Α Γ Α Π Ι Σ Μ Ο Σ :

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ π.Γ.ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

 

Πῶς δὲν ἔγινα «Καθοδηγητὴς τοῦ Ἀγαπισμοῦ»

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

    Ανταποκρινόμενος στὸ πάγιο αἴτημα τῆς ἱστοριογραφίας, νὰ δημοσιεύονται, γιὰ νὰ γίνουν γνωστές, ὅλες οἱ πηγὲς στὰ διάφορα εἴδη τους (κείμενα, μνημειακὲς μαρτυρίες, προφορικὲς καταθέσεις κ.λπ.), πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ δημοσιοποιήσω καὶ τὶς δικές μου ἐμπειρίες ἀπὸ τὴν γνωριμία μου μὲ τὸν πρώην Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κυρὸν Ἱερώνυμον Α´ (Κοτσώνην, 1905 - 1988). Ἄλλωστε, συνεχίζεται ἡ κατὰ καιροὺς κατάθεση ἀπόψεων γιὰ τὸν πολυσυζητημένο καθηγητὴ καὶ κληρικό. Γράφω τὰ παρακάτω μὲ σκοπὸ ὄχι τὴν ἀντίκρουση ὁποιωνδήποτε θέσεών του, οὔτε πολὺ περισσότερο ἐπιδιώκοντας τὴν ἁγιοποίηση ἢ δαιμονοποίησή του, ἀλλὰ γιὰ νὰ παρουσιάσω κάποια «ντοκουμέντα», ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸν ἀναγνώστη νὰ συναγάγει μόνος τὰ συμπεράσματά του. Σπεύδω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων δὲν ἔβαλα στὸν τίτλο τὸν ὅρο «ἰνστρούχτορας», ποὺ τὸν θεωρῶ περισσότερο κατάλληλο, γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ρόλου, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναλάβω, ὅπως θὰ δοῦμε, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος. Ὁ ὅρος αὐτός, γνωστὸς ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, ἀντιστοιχεῖ στὸν ἑλληνικὸ «καθοδηγητής», καὶ τελικὰ πρόκεται γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

Ἡ γνωριμία

Τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο Α´ γνώριζα ὡς θεολόγος ἀπὸ τὰ δημοσιεύματά του1 καὶ κυρίως τὴν μετάφραση ἀπὸ αὐτὸν (1948) τοῦ ἔργου τοῦ προτεστάντη J. HOLZNER «ΠΑΥΛΟΣ», ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάθαμε νὰ χαρακτηρίζουμε τὸν Ἀπόστολο «Ὁ Πρῶτος μετὰ τὸν Ἕνα», ἀλλ᾽ ὁ ἀείμνηστος διδάσκαλός μας στὴν Ὀρθοδοξία, πάπα - Γιάννης Ρωμανίδης, σχολίαζε ὅτι, ἂν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὀρθόδοξα μία τέτοια φράση, μόνο ἡ Παναγία μας εἶναι «ἡ Πρώτη μετὰ τὸν Ἕνα», τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ἡ «μετὰ Θεὸν Θεός». Δόθηκε ὅμως ἡ εὐκαιρία νὰ τὸν συναντήσω καὶ προσωπικά. Λίγο μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς Δικτατορίας, στὶς ἀρχὲς Μαΐου τοῦ 1967, ἐπισκέφθηκε τὴν «Ὀρθόδοξο Κατηχητικὴ Σχολή», ἵδρυμα- δημιούργημα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νευροκοπίου Γεωργίου (1881 - 1958), ποὺ διηύθυνε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς (ἀργότερα) τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βασίλειος Δεντάκης. Ὁ ἀκόμη ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος καὶ ὁ ἱεροκήρυκας (τότε) καὶ ἀρχιμανδρίτης, μετέπειτα Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αὐγουστίνος Καντιώτης (1907 - 2010) ἐπισκέφθηκαν τὸ Ἵδρυμα, Κυριακὴ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία.

Ἤμουν τότε λαϊκὸς καὶ ἀριστερὸς ψάλτης στὸν Ναὸ τοῦ Ἱδρύματος («Ἅγιος Ἀθανάσιος», στὴν Ἄνω Κυψέλη). Μὲ ἔκπληξη, ὅλοι μας (ἐπίτροποι καὶ συνεργάτες) ὑποδεχθήκαμε τοὺς δύο διακεκριμένους Κληρικοὺς στὴν αἴθουσα τοῦ Ἱδρύματος, καὶ ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἀκούαμε μὲ ἐνδιαφέρον τὴ συζήτηση, ποὺ ἀκολούθησε. Ὅταν ἔγινε λόγος γιὰ τὴν «ἐπανάσταση» τοῦ Στρατοῦ (21 Ἀπριλίου 1967), ὁ μὲν π. Ἱερώνυμος μίλησε πολὺ θετικά, διαβλέποντας σημαντικὲς ἐξελίξεις γιὰ τὸ Ἔθνος. Ὁ π. Αὐγουστίνος ὅμως, μολονότι παλαιὸς στρατιωτικὸς ἱερεύς, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικός, περιοριζόμενος στὸ νὰ τονίσει τὴν παραδοσιακὴ ἐντιμότητα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκφράζοντας τὴν εὐχὴ νὰ πράξουν τὸ πρὸς τὸ Ἔθνος καθῆκον τους, ἐξυγιαίνοντας τὴν Χώρα. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἐπαφή μου μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη- καθηγητὴ π. Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος στὶς 14 Μαΐου 1967 ἐκλέχθηκε ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὴν «Ἀριστίνδην» Σύνοδο2 .

Ἀπὸ τὸ 1969 ἕως τὸ 1975 ἐσπούδασα στὴν Δυτικὴ Γερμανία (Βόννη καὶ Κολωνία), ὅπου τὸν Μάϊο τοῦ 1971 εἰσῆλθα στὶς τάξεις τοῦ ἱ. Κλήρου, στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀπὸ ἐκεῖ παρακολουθοῦσα τὶς πολιτικοεκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις στὴν Ἑλλάδα καὶ παράλληλα μὲ τὸ ποιμαντικό μου ἔργο ἑτοίμαζα καὶ τὶς δύο διδακτορικὲς διατριβές μου, τὴν γερμανικὴ καὶ τὴν ἑλληνική. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1975 ἐπέστρεψα μὲ τὴν οἰκογένειά μου στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπαναπροσλήφθηκα στὴ θέση τοῦ ἐπιστημονικοῦ βοηθοῦ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχα παραιτηθεῖ τὸ 1971 μετὰ τὴν χειροτονία μου. Τὸ 1977 ἐγνώρισα τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Νικαίας κυρὸ Γεώργιο (Παυλίδη) (1910 - 1990), ἕνα μεγάλο ἱεροκήρυκα καὶ ἄξιο Ποιμένα. Μὲ ἐκάλεσε γιὰ μία ὁμιλία καὶ γίναμε φίλοι, μὲ κύριο συνδετικό μας στοιχεῖο, μετὰ τὴν ἱερωσύνη, τὸν διαβήτη (σάκχαρο): Ὄχι μόνο μὲ καλοῦσε συχνὰ γιὰ ὁμιλίες καὶ διαλέξεις, ἰδιαίτερα στὸν «Κύκλο ἐπιστημόνων», ποὺ εἶχε3 , ἀλλά μοῦ ἀνέθεσε καὶ τὴν διεύθυνση τοῦ τομέα «Ἐργατικῆς Διακονίας», γιὰ νὰ ἀξιοποιήσω, ὅπως ἐτόνιζε, τὴν σχετικὴ ἐμπειρία μου ἀπὸ τὴν Γερμανία. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ θεμελιώθηκε καὶ ἡ δεύτερη - οὐσιαστικότερη - γνωριμία μου μὲ τὸν (τέως) ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1979, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος εἶχε ἱδρύσει τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης», ὅπως ὀνόμασε τὴν Κίνησή του, ἢ τὸν «Ἀγαπισμό», ὅπως ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται, καὶ ἐργαζόταν πυρετωδῶς γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ στελέχωσή της. Ἤδη εἶχε ἐπιστρατεύσει διακεκριμένα μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας (Καθηγητὲς Πανεπιστημίου, Στρατιωτικούς, Πολιτικούς, Βιομηχάνους, Ἐπιχειρηματίες κ.λπ.), ἀναζητοῦσε ὅμως τὸν καθοδηγητή, ποὺ θὰ ἀναλάμβανε τὸ ἔργο διαφωτισμοῦ, ὡς ὁμιλητής ἐπὶ τακτῆς βάσεως καὶ «κατηχητὴς» τῶν Μελῶν καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικό. Ἕνα βράδυ δέχθηκα ἕνα ἀπρόσμενο γιὰ ἐμέ, τὸν ταπεινὸ Παπᾶ, τηλεφώνημα: «Ἐδῶ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος». Τὰ ἔχασα πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ ἠρέμησα μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ δέχθηκα τὴν πρόσκλησή του νὰ συναντηθοῦμε τὸ ταχύτερο δυνατόν. Αὐτὸ ἔγινε μετὰ ἀπὸ 2-3 ἡμέρες, στὶς 24.5.1979 σὲ ἕνα διαμέρισμα, ποὺ ὅπως μὲ πληροφόρησε, ἀνῆκε στὸν ἀείμνηστο πρ. Θηβῶν καὶ Λεβαδείας κυρὸν Νικόδημον (Γραικόν). Μὲ ὑποδέχθηκε μὲ τὴν γνωστὴ παποφράγκικη «μπέρτα», μὲ τὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει νὰ κυκλοφορεῖ. Ἔβαλα μετάνοια καὶ παρήγγειλε στὴν Κυρία ποὺ τὸν διακονοῦσε νὰ φτειάξει τοὺς καφέδες. Τὸν εὐχαρίστησα καὶ ἐντελῶς αὐθόρμητα τοῦ εἶπα: «Λάλει, Κύριε, ὁ δοῦλός σου ἀκούει»! Ἐκεῖνος ὅμως μοῦ ἀπάντησε: «Δὲν ἀναζητῶ δούλους, ἀλλὰ συνεργάτες», καὶ ἄρχισε νὰ μιλεῖ γιὰ τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» καὶ τὸ ρόλο ποὺ ἤθελε νὰ μοῦ ἀναθέσει. Αἰφνιδιάστηκα καὶ τότε κατάλαβα, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Γεωργίου καὶ τὴν διάθεσή του νὰ διακριθῶ, ἀφοῦ τότε περνοῦσα μία περίοδο ὄχι ὁμαλῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπή4 , ζώντας μιὰ περιπέτεια, ποὺ δὲν γνώριζα, ποῦ θὰ κατέληγε.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁμολογῶ ὅτι ἡ «Διεθνὴς» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ λεκτικὰ τουλάχιστον θύμιζε τὴν κομμουνιστικὴ «INTERNATIONALE», δὲν μὲ προδιέθεσε θετικά. Τὸν ἐπισκέφθηκα ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν Νικαίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ περιέργεια νὰ διαπιστώσω περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ ἐνημέρωσε ἐκτενῶς γιὰ τὸ ἐγχείρημά του, γιὰ τὸ ὁποῖο αἰσθανόταν ὑπερήφανος, καὶ μοῦ περιέγραψε ποιὸς θὰ ἦταν ὁ ἀνατιθέμενος σὲ ἐμὲ ρόλος. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ἕνα εὐσεβιστικὸ κατασκεύασμα, μὲ καθαρὰ δυτικὲς καὶ καθόλου ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιχειρήσω τώρα μακρότερες ἀναλύσεις. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ σφηνώθηκε μέσα μου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἦταν νὰ βρῶ τρόπο νὰ ἀποφύγω ὁποιαδήποτε δέσμευση. Ζήτησα, λοιπόν, περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν «Διεθνῆ», γιὰ νὰ ἐνημερωθῶ πληρέστερα, πρὶν δώσω τὴν ἀπάντησή μου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μοῦ ἔδωσε ἀμέσως τὸ ὑλικό, ποὺ διένεμε, διὰ τὴν στρατολόγηση τῶν Μελῶν τῆς «Δ.τ.Α.», ἀπὸ τὸ ὁποῖο πληροφορούμεθα τὰ περὶ τῆς ταυτότητος καὶ τῶν στόχων τῆς Ὀργανώσεως5 .

Ὅλα αὐτὰ - καὶ πολλὰ ἀκόμη - δημοσιεύθηκαν σὲ ἕνα βιβλίο τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὸν τίτλο «Ἀγαπισμός, τὸ καινούριο σύστημα ζωῆς», ἐκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθήνα 19, σελ. 208. Γι᾽ αὐτὸ περιορίζομαι ἐδῶ σὲ ὅσα ἐξυπηρετοῦν τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος κειμένου.

Τί εἶναι ἡ «Διεθνής τῆς Ἀγάπης»

 « Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα κίνημα, ποὺ θέλει νὰ τονίση, πὼς γιὰ νὰ καρποφορήσουν πιὸ πολὺ ὅλες οἱ ἀξιόλογες καὶ χρήσιμες προσπάθειες, ποὺ γίνονται σήμερα γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ γενικοῦ ἀφοπλισμοῦ, εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἀξιοποιηθῆ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις ἡ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μεγάφωνο, ποὺ θέλει νὰ τονίση πὼς ἡ εἰρηνικὴ συναδέλφωσις, ἡ πρόοδος καὶ ἡ πολιτιστικὴ καὶ ἠθικὴ ἐξύψωσις ὅλων τῶν Λαῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ οὔτε μὲ τὸ μῖσος, οὔτε μὲ τὴ βία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν ἀπέραντη, πλατειὰ καὶ ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ εἰλικρινῆ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μέσο, γιὰ νὰ ἐκφρασθῆ ἡ ἀσίγαστη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ζήση ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος στὴ Χώρα του καί, ἐξασφαλισμένος ἀπ᾽ τὸ μῖσος καὶ τὴ βία καὶ ἀδελφωμένος μὲ ὅλους, νὰ βλέπη ὅτι ὁ ἱδρώτας του ξοδεύεται ὄχι γιὰ ὄργανα σφαγῆς καὶ ἀφανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ ἔργα προόδου καὶ πολιτισμοῦ, ἔργα Ἀγάπης. Ἔτσι, ὅταν ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης ἐξαπλωθῆ σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, θὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ πάνω μας ὁριστικὰ τὸ φάσμα καὶ ἡ μαύρη σκιὰ τοῦ Πολέμου καὶ τοῦ γενικοῦ μας ἐξοπλισμοῦ, καὶ τὸ ὄνειρο τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν συναδέλφωσι ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Γῆς θὰ γίνη ἐπὶ τέλους πραγματικότης. Γιὰ νὰ γίνη αὐτό, ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης θὰ προσπαθήση, εἴτε μὲ δημοψηφίσματα, εἴτε μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κάθε Πολίτη στὴν Διακήρυξί της, νὰ ἀκουσθῆ σὲ κάθε Κράτος ἡ φωνὴ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τοῦ Λαοῦ, ποὺ θέλει νὰ ζήση μὲ ἀγάπη καὶ ἀδελφωσύνη μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους Λαοὺς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης δὲν εἶναι οὔτε θρησκευτικὴ ὀργάνωσις, οὔτε πολιτικὸ κόμμα καὶ κυρίως δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς πατρίδος. Εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἕνας συναγερμὸς συνειδήσεων, μιὰ ψυχικὴ ἐπανάστασις, ἕνα ξέσπασμα τῆς ἀγάπης ἀπ᾽ τὸν ὕπνο της καὶ ἕνα ξεσήκωμα ὅλων μας γιὰ τὴ μάχη τῆς ζωῆς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης, τέλος, δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἐξάρτησι ἀπὸ ὁπουδήποτε, οὔτε ἔχει ὁποιοδήποτε οἰκονομικὸ συμφέρον. Ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης σὲ κάθε Χώρα εἶναι ἕνα Σωματεῖο, ποὺ ἔχει συγκροτηθεῖ καὶ λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα Σωματεῖα [......]. Στὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» μπορεῖ νὰ γίνη μέλος, χωρὶς καμμιὰ οἰκονομικὴ ὑποχρέωσι, κάθε ἄνδρας ἢ γυναῖκα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, καταγωγή, ἐθνικότητα, μόρφωσι, ἐπάγγελμα, ἀρκεῖ νὰ ἔχη συμπληρώσει τὰ δεκαοκτώ του χρόνια [......]. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἐκπληρώση τὸ πανανθρώπινο αἴτημα γιὰ συναδέλφωσι καὶ εἰρήνη. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ φυλάξη καὶ νὰ ἐγγυηθῆ ἕνα εἰρηνευμένο καὶ ἐλεύθερο κόσμο. Ἕνα κόσμο πραγματικὰ εὐτυχισμένον, ὅπως ὅλοι τὸν ποθοῦμε».

Ἐνδιαφέρον ἀκόμη, παρουσιάζει καὶ ἕνα ἔγγραφο μὲ τὸν τίτλο: «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΗΣ Δ.τ.Α.». Σ᾽ αὐτὸ πληροφορούμεθα, ὅτι μετὰ τὸ «Διοικητικὸ Συμβούλιο», τὴν «Ἐκτελεστικὴ δηλαδὴ Ἐπιτροπή», ὑπάρχουν δέκα «Εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί», δηλαδή: 1) Γραμματείας, 2) Οἰκονομική, 3) Ὀργανωτική τῆς Περιφερείας Πρωτευούσης, 4) Ὀργανωτικὴ τῆς Περιφερείας (ἐπαρχιῶν), 5) Ὀργανωτικὴ Ἐξωτερικοῦ, 6) Μελετῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως Στελεχῶν, 7) Πνευματικῆς Τροφοδοσίας τῶν Στελεχῶν, τῶν Συνεργατῶν, τῶν Μελῶν, 8) Ἐκδόσεων, 9) Διοργανώσεως μεγάλων ἐκδηλώσεων καὶ 10) Τύπου καὶ Δημοσίων Σχέσεων. Ἡ δική μου εὐθύνη καὶ δραστηριότητα θὰ ἐκινεῖτο στὶς Ἐπιτροπὲς 6 καὶ 7, καὶ περισσότερο στὴν δεύτερη(6). Στὸ «Δελτίον Μέλους» ἀναγράφονται καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ πρώτου Κεντρικοῦ Συμβουλίου (Διοικητικοῦ) τῆς Δ.τ.Α. ποὺ ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΜΕΛΟΣ: Η Α.Μ. Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟ Δ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ: Ο ΑΡΧΙΕ- ΠΙΣΚΟΠΟΣ τ. ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΩΝ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗΣ, Δικηγόρος, τ. Γεν. Γραμματεύς Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΧΡ. ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ταξίαρχος ἐ.ἀ. ΤΑΜΙΑΣ. Β. ΚΟΥΡΙΑΣ, Ἰατρός, Καθηγ. Πανεπιστημίου, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΜΕΛΗ: Δ. ΓΚΟΥΤΑΣ, Καθηγητής, Κοινωνιολογίας. Γ. ΔΡΑΚΟΣ, Βιομήχανος. Α. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, τ. Διοικητὴς Ι.Κ.Α. Κ. ΤΑΡΛΑΤΖΗΣ, Καθηγητὴς Ἀν. Γεωπονικῆς Σχολῆς. Ε. ΧΟΪΔΑ, τ. Ἀρχηγὸς Ἑλληνίδων Ὁδηγῶν. Μαζί μοῦ ἔδωσε καὶ τὴν «Κατάστασιν Ἱδρυτικῶν Μελῶν» τοῦ Σωματείου τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης», ποὺ εἶχε συντάξει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰδιοχείρως. Πρόκειται γιὰ 122 πρόσωπα τῆς ἀστικῆς κοινωνικῆς τάξεως, ἀπὸ διαφόρους ἐργασιακοὺς χώρους. Μετὰ ἀπὸ δύο περίπου ὧρες ἔφυγα καὶ τὸ μόνο ποὺ σκεπτόμουν, ἦταν πῶς θὰ ἀποφύγω κάθε ἀνάμειξη στοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν, ἄλλωστε, ἡ μόνη δυνατότητά μου τότε, γιὰ νὰ «ἐλέγξω» τὴν σχεδιαζομένη Ὀργάνωση. Αὐτὸ δείχνει τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖο τοῦ ἔστειλα μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες. Τοῦ τὸ διεβίβασα ταχυδρομικά, γιὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθεῖ νέα συνάντηση μαζί του.

Τὸ γράμμα μου εἶναι τὸ ἀκόλουθο:

«Ἀθῆναι 31.5.1979

Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον πρ. Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Κύριον κ. Ἱερώνυμον

Ἐνταῦθα

Μακαριώτατε, προσκυνῶ. Διὰ τοῦ παρόντος ἐπιθυμῶ νὰ Σᾶς ἐκθέσω ὡρισμένας σκέψεις μου ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ὑφ᾽ Ὑμῶν ὀργανωθεῖσαν «ΔΙΕΘΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ», κατόπιν μάλιστα τῆς συνομιλίας μας κατὰ τὴν 24ην φθίνοντος μηνός. Διατελῶ ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως, πού μοῦ ἐπεφύλαξεν ἡ πρόσκλησίς Σας νὰ συναντηθῶμεν καὶ Σᾶς ἐκφράζω διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ἠθελήσατε νὰ καλέσετε εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν προσπάθειαν καὶ τὴν ταπεινότητά μου. Βεβαίως δὲν συντάσσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπίσημον ὑπόμνημα. Ἁπλῶς Σᾶς ὑποβάλλω μερικάς σκέψεις μου μὲ ὅλην τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ Σᾶς τὰς ἐξέθετα προφορικῶς. Ὡς πρὸς τὴν μορφὴν τῆς ἐργασίας εἰς τὸν χῶρον τῆς «πνευματικῆς τροφοδοσίας» ἔχω νὰ προτείνω τὰ ἀκόλουθα: Αἱ συναντήσεις θὰ γίνωνται εἰς συγκεκριμένον χῶρον, εἰς αἴθουσαν - εἰ δυνατὸν - εἰς τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν, ἀργότερον δὲ εἰς Πειραιᾶ καὶ Προάστεια. Θὰ εἶναι συναντήσεις διαρκείας περίπου μιᾶς ὥρας. Εἰς τὴν ἀρχὴν καλὸν εἶναι νὰ γίνωνται αἱ συναντήσεις ἅπαξ ἢ ἔστω δὶς τοῦ μηνός, πάντοτε ὅμως εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, π.χ. τὴν πρώτην ἢ τὴν τελευταίαν Τετάρτην τοῦ μηνός, κατὰ τὴν πρώτην καὶ τρίτην Τετάρτην κ.ο.κ. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι αἱ ἡμέραι Δευτέρα καὶ Τετάρτη προσφέρονται περισσότερον. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνεται μία ὁμιλία - διάλεξις καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀκολουθῆ (σύντομος) συζήτησις πρὸς διασάφησιν ὡρισμένων σημείων τῆς προηγηθείσης ὁμιλίας. Ἡ συζήτησις θὰ συμβάλλη εἰς τὴν καλυτέραν γνωριμίαν τῶν μελῶν, θὰ τονώνη δὲ τὸ ἐνδιαφέρον των. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνωνται, ἐπίσης, ἀνακοινώσεις διὰ τὴν πορείαν τῆς Κινήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ κάθε ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ εἰς τὴν Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης. Τὸ ἐπίπεδον τῶν διαλέξεων θὰ ρυθμίζεται, βεβαίως, ἀναλόγως πρὸς τὴν πνευματικὴν (μορφωτικὴν) κατάστασιν τῶν προσερχομένων. Αἱ συναντήσεις αὐταὶ θὰ ἀποτελοῦν τὴν ψυχὴν τοῦ ὅλου ἔργου, διότι εἰς αὐτάς θὰ γίνεται ἡ γνωριμία μὲ νέα μέλη, ἀλλὰ καὶ ἡ προετοιμασία τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων. Ὡς πρὸς τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸ ἔργον τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας τῶν μελῶν, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ Σᾶς ἐκθέσω τὰ κάτωθι: Ὡς καὶ προφορικῶς Σᾶς εἶπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναλάβη τὸ ἔργον αὐτὸ ἓν καὶ μόνον πρόσωπον. Διότι τότε θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀφιερωθῆ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβη τὴν ὑπευθυνότητα τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας καὶ τὸν συντονισμὸν τοῦ ὅλου ἔργου, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι ἐλεύθερον ἀπὸ παντὸς εἴδους δέσμευσιν, πρὸς ἀποφυγὴν εὐνοήτων παρεξηγήσεων. Ἄρα τὸ μόνον κατάλληλον διὰ τὴν περίπτωσιν πρόσωπον εἶναι ὁ Σεβ. πρ. Ἀττικῆς. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ συνεργάται, θὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον, κατὰ τὸ ἐνὸν ἕκαστος. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ἀπεδέχοντο βεβαίως τὴν πρότασίν Σας, εἶναι: Ὁ θεολόγος κ. Νικ. Σωτηρόπουλος, Ζωοδόχου Πηγῆς 44, ὁ π. Δημήτριος Νίκου, Προϊστάμενος Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Παναγιώτης Νέλλας, καθηγητὴς Ἀρσακείου Ψυχικοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Ἰωάννης Κωνσταντινίδης, Καθηγητὴς Ριζαρείου Σχολῆς, ὁ Ὑφηγητὴς κ. Ἠλίας Μουτσούλας, Πλάτωνος 6, Ν. Ψυχικόν7 . Ὡς πρὸς ἐμέ, θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀναλάβω μίαν σειρὰν ὁμιλιῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι, δυστυχῶς, νὰ ἀναλάβω ὑπευθυνότερον ρόλον, διότι ὡς γνωρίζετε, ἡγοῦμαι τῆς Ὁμάδος διὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος. (Σᾶς διαβιβάζω συνημμένως σχετικὸν κατατοπιστικὸν φυλλάδιον). Δὲν θὰ παύσω ὅμως, τὸ κατὰ δύναμιν, νὰ βοηθῶ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ τῆς Ὑμετέρας προσπαθείας. Σᾶς φιλῶ τὸ χέρι μὲ βαθύτατον σεβασμόν,

(Ὑπογραφή)»

πως γίνεται ἀντιληπτόν, τὸ γράμμα συντάχθηκε μὲ πολλὴ περίσκεψη, φαίνεται δὲ καθαρὰ ὁ σκοπός του, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἀποσύνδεσή μου ἀπὸ κάθε ἐπιδίωξη στρατεύσεώς μου εἰς τὸ ἔργο τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης». Ὡς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶχα θέση σὲ μία τέτοια Ὀργάνωση, ποὺ θύμιζε τὸ «ὅλα στὸ ἴδιο Τσουκάλι» («Alles in einem Topf») τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Τεκτονισμοῦ, καί, μὲ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ ποθούμενον ἐπετεύχθη. Ὁ Μακαριώτατος δὲν μὲ ἐνόχλησε πιὰ γιὰ τὴν «Δ.τ.Α.» θὰ ἀκολουθήσει ὅμως καὶ νέα συνάντηση καί, τὴν φορά αὐτή, ἀπροσδόκητη «ἀντιπαράθεσή» μας. Στὸ μεταξὺ ὀφείλω νὰ παρουσιάσω ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τῆς εὐρύτερης ἀντίδρασης στὴ «Δ.τ.Α.» τοῦ μακαριωτάτου Ἱερωνύμου. Εἶναι δὲ πρὸς τιμὴν τοῦ «Ο.Τ.», ὁ ὁποῖος δημοσίευσε δύο σπουδαῖα κείμενα, σχετιζόμενα μὲ τὸ θέμα.

Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὸν ἀγαπητὸ Ἀδελφὸ καὶ Συναγωνιστή, αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Βασίλειο Βολουδάκη. Ὁ π. Βασίλειος ἀσκεῖ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου κριτική, ἐλέγχοντας θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ τὴν «Ἀγάπη», γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνιζόταν ὁ Μακαριώτατος, καταλήγει δὲ μὲ τὰ ἑξῆς: «Συνοπτικὰ τὰ γενικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου εἶναι: 1) Ἐὰν ὁ Ἀγαπισμὸς θεωρηθῆ μόνο βιοτικὸ σύστημα, κατακρίνεται ὁ συγγραφέας του, γιατί σὰν ἐπίσκοπος ὀρθόδοξος τῆς Μιᾶς καὶ Μόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ρυθμίζη ἀνθρώπινα (δηλαδὴ μόνο σαρκικὰ) τὴν ἐπὶ γῆς ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θεανθρώπινα. 2) Ἐὰν ὁ «Ἀγαπισμὸς» θεωρηθῆ θρησκευτικὸ σύστημα, πάλι ὁ συγγραφέας του κατακρίνεται, γιατί ἐνῷ εἶναι ὀρθόδοξος καὶ μάλιστα ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας γράφει μὲ προϋποθέσεις ξένες πρὸς τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν «διὰ τῶν ἁγίων Πατέρων» Παράδοση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσή μας ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας»8 .

 Ἡ δεύτερη κριτικὴ προερχόταν ἀπὸ ἕνα σεβαστὸ κληρικό, ἀείμνηστο τώρα, τὸν Ἀρχιμανδρίτη - Ἱεροκήρυκα π. Ἀρσένιο Κομπούγια, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων παρατηρεῖ: «Τί εἶναι πάλιν αὐτὸ ποὺ τώρα τελευταίως μετεπήδησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ λεγομένη «Διεθνής τῆς Ἀγάπης», ἡ ὁποία ἐσχάτως ἔλαβε Σωματειακὴν καὶ Νομικὴν ὑπόστασιν, μὲ ἐπίλεκτα μέλη τῆς κοινωνίας καὶ μάλιστα, καθὼς φαίνεται, ἡγήθη ταύτης ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κὸς Ἱερώνυμος; Προσεπάθησα νὰ μάθω τοὺς σκοπούς, τῆς ἰδιοτύπου αὐτῆς κινήσεως, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἐδημοσιεύθησαν πουθενὰ οἱ σκοποί της τουλάχιστον εἰς ἐμὲ μένουν ἄγνωστοι. Ἀλλ᾽ ὅσο καὶ ἂν γίνουν γνωστοὶ οἱ σκοποί, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἅγιοι, εἶναι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καταδικασμένοι εἰς οἰκτρὰν ἀποτυχίαν! Καὶ θὰ εἶναι εἰς ἀποτυχίαν, διότι ἡ κίνησις αὐτὴ τόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅσον εἰς τὴν Εὐρώπην ποὺ ἕλκει τὴν ἀρχικήν της καταγωγήν, ἀποτελεῖται ναὶ μὲν ἀπὸ ἐπίλεκτα τῆς κοινωνίας μέλη, οὐχὶ ὅμως μὲ ἀναγεννημένα τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπα, ἀνθρώπους μὲ βαθεῖαν εὐσέβειαν καὶ μυστηριακὴν ζωήν, ἴσως μάλιστα τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνήκουν καὶ σὲ σκοτεινὲς δυνάμεις! Καὶ ἑπομένως δὲν ξεκινοῦν μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ θέλουν νὰ δώσουν ἀγάπη καὶ εἰρήνη χωρὶς Χριστόν, χωρὶς τὴν ἀγάπη καὶ εἰρήνη ποὺ μοναδικὰ δίδει μόνον ὁ Χριστός. «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, Ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ΙΔ´ 26) διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Πᾶν ὅ,τι προέρχεται ἐκ τοῦ κόσμου χωρὶς Χριστόν, εἶναι ἀτελὲς καὶ ματαιοπονία... Μακαριώτατε, ὁ κόσμος χάνεται καὶ μὴ βαυκαλίζεσθε μὲ ἐνθουσιασμοὺς ὅτι ὅλα πηγαίνουν καλά, τὰ τῆς πίστεως καὶ σωτηρίας, καὶ ἀφήσατε τὴν «διεθνῆ ἀγάπην» καὶ κατασκευάσατε ἕνα νέον σχῆμα, τὴν διεθνῆ μετάνοιαν καὶ κηρύξατε σὲ συναγερμὸν μετανοίας εἰς τοὺς συναδέλφους σας ὡς καὶ ὅλον τὸν κλῆρον καὶ λάον. Θὰ τὸ κάμετε; Καλῶς. Ἄλλως, παραιτηθῆτε ἀπὸ τὰς κοσμικὰς ἐνεργείας καὶ κινήσεις καὶ τὰ ταξίδια ἀνὰ τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ κηρύξετε ὄχι μετάνοιαν εἰς τὸν ἀφηνιάσαντα κόσμον τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ἀγάπην χωρὶς Χριστὸν καὶ χωρὶς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν σ᾽ Αὐτόν, καὶ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας»9 .

Ἡ νέα συνάντηση

 Ἡ νέα καὶ τελευταία - συνάντησή μου μὲ τὸν Μακαριώτατο ἔγινε μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1979. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή μου ἀπὸ τὴν Γερμανία μοῦ ἐζήτησε ἡ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ» (Χ.Ε.Ε.Ν.) νὰ κάνω μία ὁμιλία στὸ ἐντευκτήριό της (Φειδίου 3) κάθε Πέμπτη βράδυ. Τὸ ἐπληροφορήθη, φαίνεται, ὁ Μακαριώτατος καὶ ἔκαμε τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἐπίσκεψή του. Φοροῦσε τὴν καθιερωμένη πλέον παπικὴ «μπέρτα» του. Εἶχα ἀρχίσει τὴν ὁμιλία, ὅταν εἰσῆλθε στὴν αἴθουσα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ κάποιον ἄγνωστό μου. Ἦταν μεγάλη ἔκπληξη γιὰ ὅλους μας (οἱ ἀκροατὲς ἦσαν περὶ τοὺς 70 - 80). Προσπάθησα νὰ ἐξηγήσω μέσα μου τὸν λόγο τῆς ἐπισκέψεώς του. Τὸ βεβαιότερο εἶναι, ὅτι θὰ ἐπληροφορήθη κάποιο σχόλιό μου γιὰ τὴν νέα ἀμφίεσή του. Αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς συνομιλίας μας στὴ συνέχεια. Σηκώθηκα στὸ βάθρο, ὅπου καθόμουν γιὰ τὴν ὁμιλία, καὶ τοῦ προσέφερα τὴ θέση μου, λέγοντας ὅτι ἦταν τιμή μας ἡ ἐπίσκεψη αὐτὴ καὶ παρακαλώντας τον νὰ μᾶς διδάξει αὐτὸς τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖνος ἀπάντησε, ὅτι δὲν ἦλθε γιὰ ὁμιλία, ἀλλὰ ὅτι ἤθελε νὰ ἀκούσει ἐμένα. Συνέχισα τὴν ὁμιλία μου, προφανῶς μὲ κάποια ἀμηχανία («τρὰκ») καὶ ὅταν ὁλοκλήρωσα, τὸν παρεκάλεσα πάλι νὰ μᾶς μιλήσει.

 Καὶ τότε μοῦ λέγει: «Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἀρκετοὶ Πατέρες μας στὰ μοναστήρια κυρίως, φοροῦσαν τὸ ἔνδυμα, ποὺ ἐπέλεξα καὶ ἐγώ; Γιατί λοιπὸν μὲ κρίνετε;». Τότε συνειδητοποίησα τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς του. Μετὰ τὴν ἄρνησή μου νὰ ἀναλάβω δράση στὴν Δ.τ.Α. ἄλλαξε καὶ ἡ στάση του ἀπέναντί μου. Δὲν ἐδίστασα νὰ ἀπαντήσω, χωρὶς περισπασμούς, ἱστορικὰ γιὰ τὴν ἀμφίεσή του, ὑποστηρίζοντας τὴν ἔνστασή μου. Τοῦ εἶπα: «Ναί, Μακαριώτατε, ἴσως ἔχετε δίκιο γιὰ τὴν ἀμφίεση. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως τὸ ἔνδυμα τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν εἶναι τὸ καθιερωμένο ράσο, αὐτὸ ποὺ κάνετε αἰφνιδιαστικὰ τὸν τελευταῖο καιρὸ καὶ χωρίς καμμιὰ ἐξήγηση, λέγεται παραποίηση στολῆς. Ἂν ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ κληρικοί, ὅταν ἤσασταν ἀρχιεπίσκοπος, ἐκάναμε κάτι τέτοιο, δὲν θὰ εἴχαμε συν έπειες; «Ὄχι, μοῦ ἀπάντησε. Μπορούσατε νὰ τὸ κάμετε, ἂν θέλατε». «Ναί, τοῦ λέγω, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐνημερώσατε». Διότι τότε θὰ ἐλαμβάνατε τὴν δέουσα ἀπάντηση. Ἐμεῖς στὴν Γερμανία κυκλοφορούσαμε μὲ τὸ καθιερωμένο ράσο μας, θεωρώντας το σημαία τῆς Ἑλληνορθοδοξίας. Δὲν σκεφθήκατε, λοιπόν, ὅτι τὸ τόλμημά σας θὰ προκαλέσει σκανδαλισμὸ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα;». Τὴν στιγμὴ ἐκείνη, κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατές μας, γύρω στὰ 40, οἰκογενειάρχης μὲ ρίζες παλαιοημερολογίτικες, πῆρε τὸν λόγο καὶ τοῦ λέγει: «Ἔχει δίκιο ὁ π. Γεώργιος, πάτερ Ἱερώνυμε!». Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τότε ἔχασε τὴν ψυχραιμία του καί, ἀπευθυνόμενος σὲ μένα, μοῦ λέγει: «Ἔτσι τοὺς διδάσκετε νὰ μιλοῦν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο, μὲ τὸ “Πάτερ”;». Δὲν ἐσιώπησα, διότι μπροστά μου εἶχα Ὀρθοδόξους, ποὺ ζητοῦσαν ἀπὸ ἐμὲ λόγο Ἀληθείας. Καὶ τοῦ εἶπα: «Μακαριώτατε, ἀπὸ τὸν εἰδικό μου καθηγητὴ τῆς Πατρολογίας, τὸν κ. Κων. Μπόνη, φίλος σας, ἔμαθα ὅτι ἡ προσφώνηση τῶν Κληρικῶν μας μὲ τὸ «Πάτερ» εἶναι ὅ,τι τρυφεροτέρα ὑπάρχει. Τὰ γνωστά μας «Σεβασμιώτατε», «Μακαριώτατε», «Παναγιώτατε», «Αἰδεσιμώτατε» τὰ γέννησε ἡ κοσμικὴ νοοτροπία. Γι᾽ αὐτὸ στοὺς ὕμνους μας, τοὺς Ἁγίους, ὅπως τὸν Ἅγιο Νικόλαο ἢ τὸν Μ. Βασίλειο, μὲ τὸ «πάτερ» τοὺς προσφωνοῦμε. Θὰ ἔπρεπε νὰ χαρῆτε, λοιπόν, ποὺ σᾶς μίλησε τόσο υἱϊκὰ καὶ τρυφερὰ ὁ προλαλήσας».

Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σηκώθηκε ἀμίλητος καὶ ἔφυγε. Καὶ ἐμεῖς συνεχίσαμε τὰ τῆς συναντήσεώς μας, χωρὶς κανένα σχόλιο γιὰ τὸ συμβάν, ποὺ προηγήθηκε. Τὶς ὁμιλίες τῆς Πέμπτης συνήθιζαν νὰ καταγράφουν στὰ μαγνητόφωνά τους ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Ἔτσι κατεγράφη καὶ ὅλη ἡ συζήτηση μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο καὶ τελικὰ κατέληξε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ αἰτιολογεῖ καὶ ἡ πληθώρα τῶν ἐπαινετικῶν γραμμάτων, ποὺ ἔλαβα ἀπὸ σεβαστοὺς Ἁγιορεῖτες. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν θέρμη τῆς ἀγάπης τοῦ ἀοιδίμου π. Νικοδήμου (Μπιλάλη), ποὺ κατὰ τὴν συνήθειά του προέβη καὶ σὲ μακρὰ ἀδελφικὴ ἀνάλυση καὶ κρίση τοῦ ὅλου συμβάντος. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ στήριξαν πολὺ σὲ μιὰν ἔκρυθμη περίοδο καὶ κρίσιμη γιὰ τὴν πορεία μου, διότι ἀκόμη δὲν μὲ ἐγνώριζαν ὡς κληρικὸ στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ γιὰ ἕξι χρόνια εἶχα «χαθεῖ» στὴν Γερμανία. Καὶ τὸ κυριότερο, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ τῆς «παλαιᾶς τάξεως πραγμάτων» μὲ χαρακτήριζαν «κομμουνιστὴ» ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ κηρύγματά μου, ἔστω καὶ ἂν προσ παθοῦσα ταπεινὰ νὰ φέρω στὴν ἐπιφάνεια τὸν πατερικὸ λόγο, παραπέμποντας ἐπίμονα στὴν ὀρθοδοξο - πατερικὴ παράδοση τοῦ Μοναστικοῦ Κοινοβίου καὶ τῆς Ἑλληνορθόδοξης Κοινότητας.

Ἐν ἀγνοίᾳ του ὁ Μακαριώτατος μὲ βοήθησε νὰ ἀποκαταστήσω τὴν εἰκόνα μου σὲ φίλους καὶ ἀμφισβητίες. Βέβαια, δὲν ἤμουν ὁ μόνος, ποὺ ἄθελά μου ἀναγκάσθηκα νὰ ἀσκήσω κριτικὴ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Μακαριωτάτου. Διότι ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐφημερίδα μας, ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται καὶ ἡ δημοσιευόμενη φωτογραφία μὲ τὸν σχολιασμὸ τῆς ἐφημερίδος. Ὁλοσέλιδο δέ, χιουμοριστικὸ σχόλιο, ποίημα ὁλόκληρο, τοῦ μακαρίτη Μπόστ (Μ. Μποστατζόγλου) δημοσίευσε στὸ κυριακάτικο φύλλο της (3 Ἰουνίου 1979) ἡ «Κυριακάτικη Ἐλευθεροτυπία». Καὶ δὲν ἦταν ἡ μόνη.

 Ὁ εὐφυέστατος Μπόστ στὸ ὀκτάστηλο σκίτσο του παρουσιάζει τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀσκεῖ κριτικὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο γιὰ τὴ Στολή, ποὺ εἶχε ἐπιλέξει. Στὸ μακροσκελὲς δὲ στιχούργημά του, σημειώνει μεταξὺ τῶν ἄλλων, μὲ τὴν δική του «ὀρθογραφία»: «Δέσποτα Ἱερόνιμε, βλέπο ὅτη ταχέως | βάλατε ροῦχα δυτικά, γυρνῶν ὡς ἐβροπέος10.| Σᾶς καθιστὸ ὅμος γνωστόν, ἂν ντύθιτε γιὰ μένα, | ἡ εἴσοδός μου θὰ συνβῆ εἰς τὸ ὀγδονταένα11. | Ὁ ἀντιπρόεδρος ΕΟΚ, ὁ κήριος Νατάλι, | ἐμπυρογνόμονες πολοὶ κὲ κορηφέοι ἄλοι, | μᾶς εἶπαν νὰ ἀλλάξομαι ὅλοι νοοτροπεία | κὲ ὄχη τὰ ἐνδήματα, φορόντες κελεμπία. | Οἱ θεσμικοὶ οἱ νόμοι μας πρέπει ν᾽ ἀλάξουν ὅλοι | κι ὄχι ἀλάζοντες στολὴ νὰ βγένομε στὴν πόλι. |Ἐσεῖς παρεξηγίσαντες τὰς ἀνωτέρω θέσεις | περιπατῆτε καθ᾽ ὁδὸν μὲ ἄλας ἀμφιέσεις.  Οἱ μόδιστροι τῆς Δήσεος θέλουν νὰ μὲ ἐνδήσουν | φορὼν καὶ φέσι εἰς ἐμὲ διὰ νὰ μ᾽ εὐχαριστίσουν | πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶνε κομψόν, ὅπως ἀντιλαβῆσθε, | κὲ θὰ τ᾽ ἀκούσατε συχνὰ στοὺς ράπτας ποὺ ραβεῖσθε.  Ἄχ! σᾶς ζηλέβο, δέσποτα, ποὺ εἴχατε τὸ θάρος | Σεῖς τῆς ὀρθοδοξίας Μας ποὺ ἦσθο ἕνας φάρος12, | νὰ ἐνδηθῆτε Δητικὰ κὲ τόρα νὰ γυρνᾶτε | φορῶν ἀφτὰ ποὺ θέλετε χωρὶς νὰ χολοσκᾶτε...».

Ὁ εὑρηματικὸς Μπὸστ συνδέει τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ τὴν ἀναμενόμενη γιὰ τὸ 1981 ἔνταξή μας στὴν ΕΟΚ. Θεωρεῖ δὲ ὡς ἔκφραση δυτικοποιήσεως καὶ τὴν νέα περιβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ κατὰ τὸν εὐφυῆ σκιτσογράφο συνέπλεε μὲ τὴν ὅλη πορεία τοῦ πλήρους ἐκφραγκισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, κάτι ποὺ ὁλοκληρώθηκε στὴν ἐποχή μας, στὸ πλαίσιο τοῦ διπλοῦ οἰκουμενισμοῦ, θρησκευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ὁ Γελοιογράφος βλέπει τὰ πράγματα μὲ τὸ βλέμμα ἑνὸς αὐθεντικοῦ Ὀρθοδόξου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ ὅλο τὸ στιχούργημά του. Διαβάζοντας τὰ σχόλια τοῦ Τύπου, καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου», βεβαιώθηκα ὅτι ἡ κρίση μου γιὰ τὰ τολμήματα τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦσαν προϊὸν ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ δίκαιη ἀντίδραση στὰ μηνύματα, ποὺ ἤθελε νὰ «περάσει» στὸν λαό μας. Παρʼ ὅλα αὐτά, μετὰ τὴν κοίμησή του (15.11.1988) θέλησα νὰ πάω στὴν Μονὴ Πετράκη, νὰ προσκυνήσω τὴν σορό του. Τὸ ἄφησα δὲ γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα, ποὺ θὰ ἐτελείωνε τὸ προσκύνημα καὶ θὰ μετεφέρετο στὴν Τῆνο. Τὴν νύχτα εἶδα ἕνα ὄνειρο ποὺ μὲ αἰφνιδίασε: Εἶδα ὅτι πηγαίνοντας γιὰ τὴν Μονή, ἐξερχόταν τὸ φέρετρο ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τοῦ περιβόλου της, ἐνῷ κάποιος ἄγνωστός μου, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν Ἐκκλησία ἔχει ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνημα τὸ λείψανο μιᾶς Γυναίκας. Ὅταν πῆγα στὸ Ναό, τὸ πρωΐ, πράγματι τὸ λείψανο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦταν πιὰ ἐκεῖ καὶ εἶχε ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνηση τεμάχιο τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Πρὸς Θεοῦ! Δὲν τὸ θεωρῶ οὐράνιο μήνυμα! Μᾶλλον θὰ ἦταν καρπὸς στομαχικῆς δυσλειτουργίας. Τὸ μόνο ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὄντως βρέθηκα στὸ προσκύνημα τῆς Ἁγίας, ποὺ καὶ στὴ συνείδησή μου ἐνσάρκωσε τὴν ὄντως σοφία (Ἰακ. 5, 13) ἡ ὁποία ἐφώτιζε καὶ τὴν ἐπιστημονική της γνώση. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἦταν Ἁγία.

 Σημειώσεις:

1) Ἦταν καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

2) Γιὰ τὰ πολιτικοεκκλησιαστικὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς μετὰ τὴν 21η Ἀπριλίου καὶ κυρίως στὸν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης βλ. τὸ βιβλίο τοῦ μακαρίτη διδασκάλου μου, ἱστορικοῦ Γερ. Ἰω. Κονιδάρη «Περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι «Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης» σήμερον», ἐν Ἀθήναις 1971/ 1972.

3) Συμμετεῖχαν σημαντικοὶ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, μὲ τοὺς ὁποίους διατηρῶ μέχρι σήμερα φιλικότατες σχέσεις.

4) Αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἱστορία, ποὺ δὲν θὰ θίξω ἐδῶ.

5) Κατὰ τὴ συζήτησή μας ἐρώτησα τὸν Μακαριώτατο γιὰ τὴ σχέση αὐτῆς τῆς ἰδεατῆς Ἀγάπης μὲ τὴν συγκεκριμένη Ἀγάπη τοῦ Χρισοῦ μας, ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ μοῦ ἀπαντήσει.

6) Αὐτὸ κυρίως μοῦ εἶχε ζητήσει.

7) Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤθελε νὰ ἀναθέσει τὸ ἔργον μόνο στὴν ταπεινότητά μου, ἀλλὰ ἀσφαλῶς θὰ ἀντιληφθῆ, ὅτι προτείνονται καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ τὸ ἀναλάβω ἐξ ὁλοκλήρου, ἂν τυχὸν ἄρχιζε ἡ συνεργασία μας.

8) Ὀρθ. Τύπος, ἀρ. φύλλου 441 (1981), σ. 1 καὶ 2.

9) Ὀρθ. Τύπος, φ. 447.

10) = Εὐρωπαῖος. Αὐτὸ λέγει πολλά. Ἡ Εὐρώπη κατεργάζεται τὴν ἀποορθοδοξοποίησή μας.

11) Τὸ 1981 γίναμε μέλη τῆς ΕΟΚ καὶ τὸ 1992 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (Ε.Ε.).

12) Καταφανὴς εἰρωνεία γιὰ τὴν ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ Ἱερωνύμου.

ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ τεύχη 2067-2068

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος - Μοναχὴ Γαβριηλία,

«Διεθνής της Ἀγάπης» - « Ἀσκητική της Ἀγάπης»

 Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Παρομοίου εἴδους προσπάθεια «κοινωνίας Ἀγάπης» παρουσιάστηκε πρὶν 30 χρόνια ἀπὸ τὸν τότε πρώην Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὴ «Διεθνῆ της Ἀγάπης» καὶ τὸ σύστημα «Ἀγαπισμὸς»55. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐμπνευστή του, «ὁ Ἀγαπισμός... παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς σύστημα βασίζεται στὴν Ἀγάπη, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καὶ ἄλλες θρησκεῖες τὴν παραδέχονται, δὲν εἶναι καθαρὰ χριστιανικὸ σύστημα. Μπορεῖ ὅπως εἴπαμε, ἂν συμφωνεῖ μὲ τὸ σύστημα αὐτό, ἀκόμα κι ἕνας ἄθεος νὰ συνεργασθῆ γιὰ τὴν ἐπικράτησή του. Ὁ Ἀγαπισμὸς εἶναι ἀνοικτὸς γιὰ κάθε ἄνθρωπο, χωρὶς καμμιὰ διάκρισι θρησκείας φυλῆς... κ.λ.π. Ὅσο γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ἢ φιλοσοφικὲς ἢ ἄλλες πεποιθήσεις, ποὺ ἔχει ὁ καθένας, αὐτὲς γιὰ τὸν Ἀγαπισμὸ ἔχουν σημασία ἀναλόγως μὲ τὶς ἐκδηλώσεις, ποὺ ἐμπνέουν στὸν καθέναν. Κατὰ τὰ ἄλλα, αὐτὲς εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις τοῦ καθενός...»56.

Ἀφήνουμε ἀσχολίαστες αὐτὲς τὶς ἄθρησκες, οἰκουμενιστικὲς ἀπόψεις γιὰ μία «πανανθρώπινη Ἀγάπη» ποὺ ἐπαγγέλεται ὁ συγγραφεὺς τοῦ «Ἀγαπισμοῦ». Οὕτως ἢ ἄλλως καμμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι πανταχοῦ... ἀπῶν στὸ βιβλίο καὶ τὸ σύστημα τοῦ Ἀγαπισμοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἐπισημαίνουμε εἶναι ὅτι ὅσοι διαπνέονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἑνὸς τέτοιου «Ἀγαπισμοῦ», ἀπὸ μία οὐμανιστικὴ «ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων» (Ἀθηναγόρας) ὠθοῦνται διαρκῶς σὲ διακηρύξεις γιὰ μία πανανθρώπινη ἑνότητα, εἰρήνη καὶ ἀγάπη χωρὶς αὐτὴ ἡ ἑνότητα νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ οἰκοδόμησε ὁ Χριστός, δηλ. ἡ Ἐκκλησία Του, τὸ «εἰς ἐν Χριστῷ» (Γαλ. 3,28 ).

Μία ἄλλη τέτοια «ἀγάπη» προσπαθεῖ νὰ περάσει τὸ πολυδιαφημισμένο βιβλίο «Ἀσκητική της Ἀγάπης» τῆς μοναχῆς Γαβριηλίας μὲ 16 ἐκδόσεις, τὸ ὁποῖο κάνει λόγο γιὰ τὴν πολιτεία τῆς Γερόντισσας Γαβριηλίας. Αὐτὴ ἡ Γερόντισσα ἀπὸ τὰ νεανικά της χρόνια συναναστρέφεται διαρκῶς ἀλλόθρησκους καὶ ἀλλοδόξους. Ζεῖ σὲ σχολεῖα Κουάκερων, σὲ ἄσραμ (δηλ. μοναστήρια) Ἰνδουιστῶν, συζητάει μὲ Ἀγγλικανούς, μὲ μεθοδιστές, μὲ προτεστάντες, παπικοὺς κ.λ.π. Προσφέρει παντοῦ τὴ βοήθειά της καὶ πιστεύει ὅτι σ' ὅλους ὑπάρχει «σπινθήρας τοῦ Χριστοῦ».

Μερικὲς χαρακτηριστικὲς σκέψεις τῆς παραθέτουμε γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀγάπη της καὶ ἡ κοινωνία της μὲ τοὺς ἄλλους δὲν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες. Λέει ἡ ἴδια: «Μοῦ ἔλεγαν πολλὲς φορές: Γιατί θεωρεῖς τοὺς Ἰνδοὺς σὰν δικούς σου; ἢ τοὺς μουσουλμάνους ἢ τοὺς Ἑβραίους; Μὰ γιατί ἐγὼ βλέπω τὸν ἴδιο Χριστὸ μέσα τους, ποὺ ἴσως συνειδητὰ δὲν τὸν γνώρισαν ἀκόμα. Καὶ ἔβλεπα πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὶς πράξεις τους νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε νὰ κάνουν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ...»57.

Ἐπίσης γράφοντας στὸν Ἰνδουιστὴ Ἄμτε, λέει: «Διαβάζοντας χθὲς τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων στὸ κεφάλαιο 4:34 ἔψαξα μέσα στὴν καρδιά μου νὰ βρῶ ἕναν τέτοιο Χριστιανό. Ἐσὺ καὶ ὁ Yehuda [σημ. ἄλλος φίλος της Ἑβραῖος] ἤρθατε στὸ νοῦ μου! Καὶ νὰ σκεφτεῖς ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς δύο σας δὲν εἶναι Χριστιανὸς κατ' ὄνομα!» (Ἒνθ' ἀνωτ. σ. 72).

Τέτοιου εἴδους ἀγάπες ποὺ βλέπουν τὸν ἴδιο Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς ἀλλόθρησκους, ποὺ βλέπουν τὴν ἀγάπη χωρὶς τὸν Χριστό, ποὺ βλέπουν τέλος κοινωνία Ἀγάπης ἐκτεινόμενη ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ὡς Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀγορασμένοι μὲ τὸ τίμιο Αἷμα Του, νὰἀποστρεφόμεθα, διότι ἀκυρώνουν τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τὸ Μυστήριο τὸ ἀποκεκρυμμένο ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ τῶν γενεῶν καὶ ἀποκαλυφθὲν ἐπ' ἐσχάτων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐν τὴ Ἐκκλησία Του. (Ἐφεσ. 3,9-10 καὶ Κόλ. 1-28).

Ολόκληρο το κείμενο: http://www.egolpion.com/agapismos.el.aspx

 

 

 

Η ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΕΧΕΙ Η ΓΡΑΦΗ

 ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

(+) π. Δανιήλ Γούβαλη 

(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία)

 


   Στην αίρεση απουσιάζει η ισομέρεια, η ισομετρία, η αρμονία. Κάποιες θεολογικές πραγματικότητες παραφουσκώνονται και αλλοιώνονται και γενικά όλο το δογματικό σύστημα παραμορφώνεται. Σε άλλες αιρέσεις είναι εξογκωμένη η πνευματολογία, σε άλλες η εσχατολογία, σε άλλες η τιμή προς το κληρικό στοιχείο, σε άλλες προς το λαϊκό, σε άλλες η εξωστρέφεια, σε άλλες η εσωστρέφεια και λοιπά. Επίσης κατά κανόνα στους αιρετικούς επικρατεί η νοοτροπία της βιτρίνας. Καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια ώστε εξωτερικά να φαίνονται όλα καλά και να εντυπωσιάζουν. 

Πρόκειται για το προσωπείο του προβάτου, όπως αναφέρεται στα Ευαγγέλια λύκοι με ένδυμα προβάτου. Μία προσφιλή μέθοδο όλων των αιρετικών είναι το να πετάνε συνεχώς λάσπη κατά της Εκκλησίας. Την κατηγορία, την συκοφάντηση, την κατασυκοφάντηση της Εκκλησίας, είναι πράγματα που τα καλλιεργούν με συστηματικό τρόπο. 

Σήμερα θα θίξουμε το ζήτημα που  σχετίζεται με την σημασία που κατέχει η Αγία Γραφή στις διάφορες θρησκευτικές ομάδες. 

Στους Μτ. Ιεχωβά η προσωπική μελέτη της Αγίας Γραφής είναι πράγμα ανύπαρκτο, δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσουν τον λόγο του Θεού με απλό και αβίαστο τρόπο δεν μπορούν λόγου χάριν να πάρουν και να διαβάσουν δυο τρία κεφάλαια και εφαρμόζοντας τους στοιχειώδεις ερμηνευτικούς νόμους όπως είναι λόγου χάριν ο νόμος της συνάφειας του κειμένου τα συμφραζόμενα να βγάλουν κάποιο συμπέρασμα.  

Για αυτούς υπάρχουν μόνο κονσερβοποιημένες ερμηνείες. Ερμηνείες στο κουτί, κονσέρβες που αποστέλλονται από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης μέσω των διαφόρων βιβλίων και περιοδικών. 

Οι επιτετραμμένοι του Μπρούκλιν είναι ικανοί να συρράβουν τα πιο άσχετα χωρία της Γραφής που με καμία λογική δεν μπορούν να συσχετισθούν και να δίνουν την εντύπωση ότι ερμηνεύουν σωστά και σύμφωνα με το πνεύμα της Βίβλου. Εκείνο όμως που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι τούτο, υπάρχουν κάποια δόγματα υιοθετημένα από την εταιρεία Σκοπιά και πρέπει όλα τα χωρία της Αγίας Γραφής να προσαρμοστούν με αυτά τα δόγματα.
Δεν ακολουθεί η Σκοπιά την Γραφή αλλά η Γραφή πρέπει να ακολουθεί την Σκοπιά. 
Όλα τα εδάφια της Γραφής πρέπει να χορεύουν σύμφωνα με τον σκοπό που παίζουν οι βιολιτζήδες της Σκοπιάς. Το τραγικό μάλιστα είναι ότι σε μια άλφα χρονική περίοδο κάποια χωρία ερμηνεύονται κατά τον άλφα τρόπο και σε μια δεύτερη χρονική περίοδο τα ίδια ακριβώς εδάφια εξηγούνται κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Και εάν κάποιο εκφέρει σχετική απορία θα λάβει απάντηση ο Ιεχωβά έστειλε καινούργιο φως

Έχουν συγγραφεί ολόκληρα βιβλία αντιαιρετικά όπου γίνεται διεξοδικός λόγος για αυτές τις αξιοθρήνητες τροπολογίες και παλινωδίες της Σκοπιάς. Όπως λόγου χάριν το βιβλίο Αντωνίου Αλεβιζόπουλου Η Σκοπιά ζωηρότερο φως ή πυκνότερο σκότος;
Και βέβαια σε αυτά τα βιβλία η Σκοπιά δεν έδωσε καμία απάντηση. 

   Όταν κανείς συζητεί με αιρετικούς και εξετάζει διάφορες περικοπές της Αγίας Γραφής κινείται κατ' ανάγκη σε ένα ειδικό σε ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο αφού και η απασχόληση αυτή είναι μια ιδιαίτερη απασχόληση να το εξετάσουμε, εδώ υπάρχει κάποια παραπομπή, να δούμε και τα παράλληλα χωρία, εδώ υποκρύπτονται δύο έννοιες, αυτό έχει αλληγορική έννοια, αυτό επιδέχεται μόνο κατά γράμμα ερμηνεία, αυτό το χωρίο είναι εμβόλιμο, είναι νόθο, απουσιάζει από την έκδοση του κριτικού κειμένου του Νέστλε και τα τοιαύτα. Κάποια όμως φορά σε συζητήσεις με αιρετικούς άκουσα μια πρωτοφανή λέξη, την είπε πρώην κορυφαίο στέλεχος των Μτ. Ιεχωβά, απομακρύνθηκε από την Σκοπιά για πολλούς και διαφόρους λόγους κυρίως όμως διότι διαπίστωσε ότι στους λογαριασμούς πάνω στα εσχατολογικά θέματα η Σκοπιά είχε διαπράξει ένα λάθος, δηλαδή κάποιοι εσχατολογικοί υπολογισμού ξεκινούσαν με αφετηρία το έτος 607 πΧ, υποτιθέμενο έτος της καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλωνίους, ενώ η ιστορική επιστήμη δέχεται ομόφωνα ότι αυτό το ιστορικό γεγονός πραγματοποιήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα και κατά συνέπεια έπρεπε κάποιο εσχατολογικό γεγονός της Ιεχωβιτικής δογματικής να μη τοποθετηθεί το 1914 αλλά το 1934. 
Λοιπόν αυτό το πρόσωπο χρησιμοποίησε την φράση συμφραζομενική μετάφραση

Η πρωτοφανής λέξη είναι η λέξη συμφραζομενική επειδή στην Σκοπιά ποτέ σχεδόν δεν λάμβαναν υπόψη τι έλεγε το κείμενο πιο πάνω και πιο κάτω ώστε βάση των συμφραζομένων να εξαχθεί σωστή ερμηνεία. Αυτός αποχωρώντας από την οργάνωση των Ιεχωβιτών και ανακαλύπτοντας πλείστες όσες λανθασμένες ερμηνείες κατάλαβε ότι πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά η συνάφεια του κειμένου τα συμφραζόμενα, εξ και η πρωτάκουστη φράση συμφραζομενική μετάφραση. 

Ας δούμε και τι θέση έχει η Αγία Γραφή στις διάφορες θρησκευτικές ομάδες των Πεντηκοστιανών και Νεοπεντηκοστιανών.

Να κάνουμε καταρχήν κάποια διευκρίνιση Πεντηκοστιανούς λέμε τους Προτεστάντες εκείνους του Μεθοδιστικού τύπου που από τις αρχές του 20ου αιώνος διεκήρυξαν ότι τις ομάδες τους συντελείται μια καινούργια Πεντηκοστή.  Υποστηρίζουν τα μέλη αυτών των ομάδων ότι φτάνουν στον αγιασμό και γεύονται μια υψηλή πνευματική εμπειρία, το λεγόμενο βάπτισμα τους Αγίου Πνεύματος, υποστηρίζουν ότι λαμβάνουν χαρίσματα σαν εκείνα των πρώτων Χριστιανών μετά την Πεντηκοστή, ότι μπορούν και προφητεύουν και ομιλούν ξένες γλώσσες. 
Οι Νεοπεντηκοστιανοί αποτελούν ένα νέο Πεντηκοστιανό ρεύμα που εμφανίστηκε από την δεκαετία του 1980. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι ότι παρουσιάζονται σαν υπερδογματικοί, ότι επιμένουν στη σημασία των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ότι εγκαταλείπουν τα πάντα προκειμένου να δοθούν στην ιεραποστολική δράση μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως και ογκωδών συνάξεων σε τεράστιους ναούς ώστε να πολεμήσουν τον διάβολο και να προετοιμάσουν τον ερχομό πάνω στην Γη χιλιετούς βασιλείας του Χριστού. Για περισσότερα περί  των Νεοπεντηκοστιανών παραπέμπουμε στο βιβλίο Αντωνίου Αλεβιζόπουλου Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων σελίδες 289 έως 340.

Λοιπόν στις ομάδες των Πεντηκοστιανών των Νεοπεντηκοστιανών καθώς και των λεγομένων Χαρισματικών η Αγία Γραφή υποβαθμίζεται, λόγω του ότι το βάρος πέφτει στις προσωπικές εμπειρίες. Η πληθώρα των οραμάτων και των αποκαλύψεων καθιστά περιττή την Αγία Γραφή και μπορεί ακόμη και να την περιθωριοποιήσει πλήρως. Όπως το διαπιστώσαμε προσωπικά στους οπαδούς αυτών των κινήσεων λαμβάνουν μεγάλη σημασία και τα όνειρα.
Αντί να συμμορφώνουν την ζωή τους μελετώντας ευλαβικά τα λόγια της Αγίας Γραφής, τα λόγια των προφητών και των αποστόλων περιμένουν τι όνειρο θα δουν την νύχτα, το θεωρούν ως προερχόμενο από το Άγιο Πνεύμα και μόλις ξυπνήσουν κοιτάνε να του δώσουν κάποια ερμηνεία και βάση αυτής να ρυθμίσουν την πορεία τους στην καινούργια ημέρα, η νύχτα καταντά να ρυθμίζει την ημέρα. 

Εδώ θα κάνουμε κάποιο συσχετισμό, άτομα που έχουν μπλέξει σε γκουρουϊστικές ομάδες ενεργούν παρόμοια, βλέπουν κάποιο όνειρο μόλις ξυπνήσουν παίρνουν τηλέφωνο τον "θεϊκό" διδάσκαλο ή τον αντιπρόσωπο του και ζητούν να τους το εξηγήσει και βάση της εξηγήσεως ρυθμίζουν και την ζωή τους. Βλέπετε προοδεύσαμε πολύ, η νύχτα με τα όνειρά της υπερτερεί της ημέρας. 

Επανερχόμαστε στους Πεντηκοστιανούς, εκεί είπαμε η Αγία Γραφή κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον καταιγισμό ενυπνίων, οραμάτων, προφητειών και αποκαλύψεων. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι στις ομάδες αυτές επικρατεί μια όλως ιδιαιτέρως νοσηρή ατμόσφαιρα. Μερικά ψυχοπαθολογικά άτομα σε τέτοιες κινήσεις βρίσκουν τον εαυτό τους κάποτε γνώρισα μια κυρία που είχε μπλέξει με τέτοιες κινήσεις η οποία είχε ψυχολογικά και ψυχοπαθολογικά προβλήματα

Μόλις μπλέχτηκε με κάποια Πεντηκοστιανή ομάδα βολεύτηκε ψυχολογικά. Όταν δέχθηκε όπως ισχυριζόταν το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος ήταν νύχτα, κοιμόταν και ένιωσε ένα ισχυρό τίναγμα, ξύπνησε και το τίναγμα σχεδόν την έφτασε ως την οροφή. Άλλες νύχτες άκουγε την φωνή του Θεού να της λέει διάφορα Αγιογραφικά εδάφια και μάλιστα άκουσον άκουσον η φωνή ήταν γυναικεία, αρρωστημένα πράγματα. Αρρωστημένα και όμως εκλαμβάνονται ως Θεϊκά. 

 Κάποια άλλη γυναίκα που  πήγαινε σε μια Πεντηκοστιανή ομάδα αν και αρραβωνιασμένη ζούσε σαν παντρεμένη, αυτή παρακαλώ στην Πεντηκοστιανή σύναξη έκανε την προφήτιδα, προφήτευε, έλεγε αποκαλύψεις, τώρα πως συνταιριάζουν αμαρτωλή ζωή και προφητικό χάρισμα μην ρωτάτε. 

Σε άλλη Πεντηκοστιανή ομάδα ένας άρχιζε να προφητεύει και έλεγε αρλούμπες. Ο επικεφαλής της ομάδος τον επέπληττε να μην προφητεύει αλλά αυτός συνέχιζε. 

Κάποιος άλλος την ώρα που οι άλλοι "προφήτευαν" και "γλωσσολαλούσαν" αυτός άρχιζε και έκανε τον κόκορα και γέμισε την ατμόσφαιρα με κικιρίκου.

Άλλος διακήρυττε ότι σε λίγους μήνες καταφθάνει η Β' Παρουσία του Χριστού και όλοι οι Πεντηκοστιανοί θα αρπαχτούν στον ουρανό, βέβαια πέρασαν από τότε μήνες και χρόνια και τίποτε δεν έγινε. 

Άξιο παρατηρήσεως είναι ότι όσα παρατηρούνται στους Πεντηκοστιανούς γίνονται και στις συνάξεις ορισμένων Ορθοδόξων, γυναικών κυρίως, που αυτοαποκαλούνται Φωτισμένες. Παρακολουθούν τις λατρευτικές συνάξεις της Εκκλησίας μας αλλά παράλληλα έχουν και ιδιαίτερες δραστηριότητες, συγκεντρώσεις δηλαδή, σε σπίτια και αίθουσες. Καταλαμβάνονται όπως νομίζουν από Άγιο Πνεύμα και αρχίζουν τις προφητείες και τις γλωσσολαλιές

Έτυχε να παρακολουθήσω από κασέτες γλωσσολαλιές των Πεντηκοστιανών και γλωσσολαλιές των φωτισμένων και δεν υπήρχε καμία διαφορά. Εμείς τις φωτισμένες δεν τις δεχόμαστε γιατί πρόκειται για γυναίκες γεμάτες παρακρούσεις και θρησκευτικές υστερίες, οι Πεντηκοστιανοί ας τις θαυμάζουν διότι ομιλούν ξένες γλώσσες και προφητεύουν. 

Ήταν παλιά στο Άγιο Όρος κάποιος μοναχός, ο πατήρ Βαρνάβας, ο οποίος από την πολύ άσκηση νόμισε ότι αγίασε και ότι έλαβε διάφορα χαρίσματα από τον Θεό. Οι άλλοι πατέρες του Όρους κατάλαβαν ότι έπεσε σε πλάνη, είδαν και έπαθαν να τον συνεφέρουν, τελικά συνήλθε. Όταν κατάλαβε πως πλανήθηκε από το πνεύμα της υπεροψίας απαλλάχτηκε και από τα διάφορα χαρίσματα, εντός εισαγωγικών χαρίσματα, που νόμιζε ότι είχε λάβει. Ένα από αυτά τα χαρίσματα ήταν και μία πρωτάκουστη ξένη γλώσσα. Ο ίδιος ισχυριζόταν ενόσω βρισκόταν στην πλάνη ότι επρόκειτο για την γλώσσα του Αδάμ, για την γλώσσα που μιλούσαν οι πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο. Βέβαια όταν επέστρεψε από την πλάνη του απαλλάχτηκε και από το πνεύμα της υπερηφάνειας που τον παρουσίαζε σαν Άγιο και από την γλώσσα του Αδάμ. 

Ελέχθη σωστά ότι στον Ρωμαιοκαθολικισμό υπάρχει ένας Πάπας ενώ στον Προτεσταντικό χώρο αναρίθμητοι Πάπες. Ο άλφα ή ο βήτα Προτεστάντης προσεγγίζει την Αγία Γραφή με τις δικές του ανθρώπινες δυνάμεις, την κατανοεί διαφορετικά από κάποιους άλλους Προτεστάντες και καταλήγει στο να συμπήξει καινούργια θρησκευτική ομάδα. 

Δεν είναι δύσκολο να αποκτηθούν και κάποιοι οπαδοί. Έτσι δίπλα στους λεγόμενους Χριστάδελφους εμφανίζονται οι Πλυμούθιοι Αδελφοί, αυτοί όπως νομίζουν ανακάλυψαν την αρχέγονη Εκκλησία της Καινής Διαθήκης και ζουν σύμφωνα με το πνεύμα της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. 
Τα ίδια λέει και ο καθηρημένος κληρικός Στυλιανός Χαραλαμπάκης που ίδρυσε την ομάδα Ορθόδοξος Αναμόρφωσις, σήμερα την ονομάζει Αρχέγονη Ορθόδοξη Εκκλησία και δίπλα σε αυτούς ξεπροβάλλει η Ελευθέρα Ευαγγελική Εκκλησία.

Ένας διαπρεπής διδάσκαλος της ομάδος αυτής, ο Κ. Μεταλληνός, δίδασκε την βλάσφημη διδασκαλία ότι ο Χριστός όταν ενανθρώπισε μέχρι την ανάστασή του στερήθηκε την Θεϊκή του φύση και έπαψε να είναι Παντοδύναμος, Παντογνώστης και πανταχού παρών.

Η έλλειψη αποστολικής διαδοχής, αποστολικής παραδόσεως, η απουσία εκκλησιαστικής αυθεντίας δημιουργούν στον Προτεσταντικό χώρο προϋποθέσεις για συνεχείς κατατμήσεις, για την συνεχή δημιουργία νέων ομολογιών και παραφυάδων. Το σύνθημα του Λουθήρου, του πατριάρχου των Προτεσταντών, sola scriptura, μόνο η Αγία Γραφή, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, μέσα στον Χριστιανικό κόσμο.  

Έρχεται ένας Προτεστάντης που ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη Προτεσταντική ομάδα και λέει ότι η τάδε περικοπή κατανοήθηκε λανθασμένα, αποσπά δέκα είκοσι οπαδούς από αυτήν την ομάδα, προσθέτει και άλλους δέκα είκοσι από αλλού και φτιάχνει δική του εκκλησία, εκκλησία ιδιωτικού δικαίου, ας είναι καλά ο Λούθηρος και το σύνθημα sola scriptura, μόνο η Γραφή. Σε συζητήσεις μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών οι Μουσουλμάνοι κατηγορούν τους Χριστιανούς ότι είναι διασπασμένοι σε πολυάριθμες ομάδες, ας είναι καλά ο Λούθηρος. 

Σε πολλές Προτεσταντικές ομάδες η Αγία Γραφή προσεγγίζεται με καθαρά ορθολογιστικά εφόδια, υπάρχει η ιδέα ότι η καλή γνώση της Εβραϊκής και Ελληνικής γλώσσας, των γλωσσών δηλαδή που γράφτηκε πρωτότυπα η Βίβλος, η χρησιμοποίηση κάποιων σπουδαίων λεξικών αυτών των δύο γλωσσών, η εφαρμογή των κοινών ερμηνευτικών νόμων, αρκούν για την σωστή ερμηνεία της Αγίας Γραφής.

Αλλά η ερμηνείας της Αγίας Γραφής δεν μοιάζει με την ερμηνεία που γίνεται στον Όμηρο ή στον Πλάτωνα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με θεόπνευστο κείμενο γραμμένο με Θεϊκή σοφία και γεμάτο από κρυμμένα μυστήρια. Η ανθρώπινη σοφία κινείται σε κατώτερο επίπεδο και δεν μπορεί να εξετάσει και να κατανοήσει κείμενα γραμμένα με ειδική επενέργεια της Θεϊκής σοφίας, κείμενα που τοποθετούνται σε ανώτερη σφαίρα όπου δεν φτάνει το βεληνεκές του ανθρώπινου μυαλού. Ένας που ζει, ας το υποθέσουμε, σε κόσμο επίπεδο δισδιάστατο όπου έχουμε μήκος και πλάτος, δεν είναι σε θέση να κατανοήσει εκείνον που ζει σε κόσμο τριών διαστάσεων όπου έχουμε μήκος και πλάτος και ύψος. 

Έτσι και οι Προτεστάντες ορθολογιστές αδυνατούν να κατανοήσουν την Αγία Γραφή διότι στον χώρο της Αγίας Γραφή υπάρχει η παρουσία του Θεϊκού στοιχείου και αυτό για να κατανοηθεί χρειάζεται ανθρώπινος νους καθοδηγούμενος από Θεϊκό φωτισμό, με τέτοιο θεοκατασκεύαστο τηλεσκόπιο εξιχνιάζεται αυτός ο ουρανός. 

Υπάρχουν στην Γραφή κείμενα που ερμηνεύονται αλληγορικά, υπάρχουν άλλα που δέχονται την κατά γράμμα μετάφραση, ποια ανθρώπινη σοφία θα καθορίσει ποια ανήκουν στην πρώτη και ποια στην δεύτερη κατηγορία της κατά γράμμα ερμηνείας; 

Αν αφεθούν τα πράγματα στην δικαιοδοσία του ανθρώπινου παράγοντα μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι όλα είναι αλληγορικά, σε τι μπορεί να βοηθήσει σε αυτό το ζήτημα η καλή γνώση της Εβραϊκής ή της Ελληνικής γλώσσης ή τα σπουδαία λεξικά;

 

Αναδημοσίευση από: http://panoszero.blogspot.gr/2016/03/blog-post_9.html

 

Ποιος είναι ο «προφήτης»

στην Καινή Διαθήκη

 

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†)

Καθηγητού Πανεπιστημίου

 

      Επάνω στην διδασκαλία της Εκκλησίας περί της θείας Χάριτος βασίζεται όλη η διδασκαλία Της περί της Αγίας Τριάδος, ως και περί της Ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου.

 Λέγει ο απόστολος Παύλος: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους...»[i]. Αργότερα επεκράτησε η άποψις ότι ο προφήτης του  αποστόλου Παύλου ήταν ο επίσκοπος της Εκκλησίας των πρώτων Χριστιανών. Οπότε έχομε: Πρώτον τους Αποστόλους, μετά τους Επισκόπους και μετά τους Πρεσβυτέρους, οι οποίοι κατ' αυτήν την άποψιν είναι οι διδάσκαλοι  της Εκκλησίας.

Αν τώρα διαβάσωμε το 14ο κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, βλέπομε ότι εκεί αναφέρεται σαφώς ότι στην ενορία της Κορίνθου υπήρχαν πολλοί προφήτες, χριστιανοί δηλαδή με προφητικό, προορατικό χάρισμα. Διότι γράφει: Να μιλήσουν οι προφήτες σε ομάδες των δύο ή των τριών[ii]. Οπότε υπήρχαν τουλάχιστον τρεις προφήτες, ίσως και περισσότεροι, εξ ή επτά. Εδώ οι προφήτες της Κορίνθου δεν ήσαν όλοι τους επίσκοποι.

Όμως τι σημαίνει η λέξις προφήτες του αποστόλου Παύλου; Το τι σημαίνει φαίνεται από το γεγονός ότι  σε άλλο σημείο γράφει ο απόστολος Παύλος ότι δεν έχει αποκαλυφθή το Μυστήριο του Θεού σε προηγούμενες γενεές, όπως αποκαλύφθηκε στην δική του, όπως αποκαλύφθηκε δηλαδή «νυν τοις αποστόλοις και προφήταις»[iii]. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν είχε αποκαλυφθή στην Παλαιά διαθήκη, όπως αποκαλύφθηκε τώρα στους Αποστόλους και στους Προφήτες. Εδώ δηλαδή δεν μιλάει για τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά για τους Προφήτες της Εκκλησίας.

Αυτό σημαίνει  ότι :

α) Απόστολος είναι εκείνος στον οποίο έχει αποκαλυφθή ο Χριστός εν δόξη. Γι' αυτό στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του απαριθμεί ο απόστολος Παύλος όλους εκείνους, στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός μετά την Ανάστασί Του, αλλά και μετά την Πεντηκοστή, διότι δεν κάνει διαφοροποίησι μεταξύ των εμφανίσεων του Χριστού προ της Πεντηκοστής και μετά την Πεντηκοστή.

Οπότε το πρωταρχικό γνώρισμα του οποιουδήποτε Αποστόλου δεν ήταν μόνο ότι ήταν μαθητής του Χριστού προ της Σταυρώσεώς Του, αλλά και το γεγονός ότι ο Χριστός είχε αποκαλυφθή σ' αυτόν εν δόξη μετά την Ανάστασί Του. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει: «Δεν γνωρίζω τον Χριστόν κατά σάρκα αλλά κατά πνεύμα»[iv]. Διότι, για να γνώριζε τον Χριστόν κατά σάρκα, σήμαινε ότι θα έπρεπε να είχε συναναστραφή μαζί Του προ της Σταυρώσεώς Του, το οποίο δεν συνέβη με τον απόστολο Παύλο. Μετά την Σταύρωσι, Ταφή και Ανάστασί Του δεν γνωρίζομε τον Χριστόν κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα. Δηλαδή βλέπομε τον Χριστόν νοερώς με τα μάτια της ψυχής, καθώς και εν δόξη κατά την εμπειρία της θεώσεως.

β) Προφήτης είναι εκείνος, στον οποίο επίσης έχει αποκαλυφθή ο Χριστός. Όποτε εμφανίζεται ο Χριστός μετά την Ανάστασί Του, εμφανίζεται μέσα σε δόξα και αυτή ακριβώς η εμπειρία, που αποκτά κανείς όταν βλέπη τον Χριστόν εν δόξη, τον καθιστά αυτομάτως είτε Απόστολον είτε Προφήτην. Αυτό σημαίνει ότι ο προφήτης, για τον οποίο ομιλεί ο απόστολος Παύλος, είναι εκείνος, ο οποίος έχει φθάσει στην θέωσι. Και αυτό φαίνεται σαφώς από εκείνο που λέγει ο απόστολος Παύλος, πριν πη το  «...ους έθετο ο Χριστός εν τη εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας...», που είναι το: «...είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη»[v].

Εξ άλλου έχει γίνει πλέον αποδεκτό ότι αυτά, που γράφει ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για τους τότε επισκόπους, δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Δηλαδή ότι, όπως ο προφήτης του αποστόλου Παύλου είναι εκείνος που έχει φθάσει σε θέωσι, έτσι και για τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη επίσκοπος είναι εκείνος που έχει φθάσει στην θέωσι. Από αυτούς μάλιστα τους προφήτας του αποστόλου Παύλου προήλθαν οι τότε επίσκοποι της Εκκλησίας[vi]  .

Ο άγιος Νικήτας Στηθάτος μας πληροφορεί ότι υπάρχουν άνθρωποι, που έχουν χειροτονηθή κατ' ευθείαν επίσκοποι από τον ίδιο τον Θεό, αν και από τους ανθρώπους δεν αναγνωρίζωνται ως επίσκοποι. Όμως είναι επίσκοποι· έχουν δηλαδή πνευματική εξουσία επισκόπου.

Φαίνεται ότι τότε στην ενορία της Κορίνθου υπήρχε μία αναταραχή, διότι όσοι είχαν γένη γλωσσών που είναι τα διάφορα είδη της νοεράς προσευχής ή μερικοί απ' αυτούς νόμιζαν ότι μπορούσαν να εξισωθούν με όλους τους άλλους. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος, για να βάλη μία τάξι μέσα στην Εκκλησία, μας λέγει ότι πρώτοι μέσα στην Εκκλησία είναι οι Απόστολοι, μετά έρχονται οι προφήτες, μετά οι διδάσκαλοι και τελειώνει με τα γένη των γλωσσών .

Στα κεφάλαια 13, 14 και 15 της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του κάνει ο απόστολος Παύλος ολόκληρη ερμηνεία της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας. Από αυτό φαίνεται σαφώς ότι στις ενορίες του αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη του Σώματος του Χριστού ήταν θεόκλητα[vii]. Και τούτο, επειδή όλοι είχαν δεχθή την επίσκεψι του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά τους. Ήσαν δηλαδή θεόκλητα μέλη του Σώματος του Χριστού, αφού είχαν χειροτονηθή από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Και, όπως οι Απόστολοι έφθασαν σε δοξασμό, δηλαδή στην θέωσι, κατά τον ίδιο τρόπο οι προφήτες ήσαν εκείνοι, που επίσης είχαν φθάσει στην θέωσι, ενώ από τους διδασκάλους και κάτω ήσαν όσοι είχαν φθάσει μόνο σε φωτισμό.

[i] Α' Κορ. 12, 28.

[ii] Α' Κορ. 14, 29.

[iii] Εφ. 3, 5.

[iv] Β' Κορ. 5, 16.

[v] Α' Κορ. 12, 26.

[vi] Βλ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, Γρηγορίου Παλαμά Έργα, Τόμος Α', εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 7: «Επεκράτησε να λέγεται ο προεστώς προφήτης της ενορίας επίσκοπος και οι υπόλοιποι πρεσβύτεροι, ενώ στην αρχή συνηθίζετο να λέγωνται όλοι πρεσβύτεροι. Σημειωτέον ότι η Εκκλησία της Κορίνθου είχε τουλάχιστον πέντε προφήτες (Α' Κορ. 14, 29). Δεν απασχολούν τον Παύλο τόσο τα ονόματα επίσκοπος ή πρεσβύτερος, αφού, ως προφήτες τους θεωρεί μαζί με τους αποστόλους, ως θεμέλια της Εκκλησίας (Εφ. 2, 20). Η χειροτονία τους, όπως στην περίπτωση των αποστόλων, ήτο κατ' ευθείαν από τον Χριστό μέσω της θεώσεως (Εφ. 3, 5) και εν συνεχεία μέσω της αναγνωρίσεως της θεώσεως αυτής από τους συνθεουμένους».

[vii] Βλ. ένθ' ανωτ., σ. 7: «Μάλιστα τονίζει (ο απόστολος Παύλος) ότι ο Θεός θέτει τον καθένα μέσα στην Εκκλησία. Αρχίζει με τους αποστόλους και προφήτας, που φθάσανε στη θέωσι και τελειώνει με τα ‘'γένη γλωσσών'' (Α' Κορ. 12, 28). Αυτά τα στάδια είναι αποτελέσματα του βαπτίσματος του Πνεύματος που διακρίνεται από το βάπτισμα του ύδατος, ως φαίνεται μέχρι σήμερα από τις ακολουθίες του βαπτίσματος και του χρίσματος. Οι ευρισκόμενοι στην απαρίθμηση αυτή αποτελούν το βασίλειο Ιεράτευμα. Οι ιδιώτες (Α' Κορ. 14, 16), που είναι οι λαϊκοί δεν έχουν το βάπτισμα του Πνεύματος και δεν απαριθμούνται ακόμη από τον Παύλο μεταξύ των μελών, που έθεσε ο Θεός μέσα στην Εκκλησία».

 

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†) Καθηγητού Πανεπιστημίου

Πατερική Θεολογία

Πρόλογος:  Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού Κοσμήτορα Θεολ Σχολής  Πανεπ. Αθηνών

Επιμέλεια - σχόλια:  Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου

Εκδόσεις ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Θεσσαλονίκη 2004
 

 

Η  "ΑΠΟΚΑΤΑΛΛΑΓΗ"  ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

   π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

 

      Οι υποστηρικτές του δόγματος της Αποκαταλλαγής των Πάντων αναφέρονται στο Α' Iω. γ' 8 για να στηρίξουν τις κακοδοξίες τους πώς τάχα ο διάβολος επλάσθη από τον Θεό κακός. Όμως το «απ' αρχής ο διάβολος αμαρτάνει», αναφέρεται όχι στη δημιουργία του, αλλά στην πτώση του. Το ίδιο παρατηρούμε και για το Iω. η' 44.

Ο διάβολος έγινε κακός με την ελεύθερη προαίρεσή του, γι' αυτό και δεν θα αποκατασταθεί, αλλά θα τιμωρηθεί μαζί με όλους τούς «αγγέλους του» (Ματθ. κε' 41. Άποκ. κ' 10).

Ακόμη χρησιμοποιείται το εδάφιο Θρήνοι γ' 38, όπου αναφέρεται: «εκ στόματος Υψίστου ουκ εξελεύσεται τα κακά και το αγαθόν;». Όμως εδώ γίνεται λόγος για τις δυσχέρειες στη ζωή, όχι για την αμαρτία, για την παιδαγωγία του Θεού, με σκοπό τη μετάνοια και την απαλλαγή από την αμαρτία. Γι' αυτό και στη συνεχεία (στίχ. 42) αναφέρεται: «ημαρτήσαμεν, ησεβήσαμεν, και ουχ ιλάσθης»!

Την ίδια έννοια έχει και το εδάφιο Hσ. με' 7. «εγώ ο κατασκευάσας φως και ποιων σκότος, ο ποιών ειρήνην και ο κτίζων κακά, εγώ Κύριος ο Θεός ο ποιων πάντα ταύτα». Δεν πρόκειται εδώ για το ηθικό κακό, για την αμαρτία, αλλά για το φυσικό κακό, δηλαδή για τις θλίψεις. Γι' αυτό και τα «κακά» τίθενται εδώ σε αντίθεση με την «ειρήνη»!

Αναφέρονται ακόμη στο Ρωμ. ια' 32: «συνέκλεισε γάρ ο Θεός τούς πάντας εις απείθειαν, ίνα τους πάντας ελεήση». Όμως όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, το «συνέκλεισε» σημαίνει «ήλεγξεν, απέδειξεν, απειθουντας ούχ ίνα μείνωσιν απειθουντες», αλλά για να τούς οδηγήσει στην μετάνοια και να τούς σώσει.

Το Εφεσ. α' 9-10, δεν σημαίνει αποκαταλλαγή των πάντων με την έννοια πού το εκλαμβάνουν. Εδώ γίνεται λόγος για το μυστήριο του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, και υπογραμμίζεται πώς οι άνθρωποι, πού ήσαν χωρισμένοι εξαιτίας της αμαρτίας και οι άγγελοι στους ουρανούς, θα ενωθούν και πάλι στο ένα σώμα, υπό την μίαν κεφαλήν, τον Χριστό («ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα έν τω Χριστώ»). Γι' αυτό και στους στίχους 22-23 αναφέρεται: «και πάντα υπέταξεν υπό τούς πόδας αυτού, και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου».

Το ίδιο νόημα έχουν και όσα αναφέρονται στο Κολ α' 20-22' «και δι' αυτού αποκαταλλάξαι τα πάντα εις αυτόν, ειρηνοποιήσας δια του αίματος του σταυρού αυτού, δι' αυτού είτε τα επί της γης, είτε τα εν τοις ουρανοίς... νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τω σώματι της σαρκός αυτού...».

Αναφέρονται ακόμη και στο Α' Κορ. ιε' 22-26 και 53-58. Αλλά όταν ο απόστολος λέγει «και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται», εννοεί πάντες «οι Χριστού», όπως διασαφηνίζεται στο στίχο 23. Το ίδιο σημαίνει και το «ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσι», δηλαδή εν πάσι «τοις Χριστού»! Καταλήγοντας στο στίχο 58 συνοψίζει ότι «ο κόπος υμών ουκ εστί κενός εν Κυρίω». Δεν μιλάει λοιπόν γενικά, αλλά αναφέρεται πάντοτε στους χριστιανούς και τους ενισχύει στην εργασία των ευαγγελικών αρετών («ο κόπος υμών»).

Η πτώση του διαβόλου και του ανθρώπου δεν έχει την αιτία της στον Θεό, αλλά στην προαίρεση, στην ελευθερία των πνευματικών πλασμάτων του Θεού. Η ανόρθωση του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα συνεργίας ανάμεσα στων Θεό και στον άνθρωπο. O Θεός προσφέρει τη σωτηρία και ο άνθρωπος τη δέχεται ή την απορρίπτει (βλ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ). Αλλά ο Θεός μένει στοργικός Πατέρας και προκαλεί τη βούληση του ανθρώπου με διάφορες παιδαγωγίες όμως δεν την βιάζει, γιατί η βεβιασμένη σωτηρία δεν θα ήταν σωτηρία.

Πρέπει ακόμη να προσθέσουμε πώς σύμφωνα με τη διδαχή της αγίας Γραφής, όπως την ερμηνεύει η Εκκλησία (πρβλ Α' Τιμ. γ' 15), Ο άνθρωπος έχει αθάνατη ψυχή, η οποία όμως μπορεί να χωρισθεί από τον Θεό, πού είναι η ζωή, και να πεθάνει πνευματικά (βλ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ).
Πέρα από όσα έχουμε αναφέρει για την πτώση του ανθρώπου και τις συνέπειες της αμαρτίας, για την αιώνια τύχη του (βλ Εσχατολογία της Εκκλησίας μας), παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά ακόμη βασικά σημεία για τα θέματα αυτά.

Κατ' αρχήν η αποδοχή του δόγματος, ότι η αμαρτία υπηρετεί το σχέδιο του Θεού, απορρίπτεται κατηγορηματικά από την αγία Γραφή.

O απόστολος Παύλος υπογραμμίζει: «Τι ερούμεν; επιμενούμεν τη αμαρτία ίνα η χάρις πλεονάση; μη γένοιτο» (Ρωμ. στ' 1). «Τα οψώνια της αμαρτίας» δεν είναι σωτηρία, αλλά θάνατος «τα γάρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος, το δε χάρισμα του Θεού Ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. στ' 23). Η ζωή δεν θα επέλθει αυτόματα, αλλά με τη χάρη του Θεού, αφού ο άνθρωπος καθαρίσει τον εαυτό του από την αμαρτία.

O Θεός δεν αγαπάει μόνο την κρίση, αλλά και την ελεημοσύνη, ολόκληρη η γη είναι γεμάτη από το έλεός του (Ψαλμ. λβ/λγ' 5. 97/98,3). Ό Θεός είναι αγάπη και καλεί τούς ανθρώπους να μείνουν στην αγάπη Του, εκτελώντας τις εντoλές Του (Ιω. ιδ' 15.21.23. ιε' 10). Όταν κανείς μένει στην αγάπη του Θεού, μένει στη ζωή. Όταν όμως αποτελεί δένδρo, πού δεν κάνει καλούς καρπούς, αποκόπτεται και πεθαίνει πνευματικά (Ματθ. γ' 10).

O Θεός «τιμωρεί», δηλαδή παιδαγωγεί, δεν αφήνει όμως τον άνθρωπο χωρίς ελπίδα (βλ Γέν. ν' 15-24)  «διαρρήξατε τάς καρδίας υμών και τα ιμάτια υμών και έπιστράφητε πρός Κύριον τον Θεόν ύμών, ότι ελεήμων και οικτίρμων εστί, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί τοις κακίαις» (Ιωήλ β' 13), «εκζητήσατέ με και ζήσεσθε και μη έκζητείτε Βαιθήλ... έκζητήσατε τον Κύριον και ζήσατε, όπως μη αναλάμψη ώς πυρ ο οίκος Ιωσήφ και καταφάγεται αύτον, και ούκ, έσται ο σβέσων τω οίκω Ισραήλ.. Ουαί οι επιθυμoύντες την ημέραν του Κυρίου, ίνα τί αύτη η ημέρα του Κυρίου; και αύτη εστί σκότος και ού φώς» (Αμώς ε' 4-6. 18).

O Θεός δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού. θέλει να επιστρέψει από τον αμαρτωλό δρόμο και να τον σώσει (Ιεζ. ιγ' 23). Με αυτή την έννοια θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας έλθειν» (Α' Τιμ. β' 4). Σε ότι αφορά τον Θεό, η αποκαταλλαγή συνετελέσθη. Πρέπει όμως και ο άνθρωπος να δώσει έμπρακτα τη συγκατάθεση του, να δεχθεί την αγάπη και το έλεος του Θεού. Γ' αυτό και ο προφήτης, πού αναφέρεται στον Θεό σαν κριτή, μιλάει για έλεος και οικτιρμούς, και καταλήγει: «μακάριοι οι εμμένoντες έπ' αύτώ» (Ησ. λ' 18).

O Θεός θεσπίζει νόμο και δίνει εντoλές, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποδείξει έμπρακτα την αγάπη του και την ελεύθερη προαίρεση του, υπέρ ή κατά της αγάπης του Θεού. Γι' αυτό ο Θεός υπογραμμίζει: «εγώ ει μι Κύριος ο Θεός σου, όστις σε εξήγαγε εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας, ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού... εγώ γαρ ειμί Κύριος ο Θεός σου, Θεός Ζηλωτής, αποδιδούς αμαρτίας... και ποιών έλεος εις χιλιάδας τοίς άγαπώσι με και φυλάσσουσι τα προστάγματά μου) (Έξοδ. κ' 1-6). Ο Ζηλωτής Θεός απαιτεί από μας αποκλειστική αγάπη, δεν προσφέρει την αγάπη Του ανεξάρτητα από τη δική μας ολοκληρωτική αφοσίωση.

Για να προσφέρει ο Θεός το έλεος Του στον άνθρωπο πρέπει και ο άνθρωπος να ελεήσει το συνάνθρωπο του. Διαφορετικά θα κριθεί από τον Θεό με το ίδιο μέτρο, «η γάρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ιακ. β' 13, πρβλ. Ματθ. σι' 12. ιη' 35. Μάρκ. ια' 26).
O απόστολος Παύλος προειδοποιεί με σκοπό την αποφυγή της αμαρτίας υπογραμμίζει πώς οι «εκουσίως αμαρτάνοντες» θα τιμωρηθούν, μάλιστα όταν πρόκειται για Χριστιανούς «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» καταλήγει (Εβρ. ι' 26-31, πρβλ Άμώς γ' 2). Όλοι θα παρουσιασθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, για να απολάβουμε αγαθό ή κακό, ανάλογα με τις πράξεις μας (Β' Κορ. ε' 10, πρβλ Ρωμ. α' 18. Ρωμ. β' 5-9. Μάρκ. ιστ' 1,16).

Η τιμωρία του Θεού δεν είναι εκδικητική, αποτελεί πρόκληση στην προαίρεση του ανθρώπου, να επιλέξει την κοινωνία αγάπης με τον Θεό και να μη αποστραφεί την αγάπη Του. Γι' αυτό η εξαγγελία της τιμωρίας συνοδεύεται με προτροπή για μετάνοια (Ησ. ξστ' 24. Δαν. ιβ' 2-3. Ματθ. κε' 41-46. Λουκ. στ' 19-31. Ίω. ε' 29).

     Η αιώνια κόλαση, ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό (τη Ζωή) είναι πραγματικότητα στην αγία Γραφή. Είναι επιλογή του ίδιου του ανθρώπου, την οποία αποδέχεται ο Θεός, γιατί είναι αγάπη, δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο, απαιτεί ελεύθερη ανταπόκριση σ' αυτή την αγάπη. Η αγία Γραφή μιλάει για «ευρύχωρον οδόν» πού οδηγεί στην «απώλειαν» και πολλοί, με τη θέληση τους φυσικά, ακολουθούν το δρόμο αυτό (Ματθ. ζ' 13). Υπογραμμίζει με έμφαση πώς η ψυχή μπορεί να απολεσθεί «εν γεέννη» (Ματθ. ι' 28), μιλάει για «ζωήν» και για «πυρ αιώνιoν» και για «γέενναν του πυρός» (Ματθ. ιη' 8-9), για «εξώτερον σκότος» (Ματθ. κε' 13), για βασανισμό «εν πυρί και θείω» εις «αιώνας αιώνων» (Άποκ. ιδ' 10-11), για «την λίμνην του πυρός την καιομένην εν θείω» (Αποκ. ιθ' 20) και για «δεύτερον θάνατον» (Άποκ. α' 11. κ' 6.8).

Όχι λοιπόν αποκαταλλαγή των πάντων, αλλά ζωή αιώνια ή κόλαση αιώνια. Υπάρχουν αμαρτίες πού δεν συγχωρούνται, λέγει η Γραφή (Ησ. κβ' 14. Ματθ. ιβ' 31. Μάρκ. γ' 29). O λόγος του Θεού υπογραμμίζει: «Έξω οι κύνες και οι φαρμακοί και οι πόρνοι και οι φονείς και οι ειδωλολάτραι και πας ο φιλών και ποιών το ψεύδος»! (Αποκ. κβ' 15).
 

 ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

 

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΔΑΧΗ

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ

ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ


Αρχιμ. π. Αυγουστίνου Γ. Μύρου,

Δρ. Θεολ. Ιεροκήρυκoς Ι. Μητροπ. Σερβίων & Κοζάνης
 

 

Η αυθεντική Αποστολική Διδαχή

Η γνησιότητα ή μη των ποικίλων «πνευματικών εμπειριών», που συχνά στον καιρό μας προβάλλονται από διαφόρους ανθρώπους ως ακαταμάχητες αποδείξεις της αληθινής τους πίστεως, απαιτεί την αξιολόγηση τους με σταθερά και εγγυημένα κριτήρια. Ένα από τα κριτήρια αυτά είναι και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή, δηλαδή, η «άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις»1.

Οι γνήσιες εμπειρίες των αγίων έχουν πάντα σχέση με την Αποστολική Διδαχή της Εκκλησίας. Η εμπειρία της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου, για παράδειγμα, συνδέεται άμεσα με αυτήν. Τα μέλη της Εκκλησίας εδόξαζαν τότε τον Θεό σχετικά με το Παύλο, τονίζοντας όχι το γεγονός ότι αξιώθηκε να έχη την ανυπέρβλητη εμπειρία στο δρόμο της Δαμασκού, άλλ' ότι «ακούοντες ήσαν ότι ο διώκων ημάς ποτέ νυν ευαγγελίζεται την πίστιν ην ποτέ επόρθει»2. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στις εμπειρίες που σχετίζονται με την μεταστροφή της Σαμαρείτιδος, και που συνδέονται άμεσα με τις αποκαλύψεις της Πίστεως από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό3. Οι εμπειρίες πίστης του Αιθίοπος ευνούχου συνδέονται με την αυθεντική ερμηνεία των Γραφών, που ζητεί, ακούει και αποδέχεται από τον κανονικό απόστολο Φίλιππο4, και όχι απλώς με την δική του προσωπική μελέτη των αγίων Γραφών. Το ίδιο συμβαίνει και με τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, ο οποίος ακούει πρόθυμα την αυθεντική Διδαχή της Εκκλησίας από τον απόστολο Πέτρο5.

Είναι δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο λόγος του ευαγγελιστού Ιωάννου, όταν συμβουλεύει τους πιστούς πώς να αντιμετωπίζουν τους ψευδοδιδασκάλους: «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνεται αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε»6.

Στα παραδείγματα των Αγίων Γραφών φαίνεται, επίσης, καθαρά ότι οι νόθες εμπειρίες κρίνονται από τον συσχετισμό τους με την αλλοίωση της αυθεντικής Διδαχής της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτει στον Μωϋσή ότι «ο προφήτης ός αν ασεβήση λαλήσαι επί τω ονόματί μου ρήμα, ο ου προσέταξα λαλήσαι, και ος εάν λαλήση εν ονόματι θεών ετέρων, αποθανείται ο προφήτης εκείνος»7. Ο ίδιος ο Θεός αποδοκιμάζει και απορρίπτει την προφητική εμπειρία, όταν αυτή υπηρετεί την αλλοιωμένη Διδαχή.

Στο αυτό συμπέρασμα μας οδηγούν και οι λόγοι του Χριστού, «εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι ει δυνατόν και τους εκλεκτούς»8.

Με το ίδιο επίσης πνεύμα ακούγεται και η προτροπή του αποστόλου Ιωάννου: «αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθησαν εις τον κόσμον. Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού' πάν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστί· και πάν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί ελεηλυθότα εκ του Θεού ουκ εστί»9. Τα «πνεύματα», που αναφέρει ο ευαγγελιστής, είναι χαρισματούχοι με εμπειρίες και χαρισματικές εκδηλώσεις, όπως προφητείες, θεραπείες, κυβερνήσεις κ.ά.10 Όμως ο απόστολος Ιωάννης τις «εμπειρίες» αυτές, όχι μόνο δεν τις θεωρεί κριτήριο για την αλήθεια, αλλά και παραγγέλλει κατηγορηματικά να ελέγχονται για την προέλευσή τους με βάση την αυθεντικά παραδεδομένη Διδαχή της Εκκλησίας, όπως είναι η ομολογία ότι πραγματικά σαρκώθηκε ο Θεός Λόγος. Για παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στις λεγόμενες «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών.


Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή


     Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών όχι μόνον δεν προϋποθέτουν την αυθεντική Αποστολική Διδαχή, αλλά συνδέονται με αυθαίρετες και καταδικασμένες από την ιστορική Εκκλησία θέσεις, ερμηνείες και διδαχές11. Και πρώτα πρώτα οι Άγιες Γραφές, που αποτελούν την αρχή και το θεμέλιο ολοκλήρου του οικοδομήματος των Πεντηκοστιανών, είναι στην πραγματικότητα ξένη περιουσία γι' αυτούς. Παραθέτω εδώ τη μαρτυρία του Τερτυλλιανού, που γράφει για τους αιρετικούς της εποχής του:

 «Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής), αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής... Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία»12.

Επίσης, ο τρόπος ερμηνείας των Γραφών από τους Πεντηκοστιανούς, εκτός από την παραποίηση των κειμένων13, έχει τα γνωρίσματα της επιλεκτικότητας, της απολυτοποίησης και της σχετικοποίηαης. Πιο συγκεκριμένα, από το σύνολο της Αποστολικής Διδαχής επιλέγουν κάποια σημεία, που κατά την υποκειμενική τους άποψη είναι εξαιρετικά σημαντικά, και τα απολυτοποιούν. Συγχρόνως όμως σχετικοποιούν ή και αποσιωπούν ένα πλήθος από άλλα σημεία της Αποστολικής Διδαχής εξ ίσου ή και περισσότερο σημαντικά, όπως είναι τα πρόσωπα του εν Τριάδι Θεού, το μυστήριο της Εκκλησίας, η προφορική και λατρευτική Παράδοση της Εκκλησίας, η Αποστολική Διαδοχή, η παρθενία, το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και άλλα. Θα μπορούσα όλη αυτή την επίμονη τακτική τους να την ονομάσω «το παιγνίδι των παραθυριών», δανειζόμενος την εικόνα από την λειτουργία του προγράμματος των «Γουΐντοους» στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

Αυτή η τακτική του υποκειμενισμού είναι αποκαλυπτική και της πλανεμένης πίστεως τους γι' αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπως επισημαίνει ο άγιος Αμβρόσιος: «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνεται ότι έχουν τον Χριστό. Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στο Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό»14.
Ένα άλλο στοιχείο, που χαρακτηρίζει την ερμηνευτική νοοτροπία των Πεντηκοστιανών είναι η παντελής έλλειψη διακρίσεως. Εξετάζω εδώ μόνο το γεγονός της Πεντηκοστής, το οποίο χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να θεμελιώσουν την εγκυρότητα των «εμπειριών» της γλωσσολαλιάς και της προφητείας.

Μία προσεκτική μελέτη της σχετικής περικοπής από τις Πράξεις των Αποστόλων και των όσων πιστεύουν οι Πεντηκοστιανοί μας οδηγούν σε μία σειρά από εύλογα ερωτήματα.

Οι Πεντηκοστιανοί υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι λαμβάνουν το βάπτισμα του αγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς και οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής16. Γιατί όμως οι 3000, που πίστεψαν την ημέρα της Πεντηκοστής και βαπτίστηκαν, δεν έλαβαν το άγιο Πνεύμα όπως ακριβώς και οι απόστολοι (δηλαδή με βίαιη πνοή και με πύρινες γλώσσες); Γιατί δεν αναφέρεται ότι όλοι αυτοί δέχθηκαν το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας; Γιατί οι Πεντηκοστιανοί, που κατά τη γνώμη τους δέχονται την έκχυση του αγίου Πνεύματος όπως οι Απόστολοι, δεν βλέπουν και τις πύρινες γλώσσες να κατεβαίνουν στα κεφάλια τους;

Εξ άλλου το χάρισμα της γλωσσολαλιάς στους αποστολικούς χρόνους ούτε απαραίτητο γνώρισμα όλων των χριστιανών ήταν, ούτε κεντρική θέση κατείχε στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι αξιοπρόσεκτες οι παρατηρήσεις του αποστόλου Παύλου ατά κεφάλαια 12-14 της Α' προς Κορινθίους Επιστολής.

Οι Πεντηκοστιανοί έχουν οδηγηθεί στο ίδιο ατόπημα, για το οποίο κατακρίνονται οι Κορίνθιοι από τον Απόστολο, για το ότι, δηλαδή, θεωρούν τη γλωσσολαλιά ως κεντρικότατο σημείο της χριστιανικής πνευματικής ζωής. Αγνοούντες εντελώς το καθολικό πνεύμα των Αγίων Γραφών, με την αυθαίρετη και υποκειμενική τους ερμηνεία, μετατρέπουν το έκτακτο χάρισμα της γλωσσολαλιάς σε τακτικό, το απολυτοποιούν και αποκόπτονται έτσι από την αυθεντική Αποστολική Διδαχή. Όπως όμως μας βεβαιώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «πάς ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»18. Και όταν κάποιος δεν έχει Θεό, σίγουρα δεν μπορεί να έχη ούτε και γνήσιες εμπειρίες του αγίου Πνεύματος.

 

____________________________________



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ιούδα 3

2. Γαλ. 1,23-24

3. Ιω. 4, 1-42

4. Πραξ. 8, 26-40

5. Πράξ, 10

6. 2η Ιωάνν. 10

7. Δευτ. 18, 20

8. Ματθ. 24, 24

9. 1η Ιωάνν. 4, 1-3

10. Βλ. Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Εις την Α' του άγ. Ιωάννου Επιστολή, 4, 1- ΡG 126, 45, «πάν πνεύμα, ήτοι προφητείας Αξίωμα, ή αποστολής».

11. Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σελ. 210, όπου σημειώνεται γενικά για τους Προτεστάντες, «Ενστικτώδη αισθήματα και υποκειμενικές ερμηνείες της Γραφής άρχισαν να αντικαθιστούν τη αποστολική Ιερά Παράδοση ως καθοδηγητική αρχή για την κατανόηση της Βίβλου. Οι λέξεις "Εγώ πιστεύω" άρχισαν να αντικαθιστούν την αρχαία διακήρυξη της πίστης "ό,τι η εκκλησία πάντοτε έχει διδάξει"».

12. Tertullianus, De prescriptione haereticorum, 21

13. Βλ. Θεοδώρου Ζιώγα, Χιλιασταί-Πεντηκοστιανοί, Αθήναι 1996

14. Ambrosius, Expositio Evangelii secundum Lucam (Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σ. 326).

15. Μεταξύ των άλλων μπορεί να τεθή στους Πεντηκοστιανούς και το ακόλουθο ερώτημα; Γιατί επιλεγούν να θεωρούν ως κριτήριο της γνησιότητός τους (ορισμένα μόνον από τα αποστολικά χαρίσματα και κυρίως τη γλωσσολαλιά και την προφητεία, ενώ ούτε κάνουν λόγο για άλλα, όπως το χάρισμα να μην πεθαίνουν πίνοντας κάποιο δηλητήριο κατά τη διαβεβαίωση του Κυρίου, «καν θανάσιμο τι πίωσιν ου μη αυτούς βλάψει» (Μάρκ. 16, 18);

16. Βλ. Σχετική ομιλία του κ. Λ. Φέγγου, κασ· 10-6-1980, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του π. Αντ. Αλεδιζοπούλου, Εγχειρίδιον Αιρέσεων..., σ. 217: «Έρχεται ο άλλος και σου λέει· θα βαπτισθής με Πνεύμα άγιον, δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις ξένες γλώσσες... Τι λέει ο Θεός; ... Αν είναι να λάβω Πνεύμα Άγιο κατά τον τρόπο τον δικό σου να μην το λάβω ποτέ... Εγώ θέλω Πνεύμα Άγιο όπως οι Απόστολοι... Εγώ θέλω αυτό, θέλω το γνήσιο, δεν θέλω απομιμήσεις».

17. Το χάρισμα της γλωσσολαλιάς ήταν απαραίτητο στο ξεκίνημα της Εκκλησίας και για συγκεκριμένο σκοπό, όπως παρατηρεί ο άγ. Χρυσόστομος: «Ουδέ τοις απίοτοις τι χρήσιμον ή γλώττα' εν γαρ αυτής έστι το έργον, το εκπλήξαι μόνον και θορυβήσαι» (Εις Α' Κορινθίους 30, 1' ΡG 61, 307, 59), ενώ αργότερα, όπως σχολιάζει ό Ζιγαβηνός, «της πίστεως διαδοθείσης τα χαρίσματα παυθήσονται» (...).
18 2η Ιωάνν. 9

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΔΙΑΛΟΓΟΣ" τεύχος 28, 2002