origen1

ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ

ΤΗΝ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ;

+ π.ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Δρ. Θεολ. Δρ. Φιλοσ.

 

      Όσοι υιοθετούν αυτή την ανιστόρητη άποψη, μνημο­νεύουν ιδιαίτερα το όνομα του Ωριγένη, τον οποίο χαρα­κτηρίζουν οπαδό της μετενσάρκωσης.

Η κίνηση των «Χάρε Κρίσνα« λόγου χάρη, στην ελλη­νική έκδοση του περιοδικού της «Επιστροφή στον Κρίσ­να» (σ. 8) «τεκμηριώνει» αυτή την άποψη παραθέτοντας απόσπασμα από το ανύπαρκτο έργο του Ωριγένη «Πρώται Αρχαί», χωρίς περαιτέρω παραπομπή σε τόμο και κεφά­λαιο. Προφανώς εδώ εννοείται το «Περί άρχων» σύγγραμ­μα του Ωριγένη.

To εδάφιο στο οποίο αναφέρεται το περιοδικό των «Κρίσνα» βρίσκεται στο κεφάλαιο 8 τού πρώτου τόμου (ΒΕΠ 16, 307). Εκεί αναφέρεται πράγματι πως μερικές ψυ­χές από μια ροπή προς το κακό «εν σώμασι γίγνεσθαι πρώτον μεν ανθρωπίνοις», ύστερα ξεπέφτουν στο επίπεδο των ζώων και τελικά καταλήγουν να γίνουν φυτά. Από εδώ αρχίζουν και πάλι να ανέρχονται τις βαθμίδες «και προς ουράνιον χώρον αποκαθίστασθαι»

 Το απόσπασμα αυτό δεν μας επιτρέπει να δούμε κατά πόσον εκφράζει απόψεις τού ίδιου τού Ωριγένη ή μήπως ο Ωριγένης μεταφέρει εδώ ξένες απόψεις, τις οποίες τελικά απορρίπτει στο κείμενο τού κεφαλαίου 8, που δεν διασώ­θηκε στα ελληνικά, παρά μόνο σε μερικά αποσπάσματα; Η μόνη δυνατότητα να λύσουμε αυτό το πρόβλημα είναι να καταφύγουμε στη σειρά «SourcesChretiennes», που δημο­σιεύει ολόκληρο το κείμενο τού κεφαλαίου 8 στη λατινική μετάφραση, που μόνη αυτή διασώθηκε. Μεταξύ άλλων αναφέρεται εκεί χαρακτηριστικά η άποψη τού Ωριγένη για το επίμαχο ζήτημα ως εξής:

 «Θεωρούμε βέβαια ότι δεν οφείλουμε με κανένα τρόπο να δεχθούμε τις απορίες ή τις θέσεις κάποιων που υποστη­ρίζουν ότι οι ψυχές μπορούν να φθάσουν σ' ένα τέτοιο βαθμό πτώσεως ώστε, ξεχνώντας τη λογική τους φύση και την τιμή τους, φθάνουν μέχρι την τάξη των ανοήτων όντων, δηλαδή των ζώων και των θηρίων»(Περί αρχών, I, 8,SC 253, σ. 232).

 Ο Ωριγένης τάσσεται βέβαια υπέρ της «ενσωματώσε­ως», υπέρ της απόψεως ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και «ενσωματώθηκαν» κάποια φορά στο παρελθόν, αλλά την «μετενσωμάτωσιν» την αποδίδει στον Πλάτωνα και στους Πυθαγορείουςκαι την απορρίπτειως μη χριστιανική.

 Στο σύγγραμμα του «Κατά Κέλσου» (Δ 17, ΒΕΠ 9, σ. 243) κα­τηγορεί τον Κέλσο ότι αν εγνώριζε την χριστιανική πίστη «ουκ αν ούτω διέσυρε τον αθάνατον εις θνητόν ερχόμενον σώμα, ου κατά την Πλάτωνος μετενσωμάτωσιν, αλλά κατ' άλλην τινά υψηλοτέραν θεωρίαν».

 Στο «Κατά Κέλσου» Ε' 49 αντιπαραβάλλει την αποχή από κρέας των χριστιανών μοναχών και των Πυθαγορείων και υποστηρίζει ότι τα κίνητρα είναι εντελώς διαφορετικά. Εμείς, λέγει, απέχομε από την κρεωφαγία διότι «βουλόμεθα νεκρούν τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, ασέλγειαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν» ενώ οι Πυθαγόρειοι το κάνουν «δια τον περί ψυχής μετενσωματουμένης μύθον» (ΒΕΠ 10, σ. 47).

 Στο Η' βιβλίο «Κατά Κέλσου» Ο Ωριγένης επανέρχεται σ' αυτό το επιχείρημα:

 Νηστεύουμε, λέγει, «όχι γιατί έπ' ουδενί λόγω δεχόμα­στε τη μετενσωμάτωση της ψυχής και την κατάπτωση της μέχρι τα άλογα ζώα..»(Κατά Κέλσου Η' 30, ΒΕΠ 10, σ. 196). Στο ίδιο σύγγραμμα του ο Ωριγένης υπογραμμίζει πως όσοι πιστεύουν στη μετενσωμάτωση έπεσαν σε «άνοια», δηλ. έχασαν τα μυαλά τους (Κατά Κέλσου Γ' 75, ΒΕΠ 9, 228).

 Κατά τον Ωριγένη λοιπόν το δόγμα της μετενσωμάτω­σης ή μετενσάρκωσηςείναι ξένο και ασυμβίβαστο με τη χριστιανική πίστη. Στο «Κατά Ματθαίον υπόμνημά» του (ιγ' 1, ΒΕΠ 13, σ. 34) το χαρακτηρίζει «ψευδοδοξίαν».

 Αναφερόμενος στους ισχυρισμούς ότι δήθεν η ψυχή τού Ηλία και τού Ιωάννη είναι η αυτή, και ότι συνεπώς, ο Ιωάννης είναι μετενσάρκωση τού Ηλία ο Ωριγένης ανα­σκευάζει τη δοξασία αυτή με λεπτομερή επιχειρήματα. Σ' αυτό το θέμα επανέρχεται πολλές φορές:  «Διότι πρόσεξε», λέγει μεταξύ άλλων, «δεν είπε ‘εν ψυχή Ήλιου’(Λουκ. α' 17), για να στηριχθεί η μετενσωμάτωση, αλλά ‘εν πνεύματι και δυνάμει Ηλιού’.Ο Ιωάν­νης λέγεται Ηλίας, όχι γιατί έχει την ίδια ψυχή, αλλά γιατί έχει το ίδιο πνεύμα και την ίδια δύναμη» (Ωριγ. Εις το κα­τά Ματθ., τόμος ιγ' 2, ΒΕΠ 13, 167).

«Και αν μεν ο Ηλίας είχε πεθάνει, θα είχε κάποια βάση αυτή η θεωρίαΑφού όμως ανελήφθη με το σώμα του, πως η εν σώματι ψυχή μεταφέρθηκε σε άλλο σώμα; Αλλά το «εν πνεύματι», όπως αναφέρεται, το αποδίδει στο προφητι­κό χάρισμα», καταλήγει ο Ωριγένης, αναλύοντας τη βασι­κή θέση, ότι «ου δυνατόν...μίαν ψυχήν εν ένί καιρώ εν δύο σώμασιν ενεργείν»(Ωριγ. Εις το κατά Λουκάν, ομιλία Δ' , ΒΕΠ 15, 17-18).

 Οι δοξασίες του Ωριγένη που θεωρούνται από την Εκκλησία αιρετικές απαριθμούνται με σαφήνεια στο έργο του Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου για την πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο που βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών:

 1. Όλα τα πνευματικά όντα (άνθρωποι, άγγελοι, δαίμο­νες, η ψυχή τού Χριστού) και πολλά όντα κατά το φαινόμε­νον υλικά (ήλιος, σελήνη, αστέρες, κ. α.) είναι ουσίαι πνευ­ματικοί, που κατ' αρχάς ήσαν μεταξύ τους όμοιαι, ίσαι και ομοδύναμοι και δια τούτο απετέλουν μίαν «ενάδα» και μη έχοντα τα δηλωτικά διαφοράς ονόματα, που έχουν σήμε­ρον, ωνομάζοντο συλλήβδην, «νόες». (Βλ.Mansi9,536 έξ.)

 2. Όμως οι νόες ημάρτησαν εψύγη η προς θεόν αγάπη τους-και δια τούτο ωνομάσθησαν έκτοτε ψυχαί˙ και προς τιμωρίαν των ηνώθησαν με σώματα διαφόρου παχύτητος και σκοτεινότητος, αναλόγως της από θεού απομακρύνσεως.

 3. Εις και μόνον νους έμεινε καθαρός. Με αυτόν ηνώθη ο Θεός Λόγος και αυτός απετέλεσε την «ψυχήν» του Χρι­στού.

 4. Αι ψυχαί έχουν την δυνατότητα να επανέλθουν εις την αρχαίαν κατάστασιν, εάν ανερχόμενοι βαθμηδόν καθα­ρισθούν από παντός ρύπου.

 5. Ο Θεός Λόγος, που ηνωμένος με τον αναμάρτητον «νόα» εσαρκώθη υπέρ ανθρώπων, εν τω μέλλοντι θα γίνη χάριν των Χερουβείμ Χερουβείμ και χάριν των δαιμόνων κάτι ανάλογον δια να αποκαταστήση τα πάντα. Τας περί αποκαταστάσεως των πάντων ιδέας του Ωριγένους απεδέχετο και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας. Ο άγιος Φώτιος μας πληροφορεί, ότι «ο Θεόδωρος...την Νεστορίου αίρεσιν ωδίνων ημίν, εν πολλοίς ώπται και την Ωριγένους [νοσών] κατά γε το τέλος υποφωνείν της κολάσεως» (βλ. Βιβλ. 177 εν RHenry. 179)˙ και ότι «εν τω προς Μαστούβιον...και την των αμαρτωλών αποκατάστασιν τερατεύεται» (Βιβλ. 81, RHenryI 187).

 6. Κατά την ανάστασιν όλαι αι ψυχαί θα γίνουν ισόχριστοι, τέλειοι νόες, θα επανέλθουν εις την ενάδα και θα προσλάβουν σωματικώς το σχήμα της τελειότητος, το σφαιρικόν!» (Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Η πέ­μπτη Οικουμενική Σύνοδος, «Αθήναι 1985, σ. 611).

       Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός μελετητής τού Ωριγένη που να υποστηρίζει ότι ο εκκλησιαστικός αυτός συγγραφές δεχόταν τη δοξασία της μετενσάρκωσης. Όπως αναφέ­ρουν οι σχολιαστές της σειράς SourcesChretiennesπου εξέδωσαν όλα τα έργα του Ωριγένη, ήδη ο Ιερώνυμος, που λογίζεται ως πρώτος συστηματικός πατρολόγος της αρχαίας Εκκλησίας (+ 420), στην επιστολή του 124,4 απορρίπτει την άποψη ότι ο Ωριγένης εδέχετο τη μετενσωμάτωση ή μετενσάρκωση (SC253, σ. 119-120). Από τους μεταγενεστέρους αναφέρονται ο JDenisκαι ο P.D.Huetένας από τους σχολιαστές του Ωριγένη στην ελλη­νική σειρά της Πατρολογίας του Migneπου απορρίπτουν επίσης την άποψη ότι ο Ωριγένης εδέχετο την μετενσωμάτωση (MPG 17, 915-916. SC 253, σ. 120-121).

 

 ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ Ή ΑΝΑΣΤΑΣΗ; ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Β' ΕΚΔΟΣΗ - ΑΘΗΝΑ 1995



origenis

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ

ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΠΙΦΑΝΙΟ

Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή

 

    Σύμφωνα με τον Ωριγένη, ο Θεός είναι Μονάς ή Ένας που εκδηλώνεται και αποκαλύπτεται. Είναι νοερά φύση, απλή, δεν επιδέχε­ται κανενός είδους προσθήκη και αποτελεί την αρχή των όντων. Είναι ακατάληπτος όχι όμως όπως το αφηρημένο και απόλυτο ον της φιλοσο­φίας αλλά είναι εκείνο το ανώτατο ον το οποίο δε μπορούμε να γνωρί­σουμε καθώς είναι πέρα από κάθε είδους κτιστής πραγματικότητας.

Καταπολεμώντας τις μοναρχιακές αντιλήψεις ο Ωριγένης υποστηρί­ζει ότι ο Λόγος είναι «δεύτερος Θεός». Δε μπορεί να συγκριθεί με τον Πατέρα διότι είναι εικόνα του και μάλιστα εικόνα της αγαθότητάς Του. Ο Υιός γεννάται πάντοτε από τον Πατέρα και όχι μόνο μία φορά. Ενώ όμως γεννάται υπάρχει και ως «νοητική και προθετική των όλων δύναμις».

Όσον αφορά την κοσμολογία ο Ωριγένης τοποθετεί την όλη δημι­ουργία στο πλαίσιο της αιωνιότητας υποστηρίζοντας ότι ο Θεός δεν κράτησε ποτέ κρυμμένη τη δύναμή Του, την οποία εκδήλωνε δημιουρ­γώντας και αποκαλυπτόμενος. Εφόσον ο Θεός πάντα δημιουργούσε δεν υπήρχε χρόνος χωρίς κόσμο. Αλλά η άποψη αυτή δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος κόσμος είναι αιώνιος αλλά ότι υπάρχει διαδοχική σειρά κόσμων σύμφωνα με τον καθηγητή Π. Χρήστου.

Πρώτα δημιουργήθηκε ο κόσμος των νόων, τα πνεύματα δηλαδή τα οποία ήταν λογικά και με δυνατότητα εκλογής τού καλού και τού κακού.

Η εμφάνιση της αμαρτίας συνδέεται στενά με την εκλογή τού κακού και είναι ένα προκόσμιο επεισόδιο. Η αμαρτία είναι η απομάκρυνση από το Θεό. Πρώτος αμάρτησε ο διάβολος τον οποίον ακολούθησαν οι ψυχές των ανθρώπων. Μόνο η ψυχή τού μελλοντικού ενσαρκωμένου Λόγου δεν αμάρτησε. Ο παρών υλικός κόσμος κτίσθηκε ως τόπος καθάρσεως και τιμωρίας των νόων που έπεσαν και επίσης τόπος όπου οι ψυχές πρέ­πει να αγωνιστούν για να αποκατασταθούν στο παλαιό αξίωμα. Για την κάθαρση από την αμαρτία ήρθε στον κόσμο ο Χριστός. Η ψυχή του απετέλεσε μεσάζον ον που συνέδεσε το Λόγο με το σώμα τού Χριστού.

Ο Άγιος Επιφάνιος δίνει τη δική του θεώρηση γύρω από την Ωριγένεια θεολογία. Σύμφωνα με τον Επιφάνιο ο Ωριγένης πίστευε ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσματα τού Πατρός. Ο Υιός δεν είναι φυσικός αλλά θετός Υιός.

Επίσης υποστήριζε ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και σε κάποια στιγμή έπεσαν από τον κόσμο τού πνεύματος στον υλικό κόσμο και φυλακί­στηκαν στο σώμα. Ο Ωριγένης ερμήνευε αλληγορικά το χωρίο (Ψαλμ. 118, 67) «πριν ή ταπεινωθήναί με, εγώ επλημμέλησα» για να στηρίξει την αντίληψή του για την πτώση των ψυχών. Με το χωρίο (Ψαλμ. 114, 7) «επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου» προσπαθούσε να στηρίξει την αντίληψή του περί επιστροφής της ψυχής στην αρχέγονη κατάσταση. Επίσης ο Ωριγένης πίστευε ότι οι δερμάτινοι χιτώνες που ενδύθηκαν οι πρωτόπλαστοι ήταν το σώμα, σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 3, 21) «εποίησεν αυτοίς χιτώνας δερμάτινους και ενέδυσεν αυτούς». Αυτή η αντίληψη αποτελούσε θεμελιώδη προϋπόθεση της ερμηνείας που έδινε ο Ωριγένης στο είδος και τον τρόπο της γενικής ανάστασης η οποία χαρακτηρίζεται από τον Επιφάνιο «ελλιπής».

Ο Άγιος Επιφάνιος προσπαθώντας να στηρίξει την άποψή του ότι βασικό σημείο του πυρήνα της τριαδολογίας του Ωριγένη είναι η πεποί­θηση στην πιστότητα του Υιού, παρέθετε ένα απόσπασμα από την εξήγηση του Ωριγένη στον πρώτο ψαλμό. Ο Άγιος Επιφάνιος όμως τονίζει ότι, εάν ο Υιός είναι ποίημα και κτίσμα, δεν θα πρέπει να προσκυνείται, καθώς «παν γαρ το κτιστόν ου προσκυνητόν». Ο Υιός δεν είναι κτίσμα καθώς ο ίδιος είχε πει ότι «εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» (Ιωαν. 14, 30) και «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» (Ιωαν. 10, 30). Ο Χριστός κατά τη διάρκεια της ένσαρκης παρουσίας ποτέ δεν είπε ότι ο «Θεός έκτισέ με» αλλά ότι «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωαν. 14, 9). Όλα αυτά τα χωρία υποδηλώνουν ότι ο Υιός δεν είναι κτίσμα αλλά φυσικό γέννημα του Πατρός. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Ο Ωριγέ­νης πίστευε πράγματι ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσματα; Όσον αφορά το Λόγο ο Ωριγένης πίστευε ότι προέρχεται εκ του Πατρός και ότι είναι η νοητική και προσθετική των όλων δύναμις, η προαιωνίως υπάρχουσα στον Πατέρα, γεννάται αΐδια από τον Πατέρα, αλλά διακρίνεται από τον Πατέρα κατά το πρόσωπο αντιθέμενος στον τροπικό μοναρχιανισμό, καθώς είναι «δύο τη υποστάσει πράγματα».

Σύμφωνα με το Θεοδώρου, ο Ωριγένης χρησιμοποιώντας κάποιες εκφράσεις ότι ο Λόγος παρίσταται ως το «πρεσβύτατον πάντων των δημιουργημάτων» και ως κτιστή σοφία, έδωσε έρεισμα σε κάποιους αντιωριγενιστές όπως ο Άγιος Επιφάνιος να τον κατηγορήσουν για πρόδρομο τού Αρείου. Όμως ο Ωριγένης τονίζει ότι ο Λόγος δεν είναι Θεός κατά μετουσίαν αλλά κατ’ ουσίαν και ο όρος ομοούσιος απαντά δύο φορές στον Ωριγένη. Σύμφωνα με το Θεοδώρου αδίκως ο Ωρι­γένης χαρακτηρίζεται ως πρόδρομος του αρειανισμού καθώς τα παρα­πάνω χωρία θα πρέπει να ερμηνευθούν σε συσχετισμό με την πίστη ότι ο Λόγος είναι Θεός ο οποίος γεννάται αΐδια από τον Πατέρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ οι Αρειανοί δε χρησιμοποίησαν την αυθεντία του Ωριγένη για να στηρίξουν τις απόψεις τους. Ωστόσο υπάρχει το σχήμα υποταγής στον Ωριγένη όπως μαρτυρεί και ο Άγιος Επιφάνιος , αν και ο Λόγος είναι «δεύτερος Θεός» και εικόνα της αγαθότητάς του, εντούτοις είναι Υιός φύσει και όχι κατ’ υιοθεσίαν. Ως προς την διδασκαλίαν τού Άγιου Πνεύματος, ο Ωριγένης διδάσκει ότι είναι αιώνιο και ισοστάσιο προς την αιωνιότητα τού Υιού. Έχει την αυτή τιμή και δόξα προς τον Πατέρα και τον Υιόν, ενώ φαίνεται ότι πουθενά δεν το αποκαλεί πιστό, επειδή σε κανένα σημείο της Αγίας Γραφής το 'Άγιο Πνεύμα δεν αναφέρεται ως κτιστό.

Το δεύτερο σημείο της θεολογίας τού Ωριγένη στο οποίο αντιτάσσεται ο Άγιος Επιφάνιος, είναι η αντίληψη για την ανάσταση των νεκρών. Ο Επιφάνιος παραθέτει τη διδασκαλία τού Ωριγένη όπως διασώζεται από το Μεθόδιο Ολύμπου σύμφωνα με την οποία κατά την ανάσταση τα σώματα θα είναι πνευματικά χωρίς να υπάρχει αφανισμός «τού προτέρου είδους καν επί το ενδοξότερον γένηται αυτού η τροπή». Σύμφωνα με τον Ωριγένη αυτό το οποίο θα αναστηθεί δεν θα είναι το παχυλό σώμα το οποίο αυξάνεται και αλλάζει με τη λήψη των τροφών καθώς είναι ρευστή η «φύσις τού σώματος» αλλά «το σωματικόν είδος καθ’ ο ειδοποιείται» ο κάθε άνθρωπος. Αυτό το σωμα­τικό είδος δεν αλλάζει ποτέ και «εν τη αναστάσει περιτίθεται πάλιν την ψυχήν επί το κρείττον μεταβάλλον ου πάντως τόδε έτι εντεταγμένον το κατά την πρώτην υποκείμενον».

Ο Ωριγένης δε συμφωνεί σε κάθε είδους υλιστική, παχυλή και απλοϊκή ερμηνεία της αναστάσεως και γι’ αυτό το λόγο επικαλείται τα χωρία (Α' Κορ. 15, 44) «Σπείρεται σώμα ψυχικόν εγείρεται σώμα πνευ­ματικόν» και (Α' Κορ. 15, 50) «σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρο- νομήσαι ου δύνανται». Επίσης συμβουλεύει να ερμηνεύονται σωστά τα χωρία τα οποία ευνοούν μία απλοϊκή ερμηνεία της αναστάσεως όπως αυτά που κάνουν λόγο για το όραμα τού Ιεζεκιήλ.

Ο Άγιος Επιφάνιος αντιτίθεται στην θεωρία τού Ωριγένη ότι οι δερμάτινοι χιτώνες είναι τα υλικά σώματα καθώς αυτό φανερώνει ότι τα υλικά σώματα αποτελούν μία μεταπτωτική κατάσταση. Σύμφωνα με τον Ωριγένη αυτή η μεταπτωτική κατάσταση θα καταργηθεί με την Ανάσταση όπου θα υπάρξει επιστροφή στην προπτωτική κατάσταση. Κατά τον Επιφάνιο οι δερμάτινοι χιτώνες είναι η παχυλότητα των σωμάτων η οποία θα καταργηθεί με την ανάσταση. Ο Άγιος αρνείται να δεχτεί ότι τον άνθρωπο τον χαρακτηρίζει μόνο η ψυχή καθώς σώμα και ψυχή βρίσκονται άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Έτσι ο άνθρωπος σώζεται ως ολότητα.

Το σώμα προορίζεται να σωθεί και όχι μόνο η ψυχή. Το σώμα θα αναστηθεί και θα είναι πνευματικό. Ο όρος «πνευματικό» δεν σημαίνει ότι δε θα υπάρχει ταυτότητα τού σώματος πριν και μετά την ανάσταση αλλά ότι το σώμα πια θα πράττει πνευματικά έργα και αυτό θεμελιώνε­ται στο χωρίο (Γαλ. 5, 25) «Ει ζώμεν πνεύματι, πνεύματι και στοιχώμεν». Έτσι μετά την ανάστασιν το σώμα δε θα πράττει σαρκικά αλλά πνευματικά έργα. Το σώμα λοιπόν τού ανθρώπου θα είναι όπως ήταν το σώμα τού αναστημένου Χριστού το οποίον αν και απέβα- λε την υλική παχύτητα όμως ταυτιζόταν με το σώμα που έπαθε. Ο αναστημένος Χριστός με το αναστημένο σώμα του συνέφαγε με τους μαθητές του. Το χωρίο (Λουκ. 24, 39) «Ίδετε ότι Πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα» για να δείξει την πραγματι­κότητα του σώματός τού Χριστού ο οποίος δεν ήταν φάντασμα.

Ο Επιφάνιος υποστηρίζει ότι οι δερμάτινοι χιτώνες δεν ήταν τα σώματα. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η δημιουργία της Εύας έγινε από την πλευρά τού Αδάμ σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 2, 21) «επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού». Μόνο ένας άνθρωπος με υλικό σώμα έχει «πλευρά» η οποία είναι μέρος τού σώματος και όχι ένα Πνεύμα. Επίσης η θεία Γραφή αναφέρει ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε από χώμα σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 1, 21) «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν και έλαβε χούν από της γης και έπλασε τον άνθρω­πο» Το χώμα λοιπόν έγινε η πρώτη ύλη για τη δημιουργία του σώματος του Αδάμ. Επίσης η Εύα όταν δημιουργήθηκε είχε οστά και υλικό σώμα καθώς ο ίδιος ο Αδάμ όταν ξύπνησε από το βαθύ ύπνο αναφώ­νησε «τούτο νυν οστούν εκ των οστών μου και σαρξ εκ της σαρκός μου» (Γεν. 2,23).

Ενέργειες τού Αδάμ όπως λήψη και βρώση τροφής σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 2, 7), η κάλυψη της γύμνιας του με φύλλα σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 3, 10) «την φωνήν σου ήκουσα και εφοβήθην» αποδεικνύουν έμμεσα ότι ο προπτωτικός άνθρωπος έφερε ένα υλικό σώμα το οποίο όμως δεν ήταν υποταγμένο στη φθορά.

Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο ο ίδιος ο Χριστός είχε πει ότι «εάν μη ο κόκκος τού σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12, 24). Αυτός ο κόκκος τού σίτου είναι το σώμα τού Χριστού και όχι κάποιου άλλου, ούτε κάποιο μέρος μόνο τού σώματος. Αυτό το σώμα σταυρώθηκε και αυτό το σώμα αναστήθηκε. Αυτό μαρτυρείται από τα λόγια του αγγέλου προς τις Μυροφόρες που επισκέφτηκαν τον κενό τάφο, «οίδα γαρ ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε, ουκ έστιν ώδε.ηγέρθη γαρ καθώς είπε» (Ματθ. 28,5-6).

Η γενική ανάσταση των ανθρώπων θα γίνει πραγματικότητα εξ αίτιας της ανάστασης τού Χριστού. Η γενική ανάσταση τού ανθρώπινου γένους από δυνατότητα θα γίνει πραγματικότητα. Αυτή η πεποίθη­ση αποτελεί το θεμέλιο της πίστης σύμφωνα με το χωρίο (Α’ Κορ. 15, 14) «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή και η πίστις υμών, ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες τού Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά τού Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται».

Η εικόνα τού κόκκου τού σίτου ο οποίος πέφτει στη γη και πεθαί­νει χρησιμοποιείται επίσης από τον Απόστολο Παύλο στο χωρίο (Α Κορ. 15, 35). «Αλλ’ ερείς τις· πως εγείρονται οι νεκροί; ποίω δε σώματι έρχονται; άφρον συ ο σπείρεις, ου ζωοποιείται εάν μη αποθάνη, και ο σπείρεις, ου το σώμα το γενησόμενον σπείρεις, αλλά γυμνόν κόκκον, ει τύχοι σίτου ή τινός των λοιπών. Ο δε Θεός αυτώ δίδωσι σώμα καθώς ηθέλησε, και εκάστω των σπερμάτων το ίδιον σώμα». `Ο Άγιος Επιφάνιος επικαλούμενος το ανωτέρω χωρίο τονίζει ότι αυτό που σπείρεται όταν φυτρώνει δεν αλλάζει ουσία αλλά είναι καρπός τού αυτού σπέρ­ματος. Κατά τον ίδιον τρόπο όταν το σώμα ενταφιάζεται και μετά ανασταίνεται δεν αλλάζει κατά τη βαθύτερη ουσία του διότι «το σπειρόμενον αυτό εστί το εγειρούμενον». Αυτός λοιπόν ο κόκκος που θάβεται στη γη, αυτό το σώμα που πεθαίνει και ενταφιάζεται «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία, σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη» (Α΄ Κορ. 15, 43). Τα χωρία (Ψαλμ. 29, 1) «Υψώσω σε Κύριε, ότι υπέλαβές με ανακαινίζων τον οίκον μου και ουκ ευφράνας τους εχθρούς μου επ’ εμέ» και (Παροιμ. 24, 27) «ετοίμαζε εις την έξοδον τα έργα σου και παρασκευάζου εις τον αγρόν» σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο κάνουν λόγο για την ανάσταση των ανθρώπων. Ο «οίκος» τού χωρίου είναι το σώμα τού ανθρώπου το οποίο ανακαινίζεται από τον Κύριο. Η φράση παρασκευάζου εις τον αγρόν» αναφέρεται στην απόθεση τού σώματος στη γη, ενώ η «ανοικοδόμηση» τού οίκου αναφέρεται στην ανάσταση τού ανθρώπου. Εφόσον ο Θεός έχει δημιουργή­σει τον άνθρωπο κατά τον ίδιο τρόπο θα αναδημιουργήσει το σώμα ανασταίνοντάς το. Ο Άγιος Επιφάνιος αρνείται να δει το γεγονός της ανάστασης κάτω από μία ανθρωπολογία με διασπαστικές τάσεις. Όχι μόνο η ψυχή αλλά επίσης και το σώμα είναι προορισμένο να σωθεί. Εάν το σώμα δε θα μετάσχει της βασιλείας τού Θεού τότε είναι ανώφελη όλη η ασκητική προσπάθεια τού ανθρώπου καθώς η άσκηση προε­τοιμάζει το σώμα για την είσοδό του στη βασιλεία τού Θεού.

 

 

Σημείωση ιστοσελίδος: Δεν δημοσιεύουμε τις υποσημειώσεις του κειμένου με σκοπό να προωθήσουμε την αγορά του.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

 «Η χρήση της Αγίας Γραφής εναντίον των αιρέσεων από τον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου»  (Διδακτορική Δια­τριβή που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονί­κης), Θεσσαλονίκη 1998.



anastasi lazarou

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΨΥΧΩΝ:

ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΝΝΟΙΑ;

(ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ)

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

 

   Όταν λέμε «ανάσταση νεκρών» και «αθανασία των ψυχών» δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα. Πολλοί δυστυχώς χριστιανοί συγχέουν τις ανωτέρω έννοιες. Περιληπτικά μπορούμε να πούμε τα εξής:

α) Η αθανασία των ψυχών είναι καθαρά ελληνική διδασκαλία (και όχι μόνο), ενώ η ανάσταση των νεκρών αποκλειστικά χριστιανική.

β) Για την Εκκλησία, η ψυχή δεν είναι εκ φύσεως αθάνατη, όπως πίστευαν οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι γνωστικοί, αλλά κατέστη αθάνατη δια της αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος Χριστός θα ανακαινίσει, αναστήσει και αφθαρτοποιήσει και τα σώματά μας δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος.      

γ) Ο Σωκράτης δεν φοβάται τον θάνατο αλλά τον δέχεται σαν φίλο, ελευθερωτή και λυτρωτή, από την φυλακή του σώματος και των εγκοσμίων, ενώ ο Χριστός αγωνιά και ταράζεται μπροστά στην οντολογική ζημιά που ο θάνατος επιφέρει και, βλέποντας το πρόσωπο του θανάτου ως το μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου, προσφεύγει στον παντοδύναμο Πατέρα του. Σύμφωνα με την προς Εβραίους επιστολή εξάλλου, «ο Ιησούς με δυνατές κραυγές και δάκρυα προσέφερε δεήσεις και ικεσίες προς Εκείνον (τον Πατέρα Του), που μπορούσε να τον σώσει» (5,7).

δ) Ο Σωκράτης με ηρεμία πίνει το κώνειο, ενώ ο Ιησούς υποφέροντας στενάζει πάνω στο σταυρό σπαρακτικά: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» (Μαρκ. 15,37).

ε) Ο θάνατος αντιμετωπίζεται από τους Έλληνες φιλοσόφους, Πλάτωνα κ.α., ως κάτι το φυσιολογικό, ενώ από την Εκκλησία και την Αγία Γραφή ως κάτι το τερατώδες, αφύσικο γεγονός, που δεν ήταν στην αρχική σκέψη του Θεού, αλλά ευθύνεται γι’ αυτόν ο εθελότρεπτος άνθρωπος και ο διάβολος, ο ηθικός αυτουργός. Κατάρα θεωρείται ο θάνατος ήδη από την Γένεση, το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, διότι κατέστρεψε την θεωτική πορεία ανθρώπου και κτίσεως.

στ) Το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνος που χορηγεί την αιώνια ζωή στα σώματα των ανθρώπων, πιστών και αγίων, τα οποία σώματα δεν θεωρούνται κατώτερης μοίρας και σκλαβιά των ψυχών, όπως σε κάποιες φάσεις φαίνεται στην ελληνική και ρωμαϊκή σκέψη, αλλά εξίσου αληθινή και ισότιμη δημιουργία του Θεού όπως το πνευματικό και αόρατο της ψυχής. Το σώμα για τον απ. Παύλο άλλωστε είναι ο «ναός του αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6,19), ιδέα παράλογη για τους Έλληνες φιλοσόφους.

ζ) Για την Καινοδιαθηκική ανθρωπολογία, η ψυχή και το σώμα, εξαρχής και από τη φύση τους, ανήκουν στην καλή δημιουργία, διότι έτσι το θέλησε ο Θεός. Και τα δύο γίνονται κακά όταν κυριεύονται από τη δύναμη της αμαρτίας (παρέκκλισης και αποτυχίας να βαδίσουμε προς το καθ’ ομοίωση), την εξουσία της «σάρκας», που θεωρείται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη κυρίως, «το σώμα της αμαρτίας». Η άμεση απελευθέρωση καί του σώματος καί της ψυχής από την σαρκική νοοτροπία (μετάνοια-Εξομολόγηση) επιτυγχάνεται μόνο με την ενέργεια του Παρακλήτου, ο οποίος «καινά ποιεί πάντα». Επομένως ο χριστιανός δεν θεωρεί σκοπό της ζωής του την απελευθέρωση από το σώμα, όπως συναντάμε κάποτε στην αρχαιοελληνική σκέψη, αλλά την απελευθέρωση του σώματος και της ψυχής από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Διδασκόμαστε, στην ασκητική επίσης θεολογία, να είμαστε παθοκτόνοι, όχι όμως σωματοκτόνοι.  

η) Τέλος, πιστεύουμε ως Εκκλησία, ότι στην Βασιλεία των Ουρανών το σώμα (ο άνθρωπος) δεν θα ζει από την σαρκική του συνείδηση, τη βιολογία του δηλαδή και τη χημεία του, αλλά από την δύναμη του Αγίου Πνεύματος «εν ημίν». Όταν μιλάμε επομένως για την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, δεν εννοούμε ότι θα λάβει χώρα καταστροφή της φύσης, αλλά απελευθέρωση της ύλης και σύνολης της δημιουργίας από την «σάρκα», τη φθορά και τον θάνατο.

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

  1. Βλάχου Ιεροθέου, Μητροπολίτη Ναυπάκτου, «Η ζωή μετά τον θάνατο», Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου», 1994.
  2. Βλάχου Ιεροθέου, «Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, 2004.
  3. Γιανναρά Χρήστου, «Η μεταφυσική του σώματος», εκδ. Δωδώνη, Αθ. 1971
  4. Cullmann Oscar, «Αθανασία της ψυχής ή ανάσταση των νεκρών;», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1994



falsepro

ΜΕ ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΥΝ;

ΑΓΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

Επισκόπου Θεουπόλεως Αντιοχείας

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 20η

Με ποια δύναμη αυτοί που πιστεύουν και κάνουν τα αντίθετα, πολλές φορές προφητεύουν και θαυματουργούν;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Τα διάφορα σημεία και θαύματα και οι προφητείες πολλές φορές γίνονται και από ανάξιους, σύμφωνα με κάποια ανάγκη ή οικονομία, όπως συνέβη με τον Βαρλαάμ12και την εγγαστρίμυθο13. Και αλλού, οι  απόστολοι, όταν βρήκαν κάποιον άπιστο, «ο οποίος έδιωχνε δαιμόνια με το όνομα του Χριστού»14, και τον εμπόδισαν και το ανάφεραν στον Χρι­στό, ο Χριστός τους είπε «Μη τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι ενα­ντίον σας, είναι με το μέρος σας»15. Επομένως, όταν δης να γίνεται ένα θαύμα και από αιρετικούς και από άπιστους, να μην απορήσεις ούτε να μετακινηθείς από την ορθόδοξη πίστη. Γιατί πολλές φορές εκείνη που κάνει το θαύμα είναι η πίστη αυτού που προσέρχεται, και όχι η αξία εκείνου που το κάνει. Άλλωστε ο Ιωάννης, ο μεγαλύτερος από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες16, δεν φαίνεται να έχει κάνει θαύμα, ενώ ο Ιούδας οπωσδήποτε έκανε, αφού ήταν και αυτός ανάμεσα σ’ εκείνους που στάλθηκαν να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν λε­προύς17. Γιαυτό να μη θεωρήσεις σπουδαίο, εάν δεις κάποιον ανάξιο ή αιρετικόν να κάνει θαύμα. Ούτε φυσικά πρέπει να κρίνουμε τον ορθόδο­ξο άνθρωπο από τα θαύματα και τις προφητείες, αν είναι άγιος ή όχι, αλλά από τη διαγωγή του. Γιατί πολλές φορές πολλοί όχι μόνο ορθόδο­ξοι αμαρτωλοί, αλλά και αιρετικοί και άπιστοι, έκαναν θαύματα και προφήτευσαν σε ειδικές περιπτώσεις, όπως ειπώθηκε, ύστερα από παρα­χώρηση του Κυρίου, όπως στην περίπτωση του Βαλαάμ και του Σαούλ και του Ναβουχοδονόσορα και του Καϊάφα, στους οποίους μπορούμε να βρούμε, ότι το άγιο Πνεύμα ενήργησε, αν και ήταν ανάξιοι και βέβη­λοι, για δικαιολογημένες αιτίες.

Αφού λοιπόν, όπως αποδείχτηκε, και από αμαρτωλούς και άπι­στους γίνονται πολλές φορές θαύματα και προφητείες, κατ’ οικονομία, δεν πρέπει από τα γεγονότα αυτά, όπως είπα, να δοκιμάζουμε κάποιον, αν είναι άγιος, αλλά από τους καρπούς του, όπως λέγει ο Κύριος «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους»18. Τους καρπούς του αληθινού και πνευματικού ανθρώπου τις φανέρωσε ο Απόστολος, λέγο­ντας· «Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυ- μία, χρηστοήθεια, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος»19. Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τις αρετές αυτές, είτε κάνει θαύματα, είτε δεν κάνει, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Γιατί στους αληθινούς φίλους του Θεού δεν υπάρχει χάρη χωρίς πνευματικό χάρισμα. Γιατί δέχεται ή λόγο σοφίας, ή λόγο γνώσης, ή πίστη, ή χάρισμα να θεραπεύει, ή κάποιο άλλο από αυτά που αναφέρει ο Απόστολος στα όσα λέγει περί των δωρεών του αγίου Πνεύματος20. Χωρίς τους καρπούς αυτούς, αυτός που κάνει  θαύματα ή προφητεύει, είναι ένας από εκείνους που θα λένε την ημέρα εκείνη· «Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και θα ακούσει. Ομολογώ πως ποτέ δεν σε γνώρισα. Απομακρύνσου από εμένα, συ ο εργάτης της ανομίας»21. Και αυτά βέβαια ειπώθηκαν για τους ορθόδοξους Χριστιανούς που κάνουν θαύματα.

Ο αιρετικός όμως που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι φανερό ότι εμπαίζεται από τους δαίμονες, αν και νομίζει ότι από τον Θεό γίνο­νται τα θαύματά του. Οι δαίμονες φυσικά δεν γνωρίζουν εκ των προτέ- ρων τίποτε από αυτά που θα γίνουν ή είναι απόρρητα, αλλά μόνο ο Κύριος, ο οποίος τα γνωρίζει όλα πριν να γίνουν22, όπως λέγει μέσω του προφήτη· «Δεν υπάρχει κανείς που να προλέγει αυτά που θα γίνουν, εκτός από μένα»23. Οι δαίμονες λένε στους ανθρώπους αυτά που βλέπουν και ακούνε, ή φανερώνουν τα περισσότερα πράγματα υποθέτοντάς τα από κάποια σύμβολα. Φανερώνουν δηλαδή την παρουσία οδοιπόρων βλέποντάς τους να περπατούν στον δρόμο, και προηγούμενοι αυτών που πρόκειται να έρθουν, αναγγέλλουν την άφιξή τους. Επίσης κρυφακούο­ντας λόγια ανθρώπων που συζητούν ιδιαιτέρως με κάποιους, τα ανακοι­νώνουν σε όποιους θέλουν, και άλλα όμοια με αυτά, βλέποντας και ακούοντάς τα τα φανερώνουν στους ανθρώπους, και την ευφορία των καρπών της γης και την ακαρπία και τις κινήσεις των ανέμων και τις βροχές, και την εποχή των ραγδαίων βροχών και τις ξηρασίες και τις βαρυχειμωνιές και όλα τα παραπλήσια με αυτά τα προλέγουν, διαπιστώνοντάς τα από κάποια διακριτικά σημάδια, όπως και οι άνθρωποι. Αλλά και σκέψεις και αποφάσεις των ανθρώπων συμβαίνει να βλέπουν από κάποια σύμβολα στον άνθρωπο, ή από λόγια κάποιων. Και όχι μόνο αυτά βρίσκουν να πουν οι ακάθαρτοι δαίμονες, αλλά ακόμα και θανά­τους ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν μερικά σημάδια που έχουν τοπο­θετηθεί από τη θεία Πρόνοια στο ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα μάλιστα στο πρόσωπό του, και πριν από πολύ χρόνο, αλλά και πριν από λίγο, όπως λένε αυτοί που ασκούν την ιατρική επιστήμη με δεξιοτεχνία και ακρίβεια. Μερικοί μάλιστα βεβαιώνουν ότι οι πολύπειροι από τους Σαρακηνούς έχουν αυτή την ικανότητα της πρόγνωσης, οι οποίοι στον πόλεμο γνωρίζουν ολοκάθαρα εκείνον που πρόκειται να πεθάνει από κάποιο διακριτικό σημάδι. Έτσι λοιπόν και οι δαίμονες, σαν πιο διορα­τικοί από τα υλικά σώματα, προαναγγέλλουν τους θανάτους των ανθρώ­πων. Επειδή δηλαδή είναι πνεύματα λεπτά και ασώματα, ερευνούν και  γνωρίζουν καλύτερα από κάθε ιατρική επιστήμη τις δυνάμεις των ανθρώπων και τις ενέργειες και τα πλεονάσματα και τις ελλείψεις της ζωτικής ύπαρξής τους μέσω του αίματος, και από αυτά με συλλογι­σμούς, όχι βέβαια ακριβείς, προσδιορίζουν τον θάνατο του ανθρώπου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους μάντεις και τους εγγαστρίμυθους. Βλέποντας δηλαδή οι δαίμονες ποιος είναι ο κλέφτης και που βρί­σκονται τα κλοπιμαία, μπορούν να τα πουν. Όπως πολλές φορές, βλέπο­ντας τις πολλές βροχές που έγιναν στην Ινδική χώρα, προλέγουν σε κάποιον ότι στην Αίγυπτο θα ανέβει πολύ η στάθμη του Νείλου. Αν όμως τους ρωτήσει κάποιος πόσους πήχεις και δακτύλους θα έχει η άνο­δος της στάθμης του, δε μπορούν να απαντήσουν, και αποδεικνύονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε.

Δίνουν επίσης την εντύπωση, ότι μέσω των ψευδοπροφητών ανθρώ­πων, που πιστεύουν σ’ αυτούς, κάνουν και θαύματα με αυτούς και θε­ραπείες σωματικών ασθενειών, για να εξαπατήσουν και αυτούς και άλλους, και παρουσιάζουν νεκρόν άνθρωπο να ανασταίνεται και το προαναγγέλλουν αυτό στους ζωντανούς με τη φαντασία. Διεισδύοντας δηλαδή ο δαίμονας στο νεκρό σώμα του ανθρώπου και κουνώντας το, παρουσιάζει τον νεκρό, ότι δήθεν ανασταίνεται με την ανώφελη προ­σευχή του απατεώνα ανθρώπου. Ακόμα και συζητά ο δαίμονας εκ μέρους του νεκρού με τον άνθρωπο που εξαπατάται από αυτόν γι΄’αυτά που θέλει και γιαυτά που ερωτάται από αυτόν, φανερώνοντάς του πράγματα που έγιναν και ειπώθηκαν κρυφά από ανθρώπους, επειδή τα γνωρίζει επακριβώς λόγω του ότι ήταν κρυφά παρών μέσα σ’ αυτόν που γινόταν αυτά από τους ανθρώπους εκείνους, και τα έβλεπε και τα άκουε. Αλλά ας μας γλυτώσει ο Θεός από αυτή την πλάνη των αιρετικών επισκόπων.

Γνωρίσαμε μάλιστα και αιρετικόν επίσκοπο στην Κύζικο, την πόλη των οπαδών του Μακεδονίου, των Πνευματομάχων, ότι ένα δένδρο ελιάς το μετέφερε με μια δήθεν προσευχή από τον τόπο που ήταν σε άλλον τόπο, επειδή σκοτείνιαζε το παράθυρο του ασεβούς οίκου προσευχής τους. Και σε κάποιον άδικο δανειστή, που εξεβίαζε μια γυναίκα χήρα, εξαιτίας χρέους της που είχε κάνει ο άνδρας της, και απαιτούσε ποσόν όχι όσο ήταν το δάνειο, αλλά περισσότερο, όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αιρετικός επίσκοπος που προαναφέρθηκε, πριν ακόμα θαφτεί ο άνδρας της, αλλά ενώ ακόμα τον πήγαιναν για ταφή, σταμάτη­σε το νεκρικό κρεββάτι και έκανε δήθεν τον νεκρό να μιλήσει και να πει πόσο ήταν το χρέος που ώφειλε στον δανειστή του. Όταν αυτός ο αιρε­τικός πέθανε, ακόμα και στο μνήμα του έγιναν διάφορα φανταστικά πράγματα και θαύματα.

Γι’ αυτό λοιπόν δεν πρέπει να παραδεχόμαστε ως άγιον κάθε θαυμα­τοποιό, αλλά να τον δοκιμάζουμε, σύμφωνα με εκείνον που λέγει  «Να μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να δοκιμάζετε τα πνεύματα, αν είναι από τον θεό, γιατί παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδοπροφήτες στον κόσμο»24. Και ο Απόστολος λέγει· «Οι άνθρωποι αυτοί είναι ψευδαπό­στολοι, εργάτες δόλιοι, που μεταμορφώνονται σε αποστόλους του Χρι­στού»25. Και δεν είναι να απορούμε γιατί «ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορ­φώνεται σε άγγελο φωτεινό»26. Δεν είναι σπουδαίο λοιπόν, αν και οι υπηρέτες του μεταμορφώνονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης, των οποί­ων το τέλος θα είναι ανάλογο με τα έργα τους. Άλλωστε και ο Αντίχρι­στος όταν θα έρθει, κατά παραχώρηση του θεού, με τη συνεργασία των δαιμόνων θα κάνει πάρα πολλά σημεία και τέρατα ψεύτικα, προς απώλεια των απίστων και δοκιμασία των πιστών. Και τι το παράξενο αν, με τη βοήθεια του διαβόλου, θα κάνει φανταστικά θαύματα, τη στιγμή που έχουμε ήδη γνωρίσει και κάποιους άλλους μάγους και αγύρτες που έκα­ναν διάφορα θαύματα με την ενέργεια των δαιμόνων, μεταξύ των οποί­ων είναι ο Ίαννης και Ίαμβρης, οι οποίοι την εποχή του Μωυσή, μετα­βάλλοντας τις ράβδους τους σε φίδια και τα νερά σε αίμα, έβγαλαν πλήθος βατράχων από τα νερά, ώστε να γεμίσουν όλη την χώρα της Αίγυπτου27;

Και ο Σίμων επίσης, ο μάγος την εποχή των αποστόλων, πόσα φανταστικά θαύματα έκανε; Έκανε πραγματικά αγάλματα να περπα­τούν και να πέφτουν στη φωτιά χωρίς να καίονται. Πετούσε στον αέρα και έκανε ψωμιά από πέτρες. Γινόταν φίδι και μεταμορφωνόταν και σε άλλα ζώα. Γινόταν με δύο πρόσωπα, μεταβαλλόταν σε χρυσάφι, άνοιγε κλειστές πόρτες, έσπαζε σιδερένια δεσμό, σε δείπνα παρουσίαζε τις μορ­φές διαφόρων ειδώλων, έκανε τα οικιακά σκεύη να έρχονται μόνα τους και να υπηρετούν χωρίς να φαίνονται αυτοί που τα μετέφεραν. Έκανε να προπορεύονται πριν από αυτόν πολλές σκιές, που έλεγε πως ήταν ψυχές των νεκρών. Πολλούς επίσης, που τον αποκαλούσαν αγύρτη, τους συμφιλίωσε μαζί του, και στη συνέχεια με την δικαιολογία ξεφαντώματος, θυσίασε βόδι και αφού τους παρέθεσε γεύμα, τους έκανε υποχείρι­ους διαφόρων ασθενειών και δαιμόνων. Όταν λοιπόν κάποτε τον κα­ταζητούσε ο βασιλιάς, φοβήθηκε και δραπέτευσε, δίνοντας το πρόσωπό του σε άλλον.

Αλλά και οι μάγοι Ιουλιανός, Απολλώνιος και Απουλήϊος, κατά την εποχή του βασιλιά Δομετιανού έκαναν διάφορα φανταστικά πράγ­ματα, ένα από τα οποία σώζεται στις διηγήσεις των παλαιοτέρων ανδρών. Όταν κάποτε διαδόθηκε στη Ρώμη θανατηφόρα ασθένεια και όλοι πέθαιναν εδώ και εκεί, παρακινούνταν οι μάγοι αυτοί από τον βασιλιά και από τους προκρίτους του να βοηθήσουν την πόλη που κατα­στρεφόταν. Λέγει λοιπόν ο Απουλήιος «Εγώ την επιδημία που απλώθηκε στο ένα τρίτο της πόλης θα την σταματήσω σε δεκαπέντε μέρες». Έπειτα ο Απολλώνιος «Και εγώ θα σταματήσω, είπε, την επιδημία που διαδόθηκε στο άλλο ένα τρίτο σε δέκα μέρες». Απαντώντας και ο διαπρε­πέστερος από αυτούς και πιο κοντινός στον διάβολο, λόγω της ματαιοδοξίας του, Ιουλιανός, είπε «Μέσα σε δεκαπέντε μέρες η πόλη ολόκλη­ρη θα καταστραφεί, και δεν θα περιμένει τη δική μας βοήθεια. Για μένα λοιπόν το άλλο τρίτο της πόλης που μου ανήκει, θα παύσει από τώρα η καταστροφή της επιδημίας». Και πραγματικά σταμάτησε. Και όταν παρακλήθηκε από τον βασιλιά σταμάτησε και των άλλων δύο μερών την ταχύτητα διάδοσης της επιδημίας.

Σε μερικά μέρη μάλιστα τα τελετουργικά τεχνάσματα του Απολ­λώνιου μέχρι και τώρα κάνουν θαύματα, άλλα για να αποστρέψουν τε­τράποδα ζώα και πτηνά, που μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, άλλα πάλι για να συγκρατήσουν τα ρεύματα ποταμών που κυλούν άτα­κτα, και άλλα για να αποστρέψουν άλλα περιστατικά που προκαλούν φθορά και βλάβη στους ανθρώπους. Αυτά όμως δεν τα έκαναν οι δαίμο­νες μέσω αυτού μόνο όσο ήταν στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατό του, παραμένοντας στο μνήμα του, έκαναν κάποια θαύματα στο όνομά του, για να εξαπατήσουν αυτούς που εύκολα βλάπτονταν με αυτά από τον διάβολο. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τα μαγικά έργα του Μανέθωνα, ο οποίος έγινε τόσο διάσημος στη μαγική απάτη, ώστε διαρ­κώς να περιγελά τον Απολλώνιο Τυανέα, ότι δήθεν δεν κατείχε την ακριβή εμπειρία της τέχνης Γιατί έπρεπε και αυτός, λέγει, όπως και εγώ, να κάνει μόνο με λόγο του αυτά που ήθελε να κάνει, και να μη παραδίνει σε κάποιες τελετές αυτά που κάνει.



an met

ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΝΕΚΡΩΝ

ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ

Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή,

Αρχιερατικοῦ Επιτρόπου Καμπανίας 

 

     Η κλασσική μορφή της μετενσάρκωσης διαμορφώθηκε στην Ινδία αλλά σίγουρα όχι νωρίτερα από τον 9ο αιώνα π.Χ., τότε δηλαδή που συγκροτήθηκαν τα γραπτά του Βραχμάν. Σχετίζεται άμεσα με τις διδασκαλίες και τις πρακτικές του Βουδισμού, του Τζαϊνισμού, του Ινδουισμού, του Σιχισμού και του Σουφισμού. Η θεωρία της μετενσάρκωσης εκφράζει την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, μέχρι την τελική του λύτρωση, διέρχεται ένα κύκλο διαδοχικών γεννήσεων.

Ολόκληρο το θεωρητικό οικοδόμημα του Ινδουισμού είναι θεμελιωμέ­νο στην αρχή της επιβίωσης της ψυχής και στην άποψη ότι η παρούσα ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια περίοδος προετοιμασίας για την επόμενη. Σύμφωνα με την Σαμσάρα, την Ινδουϊστική έννοια της μετεν­σάρκωσης και τον πανίσχυρο συμπαντικό νόμο του Κάρμα, τα πάντα προκαθορίζονται από τις πράξεις προηγούμενων ζωών. Έτσι, την ευθύ­νη για την τιμωρία ή την επιβράβευση δεν την έχει κάποια υπερφυσική οντότητα, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, ανάλογα με τον τρόπο που ζει και ενεργεί, σε σχέση με τον ηθικό και κοσμικό νόμο του Ντάρμα8.

Το θρησκευτικό σύστημα του Βουδισμού απόσπασε από τους Βραχμάνους το αποκλειστικό δικαίωμα μεσολάβησης που απολάμβαναν επί πολλά χρόνια σχετικά με την απελευθέρωση των ανθρώπων από τις συνέπειες της εφαρμογής του καρμικού νόμου μέσα από τις αλλεπάλ­ληλες μετενσαρκώσεις. Ενώ από τη μία διατηρήθηκε η διδασκαλία της Σαμσάρα, επιβλήθηκε από την άλλη ότι μόνο μέσα από την προσωπι­κή αναγνώριση των αιτιών που προκαλούν τα πάθη μπορεί ο άνθρωπος να λυτρωθεί από αυτά και να περάσει στη Νιρβάνα9.

Οι οπαδοί της μετενσάρκωσης υποστηρίζουν πως στην πορεία προς «την απελευθέρωση» υπάρχει κατάσταση στις «Κοσμικές σφαίρες» του πνευματικού κόσμου. Σ' αυτή την κατάσταση, η προσωπικότητα της προηγούμενης ζωής διαλύεται και εξαφανίζεται πριν η ψυχή ξαναγεν­νηθεί σε νέο σώμα. Εάν όμως η ψυχή απορρίπτει τελείως την προηγού­μενη γήινη προσωπικότητα της τότε όταν ξαναέλθει στη ζωή με νέα μετενσάρκωση, δεν πρόκειται για το ίδιο όν, αλλά για κάποιο άλλο10.

Με την μετενσάρκωση λοιπόν, δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δια­δοχικών ζωών. Η καταστροφή και διάλυση της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου μετά το θάνατο δεν διαφέρει και πολύ από την αθεϊστική αντίληψη για την εξαφάνιση του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα που μετενσαρκώνεται είναι το κάρμα που διασπάται από το σώμα. Η αντίληψη αυτή έχει σαν συνέπεια ότι το ον, που λαμβάνει ένα νέο σώμα, δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει καμία μνήμη προηγούμενης ύπαρξης ώστε να μπορέσει να προβεί σε διόρθωση της ζωής του και στην τελειοποίηση κατά τις επόμενες ζωές11.

Οι αποκρυφιστές προβάλλουν παραδείγματα «μνήμης» και χρησιμο­ποιούν τεχνικές «αναδρομών». Όμως εάν δεν πρόκειται για καταστά­σεις που ερμηνεύονται κατ' άλλο τρόπο ή για περιπτώσεις συνειδητής απάτης, βρισκόμαστε σε «φαινόμενα» και «μαρτυρίες» που δεν έχουν επιστημονική, αλλά μόνο θρησκευτική αξία. Για να γίνουν αποδεκτές πρέπει κανείς να εγκαταλείψει τον πνευματικό χώρο της χριστιανικής πίστης και να μετακινηθεί στο χώρο της ασιατικής πνευματικής ζωής. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και άνθρωποι από το χώρο του ορθόδοξου Ινδουισμού, που πιστεύουν στην μετενσάρκωση, αναφε­ρόμενοι στα φαινόμενα της λεγόμενης «αυθόρμητης ανάμνησης» υπο­γραμμίζουν ότι πρόκειται για «δαιμονοκατάληψη», δηλαδή για καταστάσεις δαιμονικές12.

Μετά τις διαδοχικές γεννήσεις και την ολοκλήρωση από το εσώτατο είναι του ανθρώπου, αυτού του αδυσώπητου νόμου των γεννήσεων και των θανάτων, ο άνθρωπος καταφέρνει να βυθιστεί στην αιώνια μακαριότητα, στο νιρβάνα. Όμως σ' αυτή την κατάσταση εξαλείφεται η προσωπική του ιδιαιτερότητα, η ατομική του αυτοεπίγνωση και χάνε­ται μέσα στο αιώνιο όπως εξαφανίζεται μια σταγόνα στο ωκεανό. Σ' αυτή την κατάσταση παύει να υφίσταται ως πρόσωπο.

Ο πιστός του κάρμα και της μετενσάρκωσης βυθίζεται στη δυστυχία του και δεν ελπίζει. Δεν αναζητάει κανένα Θεό, ούτε κάποιον από τους πλησίον του. Οφείλει να δεχθεί παθητικά την κατάστασή του χωρίς «προσκόλληση». Δεν μπορεί να έχει την εμπειρία της πίστης και της ευγνωμοσύνης για την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Ακόμη και αν μιλάει για «νόμο της χάρης» αποβλέπει σε μηχανιστικά και αυτόματα αποτελέσματα ενός τυφλού νόμου και γι' αυτό καλείται να ενεργήσει χωρίς εσωτερική συμμετοχή. Όμως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνία προσώπων, γι' αυτό και η απόλυτη μοναξιά στην οποία το δόγμα του κάρμα και της μετενσάρκωσης βυθίζει τον πιστό του αποτε­λεί «παρά φύση» κατάσταση.

Το δόγμα της μετενσάρκωσης θίγει μια βασική αλήθεια της ορθόδο­ξης πίστεως, ότι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα ιδιαίτε­ρο και ανεπανάληπτο πρόσωπο που ήλθε στην ύπαρξη δια της δημι­ουργικής αιώνιας ενέργειας του Θεού και ως αυτό το συγκεκριμένο πρό­σωπο θα συνεχίζει να υφίσταται αιώνια.

Ο ίδιος ο Θεός στον οποίο προσευχόμαστε και λατρεύουμε είναι πρό­σωπο. Ο Θεός αποκαλύφθηκε στον Μωϋσή ως πρόσωπο στο Σινά. «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξ. 3,1-20) είπε στον θεόπτη Μωϋσή και μας φανέρωσε την υπέρτατη αλήθεια ότι ο ίδιος είναι πρόσωπο και όχι μια θεοειδής ή ανώτερη ή υπέρτατη και απρόσωπη δύναμη.

Ο Θεός είναι πρόσωπο και δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν αυτού» (Γεν. 1, 26). Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ιδι­αίτερο πρόσωπο που φέρει εντός του τα θεία χαρίσματα. Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με αθάνατη ψυχή και όχι απλώς με ένα σύνολο θείων δυνάμεων που εγκαθίστανται σ' ένα άλλο σώμα μετά τον θάνα­το του σώματος.

Ο Ιησούς Χριστός, ο τέλειος Θεός που έγινε άνθρωπος μας φανέρω­σε τον αληθινό προορισμό του ανθρώπου. Συνάμα, πολέμησε τον πραγ­ματικό εχθρό του ανθρώπου που είναι ο θάνατος. Έγινε άνθρωπος (Ιωάν. 1, 14) για να καταργήσει «τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ' έστιν τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. 2, 14-15).

Η νίκη του Ιησού Χριστού επί του θανάτου, του διαβόλου και όλων των φθοροποιών δυνάμεων με την ένδοξη του Ανάσταση (Ματθ. 28, 1 εξ) και άνοιξε έτσι το δρόμο προς το ανθρώπινο γένος για την επι­στροφή προς την αθανασία δια της παγκόσμιας ανάστασης.

Η ελπίδα των χριστιανών είναι η φανέρωση του Ιησού Χριστού στον κόσμο και η ανάσταση των κεκοιμημένων. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μας υποσχέθηκε και μας διαβεβαίωσε ότι «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν. Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται. Ώσπερ γαρ ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και τω υιώ ζωήν έχειν εν εαυτώ. Και εξουσίαν έδωκεν αυτώ και κρίσιν ποιείν, ότι υιός ανθρώπου εστί. Μη θαυμάζετε τούτο, ότι έρχεται ώρα εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιωάν. 5, 24-29).

Η θεωρία της μετενσάρκωσης είναι αντίθετη και δεν συμβιβάζεται με την χριστιανική αντίληψη της ανάστασης των κεκοιμημένων. Ο Από­στολος Παύλος, αναφερόμενος στην χριστιανική ελπίδα της αναστά­σεως απευθυνόμενος προς τους Θεσσαλονικείς τους υπενθυμίζει ότι δεν αρμόζει στους χριστιανούς να λυπούνται για το θάνατο προσφιλών προσώπων όπως και αυτοί που δεν πιστεύουν στο κήρυγμα του Ιησού και δεν φέρουν την χριστιανική ελπίδα. «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α' Θεσ. 4,13). Εφόσον ο χριστιανός πιστεύει ότι ο Ιησούς «απέθανεν και ανέστη», κατά τον ίδιο τρόπο ο Θεός θα ανα­στήσει τους «κοιμηθέντας δια του Ιησού» (Α' Θεσ. 4,14). Ο Απόστολος Παύλος μας παρουσιάζει με ζωηρά χρώματα την εικόνα της ανάστασης των κεκοιμημένων. Αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού, καταβήσεται απ' ουρανού και οι νεκροί εν Χρι­στώ αναστήσονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα και ούτως πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.» (Α' Θεσ. 4,16-17).

Η πραγματικότητα της αναστάσεως μας φανερώθηκε κατά τη διάρ­κεια της επίγειας δράσης του Ιησού ο οποίος ανέστησε νεκρούς όπως τον υιό της χήρας της Ναΐν, τον φίλο του και τετραήμερο Λάζαρο (Ιωάν. 1,17-44), την μονάκριβη κόρη του Ιαείρου.

Όλα αυτά τα γεγονότα είναι προάγγελοι της κοινής αναστάσεως των ανθρώπων.

Η δύναμη της αναστάσεως δεν αποτελεί μια απρόσωπη και αόρατη δύναμη που ελκύεται από τον άνθρωπο δια μέσω διαφόρων τεχνικών. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε ότι «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. 11,25). Η ζωή και η ανάσταση είναι πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Η φανέρωση της αλήθειας της αναστάσεως δια του Ιησού Χριστού αποτελεί την εσχατολογική εκπλήρωση του προφητικού οράματος του Ιεζεκιήλ. Ο προφήτης νιώθει την δύναμη του Κυρίου και βλέπει μια πεδιάδα γεμάτη ξερά οστά. Ο Θεός του λέει να προφητεύσει, ότι θα έλθει η πνοή της ζωής σ' αυτά τα ξερά οστά και θα επανέλθουν στη ζωή. Τότε ο προφήτης προφήτευσε και ένιωσε τη πνοή της ζωής του Θεού να έρχεται σ' αυτά τα ξερά οστά και είδε τα πρώην πτώματα ν' ανασταίνονται και να ξαναπαίρνουν την ζωή. Ο Κύριος και Θεός υπο­σχέθηκε στον Ιεζεκιήλ ότι όπως αναστήθηκαν αυτοί οι νεκροί έτσι θ' αναστηθούν από τους τάφους τους όλοι οι νεκροί. (Ιεζ. 37,1-14).

Ο Ιεζεκιήλ οραματίζεται και βλέπει το καλό και ευοίωνο μέλλον για τους συμπατριώτες του. Κι αυτό γιατί πιστεύει στη δύναμη του Θεού αλλά και στη δύναμη της ψυχής του λαού. Το όραμα των ξερών οστών έχει διπλό νόημα: Φανερώνει την απε­λευθέρωση και εγκατάσταση του Ισραηλιτικού λαού πάλι στη χώρα του, αλλά και κάτι πνευματικότερο: την τελική ανάσταση όλων των ανθρώπων, που θα φέρει ο Μεσσίας. Τότε οι νεκροί θα αναστηθούν από τους τάφους τους με τη δύναμη του Θεού, για να ζήσουν πια στην αιωνιότητα.

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, μετά την περιφορά του Επιτα­φίου, σε όλους τους ναούς διαβάζεται το όραμα του Ιεζεκιήλ για τα ξερά οστά. Και είναι σαν να μας λέει η Εκκλησία μας: Ζούμε την χαραυγή της ανάστασης των νεκρών, της τελειωτικής κατάργησης του θανάτου. Γιατί ο Χριστός θα νικήσει το θάνατο με το θάνατο του, δίνο­ντας τη δύναμη της ανάστασης σε όλους τους νεκρούς; Ο θάνατος δεν πρέπει να μας τρομάζει πια. Μας προκαλεί, βέβαια, μεγάλη θλίψη και μερικές φορές αγωνία. Όμως δεν έχει πια τη δύναμη που είχε. Και κατά την ένδοξη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα αναστηθούν και τα σώματα των νεκρών, όπως στο όραμα του Ιεζεκιήλ, για να σταθούμε μπροστά του όλοι, με άφθαρτο σώμα και ψυχή.

Συναφές με το θέμα της μετενσάρκωσης είναι και το θέμα της καύσης - αποτέφρωσης των νεκρών. Εδώ και αρκετά χρόνια, υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι θα πρέπει οι νεκροί να αποτεφρώνονται και όχι να θάπτονται.

Η πρακτική της αποτέφρωσης είναι διαδεδομένη σε θρησκείες όπου η μετενσάρκωση κατέχει σπουδαίο ρόλο όπως ο Ινδουισμός και ουσια­στικά εκφράζει την πεποίθηση ότι το σώμα δεν έχει καμία αξία, και ότι μετά το θάνατο του ανθρώπου πρέπει να καταστραφεί, να καεί ώστε η ψυχή του ανθρώπου να ξαναγεννηθεί σε ένα άλλο σώμα.

Ασφαλώς βέβαια ο κάθε άνθρωπος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα το μεταχειρισθούν οι οικείοι του μετά το θάνατο. Μπορεί να επιλέξει την καύση ή την ταφή του σώμα­τος του. Όμως είναι ανεπίτρεπτο για ένα συνειδητό χριστιανό ο οποίος δεν αποδέχεται την ινδουϊστική ή βουδιστική κοσμοθεωρία να υιοθετεί τις πρακτικές τους. Είναι ανεπίτρεπτο για ένα χριστιανό που ομολογεί «προσδοκώμεν ανάστασιν νεκρών» να υιοθετεί πρακτικές όπου υπονο­ούν την εκμηδένιση της ανθρώπινης ύπαρξης τον αφανισμό του ανθρώ­πινου σώματος, γεγονός πού δείχνει και την έλλειψη σεβασμού σ' αυτό.

Η Αγία Γραφή μας παρουσιάζει το σωτήριο θάνατο του Ιησού Χρι­στού. Οι οικείοι του και δύο πιστοί μαθητές του, ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ με τις δέουσες τιμές τον έθαψαν και τον εναπόθεσαν σε μνημείο όπου κανένας πριν δεν είχε ταφεί. (Ιωάν. 19,38-42). Επίσης η Αγία Γραφή μας αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα μετά το θάνατο του ηγέρθηκε εκ των νεκρών (Ιωάν. 20,1-10) «θανάτω θάνατον πατήσας». Παρου­σιάστηκε στους μαθητές του αλλά και σε άλλους ανθρώπους και ανα­λήφθηκε εν δόξη στους ουρανούς. Ο Ιησούς δεν ηγέρθηκε απλώς πνευ­ματικά αλλά και σωματικά. Φανέρωσε το αναστημένο σώμα του στους ανθρώπους οι οποίοι το άγγιξαν. Ο Ιησούς δεν αναλήφθηκε απλώς πνευματικά εις τους ουρανούς αλλά μαζί με το σώμα του. Με αυτό τον τρόπο ο Ιησούς μας φανέρωσε την μεγάλη αξία του ανθρώπινου σώμα­τος και ο Απόστολος Παύλος το ονόμασε ναό του Αγίου Πνεύματος.

Εάν θα έπρεπε οι χριστιανοί να αποτεφρώνονται μετά το θάνατο τους ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και οι μαθητές του θα μας είχαν διδάξει να πράττουμε αυτό. Όμως ο Ιησούς μας υποσχέθηκε ότι όπως αναστή­θηκε ο ίδιος έτσι και εμείς θ' αναστηθούμε για να ζήσουμε κοντά του στη βασιλεία του.

Το σώμα του ανθρώπου είναι κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και γίνεται μέτοχο της άκτισης θείας δόξας. Ειδικότερα τα σώματα των αγίων ανθρώπων γίνονται φωτοφόρα και πνευματοφόρα και μετά την κοίμηση τους φανερώνουν σημάδια αγιότητας. Μέσα στις ορθόδοξες εκκλησίες συναντούμε λείψανα αγίων ανθρώπων τα οποία είναι άφθαρτα, ως μάρτυρες της παγκόσμιας ανάστασης, ευωδιάζουν ως φορείς του Αγίου Πνεύματος.

Ο χριστιανισμός πιστεύει ότι ο βιολογικός θάνατος, μετά την ανά­σταση του Ιησού, δεν είναι θάνατος αλλά κοίμηση καθώς δια της ανα­στάσεως του Ιησού ο «θάνατος νενέκρωται». Ο πιστός εντός του τάφου που θάπτεται δεν θεωρεί τον τάφο ως μόνιμη κατοικία αλλά πρόσκαι­ρη αναμένοντας την φανέρωση της δόξας του ζωοδότη Ιησού Χριστού, την παγκόσμια ανάσταση.

Θεωρούμε ότι η πίστη στην Ανάσταση του Ιησού είναι κεφαλαιώδες θέμα της διδασκαλίας της Εκκλησίας μας και η άρνηση της σοβαρή εκτροπή, διότι ο άνθρωπος που επιθυμεί την καύση του σώματος του έμμεσα αρνείται αυτό το κεφαλαιώδες δόγμα της πίστεως μας.

Οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ανάσταση και όχι στην μετενσάρκω­ση. Πιστεύουμε ότι το σώμα είναι ιερό και προορισμένο ν' αναστηθεί και όχι να αφανιστεί δια της καύσης του. Όλη η ζωή της Εκκλησίας μας επικεντρώνεται στο μεγάλο γεγονός της ανάστασης του Ιησού ως προ­άγγελο της δικής μας ανάστασης. Άλλωστε οι χριστιανοί δεν συνα­θροίζονται εδώ και 2000 χρόνια σε κάθε Θ.Λειτουργία για να υμνή­σουν την Ανάσταση του Ιησού και να εκφράσουν την ελπίδα στη δική τους ανάσταση.

 

 

8. Κωνσταντίνο Πέγιου, «Μετενσάρκωση» στο Άβατον (2001), σελ. 59.

9. Κωνσταντίνο Πέγιου, ο.π., σελ. 60.

10. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Μετενσάρκωση ή ανάσταση, Πρέβεζα 1992. σελ. 12λ

11. π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, ο.π., σελ. 125.

12. π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, ο.π., σελ. 126.

 


 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο:

ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ 

Έκθεση της Ορθοδόξου Πίστεως σε αντιπαράθεση με την αιρετική διδασκαλία(Θεσσαλονίκη 2002)

Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή

 

  Ο λόγιος αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ. Θ. είναι Αρχιερατικός Επίτροπος Καμπανίας, και μέλος της Συνοδικής επιτροπής επί των Αιρέσεων, με πλούσιο ποιμαντικό, πνευματικό, φιλανθρωπικό και επιστημονικό έργο.