Ο ΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΪ

Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι

(1886-1929)

    Τον τελευταίο καιρό σ’ εμάς ο πλέον συνεπής κήρυκας του μη εκκλησιαστικού χριστιανισμού ήταν ο Λέων Τολστόι. Με αυτό του το κήρυγμα ο Τολστόι ικανοποίησε πάρα πολλούς. Όμως συγκεκρι­μένα στο παράδειγμα του Τολστοϊσμού μπορούμε με επιτυχία να παρατηρήσουμε την πλήρη αναξιοπιστία του χριστιανισμού χωρίς την Εκκλησία.

Αφετηρία της ψευδοδιδασκαλίας του Τολστόι μπορούμε να θεω­ρήσουμε τον οξύ διαχωρισμό χριστιανισμού και Εκκλησίας. Ο Τολστόι αποφασιστικά αποδοκίμασε την Εκκλησία, υποκλινόμενος ταυ­τόχρονα μπροστά στον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός αμέσως έγινε γι’ αυτόν μόνο διδασκαλία και ο Χριστός μόνο δάσκαλος. Όταν έχουμε ενώπιόν μας κάποια διδασκαλία, τότε για μας δεν είναι σπουδαίο αυτό, δηλ. το ποιος είναι ο δάσκαλος. Και για τον Τολστόι το ζων πρό­σωπο του Χριστού έχασε κάθε σημασία. Παίρνοντας τη διδασκαλία του Χριστού, κατόρθωσε Αυτόν τον Ίδιο να τον ξεχάσει. Απέρριψε τον Θεάνθρωπο Χριστό ονομάζοντάς Τον «σταυρωμένο Ιουδαίο» και «νεκρό Ιουδαίο». Ήδη μ’ αυτό απέκοψε την αρχή του Ευαγγελίου, όπου διακηρύττεται η υπέρ φύσιν γέννησις του Υιού του Θεού από την Παρθένο Μαρία και το τέλος του, όπου αναγγέλλεται η ανάστα­ση του Υιού του Θεού εκ νεκρών και η ανάληψή Του στους ουρανούς.

Αλλά ο Τολστόι δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό το «πετσόκομμα» του Ευαγγελίου στην αρχή και το τέλος του, αλλά επεξεργάστηκε και όλο το ενδιάμεσο μέρος κατά την όρεξή του υποχρεώνοντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον Ιησού να πει μόνο εκείνο που αυτός ο ψευδοδιδάσκαλος θα τον διατάξει από το γραφείο της Γιάσνα-Πολιάνα49. Εκτός αυτού, ο Ίδιος ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές Του να τους στείλει άλλον Παράκλητο. Αυτόν τον Παράκλητο, τον Θείο Πα­ράκλητο, η Εκκλησία του Χριστού θεωρεί πηγή της νέας χαριτωμένης εκκλησιαστικής ζωής και ο απ. Παύλος, όπως είδαμε, συνεχώς ομιλεί περί του ζώντος στην Εκκλησία Αγίου Πνεύματος. Παρ’ όλα αυτά, ο Τολστόι απέρριψε το Άγιο Πνεύμα. Την Ορθόδοξη Εκκλησία την ονόμασε κοροϊδευτικά όχι Χριστιανική, αλλά «αγιοπνευματική» και στη συνέχεια εξευτέλισε μέχρι ιεροσυλίας τα Άχραντα Μυστήρια με τα οποία κάθε μέλος της Εκκλησίας λαμβάνει τη βοήθεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος για τη νέα ζωή. Είναι πολύ σημαντικό ότι στα γραπτά του Τολστόι είναι πολύ ξεκάθαρο πως η άρνηση της Εκκλη­σίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άρνηση της ενσαρκώσεως του Υιού του Θεού. «Εγώ οδηγήθηκα στην πεποίθηση ότι η Εκκλησία δεν είναι τίποτε», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Συνένωση και με­τάφραση των τεσσάρων Ευαγγελίων» (Γενεύη, 1892 σ. 3). «Βλέπω τον Χριστιανισμό σαν μια διδασκαλία που δίνει νόημα στη ζωή», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Σύντομη έκθεση του Ευαγγελίου» (Γενεύη 1890 σ. 9). Αλλά συνολικά μέσα στις σελίδες του βιβλίου διαβάζουμε: «Εγώ έψαξα μιαν απάντηση στο ζήτημα της ζωής και γι’ αυτό για μένα ήταν τελείως το ίδιο είτε ήταν είτε δεν ήταν Θεός ο Ιησούς Χριστός» (σ. 11). Μήπως δεν είναι σαφές ότι όλα αυτά τα σκαλιά της εκπτώσεως από την αλήθεια είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους; Όχι Εκκλησία, όχι και Θεάνθρωπος Χριστός!

Περιορίζοντας όλο το έργο του Χριστού μόνο στη διδασκαλία Του και απορρίπτοντας την Εκκλησία, ο Τολστόι, κατά λογική αναγκαιό­τητα έφθασε σε όλα εκείνα τα συμπεράσματά του που καταστρέφουν τον ίδιο τον Χριστιανισμό. Σ’ εμάς ο Τολστόι έδειξε χειροπιαστά που οδηγεί ο παράλογος χωρισμός του χριστιανισμού από την Εκκλησία και η άρνηση της Εκκλησίας στο όνομα ενός φανταστικού χριστια­νισμού. Εάν χωρίσεις τον Χριστιανισμό από την Εκκλησία, τότε δεν έχεις καμιά ανάγκη τη Θεότητα του Σωτήρος, δεν είναι αναγκαίο το Άγιο Πνεύμα. Αλλά χωρίς το Άγιο Πνεύμα και χωρίς τη Θεότητα του Σωτήρος, χωρίς τη Σάρκωση του Υιού του Θεού, η διδασκαλία του Ιησού του Ναζαρηνού γίνεται τόσο λίγο δραστική για τη ζωή, όσο και κάθε άλλη, διότι δεν είναι δυνατό να συμμερισθεί κάποιος μια διδασκαλία κατά την οποία η γνώση από μόνη της είναι αρετή. Το αβάσιμο της μη εκκλησιαστικής κατανοήσεως του χριστιανισμού από τον Τολστόι γίνεται εμφανές από το γεγονός ότι ο τολστοϊσμός δεν δημιούργησε καμιά ζωή. Η χριστιανική ζωή είναι δυνατή μόνο σε ενό­τητα με τον ζώντα Θεάνθρωπο Χριστό και στην πλήρη χάριτος ενό­τητα των ανθρώπων με την Εκκλησία. Στον τολστοϊσμό δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αντί του ενθουσιασμού των μαρτύρων και των ασκητών της Εκκλησίας, αντί του συνδέσμου που ένωνε τους Αποστόλους και τους πιστούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε η καρδιά τους και η ψυχή τους να είναι μία, αντί όλων αυτών, από τον τολστοϊσμό έχουμε μόνο κάτι άψυχες καρικατούρες, τις «τολστοικές αποικίες». «Ο μη έχων τον υιόν του Θεού την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12). Ο Τολστόι, όπως είπε ο Σολόβιεφ, ένωσε γύρω του μόνο μερικές δεκάδες ανοήτων ανθρώπων, οι οποίοι ήσαν πάντοτε έτοιμοι να σκορπισθούν σε διάφορα μέρη. Ο «μεγάλος δάσκαλος», φαίνεται, κανένα και τίποτα δεν δίδαξε και το «πράσινο ραβδί»50 δεν έσωσε κανένα, διότι για τη σωτηρία δεν χρειάζεται ραβδί, αλλά ο Σταυρός του Χριστού. Από τον Τολστόι απέμειναν κάποια άχρηστα σχετικά μ’ αυτόν μουσεία, αλλά δεν απέμειναν τολστοϊστές.

Έτσι, στο παράδειγμα του τολστοϊσμού βλέπουμε ότι η άρνηση της Εκκλησίας οδηγεί σε φρικτή διαστρέβλωση καθώς επίσης σε κα­ταστροφή του ίδιου του Χριστιανισμού και ο μη εκκλησιαστικός Χρι­στιανισμός αναιρείται με την πλήρη νέκρα του.


  

  1. Γιάσνα Πολιάνα = καθαρό ξέφωτο. Είναι το κληρονομικό αγρόκτημα με τη βίλλα του Τολστόι, νοτιοδυτικά της Τούλα, 200 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, όπου συνέγραψε τα μυθιστορήματά του.
  2. Ο Τολστόι ανέφερε κάποιο μύθο που διηγείτο ο μεγαλύτερος αδελφός του Νικολάι, σύμφωνα με τον οποίο, εκείνος είχε χαράξει σε ένα πράσινο ρα­βδί το μυστικό της γενικής ευτυχίας όλων των ανθρώπων και το είχε θάψει  στην άκρη ενός φαραγγιού. Ο άγιος Ιλαρίων θέλει να πει ότι δεν υπάρχει μαγική συνταγή για την ευτυχία του ανθρώπου.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού» - Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου.

Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόϊτσκι: 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

ΠΑΠΙΣΜΟΥ - ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ

    Η αλήθεια της Εκκλησίας διεστράφη πολύ στη Δύση μετά την έκπτωση της Ρώμης από την Εκκλησία και η Βασιλεία τού Θεού άρχι­σε να μοιάζει εκεί με κάποια επίγεια βασιλεία. Ο Λατινισμός με τους γήινους υπολογισμούς των «καλών έργων», με τη μισθωτή σχέση προς τον Θεό, με την παραχάραξη της σωτηρίας, συσκότισε στη συνείδηση των μελών του τη χριστιανική αντίληψη της Εκκλησίας.

Ο Λατινισμός στο πρόσωπο του Προτεσταντισμού γέννησε ένα εντελώς νόμιμο, αν και πολύ ατίθασο, πνευματικό τέκνο. Ο Προτε­σταντισμός δεν ήταν μια διαμαρτυρία της πρωτοχριστιανικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ενάντια σ’ αυτές τις παραχαράξεις της αλή­θειας, τις οποίες είχε κάμει παραδεκτές ο μεσαιωνικός Παπισμός. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όχι σπάνια, έχουν την τάση να παρουσιάζουν τη Διαμαρτύρηση οι προτεστάντες θεολόγοι. Όμως, όχι! Ο Προτεσταντι­σμός ήταν διαμαρτυρία μιας ανθρώπινης ιδέας εναντίον μιας άλλης. Δεν αποκατέστησε τον αρχαίο Χριστιανισμό. Το μόνο που έκανε ήταν να αντικαταστήσει την παραχάραξη τού Χριστιανισμού με μιαν άλλη παραχάραξη κι αυτό το νέο ψεύδος ήταν πικρότερο από το πρώτο.

Ο Προτεσταντισμός είπε τον τελευταίο λόγο τού Παπισμού, έβγα­λε το τελευταίο λογικό του συμπέρασμα.

Η αλήθεια και η σωτηρία είναι δοσμένα από την αγάπη, δηλ. από την Εκκλησία. Τέτοια είναι η εκκλησιαστική συνείδηση. Ο Λατινισμός, αφού εξέπεσε από την Εκκλησία, άλλαξε αυτή τη συνείδηση και διεκήρυξε: Η αλήθεια δίδεται από το ξεχωριστό πρόσωπο τού Πάπα, από ένα ιδιαίτερο πρόσωπο χωρίς την Εκκλησία, και ο Πάπας έχει την ευθύνη της σωτηρίας όλων.

Ο Προτεσταντισμός μόνο αυτό εξέφρασε: Γιατί η αλήθεια να δίδεται μόνο από έναν Πάπα; Και πρόσθεσε: η αλήθεια και η σωτηρία αποκαλύπτονται σε κάθε ξεχωριστό πρόσωπο ανεξάρτητα από την Εκκλησία. Έτσι κάθε ένας άνθρωπος προβιβάστηκε σε αλάθητο πάπα. Ο Προτεσταντισμός φόρεσε την παπική τιάρα σε κάθε Γερμανό καθηγητή-θεολόγο και με τους αμέτρητους αυτούς πάπες κατέστρε­ψε τελείως την ιδέα της Εκκλησίας.

Υποκατέστησε την πίστη με τη λογική του ατόμου και τη σωτηρία εν τη Εκκλησία με την ονειροπόλο βεβαιότητα για τη σωτηρία μέσω τού Χριστού χωρίς την Εκκλησία, σε μια φίλαυτη απομόνωση από όλους. Για τον προτεστάντη αλήθεια είναι μόνο ό,τι του αρέσει, ό,τι νομίζει αυτός ως αλήθεια.

Στην πράξη βέβαια και οι προτεστάντες από την αρχή, με πλάγιους τρόπους, λα­θραία θα λέγαμε, επέβαλαν κάποια στοιχεία δόγματος σχετικά με την Εκκλησία αναγνωρίζοντας κάποιες αυθεντίες, μόνο όμως στην περιοχή της διδασκαλίας της πίστεως. Όντας όμως ουσιαστικά εκκλησιαστικός αναρχισμός, ο καθαρός Προτεσταντισμός, όπως κάθε αναρχισμός, στην πραγματικότητα αποδείχτηκε τελείως μη πραγματοποιήσιμος κι έτσι μας έδωσε φανερή μαρτυρία γι’ αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι από τη φύση της εκκλησιαστική.

Όμως ο Προτεσταντισμός ταίριαξε στο γούστο με την ανθρώπινη φιλαυτία και την αυθαιρεσία κάθε είδους. Η φιλαυτία και η αυθαιρεσία μέσα στον Προτεσταντισμό, όπως ειπώθηκε, κατά κάποιον τρό­πο «εξαγιάσθηκαν» και «ευλογήθηκαν» και τώρα αυτό φανερώνεται στην ατέλειωτη διαίρεση και τον θρυμματισμό πρώτα απ’ όλα του ίδιου τού Προτεσταντισμού.

Συγκεκριμένα, ο Προτεσταντισμός διεκήρυξε ανοιχτά αυτό το μέγιστο ψεύδος: Μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς να αναγνωρίζεις καμία Εκκλησία. Συνδέοντας όμως τα μέλη του με κάποιου είδους υποχρεωτικές αυθεντίες και εκκλησιαστικούς κανόνες, ο Προτεσταντισμός περιπλέκεται σε αδιέξοδες αντιφάσεις: Ο ίδιος απελευθέρωσε το κάθε πρόσωπο από την Εκκλησία και ο ίδιος θέτει κάποια όρια αυτής της ελευθερίας. Από δω ξεκινάει η ανταρσία των προτεσταντών εναντίον των λίγων και οικτρών υπο­λειμμάτων εκκλησιαστικότητος, τα οποία ακόμη φυλάσσονται από τους επίσημους εκπροσώπους των Ομολογιών τους.

Είναι ευνόητο ότι ο Προτεσταντισμός έχει αντιστοιχία προ πάντων με τη γενική διάθεση που κυριαρχεί στη Δύση. Εκεί πέτυχαν μια πολύ καλή οργάνωση της εξωτερικής ζωής και οι άνθρωποι κατέχονται από αλαζονεία γι’ αυτή την επιτυχία και αγάπησαν τον εαυτό τους σε τέτοιο βαθμό που λησμόνησαν τον Θεό και τον πλησίον. Αυτή την αμαρτωλή φιλαυτία, την περιφρόνηση προς τον πλησίον, τη διακηρύτ­τουν και η μοντέρνα φιλοσοφία και η λογοτεχνία. Πως ο υπερήφανος ευρωπαίος να δεχθεί τη διδασκαλία περί Εκκλησίας, όταν γι’ αυτό θα πρέπει πριν απ’ όλα να απαλλαχθεί από τη φιλαυτία και την αυθαιρεσία, να υποταχθεί στην Εκκλησία και να μάθει να αγαπά τους ανθρώπους, βάζοντας τον εαυτό του ταπεινά κάτω από τους άλλους;

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929)

Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού»

 Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου

ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 

Αόρατη ή Ορατή με συγκεκριμένα μέλη και ιεραρχική δομή;

+ π. Δανιήλ Γούβαλη

 

Ας δούμε τώρα ένα πολύ σημαντικό θέμα. Πρόκειται για το θέμα, «Εκκλησία». Και εδώ διαφωνούμε. Οι Προ­τεστάντες ομιλούν για αόρατη Εκκλησία. Αυτή έχει ως μέλη της όσους ζουν χριστιανικά και είναι ενωμένοι με τον Χριστό («ενωμένοι», όπως το εννοούν αυτοί). Τον αριθμό τους τον γνωρίζει μόνο ο Θεός. Δεν αναγνωρίζουν όρια στην στρατευόμενη Εκκλησία ούτε θέλουν να ομιλούν για ορατή φανέρωση της Εκκλησίας. Την δέχονται σαν μία αό­ρατη , ιδεαλιστική, ποθητή επανασυνεύρεση όλων.

Αλλά το ότι η Εκκλησία αποτελεί ένα ορατό καθίδρυμα φαίνεται ολοκάθαρα στις σελίδες της Καινής Διαθήκης.

Πράξεις των Αποστόλων, β' 47: "Ο δε Κύριος προσετίθει τους σωζόμενους καθ' ημέραν τη εκκλησία". Προηγουμέ­νως λέγει ότι μετά το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου βαπτίσθηκαν και προστέθηκαν 3.000 άνθρωποι. Εδώ λέγει ότι κάθε ημέρα με την ευλογία και την δύναμη του Κυρίου πίστευαν άνθρωποι, έβρισκαν τον δρόμο της σωτηρίας και προσθέτονταν στην Εκκλησία, σ' ένα ορατό οργανισμό που είχε συγκεκριμένα μέλη, τα οποία μπορούσαν να μετρη­θούν, σ' ένα σώμα με ιεραρχική δομή. Επικεφαλής ήταν οι Απόστολοι και στην συνέχεια οι ίδιοι πλαισιωμένοι από τους πρεσβυτέρους και διακόνους.

Πράξ. ε' 11: «Και εγένετο φόβος μέγας έφ' όλην την Εκκλησίαν». Ο Ανανίας και η Σάπφειρα συμπεριφέρθηκαν ά­σχημα, χρησιμοποίησαν ψευδολογία και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά. Η είδηση της τιμωρίας των σκόρπισε φόβο σε όλη την Εκκλησία, δηλαδή στα συγκεκριμένα ορατά μέλη που ανήκαν σ' ένα ορατό οργανισμό με επικεφαλής τους δώδεκα Αποστόλους.

Στις επιστολές των Αποστόλων γίνεται λόγος για συ­γκεκριμένες ομάδες ανθρώπων που έχουν επί κεφαλής ένα πρεσβύτερο χειροτονημένο από Απόστολο. Γίνεται λόγος για ποίμνιο και ποιμένες. Και οι ποιμένες είναι ορατοί και το ποίμνιο ορατό.

Στην Κόρινθο κάποιος εύπορος Χριστιανός, ονόματι Γάϊος, φιλοξενούσε τον Απόστολο Παύλο, αλλά και κάθε Χριστιανό που διερχόταν από την Κόρινθο, και ο οποίος μπορεί λ.χ. να ήταν μέλος της Εκκλησίας των Αθηνών ή της Κρήτης ή της Κύπρου. Ρωμ. ιστ' 23: «Ασπάζεται υμάς Γάϊος ο ξένος μου και της εκκλησίας όλης». Οι φιλοξενούμενοι από τον Γάϊον ήταν συγκεκριμένα πρόσωπα, γνωστά, ορατά.

Βέβαια η Ορθοδοξία δεν αγνοεί και το αόρατο στοιχείο της Εκκλησίας. Ο αρχηγός της Ιησούς Χριστός βρίσκεται στους ουρανούς. Οι άγιοι, οι ψυχές των κεκοιμημένων Χριστιανών βρίσκονται στους ουρανούς. Δεν τους βλέπουμε με τους αισθητούς οφθαλμούς. Η Θεία Χάρη που κυκλο­φορεί μέσα στα Μυστήρια και σε όλη την ζωή της Εκκλη­σίας είναι αόρατη.

Με τους Προτεστάντες διαφωνούμε και στο εξής ση­μείο. Γι' αυτούς μέλη της Εκκλησίας είναι μόνο οι καλοί και ενάρετοι και αυτοί που προχωρούν στην τελειότητα. Εμείς δεχόμαστε ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν και άγιοι και αμαρτωλοί.

Ματθ. ιγ' 47: «Πάλι η βασιλεία του Θεού ομοιάζει με δίχτυ που ρίχθηκε στην θάλασσα και περιέκλεισε κάθε είδους ψάρια». Πρόκειται για την παραβολή της σαγήνης. Η βασιλεία του Θεού, δηλαδή η Εκκλησία, μοιάζει με σα­γήνη που έπιασε καλά και άσχημα ψάρια.

Στον επόμενο στίχο, ιγ' 48 ομιλεί για διαχωρισμό. Ανέ­βασαν το δίχτυ στην ακρογιαλιά, ξεχώρισαν τα κατάλληλα από τα ακατάλληλα, «συνέλεξαν τα καλά εις αγγεία, τα δε σαπρά έξω έβαλον».

Αλλού χρησιμοποιείται η εικόνα του σίτου και των ζιζα­νίων.

Στην Α' προς Κορινθίους επιστολή, στο ενδέκατο κεφά­λαιο, γίνεται σαφής λόγος για εκλεκτά μέλη της Εκκλησίας που κοινωνούσαν αξίως και για άλλα που πλησίαζαν αναξίως στην Τράπεζα του Κυρίου κι έτρωγαν κι έπιναν την καταδίκη τους (Α Κορ. ι' 29).

Όλοι γνωρίζουμε ότι ωρισμένα μέλη της Εκκλησίας, ξεπεσμένα, μπορεί να συνέλθουν, να ξυπνήσουν, να μετα­νοήσουν και να γίνουν εκλεκτά. Ρωμ. ιγ' 11-12: «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι... Αποθώμεθα τα έργα του σκό­τους κλπ». Αν ίσχυαν αυτά που λέγουν οι Προτεστάντες, αν όλοι μέσα στην Εκκλησία ήταν ενάρετοι, ο Απόστολος δεν θα μιλούσε έτσι.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ π.ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ

"ΟΜΙΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ''

 

 

 

Ο  ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ  ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) 

Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού» 

 Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου. 

 

Μ’ αυτή την ίδια νέκρα ρεζιλεύεται και η προτεσταντική ψευδοδιδασκαλία. Τι κατάφεραν οι προτεστάντες ατιμάζοντας με τις σοφιστείες τους την ιδέα της Εκκλησίας; Κατάφεραν μόνο τον διαμελισμό και μάλιστα ένα διαμελισμό χωρίς καμιά ελπίδα. Ο Προ­τεσταντισμός συνεχώς θραύεται σε σέκτες. Εκκλησιαστική προτε­σταντική ζωή δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποια «μισο-ζωή» χωρισμένων σεκτών και κοινοτήτων. Την κοινή εκκλησιαστική ζωή, για την οποία προσευχήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην Αρχιερατική προσευ­χή, ο Προτεσταντισμός τη φόνευσε. Πράγματι, οι ακραίοι «ορθό­δοξοι» προτεστάντες στέκονται πολύ εγγύτερα στους ορθοδόξους χριστιανούς παρά στους προτεστάντες των ακραίων ορθολογιστικών ομάδων, οι οποίες τίποτε κοινό δεν έχουν μεταξύ τους εκτός από αυθαίρετη, και χωρίς καμιά βάση, ιδιοποίηση απ’ αυτούς της ονο­μασίας «προτεστάντες» μιας και γι’ αυτό κανείς δεν θα τους διώξει δικαστικώς. Ποια ενότητα είναι δυνατή μεταξύ τους; Ποια κοινή ζωή μπορεί να υπάρχει  σ’ αυτούς;

Αυτά που λέμε δεν είναι δικά μας. Σε στιγμές ειλικρίνειας αυτά τα ίδια και με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα τα λέγουν και οι ίδιοι οι προτεστάντες. «Η χώρα», γράφει ένας απ’ αυτούς, «η οποία ήταν η κοιτίδα της Μεταρρυθμίσεως, έγινε ο τάφος της πίστεως της Μεταρρυθμίσεως. Η προτεσταντική πίστη είναι ετοιμοθάνατη. Όλες οι νεότερες εργασίες για τη Γερμανία καθώς και όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις είναι σύμφωνες μ’ αυτό». «Δεν παρατηρείται στη θεολο­γία μας το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της έχασαν κάθε απόλυτο;», ρωτάει κάποιος άλλος.

Ακόμη θλιβερότερα λόγια ενός τρίτου: «Η ζωτική δύναμη του Προτεσταντισμού εξαντλείται στη σύγχυση των δογματικών σχολών, των θεολογικών ερίδων, των εκκλησιαστικών δι­ενέξεων... Η Μεταρρύθμιση λησμονείται ή περιφρονείται. Ο λόγος του Θεού, για τον οποίο πέθαναν οι Πατέρες αμφισβητείται. Ο Προ­τεσταντισμός είναι σκόρπιος, ασθενής, αδύναμος».

Και ο ορθόδοξος ερευνητής του Λουθηρανισμού τελειώνει την εργασία του μ’ αυτό το λυπηρό συμπέρασμα: «Εγκαταλελειμμένοι στην τύχη τους, στην υποκειμενική τους λογική και πίστη οι λουθηρανοί προχώρησαν τολ­μηρά σε λαθεμένο δρόμο. Ο αυτονομημένος και αυτοδίδακτος ατομισμός διέστρεψε τον Χριστιανισμό, διέστρεψε την ίδια τη συμβολική διδασκαλία της πίστεως και έφερε τον λουθηρανισμό στο χείλος της καταστροφής. Όλο και περισσότερο απορρίπτονται στον λουθηρανι­σμό οι αυθεντίες των πρώτων μεταρρυθμιστών, όλο και περισσότερο εξαφανίζεται το κοινό πιστεύω, όλο και περισσότερο πλησιάζει ο λουθηρανισμός στον πνευματικό του θάνατο»[1].

Τον τελευταίο καιρό προέκυψαν στον Προτεσταντισμό όχι και λίγα φαινόμενα τα οποία αποκάλυψαν όλη την καταστροφικότητα και την ψευτιά του χωρισμού χριστιανισμού και Εκκλησίας που ο ίδιος προκάλεσε. Μεταξύ των παστόρων εμφανίστηκαν κάποιοι οι οποίοι στους πιστούς τους όχι μόνο δεν εκήρυτταν Χριστόν εσταυρωμένον, αλλά αρνούνταν ακόμη  και την ύπαρξη προσωπικού Θεού. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους σε κάποιον κακόβου­λο εχθρό του χριστιανισμού[2], ο οποίος καλυπτόμενος πίσω από την επιστήμη, «απέδειξε» ότι ο Χριστός ποτέ μα ποτέ δεν έζησε στη γη, ότι, επομένως, όλο το Ευαγγέλιο είναι μόνο μύθος. Σ’ εμάς υπάρχουν πολλοί που έχουν την τάση να ονομάζουν τους προτεστάντες χρι­στιανούς. Γι’ αυτούς είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι έχουν υγιή τον νου τους (δες παραπάνω τους λόγους του Μ. Αθανασίου).

Πράγματι, τώρα είναι στον καθένα σαφές ότι χάνοντας την Εκκλησία οι προτε­στάντες χάνουν και τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σήμερα οι προτεστάντες παραδέχονται ανοιχτά ότι στη Γερμανία αναγνωρίζει τη θεότητα του Χριστού όχι περισσότερο από το ένα τρίτο των παστόρων. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικός θάνατος διότι «ο μη έχων τον υιόν του Θεού, την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12).

[1]      ΤΕΡΕΝΤΙΕΦ Ν., Τό σύστημα τής λουθηρανικής ομολογίας πίστεως στά συμβολικά βιβλία τοϋ λουθηρανισμού, Καζάν σ. 460 (έπ. ρωσ. έκδ.).

[2]      Paul Drews (1858-1912): Γερμανός προτεστάντης θεολόγος.

Από το βιβλίο:

Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού 

π.Ιωάννη Φωτόπουλου

 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ

ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

κ. Ιωάννη Κορναράκη

ομ. Καθηγητή Ποιμαντικής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

    Η πληροφορία του πρώτου τεύχους του περιοδικού ΨΥΧΗΣ ΔΡΟΜΟΙ (Ιούνιος 2011, τεύχος 1, σελ. 156 εξ.), ότι, «Η τελευταία δεκαετία είδε να ανατέλλει μια καινούργια πρωτοβουλία στο στάδιο της συνάντησης ορθόδοξης Θεολογίας και Ψυχολογικών Επιστημών», είναι ενδιαφέρουσα εκ πρώτης όψεως.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω πληροφορία δίνει την εντύπωση ότι με αυτήν την συζυγία Ορθόδοξης Θεολογίας και Ψυχολογικών επιστημών, καλείται η πρώτη -με την παρουσία της σε διεθνείς χώρους και περιβάλλοντα επιστημονικά- να δώσει τα δικά της μηνύματα στους σχετικούς ανθρώπινους προβληματισμούς, μέσω ενός μεγάλου πλήθους εκπροσώπων της, οι οποίοι θα εκφράζουν -ο καθένας με τον δικό του τρόπο- τα θεολογικά αυτά μηνύματα και, μάλιστα, ανάλογα με τον βαθμό της βιούμενης προσωπικής ορθόδοξης πίστη τους, αλλά και ανάλογα, βεβαίως, και με την θεολογική τους κατάρτιση.

Ωστόσο, αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα προσφοράς θεολογικού μηνύματος από ορθοδόξους ψυχοθεραπευτές, κινδυνεύει να εμπλακεί στο πρόβλημα του κάθε ψυχοθεραπευτή να χειρίζεται και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά δύο ταυτότητες: του ορθόδοξου πιστού (κληρικού η λαϊκού) και του επαγγελματία επιστήμονα.

Οι δυο αυτές ταυτότητες, υφιστάμενες σε ένα άτομο, διακρίνονται εμφανώς για τις ουσιαστικές λειτουργικές και άλλες διαφορές τους, όπως αυτές γίνονται διακριτές από τους διαφορετικούς κοινωνικούς τους ρόλους. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν να ταυτίζονται λειτουργικώς, αλλά και να ισοζυγίζονται αξιολογικώς.

Πέραν, όμως, αυτού του γεγονότος -ως ενυπάρχοντος στο ίδιο άτομο, στον ίδιο φορέα-, οι δύο αυτές ταυτότητες βρίσκονται υποχρεωτικώς υπό την κηδεμονία ενός ανθρώπινου ψυχισμού. Βρίσκονται, δηλαδή, υπό την κηδεμονίαν, όχι μόνον του συνειδητού, αλλά -το χειρότερο- και υπό την κηδεμονίαν του ασυνειδήτου ψυχισμού. Ιδιαίτερα εμπλέκονται, ούτως η άλλως, σε υποσυνείδητες ενδοψυχικές συναρτήσεις, οι οποίες διαταράσσουν την σχέση του φορέα τους με την οφειλομένη θεραπευτική πρακτική!

Τα ακόλουθα δύο παραδείγματα στηρίζουν του λόγου το ασφαλές.

1. Κληρικός ψυχίατρος πρότεινε -ως θέμα προς συζήτηση από ομάδα ψυχιάτρων, ψυχολόγων και θεολόγων- προσωπικό του πρόβλημα, το οποίο συνειδητοποίησε κατά την συμβουλευτική του συζήτηση με τους γονείς ενός αλλόθρησκου παιδιού, την θεραπευτική φροντίδα του οποίου είχε ο ίδιος αναλάβει: ενώ ήθελε να μιλήσει στους γονείς αυτούς, ως κληρικός, για την θρησκευτική πλευρά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, κάποια εσωτερική αναστολή τον εμπόδισε να αρθρώσει τον λόγο που επιθυμούσε. Την επόμενη Κυριακή, ωστόσο, στο κήρυγμά του, μίλησε ελεύθερα επί του θρησκευτικού αυτού θέματος.

Εξετάζοντας το ζήτημα, η ομάδα κατέληξε στο συμπέρσμα ότι, εν προκειμένω, ο εν λόγω κληρικός ψυχίατρος ενήργησε με δύο ταυτότητες, η μία εκ των οποίων -η ψυχιατρική ταυτότητα- απώθησε την άλλη -την ιερατική ταυτότητα-, η οποία θα μείωνε πιθανώς, στα μάτια των γονέων, το κύρος της ιατρικής του εικόνας. (Σημειωτέον ότι, σε μια τέτοια απώθηση, δεν απουσιάζει μια νύξη εσωτερικής ενοχής για την απώθηση της ιερατικής του συνειδήσεως).

2. Αντίθετο περισταστικό εντοπίσθηκε σε αίθουσα αναμονής ψυχιατρικού ιατρείου: ο ψυχίατρος (λαϊκός με θεολογικό πτυχίο) υποχρέωνε τους αναμένοντας ασθενείς να κρατούν κομποσχοίνι μέχρις ότου να έλθει η σειρά τους να εξετασθούν. Ο παθών που έδωσε την πληροφορία, εκράτησε το κομποσχοίνι επί δύο ώρες!!!

Είναι προφανές ότι, ο εν λόγω ψυχίατρος -με έντονη θρησκευτική συνείδηση (και ιεραποστολική δράση)- συνεπαρμένος από την θρησκευτική του αυτοσυνειδησία, απώθησε την ψυχιατρική του ταυτότητα.

Τα δύο αυτά παραδείγματα δείχνουν το πόσο προβληματικός, η επικίνδυνος, μπορεί να αποδεικνύεται, για την ορθόδοξη θεολογία, ο όρος ή ο τίτλος ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής, σε κάποιες περιπτώσεις πρακτικής θεραπευτικής.

Αλλά, στο ίδιο άρθρο του περιοδικού ΨΥΧΗΣ ΔΡΟΜΟΙ και στην ίδια σελ. 156, ο συντάκτης του -εξαίροντας τα «νέα ανοίγματα», που επιτυγχάνει η μετανεωτερικότητα- επισημαίνει με ικανοποίηση ότι: «η εν γένει καθυστέρηση στη συνάντηση Ορθόδοξης Θεολογίας και μετανεωτερικότητας δεν είχε αποδώσει στον ορθόδοξο κόσμο παρόμοιους καρπούς».

Κατά τον συντάκτη, δηλαδή, η εμφάνιση τοπικών και διεθνών συνεδρίων ορθόδοξων ψυχοθεραπευτών οφείλεται στην συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με την μετανεωτερικότητα, η οποία «απέδωσε καρπούς». Αλλά, ποιούς ακριβώς «καρπούς»; Ας δούμε τους «καρπούς» αυτούς στον ελλαδικό χώρο, μέσω των παρακάτω στοιχείων από τα αρχεία μας.

Α. Λαϊκός ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής δημοσιεύει, στο περιοδικό της Εκκλησίας ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ, άρθρο με τίτλο: «Η Ψυχανάλυση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας».

Θεολογικώς, αυτό σημαίνει ψυχανάλυση του Χριστού, αφ’ ης στιγμής στο Μυστήριο αυτό είναι ζων ο Χριστός!!!

Β. Λαϊκός, επίσης, ορθόδοξος ψυχίατρος δημοσιεύει, σε περιοδικό Μητροπόλεως, άρθρο με τίτλο: «Η Ευλογία της Παγκοσμιοποίησης». Το εν λόγω κείμενο έχει σαφώς θριαμβικό χαρακτήρα και δείχνει την ευφροσύνη του συντάκτη του, ο οποίος χαίρεται γιατί θα έλθει η Παγκοσμιοποίηση ως λαίλαπα και θα καύσει όλες τις παραδόσεις (και, φυσικά, την χριστιανική παράδοση), για να προέλθει, τελικώς, «κάτι νέον»!!!

Γ. Κληρικός ψυχοθεραπευτής -εταίρος σε ημερίδα με θέμα «Ποιμαντική Ψυχολογία και Εξομολογητική»- όταν καλείται σε κάποια στιγμή, να εκφράσει την θέση του ως εξομολόγος, διαρρηγνύει τα ράσα του ότι δεν είναι εξομολόγος, αλλά ψυχοθεραπευτής!!!

Δ. Κληρικός ψυχίατρος είχε εγκαταστήσει στον ενοριακό Ναό, στον οποίο υπηρετούσε, ψυχιατρικό ιατρείο. Όταν μια κυρία από την Σερβία τηλεφώνησε για να πάει να εξομολογηθεί, στο τηλέφωνο βγήκε η ψυχιατρική βοηθός του, η οποία είπε στην κυρία ότι, για να εξομολογηθεί, θα πρέπει πρώτα να περάσει από ιατρική εξέταση -που, τότε στοίχιζε 20.000 δραχμές- και μετά να εξομολογηθεί.

Ε. Ο ίδιος κληρικός ψυχίατρος, μέτοχος σε τηλεοπτική συζήτηση για τον διάβολο, δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και να ειπεί την θέση της Εκκλησίας πάνω στο θέμα αυτό. Ήταν μεν παρών, αλλά εκκλησιαστικώς απών. Σχολιάστηκε δυσμενώς από πολλούς τηλεθεατές!

ΣΤ. Ο υποφαινόμενος εγγυήθηκα σε φιλικό ζευγάρι το χριστιανικό ήθος λαϊκού ψυχιάτρου, εραστή των μοναστηριών, προκειμένου αυτός να αναλάβει την ψυχοθεραπευτική αγωγή της θυγατέρας τους. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, πληροφορήθηκα ότι, ο εν λόγω ψυχίατρος προέτρεψε την θυγατέρα τους να δοκιμάσει μια παθολογική εκτόνωση με ελεύθερες σχέσεις, προτροπή που την ταλαιπώρησε και που ενέπλεξε ολόκληρη την οικογένεια σε μακροχρόνια προβλήματα.

Και μόνον αυτά τα περιστατικά είναι ενδεικτικά των «καρπών» που μπορεί να προκύψουν από ορθόδοξους ψυχοθεραπευτές, οι οποίοι είναι φορείς ενός διπλού τίτλου, το αξιολογικό βάρος του οποίου πέφτει κυρίως στην πρώτη ταυτότητα. Ασυνεπείς και αδιάφοροι για την χριστιανική τους ταυτότητα, ευτελίζουν μαζί και το επαγγελματικό τους ήθος.

Το πρόβλημα, δηλαδή, που προκαλεί η συνύπαρξη δύο ταυτοτήτων σε ένα άτομο είναι φανερό και αυτονόητο! Διότι, κάθε ταυτότητα έχει τις δικές της αξιώσεις λειτουργίας, και συνεπαίρνει με την δική της ψυχοδυναμική, ολόκληρο τον φορέα, που την ενστερνίζεται. Μοιάζει με μια ψυχή, στην οποίαν, όμως, συνυπάρχουν δύο ταυτότητες, δηλαδή, δύο ψυχές. Εδώ βγαίνει αληθινός ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, όταν επισημαίνει: «Ανήρ δίψυχος, ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού».

   Η μεγαλύτερη, όμως, σύγχυση και διαταραχή της προσωπικότητας παρατηρείται στην περίπτωση του ορθόδοξου ψυχοθεραπευτή, ο οποίος έχει περιπτυχθεί τρυφερά την μετανεωτερικότητα. Και τούτο διότι, από δεκαετίας και πλέον, η μετανεωτερικότητα μάχεται την ορθοδοξία της χριστιανικής μας παραδόσεως, ειδικώτερα δε την πατερική θεολογία.

Εν προκειμένω, υπενθυμίζουμε ότι, ήδη το 2003, η μετανεωτερικότητα εισέβαλε στον χώρο της θεολογίας της Εκκλησίας, με κείμενο στο περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ, με τίτλο «Το Θεολογικό Υπόβαθρο της Λειτουργικής Αναγέννησης». Στο κείμενο αυτό, η μετανεωτερικότητα αξίωνε διαρκή επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της Εκκλησίας και του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, με κριτήριο τις εξελίξεις των κοινωνικών επιστημών και της τεχνολογίας!!! Αν η ταυτότητα της Εκκλησίας και το Μυστήριον είναι ο ζων Χριστός, αξίωναν -λίγο πολύ- τον διαρκή επαναπροσδιορισμό του Χριστού! Για τον λόγο αυτόν, είχε καταγγελθεί επισήμως στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ως διανοίγουσα δρόμο «εντός του χώρου της Αγιωτάτης ορθοδόξου Εκκλησίας, στην σαρωτική των αξιών λαίλαπα της Νέας Εποχής, της Νέας Τάξεως Πραγμάτων στην ζωή του κόσμου!».

Κατά συνέπεια, όταν θεοποιεί την μετανεωτερικότητα, ο μετανεωτερικός ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής αντιφάσκει έναντι του ίδιου του εαυτού, διότι αντιφάσκει έναντι της ορθόδοξης ταυτότητάς του. Πρόκειται εδώ για ένα είδος ενδοψυχικής συγκρούσεως και αντιφάσεως, που εγγίζει τα όρια μιας σχιζοφρένειας!!!

Ορθόδοξος, εναντίον του ορθόδοξου(;) εαυτού του!

Με την ευλογία της μετανεωτερικότητας, ο ορθόδοξος ψυχοθεραπευτής αρνείται το αγιοπνευματικό κύρος της θρησκευτικής του ταυτότητας. Και με τις θεωρίες και τις θέσεις του, επιδιώκει την κατασκευή μιας «ορθόδοξης θεολογίας», η οποία καταντά φάντασμα της υπολανθάνουσας, στον ασυνείδητο ψυχισμό του, ανορθοδοξίας!!!

Ας απαλειφθεί από τα τοπικά και διεθνή συνέδρια των ορθοδόξων ψυχοθεραπευτών ο πρώτος χαρακτηρισμός των συνέδρων: «ορθόδοξος». Και τότε, ας γράφουν κι ας κηρύττουν ό,τι θέλουν.

Ας μη διαπομπεύεται η Ορθοδοξία με τον όρον αυτόν!

Τους «αγλαούς καρπούς» των μετανεωτερικών αυτών συνεδρίων ας τους κρατήσουν για τη δική τους ανορθοδοξία! Ιδίως οι παροικούντες εν Ελλάδι ψυχοθεραπευτές που μας έχουν επαρκώς αποδείξει την δική τους ανορθοδοξία!!!

 

Πηγή: Περιοδικό «Κοσμάς Φλαμιάτος», τχ. 10 (2011)