ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

FRANK SCHAEFFER

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

          Οι πρώτοι Προτεστάντες αποδέχθηκαν τη σπουδαιότητα της αποστολικής διαδοχής και την ιστορική συνέχεια της ιεροσύνης των ανδρών23. Όμως παρατηρώντας κάποιος την προτεσταντική κοινότητα σήμερα δεν θα αντιλαμβανόταν ότι η αποστολική διαδοχή δεν υπήρξε μία από τις κυρίαρχες φροντίδες όλων των μεγάλων προσωπικοτήτων στην ιστορία της Εκκλησίας. Ήταν φροντίδα των πρώτων Μεταρρυθμιστών, καθώς απεγνωσμένα προσπαθούσαν να λογικοποιήσουν και να νομιμοποιήσουν τις νέες «παραδόσεις» τους, για να αναπληρώσουν το κενό που δημιουργήθηκε από την εγκατάλειψη της αρχαίας Ιεράς Παραδόσεως24.

Οι πατέρες της Εκκλησίας δίδαξαν ότι μόνο με την αδιάσπαστη συνέχεια της μαρτυρίας της Εκκλησίας και των Γραφών της μπορούμε να έχουμε κάποια σταθερή ή ιστορικά εξακριβώσιμη γνώση για το ποιος είναι ο Χριστός ή πως να τον λατρεύουμε. Ο άγιος Ειρηναίος γράφει: «Εμείς δεν γνωρίσαμε το σχέδιο της σωτηρίας μας παρά μόνον από εκείνους, με τους οποίους το Ευαγγέλιο έφθασε έως εμάς. Αυτό το κήρυξαν κάποτε, αλλά αργότερα με το θέλημα του Θεού μας το παρέδωκαν μέσα στη Γραφή ως θεμέλιο και στύλο της Πίστεως μας. . . Όλοι λοιπόν, όσοι θέλουν να δουν την αλήθεια, μπορούν να δουν καθαρά την Παράδοση των Αποστόλων, που έγινε γνωστή σ' όλο τον κόσμο. . . Και μπορούμε να απαριθμήσουμε τους επισκόπους που όρισαν οι Απόστολοι και τους διαδόχους τους μέχρι και τις μέρες μας: άνδρες. . . στους οποίους εμπιστεύθηκαν και την ίδια την Εκκλησία. Σίγουρα οι Απόστολοι επιθυμούσαν όλοι εκείνοι, τους οποίους άφησαν ως διαδόχους τους και παρέδωκαν την εξουσία τους, να είναι τέλειοι και ακατηγόρητοι»25.

Εάν πράγματι ο Ιησούς είναι ο Κύριος και εάν ο Πέτρος έλεγε την αλήθεια, όταν ομολογούσε ότι, «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού» (Μθ 16,16), τότε, σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να λατρεύει τον Χριστό σύμφωνα με τον τρόπο που Αυτός απαιτεί και τον τρόπο που δίδαξαν οι Απόστολοι, οι συγγραφείς των Γραφών και οι πατέρες. «Το ποτήριον της ευλογίας, το οποίο καθαγιάζουμε, δεν είναι η κοινωνία του αίματος του Χριστού; Διότι εμείς οι πολλοί είμαστε ένας, ένα σώμα διότι όλοι συμμετέχουμε στον έναν άρτο» (Α Κο. 10,1617).

Γράφοντας, πριν ακόμη ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης σταθεροποιηθεί, ο άγιος Ειρηναίος γνώριζε με ακρίβεια τι δίδαξε η Εκκλησία και επάνω σε τίνος αυθεντία στηριζόταν η πίστη του: «Αφού λοιπόν υπάρχουν τόσες αποδείξεις, δεν πρέπει να αναζητούμε στους άλλους την αλήθεια, την οποία είναι εύκολο να λάβουμε από την Εκκλησία. Διότι, όπως ο πλούσιος καταθέτει στην αποθήκη, έτσι οι Απόστολοι κατέθεσαν στην Εκκλησία όλη την αλήθεια, ώστε οποιοσδήποτε επιθυμεί να παίρνει απ' αυτήν το ύδωρ της ζωής. Αυτή είναι η θύρα της ζωής, ενώ όλοι οι άλλοι είναι κλέπτες και ληστές. . . Εάν λοιπόν δημιουργούνταν αμφιβολία για κάποιο μικρό ζήτημα, δεν θα έπρεπε να προσφύγουμε στις αρχαίες Εκκλησίες, στις οποίες έζησαν οι Απόστολοι, και να πάρουμε από αυτές ό,τι είναι βέβαιο και σαφές σε σχέση με το παρόν ζήτημα; Τι θα συνέβαινε, εάν οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά μνημεία; Δεν θα ήταν απαραίτητο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως, η οποία παραδόθηκε σε όσους αυτοί (οι Απόστολοι) εμπιστεύθηκαν τις Εκκλησίες;»26.

Το ιστορικό αρχείο της Εκκλησίας και τα γραπτά κείμενα των πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας αποδεικνύουν ότι, πολύ πριν κλείσει ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης, ακόμη και πριν γραφούν μερικά από τα βιβλία της, η αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας στην Εκκλησία ήταν καλά στερεωμένη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, κάποιος μπορεί εύλογα να διερωτηθεί εάν τα σύγχρονα καλέσματα για αλλαγές στην Εκκλησία, ιδιαίτερα όσον άφορα στην αντιμετώπιση του «γένους» και στην «εξουσιοδότηση», δεν στηρίζονται τόσο στη σύγχρονη μόδα όσο στην επιστημονική έρευνα, πολύ δε περισσότερο σε παραδοσιακές έννοιες της πνευματικότητας. Οι αξιώσεις για φεμινιστική «εξουσιοδότηση» ακούγονται χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα για τη διακονία Εκείνου που είπε, «οι πρώτοι θα είναι έσχατοι» (Μθ 19,30).


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

      Καλύτερα θεμελιωμένες ακόμη και από την αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας υπήρξαν οι βασικές μορφές των Μυστηρίων, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως θα δούμε, πραγματικά το προφορικό μέρος της Ιεράς Παραδόσεως προηγήθηκε από την γραπτή Καινή Διαθήκη. Ο άγιος Ειρηναίος, διακόσια και πλέον χρόνια πριν από τις Συνόδους του Ιππώνος (397 μ.Χ), της Λαοδικείας (363 μ.Χ.) και της Καρθαγένης (393-397 μ. Χ), στις οποίες τα βιβλία της Καινής Διαθήκης συγκεντρώθηκαν σ έναν τόμο, έγραψε το 180 μ. Χ. : «Τι θα συνέβαινε, εάν στ αλήθεια οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά κείμενα; Δεν θα ήταν τότε αναγκαίο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως. . . ; »27.
Ακριβώς αυτή «η κανονική τάξις της Παραδόσεως» ήταν η ουσία της αποστολικής Παραδόσεως. Αυτή μεταβιβάστηκε σε μας, αυτή ακολουθήθηκε από την αρχαία Εκκλησία, αυτή συνεχίσθηκε σταθερά για σχεδόν τέσσαρες εκατονταετίες, πριν ακόμη αναγνωρισθεί παγκόσμια ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης. Και ενώ εκατοντάδες «ιερών κειμένων», επιστολές και άλλα έγγραφα, συναγωνίζονταν, για να προσελκύσουν την προσοχή της Εκκλησίας, η ίδια η Εκκλησία δεν οδηγήθηκε στη σύγχυση, αλλά μεταβίβαζε την αποστολική κληρονομιά της αλήθειας από τη μία γενεά στην άλλη (Πρξ 2,42)28.

Η Εκκλησία διδάσκει ότι μόνον μέσα στο πλαίσιο αυτής της κανονικής τάξεως και της ζωντανής αποστολικής Παραδόσεως της Ευχαριστιακής λατρείας μπορούσαν οι Γραφές να γίνουν με ακρίβεια πλήρως κατανοητές και να ερμηνευθούν. Η ερμηνεία της Γραφής, ο Κανόνας δηλαδή της Πίστεως, έγινε πάντοτε κατανοητή παίρνοντας νόημα μόνο μέσα στο πλαίσιο της όλης Εκκλησίας. Όπως είπε ο Prosper, ο επίσκοπος της Aquitane, «Ο Κανόνας της Πίστεως θεμελιώνεται στον κανόνα της προσευχής». Με άλλα λόγια, οι αρχαίες μορφές της λατρείας στην Εκκλησία προηγούνται της δογματικής θεολογίας.

Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, η αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοσις ταυτίζονται ως προς το μήνυμα τους δεν είναι χωρισμένες μεταξύ τους ούτε ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Είναι ένα και το αυτό, ακριβώς όπως ο Χριστός και η Εκκλησία του είναι ένα, και όπως ο Χριστός γίνεται ένα με μας στο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Όπως γράφει ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, «πιστότητα στην Παράδοση δεν σημαίνει πιστότητα στο παρελθόν και στην εξωτερική εξουσία, άλλα ζωντανό σύνδεσμο με την πληρότητα της εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια όχι με την ανάμνηση ή με τους λόγους άλλων άλλα από την δική της ζωντανή και αδιάκοπη εμπειρία, με την καθολική της πληρότητα. . .

Είναι τελείως εσφαλμένο να περιορίζουμε την «πηγή της διδασκαλίας» στις Γραφές και στην Παράδοση και να διαχωρίζουμε την Παράδοση από τις Γραφές απλώς ως μία προφορική μαρτυρία η διδασκαλία των Αποστόλων. Εν πρώτοις τόσον η Γραφή όσο και η Παράδοσις δόθηκαν μόνο μέσα στην Εκκλησία. Μόνο μέσα στην Εκκλησία παραλήφθηκαν σ όλη την πληρότητα της ιερής τους αξίας και σημασίας. Μέσα σ' αυτές περιέχεται η αλήθεια που αποκαλύφθηκε, αλήθεια η οποία ζει στην Εκκλησία. Αυτή η εμπειρία της Εκκλησίας δεν εξαντλείται ούτε στη Γραφή ούτε στην Παράδοση: μόνον αντικατοπτρίζεται σ' αυτές. Επομένως μόνο μέσα στην Εκκλησία η Γραφή ζει και ζωογονείται μόνο μέσα στην Εκκλησία αποκαλύπτεται ως σύνολο και όχι τεμαχισμένη σε ξεχωριστά κείμενα, εντολές και αφορισμούς»29.

Η Καινή Διαθήκη προήλθε από την Ιερά Παράδοση της λατρείας και είναι αχώριστη απ' αυτήν. Πολλοί Προτεστάντες ασυναίσθητα ενεργούν σαν αυτό να είναι αληθινό, έστω κι αν δεν αναγνωρίζουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν ένας Προτεστάντης δέχεται τη διδασκαλία για την αγία Τριάδα ή τη διδασκαλία για τις δύο φύσεις του Χριστού και τον πιστεύει ως τέλειο Θεό και τέλειο Άνθρωπο, δέχεται ουσιαστικά τη διδασκαλία των πατέρων, την προφορική Παράδοση, τα Σύμβολα και τους δογματικούς Όρους των επτά ιστορικών Οικουμενικών Συνόδων30. Επίσης, όταν ένας Προτεστάντης αναφέρεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τα χαρακτηρίζει ως τον «λόγον του Θεού», αυτός αποδέχεται την κοινή τακτική της Εκκλησίας και την απόφαση των Συνόδων των επισκόπων ως προς το ποια βιβλία περιλήφθηκαν στην Καινή Διαθήκη και ποια απορρίφθηκαν31.

     Η κατανόηση της πραγματικής σημασίας της Ιεράς Παραδόσεως ήταν η ίδια στην Ανατολή και ατή Δύση μέχρι την εποχή της Μεταρρύθμισης. Ο Τερτυλλιανός, ο οποίος ονομάσθηκε πατήρ της Δυτικής Θεολογίας, γύρω στο 200 μ. Χ. έγραψε: «Αν και οι τοπικές Εκκλησίες είναι τόσες πολλές και τόσο μεγάλες, όμως υπάρχει η μία αρχέγονη Εκκλησία των Αποστόλων, από την οποία προέρχονται όλες οι άλλες. . . Πράγματι κάθε διδασκαλία πρέπει να καταδικάζεται ως ψεύτικη, εάν έρχεται σε κάποια αντίθεση προς την αλήθεια των τοπικών Εκκλησιών και των Αποστόλων του Χριστού και του Θεού. . . Επί πλέον, εάν υπάρχουν κάποιες αιρέσεις αρκετά φανερές, οι οποίες φύτρωσαν κατά την αποστολική εποχή, ώστε να φαίνονται ότι έχουν παραδοθεί από τους Αποστόλους, επειδή ακριβώς υπήρχαν από την εποχή των Αποστόλων, εμείς μπορούμε να απευθυνόμαστε σ' αυτούς και να λέμε: Ας μας δείξουν την αρχή των εκκλησιών τους, ας ξεδιπλώσουν μπροστά μας τους καταλόγους των επισκόπων που ακολουθούν διαδοχικά από την αρχή, ώστε ο πρώτος τους επίσκοπος θα έχει ως προστάτη και προκάτοχο του κάποιον από τους Αποστόλους ή τους αποστολικούς άνδρες, οι οποίοι συνδέονται σταθερά με τους Αποστόλους. Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο οι αποστολικές Εκκλησίες μεταβιβάζουν τους επισκοπικούς καταλόγους τους, όπως η Εκκλησία των Σμυρναίων, η οποία διατηρεί την παράδοση ότι ο Πολύκαρπος τοποθετήθηκε από τον Ιωάννη όπως η Εκκλησία των Ρωμαίων, όπου ο Κλήμης χειροτονήθηκε από τον Πέτρο. . . Ύστερα, ας ζητήσουμε από όλες τις αιρέσεις να αποδείξουν πως αυτές θεωρούν τον εαυτό τους αποστολικό, όταν προκαλούνται από τις δικές μας Εκκλησίες να υποστούν αυτού του είδους τον έλεγχο. . . »32.

Ο Τερτυλλιανός, γράφοντας το 200 μ. Χ. και απαντώντας στους αιρετικούς των ημερών του, απευθύνθηκε προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαμε κι εμείς ν' απευθυνθούμε προς τους συγχρόνους μας εκκοσμικευμένους «χριστιανούς», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι «αποστολικοί». Ο Τερτυλλιανός κατήγγειλε καθετί, το οποίο ήταν αντίθετο ή έξω από την ιστορική Εκκλησία. Και δεν προσέφυγε στη Γραφή αλλά στην Παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων, από την οποία προήλθαν και αυτά τα ιερά κείμενα. Οι ισχυρισμοί των αιρετικών, υποστηρίζει, έθεταν σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα της Χριστιανικής τους Πίστεως, διότι δημιουργήθηκαν έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής Εκκλησίας. «Δείξτε μας τους καταλόγους των επισκόπων». Αυτό είναι το ερώτημα που η ιστορική Εκκλησία εύλογα υποβάλλει σ' εκείνους, οι οποίοι βρίσκονται έξω απ' αυτήν.

«Εμείς που βαδίζουμε σύμφωνα με τον Κανόνα, τον οποίο οι Εκκλησίες παρέλαβαν από τους Αποστόλους, οι Απόστολοι από τον Χριστό και ο Χριστός από τον Θεό, παραδεχόμαστε ότι η λογικότητα της θέσης μας είναι ξεκάθαρη, καθορίζοντας όπως είναι φυσικό ότι οφείλουμε να μην επιτρέπουμε στους αιρετικούς να προσφεύγουν προκλητικά στις Γραφές, εφ' όσον εμείς χωρίς να χρησιμοποιούμε τις Γραφές, αποδεικνύουμε ότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τις Γραφές. . . Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής) αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής. . . Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί, γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία, και θα μπορούσε ακριβώς να λεχθεί σ' αυτούς: Ποιοί είσθε εσείς; Πότε και από που ήλθατε; Εφ' όσον δεν είσθε από μας, τι δουλειά έχετε με ό,τι είναι δικό μας; Εγώ είμαι ο κληρονόμος των Αποστόλων. Όπως εκείνοι προετοίμασαν προσεκτικά τη διαθήκη τους, όπως την παρέδωσαν σε κάποιον έμπιστο, και όπως την σφράγισαν με όρκο, έτσι ακριβώς ενώ κρατώ την κληρονομιά. Σίγουρα αυτοί σας θεωρούσαν πάντα ξένους προς την κληρονομιά και σας έχουν απορρίψει ως ξένους και εχθρούς 33.

Γύρω στο 200 μ. Χ. ο Τερτυλλιανός έδωκε μία απάντηση στους Προτεστάντες εκείνους, που αιώνες αργότερα θα επιχειρούσαν να υποστηρίξουν το δικαίωμα να αποσπασθούν από την Εκκλησία με το επιχείρημα: «Η Βίβλος λέγει». Σ' αυτούς ο Τερτυλλιανός απαντά: «Δεν έχετε κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία». Και ξανά ερωτά: «Ποιοί είναι οι επίσκοποι σας; Δείξτε μας τους καταλόγους σας»34. 


 ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

      Ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, σαν να προέβλεπε τόσο το προτεσταντικό χάος που θα δημιουργούσε το φρόνημα της διαίρεσης, όσο και την αντικανονική δύναμη συγκεντρωμένη σ' ένα μοναδικό «πάπα», γύρω στο 250 μ.Χ. έγραφε: «Από εκείνη την εποχή (που ο Χριστός διόρισε τους Αποστόλους) η χειροτονία των επισκόπων και ο σχεδιασμός της Εκκλησίας συνεχίζονται με την αλλαγή των χρόνων και την διαδοχή των προσώπων διότι η Εκκλησία παίρνει τη μορφή της με τους επισκόπους και κάθε ενέργεια της ελέγχεται από τους ίδιους πάντα κανόνες. Εφ' όσον αυτό το καθεστώς έχει πραγματικά εδραιωθεί με τον θείο νόμο, απορώ με την απερίσκεπτη τόλμη ορισμένων προσώπων, που επιθύμησαν να γράψουν σε κάποιον τις επιστολές τους σαν να ήταν εξουσιοδοτημένοι από την Εκκλησία. Ούτε το έλεος του Κυρίου. . . δεν επιτρέπει στις τάξεις των πεπτωκότων να ονομάζονται η Εκκλησία» 35.

Όπως πολύ συχνά φαίνεται καθαρά στα περισσότερα αρχαία έργα των πατέρων, η Εκκλησία πάντοτε πίστευε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες, μία ιεραρχική και μία οντολογική. Σύμφωνα με τον π. Γεώργιο Φλορόσκυ, «οι πατέρες δεν ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για το δόγμα της Εκκλησίας, ακριβώς επειδή η ίδια η λαμπρή πραγματικότητα της Εκκλησίας ήταν προσιτή στην πνευματική τους όραση. Κανένας δεν επιχειρεί να ορίσει ό,τι είναι αυταπόδεικτο» 36.

Η Εκκλησία ποτέ δεν είδε τον εαυτό της ως ένα χάος πνευματικού ατομικισμού, πολύ δε περισσότερο ως μία δίνη είκοσι τριών χιλιάδων Ομολογιών, που μάχονται μεταξύ τους για τον ζωτικό τους χώρο, ενώ κάθε μία είναι οπλισμένη με τη δική της υποκειμενική ερμηνεία των Γραφών και με τις δικές της αυτοανακαλυπτόμενες «παραδόσεις». Η ιστορική Εκκλησία δεν είδε ποτέ τον εαυτό της κάτω από ένα δικτάτορα ή «αλάθητο» πάπα.

Η ιστορική Εκκλησία διδάσκει ότι έχει μία Κεφαλή και αυτή είναι ο Χριστός. Διδάσκει επίσης ότι ο Χριστός διόρισε κάτω απ' αυτόν ανθρώπους, αποστολικούς ηγέτες. Όπως ακριβώς μία οικογένεια έχει μητέρα και πατέρα, που κρατούν τα παιδιά τους σε τάξη, έτσι οι αυθεντικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν είναι αυτοχειροτόνητοι, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν ήταν αυτοχειροτόνητα ούτε τα παιδιά του Ααρών στην Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα, η αυθεντία τους μεταβιβάζεται από τη μία πνευματική γενεά στην επόμενη, όπως μία μητέρα και ένας πατέρας μεταβιβάζουν τη δική τους κληρονομιά στα παιδιά τους» 37.

Η πρώτη Εκκλησία κρατούσε προσεκτικά λογαριασμό για το πόσοι ακριβώς επίσκοποι εγκαταστάθηκαν σε κάθε επισκοπή «από την εποχή των Αποστόλων». Για παράδειγμα, ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, που έγραψε τον τέταρτο αιώνα, πάντοτε, όταν αναφέρεται σε κάποιον επίσκοπο τον προσδιορίζει ως τον δωδέκατο, εικοστό η οποία άλλη σειρά έχει, «από τους Αποστόλους», για να δείξει ότι ένας συγκεκριμένος επίσκοπος ήταν κανονικός και ότι μία συγκεκριμένη διδασκαλία ήταν αυθεντικά αποστολική.

Το 393 μ.Χ. ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης είχε σχεδόν οριστικοποιηθεί 38. Οι πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν πολλές εκατοντάδες πρωτοχριστιανικών κειμένων, τα οποία διεκδικούσαν μία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, όπως τελικά συμφωνήθηκε. Όταν οι πατέρες απέρριψαν ορισμένα συγγράμματα, το έκαναν με βάση την Ιερά Παράδοση ή «τη διδασκαλία των Αποστόλων», όπως αναφέρεται από τον άγιο Λουκά, τον συγγραφέα των Πράξεων (Πρξ 1, 13). Εκείνοι που αποφάσισαν ποια βιβλία να περιληφθούν και ποια να απορριφθούν ήταν οι επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι ένας «πάπας». Έτσι εκείνοι που υπερασπίστηκαν τη χριστιανική διδασκαλία στις Οικουμενικές Συνόδους αποστομώνοντας τους αιρετικούς, αυτούς που είχαν απομακρυνθεί από τη διδασκαλία των Αποστόλων, ήταν οι επίσκοποι.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια από την ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς η αποστολική διαδοχή των επισκόπων ήταν όχι μόνον καθιερωμένη στη ζωή της Εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από την εγκατάσταση του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου ως επισκόπου της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, άλλα και τεκμηριωμένη από τους πατέρες της Εκκλησίας ως ένα ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας και ζωής.

Όπως γράφει ο Ευσέβιος, «μετά το μαρτύριο του Ιακώβου και την άλωση της Ιερουσαλήμ, η οποία ακολούθησε αμέσως, παραδίδεται ότι οι Απόστολοι και οι μαθητές του Κυρίου, οι οποίοι ακόμη ζούσαν, συγκεντρώθηκαν από όλα τα μέρη του κόσμου μαζί με εκείνους, που θεωρούνταν συγγενείς του Κυρίου, διότι πολλοί απ' αυτούς ζούσαν ακόμη. Τότε όλοι αυτοί συζήτησαν για το ποιόν έπρεπε να εκλέξουν ως τον κατάλληλο να διαδεχθεί τον Ιάκωβο και συμφώνησαν ομόφωνα ότι ο Συμεών, ο γιος του Κλωπά, που μνημονεύεται στην ευαγγελική διήγηση (Ίω 14,25, ίσως και Λκ 24,18) ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να καταλάβει τον θρόνο του επίσκοπου της Ιερουσαλήμ» 39.

Ο Πολυκράτης, επίσκοπος Εφέσου, το 180 μ. Χ. έγραψε στον επίσκοπο Ρώμης σχετικά με τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή, ο οποίος έφθασε στο τέρμα του βίου του ως επίσκοπος: «Επίσης και ο Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσε στο στήθος του Κυρίου και ο οποίος έγινε ιερέας φορώντας τη μίτρα, και αυτός ως μάρτυρας και διδάσκαλος αναπαύθηκε στην Εφεσο»40.

Επίσης ο Ευσέβιος γράφει: «Υπήρχε μία δύναμη του θείου Πνεύματος που διαπερνούσε όλα τα μέλη, υπήρχε μία ψυχή σ' όλους αυτούς. . . υπήρχαν τέλειες λατρείες των ηγουμένων, ιερουργίες των κληρικών και ιεροπρεπείς θεσμοί της Εκκλησίας. . . Εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι. . . με τα ίδια μας τα μάτια βλέπουμε ότι οι παραδόσεις ενός προηγούμενου αιώνα ήταν αξιόπιστες και αληθινές»41 .

Για να καταστρατηγήσει κανείς τα γεγονότα της πρώτης εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία μέχρι το 1054 ήταν αποδεκτά τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία, χρειάζεται να ξεπεράσει πολλές ερμηνευτικές παγίδες. Ο Καλβίνος και ο Λούθηρος το κατάλαβαν. Γι' αυτό αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους να παραθέτουν επιλεκτικά συγκεκριμένους Δυτικούς πατέρες, όπως τον άγιο Αυγουστίνο, με σκοπό να αποδείξουν τους εαυτούς τους «αποστολικούς». Μόνον αργότερα οι Προτεστάντες, όπως και οι Αναβαπτιστές, απέβαλλαν τελείως ακόμη και την προσποίηση ότι αποτελούν μέρος της ιστορικής Εκκλησίας. Για να αποφύγουμε να κινούμαστε μέσα στο πλαίσιο της αυθεντικής κανονικότητας της Εκκλησίας, στο οποίο οι επίσκοποι και οι ιερείς της Εκκλησίας βρίσκονται σε κατ' ευθείαν αδιάκοπη συνέχεια από τους αποστόλους, πρέπει να αγνοήσουμε την κρυστάλλινη διδασκαλία του Ιησού, την πράξη και τη διδασκαλία των Αποστόλων, τους πατέρες της Εκκλησίας και τη μαρτυρία της πολύ καλά τεκμηριωμένης Ιστορίας της πρώτης Εκκλησίας, που καταγράφηκε από τους ιστορικούς, ένας από τους οποίους είναι ο Ευσέβιος.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ιεράς Παραδόσεως η Βίβλος είναι ένας σταθερός και μόνιμος μάρτυρας για την Εκκλησία και την ιστορική αποστολική της Παράδοση. Τα πράγματα έχουν ως εξής: οι συγγραφείς της Βίβλου δέχθηκαν την έμπνευση από το ίδιο το άγιο Πνεύμα, το οποίο στην συνέχεια καθοδηγούσε την Εκκλησία. Συνέβη δε η Καινή Διαθήκη και τα δόγματα της Εκκλησίας να εμφανισθούν μετά την αποστολική Ιερά Παράδοση.

Οι ιστορικές πηγές είναι κατηγορηματικές. Μέσω της Εκκλησίας τα βιβλία, τα οποία θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφα, δεν συμπεριλήφθηκαν στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Συνέβη δε να εμφανισθεί η Καινή Διαθήκη ύστερα από την ζωντανή παράδοση της Ευχαριστιακής λατρείας και όχι βέβαια από κάποια ψυχρή βιβλική επιστήμη, σαν εκείνη που ασκείται από πολλούς μοντέρνους «θεολόγους». Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης έφθασε άθικτος σε μας χάρη σ' εκείνους τους επισκόπους και τους μάρτυρες, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την Ιερά Παράδοση. Και πάλι χάρη στους επισκόπους, με πρώτον τον Ιάκωβο, οι δογματικές διακηρύξεις, που έγιναν αποδεκτές από όλους τους χριστιανούς, σχηματοποιήθηκαν ως απαντήσεις ατούς αιρετικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων. Κι αυτό αποδεικνύουν τα ιστορικά δεδομένα. Εάν οι Προτεστάντες απαντήσουν ότι όλα αυτά μπορεί μεν να είναι σωστά αλλά αυτό δεν έχει σημασία, τότε πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν ότι είναι οι πρώτοι άνθρωποι, που ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί και πιστεύουν ότι η ύπαρξη της Εκκλησίας δεν έχει σχέση με την προσωπική επιδίωξη της αγιότητας και της σωτηρίας. Ακόμη, εάν οι σύγχρονοι Ρωμαιοκαθολικοί επιμένουν ότι ο «αλάθητος» Παπισμός αποτελεί «γεγονός της ιστορίας», είναι αναγκασμένοι να βρουν αρχαία ντοκουμέντα της Εκκλησίας, όπως τα κείμενα του Ευσεβίου, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Πράγματι όλα τα στοιχεία φαίνεται να μαρτυρούν μία συνοδική εκκλησιαστική διακυβέρνηση από την αρχή. Κατά κάποιο τρόπο, το πρόβλημα ενός «αλάθητου» Παπισμού είναι παρόμοιο με το προτεσταντικό πρόβλημα μιας «αλάθητα ερμηνευμένης» Βίβλου. Και οι δύο πλάνες υποβαθμίζουν τη σημασία της καθοδήγησης της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

      Ο Ευσέβιος υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνοδική Εκκλησία προηγήθηκε της Καινής Διαθήκης. Σχετικά με τις «Γραφές», που θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφες και επομένως δεν συμπεριελήφθησαν από τους πατέρες της Εκκλησίας στον ιερό Κανόνα της Καινής Διαθήκης, γράφει: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκουν στα αμφισβητούμενα. . . Διακρίνονται δε από τα αληθινά, γνήσια και αναγνωρισμένα, αυτά δηλαδή που είναι σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας. . . »42.

Σ' ένα άλλο σημείο ο Ευσέβιος απορρίπτει τα βιβλία που έμειναν έξω από τον Κανόνα ως «ασυμβίβαστα με την αληθινή Ορθοδοξία». Με άλλα λόγια, εάν η μαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εξαρτάται από την κανονική διαδοχή των επισκόπων, δεν είναι αξιόπιστη, τότε δεν είναι αξιόπιστο ούτε και το περιεχόμενο της Καινής Διαθήκης. Η ζωντανή Παράδοσις της ιστορικής Εκκλησίας μεταδόθηκε με πιστότητα από τη μία γενεά στην άλλη με την μορφή της συνέχειας της αποστολικής χειροτονίας των επισκόπων, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την προφορική και γραπτή Παράδοση 43.

Όπως έγραψε ο άγιος Ειρηναίος απευθυνόμενος προς τον Ελευθέριο, επίσκοπο Ρώμης (170 μ. Χ. ) σχετικά με τους καταλόγους των επισκόπων της Ρώμης, «αφού λοιπόν θεμελίωσαν και οικοδόμησαν την Εκκλησία οι Απόστολοι, παρέδωσαν το επισκοπικό αξίωμα στον Λίνο, ο οποίος μνημονεύεται από τον Παύλο στις επιστολές προς Τιμόθεον (Β Τι 4,21). Τον Λίνο τον διαδέχθηκε ο Ανέγκλητος. Μετά απ' αυτόν στην τρίτη θέση από τους Αποστόλους η επισκοπή παραδόθηκε στον Κλήμεντα, ο οποίος είχε δει τους μακάριους Αποστόλους και συνομίλησε μαζί τους και η διδασκαλία τους ηχούσε ακόμη στ' αυτιά του και η αυθεντική τους παράδοση ήταν μπροστά στα μάτια του»44 .

Ύστερα ο Ειρηναίος συνεχίζει να καταγράφει στον κατάλογο τους υπολοίπους επισκόπους μέχρι «τον δωδέκατο. . . από τους Αποστόλους», τον Ελευθέριο, στον οποίο και έγραφε την επιστολή.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς το 90 μ. Χ. στο βιβλίο του Υποτυπώνεις ομιλεί για τους επισκόπους της Ανατολικής Εκκλησίας και την αδιάκοπη διαδοχή τους από τους Αποστόλους: «Αυτοί οι άνδρες διασώζοντας την αληθινή παράδοση της μακάριας διδασκαλίας κατ' ευθείαν από τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη και τον Παύλο, τους αγίους Αποστόλους, αφού παρέλαβαν αυτήν όπως το παιδί του από τον πατέρα. . . με τη χάρη του Θεού αυτοί έφθασαν έως και εμάς, για να καταθέσουν τα προγονικά εκείνα και αποστολικά σπέρματα»45.

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι αυτά «τα προγονικά αποστολικά σπέρματα», που δείχνουν τη συνέχεια, είναι θαυματουργικά, διότι τα μέλη της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των επισκόπων, κατά καιρούς κάνουν πράγματα που απέχουν πολύ από το θέλημα του Θεού, την διδασκαλία του Χριστού και το πνεύμα της Ιεράς Παραδόσεως. Όμως η Εκκλησία παρ' όλα αυτά κυριαρχεί ακόμη κι αν χρειασθούν πολλές εκατοντάδες χρόνια, για να ελέγξει τις αποτυχίες και να διορθώσει τα λάθη τους. Όπως γράφει ο άγιος Ειρηναίος, «Αυτό, στο οποίο εμείς πιστεύουμε, είναι ένα σταθερό σύστημα, που οδηγεί στη σωτηρία των ανθρώπων, κι εμείς το φυλάγουμε από τότε που παραλήφθηκε από την Εκκλησία. Αυτό αναζωογονείται σταθερά και αδιάκοπα από το Πνεύμα του Θεού σαν να ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός σ' ένα υπέροχο δοχείο. Ο θησαυρός αυτός γίνεται αιτία ώστε το δοχείο που τον περιέχει να ανανεώνεται, διότι, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και κάθε χάρη. Το Πνεύμα όμως είναι η αλήθεια»46.

Σύμφωνα με την πίστη της ιστορικής Εκκλησίας οι αιρέσεις έρχονται και παρέρχονται, η μόδα αλλάζει, κακοί και διεφθαρμένοι ή πολιτικοποιημένοι επίσκοποι μπορεί να ανέρχονται στους θρόνους και να πέφτουν. Αλλά στο τέλος, όπως διακηρύττουν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, η Εκκλησία επικρατεί και η αίρεση κατατροπώνεται. Η σίγουρη γνώση της ορθής και της λανθασμένης ηθικής αρχής διατηρείται. Κατά τους λόγους του αγίου Ιουστίνου του μάρτυρος, «Σε όλους εκείνους, που επιθυμούν να μάθουν, εμείς παραδίνουμε ακέραιο ό,τι έχουμε διδαχθεί»47. 

_____________________________________


23 Σχεδόν το ένα τέταρτο του βιβλίου του Καλβίνου, «Institutions» που περιέχονται σε 22 τόμους, ασχολούνται με ερωτήματα που αναφέρονται στην αποστολική τάξη και στην εκκλησιαστική αυθεντία. Ο Ιωάννης Καλβίνος δίδαξε ότι η βασιλεία του Θεού, η οποία πρόκειται να αποκαλυφθεί στην πληρότητα της στο μέλλον, είναι παρούσα σήμερα μέσα στην Εκκλησία, Commentary on Amos 9,13 (CO XLKIII, 172): «Η βασιλεία του Χριστού θα είναι με κάθε τρόπο ευτυχισμένη και ευλογημένη ή αυτή η Εκκλησία του Θεού, που σημαίνει το ίδιο πράγμα, θα είναι ευλογημένη, όταν ο Χριστός αρχίσει να κυβερνά».
Commentary on Psalm 18,43 (CO XXXI, 190) «. . . η βασιλεία του, η οποία είναι η Εκκλησία».
Commentary on Isaiah 65,20 (CO XXXVII, 430): «. . . στη βασιλεία του Χριστού, που είναι η Εκκλησία».
Commentary on Ephesians 4,8 (CO LI, 193): «Ο ευγενέστατος θρίαμβος, τον οποίο κέρδισε ποτέ ο Θεός, ήταν όταν ο Χριστός, αφού υπέταξε την αμαρτία, νίκησε το θάνατο και έτρεψε σε φυγή τον Σατανά, αναλήφθηκε μεγαλόπρεπα στους ουρανούς, όπου θα μπορούσε να ασκήσει την ένδοξη κυριαρχία του στην Εκκλησία».
Commentary on Mathew 5,18 (Co XLV, 172): «Η βασιλεία των ουρανών σημαίνει την ανανέωση της Εκκλησίας ή την κατάσταση ευημερίας της Εκκλησίας».

24 «Η αποστολική συνέχεια ήταν. . . ένα σταθερό σημείο από την αρχαία Εκκλησία. . . Για τον Ανατολικό Ορθόδοξο του Βυζαντίου, αύτη ήταν αναλλοίωτη αλήθεια της σωτηρίας. Η πρώτη ιστορία της Εκκλησίας, η ιστορία του Ευσεβίου (40ς αι. ), αρχίζει την εξιστόρηση με τις λέξεις: τας των ιερών αποστόλων διαδοχάς (Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία 1,1,1) και βεβαιώνει την αποστολική συνέχεια με βάση τους κανόνες και τις διδασκαλίες της αληθινής Εκκλησίας. . . Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις αμφισβητήθηκαν στην περίοδο της Μεταρρύθμισης. Αρχικά, αυτές οι προκλήσεις προήλθαν από την αριστερή πτέρυγα της Μεταρρύθμισης, η οποία. . . δεν ήταν μία μεταρρύθμιση. . . αλλά ένα ριζοσπαστικό ρήγμα στους υπάρχοντας κανόνες και στη θεολογία. . . (William 1962, 846). . . Οι οριστικές επιπτώσεις αυτών των προκλήσεων δεν έγιναν φανερές μέχρι πολύ αργότερα», Jaroslav Pelikan, Reformation of Church and Dogma, σ. 304305.


25 Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδώνυμοι Γνώσεως 3. 1 και 3. 3 (μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη) σ. 189191.

26 Αυτόθι. Τ 4 n 1011Q4

27 Αυτόθι, 213, σ. 91.

28 «Η αγία Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Αυτό είναι δυνατό μόνον με τον φορέα της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Εάν διακηρύξουμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη ερμηνεία και έτσι την αποκόπτουμε από την ιερή της πηγή. Η αγία Γραφή μας δίδεται στην Παράδοση. Αυτή είναι το ζωτικό επίκεντρο της αποκρυσταλλώσεώς της. Η Εκκλησία ως το Σώμα του Χριστού προηγείται μυστικά και είναι πληρέστερη από την αγία Γραφή. Αυτό δεν περιορίζει την αγία Γραφή ούτε την σκιάζει. Όμως η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται σε μας μόνον ιστορικά. Ο Χριστός εμφανίστηκε και συνεχίζει να εμφανίζεται ακόμη ενώπιον μας όχι μόνον με τις Γραφές, αλλ' αποκαλύπτεται αμετάβλητα και ακατάπαυστα στην Εκκλησία, στο δικό του Σώμα. . .
Αυτή η εμπειρία δεν εξαντλείται ούτε στις Γραφές ούτε στην Παράδοση ούτε στους ορισμούς. Δεν μπορεί, δεν πρέπει να εξαντλείται»
Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία, Παράδοσις, ο. 66-68.

29 Αυτόθι, α. 63-66.

30 Οι πιο πολλοί Προτεστάντες είναι τραγικά απληροφόρητοι για το πως συνέβη ώστε οι χριστιανοί να φθάσουν να πιστεύουν ορισμένα πράγματα. Φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι η ιστορία των δογμάτων είναι η ιστορία της Εκκλησίας. Ούτε ακόμη κατανοούν ότι χωρίς τις Οικουμενικές Συνόδους, ιδιαίτερα τις τέσσερις πρώτες, βασικές διδασκαλίες που θεωρούνται ότι είναι «Βιβλικές», όπως αυτή για την Αγία Τριάδα, δεν θα είχαν υποστηριχθεί αποτελεσματικά εναντίον των αιρέσεων, εφ' όσον δεν διευκρινίζονται πλήρως στη Βίβλο.

31 «Η ιστορία του Κανόνος της Καινής Διαθήκης και της εξέλιξής του είναι ένα γοητευτικό θέμα και κρίσιμο για την κατανόηση της Βίβλου, όσο και της Εκκλησίας. Για περισσότερα από 200 χρόνια ένας αριθμός βιβλίων, τα οποία εμείς θεωρούμε τώρα ότι εξ ορισμού αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης, συζητήθηκαν πολύ, πριν συμπεριληφθούν σ' αυτήν. Πολλά άλλα βιβλία, που θεωρούνταν ότι έπρεπε να συμπεριληφθούν, τελικά αποκλείστηκαν. Ο αρχαιότερος πλήρης κατάλογος των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν υπήρχε μέχρι το 367 μ. Χ. , τότε που μας τον χάρισε ο άγιος Αθανάσιος, ένας επίσκοπος της Αιγύπτου.
Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος πλήρης κατάλογος των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχουμε σήμερα, δεν είχε εμφανισθεί παρά 300 και περισσότερα χρόνια μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. . . Εάν η Καινή Διαθήκη άρχιζε να γράφεται ταυτόχρονα με το Σύνταγμα των Η. Π. Α, εμείς δεν θα βλέπαμε ένα τελικό κείμενο μέχρι το έτος 2087!. . .
Με το πέρασμα του χρόνου η Εκκλησία διέκρινε ποια κείμενα ήσαν γνήσια αποστολικά και ποια όχι. Πρόκειται για ένα παρατεταμένο αγώνα, που κατά την διάρκεια αρκετών αιώνων και στον οποίο η Εκκλησία αποφάσισε ποια βιβλία ήταν δικά της. Ένα μέρος της διαδικασίας της διάκρισης αποτέλεσαν οι συναντήσεις εν συνόδω. Αυτές οι διάφορες εκκλησιαστικές σύνοδοι έγιναν, για να αντιμετωπίσουν πολλά και ποικίλα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο Κανόνας των αγίων Γραφών.
Αυτές οι σύνοδοι αναζήτησαν να διακηρύξουν το κοινό φρόνημα της Εκκλησίας και να εκφράσουν την ομοφωνία της Πίστεως, της πρακτικής και της Παραδόσεως, που αντιπροσώπευαν οι τοπικές Εκκλησίες. Ανάμεσα στις πολλές συνόδους, που συγκλήθηκαν κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν δύο:
1. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, η οποία συγκλήθηκε στη Μικρά Ασία γύρω στο 363 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος διεκήρυξε ότι μόνον τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πρέπει να χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία. Απαρίθμησε τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως τα έχουμε σήμερα, με εξαίρεση την Αποκάλυψη του αγιου Ιωάννου. Είναι η πρώτη σύνοδος, η οποία καταχώρισε σε κατάλογο τα κανονικά βιβλία. Οι αποφάσεις έγιναν ευρύτατα αποδεκτές στην Ανατολική Εκκλησία.
2. Η Τρίτη Σύνοδος της Καρθαγένης, η οποία συγκλήθηκε στην Βόρεια Αφρική γύρω στο 397 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος, την οποία παρακολούθησε ο ιερός Αυγουστίνος, έδωσε ένα πλήρη κατάλογο των κανονικών βιβλίων, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως γνωρίζουμε σήμερα, έγιναν αποδεκτά ως κανονικά. Η ίδια Σύνοδος δέχθηκε, επίσης, ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να διαβάζονται στην Εκκλησία ως θεία Γραφή, ενώ απέκλεισε όλα τα άλλα. Η σύνοδος αυτή έγινε ευρύτατα αποδεκτή στη Δύση ως έγκυρη», James Bernstein, «Who Gave Us The New Testament;» AGAIN Magazine, τ. 15. 3 (1992)

32 Tertullian, Against Heretics, 292297, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι, σ. 123.

33 Αυτόθι, 297298, σ. 122123.

34 «Τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα μέσα στην Εκκλησία. Από αυτήν την άποψη αποτελούν μάρτυρες της Εκκλησίας. Αποτελούν αρχεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας και Πίστεως. Όμως, δεν είναι καθόλου λιγότερο ιστορικές διηγήσεις και μαρτυρούν εκείνο, το οποίο πράγματι συνέβη μέσα στο χώρο και στο χρόνο. . .
Η αποκάλυψη διατηρείται μέσα στην Εκκλησία. Επομένως, η Εκκλησία είναι ο κατάλληλος και πρώτιστος ερμηνευτής της αποκάλυψης. Αυτή προφυλάσσεται και ενισχύεται με τις γραπτές λέξεις. Προφυλάσσεται, αλλά δεν εξαντλείται. Οι ανθρώπινες λέξεις δεν είναι παρά σύμβολα. Η μαρτυρία του Πνεύματος ζωογονεί τις γραπτές λέξεις. Δεν εννοούμε βέβαια τον έκτακτο φωτισμό ορισμένων ατόμων από το άγιο Πνεύμα, αλλά κυρίως τη μόνιμη βοήθεια του Πνεύματος προς την Εκκλησία, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α Τι 3, 15). Οι Γραφές χρειάζονται ερμηνεία. Όχι η έκφραση, αλλά το μήνυμα τους αποτελεί τον πυρήνα. Η Εκκλησία είναι αυτή, που έλαβε από τον Θεό την εξουσία και μαρτυρεί σταθερά αυτή την αλήθεια και ολόκληρο το νόημα αυτού του μηνύματος, απλούστατα επειδή ανήκει από μόνη της στην αποκάλυψη, ως το Σώμα του σαρκωθέντος Λόγου. . . Όμως η μαρτυρία αυτή δεν είναι απλώς μία αναφορά στο παρελθόν, ούτε απλώς μία ανάμνηση, άλλα μάλλον μία διαρκής ανανεωμένη ανακάλυψη του μηνύματος, το οποίο «εφ άπαξ» παραδόθηκε στους αγίους και από τότε διατηρείται με την πίστη. Επί πλέον αυτό το μήνυμα επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία, καθώς ως ο Λυτρωτής και η κεφαλή του Σώματός του συνεχίζει το απολυτρωτικό του έργο στην Εκκλησία. . . Μόνο μέσα στην εμπειρία της Εκκλησίας η Καινή Διαθήκη διατηρείται αληθινά και πλήρως ζωντανή. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι κατ εξοχήν μία ιστορία της απολύτρωσης. Η αλήθεια της Αγίας Γραφής αποκαλύπτεται και δικαιώνεται από την ανάπτυξη του Σώματος», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, α. 22-23.

35 Κυπριανού Καρθαγένης, Επιστολή προς πεπτωκότας (251 μ. Χ. ) 5556, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. σ. 221.

36 Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 78.

37 «Από πολύ νωρίς μία επισκοπική διοίκηση, θεωρούμενη απαραίτητη στην αδιάσπαστη διαδοχή από τους αποστόλους, εκλήφθηκε ως ένα από τα κριτήρια της αποστολικής συνέχειας σε συνδυασμό με τον έγκυρο Κανόνα των Γραφών και τον Κανόνα του Συμβόλου της Πίστεως», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, o. 157.
«Οι ιεράρχες έλαβαν αυτήν την εξουσία να διδάσκουν όχι, από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά από τον Αρχιερέα Ιησού Χριστό με το μυστήριο της χειροτονίας. Όμως η ίδια η διδασκαλία περιορίζεται από την έκφραση της όλης Εκκλησίας. Η Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει γι αυτήν την εμπειρία, η οποία είναι ανεξάντλητη
είναι μία πνευματική όραση. Ο επίσκοπος της Εκκλησίας πρέπει να είναι διδάσκαλος. Μόνον ο επίσκοπος έλαβε πλήρη εξουσία και αυθεντία να ομιλεί εν ονόματι του ποιμνίου του. Το ποίμνιο με τη σειρά του ομιλεί μέσω του επισκόπου. Αλλά για να το κάνει αυτό ο επίσκοπος πρέπει να κλείσει μέσα του την Εκκλησία, πρέπει να εκφράζει την εμπειρία της και την πίστη της δεν πρέπει να ομιλεί από τον εαυτό του αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι το αντίθετο από το βατικάνειο σχήμα: ex sese non autem ex consensu ecclesiae», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 74-75.


38 Μερικά βιβλία παρέμειναν αμφισβητούμενα, κυρίως το βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό παντού, έως ότου ο άγιος Αθανάσιος αγωνίστηκε να γίνει κι αυτό αποδεκτό στα μέσα του τετάρτου αιώνα.

39 Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3,11,1, ΕΠΕ 1,284.

40 Όπως παρατίθεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία. 3. 31. 3. ΕΠΕ 1. 327.

41 Ο Ευσέβιος έγραφε στο τέλος του τρίτου και στις αρχές του τετάρτου αιώνα. Ο «προηγούμενος αιώνας», στον οποίο αναφέρεται, ήταν ο πρώτος και ο δεύτερος αιώνας της αποστολικής Εκκλησίας. Αυτόθι. 10. 3. 3. ΕΠΕ 3,243 και εξής.

42 Αυτόθι, 3,25,6, ΕΠΕ 1,313.

43 Βλ. The AnteNicean Fathers (Edinburgh, 1867 και Grand Rafaids 1993) τ 1

44 Όπως παραπέμπεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία 5,6,12.

45 Αυτόθι. 5. 1 1. 4. ΕΠΕ 2. 161.

46 Αγίου Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 226, The Faith of the Early Fathers, τ. 1, σ. 94.

47 Ιουστίνου του Μάρτυρος, Απολογία Α 6,2

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

 

ΑΠΑΤΗΛΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

FRANK SCHAEFFER



      Τα αμαρτήματα της αίρεσης, του σχίσματος και της ανταρσίας δεν είναι νέα στην Εκκλησία της Ανατολής και της Δύσης. Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, έγραφε το 389 μ. Χ. : «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνονται ότι έχουν τον Χριστό. . . Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας, που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στον Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό» 1.
Μερικοί άνθρωποι στις ομολογιακές «Εκκλησίες» «εμφανίζονται επίσης ότι έχουν τον Χριστό». Αυτοί ίσως, επιζητώντας κάποια ειδική, σχεδόν μαγική εξουσία για τους εαυτούς τους2, εκλαμβάνουν την πολύ ειδική διδασκαλία του Ιησού για την Εκκλησία έξω από τη συνάφειά της και την προσαρμόζουν προσωπικά στους εαυτούς τους . Έτσι εξηγείται ο τρόπος, με τον οποίο ακούγεται μία πολύ θερμή προτεσταντική προσευχή: «Ω Κύριε, ερχόμαστε κοντά σου οι παρακαλούμε για τούτο και για κείνο. Δεσμεύουμε, Κύριε, τον ουρανό, ώστε αυτό που ζητούμε να γίνει εδώ στην ,γη διότι Συ είπες, όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι. . . ». 

Σε μία τέτοια «προσευχή» υπάρχει ένα περίεργο λάθος. Η «προσευχή» αυτή είναι τόσο άσχετη, όσο, εάν κάποιος διάβασε τα ντοκουμέντα για τη ίδρυση της Αμερικής έξω από τη συνάφειά τους και άρχισε να δανείζεται διαπιστευτήρια της κυβερνητικής εξουσίας και να διανθίζει τους προσωπικούς του λόγους με φράσεις όπως οι ακόλουθες: «Εγώ, η Δικαστική εξουσία εντέλλομαι. . . » ή «Σ' αυτήν την περίπτωση η εισήγησή μου πέρασε από την πλειοψηφία και τώρα είναι νόμος» ή «Ασκώ βέτο σ' αυτή την πρόταση και ασκώντας την εξουσία που μου παραχωρήθηκε. . . » ή «Εν ονόματι του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών σε διατάσσω να πλύνεις τα πιάτα».

Εάν κάποιος μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπο στις καθημερινές του συνομιλίες σίγουρα θα αμφιβάλλαμε για την διανοητική του υγεία. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς καλοπροαίρετους θρησκευτικούς ανθρώπους 
αφού δανείζονται με άκομψο τρόπο από τις Γραφές τα διαπιστευτήρια μιας ειδικής εξουσίας, που φανερά κρατήθηκε από τον ίδιο τον Χριστό για ολόκληρη την ιεραρχία της Εκκλησίας στην κανονική και μοναδική αποστολική της αυθεντία, ύστερα τα οικειοποιούνται. «Διότι αυτοί είναι πηγές χωρίς νερό, σύννεφα που περιφέρονται από την θύελλα. Διότι εκστομίζουν υπεροπτικούς λόγους γεμάτους ματαιότητα. . . Θα ήταν καλύτερα γι' αυτούς να μην είχαν γνωρίσει το δρόμο της δικαιοσύνης παρά, αφού τον γνώρισαν, να απομακρυνθούν από την άγια εντολή» (Β' Πε 2,1721).

       Στο βιβλίο των Πράξεων συναντούμε μία περίπτωση σύγχυσης παρόμοια μ' αυτήν που συμβαίνει στους σημερινούς προτεστάντες και Ρωμαιοκαθολικούς. Ορισμένοι Ιουδαίοι ηγέτες επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του Χριστού ωσάν να ήταν ένα μαγικό φυλαχτό, το οποίο θα τους έδινε αυτόματη δύναμη και εξουσία έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας. Αλλά, όπως ακριβώς οι σύγχρονες προτεσταντικές Ομολογίες αποτυγχάνουν σε κάθε σοβαρό έλεγχο ιστορικής αξιοπιστίας και ο Παπισμός αποτυγχάνει στον έλεγχο της αξιοπρόσεκτης ιστορίας, έτσι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία όπως διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων για την αποτυχία εκείνων, που χρησιμοποίησαν το όνομα του Ιησού έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας του.
«Τότε μερικοί από τους περιοδεύοντες ιουδαίους εξορκιστές επιχείρησαν να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου Ιησού επάνω σ' εκείνους, που είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντες• Σας εξορκίζουμε στο όνομα του Ιησού, τον οποίο κηρύττει ο Παύλος. Υπήρχαν δε και επτά παιδιά του Σκευά, ενός ιουδαίου ιερέα, που το έκαναν αυτό. Όμως το πνεύμα το πονηρό αποκρίθηκε και τους είπε «Τον Ιησού τον γνωρίζω και τον Παύλο τον ξέρω καλά, αλλά εσείς ποιοί είστε; Και ύστερα ο άνθρωπος, μέσα στον οποίο ήταν το πονηρό πνεύμα, όρμησε επάνω τους και αφού τους κατακυρίευσε τους ξευτέλισε, ώστε να φύγουν από το σπίτι εκείνο γυμνοί και τραυματισμένοι» (Πρξ 19, 1316).


ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ


       Η ιεραρχία, που εγκαθιδρύθηκε από τον Θεό στην ιστορική Εκκλησία μπορεί να ανιχνευθεί στην Ιερά Παράδοση καθώς επίσης και σε πολλά χωρία της Βίβλου, μεταξύ των οποίων Μθ. 16,18-19, Εφ 2,20 Ιω 21,15-17, Ιω 20,21-23 Α Τι 3,15 Απ 21,14, Πρξ 1,21-26, 8,14-18, 13,2. Οι πατέρες της Εκκλησίας, πολλοί από τους οποίους γράφουν διακόσια και πλέον χρόνια πριν η Καινή Διαθήκη αποτελέσει ένα σώμα, δίνουν την ομόφωνη μαρτυρία ΤΟΥΣ, για την Ορθόδοξη αντίληψη της κανονικής εκκλησιαστικής τάξεως. Το 95 μ. Χ. ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης, ο οποίος είχε γνωρίσει τους Αποστόλους και, όπως έλεγε ο Ευσέβιος, οι λόγοι των Αποστόλων «ηχούσαν ακόμη στ' αυτιά του», έγραψε: «Οι Απόστολοι μας κήρυξαν το ευαγγέλιο που παρέλαβαν από τον Ιησού Χριστό. . . Έτσι, ο Χριστός αποστάλθηκε από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Χριστό. . . Αυτοί κήρυτταν από τόπο σε τόπο την Βασιλεία του Θεού. . . Τους καλύτερους πιστούς, αφού τους δοκίμαζαν με το άγιο Πνεύμα, τους χειροτονούσαν επισκόπους και διακόνους για τους μελλοντικούς πιστούς»3.

Το 69 μ. Χ. ο άγιος Ιγνάτιος επίσκοπος Αντιοχείας, δεύτερος στη χρονική σειρά από τον απόστολο Πέτρο, έγραψε: «Να είστε πρόθυμοι να κάνετε το καθετί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, υπό την προεδρία του επισκόπου, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του Θεού. . . » 4.

Το 180 μ. Χ. ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, στο βιβλίο του, Κατά αιρέσεων, έγραψε: «Εμείς μπορούμε να απαριθμήσουμε εκείνους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ως επίσκοποι από τους Αποστόλους στις κατά τόπους Εκκλησίες καθώς και τους διαδόχους τους μέχρι τις ημέρες μας» 5. Όπως ο Ευσέβιος, έτσι και ο Ειρηναίος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Πολυκάρπου, διαδόχου του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, υπολόγισε τον ακριβή αριθμό των επισκόπων, που πέρασαν την εξουσία της Εκκλησίας στους διαδόχους τους από την εποχή των Αποστόλων. Και το έκανε αυτό, για να θεμελιώσει την ισχύ των διαπιστευτηρίων του. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ειρηναίος μπορούσε να προσβάλει με επιτυχία τους αιρετικούς των ημερών του και να αποδείξει ότι βρισκόταν έξω από τη νόμιμη κληρονομιά της Εκκλησίας.

Επομένως, εάν οι αιρετικοί τολμούσαν να πουν: «Ειρηναίε, με ποια εξουσία καταδικάζεις τη διδασκαλία μας ως ψεύτικη», αυτός δεν χρειαζόταν να απαντήσει: «Με τη δική μου» ή: «Με την προσωπική μου ερμηνεία στις Γραφές», αλλά μάλλον θα απαντούσε: «Με την εξουσία, με την οποία με περιβάλει ο Χριστός από τότε που χειροτονήθηκα και εντάχθηκα στην κατ' ευθείαν αδιάκοπη αποστολική συνέχεια, που φθάνει μέχρις αυτόν τον ίδιο τον Χριστό!». Θα μπορούσε ακόμη να απαντήσει ως εξής: «Διότι η διδασκαλία μου είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία των Αποστόλων, που διασώθηκε με την Ιερά Παράδοση και μεταδόθηκε αμετάβλητη με αξιοπιστία από τη μία γενεά στην άλλη!» .

Το μήνυμα της ιστορίας αυτής καθ' εαυτής, που αποτελεί ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα εναντίον της εγκατάλειψης της συνοδικής αυθεντίας των Αποστόλων από τους Ρωμαιοκαθολικούς και στην συνέχεια από τους Προτεστάντες, μπορεί να βρεθεί στα τρομακτικά αποτελέσματα του σχίσματος 
αυτά που προκλήθηκαν από όσους περιφρόνησαν την ιστορική Εκκλησία. Εμείς διαπιστώνουμε με ευκολία όλα αυτά τα αποτελέσματα παντού γύρω μας: στον ευτελισμό της λατρείας, στην εγκατάλειψη της ηθικής πειθαρχίας, της αυθεντίας και της ενότητας και σε μία φρικτά παραποιημένη «πνευματικότητα», η οποία αποτελεί μία βίαιη διείσδυση της αντιδραστικής εκκοσμίκευσης στην θρησκευυτικά πλουραλιστική μας κοινωνία.


Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ


     Υπάρχει μία αυταπάτη ακόμη και σ' εκείνους τους προτεστάντες, που αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς» ή «παραδοσιακούς» ή «ευαγγελικούς». Και αυτοί υποβίβασαν την πίστη σε μία εξατομικευμένη εμπειρία. Προχώρησαν μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να υποβαθμίσουν την πραγματικότητα της Εκκλησίας σε μία υποκειμενική ερμηνεία. Απ' αυτή την άποψη κάποιος ακούει συχνά τους Προτεστάντες να ρωτούν: «Λοιπόν, δεν είναι η Εκκλησία όλο το σώμα του Χριστού, αποτελούμενο από όλους τους ανθρώπους, που ονομάζονται χριστιανοί»; Άλλοτε να ομολογούν: «Η Εκκλησία ζη μέσα στην καρδιά μου. Δεν είναι ένας τόπος ή ένα πράγμα, αλλά η πίστη που έχω μέσα μου. Εγώ κουβαλώ την Εκκλησία μέσα μου». Επίσης να αποφαίνονται, «Η αποστολική διαδοχή είναι μία πνευματική διαδοχή». Τα ιστορικά κείμενα των πατέρων της ιστορικής Εκκλησίας αποκηρύττουν όλους αυτούς τους προσωποποιημένους ευσεβισμούς μ ένα ηχηρό «όχι! 7.

Εάν ο Χριστιανισμός είναι αληθινός, τότε η αλήθεια του υπάρχει ανεξάρτητα από τα αισθήματα μας γι αυτήν. Αυτή η αλήθεια θεμελιώνεται στην Ιστορία και όχι απλώς οι «θεολογικές» ιδέες ή σε υποκειμενικά συναισθήματα. Παρόμοια, εάν υπάρχει μία ιστορική Εκκλησία, αυτή δεν υπάρχει στις καρδιές μας, αλλά στην πραγματικότητα, στην ιστορία, στον τόπο και στο χρόνο, όπως ακριβώς ήταν ο Χριστός, όταν περπατούσε επάνω στη γη. Μ' αυτό το πρίσμα η Εκκλησία επάνω στη γη έχει προορισμό να είναι η κοινωνία, που εισάγει τον Χριστό μέσα στον πραγματικό κόσμο και όχι ένα προσωπικό αίσθημα εσωτερικού προσανατολισμού.

      Ας υποθέσουμε ότι ο Ιησούς έδωσε στον καθένα που ισχυρίζεται ότι είναι πιστός την εξουσία να δένει και να λύνει στους ουρανούς ότι είναι δεμένο ή λυμένο επάνω στη γη. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πιστός μπορούσε να ανακηρύξει τον εαυτό του ως μία νέα «εκκλησία». Τότε οι πιστοί χριστιανοί, που θα οδηγούνταν ενώπιον της Εκκλησίας, για να κριθούν ή να λύσουν τις θεολογικές και δογματικές τους διαφορές, θα μπορούσαν να αποδείξουν την όλη διαδικασία εντελώς άχρηστη απλώς και μόνον λέγοντας ότι: «Διαφωνώ με την απόφασή σας. Εγώ έχω το δίκαιο και σεις το άδικο. Το θέλημά μου στη γη είναι σύμφωνο με το θέλημα του ουρανού. Ο Ιησούς μου υποσχέθηκε προσωπικά πως οτιδήποτε αποφασίσω μαζί με δύο άλλους ομόφρονες φίλους αυτό θα υποστηριχθεί και από τον Θεό. Ποιος εξέλεξε εσάς; Αυτή είναι η δημοκρατία! Εγώ κρίνω ότι έχω δίκαιο και σεις άδικο. Ο Θεός θα με δικαιώσει, ενώ σεις τώρα κρίνεσθε και βρίσκεσθε ένοχοι. Το τάδε και τάδε εδάφιο της Γραφής λέγει. . . ».

Αυτό ακριβώς, στην πραγματικότητα κάνουν οι Προτεστάντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τη Μεταρρύθμιση μέχρι σήμερα. Τέτοιου είδους επιχειρήματα ακούει κανείς συχνά, τα οποία κατασκευάσθηκαν από τους προτεσταντοποιημένους και δημοκρατικοποιημένους Ρωμαιοκαθολικούς, ακόμη δε και από μερικούς εκκοσμικευμένους «Ορθοδόξους», που επιθυμούν να «εκδημοκρατίσουν» ή να «συγχρονίσουν» την ιστορική Εκκλησία ή να την κάνουν περισσότερο «κοσμική», «ανοιχτή» ή «σύγχρονη». Εμείς έχουμε είκοσι τρεις χιλιάδες προτεσταντικές Ομολογίες, για να μας δείξουν που οδηγεί αυτός ο τύπος του κριτικού ευσεβισμού, αυτή η ατομικιστική, η θεωρούμενη «αγιότερη από σένα» εκκοσμικευμένη και εντελώς υπεροπτική αντίληψη.

     Ο καθηγητής Steve Bruce σχετικά μ αυτήν τη βαθύτατη προτεσταντική επιθυμία γράφει: «Ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός μπορεί να αναγνωρισθεί αρκετά εύκολα. Είναι μία τάση, που θεωρεί τη λογική ως υπέρτατη δύναμη και θεολογεί ξεκινώντας από τις προτεραιότητες του κόσμου. Έτσι εμφανίζεται ως συνεχής παρόρμηση να εκσυγχρονίσει την Πίστη, να εγκαταλείψει τους ορισμούς των ιστορικών Συμβόλων και να συνδυάσει τη σκέψη και την πρακτική της Εκκλησίας με τις αντίστοιχες του κόσμου. . . Από πολλές απόψεις, ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός υπήρξε. . . μία προσπάθεια να δημιουργήσει ένα είδος Χριστιανισμού στηριγμένου στη διανόηση, εν όψει των μαζικών διαιρέσεων (Μεταρρύθμιση-Προτεσταντισμός) μέσα στο σώμα εκείνων, που ισχυρίζονταν ότι λάτρευαν τον ίδιο Θεό»8 . Όπως σημειώνει ο καθηγητής Bruce, οι διαφορές ανάμεσα στους «συντηρητικούς» και στους «φιλελεύθερους» Προτεστάντες είναι επιφανειακές. Και οι δύο απορρίπτουν εξ ίσου την αυθεντία της Ιστορικής αποστολικής Εκκλησίας, που θεμελιώθηκε από τον Χριστό. Χωρίς την καθοδήγηση της Ιεράς Παραδόσεως και οι δύο έμειναν σχεδόν μόνο στην ατομική κριτική και υποκειμενική μελέτη των Γραφών, επάνω στην οποία επιχειρούν να θεμελιώσουν ανταγωνιζόμενες θεολογικές και ηθικές αρχές. «Και οι δύο παρουσιάστηκαν σίγουροι ότι η αποκαλυπτόμενη αλήθεια του Θεού ήταν τόσο πλούσια και πλήρης όσο ποτέ πριν. . . » 9.

Με άλλα λόγια και οι δύο, οι «συντηρητικοί» και οι «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες, καυχώνται από μόνοι τους ότι προχωρούν πέρα από τα όρια, τα οποία θεωρούν ως περιττούς περιορισμούς της Ιεράς Παραδόσεως και της αποστολικής αυθεντίας, μέσα στον ουτοπικό κόσμο της ατομικής Βιβλικής ερμηνείας, της κοινωνικής μεταβολής, της χιλιαστικής ευημερίας και της ατομικής ελευθερίας, ο οποίος βασίζεται στην ιδέα του συνθήματος «Sola Scriptura»10.

Παρ όλα αυτά, οι Αναβαπτιστές έγιναν στο όνομα των Γραφών αναρχικοί, αφού ερεύνησαν τον Κόσμο και έλαβαν «μηνύματα» κατ' ευθείαν από τον Θεό, τα οποία τους έλεγαν να κάψουν τα περιουσιακά συμβόλαια στο όνομα ενός νέου, βελτιωμένου, πρωτοπόρου στους αγώνες της ισότητας Χριστιανισμού. Εξ άλλου η Γραφή έπεισε τους Κουάκερους να εγκαταλείψουν το Βάπτισμα και τη θεία Ευχαριστία και να αντικαταστήσουν το μυστήριο του εκκλησιαστικού γάμου με τον πολιτικό, πρόχειρο γάμο χωρίς καμμία ιερότητα. Οι σύγχρονοι άπληστοι τηλε «ευαγγελιστές» βρίσκουν μέσα από τη Γραφή εδάφια, με τα οποία προκαλούν σύγχυση στους ανθρώπους, για να παίρνουν τα χρήματά τους. Στη Βίβλο επίσης βρήκε τα επιχειρήματα του ο David Kresh, για να πείσει τους οπαδούς του να τον υπακούσουν μέχρι του σημείου να πυρπολήσουν τους εαυτούς τους και να πεθάνουν στο Δαυϊτικό Συγκρότημα στο Waco του Texas στις 19 Απριλίου 1993. Η Βίβλος ακόμη αποτελεί το κυριότερο όργανο μαρτυρίας, με το οποίο οι Μορμόνοι δημιουργούν σύγχυση σε απληροφόρητους Προτεστάντες, ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους χριστιανούς, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν τον Χριστιανισμό και να συνδέονται με την οργάνωσή τους, που έχει την αρχή της μόλις στον δέκατο ένατο αιώνα. Και οι «φιλελεύθεροι» εκκοσμικευμένοι ηγέτες του «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών», οι οποίοι κάποτε βρίσκονταν σε συμπαιγνία με τους κομμουνιστές διώκτες των χριστιανών, συχνά παραπέμπουν στη Βίβλο, για να δικαιολογήσουν τις καταναγκαστικές, ουτοπικές πολιτικές τους σταυροφορίες.


Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 


      Στις μέρες μας οι γεμάτοι σύγχυση αλλά καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα Προτεστάντες όλων των ομολογιακών Δογμάτων, έχοντας ελάχιστη ή καθόλου ιστορική θεμελίωση, εκλαμβάνουν τη Γραφή, με άλλα λόγια τη δική τους ερμηνεία της αγίας Γραφής, ως τη μοναδική πηγή της πνευματικής αυθεντίας. Αντικαθιστούν την ιστορική Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας με τους εαυτούς τους. Κάθε άτομο γίνεται για τον εαυτό του «οικουμενική σύνοδος», «επίσκοπος» και «ιερέας». Ο καθένας είναι και ένας νόμος για τον εαυτό του, καθώς διαβάζει τη Βίβλο και διακηρύττει: «Μου μιλάει ο Θεός». Αυτή η θέρμη της εξατομικευμένης πίστης εξασκείται έξω από το πλαίσιο της ιστορικής Εκκλησίας. Ο κάθε Προτεστάντης ισχυρίζεται ότι στηρίζει τις δικές του ιδέες, οι οποίες συχνά είναι αντικρουόμενες μεταξύ τους, «στη Γραφή». Η πολεμική ιαχή «Sola Scriptura» συχνά αποδεικνύεται να μην είναι τίποτε περισσότερο από τον πρώτο στίχο του προτεσταντικού τραγουδιού: «Έκανα τη Γραφή ζωή μου».

Δυστυχώς οι Προτεστάντες δεν μελετούν τη Γραφή μέσα στη συνάφεια της χριστιανικής ιστορίας. Συνήθως τη μελετούν τελείως αποκομμένη από την ιστορική, λειτουργική και πνευματική ζωή. Και όμως η ιστορική Εκκλησία είναι αυτή από την οποία προήλθε και η Βίβλος. Αυτή μόνη μας παρέχει το πλαίσιο-κλειδί, για ν' αρχίσουμε να κατανοούμε το νόημα των Γραφών. Και μόνο με το πλαίσιο της ζωντανής συνέχειας της μυστηριακής ζωής, μέσω του οποίου όλοι οι χριστιανοί σ' όλους τους αιώνες ενώνονται σε μία οικογένεια, το Ευαγγέλιο ζωντανεύει και παίρνει την πρέπουσα θέση του11.

Η εγωκεντρική, προτεσταντικού τύπου «πνευματικότητα», η οποία αγνόησε τη σοφία των αιώνων πληρώθηκε πολύ ακριβά. Οι Προτεστάντες, «συντηρητικοί» και «φιλελεύθεροι», δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν ούτε και μεταξύ τους για το τι «λέει» η Βίβλος. Η επανάσταση που ξεκίνησε με την ιαχή «έξω οι επίσκοποι, μόνη η Γραφή!» κατέληξε στην αναγνώριση ότι η Βίβλος έξω από το πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως, της θείας Λειτουργίας, της μυστηριακής λατρείας και της προσευχής, «σημαίνει» αυτό που θέλει ο καθένας να σημαίνει.

Κατά τραγική ειρωνεία οι Προτεστάντες θεολόγοι εμφανίζονται ως πατέρες της κριτικής ανάλυσης των κειμένων. Είναι αυτοί που εγκατέλειψαν και τα δύο, το ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, απ' όπου προήλθε η Γραφή. Ο σύγχρονος Προτεσταντισμός κατέστησε το κείμενο της Γραφής ακατανόητο έξω από ατομικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Και έτσι ο κύκλος της υποκειμενικότητας συμπληρώθηκε. Η πίστη τώρα έχει προσωποποιηθεί σε «αναγεννητική εμπειρία». Η Εκκλησία «ζη μέσα στις καρδιές μας», τα Μυστήρια είναι «μόνον σύμβολα» και, σε τελική ανάλυση, το «μήνυμα» της Βίβλου αποδεικνύεται ένα μήνυμα, που «ακούγεται» στο εσωτερικό κάποιων επιπόλαιων, όταν μυστικές φωνές «αποκαλύπτουν» πράγματα, που κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει.

Σύμφωνα με την ιστορική Εκκλησία, πριν μελετήσουμε τη Βίβλο, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: «Σε ποιους απευθύνθηκαν αυτές οι αλήθειες; Σε ποιο πλαίσιο λέχθηκαν; Τι προηγήθηκε από αυτές; Τι έγινε μετά;» Και το πιο σημαντικό απ' όλα: «Πως αυτές οι διδασκαλίες ερμηνεύθηκαν από τους πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι βρέθηκαν τόσο κοντά στην πηγή και σε πολλές περιπτώσεις γνώρισαν τους ίδιους τους Αποστόλους;»

Εμείς πρέπει να ρωτήσουμε πως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τη Βίβλο μέσα στο πλαίσιο της μυστηριακής λειτουργικής λατρείας μάλλον παρά σαν μία εγωκεντρική εξάσκηση στη «μελέτη της Βίβλου». Δυστυχώς πολλοί καλοπροαίρετοι χριστιανοί φαίνεται να διαβάζουν τη Βίβλο τους σαν ένα απλό προσωποποιημένο, «λατρευτικό» ή «θεόπνευστο» βιβλίο και όχι σαν το βιβλίο της αλήθειας που πρέπει να ερμηνευθεί με συνέπεια υπό το φως της αγίας αποστολικής Παραδόσεως, των Μυστηρίων, της θείας Λειτουργίας και της Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Φαίνεται να πιστεύουν με προκατάληψη ότι κάθε εδάφιο, κάθε λέξη και γραμμή, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο και εκτός αυτού, σωστά μεταφρασμένο ή όχι, ως ιστορία εννοούμενο ή ως αλληγορία, απευθύνεται σ' αυτούς προσωπικά με κάποιο μαγικό τρόπο. Η Εκκλησία πιο ειδικά παρατήρησε ότι η μελέτη της Βίβλου χωρίς προσευχή και έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής μυστηριακής λατρείας, όπως δίδαξε ο Ευάγριος ο μοναχός είναι «θεολογία των δαιμονίων».

      Αυτό το είδος της πνευματικά υπεροπτικής, αντικοινωνικής και «παρορμητικής» μελέτης της Βίβλου, χωρίς ενδιαφέρον για την ιστορία, τη λειτουργική λατρεία, το πλαίσιο ή την ερμηνεία από την ιστορική Εκκλησία, την υποβιβάζει σε μία προσωποποιημένη «γλυκανάλατη» ιστορία, όχι πολύ διαφοροποιημένη από τις συμβουλές των αστρολόγων, που δημοσιεύονται καθημερινά στις λαϊκές εφημερίδες.

          Τέτοιου είδους λατρευτικά «αστρολογικά» κείμενα χρησιμοποιούν τη Γραφή όχι ως το βιβλίο της αλήθειας, της ιστορίας, της τυπολογίας, του μυστηρίου και της πνευματικότητας, μαζί με μία μακρά και διακεκριμένη ιστορία της έγκυρης ερμηνείας, αλλά μάλλον σαν είδος τυχερού παιχνιδιού, με το οποίο παίρνουμε προσωπικά και μαγικά μηνύματα. Νομίζω ότι το κίνητρο γι' αυτού του είδους την «αστρολογική» άποψη της «Βιβλικής μελέτης» και γι' αυτού του είδους την «προσευχή», που τη συνοδεύει, είναι το ίδιο με εκείνο που οδηγεί δεκάδες χιλιάδες παραπλανεμένους πνευματιστές στα μέντιουμ και στους χειρομάντεις. Πρόκειται για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής Πίστεως. Αυτό ίσως αποτελεί πράγματι το τελειωτικό χτύπημα στους ισχυρισμούς της ιστορικότητας του Χριστιανισμού. Είναι το είδος της «Βιβλικής μελέτης», το οποίο ο Ρουσσώ και οι Ρομαντικοί θα είχαν σίγουρα επιδοκιμάσει. Είναι επίσης η πιο καταραμένη μαρτυρία, που διαθέτουν οι κοσμικοί χλευαστές. Η «Βιβλική Χριστιανοσύνη» είναι μία παράλογη θρησκεία για τους συναισθηματικά ασταθείς και αφελείς.

Το χειρότερο απ' όλα, μία τέτοια προσωποποιημένη, υποκειμενική προσέγγιση της Βίβλου απομακρύνει τη μελέτη της από το πλαίσιο της κοινότητας των πιστών. Όταν η Βίβλος μελετάται έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας, όταν ο κάθε ένας περιμένει ο Θεός να απευθυνθεί σ' αυτόν ατομικά, τότε η άσκηση αυτού του είδους της θρησκευτικότητας υποβαθμίζεται στο επίπεδο της περισσότερο ιδιοτελούς άσκησης, πολύ κοινότυπης στον εγωκεντρικό μας κόσμο.

Κατά τραγική ειρωνεία μερικοί Προτεστάντες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, πού αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς», ενώ εξυμνούν το «αλάθητο της Βίβλου» και πιστεύουν ότι οι ίδιοι με ειλικρίνεια «προσβλέπουν στη Βίβλο» ως τη «μόνη πηγή» πνευματικής καθοδήγησης γι' αυτούς, παρ' όλα αυτά, ερμηνεύοντας τα εδάφια έξω από το ιστορικό πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως και της λειτουργικής λατρείας βεβηλώνουν τη ίδια τη Βίβλο. Επομένως, απ' αυτή την άποψη οι συντηρητικοί Προτεστάντες δεν είναι καθόλου λιγότερο φιλελεύθεροι από τους φιλελεύθερους, πού αυτοί οι ίδιοι έντονα καταγγέλλουν και απεχθάνονται. Και οι δύο κατορθώνουν να υποβαθμίσουν δραστικά την ιστορική αυθεντία της Βίβλου στο μηδέν, καθώς την μετατοπίζουν έξω από το πλαίσιο της κοινότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

          Ας θυμηθούμε τις ρίζες αυτού του τύπου της υποκειμενικής ερμηνείας, πηγαίνοντας πίσω, στην πρώτη αρχή της προτεσταντικής ανταρσίας. Ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν εκείνος, πού ήθελε να απορρίψει ορισμένα βιβλία της Γραφής, αυτά πού δεν συμφωνούσαν με τη δική του προσωπική, υποκειμενική θεολογία. Σ' αυτά συμπεριλαμβάνονταν οι Α' και Β' επιστολές του 'Ιωάννου, η επιστολή του Ιακώβου και η Αποκάλυψη. Επίσης ο Καλβίνος ήταν εκείνος πού στο έργο του Institutiones έγραψε ότι μάλλον τα ενστικτώδη αισθήματα παρά η συμφωνία της Πίστεως αποτελούν τις ερμηνευτικές αρχές, με τις οποίες πρέπει να αντικατασταθεί η Ιερά Παράδοσις.

Ακριβώς όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος είχε το θράσος να προσθέσει λέξεις στη γερμανική του μετάφραση και να εισηγηθεί την απάλειψη ολοκλήρων βιβλίων της Βίβλου, έτσι και οι σημερινοί Προτεστάντες συνεχίζουν την ανίερη αναρχία με περισσότερη προσωπική βιβλική μελέτη, η οποία είναι συγχρόνως και απομακρυσμένη τη συνάφεια της μυστηριακής κοινής λατρείας. Αυτό έχει ως συνέπεια οι Προτεστάντες να παρερμηνεύσουν συστηματικά τα εδάφια, πού αναφέρονται στις θεραπείες, στην ευημερία, στην εξουσία και στην ιερατική ευλογία. Τυφλωμένοι από τη λανθασμένη, αυτοεπιχειρούμενη «μελέτη της Βίβλου», όπως εκείνη, για την οποία ο Καλβίνος έλεγε ότι ήταν προτιμότερη από την εξάρτηση της Ιεράς Παραδόσεως, οι Προτεστάντες προχώρησαν πολύ πιο πέρα από την ιστορική Χριστιανοσύνη. Πραγματικά, πολλοί απ' αυτούς απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το πλαίσιο της εκκλησιαστικής υπευθυνότητας, ώστε είναι πολύ δύσκολο ακόμη και να αρχίσει να εξηγεί κανείς σ' αυτούς πώς ότι πιστεύουν τώρα μοιάζει πολύ λίγο με την πίστη ή τη λατρεία της ιστορικής Εκκλησίας.


 

1. St. Ambrose of Milan, Commentary on the Gospel of Luke, (389 μ. Χ) 1304, The Faith of the Early Fathers, σ. 163
2. Μερικές φορές αυτό φθάνει στα άκρα, όπως στην περίπτωση των αιρέσεων του Jonestown και του Waco του Τέξας και των τραγωδιών που επακολούθησαν. (Σημ. Μεταφρ. : Στην πρώτη απ' αυτές, το 1979, 900 περίπου οπαδοί της αιρέσεως του Jonestown, ανάμεσα στους οποίους και παιδιά, πήραν δηλητήριο κατά παραγγελίαν του αρχηγού τους και πέθαναν ομαδικά. Στη δεύτερη το 1993 περίπου 100 οπαδοί του Davinson κατέβρεξαν με πετρέλαιο το συγκρότημα τους και αυτοπυρπολήθηκαν).
3. Κλήμεντος Ρώμης, Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 42, ΒΕΠ 1,29-30.
4. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Μαγνησιείς, 6,1, ΒΕΠ 2,269.
5. Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως( μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη 3.3.1. σ. 191.
6. Αυτή είναι η γραμμή, που ακολουθεί ο άγιος Μάξιμος. «Ως ομολογητής και θεολόγος ο Μάξιμος ήταν υποχρεωμένος να διατηρήσει, να προστατεύσει και να υπερασπιστεί τη διδασκαλία, η οποία είχε παραδοθεί από τους πατέρες, διότι να ομολογήσω με την καρδιά και το στόμα σημαίνει να επιβεβαιώσω ό,τι οι πατέρες μας δίδαξαν (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 12η Προς Ιωάννην Κουβικουλάριον, 12, PG 91,465). Επομένως σε κάθε θεολογικό επιχείρημα ήταν ανάγκη να προβάλει τη φωνή των πατέρων ως απόδειξη για την πίστη της Εκκλησίας (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 13η Προς Πέτρον Ιλλούστριον, PG 91, 532)», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 8.
7. «Να μην προξενήσεις σχίσμα. Μάλλον να φέρεις ειρήνη ανάμεσα σ' αυτούς που αντιμάχονται. . . Να τηρήσεις ό,τι παρέλαβες χωρίς να προσθέσεις τίποτε σ' αυτό άλλ' ούτε και να αφαιρέσεις κάτι», Διδαχή (140 μ. Χ), 4,3 και 13.
8. Steve Bruce, A House Divided, a. 102-118.
9. Αυτόθι, σ. 103.
10. Απ' αυτήν την άποψη το έργο των Προτεσταντών του εικοστού αιώνα στην πολιτική και θρησκευτική Δεξιά, όπως των Carl Henry, J. Packer και άλλων, είναι τόσο αντιιστορικό, όσο και η θεολογία της προτεσταντικής Αριστεράς. Από το άλλο μέρος, οι υπό συζήτηση συγγραφείς, οι οποίοι τελικά είναι «συντηρητικοί» στις λεπτομέρειες της κριτικής τους, μπορούν μόνον να επιστρέψουν στο, «Νομίζω» ή, «Η Βίβλος λέγει», και ποτέ στο, «Αυτό είναι εκείνο που πάντοτε δίδασκε η Εκκλησία». Όταν οι Προτεστάντες κάνουν αναφορά στην εκκλησιαστική ιστορία ή παραπέμπουν σ' έναν εκκλησιαστικό πατέρα, τίθεται το ερώτημα, γιατί αυτοί αισθάνονται την ανάγκη να υποστηρίξουν τα θεολογικά τους επιχειρήματα, εάν «μόνη η Γραφή» (Sola Scriptura) αρκεί;

11. «Τι είναι η Αγία Γραφή; Μήπως είναι ένα βιβλίο, όπως κάθε άλλο, που προορίζεται για τον τυχαίο αναγνώστη, ο οποίος αναμένεται να συλλάβει αμέσως το ορθό κατάλληλο μήνυμα του; Μάλλον, είναι ένα ιερό βιβλίο που απευθύνεται πρωτίστως στους πιστούς. . . Ο άγιος Ιλάριος το διατύπωσε αυτό με έμφαση: Το πρόβλημα της Γραφής δεν εντοπίζεται στην ανάγνωση άλλα στην κατανόηση. Υπάρχει λοιπόν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στη Βίβλο, όταν αυτή εκληφθεί ως όλον, ως ένα βιβλίο; Και πάλι, εάν ναι, σε ποιόν απευθύνεται αυτό το μήνυμα; Στα άτομα, που είναι σε θέση να κατανοήσουν το βιβλίο και να εκθέτουν το μήνυμα του; Ή μήπως στην κοινότητα και στα άτομα, μόνον εφ' όσον αυτά είναι μέλη της κοινότητας; Οποιαδήποτε κι αν υπήρξε η προέλευση των κειμένων, που περιέχονται στην αγία Γραφή, είναι φανερό ότι το βιβλίο ως όλον ήταν μία δημιουργία της κοινότητας (Εκκλησίας) τόσο στην Παλαιά Οικονομία, όσο και στην χριστιανική Εκκλησία. Η Βίβλος δεν είναι με κανένα τρόπο μία πλήρης συλλογή όλων των διαθέσιμων ιστορικών, νομοθετικών και λατρευτικών κειμένων, αλλά μία συλλογή κάποιων αυθεντικών και έγκυρων από τη χρήση (πρώτα απ' όλα την λειτουργική) στην κοινότητα, και τελικά με την κανονική αυθεντία της Εκκλησίας. . . Το μήνυμα είναι θειο, προέρχεται από τον Θεό είναι ο Λόγος του Θεού. Όμως, αυτή που αναγνωρίζει τον Λόγο, όταν ομιλεί και βεβαιώνει την αλήθεια του, είναι η κοινότητα. Ο ιερός χαρακτήρας της Βίβλου επιβεβαιώνεται με την πίστη. Η αγία Γραφή ως βιβλίο συντάχθηκε μέσα στην κοινότητα με πρωταρχικό σκοπό τη διαπαιδαγώγηση της. Η αγία Γραφή και η Εκκλησία δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η Βίβλος και η Διαθήκη βρίσκονται μαζί και η Διαθήκη προϋποθέτει την ύπαρξη λαού. Σ' αυτόν το λαό της Διαθήκης δόθηκε ο Λόγος του Θεού στην Παλαιά Οικονομία (Ρω 3,2), και η Εκκλησία του σαρκωθέντος Λόγου είναι εκείνη που διαφυλάσσει το μήνυμα της βασιλείας του Θεού. Η Βίβλος είναι πράγματι ο Λόγος του Θεού, αλλά το βιβλίο αυτό στέκεται με την μαρτυρία της Εκκλησίας. Ο κανόνας της αγίας Γραφής καθορίζεται τελικά και εγκρίνεται από την Εκκλησία. . . Η θέση του Τερτυλλιανού για τις Γραφές είναι χαρακτηριστική. Αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να συζητήσει τα αντιμαχόμενα ζητήματα της Πίστεως με τους αιρετικούς επάνω σε Βιβλική βάση. Γι' αυτόν οι Γραφές άνηκαν στην Εκκλησία. Η προσφυγή των αιρετικών σ' αυτές ήταν παράνομη. Αυτοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε ξένη περιουσία. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα στην περίφημη πραγματεία του, De praescriptione haereticorum. Ένας άπιστος δεν έχει πρόσβαση στο μήνυμα, απλώς επειδή δεν το δέχεται. Γι' αυτόν δεν υπάρχει μήνυμα στην αγία Γραφή», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία. Παράδοσις,. σ. 911.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

 

Ο ΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΪ

Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι

(1886-1929)

    Τον τελευταίο καιρό σ’ εμάς ο πλέον συνεπής κήρυκας του μη εκκλησιαστικού χριστιανισμού ήταν ο Λέων Τολστόι. Με αυτό του το κήρυγμα ο Τολστόι ικανοποίησε πάρα πολλούς. Όμως συγκεκρι­μένα στο παράδειγμα του Τολστοϊσμού μπορούμε με επιτυχία να παρατηρήσουμε την πλήρη αναξιοπιστία του χριστιανισμού χωρίς την Εκκλησία.

Αφετηρία της ψευδοδιδασκαλίας του Τολστόι μπορούμε να θεω­ρήσουμε τον οξύ διαχωρισμό χριστιανισμού και Εκκλησίας. Ο Τολστόι αποφασιστικά αποδοκίμασε την Εκκλησία, υποκλινόμενος ταυ­τόχρονα μπροστά στον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός αμέσως έγινε γι’ αυτόν μόνο διδασκαλία και ο Χριστός μόνο δάσκαλος. Όταν έχουμε ενώπιόν μας κάποια διδασκαλία, τότε για μας δεν είναι σπουδαίο αυτό, δηλ. το ποιος είναι ο δάσκαλος. Και για τον Τολστόι το ζων πρό­σωπο του Χριστού έχασε κάθε σημασία. Παίρνοντας τη διδασκαλία του Χριστού, κατόρθωσε Αυτόν τον Ίδιο να τον ξεχάσει. Απέρριψε τον Θεάνθρωπο Χριστό ονομάζοντάς Τον «σταυρωμένο Ιουδαίο» και «νεκρό Ιουδαίο». Ήδη μ’ αυτό απέκοψε την αρχή του Ευαγγελίου, όπου διακηρύττεται η υπέρ φύσιν γέννησις του Υιού του Θεού από την Παρθένο Μαρία και το τέλος του, όπου αναγγέλλεται η ανάστα­ση του Υιού του Θεού εκ νεκρών και η ανάληψή Του στους ουρανούς.

Αλλά ο Τολστόι δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό το «πετσόκομμα» του Ευαγγελίου στην αρχή και το τέλος του, αλλά επεξεργάστηκε και όλο το ενδιάμεσο μέρος κατά την όρεξή του υποχρεώνοντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον Ιησού να πει μόνο εκείνο που αυτός ο ψευδοδιδάσκαλος θα τον διατάξει από το γραφείο της Γιάσνα-Πολιάνα49. Εκτός αυτού, ο Ίδιος ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές Του να τους στείλει άλλον Παράκλητο. Αυτόν τον Παράκλητο, τον Θείο Πα­ράκλητο, η Εκκλησία του Χριστού θεωρεί πηγή της νέας χαριτωμένης εκκλησιαστικής ζωής και ο απ. Παύλος, όπως είδαμε, συνεχώς ομιλεί περί του ζώντος στην Εκκλησία Αγίου Πνεύματος. Παρ’ όλα αυτά, ο Τολστόι απέρριψε το Άγιο Πνεύμα. Την Ορθόδοξη Εκκλησία την ονόμασε κοροϊδευτικά όχι Χριστιανική, αλλά «αγιοπνευματική» και στη συνέχεια εξευτέλισε μέχρι ιεροσυλίας τα Άχραντα Μυστήρια με τα οποία κάθε μέλος της Εκκλησίας λαμβάνει τη βοήθεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος για τη νέα ζωή. Είναι πολύ σημαντικό ότι στα γραπτά του Τολστόι είναι πολύ ξεκάθαρο πως η άρνηση της Εκκλη­σίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άρνηση της ενσαρκώσεως του Υιού του Θεού. «Εγώ οδηγήθηκα στην πεποίθηση ότι η Εκκλησία δεν είναι τίποτε», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Συνένωση και με­τάφραση των τεσσάρων Ευαγγελίων» (Γενεύη, 1892 σ. 3). «Βλέπω τον Χριστιανισμό σαν μια διδασκαλία που δίνει νόημα στη ζωή», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Σύντομη έκθεση του Ευαγγελίου» (Γενεύη 1890 σ. 9). Αλλά συνολικά μέσα στις σελίδες του βιβλίου διαβάζουμε: «Εγώ έψαξα μιαν απάντηση στο ζήτημα της ζωής και γι’ αυτό για μένα ήταν τελείως το ίδιο είτε ήταν είτε δεν ήταν Θεός ο Ιησούς Χριστός» (σ. 11). Μήπως δεν είναι σαφές ότι όλα αυτά τα σκαλιά της εκπτώσεως από την αλήθεια είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους; Όχι Εκκλησία, όχι και Θεάνθρωπος Χριστός!

Περιορίζοντας όλο το έργο του Χριστού μόνο στη διδασκαλία Του και απορρίπτοντας την Εκκλησία, ο Τολστόι, κατά λογική αναγκαιό­τητα έφθασε σε όλα εκείνα τα συμπεράσματά του που καταστρέφουν τον ίδιο τον Χριστιανισμό. Σ’ εμάς ο Τολστόι έδειξε χειροπιαστά που οδηγεί ο παράλογος χωρισμός του χριστιανισμού από την Εκκλησία και η άρνηση της Εκκλησίας στο όνομα ενός φανταστικού χριστια­νισμού. Εάν χωρίσεις τον Χριστιανισμό από την Εκκλησία, τότε δεν έχεις καμιά ανάγκη τη Θεότητα του Σωτήρος, δεν είναι αναγκαίο το Άγιο Πνεύμα. Αλλά χωρίς το Άγιο Πνεύμα και χωρίς τη Θεότητα του Σωτήρος, χωρίς τη Σάρκωση του Υιού του Θεού, η διδασκαλία του Ιησού του Ναζαρηνού γίνεται τόσο λίγο δραστική για τη ζωή, όσο και κάθε άλλη, διότι δεν είναι δυνατό να συμμερισθεί κάποιος μια διδασκαλία κατά την οποία η γνώση από μόνη της είναι αρετή. Το αβάσιμο της μη εκκλησιαστικής κατανοήσεως του χριστιανισμού από τον Τολστόι γίνεται εμφανές από το γεγονός ότι ο τολστοϊσμός δεν δημιούργησε καμιά ζωή. Η χριστιανική ζωή είναι δυνατή μόνο σε ενό­τητα με τον ζώντα Θεάνθρωπο Χριστό και στην πλήρη χάριτος ενό­τητα των ανθρώπων με την Εκκλησία. Στον τολστοϊσμό δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αντί του ενθουσιασμού των μαρτύρων και των ασκητών της Εκκλησίας, αντί του συνδέσμου που ένωνε τους Αποστόλους και τους πιστούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε η καρδιά τους και η ψυχή τους να είναι μία, αντί όλων αυτών, από τον τολστοϊσμό έχουμε μόνο κάτι άψυχες καρικατούρες, τις «τολστοικές αποικίες». «Ο μη έχων τον υιόν του Θεού την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12). Ο Τολστόι, όπως είπε ο Σολόβιεφ, ένωσε γύρω του μόνο μερικές δεκάδες ανοήτων ανθρώπων, οι οποίοι ήσαν πάντοτε έτοιμοι να σκορπισθούν σε διάφορα μέρη. Ο «μεγάλος δάσκαλος», φαίνεται, κανένα και τίποτα δεν δίδαξε και το «πράσινο ραβδί»50 δεν έσωσε κανένα, διότι για τη σωτηρία δεν χρειάζεται ραβδί, αλλά ο Σταυρός του Χριστού. Από τον Τολστόι απέμειναν κάποια άχρηστα σχετικά μ’ αυτόν μουσεία, αλλά δεν απέμειναν τολστοϊστές.

Έτσι, στο παράδειγμα του τολστοϊσμού βλέπουμε ότι η άρνηση της Εκκλησίας οδηγεί σε φρικτή διαστρέβλωση καθώς επίσης σε κα­ταστροφή του ίδιου του Χριστιανισμού και ο μη εκκλησιαστικός Χρι­στιανισμός αναιρείται με την πλήρη νέκρα του.


  

  1. Γιάσνα Πολιάνα = καθαρό ξέφωτο. Είναι το κληρονομικό αγρόκτημα με τη βίλλα του Τολστόι, νοτιοδυτικά της Τούλα, 200 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, όπου συνέγραψε τα μυθιστορήματά του.
  2. Ο Τολστόι ανέφερε κάποιο μύθο που διηγείτο ο μεγαλύτερος αδελφός του Νικολάι, σύμφωνα με τον οποίο, εκείνος είχε χαράξει σε ένα πράσινο ρα­βδί το μυστικό της γενικής ευτυχίας όλων των ανθρώπων και το είχε θάψει  στην άκρη ενός φαραγγιού. Ο άγιος Ιλαρίων θέλει να πει ότι δεν υπάρχει μαγική συνταγή για την ευτυχία του ανθρώπου.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού» - Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου.

 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ Ρωμαίους Γ' 28

+ Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

 

      Στην προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, στο τρίτο κεφάλαιο, γίνεται λόγος για την δικαίωση· για το ότι και οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτρες έχουν ανάγκη δικαιώσεως, για το ότι η πίστη στον Ιησού Χριστό εξα­σφαλίζει σε όλους την δικαίωση.

Οι Ιουδαίοι όταν τηρούσαν τις διάφορες διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, όταν έκαναν την περιτομή, όταν εφάρ­μοζαν τις προβλεπόμενες καθάρσεις ή θυσίες, όταν τηρούσαν την αργία του Σαββάτου, όταν ήταν εντάξει στις υπο­χρεώσεις τους απέναντι στον ναό και το ιερατείο, ένοιωθαν δικαιωμένοι. Τηρούσαν τα έργα του νόμου! Οι λογαρια­σμοί τους απέναντι στον Θεό ήταν τακτοποιημένοι!

Ο Απόστολος διδάσκει ότι εκείνο που σώζει είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η πίστη στον Χριστό εξα­σφαλίζει την σωτηρία. Φυσικά αυτή η πίστη κουβαλάει μαζί της και τα έργα της αγάπης -«πίστις δι' αγάπης ενερ­γούμενη» (Γαλ. ε' 6), την μακροθυμία, την πραότητα, την εγκράτεια, την «χρηστότητα» και την «αγαθωσύνη», δηλαδή καλωσύνες και ευεργεσίες (Πρβλ. Γαλ. ε' 22), κουβαλάει μαζί της τον αγώνα για ό,τι είναι αληθινό, δίκαιο, αγνό. επαινετό, ενάρετο, προσφιλές και ωραίο στον Θεό και στους ανθρώπους του Θεού (Φιλιπ. δ' 8).

Όταν στο τρίτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής ομιλή ο Απόστολος για την πίστη στον Χριστό, την εννοεί όπως εξηγήσαμε. Και την αντιπαραθέτει στα έργα του Μωσαϊκού Νόμου.

Ο 28ος στίχος σημειώνει: «Λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου». Δηλαδή. «Συλλογι­ζόμαστε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται από την πίστη χωρίς τα έργα του Νόμου».

Σ' αυτόν τον στίχο ο Λούθηρος στην μετάφραση της προς Ρωμαίους επιστολής πρόσθεσε την λέξη «μόνον», allein (αλάϊν). Έτσι το «πίστει δικαιούσθαι τον άνθρωπον» το μετέτρεψε, «πίστει μόνον δικαιούσθαι τον άνθρωπον».

Από τα χέρια του Αποστόλου Παύλου βγήκε το κείμενο, «πίστει δικαιούσθαι τον άνθρωπον», και ο Λούθηρος δεν το σεβάσθηκε, αλλά το τροποποίησε.

Όπως ήταν επόμενο δέχθηκε γι' αυτό επικρίσεις. Η απάντησή του δείχνει άνθρωπο αλαζονικό, φανατικό και αγενή. «Αν ο παπιστής σου κάνη πολύ ανώφελη φασαρία για την λέξη «μόνον» (sola, allein - σόλα, αλάϊν), πέστου αμέσως: «Ο δόκτωρ Μαρτίνος Λούθηρος έτσι θα το λέη και λέει ότι  παπιστής και ο γάιδαρος είναι ένα πράγμα. Έτσι θέλω, έτσι αποφαίνομαι· ας είναι αντί της λογικής η θέληση (sic volo, sic jubeo, sit pro ratione voluntas - σικ βόλο, σικ γιούμπεο, σίτ προ ρατιόνε βολούντας), γιατί δεν θέλουμε να είμαστε μαθητές και οπαδοί των παπιστών, αλλά οι κύριοι και οι κριτές τους».

Η αλαζονεία συναγωνίζεται την θρασύτητα: «Είναι θεολό­γοι αυτοί; (δηλ. οι αντίπαλοι του Ρωμαιοκαθολικοί). Κι εγώ είμαι. Είναι φιλόσοφοι; Κι εγώ είμαι. Είναι συγγραφείς βι­βλίων ; Κι εγώ είμαι. Και θα καυχηθώ περισσότερο. Μπορώ να μεταφράζω τους Ψαλμούς και τους Προφήτες, κάτι που αυτοί δεν μπορούν. Μπορώ να ερμηνεύω κάτι που αυτοί δεν μπο­ρούν... Γι' αυτό η λέξη «μόνον» (allein) θα παραμείνη στην Καινή Διαθήκη μου, και, όσο κι αν όλοι οι παπικοί γάιδαροι μανιάζουν και παθιάζονται, δεν θα την βγάλουν από αυτήν».

Υπάρχουν γερμανικές εκδόσεις της Κ. Διαθήκης όπου η λέξη allein έχει τυπωθή με μεγαλύτερα στοιχεία!

Υπάρχει όμως μία ομάδα επιστημόνων, θεολόγων κατά κανόνα, που ασχολούνται με την «Κριτική του κειμένου». Αυτοί μελετούν όλους τους κώδικες και τα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής και προσπαθούν να καθορίσουν το αυθεν­τικό κείμενο. Αυτοί κατά καιρούς εκδίδουν την Αγία Γρα­φή στην λεγόμενη «Κριτική έκδοση». Κάτω από κάθε σελί­δα σημειώνουν τυχόν διαφορές μιας λέξεως ή φράσεως σε κάποιους κώδικες, π.χ. στο χωρίο Ιωάννου κα' 15,η φράση «Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων»; σε πολλούς κώ­δικες είναι διατυπωμένη ως εξής, «Σίμων Ιωάννου, αγα­πάς με πλείον τούτων»;

Αν κάποιος εκδώση βιβλικό κείμενο και πρόσθεση δική του λέξη τον αντιλαμβάνονται. Και φυσικά τον επιπλήττουν για «παρεμβολή λέξεως». Αυτό συνέβη και με την περίπτωση που αναφέρουμε. Οι κριτικοί έκαναν επίθεση στον Λούθηρο. Τον κατηγόρησαν ότι πληγώνει το κείμενο, ότι το πλαστογραφεί. Εκείνος βέβαια υπερασπιζόταν την παρεμβολή (Πρβλ. Frank Schaefer, χορεύοντας μόνον, σελ. 148-149, υποσημείωση).

Όταν κάποιος πλαστογραφή το βιβλικό κείμενο, αλλοι­ώνει και την βιβλική διδασκαλία.

Οι Προτεστάντες κόπτονται για τον σεβασμό και την αγάπη τους στην Βίβλο. Στο τελευταίο βιβλίο της Γραφής, στην Αποκάλυψη, στην περικοπή κβ' 18-19, τονίζεται ότι αποτελεί βαρύ αμάρτημα, αμάρτημα που εξοργίζει τον Θεό, το να πρόσθεση κάποιος ή να αφαιρέση κάτι από το ιερό κείμενο. Αναφέρονται και τιμωρίες εκ μέρους του Θεού για τον παραχαράκτη του ιερού κειμένου.

Αυτά βέβαια αφορούν και τον Λούθηρο. Πως ετόλμησε να πλαστογράφηση το αποστολικό κείμενο; Αυτό δηλώνει εγωισμό και ασέβεια. Αυτό δηλώνει θρασύτητα.

Ο Λούθηρος κατεσκεύασε με το μυαλό του μία διδα­σκαλία και προσπαθούσε να φέρη στα νερά της το βιβλικό κείμενο. Και δεν δίστασε να κάνη και πλαστογράφηση.

Επόμενο είναι και οι οπαδοί του, οι Προτεστάντες, να έχουν κληρονομήσει από τον γενάρχη τους την ίδια τακτι­κή. Είναι κάτι σαν προπατορική κληρονομιά. Όχι εμείς να προσαρμόζουμε τις διδασκαλίες μας προς εκείνες της Βί­βλου, αλλά η Βίβλος να κόβεται στα δικά μας μέτρα.

 

Από το βιβλίο: «Ομιλούμε για τον Προτεσταντισμό»

 
<div style="text-align: center;"><img src="/img/theotokos-trikoukiotissas.jpg" alt="" width="349" height="497" /></div>
<p style="text-align: center;"><span style="font-size: 18px;"><strong><span style="color: #993300; font-family: georgia, palatino;">ΤΟ ΧΩΡΙΟ&nbsp;Ρωμαίους Γ' 28</span></strong> </span></p>
<p style="text-align: center;"><span style="font-size: 13px;"><span style="font-family: georgia, palatino;"><strong>+ Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη</strong> </span> </span></p>
<p><span style="color: #993300; font-family: georgia, palatino;"><span style="font-size: xx-small;"><strong><br /></strong></span></span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"><span style="font-size: 18px;">&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp; Σ</span>την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, στο τρίτο κεφάλαιο, γίνεται λόγος για την <strong>δικαίωση</strong>&middot; για το ότι <strong>και οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτρες έχουν ανάγκη δικαιώσεως</strong>, για το ότι η πίστη στον Ιησού Χριστό εξα&shy;σφαλίζει σε όλους την <strong>δικαίωση</strong>. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Οι Ιουδαίοι όταν τηρούσαν τις διάφορες διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, όταν έκαναν την περιτομή, όταν εφάρ&shy;μοζαν τις προβλεπόμενες καθάρσεις ή θυσίες, όταν τηρούσαν την αργία του Σαββάτου, όταν ήταν εντάξει στις υπο&shy;χρεώσεις τους απέναντι στον ναό και το ιερατείο, <strong>ένοιωθαν δικαιωμένοι</strong>. Τηρούσαν τα έργα του νόμου! Οι λογαρια&shy;σμοί τους απέναντι στον Θεό ήταν τακτοποιημένοι! </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Ο Απόστολος διδάσκει ότι εκείνο που σώζει είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η πίστη στον Χριστό εξα&shy;σφαλίζει την σωτηρία. Φυσικά αυτή η πίστη κουβαλάει μαζί της και τα έργα της αγάπης -&laquo;πίστις δι' αγάπης ενερ&shy;γούμενη&raquo; (Γαλ. ε' 6), την μακροθυμία, την πραότητα, την εγκράτεια, την &laquo;χρηστότητα&raquo; και την &laquo;αγαθωσύνη&raquo;, δηλαδή καλωσύνες και ευεργεσίες (Πρβλ. Γαλ. ε' 22), κουβαλάει μαζί της τον αγώνα για ό,τι είναι αληθινό, δίκαιο, αγνό. επαινετό, ενάρετο, προσφιλές και ωραίο στον Θεό και στους ανθρώπους του Θεού (Φιλιπ. δ' 8). </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Όταν στο τρίτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής ομιλή ο Απόστολος για την πίστη στον Χριστό, την εννοεί όπως εξηγήσαμε. Και την <strong>αντιπαραθέτει</strong> στα έργα του Μωσαϊκού Νόμου. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Ο 28<sup>ος</sup> στίχος σημειώνει: &laquo;Λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου&raquo;. Δηλαδή. <strong>&laquo;Συλλογι&shy;ζόμαστε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται από την πίστη χωρίς τα έργα του Νόμου&raquo;.</strong> </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-size: 13px;"> <span style="font-family: verdana, geneva;"><strong>Σ' αυτόν τον στίχο ο Λούθηρος στην μετάφραση της προς Ρωμαίους επιστολής πρόσθεσε την λέξη &laquo;μόνον&raquo;</strong>, <strong>allein</strong> (<strong>αλάϊν</strong>). Έτσι το &laquo;πίστει δικαιούσθαι τον άνθρωπον&raquo; το <strong>μετέτρεψε</strong>, &laquo;πίστει μόνον δικαιούσθαι τον άνθρωπον&raquo;. </span> </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Από τα χέρια του Αποστόλου Παύλου βγήκε το κείμενο, &laquo;<strong><em>πίστει δικαιούσθαι τον άνθρωπον</em></strong>&raquo;, και <strong>ο Λούθηρος δεν το σεβάσθηκε, αλλά το τροποποίησε.</strong> </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Όπως ήταν επόμενο δέχθηκε γι' αυτό επικρίσεις. Η απάντησή του δείχνει άνθρωπο αλαζονικό, φανατικό και αγενή. &laquo;Αν ο παπιστής σου κάνη πολύ ανώφελη φασαρία για την λέξη &laquo;μό<strong>ν</strong>ον&raquo; (sola, allein - σόλα, αλάϊν), πέστου αμέσως: &laquo;Ο δόκτωρ Μαρτίνος Λούθηρος έτσι θα το λέη και λέει ότι&nbsp; παπιστής και ο γάιδαρος είναι ένα πράγμα. Έτσι θέλω, έτσι αποφαίνομαι&middot; ας είναι αντί της λογικής η θέληση (sic volo, sic jubeo, sit pro ratione voluntas - σικ βόλο, σικ γιούμπεο, σίτ προ ρατιόνε βολούντας), γιατί δεν θέλουμε να είμαστε μαθητές και οπαδοί των παπιστών, αλλά οι κύριοι και οι κριτές τους&raquo;. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Η αλαζονεία συναγωνίζεται την θρασύτητα: &laquo;<strong><em>Είναι θεολό&shy;γοι αυτοί; </em></strong>(δηλ. οι αντίπαλοι του Ρωμαιοκαθολικοί)<strong><em>. Κι εγώ είμαι. Είναι φιλόσοφοι; Κι εγώ είμαι. Είναι συγγραφείς βι&shy;βλίων ; Κι εγώ είμαι. Και θα καυχηθώ περισσότερο. Μπορώ να μεταφράζω τους Ψαλμούς και τους Προφήτες, κάτι που αυτοί δεν μπορούν. Μπορώ να ερμηνεύω κάτι που αυτοί δεν μπο&shy;ρούν... Γι' αυτό η λέξη &laquo;μόνον&raquo; (</em></strong><strong><em>allein</em></strong><strong><em>) θα παραμείνη στην Καινή Διαθήκη μου, και, όσο κι αν όλοι οι παπικοί γάιδαροι μανιάζουν και παθιάζονται, δεν θα την βγάλουν από αυτήν</em></strong>&raquo;. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-size: 13px;"> <span style="font-family: verdana, geneva;"><strong>Υπάρχουν γερμανικές εκδόσεις της Κ. Διαθήκης όπου η λέξη </strong><strong>allein</strong><strong> </strong><strong>έχει τυπωθή με μεγαλύτερα στοιχεία!</strong> </span> </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Υπάρχει όμως μία ομάδα επιστημόνων, θεολόγων κατά κανόνα, που ασχολούνται με την <em>&laquo;Κριτική του κειμένου&raquo;. </em>Αυτοί μελετούν όλους τους κώδικες και τα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής και προσπαθούν να καθορίσουν το αυθεν&shy;τικό κείμενο. Αυτοί κατά καιρούς εκδίδουν την Αγία Γρα&shy;φή στην λεγόμενη &laquo;<strong>Κριτική έκδοση</strong>&raquo;. Κάτω από κάθε σελί&shy;δα σημειώνουν τυχόν διαφορές μιας λέξεως ή φράσεως σε κάποιους κώδικες, π.χ. στο χωρίο Ιωάννου κα' 15,η φράση &laquo;<em>Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων</em>&raquo;; σε πολλούς κώ&shy;δικες είναι διατυπωμένη ως εξής, &laquo;<em>Σίμων Ιωάννου, αγα&shy;πάς με πλείον τούτων</em>&raquo;; </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Αν κάποιος εκδώση βιβλικό κείμενο και πρόσθεση δική του λέξη τον αντιλαμβάνονται. Και φυσικά τον επιπλήττουν για <em>&laquo;παρεμβολή λέξεως&raquo;. </em>Αυτό συνέβη και με την περίπτωση που αναφέρουμε. Οι κριτικοί έκαναν επίθεση στον Λούθηρο. Τον κατηγόρησαν ότι πληγώνει το κείμενο, ότι το πλαστογραφεί. Εκείνος βέβαια υπερασπιζόταν την παρεμβολή (Πρβλ. Frank Schaefer, χορεύοντας μόνον, σελ. 148-149, υποσημείωση). </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-size: 13px;"> <span style="font-family: verdana, geneva;"><strong>Όταν κάποιος πλαστογραφή το βιβλικό κείμενο, αλλοι&shy;ώνει και την βιβλική διδασκαλία.</strong> </span> </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Οι Προτεστάντες κόπτονται για τον σεβασμό και την αγάπη τους στην Βίβλο. Στο τελευταίο βιβλίο της Γραφής, στην Αποκάλυψη, στην περικοπή κβ' 18-19, τονίζεται ότι αποτελεί βαρύ αμάρτημα, αμάρτημα που εξοργίζει τον Θεό, το να πρόσθεση κάποιος ή να αφαιρέση κάτι από το ιερό κείμενο. Αναφέρονται και τιμωρίες εκ μέρους του Θεού για τον παραχαράκτη του ιερού κειμένου. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Αυτά βέβαια αφορούν και τον Λούθηρο. Πως ετόλμησε να πλαστογράφηση το αποστολικό κείμενο; Αυτό δηλώνει εγωισμό και ασέβεια. Αυτό δηλώνει θρασύτητα. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Ο Λούθηρος κατεσκεύασε με το μυαλό του μία διδα&shy;σκαλία και προσπαθούσε να φέρη στα νερά της το βιβλικό κείμενο. Και δεν δίστασε να κάνη και πλαστογράφηση. </span></p>
<p style="text-align: justify;"><span style="font-family: verdana, geneva; font-size: 13px;"> Επόμενο είναι και οι οπαδοί του, οι Προτεστάντες, να έχουν κληρονομήσει από τον γενάρχη τους την ίδια τακτι&shy;κή. Είναι κάτι σαν προπατορική κληρονομιά. Όχι εμείς να προσαρμόζουμε τις διδασκαλίες μας προς εκείνες της Βί&shy;βλου, αλλά η Βίβλος να κόβεται στα δικά μας μέτρα. </span></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img style="display: block; margin-left: auto; margin-right: auto;" src="/img/logos/omiloume_protestandismo.jpg" alt="" /></p>
<p style="text-align: center;"><span style="font-family: arial, helvetica, sans-serif; font-size: 11px;">Από το βιβλίο: <strong>&laquo;Ομιλούμε για τον&nbsp;Προτεσταντισμό&raquo;</strong></span></p>
<p class="200" style="text-align: center;"><span style="font-size: 11px; font-family: arial, helvetica, sans-serif;"><strong>ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:</strong></span></p>
<p style="text-align: center;"><span style="font-size: 11px; font-family: arial, helvetica, sans-serif;"><strong>Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον&nbsp;</strong><strong>www</strong><strong>.</strong><strong>egolpion</strong><strong>.</strong><strong>com</strong></span></p>
<p style="text-align: center;"><span><strong><span style="font-size: 11px; font-family: arial, helvetica, sans-serif;">[11/7/2010]</span><br /></strong></span></p>
<p style="text-align: center;">&nbsp;</p>
<p style="text-align: center;">&nbsp;</p>

Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόϊτσκι: 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

ΠΑΠΙΣΜΟΥ - ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ

    Η αλήθεια της Εκκλησίας διεστράφη πολύ στη Δύση μετά την έκπτωση της Ρώμης από την Εκκλησία και η Βασιλεία τού Θεού άρχι­σε να μοιάζει εκεί με κάποια επίγεια βασιλεία. Ο Λατινισμός με τους γήινους υπολογισμούς των «καλών έργων», με τη μισθωτή σχέση προς τον Θεό, με την παραχάραξη της σωτηρίας, συσκότισε στη συνείδηση των μελών του τη χριστιανική αντίληψη της Εκκλησίας.

Ο Λατινισμός στο πρόσωπο του Προτεσταντισμού γέννησε ένα εντελώς νόμιμο, αν και πολύ ατίθασο, πνευματικό τέκνο. Ο Προτε­σταντισμός δεν ήταν μια διαμαρτυρία της πρωτοχριστιανικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ενάντια σ’ αυτές τις παραχαράξεις της αλή­θειας, τις οποίες είχε κάμει παραδεκτές ο μεσαιωνικός Παπισμός. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όχι σπάνια, έχουν την τάση να παρουσιάζουν τη Διαμαρτύρηση οι προτεστάντες θεολόγοι. Όμως, όχι! Ο Προτεσταντι­σμός ήταν διαμαρτυρία μιας ανθρώπινης ιδέας εναντίον μιας άλλης. Δεν αποκατέστησε τον αρχαίο Χριστιανισμό. Το μόνο που έκανε ήταν να αντικαταστήσει την παραχάραξη τού Χριστιανισμού με μιαν άλλη παραχάραξη κι αυτό το νέο ψεύδος ήταν πικρότερο από το πρώτο.

Ο Προτεσταντισμός είπε τον τελευταίο λόγο τού Παπισμού, έβγα­λε το τελευταίο λογικό του συμπέρασμα.

Η αλήθεια και η σωτηρία είναι δοσμένα από την αγάπη, δηλ. από την Εκκλησία. Τέτοια είναι η εκκλησιαστική συνείδηση. Ο Λατινισμός, αφού εξέπεσε από την Εκκλησία, άλλαξε αυτή τη συνείδηση και διεκήρυξε: Η αλήθεια δίδεται από το ξεχωριστό πρόσωπο τού Πάπα, από ένα ιδιαίτερο πρόσωπο χωρίς την Εκκλησία, και ο Πάπας έχει την ευθύνη της σωτηρίας όλων.

Ο Προτεσταντισμός μόνο αυτό εξέφρασε: Γιατί η αλήθεια να δίδεται μόνο από έναν Πάπα; Και πρόσθεσε: η αλήθεια και η σωτηρία αποκαλύπτονται σε κάθε ξεχωριστό πρόσωπο ανεξάρτητα από την Εκκλησία. Έτσι κάθε ένας άνθρωπος προβιβάστηκε σε αλάθητο πάπα. Ο Προτεσταντισμός φόρεσε την παπική τιάρα σε κάθε Γερμανό καθηγητή-θεολόγο και με τους αμέτρητους αυτούς πάπες κατέστρε­ψε τελείως την ιδέα της Εκκλησίας.

Υποκατέστησε την πίστη με τη λογική του ατόμου και τη σωτηρία εν τη Εκκλησία με την ονειροπόλο βεβαιότητα για τη σωτηρία μέσω τού Χριστού χωρίς την Εκκλησία, σε μια φίλαυτη απομόνωση από όλους. Για τον προτεστάντη αλήθεια είναι μόνο ό,τι του αρέσει, ό,τι νομίζει αυτός ως αλήθεια.

Στην πράξη βέβαια και οι προτεστάντες από την αρχή, με πλάγιους τρόπους, λα­θραία θα λέγαμε, επέβαλαν κάποια στοιχεία δόγματος σχετικά με την Εκκλησία αναγνωρίζοντας κάποιες αυθεντίες, μόνο όμως στην περιοχή της διδασκαλίας της πίστεως. Όντας όμως ουσιαστικά εκκλησιαστικός αναρχισμός, ο καθαρός Προτεσταντισμός, όπως κάθε αναρχισμός, στην πραγματικότητα αποδείχτηκε τελείως μη πραγματοποιήσιμος κι έτσι μας έδωσε φανερή μαρτυρία γι’ αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι από τη φύση της εκκλησιαστική.

Όμως ο Προτεσταντισμός ταίριαξε στο γούστο με την ανθρώπινη φιλαυτία και την αυθαιρεσία κάθε είδους. Η φιλαυτία και η αυθαιρεσία μέσα στον Προτεσταντισμό, όπως ειπώθηκε, κατά κάποιον τρό­πο «εξαγιάσθηκαν» και «ευλογήθηκαν» και τώρα αυτό φανερώνεται στην ατέλειωτη διαίρεση και τον θρυμματισμό πρώτα απ’ όλα του ίδιου τού Προτεσταντισμού.

Συγκεκριμένα, ο Προτεσταντισμός διεκήρυξε ανοιχτά αυτό το μέγιστο ψεύδος: Μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς να αναγνωρίζεις καμία Εκκλησία. Συνδέοντας όμως τα μέλη του με κάποιου είδους υποχρεωτικές αυθεντίες και εκκλησιαστικούς κανόνες, ο Προτεσταντισμός περιπλέκεται σε αδιέξοδες αντιφάσεις: Ο ίδιος απελευθέρωσε το κάθε πρόσωπο από την Εκκλησία και ο ίδιος θέτει κάποια όρια αυτής της ελευθερίας. Από δω ξεκινάει η ανταρσία των προτεσταντών εναντίον των λίγων και οικτρών υπο­λειμμάτων εκκλησιαστικότητος, τα οποία ακόμη φυλάσσονται από τους επίσημους εκπροσώπους των Ομολογιών τους.

Είναι ευνόητο ότι ο Προτεσταντισμός έχει αντιστοιχία προ πάντων με τη γενική διάθεση που κυριαρχεί στη Δύση. Εκεί πέτυχαν μια πολύ καλή οργάνωση της εξωτερικής ζωής και οι άνθρωποι κατέχονται από αλαζονεία γι’ αυτή την επιτυχία και αγάπησαν τον εαυτό τους σε τέτοιο βαθμό που λησμόνησαν τον Θεό και τον πλησίον. Αυτή την αμαρτωλή φιλαυτία, την περιφρόνηση προς τον πλησίον, τη διακηρύτ­τουν και η μοντέρνα φιλοσοφία και η λογοτεχνία. Πως ο υπερήφανος ευρωπαίος να δεχθεί τη διδασκαλία περί Εκκλησίας, όταν γι’ αυτό θα πρέπει πριν απ’ όλα να απαλλαχθεί από τη φιλαυτία και την αυθαιρεσία, να υποταχθεί στην Εκκλησία και να μάθει να αγαπά τους ανθρώπους, βάζοντας τον εαυτό του ταπεινά κάτω από τους άλλους;

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929)

Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού»

 Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου