Εύα, για τον απλούστατο λόγο ότι βρίσκεται στην πλευρά του Αδάμ και συνυπάρχει εξ αρχής μαζί του [26] . Έτσι λοιπόν ο Θεός έκρινε πως «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν.» [27] . Και ποιος έπρεπε να είναι ο βοηθός αυτού; Μήπως θα μπορούσε να είναι κάποιο από τα ζώα; Όχι φυσικά, διότι κατά τη διαδικασία της ονοματοδοσίας των ζώων «τῷ δὲ Ἀδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ.» [28] Αυτό εκτιμούμε, πως αποτελεί κι ένα δυνατό επιχείρημα ενάντια και στη διαστροφή της κτηνοβασίας ή της αρρωστημένης κτηνοφιλίας-συντροφικότητας με ζώα, που επικρατεί σήμερα στον χρεωκοπημένο πνευματικά δυτικό κόσμο και που αποτελεί το επόμενο κάστρο-ατομικών δικαιωμάτων που πρέπει να πέσει.

Στο σημείο λοιπόν αυτό, όλοι οι άγιοι ερμηνευτές τονίζουν ιδιαιτέρως τη μοναξιά που ένιωθε ο Αδάμ στον Παράδεισο και την άμεση ανταπόκριση του Θεού σε αυτή την έλλειψη. Και τι έπραξε ο Θεός κατά τους Αγίους Πατέρες για να λύσει το πρόβλημα της ελλείψεως συντροφικότητας του Αδάμ ; Δεν δημιούργησε έναν «δεύτερο Αδάμ», άνθρωπο του ιδίου φύλου δηλαδή, αλλά δημιούργησε αυτό που θα τον συνεπλήρωνε ψυχοσωματικά. Κι αυτό το δημιούργημα ήταν η γυναίκα! Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ανατέμνει και αποδεικνύει, κατά τρόπο αξονικό, το άρτιον και ισχυρόν του ψυχοσωματικού δεσμού μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Μας λέει λοιπόν, πως το μυστικό αυτού του πανίσχυρου δεσμού κρύβεται στον τρόπο δημιουργίας της γυναίκας. Διότι, ο Θεός στην περίπτωση της Εύας δεν έλαβε χώμα, όπως έπραξε στην περίπτωση του Αδάμ, αλλά πήρε μία από τις πλευρές τις δικές του και τη χρησιμοποίησε ως βάση και θεμέλιο για τη γυναικεία φύση [29] . Κι αυτό το έκανε, όχι λόγῳ έλλειψης κάποιας ύλης, άλλωστε και μόνο η βούληση-προσταγή του Θεού έφτανε για να δημιουργηθεί κάτι εκ του μηδενός, αλλά επειδή θέλησε να τοποθετήσει το δεσμό τους στη φύση της ομόνοιας [30] .

Συμπληρωματικές πληροφορίες επ’ αυτού μας δίνει κι ο άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης [31] , ο οποίος αιτιολογεί ακόμα και το λόγο που το νεώτερο δημιούργημα έλαβε το όνομα γυνή, εξηγώντας με απλοϊκό τρόπο πως η ρίζα της λέξης γυνή προέρχεται από την γονή. Τούτη η ερμηνεία προκύπτει, διότι η γυνή έγινε από τον άνδρα της [32], ο οποίος επρόκειτο να την κάνει γόνιμη, μέσα από τη φυσική διαδικασία ενώσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός. Η προαγωγή αυτή της ένωσης οδηγεί στην παιδοποιία και για το λόγο αυτό της γονιμότητας, αυτοί που  γενούν παιδιά λέγονται γονείς. Επομένως, κάνοντας μία επικαιροποίηση αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης από τον άγιο Ισίδωρο, ως γονείς δεν μπορούν να ονομάζονται οποιοιδήποτε, ει μη μόνον εκείνοι που μέσα από τη νόμιμη κατά Θεόν ψυχοσωματική ένωση, παράγουν με τρόπο φυσικό τέκνα. Κι αυτό το προνόμιο το έχουν μόνο τα ετερόφυλα ζεύγη κι όχι τα ομόφυλα, που στην εποχή μας ζητούν αναιδώς και ανερυθριάστως να διαταράξουν ακόμα και αυτή τη φυσική σχέση ανατροφής γονέων-παιδιών.

Έπλασε συνεπώς τη γυναίκα ο Θεός και ο ίδιος ακολούθως «ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ.» [33] . Αυτή η κίνηση του Θεού, να φέρει ο ίδιος τη γυναίκα και να την τοποθετήσει ως βοηθό-σύντροφο πλάι στον άνδρα, σε συνδυασμό και με όσα αναλύθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύει και την ερμηνεία του επόμενου στίχου της Γενέσεως, σχετικά με τον στενό δεσμό του άνδρα μετά της γυναικός αυτού, ο οποίος υπέρκειται παντός άλλου συγγενικού δεσμού, ακόμη κι αυτού μεταξύ των γονέων και των τέκνων. Και σφραγίδα τούτης της ανωτερότητας, που έχει αυτός ο δεσμός, είναι το οντολογικό γεγονός πως «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.» [34] . Όλα αυτά έχουν διαχρονική σημασία για την ανθρώπινη οντολογία και ζωή, κάτι που πιστοποιείται κι από το γεγονός πως επικαιροποιήθηκαν μετά την έλευση του Λυτρωτή και Σωτήρα του ανθρωπίνου γένους, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όταν δηλαδή, οι οντολογικές αυτές προϋποθέσεις, περιελήφθησαν ως ευχές της Εκκλησίας στο Μέγα Μυστήριο του Γάμου, όπου καλείται πλέον το ανδρόγυνο ζεύγος της μετά Χριστόν εποχής, να μην εξαντλεί αυτή την ενότητα σε μια αφηρημένη ψυχοσωματική ολοκλήρωση, αλλά να προαχθεί με τη Χάρη του Θεού και να φτάσει στην πνευματική ολοκλήρωση και ενότητα, να αγιάσει και να καταστήσει αμόλυντη την κοίτη του γάμου και εν τέλει το ζεύγος να καταξιωθεί  να γίνει «ένα εν Χριστώ» [35] !

Τίποτα λοιπόν από το Θεό δεν αφέθηκε στην τύχη του στο θέμα της δημιουργίας του ανθρώπου και απόδειξη τρανή είναι αυτή η ψυχοσωματική ολοκλήρωση ανάμεσα στα δύο φύλα. Και πράγματι, όσον αφορά το ψυχικό κομμάτι, ο δυναμισμός και η τραχύτητα του άνδρα συνεπληρώθησαν από την τρυφερότητα και την ευαισθησία της γυναίκας. Αλλά και σωματικά, η συμπλήρωση μεταξύ των δύο φύλων είναι εξίσου θαυμαστή, καθότι  ο πάνσοφος Δημιουργός, που εποίησε τα πάντα «καλὰ λίαν» [36] , φρόντισε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στο θέμα της ανθρώπινης φυσιολογίας. Έτσι λοιπόν, εάν θελήσουμε να γίνουμε ακόμα πιο παραστατικοί, η σωματική ένωση μεταξύ ανδρός και γυναικός κινείται με απολυτότητα στο κατά φύσιν της Δημιουργίας και τούτο διότι, με βάση τις αρχές της ανθρώπινης φυσιολογίας, τα γενετήσια όργανα των δύο φύλων επιφέρουν με πάσαν ακρίβεια το «εις σάρκα μίαν» και ατράνταχτο αποδεικτικό στοιχείο αυτής της φυσικότατης πράξεως είναι, όπως αναφέραμε ήδη,  η προαγωγή που έχουμε ως αποτέλεσμα με τη διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους. Ασφαλώς εννοείται ότι αυτή η γενετήσια πράξη, δεν αφορά μόνο το σωματικό πεδίο, αλλά έχει και τις ευεργετικές ψυχικές-συναισθηματικές διαστάσεις, όταν το ζευγάρι ζεί και δρά κατά Θεόν.

Αντιθέτως σε μια ομοφυλοφιλική πράξη, τα άτομα του ίδιου φύλου παραβιάζουν πρωτίστως αυτή την ίδια την ανθρώπινη φυσιολογία, από τη στιγμή που, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής υποκρίνονται ή φαντασιώνονται το ανύπαρκτο-αντίθετο φύλο από το δικό τους. Μέσα από την εξαπάτηση του ίδιου τους του εαυτού, προσπαθούν να πείσουν και να πειστούν ότι δήθεν εμφιλοχωρεί ένα «τρίτο φύλο», το οποίο όμως οντολογικά-κατασκευαστικά είναι παντελώς ανύπαρκτο και φανταστικό. Για το λόγο αυτό, η σεξουαλική πράξη μεταξύ δύο ατόμων του ιδίου φύλου θεωρείται ως παρά φύσιν μίξη, η οποία ικανοποιεί μόνο τη σαρκική πλεονεξία του ατόμου. Ουσιαστικά πρόκειται για μετάλλαξη της φυσικής σχέσης, θα μας πει ο ιερός Χρυσόστομος, όπου οι άνδρες αφήνουν τη φυσική χρήση της γυναίκας και αντιστοίχως οι γυναίκες αφήνουν τη φυσική χρήση του άνδρα [37] .

Το αποτέλεσμα αυτής της μετάλλαξης, συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραβιάζει κατάφορα το νόμο του Θεού, ο οποίος παρήγγειλε ξεκάθαρα τα δύο έτερα φύλα, ο άνδρας και η γυναίκα, να γίνουν ένα. Και γίνονται ένα, μέσα από την επιθυμία της συνουσίας, οπότε και ενώνονται τα φύλα μεταξύ τους κατά τρόπο πραγματικό και φυσικό. Καταστρέφοντας, ή μάλλον διαστρέφοντας όμως την επιθυμία αυτή ο διάβολος και μεταφέροντάς την με άλλο τρόπο στην οδό του παρά φύσιν, κατόρθωσε, όχι μόνο να μην υπάρχει ένωση, αλλά να ξεχωρίσει τα φύλα, αντίθετα από το νόμο του Θεού. Έτσι, αντί να πραγματώνεται το «έσονται οι δύο εις σάρκα μία», δηλαδή οι δύο φύσεις να είναι σάρκα μία, ο διάβολος χωρίζει τη μία φύση σε δύο σάρκες. Αυτή ακριβώς η παραφροσύνη φέρνει σε τέτοιο σημείο τον ιερό Χρυσόστομο να ομολογήσει πως η πορνεία κατά φύσιν δεν είναι τίποτα μπροστά στην παρά φύσιν πορνεία, ήτοι την ομοφυλοφιλία. Τεκμηριώνει δέ αυτό τον ισχυρισμό του λέγοντας πως η κατά φύσιν πορνεία, τουλάχιστον, όπως φανερώνει και το όνομά της, δεν παραβιάζει τους νόμους της φύσης, σε αντίθεση με την ομοφυλοφιλία που τους ισοπεδώνει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανθρώπινη φύση υποβιβάζεται ακόμη και κάτω από τα άλογα ζώα, γιατί πουθενά δεν υπάρχει τέτοια σχέση σε αυτά, αλλά η φύση τους  γνωρίζει καλά τους δικούς της νόμους.

Δεν είναι τυχαίο επομένως που το σύνολο των Αγίων Πατέρων χαρακτηρίζει το αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας ως μιαρό βδέλυγμα, που δεν επιδέχεται εύκολα συγχώρηση [38] , επιβεβαιώνοντας το αγιογραφικό χωρίο «βδέλυγμα Κυρίω διεστραμμέναι οδοί» [39]  .  Έχοντας ως γνώμονα όμως τα όσα αναλύθηκαν μέχρι τώρα για την ομοφυλοφιλία, αντιλαμβάνεται κανείς πως όλη αυτή η αυστηρότητα που επέδειξαν οι Άγιοι, όλων των αιώνων, απέναντι σε αυτή τη διαστροφή, υπήρξε πέρα για πέρα δικαιολογημένη, από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με ένα αμάρτημα που:

α. βλασφημεί τον ίδιο τον Δημιουργό,

β. διαστρέφει τη βασική αρχή της δημιουργίας περί ανθρώπου, απορρίπτοντας την ανθρώπινη οντολογία και φυσιολογία και αντιβαίνοντας όλους τους φυσικούς νόμους,

γ. προκαλεί διάλυση του κόσμου και της παραδοσιακής οικογένειας, μεταβάλλοντας τα κατά φύσιν σε παρά φύσιν [40] ,

και δ. παρουσιάζει παραπλανητικώς τα παρά φύσιν ως μία κατά φύσιν πτυχή της ανθρώπινης οντολογίας.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ

Στενή σχέση νεοσατανισμού και ομοφυλοφιλίας

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο στην Ορθόδοξη χριστιανική εμπειρία και παράδοση, πως κάθε αμαρτία, μικρή ή μεγάλη, έχει ως πάτρωνά της τον άρχοντα του κόσμου τούτου, δηλαδή τον ίδιο το διάβολο. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας δίνει με αφοπλιστική αμεσότητα το περίγραμμα αυτής της συνάφειας λέγοντας πως, «ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει.» [41] . Επομένως, ο ποιών την αμαρτία εκχωρεί το αυτεξούσιό του στον πονηρό, με τραγικό αποτέλεσμα να καταντά δούλος των παθών του. Στην πραγματικότητα, ολόκληρος ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, μολύνεται και αιχμαλωτίζεται από τον πονηρό ψυχοσωματικά και έτσι μετατρέπεται σε ένα παλαιό, βδελυρό, ακάθαρτο και θεομάχο πλάσμα, το οποίο όχι μόνο δεν υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού, αλλά βλέπει και ακούει μόνο κατά τρόπο πονηρό, κινείται συνεχώς προς το πονηρό, με μία ψυχή που σκέφτεται μόνο τα πονηρά [42] .

Και εάν όλα αυτά ισχύουν για τα κατά φύσιν (πάντα με την οργανική έννοια) αμαρτήματα, πολύ περισσότερο ισχύουν για τα λεγόμενα παρά φύσιν, όπως η ομοφυλοφιλία. Για αυτό και στα περισσότερα πατερικά κείμενα, η ομοφυλοφιλία είναι ταυτισμένη με τον όρο ακολασία, λόγω αυτής της αχαλίνωτης μανίας που εκπηγάζει από το σφοδρό πάθος και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε δαιμονισμένο. Επ’ αυτού για παράδειγμα, ο όσιος ασκητής Νείλος σημειώνει πως η ακολασία κάνει την ψυχή θηλυπρεπή, τη μολύνει και την ηγεμονία (της ψυχής) τη μετατρέπει σε ατιμωτική δουλεία [43] . Πρόκειται δηλαδή περί μιας καθαράς δαιμονικής εξαρτήσεως, όπου οι άνθρωποι εξομοιώνονται πνευματικώς με τους χοίρους, και σε αυτή την περίπτωση, όχι μόνο διατελούν υπό την εξουσία των δαιμόνων, αλλά και κατακρημνίζονται [44].

Τώρα, μετά από όλα αυτά, το κριτικό ερώτημα που ανακύπτει είναι:

Πώς αυτή η πραγματικά θεομίσητη και βδελυρή αμαρτία επανήλθε κατά τρόπο πανηγυρικό στην εποχή μας, έτσι που να ζητάει αποκατάσταση περισσότερη κι από αυτή που είχε στις προχριστιανικές κοινωνίες;

Σε προηγούμενη ενότητα έγινε μία πρώτη αναφορά σκοπίμως, στη συμβολή του Λουθήρου, ως προς την αμνήστευση της αμαρτίας στο λεγόμενο δυτικό κόσμο. Η «θεολογική» αυτή κατοχύρωση της εφάμαρτης ζωής, ως μίας οντολογικής καταστάσεως του ανθρώπου, είχε ως συνέπεια να καλλιεργηθεί με τον καιρό στην αιρετική Δύση ένα αντιχριστιανικό και αντιευαγγελικό φρόνημα, ενώ παράλληλα όπως τονίσαμε, υποβιβάστηκε ο διάβολος αρχικά σε μία ημιφανταστική σφαίρα, κάτι που συνετέλεσε κι αυτό με τη σειρά του στο να χάσουν την επαφή οι άνθρωποι με τη χριστιανική παράδοση και να μην μπορούν να διακρίνουν υπό ποίων πνευμάτων οδηγούνται, στερούμενοι πάσης εμπειρίας γύρω από τα τεχνάσματα και τις μεθοδείες του πονηρού.

Όλα αυτά οδήγησαν στην εκ βάθρων αλλοτρίωση της χριστιανικής Ευρώπης, η οποία, μη έχοντας πλέον την παραμικρή γεύση της εμπειρίας του Ακτίστου, εξόρισε σταδιακά το Θεάνθρωπο και στη θέση του τοποθέτησε τον Ευρωπαίο άνθρωπο, όπως θα μας πει ο άγιος του καιρού μας Ιουστίνος Πόποβιτς [45]. Έπειτα δέ από την επικράτηση του δαιμονικού πνεύματος του Διαφωτισμού, η αιρετική Δύση έκανε ένα βήμα παραπέρα και επιβιβάστηκε επισήμως στις ράγες του νεοσατανισμού, με όλα όσα το κίνημα αυτό πρεσβεύει:

  • αγνωστικισμός και αθεΐα, με καλύτερη εναλλακτική πρόταση τον αποκρυφιστικό πανθεϊσμό,
  • φαινομενική αμφισβήτηση της ύπαρξης του διαβόλου,
  • θεός ο άνθρωπος (deus est homo).

Κυριότερο όμως σύνθημα, που υιοθέτησε η αποστατούσα Δύση εκ της φαρέτρας του νεοσατανισμού, υπήρξε το περίφημο « κ ά ν εό, τ ιθ έλ ε ι ς », που εξέφρασε πρώτος εκ των κορυφαίων, αν όχι ο κορυφαίος, εκπρόσωπος του αποκρυφισμού και «μεσσίας» της κίνησης του νεοσατανισμού, ο Άγγλος Aleister Crowley [46] .

Η απλή αυτή φράση, που ηχεί τόσο σαγηνευτικά και ακίνδυνα στα αυτιά όλων, αποτελεί την κεντρική ιδέα του περίφημου «συμβόλου της πίστεως» που συνέταξε ο Crowley, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί μέρος της «Γνωστικής Λειτουργίας», δηλαδή της «Λειτουργίας του Σατανά», επίσης δημιούργημα του ιδίου, στο συγγραφικό του έργο το «Βιβλίο του Νόμου» (1904). Με βάση το κείμενο αυτό, ο Crowley εκθέτει τις αντιλήψεις του περί ανθρώπου, διακηρύσσοντας πως δεν υπάρχει κανένας Θεός-νομοθέτης, στον οποίο οφείλει ο άνθρωπος να κάνει υπακοή, αλλά «Θεός είναι ο άνθρωπος» και το ουσιαστικό σε αυτόν το «θεό» είναι το θέλημά του. Κι αυτό διότι, στο σατανικό νόμο του Crowley δεν υπάρχει καμμία δέσμευση, κανένας νόμος έξω από το προσωπικό θέλημα του κάθε ανθρώπου και εν δυνάμει σατανιστή. Η πρώτη και μόνη εντολή είναι: Do what you willthat shall be the whole of the law, δηλαδή κάνε ότι θέλεις, αυτός είναι όλος ο νόμος [47] .

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι απόψεις του Crowley γύρω από τη σεξουαλικότητα, καθότι ο ίδιος όπως φαίνεται μέσα από το νεοσατανισμό προωθούσε και την παράλληλη κίνηση του πανσεξουαλισμού. Στο «Βιβλίο του Νόμου», σε ένα απόσπασμα, αναφέρεται το εξής: «ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αγαπά όπως θέλει- επίσης γεμίστε με αγάπη ανάλογα με τη θέληση σας, όπως θέλετε, όποτε, όπου και με όποιον θέλετε!». Ακόμα κι ο πανθεϊσμός του Crowley κατανοείται ως σεξουαλική τάση ζωής, αφού γίνεται λόγος για «θεϊκή σεξουαλικότητα» ως έκφραση της ζωτικής δύναμης. Σύμφωνα με το νόμο της «θέλησης», κανένας δεν έχει το δικαίωμα να εμποδίσει την «έκφραση» αυτής της «ζωτικής δύναμης», με οποιονδήποτε τρόπο θελήσει κανείς να ασκήσει αυτή τη σεξουαλικότητα και με οποιοδήποτε άτομο κρίνει ότι πρέπει να το κάνει [48] ! Ο ίδιος ο Crowley υπήρξε πιστός ακόλουθος του πανσεξουαλικού αυτού μανιφέστου, από τη στιγμή που συμμετείχε σε σεξουαλικά όργια, έχοντας αναρίθμητες σχέσεις, τόσο με γυναίκες, όσο και με άνδρες. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να διακηρύξει πως οι σεξουαλικές διαστροφές είναι πράξεις σεξουαλικής μαγείας [49] .

Ο Crowley δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να ακολουθήσει την αντιστροφή της ηθικής, που υπόσχεται ο Σατανάς στους πιστούς του, μέσα από την οργιαστική διονυσιακή κατανόηση του «θεϊκού» και την απολυτοποίηση της ηδονής. Και με το νόμο του, αφού έχρισε θεό τον άνθρωπο, έκανε λόγο για δύναμη, μία δύναμη χωρίς αναστολές, όρους και όρια. Ο νόμος λοιπόν αυτός αναγνωρίζει απόλυτη ελευθερία στον «ισχυρότερο», με την προτροπή της επιβολής και της μη υποχώρησης, μέχρι να επιτύχει κανείς αυτό που θέλει [50] . Είναι προφανές πως άμεσος στόχος του Crowley ήταν να πλήξει  τη χριστιανική ηθική. Για αυτό κι ένας από του μαθητές του, ο φυσικός Jack Parson, επιτέθηκε με σφοδρότητα στη χριστιανική ηθική, μέσα από ένα βιβλίο-μανιφέστο που έγραψε για τον Αντίχριστο: «Τέλος στις δουλικές αρετές και στους προληπτικούς περιορισμούς. Τέλος στην ηθική των σκλάβων  (δηλαδή στη χριστιανική ηθική)… και τέλος στον περιορισμό και στην απαγόρευση, γιατί εγώ, ο Αντίχριστος, ήρθα σε σας και κηρύττω το λόγο του Θηρίου 666, που λέγει: Δεν υπάρχει κανένας νόμος, εκτός από αυτό που εσύ θέλεις. Θα οδηγήσω όλους τους ανθρώπους στο νόμο του Θηρίου 666 και στο νόμο του θα κυριεύσω τον κόσμο» [51] .

Λίγο προτού κλείσουμε κι αυτή την ενδιαφέρουσα ενότητα, θα επιχειρήσουμε να προβούμε σε μία-δύο παρατηρήσεις. Καταρχήν φαίνεται ξεκάθαρα πως μέσα από την κίνηση του νεοσατανισμού προωθήθηκε η λεγόμενη σεξουαλική απελευθέρωση του ανθρώπου και η σταδιακή νομιμοποίηση όλων των σεξουαλικών διαστροφών, ανάμεσα τους και η ομοφυλοφιλία [52]. Είναι χαρακτηριστικό πως στη «Σατανιστική Βίβλο», που χρησιμοποιείται στην εκκλησία του Σατανά, αναφέρεται ρητά, στα πλαίσια του τελετουργικού, ότι: «ο σατανισμός πράγματι συνηγορεί στη σεξουαλική ελευθερία, αλλά μόνο με την πραγματική σημασία της λέξης… ο σατανισμός αποδέχεται κάθε μορφή σεξουαλικής δραστηριότητας που ικανοποιεί σωστά τις ατομικές επιθυμίες-είτε είναι ετεροφυλοφιλικές, ομοφυλοφιλικές, αμφισεξουαλικές ή ακόμα και την αποχή, εφόσον αυτό επιλέγεις. Ο σατανισμός επίσης επικυρώνει κάθε είδωλο ή παρεκτροπή που θα προάγει τη σεξουαλική ζωή» [53] .

Αυτή λοιπόν η αντεστραμμένη ηθική της εκκλησίας του Σατανά βασίζεται σε εντολές του τύπου: «ο Σατανάς ενσαρκώνει την απόλαυση αντί της εγκράτειας», ή «ο Σατανάς βλέπει τον άνθρωπο ως ένα άλλο ζώο, που μερικές φορές είναι καλύτερο, συχνά όμως χειρότερο από άλλα τετράποδα» [54] . Εδώ σε αυτό το σημείο έχουμε τη δικαίωση του ιερού Χρυσοστόμου, όταν λέει πως η ακολασία οδηγεί την ανθρώπινη φύση κάτω από τα άλογα ζώα, μέσα από την παραδοχή του ίδιου του Σατανά για το πώς βλέπει τον άνθρωπο, όταν τον εξουσιάζει.  Και ένα τελευταίο σχόλιο, για τη δύναμη διεκδίκησης που προβάλλει ο νόμος του Crowley επί παντός είδους διαστροφή. Εκτιμούμε πως εύκολα μπορούμε να επικαιροποιήσουμε τις προτροπές του, με βάση τα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στην εποχή μας. Η κάθε διαστροφή πλέον νομιμοποιείται μέσω της ισχυρής κρατικής επιβολής, η οποία δεν υποχωρεί ενώπιον οιασδήποτε διαμαρτυρίας, από όπου κι αν προέρχεται. Όπως θα μας πει κι ο μεγάλος αγωνιστής της Ορθοδοξίας, άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, «τίποτε, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα που ασεβεί, όταν υποστηρίζεται κι από τη δύναμη της εξουσίας» [55] .

Η ομοφυλοφιλία ως κατ’ εξοχήν σημείο αναφοράς της εποχής του Αντιχρίστου

Είναι σαφώς καταγεγραμμένο από τον Απόστολο Παύλο, ότι η εποχή μετά την πρώτη έλευση του Χριστού σηματοδότησε και την εσχατολογική περίοδο που οδηγεί και καταλήγει στη Δευτέρα Παρουσία Του. Στη Β΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, ο Απόστολος χωρίζει το μεσοδιάστημα σε δύο περιόδους. Στην πρώτη περίοδο αναφέρει πως ο διάβολος ενεργεί συγκεκαλυμμένα, τονίζοντας τη λέξη «μυστήριο», λέγοντάς μας ότι «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας» [56] , ενώ στη δεύτερη περίοδο ο διάβολος ενεργεί φανερά, καθότι μας λέει ότι «καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος» [57] . Το προειδοποιητικό σημείο για την επικείμενη φανέρωση του πλάνου Αντιχρίστου είναι η προηγηθείσα εκτεταμένη αποστασία της ανθρωπότητας. Για αυτό και ο Απόστολος Παύλος συγκρατεί τους ενθουσιώδεις και αγωνιστές Θεσσαλονικείς, επισημαίνοντας να μην προβούν σε άκαιρες ενέργειες , διότι ο Αντίχριστος δεν θα φανεί «ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας.»  [58] .

Συνεπώς η έλευση του Αντιχρίστου δεν θα συμβεί απροϋποθέτως, αλλά θα πραγματοποιηθεί ως μία φυσική θα λέγαμε συνέχεια αυτής της γενικευμένης αποστασίας και καθολικής ανταρσίας του ανθρώπου απέναντι στο νόμο του Θεού. Με άλλα λόγια, όπως εξηγούν οι άγιοι ερμηνευτές, ο Αντίχριστος θα έλθει, επειδή και θα τον θέλει και θα τον επιζητά η ανθρωπότητα. Για αυτό και ο Χριστός προείπε στους θεομάχους Εβραίους, «ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.» [59] . Ο Αντίχριστος θα επικρατήσει στην παγκόσμια κοινότητα, ακριβώς επειδή αυτή θα έχει χρεωκοπήσει πρωτίστως πνευματικά κι εκείνος, αφού πρώτα εκμεταλλευτεί στο έπακρο αυτή την πνευματική πενία, θα ευθυγραμμιστεί με τη γενική ηθική και πνευματική κατεύθυνση των ανθρώπων της εποχής του, θα μας πει ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ [60].

Και ποια θα είναι αυτή η γενική ηθική, που θα γιγαντώσει το πνεύμα της αποστασίας στην ανθρωπότητα;  Θα είναι αυτή η έκφυλη ηθική που επικρατούσε τον καιρό του Νώε και του Λώτ, απαντά ο ίδιος ο Κύριος ΄ «καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·  ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.  ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν·  ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.» [61] .

 Με βάση λοιπόν τον συγκλονιστικό αυτό προειδοποιητικό λόγο του Κυρίου και την αναφορά που κάνει γύρω από την ηθική που επικρατούσε στην εποχή του Νώε και των Σοδόμων, αντιλαμβανόμαστε πως στην εποχή του Αντιχρίστου, κατ’ εξοχήν σημείο αναφοράς αυτής της ηθικής παρακμής θα είναι (και) η ομοφυλοφιλία. Κοινό στοιχείο των δύο εποχών και πρωτογενής αίτιο που οδηγεί στο θανάσιμο αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας, η υπερηφάνεια [62] και δευτερευόντως η καλοπέραση [63]. Λέει χαρακτηριστικά ο προφήτης Ιεζεκιήλ: «πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου, ὑπερηφανία· ἐν πλησμονῇ ἄρτων καὶ ἐν εὐθηνίᾳ οἴνου ἐσπατάλων αὐτὴ καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς.» [64]  . Η σύνδεση αυτή μας φέρνει αμέσως στο νου την αποστροφή που ένιωσε ο Θεός μπροστά στην ακόλαστη κοινωνία των Σοδόμων [65], κάτι που τον εξώθησε στην απόφαση να καταστρέψει ολοσχερώς την περιοχή γύρω από τη σημερινή «Νεκρά Θάλασσα» [66], ως μία προειδοποίηση για την ανθρωπότητα όλων των εποχών και κυρίως των εσχάτων ημερών ΄ «όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα και οι γύρω τους πόλεις, που καταπόρνευσαν με τρόπο όμοιο με αυτούς και πήγαν πίσω από διαφορετική σάρκα, είναι μπροστά μας παράδειγμα, αφού τιμωρήθηκαν με καταδίκη αιώνιας φωτιάς»[67].

Έτσι λοιπόν, οι περιοχές πέριξ των Σοδόμων και Γομόρρων πλήρωσαν με το επιτίμιο του θανάτου την αλαζονεία και την υπερηφάνεια τους απέναντι στην καταπάτηση των φυσικών νόμων και λειτουργιών που θέσπισε ο Θεός στον κτιστό κόσμο ΄ «καὶ ἐμεγαλαύχουν καὶ ἐποίησαν ἀνομήματα ἐνώπιον ἐμοῦ, καὶ ἐξῇρα αὐτὰς καθὼς εἶδον.», θα μας ερμηνεύσει ξανά ο προφήτης Ιεζεκιήλ [68] . Η τιμωρία όμως των ανόμων των εσχάτων ημερών θα είναι κατά πολύ βαρύτερη από εκείνη της κοινωνίας των Σοδόμων, διότι, όπως εξηγεί ο Μέγας Βασίλειος, οι άνθρωποι εκείνοι οι σοδομίτες είχαν κι ένα ελαφρυντικό, άσχετα εάν αυτό δεν ήταν αρκετό για να τους σώσει: το γεγονός πως έζησαν στην προ Νόμου εποχή και δεν γνώριζαν με ακρίβεια αυτά που γνώριζαν όσοι έζησαν μετά την εποχή του Μωυσή, ο οποίος τους παρέδωσε, μόλις κατέβηκε από το Σινά, γραπτώς το νόμο του Θεού. Έτσι, στην περίπτωσή τους θα ισχύσει ό, τι ίσχυσε στην περίπτωση, όπου «ο μέν Κάιν επτά φοράς ετιμωρήθη, ο δέ Λάμεχ επτά φοράς το εβδομήκοντα» [69],  αν και ο τελευταίος διέπραξε το όμοιο αμάρτημα του φόνου [70].

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει συμπληρωματικά, προς σωφρονισμό όσων συνεχίζουν να ασεβούν, τα εξής: «τι λοιπόν; Επειδή τιμωρήθηκαν εκείνοι με τέτοιο τρόπο, δεν υπάρχουν και τώρα πολλοί που διαπράττουν τα ίδια αμαρτήματα με εκείνους και όμως δεν τιμωρούνται; Ναι ΄ όμως αυτό θα προκαλέσει μεγαλύτερη τιμωρία σε αυτούς που πίπτουν στα ίδια παραπτώματα. Όταν δεν συνετιζόμαστε ούτε από τα όσα συνέβησαν σε εκείνους, ούτε κερδίζουμε κάτι από τη μακροθυμία του Θεού, σκέψου, ότι καθιστούμε σφοδρότερο εκείνο το άσβεστο πύρ εναντίον και κάνουμε τον σκώληκα φοβερότερο.» [71] .

Άρα, ας μην υπάρχει επανάπαυση στη σημερινή εποχή και σκόπιμη παρερμηνεία της μακροθυμίας του Θεού. Οι Άγιοι Πατέρες, που ασχολήθηκαν με την εσχατολογική γραμματεία, άπαντες συγκλίνουν κι αυτοί με τη σειρά τους στην άποψη πως οι άλογες επιθυμίες των ανθρώπων θα κυριαρχήσουν κατά την εποχή του Αντιχρίστου, αφήνοντας ορισμένοι εξ αυτών ως παρακαταθήκη μία σειρά προφητειών που μας προειδοποιούν συγκεκριμένα για τα επερχόμενα σημεία των καιρών.  Μάλιστα, μία από τις πιο γνωστές προφητείες στην πατερική γραμματεία κάνει λόγο ανοιχτά για το θέμα της ομοφυλοφιλίας και είναι αυτή του –εκ Δύσεως ορμώμενου και άριστου γνώστη της παραδόσεως της Ανατολής- αγίου Ιερώνυμου (347-420 μ. Χ.), που αναφέρει, κατά τρόπο ξεκάθαρο, πως «ὅταν θά πολλύνει ἡ ἀρσενοκοιτία πάνω στή γῆ, τότε θά καταστραφεῖ ὁ κόσμος καί θά ἔρθει ὁ Χριστός ξανά στή γῆ» [72] .

Στην ίδια κατεύθυνση και ακόμα πιο αναλυτικός ο όσιος Νείλος ο Μυροβλήτης προφητεύει για την εποχή μας , λέγοντας τα εξής:  «…Κατά το 1900 έτος, βαδίζοντες προς τον μεσασμό τού 8ου αιώνος, άρχεται ο κόσμος τού καιρού εκείνου να γίνεται αγνώριστος. Όταν πλησιάσει ο καιρός τής ελεύσεως τού Αντιχρίστου, θα σκοτισθή ή διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη τής σάρκας, και θα πληθυνθεί σφόδρα ή ασέβεια και ή ανομία. Τότε άρχεται ό κόσμος να γίνεται αγνώριστος… Θα μετασχηματίζονται οι μορφές των ανθρώπων και δεν θα γνωρίζονται οι άνδρες από τις γυναίκες δια τής αναισχύντου ενδυμασίας και των τριχών της κεφαλής (…………) Οι πορνείες, μοιχείες, αρσενοκοιτίες, κλοπές και φόνοι θα πολιτεύονται εν τω καιρώ εκείνω και διά την ενέργειαν της μέγιστης αμαρτίας και ασελγείας οι άνθρωποι θέλουν στερηθεί την χάριν του Αγίου Πνεύματος όπου έλαβαν εις το Άγιον Βάπτισμα καθώς και την τύψιν και τον έλεγχο της συνειδήσεως (…………….)» [73] .

Ας αρκεστούμε όμως σε αυτές τις δύο ενδεικτικές προφητείες. Το αν εκπληρώνονται αυτές σήμερα, εκτιμούμε πως μπορεί εύκολα ο κάθε πιστός της εποχής μας να κάνει την σχετική αναγωγή και να βρεί τη σωστή απάντηση. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο Κύριος, μας έδωσε τα κριτήρια εκείνα που θα μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε τα σημεία των καιρών, πάντα με την προϋπόθεση ότι θα βρισκόμαστε σε κατάσταση διαρκούς νίψεως και αυξημένης ετοιμότητας ΄ «᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος·  οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις.»  [74] .

Δ΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Περί απομακρύνσεως από την ομοφυλοφιλία

Η παρούσα ομιλία αναλώθηκε στο να καταδείξει, κατά το δυνατόν όσο πιο διεξοδικά και μέσα από πολλές οπτικές γωνίες, τις σοβαρές σωτηριολογικές επιπτώσεις που επιφέρει στον άνθρωπο το κορυφαίο σαρκικό αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας.  Εκτιμούμε πως η αναίδεια με την οποία εξαπλώνεται στις μέρες μας η παρά φύσιν –οργανικά- πορνεία, έχει ως θεμέλιο και βάση την παραχαλάρωση του χριστιανικού κηρύγματος, πάνω στα κατά φύσιν –οργανικά- πορνικά αμαρτήματα. Είναι πασίδηλο πως τις τελευταίες δεκαετίες έπαψε να ακούγεται από άμβωνος η πατερική γνωμοδότηση πως γενικότερα η πορνεία είναι θανάσιμο αμάρτημα, με εξίσου ολέθριες σωτηριολογικές επιπτώσεις. Αυτή η σιγή ασυρμάτου, ή ακόμη και η αμνήστευση των σαρκικών αμαρτημάτων εκ μέρους ορισμένων εκκλησιαστικών ταγών και ποιμένων,  σε συνδυασμό με τον ανελέητο βομβαρδισμό που δέχεται όλα αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος από τα γνωστά κέντρα που προωθούν τον «Πανσεξουαλισμό», λειτούργησε σαν μία χιονοστιβάδα στην κοινωνία, που πλέον είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί. Και όντως η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι στην εποχή μας, η κατάσταση πάνω σε αυτό το θέμα μοιάζει να είναι ανεξέλεγκτη. Τα πάθη έχουν γιγαντωθεί και η ανθρωπότητα είναι μεθυσμένη από τον οίνο της πορνείας, όπως αναφέρει η Αποκάλυψη του Ιωάννη: «ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ᾿ αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.» [75]  .

Κάνοντας στο σημείο αυτό μία σχετική χρήσιμη παρένθεση, θα παρατηρήσουμε ότι ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος επισημαίνει μέσα από την θεόπνευστη διδασκαλία του, το πόσο τραγικό είναι να αφήνεις τα πάθη να γιγαντώνονται. Τονίζει δέ με παραβολικό τρόπο πως τα πάθη ομοιάζουν με σκυλάκια, που συνηθίζουν να τριγυρίζουν στα σφαγεία και φεύγουν μόνο αν τα φωνάξεις εναντίον τους, διαφορετικά αν τα αφήσεις ορμούν στα κρέατα σαν υπερμεγέθη λιοντάρια. Για τον λόγο αυτό συνιστά: «Εξουδένωσον την μικράν επιθυμίαν, ίνα μη ενθυμηθής την σφοδρότητα της πυρώσεως αυτής. Διότι η υπέρ των μικρών πραγμάτων υπομονή των μεγάλων πραγμάτων τον κίνδυνο αποσοβεί. Αδύνατον γάρ κατακρατήσαι των μεγάλων πραγμάτων, εάν μη νικήσης τα ευτελέστερα» [76] .

Παρόλη όμως τη δύσκολη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην εποχή μας και παρόλο το βομβαρδισμό που δεχόμαστε υπέρ της ομοφυλοφιλίας, η εντολή που έχουμε εμείς οι Χριστιανοί είναι να μην αδιαφορούμε και να αγωνιζόμαστε. Γιατί, αν αυτοί που αναμειγνύονται σε απαγορευμένα έργα, διαπράττουν μολυσμό της σαρκός, όσοι τους παρακολουθούν και αδιαφορούν για την κατάντια τους, αυτοί διαπράττουν μολυσμό του πνεύματος, θα μας πει ο Μέγας Βασίλειος [77] . Πώς λοιπόν πρακτικά μπορεί κανείς να βοηθήσει; Καταρχάς, αποκτώντας την προαίρεση του Λώτ, απαντά ο ιερός Χρυσόστομος. Βλέποντας τους αδελφούς μας να βρίσκονται στο βάραθρο της ασέβειας και σχεδόν κάτω από το φάρυγγα του διαβόλου, να εκφέρουμε μερικές φορές και εφόσον οι περιστάσεις το επιτρέπουν, κάποιο λόγο εποικοδομητικό, μία συμβουλή ή μια παραίνεση [78].

Προέχει επομένως, ως επιτακτική ανάγκη, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Να μεταφέρουμε ανόθευτη τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων και να τονίζουμε διαρκώς, όπως προαναφέραμε, τις αρνητικές σωτηριολογικές συνέπειες που έχει η θανάσιμη αμαρτία που λέγεται ομοφυλοφιλία, προτρέποντας σε μετάνοια και εξομολόγηση σε όσους καλοπροαίρετα ρωτούν, διότι πολλοί που νοσούν από τη μεγάλη αυτή ασθένεια, δεν έχουν την αίσθηση πως νοσούν, ακριβώς επειδή αγνοούν τα περί ψυχικής υγείας εξ επόψεως Ορθοδόξου [79] . Ας μιμηθούμε λοιπόν τον Απόστολο Παύλο κι ας επαναλαμβάνουμε διαρκώς τα λόγια του: «μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται  οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.» [80] . Διότι στο θέμα αυτό δεν χωρούν εκπτώσεις και άπαντες θα πρέπει να έχουν στο νού τους αυτόν τον δυσμενή παύλειο στίχο. Όπως φυσικά θα πρέπει να έχουν στο νου τους και τον επόμενο ευμενή παύλειο στίχο, εφόσον υπάρξει πραγματική μετάνοια: «καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.» [81] .


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

[1] PG 37, 1377
[2] Αγίου Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλία Ε΄, PG 34, 493
[3]  Αγίου Ισαάκ Σύρου, ΠΓ΄. Περί ψυχής και παθών και καθαρότητας του νου κατά ερωταπόκριση, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Γ, σελ. 200.
[4]  Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Διάλογος κατά Μανιχαίων, PG94, 1505-1584.
[5]  «Πάντα μέν ούν άτιμα τα πάθη, μάλιστα δε η κατά των αρρένων μανία ΄», Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία Ε΄.=Δ΄. , PG60, 415.
[6]  Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 38, PG36, 321.
[7] Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, κς΄. Περί ανθρώπου, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, PG94, 917.
[8]  Μεγάλου Βασιλείου, Η΄. Εις το «Πρόσεχε σεαυτώ», PG31, 197.
[9]  Αυτή την παρατήρηση ας την προσέξουν ιδιαιτέρως οι εραστές της μεταπατερικής θεολογίας, οι οποίοι δηλητηριασμένοι καθώς είναι από τα «θεολογικά» λήμματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, φτάνουν στη βλασφημία να εισάγουν «φύλο» στο Θεό, και να ομιλούν με αφροσύνη περί «θηλυκής πλευράς» του Θεού, στα πλαίσια της λεγόμενης φεμινιστικής θεολογίας.
[10]  Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ις΄. Εξέταση του θείου ρητού που λέγει «ας κάνομε άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση δική μας», PG44, 177.
[11]  Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, ε΄. Περί αντιλογίας προς Θεόν, και ότι ου δει αντιλέγειν ή δικαιολογείσθαι προς Θεόν, PG95, 1093.
[12]  Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, η΄. Περί της ανθρώπου πλάσεως και κατασκευής, PG95, 1097.
[13]  Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη, Η σωτηριολογία του Λούθηρου-Συμβολή στη μελέτη της Θεολογίας του Λούθηρου από ορθόδοξη άποψη, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 40.
[14]   ό. π. , σελ. 58.
[15]   Επιπλέον ο Λούθηρος έφτασε στον παραλογισμό να «δογματίσει» πως αρκεί μόνον η πίστη (sola fide) για να σωθεί ο άνθρωπος, αλλά ακόμα κι αυτή (η πίστη) αποτελεί δώρο της θείας βούλησης και δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί εκ της βουλήσεως του ανθρώπου.
[16]   Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Β΄. «Ενώ και εκληρώθημεν προορισθέντες κατά πρόθεσιν του τα πάντα ενεργούντος κατά την βουλήν του θελήματος αυτού κτλ.», PG62, 17.
[17]   Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, κζ΄. Περί ηδονών, PG94, 929.
[18]   Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, ΚΛΙΜΑΞ, Λόγος ΙΕ΄, Περί Αγνείας, Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1999, σελ. 216.
[19]   Στην πραγματικότητα, ο ιερός Χρυσόστομος, στο σημείο αυτό, ερμηνεύει το χωρίο του Αποστόλου Παύλου «φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.», Α΄ Κορ. στ΄ 18.
[20]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις το, «Πάν αμάρτημα, ο εάν ποιήση άνθρωπος, εκτός του σώματος εστίν», PG64, 465.
[21]  Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε πως ακόμα και η συνήθης πορνική σχέση μεταξύ ανδρός και γυναικός αποτελεί μία παρά φύση κατάσταση, με την έννοια πως κάθε τι που κινείται έξω από το κατά φύση της δημιουργίας είναι μία παρά φύση κατάσταση και άρα αμαρτία. «Μόνο η αμαρτία είναι παρά φύση, που είναι εκούσιο και αυθαίρετο, κάκιστο πάθος και φθορά της ψυχής», θα μας πει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (PG95, 109). Επομένως, ο εσκεμμένος διαχωρισμός που κάνουν οι Πατέρες ανάμεσα σε κατά φύσιν και παρά φύσιν πορνεία, γίνεται καθαρά με όρους ανθρώπινης φυσιολογίας και βιολογίας, με σκοπό να παρουσιαστεί, όχι η δικαίωση της «φυσιολογικής» πορνείας, αλλά το μέγεθος της ανατροπής αυτής της ίδιας της δημιουργίας από την παρά φύσιν πορνεία.
[22]  Γεν. 1, 26
[23]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ε΄.=Δ΄. «Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας κτλ.», PG60, 415.
[24]  Γεν. 1, 27
[25]  Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί παρθενίας, PG94, 1205.  
[26]  Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου, α. Μερική φυσιολογία για την κτίση του κόσμου και την πλάση του Αδάμ, ΕΠΕ, τόμος 19Β, σελ. 104-112.
[27]  Γεν. 2, 18
[28]  Γεν. 2, 20
[29]  Για το λόγο αυτό ο Αδάμ δεν τρόμαξε, ούτε ένιωσε έκπληξη όταν είδε ενώπιόν του την Εύα για πρώτη φορά, αντιθέτως την αναγνώρισε αμέσως και αναφώνησε «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου», Γεν. 2, 23.
[30]  Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Δ΄. Γιατί δημιούργησε τη γυναίκα από την πλευρά του Αδάμ, PG75, 1421.  
[31]  Αγίου Ισίδωρου Πηλουσιώτη, 243. Στον Ευδαίμονα. Στο χωρίο ΄ «Αυτή θα ονομασθεί γυναίκα επειδή έγινε από τον άνδρα της», PG78, 921.
[32]  Γεν. 2, 23     «αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη».
[33]  Γεν. 2, 22
[34]  Γεν. 2, 24
[35]  Όλα αυτά επαναλαμβάνουμε καθίστανται νόμιμα πνευματικώς μόνο μέσα στο μυστήριο του Γάμου, το οποίο τελείται «εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.» (Εφεσ. ε΄ 32). Εκεί που το ανδρόγυνο καλείται να αθληθεί και να ασκηθεί στην παλαίστρα του οικογενειακού βίου και να εκπληρώσει, μέσα από τις χαρές, τις θλίψεις και τους πειρασμούς του παρόντος βίου, την σωτηριολογική του πορεία. Σε μία τέτοια επιτυχημένη -ως προς το σωτηριολογικό σκέλος- πορεία, η δυαδική σχέση του ζευγαριού, αναβαθμίζεται κατά χάριν και αγιοπνευματικώς σε τριαδική σχέση, συμπορευόμενοι στη σχέση τους με τον Χριστό και προγευόμενοι της μελλούσης βασιλείας των Ουρανών «εδώ και τώρα» με τη μορφή αρραβώνα.
[36]  Γεν. 1, 31
[37]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ε΄.=Δ΄. «Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας κτλ.», PG60, 415.
[38]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, μβ΄. Εξαναστάντες δέ οι άνδρες επέβλεψαν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας, PG54, 385.
[39]  Παροιμ. 11, 20
[40]  Διαταγές των Αποστόλων, Περί παιδεραστίας, πορνείας και μοιχείας και αποφυγής αυτών, PG1, 984.
[41]  Α΄ Ιω. γ΄ 8
[42]  Αγίου Μακαρίου Αιγυπτίου, Β΄. Περί της βασιλείας του σκότους, δηλαδή της αμαρτίας, και ότι μόνος ο Θεός μπορεί ν’ αφαιρεί από μάς την αμαρτία και να μας ελευθερώσει από τη δουλεία του άρχοντα του πονηρού ΄, PG34, 464.
[43]  Οσίου Νείλου, β΄. Περί πορνείας, PG79, 1444.
[44]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΚΗ΄. Εμβάντι δέ αυτώ εις το πλοίον, ηκολούθησαν οι μαθηταί αυτού κτλ., PG57, 349.
[45]  Βλ. σχετικώς Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ», Αθήνα 1987.
[46]  π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, Νεοσατανισμός-Ορθόδοξη θεώρηση και αντιμετώπιση, Εκδόσεις Διάλογος, Αθήνα 1996, σελ. 118.
[47]  Βλ. ό. π. , σελ. 119-120, 203 και 205.
[48]  Βλ. ό. π. , σελ. 63.
[49]  Βλ. ό. π. , σελ. 119.
[50]  Βλ. ό. π. , σελ. 204.
[51]  Βλ. ό. π. , σελ. 124-125.
[52]  Αυτή ακριβώς η στενή σχέση ανάμεσα στο νεοσατανισμό και την ομοφυλοφιλία, εκδηλώνεται στην εποχή μας απροκάλυπτα πλέον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελετή του 2014 των μουσικών βραβείων Grammys, η οποία εξελίχθηκε σε μια γιορτή αποθέωσης του αποκρυφισμού και της ομοφυλοφιλικής ατζέντας, με ένα καταιγισμό συγκεκριμένων μηνυμάτων και συμβολισμών. Παρόλο το φυσιολογικό μούδιασμα εκ μέρους των θεατών, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό δεν καταγράφηκε σχετικός προβληματισμός ή αντίδραση. Συνήθως η στάση που κρατά ο αποχριστιανισμένος δυτικός κόσμος, μετά το αρχικό σοκ που υφίσταται, είναι η απλή παρακολούθηση των γεγονότων, κάτι που οδηγεί στην συνήθεια και από εκεί τελικά, στην αδιαφορία. Για περισσότερα, βλ. σχετικά στην ιστοσελίδα: http://redskywarning.blogspot.gr/2014/01/grammys.html
[53]  π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Νεοσατανισμός-Ορθόδοξη θεώρηση και αντιμετώπιση, Εκδόσεις Διάλογος, Αθήνα 1996,  σελ. 149.
[54]  Βλ. ό. π. , σελ. 138-139.
[55]  Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Πρό Φώτων, Κυριακοδρόμιον, Άγιον Όρος, σελ. 644.
[56]  Β΄ Θεσ. β΄ 7
[57]  Β΄ Θεσ. β΄ 8
[58]  Β΄ Θεσ. β΄ 3
[59]  Ιω. ε΄ 43
[60]  Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Θαύματα και σημεία, Έκδοση Ι.Μ. Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2000, σελ. 47-48.
[61]  Λουκ. ιζ΄ 26-30
[62]  Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως το αμαρτωλό στοιχείο της υπερηφάνειας είναι αυτό που κυριαρχεί σήμερα ως βασικό σύνθημα στις διάφορες αισχρές ποικιλόμορφες εκδηλώσεις που διεξάγονται, στα πλαίσια της προπαγάνδας που συντελείται υπέρ της ομοφυλοφιλίας. Αυτό φανερώνει και τα ελατήρια όσων κινούνται αναιδώς προς αυτή την κατεύθυνση, τα οποία κάθε άλλο παρά ταπεινά είναι.
[63]  Λέει σε μια ομιλία του ο μακαριστός ιερομόναχος π. Αθανάσιος Μυτιληναίος : «Τά ἁμαρτήματα τῶν Πενταπόλεων, μέ πρωτεύουσα τά Σόδομα, ἦταν: 1) ἡ εὐημερία ἡ ἀπεριόριστη, ἡ εὐθυμία, ὁ πλοῦτος, 2) ἡ ἀσπλαχνία πρός τούς ἔχοντας ἀνάγκη, δηλαδή ἡ ἀπουσία ἐλεημοσύνης, 3) ἡ ἔσχατη ἠθική ἐξαχρείωση, μέσα στήν ὁποία κορυφαία ἦταν ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἀπό μικροῦ ἕως μεγάλου». (Ἠσαΐας, ὁμιλία 4η) π. Αθ. Μυτιληναίος.
[64]  Ιεζ. 16, 49   μτφ. «Αλλά η παρανομία των Σοδόμων, της αδελφής σου αυτής πόλεως, ήτο η υπερηφάνεια. Μέσα εις την αφθονίαν των άρτων και του οίνου και των υλικών αγαθών εζούσεν αυτή και αι κωμοπόλεις της μίαν άσωτον και σπάταλον ζωήν.
[65]  Γεν. 18, 20  : «εἶπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα».
[66]  Γεν. 19, 24-25  : «καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμοῤῥα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ ΄ καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς».
[67]  Ιουδ. 7
[68]  Ιεζ. 16, 50     μτφ. «Ησαν καυχηματίαι και ημάρταναν αναιδώς ενώπιόν μου. Επειδή δε εγώ έβλεπα την παράνομον αυτήν ζωήν των, τους κατέστρεψα.».
[69]  Γεν. 4, 24
[70]  Μεγάλου Βασιλείου, μζ΄. Ει δει τοις αμαρτάνουσιν εφησυχάζειν, PG31, 1113.
[71]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, μβ΄. Εξαναστάντες δέ οι άνδρες επέβλεψαν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας, PG54, 385.
[72]  «Σᾶς τό ἔχω ξαναπεῖ, ἀλλά δέν πειράζει νά τά ἐπαναλάβουμε, ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε πεῖ τό ἑξῆς: «Ὅταν θά -προσέξτε αὐτό, ἐγώ τό πιστεύω- ὅταν θά πολλύνει ἡ ὁμοφυλοφιλία στούς χριστιανικούς λαούς, -ἀδιανόητο τόν καιρό πού τό εἶπε ὅτι Χριστιανοί θά κατέληγαν νά εἶναι ὁμοφυλόφιλοι- τότε, [λέει], πλησιάζει τό τέλος τῆς Ἱστορίας». Στηρίχτηκε στά Σόδομα καί τά Γόμορρα».
 (Σειράχ, ὁμιλία 253η) π. Αθανάσιος Μυτιληναίος.
[73]  Ολόκληρη η προφητεία βρίσκεται στο βιβλίο «Ευαγγελικός Κήπος», της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου, καθώς και στο διαδίκτυο (ενδεικτικά) στην ιστοσελίδα: http://www.impantokratoros.gr/B7CF7301.el.aspx
[74]  Ματθ. κβ΄ 32-33
[75]  Αποκ. ιη΄ 3
[76]  Αγίου Ισαάκ Σύρου, ΝΕ΄. Περί παθών, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Β, σελ. 318.
[77]  Μεγάλου Βασιλείου, νγ΄. Τις εστί ο μολυσμός της σαρκός κτλ., PG31, 1117.
[78]  Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, μγ΄. «Ήλθον δε», φησίν, «οι δύο Άγγελοι εις Σόδομα εσπέρας», PG54, 395.
[79]  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «μακάριος είναι όποιος εγκατέλειψε τη ζάλη της μέθης του και είδε σε άλλους ποια είναι η αχόρταγη κραιπάλη του. Διότι τότε θα γνωρίσει την αισχύνη του. Όσον καιρό όμως φέρει κανείς την κραιπάλη της μέθης των αμαρτιών του μαζί του, όλα όσα πράττει του φαίνονται ευπρεπή». Βλ. Αγίου Ισαάκ Σύρου, ΝΕ΄. Περί παθών, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Β, σελ. 318.
[80]  Α΄ Κορ. α΄ 9-10
[81]  Α΄ Κορ. α΄ 11  μτφ.: «Και αυτά ήσασταν μερικοί. αλλά απολουστήκατε, αλλά αγιαστήκατε, αλλά δικαιωθήκατε με το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με το Πνεύμα του Θεού μας.». 
 
 
 

Tόν προηγούµενο µήνα εἴχαµε παραθέσει τή ρήση τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου περί τοῦ ὅτι στίς Ἐπιστολές τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Παύλου ὑπάρχουν «…δυσνόητα τινά, ἅ οἱ ἀµαθεῖς καί ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν…» (Ἀποστόλου Πέτρου Β’ 3, 16). Ἀκόµη, εἴχαµε διατυπώσει τήν ὑπόθεση ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, µέ τό νά προέβη σχετικά νωρίς στήν ἑρµηνεία τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός Ρωµαίους «ἀποσόβησε ἔγκαιρα τήν ἐνδεχόµενη στρέβλωση τοῦ περιεχοµένου της στή Χριστιανική Ἀνατολή, στρέβλωση πού δέν ἀποφεύχθηκε στή Χριστιανική Δύση µέ συνέπεια τήν ἐµφάνιση ἐκεῖ πολλῶν αἱρέσεων καί ἄθεων φιλοσοφιῶν».

Προκειµένου νά καταστήσουµε περισσότερο σαφῆ τά ὅσα προαναφέραµε, θά παραθέσουµε κάποιες περικοπές ἀπό τήν Πρός Ρωµαίους Ἐπιστολή µαζί µέ τήν ἑρµηνεία τους ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη, σέ αὐτά δέν θά ἀντιπαραθέσουµε τό πῶς παρερµηνεύθηκαν ἀπό τούς δυτικούς Χριστιανούς. Ὅλες οἱ ἀναφορές θά γίνουν ἀκροθιγῶς καί µέ µεγάλη συντοµία, ἁπλῶς καί µόνο γιά νά ἐπισηµανθοῦν τά ζητήµατα καί νά ὑποδειχθεῖ ἡ σοβαρότητά τους, ἄν καί πρόκειται γιά ζητήµατα δογµατικά, πού κανονικά ἀπαιτοῦν ἰδιαιτέρως λεπτή, ἐκτενῆ καί ἀκριβῆ ἀνάπτυξη. Διότι, ἄν καί οἱ ἀπαντήσεις πού ἔχουν δοθεῖ σέ αὐτά, ἔχουν σέ µεγάλο βαθµό καθορίσει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἱστορία τόσο τῶν Ὀρθοδόξων, ὅσο καί τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν καί Προτεσταντῶν, συχνά διαπιστώνουµε ὅτι δέν εἶναι ἀρκετά ἤ ἴσως καί καθόλου γνωστά, ἔστω στίς γενικές τους γραµµές, στούς Ὀρθοδόξους χριστιανούς, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, ὅλη σχεδόν ἡ ἱστορία τῆς Δυτικῆς χριστιανοσύνης ἐπικεντρώθηκε γύρω ἀπό τή συζήτηση αὐτῶν.

Τό πρῶτο ζήτηµα εἶναι αὐτό τοῦ «ἀπολύτου προορισµοῦ», µιά αἱρετική δοξασία πού τήν διατύπωσε στήν πιό ἀκραία της µορφή ὁ Ἰ. Καλβίνος, ὁ ἱδρυτής τοῦ Καλβινισµοῦ, ἑνός ἀπό τούς κύριους κλάδους τοῦ Προτεσταντισµοῦ. Σύµφωνα µέ τήν «διαβολικήν ταύτην διδασκαλίαν», ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ Βικέντιος Δαµοδός στήν «Δογµατικήν» του, «ὁ αἱρεσιάρχης Καλβίνος … δύο πράγµατα διδάσκει γιά τόν προορισµόν: α) πώς ὁ Θεός ἀπ’ αἰῶνος ἀποφάσισε τίνας ἀνθρώπους διά τήν αἰώνιον δόξαν καί τίνας διά τήν αἰώνιον κόλασιν χωρίς τῆς προγνώσεως τῶν ἔργων (ἔνν. χωρίς νά λάβει ὑπ’ ὄψη Τοῦ τά ἔργα καί τή συµπεριφορά τῶν ἀνθρώπων)…β) διδάσκει ὅτι ἡ ἀπόφασις τούτη τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσον ἀµετάτρεπτος, «ὅπου δέν ἀφήνει ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου νά σωθῆ ἤ νά µή σωθῆ..». Σύµφωνα πάλι µέ τόν Βικέντιο Δαµοδό, τήν παρεµφερῆ δοξασία ὅτι ὁ Θεός ἀποδοκιµάζει «τινάς ἀνθρώπους χωρίς τῆς προγνώσεως τῶν ἔργων» µέ τό νά µήν τούς ἐκλέξει γιά τή σωτηρία, τήν ὑποστηρίζουν καί οἱ Θωµισταί, οἱ µαθητές τοῦ Θωµᾶ τοῦ Ἀκυινάτη, τοῦ µεγάλου δογµατικοῦ διδασκάλου καί “ἁγίου” τῶν Ρωµαιοκαθολικῶν. Τό παράδειγµα πού δίνει ὁ Δαµοδός γιά νά διευκρινίσει τήν παρεµφερῆ αὐτή δοξασία τῶν Θωµιστῶν εἶναι τό ἑξῆς: «Λόγου χάριν, ὡσάν ἄν ἕνας κεραµεύς ἔκαµεν δύο σκεύη, καί ἐφύλαττε τό ἕνα διά νά µήν τό κλέψουν καί τό ἄλλο τό ἄφηνε, χωρίς νά τό φυλάξη καί τό ἔκλεπταν».

Τό παράδειγµα µέ τόν κεραµέα καί τά σκεύη του µᾶς παραπέµπει κατευθείαν στήν Πρός Ρωµαίους Ἐπιστολή. Ἐκεῖ, µεταξύ ἄλλων, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει τά ἑξῆς «δυσνόητα», τά ὁποῖα ἔχουν διαστρεβλωθεῖ πλήρως ἀπό πολλούς, ὅπως µαρτυρεῖ ἡ µετέπειτα ἱστορία: «Εἰ δέ θέλων ὁ Θεός ἐνδείξασθαι τήν ὀργήν καί γνωρίσαι τό δυνατόν αὐτοῦ, ἤνεγκεν ἐν πολλῇ µακροθυµίᾳ σκεύη ὀργῆς κατηρτισµένα εἰς ἀπώλειαν καί ἵνα γνωρίση τόν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ ἐπί σκεύη ἐλέους ἅ προητοίµασεν εἰς δόξαν…». Ὁ ἀπόστολος χρησιµοποιεῖ πράγµατι τή φράση «σκεύη ὀργῆς κατηρτισµένα εἰς ἀπώλειαν», ἡ ὁποία, ἄν τήν ἀπέκοπτε κανείς τόσο ἀπό τά συµφραζόµενά της, ὅσο καί ἀπό τή λοιπή Ἁγία Γραφή, θά ἔδινε τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θεός ἔχει –τάχα– καταρτίσει κάποιους ἀπό τούς ἀνθρώπους «εἰς ἀπώλειαν», τούς ἔχει δηλαδή πλάσει µέ τέτοιο τρόπο καί ἔχει καθορίσει τή βούλησή τους ἔτσι, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει αὐθαίρετα καί ἀναγκαστικά στήν ἀπώλεια, ὅπως ὑποστήριξε ὁ Καλβίνος. Ὅµως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης µέ ἕναν σύντοµο λόγο του δίνει τήν καίρια διευκρίνιση: «Δέν τόν ἀπεκάλεσε (τόν Φαραώ, περί οὐ ὁ λόγος) µόνο σκεῦος ὀργῆς, ἀλλά καί κατηρτισµένον εἰς ἀπώλειαν, δηλαδή προετοιµασµένο µέ δική του  πρωτοβουλία καί αὐτογνωµόνως («οἴκοθεν µέντοι καί παρ’ ἑαυτοῦ=τοῦ Φαραώ»). Διότι οὔτε ὁ Θεός παρέλειψε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού θά τόν παρακινοῦσαν σέ διόρθωση, οὔτε ὁ Φαραώ παρέλειψε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού θά τόν κατέστρεφαν καί θά τόν ἀποστεροῦσαν ἀπό κάθε συγνώµη». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης διευκρινίζει, δηλαδή, ὅτι ὁ ἄνθρωπος «καταρτίζεται» ἀπό τόν ἑαυτό τοῦ αὐτεξουσίως, δέν τόν καθορίζει, οὔτε τόν κατευθύνει µέ τρόπο ἐξαναγκαστικό ὁ Θεός.  Ἄλλωστε, ἐάν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐννοοῦσε αὐτό πού ὑποστήριξε ἀργότερα ὁ Καλβίνος, θά ἐρχόταν σέ ἀντίφαση µέ τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ στήν Πρώτη πρός Τιµόθεον ἐπιστολή του διδάσκει ὅτι «ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α’ Πρός Τιµόθεον, 2, 4).

Στήν Ἀνατολή τό ζήτηµα τοῦ «ἀπολύτου προορισµοῦ» εἶναι σχεδόν ἄγνωστο. Τό γνωρίζουν κυρίως οἱ θεολόγοι, ἐνῶ οἱ λοιποί Ὀρθόδοξοι συνήθως ξενίζονται καί µόνο στό ἄκουσµα τῆς δοξασίας αὐτῆς. Μιά ἁπλή ἀναδροµή, ὅµως, στήν ἱστορία τῆς Δύσης ἀρκεῖ γιά νά πείσει τόν ὁποιονδήποτε ὅτι ἡ δοξασία αὐτή ἔχει ταλανίσει καί διαµορφώσει ἀνά τούς αἰῶνες τούς δυτικούς Χριστιανούς καί τή νοοτροπία τους. Ἐνδεικτικά καί µόνο ἀναφέρουµε τόν περιβόητο ἰσχυρισµό τοῦ µεγάλου Γερµανοῦ κοινωνιολόγου Μάξ Βέµπερ, σύµφωνα µέ τόν ὁποῖο τό βαθύτερο κίνητρο πού ὁδήγησε στήν ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισµοῦ ἦταν ἡ προτεσταντική νοοτροπία µέ τήν πίστη της στόν «ἀπόλυτο προορισµό»!

Ἡ δεύτερη περικοπή ἀπό τήν Πρός Ρωµαίους πού ἔχει ἀπασχολήσει τούς Δυτικούς καί ἔχει παρερµηνευθεῖ ἀπό αὐτούς εἶναι ἡ ἑξῆς: «Δία τοῦτο, ὥσπερ δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁµαρτία εἰς τόν κόσµον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁµαρτίας ὁ θάνατος, καί οὕτως εἰς πάντας τούς ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ’ ᾧ πάντες ἥµαρτον» (Πρός Ρωµαίους, 5,12). Σύµφωνα µέ τήν «Δογµατική» τοῦ Χρήστου Ἀνδρούτσου πολλοί Δυτικοί θεολόγοι ἐξηγοῦν τήν περικοπή αὐτή ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός καταλόγισε στό ἀνθρώπινο γένος τήν προσωπική ἁµαρτία τοῦ Ἀδάµ εἴτε «ἐξωτερικῶς», παρά τό ὅτι δηλαδή οἱ ἀπόγονοί του δέν συνέπραξαν σέ αὐτήν, εἴτε διότι τό ἀνθρώπινο γένος ὁλόκληρο ἐνυπῆρχε στόν Ἀδάµ καί ὡς ἐκ τούτου ἁµάρτησε µαζί µέ αὐτόν. Μέ βάση αὐτές καί ἄλλες παρόµοιες ἀντιλήψεις γεννήθηκε ἡ λεγόµενη «δικανική θεολογία», ἐκείνη δηλαδή πού δίνει ἔµφαση σέ ἔννοιες ὅπως ἡ ἐνοχή, ἡ δίκη καί ἡ τιµωρία καί προβάλλει τήν εἰκόνα ἑνός ἐµπαθοῦς, ἐκδικητικοῦ καί τιµωροῦ Θεοῦ. Σχετικά µέ τό θέµα αὐτό, τή διδασκαλία, δηλαδή, γιά τό προπατορικό ἁµάρτηµα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀναφέρει πολλά στούς λόγους του. Ἐµεῖς ἁπλῶς καί µόνο γιά νά ἐπιστήσουµε τήν προσοχή τῶν ἀναγνωστῶν στήν ἑρµηνεία τῆς περικοπῆς ἀπό τόν ἅγιο, θά ἐπισηµάνουµε τήν ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτη φράση του: «Τό ὅτι θανόντος τοῦ Ἀδάµ γίναµε ὅλοι θνητοί, τό ἔδειξε σαφῶς καί διά πολλῶν (=ὁ ἄπ.Παῦλος). Ὅµως αὐτό πού ἐρευνοῦµε, τόν λόγο δηλαδή γιά τόν ὁποῖο αὐτό συνέβη, δέν τόν παραθέτει». Συναφῶς, ὁ ἅγιος ἐρωτᾶ: «Τό νά γίνει κάποιος ἁµαρτωλός ἀπό τήν παρακοή ἄλλου, ποιά λογική ἔχει;». Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρέλειψε νά ἀναφέρει συγκεκριµένα τόν λόγο αὐτόν («ἀφίησιν ἄλυτον»), διότι ὁ σκοπός τοῦ ἦταν ἄλλος: νά ἀποδείξει στούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι δέχονταν ὅτι ἐξαιτίας τοῦ Ἀδάµ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν θνητοί καί ἔτσι ἐκκινοῦσαν ἀπό κοινή ἀφετηρία διαλόγου µέ αὐτόν, ὅτι εἶναι τουλάχιστον ἐξίσου δυνατόν καί εὔλογο ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἑνός Ἀνθρώπου (τοῦ Χριστοῦ) νά ὑπερεπαρκέσει γιά τή σωτηρία καί τή δικαίωση ὅλων των ἀνθρώπων.

Σχετικά µέ τό θέµα αὐτό εἶναι, ἀκόµη, ἀξιοπρόσεκτό το ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης διακρίνει ἀνάµεσά σε «σωτηρία» καί «δικαίωση», λέγοντας ὅτι ἡ περίσσεια χάριτος πού  δώρισε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο δέν συνίσταται ἁπλῶς καί µόνο στήν ἀπαλλαγή του ἀπό τήν τιµωρία (=σωτηρία), ἀλλά ἐπιπροσθέτως καί πολύ περισσότερο στήν ἄνωθεν ἀναγέννηση, στήν ἀπολύτρωση, τή δικαίωση καί τήν υἱοθεσία, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε συγκληρονόµος καί σύσσωµός του Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Προηγουµένως, εἴχαµε ἀναφέρει ὅτι ἡ Πρός Ρωµαίους ἐπιστολή ἔχει παρερµηνευθεῖ καί στρεβλωθεῖ ἐπανειληµµένως στή Δύση. Ὅµως, φαίνεται πώς οὔτε στήν Ἀνατολή ἔχει γίνει σαφές σέ ἐπαρκῆ βαθµό τό περιεχόµενό της. Χαρακτηριστικό αὐτοῦ εἶναι το ὅτι στήν µετάφραση στή δηµοτική γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης πού ἐκπόνησαν οἱ καθηγητές Γεώργιος Γαλίτης, Ἰωάννης Καραβιδόπουλος, Ἰωάννης Γαλάνης καί Πέτρος Βασιλειάδης καί ἐξέδωσε ἡ Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία ἡ διάκριση ἀνάµεσα στή «σωτηρία» καί τή «δικαίωση» δέν ἀναγνωρίζεται καθόλου. Ἔτσι, γιά παράδειγµα ἡ φράση τοῦ ἀποστόλου «εἰς δικαίωσιν ζωῆς» (Πρός Ρωµαίους, 5,18) ἀποδίδεται ὡς «αἰτία σωτηρίας καί ζωῆς», ἐνῶ ἡ φράση «ἡ χάρις βασιλεύση διά δικαιοσύνης» (Πρός Ρωµαίους, 5, 21) ἀποδίδεται ὡς «θά κυριαρχήσει καί ἡ χάρη µέ τή σωτηρία». Μέ τόν τρόπο, ὅµως, αὐτό τῆς µετάφρασης ἀλλοιώνεται σέ µεγάλο βαθµό τό νόηµα τῆς ἐπιστολῆς, ἀφοῦ ἡ «δικαίωση» ἐξισώνεται καί ἐξοµοιώνεται κατά περιεχόµενο µέ τή «σωτηρία», ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: τό ὅτι δηλαδή «ἡ δωρεά ἐν χάριτι τῇ τοῦ ἑνός ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τούς πολλούς ἐπερίσσευσε…οὗ δέ ἐπλεόνασεν ἡ ἁµαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις..» (Πρός Ρωµαίους, 5,15-20).

Ἡ τρίτη δέ περικοπή ἀπό τήν Ἐπιστολή πού θά παραθέσουµε ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ψυχή ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. Οὐ γάρ ἔστιν ἐξουσία εἰ µή ὑπό Θεοῦ» (Πρός Ρωµαίους 13, 1). Ὅσοι ἔχει τύχει, ἰδίως παλαιότερα, νά διαβάσουν κείµενα προπαγανδιστικά του σοσιαλισµοῦ καί τοῦ κοµµουνισµοῦ εἶναι πολύ πιθανόν νά ἔχουν συναντήσει τήν ἄνω περικοπή, ὡς «τεκµήριο» καί ὡς «ἀπόδειξη» περί τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία –τάχα- κηρύσσει τήν ἐθελοδουλεία καί τάσσεται πάντοτε ὑπέρ τῶν ἰσχυρῶν καί τῶν ἐκµεταλλευτῶν πού ἔχουν τήν κρατική ἐξουσία στά χέρια τους, περιβάλλοντάς τους µέ Θεία ἐπικύρωση. Καί ὡς πρός τό θέµα αὐτό, ὅµως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης δίνει εὐθέως καί συντόµως τήν ἀπάντηση: «Τί λέγεις; Ὥστε κάθε ἄρχων χειροτονεῖται ἀπό τόν Θεό; Δέν ὑποστηρίζω αὐτό, λέγει, οὔτε ἀναφέροµαι στούς συγκεκριµένους ἄρχοντες τώρα, ἀλλά στό ἴδιο τό πρᾶγµα (=τόν θεσµό). Τό νά ὑπάρχουν δηλαδή ἐξουσίες καί οἱ µέν νά ἄρχουν καί οἱ δέ νά ἄρχονται … ἰσχυρίζοµαι ὅτι εἶναι ἔργο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δηλαδή, ἀποκαθιστώντας καί ὡς πρός τό ζήτηµα αὐτό τήν ὀρθή ἑρµηνεία τοῦ ἀποστόλου, διακρίνει ἀνάµεσα στόν θεσµό καί στά πρόσωπα πού τόν στελεχώνουν. Ἑποµένως, οἱ κρατικοί θεσµοί καθ’ ἑαυτοί εἶναι ἐπικυρωµένοι ἀπό τόν Θεό, αὐτό, ὅµως, δέν συνεπάγεται τό ὅτι κάθε ἄρχων πού τυχαίνει νά ἔχει ἀνέλθει στήν ἐξουσία θά ἔχει αὐτοµάτως καί ἄνευ ἄλλου τινός τήν ἔγκριση καί τήν ἐπιδοκιµασία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. 

Ὅσα προπαραθέσαµε εἶναι, βέβαια, σύντοµα καί ἐλλιπῆ. Ὅµως, ἀποσκοποῦν στό νά δώσουν, ἔστω ἀκροθιγῶς, µιά κάποια ἰδέα γιά ζητήµατα θεολογικά καί ἑρµηνευτικά, τά ὁποῖα εἴτε δέν εἶναι γνωστά, εἴτε ἔχουν παραµεριστεῖ, διότι –δῆθεν- δέν µᾶς ἀφοροῦν. Θά εἶχε, δέ, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νά µελετηθεῖ ἐκτενέστερα καί βαθύτερα τό πῶς ὁ Δυτικός κυρίως κόσµος ὁδηγήθηκε σέ ἐσφαλµένες ἐπιλογές καί ἔφτασε στίς ἡµέρες µας νά πλησιάζει στήν τέλεια ἀπιστία, ξεκινῶντας ἀπό παρερµηνεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Σηµειωτέον, ἐξ ἄλλου, ὅτι µιά τέτοια µελέτη δέν θά ἀφοροῦσε µόνο τούς Δυτικούς, ἀλλά καί ἐµᾶς τούς Ἀνατολικούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι σέ ὄχι ἀµελητέο βαθµό ζοῦµε πλέον σέ Δυτικό κλίµα καί ἀντιµετωπίζουµε τούς «πειρασµούς» τῆς Δύσης.

 

Νοµοµαθής

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 207

Νοέμβριος 2019

 

https://www.agnikolaos.gr/articles/851-o-agios-xrysostomos-kai-oi-diastrevloseis-tis-pros-romaious-epistolis



Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας.

Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).

Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών; Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής.

Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν.

Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα; Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς, λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης.

Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.


Η ενότης των εκκλησιών

Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.

Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί... Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).

Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.

Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;

Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.


Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων

Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλου Ματθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.

Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.

Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομής αποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).

Εν ταις Πράξεσιν ουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.


Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων

Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλου ουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας.

Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).

Εν τη προς Εφεσίους ο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.

Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.


Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησίας

Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή του Βαρνάβα γίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.

Εν ταις επιστολαίς του Κλήμεντος Ρώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.

Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίου Ιγνατίου αναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".

Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;

Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.

Εν τη προς τον Πολύκαρπον επίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').

Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.

Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιερεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.

Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρός Ερμά "ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5).

Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').

Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.

Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ιστορική Περί των αιτίων του Σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών της Ανατολικής και της Δυτικής. Αθήνα 1911)

 

 

Μητροπολίτου πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης κ. Αθανασίου Γιέβτιτς

 

      Ο άγιος Νεκτάριος, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος, ήταν ο ηγούμενος ημών που ορθοτόμησε και κήρυξε τον λόγον της αληθείας. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να αναθεωρούμε την τελευτή του βίου του και να μιμούμεθα την ορθόδοξο πίστη του, διότι μόνο έτσι θα ορθοτομούμε και εμείς τον λόγον της θεολογίας και θα βαδίζουμε μαζί του και μαζί με όλους τους άλλους αγίους. [...]

Ο άγιος Νεκτάριος είχε ήδη αρχίσει να γράφει το έργο Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος από το 1895 όταν ο πάπας Πίος ο Θ΄ - και αργότερα ο Λέων ο ΙΓ΄ - θέλοντας να συγκαλέσει την πρώτη Βατικάνεια Σύνοδο απηύθυνε μήνυμα στους ανατολικούς πατριάρχες, προκειμένου να προσέλθουν στην ουνία και ενωθούν με την παπική Εκκλησία, που σημαίνει βασικά να υποταγούν σ' αυτόν, τον πάπαν Ρώμης. Οι Πατριάρχες της Ανατολής απήντησαν με τη γνωστή Επιστολή που θα ‘πρεπε και σήμερα να διαβάζεται. Ο άγιός μας, λοιπόν, άρχισε να δημοσιεύει τη μελέτη του στον Ιερό Σύνδεσμο, που μόλις το 1912 βγήκε ο πρώτος τόμος και αργότερα ο δεύτερος. Δύο χρόνια πριν είχε αλληλογραφήσει με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κρυπτοφέρρη, Μελέτιο Zesonis, που, νομίζω, πρέπει να ήταν ένας Έλληνας Ουνίτης που ήθελε να εκδώσει ένα περιοδικό το Roma e l' Oriente, το οποίο αποσκοπούσε στη «θεάρεστον ένωσιν της Ανατολικής Ελληνικής Εκκλησίας μετά της Δυτικής Ρωμαϊκής», όπως λέει ο άγιος στο γράμμα του. [...]

Στο γράμμα του όμως ο άγιος Νεκτάριος λέει και τα εξής: «...επέστη ο καιρός της συνδιαλλαγής και της ενώσεως και της από κοινού ενεργείας κατά των παντοίων πολεμίων της Μιας, Αγίας, Καθολικής Αποστολικής Εκκλησίας. Αλλά φρονώ, ότι προς επίτευξιν του επιζητούμενου σκοπού πρέπει πρωτίστως να γίνωσι συνεννοήσεις ουχί δι' επιστολών, αλλά δια λόγου προφορικού», δηλαδή διαλόγου και παραπέμπει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα διατυπώσει τις αρχές για να διεξαχθεί η παραπέρα συζήτηση.

Σπουδαία είναι η παρατήρηση στο τέλος του γράμματος. Την αντιγράφω: «...μάλιστα πολλοί δυνατοί μεν εισι λέγειν και γράφειν, αλλ' ου δια τούτο αρμόδιοι [...] Φρονώ, ότι περί του ζητήματος τούτου δύνανται να γράφωσι μόνον οι μελετήσαντες αυτό ιστορικώς, κριτικώς και μετά πόθου και ειλικρινείας εργασθέντες εις την ανεύρεσιν των αληθών αιτίων του Σχίσματος».

Μέσα από το βιβλίο του, την ιστορική μελέτη του, φαίνεται ότι ο άγιος διαθέτει αυτά τα προσόντα. Μου κάνει εντύπωση πως μελέτησε τόσες πηγές και έφτασε σε συμπεράσματα που μόλις στην εποχή μας αρχίζουν να διατυπώνουν μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας σε σχέση με την εξέλιξη του Σχίσματος. Ο άγιος ξεκινά από την αρχή, από την εποχή των Αποστόλων και λέει ότι εκεί υπάρχουν οι πρώτες καταβολές της αληθινής οργανώσεως της Εκκλησίας. Εδώ μπορεί κανείς να ‘πεί ότι και στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας μάλλον έπαιξαν τον ρόλο τους οι προσωπικές διεκδικήσεις, οι φιλοδοξίες και οι φιλαρχίες ορισμένων επισκόπων της Ρώμης. Παράδειγμα η περίπτωση του πάπα Βίκτωρος της Ρώμης (τέλος β' αιώνος), ο οποίος αντέδρασε στην διαίρεση της δικής του επισκοπής, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, επειδή ήρθαν πολλοί χριστιανοί από την Ανατολή με έθιμα της ασιατικής Εκκλησίας να εορτάζουν το Σταυροαναστάσιμο Πάσχα και όχι το αναστάσιμο όπως οι περισσότερες Εκκλησίες και η Ρώμη. Και στη συνέχεια, λέγει ο άγιός μας, υπήρξαν διεκδικήσεις και φιλοδοξίες για το πρωτείο, όπως του πάπα αγίου Λέοντος την εποχή της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Σημειώνει ο άγιος γι' αυτόν στο βιβλίο του: «Αν ένας άγιος φανερώνει φιλοδοξίες για πρωτεία, τι θα κάνουν οι άλλοι;». [...] Ο άγιος επικαλείται την εκκλησιαστική συνείδηση της πρώτης Εκκλησίας, όπου ο απόστολος Πέτρος δεν είχε πρωτείο ούτε ήταν ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης, διότι οι απόστολοι δεν ήσαν επίσκοποι μιας ορισμένης πόλεως - λέει ο άγιος - και επομένως δεν μπορεί η φιλοδοξία των παπών, «η ηγεμονία και μονοκρατορία», όπως την ονομάζει, να στηριχθεί στον Πέτρο. «Εάν τα προσόντα του Πέτρου», το πρωτείο της εξουσίας, η αξία δηλαδή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, λέγει ο άγιός μας, «ήσαν αληθή, το πνεύμα του Ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών⋅ θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας».

Παραπέμπει δε περαιτέρω ο άγιος στα βιβλία της Κ.Δ. και στον Παύλο και γίνεται αρκετός λόγος για θέματα ενότητας της Εκκλησίας, για κεφαλή, για θεμέλιο της εκκλησίας. «Η ενότης της Εκκλησίας, λέγει ο άγιος, ουχί εν τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος εστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μια πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία».

Και πολλά άλλα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, θα αρκεσθούμε, όμως, στο εξής χωρίον από το Ιερατικόν Εγκόλπιον του αγίου Νεκταρίου: «Περί της εξουσίας και δυνάμεως όλων των Αποστόλων συνάγομεν ότι πάντες οι Απόστολοι είχαν την δύναμιν να συγκροτώσι και εγείρωσιν Εκκλησίας, τελείως κατηρτισμένας, ανεξαρτήτους και αυτοκεφάλους [με την έννοια πλήρως καθολικάς], διο και αι αξιώσεις ας εγείρει η Δυτική Εκκλησία δια το είναι τον επίσκοπον Ρώμης διάδοχον του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου είναι ανυπόσταται ως αρνούμεναι τοις λοιποίς Αποστόλοις, το τε Αποστολικόν αξίωμα, την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την χειροτονίαν αυτών ως Αρχιερείς και λειτουργούς των θείων Μυστηρίων της Εκκλησίας [...] πάντες οι επίσκοποί εισιν ισότιμοι προς αλλήλους, ως ίσοι και ως διάδοχοι του ενός Αποστολικού αξιώματος».

Μεταβαίνει μετά στο θεσμό των Συνόδων ως έκφραση ενότητας της Εκκλησίας και των Εκκλησιών που είναι πολύ σημαντικό. Διατυπώνει ο άγιος αυτό που βλέπουμε στη νεώτερη ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιολογία. Οι Εκκλησίες που ήσαν όλες πλήρεις και καθολικές, δέχθηκαν από εκούσια αγάπη να υποταγούν στο θεσμό των Συνόδων. Εξυμνεί πολύ τις Συνόδους και παραπέμπει σε κείμενα σαν του Πολυκράτους Εφέσου και την Επιστολή της Συνόδου της Καρθαγένης, το 418, προς τον Κελεστίνο Ρώμης, όπου τονίζεται ότι «ο Θεός δεν έδωσε μόνο σε μια παροικία [= Εκκλησία] και σε ένα άνθρωπο την Χάρη η το Άγιο Πνεύμα, αλλά σε όλους όσοι πιστεύουν και είναι ενωμένοι στο όνομα του Χριστού και είναι συγκεντρωμένοι εις Σύνοδον».

Στο έργον του⋅ Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, ο άγιός μας διαπραγματεύεται διεξοδικώς περί των θεοσυλλέκτων Συνόδων της Εκκλησίας, απ' όπου αναφέρουμε μόνον τα εξής· οι Οικουμενικές Σύνοδοι είχαν ως κριτήριο όχι ένα ποντίφηκα, αλλά το Άγιον Πνεύμα και την αλήθεια. [...] Στη συνέχεια μεταβαίνει ο άγιός μας στην περίοδο του αγίου Φωτίου. Για τον άγιο Φώτιο ο άγιος έχει γράψει πολλά. Υπήρχε και κάποια παραπλάνηση των ιστορικών ότι και δεύτερο Σχίσμα επήλθε επί Φωτίου και τελικά δεν αποκαταστάθηκε, ενώ ο άγιος βρίσκει ντοκουμέντα και τα δημοσιεύει πολύ πριν από τον France Ovornik ότι ο Φώτιος αποκατέστησε την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία και συνεχίστηκε μέχρι και την εποχή των Σταυροφόρων. [...]

Τη μεγάλη εξέλιξη του παπισμού βλέπει στη Δύση ο άγιος Νεκτάριος μέσα από τα Ψευδοδεκριτάλια, στη Donatio Konstantini, στα Ψευδοϊσιδώρεια Δεκριτάλια και στο «de cretum Gratiaui», τον ια' αιώνα, τα οποία υπερέβησαν κάθε όριο εξελίξεως, διότι ήρθαν να κατοχυρώσουν το ήδη υπέρ-καινοτομηθέν παπικό πρωτείο και τον θεσμό του παπισμού, που είχε μπεί στη συνείδηση της Δύσεως, ενώ στην Ανατολή δεν είχαν δώσει τόση σημασία πως αυτό εκαλλιεργείτο.

Στη συνέχεια ο άγιος Νεκτάριος μιλάει για το παπικό αλάθητο. Αποδεικνύει ότι ο πάπας κάθε άλλο παρά αλάθητος είναι όπως π.χ. ο επίσκοπος Ρώμης Κάλλιστος τον γ' αιώνα που ήταν Σαβελιανός και υπονομεύει ο κίνδυνος του Σαβελιανισμού και μέχρι σήμερα στο θέμα του Filioque, υπονομεύει ένας «ημισαβελιανισμός», όπως θα ‘πεί ο άγιος Φώτιος στην Μυσταγωγία περί του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή ένας υπερτονισμός της μιας του Θεού ουσίας σε βάρος των τριών Προσώπων και της Μοναρχίας του Πατρός.

Τον δ' αιώνα έχουμε την περίπτωση του μη αλαθήτου του πάπα Λιβερίου, που υπέγραψε αρειανικό [...] Επίσης και την περίπτωση του πάπα Ονωρίου στον ζ' αιώνα, που καταδικάστηκε από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός μονοθελητής και το παραδέχθηκε και ο διάδοχός του πάπας Λέων ο Β' το 682-683. Επομένως δεν υπάρχουν ούτε θεολογικά ούτε ιστορικά ερείσματα ότι ο πάπας είναι αλάθητος.

Η Σύνοδος του Βατικανού (1870) ετόνισε πολύ το αλάθητο του πάπα σε σημείο να ‘πεί ότι ο πάπας και «χωρίς την εκκλησία», «χωρίς τη συμφωνία της», είναι αλάθητος (ex sese, et non ex consensus Ecclesiae). Αν και ο άγιος Νεκτάριος δεν αναφέρει ότι ο πάπας καταργεί την Εκκλησία με τη Σύνοδο του Βατικανού, γράφει ωραιότατα σχόλια στο έργο του Περί Οικουμενικών Συνόδων. Είναι χαρακτηριστικό πως στον άγιό μας δεν κυριαρχεί ούτε ζήλος ούτε αδιαφορία. Και στην εποχή μας, σήμερα, πρέπει να προσέξουμε πολύ στο σημείο αυτό να μη καλλιεργείται μία άποψη: ότι μόνον οι ζηλωτές είναι κακοί και δεν έχουν αγάπη. Διότι και οι άλλοι, οι λεγόμενοι Οικουμενιστές, δεν έχουν αληθινή αγάπη με το να μιλάνε για αγάπη χωρίς την αγάπη της αληθείας. Η πόλωση αυτή δεν είναι καλή.

Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει ότι η αγάπη είναι το παν. Δεν φταίνε τα δόγματα. Εάν ένας μισεί τον αιρετικό, φταίει περισσότερο το πνεύμα του, η τοποθέτησή του. Ο άγιος, χωρίς να καταργεί την αγάπη, θεωρεί την παπική εκκλησιολογία σαν ένα είδος φιλοσοφικού θεσμού, μια φιλοσοφική θεωρία που παραδέχεται τον Θεόν ως Δημιουργό του κόσμου, αλλά όχι και σαν Προνοητή αυτού. Η παπική Εκκλησία θέτει σε δεύτερη μοίρα τον ίδιο τον Χριστόν. Αυτό το έχει τονίσει και ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής, αλλά έχει τονιστεί και στη Σερβική Θεολογία, στον π. Ιουστίνο Πόποβιτς. Ο πάπας εκτοπίζει την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, και έρχεται αυτός να κυριαρχήσει, ενώ ο Χριστός βρίσκεται κάπου πίσω και το Άγιον Πνεύμα δεν έχει την κεντρική θεοπρεπή θέση Του. Ο Φλωρόφσκυ έλεγε ότι πράγματι χωλαίνει η εκκλησιολογία της Ρώμης, μα περισσότερο η Χριστολογία τους. Το ‘χει γράψει και η μηδαμινότητά μου ότι δεν έχει Χριστοκεντρισμό η ρωμαϊκή θεολογία, έχει περισσότερο Χριστομονισμό, χωλαίνει στη Χριστολογία. Και ο άγιος Νεκτάριος, χωρίς να το λέει επί λέξει, το εννοεί⋅ πως το να απωθείται ο Χριστός και να γίνεται ο πάπας αντικαταστάτης του είναι άρνηση του Χριστού ως Απαρχής και Κεφαλής και Ακρογωνιαίου Λίθου της Εκκλησίας, ως Πρωτοτόκου εν πολλοίς αδελφοίς. [...]

Η συντέλεση του Σχίσματος έγινε τελικά με την επιβολή των Σταυροφόρων και κυρίως της Δ' Σταυροφορίας, όταν πια με την βία εκτοπίζεται η Ορθόδοξος Ιεραρχία. Γι' αυτό και ο Πέτρος Αντιοχείας τον ια' αιώνα, του οποίου το πνεύμα επαινεί ο άγιος Νεκτάριος, πήγε να ειρηνεύσει τον Κηρουλάριο αναφερόμενος μόνον στο πρόβλημα του Filioque και το πρωτείο· και ενώ η Δύση συνέχιζε τη συνοδική παράδοση στην Πίζα, Κωνστάντια και Βασιλεία, η Φλωρεντία έφερε τέρμα σ' αυτά, διότι κατήργησε τη συνοδικότητα και επέβαλε την παπική νοοτροπία. Δεν επικράτησε στη Δύση η συνοδική παράδοση, διότι χαρακτηριστικό των αληθινών Συνόδων είναι όχι μόνον ότι είναι πιστές στις προηγούμενες αλλά και ότι γίνονται δεκτές από την Εκκλησία, από το ζωντανό σώμα του λαού του Θεού. Γράφει ο άγιος Νεκτάριος: «Το ζήτημα του πρωτείου του πάπα είναι κυρίως ειπείν το ζήτημα του Σχίσματος [...] Εγένετο το σχίσμα ένεκα της απαιτήσεως των παπών της υποταγής της Οικουμενικής Εκκλησίας, της μιας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του Σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότερος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου».

Αποτελεί άρνηση των αρχών του Ευαγγελίου και άρνηση της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Ο Χριστός οργάνωσε την Εκκλησία Του και ο πάπας την ανέτρεφε, την έκανε να είναι φτωχή και μονομερής, να είναι μονοκρατορία του. Αποτελεί άρνηση του ιδίου Σώματος της Εκκλησίας, της πνευματοκινήτου πραγματικότητάς της και του Χριστού ως Κέντρου και Κεφαλής της.

Τα κείμενα του αγίου είναι λίαν σημαντικά. Δεν είναι γραμμένα με μίσος, αλλά αποτελούν έκφραση της ίδιας αγάπης και μέριμνας του αγίου Νεκταρίου και προήλθαν από μια σπουδαία μελέτη, από ένα άνθρωπο που ήθελε πραγματικά το διάλογο: «Δια του δόγματος του αλαθήτου η Δυτική Εκκλησία απώλεσε την πνευματική της ελευθερία, τον στολισμόν της, εκλονίσθη εκ βάθρων, εστερήθη του πλούτου της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της παρουσίας του Χριστού. Και από πνεύματος και ψυχής κατέστη άναυδον σώμα [...] Από καρδίας θλιβόμεθα για την γενομένην αδικίαν τη Εκκλησία και εκ των μυχίων [...] ευχόμεθα να φωτίση το νουν και την καρδίαν του Μακαριωτάτου Ποντίφηκος το Άγιον Πνεύμα, όπως αποδόση τιμή τη Αγία Καθολική Εκκλησία, ό,τι παρ' αυτής αφήρεσεν ως μη ώφειλεν».

Είναι μεγάλος ο πόνος του αγίου μας για την πτώση και μη μετάνοια της Ρώμης. Λέει στο βιβλίο του: «...όπως έχουν στην πρώτη σειρά το πρωτείο, την εξουσία του Πέτρου, μακάρι να είχαν και στην πρώτη σειρά τη μετάνοια του Πέτρου για να είναι ολόκληρο το Ευαγγέλιο, να είναι πράγματι ευαγγελική η Εκκλησία».

Ο άγιος Νεκτάριος δεσπόζει σαν παράδειγμα σοβαρού μελετητού, ανθρώπου που δεν έχει μίσος, έχει διάκριση, που πονάει για την απώλεια της Ρώμης, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρομοιάζει με πτώση ελέφαντα, ο οποίος όταν πέσει δεν μπορεί να σηκωθεί μόνος του. Ρητώς αναφέρει πως πρέπει η εμείς να θυσιάσουμε αυτά που έχουμε από τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους, η ο πάπας να θυσιάσει αυτό που είναι, τις καινοτομίες στην πίστη που είναι το πρωτείο, το αλάθητο. Ο πάπας - λέει ο άγιος - μας κάνει χάρη, μας προτείνει να μείνουμε με τα δόγματά μας, με τα έθιμά μας με το vitus Bizantium. Με την σκέψη όμως αυτή μας χαρίζει κάτι που δεν έχουμε ανάγκη να μας χαρίσει, ενώ πρέπει να χάσει η Εκκλησία μας, η Αποστολική Εκκλησία του Θεού, την ελευθερίαν της.

Ο άγιος όμως πονάει, διότι δεν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να φύγει από τη βάση της, από τον καθοδηγητή της αληθείας και Παράκλητο της Εκκλησίας, το Πανάγιον Πνεύμα. Κοντά στον άγιο αισθάνεται κανείς σιγουριά. Διότι αυτός βιώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, γι' αυτό και μπορεί να κάνει το ανάλογο βήμα προς τη Δύση. Αν ήταν στην εποχή μας ο άγιος Νεκτάριος θα μετείχε στους διαλόγους και μάλιστα ενεργά αν και ως ιεράρχης είχε απωθηθεί, και μάλιστα χωρίς να υπάρξει μετάνοια από την πλευρά των διωκτών του.

Φαίνεται η μεγαλοψυχία του αγίου Νεκταρίου έναντι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, αλλά φτάνει μέχρι του σημείου εκείνου που δεν προδίδει εκείνα που δεν είναι δικά του, γιατί δεν έχει δικαίωμα να τα προδώσει διότι είναι του Χριστού. Αν το κάνει είναι σαν να προδίδει την ίδια την ελπίδα, τη σωτηρία του κόσμου, που είναι η Αλήθεια του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού, η χάρις και αιωνία ζωή του Αγίου Πνεύματος. Με τον παπισμόν, γράφει ο άγιος, «η Εκκλησία διατρέχει κίνδυνον να αποβή εκ Μιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Εκκλησία Ρωμαϊκή η μάλλον παπική, κηρύττουσα ουχί πλέον τα των Αγίων Αποστόλων, αλλά τα των παπών δόγματα». Και προσθέτει στο τέλος:

«Γένοιτο ο Θεός κριτής μεταξύ ημών και αυτών».

 

Από το βιβλίο «Άγιος Νεκτάριος ο Πνευματικός, ο Μοναστικός, ο Εκκλησιαστικός Ηγέτης», Πρακτικά Διορθοδόξου Θεολογικού Επιστημονικού Συνεδρίου επί τη εκατοπεντηκοετηρίδι (1846-1996) από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, Αίγινα 21-23 Οκτωβρίου 1996. -  ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009