jesus anastasis 3

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

 

        1. «Θα σταματήσω εις τον φυλάκιόν μου», λέγει ο θαυμάσιος Αββακούμ (Αββακ. 2, 1). Και εγώ θα σταματήσω μαζί του σήμερα επάνω εις την εξουσίαν και την διορατικήν ικανότητα την οποίαν μου έχει δώσει το Πνεύμα, και θα κατοπτεύσω και θα αναγνωρίσω ό,τι θα μου φανερωθή και ό,τι θα λεχθή προς εμέ. Και εσταμάτησα και κατόπτευσα. Και να άνδρας ο οποίος κάθεται επάνω εις τα νέφη και ο οποίος είναι πανύψηλος. Η όψις του είναι ομοία προς την όψιν αγγέλου και η στολή του ωσάν λάμψις αστραπής η οποία σχίζει τον ουρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Και εσήκωσε την χείρα του προς την ανατολήν και εφώναξε με δυνατήν φωνήν (η φωνή του ήταν ωσάν φωνή σάλπιγγος και γύρω του υπήρχε πλήθος από μίαν ουρανίαν στρατιάν) και είπε: «Σήμερα ήλθεν η σωτηρία εις τον κόσμον, τον ορατόν και τον αόρατον. Ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς, αναστηθήτε μαζί του. Ο Χριστός επανήλθεν εις την θέσιν του, επανέλθετε και σεις. Ο Χριστός ηλευθερώθη από τα δεσμά του τάφου, ελευθερωθήτε και σεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Αι πύλαι του άδου ανοίγονται, ο θάνατος καταλύεται, ο παλαιός Αδάμ απομακρύνεται και ο νέος συμπληρώνεται. Εάν υπάρχη κάποια νέα δημιουργία εις τον Χριστόν, ανανεωθήτε και σεις». Αυτά έλεγεν αυτός και οι άλλοι ανυμνούσαν, όπως είχε γίνει και προηγουμένως, όταν εφανερώθη εις ημάς ο Χριστός με την επίγειον γέννησίν του, με το «δόξα εις τον Θεόν, ο οποίος βρίσκεται εις τους ουρανούς, και ειρήνη επάνω εις την γην, συμφώνως προς την υπόσχεσίν Του προς τους ανθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί με αυτούς λέγω και εγώ τα ίδια προς σάς. Μακάρι δε να αποκτούσα και φωνήν ισάξιαν προς την φωνήν των αγγέλων, η οποία να αντηχούσε απ άκρου εις άκρον της γης.


2. Πάσχα του Κυρίου, Πάσχα, και πάλιν θα είπω Πάσχα προς τιμήν της Αγίας Τριάδος. Αυτή είναι δι ημάς η εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων, η οποία τόσον πολύ ξεπερνά όχι μόνον τας ανθρωπίνας και τας προερχομένας από την γην, αλλά ακόμη και εκείνας του ιδίου του Χριστού και όσας τελούνται προς τιμήν Του, όσον ξεπερνά ο ήλιος τους αστέρας. Είναι μεν καλή και η χθεσινή μας λαμπροφορία και η φωταψία, την οποίαν εκάμαμεν και ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί από κοινού, και κατά την οποίαν κάθε άνθρωπος και σχεδόν κάθε τι το οποίον έχει αξίαν κατεφωτίσαμεν με πλήθος πυρσών την νύκτα, πράγμα το οποίον αποτελεί σύμβολον του μεγάλου φωτός, όπως και ο ουρανός φωτίζει από επάνω, καταυγάζων όλον τον κόσμον με την ωραιότητά του, όπως αι υπερουράνιοι φύσεις και οι άγγελοι, η πρώτη φωτεινή φύσις μετά την πρώτην, επειδή από εκείνην προέρχεται, και όπως η Τριάς από την οποίαν έχει δημιουργηθή όλον το φως, αλλά είναι ακόμη ωραιοτέρα και πιο επίσημος η σημερινή. Καθόσον χθές μεν το φως ήτο προάγγελος του μεγάλου Φωτός, το οποίον ανασταίνεται, και κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δε εορτάζομεν την ιδίαν την Ανάστασιν, η οποία δεν αποτελεί πλέον αντικείμενον ελπίδος, αλλά έχει ήδη γίνει πραγματικότης και έχει συγκεντρώσει γύρω της όλον τον κόσμον. Ο καθένας μεν λοιπόν με τον τρόπον του ας προσφέρη τον καρπόν του και τον χρόνον αυτόν και ας προσφέρη δώρον εορταστικόν από τα πνευματικά τα οποία αγαπά ο Θεός, μικρόν η μεγαλύτερον αναλόγως προς τας δυνάμεις του. Διότι το να προσφέρη κανείς δώρον αντάξιον προς την εορτήν θα ημπορούσαν ίσως μόλις και μετά βίας να το επιτύχουν οι άγγελοι, οι πρώτοι πνευματικοί και καθαροί και θεαταί και μάρτυρες της ουρανίου δόξης, έστω και αν είναι προσιτόν εις αυτούς κάθε είδος εξύμνησις. Ημείς δε θα προσφέρωμεν τον λόγον, το πιο ωραίον και πολύτιμον από τα μέσα τα οποία διαθέτομεν, υμνούντες και κατ άλλον τρόπον τον Λόγον δια τας ευεργεσίας Του προς τους ανθρώπους. Θα αρχίσω δε από το σημείον αυτό. Διότι δεν ανέχομαι, ενώ προσφέρω ως θυσίαν τους λόγους μου περί του μεγάλου Θύματος και της πιο μεγάλης από τας ημέρας, να μην ανατρέξω εις τον Θεόν και να κάμω από εκεί την αρχήν. Καθαρίσατε προς χάριν μου και τον νουν και την ακοήν και την διάνοιαν, όσοι εντρυφάτε εις αυτά τα πράγματα (επειδή ο λόγος αναφέρεται εις τον Θεόν και είναι θείος), δια να αναχωρήσετε αφού θα έχετε εντρυφήσει πραγματικά εις εκείνα τα οποία δεν τελειώνουν ποτέ. Θα είναι δε ο λόγος μου πλήρης αλλά και συνάμα πολύ σύντομος, εις τρόπον ώστε, ούτε να σάς λυπήση με τας ελλείψεις του, ούτε και να γίνη ανιαρός εξ αιτίας του κορεσμού, τον οποίον τυχόν θα σάς έφερε.


3. Ο Θεός υπήρχε μεν πάντοτε, και υπάρχει, και θα υπάρχη, η, καλύτερα, υπάρχει πάντοτε. Διότι το "υπήρχε" και "θα υπάρχη", είναι τμήματα του χρόνου και της φθαρτής φύσεώς μας. Ο όρος όμως ‘'ο υπάρχων'' εκφράζει το αιώνιον, και με αυτόν αυτοτιτλοφορείται όταν εμφανίζεται εις τον Μωϋσή επάνω εις το όρος (Εξ. 3, 14). Διότι έχει συγκεντρώσει και διατηρεί όλην την ''ύπαρξιν'', η οποία ούτε άρχισε ποτέ ούτε και θα λήξη ποτέ, ωσάν κάποιος απέραντος και απεριόριστος ωκεανός ουσίας, ο οποίος ξεπερνά κάθε έννοιαν και του χρόνου και της φύσεως, και ο οποίος ημπορεί να σκιαγραφηθή κάπως μόνον με τον νουν. Και από αυτόν πάλιν μόνον πολύ αμυδρά και περιωρισμένα, όχι από την ουσίαν του αλλά από εκείνα τα οποία βρίσκονται γύρω του, δια να σχηματισθή από την συγκέντρωσιν των διαφόρων εξωτερικών φαινομένων μία κάποια εικόνα της αληθείας η οποία χάνεται προτού προλάβωμεν να την κρατήσωμεν, και εξαφανίζεται προτού ημπορέσωμεν να την συλλάβωμεν με τον νουν. Η εικόνα δε αυτή λάμπει εις τον νουν μας, και μάλιστα μόνον όταν αυτός είναι καθαρός, όπως η αστραπή η οποία διαρκεί ελάχιστα. Νομίζω δε (ότι γίνεται αυτό) από την μία μεριά μεν δια να προσελκύη με εκείνο το οποίον ημπορεί να γίνη κατανοητόν (διότι το τελείως ακατανόητον απογοητεύει και εξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), από την άλλην δε δια να προκαλή τον θαυμασμόν με το ακατανόητον.με τον θαυμασμόν να δημιουργή περισσότερον πόθον, με τον πόθον να καθαρίζη και με την κάθαρσιν να κάνη τον νουν μας θεόμορφον. Αφού γίνωμεν δε τέτοιοι, τολμώ να το είπω, να συναναστρεφώμεθα με το Θείον ωσάν συγγενείς. Ο Θεός να ενώνεται και να επιτρέπη να Τον γνωρίσουν θεοί, και μάλιστα τόσον πολύ, όσον γνωρίζει κι όλας εκείνους τους οποίους γνωρίζει. Είναι λοιπόν άπειρον το θείον και δυσκολονόητον. Το μόνον δε το οποίον είναι κατανοητόν απ αυτό είναι το ότι είναι άπειρον, έστω και αν θα νομίζη κάποιος ότι είναι απλής φύσεως η καθ ολοκληρίαν ακατανόητον, η τελείως κατανοητόν. Διότι πως θα επιθυμήσωμεν κάποιον ο οποίος είναι απλός από την φύσιν του; Η απλότης λοιπόν δεν αποτελεί την φύσιν του, όπως και εις τα σύνθετα την φύσιν των δεν αποτελεί μόνον το ότι είναι σύνθετα.


4. Επειδή δε το άπειρον εξετάζεται από δύο πλευράς, από την αρχήν δηλαδή και το τέλος (διότι ό,τι ξεπερνά τα όρια αυτά και δεν περιορίζεται μέσα σ αυτά είναι άπειρον), όταν μεν στραφή ο νους προς το ουράνιον βάθος, επειδή δεν έχει που να σταθή δια να στηρίξη τα εξωτερικά γνωρίσματα με τα οποία αντιλαμβάνεται τον Θεόν, ονομάζει το άπειρον και το αδιέξοδον το οποίον προκύπτει από αυτά άναρχον. Όταν δε στραφή προς τα επίγεια και τα μέλλοντα, το ονομάζει αθάνατον και άφθαρτον. Όταν δε εξετάση τα πάντα, το ονομάζει αιώνιον. Διότι αιών δεν είναι ούτε χρόνος, ούτε κάποιο τμήμα του χρόνου (διότι δεν μετράται). Αλλά ό,τι είναι δι ημάς ο χρόνος, ο οποίος μετράται με την περιφοράν του ηλίου, αυτό είναι δια τα αιώνια ο αιών, ο οποίος επεκτείνεται μαζί με τα όντα, ωσάν κάποιο χρονικό κίνημα και διάστημα. Εις αυτά λοιπόν ας αρκεσθή η τωρινή μου φιλοσοφική ενασχόλησις με τον Θεόν. Διότι δεν υπάρχει χρόνος δι αυτά, επειδή εκείνο το οποίον έχομεν να εξετάσωμεν είναι η οικονομία και όχι η θεολογία. Όταν δε είπω Θεόν, εννοώ τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Και η θεότης ούτε διαχέεται πέρα απ αυτά, δια να μην παραδεχθώμεν πολλούς θεούς, ούτε περιορίζωνται εις ένα απ αυτά, δια να μην κατηγορηθώμεν ότι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, και να μην μας είπουν είτε ιουδαίζοντας εξ αιτίας της μονοθείας, είτε ελληνίζοντας εξ αιτίας της πολυθείας. Διότι και εις τα δύο υπάρχει το ίδιον κακόν, έστω και αν ευρίσκεται μέσα εις αντίθετα πράγματα. Έτσι λοιπόν τα Άγια των Αγίων, τα οποία δεν αποκαλύπτονται ούτε εις τα ίδια τα Σεραφείμ, και τα οποία δοξάζονται με τον Τρισάγιον ύμνον (βλ. Ησ. 6, 2 ε.), συγκεντρώνονται εις μίαν αρχήν και μίαν Θεότητα, πράγμα το οποίον έχει εξετάσει κατά τρόπον άριστον και υψηλόν και κάποιος άλλος από τους πριν από ημάς.


5. Επειδή όμως δεν ήτο τούτο αρκετόν εις την αγαθότητα, το να κινήται μόνον με την σκέψιν της, αλλά έπρεπε να διασκορπισθή το αγαθόν και να εξαπλωθή, εις τρόπον ώστε να γίνουν περισσότερα τα ευεργετούμενα (διότι αυτό αποτελεί απόδειξιν της απείρου αγαθότητος), κατ αρχήν μεν δημιουργεί με την σκέψιν τους αγγέλους και τας ουρανίας δυνάμεις. Και η σκέψις της γίνεται έργον, το οποίον συμπληρώνεται από τον Λόγον και ολοκληρώνεται από το Πνεύμα. Και έτσι εδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, υπηρέται της πρώτης λαμπρότητος, τας οποίας πρέπει να θεωρήσωμεν είτε νοερά πνεύματα, είτε πυρ, κατά κάποιον τρόπον, άϋλον και ασώματον, είτε ως κάποιαν άλλην φύσιν, η οποία να ταιριάζη όσον το δυνατόν περισσότερον προς τα λεχθέντα. Θέλω μεν να είπω ότι δεν ημπορούν να κινηθούν προς το κακόν, και ότι μόνον προς το καλόν ημπορούν να βαδίσουν, επειδή ευρίσκονται γύρω από τον Θεόν και φωτίζονται πρώται απ Αυτόν (διότι ο φωτισμός των επιγείων αποτελεί δεύτερον φωτισμόν). Με αναγκάζει όμως να θεωρήσω και να είπω, ότι δεν είναι ακίνητοι αλλά μόνον δυσκίνητοι, ο Εωσφόρος, ο οποίος ωνομάσθη έτσι εξ αιτίας της λαμπρότητός του (βλ. Ησ. 14, 12) και ο οποίος έγινε σκοτάδι εξ αιτίας της υπερηφάνειάς του, και αι δυνάμεις αι οποίαι απεστάλησαν υπό την αρχηγίαν του, αι οποίαι εδημιούργησαν το κακόν με την απομάκρυνσιν από το καλόν και το επροκάλεσαν και εις ημάς.


6. Έτσι λοιπόν και δια τον λόγον αυτόν εδημιουργήθη υπ Αυτού ο νοητός κόσμος, εις τρόπον ώστε να ημπορώ εγώ να εξετάζω τα πράγματα αυτά, καταμετρών με τον μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Επειδή δε τα πρώτα ήσαν καλά (Γεν. κεφ. 1) δι Αυτόν, εννοεί (και δημιουργεί) δεύτερον κόσμον, υλικόν και ορατόν ( αυτός δε ο κόσμος είναι το οργανωμένον σύστημα και σύνολον του ουρανού και της γης και των μεταξυ αυτών ευρισκομένων, αξιέπαινον μεν δια την τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, αλλά ακόμη πιο αξιέπαινον εξ αιτίας του ταιριάσματος και της αρμονίας η οποία δημιουργείται απ΄ όλα αυτά, τα οποία ταιριάζουν το ένα με το άλλο και όλα μεταξύ των, δια να συμπληρώσουν ένα αρμονικόν σύνολον), δια να αποδείξη ότι ημπορεί να φέρη εις την ύπαρξιν όχι μόνον φύσιν ομοίαν προς Αυτόν αλλά και τελείως διαφορετικήν από Αυτόν. Διότι είναι μεν όμοια προς την Θεότητα τα πνευματικά όντα, τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνον με τον νουν, αλλά ταυτοχρόνως είναι τελείως διαφορετικά τα όντα τα οποία γίνονται αντιληπτά με τας αισθήσεις, και ακόμη περισσότερον διαφορετικά απ αυτά είναι εκείνα τα οποία είναι τελείως άψυχα και ακίνητα.

7. Ο νους μεν λοιπόν και η αίσθησις, τα οποία διεχωρίσθησαν κατ αυτόν τον τρόπον το ένα από το άλλο, παρέμειναν το καθένα μέσα εις την φύσιν των και έφεραν εντός των το μεγαλείον του δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί εγκωμιασταί και μεγαλόφωνοι κήρυκες του μεγαλουργήματος. Δεν υπήρχε δε ακόμα κράμα και από τα δύο, ούτε κάποια ένωσις των αντιθέτων, δείγμα ανωτέρας σοφίας και της ποικιλίας των φύσεων, ούτε ήτο γνωστός όλος ο πλούτος της αγαθότητος. Επειδή δε ο δημιουργός Λόγος αυτό ακριβώς το πράγμα ήθελε να δείξη, και να παρουσιάση ένα ον από την ένωσιν και των δύο (της αοράτου δηλαδή και της ορατής φύσεως), εδημιούργησε τον άνθρωπον. Και αφού έλαβε μεν από την ύλην, η οποία υπήρχεν ήδη, το σώμα, και αφού έβαλεν εις αυτό την πνοήν του (την οποίαν ο λόγος ορίζει ως νοεράν ψυχήν και εικόνα του Θεού), τον έστησεν επί της γης ωσάν άλλον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εις την μικρότητά του, ωσάν άλλον άγγελον, ωσάν μικρόν προσκυνητήν, φύλακα της ορατής κτίσεως και ιερουργόν της αοράτου, βασιλέα των ευρισκομένων επί της γης και κυβερνώμενον ταυτοχρόνως από τον Ουρανόν, επίγειον και ουράνιον, προσωρινόν και αθάνατον, ορατόν και εννοούμενον, ευρισκόμενον εις το μέσον μεταξύ μεγαλείου και ταπεινότητος.τον ίδιον πνεύμα και σάρκα. Πνεύμα προς χάριν του, και σάρκα δια να ημπορή να εξυψώνεται. Το μεν ένα δια να ζη και να δοξάζη τον Ευεργέτην, το δε άλλο δια να υποφέρη, να ενθυμήται και να διαπαιδαγωγήται από το πάθος του, επιδιώκων να ανυψωθή προς το μεγαλείον. Ον το οποίον διαμένει μεν εις την γην, αλλά μεταβαίνει εις άλλον κόσμον, και ωσάν τέλος του μυστηρίου γίνεται θεός από την επιθυμίαν του προς Αυτόν. Διότι εις αυτό, κατά την γνώμην μου, οδηγεί η μετρία λάμψις της αληθείας, η οποία παρουσιάζεται εις την γην, εις το να ίδωμεν δηλαδή και να αισθανθώμεν την λαμπρότητα του Θεού, η οποία είναι ανταξία προς Εκείνον ο Οποίος μας συνέθεσε, και ο Οποίος θα μας διαλύση και θα μας συνθέση πάλιν κατά τρόπον ακόμη πιο ένδοξον.

8. Και τον ετοποθέτησεν εις τον Παράδεισον (όποιος και αν ήτο ο Παράδεισος αυτός), αφού τον ετίμησε με το αυτεξούσιον, δια να ανήκη το αγαθόν εις εκείνον ο οποίος θα το επιλέξη όχι ολιγώτερον από όσον εις Εκείνον ο οποίος του έδωσε τα σπέρματα του αγαθού, τον έκαμε γεωργόν αθανάτων φυτών, δηλαδή των θείων εννοιών, και των απλουστέρων και των τελειοτέρων, γυμνόν εξ αιτίας της απλότητος και της χωρίς πονηρίαν ζωής, και χωρίς κανένα κάλυμμα και πρόβλημα. Διότι τέτοιος έπρεπε να είναι ο πρώτος άνθρωπος. Και του δίδει τον νόμον ως αντικείμενον του αυτεξουσίου. Ο δε νόμος ήτο η εντολή από ποία φυτά ημπορούσε να φάγη και ποία δεν θα έπρεπε να αγγίξη. Εις αυτά δε ανήκε το δένδρον της γνώσεως, το οποίον ούτε εφυτεύθη από την αρχήν με κακόν σκοπόν, ούτε απηγορεύθη από φθόνον (ας μη φθάσουν μέχρις εκεί αι γλώσσαι των εχθρών του Θεού, και ας μην μιμηθούν τον όφιν!), αλλ ήτο μεν καλόν εάν το εδοκίμαζε κανείς εις τον κατάλληλον καιρόν (διότι το δένδρον, κατά την άποψίν μου, ήτο η θέα του Θεού, την οποίαν ημπορούσαν να πλησιάσουν χωρίς να κινδυνεύουν μόνον εκείνοι οι οποίοι είχαν τελειοποιηθή με την άσκησιν), αλλά δεν ήτο καλόν δια τους αδοκιμάστους ακόμη και τους πιο λαιμάργους ως προς την επιθυμίαν, όπως η σκληρά τροφή δεν είναι ωφέλιμος δι εκείνους οι οποίοι είναι ακόμη αδύνατοι και έχουν ανάγκην από γάλα. Αφού δε εξ αιτίας του φθόνου του διαβόλου και της παρακινήσεως της γυναικός, η οποία υπέκυψε σαν πιο αδύνατη και τον παρεκίνησε και αυτόν σαν η πιο κατάλληλη δι αυτό (αλλοίμονον εις την αδυναμίαν μου! διότι η αδυναμία του προπάτορος είναι και ιδική μου), ελησμόνησε μεν την εντολήν, η οποία του είχε δοθή. Ενικήθη από την προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν και έτσι εξεδιώχθη αυτομάτως από το δένδρον της ζωής, από τον Παράδεισον και από τον Θεόν εξ αιτίας της κακίας του, και ενεδύθη με δερμάτινα ενδύματα (πιθανόν με την πιο βαρειά σάρκα, την φθαρτήν και αντίθετον). Και ωσάν πρώτον αποτέλεσμα αντιλαμβάνεται την καταισχύνην του και κρύπτεται από τον Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι απ αυτό: το ότι γίνεται θνητός και το ότι διακόπτεται η αμαρτία δια να μην γίνη αθάνατον το κακόν, και έτσι η τιμωρία αποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι εγώ έτσι πιστεύω ότι τιμωρεί ο Θεός.

9. Αφού δε ετιμωρήθη προηγουμένως δια τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία εφύτρωσεν η ρίζα της κακίας) από διαφόρους αιτίας και κατά διαφόρους χρόνους, με τον λόγον, τον νόμον, τους προφήτας, τας ευεργεσίας, τας απειλάς, τας τιμωρίας, τας πλημμύρας, τας πυρκαϊάς, τους πολέμους, τας νίκας, τας ήττας, τα σημεία από τον ουρανόν , τα σημεία από τον αέρα, την γην και την θάλασσαν, με τας ανελπίστους μεταβολάς ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα οποία αποσκοπούσαν εις το να εξαφανισθή η κακία, έχει ανάγκην τελικά από κάποιο ισχυρότερον φάρμακον δια τας φοβερωτέρας ασθενείας, τας αδελφοκτονίας δηλαδή, τας μοιχείας, τας επιορκίας, τας ανωμάλους επιθυμίας και το χειρότερον και μεγαλύτερον από όλα τα κακά, την ειδωλολατρείαν και την μετατόπισιν της προσκυνήσεως από τον δημιουργόν εις τα δημιουργήματα. Επειδή δε είχεν ανάγκην από μεγαλυτέραν βοήθειαν, του δίδεται και τέτοια: Ήτο δε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο μη δυνάμενος να περιορισθή, ο ασώματος, η Αρχή η προερχομένη από την Αρχήν, το Φως το προερχόμενον εκ του Φωτός, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφον του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτος σφραγίς, η απαράλλακτος εικών, ο όρος και ο Λόγος του Πατρός. Αυτός εισέρχεται εις την ιδίαν την εικόνα Του, ενδύεται με σάρκα προς χάριν της σαρκός και με ψυχήν πνευματικήν προς χάριν της ψυχής μου, καθαρίζων έτσι το όμοιον με το όμοιόν Του. Και γίνεται κατά πάντα, εκτός από την αμαρτίαν, τέλειος άνθρωπος (Εβρ. 4, 15). Γεννηθείς μεν από την Παρθένον, της οποίας και η ψυχή και το σώμα είχε καθαρισθή προηγουμένως από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθή η γέννησις, αλλά και να προτιμηθή η παρθενία), παραμείνας δε Θεός μετά την πρόσληψιν της ανθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος εν από τα δύο αντίθετα, από την σάρκα δηλαδή και το Πνεύμα, από τα οποία το μεν ένα έκαμε το άλλο Θεόν, ενώ το άλλο έγινε Θεός. Ω πόσον αξιοθαύμαστος είναι η νέα ένωσις! Ω πόσον παράδοξος είναι η σύνθεσις! Ο υπάρχων δημιουργείται, ο αδημιούργητος πλάθεται, και ο απεριόριστος περιορίζεται δια μέσου της νοεράς ψυχής, η οποία μεσιτεύει εις την Θεότητα και δια μέσου της υλικής φύσεως της σαρκός. Εκείνος ο οποίος δίδει τον πλούτον, γίνεται πτωχός.διότι γίνεται πτωχός κατά το ότι παίρνει την σάρκα μου δια να γίνω εγώ πλούσιος με την θεότητά Του. Εκείνος ο οποίος είναι γεμάτος αδειάζει.διότι αδειάζει από την δόξαν Του δι ολίγον καιρόν, δια να γευθώ εγώ την πληρότητά Του. Ποίος είναι ο πλούτος της αγαθότητος; Ποίον είναι το μυστήριον το οποίον με περιβάλλει; Έλαβα την θείαν εικόνα και δεν την εφύλαξα. Παίρνει την σάρκα μου, και δια να διατηρήση την εικόνα, αλλά και δια να κάμη αθάνατον την σάρκα. Έρχεται εις δευτέραν συνάφειαν πολύ πιο παράδοξον από την πρώτην, καθόσον, τότε μεν έδωσε το καλύτερον, τώρα δε παίρνει το χειρότερον. Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστόν εις τον Θεόν, αυτό είναι, δι όσους διαθέτουν κρίσιν, ακόμη πιο υψηλόν.

10. «Αλλά τι μας ενδιαφέρουν αυτά;», θα ημπορούσε να είπη κάποιος από τους πολύ φιλεόρτους και ενθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε το πουλάρι, δια να φθάσωμεν εις το τέρμα». «Μίλησέ μας δια την εορτήν και δι εκείνα δια τα οποία έχομεν συγκεντρωθή σήμερα». Αυτό λοιπόν και θα κάμω, έστω και αν άρχισα κάπως από υψηλότερα πράγματα, επειδή με παρακινούσε ο πόθος και με παρέσυρεν η ρύμη του λόγου. Δεν θα ήτο δε ίσως άσχημον δια τους φιλομαθείς και φιλοκάλους να εξετάσωμεν δι ολίγων τα σχετικά με την ιδίαν την ονομασίαν του Πάσχα. Κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε άσχημον εμπειρίαν δια την ακοήν μας. Το Πάσχα αυτό, το μέγα και αξιοσέβαστον, αποκαλείται από τους Εβραίους Φάσκα σύμφωνα με την γλώσσαν των. Η ονομασία δε αυτή σημαίνει το πέρασμα, ιστορικώς με την φυγήν από την Αίγυπτον και την μετανάστευσιν εις την γην Χαναάν, πνευματικώς δε την ανάβασιν και την πρόοδον εκ των κάτω προς τα άνω και προς την γην της επαγγελίας. Εκείνο δε το οποίον έχομεν ίδει να συμβαίνη εις πολλά σημεία της Γραφής, το να μεταπλάθωνται δηλαδή ωρισμένα ονόματα από μίαν κάπως ασαφή έννοιαν εις κάποιαν σαφεστέραν, η από μίαν κάπως τραχείαν εις κάποιαν πιο ευπρεπή, το βλέπομεν να συμβαίνη και εδώ. Διότι, επειδή ωρισμένοι ενόμισαν ότι το «φάσκα» αποτελούσε την ονομασίαν του σωτηρίου πάθους, αφού εξελλήνισαν εν συνεχεία την ονομασίαν, συμφώνως προς την μεταβολήν του φί εις πί και του κάππα εις χί, απεκάλεσαν την ημέραν Πάσχα. Αφού δε παρέλαβεν η συνήθεια την ονομασίαν, την ισχυροποίησεν ακόμη περισσότερον, επειδή η ακοή των πολλών αποδέχεται με περισσοτέραν ευχαρίστησιν την ονομασίαν αυτήν ως πιο ευσεβή.

11. Ο θείος μεν λοιπόν Απόστολος απεφάνθη πριν από ημάς ότι ολόκληρος ο νόμος είναι σκιά των μελλόντων (Κολ. 2, 17) και εκείνων τα οποία γίνονται αντιληπτά από την ψυχήν και την διάνοιαν. Επίσης και ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος πριν από τον Απόστολον είχεν εμφανισθή εις τον Μωϋσή όταν έδιδε τον νόμον γύρω απ αυτά τα πράγματα. Διότι λέγει: «Φρόντισε να κάνης τα πάντα συμφώνως προς τον τύπον ο οποίος σου υπεδείχθη εις το όρος», εμφανίζων έτσι εκείνα τα οποία έβλεπεν ο Μωϋσής ωσάν σκιαγράφησιν, τρόπον τινά, και προτύπωσιν εκείνων τα οποία δεν εφαίνοντο. Και πιστεύω ότι τίποτε δεν έχει διαταχθή εις την τύχην, ούτε χωρίς λογικήν αιτίαν , ούτε κατά τρόπον ταπεινόν, ούτε κατά τρόπον ανάξιον προς την νομοθεσίαν του Θεού και την υπηρεσίαν του Μωϋσέως, έστω και αν είναι δύσκολον να ευρεθή το πνευματικόν στοιχείον το οποίον αντιστοιχεί εις κάθε μίαν από τας σκιάς όταν τας εξετάσωμεν λεπτομερώς, δηλαδή τα όσα έχουν νομοθετηθή σχετικά με την ιδίαν την σκηνήν, τας διαστάσεις της, τα υλικά κατασκευής της, τους Λευίτας και λειτουργούς, οι οποίοι τα βαστάζουν, και τα σχετικά με τας θυσίας, με τους καθαρισμούς και με τας προσφοράς. Γίνονται δε αυτά κατανοητά μόνον από εκείνους οι οποίοι ομοιάζουν ως προς την αρετήν εις τον Μωϋσή, η από εκείνους που έχουν παραπλησίαν προς αυτόν μόρφωσιν. Επειδή και εις το ίδιο το όρος ο Θεός εμφανίζεται εις τους ανθρώπους, αφ ενός μεν καταβαίνων ο ίδιος από την υψηλήν του θέσιν, αφ ετέρου δε ανυψώνων ημάς από την γηίνην ταπείνωσιν, δια να εισέλθη κάπως και όσον είναι ασφαλές Εκείνος ο οποίος δεν ημπορεί να περιορισθή εις την θνητήν ανθρωπίνην φύσιν. Διότι δεν θα ήτο δυνατόν κατ άλλον τρόπον να κατανοήση τον Θεόν το υλικόν σώμα και ο δέσμιος εις την ύλην νους, εάν δεν βοηθηθή. Τότε λοιπόν δεν φαίνεται ότι όλοι έχουν αξιωθή να ευρίσκωνται εις την ιδίαν τάξιν και στάσιν, αλλά άλλος μεν είναι άξιος δια την μίαν άλλος δε δια την άλλην, αναλόγως, όπως νομίζω, προς την καθαρότητά του ο καθένας. Άλλοι δε, όσοι είναι όμοιοι με τα θηρία ως προς την συμπεριφοράν και ανάξιοι δια τα θεία μυστήρια, έχουν απομακρυνθή ολότελα και το μόνον το οποίον τους επιτρέπεται είναι να ακούουν την φωνήν του Θεού.

12. Ημείς όμως, ακολουθούντες την μέσην οδόν μεταξύ εκείνων οι οποίοι έχουν ολότελα υλικήν διάνοιαν και εκείνων οι οποίοι είναι πολύ θεωρητικοί και προηγμένοι εις τα πνευματικά, δια να μην μένωμεν ούτε εντελώς άπρακτοι και ακίνητοι, δια να μην γίνωμεν ανάξιοι και ξένοι δι εκείνα τα οποία μας προσφέρονται (διότι το μεν πρώτον είναι κατά κάποιον τρόπον Ιουδαϊκόν και ανάξιον, το δε άλλο ίδιον εκείνων οι οποίοι μαντεύουν από τα όνειρα, και τα δύο δε εξ ίσου κατακριτέα), έτσι ας ομιλήσωμεν δια τα πράγματα αυτά, κατά τρόπον δηλαδή προσιτόν προς ημάς και όχι πολύ παράδοξον και καταγέλαστον εις τους πολλούς. Διότι νομίζομεν ότι, επειδή επέσαμεν απ αρχής εξ αιτίας της αμαρτίας και παρεσύρθημεν από την ηδονήν και εφθάσαμεν μέχρι του να γίνωμεν ειδωλολάτραι και να κάνωμεν αισχράς θυσίας, έπρεπε να συνέλθωμεν πάλιν και να επιστρέψωμεν εις την πρώτην κατάστασιν δια της ευσπλαγχνίας του Θεού και Πατρός ημών, ο οποίος δεν ανείχετο να ζημιωθή τόσον το έργον της χειρός Του, ο άνθρωπος. Πως λοιπόν πρέπει να αναπλασθώμεν και τι να γίνωμεν; Πρέπει μεν να αποδοκιμασθή η αυστηρά θεραπεία, επειδή δεν ημπορεί ούτε να πείση ούτε να κτυπήση το κακόν, το οποίον έχει γίνει δευτέρα φύσις από την συνήθειαν, να χρησιμοποιηθή δε η επιεικής και φιλάνθρωπος μέθοδος της θεραπείας, δια να επιτευχθή η διόρθωσις. Διότι ούτε βλαστός ο οποίος έχει κυρτώσει δεν ημπορεί να αντέξη την απότομον ευθυγράμμισιν και την βίαν της χειρός η οποία προσπαθεί να τον ευθυγραμμίση (ευκολώτερα μεν λοιπόν θα ημπορούσε να σπάση παρά να διορθωθή), ούτε και ευέξαπτον και ηλικιωμένον άλογον, θα ημπορούσε να ανεχθή την εξουσίαν του χαλινού, χωρίς κάποιο καλόπιασμα και χαϊδευτικόν κάλεσμα. Δια τούτο μας έχει δοθή ως βοηθός ο νόμος, σαν ένα περιτείχισμα μεταξύ του Θεού και των ειδώλων, αφ ενός μεν δια να μας επαναφέρη εις τον Θεόν. Και συγχωρεί ωρισμένα πράγματα εις την αρχήν, δια να επιτύχη το πιο σπουδαίον. Συγχωρεί κατ αρχήν τας θυσίας, δια να εγκαταστήση μέσα μας τον Θεόν. Έπειτα όμως, όταν φθάση ο κατάλληλος καιρός, θα καταργήση και τας θυσίας, θα μας αλλάξη κατά τρόπον σοφόν με τμηματικάς μεταβολάς και θα μας οδηγήση εις το Ευαγγέλιον, αφού θα είμεθα ήδη προετοιμασμένοι να το ακολουθήσωμεν πειθήνια.

13. Έτσι μεν λοιπόν και δια τον λόγον αυτόν μας εδόθη ο γραπτός νόμος, ο οποίος μας οδηγεί εις τον Χριστόν, και αυτός είναι ο λόγος των θυσιών, όπως πιστεύω εγώ. Δια να μην αγνοής δε το βάθος της σοφίας και τον πλούτον των ανεξιχνίαστων κριμάτων του Θεού, δεν άφησεν ούτε αυτάς τας θυσίας τελείως ανιέρους και ατελεσφόρους ούτε να έχουν μόνον την σημασίαν του απλού αίματος, αλλά εις τας νομικάς θυσίας έχει αναμιχθη το αθυσίαστον, όσον αφορά εις την πρώτην φύσιν του, σφάγιον , δια να το είπω έτσι, το οποίον δεν καθαρίζει μόνον μικρόν μέρος της οικουμένης ούτε δι ολίγον μόνον χρόνον, αλλά καθαρίζει ολόκληρον τον κόσμον και μάλιστα εις τους αιώνας. Δια τον λόγον αυτόν λαμβάνεται ως σφάγιον αφ ενός μεν πρόβατον (Εξ. 12, 3 ε.), λόγω της αθωότητός του και του ότι αποτελούσε το ένδυμα της αρχαίας γυμνότητος (διότι τέτοιο ήτο το σφάγιον το οποίον εθυσιάσθη προς χάριν μας, το οποίον και είναι και ονομάζεται ένδυμα αφθαρσίας), αφ ετέρου δε αρτιμελές, όχι μόνον λόγω της Θεότητος, από την οποίαν δεν υπάρχει τίποτε τελειότερον, αλλά και λόγω της ανθρωπότητος, η οποία προσελήφθη και εχρίσθη από την Θεότητα και η οποία έγινεν ομοία με εκείνο το οποίον την είχε χρίσει, και τολμώ να το είπω, ομοία με τον Θεόν. Λαμβάνεται δε πρόβατον άρρεν επειδή προσφέρεται υπέρ του Αδάμ, η καλύτερα, επειδή το πιο σταθερόν προσφέρεται υπέρ του σταθερού, εκείνου ο οποίος υπέκυψε πρώτος εις την αμαρτίαν, η τέλος, επειδή δεν φέρει επάνω του κανένα θηλυκόν και αδύνατον χαρακτηριστικόν και επειδή απεσπάσθη βιαίως από τους παρθενικούς και μητρικούς δεσμούς και εγεννήθη άρρεν από την προφήτιδα, όπως υπόσχεται ο Ησαίας (Ησ. 8, 3). Ενός έτους δε ωσάν ήλιον δικαιοσύνης η προερχόμενον απ αυτόν η περιοριζόμενον από εκείνο το οποίον φαίνεται και επανερχόμενον εις τον εαυτόν του, το οποίον ευλογείται ως στέφανος αγαθότητος (Ψαλμ. 64, 12) και είναι από όλας τας πλευράς ίσον και όμοιον προς τον εαυτόν του, όχι μόνον δε δια τον λόγον αυτόν, αλλά και επειδή δίδει ζωήν εις τον κύκλον των αρετών, αι οποίαι αναμιγνύονται και αλληλοσυμπληρώνονται συμφώνως προς τον νόμον της φιλίας και της αρμονίας. Καθαρόν δε και γνήσιον, επειδή θεραπεύει από τας κατηγορίας και από τα ελαττώματα και τους μολυσμούς της κακίας. Διότι αν και εσήκωσε τας αμαρτίας μας και εβάστασε τας ασθενείας μας (Ησ. 53, 4), ο Ίδιος δεν έπαθε τίποτε από εκείνα τα οποία έχουν ανάγκην θεραπείας. Διότι εδοκιμάσθη καθ όλα όπως και ημείς, αλλά παρέμεινεν αναμάρτητος (Εβρ. 4, 15), επειδή εκείνος ο οποίος κατεδίωξε το φως το οποίον φωτίζει εις το σκότος (Ιω. 1, 5), δεν κατώρθωσε να τον νικήση.

14. Τι ακόμη; Εισάγεται μεν ο πρώτος μήνας, η, καλύτερα, η αρχή των μηνών (Εξ. 12, 2), είτε επειδή ήταν τέτοιος από την αρχήν δια τους Ιουδαίους είτε επειδή έγινε κατόπιν δια τον λόγον αυτόν και έλαβεν από το μυστήριον το να είναι πρώτος. Ακόμη δε η δεκάτη του μηνός, επειδή το δέκα είναι ο πιο πλήρης απ όλους τους αριθμούς, η πρώτη τελεία μονάς η οποία αποτελείται από μονάδας και η οποία δημιουργεί τελειότητα. Διατηρείται δε εις την πέμπτην ημέραν, ίσως επειδή το θύμα δια το οποίον ομιλώ καθαρίζει τας αισθήσεις από τας οποίας προήλθε το παράπτωμα και γύρω από τας οποίας διεξάγεται ο πόλεμος, επειδή αυταί δέχονται το κεντρί της αμαρτίας. Εκλέγεται δε όχι μόνον από τα αρνία (Εξ. 12, 5) αλλά και από το χειρότερον είδος και από την αριστεράν χείρα των εριφίων (Ματθ. 25, 33), επειδή δεν θυσιάζεται μόνον δια τους δικαίους αλλά και δια τους αμαρτωλούς. Μάλιστα δε προ παντός δι αυτούς, καθόσον ημείς έχομεν ανάγκην μεγαλυτέρας φιλανθρωπίας. Δεν είναι δε παράδοξον εάν το πρόβατον αναζητήται μεν κατ αρχήν εις κάθε οικίαν και εάν δεν ευρεθή τότε ανευρίσκεται κατόπιν εράνου, λόγω της πτωχείας η οποία επικρατεί, από τους οίκους των μεγάλων οικογενειών, επειδή το καλύτερον μεν είναι να έχη την ικανότητα ο καθένας να τελειωθή προσωπικά και να προσφέρη ζωντανήν και αγίαν θυσίαν εις τον Θεόν ο οποίος τον καλεί, καθαγιαζόμενος πάντοτε και με κάθε μέσον. Αν δε αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε ας χρησιμοποιήσωμεν και συνεργούς εις αυτό εκείνους οι οποίοι είναι συγγενείς με ημάς ως προς την αρετήν και άνθρωποι του ιδίου ήθους. Διότι αυτό νομίζω ότι θέλει να δείξη το παράδειγμα, το να ερχόμεθα εις επαφήν με εκείνους οι οποίοι ευρίσκονται πολύ κοντά εις το σφάγιον, εάν αυτό ήθελε χρειασθή.

15. Απ εδώ προέρχεται η «ιερά νύξ», η αντίθετος της νυκτός η οποία είναι διασκορπισμένη εις τον παρόντα βίον, κατά την οποίαν διαλύεται το πρωτόγονον σκότος και τα πάντα έρχονται εις το φως, τακτοποιούνται και αποκτούν μορφήν και έτσι αποκτά ωραιότητα η προηγουμένη ασχήμια. Από εδώ απομακρυνόμεθα από την Αίγυπτον, την σκυθρωπήν αμαρτίαν η οποία μας καταδιώκει, από τον Φαραώ τον αόρατον τύραννον και από τους σκληρούς εργοδότας, και μεταφερόμεθα εις τον ουράνιον κόσμον. Και απελευθερωνόμεθα από τον πηλόν και την κατασκευήν πλίνθων, από την αχυρένια και εύθραυστον κατασκευήν του σώματος, η οποία εις τους πολλούς δεν έχει ούτε καν την αντοχήν αχυρένιων λογισμών. Από εδώ θυσιάζεται ο αμνός και σφραγίζονται με το τίμιον αίμα η πράξις και ο λόγος, δηλαδή η συνήθεια και η ενέργεια, αι οποίαι στέκονται εις τας θύρας μας - λέγω δε θύρας τα κινήματα και τα δόγματα του νού, τα οποία ανοίγουν και κλείονται καλώς από την θεωρίαν - επειδή κατά κάποιον τρόπον η θεωρία αποτελεί το μέτρον της πνευματικής ικανότητάς μας. Από εδώ δίδεται η τελευταία και πιο βαρεία πληγή εις τους διώκτας και η οποία αξίζει πραγματικά εις τους διώκτας, και η Αίγυπτος θρηνεί τα πρωτότοκα των λογισμών και των πράξεών της (το οποίον ονομάζεται και εξυψώνεται ως σπέρμα Χαλδαϊκόν από την Γραφήν (Ιουδίθ 5, 6) και νήπια της Βαβυλώνος τα οποία ρίπτονται με δύναμιν επάνω εις την πέτραν και διαλύονται (Ψαλμ. 136, 8-9), και τα πάντα είναι γεμάτα από την βοήν και την κραυγήν των Αιγυπτίων, ενώ από ημάς θα απομακρυνθή εξ αιτίας της θυσίας του αρνίου ο εξολοθρευτής άγγελος, από σεβασμόν και φόβον δια το χρίσιμον της θύρας. Από εδώ προέρχεται και το επταήμερον φούσκωμα της ζύμης (Εξ. 12, 19) (διότι το επτά είναι ο πιο μυστικός από τους αριθμούς, ο οποίος αντιστοιχεί προς τον κόσμον αυτόν), της παλαιάς και ξυνής κακίας (διότι δεν προέρχεται από εκείνην η οποία δημιουργεί το ψωμί και ζωογονεί), δια να μην διατρεφώμεθα με το Αιγυπτιακόν προζύμι και το λείψανον της φαρισαϊκής διδασκαλίας (Ματθ. 16, 6).

16. Και αυτοί μεν ας θρηνούν, από ημάς δε θα φαγωθή το αρνί. Θα φαγωθή δε κατά την εσπέραν (Εξ. 12, 18), επειδή το πάθος του Χριστού έγινε δια το τέλος των αιώνων, και επειδή παρέδωσε το Μυστήριον εις τους μαθητάς Του κατά την εσπέραν, διαλύων την σκοτοδίνην της αμαρτίας. Δεν μαγειρεύεται δε αλλά προσφέρεται ψητόν, δια να μην έχη ο λόγος μας τίποτε το ρευστόν και ευκολοδιάλυτον, αλλά να είναι καλοστημένος και σταθερός και δοκιμασμένος από το πυρ το οποίον καθαρίζει, και ελεύθερος από κάθε τι το γήϊνον και απέριττος, και να βοηθούμεθα από τα καλά κάρβουνα, τα οποία ανάπτονται από Εκείνον ο οποίος ήλθε να βάλη φωτιάν εις την γην (Λουκά 12, 49), την φωτιάν εκείνην η οποία κατακαίει τας πονηράς συνηθείας και η οποία επιταχύνει το άναμμα. Όσον μεν λοιπόν μέρος του λόγου είναι σαρκώδες και φαγώσιμον, θα φαγωθή και θα καταναλωθή (Εξ. 12, 8 ε.) μαζί με τα εντόσθια και τα κρυφά μέρη του νού και θα παραδοθή εις πνευματικήν χώνευσιν μέχρι το κεφάλι και μέχρι τα πόδια, μέχρι δηλαδή τας πρώτας ενατενίσεις της θεότητος και τας τελευταίας σκέψεις περί της σαρκώσεως. Δεν θα βγάλωμεν δε τίποτε έξω από την οικίαν, ούτε και θα κρατήσωμεν τίποτε δια την επομένην ημέραν (Εξ. 12, 10), επειδή τα περισσότερα από τα Μυστήριά μας δεν πρέπει να παρουσιάζωνται εις τους εκτός της πίστεως, επειδή δεν υπάρχει κάθαρσις η οποία να ξεπερνά αυτήν την νύκτα και επειδή δι εκείνους οι οποίοι έχουν γίνει κοινωνοί του Λόγου δεν είναι πράγμα αξιέπαινον η αναβολή. Διότι, όπως είναι καλόν και αγαπητόν εις τον Θεόν, να μη διατηρήται η οργή μέχρι να τελειώση η ημέρα, αλλά να εξαφανίζεται πριν από την δύσιν του ηλίου (Εφ. 4, 26), όπως και να το εκλάβης αυτό, είτε από χρονικήν είτε και από πνευματικήν άποψιν (διότι δεν είναι δι ημάς ασφαλές το να δύη η ήλιος ενώ διατηρούμεν ακόμη την οργήν μας), έτσι δεν πρέπει και το φαγητόν αυτό να διατηρήται καθ όλην την διάρκειαν της νυκτός, ούτε να φυλάσσεται δια την επομένην. Όσον δε μέρος έχει κόκκαλα και δεν ημπορεί να φαγωθή ούτε να γίνη από ημάς κατανοητόν, δεν πρέπει να θραυσθή (Εξ. 12, 46), διαμοιραζόμενον και κατανοούμενον κατά τρόπον εσφαλμένον (διότι θα παραλείψω να είπω ότι και από τον Ιησούν, συμφώνως προς την ιστορίαν, δεν εθραύσθη τίποτε (Ιω. 19, 36), αν και οι σταυρωταί ήθελαν να επισπεύσουν τον θάνατόν Του εξ αιτίας του Σαββάτου), ούτε να απορριφθή και να συρθή εδώ και εκεί δια να μην δοθούν τα άγια εις τους σκύλους, εις τους κακούς κατασπαρακτάς του Λόγου, όπως δεν πρέπει επίσης να δοθή εις τους χοίρους η λαμπρότης και το μαργαριτάρι του Λόγου (Ματθ. 7, 6), αλλά θα πρέπει να καταναλωθή από την φωτιάν η οποία κατακαίει και τα ολοκαυτώματα, να εκλεπτυνθή και να διατηρηθή από το Πνεύμα το οποίον ερευνά και γνωρίζει τα πάντα, και να μην χαθή μέσα εις τα ύδατα, ούτε να διασπαρή, όπως συνέβη με την κεφαλήν του μόσχου την οποίαν εσχεδίασεν ο Μωϋσής δια τον Ισραηλιτικόν λαόν δια να κατακρίνη την σκληρότητά του (Εξ. 32, 19 ε.).

17. Αξίζει δε να μην παραβλέψωμεν ούτε τον τρόπον κατά τον οποίον ετρώγετο το αρνί, επειδή αυτό δεν το έκαμεν ούτε ο νόμος, ο οποίος αρέσκεται να κρύβη την θεωρίαν (το πνεύμα) με το γράμμα του. Διότι θα καταναλώσωμεν το σφάγιον με ζήλον και θα φάγωμεν άζυμα μαζί με πικρά χόρτα και θα σφίξωμεν με ζώνην την μέσην μας και θα δέσωμεν τα υποδήματά μας και θα κρατήσωμεν μπαστούνι (Εξ. 12, 8 ε) όπως οι γέροντες. Θα τα κάμωμεν δε αυτά με ζήλον δια να μην πάθωμεν εκείνο το οποίον έπαθεν ο Λωτ, ο οποίος είχε δεχθή την απαγορευτικήν εντολήν. Ας μην κυττάξωμεν γύρω και ας μην σταματήσωμεν εις όλα τα περίχωρα. Ας φθάσωμεν εις το όρος, δια να μην καταστραφώμεν από το παράδοξον πυρ το οποίον κατέφαγε τα Σόδομα και δια να μην γίνωμεν στήλη άλατος (Γεν. 19, 12 ε.) από την επιστροφήν εις τα χειρότερα πράγματα, πράγμα το οποίον προκαλεί η αργοπορία. Ας το φάγωμεν δε με πικρά χόρτα (Εξ. 12, 8), επειδή η σύμφωνος με το θέλημα του Θεού ζωή είναι δύσκολη και ανηφορική, προ παντός δι εκείνους οι οποίοι ευρίσκονται ακόμη εις την αρχήν, και απέχει πάρα πολύ από την ηδονήν. Διότι, αν και είναι καλός ο νέος ζυγός και το φορτίον ελαφρόν (Ματθ. 11, 30), όπως ακούεις, τούτο συμβαίνει λόγω της ελπίδος και της ανταμοιβής, η οποία είναι πολύ πιο πλουσιοπάροχη από την κακοπάθησιν εις την γην, επειδή, αλλοιώς, ποίος δεν θα έλεγε ότι το Ευαγγέλιον είναι πολύ πιο κοπιαστικόν και δύσκολον; Διότι, ενώ ο νόμος απαγορεύει την διάπραξιν των αμαρτημάτων, εμείς κατηγορούμεθα και δια τα αίτια των αμαρτημάτων, ωσάν να τα είχαμεν σχεδόν διαπράξει. Ο νόμος λέγει: «Μη μοιχεύσης» (Εξ. 20, 13), ενώ συ παίρνεις την εντολήν να μην αποκτήσης ούτε επιθυμίαν (Ματθ. 5, 28), δια να μην δώσης ευκαιρίαν με το περίεργον και πονηρόν βλέμμα να ανάψη το πάθος. Εκείνος λέγει: «μη φονεύσεις» (Εξ. 20, 15), ενώ συ παίρνεις την εντολήν όχι μόνον να μην ανταποδώσης το κτύπημα, αλλά και να αφήσης τον εαυτόν σου εις την διάθεσιν εκείνου ο οποίος σε εκτύπησε (Ματθ. 5, 39). Πόσον πιο φιλοσοφημένα είναι αυτά από εκείνα! Ο νόμος λέγει: «μη παραβής τον όρκον σου» (Εξ. 20, 7), ενώ συ παίρνεις την εντολήν να μην ορκισθής καθόλου (Ματθ. 5, 34), ούτε μικρόν ούτε μεγαλύτερον όρκον, επειδή ο όρκος γεννά την επιορκίαν. Εκείνος λέγει να μην προσαρτίσης άλλην οικίαν εις την οικίαν σου και άλλον αγρόν εις τον αγρόν σου (Ησ. 5, 8) καταπιέζων τον πτωχόν, ενώ συ παίρνεις την εντολήν να αποχωρισθής με προθυμίαν και εκείνα τα οποία απέκτησες δικαίως και να γυμνωθής προς χάριν των πτωχών, δια να σηκώνης με ευκολίαν τον σταυρόν και να γίνης πλούσιος από αγαθά τα οποία δεν φαίνονται (Ματθ. 19, 21).

18. Η μέση δε εις τα άλογα μεν ας μένη χαλαρή και χωρίς περίδεσιν (πρβλ. Εξ. 12, 11), επειδή δεν διαθέτουν την λογικήν η οποία χαλιναγωγεί τας ηδονάς (δεν θα ισχυρισθώ ότι και εκείνα γνωρίζουν περιορισμόν της φυσικής των ορμής), ενώ συ πρέπει να χαλιναγωγής με ζώνην και με την σύνεσιν τας επιθυμίας και την διάθεσιν δια χρεμέτισμα (Ιερεμ. 5,8) (όπως λέγει η Γραφή, η οποία διασύρει με τον τρόπον αυτόν την αισχρότητα του πάθους), δια να τρώγης καθαρός το Πάσχα, αφού νεκρώσης τα γήϊνα μέλη σου (Κολ. 3,5) και αφού μιμηθής την ζώνην του Ιωάννου (Ματθ. 3, 4) του ερημίτου, του Προδρόμου και μεγάλου Κήρυκος της αληθείας. Γνωρίζω και άλλην ζώνην - εννοώ την στρατιωτικήν και ανδρικήν - από την οποίαν ονομάζονται ωρισμένοι Σύροι εύζωνοι η μονόζωνοι (Δ' Βασ. 5, 2), και λόγω της οποίας ο Θεός απευθυνόμενος προς τον Ιώβ λέγει: «δέσε με ζώνην ως άνδρας την μέσην σου και δος μου απάντησιν ανδρικήν» (Ιώβ 38, 3). Αυτήν υπερηφανεύεται και ο θείος Δαυίδ ότι έχει περιζωσθή ως δύναμιν εκ Θεού (Ψαλμ. 17, 33) και παρουσιάζει τον Θεόν ως ενδεδυμένον και περιζωσμένον με δύναμιν (Ψαλμ. 92, 1), ωπλισμένον δηλαδή κατά των ασεβών, εκτός αν προτιμά κάποιος την δύναμιν, η οποία τον κυκλώνει και σχηματίζει τρόπον τινά ζώνην, να την παρομοιάζη με ιμάτιον, επειδή ο Θεός ενδύεται το φως (Ψαλμ. 103, 2). Διότι ποίος θα υποστηρίξη ότι η δύναμις και το φως Του είναι άσχετα μεταξύ των; Αναζητώ κάτι κοινόν μεταξύ της μέσης του σώματος και της αληθείας; Πως πρέπει να εννοήσωμεν εκείνο το οποίον λέγει ο άγιος Παύλος: «σταθήτε λοιπόν με θάρρος αφού ζωσθήτε εις την μέσην σας την ζώνην της αληθείας» (Εφ. 6, 14); Μήπως τυχόν επειδή το πνευματικόν στοιχείον περισφίγγει το επιθυμητικόν και δεν το αφήνει να παρασυρθή εις άλλα πράγματα; Διότι δεν θέλει, εκείνο το οποίον αγαπά κάτι, να έχη την ιδίαν δύναμιν και προς τας άλλας ηδονάς.

19. Τα υποδήματά του δε, εκείνος μεν ο οποίος πρόκειται να εγγίση την αγίαν και θεοβάδιστον γην, ας τα λύη, όπως έκαμε και ο Μωϋσής εκείνος επάνω εις το όρος (Εξ. 3, 5), δια να μην φέρη επάνω του τίποτε το νεκρόν, ούτε τίποτε το οποίον να παρεμβάλλεται μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Όπως επίσης και αν αποστέλλεται κάποιος μαθητής δια να κηρύξη το Ευαγγέλιον, στέλλεται κατά τρόπον ασκητικόν και απλόν (Λουκ. 10, 3 ε. ). Οφείλει, εκτός από το να μην έχη επάνω του νομίσματα, ούτε ράβδον και εκτός από το να διαθέτη μόνον ένα χιτώνα, να κυκλοφορή ανυπόδητος, δια να φανούν πόσον ωραίοι είναι οι πόδες εκείνων οι οποίοι κηρύττουν την ειρήνην (Ησ. 52, 7), και κάθε άλλο αγαθόν. Εκείνος δε ο οποίος απομακρύνεται από την Αίγυπτον και από τα σχετικά με την Αίγυπτον, ας φορέση υποδήματα (Εξ. 12, 11), δια να είναι ασφαλής από τα άλλα πράγματα και επιπροσθέτως από τους σκορπιούς και τα φίδια, από τα οποία έχει αφθονίαν η Αίγυπτος, δια να μην βλάπτεται από εκείνους οι οποίοι κεντούν την πτέρναν και τους οποίους έχομεν εντολήν να συντρίβωμεν με τα πόδια μας (Λουκά 10, 19). Δια το μπαστούνι (Εξ. 12, 11) δε και δια τον σχετικόν με αυτό συμβολισμόν η άποψίς μου είναι η ακόλουθος: Από την μίαν πλευράν το θεωρώ σαν υποστήριγμα και από την άλλην ως καθοδηγητικόν και διδασκαλικόν, το οποίον επαναφέρει εις την ορθήν πίστιν τα λογικά πρόβατα. Αλλά δια σε τώρα παραγγέλλει ο νόμος εκείνο το οποίον χρησιμοποιείται σαν υποστήριγμα, δια να μην γονατίση κάπου ο λογισμός σου ακούων δι αίμα και πάθος και θάνατον Θεού, και δια να μην περιπέσης τυχόν εις αθείαν από την πρόθεσιν σου να υπερασπισθής τάχα τον Θεόν. Αλλά χωρίς εντροπήν και χωρίς ενδοιασμούς φάγε το Σώμα και πίε το Αίμα, εάν επιθυμής να ζήσης, χωρίς να απιστής εις τους λόγους τους σχετικούς με την σάρκα, και χωρίς να σε ενοχλούν οι λόγοι οι σχετικοί με το πάθος. Να στέκεσαι γερά στηριγμένος, σταθερός και ακλόνητος, χωρίς να ημπορή να σε μετακινήση κανείς από τους αντιπάλους, και χωρίς να παρασύρεσαι από λόγους οι οποίοι φαίνονται πειστικοί. Σταμάτησε εις το ύψος σου, στήσε τα πόδια σου εις τας αυλάς της Ιερουσαλήμ (Ψαλμ. 121, 2) και στηρίξου εις την πέτραν, δια να μην ημπορή να κλονισθή η πορεία σου προς τον Θεόν.

20. Τι λέγεις; Έτσι τυχαίως εθεωρήθη καλόν να εξέλθης από την Αίγυπτον, από το σιδερένιο αυτό καμίνι (Δευτ. 4, 20), να εγκαταλείψης την πολυθείαν η οποία επικρατούσε εκεί, να οδηγηθής από τον Μωϋσή και από την νομοθεσίαν και την στρατηγικήν του καθοδήγησιν; Θα σου παρουσιάσω μίαν ερμηνείαν όχι ιδικήν μου, η καλύτερα, πολύ ιδικήν μου, αν εξετάσης το θέμα πνευματικώς. Δανείσου από τους Αιγυπτίους σκεύη χρυσά και ασημένια (Εξ. 11, 2), και πάρε τα μαζί σου εις την πορείαν. Πάρε ως εφόδια τα ξένα πράγματα, η καλύτερα, τα ιδικά σου, επειδή σου οφείλεται μισθός δια την εργασίαν και την κατασκευήν των πλίνθων. Χρησιμοποίησε τέχνασμα δια να ικανοποιήσης την απαίτησίν σου και αφαίρεσέ τα, όπως είναι δίκαιον. Έστω, έχεις ταλαιπωρηθή εδώ, αγωνιζόμενος με τον πηλόν, το πονηρόν αυτό και ακάθαρτον σώμα, και οικοδομών πόλεις ξένας και επισφαλείς, των οποίων η ανάμνησις θα εξαφανισθή με κρότον. Τι λοιπόν; Φεύγεις αφού εδούλεψες δωρεάν και χωρίς να πάρης μισθόν; Τι λοιπόν; θα αφήσης εις τους Αιγυπτίους και εις τας αντιπάλους δυνάμεις εκείνα τα οποία απέκτησαν άδικα και τα οποία θα καταναλώσουν κατά τρόπον ακόμη χειρότερον; Δεν είναι ιδικά των. Τα έκλεψαν και τα άρπαξαν από εκείνον ο οποίος είπεν: «ιδικόν μου είναι το ασήμι και ιδικόν μου είναι το χρυσάφι» (Αγγ. 2, 8) και θα το δώσω εις όποιον θέλω (Δαν. 4, 17). Χθές ανήκεν εις εκείνους, επειδή αυτός το είχεν επιτρέψει. Σήμερα το φέρει ο Κύριος και το δίνει εις σε, ο οποίος θα το χρησιμοποιήσης σωστά δια να σωθής. Ας αποκτήσωμεν φίλους από τα άδικα πλούτη μας, δια να μας ανταποδώσουν τας ευεργεσίας μας όταν αποθάνωμεν, κατά την μέλλουσαν κρίσιν (Λουκ. 16, 9).

21. Εάν μεν είσαι κάποιος όμοιος με την Ραχήλ η την Λείαν, ψυχή δηλαδή ομοία με εκείνας των προπατόρων της Παλ. Διαθήκης και μεγάλη, κλέψε και τα είδωλα τα οποία θα εύρης από τον πατέρα σου, όχι δια να τα διαφυλάξης, αλλά δια να τα καταστρέψης (Γεν. 31, 19). Εάν δε είσαι σοφός Ισραηλίτης, μετάφερέ τα εις την γην της επαγγελίας, δια να στενοχωρηθή δι αυτά εκείνος ο οποίος σε καταδιώκει και να σκεφθή και να κατανοήση ότι άδικα κατεδυνάστευε και μετεχειρίζετο ως δούλους ανθρώπους καλυτέρους απ αυτόν. Αν πράξης κατ αυτόν τον τρόπον και φύγης έτσι από την Αίγυπτον, γνωρίζω καλά ότι θα σε οδηγήση στήλη από φωτιάν και από σύννεφον κατά την νύκτα και κατά την ημέραν (Εξ. 13, 21 ε.), η έρημος θα ημερώση, η θάλασσα θα χωρισθή προς χάριν σου, ο Φαραώ θα πνιγή μέσα εις αυτήν, ο άρτος θα πέση ως βροχή από τον ουρανόν, ο βράχος θα αναβλύση νερό, οι Αμαληκίται θα κατανικηθούν (όχι με όπλα μόνον αλλά και με τας εχθρικάς δια τους αντιπάλους χείρας των δικαίων, αι οποίαι συμβολίζουν ταυτοχρόνως δέησιν και το ανίκητον τρόπαιον του Σταυρού), ο ποταμός θα ανακόψη τον ρούν του (Ιησ. Ναυή 3, 15), ο ήλιος θα σταματήση, η σελήνη θα αναχαιτισθή (Ιησ. Ναυή 10, 12), τα τείχη θα κατακρημνισθούν χωρίς την χρήσιν κανενός πολεμικού μηχανήματος, πλήθη (αγγέλων) θα τρέξουν μπροστά δια να ανοίξουν δρόμον εις τους Ισραηλίτας και να εμποδίσουν τους αλλοφύλους, και θα σου δοθούν και όλα τα άλλα, τα οποία αναφέρει η Γραφή ότι συνέβησαν μαζί και μετά απ αυτά, δια να μην μακρύνω ακόμη περισσότερον τον λόγον. Τέτοιαν εορτήν εορτάζεις σήμερα. Με τέτοια πράγματα σε φιλοδωρεί η γέννησις Εκείνου ο οποίος εγεννήθη προς χάριν σου και ο επιτάφιος Εκείνου ο οποίος έπαθεν. Τέτοιο είναι δια σε το μυστήριον του Πάσχα. Αυτά εσκιαγράφησεν ο νόμος και τα ωλοκλήρωσεν ο Χριστός, ο Οποίος κατέλυσε το γράμμα και ωλοκλήρωσε το πνεύμα, και ο Οποίος, ενώ με εκείνα τα οποία έπαθεν εδίδαξε το πάθος, με εκείνα με τα οποία εδοξάσθη μας χαρίζει την δυνατότητα να δοξασθώμεν μαζί Του.

22. Ημπορούμεν λοιπόν να εξετάσωμεν το πράγμα και το δόγμα, το οποίον από τους περισσοτέρους μεν παραβλέπεται, αλλά από εμέ εξετάζεται εκτενέστατα. Διότι, εις ποίον εδόθη το αίμα το οποίον εχύθη προς χάριν μας και δια ποίον πράγμα εχύθη το μεγάλο και περιβόητον Αίμα του Θεού και αρχιερέως και θύματος ταυτοχρόνως; Διότι ευρισκόμεθα μεν υπό την εξουσίαν του πονηρού εις τον οποίον είχαμεν πωληθή από την αμαρτίαν με αντίτιμον την απόλαυσιν της κακίας. Εάν δε το λύτρον δεν ανήκει εις κανένα άλλον παρά εις τον κάτοχον του δούλου, ερωτώ να μάθω εις ποίον προσεφέρθη τούτο και δια ποίον λόγον. Εάν μεν προσεφέρθη εις τον πονηρόν, μακρυά από εμέ τέτοια βλασφημία! (εάν όχι μόνον από τον Θεόν, αλλά και τον ίδιον τον Θεόν παίρνη ως λύτρον ο ληστής, και παίρνη τόσον υψηλόν μισθόν δια την δουλείαν των ανθρώπων το θέλημά του, γεγονός δια το οποίον θα ήτο δίκαιον να λυπηθή και να αφήση ελευθέρους και ημάς). Εάν δε εις τον Πατέρα, κατ αρχήν πως έγινεν αυτό; Διότι δεν εκρατούμεθα αιχμάλωτοι από εκείνον. Κατά δεύτερον δε λόγον, διατί τάχα θα ευχαριστούσε το Αίμα του Μονογενούς τον Πατέρα, ο Οποίος δεν εδέχθη ούτε τον Ισαάκ, όταν του είχε προσφερθή ως θυσία από τον Πατέρα του, αλλά άλλαξε την θυσίαν και ετοποθέτησε κριάρι εις την θέσιν του λογικού θύματος (Γεν. 22, 13); Είναι επομένως φανερόν ότι το λαμβάνει μεν ο Πατήρ, αλλά δια να εκπληρωθή το σχέδιον της σωτηρίας και επειδή έπρεπε να αγιασθή ο άνθρωπος από την ανθρωπίνην φύσιν του Θεού, δια να μας ελευθερώση ο Ίδιος, αφού κατενίκησε με την βίαν τον τύραννον, και δια να μας επαναφέρη κοντά Του με την μεσιτείαν του Υιού, ο Οποίος έδωσε το Αίμα Του δια να μας σώση προς τιμήν του Πατρός, εις τον Οποίον φαίνεται ότι παραχωρεί τα πάντα. Αυτά μεν λοιπόν τα σχετικά με τον Χριστόν καθώς και όλα τα άλλα ας τα τιμώμεν με σιωπήν. Ο δε χάλκινος όφις κρεμάται μεν εναντίον των όφεων οι οποίοι δαγκώνουν, αλλά σαν αντίθετος εικών και όχι σαν εικών Εκείνου ο οποίος έπαθε προς χάριν μας, διότι ο όφις σώζει εκείνους οι οποίοι τον βλέπουν, όχι επειδή τυχόν πιστεύουν ότι είναι ζωντανός, αλλά επειδή είναι νεκρός και νεκρώνει μαζί του τας δυνάμεις αι οποίαι ευρίσκονται υπό την εξουσίαν του, αφού έχει καταργηθή και ο ίδιος, όπως του άξιζε (πρβλ. Αριθμ. 21, 8-9). Ποίον λοιπόν επιτάφιον λόγον αρμόζει να του απαγγείλωμεν; «Που είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Που είναι, άδη, η νίκη σου;» (Οσ. 13, 14, Κορ. 15, 55). Έχεις πληγωθή από τον Σταυρόν και έχεις θανατωθή από Εκείνον ο οποίος δίδει ζωήν. Είσαι χωρίς πνοήν, νεκρός, ακίνητος, χωρίς ενέργειαν, έστω και αν διατηρής την μορφήν του όφεως, καθώς έχεις τοποθετηθή υψηλά δια να στιγματισθής.

23. Θα γίνωμεν δε μέτοχοι του Πάσχα, τώρα μεν τυπικά ακόμη και, αν αυτό είναι το παλαιόν, ακόμη πιο ανεπίσημα (διότι το Πάσχα του νόμου, τολμώ να το είπω, ήτο ακόμη πιο αμυδρός τύπος του τύπου), ύστερα δε από λίγο πολύ τελειότερα και καθαρώτερα, όταν θα το πίνη μαζί μας νέον ο Λόγος εις την βασιλείαν του Πατρός (Ματθ. 26, 29) και θα μας αποκαλύπτη και θα μας διδάσκη εκείνα τα οποία μας έχει δείξει τώρα όχι τόσον καθαρά. Διότι είναι πάντοτε νέον εκείνο το οποίον γνωρίζομεν τώρα. Ποία δε είναι η πόσις και η απόλαυσις, εμείς μεν πρέπει να το μάθωμεν, Εκείνος δε να το διδάξη και να ανακοινώση εις τους μαθητάς Του τον λόγον. Διότι η διδασκαλία είναι τροφή και δι εκείνον ο οποίος τρέφει. Αλλά εμπρός ας γίνωμεν και ημείς μέτοχοι του νόμου, κατά τρόπον όμως πνευματικόν και όχι κατά γράμμα, κατά τρόπον τέλειον και όχι ατελή, αιωνίως και όχι προσωρινώς. Ας κάμωμεν πρωτεύουσάν μας όχι την κάτω Ιερουσαλήμ, αλλά την ουράνιον μητρόπολιν.Όχι εκείνην η οποία καταπατείται τώρα από στρατεύματα, αλλά εκείνη η οποία δοξάζεται από τους Αγγέλους. Ας θυσιάσωμεν όχι νοερά μοσχάρια, ούτε αρνία «τα οποία έχουν κέρατα και νύχια» (Ψαλμ. 68, 32), το μεγαλύτερον μέρος των οποίων είναι νεκρόν και δεν αισθάνεται τίποτε, αλλά «ας προσφέρωμεν εις τον Θεόν ευχαριστήριον θυσίαν» (Ψαλμ. 49, 14) εις το ουράνιον θυσιαστήριον μαζί με τους χορούς των αγγέλων. Ας διασχίσωμεν το πρώτον χώρισμα (της σκηνής του μαρτυρίου), ας προχωρήσωμεν εις το δεύτερον και ας πλησιάσωμεν με σεβασμόν εις τα Άγια των Αγίων. Θα είπω το μεγαλύτερον, ας προσφέρωμεν τους εαυτούς μας θυσίαν εις τον Θεόν, η καλύτερα, ας Του προσφέρωμεν θυσίαν κάθε ημέραν και με κάθε κίνησίν μας. Ας δεχώμεθα τα πάντα χάριν του Λόγου, ας μιμούμεθα με τα πάθη μας το πάθος Του, ας τιμώμεν το αίμά Του με το αίμά μας και ας ανερχώμεθα με προθυμίαν εις τον σταυρόν. Τα καρφιά είναι γλυκά, έστω και αν προκαλούν φοβερούς πόνους. Διότι το να υποφέρη κανείς μαζί με τον Χριστόν και χάριν του Χριστού είναι προτιμώτερον από το να ζη ζωήν απολαύσεων κοντά σε άλλους.

24. Αν είσαι Σίμων Κυρηναίος (Λουκ. 23, 26), σήκωσε τον Σταυρόν και ακολούθησέ Τον. Αν σταυρωθής μαζί Του ως ληστής (Λουκ. 23, 40 ε.), δείξε καλήν προαίρεσιν και γνώρισε τον Θεόν. Εάν Εκείνος ετοποθετήθη μεταξύ των παρανόμων εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της αμαρτίας σου, συ να γίνης προς χάριν Του πιστός εις τον νόμον Του. Προσκύνησε Εκείνον ο οποίος υψώθη προς χάριν σου εις τον Σταυρόν, ακόμη και αν έχης υψωθή και συ. Κέρδισε κάτι και από την κακίαν. Εξαγόρασε με τον θάνατον την σωτηρίαν. Είσελθε εις τον Παράδεισον μαζί με τον Ιησούν, δια να μάθης από ποία αγαθά έχεις απομακρυνθή. Παρατήρησε τα κάλλη τα οποία υπάρχουν εκεί. Τον ληστήν ο οποίος διαμαρτύρεται και υβρίζει, άφησέ τον να αποθάνη έξω μαζί με την βλασφημίαν του. Και αν είσαι ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (Λουκ. 23, 50), ζήτησε το Σώμα από εκείνον ο οποίος τον σταυρώνει. Ας γίνη ιδικόν σου το Σώμα εκείνο το οποίον καθαρίζει τον κόσμον. Και αν είσαι ο Νικόδημος, ο θεοσεβής εκείνος ο οποίος Τον επεσκέφθη την νύκτα (Ιω. 19, 39), ενταφίασέ Τον με μύρα. Και αν είσαι κάποια Μαρία, η η άλλη Μαρία, η η Σαλώμη, η η Ιωάννα, πήγαινε πρωί-πρωί να Τον θρηνήσης (Μάρκ. 16,1). Δές πρώτη κυλισμένον τον λίθον, ενδεχομένως και τους αγγέλους και τον ίδιον τον Ιησούν. Πές Του κάτι και άκουσε την φωνήν Του. Αν ακούσης «μη με εγγίζης» (Ιω. 20, 17), σταμάτησε μακρυά, δείξε σεβασμόν προς τον Λόγον, αλλά μη λυπηθής. Διότι γνωρίζει εις ποίους θα εμφανισθή πρώτα. Βοήθησε την Εύαν, η οποία έπεσε πρώτη, να χαιρετήση και πρώτη τον Χριστόν και να το ανακοινώση εις τους μαθητάς (Ιω. 20, 14 και 18). Γίνε Πέτρος η Ιωάννης και σπεύσε εις τον τάφον, τρέχων μαζί η προπορευόμενος (Ιω. 20, 4) και συναγωνιζόμενος εις τον καλόν συναγωνισμόν. Και αν σε προλάβη εις την ταχύτητα, νίκησέ τον με την συστηματικότητά σου και μην αρκεσθής μόνον να πλησιάσης το μνημείον, αλλά να εισέλθης και μέσα (Ιω. 20, 5-6). Και αν λείψης, όπως ο Θωμάς, από την συγκέντρωσιν των μαθητών εις τους οποίους εμφανίζεται ο Ιησούς, όταν Τον ίδης, ας μην απιστήσης (Ιω. 20, 24 ε.). Και αν απιστήσης, πίστευσε εις εκείνους οι οποίοι σου το λέγουν. Εάν δε δεν τους πιστεύσης ούτε αυτούς, ας πεισθής από τα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνη εις τον Άδην, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποίον είναι το σωτηριώδες σχέδιον της διπλής καταβάσεως και ποίος ο λόγος της: Σώζει με την εμφάνισίν Του εκεί τους πάντας, η και εκεί σώζει μόνον εκείνους οι οποίοι Τον πιστεύουν;

25. Και αν ανεβαίνη εις τους ουρανούς, ανέβα μαζί Του. Εντάξου εις τους αγγέλους οι οποίοι Τον προπέμπουν η εις εκείνους οι οποίοι Τον υποδέχονται. Πρόσταξε να σηκωθούν αι πύλαι και να γίνουν υψηλότεραι (Ψαλμ. 23, 7), δια να υποδεχθούν πιο μεγαλόπρεπα Εκείνον ο οποίος επιστρέφει από το πάθος. Απάντησε εις εκείνους οι οποίοι απορούν δια το σώμα και τα σύμβολα του Πάθους, με τα οποία ανέρχεται, ενώ δεν τα είχε μαζί Του όταν είχε κατέβει, και οι οποίοι δια τον λόγον αυτόν ερωτούν να μάθουν «ποίος είναι αυτός ο βασιλεύς της δόξης;», ότι είναι «Κύριος κραταιός και δυνατός» (Ψαλμ. 23, 7-8) με όλα όσα ανέκαθεν έχει κάνει και με όσα κάνει και με τον τωρινόν πόλεμον και την περίλαμπρον νίκην Του προς χάριν της ανθρωπότητος, και δώσε εις την διπλήν ερώτησιν διπλήν την απάντησιν. Και αν απορούν λέγοντες, συμφώνως προς την δραματικήν προφητείαν του Ησαίου, «ποίος είναι αυτός ο οποίος έχει έλθει από την Εδώμ (Ησ. 63, 1) και από τα γήϊνα πράγματα;», η «διατί είναι κόκκινα τα ενδύματα εκείνου ο οποίος δεν έχει ούτε αίμα ούτε σώμα, ωσάν να έχη έλθει από πατητήρι και να έχη πατήσει ολόκληρον πατητήρι γεμάτον από σταφύλια;»(Ησ. 63, 2),να τους εκθειάσης την ωραιότητα της στολής του σώματος το οποίον έχει πάθη και το οποίον έχει καλλωπισθή από το Πάθος και έχει αποκτήσει από την Θεότητα την λαμπρότητα εκείνην από την οποίαν δεν υπάρχει τίποτε πιο επιθυμητόν και πιο ωραίον.

26. Τι θα μας είπουν δι αυτά οι συκοφάνται, οι πικρόχολοι ελεγκταί της Θεότητος, οι κατήγοροι εκείνων τα οποία επαινούνται, οι σκοτεινοί εν σχέσει προς το φως, οι αστοιχείωτοι εν σχέσει προς την σοφίαν, εκείνοι χάριν των οποίων απέθανεν ο Χριστός χωρίς να ζητήση αντάλλαγμα, τα αχάριστα δημιουργήματα, τα πλάσματα του πονηρού; Κατηγορείς τον Θεόν δια την ευεργεσίαν Του; Δια τούτο είναι μικρός, επειδή εταπεινώθη προς χάριν σου; Επειδή ο καλός Ποιμήν, ο Οποίος δίνει και την ψυχήν Του δια τα πρόβατα (Ιω. 10, 11), ήλθε προς το πρόβατον το οποίον είχε χαθή (βλ. Λουκ. 15, 4-10), επάνω εις τους λόφους και τα βουνά εις τα οποία εθυσίαζες (πρβλ. Ωσ. 4, 13), και αφού το εύρε το εσήκωσεν επάνω εις τους ώμους Του, επάνω εις τους οποίους εσήκωσε και τον Σταυρόν, και το επανέφερεν εις την ουρανίαν ζωήν και αφού το ανύψωσεν εκεί το έβαλεν εις την ιδίαν θέσιν με εκείνα τα οποία είχαν μείνει εκεί;
Τον κατηγορείς επειδή ήναψε λύχνον, την ιδίαν την σάρκα Του, και εσκούπισε την οικίαν (καθαρίζων τον κόσμον από την αμαρτίαν) και ανεζήτησε την δραχμήν, την εικόνα δηλαδή του Θεού η οποία είχε καταχωνιασθή από τα πάθη, και επειδή συγκεντρώνει δια την εύρεσιν της δραχμής τας φιλικάς προς Αυτόν δυνάμεις, τας οποίας είχε μυήσει και εις το μυστήριον της σωτηρίας, και τας κάνει μετόχους εις την χαράν Του; Τον κατηγορείς επειδή τον λύχνον, ο οποίος ετοιμάζει τον δρόμον, και ο οποίος ετοιμάζει εις τον Κύριον λαόν εκλεκτόν και καθαρίζει και προετοιμάζει δια το Πνεύμα με το ύδωρ, τον ακολουθεί το υπέρλαμπρον Φως, την φωνήν την ακολουθεί ο Λόγος και τον οδηγόν του νυμφίου ο Νυμφίος; Δι αυτό κατηγορείς τον Θεόν; Δι αυτά Τον θεωρείς κατώτερον, επειδή βάζει εις την μέσην Του την ποδιάν και πλύνει τα πόδια των μαθητών Του (Ιω. 13, 4) και δείχνει τον καλύτερον τρόπον να υψωθή κανείς, δηλαδή την ταπείνωσιν; Επειδή ταπεινώνεται χάριν της ψυχής, η οποία έχει κυρτώσει προς τα κάτω δια να ανυψώση μαζί του εκείνο το οποίον κλίνει προς τα κάτω από την αμαρτίαν; Πως δε δεν τον κατηγορείς δια το ότι γευματίζει μαζί με τους τελώνας (Λουκά 5, 27 ε.) και εις τας οικίας τελωνών, και ότι κάνει μαθητάς Του τελώνας δια να κερδίση και Αυτός κάτι; Τι δηλαδή; Την σωτηρίαν των αμαρτωλών. Ωσάν να ημπορούσε κανείς να κατηγορήση τον ιατρόν, ότι σκύβει με κατανόησιν επάνω εις τας πληγάς και ανέχεται την δυσωδίαν, δια να δώση την υγείαν εις τους ασθενείς, η εκείνον ο οποίος σκύβει από ευσπλαγχνίαν επάνω από τον βόθρον δια να βγάλη από εκεί το ζώον το οποίον έχει πέσει μέσα (πρβλ. Δευτερον. 22, 4, Ματθ. 12, 11), όπως λέγει ο νόμος.

27. Απεστάλη μεν, αλλά ως άνθρωπος (επειδή ήτο διπλούς την φύσιν), επειδή και ένιωσε κούρασιν και επείνασε και εδίψασε και εδάκρυσε κατά τους φυσικούς νόμους. Εάν δε εστάλη και ως Θεός, τι σε ενοχλεί αυτό; Την θέλησιν του Πατρός, από τον Οποίον προέρχεται, και τον Οποίον τιμά ως αρχήν άχρονον, να την θεωρής ως αποστολήν, και να μη πιστεύης ότι είναι κάτι το αταίριαστον δια τον Θεόν. Επειδή λέγεται και ότι έχει παραδοθή, αλλά έχει γραφή επίσης ότι έχει παραδώσει τον Εαυτόν του. Και ότι έχει αναστηθή από τον Πατέρα και έχει αναληφθή, αλλά και ότι έχει αναστήσει τον Εαυτόν του και ότι θα έλθη πάλιν. Εκείνα προέρχονται από την θέλησιν του Πατρός, αυτά από την δύναμίν του. Συ δε τα μεν πρώτα τα θεωρείς μειωτικά, τα δε άλλα, τα οποία εξυψώνουν, τα παραβλέπεις. Και το ότι μεν έπαθε, το υπολογίζεις. Το ότι δε έπαθε με την θέλησίν Του, δεν το αναφέρεις. Τι παθαίνει ακόμη και τώρα ο Λόγος! Από άλλους μεν τιμάται ως Θεός και ταυτίζεται με αυτόν, από άλλους δε περιφρονείται, επειδή είναι άνθρωπος, και χωρίζεται από τον Θεόν. Εναντίον ποίων να οργισθή περισσότερον; Η, καλύτερα, ποίους να συγχωρήση; Εκείνους οι οποίοι ενώνουν λανθασμένα, η εκείνους οι οποίοι χωρίζουν; Διότι και εκείνοι έπρεπε να διαχωρίζουν και τούτοι να ενώνουν. οι μεν με τον αριθμόν, οι δε με την Θεότητα. Εμποδίζεσαι από την σάρκα; Αυτό κάνουν και οι Ιουδαίοι. Μήπως τυχόν Τον ονομάζεις και Σαμαρείτην; Την συνέχειαν όμως δεν θα την αναφέρω (πρβλ. Ιω. 8, 48). Δεν πιστεύεις εις την Θεότητα; Αυτό δεν συμβαίνει ούτε με τους δαίμονας. Δύστυχε, πόσον πιο άπιστος είσαι ακόμη και από τους δαίμονας, και πόσον πιο αχάριστος από τους Ιουδαίους! Εκείνοι την ονομασίαν του Υιού την εθεώρησαν ως έκφρασιν ισοτιμίας (πρβλ. Ιω. 8, 19), διότι δεν εγνώριζαν ακόμη τον Θεόν ο οποίος τον είχε στείλει. Διότι επίστευαν μόνον αφού επάθαιναν. Συ δε δεν δέχεσαι ούτε την ισότητα, ούτε και αναγνωρίζεις την Θεότητα. Θα ήταν καλύτερα δια σε να είσαι περιτετμημένος και να ευρίσκεσαι υπό την επήρειαν του δαίμονος, δια να εκφρασθώ κατά τρόπον αστείον, παρά να κατέχεσαι από πονηρίαν και αθείαν, ενώ είσαι υγιής και απερίτμητος. Αλλ όμως ο πόλεμος εναντίον τούτων η ας σταματήση, εάν βεβαίως θα ήθελαν να συνετισθούν έστω και την τελευταίαν στιγμήν, η ας αναβληθή, εάν δεν θέλουν να συνετισθούν και παραμένουν όπως έχουν. Πάντως εμείς δεν θα φοβηθούμεν τίποτε ενώ θα αγωνιζώμεθα δια την Τριάδα, με σύμμαχόν μας την ιδίαν την Τριάδα.

28. Τώρα δε είμεθα πλέον αναγκασμένοι να ανακεφαλαιώσωμεν ως εξής τον λόγον. Έχομεν δημιουργηθή δια να ευεργετηθούμεν. Έχομεν ευεργετηθή επειδή έχομεν δημιουργηθή. Μας παρεδόθη ο Παράδεισος δια να ευτυχήσωμεν. Ελάβαμεν την εντολήν, δια να δοξασθώμεν αφού την φυλάξωμεν, όχι επειδή τυχόν αγνοούσε ο Θεός εκείνο τον οποίον θα εγίνετο, αλλά επειδή ήθελε να μας παραχωρήση το αυτεξούσιον. Έχομεν εξαπατηθή, επειδή μας εφθόνησαν. Έχομεν πέσει, επειδή έχομεν παραβή την εντολήν, έχομεν αναγκασθή εις νηστείαν επειδή δεν ενηστεύσαμεν και μας κατανίκησεν η επιθυμία της γεύσεως του καρπού του δένδρου της γνώσεως. Διότι η εντολή ήτο παλαιά και σύγχρονος με ημάς, ένα μέσον διαπαιδαγωγήσεως της ψυχής και σωφρονισμού από τας απολαύσεις. Την ελάβαμεν δε ευλόγως δια να απολαύσωμεν, αφού την τηρήσωμεν, εκείνο το οποίο εχάσαμεν επειδή δεν την ετηρήσαμεν. Είχαμεν ανάγκην από Θεόν ο Οποίος εσαρκώθη και απέθανε, δια να ζήσωμεν. Έχομεν αποθάνει μαζί Του δια να καθαρισθώμεν. Έχομεν αναστηθή μαζί Του επειδή έχομεν συναποθάνει και έχομεν δοξασθή επειδή έχομεν συναναστηθή.

29. Πολλά μεν λοιπόν είναι τα θαύματα εκείνης της εποχής. Ο Θεός σταυρώνεται, ο ήλιος σκεπάζεται από σκότος και κατόπιν ανατέλλει πάλιν (διότι έπρεπε και τα δημιουργήματα να συμπάσχουν με τον Δημιουργόν), το καταπέτασμα του ναού σχίζεται (Λουκ. 23, 44-45, Ματθ. 27, 51), αίμα και ύδωρ χύνεται από την πλευράν (Ιω. 19, 34) (το μεν επειδή ήτο άνθρωπος, το δε επειδή ήτο ανώτερος από τον άνθρωπον), η γη συγκλονίζεται, αι πέτραι σχίζονται προς χάριν της Πέτρας (Ματθ. 27, 51, Α' Κορ. 10, 4), οι νεκροί ανασταίνονται (Ματθ. 27, 52), ως απόδειξις δια την τελευταίαν και κοινήν Ανάστασιν. Τα σημεία δε τα οποία έγιναν εις τον τάφον και τα μετά την ταφήν (Ματθ. 28, 1 ε., Μάρκ. 16, 1 ε., Λουκ. 24, 1 ε. και Ιω. 20, 1 ε.), ποίος θα ημπορούσε να τα εξυμνήση επαξίως; Τίποτε δε δεν είναι ισάξιον με το θαύμα της σωτηρίας μου. Ολίγαι σταγόνες αίματος αι οποίαι αναδημιουργούν ολόκληρον τον κόσμον και γίνονται ωσάν χυμός γάλακτος δι όλους τους ανθρώπους και μας συνδέουν και μας συγκεντρώνουν εις ένα σύνολον.

30. Αλλά, ω Πάσχα, το μέγα και ιερόν, το οποίον καθαρίζεις ολόκληρον τον κόσμον! Διότι θα σου ομιλήσω ωσάν να ήσουν έμψυχον. Ω Λόγε του Θεού και Φως και Ζωή και Σοφία και Δύναμις! Διότι χαίρομαι με όλα Σου τα ονόματα. Ω γέννημα και κίνησις και σφραγίς του μεγάλου νού! Ω Λόγε, ο οποίος κατανοείσαι και, άνθρωπε, ο οποίος φαίνεσαι, και ο οποίος φέρεις τα πάντα συγκεντρωμένα εις τον λόγον της δυνάμεώς σου! Τώρα μεν ας δεχθής τον λόγον αυτόν όχι ως τον πρώτον και καλύτερον καρπόν της καρποφορίας μας, αλλά ως συμπλήρωμά της ίσως, ευχαριστήριον αλλά και συγχρόνως παρακλητικόν, δια να μην υποφέρωμεν δια τας εντολάς Σου τίποτε περισσότερον εκτός από τα αναγκαία και τους ιερούς κόπους και πόνους, με τους οποίους έχομεν ζήσει μέχρι σήμερον. Και ας σταματήσης την τυραννίαν του σώματος εναντίον μας (βλέπεις πόσον μεγάλη είναι, Κύριε, και πόσον μας γονατίζει!), η την κρίσιν Σου, εάν πρόκειται να καθαρισθώμεν απ αυτό. Εάν δε φθάσωμεν επαξίως εις το ποθούμενον τέρμα και γίνωμεν δεκτοί εις τας ουρανίους σκηνάς, θα Σου προσφέρωμεν με προθυμίαν θυσίας δεκτάς εις το άγιόν Σου θυσιαστήριον, ω Πάτερ και Λόγε και Άγιον Πνεύμα, επειδή εις Σε οφείλεται κάθε δόξα, τιμή και εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/easter/grigoriou.htm



nastasis 239

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

 

………. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν τον αριθμό 14, αν και οι ερωτήσεις δεν έδειχναν να τελειώνουν σύντομα.

-Παιδιά, είπε αίφνης ο κ. Αδάμος, μην ξεχνάτε ότι με περιμένουν για φαγητό. Θέλετε να μαλώσω με την οικογένειά μου εξαιτίας σας;

Γέλασαν όλοι χαλαρωτικά, αίσθηση που την είχαν άλλωστε ανάγκη. Ο ιδιοκτήτης προσέφερε κρύο νερό και άλλη μια μερίδα ζεστά κουλουράκια, για τα οποία όλοι τον ευχαρίστησαν. Η παρέα είχε ήδη πιεί τον καφέ της προ πολλού, πλην όμως κανείς δεν τολμούσε να παραγγείλει άλλον ένα γύρο από καφεΐνη, αφού τον κ. καθηγητή κρατούσαν εξάλλου με δυσκολία κοντά τους. Η ‘ομάδα των 5’ επιτάχυνε: 

- κ. καθηγητά, είπε η Γιάννα, φτάνουμε προς το τέλος. Δεν θα σας καθυστερήσουμε πολύ ακόμη. Σας παρακαλούμε, λόγω των ημερών εξάλλου,  να συζητήσουμε λίγο το φλέγον θέμα της Ανάστασης του Ιησού. Είναι δυνατόν να αποδειχθεί το γεγονός της αναστάσεως;

- Μέχρις εκεί που εμπίπτει στην λογική διερεύνηση, ναι! είπε ο ερευνητής της Καινής Διαθήκης. Μην ξεχνάτε πως τα ιστορικά και προσωπικά γεγονότα δεν ανιχνεύονται και αποδεικνύονται με θετικο-επιστημονικό τρόπο, αλλά με ιστορικο-νομικό. Δηλαδή από: Συλλογή πληροφοριών, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, συγκρίσεις γραπτών κειμένων, αναφορές τρίτων ή γραπτές μαρτυρίες των ιδίων των πρωταγωνιστών, εξέταση διαφόρων αντικειμένων, αρχαιολογικών ερευνών κ.α. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα γεγονότα της Αγίας Γραφής και της ανάστασης του Κυρίου. Δεν χωρεί εδώ επιστημονικο-θετική επαλήθευση. Ενώ λ.χ. για ένα πείραμα βιολογίας ή φυσικής χρησιμοποιούμε μεθόδους των φυσικών επιστημών, στον τομέα της ιστορίας, όπως είπαμε δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο. Δεν κάνουμε πειράματα για να αποδείξουμε δηλαδή ότι έζησε π.χ. ο Σωκράτης, ούτε μπορούμε στο εργαστήριο να αποδείξουμε την ανάσταση του Χριστού. Από χριστιανικής πλευράς: Ελέγχουμε αξιόπιστες αποδείξεις από τον βίο και την πολιτεία πολλών χιλιάδων μαρτύρων πίστεως που ενώθηκαν με τον Θεό και αγίασαν, εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες των Ευαγγελίων, εξωβιβλικές πηγές που αναφέρονται στον Χριστό και τους χριστιανούς κ.λπ. Διαθέτουμε μάλιστα πάμπολλες προφητείες που επαληθεύτηκαν στον Χριστό, τα άφθαρτα λείψανα των αγίων που θαυματοποιούν και μυροβλύζουν, το αναλλοίωτο του αγιασμένου νερού, του αντίδωρου και της Θείας Κοινωνίας, το άκτιστο θείο φως του οποίου είχαν εμπειρία τόσοι και τόσοι άγιοι, τα χιλιάδες θαύματα του Θεού διαχρονικά στην ιστορία και μέσω των αγίων Του, την τέλεια αναμαρτησία και διδασκαλία του Θεανθρώπου, τα πολυπληθή διασωζόμενα στα Ευαγγέλια θαύματά Του, την αυτοθυσία των αποστόλων χάριν του Χριστού, την θαυματουργική μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, την ύπαρξη της Εκκλησίας για 2.000 χρόνια –γεγονός που και ο Χριστός προφήτευσε- κ.α. ‘Η ζωή ευτυχώς γνωρίζεται όσο τη ζεις’, και η ομορφιά και το νόημά της δεν προκύπτουν από εργαστηριακές επαληθεύσεις. Αξίες όπως η αγάπη, η φιλία, η ειρήνη κ.λπ. είναι ευλογία που δεν προκύπτουν από πειράματα χημείας και φυσικής. 

- Απ’ ότι υποστηρίξατε, και όπως έχω διαβάσει, ο φυσικομαθηματικός Πασκάλ είχε τονίσει τη μεγάλη αξία της θυσίας των αποστόλων και των μαθητών του Κυρίου ως απόδειξη ισχυρή για την Ανάστασή Του, επενέβη στη συζήτηση ο Πέτρος.

- Όχι μόνο ο Πασκάλ, αλλά και ο ιερός Χρυσόστομος πρωτύτερα, απάντησε ο Βιβλικός ερμηνευτής. Ακούστε, τους είπε: Το κυρίως ελπιδοφόρο μήνυμα ολόκληρης της Αγίας Γραφής, και ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης είναι η Ανάσταση του Χριστού. Το μαρτυρικό τέλος των αποστόλων και μαθητών του Χριστού είναι μεγάλη απόδειξη για την αλήθεια της αναστάσεως του Κυρίου. Δεν θα κήρυτταν ποτέ, με τέτοιο σθένος και δύναμη και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, αυτοί οι άλλοτε δειλοί ψαράδες, τελώνες κ.λπ. ένα ψέμα, που τους οδήγησε, και ήταν εν γνώσει τους, όχι μόνο στο να γίνουν αποσυνάγωγοι, να χάσουν περιουσίες, να κυνηγηθούν, να φυλακιστούν και να μαστιγωθούν επανειλημμένως, αλλά και να μαρτυρήσουν με την ζωή τους τον ένδοξο και αναστημένο Χριστό. Υπήρχε περίπτωση να δεχθούν να πεθάνουν ατιμωτικά και με φρικτά βασανιστήρια μια ομάδα ανθρώπων-αποστόλων, εάν γνώριζαν ότι κηρύττουν παραμύθια για μικρά παιδιά; Διότι όχι μόνο δεν διέθεταν κανένα κοσμικό μέσο, γνωριμίες και πολιτικές διασυνδέσεις εξασκώντας αρχικά το δημόσιο κήρυγμά τους περί ενός μάλιστα ταπεινωμένου, εξοντωμένου πάνω στο σταυρό και ως κακούργου θεωρουμένου βασιλέα, αλλά και διότι τρελοί δεν ήσαν, αν σκεφθούμε ότι το κήρυγμά τους είναι ό,τι πιο υψηλό έχουν να επιδείξουν όλοι οι αιώνες. Οι ευαγγελιστές άλλωστε δεν μιλάνε για συγκεκριμένη ώρα αναστάσεως που δεν γνωρίζουν, ενώ ο αναστάς καταγράφεται στα ευαγγέλια ότι εμφανίστηκε στους μαθητές του σε έντεκα περιπτώσεις και σε πάνω από 500 αδελφούς.

- Με τη σειρά μου να ρωτήσω και εγώ κάτι κ. καθηγητά, είπε ο Κώστας διστακτικά: Ήταν δυνατόν να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς πάνω στο σταυρό, να σηκώθηκε αργότερα και να βγήκε από τον τάφο;

- Αυτά που ρωτάς Κώστα, ίσως να γνωρίζεις ότι έχουν ειπωθεί και έχουν ερευνηθεί από πολλούς ιστορικούς, φιλόσοφους, θεολόγους και άθεους φιλολόγους, ενημέρωσε την ομάδα ο κ. Αδάμος. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς εκτελέσθηκε δημόσια, πιστοποιήθηκε η εκτέλεσή Του από τον Ρωμαίο Επίτροπο Πιλάτο, από τον υπεύθυνο εκατόνταρχο και τους Ρωμαίους στρατιώτες, και, πριν απ' όλα αυτά, δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα με ακόντιο στην πλευρά, από την οποία οπή, σε μέγεθος γροθιάς, έτρεξε αίμα και νερό (Ιω. 19,34). Ο ορός αυτός  (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς, να σηκώθηκε και να βγήκε από τον τάφο. Άλλωστε ούτε οι Εβραίοι τόλμησαν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, παρά μίλησαν μόνο για κλοπή. Θα μπορούσε εξάλλου ο καταταλαιπωρημένος και καταπληγωμένος Ιησούς να κυλήσει τον τεράστιο ογκόλιθο αλλά και να αγνοηθεί από την φρουρά; Το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο τάφος ήταν άδειος. Πιστοποιήθηκε από τις Μυροφόρες και τους μαθητές Του, αλλά και από τους Ιουδαίους, που δεν κατάφεραν να κρατήσουν δέσμιο τον αναστάντα, ακόμη και με την τοποθέτηση ογκόλιθου έξω από τον τάφο και φρουράς ενόπλων στρατιωτών.  Δεν συζητάμε την ευφάνταστη περίπτωση να είχαν κλέψει το σώμα Του κάποιοι από τους εχθρούς του, Ηρωδιανοί και Σαδδουκαίοι καθώς και στελέχη του Ναού,  αφού αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν: την λαϊκή πίστη ότι ίσως ανασταινόταν απ’ τους νεκρούς.

- Και πώς είμαστε σίγουροι ότι την ψευδή είδηση πως οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το νεκρό σώμα Του, είχαν διαδώσει οι Ιουδαίοι; (Ματθ. 28,11-13), ρώτησε αυτή τη φορά ο Δημήτρης.

- Αποδεικνύεται, τού είπε ο ειδικός  επιστήμονας, με τις δύο ακόλουθες σκέψεις: Καταρχάς, ο τάφος ήταν πράγματι άδειος, και αυτό διαπιστώνεται από δύο τινά: Το ένα είναι πως αν κατείχαν οι Ιουδαίοι αρχιερείς το νεκρό σώμα του Ιησού, θα το παρουσίαζαν αμέσως ως απόδειξη τού ότι δεν είχε αναστηθεί εκ του τάφου και για να σταματήσουν το κηρυκτικό έργο των αποστόλων. Το δεύτερο είναι μια έγγραφη απόδειξη από τον Ιουστίνο, το Φιλόσοφο και Μάρτυρα, ο οποίος ήταν μάλιστα και Ιουδαίος. Αυτός ο θείος άνδρας, 100 χρόνια  περίπου μετά την ανάσταση του Χριστού, στο έργο του “Διάλογος προς Τρύφωνα” αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι είχαν στ' αλήθεια διαδώσει μια τέτοια πλάνη, ότι δηλαδή οι μαθητές της “παράνομης αίρεσης των Χριστιανών” είχαν κλέψει το σώμα τού  εκτελεσθέντος από τους ομοεθνείς του, Ιησού, τη νύχτα κατά την οποία πέθανε και ετάφη. Δεδομένου ότι ο Ιουστίνος, απευθυνόμενος στο ιουδαϊκό του περιβάλλον προς υπεράσπιση του Χριστιανισμού, προβάλλει μια τέτοιας εκτάσεως κατηγορία προς αυτούς, πιστοποιεί ότι πράγματι ο τάφος την Κυριακή του Πάσχα βρέθηκε κενός καί από τους Ιουδαίους καί από τους μαθητές του Χριστού. 

          - Γιατί δεν μπορούμε να υποθέσουμε, είπε η Μαρία, ότι είχαν κλέψει το σώμα Του οι μαθητές Του, διαδίδοντας στη συνέχεια ότι αναστήθηκε;

- Αυτό σημαίνει, με βεβαιότητα εκφράστηκε εκείνος, ότι: α) οι δειλοί και έντρομοι ψαράδες-μαθητές του Χριστού θα είχαν μεταμορφωθεί από μόνοι τους και εντελώς ξαφνικά σε θαρραλέους λέοντες, αψηφώντας τον επικείμενο θάνατό τους σε περίπτωση που τους συνελάμβαναν, ενώ όσο ακόμη Εκείνος ζούσε τον αρνήθηκαν, τον πρόδωσαν, τον εγκατέλειψαν και κρύφτηκαν από μεγάλο φόβο, β) θα είχαν αψηφήσει την πάνοπλη ρωμαϊκή φρουρά ή θα την είχαν νικήσει ή θα είχαν περάσει ανάμεσά τους όταν όλοι (;) κοιμόντουσαν, γ) θα έπρεπε να είχαν μετακινήσει χωρίς θόρυβο μέσα στην ησυχία της νύχτας τον βάρους 2 τόνων λίθο του μνημείου, αποσπώντας και τη σφραγίδα από πάνω του, δ) θα προσπαθούσαν μάταια για πολλή ώρα να ξεκολλήσουν τις εμποτισμένες με πολλά κιλά ακριβών αρωμάτων γάζες από όλο του το σώμα, μιας και αυτές βρέθηκαν μέσα στο μνημείο κανονικά τακτοποιημένες, ε) θα είχαν πάρει και κρύψει το γυμνό σώμα του Ιησού και, στη συνέχεια, θα είχαν αρχίσει με μεγάλη τόλμη -και χωρίς να ενοχληθούν από τις συνεχόμενες ψεύτικες (υποθετικά) υποσχέσεις του διδασκάλου τους ότι θα ανασταινόταν την τρίτη ημέρα- να διαδίδουν την παράλογη και βλάσφημη απάτη της ανάστασης (εκείνοι που ήξεραν περισσότερο απ' όλους και βίωσαν το ηθικό μεγαλείο του Δασκάλου τους), υπομένοντας χωρίς λόγο εξευτελισμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και φρικτό θάνατο, ενώ παράλληλα ήταν και πολύ καλά στα λογικά τους όπως αποδείχθηκε από την ζωή και το έργο τους. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει φυσικά πιστευτό από μια εξονυχιστική και αντικειμενική έρευνα. Στα προηγούμενα επιπροστίθεται η λογική σκέψη ότι είναι αδύνατον να μην παρουσιαζόταν έστω και ένας τρομοκρατημένος ή μετανιωμένος ή δωροδοκημένος μαθητής Του, ή των μαθητών συνεργάτης και γνώριμος, που να μην αποκάλυπτε την απάτη, φοβούμενος συν τοις άλλοις για την ζωή του, μόλις άρχιζαν να αυξάνονται οι διώξεις, τα παθήματα, οι φυλακίσεις, αλλά και οι δολοφονίες των πρώτων μαθητών του Χριστού.         

- Υπάρχει, όπως γνωρίζετε, και η θεωρία πως οι Μυροφόρες γυναίκες πήγαν από λάθος σε κάποιον άλλο άδειο τάφο, νομίζοντας έτσι, και από παρεξήγηση, ότι αναστήθηκε ο Ιησούς, παρενέβη ο Πέτρος.

- Αυτή είναι η θεωρία που ανέπτυξε ο Κίρσοπ Λέϊκ, του είπε ο καθηγητής, αλλά είναι φυσικά διάτρητη από ανακρίβειες. α) Πρώτα πρώτα οι Μυροφόρες είχαν επισκεφθεί τον τάφο από το βράδυ εκείνο που θάφτηκε μέσα σ' αυτόν ο Ιησούς και δεν πήγαν για πρώτη φορά να τον βρουν ξημερώματα Κυριακής, β) οι άγγελοι πιστοποίησαν την ανάσταση του Χριστού, γ) ο Πέτρος και ο Ιωάννης έτρεξαν αμέσως στον άδειο τάφο (γνώριζαν φυσικά πού είναι) και είδαν με τα μάτια τους όσα τους καταμαρτυρούσαν οι γυναίκες, δ) ήταν ο μοναδικός τάφος που είχε πάνω του σπασμένη ρωμαϊκή σφραγίδα και ε) οι αρχιερείς και οι Ρωμαίοι θα διέψευδαν και γελοιοποιούσαν τους αποστόλους, σε περίπτωση που είχαν κάνει λάθος στην ακριβή τοποθεσία εναπόθεσης του ενδόξου νεκρού σώματος, διδάσκοντας λίγο αργότερα μια υποτιθέμενη ανάστασή Του.   

- Δεν θα μπορούσαν ακόμη να είχαν παραισθήσεις και μαζικές οπτασίες περί της αναστάσεως οι απόστολοι κ. Αδάμο; ρώτησε η Γιάννα.

- Όχι βέβαια! της είπε. Επρόκειτο για ανθρώπους πρακτικούς και έξυπνους, για ψαράδες και φοροεισπράκτορες (λ.χ. ο Πέτρος και ο Ματθαίος) της καθημερινής βιοπάλης, και όχι για τρελούς ή αρρώστους ψυχολογικά, οι οποίοι δεν περίμεναν καθόλου μάλιστα να εξελιχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τού να αναστηθεί δηλαδή ο Ιησούς. Οι μαθητές Του μην ξεχνάμε ότι πήραν για ανόητες τις Μυροφόρες όταν τους είπαν ότι έλειπε το σώμα Του από τον τάφο, στον δρόμο προς Εμμαούς οι δύο συνοδοιπόροι τού αναστημένου πλέον Ιησού, περίλυποι, δεν μπορούσαν να διανοηθούν το ενδεχόμενο της ανάστασης Του, οι Μυροφόρες σκεπτόντουσαν πώς θα κυλήσουν τον βαρύ βράχο, η Μαρία η Μαγδαληνή νόμισε ότι είδε τον κηπουρό και όχι τον αναστάντα Χριστό, οι απόστολοι πίστεψαν στην αρχή όταν τον πρωτοείδαν εγερθέντα ότι βλέπουν φάντασμα, ο Θωμάς ήταν ο πλέον δύσπιστος. Η σύγχρονη Ψυχολογία διδάσκει ότι παραισθήσεις συμβαίνουν μόνο σε εκείνους που περιμένουν εναγώνια να συμβεί κάτι συγκεκριμένο. Τέτοιας έκτασης και βάθους μαζικές παραισθήσεις να υπέστησαν, ώστε να βλέπουν τόσοι πολλοί άνθρωποι τον αναστημένο Χριστό, για τόσο μεγάλο διάστημα, όλες τις ώρες της ημέρας και σε διαφορετικές κάθε φορά τοποθεσίες, χωρίς να περιμένουν ή να ελπίζουν για ένα τέτοιο αξιοθαύμαστο γεγονός όπως η ανάσταση Του; Εξάλλου, μετά τις 40 ημέρες, οπότε και αναλήφθηκε ο Χριστός, γιατί σταμάτησαν ξαφνικά οι εμφανίσεις του αναστάντος, αν επρόκειτο για ψευδαισθήσεις;  Να υποθέσουμε ότι “συνεννοήθηκαν” όλοι μαζί για να πιστέψουν ότι αναλήφθηκε; Αυτά είναι αστεία και μόνο να τα συζητούν ορισμένοι. Πολύ περισσότερο αδικούν την νοημοσύνη τους αν τα πιστεύουν κιόλας. Θα γινόταν ποτέ ο Σαύλος [μορφωμένος Ιουδαίος και όχι κανένας μισότρελος και διανοητικά πειραγμένο άτομο, ο οποίος εξάλλου ήταν αμείλικτος διώκτης των Χριστιανών και της Πρώτης Εκκλησίας, με αρνητική ψυχολογία απέναντι στον Χριστιανισμό και με αυστηρή πίστη στην μονοθεΐα και την εθνικιστική παράδοση των εβραίων] τόσο ένθερμος χριστιανός, και μάλιστα απόστολος στα έθνη, αν δεν βίωνε την μοναδική εμπειρία της ελλάμψεως του προσώπου του Χριστού, μέρα μεσημέρι, στο δρόμο προς Δαμασκό, όπου πήγαινε για να σιδηροδέσει και φυλακίσει χριστιανούς; Είναι δυνατόν να έχουν κάποιοι παράκρουση, όταν ακούνε τον αναστάντα να τους νουθετεί και να δίνει οδηγίες για το έργο τους, να τρώει μπροστά τους, να τον αγγίζουν, να προσκαλεί τον Θωμά σε αυτοψία, να περπατά μαζί τους στο δρόμο και να συζητάνε για την αποστολή τους και ακόμη να ρωτά τρις τον Πέτρο αν τον αγαπά, για να του αποκαλύψει στη συνέχεια τον τρόπο του μαρτυρικού θανάτου του; Έπειτα: ο απόστολος και πρώην τελώνης Ματθαίος, ο ετεροθαλής αδελφός του Ιησού Ιάκωβος, ο από τους στύλους της Εκκλησίας Πέτρος, 500 χριστιανοί-μαθητές Του, ο πύρινος ιεραπόστολος Παύλος, όπως φαίνεται από τις ευαγγελικές διηγήσεις είδαν τον αναστημένο Ιησού μετά τον θάνατό Του. Των ανθρώπων αυτών το έργο, τα θαύματα και η διδασκαλία μαγνήτισαν και σαγήνευσαν γενεές γενεών ανθρώπων. Υπήρξαν ιδιαίτερα ανιδιοτελείς και σοβαροί μάρτυρες των θείων ενεργειών. Μάλιστα γνώριζαν πολύ στενά τον Χριστό και είχαν μαθητεύσει για χρόνια κοντά Του. Είναι αλήθεια ότι μόνο οι στενοί συγγενείς και φίλοι μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα την ταυτότητα προσφιλών προσώπων. Δεν λάθεψαν λοιπόν, ατενίζοντας τον Αναστημένο! 

 - Διακρίνουμε κ. καθηγητά ότι ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται σε παραλογίες, αλλά έχουν δυνατή βάση τα όσα περί αναστάσεως συζητάμε, ακούστηκε δυνατά να λέει ο Δημήτρης.

- Αλλοίμονο, και γι’ αυτό τα συζητάμε, παρατήρησε γελώντας ο Βιβλικός ειδήμων. Και συνέχισε: Βέβαια, γνώριζαν καλά οι απόστολοι πως το κήρυγμά τους προς τους συντηρητικούς ομοεθνείς τους για έναν μαραγκό-Θεάνθρωπο που περπατούσε στη θάλασσα, ηρεμούσε τρικυμίες, χάριζε το φως σε γεννημένους τυφλούς, έβγαζε δαιμόνια, θεράπευε παράλυτους, ανάσταινε νεκρούς και τέλος αναστήθηκε και ο ίδιος, χωρίς να έχουν μάρτυρες, θα τους οδηγούσε σίγουρα ή στο ψυχιατρείο της εποχής ή στην φυλακή. Γι' αυτό όχι μόνο διακήρυτταν -με την ενίσχυση μεγάλων θαυμάτων και σημείων που ποιούσαν- ότι οι ίδιοι είναι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής, της διδασκαλίας, του σταυρού και της ανάστασης του Ιησού, αλλά  και επικαλούνταν πολλούς από τους ίδιους τους ακροατές τους ως μάρτυρες των γεγενημένων στα Ιεροσόλυμα, γιατί πράγματι πλήθος από αυτούς τα είχαν ζήσει από  πρώτο χέρι:  {“Ισραηλίτες....ποιός ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος σάς το απέδειξε ο Θεός με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που έκανε μέσω αυτού ανάμεσά σας. Αυτά τα ξέρετε εσείς οι ίδιοι πολύ καλά.... Αυτόν τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός, και για το γεγονός αυτό όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες” (Πράξ. 2,22-33)}. Ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται επομένως, όπως διαδίδουν ορισμένοι αμαθείς, στο παράλογο, σε πλύσεις εγκεφάλων ή σε ανοησίες “των παπάδων” και αυτό το διαπιστώσαμε σε όσα παραπάνω εξετέθησαν.      

       Τελειώνοντας, επιτρέψτε μου εν κατακλείδι να σας πω τα εξής, συνέχισε ο ειδικός αναλυτής των Γραφών: Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς. “Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε”, ακούστηκε ο άγγελος να λέει με χαρά στις μυροφόρες και για όλο τον κόσμο μέχρι συντελείας των αιώνων. Είναι η αναγγελία της μελλοντικής ανάστασης για όλους μας. Έκτοτε η Εκκλησία βασίζεται πάνω στον άδειο τάφο του Ιησού. Και την ανάστασή Του αναγγέλλει μέχρις ότου έλθει και πάλι “ίνα κρίνει ζώντες και νεκρούς”. Μόνο η Ενσάρκωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου εξάλλου μπορούν να ερμηνεύσουν τον ανθρώπινο πόνο και το κακό που επικρατούν πάνω στη γη. Θα παραμένουν στον αιώνα το μοναδικό κλειδί της ιστορίας, άνευ των οποίων η ιστορία παραμένει παράλογο μυστήριο και ο άνθρωπος συγχύζεται, καταντά τρελός, σκληρός ή μοιρολάτρης, μη μπορώντας να κατανοήσει το νόημά της. Η νίκη του Ιησού επί του Σταυρού είναι η νίκη κατά του θανάτου, είναι ο ουράνιος θρίαμβος πάνω στον πόνο, την απελπισία, την απόγνωση, την κακία. Ο Χριστός βάσταξε επί του σταυρού Του την αγωνία και τα πάθη όλου του κόσμου. Μετέφερε την ανθρώπινη κραυγή και το υπαρξιακό κλάμα μέχρι τον θρόνο του Πατέρα Του (καί με την Ανάληψή Του). Και λύτρωσε την ανθρώπινη φύση από την αθλιότητα και πτώση. Έκτοτε ο κάθε άνθρωπος μπορεί με προσωπικό αγώνα, ταπείνωση και αγάπη να ανορθωθεί και ενωθεί κατά χάριν με τον Τριαδικό Θεό. Να παλέψει με τον κατώτερο εαυτό του (τις αδυναμίες, αστοχίες και τα πάθη του) και με τη δύναμη του Θεού να νικήσει, κάνοντας πράξη την αγιογραφική ρήση που λέγει πως «Σ’ εκείνους που αγαπούν τον Θεό, όλα (ακόμη και τα κακά και δυσάρεστα) συνεργούν στο αγαθό». Διότι ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού μάς βεβαιώνουν εσώψυχα πως το κακό, ο φόβος και ο πόνος δεν έχουν πια την τελευταία λέξη στον κόσμο και την ιστορία, αλλά προσωρινές επί μέρους νίκες, ενώ την τελευταία μάχη θα κερδίσει ο πανένδοξος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, ερχόμενος μετά των νεφελών του ουρανού, της βασιλείας του οποίου “ουκ έσται τέλος”.

Συμφωνήθηκε να φωτοτυπηθούν αμέσως μετά οι συγκεκριμένες σελίδες του βιβλίου του κ. καθηγητή, για να είναι σε χρήση όλων των φοιτητών της ιδίας ομάδας. Φεύγοντας χαιρετίσαμε εγκάρδια τον Βιβλικό επιστήμονα, καθώς και τον ιδιοκτήτη του καφενείου και την παρέα του, για την τόσο θερμή υποδοχή και περιποίηση που μας επιφύλαξαν, όπως εναρμονίζονται εξάλλου στην παράδοση, τις αρετές και τις αξίες του Ελληνισμού …………..

(Προδημοσίευση αποσπάσματος βιβλίου του Θεολόγου Μιχαήλ Γ. Χούλη, με τίτλο: Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ)

 

 

anastasis 16

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ ;

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ 

ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 

 

     Προ ετών σε μίαν μεγάλην ομόδο­ξή μας χώραν τού βορρά, τη μεγαλύτερην, όπου το τότε καθεστώς ήταν, καθ' ομολογίαν και καύχηση των ίδιων των οπαδών του, αθεϊστικό, δύο εβδομάδες πριν έρθει η μεγάλη χριστιανική εορτή τού Πάσχα της χρονιάς εκείνης, οι εφημερίδες στην πρώτη τους σελίδα προανάγγελναν και προσκαλούσαν το λαό με τους εξής πηχυαίους τίτλους: «Τη μεθεπομένην Κυριακήν στην τάδε αίθουσα στις έξη το απόγευμα ο δείνα μεγάλος επιστή­μονας και γνωστός φιλόσοφος θα αναλύσει το λίαν ενδιαφέρον θέμα: ‘Για ποιους σοβαρούς επιστημονικούς λόγους η λεγομένη Ανάσταση τού Χριστού είναι ένα παραμύθι για γραΐδια και για νήπια’. Η είσοδος ελευθέρα».

Όταν ήλθεν η αναγγελθείσα Κυ­ριακή και μίαν ώραν κι όλας πριν αρχίσει τη διάλεξή του ο εν λόγω επιστήμονας, η αίθουσα ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτη, ο δε κόσμος συνω­στιζόταν, στο κλιμακοστάσιο μέχρι και την είσοδον, αλλά και έξω απ’ αυτή, στο πεζοδρόμιον και στην πλατείαν, στην οποίαν έβλεπεν το κτίριο. Με μια λέξη: έγινε το αδιαχώρητον.

Οι διοργανωτές της διάλεξης αυτής είχαν προβλέψει την αθρόαν προσέλευ­ση και κοσμοσυρροήν και λαοθάλασσαν και είχαν εγκαταστήσει μεγάφωνα και έξω από το κτίριο για να ακούγε­ται η ομιλία και από την πλατεία. Πράγματι, την καθορισμένην ώραν ο ομιλητής ανέβηκε στο βήμα. Επί δύο ολόκληρες ώρες ανέλυεν τις έννοιες, ανέπτυσσεν τα επιχειρήματά του και διατύπωνεν προσεκτικά και με θαυμαστή ακρίβειαν τους συλλογισμούς του μπροστά στο ακροατήριο, που κυριο­λεκτικά κράταγεν την ανάσαν του για ν' ακούσει το τόσον ενδιαφέρον θέμα και για να αφομοιώσει και τις τελευ­ταίες λεπτομέρειες της συλλογιστικής τού άθεου εκείνου διανοούμενου, που ήταν το καμάρι, το αντάξιον τέκνον, ο βλαστός και το ανάστημα του καθε­στώτος της χώρας αυτής.

Αλλά το δίωρον κάποτε έληξεν, η διάλεξη περατώθηκεν, και ο ομιλητής δεν κατέβηκεν από το βήμα. Παίρνει το μικρόφωνον στο χέρι και απευθυνόμε­νος στο ακροατήριόν του συγκαταβατικά, όπως τουλάχιστον έδειχνεν, ερωτά: Μήπως καμία συντρόφισσα, κανένας σύντροφος θα ήθελε να ερωτή­σει κάτι; Μήπως υπάρχει καμία απορία ή και αντίρρηση σ' όσα σας ανέπτυξα;

Και μέσα απ’ το συγκρατημένον, κουμπωμένον και προ παντός πειθαρχημένον ακροατήριόν, απ’ το βάθος της αίθουσας, ένα γεροντάκι σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του και φώναξεν:

- Επιτρέπεται, σύντροφε;

- Και βέβαια επιτρέπεται, απαντά­ει ο επιστήμονας. Μόνο ελάτε παρα­καλώ στο βήμα για να πείτε αυτό που θέλετε.

Και αμέσως ο γέροντας προχώρησεν, έφθασεν στο βήμα, ανέβηκεν, πλησίασεν στο μικρόφωνον και απευθυνόμενος στο ίδιο ακροατήριον τους είπε με όση δύναμη του απέμενε, δύο μόνο λέξεις στη γλώσσα της χώρας εκείνης:

- Κριστόζ βοσκρέζ (δηλαδή: Χριστός ανέστη!)

Και τότε η κοσμοθάλασσα εκείνη απάντησε με μία φωνή βροντερή και στεντορίως:

- Βαΐστηνα βοσκρέζ (δηλαδή Αληθώς ανέστη!)

Εμβρόντητος, εννεός και χάσκων ο επιστήμονας, έχασεν το χρώμα τού προσώπου του. Δύο ολόκληρες ώρες, λοιπόν, εις μάτην βομβάρδιζεν τ' αυτιά και το μυαλόν των ακροατών του; Και τα τόσα επιχειρήματα που επιμελώς είχεν συλλέξει από αντίχριστους στο­χαστές όλων των αιώνων και εποχών πήγαν στο βρόντο; Ώστε δεν έπεισεν τον κόσμον που τον άκουγεν; Τι σκληρή διάψευση,τι οδυνηρή απογοή­τευση, αλήθεια!

   Μα, θα πει κάποιος, ο χαιρετισμός αυτός κατά τις ημέρες του Πάσχα είναι για όλους εμάς τους ορθόδοξους κάτι το πολύ συνηθισμένον και γνώριμον και ίσως κοινοτυπία ή πιθανώς και κάτι το τετριμμένον. Τι θέλατε, λοιπόν, να μας πείτε με το προηγηθέν περιστατικόν της ομόδοξης αυτής χώρας του βορρά;

Απλούστατα, ήθελα να υπογραμμί­σω ότι οι αληθινοί Χριστιανοί δεν απευθύνουν αυτόν τον πασχαλινόν χαιρετισμόν μόνον σαν μίαν κοινωνικήν συμβατικότητα, ή σαν απλόν τρόπον καλής συμπεριφοράς ή σαν ευγενικόν και μόνον τρόπον του φέρεσθαι. Δηλα­δή, δεν το λέγουν μόνον, αλλά και το εννοούν. Το "Αληθώς ανέστη" δηλαδή είναι και έκφραση της βαθειάς και ολόψυχης πίστης, της ακλόνητης πεποίθησής τους στην αλήθειαν της Ανάστασης, σαν υπερφυούς μεν, αλλ' οπωσδήποτε γεγονότος με υψηλές αξιώσεις ιστορικότητας, δηλαδή σαν γεγονότος, που συνέβη συγκεκριμένα εκεί και τότε. Άρα ούτε είναι απλό και χωρίς αληθινόν περιεχόμενον έθιμον, αλλ' ούτε και ξηρός συμβολισμός που κατά τινας δήθεν δηλώνει απλά και μόνο ότι η εν γένει χριστιανική διδα­σκαλία και αλήθεια κατεδιώχθη μεν, εσταυρώθη, εθανατώθη, ετάφη και απεκρύβη εκεί στον τάφον και ξαναζωντάνευσεν, επιβίωσεν, διεδόθη, ερρίζωσεν και επεβλήθη. Δηλαδή, η Ανά­σταση του Κυρίου δεν είναι απλούν και ψιλόν σύμβολον. Ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία την πιστεύει σαν ιστορικά πραγματικό και αληθινό γεγονός.

Χρειάζεται, λοιπόν, προσοχή όταν ωραιολογούμεν ποιητικά, συμβολικά, αλληγορικά κι όταν μιλάμε για ιστορικά γεγονότα και για δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύσσει πραγματικήν αληθινήν σωματικήν ανάσταση του Ιησού.

Περαιτέρω πρέπει να τονίσουμεν ότι η Εκκλησία όχι μόνον εκλαμβάνει την Ανάσταση του Κυρίου ως αληθινόν, πραγματικόν και ιστορικά συγκεκριμένον γεγονός, αλλ' επί πλέον τη θεω­ρεί ως αυτό τούτο το θεμέλιον, τη βάση ή την κολώνα της, που εκεί πάνω αυτή στηρίζεται. Εάν δε τυχόν ανετρέπετο και γκρεμιζόταν η αλήθεια αυτή της Ανάστασης, θα συνανατρέπονταν και θα συγκατέπιπτεν εις σωρόν ερειπίων ολόκληρος ο Χριστιανισμός. Θαυμάσια μάλιστα το διατυπώνει αυτό ο Από­στολος Παύλος στην Α' προς Κορινθί­ους επιστολήν του: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών κενή δε και η πίστις ημών... Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνο, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α' Κορ. ιε', 14,19).

Επειδή δε ακριβώς η αλήθεια της Ανάστασης και όχι απλώς και μόνον η πίστη στην Ανάσταση είναι η σπονδυ­λική στήλη και η καρδία της Εκκλη­σίας, γι' αυτόν συγκεκριμένα το λόγον, στο διάβα των αιώνων, όλοι οι αντίδι­κοι του Χριστιανισμού, απ’ τις πρώτες ημέρες του μέχρι σήμερον, ο καθένας από την σκοπιάν του, ένα κοινόν σκοπόν είχαν θέσει, προς ένα στόχον είχαν κατευθύνει τις ομοβροντίες των πυρών τους, προς ένα σημείο κατέ­βαλλαν τις σύντονες προσπάθειές τους, να αρνηθούν δηλαδή και να γκρεμίσουν την αλήθειαν της Ανάστασης του Κυρί­ου, προσπαθώντας να δώσουν τις δικές τους φυσικές εξηγήσεις σ' αυτό το υπερφυές γεγονός, που και προσφυώς ονομάστηκε θαύμα των θαυμάτων.

Ακριβώς δε γι' αυτό, αλλά και λόγω της φύσης του το θέμα μας έχει και ερμηνευτικόν και αρχαιολογικόν και ιστορικόν και αντιρρητικόν και δογματικόν και απολογητικόν χαρακτήρα. Εμείς πάντως συνδυάζοντας αυτές τις απόψεις και πλευρές, θα προσπαθήσουμεν, όσον το δυνατόν να τις απλοποιήσουμεν σε μίαν σύνθεση αφομοιώσιμην και ως δι' ελπίδος έχομεν, κατά το εφικτόν τουλάχιστον ενδιαφέρουσαν, αν μη και γοητευτικήν. Ευθύς, λοιπόν, εξ αρχής θα πρέπει να δώσουμεν το γενικόν σχέδιο για όσα θα αναπτύξουμεν σήμερον γύρω απ’ την αλήθεια της Ανάστασης.

Έτσι παρακολουθώντας τη σκέψη όσων απ’ την πρώτην κι όλας ημέρα της Ανάστασης μέχρι σήμερα, απέρ­ριψαν αυτό το υπερφυές αλλ' ιστορικόν συνάμα γεγονός, οδηγούμεθα στο εξής νοητόν σχήμα, που δεν είναι στην ουσίαν του παρά ένα δίλημμα με τις δύο λογικές του δαγκάνες.

   Το γεγονός, λοιπόν, της Ανάστασης του Κυρίου έχει τους μάρτυρές του, οι οποίοι και δίνουν τη δικήν τους μαρτυ­ρία γι' αυτό. Να όμως που οι αρνητές του γεγονότος αυτού για να το αρνηθούν και για να γκρεμίσουν την αλήθειαν του προσβάλλουν και πλήτ­τουν διττώς την αξιοπιστίαν αυτών των μαρτύρων. Οι άπιστοι αυτοί, λοιπόν, έχουν χωρισθεί σε δύο κυρίως παρατά­ξεις. Η πρώτη παράταξη ισχυρίζεται στην ουσίαν ότι οι θεωρούμενοι ως μάρτυρες της Ανάστασης ψεύδονται. Ψεύδονται δε, ασφαλώς σημαίνει ότι ήξεραν πολύ καλά πως ο Ιησούς δεν αναστήθηκεν και απλούστατα προσ­ποιήθηκαν πίστη στην Ανάσταση, για διάφορους λόγους, που θα εξετάσουμεν, και στη συνέχεια τη διέδωσαν σαν δήθεν ιστορικό γεγονός. Αν είναι έτσι τα πράγματα, θα πρέπει να ονομάσου-μεν και χαρακτηρίσουμεν τους μάρτυ­ρες της Ανάστασης ασφαλώς ως ανήθι­κους, δηλαδή βδελυρούς ψεύτες και μάλιστα απατεώνες ολκής, αφού εξεστόμισαν το μεγαλύτερο ψέμμα της ιστορίας και διέπραξαν τη μεγαλύτερη απάτην των αιώνων.

  Η δεύτερη, τώρα, παράταξη των εχθρών της Ανάστασης ομολογεί μεν ότι για πολλούς αλλά σοβαρούς λόγους δεν είναι δυνατόν οι μάρτυρες της Ανάστασης να είναι ψευδομάρτυρες, αλλά ότι αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και ότι ο Κύριος αναστήθη­κεν. Πως μπορεί όμως να συμβαίνει αυτό; Απλούστατα, λένε οι τελευταίοι, οι μάρτυρες μας δεν ψεύδονται μεν, είναι οπωσδήποτε ειλικρινείς, όταν ισχυρίζονται ότι αναστήθηκεν ο Κύριος. Ξεγελάστηκεν όμως καλή τη πίστει και πλανήθηκαν νομίζοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε. Πλανήθηκαν δε από διάφορους παράγοντες, για τους οποίους θα κάνουμε επίσης λόγον. 

Επομένως, εάν αποδείξουμε δύο πράγματα: πρώτον ότι δεν ήταν δυ­νατόν να λένε ψέμματα οι μάρτυρες της Ανάστασης, δεύτερον: ότι δεν ήταν δυνατόν να έχουν πλανηθεί, τότε αυτό που μένει είναι να δεχθούμεν, κατά αδήριτον λογικήν αναγκαιότητα, ακρι­βώς λόγω αξιοπιστίας των μαρτύρων μας, την αλήθειαν της Ανάστασης, που την κηρύσσει ανέκαθεν ο Χριστιανι­σμός και που την διασώζει επί είκοσι αιώνες τώρα η Εκκλησία.

Σημειωτέον πάντως ότι αφετηρία της όλης υπόθεσης της Ανάστασης και κομβικόν της σημείο είναι η γενική διαπίστωση και κοινή ομολογία των εμπλεκομένων σ' αυτήν ότι ο τάφος, όπου έθαψαν το νεκρόν Ιησού, βρέθη­κε κενός, άδειος. Αυτό, δηλαδή, το εξακρίβωσαν και το μαρτυρούν όχι μόνο οι φίλοι του (:Μαρία η Μαγδαλη­νή, οι λοιπές Μυροφόρες, ο Πέτρος και ο Ιωάννης), αλλά και οι εχθροί: οι φρουροί το ομολογούν και οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, άσχετα πως το ερμηνεύουν, έμμεσα το παραδέχονται, εφόσον παροτρύνουν τους φρουρούς να ισχυ­ρισθούν ότι το σώμα εκλάπη από τους μαθητές, ότι δηλαδή δεν βρισκόταν πια στο τάφον. Ένα, λοιπόν, είναι σίγουρον ότι πάντως ο τάφος ήταν άδειος, άσχετα εάν το σώμα είχε κλαπεί, ή όχι. Αυτό το τελευταίο θα το εξετάσουμεν ιδιαίτερα. Πάντως με όσα λένε εχθροί και φίλοι, ο τάφος ευρέθη κενός και απ’ αυτήν τη διαπίστωσιν ξεκινάμεν, γιατί ο πανθομολογούμενα κενός αυτός τά­φος αποδείχθηκεν, όπως θα δούμεν, ο γρανιτώδης εκείνος και απρόσβλητος και ασάλευτος βράχος, που επί είκοσιν αιώνες τώρα, πάνω του ξέσπασαν και διαλύθηκαν σε εκατομμύρια σταγόνες όλα τα μανιασμένα και λυσσώδη κύμα­τα της απιστίας και άρνησης των εχθρών της Ανάστασης.

Μεταξύ δε και των πλέον παράδο­ξων ισχυρισμών τους, κάποιοι απ’ αυ­τούς τους αρνητές της Ανάστασης, υποστήριξαν και το εξής όντως φαιδρόν, ότι: αυτοί που αφήρεσαν το σώ­μα από τον τάφον ήσαν οι ίδιοι οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, ακριβώς για να εμποδίσουν να γίνει ο τάφος αυτός προσκύνημα των οπαδών του Ιησού και για να μη αναζωπυρώνεται έτσι και φουντώνει το κίνημα (θρησκευτικόν, κοινωνικόν, πολιτικόν, πατριωτικόν, ανάλογα με το τι θεωρούσεν το δάσκα­λον ο κάθε οπαδός του).

Δίδομεν την απάντηση: Αλλά, εάν οι Αρχιερείς είχαν τέτοιο πειστήριον στη διάθεσή τους, ασφαλώς και θα το χρησιμοποιούσαν κατά των μαθητών, όταν οι τελευταίοι αυτοί άρχισαν να διαδίδουν την είδηση της Ανάστασης του Ιησού. θα αποκάλυπταν βέβαια οι Αρχιερείς ότι όχι μόνο δεν ανέστη ο Ιησούς, αλλά και ότι οι ίδιοι έχουν υπό την κατοχήν τους αυτό τούτο το νεκρόν σώμα του. Αλλά κάτι τέτοιον ούτε το έκαναν ποτέ, αλλ' ούτε και το ισχυρί­σθηκαν οι εν λόγω Αρχιερείς. Κάτι άλλο όμως αυτοί ισχυρίσθηκαν. Ας το δούμεν.

Οι ιουδαίοι αυτοί θρησκευτικοί ηγέτες είχαν προβλέψει, προνοήσει και εκ των προτέρων φοβηθεί μίαν κλοπήν του νεκρού σώματος από τους μαθη­τές, όπως είχαν πει στο ρωμαίο διοικητή, τον Πιλάτον, όταν τον επισκέφθη­καν, και του είχαν ζητήσει φρουρούς για τον τάφον. Μετά δε την εξαφάνιση του σώματος οι ίδιοι παρότρυναν τους φρουρούς να ισχυρισθούν ότι αυτοί ακριβώς οι φόβοι των Αρχιερέων πραγματοποιήθηκαν, ότι, δηλαδή πράγματι κατά τη διάρκειαν της νύκτας και ενώ οι φρουροί, αντί να φρουρούν άγρυπνοι, αποκοιμήθηκαν, ήλθαν κρυφά και αθόρυβα οι μαθητές του Ιησού, υπεξαίρεσαν το σώμα του και εξαφανίσθηκαν. Αυτή μάλιστα η φήμη περί κλοπής τού νεκρού σώματος «διεφημίσθη έως της σήμερον», λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος τριάντα περί­που χρόνια μετά, όταν, δηλαδή. περί το 65 μ.Χ. έγραφεν το ευαγγέλιόν του.

Είναι πάντως γεγονός ότι αυτή η μετά το συμβάν πρόταση των Αρχιερέ­ων προς τους φρουρούς να κάνουν λόγο για κλοπήν του σώματος υπό των μαθητών ήταν και η μοναδική δυνατό­τητα επιλογής, που είχαν οι φρουροί, η μοναδική σανίδα σωτηρίας τους, ο έσχατος τρόπος διαφυγής τους εκ του απέλπιδος αδιεξόδου, εις το οποίον είχαν αυτοί περιέλθει, διότι ούτως ή άλλως αντιμετώπιζαν ήδη τη βαρύτατην των ποινών για πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος εν διατεταγμένη υπηρεσία, σύμφωνα με τον σχετικόν αυστηρότα­το ρωμαϊκό νόμον. Υπακούοντας όμως στους Αρχιερείς θα είχαν την αμέριστη συμπαράστασή τους, την οποίαν οι θρησκευτικοί αυτοί ηγέτες υποσχέθη­καν στους φρουρούς, δι ην περίπτωση θα εγεννάτο θέμα και θα εγίνοντο τυχόν ανακρίσεις εις βάρος των φρου­ρών. Επιπροσθέτως, οι ιουδαίοι αυτοί θρησκευτικοί ταγοί δωροδόκησαν τους φρουρούς, οι οποίοι, έτσι ‘βγήκαν λάδι’, όπως λέμε, αφού δεν μαρτυρείται να έγιναν ανακρίσεις ή δίκη εις βάρος τους. Όλα τα διευθέτη­σαν μια χαράν οι Αρχιερείς.

Άλλ' ας εξετάσουμεν εγγύτερον και βαθύτερον τα πράγματα: έστω ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Αλλά για να επιχειρήσει κανείς κάτι τέτοιον, ασφαλώς θα υπάρχει ένας λόγος να το κάνει, θα έχει και ένα κίνητρον. Αλήθεια, για ποιο λόγο θα ήθελαν οι μαθητές να το κάνουν; Και τι τους κίνησεν εις μίαν τέτοιαν ενέργειαν;

Ακούστε, παρακαλώ, τι λόγια βά­ζουν στο στόμα των μαθητών της Ιη­σού οι αρνητές της Ανάστασης:

«Ο βασικός λόγος που μας έκανε να επινοήσουμεν την Ανάσταση ήταν η επιθυμία μας να δικαιώσουμεν το δάσκαλόν μας, που μας ήταν, είναι και θα είναι για πάντα όχι απλά αγαπητός, αλλά το προσφιλέστερό μας πρόσω­πον, αν και απεδείχθη απατεώνας, (κατά τον ισχυρισμόν που έκαναν οι μη απατεώνες ιουδαίοι Αρχιερείς μας),ή, επί το επιεικέστερον, (απεδείχθη ο δάσκαλός μας) ένας ονειροπαρμένος, ευφάνταστος, ρομαντικός, αιθεροβάμονας, ο οποίος, όπως φάνηκεν, πίστευεν, εν τη αφελεία του αλλά και πλανώμενος, πως τάχα τελικά θ' ανα­στηθεί για να βασιλεύσει. Μας παρέ­συρε βέβαια, μας έβγαλεν απ’ τις οι­κογένειές μας, απ’ την επαγγελματικήν και ευρύτερην κοινωνικήν ζωή μας (φίλους, γείτονες, γνωστούς, συγγε­νείς) και μας οδήγησεν στην αποτυχίαν, στη διάψευση των ελπίδων, σε σωστό ναυάγιο, με όσα μας δίδασκεν και τελικά ολ' αυτά τα επισφράγησεν αρνητικά με τον οριστικόν και αμετάκλητον θάνατόν του. Αλλά, τουλάχι­στον, μας άφησε νέους κόσμους και μας άνοιξεν καινούργιους δρόμους, κι ας ήταν και πλανεμένος. Άλλωστε, δεν είναι και τόσον άσχημο να πλανάσαι και μάλιστα με μιαν πλάνην τόσον ωραίαν, πρωτότυπην, γοητευτικήν και αυτόχρημα μεθυστικήν, σαν αυτήν τού δασκάλου μας. Πλανήθηκε μεν αυτός, αλλά το' λεγεν η καρδιά του. Αλήθεια, πόσον άφθαστον ήταν αυτό το ψυχικό μεγαλείον Του. Ζήτω, λοιπόν, η πλάνη τού Ιησού, που μπροστά της ωχριά και αυτή η αλήθεια, η οποία τόσον συχνά είναι στυγνή, και αυτή η πραγματικό­τητα που συνήθως είναι τόσο σκληρή. Προτιμώμεν το ρομαντισμόν τού δα­σκάλου μας παρά την αλήθεια και την πραγματικότητα. Σ' αυτόν το δάσκαλο θα άρμοζε περαιτέρω να ήταν ακόμη και Θεός, τού άξιζεν η θεία φύση, κι ας μη ήταν Θεός. Θα του έπρεπεν να λατρευθεί ως Θεός.

Δεν είναι, λοιπόν, καλλίτερον να πλανώμεθα μετά τού Ιησού, παρά να κατέχουμε την αλήθειαν μακρυά του και χωρίς αυτόν; Ω, αγία και γλυκύτα­τη πλάνη τού επίσης γλυκύτατου Ιησού. Τι κι αν δεν αναστήθηκε, λοιπόν, πραγματικά ο δάσκαλος. Εμείς, πάντως, οι μαθητές του θα τον κηρύξουμεν ως αναστημένον και όχι μόνον, αλλά θα τον ανεβάσουμεν, επί πλέον, και σ' αυτό τούτο το βάθρον της θεότητας, θα τού καύσωμεν λιβανωτόν, θα τον λατρεύσουμεν ως θεόν, αυτόν τον απαράμιλλον άνθρωπον. Και γιατί, λοιπόν, να μη μείνουμεν πιστοί στη μνήμη Του και αφοσιωμένοι στο πρό­σωπόν του; Μήπως, άλλωστε, η σκέψη Του και τα αισθήματά Του δεν αναζω­ογονήθηκαν όντως στην ψυχή μας; Μήπως η διδασκαλία του δεν αναστήθηκε, τρόπον τινά, μέσα από τον τά­φον της αποσιώπησης, όπου οι εχθροί του θέλησαν να τον καταχωνιάσουν; Όλ' αυτά μήπως δεν επιβιώνουν μέσα μας; Να, λοιπόν, ότι τουλάχιστον μ' αυτήν την έννοιαν ‘αναστήθηκε’ ο δάσκαλος μας.»

Τέτοιες όντως "συναρπαστικές" σκέψεις και "γοητευτικά" αισθήματα αποδίδουν κάποιοι απ’ τους αρνητές της σωματικής Ανάστασης στους μαθητές του Ιησού Χριστού. Αλλ' όλ' αυτά δεν αποτελούν παρά τις σκέψεις των ίδιων των απίστων, τις δικές τους επιλογές και τις προσωπικές τους προτιμήσεις.

Τέτοια γλυκανάλατα αισθήματα, που δεν βασίζονται ούτε σε αρχαία κείμενα ούτε σε καμιά ιστορική πραγ­ματικότητα, μοιάζουν κυριολεκτικά μόνον με αισθήματα ναρκομανών, μοιάζουν με ψυχολογικές αντιδράσεις ατόμων αφιονισμένων και όχι των μαθητών του Κυρίου. Καιρός να σοβαρευθούμεν και προπαντός να ορθολογισθούμεν, διότι, αν οι άπιστοι αρνούν­ται την σωματικήν Ανάσταση τού Κυρίου, το κάνουν εν ονόματι του ορθολογισμού τους. Επομένως, δια τού ιδίου μέσου πρέπει να τους αντιμετωπίσουμεν. Πιστεύομεν, δηλα­δή, ότι και στην περίπτωση αυτή ισχύει το αρχαίο ρητόν ‘ο τρώσας και ιάσεται’. Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχήν και ας τα εξετάσουμεν κατά τη λογική σειράν τους.

Πρώτον θα πρέπει να τονίσουμεν ότι την Ανάστασιν κατά τους άπιστους, δεν την επινόησαν πρώτοι οι μαθητές. Ο ίδιος ο Ιησούς, ενώ ακόμη ζούσεν, την είχεν τουλάχιστον φαντασθεί ότι θα τού συμβεί. Κι αυτή είναι, κατά τους ίδιους, μία από τις πλάνες τού Ιησού. Φανταζόμενος, δηλαδή, ο Ίδιος ότι είναι βασιλιάς, που θα βασιλεύσει και αρχίζοντας να διαπιστώνει ότι τέτοια βασιλεία δεν φαίνεται να πραγματο­ποιείται ούτε να κάνει την εμφάνισή της, αρχίζει ο Ιησούς να πιστεύει κάτι άλλο: ότι θα πρέπει πρώτα να πεθάνει και ότι αφού πρώτα θα αναστηθεί, μετά θα αρχίσει να βασιλεύει. Όμως, εν τελευταία αναλύσει, όλ' αυτά -λένε οι άπιστοι- ήσαν αποκυήματα της καλπάζουσας φαντασίας τού Ιησού. Ο ίδιος με υπαινιγμούς και έμμεσον τρόπον προσπαθούσε να τα περάσει αυτά στους μαθητές του, ιδιαίτερα κατά την τελευταία φάση της δράσης του, χωρίς όμως και να το κατορθώνει. Κι αυτό, διότι οι μαθητές παρέμεναν προσκολλημένοι στη γηίνην και υλιστικήν αντίληψη μιας επίγειας κοσμι­κής βασιλείας τού Ιησού και εκτός αυτής δεν αντιλαμβάνονταν σχεδόν τίποτε άλλο, δεν καταλάβαιναν «γρυ», όπως λέμε, για βασιλείαν των ουρα­νών. Έτσι, λοιπόν, ο Ιησούς σταυρώθηκεν, πέθανε, τάφηκε προς μεγάλη θλίψη αλλά και απογοήτευσή των. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αυτοί άλλα περίμεναν. Δεν είχαν αντιληφθεί, αν και τους είχεν ασαφώς προειδοποιήσει ο Ιησούς, τίποτε για την αναγκαιότητα ούτε τού θανάτου, ούτε της Ανάστασής του. Δεν περίμεναν ούτε Ανάσταση, άλλ' ούτε και θάνατον. Όταν όμως αυ­τά συνέβησαν, μας λέγουν οι άπιστοι, τότε ήταν που οι μαθητές σκέφθηκαν να κλέψουν το σώμα του Ιησού και να πουν ότι αναστήθηκε. Αυτά ισχυρί­ζονται οι αρνητές της σωματικής Ανά­στασης και νομίζουν ότι τα πράγματα είναι τόσον απλά, όπως αυτοί τα φαν­τάζονται. Αλλά τα ερωτήματα και οι δυσκολίες αρχίζουν γι' αυτούς απ’ αυτό ακριβώς το σημείο.

Ωραία, λοιπόν: έκλεψαν οι μαθητές το σώμα για να διαδώσουν ψευδώς και για να πιστευθεί ότι ανέστη, ενώ οι ίδιοι ήξεραν ότι αυτό είναι ψέμμα, αφού οι ίδιοι το είχαν κλέψει. Αν συνέ­βη αυτό. τότε οι μαθητές είναι ψεύτες με κορώνα, απατεώνες με πατέντα, δηλαδή ανήθικοι ολκής, αφού παρόμοιαν απάτην τέτοιου διαμετρήματος και βεληνεκούς δεν αναφέρεται άλλη δεύτερη στην Ιστορία της ανθρωπό­τητας. Κάποιοι, μάλιστα, απ’ τους αρνητές της Ανάστασης προσδίδουν ιδιοτελή κίνητρα στους μαθητές, υποστηρίζοντας ότι έκαναν την κλοπήν και εσκηνοθέτησαν την Ανάστασιν προς ίδιον όφελος, για δικόν τους συμφέρον, γιατί μυρίστηκαν ότι η υπόθεση ενός αναστημένου Ναζωραίου δασκάλου θα είχεν «πολύ ψωμί» και στο μέλλον, ίσως, μεγαλεία, τιμές, πλούτη. Αλλ' οι περισσότεροι απ’ τους άπιστους αθωώνουν τους μαθητές, δεν τους θεωρούν ανήθικους ή ιδιοτελείς, γιατί, -λένε-, κλέβοντας το νεκρόν σώμα είχαν καλές προθέσεις και ιερούς σκοπούς, τους εξής:

Πρώτον: Κήρυξαν την Ανάσταση μολονότι δεν την πίστευαν, για να δικαιώσουν τον διδάσκαλον, διότι ο ίδιος, πλανώμενος, νόμιζεν και ήλπιζεν ότι θα αναστηθεί, κι όμως δεν αναστήθηκε. Όποτε οι μαθητές από αγάπην και αφοσίωση προς αυτόν κλέβουν το σώμα, για να μη φανεί ότι ο δάσκαλος τους είχεν πέσει έξω στις προβλέψεις του, ότι είχεν αστοχήσει, ότι η πραγμα­τικότητα τον είχε διαψεύσει. Έκλεψαν το σώμα Του, για να τον δικαιώσουν στις λαθεμένες προβλέψεις Του, στις απραγματοποίητες προρρήσεις του, στις ανεκπλήρωτες προφητείες του.

Απαντώμεν στα ανωτέρω: Αλλά, εάν είχεν πλανηθεί ο Χριστός και είχε διαψευσθεί στις ελπίδες Του, και αφού οι μαθητές το διαπιστώνουν, τότε το μόνο που θα μπορούσαν να νοιώθουν αυτοί είναι απογοήτευση, αποτυχίαν, χρεωκοπίαν, τα οποία θα τους γέμιζαν όχι μόνον με απαισιοδοξίαν, αλλά προ παντός με μίσος εναντίον του Ιησού. Τους είχεν επιστρατεύσει αποσπώντας τους απ’ τα σπίτια τους, τα επαγγέλ­ματά τους, τους οικείους τους. Αυτοί άφησαν γονείς, συζύγους, φίλους κλπ. για να τον ακολουθήσουν, γιατί τον πίστεψαν, κι εκείνος τους οδήγησεν σ' ένα φιάσκο, σ' ένα ναυάγιον. Ήταν πλανεμένος και τους επλάνησεν. Τι θα' πρεπε να νοιώθουν γι' αυτόν;

Μάλλον αποστροφήν παρά λατρείαν, μάλλον βδελυγμίαν παρά αφοσίω­ση. Η χρεωκοπία Του ήταν και δική τους χρεωκοπία. Επί πλέον, τους έβαλεν στην παρανομίαν, σ' ένα δρόμον, όπου οι ίδιοι κινδύνευαν απ’ τις αρχές και τις εξουσίες. Πως δεν θα τον μισούσαν; Τέτοια θα έπρεπε να ήσαν τα αισθήματα, που θα έτρεφαν για το νεκρό δάσκαλον και για τη μνήμην του, εάν δεν είχε γίνει όντως η Ανάσταση, θα' πρεπε να τινάξουν κάθε σκόνην και κάθε ίχνος της επίδρασής Του από πάνω τους και όχι να θέλουν να αναστήσουν τη μνήμη Του και προ παντός να συνεχίσουν το έργον Του. Επ' ουδενί τουλάχιστον το τελευταίο αυτό.

Δεύτερον: Ανάμεσα στους σοβα­ρούς λόγους που θα είχαν οι μαθητές να σκηνοθετήσουν την Ανάσταση με μία κλοπή τού σώματος, κάποιοι αρνητές της Ανάστασης, προβάλλουν και τον εξής:

Αλλά, λένε, ναι μεν ο Ιησούς παρέσυρεν και παροδήγησεν τους μαθητές Του με την αχαλίνωτη φαντασία του στη χρεωκοπίαν, αλλά μη ξεχνάτε ότι ο ίδιος τους φανέρωσεν και εδίδαξεν την πιο υψηλήν θρησκευτική, ηθικήν, κοινωνικήν διδασκαλίαν που ακούστη­κε ποτέ πάνω στη γην. Οι μαθητές, λοιπόν, εκτιμήσαντες την υπέροχη δι­δασκαλίαν του και κρίναντες ότι και μόνη αυτή ήταν τόσον υψηλή, μεγαλει­ώδης, χρησιμότατη  ωφελιμότατη απαραίτητη και σωτήρια για την ανθρωπότητα όλων των αιώνων, οι ίδιοι, λοιπόν, τον συγχώρεσαν για το ότι με τον τελεσίδικον και ανεπίστρεπτον θάνατόν Του, τους οδήγησε στην χρεωκοπίαν, στο αδιέξοδον, στην απογοήτευση και είπαν. Δεν πειράζει, τού συγχωρούμε ότι μας ξεγέλασεν. Άλλωστε, δεν το έκανε επίτηδες. Πλανήθηκεν ο καϋμένος. Τού συνέβη κάτι πολύ ανθρώπινον, να πλανηθεί, αφού το «πλανάσθαι είναι ανθρώπι­νον» έστω κι αν λέγεται κανείς «Ιησούς Χριστός».

Επειδή όμως η διδασκαλία του είναι άκρως ωφέλιμη και τουτ’ αυτό σωτήρια για την Οικουμένην, εμείς θα σκηνοθετήσουμεν την Ανάστασή Του για να γίνει πιστευτός και δεκτός και έτσι η ανθρωπότητα να ενστερνισθεί τη διδασκαλίαν Του και, κατά κάποιαν έννοιαν, έτσι να σωθεί η ανθρωπότητα. Αυτός ο καλός και σωτηριολογικός σκοπός μας αγιάζει τα μέσα που χρησιμοποιούμεν, εμείς οι μαθητές Του. Αν διαπράττουμεν αυτήν την fraudem piam, την ευσεβή απάτην, είναι για το μεγάλον, υψηλόν, ιερόν σκοπόν μας, χάριν της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Αυτή η απάτη μας θα αποδειχθεί ο μεγαλύτερος Αλτρουισμός, ο υψηλότε­ρος Ανθρωπισμός. Αυτό το ιερόν και πανάγιον ψέμμα μας θα είναι το κορυφαίον σημείο της υπεροχότερης ηθικής όλων των αιώνων. Άραγε, κάτι τέτοιες σκέψεις δεν ήταν δυνατόν να είχαν κάνει οι μαθητές και αυτές δεν θα ήταν και ο αποχρών λόγος, για να σκηνοθε­τήσουν την Ανάσταση, να τη διαδώσουν και τελικά να γίνει αυτή πιστευτή;

Απαντώμεν: Βέβαια, ένα ζήτημα είναι ότι η θρησκεία τού Ιησού Χρι­στού αποτελεί όντως την υπεροχότερη θρησκεία και ότι η ηθική, που αυτός εδίδαξεν είναι η υψηλότερη. Και άλλο ζήτημα είναι το εάν, για τη διάδοση και επικράτησή της, κατά την ομολογίαν και αυτών των απίστων, πιο ανώτερης θρησκείας και πιο υπέροχης ηθικής, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμεν τη μεγαλύτερη ανηθικότητα, απάτην και ψεύδος, δηλαδή την Ανά­σταση, έστω και για ένα καλόν σκοπόν, εάν ήσαν αληθείς οι ισχυρισμοί των απίστων αυτών.

Επί πλέον όμως ο ισχυρισμός των απίστων ενέχει και μίαν εσωτερική αντίφαση. Αφού ο Χριστιανισμός είναι η ανώτερη θρησκεία, η υψηλότερη ηθική, η υπεροχότερη ψυχολογία, όπως την ομολογούν, αν και άπιστοι κι όπως τη θεωρούσαν οι μαθητές του Ιησού Χριστού. αυτό σημαίνει ότι γι' αυτό και μπορεί από μόνη της να σταθεί στα πόδια της όρθια και από μόνη της να βαδίσει, δηλαδή να επιβληθεί ακριβώς με το κύρος της αλήθειας της και να επικρατήσει. Αφού οι ίδιοι οι άπιστοι πλέκουν τα ωραιότερα εγκώμια γι' αυτήν τη διδασκαλίαν τού Ιησού, ερωτώμεν: προς τι, λοιπόν, να επινοη­θεί επί πλέον η Ανάσταση, που κατά τη θεωρίαν των απίστων, θα πρέπει να συμπεράνουμεν ότι είναι η μεγαλύτερη απάτη, για να στηριχθεί η πιο θαυμά­σια, η υπεροχότερη διδασκαλία και θρησκεία, που, επειδή ακριβώς είναι η μεγαλειωδέστερη, δεν θα πρέπει να έχει ανάγκην να την στηρίξει, και μάλι­στα με ψεύδη και απάτες; Μόνον εάν δεν είχεν το κύρος της αλήθειας και της υπεροχής της θα είχεν ανάγκην από ένα ψεύδος, όπως ονομάζουν οι άπιστοι την Ανάσταση, για να σταθεί η θρησκεία τού Χριστού στα πόδια της. Πότε, αλήθεια, κρατάμε τα δεκανίκια, όταν χαίρουμεν άκρας υγείας και μπορούμε να κάνουμεν άλματα και να τρέχουμε με τα πόδια μας, ή, όταν πάθουμε κάταγμα, διάστρεμμα, ή και άλλες ζημιές και βλάβες στα πόδια;

   Αφού, λοιπόν, οι άπιστοι ομολο­γούν τη διδασκαλίαν τού Χριστού ανωτάτην και μόνον τού αρνούνται τη θεότητα και κάθε υπερφυσικόν χαρα­κτήρα, δεχόμενοι την υπέρ πάντα άλλον υπεροχήν του ως άνθρωπου, επί καθαρά και μόνον ανθρωπίνου πεδίου, προς τι η διδασκαλία αυτή θα είχεν ανάγκην από τα δεκανίκια της ψευδούς Ανάστασης, εάν η τελευταία αυτή δεν είχεν όντως λάβει χώραν; Προς τι η Ανάσταση, αφού μόνος του ο Χριστια­νισμός μπορεί να βαδίσει και να τρέξει χωρίς δεκανίκια;

Αλλά και κάτι ακόμη: η διδασκαλία περί Ανάστασης άραγε θα έφερνε πράγματι και άφευκτα ένα τέτοιον προσδοκώμενον αποτέλεσμα, όπως, κατά τους ισχυρισμούς των απίστων ήλπιζαν οι μαθητές τού Ιησού; Θα διευκόλυνεν τη διάδοση του χριστιανού κηρύγματος; Κάθε άλλο. Διότι, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι ακρι­βώς η Ανάσταση ήταν σκάνδαλο για το νουν και άρα εμπόδιο για την εξάπλω­ση του κηρύγματος. Η Ανάσταση ήταν σοβαρόν εμπόδιον για την εξάπλωση της Εκκλησίας γιατί σκανδάλιζεν τους ειδωλολάτρες. Ας θυμηθούμεν ότι όταν ο Απόστολος Παύλος ήλθεν στην Αθήνα και μίλησεν στον Άρειον Πάγον, οι Αθηναίοι κρέμονταν απ’ τα χείλη του, όμως, μόνον μέχρι το σημείο, όπου πρόφερεν τη λέξη «Ανάσταση». Μόλις άκουσαν οι Αθηναίοι για Ανάσταση, χαμογέλασαν συγκαταβατικά και τον διέκοψαν ευγενικά, θα μας τα πεις άλλη φορά τα υπόλοιπα. του είπαν, «ακουσόμεθά σου πάλι». Σκάνδαλον στη λογικήν και μάλλον εμπόδιο για την εξάπλωση της Εκκλησίας. Δεν θα το επινοούσαν, λοιπόν, οι μαθητές, για να διαδώσουν την διδασκαλία τού Ναζωραίου.

Έστω, λοιπόν, ότι πράγματι είχαν ένα οιονδήποτε σοβαρό λόγον οι μαθητές να θέλουν να κάνουν πιστευτή μίαν ανύπαρκτη Ανάσταση. Ήταν όμως άραγε και υποκειμενικά δυνα­τόν, δηλαδή εφικτό με όσες υποκειμε­νικές προϋποθέσεις διέθεταν οι μαθη­τές, ώστε να επινοήσουν μίαν Ανάστα­ση, με σκοπόν την παγκόσμιαν επικρά­τηση τού κινήματος του Ιησού που έγινεν και δικόν τους κίνημα;

Ερωτώμεν, πρώτον, πως μία χού­φτα αγράμματων ταπεινών και αδύνα­μων κοινωνικά ανθρώπων, θα συνελάμβανε, θα εσχεδίαζε, θα επιχειρούσε και θα πετύχαινε τη θρησκευτική κατάκτηση της Οικουμένης εν μέσω μυρίων και ανυπέρβλητων δυσκολιών και κινδύνων, αντιμετωπίζοντας δηλαδή βασιλείς και ηγεμόνες, κράτη και σιδηρόφρακτες αυτοκρατορίες, το μίσος και το φανατισμό θρησκειών και λαών, αυτοί, που με την σύλληψη του δασκάλου τους διασκορπίστηκαν, αυτοί, που ούτε μπροστά σε μια υπηρέτρια δεν είχαν το θάρρος να ομολογήσουν ότι είναι μαθητές τού Χριστού; Κι' όλ' αυτά ακριβώς και αμέσως μετά την ανθρωπίνως παταγώ­δη αποτυχία του δασκάλου τους, που μόνο απογοήτευση και απαισιοδοξία θα μπορούσε να τους εμπνεύσει.

Έπειτα, πως αυτοί, που τουλάχιστον εφοβούντο, εσέβοντο, ηυλαβούντο το Θεόν, θα διέπρατταν τέτοια θεομπαιξία διαδίδοντας το μεγαλύτε­ρο ψέμμα της Ιστορίας εν ονόματι του Θεού;

Πως, τέλος, αυτοί οι καλοκάγαθοι και ηθικοί, οίοι ήσαν μέχρι τότε και οίοι αποδείχθησαν μέχρι θανάτου, θα έκαναν τη μεγαλύτερην απάτην των αιώνων; Αλλά και. προ παντός, πως θα έδιδαν την ίδιαν την ζωήν τους, όπως συνέβη με τους περισσότερους απ’ αυτούς, για ένα ψέμμα; Το κήρυγμά τους στρεφόταν γύρω από δύο πόλους: Σταυρόν και Ανάσταση, θα δέχονταν ποτέ να θανατωθούν για κάτι που ήξεραν ότι είναι ένα ψέμμα; Ποιος, αλήθεια, δίνει την ζωή του για κάτι που ξέρει ότι είναι ψέμμα; Θα πει ίσως κανείς ότι βέβαια μέσα στην Ιστορία χιλιάδες ιδεολόγοι είχαν δώσει την ζωήν τους για θρησκευτικές ιδέες, κοι­νωνικές θεωρίες, πατριωτικές υποθέ­σεις κλπ., ψεύτικες.

Ναι, αλλά μόνον επειδή πίστευαν στην αλήθειαν της ιδεολογίας τους, στο δίκαιον της υπόθεσης, που υποστήρι­ζαν.

Πως, λοιπόν, οι μαθητές θα έδιναν την ζωήν τους για να υποστηρίξουν μίαν Ανάσταση ψεύτικη, που την ήξεραν ψεύτικην, αφού και εάν οι ίδιοι είχαν κλέψει το σώμα; Άρα, για να θυσιαστούν, πίστευαν στην Ανάσταση, ήσαν τουλάχιστον ειλικρινείς, δεν εψεύδοντο, δεν ήσαν απατεώνες.

Ωστόσο, ας υποθέσουμε ότι οι μαθητές είχαν κάποιον ή κάποιους σοβαρούς λόγους να σκαρφιστούν και σκηνοθετήσουν μίαν Ανάσταση. Έστω ότι είχαν τις απαραίτητες υποκειμε­νικές προϋποθέσεις προς τούτο. Καλά όλ' αυτά, αλλά μία τέτοια κλοπή τού νεκρού σώματος ήταν και αντικειμε­νικά δυνατόν να γίνει; Το επέτρεπαν δηλαδή, οι εξωτερικές συνθήκες και περιστάσεις; Ήταν αντικειμενικά δυνατή η κλοπή του νεκρού σώματος;

Ευτυχώς πριν απ’ τους μαθητές τόχαν σκεφθεί οι εχθροί τού Ιησού: οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, όπως όλοι γνωρίζομεν, πρόβλεψαν αυτήν την πιθανότη­τα κλοπής, ζήτησαν δε φρουράν από τον Πιλάτο και την εγκατέστησαν μπροστά στον τάφο. Οι δε φρουροί είχαν καθοδηγηθεί απ’ τους Αρχιερείς περί ποίου κινδύνου επρόκειτο: Το νουν σας μήπως έλθουν οι μαθητές και σας κλέψουν το σώμα του Ιησού. Και ο τάφος, λοιπόν, εφρουρείτο και οι φρουροί ήσαν κατάλληλα ενημερωμέ­νοι, ώστε να μην αιφνιδιαστούν και βρεθούν προ απρόοπτου, σε καμίαν περίπτωση.

Υπ' αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες ήταν ποτέ δυνατόν να κλαπεί το σώμα; Οι αρνητές μας προβάλλουν τρεις τέτοιες δυνατότητες:

α) Ήταν δυνατόν οι μαθητές να δωροδοκήσουν τους στρατιώτας για να πάρουν το σώμα και να φύγουν.

Απαντώμεν: Να τους δωροδοκή­σουν οι μαθητές, είναι εύκολη κουβέ­ντα να τη λες. Όμως για να την έκαναν οι μαθητές, εκτός που θα έπρεπε να έχουν πολλά χρήματα, έπρεπε να δωροδοκήσουν όλην τη φρουράν, διότι, αν ένας δεν δεχόταν, θα απεκαλύπτετο το καταχθόνιον σχέδιον των μαθητών. Θα πρέπει επίσης να λάβουμεν υπ' όψει ότι τυχόν εξαγορά των φρουρών, εάν απεκαλύπτετο, θα επέσυρεν κατ' αυτών την εσχάτην των ποινών, το θάνατον. Ίσως πει κανείς: Μα, αφού αμέσως μετά δωροδοκήθηκαν οι ίδιοι οι στρατιώτες απ’ τους Αρχιερείς για να πουν ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα. Άρα οι φρουροί δεν ήσαν και τόσο φανατικά αδιάφθοροι, δωροδο­κήθηκαν. Απαντώμεν: ναι, αλλά η δωροδοκία τους απ’ τους Αρχιερείς έγινεν αφού διαπιστώθηκεν ο τάφος άδειος, δηλαδή αφού οι στρατιώτες ήσαν κι όλας σε δύσκολη θέση, εκτεθει­μένοι και σε αδιέξοδον, από το οποίον ακριβώς τους έβγαλαν οι Αρχιερείς εξαγοράζοντάς τους, επί πλέον, και με χρήματα, αλλά και με την υπόσχεση ότι εάν γεννηθεί ζήτημα σε βάρος των φρουρών για παράλειψη καθήκοντος, θα επέμβουν οι Αρχιερείς, για να καλύ­ψουν τους φρουρούς, ώστε να μη τους επιβληθεί καμία ποινή. Τέλος, παρατηρούμε ότι ούτε οι ίδιοι οι Αρχιερείς ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο, ότι δηλαδή οι μαθητές δωροδόκησαν τους στρα­τιώτες.

β) Εκτός της δωροδοκίας κάποιοι αρνητές της Ανάστασης θεωρούν πι­θανόν να επετέθησαν οι μαθητές στους φρουρούς για να κλέψουν το πτώμα.

Απαντώμεν: Κάτι τέτοιο είναι ακόμη πιο απίθανον: και διότι μίαν συμπλοκήν με τους οπλισμένους και γυμνασμένους στρατιώτες δεν ήταν δυνατό να τολμήσουν ούτε τολμηροί και θαρραλέοι. Πόσο μάλλον οι δειλοί και περιδεείς μαθητές. Αλλά η τυχόν πρόκληση τέτοιου επεισοδίου θα απεκάλυπτεν το σχέδιον των μαθητών. Τέλος, ούτε οι ίδιοι οι φρουροί δεν ανέφεραν κάτι τέτοιον, που θα τους ελάφρυνεν τη θέση, διότι άλλο είναι να συμπλακούν με τους κλέφτες και άλλο να αποκοιμηθούν οι φρουροί επιδει­κνύοντας έτσι εγκληματική αμέλεια και παράλειψη καθήκοντος.

Άλλο, λοιπόν, ισχυρίστηκαν οι φρουροί: την πρόταση των Αρχιερέων:

γ) Αποκοιμηθήκαμε, το εκμεταλ­λεύτηκαν οι μαθητές και έκλεψαν κρυφά το νεκρόν σώμα.

Απαντώμεν: Σύμφωνα με το ρω­μαϊκό νόμον, τέτοια παράβαση στρα­τιωτικού καθήκοντος επέσυρεν την εσχάτην των ποινών. Γνωρίζομεν από άλλου (Πρ. ιστ', 27) ότι σε παρόμοιαν περίπτωση φρουρός προτίμησε να τραβήξει το ξίφος του, για να αυτοκτο­νήσει, παρά να αντιμετωπίσει τον προβλεπόμενον από το ρωμαϊκό νόμο θάνατον. Αλλά στην περίπτωση της κλοπής τού σώματος του Ιησού, για να κάνουν οι μαθητές κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ξέρουν εκ των προτέρων ότι οι στρατιώτες-φρουροί θα αποκοιμη­θούν.

Και μία λεπτομέρεια: οι λωρίδες υφάσματος, τα οθόνια, με τις οποίες αφού άλειβαν το σώμα τού νεκρού με κολλώδη αρώματα, τύλιγαν σφιχτά το σώμα, και οι όποιες λωρίδες, μόλις στέγνωναν τα κολλώδη αρώματα, κόλλαγαν στο σώμα, ώστε να μην είναι δυνατόν να ξεκολλήσουν έκτος εάν ξεκολλούσαν μαζί και το δέρμα τού νεκρού, βρέθηκαν διπλωμένες με επιμέλειαν και τοποθετημένες σε μία γωνιάν του μνήματος. Εάν, λοιπόν, εί­χεν κλαπεί το σώμα, θα το έπαιρναν οι κλέφτες του όπως ήταν, χωρίς να καθυ­στερήσουν ξεκολλώντας τις λωρίδες ή διπλώνοντάς τες. Έπρεπε να φύγουν αστραπιαία, πριν ξυπνήσουν οι φρου­ροί. Οι λωρίδες, όμως, ως είπαμεν, βρέθηκαν διπλωμένες με τάξη στη γω­νία του τάφου.

Αλλά, τέλος, ούτως ή άλλως η μαρ­τυρία των φρουρών και ο ισχυρισμός των Αρχιερέων ότι οι μαθητές εκμεταλ­λευόμενοι τον ύπνο των στρατιωτών αφήρεσαν το σώμα, κρίνεται καθ' εαυ­τόν αναξιόπιστος και για τον εξής λόγον:

Ή οι φρουροί ήταν ξύπνιοι, οπότε ερωτάται γιατί δεν συνέλαβαν τους κλέφτες μαθητές, ή εκοιμώντο και δεν τους αντιλήφθηκαν, όπως, άλλωστε, λένε και οι ίδιοι. Άλλ' εάν πράγματι εκοιμώντο, δεν μπορούσαν να τους δουν, να τους αντιληφθούν. Τι είδους, λοιπόν, μάρτυρες μπορούν να είναι και είναι οι κοιμισμένοι; Μπορεί η μαρτυ­ρία τους να είναι αξιόπιστη; Αλλά οποίος κοιμάται, όνειρα μόνο μπορεί να βλέπει. Ή, λοιπόν, ήσαν ξύπνιοι και τους είδαν, οπότε γιατί δεν τους συνέ­λαβαν, ή εκοιμώντο, οπότε και δεν μπορούν οι στρατιώτες να έχουν δει αυτό που μαρτυρούν ούτε να είναι μάρτυρες τέτοιου γεγονότος. Μάρτυ­ρες κοιμισμένοι δεν είναι μάρτυρες.

Περιττόν, εξ άλλου, να πούμεν ότι και ο παραμικρός θόρυβος θα μπορού­σε να ξυπνήσει τους φρουρούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να μετακινηθεί ο τεράστιος κυκλικός λίθος που έφραζε την είσοδο τού μνημείου και ήταν στρογγυλός, όπως ο λίθος του μύλου, για να κυλάει δεξιά ή αριστερά, με όλον τον απαραίτητο θόρυβο, που προκαλούσε αυτός κυλιόμενος.

Όσα αναπτύξαμε, αγαπητέ αναγνώστα, μέχρις αυτού του σημείου, αποτελούν τη γενικότερη θεωρία των αρνητών της Ανάστασης περί δήθεν απάτης, που έκαναν τάχα οι μαθητές διαδίδοντας την είδηση για μια ψεύτι­κη Ανάσταση, που οι ίδιοι σκηνοθέτη­σαν και που διαδίδοντάς την στόχευαν στο να την κάνουν πιστευτήν. Είναι η θεωρία περί απάτης των μαθητών και που προϋποθέτει και παραδέχεται τους μαθητές του Κυρίου, απατεώνες.

Μια δεύτερη ομάδα απίστων αθω­ώνει τους μαθητές: όχι δεν ήσαν απα­τεώνες, ήσαν ηθικοί, ειλικρινείς, αλλά δυστυχώς έπεσαν θύματα απάτης ή πλάνης: ή απατήθηκαν απ’ τον ίδιον τον Ιησού, ο οποίος δεν είχεν αναστη­θεί, τους παρίστανε τον αναστημένο, εξαπατώντας τους, έτσι, άρα ο Ιησούς ήταν ο απατεώνας. Ή επλανήθηκαν από τη φαντασία τους κάτω από ειδικές συνθήκες, και νόμισαν, καλή τη πίστει, ότι ο δάσκαλος τους αναστήθη­κε, ενώ δεν είχεν αναστηθεί. Και στις περιπτώσεις αυτές, και πάλιν δεν έγινεν πράγματι η Ανάσταση.

Αλλά πως ήταν δυνατόν, πρώτον, να πλανήθηκαν οι μαθητές από τη φαντασία τους; Να τι λένε οι άπιστοι: Όλα ξεκινάνε από μιαν τρελλή γυ­ναίκα. Η υπόθεση της Ανάστασης γεννήθηκε στο αρρωστημένο μυαλό της. Αυτή πρώτη μέσα στην έξαψη της νευρικής της κρίσης φαντάστηκε και. στην συνέχεια, διέδωσεν στους εύπιστους μαθητές ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Ιδού ποια ήταν η τρελλή και πως έφθασε σ' ένα τέτοιο παραλή­ρημα: Η Μαρία η Μαγδαληνή, πριν γνωρίση το Χριστό και γίνη μαθήτριά του, ήταν νευροπαθής. Το λέει και το Ευαγγέλιον με το δικόν του τρόπον, ότι, δηλαδή, όταν την πρωτοσυνάντησεν ο Ιησούς, της έβγαλε «επτά δαιμόνια». Στη γλώσσα βέβαια του Ευαγγε­λίου κάτι τέτοιο σημαίνει, ό,τι θα λέγα­με σήμερα: νευροπαθής, ή ψυχοπαθής. Έτσι, λοιπόν, η Μαρία η Μαγδαληνή απαλλάχθηκεν από την ασθένειαν που την βασάνιζε μέχρι τότε και έκτοτε από μεγάλην ευγνωμοσύνην ακολουθούσε τον Ιησού όπου και αν πήγαινε αυτός και τον αγαπούσε παράφορα. Φαίνε­ται όμως ότι μολονότι θεραπεύτηκεν η Μαρία, της έμειναν όμως υπολείμματα και ίχνη της ασθένειάς της. Όταν, λοιπόν, συνέβη η σύλληψη, η δίκη, η σταύρωση, ο θάνατος, η ταφή τού αγαπημένου δασκάλου της, όλα αυτά της στοίχισαν ψυχολογικά πολύ και τις μέρες εκείνες ξανακύλησε η ασθένεια της, τα υπολείμματα και ίχνη της ξαναφούντωσαν και συνέβη το εξής ακρι­βώς : Την τρίτη μέρα απ’ τον άδικον και τραγικόν θάνατο του πολυφίλητου δασκάλου της, η Μαρία η Μαγδαληνή πρωί-πρωί, πριν καλά-καλά ξημερώση, πηγαίνει μόνη και πρώτη απ’ τις λοιπές μαθήτριες-μυροφύρες να αλείψει, κατά το εβραϊκό έθιμο τον νεκρό με αρώματα. Πλησιάζει, βρίσκει τον τάφον ανοικτόν και συνάμα άδειον. Απορεί, ταράζεται, συμπεραί­νει ότι ο δάσκαλος αναστήθηκε, όπως άλλωστε τους είχεν υπαινίχθη ο ίδιος όταν ακόμη ήταν εν ζωή. Απομακρύνεται ολίγον τού τάφου και μέσα στο μισοσκόταδο διακρίνει κάποιον που παίρνοντάς τον για τον κηπουρόν τού κήπου -διότι ο τάφος βρισκόταν σε κήπον-, τού φωνάζει: Μήπως ξέρεις, που βάλανε το σώμα τού δασκάλου; Κι ο άγνωστος τη φωνάζει με το όνομά της, η δε φωνή του της ήταν γνώριμη, η γνωστή φωνή του δασκάλου: -Μαρία. Κι' εκείνη τρέχει, τον πλησιάζει, πέφτει και γονατίζει μπροστά του, φωνάζο­ντας -Δάσκαλέ μου..

Ε, λοιπόν, τι ακριβώς συνέβη, αφού λογικώς και φυσικώς δεν ήταν δυνατόν να είχεν αναστηθή ο δάσκα­λος ; Να τι ισχυρίζονται οι άπιστοι, που θα δούμε με επιχειρήματα και συλλο­γισμούς, εάν είναι σωστόν:

Η Μαρία, λένε, με όλα τα γεγονότα του θανάτου και της ταφής τού προσφιλούς της δασκάλου, με τη μεγά­λη αγάπη που έτρεφε γι' αυτόν, με το ξανακύλισμα της αρρώστειας της, πάνω σε μία νευρική κρίση εξ αιτίας ενός παραληρήματος, μέσα στο μισο­σκόταδο, πήρε τον άγνωστο για το δάσκαλό της και νόμισεν με την εξημμένη φαντασία της ότι ο δάσκαλος αναστήθηκε. Αυτή πρώτη το φαντάσθηκε. Στη συνέχειαν έτρεξε στους λοιπούς μαθητές, τους είπε το «γεγο­νός», κι’ αυτοί εύπιστοι, πίστευσαν σε μιαν τρελλήν και, έτσι, με αρχικήν πηγήν τη Μαρία, την προβληματικήν, γεννήθηκε στους μαθητές από μίαν ανακριβή είδηση, η πίστη στην Ανά­σταση τού Χριστού. Έτσι, δηλαδή, οι μαθητές δεν χρειάσθηκε να κλέψουν οι ίδιοι το σώμα του νεκρού, για να δια-δόσουν μετά ένα ψέμμα τους ότι τάχα αναστήθηκε. Δεν ήσαν ψεύτες, αλλά ειλικρινείς σ' ότι έλεγαν. Μόνο που πλανήθηκαν από μιαν τρελλήν και στη συνέχεια είχαν και οι ίδιοι παραισθή­σεις και ψευδαισθήσεις ότι δήθεν τον είδαν.

Αλλά, για να δούμε από κοντά τα πράγματα, αν όντως έχουν έτσι όπως μας τα περιέγραψαν οι άπιστοι. Διότι στην περιγραφήν τους αυτήν αφήνουν μερικά διαφωτιστικά σημεία, στην σιωπήν και στο σκοτάδι. Και να ποια είναι αυτά τα σημεία: Ας δεχθούμε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν υπότροπη ψυχασθενής, ότι υποτροπίασε η ασθένειά της και ότι από τη μεγάλη της αγάπη στο δάσκαλον είδε με την αρ­ρωστημένη φαντασίαν της δήθεν ανα­στημένο τον Ιησού κι' ότι έτσι απ’ εκείνην πρωτοξεκίνησεν η είδηση για Ανάσταση και ότι την πίστευσαν και οι μαθητές. Έτσι, λοιπόν, νομίζετε ότι μπορούν να εξηγηθούν τα πράγματα;

Αλλά, πρώτον: Η Μαρία πηγαίνον­τας πρωί-πρωί στον τάφο δεν πήγε με μίαν προκατασκευασμένη σκέψη, ούτε για να δη αναστημένο τον δάσκαλον, ούτε για να διαπίστωση εάν είχεν ή δεν είχεν αναστηθή ο δάσκαλος. Πήγαινε απλώς και συγκεκριμένα για να αλείψη με αρώματα το νεκρόν του σώμα. Δηλαδή, δεν είχεν καμίαν σκέψη ούτε προδιάθεση να διαπιστώση μίαν Ανάσταση.

Δεύτερον: Ευρίσκει τον τάφον άδειον, διαπίστωση αληθινή, αφού και οι κατόπιν φθάσαντες μυροφόρες, αλλά και μαθητές ακόμη και οι φρου­ροί καθώς και οι ίδιοι οι εχθροί τους αρχιερείς μαρτυρούν τουλάχιστον ότι ο τάφος ήταν άδειος, άσχετα τι ισχυρί­στηκαν οι τελευταίοι αυτοί για την απ’ τους μαθητές δήθεν κλοπήν του νεκρού, υπόθεση στην οποίαν έχομεν ήδη απαντήσει ανωτέρω. Ένα παραμένει γεγονός: ο τάφος ήταν άδειος.

Τρίτον: Μόλις η Μαρία διαπιστώνει άδειον τον τάφον, μήπως της πάει ο νους σε καμίαν Ανάσταση; Μήπως «η τρελλή» συνεπέρανε: «άρα ο δάσκαλος αναστήθηκε;» Όχι βέβαια. Αλλά τι; Απλούστατα χωρίς καν να κάνη την υπόθεση για Ανάσταση, λυπήθηκε. δεν ήξερε τι να υποθέση και απ’ όσα τουλάχιστον είπε στον άγνωστον που διέκρινεν στο βάθος του κήπου, νόμιζε ότι κάποιος απλώς μετέφερεν σε άλλο μέρος το σώμα τού δασκάλου της. Τίποτε όμως δεν φαντάσθηκε για Ανάσταση. Ο κενός τάφος δεν την έκανε να πάη ο νους της σε Ανάσταση. Μόνον αφού ο άγνωστος τη φώναξε με το όνομά της και αυτή αναγνώρισε στην φωνή του αυτήν τού διδασκάλου της και μόνον αφού έτρεξε κοντά του και τον προσκύνησεν, τον προσφωνεί -Δάσκαλέ μου, κι' εκείνος, επιβεβαιώνει στην συνέχειαν την αντίληψη της Μαρίας, διότι επί πλέον της λέγει: -«Μη μ' αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου- πήγαινε όμως στους αδελφούς μου και πες τους: ανεβαίνω σ' εκείνον που είναι δικός μου και δικός σας Πατέρας, δικός μου και δικός σας Θεός.» Επρό­κειτο , λοιπόν, για τον ίδιον τον Ιησούν. Τότε μόνον επείσθη πλήρως η Μαρία ότι ήταν ο Κύριος.

Τέταρτον: Κι' όταν αμέσως μετά την συνάντηση με το δάσκαλον η Μαρία πηγαίνει στους λοιπούς μαθητές και πάλιν δεν τους λέγει: Ανέστη ο Κύ­ριος. Αλλά τι τους λέγει; -Είδα τον Κύριον. Πάλιν δεν έκανε αναφοράν σε Ανάσταση, μολονότι ήταν αυτονόητο κάτι τέτοιον. Που είναι λοιπόν η φαν­τασία της που φαντάσθηκε Ανάσταση;

Πέμπτον: Εάν όλα οφείλονταν στην αρρωστημένη φαντασία της Μαγδα­ληνής, δηλαδή σε υποκειμενικούς και ψυχοπαθολογικούς λόγους, κι όχι σε πραγματικούς-αντικειμενικούς, σε εσωψυχικούς κι όχι σε εξωτερικούς αληθινούς, τότε, θα έπρεπεν, αφού ο Ιησούς αναστήθηκε μόνο στη φαντα­σία μιας «τρελλής», το σώμα του αντικειμενικά να βρισκόταν στον τάφο. Όμως όλοι μαρτυρούν ομόφωνα, ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Κι' αν λοι­πόν, η φαντασία της «τρελλής» κάλπα­ζε και την απογείωνε απ’ την πραγμα­τικότητα, μια επίσκεψη στον τάφο θα έπειθεν και αυτήν και οιονδήποτε άλλο μαθητήν ότι ο Ιησούς είναι εκεί νεκρός κι' ότι τα περί Αναστάσεως είναι αποκυήματα της φαντασίας μιας ασθενούς. Ο τάφος με το νεκρόν σώμα θα έπειθεν οιονδήποτε ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να είναι νεκρός, ότι δεν αναστήθηκε. Να όμως που ο τάφος ήταν άδειος.

Έκτον: Είπαν οι άπιστοι ότι οι μαθητές ήσαν εύπιστοι. Πίστευσαν στα λόγια «της τρελλής» και στη συνέχειαν και στα λόγια των άλλων μυροφόρων ελαφρά τη καρδία και αφελώς. Αλλά συνέβη κάτι τέτοιο; Τις πίστευσαν οι μαθητές; Όχι βέβαια. Και τι είπαν αυτοί, λοιπόν; Είπαν ότι οι γυναίκες παραληρούν, έχουν παραλήρημα: «Και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών, και ηπίστουν αυταίς», δηλαδή των γυναικών τα λό­για τους φάνηκαν φλυαρίες και παραμιλητό και δεν τις πίστευαν.

Έβδομον: Στη συνέχειαν, πότε πι­στεύουν οι υπόλοιποι μαθητές; Όταν τους εμφανίζεται ο 'Ιησούς και σ' αυτούς «κεκλεισμένων των θυρών». Δέκα τουλάχιστον άτομα συναθροισμένα σ' ένα σπίτι, βλέπουν και ακούνε τον Κύριον και χαίρονται. «Εχάρησαν ουν οι μαθητές ιδόντες τον Κύριον». Μόνον όταν τον είδαν και τον άκουσαν πί­στευσαν. Εννοείται ότι η εντύπωση που έχουν και η εξήγηση που της δίνουν είναι ότι: τον είδαν, επειδή αυ­τός αναστήθηκε, αφού τον ήξεραν ήδη νεκρόν. Και πάλιν δεν μιλούν ρητώς για Ανάσταση. Στον απουσιάζοντα κατά την εμφάνιση του διδασκάλου μαθητήν Θωμάν, δεν λέγουν: Ανέστη ο Κύριος, αλλά: Εωράκαμεν τον Κύριον. Κι εκείνος πάλιν, δεν τους πιστεύει. Θα επίστευεν υπό όρους που έθετεν ο ίδιος: Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δεν θα πιστεύσω. Τελικά, μετά οκτώ μέρες ξαναεμφανίζεται στους μαθητές ο Ιησούς παρόντος και τού Θωμά στον οποίον ο ίδιος προτείνει: Φέρε το δάκτυλο σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Μη αμφιβάλλης αλλά να πιστεύσης. Τότε ο Θωμάς παραιτείται απ’ τις πρόσθετες απαιτήσεις του, αρκείται στο ότι τον είδε και τον άκουσε, τον αναγνωρίζει και φωνάζει: -Συ είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου.

Που είναι η ευπιστία των μαθητών; Πιστεύουν μόνον αφού πρώτα με τις αισθήσεις διαπιστώσουν για να γίνουν στη συνέχεια μάρτυρες του γεγονότος σε μας. Ο Ιησούς είπεν στην συνέχειαν στον Θωμά: Πείστηκες Θωμά, επειδή με είδες με τα μάτια σου˙ μακάριοι όμως θα είναι εκείνοι που δεν θα με έχουν δη με τα μάτια τους, και παρά ταύτα θα πιστεύσουν στην Ανάστασή μου ακούγοντας γι' αυτήν από την μαρτυρία των αυτόπτων και αυτηκόων μαρτύρων, δηλαδή υμών των μαθητών μου.

Αλλά, συνεχίζουν οι άπιστοι, κατά τον άλφα ή βήτα τρόπον, οι μαθητές έπαθαν υποβολή και ομαδική παρά­κρουση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση, φαινόμενο  συνηθισμένο  και νόμιζαν ότι είδαν τον Ιησούν αναστημένο.

Απαντώμεν: Πρώτον, είπαμε ότι οι μαθητές όντας δύσπιστοι απέκρουσαν τη μαρτυρίαν των γυναικών-μυροφόρων για Ανάσταση. Άρα δεν είχαν καμίαν προδιάθεση σχετική, που, όπως λένε οι ειδικοί απαιτείται για να έχουμε ψευδαίσθηση.

Δεύτερον: Μόνον όταν οι ίδιοι διεπίστωσαν τον Ιησούν, πίστεψαν. Άρα ήσαν και δύσπιστοι και σκεπτικιστές ψυχολογικά και ρεαλιστές.

Τρίτον: Δεν ήταν ένας ή δύο αλλά πολλοί μαζί με διαφορετικούς ψυχολο­γικούς χαρακτήρες ο καθένας, και δεν είναι δυνατόν όλοι μαζί να φαντάστη­καν ότι τους εμφανίσθηκεν, εάν όντως δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

Τέταρτον: Δεν τον είδαν μία φοράν. αλλά επί σαράντα ημέρες τους εμφανι­ζόταν σε διαφορετικόν αριθμόν μαρτύ­ρων κάθε φοράν και υπό τις πιο διαφο­ρετικές συνθήκες: π.χ. σ' ένα κήπο, στο δρόμο προς Εμμαούς, αναλύοντάς τους επί ώρες τη Γραφήν, για να εξαφανισθή απότομα από μπροστά τους, σε χωράφι, στη λίμνη Γεννησαρέτ.

Πέμπτον: Δεν τον έβλεπαν μόνον, αλλά και τον άκουγαν, αλλά και έτρωγε μαζύ τους, μέρα μεσημέρι, απόγευμα, τους ψήνει ψάρια, τρώει μπροστά τους ψάρι και κερήθρα και μέλι. Άρα ούτε είναι δυνατόν να πρόκειται για πνευματιστικό φαινόμενο.

Έκτον: Τελικά τον είδαν πάνω από πεντακόσια άτομα.

Και τα έξη αυτά στοιχεία μας τα δίνει η Καινή Διαθήκη. Είναι λοιπόν, δυνατόν να οφείλωνται στη φαντασία των μαθητών; Τότε, ας αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για όσα βλέπομεν και ακούμε κι' εμείς στην καθημερινή μας ζωήν.

Και μια τελευταία θεωρία των απίστων, η εξής.

Λέγουν, λοιπόν, κάποιοι απ’ τους μη διατεθειμένους να πιστεύσουν στην Ανάσταση:

Δεχόμεθα ότι οι μαθητές έβλεπαν πράγματι επί σαράντα μέρες μετά την Σταύρωσή του τον διδάσκαλον, ότι τους μιλούσε, ότι έτρωγε μαζύ τους. Αλλ' αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκην και ότι προηγουμένως αυτός αναστήθηκεν. Πως, λοιπόν, θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι τέτοιο, να τους εμφανί­ζεται πράγματι, χωρίς όμως να έχη αναστηθή; Απλούστατα, λένε οι άπιστοι: ο Ιησούς δεν είχε πεθάνει, ώστε να πούμε ότι μετά αναστήθηκε. Πάνω δηλαδή στον Σταυρόν δεν ξεψύχησεν, άλλ' έπεσε σε βαθύ λήθαργο, σε βαθειά λιποθυμία, έτσι ώστε ξεγελάστηκαν όλοι νομίζοντας ότι πέθανε: Ο επί κε­φαλής του εκτελεστικού αποσπάσμα­τος και υπεύθυνος νόμιζεν ότι ο Ιησούς απέθανε, οι δικοί του μαθητές, το ίδιο. Τον κατέβασαν, λοιπόν, από τον σταυ­ρό , τον τύλιξαν με φασκιές και δυνατά αρώματα, όπως απαιτούσαν τα τότε νεκρικά έθιμα, τον τοποθέτησαν στο μνημείο, έκλεισαν τον τεράστιο κυ­κλικό" βράχο που έφρασε το στόμιο του μνήματος, έφυγαν σίγουροι χωρίς καμίαν ύποψίαν ότι επρόκειτο για περίπτωση νεκροφάνειας και θρηνού­σαν τον προσφιλή τους «νεκρόν». Ο πάντα εντός παρενθέσεως «νεκρός» μέσα στον τάφο, κατά τις τρεις μέρες που ακολούθησαν, υπό την επίδραση της υγρασίας του κήπου και της νυκτερινής δροσιάς του τάφου και με τη δύναμη των ισχυρών και άρα ανανηπτικών αρωμάτων άρχισε να ξαναβρί­σκει τις αισθήσεις, να ξυπνά, να συνέρ­χεται, να ξαναποκτά την συνείδησή του. Στην αρχή δύσκολα βέβαια, μετά όμως με μεγαλύτερη ευχέρειαν, ελευ­θέρωσε τα χέρια του από τις σφιχτοδε­μένες πάνω του λωρίδες υφάσματος ανασηκώθηκε, ανακλαρίστηκε, έκανε τα πρώτα του βήματα στον τάφο, προχώρησε στην σφραγισμένη είσοδο, έσπρωξε με τα χέρια του τον ογκόλιθο που την έφραζεν, βγήκε έτσι γυμνός έξω, περιπλανήθηκεν λίγο στον κήπο και γι' αυτό ακριβώς, όταν σε λίγο φθάνη η Μαρία η Μαγδαληνή, βρίσκει τον μεν τάφον άδειον, το δε διδάσκαλο να προβάλλη από το βάθος του κήπου. Ο Ιησούς ξέρει, φυσικά, ότι σ' όσους τον βλέπουν έκτοτε δημιουργεί την ψεύτικη εντύπωση ότι τάχα είναι αναστημένος, γι' αυτό και τους εμφανίζεται, κι' όχι επειδή συνήλθε από βαθειά λιποθυμίαν. Όμως ο δάσκαλος για δικούς του λόγους τους αφήνει στην πλάνην τους, ή μάλλον επιζητεί να τους εξαπατήση. Και ούτως ή άλλως ηθικώς τουλάχιστον τους εξαπατά, αφού δεν τους εξηγεί το τι του συνέβη και αφίνει και επιτρέπει να οργιάζη η φαντασία τους και να πλανάται το μυαλό του. Και στην περίπτωση λοιπόν, αυτή δεν έχομεν αληθινή και πραγματική Ανάσταση του Χριστού, αλλά μίαν εκ μέρους του εξαπάτηση των μαθητών του. Και δεν ήταν δυ­νατόν να αναστηθή, γιατί, απλούστατα, δεν είχεν προηγουμένως πεθάνει. Για να δούμε, λοιπόν. Πέθανεν πράγματι πάνω στο Σταυρόν ο Ιησούς; Θα ήταν δυνατόν ανθρωπίνως μετά την Σταύ­ρωση να συνεχίζη να ζη; Έπεσε, λοιπόν, σε βαθειά λιποθυμία, απ’ την οποίαν συνήλθε στον τάφο; Διότι αν δεν είχε πράγματι πεθάνει, δεν θα ήταν δυνατό να αναστηθή κι' ούτε μπορούμε να μιλάμε για Ανάσταση.

Είναι σίγουρον ότι ο Ιησούς πέθα­νε πάνω στον σταυρό;

Πρώτον: Λίγο πριν υψωθή στον σταυρό, πέρασε αφόρητο και εξαντλη­τικότατο ψυχοσωματικό πόνο. Τις δυο τελευταίες μέρες του δεν αναπαύθηκε καθόλου. Αντίθετα ήταν τόσο καταπο­νημένος , ώστε του παρουσιάστηκε ένα σπάνιο φαινόμενο που η Ιατρική επι­στήμη ονομάζει αιμαθιδρωσία. Ενώ, δηλαδή, προσευχόταν στο Όρος των Ελαιών εγένετο εν αγωνία, και εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αί­ματος καταβαίνοντος επί την γην. Ακολούθησε ολονύκτιο το ηθικό μαρτύριο (εμπτυσμοί, ραπίσματα, κολαφίσματα, γρονθοκοπήματα κλπ) και το φραγγέλιο, αυτό το μαστίγιο με τα πολλαπλά πέτσινα λουριά πούχαν στην άκρη αιχμηρά σιδερένια άγγιστρα και που σε κάθε χτύπημα κυριολεκτικά ξέσχιζαν τις σάρκες έτσι ώστε να φαίνονται τα κόκκαλα. Η δε φραγγέλωση έπιανε όλο το σώμα. Μετά απ’ αυτά στάθηκε αδύνατο στον Ιησού να σήκωση το σταυρόν του και γι' αυτό «ηγγάρευσαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίον ίνα άρη αυτόν». Ο δε θάνατος των σταυρωμένοι που είχαν τα καρφιά μπηγμένα όχι στις παλάμες, αλλά στους καρπούς των χεριών προκειμέ­νου να αντέχουν να βαστάζουν το βά­ρος του σταυρωμένου, χωρίς να σπάνε τα κόκκαλα, προήρχετο (κατά τον καθηγητήν της Αναισθησιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης κ. Σπυρ. Μακρή, Η Επιστήμη μπροστά στην Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), όχι από απώλειαν αίματος και δυνάμεων λόγω αιμορραγίας. Σήμερα είναι πια γνωστό και τεκμηριωμένο ιατρικά, ότι ο θάνατος στο Σταυρό επήρχετο από ασφυξίαν. Οι σταυρωμένοι πέθαιναν σε όλες τις περιπτώσεις.

Στην περίπτωση όμως του Ιησού πιστοποιήθηκεν ότι αυτός είχεν πράγ­ματι πεθάνη στο σταυρό; Μήπως έπεσαν έξω οι στρατιώτες του στρα­τιωτικού αποσπάσματος;

Απαντώμεν: Πρώτον σαν επαγγελ­ματίες του είδους, είχαν πείραν. Ήξευραν πότε ένας κατάδικος είναι λιποθυμισμένος και πότε όντως πεθαμένος

Δεύτερον: Γνώριζαν ότι ο νόμος όριζεν σαφώς ότι στρατιώτης που θα πιστοποιούσε ανακριβώς θάνατον, θα σταυρωνόταν ο ίδιος.

Προκειμένου, λοιπόν, για τον Ιησού ο αρμόδιος στρατιώτης θέλοντας να πεισθή ότι πράγματι είχεν πεθάνει, τού τρύπησε με λόγχην την πλευράν «και ευθέως εξήλθε αίμα και ύδωρ», που ιατρικά σημαίνει ότι αυτά τα δύο υγρά που δημιουργούνται στο χώρον τού άνω διαφράγματος, λίγη ώρα μετά το βιολο­γικό θάνατο, μαρτυρούν με την εκροή τους ότι ο βιολογικός θάνατος του Ιησού είχεν επέλθη. Αλλά και μόνον το ότι από την πληγή αυτή μπήκε στο χώρο τού άνω διαφράγματος ατμοσφαιρικός αέρας, που όταν περάση εκεί επιφέρει ακαριαία το θάνατο (πνευμονοθώρακας). πιστοποιούν το βέβαιον του θανά­του τού Ιησού. Αυτά λέγει η ιατρική.

Αλλά και η λογική μας λέγει τα εξής: Έστω ότι ο Ιησούς μόνο λιποθύ­μησε και ότι δεν πέθανε πράγματι και ότι στον τάφο ξελιποθύμησε. Αλλά ήταν σφιχτοδεμένος με φαρδιές λωρί­δες υφάσματος. Όχι όμως απλά τυλιγ­μένος. Όχι απλά δεμένος. Η σμυρναλόη με την οποίαν του πασάλειψαν όλο το σώμα πριν τον «φασκιώσουν» ήτο πηχτή κολλώδης ουσία που σαν την κόλλα στέγνωνε και κολλούσε ολωσδιόλου ώστε οι μ' αυτήν κολλημέ­νες φασκιές δεν μπορούσαν να ξεκολ­λήσουν ούτε έξωθεν, από κάποιον άλλον, χωρίς να ξεκολλήση το δέρμα και ίσως και το κρέας τού έτσι σαβα­νωμένου. Πως ελευθερώθηκεν ο Ιησούς; Πως έλυσε τα χέρια του; Πως σηκώθηκεν; Και πως στάθηκε όρθιος, ο μισοπεθαμένος, που μόλις συνήλθε Πως περπάτησε πάνω στα τρυπημένο απ’ τα καρφιά πόδια του; Πως, μ' εκείνα τα τρυπημένα χέρια του και με την τόση εξάντληση του παραμέρισε τον ογκόλιθο που οι μυροφόρες προβληματίζονταν πως άραγε θα τον μετακινήσουν;

Αλλά και αφού παραμέρισεν τον ογκόλιθον, με τον ανάλογον θόρυβόν του, πως δεν συνελήφθη ο Ιησούς από τους πέριξ του τάφου φρουρούς; Διότι, ως γνωστόν, ο τάφος εφρουρείτο από ρωμαϊκήν κουστωδίαν (φρουράν). Κι' αυτός ακόμη ο αρνητής Στράους λέγει γι' αυτόν τον ισχυρισμόν των απίστων: -Είναι αδύνατο άνθρωπος μισοπεθα­μένος να βγή από τον τάφο. Πως θα το κατόρθωνεν, αφού μόλις θα έστεκε στα πόδια του;

Εξάλλου, ο συνελθών εκ τέτοιας λιποθυμίας, θα εχρειάζετο μεγάλην φροντίδα και περίθαλψιν Ιατρική, φάρμακα, επιδέσμους, δυναμωτικό κλπ. Αλλά και η εντύπωση που αποκο­μίζουν οι μαθητές του απ’ την εμφάνι­σή του σ' αυτούς δεν δικαιολογείται, εάν δεχθούμε ότι απλά συνήλθεν από μία λιποθυμίαν: Έστω, ας δεχθούμε όσα είπαν οι άπιστοι, έστω ότι κατά­φερε να συρθή μέχρι το σπίτι που ήσαν συνηγμένοι οι μαθητές. Αλλά ο Ιησούς δεν εμφανίζεται σε αξιοθρήνητη κατά­σταση που να προκαλή τον οίκτο των μαθητών του. Αυτοί, αντιθέτως αντί για να τον λυπηθούν, τον θαυμάζουν. Δίδει την εντύπωση όχι τραυματισμέ­νου αλλά θριαμβευτού. Εμφάνιση του Ιησού όπως αυτή που περιγράφουν οι άπιστοι, το πολύ θα προκαλούσεν τον οίκτον και την συμπάθειαν των μα­θητών. Αλλ' αυτοί νοιώθουν ανάγκην να τον προσκυνήσουν όχι απλά σαν επιβιώσαντα, αλλά σαν ένδοξο νικητή του θανάτου, σαν Θεόν και σαν Κύριον της ζωής και του θανάτου. Ο Θωμάς τον προσφωνεί: «Συ είσαι ο Κύριος μου και ο Θεός μου». Επί πλέον, αιφνι­δίως και με ταχύτητα τους εμφανίζεται και εξαφανίζεται. Δεν εσύρετο. Το ίδιο δε απόγευμα παρά τα τρυπημένα πόδια και τη γενικότερη εξάντληση κάνει πορεία ωρών από Ιερουσαλήμ μέχρι τους Εμμαούς. Πως θα το μπο­ρούσε κάτι τέτοιο;

Αλλά το σπουδαιότερον λογικόν επιχείρημα κατά της τελευταίας αυτής θεωρίας, της εξαπάτησης δηλαδή των μαθητών από τον ίδιον τον Ιησού είναι το εξής:

Ήταν, λοιπόν ποτέ δυνατόν, ο τόσον «ηθικός διδάσκαλος» που σαν την δικήν του την ηθική ούτε δίδαξε ποτέ ούτε θα διδάξη άλλος δάσκαλος, ο τόσον «ανώτερος και τέλειος άνθρω­πος» που το ύψος του ποτέ κανείς ούτε έφθασεν ούτε ήγγισεν ούτε και θα εγγίση ποτέ κανείς από τους υιούς των ανθρώπων και που γι' αυτό το λόγο μολονότι δεν υπήρξεν θεός όμως του αξίζει να τον ανεβάση η ανθρωπότης εις το βάθρον της θεότητος, να τον θεοποιήση, να τον προσκυνήση, να του καύση λιβανωτόν, μ' ένα λόγον να τον λατρεύση είναι, λοιπόν, δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος έστω, σχέτος άν­θρωπος κι όχι φύσει Θεός, όπως δηλαδή τον δέχονται οι ορθολογιστές και άπιστοι -διότι όλους αυτούς τους αν­θρώπινους ύμνους τους κάνουν ως γνωστόν για το Χριστόν οι ίδιοι οι άπι­στοι- είναι, λέμε, ποτέ δυνατόν για οποιαδήποτε σκοπιμότητα αυτός ο τόσον άγιος και τρυφερός δάσκαλος, το στόμα της παναλήθειας, να θέλησεν ποτέ να εξαπατήση τους μαθητές του;

Όπως η αγιότης των μαθητών θα απέκλειε να κλέψουν το σώμα του νεκρού Ιησού για να διαδώσουν ψευδώς ότι αναστήθηκε, κατ' απείρως μείζονα λόγον ούτε η αγιότης και φιλαλήθεια του Ιησού θα του επέτρεπε να προσποιηθή τον δήθεν αναστημένο για να ξεγελάση τους ίδιους τους μαθητές του. Αυτήν δε την ηθικήν τελειότητα του Ιησού δεν την ομολογούμε μόνον οι Χριστιανοί, αλλά του την αναγνωρί­ζουν και οι άπιστοι και έτσι αντιφά­σκουν όταν θέλουν να υποστηρίξουν ότι ο πιο ανώτερος ηθικά, άνθρωπος έστω κι' όχι Θεός, διέπραξεν τη μεγα­λύτερη απάτη στην ιστορία της Ανθρωπότητος με το να προσποιηθή ότι τάχα αναστήθηκε.

   Στο σημείο αυτό, ας μου επιτρέψη ο αναγνώστης να αφηγηθώ σύντομα ένα ιστορικόν περιστατικόν, που έλαβε χώραν στο Παρίσι τον 18ον αιώνα, μεταξύ απ’ τη μία του Βολταίρου, ο οποίος όντας ιδιοφυία είχε βάλει σαν σκοπόν της ζωής του να γκρεμίσει την Εκκλησία του Χριστού δια της λεπτής και γεμάτης δηλητήριον ειρωνείας του, κι απ’ την άλλην του διάσημου και σοφού Έλληνα επισκόπου Ευγενίου Βουλγάρεως, ο οποίος τότε διέμενεν στη γαλλικήν πρωτεύουσαν. Σε μίαν, λοιπόν, συνάντηση αυτών των δύο δια­σημοτήτων, απευθύνεται ο Βολταίρος στον Έλληνα επίσκοπον και του λέγει με παράπονον και πικρίαν:

Σεβασμιώτατε, σάς είχα πει και παλαιότερα ότι εργάζομαι πυρετωδώς γιατί σκοπεύω να ιδρύσω μίαν και­νούργια θρησκεία δικής μου έμπνευσης για να πλήξω τη χριστιανική Εκκλησία. Ήδη έχω συγγράψει και το ιερό βιβλίο της νέας αυτής θρησκείας, και μελέτησα όλα τα σχετικά με τη διοργά­νωση και ιεραρχία αυτής της νέας αντιχριστιανικής Εκκλησίας μου. Αλλά παρά την αρχικήν αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό μου με τον οποίο ξεκίνησα αυτή μου την προσπάθεια, είμαι όλως διόλου απογοητευμένος απ’ τους καρπούς της. Σ' όλους τους τομείς έδρεψα την αποτυχίαν. Μπορείτε μή­πως, Σεβασμιώτατε, να μου δώσετε μίαν εξήγηση; Που άραγε, οφείλεται η παταγώδης αποτυχία μου; Τι πρέπει, κατά τη γνώμη σας, να κάνω για να προχωρήσει αυτή η υπόθεση;

Όποτε ο σοφός Έλληνας επίσκο­πος Ευγένιος του λέγει: Θα σάς πω ευχαρίστως, κ. Βολταίρε, τι το ουσιαστικό παραλείψατε. Μέχρι τώρα γράψατε απλώς το -ας πούμε- Ιερόν Ευαγγέλιον της νέας σας θρησκείας, περιοριστήκατε να διοργανώσετε τη Διοίκησή της εγκαθιστώντας την Ιεραρχία της θρησκείας αυτής. Όλα αυτά βέβαια καλώς και σοφώς τα κάνατε, αλλά, κ. Βολταίρε, αυτά δεν αρκούν. Παραλείψατε το κυριότερον, που αν λείπει αυτό, δεν είναι δυνατόν η προσπάθειά σας να στεφθεί από επιτυχίαν.

- Και τι, λοιπόν, παρέλειψα;

Ρωτάει με απορίαν, αμηχανίαν και έκδηλον ενδιαφέρον ο πολύς Βολταίρος.

-Κύριε Βολταίρε, θα χρειασθεί, εκτός των όσων κάνατε μέχρι τώρα, επιπροσθέτως να δεχτείτε να σάς καρ­φώσουν και κρεμάσουν σ' ένα Σταυρόν, όπου βέβαια θα πεθάνετε. Μετά, όμως, πρέπει να σάς θάψουν οι μαθητές σας σ' ένα τάφον. Στη συνέχειαν, να παρα­μείνετε εκεί τρεις ημέρες, αλλά την τρίτην ημέρα θα πρέπει να φροντίσετε οπωσδήποτε και ανυπερθέτως να αναστηθείτε. Τότε, αν κάνετε όλα αυτά επακριβώς όπως σάς τα είπα, σάς υπογράφω από τώρα και σάς εγγυώμαι ότι η θρησκεία σας όχι μόνο θα σταθεί στα πόδια της και θα ορθοπο­δήσει, αλλά και θα γίνει παγκόσμια και θα φθάσει διαδιδόμενη μέχρι περάτων της Οικουμένης.

-Μα, Σεβασμιώτατε, ασφαλώς με ειρωνεύεσθε;

-Καθόλου, τού λέγει ο επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρις. Μήπως εσείς, κύριε Βολταίρε, με ειρωνεύεσθε; Αστεία πράγματα. κ. Βολταίρε. αστεία πράγματα.»

 

Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας

anastasis 52

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Ή ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ;

ρχιμ. Θεόφιλου Λεμοντζή

   Ὅταν ἡ Σκοπιά ἐμμένει στήν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε πνευματικά καί ἄφησε τό σῶμα του στή γῆ, οὐσιαστικά παραποιεῖ ὄχι μόνο τό «πνεῦμα», ἀλλά καί τό «γράμμα» τῆς Ἁγίας Γραφῆς διαστρεβλώνοντας τήν ὀρθή σημασία τῆς λέξεως «ἀνάστασις» καί «ἔγερσις».

 

   Τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μετά τήν ἀνάστασή του ἦταν ἕνα πραγματικό καί ἀληθινό σῶμα μέ σάρκα καί ὀστᾶ. Ὅμως ἦταν ἀπαλλαγμένο πιά ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο, ἀπό τίς ἐγκόσμιες διαστάσεις τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, ἔχοντας νικήσει τή δουλεία αὐτοῦ του κόσμου, ὄντας μία ἁπτή εἰκόνα τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων πού θ' ἀναστηθοῦν στό μέλλον, καθώς θά γίνουμε ὅμοιοι μέ τόν Κύριο. (Ἅ' Ἰωάν. 3,2).

Ὅταν μιλᾶμε γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐννοοῦμε τή σωματική του ἀνάσταση. (Ἰωάν. 2,11-21), καί τίποτε ἄλλο. Αὐτή ἡ σωματική ἀνάσταση προφητεύθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη (Ψάλμ. 16,10). Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε πώς ἔχει ἐξουσία, ὄχι μόνο νά προσφέρει τήν ζωή του, δηλαδή νά πεθάνει σωματικά, ἀλλά ἔχει καί τήν ἐξουσία νά τήν λάβει καί πάλι, δηλαδή ν' ἀναστήσει τόν ἑαυτό τοῦ (Ἰωάν. 10,17-18). Πράγματι ἡ Ἁγία Γραφή βεβαιώνει πώς ἡ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ νεκρώθηκε, ὅμως ζωοποιήθηκε διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α' Πετρ. 3,18). Ἔτσι πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου σχετικά μέ τήν σωματική του ἀνάσταση (Ἰωάν. 2,19) καί ἔγινε ὁ νικητής τοῦ θανάτου (Ἀποκ. 1,18).

Οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων παραθέτουν τά γεγονότα τῆς ἀνάστασης πολλῶν νεκρῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λούκ.8,41), ἡ ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας της Ναϊν (Λούκ.7,14), ἡ ἀνάσταση τοῦ τετραημέρου Λαζάρου (Ἰωάν. 11,43), ἀποτελοῦν φανερώσεις τῆς ζωοποιοῦ δυνάμεως τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά καί τοῦ τρόπου τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέχτηκαν τό ζωοφόρο ἄγγιγμα τοῦ Ἰησοῦ, δέν ἀναστήθηκαν πνευματικά, ἐνῶ τό σῶμα τούς ἔμεινε στόν τάφο, ἀλλά ἡ ἔγερσή τους ἦταν ὁλόσωμη. Ὅταν λοιπόν, ἡ Ἁγία Γραφή κάνει λόγο γιά ἀνάσταση ἐκ νεκρῶν, δέν ὑπονοεῖ κάποιου εἴδους πνευματικῆς ἀνάστασης, ἀλλά ἀπαλλαγῆ τοῦ συνόλου ἀνθρώπου ἀπό τίς δυνάμεις τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, ἐνσώματη ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ἡ Σκοπιά ἐμμένει στήν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε πνευματικά καί ἄφησε τό σῶμα του στή γῆ, οὐσιαστικά παραποιεῖ ὄχι μόνο τό «πνεῦμα», ἀλλά καί τό «γράμμα» τῆς Ἁγίας Γραφῆς διαστρεβλώνοντας τήν ὀρθή σημασία τῆς λέξεως «ἀνάστασις» καί «ἔγερσις».

Κατά τήν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ ὁ Ἰησοῦς ἐλευθέρωσε πολλούς ἀνθρώπους ἀπό τά δεσμά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Ἡ ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας της Ναΐν τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου τοῦ τετραημέρου Λαζάρου ἀποτελοῦν φανερώσεις τῆς νέας πραγματικότητας πού ἔφερε ὁ Θεός στή γῆ. Ἐφόσον ἀποδεχόμεθα τήν πραγματικότητα τῆς ἀνάστασης αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καί ἀρνούμεθα τήν πραγματικότητα τῆς σωματικῆς ἀνάστασης τοῦ Ἰησοῦ, συγκαταλεγόμεθα στούς ἐχθρούς του Ἰησοῦ οἱ ὁποῖοι βρισκόταν κάτω ἀπό τό σταυρό καί «ἐβλασφήμουν» τόν Ἰησοῦ «κινοῦντες τάς κεφάλας αὐτῶν καί λέγοντες... ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτόν οὐ δύναται σῶσαι» (Μάτθ. 27,39-43). Ἐάν ἀρνούμαστε τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ ἀποδεχόμαστε τήν ἐτυμηγορία θανάτου του πού ἔβγαλε τό συνέδριο τῶν Ἰουδαίων-αὐτή ἦταν καί ἡ αἰτία τῆς σταύρωσής του, καί ἐάν ἀρνούμαστε τήν ἀνάσταση τοῦ ἀποδεχόμαστε τίς βλάσφημες κραυγές «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτῶν οὗ δύναται σῶσαι». (Ματθ. 27,39-42). Μή γένοιτο!

Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ζωοποίηση καί ἀφθαρτοποίηση ὁλόκληρού του ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν κατάργηση τοῦ Ἅδη πού εἶναι ἡ χώρα τῆς σκιᾶς καί τοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ περιοχή τῆς ὑπέρτατης ἀπελπισίας καί τῆς σκοτεινῆς διαμονῆς τῶν νεκρών148. Ἡ κατάλυση τοῦ Ἅδη πραγματοποιεῖται μέ τόν ἑκούσιο θάνατο τοῦ Ἰησοῦ ὁ ὁποῖος εἰσερχόμενος στόν Ἅδη γεμίζει τά πάντα μέ τή δόξα του, πού εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης του ἡ ἀνακαίνιση τοῦ φθαρέντος ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπου γίνεται μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη. Ὁ Ἅδης δέχθηκε καί συνάντησε τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο, τόν θεάνθρωπο. Ὁ θάνατος συντρίβεται, ὁ Ἅδης καταργεῖται καί τά πάντα φωτίζονται μέ τό ἀναστάσιμο φως149.

Ἡ χριστιανική ἀποκάλυψη εἶναι δεδομένη μέσα σ' ἕνα πρόσωπο, τό θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καί σέ ὅ,τι εἶναι ἡ συνέπεια τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπιση, τήν σταύρωση, τήν ἀνάσταση καί τήν ἀνύψωση ὡς ἀνθρώπου, καί μέ τήν ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματός του στόν κόσμο, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χριστιανισμός χωρίς ἀποκάλυψη πού νά νοεῖται κατ' αὐτόν τόν τρόπο. Μία προσαρμογή τοῦ χριστιανισμοῦ στόν κόσμο, πού θά ἀπέρριπτε αὐτές τίς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ, πράξεις πού εἶναι οὐσιαστικά στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως, θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἐγκατάλειψη τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Σέ ἄλλες θρησκεῖες ἀλλά καί στίς αἱρέσεις πού ἀρνοῦνται τό σωτηριολογικό χαρακτήρα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Χριστοῦ, οἱ πράξεις τῶν ἱδρυτῶν τους δέν εἶναι συστατικές αὐτῶν τῶν θρησκειῶν, διότι δέν ἔχουν δημιουργήσει μέσα στούς ἀνθρώπους μία κατάσταση ἀναστάσεως πού γίνεται ἡ πηγή τῆς σωτηρίας. Αὐτές οἱ θρησκεῖες συνίστανται μόνον στίς διδασκαλίες τῶν ἱδρυτῶν τους καί στίς μεθόδους πού ἔχουν συστήσει στούς ὀπαδούς τους ὡς μέσα πού θά φέρουν τή σωτηρία τους.

Πέρα ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ καμία ἀνώτερη κατάσταση δέν εἶναι νοητή οὔτε μποροῦμε νά φαντασθοῦμε καμία ἄλλη σωτηρία ἐκτός ἀπό τό νά φθάσουν οἱ πιστοί στήν κατάσταση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ο,τιδήποτε ἄλλο δέν εἶναι πλέον καθόλου σωτηρία μέ τήν χριστιανική ἔννοια. Ἡ σωτηριώδης κατάσταση ἔχει πραγματοποιηθεῖ στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί ἀντιλαμβανόμαστε τήν δική μας σωτηρία ὡς ξεχείλισμα ἀπό τή δική του ἀναστημένη κατασταση150.


148. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ο.π., σέλ. 518 «Ἡ τοῦ Κυρίου ἀνάστασις τῆς ἀνθρωπινῆς φύσεως ἐστίν ἀνανέωσις καί τοῦ πρώτου διά τήν ἁμαρτίαν καταποθέντος Ἀδάμ καί διά θανάτου πρός γῆν ὅθεν ἐπλάσθη παλινδρομήσαντος ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί πρός ζωήν ἀθάνατον ἐπανέλευσις».

149. Ἅ' Κόρ. 15, 21-22 «ἐπειδή γάρ δί' ἀνθρώπου θάνατος, καί δί'ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Ὥσπερ γάρ ἐν τῷ Ἀδάμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτως καί ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται».

150. Δ. Στανιλοάε, Θεολογία καί Ἐκκλησία, (Μετφ. Ν. Τσιρώνη) Ἀθήνα 1989, σέλ. 119.

 

Ἀπό τό ἐξαιρετικό βιβλίο

«ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»

Ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν αἱρετική διδασκαλία

anastasis 2

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου

Το Ε΄ κεφάλαιο του βιβλίου: "ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ" - ΛΙΒΑΝΗ

 

 


1. Η Ανάσταση του Χριστού είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της χριστιανικής πίστης.
α. Ο απόστολος Παύλος γράφει:
Η ανάσταση είναι το ουσιαστικώτερο σημείο της πίστης μας. Αυτό σημαίνει: Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε,

  • η πίστη μας είναι στο σύνολό της μάταιη∙
  • και εμείς οι απόστολοι είμαστε ένα συνάφι βλάσφημοι και παλιάνθρωποι, αφού εκηρύξαμε - για λογαριασμό του Θεού! - ένα ψέμα: ότι ανάστησε τον Χριστό∙ χωρίς να τον έχη πράγματι αναστήσει (Α' Κορ. 15,15-16)!

β. Και ο άγιος Αυγουστίνος γράφει:
«Δεν είναι καθόλου για μας μεγάλο, αν πιστεύωμε ότι ο Χριστός απέθανε. Αυτό το πιστεύουν και οι ειδωλολάτρες. Και οι Ιουδαίοι. Και όλοι οι παλιάνθρωποι. Όλοι το πιστεύουν, ότι απέθανε. Η πίστη των χριστιανών είναι η Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι για μας το μεγάλο: Πιστεύομε, ότι ο Χριστός αναστήθηκε[1]».
γ. Και ο περίφημος R. Strauss (Ρίχαρντ Στράους) στα γηράματά του ωμολόγησε:
Αφού δεν πιστεύω στην Ανάσταση του Χριστού, δεν είμαι χριστιανός[2].
2. Να λοιπόν το ερώτημα: Αναστήθηκε ο Χριστός; ή ΝΑΙ, ή ΟΧΙ! Άλλη λύση δεν χωρεί!
* Αν αναστήθηκε, τότε είναι αυτό που μας έλεγε. Είναι Θεός. Και όλα όσα έλεγε, είναι όλα αληθινά.
* Αν δεν αναστήθηκε, τότε οι απόστολοι μας λένε ψέματα! Και

  • ή είναι αυτουργοί απάτης∙
  • ή είναι θύματα απάτης.

Ένα από τα δύο: ή απατούν∙ ή απατήθηκαν[3]»!
3. Ας εξετάσωμε προσεκτικά τις δύο αυτές εκδοχές:

 Α' ΜΗΠΩΣ ΜΑΣ ΑΠΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ;
α. Έκλεψαν το σώμα

1. Ο Ιησούς εσταυρώθη. Απέθανε στο Σταυρό. Και ετάφη από τους «ευσχήμονες» (=εβραίους αξιωματούχους) μαθητές Του Ιωσήφ και Νικόδημο.
Ετάφη εσπευσμένα. Γιατί εκοιμήθη, λίγο πριν δύση ο ήλιος. Και από την δύση του ηλίου άρχιζε ο εορτασμός του Πάσχα. Έτσι ο Ιωσήφ, αφού Τον άλειψε με αρώματα και σμυρναλόη και Τον ετύλιξε με ένα σινδόνι, Τον έβαλε στον τάφο που ετοίμαζε για τον εαυτό του. Ένα τάφο λελατομημένο (= σκαλισμένο) επάνω σε ένα βράχο. Και έκλεισε στο στόμιο του τάφου με μια μεγάλη πλάκα, που δύσκολα την μετακινούσαν δύο άνδρες (Ματθ. 27,60).
2. Την επομένη, παρ' ότι εόρταζαν το Πάσχα οι αρχιερείς των Εβραίων, αδιαφορώντας για εορτή και διατάξεις περί καθαρότητος (βλ. Ιω. 18,28), επήγαν στο πραιτώριο. Και είπαν στον Πιλάτο:
- Κύριε, εμνήσθημεν, ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων: Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι! Κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας∙ μήποτε ελθόντες οι μαθηταί Αυτού νυκτός κλέψωσιν Αυτόν και είπωσι, ότι: Ηγέρθη από των νεκρών. Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης (Ματθ. 27,63-64). Δηλαδή: Εξοχώτατε, θυμηθήκαμε, ότι εκείνος ο πλάνος είχε ειπεί: Μετά τρεις ημέρες θα αναστηθώ. Σε παρακαλούμε, διάταξε να φρουρηθή ο τάφος, μέχρι που να συμπληρωθή και η τρίτη ημέρα. Γιατί φοβούμεθα, πως θα πάμε οι μαθητές Του και θα Τον κλέψουν. Και θα λένε: Αναστήθηκε. Και η πλάνη αυτή θα είναι η χειρότερη που μπορεί κανείς να φαντασθή!
Ο Πιλάτος τους έδειξε κατανόηση!

  • Τους έδωσε μια ολόκληρη κουστωδία.
  • Εσφράγισε τον λίθο του τάφου με την σφραγίδα του.
  • Έθεσε την κουστωδία υπό την άμεση εποπτεία του Καϊάφα∙ στις διαταγές του Καϊάφα.

Η ρύθμιση αυτή ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένη ο Καϊάφας. Τον εξασφάλιζε σε απόλυτο βαθμό. Μα παράλληλα ήταν και ένα μοναδικό στον κόσμο γεγονός. Ούτε ξανάγινε. Ούτε θα ξαναγίνη ποτέ, όσο υπάρχει κόσμος. Φρουρούσαν τον τάφο, να μη χαθή ο νεκρός!
3. Μα την άλλη ημέρα το πρωΐ, τρίτη ημερολογιακή ημέρα από την στιγμή του θανάτου του Ιησού, ο τάφος ευρέθη κενός. Έλειπε ο νεκρός!
Ο κενός τάφος υπήρξε γεγονός ιστορικό, που κανείς δεν το αμφισβήτησε.

  • Οι μαθητές έδωσαν την εξήγηση: Ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Τον είδαμε. Τον εγνωρίσαμε. Τον εψηλαφήσαμε. Μας μίλησε. Κουβεντιάσαμε. Εφάγαμε και ήπιαμε μαζί
  • Οι Εβραίοι έδωσαν την δική τους εξήγηση: Το σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές. Κάποια στιγμή, που οι φρουροί είχαν όλοι αποκοιμηθή. Το έκλεψαν επίτηδες. Για να φτιάξουν το «παραμύθι», ότι ο Χριστός αναστήθηκε!

4. Έχομε δύο εκδοχές διαμετρικά αντίθετες. Και οι δύο δεν μπορεί να είναι σωστές!... Ποιά είναι η σωστή;
Πώς θα ερευνηθή η αλήθεια μιας πληροφορίας;
Μόνο με την ιστορικο-δικαστική μέθοδο (βλ. κεφ. Γ § δ'). Με άλλα λόγια πρέπει
α. να ερευνηθούν όλες οι υπάρχουσες μαρτυρίες∙ και
β. παράλληλα να ερευνηθούν με ευαισθησία δικαστικού ανακριτή τα κίνητρα, που ώθησαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα να δώσουν την κάθε μαρτυρία. Πρέπει σαν δικαστές-ανακριτές να ιδούμε, τι κρύβεται γύρω από την κάθε δήλωση, ομολογία ή κατάθεση. Στην έρευνα γύρω από τα κίνητρα οι δικαστικοί ανακριτές είναι επιστήμονες. Ακούουν ολίγα και βγάζουν συμπεράσματα:

  • Αυτός δεν είναι δυνατόν να είναι αθώος.
  • Αυτός δεν μπορεί να είναι ένοχος.
  • Πίσω από τα λόγια αυτά κρύβεται κάτι το ύποπτο.

Δεν επιτρέπεται να επιστρατεύσωμε όλη μας την δυνατή κακοπιστία σε ό,τι έχει σχέση με την μαρτυρία των αποστόλων∙ και να δεχώμεθα καλόπιστα τις θέσεις των Εβραίων, από φόβο μη μας χαρακτηρίσουν «αντισημιτιστές»! Αυτό δεν είναι αντικειμενικότητα!

β. Η μαρτυρία των Εβραίων

Όπως είπαμε και πιο επάνω, οι Εβραίοι, όταν έμαθαν ότι ο τάφος του Ιησού ευρέθη κενός, έδωσαν την εξήγηση: Το σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές του, για να διαδώσουν τον μύθο, ότι αναστήθηκε.
Αν είμαστε δικαστές-ανακριτές, τί θα διερωτώμεθα;
Στέκει η μαρτυρία τους; Στέκει νομικά και λογικά η εξήγηση, που μας δίνουν; Πείθει;
Ας ακούσωμε μερικές παρατηρήσεις, που την εξήγηση αυτή των Εβραίων «την τινάζουν στον αέρα!».

1. Ακούσατε ποτέ τέτοιο πράγμα;

«Τίς είδε; Τίς ήκουσε, νεκρόν κλαπέντα ποτέ; Μάλιστα εσμυρνισμένον και γυμνόν, καταλιπόντα εν τω τάφω, τα εντάφια αυτού»[4];
Περιπτώσεις, που έκλεψαν τα ρούχα και τα κοσμήματα των νεκρών και αφήκαν τους νεκρούς, έχομε πολλές! Μα περίπτωση, που να έκλεψαν τον πεθαμένο, δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία! Καμμία! Πώς να δεχθώ τέτοια εξήγηση;
Πειράζει, που τα λόγια αυτά τα λέει τροπάριο; Χάνουν την αξία τους για αυτό;

2. Να Τον μισούν έπρεπε.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει τις εξής παρατηρήσεις:
Τον έκλεψαν; Να Τον κάμουν τί; Για ποιό λόγο; Γιατί; Λένε οι Εβραίοι: Τον έκλεψαν οι μαθητές Του... Επειδή Τον αγαπούσαν!...
Γιατί να τον αγαπούσαν; Να τον μισούν έπρεπε τότε! Γιατί τους είχε εξαπατήσει! Γιατί τους είχε εκμεταλλευθή απαίσια! Γιατί τους είχε ξεσηκώσει, με χίλιες δύο ψεύτικες ελπίδες! Τους είχε βάλει να αφήσουν τα σπίτια τους∙ τους γονείς τους∙ τις οικογένειές τους∙ τα αγαθά τους∙ την ζωή τους! Εξ αιτίας Του ολόκληρο το έθνος τους είχε στραφή εναντίον τους και τους εθεωρούσε προδότες και εχθρούς του! Γιατί όλα αυτά; Γιατί τους είχε φουσκώσει ψέματα! Να την είχε και ο ίδιος (σαν άνθρωπος) «πατήσει», θα μπορούσαν να εξακολουθούν και να Τον αγαπούν και να Τον συγχωρούν! Μα είναι φως-φανάρι, ότι όλα αυτά είχαν γίνει επίτηδες! Πώς να Τον συγχωρήσουν;
Τί είχε κάμει;
Τους είχε ειπεί, ότι είναι ο αθάνατος και παντοδύναμος Θεός! Τους είχε υποσχεθή ολόκληρο τον ουρανό και αποδείχθηκε απλός άνθρωπος! Κανονικά λοιπόν, μετά από μια τέτοια εμπειρία, φυσικό ήταν για τους αποστόλους όχι να πάνε να Τον κλέψουν (για ποιό σκοπό; να Τον κάμουν τί;), αλλά να έβγαιναν στους δρόμους και να εφώναζαν: Μας γέλασε! Μας απάτησε! Μας φούσκωσε στα ψέματα! Μας επήρε στον λαιμό του!
Και ήταν σίγουρο, ότι τότε οι Εβραίοι και θα τους συγχωρούσαν και θα τους τιμούσαν[5].
Δεν έχει δίκιο ο άγιος Ιωάννης;

3. Μπορούσαν και να ήθελαν;

Ο ίδιος μεγάλος άγιος λέγει:
1. Το ψέμα παντού και πάντοτε πέφτει σε ένα σωρό αντιφάσεις. Ενώ, αντίθετα η αλήθεια όλο και λάμπει.
Έπρεπε να βρεθή τρόπος να πιστεύση ο κόσμος, ότι ο Χριστός απέθανε και ετάφη και ανέστη. Μα να, σ' αυτό μας βοηθούν οι εχθροί μας!
Και να πως: Εσφραγίσθη ο τάφος και ετέθη υπό φρουρήση! Μπορεί με τέτοιες συνθήκες να γίνη λοβιτούρα; Και να, με τέτοιες συνθήκες ευρίσκουν τον τάφο κενό! Δεν γίνεται - μόνο από αυτό - ολοφάνερο, ότι αναστήθηκε; Τί άλλη εξήγηση μπορείς να βρης, κάτω από τέτοιες συνθήκες; Το βλέπεις, πώς με τον δικό τους τρόπο βοηθούν οι εχθροί μας να λάμψη η αλήθεια;
2. Τον έκλεψαν! Λένε.
Πότε τον έκλεψαν; Το Σάββατο, που δεν τους επέτρεπαν ούτε να βγουν από το σπίτι τους; Και έστω τον νόμο του Θεού τον έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια; Πώς ετόλμησαν να το σκεφθούν, να πάνε να κλέψουν εκείνο που φρουρούσε μια ολόκληρη κουστωδία; Και μάλιστα άνθρωποι τόσο δειλοί; Αλλά έστω και αυτό το έκαμαν! Για ποιό λόγο; Για να ειπούν, πώς αναστήθηκε; Φθάνει να ειπή κανείς ένα τέτοιο πράγμα; Με τί έπειθαν τον κόσμο, ότι πράγματι αναστήθηκε; Τί θα του έλεγαν; Με τί θα το απεδείκνυαν; Με τί μούτρα θα έστεκαν και θα μιλούσαν για ένα πεθαμένο; Με τί καρδιά; Με τί ελπίδα; Τί θα επερίμεναν; Ποιά ανταμοιβή; Την ευλογία του Θεού, που θα είχε οργισθή εναντίον τους;
3. Και με τί όπλα θα ξεκινούσαν για τέτοιο εγχείρημα;

  • την σοφία και την ευγλωττία τους;

Ήσαν οι πιο αμόρφωτοι στον κόσμο!

  • τον πλούτο τους;

Ήσαν ξυπόλυτοι!

  • την ευγενική καταγωγή τους;

Ήσαν άνθρωποι απλοί, χωριάτες!

  • τον αριθμό τους;

Ένδεκα ήσαν! Και κατατρομαγμένοι. Και ο αρχηγός τους έτρεμε μπροστά σε μια υπηρέτρια[6]!

4. Η κουστωδία

1. Για εκείνους που δεν ξέρουν, σημειώνομε ότι η κουστωδία ήταν ένα σώμα 16 τουλάχιστον λεγεωναρίων (= πεπειραμένων στρατιωτών), που είχαν συλλογικά την υποχρέωση να φυλάττουν ό,τι τους ανέθεταν. Για την εκτέλεση της υπηρεσίας τους εχωρίζοντο σε τέσσερες ομάδες, από τις οποίες εκοιμάτο η μία∙ και οι άλλες τρεις αγρυπνούσαν στο καθήκον τους. Αυτό το ώριζε μια παγία Ρωμαϊκή νομοθεσία, που προέβλεπε αυστηρότατες κυρώσεις για κάθε πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντος, χωρίς να εξετάζη, αν είχε επέλθει βλάβη εξ αντικειμένου (= απώλεια του φρουρουμένου) ή όχι.
2. Η εκδοχή, ότι το σώμα του Ιησού το έκλεψαν από τον τάφο οι μαθητές Του, είναι η επίσημη εκδοχή των Εβραίων. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται εύλογη. Μα δεν είναι. Για τους εξής λόγους:

  • ο τάφος του Ιησού εφρουρείτο από κουστωδία∙
  • ο τάφος είχε σφραγισθή∙
  • η σφραγίδα κατεστράφη∙ και ο τάφος ανοίχθηκε∙
  • ο νόμος ώριζε: ο στρατιώτης, που εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, έπρεπε να εκτελεσθή∙
  • τα παραπτώματα ήσαν δέκα οκτώ∙
  • μια περίπτωση ήταν, αν είχε για λίγο αποκοιμηθή∙
  • μια άλλη, αν είχε για λίγο απομακρυνθή από τον τόπο του καθήκοντος.
  • Για όλες τις παραβάσεις η ποινή ήταν: σταύρωση[7].

3. Με τέτοια νομοθεσία, και τέτοιες συνθήκες είναι ποτέ δυνατόν να αδιαφόρησαν και οι δέκα έξι στρατιώτες και να το έρριξαν στον ύπνο; Αυτό λογικά-δικαστικά δεν στέκει. Δημιουργεί πιο πολλά ερωτήματα από όσα λύνει. Φωνάζει, ότι πίσω από την εξήγηση αυτή κρύβεται κάποια σκοπιμότητα.

5. Για να φτιάξουν θρησκεία!

1. Έτσι λένε οι Εβραίοι; Τον έκλεψαν, για να ειπούν ότι αναστήθηκε∙ και να φτιάξουν θρησκεία!
Αλλά ας ιδούμε, πώς φτιάχνονται οι θρησκείες!
2. Το 1792 μέσα στην παραζάλη της Γαλλικής Επαναστάσεως, που κατάργησε με διάταγμα το Θεό και τον Χριστό, και αποφάσισε να φτιάξη δική της θρησκεία, ένας La Reveillere Lepeaux (Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ) έφτιαξε μια δικής του έμπνευσης θρησκεία: την θρησκεία των θεοφιλανθρώπων.
Είχε από πίσω του όλον τον παντοδύναμον μηχανισμό της Γαλλικής Επανάστασης. Και άριστες συνθήκες, αφού ο λαός ήταν αγανακτισμένος κατά της φράγκικης φεουδαρχικής ιεραρχίας της Καθολικής Εκκλησίας και το έδαφος ήταν προετοιμασμένο από το έργο των Διαφωτιστών! Και ποιό το αποτέλεσμα; Παρ' ότι η θρησκεία που επινοήθηκε ήταν λογοκρατική, γελούσαν οι πάντες με τα καμώματα του Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ! Ακόμη και οι ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης!
Και εκείνος διαμαρτυρόταν!
- Δεν με βοηθείτε, όσο πρέπει! Το θέμα δεν πάει μπροστά! Μα γιατί ο Χριστός τα κατάφερε και εμείς δεν κάνομε τίποτε;
Τότε ένας ηγέτης της Γαλλικής Επανάστασης του είπε:
- Είναι πολύ απλό. Αν και συ θέλεις να επιτύχη το έργο σου, διάλεξε μια Παρασκευή. Και σταυρώσου. Και πέθανε στον σταυρό. Και μεις θα σε θάψωμε. Μόνο πρόσεξε, να αναστηθής την Κυριακή! Τότε, όλα θα πάνε καλά[8]!...
Μετά από λίγο οι εμπνεύσεις του Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ διαλύθηκαν. Και το θυμόμαστε, μόνο για να γελάμε! Και όμως είχε άριστες προϋποθέσεις για να φτιάξη θρησκεία!
3. Δεν φτιάχνονται τόσο εύκολα οι θρησκείες. Και προ παντός δεν φτιάχνονται θρησκείες με συνεχείς διωγμούς.
Με διωγμούς και κυνηγήματα, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ούτε τοίχο με πέτρες και λάσπη δεν μπορούμε να χτίσωμε! Μα οι απόστολοι με τέτοιους διωγμούς και με συνεχείς εξοντώσεις οικοδόμησαν Εκκλησίες και σε ολόκληρη την οικουμένη! Δεν μιλάω για Εκκλησίες-κτίρια!... Οικοδόμησαν Εκκλησίες από ανθρώπους με ψυχή και με φρόνημα ακατάβλητο∙ πράγμα πολύ δύσκολο!
Πώς με τέτοιες συνθήκες, έγινε τέτοιο πράγμα; Πώς επήρε τέτοια λαμπρή έκβαση το έργο τους; Δεν σου λέει τίποτε η έκβαση αυτή; Δεν το καταλαβαίνεις, ότι δεν θα εγίνετο τίποτε, αν δεν ήταν έργο της θείας δύναμης[9];

6. Υπάρχει πιο ανόητο επιχείρημα;

1. Μόλις ο τάφος ευρέθη κενός, ο Καϊάφας έδωκε την εξήγηση.
- Αυτό είναι έργο των μαθητών Του. Αυτοί επήγαν και έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Κάποια στιγμή που είχαν αποκοιμηθή οι φρουροί.
2. Στο επιχείρημα αυτό απαντά ο άγιος Αυγουστίνος:
Τί λες, βρε ανόητε! Δεν βρήκες τίποτε καλλίτερο, να «τα μπαλώσης»;
Τόσο πολύ σου έφυγε το τσερβέλο; Τόσο πολύ βούλιαξες στον πάτο της κουτοπονηρίας; Ανθρώπους αποκοιμισμένους έχεις μάρτυρες; Ασφαλώς εσύ κοιμάσαι πιο πολύ! Αν εξάντλησες όλη την φαιά ουσία σου, και βρήκες τέτοια επιχειρήματα, συ πρέπει να κοιμάσαι ολόρθος! Αν οι στρατιώτες είχαν αποκοιμηθή, τί είδαν; Αν τους είδαν, πώς δεν τους έπιασαν; Και αν δεν είδαν, τί σόϊ μάρτυρες είναι[10];

7. Συμπέρασμα

1. Από όλα αυτά γίνεται φανερό ακόμη και στον πιο απλό άνθρωπο, ότι η εκδοχή των Εβραίων∙

  • Δεν στηρίζεται σε καμμιά μαρτυρία.
  • Είναι μια αυθαίρετη επινόηση.

Είναι ποτέ δυνατό να την δεχθή έντιμος και ευσυνείδητος δικαστικός ανακριτής;
Όλα γύρω από αυτήν οδηγούν στην υποψία, ότι πίσω από την εκδοχή αυτή κρύβεται κάποια πονηρή σκοπιμότητα.
2. Ο A.M. Ramsay, που θεωρείται ως ο μέγιστος αρχαιολόγος-ερευνητής του Α' αιώνος μ.Χ. στον κόσμο, γράφει:
«Ο κενός τάφος είναι τόσο μεγάλο γεγονός, που δεν επιτρέπεται να το προσπεράσης έτσι «απλά» και «εύκολα».
Εγώ πιστεύω στην ανάσταση του Χριστού. Για πολλούς λόγους. Μα, σαν ιστορικός, κυρίως εξ αιτίας του κενού τάφου.
Και πιστεύω, γιατί είναι αδύνατο να εξηγήση κανείς με κάποιο διαφορετικό τρόπο, που θα πείθη λογικά, πώς ευρέθη ο τάφος του Ιησού κενός[11].

γ. Η μαρτυρία των αποστόλων

1. Κάθε άνθρωπος, όταν του μιλάνε για ανάσταση νεκρών, όσο και αν είναι εύπιστος, δυσκολεύεται να δεχθή τέτοιες ιδέες.
Μα, αν συμβή και να του επιστήσουν την προσοχή, πως κινδυνεύει να πέση και θύμα απάτης, τότε σταυροκουμπώνεται! Και όσο κι αν είναι εύπιστος, γίνεται πιο δύσπιστος. Θυμηθήτε και τον άπιστο Θωμά! Και διερωτάται:

  • Μήπως δεν αναστήθηκε ο Χριστός;
  • Μήπως μας απατούν οι απόστολοι;

2. Πόσο εύκολο να οδηγηθή κανείς στις σκέψεις αυτές! Αλλά και τι τραγικό, να μην ξέρη να τις ξεδιαλύνη! Αφού
α. το ζήτημα, αν πιστεύω στην ανάσταση, είναι το πιο βασικό στην ζωή μας (βλ. εισαγωγή παρ. 3-4), και
β. ανάσταση νεκρού μπορεί να γίνη μόνο με την δύναμη του Θεού.
Για να βοηθηθούμε να τις ξεδιαλύνωμε, ας θυμηθούμε, ότι οι άνθρωποι συνήθως απατούν∙

  • ή για χρήματα (= υλικά αγαθά),
  • ή για ηδονές και απολαύσεις,
  • ή για δόξες και τιμές.

3. Μπορούμε να υπαγάγωμε τους αποστόλους σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες απατεώνων;
Λαχτάρησαν για χρήματα, για απολαύσεις, για τιμές; Πώς έζησαν; Πώς απέθαναν;
Αυτά μιλάνε πιο εύγλωττα και πιο πειστικά από τις εξυπνάδες των στοχαστών.

1. Η ειλικρίνειά τους

1. Όποιος ψάχνει για δόξες και τιμές, κρύβει τα ελαττώματά του, παρουσιάζει τις αρετές του και βρίζει τους άλλους. Έτσι εξυψώνεται.
Οι απόστολοι παρουσιάζουν όλα τους τα ελαττώματα. Μιλούν ήρεμα για τους εχθρούς τους με λόγια τιμητικά∙ δεν βρίζουν. Δεν κακολογούν κανένα!
2. Ο Πέτρος ήταν ο έξαρχος των αποστόλων. Πρωτοκορυφαίος. Μα δεν ευρίσκομε πουθενά στις άγιες Γραφές καμμιά εξιδανίκευση της προσωπικότητός του. Δεν πλάθεται για αυτόν κανένας φωτοστέφανος δόξης και αγιότητος. Αντίθετα, οι ελλείψεις του, οι αμαρτίες του, τα λάθη του, τα ελαττώματά του, όλα «στη φόρα» όλα στο χαρτί! για πάντα!

  • Δεν κατάλαβε κάποτε μερικά λόγια του Χριστού. Ο Χριστός τον ωνόμασε «χοντροκέφαλο» (βλ. Ματθ.15,16)!
  • Προσπάθησε να εμποδίση τον Ιησού, να μην πάη να σταυρωθή. Ο Χριστός τον απεκάλεσε «Σατανά» (Ματθ. 16,23)!
  • Αρνήθηκε τον Χριστό από δειλία. Τον βλασφήμησε. Και τον «αναθεμάτισε» (Μάρκου 14,71, Ματθ. 26,74).

Όλα του τα μελανά σημεία - όντως μελανά - στο χαρτί!
3. Και αντίθετα, των εχθρών τους παρουσιάζουν όλα τα φωτεινά σημεία!
Περιγράφουν λεπτομερώς όλους τους ηθικούς προβληματισμούς του Ηρώδη (Μαρκ. 6,26, Λουκ. 18,23) του Πιλάτου (Ματθ. 27,15-26, Λουκ. 23,20, Ιωάν. 18,28-19,16), του Καϊάφα (Ιω. 11,50). Όποιος διαβάζει το Ευαγγέλιο αισθάνεται συμπάθεια για τους δυστυχείς αυτούς ηγέτες, που έχοντας καλή διάθεση δεν μπόρεσαν να ξεκαθαρίσουν μέσα τους ένα απλό πράγμα: ότι οι ηθικοί προβληματισμοί δεν αρκούν.
Οι απόστολοι δεν βρίζουν κανένα! Ούτε τον αχάριστο λαό∙ ούτε τους αρχιερείς∙ ούτε τους άρχοντες[12].
4. Κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Δεν έχουν αγωνία να εξιδανικεύσουν το κέντρο του κηρύγματός τους, τον Ιησού Χριστό. Περιγράφουν με ρεαλισμό την αγωνία του Χριστού μπροστά στον θάνατο (Λουκ. 22,44). Με τον ίδιο όμως ρεαλισμό περιγράφουν και την όντως μεγαλειώδη γαλήνη και ηρεμία του αγίου Στεφάνου, την ώρα που τον ελιθοβολούσαν (Πραξ. 7,54-60). Ο Στέφανος φαίνεται πιο μεγαλειώδης από τον Χριστό! Αυτό δείχνει ότι:

  • Γράφουν με οδηγό την ιστορία, όχι την καρδιά τους!
  • Γράφουν αυτά που είδαν, όχι εκείνα που εμείς φανταζόμαστε ότι ποθούσαν!

Πόση ειλικρίνεια! Τι εκπληκτικά μοναδικό παράδειγμα! Μέσα σε ένα ατέρμονα ωκεανό περιπτώσεων, πού:

  • οι φίλοι βλέπουν μόνο φωτεινά σημεία∙ και λιβανίζουν!
  • οι εχθροί βλέπουν μόνο σκιερά σημεία∙ και υβρίζουν!

Τα σημεία αυτά είναι πολύ θετικά για τους αποστόλους. Δείχνουν ειλικρίνεια, που εμπνέει εμπιστοσύνη.

2. Τι εκέρδισαν

  • τι απόλαυσαν.


1. Οι άνθρωποι απατούν για κέρδη, οφέλη, απόλαυση, ηδονή, δόξα, τιμή, καλή και άνετη ζωή.
Τι από αυτά απόκτησαν οι απόστολοι στην ζωή τους;
Η απάντηση είναι: Φτώχεια. Πείνα. Ξύλο. Διωγμούς. Φυλακίσεις. Πίκρες. Βάσανα. Και επονείδιστο θάνατο.
2. Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«Ο Θεός εμάς τους αποστόλους μας έβαλε, σε όλη μας την ζωή να μοιάζουμε με καταδίκους σε θάνατο, που περιμένουν την εκτέλεση

  • σαν να είμαστε οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου! Μέχρι την στιγμή αυτή δεν έχομε όχι να διασκεδάσωμε, αλλά ούτε να φάμε. ούτε να πιούμε, ούτε να ντυθούμε! Έχομε καταντήσει καρπαζοεισπράκτορες. Τρέχομε από τόπο σε τόπο. Και ζούμε με τον ιδρώτα μας. Με τον κόπο των χειρών μας. Μας βρίζουν. Μας κατατρέχουν. Μας βλασφημούν. Καταντήσαμε τα σκουπίδια του κόσμου. Ζούμε με την κοινή καταφρόνηση όλων. Σαν να είμαστε καθάρματα» (Α' Κορινθ. 4,9-13)!

Κάπως έτσι έζησαν οι απόστολοι, που επήγαν να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στα πολιτισμένα μέρη του ελληνορωμαϊκού κόσμου!
Εκείνοι που επήγαν στην Σκυθία, στην Αιθιοπία και στις Ινδίες, πόσο χειρότερο θα υπέφεραν!
Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε: Έζησαν σαν σκυλιά!
3. Και πώς απέθαναν; Σαν κακούργοι!
Όλοι με οικτρό θάνατο. Και όλοι προτίμησαν τον θάνατο, παρά να αρνηθούν την πίστη τους: Ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Ότι σταυρώθηκε για μας. Ότι ετάφη. Ότι ανέστη εκ νεκρών. Ότι κάθεται εκ δεξιών του Πατρός . Ότι θα έλθη πάλι, να κρίνη ζώντας και νεκρούς.
Αρκούσε να αρνηθούν αυτήν την πίστη, όχι μόνο για να γλυτώσουν τον θάνατο, αλλά και να ζήσουν ζωή ανέσεως και χαράς. Μα όλοι προτίμησαν τον θάνατο. Όλοι!
Και τι θάνατο;

  • Τον Πέτρο τον εσταύρωσαν!
  • Τον Ανδρέα τον εσταύρωσαν.
  • Τον Ματθαίο τον έκαυσαν ζωντανό σε ένα καμίνι.
  • Τον Ιάκωβο τον έσφαξαν με μαχαίρι.
  • Τον Σίμωνα τον Ζηλωτή τον εσταύρωσαν.
  • Τον Φίλιππο τον εκρέμασαν ανάποδα.
  • Τον Ιάκωβο τον του Ζεβεδαίου τον έσφαξαν.
  • Τον Βαρθολομαίο τον εσταύρωσαν.
  • Τον Ιούδα τον Θαδδαίο τον εσκότωσαν με τόξα.
  • Τον Θωμά τον εσκότωσαν στο σημάδι με τόξα.
  • Τον Ματθία απέθανε από βασανιστήρια.

Ο μόνος που πέθανε φυσικό θάνατο είναι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος.
Και απέθαναν όλοι ήρεμα.

  • Χωρίς να ζητούν εκδίκηση.
  • Χωρίς να υψώνουν τις γροθιές τους, εναντίον των βασανιστών τους.
  • Χωρίς να καταρώνται.

Αντίθετα.
Συγχωρούσαν ολοψύχως τους εκτελεστές τους.
Και προσεύχονται για αυτούς, γεμάτοι αγάπη.
Γράφει ο μεγάλος Γάλλος Χριστιανός Φιλόσοφος Βλ. Πασκάλ:
Je crois volontiers les histoires, dont les témoins se font égorgés! Δηλ. αποδέχομαι άνετα τα γεγονότα εκείνα, για τα οποία, εκείνοι που τα είδαν, δέχθηκαν να πεθάνουν με μαρτυρικό θάνατο.
4. Και γιατί επροτίμησαν να πεθάνουν;
Για να μην προδώσουν την αλήθεια, που τους εφανέρωσε ο Χριστός. Για να φτάσουν στο βραβείο της «άνω κλήσεως», δηλ. στην αιώνια ζωή στην βασιλεία του Θεού.
Με επίγεια κριτήρια κοντά στο Χριστό οι απόστολοι εκέρδισαν:

  • ατιμία και καταφρόνηση
  • κατατρεγμούς και ξυλοδαρμούς
  • ταλαιπωρίες και στερήσεις
  • επώδυνο και επονείδιστο θάνατο!

Αν δεν εμπιστευθούμε στους αποστόλους, σε ποιόν θα εμπιστευθούμε;
Άραγε θα εύρωμε, όσο και να ψάξωμε, άλλον άνθρωπο με τόση ειλικρίνεια και φιλαλήθεια, όσο οι άγιοι απόστολοι;

3. Τι κρύβεται από πίσω.

1. Ναι, θα ειπή κανείς, είναι βέβαιο, οι απόστολοι έζησαν σαν σκυλιά. Και πέθαναν σαν κακούργοι.
Μα συμφώνησαν! Και τα έγραψαν, όπως συμφώνησαν! Για - ποιος ξέρει τι συμφέροντα και υπολογισμούς!
Αντί για κάθε άλλη απάντηση, ας ιδούμε τι λέγει ο περίφημος Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Βλ. Πασκάλ:
«Η άποψη, ότι οι απόστολοι με αυτά που γράφουν στα ευαγγέλια μας απατούν, είναι πολύ ανόητη».
Ας προσπαθήσωμε να ιδούμε, που οδηγεί η σκέψη ότι οι δώδεκα απόστολοι, όταν ο Χριστός σταυρώθηκε και ετάφη, συσκέφθηκαν και αποφάσισαν να λένε ότι ο Χριστός αναστήθηκε!
2. Ένα τέτοιο πράγμα πρώτα από όλα θα εσήμαινε, ότι επήραν την απόφαση να τινάξουν στον αέρα όλες τις θεμελιώδεις κοσμικές και θρησκευτικές αρχές του παλαιού κόσμου!
Μα η ψυχή του ανθρώπου είναι σε φοβερό βαθμό ασταθής. Ταλαντεύεται. Δυσπιστεί. Αμφιβάλλει για όλα. Είναι εύκολο - μας λέει η πείρα - να κλονίση κανείς ακόμη και τον πιο σταθερό άνθρωπο. Αρκούν δύο υποσχέσεις. Αρκούν δύο υψηλής περιωπής δώρα.
Και μην ξεχνάμε, πως στην περίπτωση αυτή, έστω ένας και αν υπέκυπτε σ' αυτούς τους τόσο δυνατούς πειρασμούς, έστω ένας μόνο αν δεν άντεχε στα ακόμη πιο ισχυρά επιχειρήματα των αντιπάλων τους (δηλ. στην απειλή για βασανιστήρια, φυλακή και θάνατο!), ολόκληρο το οικοδόμημά τους κατέρρεε.
Μα κανείς δεν εκάμφθη. Γιατί δεν εκήρυτταν ιδέες, αλλά γεγονότα, με προεκτάσεις για όλη την αιωνιότητα.
3. Σε συμφωνίες για κέρδη, μπορεί να βρεθούν άνθρωποι που να εμμένουν! Μα σε συμφωνίες, που οδηγούν σε καταστροφή, δεν εμμένει κανείς!... Το μαρτύριο είναι πολύ πικρό! Οι μάρτυρες δεν ήσαν μόνο δώδεκα, αλλά εκατομμύρια!
Και μαρτυρία της πείρας του παρελθόντος (χιλιάδες χρόνια!...) είναι αδυσώπητη. Και μας λέει:
Μέχρι σήμερα δεν ευρέθησαν πουθενά δυο άνθρωποι, που να συμφώνησαν να πεθάνουν για ένα ψέμα, χωρίς μετά από λίγο να αλλάξουν γνώμη.
Πικρός ο θάνατος, ο χωρίς ελπίδα.
Γράφει ο διάσημος αμερικανός νομικός Simon Greenleaf (Σίμων Γκρήνληφ), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Χάρβαντ, που η ειδικότητά του ήταν: πώς πρέπει να συγκεντρώνουν οι δικαστικοί μαρτυρίες και ενδείξεις, και πώς να τις αξιολογούν, αν είναι σωστές ή όχι:
«Σε καμμιά διήγηση ηρωϊκών πολεμικών κατορθωμάτων της παγκόσμιας ιστορίας δεν θα μπορέση κανείς να βρη παραδείγματα τέτοιας ηρωϊκής εμμονής σε αρχές, τέτοια υπομονή, και τέτοιον ανδρισμό.
Στους αποστόλους εδόθησαν χίλιες δυο αφορμές και ευκαιρίες «να πιαστούν» και να αναθεωρήσουν τις βασικές αρχές του «πιστεύω» τους. Μα δεν έκαμαν ποτέ[13].
4. Μετά από όλα αυτά είναι δυνατό ποτέ να ειπούμε, ότι οι απόστολοι είναι αυτουργοί απάτης;
Λογικά και ιστορικο-δικαστικά τέτοια εκδοχή δεν στέκει!
Μήπως όμως είναι θύματα απάτης;

Β' ΜΗΠΩΣ ΑΠΑΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Πότε και σε τι απατώμεθα
1. Οι άνθρωποι μπορεί εύκολα να απατηθούν, σε ό,τι σχέση με τον νου και την καρδιά, δηλαδή:

  • σε ιδέες φιλοσοφικές ή πολιτικοκοινωνικές
  • σε ιδέες και απόψεις γύρω από την θρησκεία.

Μα πολύ δύσκολα μπορεί να απατηθούν σε ό,τι έχει σχέση με τις εμπειρίες των αισθήσεων. Γιατί και όταν ακόμη υπάρξη κάποια ανάμιξη εμπειρίας και συναισθημάτων που οδηγεί σε παραίσθηση ή ψευδαίσθηση (δηλ. σε λανθασμένη αντίληψη για την εμπειρία κάποιας αίσθησης),

το πράγμα ελέγχεται και ξεδιαλύνεται με σταθερούς κανόνες και επιστημονικές αρχές.
2. Ας ειπούμε, λοιπόν, ότι οι μαθητές του Χριστού έπεσαν θύματα

  • ότι απατήθηκαν!

Γεννάται το ερώτημα: Από ποιόν; Από τι;
Στα ερωτήματα αυτά δίδονται οι εξής απαντήσεις:
α. από τον Χριστό που είχε πάθει νεκροφάνεια

β. από δικές τους παραισθήσεις-ψευδαισθήσεις

γ. από ένα τυχαίο λάθος τους!
Ας ασχοληθούμε λοιπόν με τις τρεις αυτές θεωρίες να ιδούμε: Στέκουν; Αντέχουν στο φως;



Α' Η Θεωρία της νεκροφάνειας

α. Θεωρία.

1. Η θεωρία αυτή αποτελεί επινόηση του Γερμανού πάστορα (Καρόλου Ερρίκου Γεωργίου Βεντουρίνι). Ο Venturini εξέδωκε μεταξύ 1800-1802 μια τρίτομη μυθιστορηματική βιογραφία του Ιησού υπό τον τίτλο Natürliche Geschichte des grossen Propheten von Nazareth (η αληθινή ιστορία του μεγάλου προφήτη της Ναζαρέτ) [14].
2. Ο Βεντουρίνι γράφει ότι:
Ο Χριστός στον Σταυρό δεν είχε πράγματι πεθάνει. Απλώς είχε χάσει τις αισθήσεις του. Είχε πάθει νεκροφάνεια. Από εξάντληση. Και από απώλεια αίματος. Όμως όλοι γύρω του επίστευσαν ότι απέθανε και τον εκήδευσαν. Μα στον τάφο ο Ιησούς συνήλθε. Χάρις στην αγαθή επίδραση της δροσιάς του τάφου και της ... σμυρναλόης. Εκύλισε τον λίθο. Εβγήκε από τον τάφο. Εβάδισε. Επήγε και ευρήκε τους μαθητές Του. Και ... «τους έκαμε», πώς αναστήθηκε! Εκείνοι Τον επίστευσαν. Ο Χριστός, όταν είδε πως είχε κάμει καλά την δουλειά Του, εξαφανίστηκε. Επήγε και εκρύβη στο μοναστήρι των Εσσαίων στο Κουμράν! Και άφησε τους μαθητάς Του να δέρνωνται με την ιδέα, πώς είχε αναστηθή και αναληφθή στον ουρανό!

β. Λογική θεώρηση της θεωρίας

1. Πολύ «έξυπνη» η θεωρία αυτή! Και μάλιστα για την εποχή του ρομαντισμού, που έκανε τους ανθρώπους να ζουν με νοσηρές φαντασιώσεις! Είναι φανερό, πώς είναι επινόηση ανθρώπου, που επίστευε ότι όλοι γύρω του ήταν βλάκες. Γιατί ακόμη και τότε (1800-1802) σημασία της έδωκαν μόνο ανεγκέφαλοι (= βλάκες).
Αυτό φαίνεται και από το παράδειγμα του Δ.Φ. Στράους. Ο Φιλόσοφος αυτός, παρ' ότι σκεπτικιστής, σεβόμενος τον εαυτό του απέρριψε την θεωρία του Βεντουρίνι σαν παράλογη, σαν αντίθετη στον ορθό λόγο.
Παρ' ότι ο Δ.Φ.Στράους (1808-1874) ΔΕΝ επίστευε για την θεωρία του Βεντουρίνι γράφει:
«Είναι αδύνατο άνθρωπος μισοπεθαμένος να βγη από τον τάφο! Πώς να το κατόρθωνε, αφού μόλις θα έστεκε στα πόδια του;
Μα έστω, ότι ο Χριστός είχε πράγματι πάθει νεκροφάνεια, και ότι συνήλθε στον τάφο! Μόνο για να σταθή στα πόδια του, μετά από όσα είχε πάθει, χρειαζόταν ένα σωρό φάρμακα δυναμωτικά, επιδέσμους, ιατρική περίθαλψη! είναι ποτέ δυνατό μετά από τόσα πάθη και τόση εξάντληση να μπόρεσε να αποκυλίση τον λίθο; Ένα λίθο που δυο νέες γυναίκες δεν είχαν την δύναμη να τον μετακινήσουν!
Μα έστω! Ας το παραδεχθούμε, ότι και με τέτοιες συνθήκες το κατάφερε να συρθή μέχρι το σπίτι, όπου ήσαν οι μαθητές συνηγμένοι δια τον φόβο των ιουδαίων. Πώς αντί για οίκτο προκάλεσε τόσο θαυμασμό, ώστε να πιστεύσουν ότι είχε νικήσει τον θάνατο;
Μια τέτοια εμφάνιση, το φυσικό ήταν ότι θα έσβηνε κάθε καλή εντύπωση, που τυχόν θα διατηρούσαν από την επικοινωνία μαζί Του κατά το διάστημα της ζωής Του.
Μια τέτοια επικοινωνία το πολύ-πολύ θα τους ωδηγούσε σ' ένα βαθύ αίσθημα οίκτου και συμπόνιας. Μα τότε και επ' ουδενί λόγω δεν θα τους έκανε να νοιώσουν την ανάγκη να Τον προσκυνήσουν σαν Θεό, σαν Κύριο της ζωής και του θανάτου»
[15].
2. Με άλλα λόγια, ο Στράους διεκήρυξε, ότι ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του σαν ον λογικό, δεν μπορεί να αποδεχθή μια τέτοια ανόητη θεωρία. Γιατί δεν στέκει λογικά.
Και όμως το βιβλίο του Βεντουρίνι διαβάστηκε πολύ! Γιατί; Γιατί πολλοί άνθρωποι ψάχνουν για μαλακό μαξιλαράκι. Να κοιμίζουν την συνείδηση τους, να μην τους ελέγχει για τα έργα τους.

γ. Ιατρική θεώρηση της θεωρίας.

Σήμερα τα πράγματα είναι πιο πολύ ξεκαθαρισμένα από ό,τι εφαντάζετο ο Στράους. Γιατί έχει αποδειχθή ιατρικά, ότι περίπτωση νεκροφάνειας ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ.
Ας ιδούμε λοιπόν:

  • Πώς εσταυρώθη ο Χριστός.
  • Πώς απέθανε ο Χριστός στον Σταυρό.
  • Πώς επιστοποιήθη, ότι ο Χριστός είχε πράγματι πεθάνει στον Σταυρό.

1. Πώς εσταυρώθη ο Χριστός.

1. Ο Χριστός δεν «έπαθε νεκροφάνεια , ενώ εκοιμάτο ήσυχος στο «κρεβατάκι» Του. Οι τελευταίες Του ημέρες ήσαν ημέρες αφορήτου ψυχικού και σωματικού πόνου. Και τρομερά εξαντλητικές. Ακόμη και για τον πιο ρωμαλέο οργανισμό.
2. Τις δυο τελευταίες ημέρες ο Ιησούς δεν αναπαύθηκε καθόλου, ούτε για μια στιγμή. Και ψυχολογικά καταπονήθηκε τόσο, ώστε Του παρουσιάσθη το σπανιώτατο φαινόμενο της αιμαθιδρωσίας. Ενώ προσευχόταν στο Όρος των Ελαιών «εγένετο εν αγωνία» και εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. 22,44). Το φαινόμενο είναι ιατρικά τεκμηριωμένο, προϋποθέτει ασύλληπτο στην διάνοια εσωτερικό πόνο και επιφέρει ολοσχερή εξάντληση.
3. Ακολούθησε ένα απίθανης βιαιότητας και μοχθηρίας διήμερο μαρτύριο (εμπτυσμοί, ραπίσματα, κολαφίσματα, γρονθοκοπήματα, κ.ά.), από ανθρώπους που μ' αυτά ενόμιζαν «λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ» (Ιωάν. 16,2). Με κορύφωση το φραγγέλιο.
4. Το φραγγέλιο ήταν ένα σατανικής επινόησης μαστίγιο. Αποτελείτο από πολλά λουρίδια πέτσινα στα άκρα των οποίων είχαν προσδεθή αιχμηρά σιδερένια αγγίστρια, που σε κάθε χτύπημα κυριολεκτικά εξέσχιζαν τις σάρκες του τιμωρουμένου, σε βαθμό που να φαίνωνται τα κόκκαλά του! Η φραγγέλωση εγίνετο με τρόπο που να «πιάνη» όλη την έκταση του σώματος από τους ώμους μέχρι τα γόνατα.
5. Με το φραγγέλιο δεν προσεφέρετο καμμιά απολύτως ιατρική βοήθεια. Έτσι οι συνέπειες της φραγγελώσεως, όχι μόνο παρέμεναν, αλλά και επολλαπλασιάζοντο. Γι' αυτό στάθηκε αδύνατο στον Χριστό να βαστάση τον σταυρό Του. Και ηγγάρευσαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίον, ίνα άρη αυτόν (Ματθ. 27,32).
6. Επακολούθησε η σταύρωση του Ιησού Χριστού κατά το ρωμαϊκό σύστημα

  • δηλ. τον εκάρφωσαν σε σταυρό σχήματος + (Οι σταυροί των ρωμαίων ήσαν συνήθως σχήματος Τα ή + ή Χ). Οι Πέρσες εκρεμούσαν τους καταδίκους δεμένους από τα χέρια σε ένα σταυρό, που ήταν ένας απλός στύλος. Έχει σήμερα διαπιστωθή ότι τα καρφιά στα χέρια του καταδίκου ενεπηγνύοντο στον καρπό και όχι στην παλάμη, ώστε άντεχαν να βαστάζουν το βάρος του εσταυρωμένου, χωρίς να σπάζουν τα κόκκαλά του.


2.Πώς απέθανε ο Χριστός στον Σταυρό

1. Παίρνομε για οδηγό τον καθηγητή Σπ. Μακρή[16]. Γράφει:
«Το αν ο Χριστός απέθανε απάνω στο σταυρό είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη της ιατρικής. Γιατί αυτή μελετάει την φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων που επιφέρουν την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του σώματος, και αυτή διαπιστώνει, αν έχη επέλθει ο θάνατος.
Αξίζει, λοιπόν, πρώτα από όλα να επισημανθή το ότι: για πρώτη φορά στην ιστορία αμφισβητήθηκε, αν ο Χριστός είχε πεθάνει επάνω στον Σταυρό κατά τον 17ο αιώνα. Και αυτό γιατί τότε, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δεν υπήρχαν πια άνθρωποι, που να είχαν κατά κάποιο τρόπο αποκτήσει κάποια - έστω και ελάχιστη - εμπειρία για το πώς πέθαινε ο κατάδικος στον Σταυρό. Έτσι φαντάστηκαν, ότι ο θάνατος επήρχετο από αιμορραγία, από απώλεια αίματος και δυνάμεων.
Μα σήμερα είναι πια γνωστό και τεκμηριωμένο ιατρικά, ότι ο θάνατος στον Σταυρό επήρχετο από ασφυξία».
2. Αυτό ετεκμηριώθη ως εξής:
α. Κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) οι Γερμανοί έκαμαν χρήση μιας πειθαρχικής ποινής, που την ωνόμαζαν Aufbinden (= ανάρτηση). Έδεναν και εκρεμούσαν τον κατάδικο σε ένα στύλο από τα χέρια, ώστε να μην πατούν τα πόδια του στην γη.
β. Στη θέση αυτή, το βάρος του σώματος τραβούσε ολόκληρο τον άνθρωπο προς τα κάτω. Εσφίγγετο τόσο πολύ το στήθος, ώστε να διακόπτεται η λειτουργία της αναπνοής. Για να αποκαταστήση την αναπνοή του ο κατάδικος έπρεπε - εντείνοντας όλες τις δυνάμεις των βραχιόνων - να ανυψωθή τόσο, ώστε να ελευθερωθή τουλάχιστον η λειτουργία των πνευμόνων. Στην προσπάθεια του να κρατηθή όσο το δυνατόν μακρότερο χρονικό διάστημα ανυψωμένος, κατέβαλλε τόση προσπάθεια, ώστε από την εξάντληση έρρεε ποταμηδόν από όλο του το σώμα ιδρώτας. Κάτω από τα πόδια των «αναρτημένων» εδημιουργείτο μια κατά κυριολεξία λίμνη από ιδρώτα!
γ. Η μελέτη των περιστατικών και συμπτωμάτων, κάτω από τα οποία απέθνησκαν οι «αναρτημένοι», ωδήγησε τους ιατρούς στα εξής συμπεράσματα:

  • Ακόμη και στην περίπτωση που ο «αναρτημένος» είχε υπεράνθρωπη δύναμη και είχε επιδείξει ανάλογες αθλητικές επιδόσεις, οι δυνάμεις του εξαντλούντο πολύ γρήγορα.
  • Οι κινήσεις που χρειάζονται για να ανυψωθή το κορμί του σταυρωμένου για να μπορέση να αναπνεύση απέβαιναν όλο και πιο εξαντλητικές και επώδυνες.
  • Τελικά ο κατάδικος δεν κατώρθωνε να ανυψωθή, όσο απαιτείτο για την αναπνοή, και έτσι μετά 3-6 λεπτά επήρχετο θάνατος από ασφυξία.
  • Το κάρφωμα στο σταυρό έκανε το μαρτύριο ολίγο πιο οδυνηρό στην αρχή αλλά επέφερε σε πιο σύντομο χρόνο την πλήρη εξάντληση και άρα τον θάνατο. Από αυτό συμπεραίνομε, ότι το κάρφωμα στον σταυρό (που εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι) ήταν φιλανθρωπότερη μορφή σταυρώσεως από την πρόσδεση στον σταυρό (που εφάρμοζαν οι Πέρσες και οι Γερμανοί).

δ. Οι Ρωμαίο εθεωρούσαν την σταύρωση σαν το πιο απάνθρωπο και φρικώδες μέσο εκτελέσεως (Deterrimum et crudelissimum supplicium).
3. Ο Χριστός εξ αιτίας της εξάντλησής Του, που είχε προηγηθή, έμεινε στον σταυρό μόνο τρεις ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα ήταν ασυνήθιστα μικρό. Και έκαμε τον ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο να απορή, πώς ο Χριστός είχε τόσο γρήγορα πεθάνει (Μαρκ. 15,44)! Αυτή είναι η εξήγηση που μας δίνει η ιατρική επιστήμη. Ο Ιησούς απέθανε από ασφυξία. Μα επειδή ο Ίδιος το ηθέλησε.

  • Σήμερα δεν υπάρχει πια ιατρικά καμμιά αμφιβολία, ότι οι κατάδικοι στον σταυρό απέθνησκαν από ασφυξία.
  • Έχει τεκμηριωθή ιατρικά, ότι και μετά από εξάντληση και λιποθυμία, ο από ασφυξία θάνατος δεν ανακόπτεται.
  • Οι σταυρωμένοι πέθαιναν από ασφυξία. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις.


3. Πώς επιστοποιήθη ότι ο Χριστός είχε πράγματι πεθάνει στον Σταυρό.

Ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό επιστοποιήθη. Και μάλιστα με ιατρικά έγκυρο τρόπο. Ιδού πως:
1. Οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι (= στρατιώτες), επαγγελματίες σκληρών τιμωριών, ήξεραν πότε ένας τιμωρημένος είναι λιποθυμισμένος και πότε πραγματικά πεθαμένος. Παρακολουθούσαν άγρυπνα την καλή εκτέλεση των ποινών. Γιατί ο νόμος ώριζε σαφώς, ότι αν ο αρμόδιος στρατιώτης επιστοποιούσε θάνατο που δεν είχε επέλθει πράγματι, καταδικαζόταν σε σταύρωση, λόγω κακής εκτελέσεως του καθήκοντός του.
2. Όταν οι στρατιώτες είχαν κάποιο λόγο να τελειώνουν γρήγορα με τις εκτελέσεις αυτές, χτυπούσαν τα σκέλη των καταδικασμένων με ένα σιδερένιο λοστό και τους ετσάκιζαν τα οστά των μηρών και των κνημών. Μετά από αυτό ο σταυρωμένος παρέλυε εντελώς και ο από ασφυξία θάνατος επακολουθούσε σε ελάχιστα λεπτά. Η μέθοδος αυτή (επισπεύσεως του θανάτου!) εφαρμόσθηκε στους δύο ληστές, που είχαν σταυρωθή μαζί με τον Κύριο.
3. Προκειμένου περί του Ιησού, ο αρμόδιος στρατιώτης θέλοντας να πεισθή, ότι είχε πράγματι πεθάνει, «λόγχη την πλευράν αυτού ένυξε

  • και ευθέως εξήλθε αίμα ύδωρ». Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης που έτυχε να είναι τότε κοντά στον Σταυρό, μας πληροφορεί ότι αυτό το είδε με τα μάτια του. «Και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και αληθινή εστίν η μαρτυρία αυτού» (Ιωάν. 19,35).

Σήμερα είναι ιατρικά βέβαιο ότι:

  • το Αίμα και το Ύδωρ είναι ένα υγρό που δημιουργείται στον χώρο του άνω διαφράγματος λίγη ώρα μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου. Συνεπώς η εκροή υγρού αυτού μαρτυρεί ότι ο βιολογικός θάνατος του Ιησού είχε επέλθει.
  • από την πληγή αυτή εμπήκε στον χώρο του άνω διαφράγματος ατμοσφαιρικός αέρας, που, όταν περάση εκεί επιφέρει ακαριαία τον θάνατο (πνευμονοθώρακας).


δ. Συμπέρασμα

Μετά από αυτά, κάθε κουβέντα για νεκροφάνεια του Ιησού δεν είναι παρά αντιεπιστημονικές φλυαρίες.
Όμως το βιβλίο αυτό του Βεντουρίνι επραγματοποίησε πολλές εκδόσεις! Το εδιάβασαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι! Και τους διέλυσε πνευματικά!

Β' Η θεωρία των ψευδαισθήσεων
α. Η θεωρία

1. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, οι μυροφόρες γυναίκες έπεσαν θύματα παραίσθησης ή ψευδαίσθησης. Από την συγκινησιακή τους φόρτιση κατάντησαν σε φαντασιώσεις και αυταπάτες. Νόμισαν πως κάτι είδαν, χωρίς να ιδούν.
Έτσι έπλασαν τον μύθο της αναστάσεως. Επηρέασαν τους μαθητές με τα λόγια τους. Και άρχισαν να έχουν και εκείνοι τις ίδιες ψευδαισθήσεις!
Να λοιπόν το ερώτημα:
Απατήθηκαν οι μαθητές;
Έπεσαν θύματα παραίσθησης ή ψευδαίσθησης;
2. Αλλά τί είναι οι παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις;
Οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις και οι φαντασιώσεις είναι ένα θέμα που σήμερα η ιατρική επιστήμη το έχει μελετήσει εξαντλητικά, χρόνια πολλά, και σε πολλές χιλιάδες περιπτώσεις.
Ας ιδούμε τα πορίσματά της:
α. ψευδαισθήσεις μπορεί να έχουν άνθρωποι μιας ωρισμένης κατηγορίας που έχουν προδιάθεση για αυτές.
β. οι ψευδαισθήσεις τους αποτελούν προέκταση διαθέσεων και επιθυμιών τους των οποίων επιθυμούν πολύ την πραγματοποίηση.
γ. όταν πολλά άτομα επιρρεπή σε ψευδαισθήσεις έχουν μια ταυτόχρονη ψευδαίσθηση, η ψευδαίσθηση τους έχει στον καθένα διαφορετικό περιεχόμενο.
δ. οι ψευδαισθήσεις επέρχονται κάτω από συνθήκες (τόπο, χρόνο, περιστάσεις) που δημιουργούν προδιάθεση και υποβάλλουν τον άνθρωπο.
ε. όταν επαναλαμβάνονται, παρουσιάζονται μετά από πολύ χρονικό διάστημα.

β. Έπεσαν οι μαθητές θύματα ψευδαισθήσεων;

Ας ιδούμε τώρα, αν μπορεί να εφαρμοσθούν αυτά στους μαθητές, για να μπορέσωμε να συμπεράνωμε, αν είναι δυνατόν να είναι η πίστη, στην ανάσταση του Χριστού καρπός ψευδαισθήσεων.
1. Οι μαθητές δεν είχαν καμμιά σχετική προδιάθεση. Πριν ιδούν οι ίδιοι τον Χριστό, τους είχαν ειπεί άλλοι ότι Τον είδαν, και εκείνοι δεν τους επίστευαν. Γι' αυτό και ο Κύριος τους ήλεγξε την απιστία αυτών και σκληροκαρδία, ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένον ουκ επίστευσαν (Μαρκ. 16,14)!
Άρα οι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν σχετική προδιάθεση, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένοι!
2. Ψυχολογική ανάλυση των μαθητών δείχνει ότι δεν ήσαν καθόλου επιρρεπείς σε ψευδαισθήσεις. Ούτε ο Ματθαίος ο τελώνης, ούτε ο Θωμάς, που έδειξε τόση δυσπιστία και πόσο σκεπτικισμό. Ούτε ο Πέτρος, που ήταν πάντοτε τόσο τρομερά ρεαλιστής, ώστε να βλέπη την μεταμόρφωση και η πρώτη του αντίδραση να ήταν ότι, για να μείνη κανείς στο Θαβώρ με οποιεσδήποτε συνθήκες, χρειάζεται κατάλυμα, σκηνές!
3. Οι εντυπώσεις των μαθητών του Χριστού από της εμφανίσεως του Χριστού ήσαν πάντοτε οι ίδιες σε όλους, παρ' ότι έγιναν πολλές φορές και ήσαν πολλά πρόσωπα την κάθε φορά παρόντα (2,11,100 και 500 πρόσωπα ταυτόχρονα!). Είναι ποτέ δυνατόν και οι 11 μαθητές και οι 500 να ανήκαν στον ίδιο τύπο ανθρώπου που έχει προδιάθεση για ψευδαισθήσεις, ώστε να ιδούν απολύτως τα ίδια πράγματα; Και θυμηθήτε ότι

  • ιατρικά είναι βέβαιο, ότι οι ψευδαισθήσεις είναι διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο με διαφορετικό χαρακτήρα∙
  • σήμερα είναι ιατρικά βέβαιο, ότι οι μαθητές είχαν πολύ διαφορετικό ψυχολογικό χαρακτήρα ο καθένας! Οι χαρακτήρες των μαθητών του Χριστού αποτελούν ένα φάσμα, που καλύπτει όλους τους ψυχολογικούς τύπους των ανθρώπων.

Και όμως όλοι οι μαθητές είχαν τις ίδιες πάντοτε εντυπώσεις από τις εμφανίσεις του Χριστού, πράγμα που ιατρικά-επιστημονικά δεν επιτρέπει να λέμε ότι είναι δυνατόν οι εμπειρίες τους αυτές να ήσαν ψευδαισθήσεις.
4. Ως προς τις συνθήκες (χώρο, χρόνο, περιστάσεις) πρέπει να μη λησμονούμε ποτέ, ότι οι εμφανίσεις του Χριστού γίνονται σε τόπους που δεν ευνοούν καθόλου ψευδαισθήσεις:

  • στον δρόμο προς Εμμαούς,
  • σε ένα κήπο,
  • σε ένα χωράφι,
  • στην λίμνη Γεννησαρέτ,
  • μεσημέρι,
  • απόγευμα,
  • ενώ εκείνοι περιπατούν συνομιλώντας,
  • ενώ ψαρεύουν αμέριμνοι,
  • τους αναλύει επί ώρες την αγία Γραφή,
  • τους ψήνει ψάρια στα κάρβουνα,
  • τρώει μπροστά τους ψάρι και κερήθρα με μέλι,
  • τους ελέγχει,
  • τους επιτιμά,
  • τους κάνει ψυχρολουσία,
  • τους κάνει να αισθάνωνται άσχημα!

5. Οι ψευδαισθήσεις

  • ή επαναλαμβάνονται σε όλο και αραιότερα διαστήματα, μέχρι που σβήνουν∙
  • ή γίνονται όλο και συχνότερες, μέχρι που να καταλήξουν σε νευρική κρίση.

Μα αντίθετα στους μαθητές οι εμπειρίες της αναστάσεως επαναλαμβάνονται επί 40 ημέρες στον ίδιο ρυθμό. Τις βλέπουν πάντοτε πολλοί μαζί και διαρκούν ώρες. Δημιουργούν πάντοτε γαλήνη, χαρά και ακλόνητη πεποίθηση, ότι ο Χριστός ζη και βασιλεύει εις τους αιώνας.
Όλα αυτά είναι αδύνατο να συμβιβασθούν με όσα δέχεται η ιατρική επιστήμη για τις ψευδαισθήσεις σήμερα[17].

γ. Εμπειρία των αισθήσεων

1. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έβλεπαν οι μαθητές τον Κύριο, τους έπεισαν (και πείθουν και μας), ότι η επικοινωνία τους με τον αναστάντα Ιησού ήταν μια ολοκάθαρη εμπειρία αισθήσεων.
Εμπειρία αισθήσεων είχαν∙
για εμπειρία αισθήσεων μιλάνε.
Λόγια σαφή. Ξεκάθαρα. Που αντέχουν σε κάθε έλεγχο λογικό και ψυχολογικό.
2. Ας ιδούμε τί λένε οι ίδιοι:
α. Ο Πέτρος.
Τον είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Δεν σας λέμε φιλοσοφίες και συλλογισμούς. Μιλάμε για γεγονότα, που έγιναν μπροστά μας! (Β' Πέτρου 1,16).
β. Ο Ιωάννης.
Μιλάμε για πράγματα, που τα είδαμε με τα μάτια μας. Τα ακούσαμε με τα αυτιά μας. Τα ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας. Δεν μιλάμε για ιδέες, αλλά για χειροπιαστή πραγματικότητα (Α' Ιωάν. 1,1-3).
Μπροστά μας ο Χριστός έκαμε πολλά θαύματα. Όχι μόνο αυτά που γράφομε. Γράφομε λίγα. Μόνο όσα ενομίσαμε πως αρκούν, να Σας βοηθήσουν να καταλάβετε, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, για να αποκτήσετε στο Όνομά Του την αληθινή ζωή (Ιω. 20,30).
γ. Ο Λουκάς.
Αυτά που κηρύττομε, μας τα παρέδωκαν εκείνοι που υπήρξαν σε όλα τα επεισόδια της ζωής Του αυτόπτες μάρτυρες. Αυτοί είναι οι κήρυκες της πίστης μας (Λουκ. 1,1-3).
Ο Χριστός, αφού εσταυρώθη και ετάφη, μετά παρουσιάστηκε πολλές φορές στους μαθητές Του. Τους έδειξε με τρόπο αδιαμφισβήτητο, πώς είναι ζωντανός. Τους το έδειξε με πολλές και πολλών ειδών ενέργειές Του σε διάστημα όχι μιας ή δύο, αλλά σαράντα ολοκλήρων ημερών (Πραξ. 1,3).
3. Θα μπορούσαμε να αναφέρωμε πολλά ακόμη λόγια από τα άγια Ευαγγέλια, που μαρτυρούν ολοκάθαρα, ότι οι μαθητές Του είδαν τον Χριστό μετά την ανάστασή Του.
Περιοριζόμαστε να συνοψίσωμε τις μαρτυρίες τους επισημαίνοντας ότι:

  • Είδαν τον Κύριο πολλές φορές. 40 ημέρες τους εφανερωνόταν συνεχώς (Πραξ. 1,3).
  • Όχι ένας ή δύο την κάθε φορά, αλλά δώδεκα και περισσότεροι, και κάποια φορά επάνω από 500 άτομα.
  • Τον είδαν με τα ίδια τους τα μάτια.
  • Τον άκουσαν με τα ίδια τους τα αυτιά.
  • Τον άκουσαν να τους μιλάη για πράγματα εντελώς συγκεκριμένα και να τους ερμηνεύη τις άγιες Γραφές.
  • Τον εψηλάφησαν πολλές φορές με τα ίδια τους τα χέρια.
  • Μίλησαν μαζί Του.
  • Περπάτησαν μαζί Του.
  • Και, ακόμα, τον άκουσαν:
  • να τους εξουσιοδοτή να συγχωρούν αμαρτίες,
  • να τους δίνη εξουσία να πατούν επάνω όψεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, χωρίς τίποτε να μπορή να τους βλάψη!...
  • να τους δίνη δύναμη να κάνουν θαύματα, και να ανασταίνουν νεκρούς.
  • Πώς να αμφιβάλλουν για την ανάστασή Του;
  • Πώς να μην είναι έτοιμοι και να πεθάνουν ακόμη για την πίστη τους σ' Αυτόν;

Γ. Η θεωρία του λάθους

1. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, όταν οι μαθητές του Χριστού την μίαν Σαββάτων ηθέλησαν να επισκεφθούν τον τάφον του Διδασκάλου τους, έκαμαν λάθος... στον τάφο! Έτσι εμπήκαν σε ξένο τάφο, που τον βρήκαν κενό, και έτσι εσχημάτισαν την γνώμη ότι ο Χριστός είχε αναστηθή.
2. Στην θεωρία αυτή δεν έδωσε ποτέ κανείς καμμιά σημασία. Και μαρτυρεί μόνο, ότι ο Kirshop Lake που την επινόησε, το είχε ρίξει στο σορολόπ.

Δ. Τολεδώθ Γιεσούα

1. Όπως είδαμε στο Κεφ. Ε'. ο Χριστός εδίδασκε, ότι είναι ανώτερος από τον Μωυσή και τον Νόμο του. Αυτό οι Εβραίοι δεν το άντεξαν. Και Τον εμίσησαν. Και Τον αρνήθηκαν. Και κάνοντας συμβιβασμούς στην συνείδησή τους. Τον εσταύρωσαν.
Από τότε ο λαός του Ισραήλ δεν έπαυσε να αντιμάχεται την δόξα του Υιού του Θεού.
Η πρώτη αντίδραση στην ανάσταση του Κυρίου ήταν η κατασυκοφάντησή της: ότι τάχα οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού από τον τάφο! και ότι τάχα το έκαμαν επίτηδες, για να φτιάξουν τον «μύθο», ότι αναστήθηκε!
2. Μα αργότερα κατάλαβαν, ότι η εξήγησή τους αυτή δεν έλεγε τίποτε. Και έγραψαν ένα ειδικό βιβλίο, που φέρει το όνομα Τολεδώθ Γιεσούα.
Σύμφωνα με επίσημα, καθαρά εβραϊκά στοιχεία, που τα ευρίσκομε στην Εβραϊκή Εγκυκλοπαίδεια (Jewish Encyclopedia, Vol 7, New York 1906, σελ. 170-173) το Τολεδώθ Γιεσούα εγράφη τον Μεσαίωνα, δηλ. γύρω στα 1000 χρόνια αργότερα! Και έχει ένα και μοναδικό σκοπό: να μειώση όσο πιο πολύ μπορεί τον Ιησού Χριστό, για να σβήση κάθε δυνατότητα επίδρασης χριστιανικής στους Εβραίους.
3. Το Τολεδώθ Γιεσούα επιχειρεί μια γενική θεώρηση του βίου του Ιησού.

  • Βλασφημεί την εκ Παρθένου Γέννηση του Ιησού.
  • Παραδέχεται, ότι ο Χριστός έκαμε πολλά και μεγάλα θαύματα (θεραπείες χωλών, τυφλών, παραλύτων, δαιμονισμένων)∙ ότι έθρεψε πολλούς με λίγη τροφή∙ ότι περιπάτησε επί των υδάτων∙ ότι ανάστησε νεκρούς. Μα όλα αυτά - λέγει το Τολεδώθ Γιεσούα - τα έκαμε με δύναμη μαγική!...
  • Κατηγορεί τον Χριστό, ότι εδίδασκε την κατάργηση του Νόμου του Μωυσή, ενώ ο Ιησούς έλεγε: Δεν ήλθα να καταργήσω τον Νόμο αλλά να τον τηρήσω και να τον συμπληρώσω∙ γιατί από όσα γράφει ιώτα εν η κεραία μία ου μη πεσείται, έως αν πάντα γένηται.
  • Μαρτυρεί: Ότι εσταυρώθη την παραμονή του Πάσχα. Ότι το σώμα Του το εκήδευσαν οι «αποστάτες» μαθητές Του με θρήνους και κοπετούς. Ότι την επομένη του Πάσχα επήγαν στον τάφο, μα δεν ευρήκαν το σώμα του Ιησού εκεί... Και τότε οι μαθητές Του έτρεξαν στην αυτοκράτειρα Ελένη, που βρισκόταν τότε στην Ιερουσαλήμ, της το ανέφεραν και - μαζί με την Ελένη - έπλασαν την ιστορία της αναστάσεως! Τί όμως είχε συμβή; το σώμα του Ιησού το είχε πάρει ένας κηπουρός∙ που όταν το έμαθε, ότι είχαν εκμεταλλευθή την ενέργειά του, το ξαναπαρουσίασε. Και έτσι, οι μαθητές, η αγία Ελένη και μαζί τους ... όλοι οι χριστιανοί (!...) εξευτελίσθηκαν[18]!...

4. Από την μνεία της Αγίας Ελένης, που εγεννήθη 250 χρόνια αργότερα, και επήγε στην Ιερουσαλήμ το 327 μ.Χ., δηλ. 300 χρόνια αργότερα και δεν ήταν χρονικά δυνατό να έχη καμμιά επικοινωνία με τους αποστόλους, αφού είχαν όλοι πεθάνει τουλάχιστον εκατόν πενήντα χρόνια, πριν εκείνη γεννηθή, καταλαβαίνει κανείς το επίπεδο του βιβλίου αυτού!
Είναι φανερό, ότι οι Ραββίνοι του μεσαίωνα - αδιαφορώντας για την αλήθεια! - έγραψαν το βιβλίο αυτό με ένα και μόνο σκοπό∙ να διεγείρουν στους απλούς Εβραίους άσχημα αισθήματα εις βάρος του χριστιανισμού.
Τα επιχειρήματά τους, με τα οποία προσπαθούν να μειώσουν την χριστιανική πίστη,

  • από άποψη ψυχολογική είναι έξυπνα, αφού πατούν γερά επάνω στην ψυχολογία και τα συναισθήματα των ανθρώπων που μισούν τον Χριστό∙
  • μα από άποψη επιστημονική είναι κατά κυριολεξία γελοία!...

Στο ταλμουδικό βιβλίο Τολεδώθ Γιεσούα στηρίζονται στο σύνολό τους τα βιβλία του Αμπελαίν. Είναι τόσο αντιεπιστημονικά και τόσο αισχρά, που δεν είναι δυνατό να ασχοληθή κανείς μαζί τους.

Λύσεις τραμπουκίστικες

1. Αυτές είναι οι θέσεις των αρνητών του Χριστού. Είναι όλες φτηνές. Αποδεδειγμένα φτηνές, όπως είδαμε . Ακατάλληλες ακόμη και για ανθρώπους, που το έχουν 100% σίγουρο, ότι δεν υπάρχει Θεός!
Εξετάζοντας τις θεωρίες αυτές καταλαβαίνει ακόμη και ο πιο απλός άνθρωπος, ότι δεν αρκεί να λέη κανείς, πως δεν πιστεύει στον Θεό και στην δύναμη Του.
Αν θέλη να είναι λογικός και οι γνώμες του σεβαστές, πρέπει να λέη πράγματα, που να στέκουν λογικά. Πρέπει στα προβλήματα να δίνη λύση επιστημονική, λύση αναντίρρητη.
2. Συνήθως όμως οι άθεοι εφαρμόζουν την μέθοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην λύση του Γόρδιου Δεσμού. Μα η λύση αυτή δεν ήταν

  • καθόλου επιστημονική∙
  • καθόλου πειστική∙
  • καθόλου θετικιστική∙

ήταν (απλά και ξεκάθαρα λόγια!) τραμπουκίστικη!
Υπενθυμίζομε σ' εκείνους που δεν θυμούνται το ιστορικό γεγονός, ότι ο Γόρδιος Δεσμός, ήταν ένας παράξενος κόμπος, που δεν μπορούσε να τον λύση κανείς. Ο Μ. Αλέξανδρος, μη μπορώντας να τον λύση με την δύναμη του μυαλού του, τον έκοψε με την δύναμη του σπαθιού του.
Τί άλλο ήταν η ενέργειά του, αν όχι τραμπουκισμός;
Με την ενέργειά του αυτή ωμολόγησε, ότι δεν είχε μυαλό να εύρη λύση!
3. Μα αλλοίμονο σ' εκείνους, που λύνουν τα πνευματικά ζητήματα με τρόπο τραμπουκίστικο και καμαρώνουν ότι κάτι έκαμαν! Γιατί πιστοποιούν ότι δεν έχουν μυαλό να μπορέσουν να εύρουν λύση.

  • Δεν είναι αστείο να ασχολήται κανείς με τέτοιες θεωρίες;
  • Δεν υποτιμά την νοημοσύνη του, όταν τις παίρνη στα σοβαρά;

4. Η ιστορία μας δίνει μόνο δύο εκδοχές.
α. Της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με την οποία ο Χριστός σαν Θεός αθάνατος και αεί ζων αναστήθηκε. Και βασιλεύει εις τους αιώνας. Και της Βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος.
β. Των Εβραίων.
Σύμφωνα με την οποία το σώμα του Ιησού το έκλεψαν από τον τάφο οι μαθητές του σε ώρα που ευρήκαν τους φρουρούς να κοιμώνται. Και έπλασαν την ιστορία της Αναστάσεως!
5. Οι δύο αυτές εκδοχές είναι οι μόνες γνωστές στον κόσμο μέχρι:

  • Μεταξύ των Εβραίων το 1000 μ.Χ., που άρχισε να κυκλοφορή το βιβλίο Τολεδώθ Γιεσούα.
  • Μεταξύ των Χριστιανών το 1730 μ.Χ., που άρχισαν να γράφονται βιβλία με άλλες εκδοχές, που τις επινοούσαν οι συγγραφείς τους.

Ο Paul Meyer γράφει για τις δύο αυτές εκδοχές:
«Αν προσπαθήσωμε να ζυγίσωμε με προσοχή και χωρίς προκατάληψη τις δύο αυτές μαρτυρίες με βάση τους κανόνες της ιστορικής έρευνας, θα οδηγηθούμε στα εξής συμπεράσματα:

  • ο τάφος, στον οποίο ετάφη το σώμα του Ιησού, ευρέθη το πρωΐ της Μιας Σαββάτων ΚΕΝΟΣ,
  • μέχρι σήμερα δεν ευρέθη πουθενά ούτε η ελάχιστη ένδειξη, που να μας επιτρέπη να ασχοληθούμε και με μια τρίτη εκδοχή.

Και λέγοντας ΠΟΥΘΕΝΑ, εννοούμε:

  • Ούτε στα λογοτεχνικά έργα.
  • Ούτε στα αρχαιολογικά ευρήματα.
  • Ούτε στις επιγραφές.
  • Ποτέ. Τίποτε. Πουθενά»[19].

Με άλλα λόγια ο P.Meyer μας λέγει:
Η επιστημονική δεοντολογία επιβάλλει να ασχοληθούμε με αυτές τις δύο εκδοχές, που είναι οι μόνες ιστορικά μαρτυρημένες επί 1700 χρόνια. Τί αξία μπορούν να έχουν οι απόψεις που διατυπώθηκαν με καθυστέρηση 2000 χρόνια;
6. Απόψεις, στοχαστικές συλλήψεις, που επινοήθηκαν μετά από 10 ή 16 αιώνες και περισσότερο! Δεν αξίζουν να τους δίνη κανείς προσοχή. Υπηρέτησαν ένα πρόσκαιρο ψεύτικο εντυπωσιασμό. Και έσβησαν.
Μα και η άποψη των Εβραίων είναι, όπως είδαμε, διάτρητη. Δεν αντέχει στο φως. Είναι μια πονηρή απόπειρα συγκάλυψης της αλήθειας.
7. Μετά από όλα αυτά ξαναρωτάμε:
Μπορεί, έστω σε ποσοστό ένα τοις χιλίοις, να έχουν δίκιο οι Εβραίοι; Μπορεί να μας απατούν οι απόστολοι;
Απαντάμε: Δεν υπάρχει.
Μα υπάρχει και μια περίπτωση, που ΜΠΟΡΕΙ. Και αυτή είναι, όταν ο άνθρωπος «το έχει» χίλια τοις εκατό σίγουρο:

  • ότι ΔΕΝ υπάρχει Θεός,
  • ότι ΔΕΝ μπορεί να γίνη ανάσταση,
  • ότι ΔΕΝ μπορεί να λένε ψέματα οι Εβραίοι.

Τότε η λύση, που δίνει στο θέμα μας, είναι από πλευράς του χίλια τοις εκατό σωστή.
Μόνο που την αλήθεια την βρίσκει εφαρμόζοντας την «επιστημονική» μέθοδο του Μεγαλέξανδρου

Γ' Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

α. Ο κενός τάφος

1. Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (κεφ. 28,11-15) μας πληροφορεί, ότι επιφωσκούσης της μιας Σαββάτων (Κυριακής), 25 Μαρτίου 29 μ.Χ. δύο γυναίκες, η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία (= η Παναγία) επήγαν «θεωρήσαι τον τάφον» του Ιησού. Μα ενώ ήσαν απέναντί του και «εθεώρουν» αυτόν, ξαφνικά έγινε σεισμός μεγάλος. Και ένας άγγελος κατέβη από τον ουρανό και απεκύλισε τον λίθον, που έφραζε το στόμιο του τάφου∙ και εκάθισε επάνω σ' αυτόν. Η όψη του αγγέλου ήταν ολόφωτη∙ σαν αστραπή∙ και τα ιμάτιά του λευκά σαν το χιόνι. Οι φρουροί (= οι της κουστωδίας) τον είδαν. Και εφοβήθησαν πολύ. Άρχισαν να τρέμουν. Έγιναν από τον φόβο τους σαν νεκροί!
2. Οι δύο γυναίκες είδαν τον άγγελο να αποκυλίη τον λίθο (= την ταφόπετρα). Μα δεν είδαν τον Ιησού. Ούτε μέσα. Ούτε να βγαίνη. Είδαν μόνο μέσα τα νεκρικά σάβανα. Και μάλιστα τυλιγμένα!
Και τί εκατάλαβαν;
Παρ' ότι είδαν τον άγγελο και τον σεισμό, το συμπέρασμά τους ήταν, ότι το σώμα του Ιησού είχε μεταφερθή αλλού
Και ο άγγελος τους είπε:
- Μη φοβείσθε. Ξέρω, ποιόν ψάχνετε να βρήτε. Τον Ιησούν. Μα δεν θα τον βρήτε. Γιατί αναστήθηκε. Ελάτε, να ιδήτε με τα ίδια σας τα μάτια τον τόπο που τον είχαν βάλει! Και τρέξατε να το αναγγείλετε στους μαθητές Του.
Οι γυναίκες έφυγαν αμέσως. Επήγαιναν τρέχοντας να αναγγείλουν το θαύμα της ανάστασης του Ιησού στους μαθητές Του. Μα στον δρόμο εμφανίσθηκε ενώπιόν τους ο Χριστός. Και τους είπε:
- Χαίρετε!
Τον επλησίασαν. Και έπεσαν να Τον προσκυνήσουν. Και ο Χριστός τους είπε:
- Μη φοβείσθε! Πηγαίνετε, να μεταφέρετε στους μαθητές μου την εντολή μου να πάνε στην Γαλιλαία (= λόφος έξω από την Ιερουσαλήμ). Εκεί θα με ιδούν.
3. Είναι φανερό από την διήγηση αυτή, ότι όταν ο άγγελος απεκύλισε τον λίθο, ο Ιησούς δεν ήταν πια στον τάφο. Είχε αναστηθή και είχε φύγει από τον τάφο!
Πώς;
Μας το λέγει το τροπάριο:
Κύριε, ούτως εξήλθες; εσφραγισμένου του τάφου∙ καθώς εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Σου.
Μετά την ανάσταση το Σώμα του Ιησού είχε γίνει πνευματικό (Α' Κορινθ. 15,44). Η οποιαδήποτε μορφή ύλης δεν παρεμπόδιζε πια τις κινήσεις Του.

β. Η αντίδραση των Εβραίων.

1. Το άγιο Ευαγγέλιο (Ματθ. 28, 11-15) μας πληροφορεί:
Αμέσως μόλις έγιναν τα πιο πάνω, κάποιοι από τους στρατιώτες της κουστωδίας ξέροντας, τι τους επερίμενε, έτρεξαν στον Καϊάφα, τον άμεσο για την υπόθεση αυτή προϊστάμενό τους (Ματθ. 27,65). Και του ανέφεραν λεπτομερώς, τι είχε γίνει. «Απήγγειλαν τοις αρχιερεύσιν άπαντα τα γενόμενα» (Ματθ. 28,11).
Ο Καϊάφας ενέργησε αστραπιαία. Συνεκάλεσε αμέσως το Συνέδριο (Σανχεντρίν). Και ενώπιον όλων των αρχιερέων και αρχόντων οι της κουστωδίας επανέλαβαν, τι είχε και είχαν ιδεί.
2. Και το Συνέδριο, έκαμε την σκέψη: Αν τραβήξωμε τα άκρα ζητώντας την τιμωρία των στρατιωτών, το θέμα θα φθάση στον Πιλάτο. Και εκεί, ενώπιόν του, οι στρατιώτες θα υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Και θα αγωνισθούν πάση θυσία για την ζωή τους! Θα τα ειπούν όλα. Και περισσότερα! Και ο Πιλάτος αφορμή θέλει να στραφή εναντίον μας! Αυτός με το ζόρι συμφώνησε στην καταδίκη του Ιησού! Τί θα γίνη, αν μάθη τέτοια πράγματα;
3. Και το Συνέδριο κατέληξε στην απόφαση:

  • να μην δεχθή τις μαρτυρίες των στρατιωτών∙
  • και να μην αφήση να γίνουν ευρύτερα γνωστές.

Για την υλοποίηση της αποφάσεώς τους, αυτής, προχώρησαν στις εξής ενέργειες:

  • έδωσαν χρήματα πολλά στους στρατιώτες με την δέσμευση να λένε, ότι το Σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές Του, ενώ αυτοί εκοιμώντο.
  • ανέλαβαν την ευθύνη ενώπιον του Πιλάτου∙
  • διέσπειραν στον κόσμο την είδηση, ότι το Σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές Του∙
  • έκαμαν την εκδοχή αυτή επίσημη θέση των Εβραίων επάνω στο θέμα της Αναστάσεως του Κυρίου.

Είναι φανερό, ότι:

  • ο Πιλάτος δεν ενδιαφέρθη να τιμωρήση τους Ρωμαίους στρατιώτες για «γελοίες υποθέσεις» των Εβραίων∙ και ότι
  • τα μυστικά «διέρρευσαν» και από τους στρατιώτες και από το Συνέδριο.

Πόσο λογική είναι η εξήγηση που δίνουν τα άγια Ευαγγέλια για το πως δημιουργήθηκε η εκδοχή των Εβραίων στο θέμα της Αναστάσεως!

γ. Απόλυτα βέβαιοι

1. Οι δύο γυναίκες έτρεξαν στους μαθητές του Ιησού. Τους μετέφεραν την παραγγελία Του. Και αμέσως έτρεξαν ο Πέτρος και ο Ιωάννης να ιδούν τον κενό τάφο. Έφθασαν. Εμπήκαν μέσα. Και είδαν τα νεκρικά σάβανα εκεί. Και το σουδάριο (= μανδήλιο), με το οποίο είχαν σκεπάσει το πρόσωπο του Ιησού προσεκτικά τυλιγμένο.
Είδαν και επίστευσαν (Ιω. 20,8). Στην συνέχεια η επικοινωνία με τον αναστάντα Ιησούν ετόνωσε την πίστη τους. Την έκαμε γρανίτη. Βεβαιότητα ακράδαντη.
2. Ιδού, πως περιγράφει ο απόστολος Παύλος τα αισθήματά του για τον Χριστό και την ανάστασή Του:
«Αξιώθηκα και είδα τον Χριστό. Τον είδα μέσα στο φως της θείας δόξας Του. Και ο Χριστός μου μίλησε. Εμένα του αμαρτωλού∙ του χειρότερου από όλους! Και δεν ετόλμησα να παρακούσω σε μια τέτοια ουράνια οπτασία και εντολή. Και από τότε γυρίζω όλον τον κόσμο και κηρύττω. Και είμαι πρόθυμος (= ετοίμως έχω) όχι μόνο να ιδώ τον εαυτό μου στα σίδερα της φυλακής (= ου μόνον δεθήναι), αλλά και να με εκτελέσουν σαν κακούργο υπέρ του Ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πραξ. 21,24).
3. Με άλλα λόγια ο απόστολος Παύλος μας λέγει:

  • Είδαμε τον Χριστό μετά την θανάτωση Του ζωντανό.
  • Και καταλάβαμε τι είναι.
  • Για μας τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
  • Πορεία και τέρμα για μας είναι προαποφασισμένα.
  • Δεν ψάχνομε ούτε για δόξα∙ ούτε για αγαθά.
  • Ένα μόνο ποθούμε: να μείνωμε πιστοί στον Χριστό∙ να τηρήσωμε την εντολή Του.

δ. Πώς έγινε η ανάσταση

1. Ο Ιησούς δεν ήταν μόνο άνθρωπος. Ήταν και ο Θεός. Απέθανε σαν άνθρωπος. Και ετάφη σαν άνθρωπος. Μα σαν Θεός ήταν και έμεινε αθάνατος και ζωοποιός. Με τον θάνατό Του εχωρίσθη η ψυχή Του από το Σώμα Του. Η θεότητά Του έμεινε ενωμένη και με την ψυχή Του και με το Σώμα Του.
Έτσι όταν ήρθε η ώρα, η παντοδύναμη θεότητα ξαναένωσε τα διεστώτα, ψυχή και σώμα, και ο Ιησούς ανέστη. Με την ανάσταση το σώμα του Ιησού εθεώθη∙ δηλαδή έγινε από φθαρτό άφθαρτο∙ και από χοϊκό έγινε πνευματικό.
2. Αφού αναστήθηκε ο Ιησούς, πρώτα απέβαλε ήρεμα τα σουδάρια και την σινδόνα, με τα οποία τον είχαν ενταφιάσει∙ τα ετύλιξε με προσοχή και νοικοκυρωσύνη∙ και μετά, εξήλθεν εσφραγισμένου του τάφου, καθώς εισήλθε και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Του. Και «ουκ, ήσθοντο, πότε ανέστη, οι φυλάσσοντες Αυτόν στρατιώται». Γιατί, ό,τι και να κάνουν οι άνθρωποι, δεν μπορούν να τον βάλουν τον Θεόν στο χέρι! Είναι και πιο έξυπνος! Και πιο εύστροφος! και πιο δυνατός!
3. Και μια ακόμη θεολογική παρατήρηση. Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ένας Θεός. Και ονομάζονται και τα τρία πρόσωπα «Ο Ων» (= ο υπάρχων), εβραϊκά Ιεχωβά ή Ιαχβέ. Τα τρία πρόσωπα (Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα) έχουν μία θέληση και μία ενέργεια.
Γι' αυτό και η Γραφή:

  • άλλοτε μας λέγει, ότι τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός Πατήρ (Πραξ. 3,15, Ρωμ. 6,4, Κολ. 2,12).
  • άλλοτε, ότι αναστήθηκε μόνος Του «αυτεξουσίως» (Ιω. 10,18)
  • άλλοτε, ότι τον ανέστησε το Άγιο Πνεύμα (Ρωμ. 8,11).


ε. Εν τω Ονόματί Μου...

1. Οι απόστολοι δεν εβγήκαν στο κήρυγμα με μόνο όπλο τους μια ιδεολογία (= την πίστη στον Χριστό). Ο Χριστός δεν τους άφησε άοπλους και γυμνούς. Τους έδωκε ένα μεγάλο όπλο: την δύναμή Του.
Τους είπε:

  • Όποιος πιστεύει σ' Εμένα θα κάμη όχι μόνο τα έργα που κάνω εγώ, αλλά και άλλα ακόμη μεγαλύτερα (Ιω. 14,12).
  • Εκείνοι που πιστεύουν σ' Εμένα, θα κάμουν μεγάλα θαύματα: Θα βγάλουν στο όνομά Μου δαιμόνια∙ θα μιλούν γλώσσες, που δεν τις ξέρουν∙ θα πιάνουν φίδια, και το δηλητήριό τους δεν θα τους βλάπτη∙ θα πίνουν δηλητήρια, χωρίς να πάθουν τίποτε∙ θα θεραπεύουν αρρώστους (Μαρκ. 16, 17-19).
  • Θα σας στείλω αυτό, που υποσχέθη ο Πατέρας Μου (= το Άγιο Πνεύμα). Μείνατε στην Ιερουσαλήμ, μέχρι που να ενδυθήτε την εξ ύψους δύναμιν (Λουκ. 24,49).
  • Σας δίνω την δύναμη και την εξουσία να θεραπεύετε ασθενείς∙ να ανασταίνετε νεκρούς∙ να καθαρίζετε λεπρούς∙ να βγάζετε δαιμόνια (Ματθ. 10,8).

2. Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο μέσα στην απέραντη απλότητά του μας δίνει την εξής υπέροχη μαρτυρία:
Ο μεν Κύριος Ιησούς Χριστός μετά από αυτά ανελήφθη στον ουρανό και εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός.
Εκείνοι δε (οι απόστολοι) εξελθόντες, εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον τους βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Δηλαδή:
Παντού μαζύ τους ήταν ο Κύριος. Τους εβοηθούσε. Τους ενίσχυε.
Και επεκύρωνε τα λόγια τους με θαύματα, που ποτέ δεν έπαυσαν να γίνωνται (Μάρ. 16, 19-20).
Ένα παράδειγμα:
Είπε ο Πέτρος στον παράλυτο ζητιάνο:
- Αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι∙ ο δε έχω τούτο σοι δίδωμι: Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού έγειρε και περιπάτει.
Και ο παράλυτος έγινε σαν παλληκάρι... (Πράξ. 3, 6-7).
Και τα θαύματα συνεχίζονται:

  • Πόσα θαύματα!
  • Και τι θαύματα!
  • Από τότε... μέχρι και σήμερα.
  • Ούτε σταμάτησαν. Ούτε θα σταματήσουν ποτέ.
  • Τα χαρίσματα του Χριστού στους μαθητές Του, εξακολουθούν να ενεργούν και σήμερα.
  • Μέσω των ιερέων Του∙
  • Μέσω των αγίων Του∙
  • Μέσω του Τιμίου Σταυρού∙
  • Μέσω των αγίων εικόνων∙
  • Μέσω του νερού του Αγιασμού∙
  • Μέσω των λειψάνων των αγίων∙
  • Μέσω του κάθε τι που Εκείνος αγίασε.

Οι Πράξεις των Αποστόλων και η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτες από θαύματα των αποστόλων και των αγίων. Μέχρι σήμερα.
3. Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ λέγει:
Τα σημεία εγίνοντο, για να βοηθούν τους ανθρώπους να δεχθούν τον λόγο του Θεού. Το κύριο ήταν ο λόγος. Τα σημεία απλώς μαρτυρούσαν για την δύναμη και την αξία του λόγου...
Ο λόγος ενεργεί στον νου και στην καρδία άμεσα. Τα σημεία ενεργούν στον νου και στην καρδία μέσω των σωματικών αισθήσεων...
Τα θαύματα προορίζονται κατά κύριο λόγο να πείσουν ανθρώπους αφοσιωμένους στις μέριμνες του κόσμου∙ και να τους οδηγήσουν στην πίστη. Γιατί οι προσηλωμένοι στην γη και στις δουλειές τους δεν έχουν την δύναμη να εκτιμήσουν την αξία του λόγου. Γι' αυτό ο εύσπλαχνος Λόγος του Θεού τους προσελκύει κοντά Του μέσω των ορατών θαυμάτων, που αποτελούν μια υλική, προσιτή στις αισθήσεις μας, απόδειξη∙ και οδηγούν την αδύνατη ψυχή στον παντοδύναμο Σωτήρα Θεόν Λόγο...
Τα θαύματα έκλειναν μέσα τους την απόλυτη αλήθεια. Και ήσαν τόσο σαφή και πασιφανή, ώστε οι εχθροί του Κυρίου, παρ' όλες τους τις προσπάθειες να τα συγκαλύψουν, δεν είχαν παρά να το ομολογούν, ότι ήσαν αληθινά[20].
4. Στο βίο του Στάρετς Αντωνίου της Όπτινα (υπό έκδοσιν) διαβάζομε τα εξής:
Τον περασμένο αιώνα ένας σοφός κληρικός, ο Βλ. Μπάρσκι, περιώδευσε στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Στο βιβλίο που έγραψε, όταν ξαναγύρισε στην Ρωσσία, περιγράφει και το άγιο Φως, που βγαίνει μόνο του στον Πανάγιο Τάφο την ώρα της Αναστάσεως.
Μα ένας λόγιος, αυτό δεν ήθελε να το πιστεύση.
Τον ερώτησε ο π. Αντώνιος:
- Εάν το εβλέπατε με τα μάτια σας, θα το επιστεύατε;
- Θα το επίστευα!
- Ποιόν να πιστεύσωμε τώρα εμείς; Εσένα, που δεν το είδες, ή τον Μπάρσκι που το είδε, το επίστευσε και το έγραψε[21];
Κάτι το ανάλογο ισχύει για όλα τα θέματα.

στ. Το σημείον

Μετά από όλα αυτά, υπενθυμίζομε στους αναγνώστες μας δύο λόγια της αγίας Γραφής:
1. Όταν οι Εβραίοι του ζητούσαν «σημείο», που να αποδείκνυε την ιδιότητά Του, σαν μεσσία και Θεού, ο Ιησούς τους απάντησε:
Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί! Και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου∙ όπως δηλαδή ο Ιωνάς έμεινε τρεις ημέρες στην κοιλιά του κήτους και μετά εβγήκε ζωντανός, υγιής, δυνατός, έτσι και ο Υιός του Ανθρώπου θα μείνη στην κοιλιά της γης (= στον τάφο) τρεις ημέρες και μετά θα αναστηθή (Ματθ. 12, 38-40, Λουκ. 11, 29-30).
Η ανάσταση του Χριστού είναι το σημείο που εδόθη στην πονηρά και μοιχαλίδα γενεά, που τα βλέπει όλα με την ξηρά λογική του παλαιού ανθρώπου. Άρα η ανάσταση του Χριστού είναι θέμα, που όταν το ψάξη κανείς, βρίσκει!
2. Είπε ο απόστολος Παύλος στους Αθηναίους
Ο Θεός έστειλε στον κόσμο Σωτήρα και Κριτή (σαν άνθρωπο) τον Υιό Του. Μα αυτό δεν είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Μας έδωκε σε όλους μας την δυνατότητα να το ελέγξωμε και να το διαπιστώσωμε μόνοι μας, αρκεί να μελετήσωμε την Ανάστασή Του (= πίστιν παρασχών πάσιν[22] τήσας Αυτόν εκ νεκρών) (Πράξ. 17,31).
Η έρευνα αυτή πρέπει να γίνεται με ειλικρίνεια απέναντι του εαυτού μας.

Δ' ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ

Δεν μπορούμε να μελετήσωμε όλοι όλα τα θέματα των διαφόρων επιστημών σε βάθος. Περιοριζόμαστε λοιπόν να προσπαθούμε να σχηματίσωμε σωστές αντιλήψεις. Το επιτυγχάνομε, όταν στηριζώμεθα σε λόγια-καταστάλαγμα έρευνας και μελέτης των εγγυημένα μεγάλων και σοφών ειδικών ερευνητών-επιστημόνων.
Ας αναπληρώσωμε λοιπόν και εμείς τα υστερήματα μας με την σοφία και την πείρα αρμοδίων ειδικών ερευνητών.

α. Το πιο αξιόπιστο γεγονός.

1. Ο Thomas Arnold (Τόμας Άρνολντ), καθηγητής της Ρωμαϊκής Ιστορίας, συγγραφέας μιας υπέροχης τρίτομης Ιστορίας του Ρωμαϊκού Κόσμου (έργο κλασσικό), γράφει:
«Χρόνια εμελετούσα την αρχαία ιστορία. Ερευνούσα τις πηγές. Και «εζύγιζα» τις απόψεις των νεωτέρων συγγραφέων, που ασχολήθηκαν με την εποχή αυτή. Σαν κατασταλάγματα των μελετών μου λέγω τούτο: Δεν ξέρω να υπάρχη στην ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητος άλλο γεγονός, που να θεμελιώνεται - για τον απροκατάληπτο ερευνητή - σε πιο πειστικές και αξιόπιστες μαρτυρίες και σε πιο εξαντλητική έρευνα από το σημείο (εννοώ τον κενό τάφο) που μας έδωκε ο Θεός, για να δείξη, ότι ο Χριστός απέθανε μεν, αλλά και αναστήθηκε εκ νεκρών»[23]
Ο διάσημος ιστορικός A. Fr. Gfrörer, (Α. Γραίρερ), που από άθεος μετά βαθειά μελέτη των πηγών επίστευσε στον Χριστό, λέγει:
Η ανάσταση του Χριστού είναι το πιο έγκυρο και το πιο μαρτυρημένο γεγονός της αρχαίας ιστορίας.
Αν αφήσω τον εαυτό μου να μην παίρνη στα σοβαρά τις μαρτυρίες για την ανάσταση του Χριστού, μόνο και μόνο επειδή προέρχονται από χριστιανούς (από τους αποστόλους), δεν έχω πια δικαίωμα να θεωρώ κανένα γεγονός της αρχαίας ιστορίας έγκυρο και αξιόπιστο[24]
2. Ο Dr Simon Greenleaf (Σίμων Γκρήνληφ), ένας από τους πιο μεγάλους αμερικανούς νομικούς (θεωρείται η πιο μεγάλη νομική αυθεντία των Η.Π.Α.) έγραψε ένα βιβλίο αφιερωμένο στο θέμα: Έχουν νομική αξία οι μαρτυρίες των αποστόλων για την ανάσταση του Χριστού; Τα συμπεράσματα του είναι:

  • Αποκλείεται (σαν από νομικής πλευράς απίθανη) η υπόθεση ότι θα μπορούσαν οι απόστολοι να μείνουν για πάντα σταθεροί στην άποψη ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αν αυτό δεν ήταν όχι απλώς γεγονός, αλλά γεγονός αδιαμφισβήτητο και ένδοξο.
  • Η ανάσταση ήταν για τους απόστολους γεγονός τόσο γνωστό και σαφές, όσο τα πιο σοβαρά γεγονότα της ζωής τους, για τα οποία δεν έχουν καμμιά αμφιβολία ότι έγιναν.
  • Η ανάσταση του Χριστού - από πλευράς των αποδείξεων που εξετάζουν και λαμβάνουν υπ' όψιν τους τα σημερινά δικαστήρια - είναι το πιο αδιαμφισβήτητο γεγονός της παγκοσμίου ιστορίας[25]

β. Ιστορία Χριστού χωρίς ανάσταση δεν γίνεται!

1. Όμως ένας άλλος διαπρεπής νομικός, ο Frank Morisson έβαλε στόχο του να διαμφισβητήση τις μαρτυρίες που έχομε για την ανάσταση του Χριστού. Ο Μόρισον

  • Παραδεχόταν ότι ο Χριστός υπήρξε∙ ότι ήταν πρότυπο αρετής και υπέροχος διδάσκαλος∙
  • δεν παραδεχόταν μόνο την ανάστασή του.
  • έλεγε πως η ανάσταση ήταν μια μυθοποιημένη ωραιοποίηση της ιστορίας του Χριστού.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο των ιδεών του ο Μόρισον αποφάσισε να γράψη την ιστορία των τελευταίων ημερών του Ιησού, χωρίς να κάμη καμμιά αναφορά στην ανάστασή του. Του είχε μπει η ιδέα, ότι αν έγραφε τέτοιο τεκμηριωμένο βιβλίο, θα έκανε να ... ξεχασθή η ανάσταση του Χριστού!
2. Άρχισε λοιπόν να έρχεται σε επαφή με τα γεγονότα και με τα προβλήματα που τα ακολουθούν. Και τότε η δικαστική του ευσυνειδησία τον έκαμε να αλλάξη γνώμη και τοποθέτηση.
Ασχολήθηκε λοιπόν με το θέμα αυτό στα σοβαρά . Μελέτησε, όσο πιο καλά μπορούσε, όλα τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του. Και κατάλαβε, ότι ακόμα και αν το ήθελε, ήταν αδύνατο να γράψη το βιβλίο, που είχε σχεδιάσει και όπως το είχε σχεδιάσει. Και κατέληξε να γράψη ένα βιβλίο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχε προγραμματίσει. Ο τίτλος του βιβλίου αυτού είναι: «Ποιός απεκύλησε τον λίθο»; Στο πρώτο κεφάλαιο ο Μόρισον δηλώνει: «Ποτέ μου δεν το είχα φαντασθή ότι θα κατέληγα να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο»[26]!
3. Το βιβλίο του Μόρισον είναι μια συνεχής διακήρυξη, ότι η ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός.
Κυκλοφόρησε σε εκατομμύρια αντίτυπα και αποτελεί αληθινό μνημείο μιας λογικής εργασίας, που κυριολεκτικά ξετινάζει όλα τα επιχειρήματα εκείνων που προσπάθησαν να αμφισβητήσουν την ανάσταση του Χριστού.

γ. 700 ώρες εργαστηριακής έρευνας

1. Ο Josh Mc Dowell[27] διαπρεπής αμερικανός επιστήμων, ξεκίνησε άθεος. Επάλεψε να παραμερίση από το φάσμα της ζωής του την πίστη στον Χριστό (βλ. κεφ. 10ο ). Μα δεν τα κατάφερε.
Ας ακούσωμε την διακήρυξη που έκαμε, για την πίστη του στην ανάσταση του Χριστού:
2. Κάποτε ένας φίλος μου με ρώτησε:
- Τί είναι εκείνο, που σε κάνει να μένης δεμένος με τον Χριστιανισμό;
Του απάντησα:
- Ένα. Ένας και μόνο λόγος. Έψαχνα για χρόνια να βρω μια εξήγηση για την ανάσταση του Χριστού. Έψαχνα χρόνια να ιδώ: μπορεί να δοθή στην ανάσταση του Χριστού εξήγηση διαφορετική από αυτήν που δίνουν οι απόστολοι στα ευαγγέλια και στις επιστολές τους; Συγκεκριμένα «έφαγα» εφτακόσιες (ναι, εφτακόσιες!) ώρες εργαστηριακής έρευνας επάνω στο θέμα αυτό! Ερεύνησα όλες τις πηγές. Και εξέτασα όλες τις δυνατές εκδοχές.
Ξεκίνησα από την σκέψη, ότι η ανάσταση του Χριστού πρέπει να είναι:

  • ή η πιο μεγάλη απάτη και πονηρία στον κόσμο,
  • ή το πιο μεγάλο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας.

Στην συνέχεια όμως η έρευνά μου με υποχρέωσε να παραδεχθώ, ότι

  • Η ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός.
  • Γεγονός, που έγινε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
  • Γεγονός, που έχει μάρτυρες και αποδεικτικά στοιχεία (πειστήρια).

Η έρευνα μου με έκαμε να καταλάβω, ότι η χριστιανική πίστη∙

  • Δεν είναι στοχασμός.
  • Δεν είναι φιλοσοφία.
  • Δεν είναι μια πλαστή ιστοριούλα.
  • Είναι η πιο αληθινή ιστορία στον κόσμο.

3. Με άλλα λόγια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και τόσο απλοϊκά, όσο φαντάζονται μερικοί με την απλοϊκότητα και απλότητά τους.

δ. Γι αυτό ξεσηκώνονται με τόση μανία.

Γράφει ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Σπυρ. Μακρής:
Αυτά που γράφω είναι όλα προσωπικά μου βιώματα. Είναι πράγματα που παίδεψαν την ψυχή μου∙ που αποτελούν το τέρμα της πνευματικής μου πορείας∙ που μπορώ να τα βεβαιώσω με την σφραγίδα της απόλυτης εσωτερικής μου πληροφορίας, από την βίωση και την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριο μας Ιησούν Χριστόν.
Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας της κατάφασης του Χριστιανισμού. Γιατί, αν η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα που πιστεύομε και ακολουθούμε (και είναι ξένα και αντίθετα στον Χριστό και στο ευαγγέλιό Του) πρέπει να γκρεμιστούν∙ γιατί είναι είδωλα και ψέματα.
Γι' αυτό ξεσηκώνονται με τόση μανία και τόσο πείσμα να μας πείσουν με ένα σωρό επιχειρήματα παραπλανητικά, ότι η Ανάσταση του Χριστού δεν έγινε. Επειδή:
Αν η Ανάσταση του Χριστού έγινε, τότε ο Χριστός είναι Θεός∙ και όλα όσα μας λέει είναι αλήθεια. Και συνεπώς θα πρέπει να πεθάνωμε γι το κάθε τι, που είναι αντίθετο στο λόγο του Χριστού. Και να ζήσωμε μια ζωή σύμφωνη με αυτά που είπε ο Χριστός και πρεσβεύει η Εκκλησία Του[28].

 ε. Συμπέρασμα

1. Γράφει ο διαπρεπής αμερικανός νομικός George Eldon Ladd[29] (Τζώρτζ Έλντον Λάντ)

  • Σήμερα ο πιστός χριστιανός μπορεί να είναι 100% σίγουρος ότι ο Χριστός αναστήθηκε.
  • Η πίστη μας δεν στηρίζεται σε μύθους. Ούτε σε φιλοσοφικές στοχαστικές συλλήψεις.
  • Στηρίζεται σε ιστορικά γεγονότα

o με αδιάσειστη βάση∙ και
o με αναντίρρητες αποδείξεις.
2. Ένας άλλος διαπρεπής νομικός ο αρχιδικαστής της Αγγλίας (Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, θα ελέγαμε εμείς), λόρδος Darling (Λόρδος Ντάρλινγκ) μετά μια νομική έρευνα επάνω σε όλες τις μαρτυρίες που έχουν σχέση με την ανάσταση του Χριστού, γράφει:
Για την ανάσταση του Χριστού έχομε πάρα πολλές μαρτυρίες. Και θετικές. Και αρνητικές. Που όλες, η κάθε μία με τον τρόπο της μας δίνουν τόσες πολλές ενδείξεις, ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, ώστε κανένα σώμα από μελετημένους δικαστικούς (από όποιο μέρους του κόσμου κι αν είναι!) δεν θα μπορούσε να βγάλη - με βάση τα στοιχεία που μας δίνουν οι μαρτυρίες αυτές - απόφαση διαφορετική από ότι:

  • η Ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός∙
  • ο Χριστός ανέστη.




 Ε' ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ

Οι ερευνητές ξεκινούν διανοητικά-εγκεφαλικά. Και καταλήγουν στην αγάπη του Χριστού.
Οι άγιοι ξεκινούν από την αγάπη τους προς τον Χριστό. Και προχωρούν με αυτήν.
Ο δρόμος των αγίων είναι καλλίτερος. Εκφράζει πιο σωστά τον άνθρωπο. Εκφράζει την σωστή πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό, που είναι η με υπακοή αναζήτηση του Θεού.
Ας ιδούμε λοιπόν, τί λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
1. Πάντοτε γινόταν λόγος για πράγματα αξιοθαύμαστα. Μα τα δικά μας είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστα!
Μα τα τωρινά είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστα.
Κηρύττεται ο Σταυρός και τρέχει όλος ο κόσμος.
Τί σημαίνει «κηρύττεται Σταυρός»;
Κηρύττεται ένας επονείδιστος θάνατος!
Και γιατί τρέχουν; Για να ιδούν; Δεν εσταυρώθηκαν μυριάδες; Δεν υπήρξαν χιλιάδες σοφοί; Δεν υπήρξαν πολλοί ισχυροί; Δεν υπήρξαν περίδοξοι βασιλείς;
Υπάρχει άλλος, που να κέρδισε έτσι τον κόσμο;
Και μη μου φέρεις σαν επιχείρημα εναντίον του Χριστού τις αιρέσεις!

  • Όλοι τον Χριστό κηρύττουν∙ έστω και αν σφάλλουν σε κάτι!

Όλοι Εκείνον προσκυνούν! Εκείνον που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου στην Παλαιστίνη!
2. Κανείς στον κόσμο δεν κατάφερε ό,τι κατάφερε Αυτός. Και μάλιστα παρά τα τόσα εμπόδια. Μην ξεχνάτε:

  • πόσοι βασιλείς. Τον επολέμησαν!
  • πόσοι τύραννοι Τον εθεώρησαν σαν τον μοναδικό τους αντίπαλο!
  • Πώς ο κόσμος όλος σε όλες τις πόλεις είχαν ξεσηκωθή εναντίον Του!

Και όμως! Ποτέ δεν επήγε προς τα πίσω ο Χριστιανισμός. Χρόνο το χρόνο όλο και πιο μπροστά πηγαίνει!
3. Σε τί οφείλεται αυτή η ισχύς;

  • Ήταν μάγος! σου λένε.

Μπα; ο μοναδικός στον κόσμο μάγος ήταν; δεν έχετε ακούσει, τί μάγους είχαν στην Περσία και στις Ινδίες; Και πόσους έχουν ακόμη! Θυμάσθε κανενός το όνομα;

  • Να εκείνος ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ήταν και μάγος και απατεώνας. Και έλαμψε!

Πού και πότε!
Σε μια μικρή πόλη! Και για λίγο! Και έσβησε! Και δεν άφησε ούτε Εκκλησία∙ ούτε πιστούς∙ ούτε τίποτε!

  • Και γιατί χάνω τα λόγια μου, μιλώντας για μάγους, που έσβησαν;

4. Η ειδωλολατρεία, πώς έπαυσε;
Πού είναι ο Δωδωναίος; Πού είναι ο Κλάριος; Πού είναι εκείνα τα εργαστήρια της πονηρίας και απάτης (τα μαντεία); Σιωπούν! Το εβούλωσαν!

  • Τί είναι εκείνο που κάνει τα δαιμόνια να τρέμουν;

Γιατί τα πιάνει φρίκη και τρόμος, όταν ακούνε κάτι για τον Εσταυρωμένο, ή για λείψανα ανθρώπων που εσφάγηκαν για χάρη του;
Γιατί ακούνε Σταυρό και το βάζουν στα πόδια;
Να γελάνε έπρεπε! Είναι τίποτα το σπουδαίο ο Σταυρός;
Κάθε άλλο! Σιχαμερό και επονείδιστο! Εκτελεστικό όργανο είναι. Και μάλιστα το χειρότερο από όλα. Για τους Εβραίους καταραμένο. Για τους Έλληνες σιχαμερό. Σε τί οφείλεται και τον τρέμουν οι δαίμονες; Όχι στην δύναμη του Σταυρωμένου;
Αν εφοβούντο τον Σταυρό σαν σταυρό (άφησε που αυτό (= να φοβούνται!) είναι εξευτελιστικό για «Θεούς»!), θα έπρεπε ν α τρέμουν και κάθε σταυρωμένο∙ και ασφαλώς και τους ληστές.
Ε λοιπόν. Σε ερωτώ: Αν κάποιος ειπή: «Στο όνομα του σταυρωθέντος» (και εννοεί κάποιον ληστή), θα φύγη ο διάβολος;
Αμ δε...
Όχι μόνο δεν θα φύγη, αλλά και θα γελάση με την καρδιά του!
Μα αν εννοεί «τον Ναζωραίο», φεύγουν σαν να είναι το όνομα αυτό φωτιά!
5. Έλα τώρα∙ και ειπέ μου:
Πώς εξαπλώθηκε η πίστη στον Χριστό; Σε τί οφείλεται αυτό; Σε ικανοποιεί η εξήγηση;

  • ότι τάχα ήταν απατεώνας;
  • ότι τάχα ήταν σοφός;
  • ότι ήταν μάγος;

Όχι. Γιατί κανένας απατεώνας, μάγος Και σοφός δεν απόκτησε ποτέ τέτοια δύναμη. Κανένας. Ποτέ. Ούτε από μακριά. Ούτε στο ελάχιστο.
6. Από αυτά γίνεται φανερό ότι:
Ο Χριστός επεκράτησε, όχι γιατί ήταν μάγος, όχι γιατί ήταν απατεώνας, αλλά επειδή ήρθε να μας απαλλάξη από τους μάγους και τους απατεώνες∙ επειδή είναι η ακαταμάχητη θεία δύναμη[30].


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] S. Augustini, Enarratio in Psalmum 120,6.
[2] Παγκόσμιο Λεξικό των Έργων, τομ. Ε', Αθήναι (Spiritus Mundi) 1966, σελ. 2404-2405.
[3] Pascal, Bl. Pensées, art. XI.
[4] Παρακλητική, Ηχ. Πλ. Α' Κυριακή, Αίνοι.
[5] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Α' προς Κορινθίους Επιστολήν Ομιλία Ε, γ' P.G. τομ. 61,43.
[6] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ματθαίον Ομιλία ΠΘ' (89), α' P.G. τομ. 58, σελ. 781-783.
[7] Blinzler, Joseph, Der Prozess Jesu, Regesburg 1960³, s. 87-174.
[8] Koch, Anton. Hom. Handbuch, Bd I, Freiburg 1952⁴, σελ. 445.
[9] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Προς Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι ο Θεός ο Χριστός § ιδ' (P.G. τομ. 48, σελ. 832-833).
[10] S. Augustini, Enarratio in Psalmum, 62,15.
[11] Ramsay, A.M. God, Christ and the World, London (S.C.M. Press)1969, p. 78-80.
[12] Γιαννακοπούλου, Ιωήλ (αρχιμ.) Χριστιανισμός-Λογική, Καλαμάτα 1953, σελ. 66-67.
[13] Greenleaf, simon, An Examination of the Testimony of the Four Evangelists by the Rules of Evidence Administrated in the Courts of Justice. Grand Rapids 1965, p. 29.
[14] Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 7ος, σελ. 56.
[15] Strauss, D. Fr. The Life of Jesus for People, Vol. I, London, 1879, p. 412.
[16] Σπυρ. Μακρή, καθηγητού Αναισθησιολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπ. Θεσσαλονίκης: Η Επιστήμη μπροστά στην Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, Θεσσαλονίκη 1981. Άλλες σχετικές μελέτες:
-D.Edwards, M.D.Q W.J. Grabel, M. Div.: F.E. Hosmer, M.S.AMI, On the physical death of Jesus Christ, JAMA vol. 255,11; 1988, March 21.
-S.M. Tenney, On death by crucifiction, Annotations 286, vol 68,2 (August 1964).
-N.P. De Pasquale, M.D.: G.E. Burch, M.D. On the death by crucifiction, Annotations 435, vol 66,3 (Sept 1962).
[17] Μακρή, Σπυρ. ε.ά. σελ. 14-17.
[18] Krauss, Jesus from Nazareth, In Jewish Leyend. (Jewish Encyclopedia, vol. 7, New York 1906, p. 170-173.
[19] Meyer, P.L. First Easter. The true and unfamiliar Story, New York (Harper and Row) 1973, p. 122.
[20] Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Θαύματα και Σημεία, Πρέβεζα 1988², σελ. 40, 42, 45.
[21] Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Στάρετς Αντώνιος, Πρέβεζα 1989, σελ. 81.
[22] Βλ. Schneider, G. Die Apostelgeschichte, 2 Teil, Herders Theol. Kommentar zum N.T., Freiburg 1982, s. 243.
[23] Arnold, Th. Christian Life, Its Hopes, its Fears and its Glory, London 1859⁶, p. 324.
[24] Koch, Anton. Hom. Handbuch, Band 1, Freiburg 1952, σελ. 443.
[25] Greenleaf, Simon, An Examination of the Testimony of the Fourth Evangelist by the Rules of Evidence Administrated in the Courts of Justice, New York. Grand Rapids 1965, p. 29.
[26] Morisson, Frank, Who Moved the Stone. London (Faber and Faber) 1930.
[27] Mc Dowell, Josh. More than a Carpener. Eastbourne, 1989, p. 86.
[28] Μακρής, Σπυρ. ε.ά. σελ. 1-2.
[29] Ladd, George Eldon, I Believe in the Resurrection of Jesus, Grand Rapids 1975, p. 141.
[30] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον άγιον Απόστολον Παύλον Ομιλία Δ' P.G. τόμ. 50,490.