Ο  ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ  ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) 

Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού» 

 Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου. 

 

Μ’ αυτή την ίδια νέκρα ρεζιλεύεται και η προτεσταντική ψευδοδιδασκαλία. Τι κατάφεραν οι προτεστάντες ατιμάζοντας με τις σοφιστείες τους την ιδέα της Εκκλησίας; Κατάφεραν μόνο τον διαμελισμό και μάλιστα ένα διαμελισμό χωρίς καμιά ελπίδα. Ο Προ­τεσταντισμός συνεχώς θραύεται σε σέκτες. Εκκλησιαστική προτε­σταντική ζωή δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποια «μισο-ζωή» χωρισμένων σεκτών και κοινοτήτων. Την κοινή εκκλησιαστική ζωή, για την οποία προσευχήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην Αρχιερατική προσευ­χή, ο Προτεσταντισμός τη φόνευσε. Πράγματι, οι ακραίοι «ορθό­δοξοι» προτεστάντες στέκονται πολύ εγγύτερα στους ορθοδόξους χριστιανούς παρά στους προτεστάντες των ακραίων ορθολογιστικών ομάδων, οι οποίες τίποτε κοινό δεν έχουν μεταξύ τους εκτός από αυθαίρετη, και χωρίς καμιά βάση, ιδιοποίηση απ’ αυτούς της ονο­μασίας «προτεστάντες» μιας και γι’ αυτό κανείς δεν θα τους διώξει δικαστικώς. Ποια ενότητα είναι δυνατή μεταξύ τους; Ποια κοινή ζωή μπορεί να υπάρχει  σ’ αυτούς;

Αυτά που λέμε δεν είναι δικά μας. Σε στιγμές ειλικρίνειας αυτά τα ίδια και με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα τα λέγουν και οι ίδιοι οι προτεστάντες. «Η χώρα», γράφει ένας απ’ αυτούς, «η οποία ήταν η κοιτίδα της Μεταρρυθμίσεως, έγινε ο τάφος της πίστεως της Μεταρρυθμίσεως. Η προτεσταντική πίστη είναι ετοιμοθάνατη. Όλες οι νεότερες εργασίες για τη Γερμανία καθώς και όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις είναι σύμφωνες μ’ αυτό». «Δεν παρατηρείται στη θεολο­γία μας το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της έχασαν κάθε απόλυτο;», ρωτάει κάποιος άλλος.

Ακόμη θλιβερότερα λόγια ενός τρίτου: «Η ζωτική δύναμη του Προτεσταντισμού εξαντλείται στη σύγχυση των δογματικών σχολών, των θεολογικών ερίδων, των εκκλησιαστικών δι­ενέξεων... Η Μεταρρύθμιση λησμονείται ή περιφρονείται. Ο λόγος του Θεού, για τον οποίο πέθαναν οι Πατέρες αμφισβητείται. Ο Προ­τεσταντισμός είναι σκόρπιος, ασθενής, αδύναμος».

Και ο ορθόδοξος ερευνητής του Λουθηρανισμού τελειώνει την εργασία του μ’ αυτό το λυπηρό συμπέρασμα: «Εγκαταλελειμμένοι στην τύχη τους, στην υποκειμενική τους λογική και πίστη οι λουθηρανοί προχώρησαν τολ­μηρά σε λαθεμένο δρόμο. Ο αυτονομημένος και αυτοδίδακτος ατομισμός διέστρεψε τον Χριστιανισμό, διέστρεψε την ίδια τη συμβολική διδασκαλία της πίστεως και έφερε τον λουθηρανισμό στο χείλος της καταστροφής. Όλο και περισσότερο απορρίπτονται στον λουθηρανι­σμό οι αυθεντίες των πρώτων μεταρρυθμιστών, όλο και περισσότερο εξαφανίζεται το κοινό πιστεύω, όλο και περισσότερο πλησιάζει ο λουθηρανισμός στον πνευματικό του θάνατο»[1].

Τον τελευταίο καιρό προέκυψαν στον Προτεσταντισμό όχι και λίγα φαινόμενα τα οποία αποκάλυψαν όλη την καταστροφικότητα και την ψευτιά του χωρισμού χριστιανισμού και Εκκλησίας που ο ίδιος προκάλεσε. Μεταξύ των παστόρων εμφανίστηκαν κάποιοι οι οποίοι στους πιστούς τους όχι μόνο δεν εκήρυτταν Χριστόν εσταυρωμένον, αλλά αρνούνταν ακόμη  και την ύπαρξη προσωπικού Θεού. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους σε κάποιον κακόβου­λο εχθρό του χριστιανισμού[2], ο οποίος καλυπτόμενος πίσω από την επιστήμη, «απέδειξε» ότι ο Χριστός ποτέ μα ποτέ δεν έζησε στη γη, ότι, επομένως, όλο το Ευαγγέλιο είναι μόνο μύθος. Σ’ εμάς υπάρχουν πολλοί που έχουν την τάση να ονομάζουν τους προτεστάντες χρι­στιανούς. Γι’ αυτούς είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι έχουν υγιή τον νου τους (δες παραπάνω τους λόγους του Μ. Αθανασίου).

Πράγματι, τώρα είναι στον καθένα σαφές ότι χάνοντας την Εκκλησία οι προτε­στάντες χάνουν και τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σήμερα οι προτεστάντες παραδέχονται ανοιχτά ότι στη Γερμανία αναγνωρίζει τη θεότητα του Χριστού όχι περισσότερο από το ένα τρίτο των παστόρων. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικός θάνατος διότι «ο μη έχων τον υιόν του Θεού, την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12).

[1]      ΤΕΡΕΝΤΙΕΦ Ν., Τό σύστημα τής λουθηρανικής ομολογίας πίστεως στά συμβολικά βιβλία τοϋ λουθηρανισμού, Καζάν σ. 460 (έπ. ρωσ. έκδ.).

[2]      Paul Drews (1858-1912): Γερμανός προτεστάντης θεολόγος.

Από το βιβλίο:

Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού 

π.Ιωάννη Φωτόπουλου

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 

Αόρατη ή Ορατή με συγκεκριμένα μέλη και ιεραρχική δομή;

+ π. Δανιήλ Γούβαλη

 

Ας δούμε τώρα ένα πολύ σημαντικό θέμα. Πρόκειται για το θέμα, «Εκκλησία». Και εδώ διαφωνούμε. Οι Προ­τεστάντες ομιλούν για αόρατη Εκκλησία. Αυτή έχει ως μέλη της όσους ζουν χριστιανικά και είναι ενωμένοι με τον Χριστό («ενωμένοι», όπως το εννοούν αυτοί). Τον αριθμό τους τον γνωρίζει μόνο ο Θεός. Δεν αναγνωρίζουν όρια στην στρατευόμενη Εκκλησία ούτε θέλουν να ομιλούν για ορατή φανέρωση της Εκκλησίας. Την δέχονται σαν μία αό­ρατη , ιδεαλιστική, ποθητή επανασυνεύρεση όλων.

Αλλά το ότι η Εκκλησία αποτελεί ένα ορατό καθίδρυμα φαίνεται ολοκάθαρα στις σελίδες της Καινής Διαθήκης.

Πράξεις των Αποστόλων, β' 47: "Ο δε Κύριος προσετίθει τους σωζόμενους καθ' ημέραν τη εκκλησία". Προηγουμέ­νως λέγει ότι μετά το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου βαπτίσθηκαν και προστέθηκαν 3.000 άνθρωποι. Εδώ λέγει ότι κάθε ημέρα με την ευλογία και την δύναμη του Κυρίου πίστευαν άνθρωποι, έβρισκαν τον δρόμο της σωτηρίας και προσθέτονταν στην Εκκλησία, σ' ένα ορατό οργανισμό που είχε συγκεκριμένα μέλη, τα οποία μπορούσαν να μετρη­θούν, σ' ένα σώμα με ιεραρχική δομή. Επικεφαλής ήταν οι Απόστολοι και στην συνέχεια οι ίδιοι πλαισιωμένοι από τους πρεσβυτέρους και διακόνους.

Πράξ. ε' 11: «Και εγένετο φόβος μέγας έφ' όλην την Εκκλησίαν». Ο Ανανίας και η Σάπφειρα συμπεριφέρθηκαν ά­σχημα, χρησιμοποίησαν ψευδολογία και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά. Η είδηση της τιμωρίας των σκόρπισε φόβο σε όλη την Εκκλησία, δηλαδή στα συγκεκριμένα ορατά μέλη που ανήκαν σ' ένα ορατό οργανισμό με επικεφαλής τους δώδεκα Αποστόλους.

Στις επιστολές των Αποστόλων γίνεται λόγος για συ­γκεκριμένες ομάδες ανθρώπων που έχουν επί κεφαλής ένα πρεσβύτερο χειροτονημένο από Απόστολο. Γίνεται λόγος για ποίμνιο και ποιμένες. Και οι ποιμένες είναι ορατοί και το ποίμνιο ορατό.

Στην Κόρινθο κάποιος εύπορος Χριστιανός, ονόματι Γάϊος, φιλοξενούσε τον Απόστολο Παύλο, αλλά και κάθε Χριστιανό που διερχόταν από την Κόρινθο, και ο οποίος μπορεί λ.χ. να ήταν μέλος της Εκκλησίας των Αθηνών ή της Κρήτης ή της Κύπρου. Ρωμ. ιστ' 23: «Ασπάζεται υμάς Γάϊος ο ξένος μου και της εκκλησίας όλης». Οι φιλοξενούμενοι από τον Γάϊον ήταν συγκεκριμένα πρόσωπα, γνωστά, ορατά.

Βέβαια η Ορθοδοξία δεν αγνοεί και το αόρατο στοιχείο της Εκκλησίας. Ο αρχηγός της Ιησούς Χριστός βρίσκεται στους ουρανούς. Οι άγιοι, οι ψυχές των κεκοιμημένων Χριστιανών βρίσκονται στους ουρανούς. Δεν τους βλέπουμε με τους αισθητούς οφθαλμούς. Η Θεία Χάρη που κυκλο­φορεί μέσα στα Μυστήρια και σε όλη την ζωή της Εκκλη­σίας είναι αόρατη.

Με τους Προτεστάντες διαφωνούμε και στο εξής ση­μείο. Γι' αυτούς μέλη της Εκκλησίας είναι μόνο οι καλοί και ενάρετοι και αυτοί που προχωρούν στην τελειότητα. Εμείς δεχόμαστε ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν και άγιοι και αμαρτωλοί.

Ματθ. ιγ' 47: «Πάλι η βασιλεία του Θεού ομοιάζει με δίχτυ που ρίχθηκε στην θάλασσα και περιέκλεισε κάθε είδους ψάρια». Πρόκειται για την παραβολή της σαγήνης. Η βασιλεία του Θεού, δηλαδή η Εκκλησία, μοιάζει με σα­γήνη που έπιασε καλά και άσχημα ψάρια.

Στον επόμενο στίχο, ιγ' 48 ομιλεί για διαχωρισμό. Ανέ­βασαν το δίχτυ στην ακρογιαλιά, ξεχώρισαν τα κατάλληλα από τα ακατάλληλα, «συνέλεξαν τα καλά εις αγγεία, τα δε σαπρά έξω έβαλον».

Αλλού χρησιμοποιείται η εικόνα του σίτου και των ζιζα­νίων.

Στην Α' προς Κορινθίους επιστολή, στο ενδέκατο κεφά­λαιο, γίνεται σαφής λόγος για εκλεκτά μέλη της Εκκλησίας που κοινωνούσαν αξίως και για άλλα που πλησίαζαν αναξίως στην Τράπεζα του Κυρίου κι έτρωγαν κι έπιναν την καταδίκη τους (Α Κορ. ι' 29).

Όλοι γνωρίζουμε ότι ωρισμένα μέλη της Εκκλησίας, ξεπεσμένα, μπορεί να συνέλθουν, να ξυπνήσουν, να μετα­νοήσουν και να γίνουν εκλεκτά. Ρωμ. ιγ' 11-12: «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι... Αποθώμεθα τα έργα του σκό­τους κλπ». Αν ίσχυαν αυτά που λέγουν οι Προτεστάντες, αν όλοι μέσα στην Εκκλησία ήταν ενάρετοι, ο Απόστολος δεν θα μιλούσε έτσι.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ π.ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ

"ΟΜΙΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ''

 

 

 

 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ  ΚΑΙ  ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ :
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ  Ή  ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ;

Πρεσβύτερου Στέφανου Στεφόπουλου
Εφημέριου Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Αμπελοκήπων

 

Τεκμηριωμένη τοποθέτηση στο άρθρο «Ψυχολογία και πνευματική ζωή»  του ιερέως και ψυχοθεραπευτού Αδαμαντίου Αυγουστίδου, το οποίο δημοσιεύθηκε σε τέσσερα (!) τουλάχιστον περιοδικά. Με την τοποθέτηση αυτή ο π. Στέφανος απαντά στην πρόκληση της ψευδοεπιστήμης της ψυχαναλύσεως και στην απόπειρα εισβολής των «ψυχο-ειδικών» στο άδυτο της Θεολογίας και της εν γένει πνευματικής ζωής. 

    Με μεγάλη έκπληξη αλλά και απογοήτευση διαβάσαμε στο έντυπο "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" (τεύχος 80, Σεπτεμβρίου 2002, σελ. 12-13) της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου περιλήψη άρθρου του π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη με τίτλο : "Ψυχολογία και πνευματική ζωή". Το ίδιο άρθρο (σε εκτενέστερη μορφή) δημοσιεύθηκε στον "Ορθόδοξο Τύπο" στα φύλλα της 20ης και 27ης Σεπτεμβρίου 2002 αλλά και στον τελευταίο "Εφημέριο" (τεύχος Οκτωβρίου 2002). Το πραγματικά λυπηρό είναι το ότι ο π. Αδαμάντιος χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά δυσνόητη γλώσσα ιδίως για τον μέσο αναγνώστη (και) προς τον οποίο απευθύνονται τα παραπάνω έντυπα. Είναι απορίας άξιο το πως ένας σεβαστός ποιμένας και επιστήμονας χρησιμοποιεί την θεολογική γλώσσα για να παρουσιάσει μια επιστήμη ανθρωπίνη μεν, χωρίς Θεό δε. Στη συνέχεια θα τονιστούν ορισμένα σημεία του άρθρου για να καταδειχθεί το παραπάνω συμπέρασμα χωρίς ίχνος εμπάθειας και προκαταλήψεως προς συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά όχι και χωρίς αντίθεσή σε συγκεκριμένες ιδέες. Θέλουμε να επιμείνουμε σε τούτο για να διαβεβαιώσουμε πως κίνητρό μας δεν είναι η απαξίωση των επιστημών και πολύ περισσότερο των επιστημόνων αλλά η αγάπη προς το ποίμνιό μας και η συναίσθηση της ποιμαντικής μας ευθύνης. Τιμούμε  και σεβόμαστε τα πρόσωπα και τα "σχήματα" αλλά αντιτιθέμεθα στις ιδέες, τις πρακτικές και κυρίως στις επιλεχθείσες μεθόδους παρουσιάσεως των θέσεων αυτών και μάλιστα μέσα από εκκλησιαστικά έντυπα ευρείας αποδοχής και κύρους! Στο σημείο αυτό είναι ανάκγη να τονιστεί το ότι δεν αποδεχόμαστε την μονοπώληση της αγάπης και της "φιλόστοργης" διακονίας από κανέναν αφού αυτή είναι κοινή διακονία όλων μας (οι εξαιρέσεις δεν αποτελούν κανόνα!)  αλλά και χάρισμα που ο Θεός μας αξιώνει να φέρουμε για να προσφέρουμε στον άνθρωπο!

Σημείο 1ο : "Οι εν λόγω επιστήμες ("Ψυχολογία", "Ψυχ-ιατρική", "Ψυχ-αναλύση", "Ψυχο-θεραπεία") δεν ασχολούνται με την ψυχή του ανθρώπου κατ' ουσίαν,…αλλά με τις συμπεριφορικές εκδηλώσεις και τις διαταραχές στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως".

 Μπορείτε να μας εξηγήσετε κατά πως διαφέρουν οι "συμπεριφορικές εκδηλώσεις" και οι "διαταραχές στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων" με τις εκδηλώσεις-ενέργειες της ψυχής, της "αμαυρωθείσης" εικόνας του Θεού του πεπτωκότος ανθρώπου; Άλλο είναι, για παράδειγμα, η ζήλια των αδελφών μεταξύ τους και άλλο η ζηλοφθονία; Άλλο η εκδικητικότητα και άλλο η μνησικακία; Άλλο ο φθόνος και άλλο το μίσος; Δεν έχουν όλα αυτά κοινή ρίζα, κοινή αιτία υπάρξεως; Άλλο είναι η ψυχή της Θεολογίας και άλλο η ψυχή της Ψυχολογίας; Αν δεν έχουν διαφορά μεταξύ τους γιατί "βαπτίζουμε" τις ενέργειες της ψυχής "συμπεριφορικές εκδηλώσεις" και τα πάθη της "διαταραχές"; Αν πάλι είναι διαφορετικά τότε πόσες ψυχές έχει κάθε άνθρωπος; Η μήπως οι εκδηλώσεις μας αυτές προκαλούνται, δημιουργούνται στον εγκέφαλο και μόνον και επομένως αναγάγουμε εαυτούς (τουλάχιστον) σε ψυχικούς ή εγκεφαλικούς ανθρώπους και όχι σε καρδιακούς, πνευματικούς; Αλλά μια τέτοια τοποθέτηση επιπλέον μας οδηγεί εκ του ασφαλούς στο συμπέρασμα ότι η Ψυχιατρική αγνοεί την υπάρξη, γένεση, ενέργειες και αντιμετώπιση των παθών, την υπάρξη και τις ενέργειες των δαιμόνων, τη διαφορά προπτωτικής και μεταπτωτικής καταστάσεως του ανθρώπου καθώς και της επιστροφής του στο "αρχαίον κάλλος".

Αυτό ακριβώς παραδέχεται και ο π. Αδαμάντιος γράφοντάς πως: "…οι ανθρωπολογικές συνέπειες της ενσάρκωσης του Θεού-Λόγου βρίσκονται εκτός του πεδίου των ενδιαφερόντων της (Ψυχολογίας)". Τότε όμως πως θα μιλήσουμε για διάλογο Θεολογίας και Ψυχολογίας; Τι να συζητήσουν μεταξύ τους όταν όπως παραδέχεται ο π. Αδαμάντιος "χωρίς τη νηπτική εμπειρία των κατά Χάριν θεών, δηλαδή των αγίων της Εκκλησίας, είναι αδύνατον να διατυπωθεί ουσιαστικός λόγος για το τι είναι πραγματικά ο άνθρωπος". Αφού όμως δεν γνωρίζει η Ψυχολογία τον άνθρωπο, δεν γνωρίζει ουσιαστικά και πως να τον θεραπεύσει! Άρα δεν σώζεται, ούτε βοηθιέται από την Ψυχολογία ο άνθρωπος αφού δεν  θεραπεύεται η ψυχή του. Τώρα, αν η ανακούφιση από τον πόνο του βίου είναι αρκετή, τότε είναι σαν να παίρνουμε ασπιρίνη που καταπραύνει τον πόνο στο στήθος αλλά να μην μπαίνουμε στο χειρουργείο για να εγχειριστούμε κί έτσι αργά η γρήγορα η καρδία σταματά και ο ασθενής πεθαίνει!

Σημείο 2ο : "…δεν αποσκοπεί (η εξομολογήση) στην "ψυχο"-λογική ανακούφιση αλλά στην κάθαρση από τα πάθη, στον αγιασμό και την θέωση του ανθρώπου".   Μήπως καταβάλλεται προσπάθεια να αποσυνδεθεί η Ιερά Εξομολόγησις από την πνευματική καθοδήγηση και μοιραία την από-ιεροποίηση του μυστηρίου; Σ' εμάς πάντως έτσι φαίνεται αφού μάλιστα παρακάτω γίνεται πιο σαφής η άποψη ότι αυτό, δηλαδή η καθοδήγηση και η ανακούφιση, είναι έργο των "ειδικών", ενώ για τον εξομολόγο είναι είσοδός σε "ξένα χωράφια"! Μια ερωτήση που προκύπτει από την παραπάνω φράση είναι η εξής: η κάθαρση από τα πάθη, ο αγιασμός και η θέωση δεν προσφέρουν την ανακούφιση στον άνθρωπο; Μπορεί κανείς να βρίσκεται, χάριτι Θεού, στο δρόμο της θεώσεως αλλά να καταφεύγει και στον Ψυχολογο/Ψυχιατρο για να ανακουφιστεί!

Στο σημείο αυτό ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος διαφωνεί ριζικά αφού σε συνέντευξή που παρεχώρησε στον π. Χρυσόστομο Παπαθανασίου και δημοσιεύεται στο περιοδικό "Τόλμη" (Νοέμβριος 2002) είναι κατηγορηματικός: "Ο Ορθόδοξος Χριστιανός…ζει "εκκλησιαστικά"…αυτό τον βοηθάει να προοδεύει πνευματικά, κρατώντας την αγία εκείνη, θα έλεγα, ισορροπία στην ψυχή του πρώτα και στο περιβάλλον ύστερα…". Βέβαια, ο π. Αδαμάντιος πέφτει σε αντίφαση γιατί λίγο πιο πάνω στο ίδιο κείμενό του γράφει χαρακτηριστικά : "Η Ορθόδοξη Ποιμαντική Θεολογία…ενδιαφέρεται…στη συνέχεια για την ανακούφιση των οδυνών του παρόντος βίου". Τελικά, ποίος ανακουφίζει π. Αδαμάντιε, η Ψυχολογία ή η Θεολογία; Ή μήπως η Θεολογία ενδιαφέρεται απλά για την ανακούφιση του ανθρώπου αλλά επειδή δήθεν δεν μπορεί να του την προσφέρη τον στέλνει στον "ειδικό" με τον οποίο και συνεργάζεται; Ένα ακόμη σοβαρότατο πρόβλημα δημιουργείται ως προς το 2ο αυτό σημείο. Είναι δυνατόν να υπάρχουν άγιοι, θεούμενοι χωρίς  ψυχολογική ανακούφιση, με απωθημένα, κόμπλεξ, καταπιεσμένα παιδικά βιώματα και ψυχικές διαταραχές;

Κάτι τέτοιο πάντως είχε ισχυριστεί ο αείμνηστος Καθηγητής της Δογματικής Π. Τρεμπέλας για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο (βλ. "Αθωνικοί Διάλογοι", τεύχ. 29/30). Στο βιβλίο του "Μυστικισμός-Αποφατισμός, Καταφατική Θεολογία (1974-5) έγραφε : "…δεν αποκλείομεν, όταν μάλιστα πρόκειται περί ιδιοσυγκρασιών ευαισθήτων εξ υπερεντάσεως των νεύρων και υπερκοπώσεως και εξ αφετηρίας προκαταλήψεως-όπως ακριβώς συνέβαινε κατ' εκείνον τον χρόνον εις τον όσιον τούτον-να λάβωσι χώραν και τοιαύται εκδηλώσεις". Έτσι ο αείμνηστος εξηγούσε τις νηπτικές, ησυχαστικές εμπειρίες του θεούμενου οσίου ο οποίος αν και η Εκκλησία του απένειμε τον τίτλο του Θεολόγου τον οποίο επεφύλαξε μόνο σε 3 μεγάλους αγίους, αυτός έπασχε-ανισόρροπος ων- ενώ δεν είχε κάποιον "ειδικό" για να τον ανακουφίση! Θεωρούμε σκόπιμο όμως να σταθούμε λίγο σ' αυτό που ο Μακαριώτατος αποκαλεί "εκκλησιαστική ζωή", όπως αναφέρθηκε νωρίτερα. Πρέπει να ξεκαθαριστεί άπαξ δια παντός αν είναι "στραβός ο γυαλός" ή "στραβά θεολογούμε"! Κι αυτό γιατί δεν είναι αυτή που ξέρουμε η ίδια εκκλησία με αυτήν του π. Βασιλείου Θερμού. Ο π. Βασίλειος περιγράφει μιαν άλλη "εκκλησία" άγνωστη σ' εμάς, αφού μάλιστα της φορτώνει την βαρύτατη κατηγορία ότι "…έχει αναγάγει την κακοποίηση των λέξεων αυτών (αγάπη και καθήκον) σε επιστήμη"!!! Αν αναρωτιέστε που το αναφέρει αυτό, σάς υπενθυμίζουμε να διαβάσετε τον πρόλογο του  βιβλίου "Όρια Ζωής" των Dr. H. Cloud και Dr. J. Townsend (Εκδόσεις "Η Έλαφος", Αθηνα 2001, σελ.8). Το βιβλίο αυτό (κατά την άποψή μας) κάνει μια περίεργη για τον κοινό νου, για την ψυχική υγεία και σωτηρία των ανθρώπων, προσέγγιση στη γνωστή  μέθοδο της "θετικής σκέψης".

Φθάνει, δυστυχώς, ο π. Βασίλειος στο σημείο να επαινεί τους δυο συγγραφείς που προσπαθούν να δώσουν λύσεις στα (δήθεν) ερωτήματα που απασχολούν (τάχα) τον σύγχρονο χριστιανό άνθρωπο όπως : "Πως μπορώ να αγαπώ χωρίς να αυτοκαταργηθώ;" και "Πως να είμαι ταπεινός χωρίς να διαλυθώ;" Ο Τελώνης πάντως δεν διαλύθηκε, εκτός κι αν η Θεία Χάρις που προσελκύεται από την απεριόριστη (άνευ όρων και ορίων) ταπείνωση (και όχι ταπεινολογία) θεωρείται προσωπική εξουθένωσις! Ποία εκκλησία είναι λοιπόν αυτή που συμπληρώνει και διορθώνει ο π. Βασίλειος; Ας βεβαιώσουμε εδώ ότι και εμείς προβληματιζόμαστε πολύ και βασανιζόμαστε για να δώσουμε απαντήσεις στα θέματα αυτά, όμως δεν μπορούμε και να κατηγορούμε τις αρετές ή αυτούς τους πνευματικούς που με την Χάρη του Θεού και την βοήθεια των ερμηνειών των αγίων πατέρων προσπαθούν να γνωρίσουν στους ανθρώπους τα ασφαλή ορθόδοξα κριτήρια ζωής. Διαφορετικά, επειδή ο κόσμος έχει απομακρυνθεί από τον Θεό και πελαγοδρομεί και επίσης επειδή δεν ακούει παρά σπανιότατα τον πατερικό λόγο (και τον εκλαμβάνει ως αραμαική γλώσσα!) θα πρέπει να συγκαταβούμε σε αυτή του την αδυναμία και να μην του γνωρίσουμε το θέλημα του Θεού ως δήθεν απάνθρωπη τακτική περασμένων αιώνων. Κι όμως αν αρχίσουμε από σήμερα αυτού του είδους την κατήχηση, μπορεί με τη βοήθεια του Θεού σε λίγα χρόνια να έχουμε πιο υγιείς ψυχικά ανθρώπους, κοντά στο Θεό, αγωνιστές, συνειδητοποιημένους Χριστιανούς. Διαφορετικά, μπορούμε να μιλήσουμε για όρια εφαρμογής της θεολογίας, δηλαδή για πλήρη απαξίωσή της!

Σημείο 3ο : Μπορεί ο π. Αδαμάντιος να μας εξηγήσει τι εννοεί όταν γράφει περί "ψυχολογικής τάξεως συναισθηματική εκφόρτιση;" Εμείς πάντως καταλαβαίνουμε (αν μεταφράζουμε σωστά) την κατάνυξη, τα δάκρυα, την αυτομεμψία με εσωτερικές εκδηλώσεις της ψυχής αλλά και με εξωτερικά σημεία όπως ο Τελώνης που "έτυπτε το στήθος του", το χαροποιόν πένθος, μέχρι και τις εκδηλώσεις των δια Χριστόν σαλών. Αν ισχύουν αυτά, τότε ο Τελώνης που, παρά τις περί του αντιθέτου τοποθετήσεις της σύγχρονης Ψυχολογίας/Ψυχιατρικής, σώθηκε αφού ο Κύριος εδέχθη την μετάνοιά του, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και ακόμη και επιστημονικού συνεδρίου! 

Σημείο 4ο : "Οι διάφορες ανθρώπινες θεραπευτικές μέθοδοι…προσφέρουν ανακούφιση ή ίαση κάποιων από τις νοσηρές εκδηλώσεις της πεπτωκυίας φύσεως…" Τελικά, ποίος προσφέρει την ανακούφιση του ανθρωπίνου πονού; Οι ανθρώπινες επιστήμες ή η Θεολογία όπως ισχυρίζεστε παραπάνω ή συμπλέκονται; Γιατί αν συμπλέκονται γιατί μιλάτε για όρια και για "ξένα χωράφια"; Ακόμα και αν τα όρια τα βάζετε στις περιπτώσεις που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν με φαρμακευτική αγωγή, έσεις μπαίνετε σε "ξένα χωράφια" αφού μπαίνετε στο πεδίο της Νευρολογίας που μικρή έχει σχέση με το γνωστικό αντικείμενό σας! Θα ήταν πολύ χρήσιμο όμως αν μας αναφέρατε ποιες ακριβώς είναι αυτές οι νοσηρές καταστάσεις τις οποίες ανακουφίζει η επιστήμη. Πάντως πρέπει να σάς πούμε πως είναι ματαιοπονία (αυτή είναι η γνώμη μας) η όλη προσπάθεια αφού η ανακούφιση δεν είναι θεραπεία και δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές αιτίες της ψυχικής ασθενείας. (Κάτι όπως ο βελονισμός δηλαδή!) Κι αυτό γιατί προηγουμένως παραδεχτήκατε π. Αδαμάντιε ότι άλλα είναι τα ενδιαφέροντα της Ψυχολογίας και ότι αυτή δεν αναγνωρίζει προπτωτική καταστάση άρα και υπάρξη του Διαβόλου. Αφού λοιπόν δεν αναγνωρίζει τον Σατανά, τότε η ανακούφισή που παρέχει ουδόλως προσφέρει την πλήρη ίαση, άρα "σε δουλειά να βρισκόμαστε".

Σημείο 5ο : "…ούτε η Ιερά Εξομολόγησις επιτρέπεται να θεωρείται-ευτελιζομένη-ως θρησκευτικού τύπου "ψυχο"-λογική θεραπεία". Εδώ έχουμε την εντύπωση ότι καταβάλλεται προσπάθεια να αποσυνδεθεί η ιδιότητα του εξομολογού από αυτήν της πνευματικής καθοδηγήσεως. Είναι γεγονός ότι όλοι οι εξομολόγοι δεν είναι και έμπειροι στην πνευματική καθοδήγηση. Είναι ακόμη γεγονός προβληματικό ή "ειδωλοποίηση" του προσώπου του πνευματικού που οδηγεί στον "γεροντισμό". Δεν μας εξουσιοδοτούν όμως αυτές οι ακραίες καταστάσεις να  αποσυνδέουμε τα δυο αυτά μεγέθη για να "μυθοποιήσουμε" την "ανάγκη" υπάρξης ειδικού συμβούλου. Γιατί είναι κακό πατέρες ο πνευματικός να δίνει πνευματικές συμβουλές ή άκομα και μη (άμεσα τουλάχιστον); Εν τοιαύτη περιπτώσει τι ακριβώς σημαίνει αυτή η φράση "Είπε Γέρων"; Μήπως ο Μ. Αντώνιος όπως και τόσοι άλλοι αββάδες, αμμάδες και όσιοι μέχρι τους σοφούς αγίους "γέροντες" της εποχής μας όπως ο Γέροντας Παίσιος υπήρξαν ιερείς εξομολογοί; Γιατί ο κόσμος κατέφευγε σ' αυτούς όπως οι μέλισσες γυρεύουν τα ευωδιαστά πολύχρωμα λουλούδια; Μήπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έτρεχαν να ακούσουν ένα λόγο τους αλλά και οι ίδιοι οι άγιοι ευτέλιζαν το μυστήριο; Τι καλύτερο από το να είναι ένας εξομολόγος σε θέση να κατευθύνει (όχι με την έννοια του γεροντισμού) τα πνευματικά του παιδιά σε θέματά που μπορεί να μην είναι καμιά φορά άμεσα και εμφανώς πνευματικά θέματα, αλλά που όμως επιβαρύνουν την καθημερινή μας ζωή;

Σημείο 6ο :  Ο π. Αδαμάντιος προβαίνει σε μια σειρά διαπιστώσεων και συμπερασμάτων σχετικά με την Ιερά Εξομολογήση και μετά τις απορρίπτει όλες αφού υποστηρίζει εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα (βλ. "διγλωσσία"). Πιο συγκεκριμένα αναφέρει αρχικά τα εξής: α) "…ο εμπλουτισμός των επιστημών του ανθρώπου από τον θησαυρό της Ορθόδοξης Νηπτικής Παράδοσης θα είναι προς το συμφέρον τους…" β) "…να μην υιοθετούνται ανθρωπολογικές αντιλήψεις ασύμβατες με την Ορθόδοξη Παράδοση", γ) "Δίχως την νηπτική εμπειρία των κατά Χάριν θεών, δηλαδή των αγίων της Εκκλησίας, είναι αδύνατον να διατυπωθεί ουσιαστικός λόγος για το τι είναι πραγματικά ο άνθρωπος", δ) "Το θεόσδοτο αυτό μυστήριο της μετανοίας…δεν πρέπει να συγχέεταί με καμιά από τις διάφορες "ψυχο"-λογικές μεθόδους και "ψυχο"-θεραπευτικές τεχνικές", έ) "…δεν στηρίζεται σε ορθολογικές τεχνικές αλλά στον φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα", στ) "…δεν στηρίζεται σε κτιστές μεθόδους…", ζ) "…καμία ανθρωπίνη "ψυχο"-θεραπευτική μέθοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί υποκατάστατο της Ιεράς Εξομολογήσεως…", η) "Ο πνευματικός πρέπει να εξομολογεί ελεύθερος από προσχηματισμένες αντιλήψεις και ψυχολογικά ερμηνευτικά μοντέλα, αλλά προσευχόμενος και παρακαλώντας τον Θεό να τον φωτίση και να του αποκαλύψη την σωστή στάση και λύση στο πρόβλημά που καλείται να αντιμετωπίσει",  (η υπογράμμιση δίκη μας), και θ) "…η Εκκλησία μας να μην αποκλίνη από την φιλοκαλική της παράδοση και την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία της…".

    Όλες οι παραπάνω θέσεις  καταρρίπτονται από την αμέσως επομένη φράση : "Ας μην λησμονούμε ότι οι-καθόλου σπάνιες-ψυχιατρικές παθήσεις συνεπάγονται πολύ πόνο για τους νοσούντες και για τις οικογένειές τους. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που τα στελέχη της Εκκλησίας μας χρειάζεται να έχουν έγκυρη και έγκριτη ενημέρωση και καταρτισμό σχετικά με αυτά τα προβλήματα".  Παρά την φιλοτιμή προσπάθειά του ο π. Αδαμάντιος δεν μας πείθει για τα περί ενημέρωσης, καταρτισμού κ.λ.π. των ιερέων και κυρίως δεν μπορεί να μας πείσει ότι όπως γράφει στην επομένη παράγραφο "δεν αποσκοπεί στην μετατροπή των ποιμένων σε ψυχολόγους ή ψυχοθεραπευτές", διότι επιμένει στους όρους ενημέρωση αλλά και καταρτισμό!  Για να καταρτιστεί κάποιός σε κάτι, κατά τον κοινό νού, σημαίνει ότι πρέπει να "εκπαιδευτεί" στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Ναι ή όχι; Κατά το λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης του Ι. Σταματάκου (σελ. 507) ο καταρτισμένος είναι ο "καλώς εφοδιασμένος, πλήρης" ενώ η κατάρτισις ορίζεται και ως "εκπαίδευσις"! Αλλά και στο λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσης (Εκδ. "Πελεκάνος", σελ. 775) η λέξις "καταρτίζω" σημαίνει "προσφέρω σε κάποιον τις κατάλληλες γνώσεις ώστε να είναι κατατοπισμένος και προσανατολισμένος"! Άλλο λοιπόν η ενημέρωση και άλλο ο καταρτισμός! Αλλά και η έγκυρη και έγκριτη ενημέρωση πρέπει να έχει την μορφή της συνεχομένης επιμόρφωσης(τουλάχιστον) για να γνωρίζει ο κάθε κληρικός ανά πάσα στιγμή τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα των θεωριών και των μεθόδων που χρησιμοποιεί η επιστήμη. 

Σημείο 7ο : Για να δικαιολογήσει ο αρθρογράφος την παραπάνω άποψη περί ενημέρωσης και καταρτισμού των στελεχών της Εκκλησίας μας, βάζει στο στόμα του Αγίου Νεκταρίου λόγια που ποτέ δεν είπε αλλά και δεν εννόησε! Είναι (συγχωρέστε μας την έκφραση) η γνωστή καραμέλα της εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως. Πράγματι, ο Άγιος Νεκτάριος γράφει ακριβώς αυτό στο σύγγραμά του "Ποιμαντική" (Εκδ. "Άγιος Νικόδημος" στο Β' μέρος "Περί των προσόντων των πνευματικών ποιμένων", Κεφ. 4ο  "Επίκτητα διανοητικά προσόντα", σελ. 127-130). Τι εννοεί όμως με την λέξη "εγκυκλοπαιδική"; Αν εξετάσουμε την λέξη σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα εννοεί την γενική μόρφωσή που πρέπει να έχει κανείς χωρίς βέβαια να υπονοεί μόνο ή κυρίως την ψυχολογική! Ας αφήσουμε όμως τον Άγιο να μας πει τι εννοεί χωρίς δικές μας αυθαίρετες τοποθετήσεις και υποθέσεις. Εξηγεί αρχικά ο Άγιος Νεκτάριος ότι ο ποιμένας χρειάζεται α) φιλολογική και θεολογική μόρφωση για να χειρίζεται με ευκολία το "όπλο" του λόγου, και να γνωρίζει την Θεολογία με "συντεταγμένες θεολογικές γνώσεις και όχι συγκεχυμένες και ασύντακτες", β) την εκκλησιαστική μόρφωσή που συμπεριλαμβάνει την "Εκκλ. Τάξιν, τας τυπικάς διατάξεις, τας ακολουθίας,…την Εκκλ. Λειτουργίαν, και την Εκκλ. Μουσικήν"(σελ. 126), και γ) την εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Για την τελευταία διευκρινίζει ότι αυτός που δεν την κατέχει "στερείται των μέσων και των αναγκαίων επιχειρημάτων όπως αποκρούση και αποστομίση τους θρασείς αντιλέγοντας…δι' ο οφείλει να γινώσκη ακριβώς και τους κανόνας της Εκκλησίας ήτοι το κανονικόν δίκαιον, όπως κατ' αυτούς κρίνη και διοικεί την εκκλησίαν και τα εκκλησιαστικά ζητήματα και δύναται κατά το πνεύμα αυτών να νομοθετή".

Καθώς καταλαβαίνουμε ο άγιος επίσκοπος εννοεί την γνώση του κανονικού δικαίου της Εκκλησίας για να μπορεί και να διοικεί αλλά και να αποκρούει τους αιρετικούς και τους ανυπάκουους και όχι τους ψυχικά ασθενείς! Στην συνέχεια ο άγιος τονίζει ότι "ο επίσκοπος οφείλει να η πολυμαθής, διότι εστί χρεία να γινώσκη τας δοξασίας των ετεροδόξων εκκλησιών, ήτοι να η γνώστης της δογματικής διδασκαλίας αυτών…ώστε να δύνηται να αποκρούη πάσας τας προσβολάς των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών της Εκκλησίας και να λύη πάσας τας απορίας δια λόγου πειστικού και παρακαλή τους πάντας εν τη υγιαινούση διδασκαλία. Επίσης όπως παλαίση προς τον εκ της ιστορίας, η φιλοσοφίας η φυσικής φέροντα επιχειρήματα κατά της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού".

Στο παραπάνω κείμενο πουθενά δεν αναφέρει ο άγιος Νεκτάριος το παραμικρό για τους ψυχικά ασθενείς ή για την ψυχολογική ανακούφισή τους από τους πνευματικούς. Αντίθετα, επεξηγεί ακριβώς τι εννοεί με την φράση "εγκυκλοπαιδική μόρφωση" για να μην υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας.

Σημείο 8ο : "Ο πνευματικός πρέπει να εξομολογεί ελεύθερος από προσχηματισμένες αντιλήψεις…προσευχόμενος και παρακαλώντας το Θεό να τον φωτίσει και να του αποκαλύψει τη σωστή στάση και λύση στο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει. Ειδικά, όταν ο Ιερέας βρίσκεται μπροστά σε ψυχιατρικό πρόβλημα, τότε δεν αποπέμπει τον εξομολογούμενο, αλλά τον παραπέμπει στον κατάλληλο ειδικό για το πρόβλημα της υγείας του". Δηλαδή, μπορεί ο Θεός να μην ξέρει ή να μην θέλει να αποκαλύψη στον πνευματικό την σωστή λύση του προβλήματος ώστε να μπορεί να επέμβει ο "ειδικός"; Εδώ βλέπουμε ότι έχουν πέσει τα προσχήματα και πλέον αναφερόμαστε καθαρά σε "κατάλληλους ειδικούς" της ψυχικής υγείας! Μήπως τέλος αυτή η μη απάντηση από μέρους του Θεού υποκρύπτει μίαν αρρωστημένη ψυχολογία ορισμένων από εμάς τους κληρικούς ότι δεν χρειαζόμαστε οι ίδιοι εξομολόγηση ενώ την συστήνουμε στους άλλους; Αλήθεια, αν ο ιερέας αυτός σε μια τέτοια δύσκολη περίπτωση απευθυνόταν στον πνευματικό του ή σε έμπιστο, διακριτικό και "χαριτωμένο" γέροντα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Και τέλος, τι γινόταν τόσους αιώνες πριν έρθει η "βοήθεια" των ειδικών; Κατά το δεί λεγόμενον, "πήγαιναν" οι άνθρωποι σαν τα σκυλιά στα αμπέλια;

Σημείο 9ο : Θεωρούμε απαράδεκτη την άποψη του π. Αδαμαντίου πως "το κατ' εξοχήν έργο και σκοπός της Εκκλησίας…είναι η σωτηρία του ανθρώπου, νοουμένη ως η απαλλαγή του από τα πάθη της πεπτωκυίας του φύσεως, ο φωτισμός του, ο αγιασμός του και η θέωσή του…Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι η Εκκλησία παραβλέπει τις οδύνες του ανθρωπίνου βίου". Μπορεί ο π. Αδαμάντιος να εκφράζει την άποψή του όχι όμως και να την παρουσιάζει ως θέση της Εκκλησίας. Κατά την γνώμη του λοιπόν η σωτηριώδης αποστολή της Εκκλησίας δεν προσφέρει στον άνθρωπο παρά μόνο την θέωσή του. Μια "θέωση" που δεν καθαρίζει την αμαύρωση της εικόνας (κατ' εικόνα) του Θεού αφού ο άγιος ή ο θεούμενος, αν και θεούμενος, δεν ελαφρύνεται από τις οδύνες του επιγείου βίου του!

Σημείο 10ο : "Είναι αναγκαίο όμως να είναι σαφή και διακριτά τα όρια μεταξύ της  μυστηριακής προσφοράς των σωστικών δωρεών της Θείας Χάριτος και των ανθρωπίνων μέσων ανακούφισης του ανθρωπίνου πονού". Τι να πρωτοπεί εδώ κανείς ή για τι να πρωτοκλάψει! Βάζει ο π. Αδαμάντιος όρια στην άκτιστη Θεία Χάρη μετά από τα οποία κινείται εκτός αντικειμένου στα άγονα, χέρσα χωράφια της ανθρωπίνης μικρότητος και ανεπαρκείας. Πολύ φοβούμαστε πως ένα τέτοιο επιχείρημα πλησιάζει την βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος! Τίποτε άλλο δεν θα πούμε για το σημείο αυτό γιατί θα πρέπει να πούμε πράγματα και αλήθειες που θα πονέσουν πολύ. Ευχόμαστε μόνον να γίνει σύντομα ανάκληση του επιχειρήματος αυτού!

Σημείο 11ο : "Καλούμαστε να αναζητήσουμε τρόπους φιλόστοργης παρουσίας της εκκλησιαστικής διακονίας στον ευαίσθητο χώρο συνάντησής της σύγχρονης ποιμαντικής πράξης με το μείζον πρόβλημα διαταραχών και των επιπτώσεων τους στη ζωή των ανθρώπων". Άλλο π. Αδαμάντιε το να αγαπήσουμε τον πονεμένο άνθρωπο όπως έκαναν οι παππούληδές μας πριν πολλά χρόνιά που η κοινωνία μας ήταν πιο ανθρωπίνη και άλλο το να ξεκινήσουμε την έρευνα για εξεύρεση φιλοστόργων τρόπων διακονίας ώσαν να μην υπάρχουν πολλά τέτοια δείγματα στη σημερινή πολυσχιδή εκκλησιαστική διακονία. Μην παρουσιάζεστε ως οι φωστήρες που θα υποκαταστήσουν ή έστω θα υποδείξουν κατά τις ανάγκες του "σύγχρονου" ανθρώπου το  αγαπητικό έργο της Εκκλησίας, ούτε και αυτοί που θα δώσουν τα "φώτα" τους σε αμαθείς, άσπλαχνους, επαγγελματίες παπάδες. Δεν είναι μήπως λίαν αγαπητική η σχέση πνευματικού πατρός και πνευματικού τέκνου του; Έχει πιο πολλή αγάπη για το πλάσμα του Θεού ο "ειδικός" από τον πνευματικό; Για να απαντήσουμε στο θέμα αυτό θα σάς παραπέμψουμε στο 68ο τεύχος της "Θεολογίας" στην εκτενέστατη και αξιομνημονεύτη εργασία του καθηγητού Μ. Φαράντου "Επιστήμη και Θρησκεία" (σελ. 797 και εξ.). Συγκεκριμένα στην σελίδα 797 ο Καθηγητής γράφει πολύ χαρακτηριστικά : "Μέγιστον κίνητρον του Εξομολογού είναι η αγάπη του προς τον πάσχοντα Αμαρτωλόν, εις αντίθεσιν προς τον Ψυχοθεραπευτήν,…με κίνητρα οικονομικά, προσωπικής προβολής κ.λ.π."

Γιατί προσπαθούμε όμως να αποπροσανατολίσουμε τους πάντες με δήθεν φιλόστοργες αναζητήσεις; Η διαφορά μεταξύ Ψυχολογίας/Ψυχιατρικής και Θεολογίας είναι χαώδης. Θέλετε μερικά παραδείγματα; Πρώτα-πρώτα ο λεγόμενος φόβος των αρχαρίων. Για την Θεολογία μας αυτός είναι φόβος που οδηγεί τους αρχαρίους στην πιστή, στο να μισούν την αμαρτία και να τηρούν τις εντολές του Θεού και αυτό το επιβεβαιώνουν Πατέρες όπως οι: Πέτρος ο Δαμασκηνός, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης της Κλίμακος, Μάξιμος ο Ομολογητής, αδελφοί Ξανθόπουλοι, Νικητάς Στηθάτος! Τον ίδιο φόβο η Ψυχολογία δια στόματος S. Freud θεωρεί ως "νευρωτικό τελετουργικό προς τας ιεράς τελετάς του θρησκευτικού τυπικού…" καθώς μας διευκρινίζει ο Μ. Φαράντος. Ο ίδιος βεβαιώνει πως άλλοι "ειδικοί" αποκαλούν τις θρησκευτικές διδασκαλίες ως "ψευδαισθήσεις" και την θρησκεία ως "νεύρωση που κατάγεται εκ του Οιδιποδείου συμπλέγματος"! Τι θα συζητήσουμε λοιπόν με όλους αυτούς; Πως θα τους αντιμετωπίσουμε; Μάλλον με τα όπλα που συστήνει ο Άγιος Νεκτάριος για την αποκρούση των εξωτερικών εχθρών της Εκκλησίας, δηλαδή την φιλολογική, την θεολογική και την εγκυκλοπαιδική μόρφωση!

Στο σημείο αυτό δραττώμεθα της ευκαιρίας  να εκφράσουμε την αντίθεσή μας με συγκεκριμένες πρακτικές άλλων σεβαστών επιστημόνων όπως ο Καθηγητής κ. Α. Σταυρόπουλος που μάλλον θολώνει τα νερά όταν γράφει στον "Εφημέριο" (τευχ. Δεκεμβρίου 2000, σελ. 13-17) πως "ακόμη και ιερείς και οι οικογένειες τους καταφεύγουν στους ψυχολόγους για να βρουν την ανακούφιση και την λύση των προβλημάτων τους". Αναφερόμενος πάντα στο Γραφείο Συμβουλευτικής που τελεί υπό την εποπτεία του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το Κέντρο Ψυχικής Υγείας! Μήπως να συστήσουμε στους ιερείς αυτούς να βρουν πνευματικό ή να ψάξουν, με την βοήθεια του Θεού, για ένα πιο έμπειρο και διακριτικό πνευματικό που δόξα τω Θεώ ακόμη υπάρχουν αρκετοί;

    Αναφερθήκαμε πιο πάνω στη "διγλωσσία" ή να πούμε καλύτερα στη σύγχυση που επικρατεί μεταξύ "ψυχο"-ειδικών. Καλόν θα ήταν να δώσουμε μερικά ακόμη παραδείγματα για να γίνουμε πιο σαφείς. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό έντυπο της Ε.Π.Ι.Ψ.Υ (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής),μέσω των εφημερίδων, με θέμα την σχιζοφρένεια. Στο έντυπο αυτό αναφερόταν αρχικά πως ο ρόλος της κληρονομικότητος είναι σημαντικός, ενώ σε άλλο σημείο ότι η οικογένεια δεν ευθύνεται για την αιτιολογία της σχιζοφρένειας!

Επίσης, οι "ειδικοί" αυτοί διερρήγνυαν τα ιμάτια τους ότι "τα φάρμακα δεν είναι εθιστικά", ενώ αλλού τους ξέφυγε(;) μάλλον  πως οι σχιζοφρενείς "ενδέχεται να εμφανίσουν επικίνδυνη συμπεριφορά η οποία οφείλεται στην παραμέληση της φαρμακευτικής θεραπείας" και "ότι η διακοπή των φαρμάκων διπλασιάζει σχεδόν τις πιθανότητες για υποτροπή"!

Ένα άλλο παράδειγμα  συναντά κανείς στο διαδίκτυο (http://users.otenet.gr/~styliant/psycho-analysis.htm)  όπου ο π. Α. Στυλιανάκης εξηγεί τα της Ψυχολογίας. Ο π. Αντώνιος ισχυρίζεταί πως "…μπορεί κανείς να είναι ισορροπημένος ψυχολογικά…και να απέχει από την σωτηρία, να απέχει από τον Θεό, αφού τον έχει αρνηθεί", ενώ σε άλλο σημείο παραδέχεταί πως "αναμφισβήτητα η αγιότητα σημαίνει ανακαινισμένο άνθρωπο και…τότε όλα τα σκοτεινά σημεία φωτίζονται και η προσωπικότητα ισορροπεί"! Για την Ψυχολογία μπορεί να είναι κανείς ισορροπημένος ψυχολογικά είτε είναι κοντά στο Θεό είτε Τον έχει αρνηθεί! Για την Θεολογία όμως αυτό είναι αντίφασις για να μην πούμε αντίφασις!

Ο Καθηγητής κ. Α. Σταυρόπουλος διερωτάται στον "Εφημέριο" (Ιούλιος 2000, σελ. 19-21) "αν υπάρχει κάτι ανάλογο στην Ορθόδοξη Θεολογία, όπως για παράδειγμα η "νευρολογική ή ψυχιατρική κλινική σημειολογία" η οποία ταξινομεί και παραθέτει τα βασικά συμπτώματα των ψυχιατρικών διαταραχών;…" Εντύπωση μεγάλη προκαλεί αυτή η απορία του καθηγητού αφού μάλιστα τα πατερικά κείμενα βρίθουν "κλινικής σημειολογίας"! Ας κάνει τον κόπο ο κ. Σταυρόπουλος να μελετήσει έστω έναν από τους Πατέρες-κλινικούς ψυχολόγους, όπως τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο. Για να τον διευκολύνουμε, αναφέρουμε  λίγα ψήγματα της θεφώτιστης σκέψης του. Στη σελίδα 95 ο Αββάς ανφέρεται στις επιπτώσεις από την ανυπαρξία της νηστείας: "έρχεται ζάλη εις την κεφαλήν, και βάρος του σώματος πολύ μετά ατονίας των ώμων, όθεν αναγκάζεται να παραλείπη το έργον του Θεού επειδή επέρχεται αυτώ η οκνηρία. Εκ τούτου προέρχεται η αμέλεια…σκότωσις και ψυχρότης της διανοίας, νους χαύνος και παχύς και αδιάκριτος…ακηδία πολλή εις πάσαν θείαν εργασίαν…αργία πολλή εις τα αναγκαία του σώματος…χυμός πολύς συναγόμενος εις όλα τα μέλη του σώματος, φαντασίαι ακάθαρτες και αισχρές κατά τας νύκτας…". Σε άλλο σημείο ο Άγιος Ισαάκ (σελ. 126) διδάσκει πως "η ακηδία γεννάται εκ του μετεωρισμού της διανοίας, ο δε μετεωρισμός εκ της αργίας των έργων και της αναγνώσεως, και εκ των ματαίων συνομιλιών, η εκ του κόρου της κοιλίας". Ακόμη (σελ. 73) αποδεικνύει ότι "όστις δεν γνωρίζει την ιδίαν αυτού ασθένειαν, στερείται της ταπεινώσεως, ο δε στερημένος της ταπεινώσεως, υπάρχει στερημένος και της τελειότητος, ο δε στερημένος της τελειότητος, πάντοτε είναι περίφοβος…" Πολλά άλλα μπορεί να μελετήσει στα υπέροχα πατερικά συγγράματα. Σύμφωνα δε με τα παραπάνω εκτεθέντα, σε κάποιον που πάσχει  από ακάθαρτες φαντασιώσεις κατά την διάρκεια της νυκτός, ο διακριτικός πνευματικός που μελετά την Ορθόδοξη Πατερική Ψυχοθεραπεία μπορεί κάλλιστα να συστήσει περισσότερη νηστεία, προσευχή, εγκράτεια κ.α. σε βαθμό που να μην τραυματίσει, αντί να θεραπεύσει, την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου! Ο Ψυχίατρος πως θα τον αντιμετωπίσει και τι είδους φάρμακα θα του δώσει; 

Είναι όμως ώρα να κλείσουμε αυτήν την παρέμβαση εκφράζοντας την απορία μας γιατί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεος  φιλοξενεί στο περιοδικό του ένα τέτοιο άρθρο. Αν αυτή η δημοσίευση σημαίνει και αναθεώρηση των μέχρι πρότινος πατερικών τοποθετήσεών του καλόν θα ήταν να έχουμε μια σχετική ενημέρωση (δεν είναι προσταγή ή έλεγχος αυτή η επιθυμία, αλλά υική παράκλησις). Συνεχίζει ο Σεβασμιώτατος να ασπάζεται τα όσα έχει γράψει μέχρι τώρα στα βιβλία του :"Η Αποκάλυψη του Θεού", "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", "Συζητήσεις για την Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", "Ψυχική ασθένεια και υγεία", "Εκκλησιαστικό Φρόνημα", και τόσα άλλα που ενέπνευσαν πολλούς κληρικούς και λαικούς, θεολόγους και μη. Εμείς πάντως αποδεχόμαστε τις θέσεις του Σεβασμιωτάτου σχετικά με την Ψυχοθεραπεία (από το βιβλίο "Ψυχική ασθένεια και υγεία", σελ. 54): "Δεχόμαστε κατ' οικονομίαν τις απόψεις της συγχρόνου Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας σε δυο περιπτώσεις. Πρώτη, για εκείνους τους ανθρώπους των οποίων…εβλάφθησαν τα νεύρα του σώματος. Σ' αυτήν την περίπτωση δεχόμαστε, κυρίως, την νευρολογία. Δεύτερη, είναι οι άνθρωποι που δεν θέλουν να έχουν σχέση με την Εκκλησία και τα μυστήριά της. Νομίζω αυτοί μπορούν να βοηθηθούν, για να μην φθάσουν στην τρέλλα. Κάτι είναι και αυτό…στη φρικτή φυλακή της απελπισίας στην οποία βρίσκονται".

Επίσης, μια ακόμη αλήθεια είναι το ότι εμείς οι ποιμένες (διοικούντες και διοικούμενοι) -παντός βαθμού- ελάχιστα ενδιαφερθήκαμε να καταρτιστούμε και να ενημερωθούμε από ανεξάντλητη πηγή και εμπειρία ψυχοθεραπείας, την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία (τουλάχιστον συστηματικά). Και έτσι δώσαμε με την δική μας "αγραμματοσύνη" στους "ειδικούς" να φαντάζουν ως επίγειοι "σωτήρες". Μαζί με την "αγραμματοσύνη" και η δίκη μας αφασία όπως έλεγε ο Μακαριώτατος προ ετών για κάποιο άλλο θέμα! Μα πως να διδαχθούμε την Πατερική σοφία όταν εμείς οι ίδιοι δεν ενδιφερόμαστε γι' αυτήν; Όταν αυτή δεν διδάσκεται επαρκώς και ειδικώς (προς τους κληρικούς) από τους ακαδημαικούς θεολόγους; Όταν μιλάμε για "απεξηραμμένα βότανα" και "εποχή" των πατέρων η οποία έχει λήξει έδω και πολλούς αιώνες; Όταν συστήνεται να μην χρησιμοποιούνται τα πατερικά χωρία στα κηρύγματα από άμβωνος; Όταν ενώ ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος ομιλεί και γράφει περί της Πατερικής Θεολογίας και της Παραδόσεως της Εκκλησίας μας, άλλοι γράφουν στη "Σύναξη" : "…είναι καιρός να προχωρήσουμε σε μίαν υπέρβαση της "Πατερικής" Θεολογίας…με υπέρβαση του "πνεύματος" και του "ύφους" της πατερικής περιόδου…" (τευχ. 38, σελ.56 Π. Βασιλειάδη), "…η τσιτατολογική (sic) χρήση των Πατέρων ως αυθεντιών προδίδει ασφαλώς την ημιμάθεια του χρήστη…"(τ. 73, σελ. 75, Ε. Βουλγαράκη-Πισινά), "Τα Πατερικά κείμενα…μετετρέπονται σε σύμβολα συσπειρώσεως και οπλοστάσια για την προάσπιση των υποκειμενικών επιλογών…αναδύεται ένας σκληρός φονταμενταλισμός που νεκρώνει την αλήθεια της πίστεως…" (τ. 56, σελ. 74, Γ. Μαντζαρίδης) και τόσα άλλα "ανερυθρίαστα" κείμενα; Όταν, όταν…! Άλλη Θεολογία έχουμε εμείς οι "φονταμενταλιστές" (σύμφωνα με τα λεγόμενα του προαναφερθέντος καθηγητού!) και άλλη οι κύριοι καθηγητές των σχολών μας; Ο Καθηγητής κ. Ι. Κορναράκης έγραφε πρόσφατα ότι "δεν υπάρχει Ορθόδοξη Θεολογία εξωεκκλησιαστική, ή υποκειμενική ή ιδιωτική ή ακαδημαική ή ορθολογιστική ή "θεολογία των καθηγητών" κατά προτεσταντικά πρότυπα…η Ιεραρχία (η εκάστοτε) διευκόλυνε ή ανέχθηκε σιωπηρώς την δημιουργία αυτονόητου ψυχολογικού κλίματος, για ανάπτυξη προσωπικών "θεολογιών" απαξιωτικών της γνησιότητος της ορθοδόξου μας παραδόσεως…" ("Ορθ. Τύπος", 17 Μαίου 2002).

Μια τελευταία σκέψις μας είναι να καταρτιστούν και ενημερωθούν οι "Ψυχο"-ειδικοί κληρικοί και λαικοί στα νάματα της Ορθοδόξου Παραδόσεως και αφού πρώτα ξεκαθαρίσουν τα στοιχεία εκείνα των επιστημών αυτών που βοηθούν στην αναγνώριση των διαφόρων προβλημάτων του κόσμου (επιλεκτικά, μερικά στοιχεία της συμπτωματολογίας και εφ' όσον αναγνωρίσουν στον άνθρωπο προπτωτική κατάσταση με ότι αυτό συνεπάγεται), να συνεργαστούν τότε με τους πνευματικούς για να εφαρμόσουν θεραπευτικές μεθόδους που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας. Εκός και αν επιμένουν να δίνουν ορθόδοξη μαρτυρία στους αλλοθρήσκους, αθρήσκους και αρνητές της πίστεως μας και μόνον!

       Δεν επιθυμούμε να γίνουμε κριτές των άλλων, αλλά να εφοδιαστούμε με όλα τα απαραίτητα εφόδια πατερικής σοφίας για να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας την μεγίστη δυνατή βοήθεια. Μην πείτε ότι κανείς δεν μας εμποδίζει να το πράξουμε τούτο ο καθένας κατ' ιδίαν, γιατί το ζητούμενο δεν είναι να το κάνει οποίος θέλει και ενδιαφέρεται, αλλά να αποτελεί κοινή πρακτική για όλους αφού όλοι κάποια στιγμή μπαίνουν στον χώρο διακονίας του συνανθρώπου μέσα από τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κλείνουμε ασπαζόμενοι την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Μον. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, "Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς", Θεσ/νίκη 1976, σελ. 144) : "…νοσεί το λογικόν της ψυχής εκείνου, που νομίζει την διάνοιάν του πιστοτέραν από την διδασκαλίαν του Αγίου Πνεύματος και μη αποδεχόμενος, ότι αι θείαι εντολαί αποτελούν <<μέγα και τέλειον ίαμα ψυχής>>, αλλά και του Αγίου Ισαάκ του Σύρου ("Οι Ασκητικοί Λόγοι Αββά Ισαάκ του Σύρου", Εκδ. "Απόστολος Βαρνάβας" σελ. 60): "… ο έχων την κοσμικήν γνώσιν… όχι μόνο είναι αδύνατον να υποδεχθεί εκείνην την πνευματικήν γνώσιν, αλλά ούτε δυνατόν να αισθανθεί αυτήν παντελώς εν αισθήσει… έως ότου δεν απαρνηθώσι την κοσμικήν γνώσιν… και την πολύπλοκον αυτής μέθοδον και να σταθώσιν εις το νηπιώδες φρόνημα της πνευματικής γνώσεως…δια τούτο και ο Κύριος είπεν "εάν μη στραφήτε  και γένησθε ως τα μικρά παιδία, δεν δύνασθε να εισέλθητε εις την βασιλείαν  του Θεού".

Μετά τιμής,

Πρεσβύτερος Στέφανος Στεφόπουλος

Εφημέριος Ι.Ν.Αγ. Δημητρίου Αμπελοκήπων

 

Αναδημοσίευση από τον ΟΡΘΡΟ 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ

ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

κ. Ιωάννη Κορναράκη

ομ. Καθηγητή Ποιμαντικής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

    Η πληροφορία του πρώτου τεύχους του περιοδικού ΨΥΧΗΣ ΔΡΟΜΟΙ (Ιούνιος 2011, τεύχος 1, σελ. 156 εξ.), ότι, «Η τελευταία δεκαετία είδε να ανατέλλει μια καινούργια πρωτοβουλία στο στάδιο της συνάντησης ορθόδοξης Θεολογίας και Ψυχολογικών Επιστημών», είναι ενδιαφέρουσα εκ πρώτης όψεως.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω πληροφορία δίνει την εντύπωση ότι με αυτήν την συζυγία Ορθόδοξης Θεολογίας και Ψυχολογικών επιστημών, καλείται η πρώτη -με την παρουσία της σε διεθνείς χώρους και περιβάλλοντα επιστημονικά- να δώσει τα δικά της μηνύματα στους σχετικούς ανθρώπινους προβληματισμούς, μέσω ενός μεγάλου πλήθους εκπροσώπων της, οι οποίοι θα εκφράζουν -ο καθένας με τον δικό του τρόπο- τα θεολογικά αυτά μηνύματα και, μάλιστα, ανάλογα με τον βαθμό της βιούμενης προσωπικής ορθόδοξης πίστη τους, αλλά και ανάλογα, βεβαίως, και με την θεολογική τους κατάρτιση.

Ωστόσο, αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα προσφοράς θεολογικού μηνύματος από ορθοδόξους ψυχοθεραπευτές, κινδυνεύει να εμπλακεί στο πρόβλημα του κάθε ψυχοθεραπευτή να χειρίζεται και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά δύο ταυτότητες: του ορθόδοξου πιστού (κληρικού η λαϊκού) και του επαγγελματία επιστήμονα.

Οι δυο αυτές ταυτότητες, υφιστάμενες σε ένα άτομο, διακρίνονται εμφανώς για τις ουσιαστικές λειτουργικές και άλλες διαφορές τους, όπως αυτές γίνονται διακριτές από τους διαφορετικούς κοινωνικούς τους ρόλους. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν να ταυτίζονται λειτουργικώς, αλλά και να ισοζυγίζονται αξιολογικώς.

Πέραν, όμως, αυτού του γεγονότος -ως ενυπάρχοντος στο ίδιο άτομο, στον ίδιο φορέα-, οι δύο αυτές ταυτότητες βρίσκονται υποχρεωτικώς υπό την κηδεμονία ενός ανθρώπινου ψυχισμού. Βρίσκονται, δηλαδή, υπό την κηδεμονίαν, όχι μόνον του συνειδητού, αλλά -το χειρότερο- και υπό την κηδεμονίαν του ασυνειδήτου ψυχισμού. Ιδιαίτερα εμπλέκονται, ούτως η άλλως, σε υποσυνείδητες ενδοψυχικές συναρτήσεις, οι οποίες διαταράσσουν την σχέση του φορέα τους με την οφειλομένη θεραπευτική πρακτική!

Τα ακόλουθα δύο παραδείγματα στηρίζουν του λόγου το ασφαλές.

1. Κληρικός ψυχίατρος πρότεινε -ως θέμα προς συζήτηση από ομάδα ψυχιάτρων, ψυχολόγων και θεολόγων- προσωπικό του πρόβλημα, το οποίο συνειδητοποίησε κατά την συμβουλευτική του συζήτηση με τους γονείς ενός αλλόθρησκου παιδιού, την θεραπευτική φροντίδα του οποίου είχε ο ίδιος αναλάβει: ενώ ήθελε να μιλήσει στους γονείς αυτούς, ως κληρικός, για την θρησκευτική πλευρά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, κάποια εσωτερική αναστολή τον εμπόδισε να αρθρώσει τον λόγο που επιθυμούσε. Την επόμενη Κυριακή, ωστόσο, στο κήρυγμά του, μίλησε ελεύθερα επί του θρησκευτικού αυτού θέματος.

Εξετάζοντας το ζήτημα, η ομάδα κατέληξε στο συμπέρσμα ότι, εν προκειμένω, ο εν λόγω κληρικός ψυχίατρος ενήργησε με δύο ταυτότητες, η μία εκ των οποίων -η ψυχιατρική ταυτότητα- απώθησε την άλλη -την ιερατική ταυτότητα-, η οποία θα μείωνε πιθανώς, στα μάτια των γονέων, το κύρος της ιατρικής του εικόνας. (Σημειωτέον ότι, σε μια τέτοια απώθηση, δεν απουσιάζει μια νύξη εσωτερικής ενοχής για την απώθηση της ιερατικής του συνειδήσεως).

2. Αντίθετο περισταστικό εντοπίσθηκε σε αίθουσα αναμονής ψυχιατρικού ιατρείου: ο ψυχίατρος (λαϊκός με θεολογικό πτυχίο) υποχρέωνε τους αναμένοντας ασθενείς να κρατούν κομποσχοίνι μέχρις ότου να έλθει η σειρά τους να εξετασθούν. Ο παθών που έδωσε την πληροφορία, εκράτησε το κομποσχοίνι επί δύο ώρες!!!

Είναι προφανές ότι, ο εν λόγω ψυχίατρος -με έντονη θρησκευτική συνείδηση (και ιεραποστολική δράση)- συνεπαρμένος από την θρησκευτική του αυτοσυνειδησία, απώθησε την ψυχιατρική του ταυτότητα.

Τα δύο αυτά παραδείγματα δείχνουν το πόσο προβληματικός, η επικίνδυνος, μπορεί να αποδεικνύεται, για την ορθόδοξη θεολογία, ο όρος ή ο τίτλος ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής, σε κάποιες περιπτώσεις πρακτικής θεραπευτικής.

Αλλά, στο ίδιο άρθρο του περιοδικού ΨΥΧΗΣ ΔΡΟΜΟΙ και στην ίδια σελ. 156, ο συντάκτης του -εξαίροντας τα «νέα ανοίγματα», που επιτυγχάνει η μετανεωτερικότητα- επισημαίνει με ικανοποίηση ότι: «η εν γένει καθυστέρηση στη συνάντηση Ορθόδοξης Θεολογίας και μετανεωτερικότητας δεν είχε αποδώσει στον ορθόδοξο κόσμο παρόμοιους καρπούς».

Κατά τον συντάκτη, δηλαδή, η εμφάνιση τοπικών και διεθνών συνεδρίων ορθόδοξων ψυχοθεραπευτών οφείλεται στην συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με την μετανεωτερικότητα, η οποία «απέδωσε καρπούς». Αλλά, ποιούς ακριβώς «καρπούς»; Ας δούμε τους «καρπούς» αυτούς στον ελλαδικό χώρο, μέσω των παρακάτω στοιχείων από τα αρχεία μας.

Α. Λαϊκός ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής δημοσιεύει, στο περιοδικό της Εκκλησίας ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ, άρθρο με τίτλο: «Η Ψυχανάλυση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας».

Θεολογικώς, αυτό σημαίνει ψυχανάλυση του Χριστού, αφ’ ης στιγμής στο Μυστήριο αυτό είναι ζων ο Χριστός!!!

Β. Λαϊκός, επίσης, ορθόδοξος ψυχίατρος δημοσιεύει, σε περιοδικό Μητροπόλεως, άρθρο με τίτλο: «Η Ευλογία της Παγκοσμιοποίησης». Το εν λόγω κείμενο έχει σαφώς θριαμβικό χαρακτήρα και δείχνει την ευφροσύνη του συντάκτη του, ο οποίος χαίρεται γιατί θα έλθει η Παγκοσμιοποίηση ως λαίλαπα και θα καύσει όλες τις παραδόσεις (και, φυσικά, την χριστιανική παράδοση), για να προέλθει, τελικώς, «κάτι νέον»!!!

Γ. Κληρικός ψυχοθεραπευτής -εταίρος σε ημερίδα με θέμα «Ποιμαντική Ψυχολογία και Εξομολογητική»- όταν καλείται σε κάποια στιγμή, να εκφράσει την θέση του ως εξομολόγος, διαρρηγνύει τα ράσα του ότι δεν είναι εξομολόγος, αλλά ψυχοθεραπευτής!!!

Δ. Κληρικός ψυχίατρος είχε εγκαταστήσει στον ενοριακό Ναό, στον οποίο υπηρετούσε, ψυχιατρικό ιατρείο. Όταν μια κυρία από την Σερβία τηλεφώνησε για να πάει να εξομολογηθεί, στο τηλέφωνο βγήκε η ψυχιατρική βοηθός του, η οποία είπε στην κυρία ότι, για να εξομολογηθεί, θα πρέπει πρώτα να περάσει από ιατρική εξέταση -που, τότε στοίχιζε 20.000 δραχμές- και μετά να εξομολογηθεί.

Ε. Ο ίδιος κληρικός ψυχίατρος, μέτοχος σε τηλεοπτική συζήτηση για τον διάβολο, δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και να ειπεί την θέση της Εκκλησίας πάνω στο θέμα αυτό. Ήταν μεν παρών, αλλά εκκλησιαστικώς απών. Σχολιάστηκε δυσμενώς από πολλούς τηλεθεατές!

ΣΤ. Ο υποφαινόμενος εγγυήθηκα σε φιλικό ζευγάρι το χριστιανικό ήθος λαϊκού ψυχιάτρου, εραστή των μοναστηριών, προκειμένου αυτός να αναλάβει την ψυχοθεραπευτική αγωγή της θυγατέρας τους. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, πληροφορήθηκα ότι, ο εν λόγω ψυχίατρος προέτρεψε την θυγατέρα τους να δοκιμάσει μια παθολογική εκτόνωση με ελεύθερες σχέσεις, προτροπή που την ταλαιπώρησε και που ενέπλεξε ολόκληρη την οικογένεια σε μακροχρόνια προβλήματα.

Και μόνον αυτά τα περιστατικά είναι ενδεικτικά των «καρπών» που μπορεί να προκύψουν από ορθόδοξους ψυχοθεραπευτές, οι οποίοι είναι φορείς ενός διπλού τίτλου, το αξιολογικό βάρος του οποίου πέφτει κυρίως στην πρώτη ταυτότητα. Ασυνεπείς και αδιάφοροι για την χριστιανική τους ταυτότητα, ευτελίζουν μαζί και το επαγγελματικό τους ήθος.

Το πρόβλημα, δηλαδή, που προκαλεί η συνύπαρξη δύο ταυτοτήτων σε ένα άτομο είναι φανερό και αυτονόητο! Διότι, κάθε ταυτότητα έχει τις δικές της αξιώσεις λειτουργίας, και συνεπαίρνει με την δική της ψυχοδυναμική, ολόκληρο τον φορέα, που την ενστερνίζεται. Μοιάζει με μια ψυχή, στην οποίαν, όμως, συνυπάρχουν δύο ταυτότητες, δηλαδή, δύο ψυχές. Εδώ βγαίνει αληθινός ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, όταν επισημαίνει: «Ανήρ δίψυχος, ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού».

   Η μεγαλύτερη, όμως, σύγχυση και διαταραχή της προσωπικότητας παρατηρείται στην περίπτωση του ορθόδοξου ψυχοθεραπευτή, ο οποίος έχει περιπτυχθεί τρυφερά την μετανεωτερικότητα. Και τούτο διότι, από δεκαετίας και πλέον, η μετανεωτερικότητα μάχεται την ορθοδοξία της χριστιανικής μας παραδόσεως, ειδικώτερα δε την πατερική θεολογία.

Εν προκειμένω, υπενθυμίζουμε ότι, ήδη το 2003, η μετανεωτερικότητα εισέβαλε στον χώρο της θεολογίας της Εκκλησίας, με κείμενο στο περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ, με τίτλο «Το Θεολογικό Υπόβαθρο της Λειτουργικής Αναγέννησης». Στο κείμενο αυτό, η μετανεωτερικότητα αξίωνε διαρκή επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της Εκκλησίας και του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, με κριτήριο τις εξελίξεις των κοινωνικών επιστημών και της τεχνολογίας!!! Αν η ταυτότητα της Εκκλησίας και το Μυστήριον είναι ο ζων Χριστός, αξίωναν -λίγο πολύ- τον διαρκή επαναπροσδιορισμό του Χριστού! Για τον λόγο αυτόν, είχε καταγγελθεί επισήμως στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ως διανοίγουσα δρόμο «εντός του χώρου της Αγιωτάτης ορθοδόξου Εκκλησίας, στην σαρωτική των αξιών λαίλαπα της Νέας Εποχής, της Νέας Τάξεως Πραγμάτων στην ζωή του κόσμου!».

Κατά συνέπεια, όταν θεοποιεί την μετανεωτερικότητα, ο μετανεωτερικός ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής αντιφάσκει έναντι του ίδιου του εαυτού, διότι αντιφάσκει έναντι της ορθόδοξης ταυτότητάς του. Πρόκειται εδώ για ένα είδος ενδοψυχικής συγκρούσεως και αντιφάσεως, που εγγίζει τα όρια μιας σχιζοφρένειας!!!

Ορθόδοξος, εναντίον του ορθόδοξου(;) εαυτού του!

Με την ευλογία της μετανεωτερικότητας, ο ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής αρνείται το αγιοπνευματικό κύρος της θρησκευτικής του ταυτότητας. Και με τις θεωρίες και τις θέσεις του, επιδιώκει την κατασκευή μιας «ορθόδοξης θεολογίας», η οποία καταντά φάντασμα της υπολανθάνουσας, στον ασυνείδητο ψυχισμό του, ανορθοδοξίας!!!

Ας απαλειφθεί από τα τοπικά και διεθνή συνέδρια των ορθοδόξων ψυχοθεραπευτών ο πρώτος χαρακτηρισμός των συνέδρων: «ορθόδοξος». Και τότε, ας γράφουν κι ας κηρύττουν ό,τι θέλουν.

Ας μη διαπομπεύεται η Ορθοδοξία με τον όρον αυτόν!

Τους «αγλαούς καρπούς» των μετανεωτερικών αυτών συνεδρίων ας τους κρατήσουν για τη δική τους ανορθοδοξία! Ιδίως οι παροικούντες εν Ελλάδι ψυχοθεραπευτές που μας έχουν επαρκώς αποδείξει την δική τους ανορθοδοξία!!!

 

Πηγή: Περιοδικό «Κοσμάς Φλαμιάτος», τχ. 10 (2011)

 

Περί της πρεσβείας των αγίων

"ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ"

panagopoulos

Δημήτριος Παναγόπουλος

1916-1982

"Εδούλευσεν εις το Ευαγγέλιον" (Φιλιπ.β' 22)

«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην»

(Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).



Η ημετέρα Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει σταθερώς, ότι δυνάμεθα να έχομε την πρεσβεία των Αγίων, δηλαδή να επικαλεσθώμεν τους αγίους, όπως βοηθήσωσιν ημάς και ενισχύσωσι δια των προς τον Ύψιστον δεήσεων αυτών.

Όμως οι «Ευαγγελικοί» επιτίθενται σφοδρότατα εναντίον της διδασκαλίας και της πράξεως ταύτης της ημετέρας Εκκλησίας, θεωρούντες αυτήν, όχι μόνον περιττή και ανωφελή, αλλά και τουτ' αυτό ασεβή, ως εναντιουμένην, δήθεν, εις αυτήν την Αγία Γραφή! Συνιστώμεν την μετά προσοχής μελέτην του κεφαλαίου τούτου, είναι εν εκ των θεμάτων εκείνων, δια των οποίων ζαλίζουσι και παρασύρουσι τα αθώα, αφελή και αμέριμνα θύματα των.

Τα ρητά της Αγ. Γραφής, τα οποία προβάλλουσι προς υποστήριξιν της γνώμης των, είναι κατά σειράν τα εξής εκ της Κ. Διαθήκης:

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς' άρατε τον ζυγόν μου εφ' υμάς και μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών, ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ια' 28-30). Ιδού, λέγουσιν, ότι ο Χριστός καλεί πάντας απ' ευθείας προς Αυτόν και δεν είναι ανάγκη δια μέσου άλλων να έλθωμεν προς Αυτόν.

Εις το ρητόν τούτο δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως των Αγίων, αλλά περί γενικής υπό του Σωτήρος Χριστού προσκλήσεως της ανθρωπότητας, όπως εγκαταλείψει την πριν εν τη αγνοία του Θεού αμαρτωλόν κατάστασιν, και έλθη εις θεογνωσίαν, και σωθή δια της προς Αυτόν (τον Σωτήρα Χριστόν) πίστεως, απαλλασσόμενη του βάρους και του μόχθου της αμαρτίας.

Μετά το ανωτέρω ρητόν αναφέρουσι τα εξής του Ευαγ. Ιωάννου: «Και ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθη ο πατήρ εν τω υιω» (Ιωάν. ιδ' 13).«Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματα μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γεννήσεται υμίν» (Ιωάν. ιε'7)' και τούτο, «Ίνα ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματι μου, δω υμίν» (Ιωάν. ιε' 16). Και πάλιν, «Και εν εκείνη τη ημέρα εμέ ουκ ερωτήσετε ούδέν' αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι, όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν. Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τω ονόματί μου' αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη... Εν εκείνη τη ημέρα εν τω ονόματι μου αιτήσεσθε' και ου λέγω υμίν, ότι εγώ ερωτήσω τον πατέρα περί υμών» (Ιωάν. ιστ' 23, 24, 26). Ιδού, λέγουσι πάλιν, ότι ο Χριστός παραγγέλει εις τους Μαθητάς Του να ζητήσωσιν (απ' ευθείας) εν τω ονόματι Του ο,τι αν θέλωσι παρά του Θεού Πατρός. Αλλ' ότι μεν τούτο είναι αληθές, ουδείς λεγόμενος χριστιανός δύναται να αρνηθεί, άλλ' το ζήτημα είναι, ότι με τα ανωτέρω ρητά δεν απαγορεύεται (τουναντίον δε δι' άλλων ρητών, ως θα ίδωμεν κατωτέρω και υπαγορεύεται) να επικαλεσθώμεν και τας υπέρ ημών προσευχάς των άλλων, και δη των Αγίων και δικαίων. Ιδιαιτέρως δε ο Σωτήρ δια των ανωτέρω λόγων, τους οποίους είπεν ολίγον προ του πάθους Του, ηθέλησε να παρηγόρηση και ενισχύση τους Μαθητάς Αυτού, ότι μετά τον χωρισμόν Του απ' αυτών, ηδύναντο να ζητώσιν ό,τι δήποτε απ' ευθείας παρά του ουρανίου Πατρός εν τω ονόματί Του.

Προβάλλουσι δε και το εξής ρητόν «Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ος και εστίν εν δεξιά του Θεού, ος και εντυγχάνει (παρακαλεί) υπέρ ημών» (Ρωμ. η' 34), Και προς το ρητόν τούτο είναι σύμφωνα και τα εξής δύο της προς Εβραίους επιστολής, «Όθεν και σώζειν εις παντελές δυνατοί τους προσερχόμενους δι' αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζών εις το εντυχάνειν (παρακαλείν) υπέρ αυτών» (Έβρ. ζ' 25) και «ου γαρ είς χειροποίητα Αγια εισήλθεν ο Χριστός, αντίτυπα των αληθινών, αλλ' εις αυτόν τον ουρανόν, νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπέρ ημών» (Έβρ. θ' 24). Ιδού, λέγουσιν πάλιν, ότι ο Χριστός παρακαλεί υπέρ ημών, και όταν έχωμεν τον Χριστόν παρακαλούντα δι' ημάς, τίνα ανάγκην έχομεν τους άλλους; Δια των δελεαστικών και δήθεν αληθοφανών τούτων λόγων παραπλανώσι τους απλούστερους και αμαθέστερους, τους οποίους τοιουτοτρόπως παρασύρουσιν εις την αίρεσιν και ψευδοδιδασκαλίαν των.

Βεβαίως ημείς δεν αρνούμεθα, ότι ο Κύριος σάρκα λαβών και όμοιος ημίν γενόμενος παρακαλεί ως άνθρωπος υπέρ ημών τον Πατέρα. Άλλ' όπως η αλήθεια και το γεγονός τούτο μαρτυρείτε και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής, καθ΄όμοιον τρόπον, όπως εν συνεχεία θα ίδωμεν, μαρτυρείτε επίσης και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής η αλήθεια και το γεγονός, ότι και άλλοι δύνανται να προσεύχονται υπέρ ημών και ότι επομένως ο Θεός θέλει και εγκρίνει την πράξιν ταύτην.
Αλλά το χωρίον εκείνο, το οποίον υπέρ παν άλλο μεταχειρίζονται εναντίον ημών, και το όποιον νομίζουσιν οτι είναι απόρθητον φρούριον και προπύργιον της διδασκαλίας των είναι το εξής: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, Άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δούς εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α' Τιμ. ρ' 5). Ιδού, λέγουσιν, ανακράξοντες εν αλαλαγμώ ιδού, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπων ουδείς εισχωρεί ει μη μόνον ο Χριστός, διότι είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Το θαυμάσιον όμως τούτο ρητόν, το όποιον φοβερά διαστρέφουσι και παρερμηνεύουσιν, εκφράζει μόνον την θείαν άλήθειαν, ότι η σωτηρία του ανθρώπου ηδύνατο να γίνη και έγινε μόνον δια του Σωτήρος Χριστου, όστις ως θεάνθρωπος είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο μόνος συμφιλιωτής και ειρηνοποιός Θεού και ανθρώπων, των μεν ανθρώπων αποστάντων του Θεού δια της αμαρτίας, του δε Θεού πάλιν αποστραφέντος αυτούς δι' αυτήν' και το έργον τούτο ήτο αδύνατον να επιτέλεση, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος οιοσδήποτε, άλλα μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ως θεάνθρωπος, ως Θεός μεν έχων σχέσιν προς τον Θεόν Πατέρα, ως άνθρωπος δε προς ημάς, και υπ' αυτήν την έννοιαν βεβαίως είναι και παραμένει ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Αυτή και μόνη η υπέροχος έννοια είναι η σημασία τούτου του στίχου, και η έννοια αυτή ουδόλως παρακωλύει το να εύχεται τις υπέρ άλλων ή να προκαλέση τας ευχάς άλλων υπέρ εαυτού, και επειδή, ως είπομεν τα ανωτέρω, την πράξιν ταύτην εγκρίνει και θέλει ο Θεός, δια τούτο ουδαμώς προσκρούει αυτή εις το μέγιστον έργον της μεσιτείας του Κυρίου. Αλλ' ας παρακολουθήσωμεν την περί του ζητήματος τούτου διδασκαλίαν της Αγ. Γραφής, η οποία και το θέλημα του Θεού αποκαλύπτει, και κατ' ακολουθίαν και την αλήθειαν της πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποδεικνύει.

Εν τη Π.Διαθήκη βλέπομεν, ότι οι Άγιοι και δίκαιοι έχουσι μεγάλην ισχύν και χάριν παρά τω Θεώ.

 Προσεύχεται ο Αβραάμ προς τον Θεόν υπέρ του Αβιμέλεχ, βασιλέως Γεράρων, και ο Θεός θεραπεύει αυτόν και την γυναίκα αυτού και τας δούλας αυτού (Γεν. κ' 7 και 17).

Επίσης εν τη Εξόδω, ότι ο Φαραώ παρακαλεί τον Μωϋσήν να προσευχηθή εις τον Θεόν, ίνα παρέλθη η κυνομυΐα, και πράγματι προσεύχεται ο Μωϋσής και παρέρχεται η κυνομυΐα (Εξοδ. η' 17-18)' επίσης εξαιτείται τας προσευχάς του Μωϋσέως και του Ααρών δια να παύσωσιν αι φωναί του Θεού, η χάλαζα και το πυρ (Εξοδ. θ' 28-29).

 Αμαρτάνει ο Ιουδαϊκός λαός αμαρτία μεγάλην ενώπιον του Κυρίου δια της κατασκευής του χρυσού μόσχου και της μεταπτώσεως αυτού εις την ειδωλολατρείαν, οργίζεται ο Κύριος σφόδρα και θέλει να εκτρίψη αυτόν, επεμβαίνει ο Μωϋσής και εξιλεώνει τον Κύριον υπέρ του λαού (Εξοδ. λβ' 1-14). Επίσης γογγύζει ο λαός πονηρά εναντίον του Κυρίου, οργίζεται ο Κύριος και στέλλει πυρ κατ' αυτού, και λαός κράζει προς τον Μωϋσήν, και ούτος εύχεται προς τον Κύριον και κοπάζει το πυρ (Αριθ, ια' 2).

Βλέπομεν επίσης να παρακαλή ο λαός τον Σαμουήλ να εύχεται προς Κύριον, και εύχεται και εισακούει αυτού ο Κύριος (Α' Βασ. ζ' 8-9' πρβλ. και ιβ' 19' και Γ' Βασιλ. ιγ' 4-6).

Και εν τω βιβλίω του Ιώβ βλέπομεν, οτι οι προς αυτόν αμαρτήσαντες τρεις φίλοι του ελύθησαν της αμαρτίας δια των ευχών του Ιώβ και χάριν αυτού. (Ιώβ μβ' 7-9).

Χαρακτηριστικώτατον είναι το εξης ρητόν του Προφήτου Ιεζεκιήλ. «Και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενων ορθώς, και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρώ της οργής, του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν, και ούχ εύρον» (Ίεζ. κβ' 30). Δια των λόγων τούτων αποδεικνύεται προφανώς, ότι Αυτός ο Θεός ήθελε να ίσταται και να προσεύχηται ενώπιον Του ανήρ δίκαιος και άδολος, ίνα μη εξάλειψη εντελώς την πόλιν Ιερουσαλήμ. Και ποιος δεν βλέπει δι΄ όλων τούτων των ανωτέρω την μεγάλην δύναμιν και χάριν των Αγίων παρά τω Θεώ, και ποιος δεν βλέπει οφθαλμοφανώς εκτελούμενο το λεγόμενον υπό του αδελφοθέου Ιακώβου, ότι «Πολύ Ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ίακ. ε' 16). Όταν παρουσιάζωμεν ολας αυτάς τας μαρτυρίας εις τους «Ευαγγελικούς» κ.λ.π. γνωρίζετε τι απαντούν; Ότι αυταί είναι μαρτυρίαι της Π. Διαθήκης και ότι εν τη Κ. Διαθήκη ο Χριστός θέλει να υπάγωμεν απ' ευθείας προς Αυτόν.

Ας ίδωμεν όμως και την διδασκαλίαν της Κ.Δ. περί του ζητήματος τούτου.

Εις τας Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκομεν: «Ο μεν ούν Πέτρος ετηρείτο εν τη φυλακή' προσευχή δε ην εκτενής γενομένη υπό της Εκκλησίας προς τον Θεόν υπέρ αυτού» (Πράξ. ιβ' 5). Εν τω χωρίω τούτω βλέπομεν, ότι οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων, αν και εγνώριζον, ότι ο Πέτρος ως Απόστολος είχε μέγα θάρρος δια του Σωτήρας Χριστου προς τον Θεόν Πατέρα, εν τούτοις έκαμαν δι' αυτόν, ευρισκόμενον εν τη φυλακή, εκτενείς προσευχάς προς τον Θεόν.

Ο Απόστ. Παύλος γράφει" «Παρακαλώ ούν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων...» (Α' Τιμ. β' 1-2) και προσθέτει: «Τούτο γαρ καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού...» (στ' 3). Ιδού σαφέστατη η διδασκαλία της Κ.Δ., ότι δυνάμεθα και πρέπει να προσευχώμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων, και ότι τούτο είναι καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Θεού. Και οι θαυμάσιοι ούτοι λόγοι του Αποστ. Παύλου είναι κατά δύο μόνον στίχους προ του περίφημου εκείνου στίχου, «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης κ. λ. π.» τον οποίον είδομεν ανωτέρω πώς παραμορφώνουσι και διαστρεβλώνωσι, και επειδή βεβαίως ο Αποστ. Παύλος γνωρίζει πολύ καλά τι λέγει, και δεν φάσκει και αντιφάσκει προς εαυτόν, εξάγεται ασφαλές το συμπέρασμα, ότι οι «Ευαγγελικοί» κ.λ.π. παραπαίουσι.

Προσέτι ο Απόστ. Παύλος μάρτυρα επικαλείται τον Θεόν, ότι αδιαλείπτως ενθυμείτε τους πιστούς εν ταις προσευχές του (Ρωμ. α' 9-10, Έφεσ. α' 16, Πρβλ. και Φιλ. α' 3-4, Κολ. α' 3, Α' θεσ. α' 2). Όχι δε μόνον τους άλλους ενθυμείτε εις τας προσευχάς του, αλλά ο μέγιστος αυτός Απόστολος παρακαλεί άλλους να προσεύχωνται υπέρ αυτού, διό λέγει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της αγάπης του Πνεύματος, συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν» (Ρωμ. ιε' 30), και «συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει» (Β' Κορ. α' 11)' και πάλιν' «Αδελφοί, προσεύχεσθε περί ημών» (Α' θεσ. ε' 25) και αλλαχού' «Το λοιπόν προσεύχεστε, αδελφοί περί ημών. Ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται» (Β' θεσ. γ' 1, Πρβλ. Έφεσ. στ' 18-19)' και πάλιν' «Προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ό Θεός άνοιξη ημίν θύραν του λόγου» (Κολ. δ' 3, Πρβλ. Έβρ. ιγ' 18-19).

Εντραπήτωσαν λοιπόν οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» και λοιποί, αλλά και μαθέτωσαν την αλήθεια, ότι επιτρέπει και θέλει ο Θεός να επικαλεσθώμεν τας προσευχάς των άλλων και ότι η πράξις αυτή δεν εναντιούται εις την μεσιτείαν του Σωτήρος και την υπέρ ημών πρεσβείαν Αυτού, διότι άλλως, ούτε θα προσηύχετο δια τους άλλους, ούτε θα έζήτη επιμόνως και τας υπέρ αυτού προσευχάς των αλλων αυτός ο Απόστ. Παύλος, ο λεπτότατος ερμηνευτής του περιεχομένου της Χριστιανικής θρησκείας, ούτε δε και η Εκκλησία ολόκληρος θα προσηύχετο υπέρ του Πέτρου, ευρισκομένου εν τη φυλακή.

Εάν δε ο Κύριος, αγωνιζόμενος αγωνιωδώς προ του πάθους Του εν τω κήπω της Γεσθημανή και επικαλούμενος τον Πατέρα, έλαβε ενίσχυσιν και εγκαρδίωσιν δι' αγγέλου, «ώφθη δε Αυτώ άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν» (Λουκ. κβ' 43), πόσω μάλλον έχομε ημείς ανάγκην ενισχύσεως δια των πρεσβειών των Αγίων, και μάλιστα, όταν η πράξις αυτή υποδεικνύηται παρ' Αυτού του Θεού;

Η πέτρα πιεζόμενη δύναται να διαρραγή, η διάνοια όμως των «Ευαγγελικών» και Ιεχωβάδων δεν δύναται να μεταπεισθή, διότι και μετά την ανωτέρω ανάπτυξιν απαθέστατα απαντούν. Μάλιστα, όλα όσα ανωτέρω ελέχθησαν είναι αληθή και ευαγγελικά και ημείς προσευχόμεθα υπέρ αλλήλων' δεν επικαλούμεθα όμως τους Αγίους, διότι αυτοί ήδη απέθαναν και δεν υπάρχουσι πλέον, και δεν δυνάμεθα να τους επικαλεσθώμεν εις τας προσευχάς ημών.

Αλλ' η τοιαύτη απάντηση είναι βλάσφημος, διότι γνωρίζουσι το ρηθέν υπό του Θεού, «Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ό Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ ουκ εστίν ο Θεός Θεός νεκρών αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ' 32, Μαρκ. ιβ' 26-27, Λουκ. κβ' 37 -39). Γνωρίζουσιν, ότι ο Κύριος λέγει, «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν»(Ίωαν. ε,' 14)' και «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πάς ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ίωάν. ια' 26)' επομένως και οι Άγιοι ζώσιν ενώπιον του Κυρίου.

Οι ανωτέρω λοιπόν λόγοι των «Ευαγγελικών» είναι προσποιητοί και ανάξιοι αυτών, διότι γνωρίζουσιν, ότι οι Άγιοι καν αποθάνωσι ζήσονται. Αλλά πρώτου προχωρήσωμεν και εις τας σχετικάς προς την άποψιν ταύτην σαφείς και λαμπρές μαρτυρίες της Αγ. Γραφής λέγομεν προς αυτούς, ότι οι Άγιοι του Θεού ευρισκόμενοι ακόμη εν σώματι κατόρθωνον, δια θείου βεβαίως φωτισμού, δια του Αγίου Πνεύματος, να διεισδύουν εις τας καρδίας των ανθρώπων.

Ο Απόστ. Πέτρος π.χ. διείσδησεν εις την καρδίαν του Ανανίου και τον απεκάλυψε ότι ψεύδεται (Πράξ. ε' 3). Είχαν το δώρο να γνωρίζωσι συμβάντα, τα όποια εγένοντο μακράν αυτών, ως ο προφήτης Ελισαίος εγνώρισεν, ότι ο υπηρέτης του Γιεζί έλαβε δώρα παρά του Σύρου Νεεμάν, τον οποίον λεπρόν οντά, αυτός είχε θεραπεύσει (Δ' Βασιλ. στ' 26-27). Μαρτυρεί επίσης η Αγ. Γραφή, ότι οι Άγιοι ευρισκόμενοι επί της γης εισανέβαινον εις τον ουράνιο κόσμον, και άλλοι μεν τούτων είδαν αγγέλους, ως ο Ιακώβ (Γεν. λβ' 1), ο Ησαΐας (Ήσ. στ' 1-5), άλλοι δε ηρπάγησαν μέχρι τρίτου ουρανού και ήκουσαν άρρητα ρήματα, ως ο Απόστ. Παύλος (Β' Κορ. ιβ' 2-4).

Αλλ' εάν οι Άγιοι, εν όσω ήσαν επί της γης κατόρθωσαν, θεία χάριτι, τοιαύτα θαυμαστά έργα, δύσκολον είναι, άρα γε, ευρισκόμενοι εν ουρανώ, και επομένως απηλλαγμένοι των εμποδίων της σαρκός, να λάβωσι πάλιν γνώσιν των συμβαινόντων επί της γης; Βεβαίως ναι. Εν τη Αγ. Γραφή υπάρχει μαρτυρία σαφέστατη, κατά την οποίαν Αυτός ο Θεός δίδει απ' ευθείας απόδειξιν, όχι μόνον ότι απελθόντες εκ του κόσμου τούτου, και μάλιστα προ πολλού, δύναται να πρεσβεύωσιν υπέρ ζώντων, άλλ' ότι και θέλει την τοιαύτην πρεσβείαν.

Η μαρτυρία αυτή είναι η εξής: «Εάν στη Μωϋσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ εστίν η ψυχή μου προς αυτούς» (Ιερεμ. ιε' 1). Τους λόγους τούτους είπεν ο Κύριος εις τον Προφήτην Ιερεμία και έδειξε δια τούτων, ότι ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ προ πολλού αποθανόντες ηδύναντο να πρεσβεύωσι, να παρακαλέσωσιν υπέρ των Ιουδαίων. Άλλα και ο Κύριος εν τοις Ευαγγελίοις μας αποκαλύπτει, ότι υπάρχει αδιάκοπος επικοινωνία μεταξύ του αοράτου και ορατού κόσμου, μεταξύ του ουρανού και της γης. Και παρά μεν τω Ματθαίω λέγει; «Οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτω ν' λέγω γαρ υμίν, ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ουρανοίς»(Ματθ. ιη' 10). Άλλ' εάν οι άγγελοι παρακολουθώσι και τα εις μικρόν τίνα αδελφόν συμβαίνοντα και καθιστώσι ταύτα γνωστά εν τω ουρανώ, πόσω μάλλον θ' αναφέρει τα εις ολόκληρον την οικουμένην συμβαίνοντα παρά λαών ολοκλήρων, επικαλουμένων αυτούς τε τους αγγέλους και τους ισαξίους αυτών αγίους του Θεού, ίνα και ούτοι προσεύχωνται υπέρ αυτών; Παρά δε τω Ευαγγελιστή Λουκά λέγει" «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ, ιε' 10). Βεβαίως και την μετάνοιαν ταύτην του αμαρτωλού αναγγέλλουσιν εις τα εν ουρανοίς τάγματα των αγγέλων του Θεού οι παρακολουθούντες τον αμαρτωλόν άγγελοι, άλλ' αν απαγγέλλουσι την πράξιν ταύτην πώσω μάλλον τας επικλήσεις των χριστιανών, οίτινες κατά το παράδειγμα του Αποστ. Παύλου (Ρωμ. ιε' 30) παρακαλούσιν, ίνα οι τε άγγελοι και άγιοι συναγωνίζωνται μετ' αυτών εν ταις προς τον Θεόν προσευχές.

Αλλ' ο Σωτήρ δια της παραβολής του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. ιστ' 19-31) απεκάλυψε, ότι και αυτοί οι Άγιοι έχουσιν επίγνωσιν των εν τω κοσμώ γινομένων διότι εν τη παραβολή ταύτη βλέπομεν, ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ απαντών εις την αίτησιν του πλουσίου, ίνα πέμψη τον Λάζαρον εις τους εν τω κοσμώ αδελφούς του λέγει, ότι. «Έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών». Και βεβαίως, καθ' ον τρόπον ο Αβραάμ έλαβε γνώσιν της μετ' αυτών υπάρξεως εν τω κόσμω του Μωϋσέως και των προφητών, κατ' αυτόν τον τρόπον και οι Άγιοι λαμβάνουσι γνώσιν των εν τω κόσμω γινομένων και μάλιστα των προς αυτούς επικλήσεων των εν πίστει αδελφών αυτών.

Αλλ' αν δεν αρκούσιν εις τους «Ευαγγελικούς» κλπ. αι ανωτέρω μαρτυρίες , ιδού το θειότατον βιβλίον της Αποκαλύψεως, εξαφανίζον πάσαν οιανδήποτε αμφιβολία, διότι εν αύτη αναγινώσκομεν ότι: «Τα τέσσερα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του αρνιού, έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλες χρυσάς γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισίν αι προσευχαί των αγίων» (Αποκ. ε' 8). Οσονδήποτε αλληγορικός και αν ερμηνευθώσι «Τα τέσσαρα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι», γεγονός αναντίρρητο μένει, ότι οι εν ουρανοίς ευρισκόμενοι Άγιοι προσεύχονται, και ότι αι προσευχαί αυτών βεβαίως αποβλέπουσιν εις ημάς τους επί της γης αδελφούς των.

Έτερον χωρίον της Αποκαλύψεως έχει ως εξής; «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον Λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον' και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες' Έως πότε, ο Δεσπότης ο Άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. στ' 9-10). Και ενταύθα μένει αναντίρρητο το γεγονός, ότι αι ψυχαί των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού προσεύχονται ζητούσαι κρίσιν και δικαιοσύνην.

Αλλ' ιδού και άλλη μαρτυρία: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου' και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταις προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού» (Αποκ. η' 3-4). Ενταύθα μας αποκαλύπτεται και έτερον γεγονός, ότι δηλαδή, όχι μόνον οι Άγιοι εν τω ουρανώ προσεύχονται, άλλ' ότι και προσάγονται αι προσευχαί αυτών ενώπιον του Θεού δι' Αγγέλων.

Τάς δυνατάς αυτάς μαρτυρίας, περί του ότι οι Άγιοι εν ουρανώ, προσεύχονται υπέρ των επί της γης αδελφών των, «οι Ευαγγελικοί» δεν κατορθώνουν εύκολα ν' αποφύγωσι και κάπως κάμπτονται προ αυτών' δια να μη αναγκάζονται δε να ομολογώσι την αλήθειαν, διότι εντρέπονται, καταφεύγουν εις μωράς και ανόητους δοξασίας, Λέγουσι δηλ. ότι, ναι μεν μπορεί να είναι αληθής η πρεσβεία των Αγίων, άλλ' ημείς οι ορθόδοξοι κάμνομεν κατάχρησιν ταύτης, διότι αποτεινόμενοι προς την θεοτόκον λέγομεν: «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτερ του Θεού...» κ.λ.π. ενώ εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν.

 Και ότι μεν εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν και ελπίζομεν πράγματι, περί τούτου δεν αμφιβάλλουσι ούτε οι «Ευαγγελικοί» αλλά θέλοντες να καλύψωσι την τεραστίαν πλάνην των εκμεταλλεύονται, δήθεν εις βάρος μας, την ανωτέρω φράσιν, «Την πάσαν ελπίδα μου κλπ.», ενώ πράγματι αποδεικνύουσι το πείσμα των.

Διότι, αφού άπαξ ο Πανάγαθος Θεός επιτρέπει, καθώς μας διδάσκει η Αγ. Γραφή, οι εν ουρανώ θριαμβεύοντες να προσεύχονται υπέρ ημών των επί της γης, τότε βεβαίως δεν είναι εναντίον της διδασκαλίας ταύτης το να ειπεί ο χριστιανός, ότι: «Παναγία μου, αυτό το όποιον ζητώ και παρακαλώ, έχω την πάσα ελπίδα, ότι και Συ θα με βοηθήσεις δια των στοργικών μητρικών Σου ευχών και θα το επιτύχω παρά του Υιού Σου και Θεού ημών» διότι αυτή είναι η αληθής έννοια του τροπαρίου τούτου.

Αλλά μήπως και ο Απόστολος των εθνών Παύλος, γράφων προς τους θεσσαλονικείς δεν τους αποκαλεί ελπίδα του, και όχι μόνον ελπίδα του, αλλά και χαρά του και στέφανον καυχήσεως δια των έξης: «Τις γαρ ημών ελπίς ή χαρά ή στέφανος καυχήσεως, ή ουχί και ημείς έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν τη αυτού παρουσία;» (Α' θεσσαλ. β' 19), ενώ γνωρίζουν, ότι και ελπίς μας και χαρά μας και ο,τι υψηλότερο και ανώτερο και τελειότερο επιποθεί η ψυχή μας ευρίσκεται εν Αυτώ τω Παντοκράτορι και ΙΙαντοδυνάμω Θεώ;

 Και όπως ο Απόστ. Παύλος ηδύνατο να πει, ότι οι θεσσαλονικείς, διότι εκήρυξεν εις αυτούς το Ευαγγέλιο ,ήσαν ελπίς του και η χαρά του και ο στέφανος της καυχήσεως του εν παρουσία του Σωτήρος Χριστού, τοιουτοτρόπως και ημείς δυνάμεθα, γνωρίζοντες το μητρικόν ενδιαφέρον και τα μητρικά σπλάγχνα της Πανάγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και την παρρησίαν Αυτής ενώπιον του Υιού της και Θεού ημών, δυνάμεθα, λέγω να εκφράσωμεν προς Αυτήν την πάσα ελπίδα μας, ότι θα φέρη τας προσευχάς μας ενώπιον του σωτήρος Χριστού και θα ζήτηση παρ' Αυτού να σώση τας ψυχάς ημών.

Ιδού μετά πόσης ακριβείας και ειλικρίνειας αποδεικνύεται η πλάνη των και καταπίπτουσι τα επιχειρήματα των και εις την απόδειξιν ταύτης της πλάνης υψούται και υπερυψούται η αλήθεια, και λάμπει το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, και αποδεικνύεται αληθέστατο το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η πρεσβεία των Αγίων, την οποίαν μεταχειρίζεται και εφαρμόζει συμφώνως προς τον τρόπον, τας υποδείξεις και εκ μαρτυρίας του αιωνίου κώδικος της ζωής των ανθρώπων, του λόγου του Θεού, της Αγ. Γραφής και δι' αυτό ας προσέχουν πολύ οι ημέτεροι.


 οι Άγιοι Πατέρες περί των Αγίων


«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην» (Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).

«Η γαρ προς τους εύνους, των ομοδούλων διάθεσις την αναφοράν προς τον Δεσπότην εχει, ω δεδουλεύκασι και ο τους δια πίστιν ηθληκότας τιμών, δηλόν έστι πολλής αρετής έχει την μαρτυρίαν» (Μ. Βασίλειος Επιστ. 197, 2).

«Ουκ ηδέσθης τα υπέρ Χριστου σφάγια, ουδέ εφοβήθης τους μεγάλους αγωνιστάς; Τον Ιωάννην εκείνον, τον Πέτρον, τον Παύλον, τον Ιάκωβον, τον Στέφανον, τον Λουκάν, τον Ανδρέαν, την Θέκλαν, τους έπ' εκείνοις τε και προ εκείνων της αληθείας προκινδυνεύσαντας; οι πυρί και σιδήρω και θηρσί και τυράννοις προθύμως αντηγωνίσαντο; Και παρούσι κακοίς και απειλουμένοις, ώσπερ εν αλλοτρίοις σώμασιν, ή ασώματοι; Τίνος ένεκεν; ίνα μη προδώσι μηδέ μέχρι ρήματος την ευσέβειαν' ων αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις παρ' ων δαίμονες ελαύνονται και νόσοι θεραπεύονται ων αι επιφάνειαι και ων αι προρρήσεις' ων και τα σώματα μόνον ίσα δύνανται ταις αγίαις ψυχαις, ή επαφώμενα ή τιμώμενα, ων και ρανίδες αίματος μόνον, και μικρά σύμβολα πάθους ίσα δρώσι τοις σώμασι. Ταύτα ου σέβεις άλλ' ατιμάζεις;» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός κατά Ιουλιανού, στηλιτ. Α' τόμος α' σελ. 76-77).

«Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, προφήτας και μάρτυρας και εις την προς Θεόν ικεσίαν τούτους επικαλούμαι, του δι' αυτών, ήγουν δια της μεσιτείας αυτών, ίλεον μοι γενέσθαι τον φιλάνθρωπον Θεόν, και λύτρον μοι των πταισμάτων γενέσθαι, και δοθήναι»  (Μ. Βασίλ. Έπιστ. τξ' προς Ίουλιανόν παραβάτην).

Ο δε θείος Χρυσόστομος μαρτυρεί την αδιάσπαστο ενότητα και αδιάλειπτο κοινωνίαν της επί της γης στρατευόμενης προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσαν Εκκλησία, επικαλούμενος εν λόγω Μελέτιον τον Αντιοχείας να συμμετάσχη και ούτος (ο Μελέτιος) των ευχών της επί της γης Εκκλησίας λέγων:

 «Ευξόμεθα δε, κοινή πάντες άρχοντες και αρχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, πρεσβύτεροι και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι αυτόν τον Μελέτιον κοινωνόν της ευχής ταύτης λαβόντες...» (Τόμ. β' σελ. 619).

Αυτός ούτος ο Ιερός Πατήρ επικαλείται εις πρεσβείαν την Μητέρα του Κυρίου λέγων: «...ου λείπει τω Θεώ, Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ιαήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού Μητέρα καταισχυνεί τους εχθρούς της αληθείας;»(Λόγος περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι).

 Αλλα και αυτός ακόμη ο Ωριγένης λέγει: «Αι ψυχαί των πεπελεκυσμένων, ένεκα της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω προσεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων»  (Προτρεπτ. εις μαρτύριον § 30 βλ. και § 50).


«Προσκυνήσω μεν και λατρεύσωμεν μόνω τω κτίστη και δημιουργώ, ως φύσει προσκυνητώ Θεώ. Προσκυνήσωμεν και τη αγία Θεοτόκω, ούχ ως Θεόν, άλλ' ως Μητρί Θεού κατά σάρκα. Έτι προσκυνήσωμεν και τοις αγίοις, ως εκλεκτοίς φίλοις Θεού, και την προς αυτόν κεκτημένοις παρρησίαν»(Ιωάννης Δαμασκηνός).

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com