stavrosis 0022

«ΘΑΝΑΤΟΝ  ΘΑΝΑΤΩ

ΣΥ ΘΑΝΑΤΟΙΣ ΘΕΕ ΜΟΥ»!

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ

 Θεολόγου - Καθηγητού

 

   Το γεγονός του θανάτου αποτελεί την πιο συγκλονιστική και συνάμα την πιο φοβερή κατάσταση στην ανθρώπινη φύση. Μέσα από την μελέτη της παγκόσμιας ανθρωπολογίας  διαπιστώνουμε  ότι η αγωνία  του θανάτου  είναι από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας το μόνιμο και το πιο επώδυνο άγχος του ανθρώπου. Η επί γης ζωή  του  είναι  μια  συνεχής  και ανελέητη  μάχη  κατά  του  θανάτου,  την  οποία  οι ειδικοί  ονοματίζουν  ως  «ένστικτο αυτοσυντηρήσεως».  Το  πρώτο πράγμα  που προμηνάει  η  γέννησή  μας  είναι  ο  αναπόφευκτος θάνατός  μας!  Η γέννηση  και ο θάνατος   είναι   οι δυο σταθερές   της   υπάρξεώς   μας. Αυτή είναι δυστυχώς η πραγματικότητα, έστω και αν δεν επιθυμούμε, για λόγους  ψυχολογικούς, να την παραδεχτούμε. Ο θάνατος, ο «έσχατος εχθρός» (Α΄Κορ.15,26) με τα προμηνύματά του είναι  το  υφάδι  της  ανθρώπινης  κακοδαιμονίας  και  του  ατέλειωτου  δράματος, διότι αυτός είναι το αναπόφευκτο της ζωής!

 Ενώ  για  την  θύραθεν  διανόηση  το  πικρό  γεγονός  του  θανάτου  είναι  ένα ανεξήγητο μυστήριο, για την χριστιανική μας πίστη το πρόβλημα έχει την εξήγησή του. Ο θάνατος υπήρξε το τραγικό αποτέλεσμα της εισόδου του κακού στον κόσμο και την ανθρώπινη φύση. Είναι η νομοτελειακή κατάληξη του αυτονομημένου από το Θεό ανθρώπου. Είναι το προϊόν της εθελούσιας αποκοπής του από την πηγή της ζωής, όπως η αποκοπή του λαμπτήρα από την πηγή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Φυσικά  ο  άνθρωπος  δεν  πλάστηκε  φύσει  θνητός,  αλλά  δυνάμει  αθάνατος.  Η έννοια  της  θνητότητας  και  της  φθοράς  είναι ασυμβίβαστη  με  τις  έννοιες  της αιωνιότητας του Θεού. Η υπέρτατη ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου μπορούσε να καθορίσει  την μελλοντική  του  κατάσταση.  Δυστυχώς  προτίμησε  τη  θνητότητα. Έτσι μετά από την μοιραία πτώση κανένας θνητός δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτή τη φοβερή κατάληξη. Προορισμός του σώματος είναι το υγρό χώμα της γης και της ψυχής ο παμφάγος και τυραννικός άδης. Εκεί «κατέρχονται» όλοι οι ζώντες, χωρίς καμιά   διάκριση   (Ησ.38,18.   Ιεζ.3114),   εκεί   όπου   βασιλεύει   αιώνιο   σκοτάδι (Ψαλμ.87,7), όπου «έσται κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.13,42), όπου «ο σκώληξ ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται» (Μαρκ.9,43), κάτω   στα έγκατα της γης (Δευτ.32,22, πέρα από την άβυσσο (Ιώβ 26,5). Οι τρομακτικές αυτές παραστατικές εικόνες ίσως και να μην αποδίδουν απόλυτα τη φρίκη του Άδη!

 Ο Σωτήρας μας Χριστός ήρθε στον κόσμο να επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή του. Αυτό σημαίνει ότι ήρθε στον κόσμο να πραγματοποιήσει την «διακονίαν της καταλλαγής» (Β΄Κορ.5,18), να κηρύξει το «ευαγγέλιο της ειρήνης» (Εφ.6,15), να καταργήσει την αμαρτία και να νικήσει το θάνατο,  καθ’  ότι  «τούτον  ο  Θεός  αρχηγόν  και σωτήρα ύψωσε  τη  δεξιά  αυτού δούναι μετάνοιαν… και άφεσιν αμαρτιών» (Πραξ.5,31).

Κατά τρόπο όμως παράδοξο νίκησε το θάνατο με το θάνατο το δικό Του. Νίκησε τη  φθορά,  που  προκαλεί  η  ταφή  στο  χώμα,  με  τη δική Του ταφή. Ανέτρεψε  τον αιώνιο νόμο του θανάτου. Ο Χριστός δέχτηκε να τεθεί στους φυσικούς  νόμους, προκειμένου να επιτελέσει με ακρίβεια τη σωτηρία του κόσμου. Όμως η φύση δε δέχτηκε να εφαρμόσει τους άτεγκτους νόμους της για το Δημιουργό της. Σύμφωνα με  τη βιβλική  διδασκαλία της  Εκκλησίας  μας, το  νεκρό  σώμα  του  Κυρίου  δεν υπέστη  φθορά,  δεν  το  άγγιξε  δηλαδή οντολογικά το γεγονός του θανάτου:  «ου κετελήφθη η ψυχή  αυτού  εις  άδου  ουδέ  η  σάρξ  αυτού  είδε  διαφθοράν» (Πραξ.2,31). Η  ενυπάρχουσα  θεότητα  του  Κυρίου  στο  νεκρό  και  άχραντο  σώμα Του δεν επέτρεψε να υποστεί τη φυσική φθορά, διότι αυτό είχε πια αυθαρτοποιηθεί, είχε θεωθεί από η στιγμή που είχε προσληφθεί από Αυτόν.

Επίσης η ψυχή του Κυρίου δεν κρατήθηκε στον παμφάγο Άδη, όπως οι ψυχές όλων  των  ανθρώπων.  Διάλυσε  τις  αλυσίδες και  γκρέμισε τις αιώνιες  πύλες  του τόπου  των  βασάνων.  Ο  άγιος  Ιωάννης  ο Δαμασκηνός  αναφέρει πως  ο Χριστός, αφού έλυσε τους πεπεδημένους, απήλθε  εκ μέσου των νεκρών, έχοντας ανοίξει για μας την  οδό της  αναστάσεως (Δαμ. Έκδ.Ορθ.Πιστ.Migne PG94,1101A). Δεν υπάρχει πια θάνατος για τους πιστούς του! Ο ιερός συγγραφέας του εσχατολογικού βιβλίου της Αποκαλύψεως αναφωνεί: «Μακάριοι   οι   νεκροί   οι   εν   Κυρίω αποθνήσκοντες  απ’  άρτι» (Αποκ.14,13).  Ο θάνατος  των  δικαίων  είναι  είσοδος στην ειρήνη  του  Θεού  (Σολ.3,3)!  Ο ιερός  Χρυσόστομος  διακηρύττει  πανηγυρικά την αγία νύχτα της Αναστάσεως: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσεν ημάς ο  του  Σωτήρος  θάνατος.  Έσβεσεν  αυτόν,  υπ’  αυτού  κατεχόμενος.  Εσκύλευσε τον Άδην ο κατελθών  εις τον Άδην. Επίκρανεν αυτόν γευσάμενον της σαρκός αυτού» (Migne P.G.59,721).

Σύμφωνα  με  τον  απόστολο  Παύλο: «ο  εγείρας  τον  Χριστόν  εκ  νεκρών ζωοποιήσει  και  τα  θνητά  σώματα  ημών»  (Ρωμ.8,11). «Χριστός  εγήγερται  εκ νεκρών,  απαρχή των κεκοιμημένων  εγένετο…  εντω  Χριστώ  πάντες ζωοποιηθήσονται»   (Α΄Κορ.15,20-23). Προσδοκούμε   λοιπόν   και   τη   δική   μας ανάσταση, ως προϊόν της αναστάσεως του Κυρίου, διότι η ζωή είναι συνώνυμη με το Χριστό. «Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότι οι νεκροί ακούσουσι της φωνής του Υιού  του  Θεού  και  οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν.5,25).  Ο  δικός  μας  Θεός,  ο μόνος αληθινός Θεός, «ουκ έστιν ο Θεός νεκρών,  αλλά ζώντων» (Μαρκ.12,27), άλλοι  έχουν  την  ατυχία  να  έχουν  «θεούς»  νεκρών,  οι  οποίοι  αποπνέουν  οσμή θανάτου!

Ως πιστοί του Χριστού, μόνοι εμείς, έχουμε το αποκλειστικό προνόμιο να μην βιώνουμε το άγχος του θανάτου και τις παρεπόμενες συνέπειές του. Ο αρχηγός της πίστεώς μας νίκησε το θάνατο και καθαίρεσε την εξουσία του για τους πιστούς Του. Αυτό  δεν  είναι  ένα θεωρητικό  σχήμα  ή  μια  ονειρική  ουτοπία,  αλλά  μια  απτή πραγματικότητα.  Έχουμε  γίνει  αθάνατοι,  διότι  πάψαμε  να  ζούμε αυτονομημένοι από το Θεό. Είμαστε αθάνατοι διότι είμαστε πια οργανικά κύτταρα του αθανάτου σώματος του Χριστού μας. Τρεφόμαστε με το ακήρατο Σώμα Του και ποτιζόμαστε

με το τίμιο Αίμα Του, τα οποία μας μεταγγίζουν την αφθαρσία και την αθανασία. Ο δικός  μας  λεγόμενος  θάνατος  είναι  πια  κοίμηση χωρίς  ουσιαστικές  οντολογικές επιπτώσεις,  διότι  «ει  δε  απεθάνομεν  συν  Χριστώ,  πιστεύομεν  ότι  συζήσομεν αυτώ,  ειδότες  ότι Χριστός  εγερθείς  εκ  νεκρών  ουκέτι  αποθνήσκει,  θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,9). Αντίθετα οι πολέμιοι του Θεού, οι αρνητές του Χριστού και οι «μη υπακούοντες τω ευαγγελίω… τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού» (Β΄Θεσ.1,8),  κι’ αυτό όχι από θεία εκδίκηση, αλλά από δική τους συνειδητή επιλογή. Δεν τους θανατώνει ο Θεός, αλλά οι ίδιοι καταδικάζουν και θανατώνουν τον εαυτό τους.

 Όταν  εκείνοι  γρυλλίζοντας  «διακηρύττουν»  το  θάνατό  τους, εμείς πανηγυρίζουμε  το  θάνατο  του  θανάτου  μας  και ψάλλουμε ακατάπαυτα  κατά  την λαμπροφόρο παννυχίδα της Αναστάσεως: «Θανάτου εορτάζωμεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν»!



stavrosis 0099

ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ

ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ

(Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ

Θεολόγου – Καθηγητού

 

     Η Σταυρική Θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το κορυφαίο κεφάλαιο στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Διότι μυστηριωδώς πως, την αγία εκείνη Παρασκευή της σταυρώσεως, συντελέσθηκε στον φρικτό Γολγοθά η καταλλαγή ανθρώπου και Θεού, αυτό που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν οι αναρίθμητες θυσίες του προχριστιανικού παρελθόντος. Ο Χριστός "άπαξ περί αμαρτιών απέθανεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ" (1 Πετρ.3:18) γενόμενος ο ίδιος "αντίλυτρον υπέρ πάντων" (1 Τιμ.2:6), "παρέδωκεν εαυτόν υπερ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας" (2 Πετρ.2:2).

     Αιτία της θείας Θυσίας υπήρξε αναμφίβολα η ανθρώπινη ανταρσία κατά του Θεού και η κυριαρχία του κακού στην ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος ως τέλειο και ελεύθερο δημιούργημα του Θεού, κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου του, ξέπεσε από τον ανοδικό του προορισμό και έφτασε μέχρι τις εσχατιές της πτώσης (Γεν.κεφ.3). Η μεταστροφή του ήταν αδύνατη διότι η φύση του είχε φθαρεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε δεν μπορούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις να αυτολυτρωθεί. Η ενοχή του απέναντι στο Θεό ήταν τόσο μεγάλη ώστε μόνο ο θάνατός του μπορούσε να διορθώσει αυτή την ανταρσία και την ύβρη. Με αυτή όμως τη λογική έπρεπε να πεθάνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος προκειμένου να εκλείψει μαζί του η  αμαρτία και το κακό. Γι' αυτό ο άνθρωπος μέσα στη σκοτοδίνη της αμαρτίας εφεύρε ως αντίδοτο την έννοια της θυσίας ως αντιπροσωπευτικό θάνατο εξιλέωσης απέναντι στο δίκαιο Θεό. Έτσι καθιερώθηκαν στην αρχή οι ανθρωποθυσίες, όπου το χύσιμο του πολυτίμου αίματος μέλους της κοινότητας έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι εξευμενίζονταν το θείο. Αργότερα με την πρόοδο του ανθρωπίνου πνεύματος αντικαταστάθηκε η ανθρωποθυσία με τη ζωοθυσία, πιστεύοντας ότι το αίμα του θυσιαζομένου ζώου μπορεί να φέρει την καταλλαγή με το Θεό (Λευιτ.14:11).

        Οι θυσίες έλαβαν σπουδαία θέση στη ζωή του προχριστιανικού ανθρώπου και γι' αυτό γύρω από τις τελετουργίες αυτών αναπτύχθηκε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και ιερατείο.  Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτή την πρακτική. Η μωσαϊκή θρησκεία έδινε ιδιαίτερη σημασία στις τελετουργίες των θυσιών (Λευιτ.14:11). Οι ιερείς και ιδιαίτερα ο αρχιερεύς ήταν ο "ενδιάμεσος" μεταξύ του λαού και του Θεού (μεσίτης).  Ενδιαφέρον είχε η ιλαστήρια θυσία του τράγου κατά την ημέρα του Εξιλασμού, με το αίμα του οποίου ραντίζονταν ο λαός, ως ιλασμός των αμαρτιών του (Λευιτ.16:18, Εβρ.9:7).

       Η αναποτελεσματικότητα όμως των θυσιών ήταν συνείδηση όλου του προχριστιανικού κόσμου, γι' αυτό και ήταν επαναλαμβανόμενες. Οι μεσίτες ιερείς δεν ικανοποιούσαν την ανάγκη της συνδιαλλαγής με το Θεό. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να παρακμάσουν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όλες οι παραδοσιακές θρησκείες και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλες μυστηριακές και παράλογες λατρείες (Ίσιδος, Κυβέλης, Μίθρα, κλπ), αναζητώντας εναγωνίως οι άνθρωποι  την πραγματική λύτρωση.

      Οι θυσίες αυτές υπήρξαν τύποι της Μεγάλης Σταυρικής Θυσίας του Χριστού, όπως και οι ιερείς υπήρξαν τύποι του Μεσίτη Χριστού (Εβρ.4:14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός σωτήρας, ο Οποίος απεστάλη από το Θεό Πατέρα για να λυτρώσει πραγματικά και μόνιμα το ανθρώπινο γένος, ως αποτέλεσμα της άμετρης αγάπης Του (Ιωάν.3:15). Επιτέλεσε το σωτήριο επί γης έργο Του, όπως είναι γνωστό, δια του τρισσού αξιώματός Του, του προφητικού, του βασιλικού και του αρχιερατικού.

         Το αρχιερατικό αξίωμα ασκήθηκε με τη Σταυρική επί του φρικτού Γολγοθά Θυσία Του. Την αναποτελεσματικότητα των ανθρωπίνων θυσιών, ότι "αδύνατον αίμα

τράγων και ταύρων αφαιρείν αμαρτίαις" (Εβρ.10:4), ήρθε να αντικαταστήσει η υπέρτατη Θυσία του Χριστού, ως η μόνη αληθινή, δεκτή από το Θεό και αποτελεσματική θυσία. Ο Ιησούς Χριστός μόνος Αυτός "δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι" (Εβρ.2:18) διότι είναι αληθινός Θεός, "απαύγασμα της δόξης" του Θεού (Εβρ.1:3). Προκειμένου να ιερουργήσει την ανθρώπινη σωτηρία κατέστη μέγας και αιώνιος αρχιερεύς "κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" (Εβρ.5:6) Η δική του ιεροσύνη είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ααρωνική, καθότι εκείνη υπήρξε, όπως είπαμε, τύπος και σκιά της ιεροσύνης Αυτού και η οποία ιερουργούσε αιματηρές αναποτελεσματικές ζωοθυσίες, μη μπορώντας "αφερείν αμαρτίας" (Εβρ.10:4).

        Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ιερούργησε πάνω στο φρικτό Γολγοθά την αληθινή και αποτελεσματική θυσία για την πραγματική και μόνιμη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. "Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, δια δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος" (Εβρ.9:11-12). Ως ιερείο άμωμο έθυσε τον ίδιο Του τον εαυτό, "περί αμαρτίας προσφορά" (2 Κορ.5:21) πάνω στον τελειότερο και  ιερότατο βωμό, τον Σταυρό και το εκχυθέν τίμιο αίμα Του το "περί πολλών εκχυνόμενον" (Ματθ.26:28), απέπλυνε τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών. Στο εξής "ηγιασμένοι εσμέν δια της προσφοράς του σώματος του Χριστού εφάπαξ… αυτός δε μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγγας θυσίας εις το διηνεκές… μία γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους" (Εβρ.10:10-14).

       Η Μεγάλη Θυσία του Χριστού κατήργησε όλες τις άλλες θυσίες, ακόμα και τις θυσίες του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είναι τυχαίο το σχίσιμο του καταπετάσματος του Ναού την ώρα που εξέπνευσε ο Κύριος επί του Σταυρού και αποκαλύφτηκαν τα Άγια των Αγίων. (Ματθ.27:51, Λουκ.23:45). Δεν είναι επίσης τυχαία η καταστροφή του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και η οριστική παύση των θυσιών μέχρι σήμερα! Η αποστολή του Ιουδαϊσμού, του Ναού και των θυσιών είχε ολοκληρωθεί την ημέρα εκείνη.

        Η ουσία της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού είναι για την Ορθόδοξη διδασκαλία ακατανόητη  στον ανθρώπινο νου. Αποτελεί μέγα μυστήριο, του οποίου μόνο τα σωτήρια αποτελέσματα μπορούμε να δούμε. Αντίθετα η αιρετική ετεροδοξία, προσπάθησε λανθασμένα να κατανοήσει αυτό το μυστήριο. Η παποσύνη την κατανόησε με ενδοκοσμική νομικίστικη έννοια, διδάσκοντας ότι η θυσία του Χριστού έγινε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη, η οποία προσβλήθηκε εξαιτίας της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους! Ο προτεσταντισμός διδάσκει τη βλάσφημη θεωρία ότι ο Χριστός κατέβαλε στο διάβολο το αίμα Του, ως λύτρο, για  την εξαγορά των ανθρώπων από αυτόν!

        Η Μεγάλη Σταυρική Θυσία του Χριστού εγκαινίασε μια νέα εποχή για τους πιστούς Του. Δι' αυτής επιτεύχθηκε η πολυπόθητη καταλλαγή μεταξύ αυτών και του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μεγάλος σύνδεσμος μεταξύ αυτών των δύο (Εφ.2:13), ο αληθινός μεσίτης (1Τιμ.2:5), ο Οποίος μεσιτεύει αδιάκοπα στον Πατέρα για όλους όσους επικαλούνται το άγιο όνομά Του. Η άπαξ συντελεσθείσα υπέρτατη Θυσία επαναλαμβάνεται στα ιερά θυσιαστήρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις το διηνεκές για τον αγιασμό και τη σωτηρία των πιστών (Λουκ.22:20), ως η σπουδαιότερη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας.

        Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους ορθοδόξους η ιερότερη μέρα, διότι κατ' αυτήν συνήφθη η νέα διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου δια του τιμίου αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Εβρ.8:15), συντελέσθηκε η απολύτρωση και άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την αιώνια ζωή. Δια της υπερτάτης Θυσίας Του  "εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού" (Ρωμ.5:10). Στο εξής ο αναγεννημένος "εν τω αίματι του Χριστού" (Εφ.2:13) άνθρωπος "ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός' ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού" (Γαλ.4:5).  



 

 

agiofos 001

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ

Θεολογικές επισημάνσεις

Νικολάου Ζήση (Μοναχού Σεραφείμ) 

 

Εισαγωγικά

«και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου»1

   Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο χώρος των θαυμάτων. Η διαπίστωση αυτή δε σημαίνει κατ' ουδένα τρόπο ότι η Πίστη μας σχετίζεται με επιδόσεις φθηνού κενόδοξου εντυπωσιασμού «φωτισμένων» θαυματουργών, κατά τα δεδομένα της θεουργίας και του φακιρισμού. Τα θαύματα, είτε φανερά σε όλους είτε μόνο στην ψυχή αυτού στον οποίον απευθύνονται, είναι έργα της ακτίστου θείας Προνοίας, σκοπός της οποίας είναι η σωτηρία του ανθρώ­που. Η ενέργεια του Παρακλήτου, που δρα θεωτικώς μέ­σα στην Εκκλησία ως την μόνη Κιβωτό της σωτηρίας, δύναται να μεταβάλλει τους νόμους της φύσεως, τους οποί­ους η ίδια έχει θέσει2. Ήδη από την ημέρα της Αναλήψεως ο Κύριος έδωσε στους Αποστόλους τη δύναμη του θαυματουργείν3, έχοντας ήδη υποσχεθεί ότι δυνάμει της πίστεως εις Αυτόν οι πιστεύοντες θα επιτελέσουν έργα μεγαλύτε­ρα του Ιδίου4. Πράγματι, η σωτηρία που κηρύχθηκε από τους αυτόπτες του Λόγου έλαβε επιβεβαίωση από το Θεό «σημείοις τε και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι και Πνεύ­ματος Αγίου μερισμοίς κατά την αυτού θέλησιν»5. Η επι­τέλεση των σημείων αυτών φανερώνει ότι Αυτός στο όνο­μα του Οποίου τα σημεία και τα τέρατα επιτελούνται, με­τά το Σταυρό και την Ταφή Του ανέστη και «ζη εκ δυνά­μεως Θεού»6. 

Κατά ταύτα η παρουσία θαυμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστοποιεί, μαζί με πολλά άλλα, τη δράση του Αγίου Πνεύματος και Θεού σ' αυτή. Βέβαια δεν αμφι­σβητήθηκε η διενέργεια θαυμάτων και σε άλλες ομολογίες, αν και αυτή ερμηνεύθηκε αλλιώς βάσει των αποτελεσμά­των της7, διότι το δένδρο γνωρίζεται από τους καρπούς8.

Το ότι τα αληθινά θαύματα αποτελούν ένδειξη της πα­ρουσίας του Θεού, αποτελεί και τον κύριο λόγο για τον οποίο οι τελικοί εχθροί του Χριστού και ο Αντίχριστος θα προσπαθήσουν δια των δικών τους δαιμονικών και μι­μητικών θαυμάτων να τεκμηριώσουν τη θεϊκή τους προέ­λευση, «ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς»9.

1. Το θαύμα του Αγίου Φωτός.

Το πλέον γνωστό θαύμα που συμβαίνει κατ' έτος στους κόλπους της Εκκλησίας είναι η εμφάνιση του Αγίου Φω­τός στον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα τη μεσημβρία του Μεγάλου Σαββάτου. Σε ειδική τελετή ο Πα­τριάρχης Ιεροσολύμων, αφού εισέλθει στο Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου και σφραγισθεί η είσοδος αυτού, αναγινώσκει προσευχόμενος ειδική ευχή. μετά από λίγο η κανδήλα που ευρίσκεται σβηστή πάνω στην πλάκα του Τά­φου ανάβει θαυματουργικώς, άνευ φανερής αιτίας. Ο Πα­τριάρχης ανάπτει τις δύο δέσμες κεριών που έχει και μεταδί­δει το φως στα πλήθη των πιστών που ίστανται πέριξ του Κουβουκλίου. το φως, δηλ. η φλόγα που μεταδίδει, είναι μεν θερμό, αλλά για τα πρώτα λεπτά της καύσεως δεν προ­καλεί, όπως συμβαίνει φυσικώς, εγκαύματα. Ήδη από την ώρα του εκτάκτου ανάμματος μέσα στο Κουβούκλιο, έχουν ανάψει «από μόνα τους» και πολλά κεριά πιστών έξωθεν του Κουβουκλίου, όπως και όλες οι κανδήλες του χώρου, που για το λόγο αυτό έχουν από πριν σβησθεί10. Μερικοί αντιλαμβάνονται πλην του ανάμματος των κεριών και μία ιδιαίτερη λάμψη, ως αστραπή, να γεμίζει προς στιγμήν το χώρο, ακόμη δε λιγότεροι αντιλαμβάνονται πολύ έντονα την παρουσία του θεϊκού φωτός. Τέτοια εμπειρία είχε ο χρηματίσας επί πεντήκοντα επτά έτη φύλακας του Πανα­γίου Τάφου μακαριστός μοναχός Μητροφάνης (†1997), ο οποίος το 1926, οδηγούμενος από δυσπιστία κρύφθηκε εντός του Αγίου Κουβουκλίου την ώρα της τελετής: «Εκείνην την ιδίαν ακριβώς στιγμήν, που η αγωνία μου ευρίσκετο εις φοβεράν υπερέντασιν μέσα εις την απέραντον νεκρικήν σιγήν, που μόλις ήκουα την αναπνοήν μου, ήκουσα ένα ελαφρόν συριγμόν. Ήτο παρόμοιος με λεπτήν αύραν πνοής ανέμου. Και αμέσως -αλησμόνητον θέαμα- είδα ένα γαλάζιο φως να γεμίζη ολόκληρον τον Ιερόν χώρον του Ζωοδόχου Τάφου. Το γαλάζιον εκείνον φως το είδα εις την συνέχειαν να στριφογυρίζη ως δυνατός ανεμο­στρόβιλος... Μόλις [ο Πατριάρχης] ήγγισεν επί της Ιεράς Φυλλάδος και ήνοιξε την σελίδα της και ήρχισε να αναγινώσκη τας ευχάς, εκείνο το κάπως ήρεμον γαλάζιον φως ήρχισε και πάλιν μίαν ανήσυχον κίνησιν. Ήτο ένα αφάνταστον και απερίγραπτον στριφογύρισμα, δυνατώτερον από το πρώτον. Και αμέσως ήρχισε να μεταβάλλεται εις ένα ολόλευκο φως, όπως περιγράφει ο Ευαγγελιστής την Μεταμόρφωσιν του Σωτήρος Χριστού. Εν συνεχεία το ολό­λευκον εκείνο φως μετεμορφώθη εις έναν ολοφώτεινον υπέρ τον ήλιον δίσκον και ενετοπίσθη ακίνητον άνωθεν ακριβώς της κεφαλής του Πατριάρχου. Κατόπιν είδα τον Άγιον Γέροντα Πατριάρχην να παίρνει εις τα χέρια του τας δε­σμίδας των τριάκοντα τριών κεριών. Τας ανύψωσε και έδι­δε την εικόνα της αναμονής. Ανέμενεν εκ Θεού την έλευσιν του αοράτου Φωτός. Και όπως σιγά-σιγά ύψωνε τα χέ­ρια του δεν έφθασεν ακόμη εις το ύψος της κεφαλής του. Αμέσως εν ριπή οφθαλμού, ως να ήγγισεν επί αναμμένης καμίνου, ήναψαν αυτομάτως η Αγία Κανδήλα και αι τέσ­σαρες11 δεσμίδες των κεριών. Αιφνιδίως δε χωρίς καν να αντιληφθώ εξηφανίσθη από των οφθαλμών μου ο ολοφώτεινος εκείνος δίσκος12». 

Το κατ' έτος επαναλαμβανόμενο αυτό θαύμα μαρτυρείται σε γραπτά κείμενα, τόσο ιστορικά όσο και αφηγή­σεις προσκυνητών, εδώ και αιώνες. Όμως περισσότερο θα μπορούσαν να μιλήσουν γι' αυτό οι αναρίθμητοι προσκυ­νητές που λαμβάνουν πείρα του γεγονότος κάθε χρόνο, γε­γονότος που έχει καταγραφεί επίσης σε φωτογραφίες και μαγνητοσκοπήσεις. 

Η συνεχής κατ' έτος εμφάνιση του Αγίου Φωτός υπό τις ίδιες συνθήκες, μας παραπέμπει σε πολλά περιοδικώς συμβαίνοντα θαυμαστά γεγονότα της ζωής της Εκκλησίας: ακόμη και αν παραλείψουμε τα πολλά κατ' έτος θαύ­ματα που συνοδεύουν εορταστικές εκδηλώσεις σε αγιοβάδιστους τόπους και άλλα αγιάσματα στα ορθόδοξα κράτη, η ίδια η Αγία Γραφή μας αναφέρει τα συνεχή επί τεσσαράκοντα έτη θαύματα της σκέπης των Ισραηλιτών από νε­φέλη φωτός την ημέρα και στήλη πυρός τη νύκτα13, τη δια­τροφή τους από το ουρανόπεμπτο μάννα14, όπως και το γε­γονός πως τα ρούχα και τα υποδήματά τους παρέμειναν άφθαρτα καθ' όλη την παραμονή τους στη Σιναϊτική Χερσόνησο15. Η ευαγγελική διήγηση του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μας αναφέρει πως στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ «άγγελος κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάρασσε το ύδωρ», και πως ανέμεναν πλήθος αρρώ­στων την περιοδική αυτή επενέργεια του αγγέλου για να θεραπευθούν16. 

Θα επιθυμούσαμε η πρώτη αναφορά της «Θεοδρομίας» στο θαύμα του Αγίου Φωτός να έχει περισσότερα στοι­χεία για αυτό, όμως ο σκοπός του άρθρου και ο περιορι­σμένος χώρος μας εξαναγκάζουν, δυστυχώς, να αφήσου­με τις σχετικές μ' αυτό και σαφώς πολύ ψυχωφελέστερες μαρτυρίες, η παρουσίαση των οποίων θα απαιτούσε και πολλαπλάσιο χώρο. Έτσι περιοριζόμαστε στην παρου­σίαση πατερικών θέσεων, οι οποίες βοηθούν στην διερεύνη­ση του θέματος από θεολογικής απόψεως, ιδιαίτερα επει­δή τελευταίως από της απόψεως αυτής έχουν εκφρασθεί αμφιβολίες για τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως του θαύ­ματος αυτού. Βεβαίως οι αμφιβολίες αυτές λίγο μπορούν να θίξουν την ίδια την οφθαλμοφανή πραγματικότητα· πε­ρισσότερο ενδέχεται να επηρεάσουν όσους φιλομαθείς προτιμούν να κρίνουν τα γεγονότα από μακριά, μέσω της βιβλιογραφίας και όχι της ίδιας της εμπειρίας.

2. Οι απόψεις του καθηγητού Κ. Καλοκύρη.

Το 1999 ο πολύ γνωστός βυζαντινολόγος και αρχαιο­λόγος, ομότιμος τώρα, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Καλοκύρης εξέδωσε βιβλίο του με τίτλο Το αρχιτεκτονικό συγ­κρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός17, αφιερωμένο στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα. Το βιβλίο αυτό παρουσίασε ο ίδιος και σε τηλεοπτική εκπομπή στη Θεσσαλονίκη το Πάσχα του 1999, με συνέπεια να προκληθούν συζητήσεις και αντιλογίες. Σύμφωνα και με τον τίτλο του το βιβλίο παρουσιάζει στο πρώτο μέρος τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων και ιδι­αιτέρως αυτά της Βασιλικής της Αναστάσεως, τόσο τοπογραφικώς, όσο και ιστορικώς. Στο δεύτερο μέρος επι­χειρείται η ιστορική και θεολογική διερεύνηση του θαύ­ματος του Αγίου Φωτός, την οποία και σχολιάζουμε· στο Επίμετρο γίνεται αναφορά στην Ανάσταση του Χριστού και στη σημασία της. 

Ο καθηγητής Καλοκύρης βάσει της περί του Αγίου Φωτός διερευνήσεώς του, φθάνει στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται κανένα «θαύμα αγίου Φωτός», αλλά πρόκειται περί ψευδούς παραδόσεως. Τις σχετικές απόψεις του καθη­γητή Καλοκύρη, που καταλαμβάνουν 80 περίπου από τις σελίδες του βιβλίου του, συνοψίζουμε στα εξής: οι αρχαίες μαρτυρίες δεν κάνουν λόγο για θαυματουργό Φως στον Πανάγιο Τάφο (σσ. 164-171)18. οι πρώτες μαρτυρίες εμφανίζον­ται τον 9ο αι. (σσ. 171-178). Η εμφάνιση του θαύματος οφεί­λεται στους Σταυροφόρους, που το θεώρησαν τρόπο πορισμού χρημάτων (σσ. 180. 183 ε.), στα λαϊκά στρώματα, που ιδιαίτερα τον 10ο αι. υπέκειντο σε ενθουσιαστικές τά­σεις, και στην υποβλητική ατμόσφαιρα της όλης τελετής του Μ. Σαββάτου (σ. 180). επίσης στη μυστικοπάθεια των πρώτων Ρώσων προσκυνητών, οι οποίοι δημιουργούσαν προηγούμενο και για τους επομένους εκ Ρωσίας προσκυ­νητές (σ. 180ε. 189εε), αλλά και στην ανάγκη αντιδράσεως των Ορθοδόξων έναντι των Λατίνων κατακτητών των Αγίων Τόπων, οι οποίοι προπαγάνδιζαν πως μόνο σ' αυτούς ο Θεός στέλνει το Άγιον Φως (σ. 182ε.). Ήδη για την κα­θιέρωση της αντιλήψεως για το ουρανόπεμπτο φως είχαν συντελέσει τόσο προχριστιανικές ειδωλολατρικές αντι­λήψεις και τα θαύματα της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και θαύματα που συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα και στο Πικτάβιο. από το Πικτάβιο, κατά μία άποψη, μετέφεραν και οι Σταυροφόροι το θαύμα στους Αγίους Τόπους (σσ. 173-176). Το θαύμα κατά το οποίο ο κίονας που βρίσκεται αριστερά της εισόδου της Βασιλικής σκίστηκε και απέδωσε το Άγιον Φως στους Ορθοδόξους που είχαν αποκλειστεί από την πρόσβαση στο Ναό, δεν ήταν τίποτε άλλο από κε­ραυνό που έσκισε την κολόνα· άλλωστε υπάρχει διάσταση απόψεων στη χρονολόγηση του θαύματος αυτού (σ. 172ε. 195). Ως επικρατέστερη λύση για την εξήγηση του φωτός που έβλεπαν οι παλαιοί προσκυνητές πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι το φως που εισερχόταν μέσω του υαλίνου φράγματος του οπαίου του τρούλλου στο Κουβούκλιο, μπορούσε να αναλυθεί στα χρώματά του, πράγμα που εξηγεί και την πολυχρωμία του (σ. 196-201).

Στη θεολογική διερεύνηση του θαύματος του Αγίου Φωτός, ο συγγραφεύς διατυπώνει τη θέση πως μπορούμε να διακρίνουμε δύο είδη φώτων: το φυσικό φως των κηρών και κανδηλών και το άκτιστο φως της θεότητος, το οποίο συμβολίζεται από το πρώτο (σ. 211ε). η απ' ευθείας όραση του ακτίστου θεϊκού φωτός, κατά το συγγραφέα και καθ' όλη την εκκλησιαστική Παράδοση, στην οποία πα­ραπέμπει με πλήθος πατερικών μαρτυριών, είναι δυνατή μόνο στους τελείους Χριστιανούς, στους Αγίους. Συνεπώς δεν βλέπουν όλοι το Άγιον Φως (σ. 213-216). Ο ισχυρισμός των «ποικίλης προελεύσεως και θρησκευτικής παιδείας χριστιανικών πληθών» (σ. 207), που αλλού αναφέρονται ως «αναξιόπιστοι επισκέπτες» (σ. 157ε.), ότι όλοι ανεξαι­ρέτως βλέπουν το θαυματουργικό Άγιον Φως, είναι αν­θρωποκεντρικός, επιπόλαιος και αθεολόγητος (σ. 211). Η επιτέλεση ενός τέτοιου θαύματος έμπροσθεν όλων των πα­ρευρισκομένων ανεξαιρέτως θα αποτελούσε εξαναγκασμό στην πίστη (σ. 153ε. 212.229). Ουσία του Αγίου Φωτός είναι η ελεύθερη και αβίαστη πίστη στον αναστάντα Χρι­στό (σ. 207).

Σε άλλο κεφάλαιο ο συγγραφεύς αναλύει την ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων στον Πανάγιο Τά­φο και επισημαίνει την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για το Άγιον Φως μέσα σ' αυτή (σ. 222-228). Επίσης αρ­νείται βάσει προσωπικής του πείρας το ότι ο Πατριάρχης ελέγχεται πριν μπει στο ιερό για να διαπιστωθεί αν έχει καύσιμη ύλη (σ. 218ε)19. Ο καθηγητής Καλοκύρης επαινεί την προσέλευση των πιστών στον Πανάγιο Τάφο, η οποία μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερο βίωμα (σ. 231). Το Πατριαρχείο απλώς ανέχεται την πλάνη αυτή του λαού, για να μη σκανδαλίσει (σ. 22).

agiofos 000

3. Θεολογική διερεύνηση

Γενικώς θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή των α­ναγνωστών στα εξής:

α) υπό του συγγραφέως παρατίθε­ται μαρτυρία για την ύπαρξη του ουρανίου φωτός το Μ. Σάββατο η οποία τοποθετείται20 μεταξύ του 7ου και 9ου αι. (σ. 176ε), όμως αυτή δε λαμβάνεται υπ' όψιν, ενώ είναι πολύ φυσικό όσο πιο παλαιές είναι οι μαρτυρίες, τόσο και σπανιώτερες να είναι·

β) δεν χρησιμοποιείται η μαρτυρία ενός σημαντικώτατου περί της ιστορίας των Ιεροσολύμων βιβλίου, της Δωδεκαβίβλου του Δοσιθέου. Ο Πατριάρχης Δοσίθεος όχι μόνον αποδέχεται το θαύμα του Αγίου Φω­τός, αλλά αποδίδει σ' αυτό τόσο την καθιερωμένη κοσμο­συρροή των Χριστιανών κατά το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα, όσο και την καθιέρωση της δεύτερης εορτής της Υψώσε­ως του Τιμίου Σταυρού στη Μ. Τεσσαρακοστή (Γ' Κυρια­κή των Νηστειών), ώστε οι προσκυνητές του Πάσχα να προσκυνούν επ' ευκαιρία και τον Τίμιο Σταυρό21· αυτό ανά­γει την εμφάνιση του θαύματος σε περίοδο προ του 9ου αι.22

γ) παρατίθεται από το συγγραφέα πλήθος μαρτυριών από ποικίλους προσκυνητές της τελευταίας χιλιετίας περί της υπάρξεως του Αγίου Φωτός (σσ. 171-196), όμως δεν θεωρούνται αξιόπιστες. δεν θα έπρεπε και μόνον «επί στό­ματος δύο ή τριών μαρτύρων σταθήναι παν ρήμα»23; Άλλω­στε και τα θαύματα που συμβαίνουν κατά χιλιάδες στη σύγχρονη Ελλάδα καταγράφονται σε προσκυνητάρια και συναξαριστικά κείμενα· μήπως για το λόγο αυτό δεν θεω­ρούνται ιστορικά γεγονότα; Έναντι αυτών των μαρτυριών ο καθηγητής Καλοκύρης δεν έχει να αντιπαρατάξει παρά ελαχίστους, και δη μη Ορθοδόξους, που να αρνούνται εκ­πεφρασμένως το θαύμα· έτσι

δ) βασίζεται υπέρ το δέον στον Αδαμάντιο Κοραή (π.χ. σσ. 155ε.175ε. 179), η απόκλι­ση του οποίου από την Ορθοδοξία είναι στους Χριστια­νούς γνωστή24. και

ε) ο συγγραφεύς δεν εξετάζει καν μήπως η ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης είναι ενδεχομένως αρχαιότερη της πρώτης παρουσίας του Αγίου Φωτός, οπό­τε δικαιολογείται και η απουσία αναφοράς της σ' αυτό. Άλλωστε το ότι το Φως του Παναγίου Τάφου είναι το μό­νο που καλείται «άγιον» ανάμεσα σε όλα τα φώτα των λαμπαδουχιών του Μ. Σαββάτου ανά την γη, με τα οποία ο καθηγητής Καλοκύρης θέλει να το εξομοιώσει, δεν πρέπει να θεωρηθεί ένδειξη της ιδιαιτερότητάς του; Ωστόσο σκοπός μας δεν είναι, ως ελέχθη, η ιστορική διερεύνηση του θαύμα­τος του Αγίου Φωτός (εξ ου και η πτωχεία του άρθρου σε ιστορικά στοιχεία· αλλιώς θα έπρεπε να γραφεί βιβλίο), αλλά η παρουσίαση μερικών άλλων θεολογικών παραμέτρων.

Συγκεκριμένα να δειχθεί ότι: α) το άκτιστο φως είναι κάπως ορατό και στους μη τεθεωμένους πιστούς, διότι η εμφάνιση του φωτός γίνεται αναλόγως της τελειώσεως του πιστού και επομένως δεν ταυτίζεται κάθε εμφάνιση και θέα του με την εμφάνισή του στους Αγίους25. επίσης ότι ο Χριστός κατ' εξαίρεσιν δύναται να εμφανίσει την άκτιστη φωτεινή δόξα Του σε κάποιον άνθρωπο ανεξαρτήτως του βαθμού της πνευματικής τελειώσεως και

β) ότι η ενέργεια θαυμάτων ακόμη και θεϊκής φωτοφανείας έμπροσθεν απί­στων ή ολιγοπίστων δεν θίγει επ' ουδενί την ελευθερία της προαιρέσεώς τους, και για το λόγο αυτό δεν αποτελεί εξανα­γκασμό στην πίστη. Καταφεύγουμε λοιπόν στην εμπειρία των ιδίων των Αγίων και στην εξ' αυτής διδασκαλία τους.

α) Θέα του φωτός και πνευματική τελείωση

Στις διηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης οι θεοφάνειες και τα θαύματα συνοδεύουν τη ζωή του Ισραήλ, η δε ομοιό­τητά τους με τις αντίστοιχες θεοφάνειες και τις θεοσημείες της Καινής Διαθήκης αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη πως είναι ο ίδιος Θεός και Κύριος της Δόξης, ο Υιός και Λό­γος του Θεού, εκείνος που εμφανιζόταν τόσο στους Πατρι­άρχες και Προφήτες ασάρκως, όσο και στους Αποστόλους και με ανθρώπινη πλέον φύση, ως Χριστός Κυρίου26. Μερικές από τις εμφανίσεις της θείας δόξης στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω ιδι­αιτέρως.

Το βιβλίο της Εξόδου μας διηγείται εκτενώς για την παράδοση του Νόμου στο Μωυσή επί του Όρους Σινά27· κατά τη διήγηση της βίβλου της Εξόδου, ο Θεός κατέβη «εν πυρί» πάνω στο Όρος Σινά, ενώπιον όλου του λαού Ισραήλ, ο οποίος έβλεπε το Όρος να καλύπτεται από «φαινόμενα» που ομοίαζαν με καπνό, φωνή και λάμψεις. Ο λαός έμεινε μακριά από το Όρος, οι πρόκριτοι πλησίασαν περισσότερο και μόνος ο Μωυσής, συνοδευόμενος μέχρι κάποιου σημείου από τον Ιησού του Ναυή πλησία­σε τον Κύριο28. Η δόξα αυτή του Κυρίου στο Όρος Σινά ήταν το άκτιστο φως ή ο αλλιώς ονομαζόμενος φωτεινός γνόφος, ο οποίος φάνηκε διαφορετικά στο Μωυσή, στους άρχοντες του Ισραήλ και στο λαό, αναλόγως της πνευμα­τικής καταστάσεως του καθενός29 (οι όροι δόξα Κυρίου, φως, γνόφος και βασιλεία Θεού ταυτίζονται μεταξύ τους τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στους θεοφόρους Πατέ­ρες, διότι όλοι συμβολίζουν την αΐδια φυσική έλλαμψη ή δόξα ή ενέργεια ή πρόοδο της Αγίας Τριάδος30). Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επισημαίνει ερμηνεύοντας τα χω­ρία αυτά πως, επειδή ο Θεός ήθελε να μεταφέρει τους Ισραηλίτες από την ειδωλολατρία στην επίγνωση της αλη­θείας, τους αξίωσε αυτής της θεοπτίας, να γίνουν δηλ. αυτήκοοι και θεατές του Θεού, δηλαδή της θείας και ανεκφράστου δόξης του, μετά από σχετική κάθαρση31. Πάντως και ο απλούς λαός είχε μία μικρή μέθεξη της θείας δόξης. Όπως αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι φωτισμοί αυτοί που έγιναν ορατοί στον ισραηλιτικό λαό, ήταν μεν φωτισμοί κατ' αίσθησιν, υπέπιπταν δηλαδή στη σωματι­κή όραση, ήταν όμως ταυτόχρονα και υπέρ αίσθησιν δηλ. ήταν άκτιστοι, όπως λ.χ. το φως του προσώπου του Μωυσέ­ως32. η θεϊκή δόξα εφώτιζε το πρόσωπο του Μωυσέως με­τά τη νομοδοσία, εξαιτίας της οποίας οι Ισραηλίτες δεν μπορούσαν να τον αντικρύσουν33. Η δόξα αυτή, ένεκεν της οποίας ο Μωυσής έθεσε στο πρόσωπό του κάλυμμα, για να μπορούν να ατενίσουν προς αυτόν, ταυτίζεται με την άκτιστη χάρη που ενεργεί στην καρδιά των τελείων Χριστια­νών34.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η συνέχεια της διηγήσεως, η οποία αφορά στη συνέχιση της πορείας του Ισραήλ μέσα στην έρημο για τα επόμενα τεσσαράκοντα35 χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν «Όταν η νεφέλη υψωνόταν από τη σκηνή, αναχωρούσαν οι Ισραηλίτες με όλα τα υπάρ­χοντά τους. Και αν η νεφέλη δεν υψωνόταν, δεν αναχωρούσαν, μέχρι την ημέρα που η νεφέλη θα ανέβαινε. διότι νεφέλη βρισκόταν πάνω στη σκηνή την ημέρα και πυρ βρισκόταν τη νύκτα πάνω σ' αυτήν ενώπιον όλου του λαού Ισραήλ σε όλες τους τις πορείες»36. Η νεφέλη αυτή δεν εμφανίσθηκε για πρώτη φορά μετά τη νομοδοσία· είχε ήδη καθοδηγήσει τους Ισραηλίτες κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο και τη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης37, από το Σινά όμως και εξής θα τους καθοδηγούσε και για τα επόμενα τεσσαράκοντα χρόνια, κάθε μέρα και κάθε νύ­κτα38. πολλές φορές δε, επεσκίασε ενώπιον όλων των Ισραη­λιτών την προσωπική σκηνή του Μωυσέως39. Η νεφέλη αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί κτίσμα (δημιούργημα), όπως στη λατινική θεολογία, αρχής γενομένης από τον Ιερό Αυγουστίνο40, αλλ' αποτελεί και αυτή σύμβολο της άκτιστης θεϊκής χάριτος. Όπως επισημαίνει ο Πρωτοπρεσβύ­τερος καθηγητής Ιωάννης Ρωμανίδης «οι συμβολικοί όροι της Βίβλου, οίτινες εκφράζουν την παρουσίαν και την κοι­νωνίαν του Θεού μετά του λαού Αυτού δια μέσων ως η δό­ξα, η φωτεινή νεφέλη, το φως, ο γνόφος, αι στήλαι πυρός και νεφέλης, οι ανεωγμένοι ουρανοί, αι πύριναι γλώσσαι, η βασιλεία του Θεού ή βασιλεία των ουρανών ουδέποτε εκλαμβάνονται ως γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα, αλλά θεωρούνται και είναι αυτά ταύτα τα σύμβολα της θεότητος, μέσω των οποίων οι θεούμενοι αγνώστως γνωρίζουν και αοράτως βλέπουν και αμετόχως μετέχουν εις την φυσικήν δόξαν και βασιλείαν της Αγίας Τριάδος»41. Μέσα από τη νεφέλη «μιλούσε» στους Ισραηλίτες και τους κα­θοδηγούσε ο ίδιος ο Θεός, ο Υιός και Λόγος, ενώ η θέα της δόξης αυτής, της νεφέλης δηλ. και της στήλης πυρός, εθε­ωρείτο ακόμη και από τους ξένους λαούς ως συνομιλία και «ανταλλαγή βλεμμάτων» του Θεού με το λαό Του42. Και αυ­τό συνέβαινε επί τεσσαράκοντα χρόνια ημέρα και νύκτα. 

Η σημαντικότερη ίσως εμφάνιση της θείας δόξης, του θεϊκού φωτός, μετά την είσοδο του λαού Ισραήλ στην Πα­λαιστίνη, γίνεται στα χρόνια του βασιλέως Σολομώντος. Ο δίκαιος βασιλεύς έλαβε από το Θεό εντολή να οικοδομή­σει Ναό, για να στεγασθεί η Κιβωτός της Διαθήκης, εφό­σον αυτό δεν υπήρξε το θέλημα του Θεού για τον πατέρα του, το Δαυίδ. Η Β' βίβλος των Παραλειπομένων μας διη­γείται την είσοδο της Κιβωτού στο νεόδμητο τότε Ναό, είσοδο που συνοδεύτηκε από την εμφάνιση της νεφέλης, της δόξης του Κυρίου43. Μετά την είσοδο της Κιβωτού, εμφανίσθηκε εκ νέου η δόξα· «Όταν ο Σολομών ολοκλήρω­σε την προσευχή του, κατέβηκε πυρ από τον ουρανό και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες και γέμισε τον οίκο δόξα Κυρίου. Και δεν μπορούσαν οι ιερείς να εισέλ­θουν στον οίκο Κυρίου τον καιρό εκείνο διότι γέμισε τον οίκο δόξα Κυρίου. Όλοι οι Ισραηλίτες έβλεπαν το πυρ να κατεβαίνει, και η δόξα Κυρίου ερχόταν πάνω στον οίκο. και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη πάνω στο λιθόστρωτο και προσκύνησαν και δόξαζαν το Θεό, διότι αυτό είναι αγαθό, διότι το έλεός του παρεκτείνεται στον αιώνα»44. Είναι σαφής και πάλι η διήγηση του θεοπνεύστου κειμέ­νου τόσο για την καθολικότητα της εμφανίσεως της δόξης Κυρίου («πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ») όσο και για την ένταση της θεοφανείας, καθώς το φως γέμισε το νομικό Ναό.

Όμως και στην Καινή Διαθήκη, στις Πράξεις των Απο­στόλων, μας μαρτυρείται μία ακόμη γενική εμφάνιση ενός μικρού απαυγάσματος της θείας δόξης και βασιλείας, η οποία ανακαλεί στη μνήμη μας και το παρόμοιο συμβάν με το Μωυσή, στη νομοδοσία στο Όρος Σινά. Ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος Στέφανος, αφού οδηγήθηκε συκοφαντημένος ενώπιον του ιουδαϊκού Συνεδρίου, εκλήθη να απολογηθεί για το κήρυγμά του· τότε, κατά τη μαρτυ­ρία των Πράξεων, «καθώς τον ατένισαν όλοι όσοι κάθο­νταν στο συνέδριο, είδαν το πρόσωπό του ως πρόσωπο αγγέλου»45. Η εμφάνιση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στη θεία χάρη και ωστόσο την είδαν όλοι, και μάλιστα οι συκοφάντες και μισόχριστοι σύνεδροι, οι οποίοι επρόκει­το μετά ταύτα να τον λιθοβολήσουν46. Ο Άγιος Γρηγό­ριος ο Παλαμάς παρατηρεί εν προκειμένω: «Κατά τον τρό­πο αυτό φάνηκε το αισθητό πρόσωπο του Στεφάνου σαν πρόσωπο αγγέλου· διότι μέσα του ο νους κατά μίμηση των αγγέλων και κατά τρόπο αγγελικό, ευρισκόμενος σε ένω­ση με το φως που υπέρκειται του παντός είτε κατά επιβο­λή είτε κατά παραδοχή, με μετοχή ανέκφραστη, γινόταν αγγελόμορφος». Τα ίδια παρετήρησαν προ αυτού και άλ­λοι ερμηνευτές47. Το φως που είδαν οι (μη αγιασμένοι) σύ­νεδροι ήταν, λοιπόν, άκτιστο.

Ανάλογο περιστατικό στην Καινή Διαθήκη μας διηγούνται και πάλι οι Πράξεις των Αποστόλων· σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων ο Σαύλος, ο μετέπειτα Απόστολος Παύλος, πορευόταν προς τη Δαμασκό «εμπνέων α­πειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου»48 για να βρει εκεί Χριστιανούς και να τους οδηγήσει πίσω στα Ιε­ροσόλυμα. Όμως στο δρόμο προς τη Δαμασκό συνέβη ένα περιστατικό που επρόκειτο να αλλάξει την πνευματική πο­ρεία του νεαρού ζηλωτή Φαρισαίου και μαζί με αυτήν και την ιστορική πορεία της Εκκλησίας· συνέβη μία θεοφάνεια, μία φωτοφάνεια, που εκάλυψε το Σαύλο, μέσα στην οποία άκουσε τη φωνή του Χριστού, που ως τότε εδίωκε, και ο Οποίος του φανέρωσε το θέλημά Του. Το περιστα­τικό αναφέρεται και σε άλλα χωρία, δεν μπορούμε δε να αποφύγουμε και μία μικρή συγκριτική μελέτη τους, κα­θόσον τα χωρία παρουσιάζουν μεταξύ τους φαινομενικές διαφορές. Στο χωρίο της διηγήσεως του ιδίου του Ευαγγελιστού Λουκά49 αναφέρεται πως περιέβαλε το Σαύλο ουρά­νιο φως, μέσα στο οποίο ο Σαύλος άκουσε και τη φωνή του ιδίου του Χριστού, ενώ οι συνοδοί του έμειναν άναυδοι, ακούγοντας φωνή, μη βλέποντας όμως κανένα («μηδένα δε θεωρούντες»). Το σχετικό χωρίο της απολογίας του Αποστόλου έμπροσθεν του βασιλέως Αγρίππα50, μας ανα­φέρει κάποια επιπλέον λόγια του Χριστού στο μετέπειτα Απόστολο, αλλά και την πληροφορία πως το φως περιήστραψε όχι μόνον το Σαύλο, αλλά και τους συνοδούς του. Το ανάλογο χωρίο της ομιλίας του Απ. Παύλου προς τους Ιουδαίους των Ιεροσολύμων51, φαίνεται να αναφέρει και αυτό γεγονότα αντίθετα της πρώτης διηγήσεως· ο Από­στολος αναφέρει ότι οι συνοδοί είδαν το φως «και έμφοβοι εγένοντο», δεν άκουσαν όμως τη φωνή αυτού που α­πευθύνθηκε στο Σαύλο. Τη διαφορά αυτή μας την επεξηγεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: οι συνοδοί του Σαύλου είδαν βέβαια το φως· η φωνή που άκουσαν δεν ήταν του Κυρίου, αλλά του Σαύλου, δεν μπορούσαν δηλαδή να δουν με ποιον ο Σαύλος μιλούσε52.

Από τη διήγηση αυτή μας ενδιαφέρουν πάντως τα εξής στοιχεία:

1) το ουράνιο φως περιέλαμψε τόσο τον Ιουδαίο, τότε, διώκτη Σαύλο, ό­σο και τους ομόφρονες συνοδούς του.

2) αυτό έγινε σε πε­ρίοδο κατά την οποία ο Σαύλος όχι μόνο δεν πίστευε, αλλά και εδίωκε με ζήλο τους Χριστιανούς.

3) ο μεν νεαρός Ιου­δαίος μετεστράφη και έγινε Απόστολος των εθνών, οι δε συνοδοί του, κατά πληροφορία του Αγίου Χρυσοστόμου, δεν μετεστράφησαν53. Τί ήταν όμως αυτό το φως που περιήστραψε το διώκτη της Εκκλησίας; Ήταν κτιστό φως, κάποιο δηλ. φάσμα, ή άκτιστο φως, όμοιο με αυτό που βλέ­πουν οι Χριστιανοί κατά την πνευματική τελείωση, τη θέωσή τους; Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί πολλάκις το παραπάνω χωρίο, εντάσσοντάς το στην επι­χειρηματολογία του υπέρ της δυνατότητος θεάσεως του ακτίστου φωτός από τους Αγίους, παραπέμποντας μάλι­στα και στον Άγιο Μακάριο·απευθυνόμενος στον Ακίν­δυνο ρωτά ο Άγιος Γρηγόριος «Τί είναι αυτό που ισχυ­ρίζεσαι και ποια γνώμη μας προτείνεις; Να θεωρήσουμε κτίσμα [τ. έ. δημιούργημα] τη θεότητα που φανερώθηκε στο όρος και το άρρητό της φως, τη δόξα του Θεού, την ίδια τη βασιλεία που τότε ήλθε εν δυνάμει σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, δηλαδή φανερώθηκε έχοντας παράσχει στους βλέποντες τη δύναμη να δουν τα αθέατα, αυτήν προ­σπαθείς να πείσεις να τη θεωρήσουμε κτίσμα; Επειδή την είδαν με άρρητο τρόπο ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του και μετά απ' αυτόν ο Στέφανος, ο Παύλος και στο εξής οι όμοιοι αυτών...»54 κ.ο.κ. Είναι φανερό ότι η δόξα, το φως που είδε ο Σαύλος και που, κατά την ερμηνεία του αγίου Μακαρίου55, τον μετέφερε έως τρίτου ουρανού, ήταν άκτι­στο, αν και ο μετέπειτα Απόστολος δεν πληρούσε τότε ακό­μη τις προϋποθέσεις που ο καθηγητής Καλοκύρης θεωρεί μη παρακάμψιμες, ήταν μάλιστα αβάπτιστος και διώκτης της Εκκλησίας.

Βέβαια η εμπειρία των θεουμένων δεν αποτυπώνεται μόνο μέσα στα κείμενα της Αγίας Γραφής, αλλά και στους βίους των Αγίων, οι οποίοι είναι η ιστορική συνέχεια και η καταγραφή της ακριβούς εφαρμογής του Ευαγγελίου. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα εμφανίσεως του ακτίστου φωτός σε μη φωτισμένους πιστούς, κατά το θέλημα του Θεού, είτε για επιτίμηση των απίστων και ενθάρρυν­ση των πιστών είτε για παραδειγματισμό των αμαρτωλών και ασεβών είτε για να γίνει φανερή η αρετή των Αγίων. Ο Άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής της κατ' Αλεξάνδρειαν, έλαμψε κατά την κοίμησή του με τόση λα­μπρότητα, ώστε όλο το παρευρισκόμενο ποίμνιό του δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στο Ναό και εξήλθε56. Φως περιέλαμψε τον τόπο όπου εκοιμήθη ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, το οποίο είδαν και οι περίοικοι57. Ο Όσιος Δαβίδ ο εν Θεσσαλονίκη προσευχόμενος κάθε βράδυ πε­ριβαλλόταν από το ίδιο αυτό πυρ, το οποίο γινόταν αντιληπτό από κατοίκους που ζούσαν εκεί κοντά· κάποιος από αυτούς ακολούθησε και το μοναχικό βίο, ο μετέπειτα όσιος Παλλάδιος58. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ θέλοντας να δείξει στον ευλαβή κτηματία Νικόλαο Μοτοβίλωφ ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής και τί σημαίνει η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, προσευχήθηκε και έξαφ­να περιέλαμψε και τους δύο άκτιστο φως59. Το σκήνωμα της Αγίας Μάρτυρος Κυράννης έλαμψε κατά το μαρτυ­ρικό της τέλος τόσο, ώστε δεν τολμούσαν οι Τούρκοι και οι Εβραίοι να την πλησιάσουν60. Καί όσο σίγουρο είναι ότι το φως των παραπάνω περιστατικών είναι το άκτιστο φως της Θεότητος61 δηλαδή μερική φανέρωση αυτής της ιδίας της Θεότητος (εννοούμενης ως της θεϊκής ενεργείας και προόδου και όχι της θεϊκής ουσίας), θέμα που αποτε­λεί άλλωστε και το επίκεντρο της ησυχαστικής θεολογίας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τουλάχιστον οι Τούρκοι βα­σανιστές της Αγίας Κυράννης και οι Εβραίοι πολύ απείχαν από του να είναι άξιοι θεάσεώς του, οι δε πιστοί που το έβλεπαν δεν βρίσκονταν στα μέτρα χαριτώσεως των Αγί­ων οι οποίοι μετείχαν στη χάρη αυτή.

Αν λοιπόν οι Ισραηλίτες οι οποίοι διαρκώς παρόργιζαν το Θεό πριν τη νομοδοσία, αλλά και μετά, τόσο στην έρημο, όσο και στη γη της επαγγελίας62, αξιώνονταν της θείας δόξης, έστω και κατ' ολίγον, γιατί να στερούνται πα­ντελώς οι Χριστιανοί από τη δυνατότητα θεάσεως μιας μι­κρής ακτίστου ακτίνος, εφόσον και τα ολίγα αναφερθέντα περιστατικά από τα Συναξάρια μαρτυρούν περί του αντι­θέτου; Άλλωστε οι Χριστιανοί δια της χάριτος του Βα­πτίσματος έχουμε αποκτήσει «ομοιότητα» καί δεκτικότη­τα προς το άκτιστο φως της χάριτος63, τουλάχιστον περισ­σότερη του παλαιού Ισραήλ. Αν τόση ήταν η δόξα Κυρί­ου στους Ισραηλίτες, σε λαό «απειθούντα και αντιλέγον­τα»64 και στο Σολομώντα, ο οποίος στο τέλος της ζωής του εξετράπη της ευσεβείας65, είναι παράδοξο που εμφανίζε­ται στον πανίερο Ναό της Αναστάσεως ενώπιον του νέου Ισραήλ, των Χριστιανών, ένα μικρό απαύγασμα της ίδιας άκτιστης δόξας; Άλλωστε αυτή φανερώθηκε στον Πανά­γιο Τάφο ήδη την ώρα της αποκυλίσεως του λίθου66. Λοι­πόν «ει το καταργούμενον» του μωσαϊκού Νόμου είναι «δια δόξης», τότε «πολλώ μάλλον το μένον εν δόξη»67. Και στον Πανάγιο Τάφο λατρεύεται και τώρα, όπως και τότε στο νο­μικό Ναό, εν Πνεύματι και αληθεία ο ίδιος ο Κύριος του Σολομώντος ενανθρωπήσας και η δόξα Του λοιπόν εμφα­νίζεται δικαίως συχνότερα, διότι «ιδού, πλείον Σολομώνος ώδε»68.

Από τα γεγονότα αυτά και μόνον είναι φανερό πως η δόξα Κυρίου εμφανίζεται σε όποιον άνθρωπο ο Κύριος θε­λήσει, σπανίως και σε αναξίους, για λόγους που γνωρίζει ο Θεός. άλλωστε είναι η εμπειρία των θεουμένων (Προ­φητών, Αποστόλων, λοιπών Αγίων) αυτή που αποτυπώνεται στα ιερά κείμενα και διεμόρφωσε το εκκλησιαστικό δόγμα, το οποίο είναι για το λόγο αυτό πάντοτε αληθινό και επίκαιρο και σωτήριο, καθώς δεν είναι καρπός συλ­λογιστικών διαδικασιών, αλλά της ίδιας πάντοτε εν Θεώ εμπειρίας69. Εν πρώτοις πρέπει να επισημάνουμε ότι η«θέα» του ακτίστου φωτός είναι ούτως ή άλλως δωρεά και «πρωτοβουλία» του Θεού, ανέφικτη στις ανθρώπινες δυνάμεις καθ' εαυτές, το οποίο εξηγεί γιατί και οι θεούμενοι αναφέρονται ως «πάσχοντες τα θεία» και όχι ως «ενερ­γούντες» αυτά. Αντιπροσωπευτικώς παραπέμπουμε στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή αναφέροντα πως «δεν θα είχε τόση ισχύ ο ανθρώπινος νους να ανέλθει, ώστε να συμμετάσχει σε θεία έλλαμψη, αν δεν τον ήρπαζε ο ίδιος ο Θεός και δεν τον κατεφώτιζε με τις θείες αυγές»70. Αυτή η διαπίστωση βοηθεί να εξηγήσουμε και το γεγονός ότι η έλλαμψη του ακτίστου φωτός στο θεούμενο άνθρωπο ενδέ­χεται να είναι υπέρ την αξία του, εφόσον αυτή επαφίεται κυρίως στο Θεό. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, επεξηγώντας το ότι ο Μωυσής έθεσε κάλυμ­μα στο πρόσωπό του: «...παλαιά έθεσε ο Μωυσής το κά­λυμμα μεταξύ αυτού και του πωρωμένου Ισραήλ, για να μη δει εύκολα σκοτεινή φύση το κάλλος το απόκρυφο και άξιο ολίγων, μήτε, αφού το πέτυχε εύκολα, εύκολα και να το αποβάλει εξαιτίας της ευκολίας της αποκτήσεώς του. αλλά ώστε φως να συναντήσει το φως που έλκει πάντοτε προς το ύψος δια της επιθυμίας, και νους κεκαθαρμένος να πλησιάσει τον καθαρότατο. και το μεν να φανεί τώρα, το δε υστέρα, ως έπαθλο αρετής και κλίσεως, ήτοι εξομοιώσεως προς αυτόν, από τη ζωή αυτή»71. Η απόκρυψη του θεϊκού κάλλους αποδίδεται εδώ όχι στην αδυναμία του Θεού να φωτίσει τους αναξίους, αλλά στο ασύμφορο μιας τέτοιας φωτοφάνειας για τους τελευταίους. Εφόσον φαί­νεται εκ των βιβλικών και μη γεγονότων το «ανεξάρτητον»72, της χάριτος του Θεού, γιατί αυτή να περιορίζεται στην πε­ρίπτωση του Φωτός του Παναγίου Τάφου; Αν αποδε­χθούμε τις απόψεις του καθηγητού Καλοκύρη για το άκτι­στο φως, πώς θα ερμηνεύσουμε τα παραπάνω αγιογραφικά γεγονότα;

Το ότι το Άγιον Φως του Παναγίου Τάφου εμφανίζε­ται να «εκπέμπεται» από διαφορετικό σημείο του ιερού Κουβουκλίου σε διαφορετικές διηγήσεις αυτοπτών δεν αποτελεί, όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Καλοκύρης73, διαφοροποίηση της φαντασίας των τελευταίων, αλλά δια­φοροποίηση της θελήσεως του Θεού για τον καθένα· άλ­λωστε η πρώτη εμπειρία του ακτίστου φωτός, η ονομαζόμενη «έκστασις» προκαλεί στον πάσχοντα τα θεία έλλειψη του προσανατολισμού του74. Αλλά και η άκτιστη θεϊκή δύ­ναμη φανερώνεται όντως διαφορετικά κατά περίπτωση ακόμη και σε όσους έχουν φθάσει σε βαθμό πνευματικής καθάρσεως και θεοπτίας, όπως διαφορετικό κατά περίπτωση, ως προς το χρώμα και το σχήμα λ.χ., εμφανίζεται και το φως του Παναγίου Τάφου75. Αξιοσημείωτα είναι όσα λέγουν οι Νηπτικοί Άγιοι: «Αυτό το φως [της χάρι­τος] κατά καιρούς ανάβει κατά πολύ και λάμπει, και πότε συστέλλεται και στυγνάζει [...]. Σε πολλούς εφανερώθηκε το σημείο του Σταυρού δια του φωτός και προσεπάγη στον έσω άνθρωπο. Άλλοτε πάλι την ώρα της ευχής έγινε εν εκστάσει ο άνθρωπος και ευρέθηκε να στέκεται σε θυσιαστή­ριο εκκλησίας και του προσφέρθηκαν τρεις άρτοι76, ως να ήταν ζυμωμένοι με λάδι. Όσο έτρωγε εκείνος, τόσο αυτοί αυξάνονταν και εμεγάλωναν. Άλλοτε πάλι, όπως κάποιο φωτεινό ένδυμα που δεν έχει όμοιό του στη γη, ούτε είναι δυνατόν να κατασκευασθεί από ανθρώπινα χέρια -κατά τον τρόπο που άστραψαν τα ενδύματα του Κυρίου όταν ανέβηκε στο όρος με τον Ιωάννη και τον Πέτρο και μετεμορφώθη-, έτσι ήταν και εκείνο το ένδυμα, και εθαμπωνόταν καθώς ήταν ντυμένος μ' αυτό77. Σ' άλλο καιρό φώτιζε συνεχώς στην καρδιά και άνοιγε το ενδότερο και βαθύτερο και απόκρυφο φως»78. Η ποικιλία των εμπειριών αυτών της ακτίστου χάριτος είναι θέλημα Θεού, όπως άλλωστε και η ποικιλία των οράσεων που «έβλεπαν» υπέρ αίσθη­σιν και «νοούσαν» υπέρ νόησιν οι Προφήτες79. Σε πολλά άλλα πατερικά χωρία, τα οποία παραθέτει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, γίνεται λόγος για το πώς βλέπουν οι κεκαθαρμένοι το δικό τους νου κατά τη διάρκεια της προσευχής. Διακρίνουμε και εδώ την ίδια ποικιλομορφία. λέγει ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Δεν πρέπει να αμφι­βάλλει κανείς ότι, όταν ο νους αρχίση να ενεργείται συ­νεχώς από το θείον φως (του αγίου Πνεύματος) γίνεται ολόκληρος ωσάν διαφανής, ώστε να βλέπη άφθονον το φως του»80. Ο Άγιος Νείλος, όμως, τον περιγράφει διαφορε­τικά: «όταν ο νους, αφού αποδυθεί τον παλαιό άνθρωπο, επενδυθεί τον εκ της χάριτος άνθρωπο, τότε και την κατά­στασί του θα τη δει κατά τον καιρό της προσευχής παρό­μοια προς σάπφειρο ή ουράνιο χρώμα, την οποία κατάσταση η Γραφή ονομάζει τόπο Θεού, αυτόν που είδαν οι πρεσβύτεροι κάτω από το όρος Σινά»81. Τα ίδια λέγει και ο Ευάγριος82. Αυτό το ποικιλόμορφο φως, όμως, του νοός των κεκαθαρμένων πιστών, δεν είναι ούτε η ανθρώπινη γνώση, ούτε -κατά τον αιρετικό Ακίνδυνο- κάποιο άλλο παρηγορητικό φως, αλλά κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που ακολουθεί εν προκειμένω τον Άγιο Γρηγό­ριο το Θεολόγο83, είναι το άκτιστο, το θεϊκό φως: «Και συ­νεπώς το φως του νου που έχει καθαρθεί δια των θείων εντολών, κατά το οποίο γίνεται και ο νους πραγματικά φως, τί άλλο είναι παρά το θεϊκό φως;»84. Άρα η άκτιστη χάρη του Θεού ενδέχεται να «φανερώνεται» ποικίλως και όχι κατά ένα συγκεκριμένο πάντοτε τρόπο.

Πέραν όμως της εμφανίσεως του ακτίστου φωτός καθ' εαυτήν δεν πρέπει να παραβλέψουμε και τα κτιστά απο­τελέσματά της85 κατά την τελετή του Μ. Σαββάτου, τα οποία είναι αντιληπτά σε όλους πλέον τους παρευρισκομένους και κατά τον ίδιο τρόπο, πράγμα που ίσως δεν συμβαίνει με την ακτίνα της θεϊκής λάμψεως του Φωτός αυτού86. Είναι μάλιστα αυτά τόσο γνωστά και μαρτυρούμενα απ' όλους, ώστε δεν επιδέχονται αμφισβήτηση· το αυτόματο άναμμα όλων των κανδηλών του Αγίου Κουβουκλίου και της Ρο­τόντας γύρω απ' αυτό, όπως και των κεριών πολλών πα­ρευρισκομένων Χριστιανών, αλλά και το γεγονός πως η φλόγα των κεριών που άναψαν θαυματουργικά αρχικώς δεν προκαλεί καύση (γεγονότα που μας παραπέμπουν σε περιστατικά της Αγίας Γραφής)87, είναι γεγονότα καταγε­γραμμένα όχι μόνο γραπτώς αλλά και σε φωτογραφίες και σε μαγνητοσκοπήσεις. Είναι δυνατόν τα γεγονότα αυτά που έστρεψαν πολλούς Χριστιανούς από την απιστία στην πίστη μέχρις ακόμη και στη μοναχική βιοτή, να είναι ομαδι­κή παραίσθηση, λαμβάνουσα χώρα κατ' έτος την ίδια ημέ­ρα και ώρα σχεδόν σε όλους; Μη γένοιτο! Τα αισθήματα χαράς και πίστεως των πιστών, η ενθάρρυνση των Αγιοταφιτών Πατέρων και των Προσκυνητών και η επιβε­βαίωση της υπεροχής της Ορθοδοξίας, δηλ. της αληθεί­ας, έμπροσθεν των αριθμητικώς υπερεχόντων αλλοπίστων και αλλοδόξων δύναται να είναι έργο πλάνης, ανθρώπι­νης ή μη88; Πώς να παραδεχθούμε για το Άγιον Φως από­ψεις που ούτε οι μονοφυσίτες Αρμένιοι και Κόπτες δεν τολμούν να διατυπώσουν, αντιθέτως αναμένουν και αυτοί να παραλάβουν το Άγιον Φως από τον Ορθόδοξο Πα­τριάρχη «μετά φανών και λαμπάδων» και να το μεταδώσουν στους πιστούς τους;

β) Το θαύμα ενώπιον και απίστων

Η γνώμη του καθηγητού Κ. Καλοκύρη πως η επιτέλε­ση θαυμάτων έμπροσθεν απίστων αποτελεί εξαναγκασμό των τελευταίων στο να πιστεύσουν, μάλλον έλκει τη θε­μελίωσή της από τα ευαγγελικά χωρία Ματθ. 13, 58 και Μάρκ. 6, 5.6, όπου αναφέρεται πως ο Κύριος δεν επιτέλεσε δυνάμεις σε περιοχές που κυριαρχούσε η απιστία, εξ αιτίας αυτής ακριβώς της απιστίας. Πράγματι, και οι ερμη­νείες αιτιολογούν τη στάση αυτή βάσει της φιλανθρωπίας του Κυρίου, ο Οποίος δεν ήθελε να καταλογισθεί στους απίστους μία ακόμη καταφρόνηση της παρουσίας Του89. Ωστόσο η πίστη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εκ μέ­ρους του πιστού χάριν του οποίου το θαύμα επιτελείται90 και όχι εκ μέρους παντός παρευρισκομένου. Γι' αυτό η πα­ραπάνω γενίκευση του συγγραφέως αδυνατεί να εξηγή­σει την επιτέλεση πλήθους άλλων θαυμάτων παρουσία των εχθρών του Χριστού, θαυμάτων δε που επρόκειτο να τους σκληρύνουν ακόμα περισσότερο - προοπτική που οπωσ­δήποτε δε διέφευγε της παντογνωσίας του Κυρίου. Μή­πως το μεγαλύτερο θαύμα, η επί γης οικονομία του Κυρί­ου, το μόνον «καινόν υπό τον ήλιον», δεν επρόκειτο να προκαλέσει γενικώς την πνευματική ανάσταση αλλά και την πτώση πολλών εν τω Ισραήλ91; Και όμως δεν ανεστάλη για το λόγο αυτό. Ο Χριστός θεράπευσε τη συγκύπτουσα ενώ­πιον του αρχισυναγώγου, ο οποίος ωστόσο Τον κατηγόρησε για καταπάτηση του Σαββάτου92.επίσης ανέστησε το Λάζαρο, αν και αυτό υπήρξε η αφορμή να λάβουν οι αρχιε­ρείς και οι Φαρισαίοι την τελειωτική απόφαση να τον θα­νατώσουν93.

Κατά τη Σταύρωση του Χριστού σημειώθη­καν, ως γνωστόν, φοβερά σημεία, όπως το σκότος, η διάρ­ρηξη του καταπετάσματος, και κατόπιν η ίδια η Ανάστα­σή Του. Και όμως δεν επίστευσαν οι σταυρωτές Του κατ' ανάγκην, αντιθέτως εδίωξαν την πρώτη Εκκλησία, πλην ολίγων που μετενόησαν και επίστευσαν στο κήρυγμα των Αποστόλων94. Άλλωστε και στη διδασκαλία Του ο Κύριος δεν απέκρυπτε την αλήθεια περί της Θεότητός Του, μολο­νότι αυτό παρακινούσε τους Φαρισαίους στη θανάτωσή Του95. Ο Θεός δεν δεσμεύεται από την κακία των ανθρώ­πων στην ενέργεια των έργων της προνοίας Του, η οποία εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σωτηρία μας. Είναι φανερό από τα πλήθη των θαυμάτων του Κυρί­ου ότι αυτά δεν εξανάγκασαν κανένα να πιστεύσει, πολ­λοί μάλιστα τα διέβαλλαν ως έργα δαιμονικά, εξ ου και τα κυριακά λόγια περί βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος96. αν οι εχθροί της πίστεως με αφορμή τα θαύματα σκληρύνονται ακόμη περισσότερο «τους οφθαλμούς καμμύοντες», είναι αποκλειστικώς ευθύνη δική τους. «έκαστος δε πει­ράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος και δελεαζόμενος»97 και αμαρτάνει. Ο Θεός επιτελεί τα θαύματα όπου κρίνει πανσόφως ότι είναι αναγκαία, ιδιαίτερα για την μεταστροφή των απίστων98, μολονότι προγνωρίζει το ότι με­ρικοί εξ αυτών ιδία υπαιτιότητι θα σκληρυνθούν, όπως έγινε χαρακτηριστικώς στην περίπτωση των δέκα πληγών του Φαραώ99. Παρομοίως και η όραση ενός μικρού απαυ­γάσματος της ακτίστου θεϊκής δόξης δεν υποχρέωσε ούτε τους Ισραηλίτες ούτε το Σολομώντα, ούτε το ιουδαϊκό Συ­νέδριο ούτε και τους συνοδούς του Σαύλου να πιστεύσουν ή να παραμείνουν πιστοί, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω. Όταν ο συγγραφεύς παραπέμπει (σ. 229) στην επιτίμηση του Κυρίου προς τον Απόστολο Θωμά, που επίστευσε επει­δή τον είδε100, και σε ρητό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που λέγει ότι «η δύναμη της πίστεως δεν χρειά­ζεται πλέον τη συμμαχία του θαύματος»101, ουσιαστικά συμ­φωνεί με τη θέση μας πως το θαύμα προορίζεται για τους ασθενείς τη πίστει, λόγο για τον οποίο και ο Κύριος εμφα­νίσθηκε στον Απόστολο Θωμά.

holy fire

 4. Οι απόψεις του καθηγητού Χρ. Γιανναρά

Παρόμοιες απόψεις με τον καθηγητή Κ. Καλοκύρη εξέ­φρασε προ καιρού και ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. σε άρθρο του102 συγκαταλέγει την κατ' αυτόν «παγανιστι­κή τελετουργία» της μεταδόσεως του Αγίου Φωτός («μα­γικής φλόγας με πατέντες θαυματουργού προέλευσης») από τα Ιεροσόλυμα στις ανά τον κόσμο Ορθόδοξες Εκκλησίες, στα φαινόμενα «θρησκευτικού πρωτογονισμού» που συνοδεύουν τις εορταστικές εκδηλώσεις των αγίων ημερών του Πάσχα, και αποπροσανατολίζουν απ' αυτό. Κατά τον καθηγητή «Το σημερινό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων φαίνεται να εισηγείται μια καινούρια αιρετική διδασκαλία «μετουσίωσης» (transubstantiatio) αυτής και μόνο της δικής του φλόγας κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα. Προσφέρει θαύμα που συντελείται τακτά κάθε χρόνο στον ίδιο τόπο και παράγει αισθητό είδωλο λατρείας για λαϊκή κατανάλωση». Ακολούθως αποδίδει την προβολή του θαύματος αυτού στην παρακμή του Πατριαρχείου και στην ανάγκη επιβίωσής του (επίσης γράφει περί μουσειακής συντηρήσεως του Πατριαρχείου, διολισθήσεως στην ειδωλολατρία, τεχνικών μεθοδευμένης δημοσιότητος κ.ά.). Όπως ίσως νομίζει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, θεολογικές απόψεις του οποίου για ορισμένα θέματα καταδικάσθηκαν από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους103, είναι αδύνατη η περιοδική επιτέλεση του ιδίου θαύματος, πράγμα που νο­μίζουμε ότι αποδείχθηκε ανωτέρω ως μη ακριβές, βάσει τουλάχιστον της Αγίας Γραφής. Αλλά και οι εκδηλώσεις ευσεβείας καθενός ανθρώπου δεν μπορούν να κρίνονται με βεβαιότητα παρά μόνον από τους Αγίους, τους έχοντας το Πνεύμα104, δυνάμει του οποίου κρίνουν τους πλησίον βάσει της προαιρέσεως με την οποία εκείνοι ενεργούν105. Για να φανεί δε πως αυτό που στα μάτια μας σήμερα φαίνεται ως θρησκευτικός πρωτογονισμός δεν είναι έτσι πάντως και στην εκκλησιαστική και στη ρωμέηκη παράδοση, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα αντιπροσωπευτικό από­σπασμα από το Συναξάριο του Αγίου Νεομάρτυρος Θεο­δώρου του Νέου (Μυτιλήνη, 17 Φεβρ. 1795): «Το δε αίμα εκείνο και αφ' ου ενεκρώθη το Μαρτυρικόν εκείνο και αθλητικώτατον σώμα, έσταζεν από το ιερόν του γόνατον τρεις ημέρας αράδα και οι Χριστιανοί τρέχοντες και πάντα φόβον απορρίπτοντες [εν. των Τούρκων], επλησίαζαν και κόπτοντες καθ' ένας μέρος από το υποκάμισον του Μάρτυρος, το εβουτούσαν εις το αίμα εκείνο και το έπαιρναν εις τα οσπήτιά τους με μεγάλην ευλάβειαν, και πολλοί εξ αυτών κηρύττουν, ότι εθεραπεύθησαν από παροξυσμούς και άλλας ασθενείας, ευθύς οπού έπιαν από το απόνιμμα εκείνο του Μαρτυρικού αίματος και απεκαλέσθησαν(sic) εκ πίστεως την αντίληψιν του Αγίου»106. Η ενέργεια αυτή των Χριστιανών107 θα φαινόταν στους συγχρόνους ουμανιστές της Δύσεως όντως «πρωτογονισμός», ωστόσο το θεοφόρο αίμα και τα χαριτόβρυτα λείψανα των Μαρτύρων είναι ο στολισμός «πορφύρας και βύσσου» όλης της Εκκλησίας και το θε­μέλιο κάθε Ιερού Ναού, ακόμη και αν ο μάρτυς δεν είναι τοπικός (ούτε και εδώ έχουμε, συνεπώς, όπως δεν έχουμε και στη μεταφορά του Αγίου Φωτός, εισπήδηση στην «κά­θε τοπική ευχαριστιακή σύναξη», αλλά διανομή ενός αγιαστικού μέσου). Γιατί ομαδοποιούνται οι προσκυνητές του Παναγίου Τάφου και θεωρούνται συλλήβδην ανίκανοι να διακρίνουν το «θρησκευτικό πρωτογονισμό» που βλέπει ο καθηγητής Γιανναράς; Μήπως ο «όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον» χαρακτηρίζεται αδίκως για μία ακόμα φορά «επικατάρατος»108; Μήπως δεν είναι η μαρτυρία του πληρώματος της Εκκλησίας εκείνη στην οποία βασίζεται και η αναγνώριση των Αγίων και για το λόγο τούτο αποθησαυρίζεται αυτή στα Συναξάρια τους;

Η καλή απιστία έναντι των έκτακτων «υπερφυσικών» φαινομένων είναι σαφώς υποχρεωτική και σύμφωνη προς το αποστολικό παράγγελμα περί δοκιμής των πνευμάτων «ει εκ του Θεού εστιν»109. Μήπως όμως ο χαρακτηρισμός ενός συνεχιζομένου θαύματος που λαμβάνει οφθαλμοφανώς και μεμαρτυρημένως χώρα (και δη υπό την εποπτεία ενός ολοκλήρου Πατριαρχείου), ως εκφράσεως «θρησκευτικού πρωτογονισμού», ενδέχεται να οδηγήσει σε σκανδαλισμό αδύναμων ψυχών και σε γενική απιστία ως προς όλα τα θαύματα; Εδώ απαιτείται προσοχή, φρονούμε ταπεινώς, διότι το συνοδικό ανάθεμα110 ορίζει σαφώς τη γενική στά­ση των Χριστιανών έναντι των θαυμάτων και ενδέχεται να οδηγηθούμε σταδιακώς σε παράβαση της εκκλησιαστικής πίστεως.

Επίλογος

Όλη η ευλογία και χάρις που επισκιάζει τους Αγίους, τους Θεοβάδιστους Τόπους, στηρίζει την Αγιοταφιτική Αδελφότητα στο έργο της διαφυλάξεως των Ιερών Προσκυνημάτων. Οι σημερινοί Ακρίτες της Ρωμηοσύνης, οι αγωνιζόμενοι «για να φυλάξουν αυτή τη φλούδα» της Αγίας Γης «απ' το τσακάλι» των ετεροδόξων «και την αρκούδα» των ετεροθρήσκων δεν έχουν ίσως οι ίδιοι τόση ανάγκη θαυμάτων. Η εκεί παρουσία τους είναι από μόνη της ένα θαύμα (οι επισκέπτες το γνωρίζουν). Όμως η στή­λη πυρός εμφανίζεται κατ' ελάχιστον και στο νέο Ισραήλ, όπως και στον παλαιό, ώστε και τα έθνη να αναγνωρίζουν την ύπαρξη του Θεού στην Ορθοδοξία και να ομολογούν, όπως και οι παλαιοί Χαναναίοι στο πρόσωπο της Ραάβ: «έχοντας ακούσει αυτά εκπλαγήκαμε από καρδίας και δεν απέμεινε πια θάρρος σε κανένα μας ενώπιόν σας, γιατί ο Κύριος ο Θεός σας είναι ο Θεός στον ουρανό, άνω, και στη γη, κάτω»111.


1.Ιεζ. 44, 4.

2. Γεννάδιος Σχολαριος, Περί θείου προορισμού 4,12 εν L.Petit -X.A.Siderides - Μ. Jugie, Γεωργίου Σχολαρίου άπαντα τα ευρισκόμενα, τόμ. 1,Paris 1928,44930-35,PG 160,1146· «Αλλ' ου δουλεύει [ο Θεός] τοις υπ' αυτού τεθειμένοις νόμοις καθάπαξ τοις κτιστοίς και μετά των κτι­σμάτων ηργμένοις, καιροίς δε ιδίοις και περιστάσεσιν ιδίαις τούτους μεταποιεί προς το βέλτιον ή το χείρον τοις εντεύθεν ωφελησομένοις ή βλαψομένοις αξίως, και της χρείας του προσκαίρως μεταβαλείν ευθύς πεπαυμένης, ως την αρχήν ετάχθησαν αύθις σώζονται».3. Μάρκ. 16,17.18.4. Ιω. 14,12.5. Εβρ. 2,4. Βλ. και Β' Κορ. 12,12.6. Β' Κορ. 13, 4. Βλ. Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Οτι ουκ ακίνδυνον τοις ακροαταίς το σιγάν τα λεγόμενα εν Εκκλησία 7, PG 51,108· «Ουκούν αναμφισβήτητος η απόδειξις της αναστάσεως. Όπερ γαρ έλεγον, και πάλιν ερώ, ει ετετελευτήκει ο Χριστός, και ουκ ανέστη, έδει και τα σημεία τελευτήσαι και αποσβεσθήναι· νυνί δε ου μόνον ουκ απεσβέσθη, αλλά και λαμπρότερα και ενδοξότερα γέγονε μετά ταύτα». Ο Αυ­τός, Εις την προς Εβραίους 4, PG 63, 33· «Τουτέστιν, ουχ απλώς επιστεύσαμεν εκείνοις [τοις Αποστόλοις], αλλά δια σημείων και τεράτων. Ώστε ουκ εκείνοις πιστεύομεν, αλλ' αυτώ τω Θεώ».7. Συνεπώς αυτό ήκιστα δεικνύει αναγνώριση της δυνατότητος σω­τηρίας στις ομολογίες αυτές· χαρακτηριστικό προς τούτο είναι μεταξύ άλλων κειμένων και το εξής: Οσιος Μελέτιος ο Γαληςιωτης, Αλφαβηταλφάβητος 190, 12-15 εν Αρχιμ. Θεοφ. Σιμοπουλος, Μελέτιος ο Γαλησιώτης, Αθήναι 1978, σ. 512· «αλλά και των αιρετικών πολλοί θαυματουργούσι, |το δ' αληθέστερον ειπείν δαίμονες δια τούτων, |ίνα τη πλάνη μένωσιν αεί κεκρατημένοι, |και δια τούτων έτεροι μετάγωνται προς ταύτην». Βλ. και Ματθ. 7, 22.23 και ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ, Περί της εν Χριστώ ζωής 7, 3, ΕΠΕ-Φ 22,588.8. Ματθ. 7,16-20.9. Ματθ. 24, 24, Β' Θεσ. 2, 9-12.10. Βλ. ενδεικτικώς Σπ. Γ. Μακρης, «Φως Άγιον», εν Θρησκευτι­κή και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 12 (1968), στ. 13ε.11. Τέσσερις, διότι τις δύο εξ αυτών τις λαμβάνουν οι αιρετικοί, για να μεταδώσουν το Άγιον Φως στο δικό τους ποίμνιο.12. Αρχιμ. Σάββας Αχιλλεως, Είδα το Άγιο Φως, Αθήναι 1993, σ. 127εε.13. Έξοδ. 40, 32.14. Έξοδ. 16,35.15. Δευτ. 8,4.29,4· «και ήγαγεν υμάς τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω· ουκ επαλαιώθη τα ιμάτια υμών, και τα υποδήματα υμών ου κατετρίβη από των ποδών υμών».16. Πρβλ. Ιω. 5,2-4.17. Κωνσταντίνος Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φω­τός, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1994 (εις το εξής Κ. Κα­λοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα).18. Αυτό όμως δε σημαίνει πως αποκλείεται να έχει ξεκινήσει το θαύμα αργότερα.19. Πρακτική που βεβαιώνει ωστόσο λ.χ. ο γέρων Μητροφάνης, και μάλιστα το ότι ο έλεγχος δεν γίνεται από Ορθοδόξους, στοιχείο που δεν παρουσιάζει ο συγγραφεύς. Βλ. Αρχιμ. Σάββας Αχιλλεως, ενθ' ανωτ., σ. 87εε.20. Έτσι χρονολογεί το βίο του Αγίου Θεοδώρου του Σαββαΐτου, όπου αναφέρεται το ουράνιο φως, ο Στ. Παπαδόπουλος, «Θεόδωρος ο Σαββαΐτης», εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 6 [1965], στ. 226.21. Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων 2, 1, 10, Εισαγωγή Αρχιμ. Ειρηναίου Δεληδήμου, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1982, τόμ. Α' καί Β', σ. 259ε· «...αλλ' επειδή και ότε γεγόνασι τα εγκαίνια του Ναού του αγίου τάφου, συνέβη είναι την δεκάτην τρίτην του Σεπτεμβρίου μηνός, έμεινε γίνεσθαι ομού την εορτήν των εγκαινί­ων και της υψώσεως ημέρας οκτώ, ότε και είρχοντο εις προσκύνησιν των αγίων τόπων οι ορθόδοξοι αφ' όλης της Οικουμένης, ει και ύστε­ρον δια το ουράνιον φως του αγίου τάφου μετετέθη η τοιαύτη των Χρι­στιανών προσκύνησις εις το Άγιον Πάσχα· ίνα δε ορώσιν οι Χριστια­νοί και το τίμιον ξύλον, εγένετο συνήθεια γίνεσθαι και ετέραν ύψωσιν εις την τρίτην Κυριακήν της αγίας Τεσσαρακοστής, ήτις και προσκύνησις μάλιστα λέγεται».22. Εάν λάβουμε (προχείρως) ως terminum ante quem το θάνατο του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου (825 μ.Χ.), ο οποίος έγραψε τον κανόνα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως. Βλ. και Βλ. Φειδας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Β', Αθήναι 1994, σ. 657.23. Πρβλ. Δευτ. 19,15, Ματθ. 18,16.24. Όπως άλλωστε παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφεύς (σ. 156 υποσημ.). Περί του καλβινισμού του Κοραή βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανιδης, Ιστορικοδογματική Εισαγωγή, εν Γρηγοριου του Παλα­μά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Τριάς Α', Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέ­ρες της Εκκλησίας, τ. Α', εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 19-22.25. Επίσης Πρωτοπρεσβύτερος Θ. Ζήσης, Επόμενοι, τοις θείοις Πατράσι, Πατερικά 1, εκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1997, σ. 89εε, όπου και περί του αντεκκλησιαστικού πνεύματος του Κοραή εν γένει.25. Άλλωστε και στα κείμενα που παραθέτει ο συγγραφεύς είναι φανερό πώς ορισμένοι των προσκυνητών έβλεπαν μόνον το άναμμα των κανδηλών (κτιστό αποτέλεσμα) και όχι το ίδιο το ουράνιο (άκτιστο) φως· Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σσ. 186ε. 192ε.26. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 126ε. 213. 27. Στα κεφάλαια 19 έως 32 η νομοδοσία και στο 34ο η αποκατά­σταση της Διαθήκης μετά τη «μοσχοποίηση».28. Περί του λαού βλ. Έξοδ. 19, 12.13.21-23. 20,18.34, 3. Περί των προκρίτων βλ. Έξοδ. 24,1.9.10 και περί του Μωυσέως και του Ιησού του Ναυή Έξοδ. 19,20.24 20, 21. 24,2.15.18. Δευτ. 5,4.5.29. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανιδης, Δογματική, ένθ' άνωτ., σ. 67· «...ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος...αναφέρει [εν. προφανώς στα PG 35,496.1068 και PG 36,192] ως παράδειγμα την μετά του Μωυσέως ανάβασιν των προκρίτων του Ισραήλ εις το Όρος Σινά και τονίζει την ύπαρξιν βαθμίδων τελειώσεως και θεογνωσίας εις την κορυφήν των οποίων ίσταται ο είσω της νεφέλης γενόμενος Μωυσής. Οι εκτός της νεφέλης όμως είχον και αυτοί υπό διαφόρους μορφάς μέθεξίν τινα της προς τον Μωυσέα αποκαλύψεως του Θεού. Ούτως η δόξα, η μεγαλειότης, ή η νεφέλη φωτεινή διαιρείται ενικώς και κατά την αξίαν συνάπτεται τοις αξίοις διαιρετώς». Βλ. και αυτόθι, σ. 79- «Η μέθεξις και γνώσις αυτή της θεότητος υπό των θεουμένων διαφέρει εις βαθμόν α­ναλόγως με το στάδιον τελειότητος». Πρβλ. Ant. Παπαδόπουλος, Θεολογική γνωσιολογία κατά τους Νηπτικούς Πατέρας, Ανάλεκτα Βλατάδων 25, εκδ. Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσα­λονίκη 1977, σ. 38· «Η θεία αυτή εμπειρία [του φωτός] δίδεται εις έκαστον πιστόν κατά το μέτρον της πίστεως, ημπορεί δε να είναι άλλοτε ολιγώτερον και άλλοτε περισσότερον μεγάλη, αναλόγως της αξίας εκεί­νων, οι οποίοι δοκιμάζουν ταύτην».30. Βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΙΩ. Ρωμανιδης, Ιστορικοδογματική Εισαγωγή, ενθ' ανωτ., σ. 117· «Δια την Αγίαν Γραφήν και τους Πατέρας η είσοδος του Μωυσέως, των προφητών και των εν Θαβώρ απο­στόλων εις την φωτεινήν νεφέλην, την δόξαν, την βασιλείαν, τον λαμπρινόν γνόφον, το φωτεινόν σκότος, τον τόπον όπου κατοικεί ο Θεός, την στήλην πυρός, την στήλην νεφέλης, ως και η μέθεξις των πυρίνων γλωσσών της Πεντηκοστής σημαίνουν όλα την φανέρωσιν και μέθεξιν εις την θεότητα του Χριστού, του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος και αποτελούν την υψίστην μορφήν της αποκαλύψεως και την όλην βάσιν της Πατερικής θεολογίας, συνιστούν δε αυτήν ταύτην την θέωσιν ή θεοπτίαν ή θεωρίαν της ακτίστου ενεργείας και παρουσίας του Θεού».31. Γλαφυρά εις την Έξοδον 3, Περί της εν τω όρει Σινά καθόδου 1, PG 69, 500Α.Β· «επειδήπερ αυτούς εκ της αρχαίας εκείνης και βεβήλου ψευδολατρείας εις επίγνωσιν αληθείας ανακομίζειν ήθελεν ο δημιουργός, ίνα μη δοκή εν τω μη όντι λατρεύειν Θεώ ταις του Μωυσέως φωναίς πεφενακισμένοι (sic) ταύτη τοι χρησίμως και της εν τύποις αυ­τούς θεοπτίας άξιοι. Βεβαιοτέρα γαρ πίστει τιμάσθαι φιλεί τα ορώμε­να. Καθικνείσθαι δη ουν αναφανδόν επαγγέλλεται, και ουκ εις μακράν. Ίνα δε ειδείεν ότι τοις εις τούτο τιμής κεκλημένοις, ως κατηκόους τε άμα και θεωρούς γενέσθαι Θεού, ήγουν της θείας αυτού και απορρή­του δόξης, έδει πάντως και της αυτώ φιλαιτάτης αγνείας, και σαρκικής μεν ακαθαρσίας απαλάττεσθαι πρέπειν...»32. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων 1, 3,6.7. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, (Εις το εξής: Π. Χρήστου, Συγγράμματα) τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 416· «Εκείνην μεν ουν αισθητοίς οφθαλμοίς υποκειμένην αισθητήν ανάγκη λέ­γειν, καθάπερ ταύτην νοητήν, νοητοίς υποκειμένην όμμασι και εντός ημών ενεργουμένην. Αλλ' ουδ' εκείνη αισθητή απλώς υπήρχεν, ει και τω προφητικώ επεφαίνετο προσώπω, είπερ την δόξαν του φωτός του προσώπου Μωυσέως νυν εν τη ψυχή, κατά τον άγιον Μακάριον, δέχονται οι άγιοι. Το αυτό δ' ούτος και δόξαν του Χριστού καλεί και υπέρ αίσθησιν ηγείται, ει και κατ' αίσθησιν εφάνη».33. Έξοδ. 34, 29-35, Β' Κορ. 3, 7.13. Περί της δόξας του προσώπου Μωυσέως βλ. ΑΓΙΟΣ Κύριλλος Αλεξάνδρειας, Γλαφυρά εις την Έξοδον 3, Περί του καλύμματος του εν τω προσώπω Μωσέως, PG 69,536C «Επειδή δε τη του θείου φωτός προσβολή κατηγλάιστο λοιπόν το Μωσέως πρόσωπον, εν ημέραις τεσσαράκοντα προσεδρεύοντος, και των ανθρωπίνων ηφειδηκότος αυτών, αγνοούσι προς την θέαν οι απόλεκτοι των εξ Ισραήλ, και προ γε των άλλων Ααρών. Αποφοιτώντας δε ήδη και εις φυγήν τραπομένους επιστρέφει Μωσής, προσελάλει τε ούτω τοις υιοίς Ισραήλ, προκαθιστάς του προσώπου το κάλυμμα, και του θείου φωτός την προσερχομένην ακτίνα τοις κατασκιάσμασι μόλις φορητήν τοις όχλοις αποτελών».34. Βλ. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ένθ' ανωτ.35. Αριθμ. 14, 33, Ψαλμ. 94, 8-10, Αμώς 2,10.36. Έξοδ. 40, 30-32· «Ηνίκα δ' αν ανέβη η νεφέλη από της σκηνής, ανεζεύγνυσαν οι υιοί Ισραήλ συν τη απαρτία αυτών· ει δε μη ανέβη η νεφέλη, ουκ ανεζεύγνυσαν έως ημέρας, ης ανέβη η νεφέλη· νεφέλη γαρ ην επί της σκηνής ημέρας και πυρ ην επ' αυτής νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ εν πάσαις ταις αναζυγαίς αυτών». Βλ. και Αριθμ. 9,15-21.37. Έξοδ. 13,21.22.14,19.20.38. Επειδή και ο ρυθμός της πορείας του Ισραήλ στη σιναϊτική χερσόνησο καθοριζόταν από τη νεφέλη (βλ. Αριθμ. 9,15-21), εξηγείται το γιατί η πορεία αυτή μέσα στην έρημο διήρκεσε τεσσαράκοντα χρόνια·βέβαια αυτό έγινε και προς τιμωρία των Ισραηλιτών. Βλ. Αριθμ. 14, 26-38.39. Έξοδ. 33,8-11.40. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανίδης, Ιστορικοδογματική Εισα­γωγή, ένθ' ανωτ., σ. 111-119.41. Αυτόθι, σ. 120.42. Αριθμ. 14,14· «αλλά και πάντες οι κατοικούντες επί της γης ταύ­της ακηκόασιν, ότι συ ει Κύριος εν τω λαώ τούτω, όστις οφθαλμοίς κατ' οφθαλμούς οπτάζη Κύριε, και η νεφέλη σου εφέστηκεν επ' αυτών, και εν στύλω νεφέλης συ πορεύη πρότερος αυτών την ημέραν και εν στύλω πυρός την νύκτα.43. Β' Παραλ. 5,13.14. Πρβλ. Γ' Βασ. 8,10-12.44. Β' Παραλ. 7,1-3· «Και ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος, και το πυρ κατέβη εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας, και δόξα Κυρίου έπλησε τον οίκον. Και ουκ ηδύναντο οι ιερείς εισελθείν εις τον οίκον Κυρίου εν τω καιρώ εκείνω, ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. Και πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ, και η δόξα Κυρίου επί τον οίκον, και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην επί το λιθόστρωτον και προσεκύνησαν και ήνουν τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού».45. Πράξ. 6,15· «και ατενίσαντες εις αυτόν άπαντες οι καθεζόμενοι εν τω συνεδρίω είδον το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου».46. Πράξ. 6,12.13. 7,57-60.47. Ο Άγιος Γρηγόριος αναφέρει το παράδειγμα του Πρωτομάρτυρος, όπως και του Μωυσέως και της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας, για να δείξει ότι και το σώμα μετέχει στη χάρη που ενεργείται στον νου. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,31 Π. Χρήστου, Συγγράμματα, τόμ. 1,442· «Ούτως ώφθη το αισθητόν πρόσωπον Στεφάνου ωσεί πρόσωπον αγγέλου· και γαρ ένδοθεν αυτώ ο νους αγγελομιμήτως τε και αγγελοπρεπώς, είτε κατ' επιβολήν είτε κατά παραδοχήν ενούμενος τω υπερανωκισμένω του παντός φωτί κατά μέθεξιν απόρρητον, αγγελοειδής εγίγνετο». Βλ. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 15,1 PG 60, 121· «Ούτως έστι και εν ελάττονι όντας βαθμώ λάμπειν... Τούτο άρα η χάρις ην, τούτο και η δόξα Μωυσέως ην». Θεοφύλακτος, Εξηγήσεις εις τας Πράξεις 6, PG 125, 604A· «ατενίσαντες δε εις αυτόν πάντες οι εν τω συνεδρίω είδον το πρόσωπον αυτού ωσεί πρόσωπον αγγέλου. Επίχαριν εποίησεν αυτόν ο Θεός. Επειδή γαρ έμμελέ τινα ερείν, ίνα ευθέως τη προσόψει καταπλήξη αυτούς, εδόξασεν αυτού το πρόσωπον. Έστι γαρ και πρόσωπα χάριτος γέμοντα πνευματικής, επέραστα τοις ποθούσιν, αιδέσιμα δε τοις εχθροίς».48. Πράξ. 9,1.49. Πράξ. 9,1-18.50. Πράξ. 26,12-20.51. Πράξ. 22, 6-16.52. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 47, 2 PG 60, 328.329· «Ουκ έστι τούτο εναντίον φωναί γαρ δύο ήσαν, η Παύλου και η του Κυρίου· την φωνήν τοίνυν εκεί του Παύλου λέγει, ενταύθα δε και προσέθηκεν ειπών· «την φωνήν ουκ ήκουσαν του λαλούντος μοι». Ουκούν το «μηδένα θεωρούντες», ου του ιδείν, αλλά του μη ακούσαι δηλωτικόν εστιν· ου γαρ είπεν ότι το φως ουκ έβλεπον, αλλά «μηδένα θεωρούντες ειστήκεισαν»· τουτέστι «λαλούντα».53. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις τας Πράξεις 47, 2 PG 60, 329· «Εμοί γουν δοκεί και οικονομικώς εκείνους μη πιστεύσαι, ώστε είναι μάρτυρας αξιοπίστους».54. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αντιρρητικός 2, (15) 68 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3,133. Βλ. επίσης Ο Αυτός, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,40, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1,652. 0 Αυτός, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 20 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 2,154 - 155.55. Πρόκειται περί της εμπειρίας που διηγείται ο Απόστολος στο Β' Κορ. 12,1-6. Αγιος Μακάριος, Περί ελευθερίας νοός 23, PG 34,957ΑΒ· «και τω μακαρίω Παύλω το ελλάμψαν εν τη οδώ φως, δι ου και εις τρί­τον ουρανόν ήρται και μυστηρίων αλαλήτων ακουστής εγένετο, ου νοημάτων και γνώσεως φωτισμός ην, αλλά δυνάμεως του αγαθού πνεύμα­τος καθ' υπόστασιν εν τη ψυχή έλλαμψις, ου την υπερβολήν της λαμπρότητος οι της σαρκός οφθαλμοί μη διενεγκόντες απετυφλώθησαν· δι' ου πάσα τε γνώσις αποκαλύπτεται και Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή γνωρίζεται». Το χωρίο και εν Αγιος Γρηγόριος ο Πα­λαμάς, Αντιρρητικός 5, (6) 23, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3, 303.56. Ένας ασκητής επίσκοπος· Άγιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 199716, σ. 203.57. Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, μτφρ. Μοναχού Ισαάκ, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 19927, σ. 241.58. Αγιος Ιωάννης ο Μόσχος, Λειμών 69, PG 87,2921Β-2924Α. Βλ. και Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Μοναχισμός. Μορφές και θέματα, Πατερικά 5, εκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1998, σ. 107.59. Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 19945, σσ. 365-372. Βλ. και σ. 367, όπου λέγει ο Άγιος Σεραφείμ: «Ευχαρίστησε τον Θεό για το ανέκφραστο σ' εσένα έλεός Του. Θα πρόσεξες ότι ούτε καν σταυροκοπήθηκα, παρά μόνο προσευχήθηκα νοερά με την καρδιά μου και είπα: "Κύριε, αξίωσέ τον να δη φανερά και με τα σωματικά του μάτια την επιφοίτησι του Πνεύματός σου...". Και να, αγαπητέ, ο Κύριος ικανοποίησε αμέσως την ταπεινή παράκλησι του πτωχού Σεραφείμ».60. Αγιοι Μακάριος Κορίνθου, Νικόδημος Αγιορείτης, Νικηφό­ρος ο Χιος και Αθανάσιος ο Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, επι­μελεία ΑΘ. Μάργαρη, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 19892, σ. 337ε.61. Ειδικά για το φως που περιλάμπει τους Αγίους πριν την κοί­μησή τους σε ένδειξη της ζωής στην οποία εισέρχονται κάνει λόγο ο σοφός Γεννάδιος ο Σχολάριος, Περί θείου προορισμού 2, 9 εν L. Petit -Χ. Α. Siderides - Μ. Jugie, Άπαντα 1, 42018-21, PG 160, 553-556· «Ου μό­νον δε τη κρίσει των ανθρώπων σαφής εστιν η τοιαύτη τελευτή που φέ­ρει, αλλά τοις υπέρ αρετής τε και ευσεβείας θνήσκειν προαιρουμένοις λαμπρά και ποικίλη η ουράνιος επιφαίνεται μαρτυρία και τας των συνόντων όψεις τε και ψυχάς καταπλήττουσα». Για την άκτιστη χάρη των ιερών λειψάνων των Αγίων η οποία είναι η χάρη που απέκτησαν οι Άγιοι με την κατά Θεόν βιοτή τους βλ. ΑΓΙΟΥ Συμεων του Νεου Θεολογου, Λόγος 4, 4 εν Συμεών του Νέου Θεολόγου τα Ευρισκόμενα, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 46ε.62. Πρβλ. Αριθμ. 14, 22, Ψαλμ. 77. Για τις δέκα φορές που αμάρτη­σε βαρέως ο Ισραήλ στην έρημο βλ. την υποσημείωση του Αγίου Νικοδήμου στην ερμηνεία του Ψαλμ. 77, 22. Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Ερμηνεία εις τους ρν' Ψαλμούς του Προφητάνακτος Δαβίδ, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», τόμ. Β', Θεσσαλονίκη 1996, σ. 357.63. Βλ. ενδεικτικώς Αγιος Νικόλαος ο Καβαςιλας, Περί της εν Χρι­στώ ζωής 1,14, ΕΠΕ-Φ 22,280· «και εν τώδε τω βίω δια των μυστηρίων η της μελλούσης ζωής λαμπρότης εισερχόμενη και ταις ψυχαίς ενοικούσα νικά την εν σαρκί ζωήν και το κάλλος του κόσμου τούτου».64. Ησ. 65, 2.65. Γ' Βασ. 11,1-13.66. Παράδοση που αποτυπώθηκε στην Υμνογραφία και στα Από­κρυφα. Βλ. λ.χ. το δεύτερο κάθισμα μετά την α' στιχολογία, στον Όρθρο της Κυριακής του πλ. δ' ήχου: «και το φως εν τω τάφω ορών κατεπλήττετο», όπως και Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 230ε.67. Πρβλ. Β' Κορ. 3,11.68. Ματθ. 12, 42.69. Κατά τούτο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Πρωτοπρεσβυ­τέρου καθηγητού Ιωάννου Ρωμανίδη, η Πατερική Παράδοση πλη­σιάζει τον εμπειρισμό του Διαφωτισμού (όπου η εμπειρική εξακρίβω­ση είναι το μόνο θεμέλιο ακριβούς γνώσεως) και όχι το μεταφυσικό και λογικό στοχασμό περί της πραγματικότητας, που στο φραγκικό Με­σαίωνα ήταν το θεμέλιο της θεολογίας. Ιστορικοδογματική Εισαγω­γή, ένθ' ανωτ., σ. 14ε.70. Κεφάλαια θεολογικά, 1,31 PG 90,1096Α.71. Λόγος 32, Περί της εν διαλέξεσιν ευταξίας 15, PG 36,192Α.72. Εν προκειμένω ενθυμούμαστε τη σπάνια και κατ' εξαίρεσιν σωτηρία ειδωλολατρών και αιρετικών μετά θάνατον, έπειτα από προσευχές Αγίων. Τέτοιες περιπτώσεις αναφέρει ο Γεννάδιος Σχολάριος. Βλ. Θ. ΖΗΣΗΣ, Γεννάδιος Β' Σχολάριος, Ανάλεκτα Βλατάδων 30, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 19982, σ. 466.73. Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 195.74. Πρωτοπρεσβύτερος Ιω. Ρωμανίδης, Δογματική, ένθ' ανωτ., σ. 264.75. Κ. ΚΑΚΟΛΥΡΗΣ, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σς. 171ε. 1893ε. Εδώ μαρτυρείται και η διαφορετική εμφάνιση του Αγίου Φωτός, ως συννέφου, βροχής, περιστεράς, αστραπής και πολύχρωμου φωτός ως μορφών που μας παραπέμπουν απ' ευθείας στις αγιογραφικές θεοφάνειες.76. Αυτό συνέβη και στον Όσιο Κοσμά (10ος αι.), ηγούμενο Μονής κοντά στον ποταμό Σάγαρι, όπως μας διηγείται το Συναξάρι του, της 5ης Οκτωβρίου. Βλ. και ΑΡΧΙΜ. ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Οπτασία φοβερά του Αγίου Κοσμά, Αθήναι 19852, σ. 108.77. Αυτό εβίωσε ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός. Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός, ένθ' ανωτ., σ. 48.78. Το κείμενο είναι του Αγίου Μάρκου του Ερημίτου (Κεφάλαια Νηπτικά 26, PG 65,1064D-1065B) ή του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου (Ομιλία 8,2.3 PG 34,528D-529C)· η παράθεση από το Αγιος Μάρκος ο Ασκητής, Βάπτισμα άσκησις και ελευθερία, Εισαγωγή - νεοελ. απόδοσις - σχόλια από αδελφούς της Ι. Μονής Κουτλουμουσίου, έκδ. Ιερόν Κοινόβιον του Κουτλουμουσίου, Άγιον Όρος 1991, σσ. 70εε.79. Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 3, 30 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1, 565· «Μυστικαί δ' οράσεις διαφό­ρων γίνονται πραγμάτων, όντων, μελλόντων, αισθητών, νοητών, προσύλων, αΰλων, προβεβηκότων, υποβεβηκότων και άλλοτε άλλως, και διαφόρως τούτων έκαστον αποκαλύπτονται τη δυνάμει των ορώντων αναλόγως και τοις οικονομουμένοις καταλλήλως πράγμασι».80. Τα εκατόν Γνωστικά Κεφάλαια 40, Κείμενο-μετάφραση-σχόλια Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, εκδ. Ο Άθωνας, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 91, απ' όπου και η μετάφραση.81. Περί πονηρών λογισμών 18, PG 79,1221Β. Το χωρίο και εν Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 6 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1, 415.82. Κεφάλαια πρακτικά προς Ανατόλιον 70, PG 40,1244Α. Βλ. και εν Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αντιρρητικός 7, (13) 49 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3, 499.83. Λόγος 44, Εις την καινήν Κυριακήν 3, PG 36, 609C.84. Αντιρρητικός 7, (13) 49 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 3,499.85. Τα κτιστά αποτελέσματα των ακτίστων ενεργειών αποτελούν βέ­βαια και την απόδειξη της υπάρξεως των ενεργειών για όσους δεν έρχον­ται σε άμεση αντίληψη των ενεργειών δια της θεοπτίας. Βλ. Αγιος Γρηγοριος ο Παλαμάς, Περί θεοποιού μεθέξεως 21, Π. Χρήστου, Συγγράμματα 2, 155· «Αλλά γαρ των ειρημένων απόδειξις τα κατ' αίσθη­σιν δήλα σημεία παραληφθέντα προς καιρόν, ως άρα και τους μη πάμπαν ισχυρογνώμονας πείσαι... μετέσχε δε [ζωής] και η εν Ιόππη Ταβηθά και ο εν Τρωάδι νεανίας Εύτυχος, ο μεν αφή Παύλου, η δε φωνή Πέτρου. Ποίας μετεχόντων τούτων ζωής; Ου της ζωοποιού ην είχεν, αλλ' ου μετείχεν ο δεσπότης;». Πρβλ. και Ρωμ. 1, 20.86. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η εμπειρία του Άγγλου προσκυ­νητή Mandeville, (Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα, σ. 186ε) ο οποίος δεν είδε ουρανόπεμπτο φως, αλλά μόνο το άναμμα της κανδήλας (αν βέβαια θεωρηθεί η μαρτυρία του εν γένει αξιόπιστη). Ομοίως και η εμπειρία του Ρώσου ιεροδιακόνου Ζωσίμου (αυτόθι, σ. 192ε).87. Είναι δυνατόν να δούμε στο θαύμα του Φωτός του Παναγίου Τάφου ένα συνδυασμό των αναφερομένων στην Αγία Γραφή θαυμά­των, αφ' ενός του θεϊκού πυρός που αναλίσκει ύλη (π. χ. Αριθμ. 11,1, Γ' Βασ. 18,38), αφ' ετέρου της προφυλάξεως των δικαίων από το υλικό πυρ δια της θεϊκής δρόσου 9π.χ. Δανιήλ 3,49.50 = Προσευχή Αζαρίου και ύμνος των τριών 25.26).88. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παραπέμποντας σε παλαιότε­ρους Πατέρες, συμπεραίνει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού των φωτι­σμών από τα αποτελέσματά τους· Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων 1, 3,48 Π. Χρήστου, Συγγράμματα 1,459ε. Πρβλ. και Ι. Κορναρακης, Στοιχεία Νηπτικής Ψυχολογίας, έκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 60· «Δηλαδή εν τη περιπτώσει ταύτη [σατανικού φωτός] κυρίως το συναίσθημα θα πληροφόρηση αυτόν [το Νηπτικό] περί της θείας ή σατανικής προ­ελεύσεως του φωτός».89. Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον 48,1PG 58,487· «Τούτου τοίνυν μη προχωρούντος, παρείδε το εαυτού, ώστε μη την κόλασιν αυτοίς αυξήσαι».90. Βλ. ενδεικτικώς Ματθ. 9,27-31, Μάρκ. 9,16-28. Ωστόσο ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει πως ο Χριστός από εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία να ακούσουν περί αυτού, απαιτεί την πίστη μετά το θαύμα, και όχι πριν· έτσι συνέβαινε στα πρώτα θαύματα της δρά­σεώς Του, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός. Εις το κατά Ιωάννην, 37, 2 PG 59,209. Αντιθέτως ο καθηγητής Καλοκύρης παραδέχεται τη θρησκει­ολογική αρχή ότι το θαύμα είναι «παιδί της πίστεως». Το αρχιτεκτονι­κό συγκρότημα, σ. 20.91. Λουκ. 2, 34.92. Λουκ. 13,10-17.93. Ιω. 11, 45-53.94. Ματθ. 27, 45-54. Μάρκ. 15, 33-39, Λουκ. 23, 44-48· Ματθ. 28,11-15 Πράξ. 2, 41. 4,16.17. 5,12-16 κ.ά.95. Ιω. 8, 59.10, 30.31.96. Ματθ. 9, 34.12, 24-32, Μάρκ. 3, 22-30, Λουκ. 11,14-16.12,10.97. Βλ. Ιακ. 1,13-16.98. Πρβλ. ενδεικτικώς Α' Κορ. 14, 22. Βλ. και υποσημείωση 6.99. Ο Κύριος γνώριζε ότι ο Φαραώ θα σκληρυνθεί από τη χάρη Του, εξ αιτίας της δικής του κακίας, αλλά τη σκλήρυνσή του αυτή τη χρησιμοποίησε ο Θεός για παραδειγματισμό. Βλ. Έξοδ. 14,4· ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί (Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός 5, PG 31, 341): «Εσκλήρυνε δε αυτόν, τη μακροθυμία και τη της τιμωρίας αναβολή επιτείνων αυτού την κακίαν, ίνα εις τον έσχατον όρον αυξηθείσης αυτού της πονηρίας, το δίκαιον επ' αύτώ της θείας κρίσεως διαφανή».100. Ιω. 20, 29.101. Εις τας Πράξεις PG 60, 196· η παραπομπή αυτή είναι ωστόσο λανθασμένη· την πραγματική προέλευση του χωρίου δεν κατορθώσα­με να εντοπίσουμε.102. «Θρησκευτικός πρωτογονισμός», Καθημερινή, 7 Μαΐου 2000.103. Το κείμενο βλ. στο αξιόλογο περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία, έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι φίλοι του Αγίου Όρους» 40 [Θέρος 1994] σσ. 2-10. Βλ. σχετικώς και Μονάχος Θεόκλητος Διονυςιατης, Κύματα άγρια θαλάσσης, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1990 (μεταξύ πολλών άλλων σχετικών του π. Θεοκλήτου). Πρεσβύτερος Β. Βολουδακης, Ορθοδοξία και Χρ. Γιανναράς, εκδ. «Υπακοή», Αθήνα 1993. Πρεσβύτερος Κ. Καραϊςαριδης, Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και το λειτουργικό του έργο, Θέματα Ορθόδοξης Λατρείας 1, εκδ. «Ακρίτας», Αθήνα 1998, σ. 251ε.104. Α'Κορ. 2,15.105. Πρβλ. Ιω. 7,24 καί Α' Βασ. 16,7. Βλ. και Αγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Περί όρου ζωής 23, PG 89, 129Α· «Τις γαρ αν και αγνοείν προσποιήσαιτο ότι ου προς τας εκβάσεις των πραττομένων οι τοιαύτα πράττοντες κρίνονται, αλλά προς τας διαθέσεις καθ' ας γίνο­νται τα γινόμενα;»106. Αγιοι μακάριος κορινθου, Νικόδημος Αγιορείτης, Νικηφό­ρος ο Χιος και Αθανάσιος ο Πάριος, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, ένθ' ανωτ., σ. 314.107. Θυμίζει τη διήγηση για τα θαύματα που επιτελούσαν ακόμη και τα ενδύματα και η σκιά των Αποστόλων, ως φορείς της θείας χά­ριτος. Βλ. Πράξ. 5,15.19,12.108. Πρβλ. Ιω. 7, 49.109. Α' Ιω. 4,1.110. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, αναθεματισμός 22ος (6ος στα κα­τά Ιωάννου του Ιταλού κεφάλαια): (μτφρ) «Σε αυτούς που δεν δέχο­νται με καθαρή πίστη και απλή και ολόψυχη καρδιά τα εξαίσια θαύ­ματα του Σωτήρος ημών και Θεού, και της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, η οποία τον έτεκε αχράντως, και των λοιπών Αγίων, αλλά που προσπαθούν με σοφιστικές αποδείξεις και λόγια να τα κατηγορούν ως αδύ­νατα ή να τα παρερμηνεύουν κατά πως νομίζουν οι ίδιοι και να τα προ­βάλλουν κατά τη δική τους γνώμη, ανάθεμα α'».111. Ιησ. Ν. 2,11.

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ
Θεολογικές επισημάνσεις
Νικολάου Ζήση
Εκδόσεις: "Βρυέννιος" 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

pilatos

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΛΑΤΟ

Υπό Λεωνίδου Φιλιππίδου

Ο Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης (1898-1973), θρησκειολόγος διεθνούς κύρους και ακτινοβολίας υπήρξε μια περίλαμπρη προσωπικότητα που προσέφερε πολλά στην Ορθόδοξο Εκκλη­σία και στην Ελληνική πολιτεία, υπηρετώντας κατά καιρούς σε διάφορες επιτελικές θέσεις. Διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας των θρησκευμάτων στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και πρύτανις τού Πανεπιστημίου (1965-66). Η βαθειά του ευσέβεια, ο πλούτος των γνώσεών του, η επιστημονι­κή του ευσυνειδησία, η γλωσσική του κομψότης και η ακαταπό­νητη φιλοπονία του καθρεπτίζονται στα πλούσιο συγγραφικό του έργο. Ήταν τόσο ακριβής στην επιστημονική του εργασία, ώστε ήταν ικανός για να ελέγξη μια πληροφορία να κάνη ειδικό ταξείδι στο εξωτερικό!

Το κείμενο που παραθέτουμε εδώ προέρχεται από το μνη­μειώδες και ανεπανάληπτο έργο του, «Ιστορία της εποχής της Κ. Διαθήκης εξ επόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής» (Αθήναι 1958, σελ. 976), σελ. 539-584. Από την αυστηρή καθαρεύου­σα το μεταφέραμε στην καθομιλουμένη, εξομαλύναμε κάπως την φράσι και το ελαφρώσαμε λίγο από παραπομπές και υποσημειώ­σεις. Περιδιαβάζοντας σ' αυτό ζούμε συγκινητικές στιγμές θαυ­μάζοντας το μεγαλείο τού πάσχοντος Μεσσία ανάμεσα στον μα­νιασμένο όχλο των Εβραίων και στον αιωρούμενο εδώ και 'κει καλό αλλά και συμφεροντολόγο Ρωμαίο ηγεμόνα.

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλης

 Α' Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ

Αφού ωδήγησαν oι Εβραίοι τον Ιησού στο πραιτώριο, όπου είχε την έδρα του ο Πιλάτος, «δεν μπήκαν σ' αυτό για να μη μολυνθούν, αλλά για να φάνε το πάσχα» (Ιω. 18,28). Θα μολύνονταν γιατί θα έμπαι­ναν σε περιοχή όπου υπήρχαν ένζυμα.

Ήταν περίπου η 6η πρωινή ώρα της Παρασκευής, 14ης Νισάν. Από την 6η απογευματινή ώρα της Παρασκευής άρχιζε η 15η Νισάν, η πρώτη ημέρα της επταήμερης εορτής τού Πάσχα, που τότε συνέπιπτε με Σάββατο. Αυτή την ημέρα και επί επτά ημέρες δεν επιτρεπόταν στους Εβραίους να τρώνε, ακόμη και να βλέπουν ένζυμο άρτο: «Θα θυσιάσης το πάσχα στον Κύριο τον Θεόν σου... Δεν θα φας κατ' αυτό ένζυμο. Επτά ημέρες θα τρως άζυμα... Δεν θα αντικρύσης ζύμη σ' όλη την περιοχή σου επί επτά ημέρες» (Δευτερ. 16,2-3). Σε περίπτωσι κατά την οποία μολύνονταν μπαίνοντας σε περιοχή ένζυμων ή με άλλο τρό­πο, δεν μπορούσαν να εορτάσουν το πάσχα παρά μετά από ένα μήνα, και κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις καθάρσεως.

Στο πραιτώριο μπήκε μόνο ο Ιησούς, όπως συμπεραίνεται καθα­ρά από το Ιωάν. 18,33. Πιθανώτατα θα τον παρέλαβαν οι στρατιώτες της φρουράς.

Ο ηγεμόνας πληροφορήθηκε τα καθέκαστα. Είχε λάβει πικράν πείραν από τον θρησκευτικό φανατισμό του όχλου. Γι’ αυτό, αφού έτσι το απαιτούσε η περίστασις, βγήκε εκείνος έξω προς αυτούς, για να μη θιγούν τα θρησκευτικά τους ήθη.

Ο Πιλάτος δεν μάθαινε πρώτη φορά για τον Ιησού εκείνη την στιγμή, διότι κατά την νυκτερινή σύλληψι του Ιησού από τους Εβραίους είχε λάβει ενεργό μέρος και οργανωμένο τμήμα στρατού, πράγμα που βέβαια ήταν σε γνώσι τού Πιλάτου και με την άδεια του, αφού ήταν προϊσταμένη αρχή κατοχής.

Αφού βγήκε από το πραιτώριο ο Πιλάτος και αφού είδε τον Ιησού που έφεραν εκεί, ερώτα τους Εβραίους: «Τι κατηγορία έχετε εναν­τίον αυτού του ανθρώπου»; (Ιω. 28,29).

Η ερώτησις ήταν επιβεβλημένη, διότι κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο, ο ηγεμόνας δεν μπορούσε να προχώρηση σε ανακριτική ενέργεια η δια­δικασία εναντίον κάποιου προσώπου, αν oι κατήγοροι δεν απάγγελλαν εναντίον του συγκεκριμένη κατηγορία. Αλλά τέτοια κατηγορία δεν εί­χαν απαγγείλει oι Εβραίοι εναντίον τού Ιησού, όπως συμπεραίνεται και από την σχετική σιωπή των δύο πρώτων συνοπτικών1.

Το ερώτημα του Πιλάτου ήταν φυσικώτατο και δεν αναμενόταν να προκαλέση δυσφορία. Εν τούτοις ο τρόπος με τον οποίο απάντησαν οι Εβραίοι δείχνει ότι εθίγησαν. Η απάντησίς τους παρουσιάζει κάποιο φόβο για ενδεχόμενη υπεκφυγή του Πιλάτου και εκβιασμό ώστε να αποφύγη την υπόθεσι. Ακόμη η απάντησίς τους προδίδει ύπαρξι οξύτη­τας από πριν στις σχέσεις του με τους Εβραίους. Με αυτές τις πραγμα­τικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις οι Εβραίοι «αποκρίθηκαν και εί­παν σ’ αυτόν: Εάν αυτός δεν ήταν κακοποιός, δεν θα σου τον παραδί­δαμε» (Ιωαν. 18,30).

Η ιταμή αυτή απάντησις δεν ικανοποίησε τον Πιλάτο, διότι «κα­κοποιός» σήμαινε γενική και αόριστη κατηγορία που δεν εξέφραζε συγ­κεκριμένο αδίκημα. Εύλογα από αυτό συμπεραίνει ο Πιλάτος, όπως κα­ταφαίνεται και από την εν συνεχεία απάντησί του, ότι ο Ιησούς δεν εί­χε ακόμη δικασθή από τους φυσικούς του δικαστές. Αυτοί, είναι προ­φανές, ότι κατά την επαφή τους με τον Πιλάτο απέκρυψαν από αυτόν, σκοπίμως βέβαια, την διαδικασία ενώπιον τού Μεγάλου Συνεδρίου και την ενοχοποίησί του για θάνατο, όπως το συμπεραίνουμε από την ίδια εν συνεχεία απάντησί τού Πιλάτου. Και τούτο το έκαναν διότι η δίκη διεξήχθη πάνω σε θρησκευτική κατηγορία, δηλαδή επρόκειτο για ενδοεβραϊκή διένεξι η οποία δεν ενδιέφερε τον Πιλάτο και η οποία θα ματαίωνε την συνέχισι της διαδικαστικής επαφής μαζί του.

Έτσι εξηγείται και η απάντησις τού Πιλάτου: «Είπε λοιπόν σ’ αυ­τούς ο Πιλάτος· να τον λάβετε εσείς και κατά τον νόμον σας να τον κρί­νετε» (Ιωάν. 18,31) «αφού δηλαδή είναι «κακοποιός», γιατί τον ωδηγήσατε σε μένα; Δεν γνωρίζετε ότι εσείς έχετε δικαίωμα να ανακρίνετε και να δικάζετε τους ομοεθνείς σας, με βάσι τους δικούς σας νόμους; Λάβετε τον και δικάστε τον σύμφωνα με τον νόμο σας».

«Είπαν λοιπόν σ' αυτόν οι Ιουδαίοι˙ Σ' εμάς δεν επιτρέπεται να φονεύσουμε κανένα» (Ιωάν. 18,31), έχοντας προφανώς επίγνωσι, ότι είχαν εξουσία μέχρι του να θανατώνουν, αλλά τώρα τους είχε αφαιρεθή αυτή από τους Ρωμαίους. Αυτήν την εξουσία, το δικαίωμα να θανα­τώνουν, η ρωμαϊκή αρχή το είχε επιφυλάξει αποκλειστικό δικαίωμα για τον εαυτό της με το «δίκαιο του ξίφους».

Με την απάντησί τους αυτή οι Εβραίοι προδίδονται, χωρίς να το λένε σαφώς, ότι έχουν σχηματισμένη γνώμη για τον Ιησού, πως υπέ­πεσε σε έγκλημα που συνεπάγεται θάνατο. Ωστόσο δεν απεκάλυπταν ότι το έγκλημα αυτό είναι θρησκευτικού χαρακτήρος και ότι τούτο εκδι­κάσθηκε από το Συνέδριό τους. Αντίθετα, όπως φανερώνεται από την ερώτησι τού Πιλάτου, στον μεθεπόμενο στίχο, προς τον Ιησούν, «συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;», οι Εβραίοι άφησαν την αόριστη κα­τηγορία ότι ο Ιησούς είναι «κακοποιός» γιατί κινδύνευσε να ματαιωθή η συνέχεια της επαφής τους με τον Πιλάτο και διεμήνυσαν στον Πιλάτο ή έβαλαν τον όχλο να φωνάζη ότι ο Ιησούς αντιποιείται βασιλικό αξίω­μα, υποπίπτει δηλαδή σε συγκεκριμένο έγκλημα. Αυτό το έγκλημα εμ­πίπτει στα πλαίσια τού Ρωμαϊκού Δικαίου και τιμωρείται με την ανώτα­τη των θανατικών ποινών, δηλαδή με την σταύρωσι.

Τόσο η απόκρυψις από τον Πιλάτο τού θρησκευτικού αδικήματος και της δίκης στο Συνέδριο, όσο και η με απότομη στροφή επινόησις πολιτικού αδικήματος αποσκοπούσε σε τούτο: στην οπωσδήποτε εξόντωσι τού Ιησού με σταύρωσι δια της ρωμαϊκής αρχής. Τούτο αποδει­κνύει και το σχόλιο που κάνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην απάντησί των Εβραίων. «σ' εμάς δεν επιτρέπεται να θανατώνουμε κανένα»: «Για να εκπληρωθή ο λόγος τού Ιησού που είπε δείχνοντας με ποιο θάνατο επρόκειτο να πεθάνη» (Ιωάν. 18,32).

Προβάλλοντας ενώπιον τού Πιλάτου την πολιτική κατηγορία της αντιποιήσεως βασιλικού αξιώματος, οι Εβραίοι προέβαιναν, με τρόπο πονηρό και καταχθόνιο, και σε ευθυγράμμισι της πολιτικής αυτής κατη­γορίας με την θρησκευτική κατηγορία που απαγγέλθηκε από το Συνέ­δριο για αντιποίησι από τον Ιησού μεσσιακής ιδιότητος με έννοια κο­σμική, με έννοια δηλαδή μεσσία ως κοσμικού βασιλέως. Έτσι στην μεν νυκτερινή δίκη τού Συνεδρίου τους που την απέκρυψαν από τον Πιλά­το, απέκρουσαν την μεσσιακή ιδιότητα τού Ιησού, τώρα δε τον παρου­σιάζουν ενώπιον τού Πιλάτου σαν ένοχο εγκλήματος προσβολής τού αυτοκράτορος, που στις επαρχίες συνήθως ετιμωρείτο με σταύρωσι.

Διαφαίνεται πλέον με ευκρίνεια η όλη πλεκτάνη, το όλο εβραϊκό σχέδιο και ο τελικός του σκοπός.

Σ' αυτό το σημείο ακριβώς προβάλλει η πρώτη παρανομία τού Πιλάτου. Έπρεπε να διαμαρτυρηθή στους Εβραίους, διότι αυτοί συνέλαβαν τον Ιησούν για πολιτικό έγκλημα, ενώ αρμόδια για την σύλληψι πολιτικού εγκληματία ήταν τα όργανα της ρωμαϊκής εξουσίας, και μάλιστα αν έπαιρναν εντολή από τον Ηγεμόνα. Βέβαια συμμετείχαν και Ρωμαίοι στρατιώτες στην σύλληψι τού Ιησού, αλλά όχι στο όνομα της ρωμαϊκής εξουσίας ή κατόπιν εντολής της. Συμμετείχαν σαν βοηθητικοί παράγοντες τού Μ. Συνεδρίου, που για θρησκευτική κατηγορία έδωσε εντολή συλλήψεως. Οι στρατιώτες εκλήθησαν σ' αυτό από το Μ. Συνέ­δριο.

Σύμφωνα με την μεικτή νομοθεσία που ίσχυε στην Παλαιστίνη, έπρεπε να τηρηθή κάποια τάξις προκειμένου για Εβραίο που κατηγορείτο για πολιτικό έγκλημα. Έπρεπε δηλαδή να τον καταγγείλουν οι Εβραίοι στην ρωμαϊκή αρχή. Έπειτα έπρεπε να εκδώση ο Πιλάτος έν­ταλμα συλλήψεως, εάν από πρόχειρη προανάκρισι επείθετο για το βά­σιμο της καταγγελίας. Έπρεπε να εκτελεσθή το ένταλμα αυτό από τα στρατιωτικά όργανα τού Ρωμαίου ηγεμόνος μετά από τυπική άδεια τού προέδρου τού Μ. Συνεδρίου. Και έπειτα να προχωρήση ο Πιλάτος στην εκδίκασι της υποθέσεως τού κατηγορουμένου, Εβραίου στο γένος και Ρωμαίου στην υπηκοότητα.

Αλλά ας συνεχίσουμε την αφήγησι στην φυσική αλληλουχία των φάσεων της.

Οι Εβραίοι δεν περιορίσθηκαν στην προς τον Πιλάτο κατηγορία τού Ιησού, ότι θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα των Ιουδαίων, κατη­γορία που συμπεραίνεται, όπως είπαμε, από την απάντησί τού Πιλάτου. Αλλά προχώρησαν. Προφανώς από φόβο μήπως ο Πιλάτος εκλάβη και αυτήν την Ιουδαϊκού περιεχομένου κατηγορία σαν ενδοϊουδαϊκή υπόθεσι, όπως και πραγματικά συνέβη. Όπως συμπεραίνεται από το χωρίο Ιωάν. 19,152 συνύφαναν και συνέκλωσαν μ’ αυτήν και άλλες δύο κατηγορίες. Αυτές αναφέρονταν σαφώς στην δημόσια τάξι και στο πρόσωπο τού Ρωμαίου αυτοκράτορος. Δηλαδή επρόκειτο για κατηγο­ρίες σαφώς πολιτικού περιεχομένου που συνεπάγονταν θάνατο, ώστε ο Πιλάτος να αναγκασθή να λάβη θέσι καταδικαστική απέναντι στον Ιησού. Έτσι συναποτελέσθηκε τριπλή κατηγορία πολιτικού περιε­χομένου. Γι' αυτήν μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, εξιστο­ρώντας πως μόλις έφεραν τον Ιησού στον Πιλάτο «άρχισαν να τον κα­τηγορούν, λέγοντας: Τούτον τον βρήκαμε να διαστρέφη και να αναταράζη το έθνος μας και να εμποδίζη να δίνουμε φόρους στον Καίσαρα και να λέη ότι είναι Χριστός βασιλεύς» (Λουκ. 23,2).

Δηλαδή κατηγόρησαν τον Ιησού ότι α) φέρνει αναταραχή στο Ιουδαϊκό έθνος, διασαλεύοντας την δημόσια τάξι, β) εμποδίζει τον λαό να πληρώνη τους νόμιμους φόρους στον αυτοκράτορα της Ρώμης και γ) θεωρεί τον εαυτό του σαν κεχρισμένο βασιλέα μας, σφετερίζεται δη­λαδή ιδιότητα, που ανήκει μόνο στον αυτοκράτορα, τον μόνο πραγματι­κό μας βασιλέα.

Την πρώτη κατηγορία κατά τού Ιησού, ότι παρακινεί τον λαό σε επανάστασι, επεξηγούν οι Εβραίοι πιο κάτω: «Ανασείει (=αναταράζει) τον λαό, διδάσκοντας σ' όλη την Ιουδαία. Άρχισε από την Γαλιλαία και έφθασε έως εδώ» (Λουκ. 23,5). Δεν αποσαφηνίζουν το περιεχόμε­νο της διδασκαλίας του. Σιώπησαν τον τρόπο της διδασκαλίας του. Υπογραμμίζουν την αναταραχή τού λαού, για να προσδώσουν στο αδί­κημα χαρακτήρα διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως. Και όπως εκφρά­ζονται, συναρτώντας την κατηγορία αυτή με την επόμενη, αποσκοπούν προφανώς στο εξής: στο να δημιουργήσουν στον Πιλάτο την εντύπωσι ότι η διδασκαλία τού Ιησού ήταν πολιτικού περιεχομένου, δηλαδή επα­ναστατική κατά της κυριάρχου ρωμαϊκής αρχής. Το ήξεραν καλά ότι μία διδασκαλία θρησκευτικού περιεχομένου δεν θα ενδιέφερε τον Πιλάτο και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους.

Η πρώτη αυτή κατηγορία ήταν κατά δύο τρόπους ψευδής: α) Διότι η διδασκαλία τού Ιησού δεν ήταν πολιτικού περιεχομένου και β) Διότι ο Ιησούς διδάσκοντας και θαυματουργώντας δεν «ανέσειε» τον λαό. Δεν απέβλεπε στο να εντυπωσιάση. Αντίθετα συνιστούσε αποφυγή θορύβου. Και ο ίδιος εξαφανιζόταν όταν αντιλαμβανόταν κο­σμοσυρροή. Όπου ο λαός εκδηλωνόταν, εκδηλωνόταν ενθουσιωδώς υπέρ τού Ιησού και εντελώς αυθόρμητα.

Η δεύτερη κατηγορία ήταν επίσης ψευδής.  Διότι τουναντίον ο Ιησούς συνιστούσε την πληρωμή των νομίμων φόρων στον Καίσαρα. Ακόμη είναι και κακοήθης η κατηγορία, διότι αυτή την σύστασι την είχε κάνει ο Ιησούς σ' αυτούς τους κατηγόρους του. Επομένως ψεύδονταν ενσυνείδητα. Και την είχε κάνει την σύστασι αυτή έντονα σε αντίκρουσι παγιδευτικής απόπειράς των, για να του αποσπάσουν αντί­θετη σύστασι. Συνεπώς διαστρέφουν τώρα την σχετική σύστασι τού Ιησού σε αρνητική, που ο Ιησούς με έμφασι είχε αποκρούσει. Αυτή η κακοήθεια αποτελεί επίτασι τού ψεύδους, εν γνώσει των βαρύτατων συνεπειών, που θα συνεπαγόταν τούτο όταν πιστευόταν.

Και η τρίτη κατηγορία ήταν όμοια ψευδής, διότι ο Ιησούς είχε αποκρούσει έντονα την απόδοσι σ' αυτόν της ιδιότητος κοσμικού βασι­λέως. Μιλούσε συνεχώς για βασιλεία τού Θεού ή για βασιλεία ουρα­νών και για τίποτε δεν λογάριαζε όλες τις βασιλείες της οικουμένης, με τις οποίες αντιδιέστελλε την δική του ουράνια θεϊκή βασιλεία. Και την νομιμοφροσύνη του απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική εξουσία την είχε επιδείξει και με άλλο τρόπο, αλλά και με την ολοπρόθυμη θεραπεία τού δούλου τού εκατοντάρχου. Εκατόνταρχος εσήμαινε Ρωμαίος αξιωματι­κός της αυτοκρατορίας που έφερε πάνω του τα εμβλήματα τού αυτοκράτορος.

Γι’ αυτούς τους λόγους ο Πιλάτος είχε, όπως φαίνεται, άριστη ιδέα για τον Ιησού. Διότι μόνο στην εισήγησι τού Πιλάτου πρέπει να αποδοθή η μετά την ανάστασιν τού Ιησού επιμονή τού αυτοκράτορος Τιβερίου να τιμήση τον Ιησού. Την εποχή εκείνη που αναμειγνύονταν οι θρησκείες και οι θεοί, ο Τιβέριος επέμεινε να συγκαταριθμηθή και ο Ιησούς μεταξύ των θεών, εάν η σχετική παράδοσις αληθεύη3.

Από τα τρία άρθρα της πολιτικής κατηγορίας των Εβραίων εναν­τίον τού Ιησού, ο Πιλάτος προσέχει στο τρίτο, δηλαδή στην δήθεν αντιποίησι βασιλικού αξιώματος. Η κατηγορία αυτή ήταν πραγματικά η πιο βαρειά, διότι συμπεριλάμβανε τις δύο άλλες. Εάν αυτή αποδεικνυό­ταν αληθινή, οι άλλες δεν χρειάζονταν καμμία απόδειξι, σαν φυσικές συνέπειές της.

Όφειλε ο Πιλάτος τώρα να προχωρήση αμέσως στην ουσία της κατηγορίας, ακριβώς διότι, κατά την αντίληψι τού Δικαίου που και τότε ίσχυε «majestatis crimen omnium accusatorum complementum erat»4.

«Εισήλθε λοιπόν πάλι στο πραιτώριο ο Πιλάτος και φώναξε τον Ιησού και τού είπε, «συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων»; (Ματθ. 27,11).

Από την στιγμή αυτή κυρίως αρχίζει η ανάκρισις, προχωρεί δηλα­δή ο Πιλάτος στην ουσιαστική εξέτασι της κατηγορίας για να εξακρίβω­ση το βάσιμο ή αβάσιμό της και για να σχηματίση δικαστική γνώμη. Η αντιποίησις βασιλικού αξιώματος ήταν έγκλημα θανάσιμο. Γι' αυτό η ερώτησις τούτη τού Πιλάτου, έστω κι αν σκεφθούμε ότι ενέχει ειρωνεία ή αμφιβολία, είναι εν τούτοις βασική ερώτησις για να διαπιστωθή ή όχι το θανάσιμο έγκλημα που καταγγέλλεται.

«Αποκρίθηκε σ' αυτόν ο Ιησούς· «από μόνος σου συ το λες αυτό ή άλλοι σου το είπαν για μένα;» (Ιωάν. 18,34).

Ο Ιησούς δεν απαντά στο ερώτημα τού Πιλάτου, αλλά τού απευ­θύνει άλλο ερώτημα. Αυτό το κάνει, όχι γιατί δεν γνωρίζει τους κατηγό­ρους, αλλά γιατί ήθελε να ξεσκεπάση την πονηρή γνώμη των Ιου­δαίων, όπως παρατηρεί εύστοχα ο Ιερός Χρυσόστομος· για να αποσπά­ση δηλαδή από το στόμα τού Πιλάτου την ομολογία ότι οι Εβραίοι τον κατηγορούν για έγκλημα, για το οποίο ο ίδιος σαν υπεύθυνη εξουσία, σαν εκπρόσωπος τού Αυτοκράτορος, δεν είχε κανένα στοιχείο.

Με την ερώτησι δηλαδή αυτή ο Ιησούς απέδιδε στον Πιλάτο την μομφή: «Που, σε ποια δικά σου αυθεντικά στοιχεία στηρίζεσαι και μου απευθύνεις τέτοια ερώτησι, αφού τέτοια δεν υπάρχουν και εν τοιαύτη περιπτώσει, επιτρέπεται να δίνης πίστι σε όσα ανεύθυνα και αναπόδεικτα σου καταγγέλλουν οι Εβραίοι, των οποίων άλλωστε γνωρίζεις τις διαθέσεις απέναντί σου»;

Γι' αυτό και η μομφή αυτή έθιξε τον Πιλάτο και σε ύφος ζωηρό, «αποκρίθηκε ο Πιλάτος· «μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος; Το δικό σοι έθνος και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σ' εμένα. Τι έχεις κάνει»; (Ιωάν 18,35). «Τι με ρωτάς; Μήπως εγώ είμαι Εβραίος, για να γνωρίζω τι έ­χετε μεταξύ σας; Οι ομοεθνείς σου και οι άρχοντες σου σε παρέδωκαν σε μένα; τι έκανες»;

Η απάντησις τού Πιλάτου ήταν φυσική. Προδίδει όμως την δυσ­φορία του, διότι έχει πάλι δοσοληψίες με τους Εβραίους, που τού ήταν τόσο αντιπαθείς. Η απάντησίς του και μάλιστα η ερώτησις προς τον Ιησού, «τι έκανες;» προδίδει ότι ο Πιλάτος από την προηγούμενη ερώτησι τού Ιησού, αντιλήφθηκε ότι ήταν ανυπόστατη η κατηγορία, και ζήτησε να μάθη από τον Ιησού τι έκανε, ώστε ν’ αποδώσουν σ’ αυτόν οι ομοεθνείς του τέτοια κατηγορία.

Επί πλέον η απάντησις τού Πιλάτου δείχνει και τα εξής: α) Ποτέ μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έλαβε αφορμή η ρωμαϊκή αρχή να ασχοληθή με τον Ιησού ή να υποπτεύση ότι είναι επικίνδυνος στο κυρίαρχο κράτος. Για πρώτη φορά τώρα προσάγεται σε δίκη ο Ιησούς από τους ομοεθνείς του για τέτοια κατηγορία. Εν τω μεταξύ εγνώριζε ο Πιλάτος ότι οι Εβραίοι κάθε άλλο παρά νοιάζονταν για το ρωμαϊκό κράτος, ώστε να αναστατώνωνται δήθεν διότι θίγεται τούτο από τον Ιησού.

β) Ο Πιλάτος είναι αηδιασμένος από τους Εβραίους και με δυσ­φορία αντιμετωπίζει κατ’ ανάγκη την νέα αυτή ενόχλησί τους. Και

γ) Το περιεχόμενο της πολιτικής κατηγορίας το διατύπωσαν οι Εβραίοι και όχι η ρωμαϊκή αρχή.

Ο Ιησούς αντί να απαντήση αν είναι «βασιλεύς των Ιουδαίων» ή όχι, αρχίζει να επεξηγή στον Πιλάτο ποίου είδους είναι η βασιλεία του. «Η βασιλεία μου — λέει — δεν είναι επίγεια. Αν ήταν επίγεια, οι άν­θρωποί μου θα κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να μη παραδοθώ στους Εβραίους. Η βασιλεία όμως η δική μου δεν είναι από εδώ» (Ιωάν. 18, 36).

Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Πιλάτος παραξενεύεται, γιατί ωστόσο ο Ιησούς κάνει λόγο για βασιλεία του. Προϋποθέτει λοιπόν τον εαυτόν του σαν βασιλέα. Έτσι έρχεται φυσική η ερώτησις τού Πιλάτου που ακολουθεί. Ζητεί ο Πιλάτος σαφή απάντησί από τον Ιησού, αν είναι βα­σιλεύς ή όχι. «Είπε λοιπόν σ' αυτόν ο Πιλάτος˙ Είσαι λοιπόν βασιλεύς»; (Ιωάν. 18,37).

Είναι χαρακτηριστική η διαφορά αυτής της ερωτήσεως τού Πιλά­του από αντίστοιχη προηγουμένη. Πιό πάνω ο Πιλάτος ερώτησε τον Ιησού: «Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων»; Τώρα όμως ερωτά: «Εί­σαι λοιπόν βασιλεύς»; χωρίς τον προσδιορισμό «των Ιουδαίων». Από αυτό φαίνεται καλά ότι τον παραξένεψε κάπως η φράσις που χρησιμο­ποίησε δύο φορές απαντώντας ο Ιησούς, «η βασιλεία η δική μου». Μ' αυτήν την φράσι ο ίδιος πια ο Ιησούς, όχι οι κατήγοροί του απέδιδε στον εαυτό του βασιλική Ιδιότητα.

Ο Ιησούς που αντιλήφθηκε από αυτή την ερώτησι ότι ο Πιλάτος παρά την διευκρίνησι που έγινε, δεν κατανόησε ακόμη την διαφορά ανάμεσα σε ουράνια και επίγεια βασιλεία, αλλά ακόμη τον ερωτούσε αν είναι βασιλεύς με κοσμική έννοια, απαντά: «Συ το είπες ότι εγώ είμαι βασιλεύς. Εγώ γι' αυτό γεννήθηκα και γι’ αυτό ήρθα στον κόσμο για να μαρτυρήσω την αλήθεια. Όποιος είναι από την αλήθεια, ακούει την φωνή μου» (Ιωάν. 18,37).

Δηλαδή: Όχι. Δεν είμαι. Συ λες ότι είμαι βασιλεύς. Εγώ το αρνού­μαι. Και ποτέ δεν ισχυρίσθηκα ότι είμαι βασιλεύς, τέτοιος βασιλεύς κοσμικός και επίγειος, όπως εσύ τον εννοείς.  Εγώ αντίθετα, μία αποστολή έχω σ' αυτήν την γη, και γι’ αυτήν ήρθα: Να κηρύξω την αλήθεια. Όσοι φλογίζονται από την επιθυμία να μη βρίσκωνται στην πλάνη, αυ­τοί με ακολουθούν, με ακούνε και δέχονται την διδασκαλία μου. Δεν εί­μαι λοιπόν βασιλεύς επίγειος, «δεν είμαι τέτοιος που εσύ υποπτεύεσαι» (Ιω. Χρυσόστομος), αλλά κήρυκας και διδάσκαλος της αλήθειας και πνευματικός ηγέτης όσων ποθούν και δέχονται διδασκαλία απαλλαγμέ­νη από σφάλματα και ψέματα, όπως ακριβώς είναι η αληθινή θεογνω­σία που εγώ διδάσκω.

Ο αραμαϊκός ιδιωματισμός «συ λέγεις» ή «συ είπας» έχει αρνη­τική σημασία. Υπογραμμίζει με έμφασι την προσωπική αντωνυμία «εσύ» σε αντίθεσι με την γνώμη τού ομιλούντος «εγώ». Γι’ αυτό ωμιλήσαμε πιο πάνω, στην αντίστοιχη απάντησι τού Ιησού στον αρχιερέα τού Μ. Συνεδρίου. Οι ερμηνείες που δόθηκαν από τον Wettstein (1751) και μετά, ότι η έκφρασις επιβεβαιώνει το ερώτημα, δεν ευστα­θούν. Αυτό φαίνεται ακόμη και από τα συμφραζόμενα. Αν ο Ιησούς βεβαίωνε ότι είναι βασιλεύς, με την έννοια που τον ερώτησε ο Πιλάτος, τότε δεν θάλεγε αμέσως προς τους Ιουδαίους: «Εγώ δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία βάσι για κατηγορία» (Ιωάν. 18,38). Δεν θα σχημάτιζε δηλαδή δικαστική συνείδησι για την απόλυτη αθωότητα τού Ιησού, συνείδησι που την κράτησε σ' όλη την υπόλοιπη διαδικασία.

Κατά το ρωμαϊκό ποινικό δίκαιο η αρχή επιβάλλει την ποινή συγ­χρόνως με την ομολογία τού κατηγορουμένου, με την οποία επιβεβαιώ­νεται η διάπραξις τού αδικήματος. Δηλαδή η ομολογία τού κατηγορου­μένου είχε την πρώτη θέσι στα αποδεικτικά μέσα και καθιστούσε πε­ριττές τις άλλες αποδείξεις.

Την αρνητική έννοια τού αραμαϊσμού διευκρινίζει όχι μόνο η αντί­στοιχη έκφρασις στο χωρίο Λουκ. 22,71, αλλά και η αντίθεσις των εκ­φράσεων στο χωρίο Ματθ. 26,64, «συ είπας — πλην λέγω...» και η δήλωσις τού Πιλάτου προς τους Εβραίους στο χωρίο Μάρκ. 15,12, ότι αυτοί ονομάζουν τον Ιησού βασιλέα των Ιουδαίων— «τον οποίον εσείς λέγετε βασιλέα των Ιουδαίων».

«Λέγει σ' αυτόν ο Πιλάτος· τι είναι αλήθεια»; Και η ερώτησις αυτή μαρτυρεί ότι ήταν αρνητική η απάντησις τού Ιησού στο ερώτημα, αν ή­ταν βασιλεύς, διότι η απάντησις αυτή καθησυχάζει απόλυτα τον Πιλάτο και παύει πια ν' ασχολήται με την υποτιθεμένη βασιλική ιδιότητα τού Ιησού. Αντίθετα βλέποντας αυτός ότι έχει απέναντί του έναν διδάσκα­λο που ισχυρίζεται ότι ήρθε να κηρύξη την αλήθεια, τον ερωτά, «τι εί­ναι αλήθεια»; Η ερώτησις αυτή φανερώνει την εντύπωσι τού Πιλάτου, ότι ο Ιησούς ήταν ιδεολόγος που ερευνούσε άλλους κόσμους υψηλό­τερους. Η ερώτησις διακρίνεται περισσότερο για σκεπτικισμό παρά για επιθυμία γνώσεως, αφού αυτός που ρώτησε δεν περιμένει καν απάντη­σι, αλλά βγαίνει για να δώση τέλος στην υπόθεσι.

«Και αφού είπε αυτό βγήκε πάλι προς τους Ιουδαίους και τους λέ­γει· εγώ δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία ενοχή» (Ιωάν. 18,38). Η δήλωσις αυτή τού Πιλάτου εκφράζει την δικαστική του συνείδησι. Είναι το πόρισμα της πρώτης ανακρίσεως τού Ιησού από τον Πιλάτο, αφ' ότου πείσθηκε απόλυτα για την αθωότητά του και το αβάσιμο των Ιου­δαϊκών κατηγοριών κατά τού Ιησού απέναντι στην ρωμαϊκή εξουσία. Από την έκφρασι «σ' αυτόν» δηλαδή στον Ιησού, συμπεραίνεται κα­θαρά ότι ο Πιλάτος βγαίνοντας από το εσωτερικό διαμέρισμα του πραιτωρίου, όπου είχε μπει για να ανακρίνη τον Ιησού, έβγαλε μαζί του έξω και τον Ιησού που τον έδειξε στο πλήθος των Εβραίων που ήταν έξω από το πραιτώριο.

Ακούοντας οι Εβραίοι αθώωσι και αντικρύζοντας τον Ιησού, δη­μιουργούν αληθινό πανδαιμόνιο. Εκτοξεύουν κατά τού Ιησού σωρεία από κατηγορίες, ενώ εκείνος σιωπά. «Και κατηγορούσαν αυτόν οι αρ­χιερείς με πολλές κατηγορίες» (Μαρκ. 15,3). «Και ενώ κατηγορείτο αυ­τός από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους δεν έδινε καμμία απόκρισι» (Ματθ. 27,12).

Ο Πιλάτος περιέρχεται σε δύσκολη θέσι. Και η ηρεμία τού Ιησού που σιωπά, ερχόμενη σε αντίθεσι με εκείνη την οχλοβοή, τον ενοχλεί. Απ' αυτό εξηγείται ότι «πάλι τον ερωτούσε ο Πιλάτος λέγοντας, «δεν δίνεις καμμία απόκρισι; δες πόσο πολύ σε κατηγορούν» (Μάρκ. 15,4), «δεν ακούς πόσο πολύ σε κατηγορούν» (Ματθ. 27,13). Έπρεπε φυσι­κά μετά την απαγγελία της κατηγορίας από τους κατηγόρους ν’ ακολουθήση η υπεράσπισις τού κατηγορουμένου. Και επειδή απουσιάζουν μάρτυρες υπερασπίσεως, προτρέπεται ο Ιησούς από τον Πιλάτο και προκαλείται έντονα να υπερασπίση τον εαυτό του. Ο Ιησούς όμως πα­ραιτείται από το να υπερασπίση τον εαυτό του και σιωπά. «Ο δε Ιησούς δεν έδωσε πια καμμία απόκρισι, ώστε να θαυμάζη ο ηγεμών υπερβολικά» (Ματθ. 27,14).

Οι Εβραίοι εν τω μεταξύ προσπαθούν με κραυγές να στηρίξουν την πολιτική κατηγορία. Σε αντίθεσι προς την απαλλακτική κρίσι τού Πι­λάτου, ισχυρίζονται ότι ο Ιησούς είναι ένοχος. Συγκεκριμένα «επέμε­ναν και έλεγαν ότι αναταράσσει τον λαό και διδάσκει σ' όλη την Ιου­δαία· αφού άρχισε από την Γαλιλαία ήρθε ως εδώ» (Λουκ. 23,5).

Στο άκουσμα της Γαλιλαίος, ο Πιλάτος βρίσκει διέξοδο από την δύσκολη εκείνη θέσι στην οποία είχε περιέλθει. Αφού δηλαδή διεπίστωσε ότι ο Ιησούς είναι Γαλιλαίος και ότι το αδίκημα που καταγγελλό­ταν είχε αρχίσει να διαπράττεται εκεί, τον στέλλουν αμέσως στον τε­τράρχη της Γαλιλαίας Ηρώδη τον Αντύπα με συνοδεία στρατιωτών, ενώ ακολουθούσαν και οι κατήγοροι με τον όχλο. Τον στέλλει στο μι­κρό ανάκτορο δίπλα στο πραιτώριο, όπου διέμενε ο Ηρώδης5, αφού ήρθε από την Γαλιλαία τις ημέρες εκείνες χάριν των εορτών. «Αφού δε άκουσε ο Πιλάτος Γαλιλαία, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος. Και αφού έμαθε ότι ανήκει στην εξουσία του Ηρώδη, τον έστειλε στον Ηρώδη, που βρισκόταν και αυτός στα Ιεροσόλυμα αυτές τις ημέρες» (Λουκ. 23, 6-7).

Η πράξις αυτή τού Πιλάτου επιβαλλόταν από τις διατάξεις τού ρωμαϊκού δικαίου περί ειδικής δικαστικής υποχρεώσεως των κατεχο­μένων λαών. Σύμφωνα μ' αυτές τις διατάξεις το αδίκημα έπρεπε να δι­κάζεται από τις τοπικές αρχές της περιοχής, όπου διαπράχθηκε ή όπου κατοικούσε ή από όπου καταγόταν ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωσι ο Ιησούς, αν και γεννήθηκε στην Βηθλεέμ, εθεωρείτο ότι καταγόταν από την περιοχή των υποτιθεμένων γονέων του, δηλαδή την Ναζαρέτ, από την οποία και ωνομαζόταν Ναζαρηνός ή Ναζωραίος ή Γαλιλαίος. Και κατηγορείτο ότι άρχισε την επαναστατική του δράσι από την Γαλιλαία. Επομένως το αδίκημα έπρεπε δικονομικά να δικασθή από την τοπική αρχή τού τόπου όπου διαπράχθηκε, αφού ο τόπος ήταν συγχρόνως ο τόπος προελεύσεως τού κατηγορουμένου. Εάν δε διαπι­στωνόταν ότι πρόκειται για θανάσιμο έγκλημα, έπρεπε να τεθή κάτω από την ουσιαστική κρίσι της ρωμαϊκής αρχής.

Αν ο Πιλάτος απεφάσισε να στείλη τον Ιησού στον Ηρώδη από υπαγόρευσι της δικαστικής του συνειδήσεως για αρμοδιότητα λόγω κατοικίας τού κατηγορουμένου ή αν το έκανε απλώς για να αποφύγη το αδιέξοδο στο οποίο τον είχαν περιαγάγει οι Εβραίοι, δεν μπορούμε με βεβαιότητα να το πούμε. Πάντως είναι γεγονός ότι η ενέργειά του αυτή είναι ντυμένη με νομιμοφάνεια, αφού επέτρεψε στούς Εβραίους να εκτοξεύσουν νέες κατηγορίες κατά τού Ιησού. Θα μπορούσε βέβαια να την κλείση την υπόθεσι, μόλις πείσθηκε από την ανάκρισι τού Ιησού ότι είναι εντελώς αναίτιος των κατηγοριών που τού προσήψαν κατά την προσαγωγή του σ' αυτόν.

Αν έκλεινε τότε την υπόθεσι και αν έπαιρνε διοικητικά μέτρα για να καταστείλη τους εκβιασμούς τού εβραϊκού στοιχείου, θα βρισκόταν οπωσδήποτε κατά πάντα εν τάξει και προς την δικονομία και προς αυτή την έννοια της δικαιοσύνης. Τώρα όμως μετά την αθωωτική ετυμηγο­ρία υπαναχώρησε στούς εβραϊκούς εκβιασμούς, ταλαιπωρούσε έναν αθώο κατηγορούμενο δείχνοντας κάμψι, που πρόδιδε ότι είχε ανα­ποφασιστικότητα και διοικητική αδυναμία. Ακριβώς δε αυτά τα δύο εί­ναι τα κύρια χαρακτηριστικά της αντινομίας που εμφανίζει ο Πιλάτος στην προκειμένη υπόθεσι: Από το ένα μέρος ορθή κρίσις και από το άλλο μέρος αναποφασιστικότητα. Από το ένα μέρος πεποίθησις στην αθωότητα τού κατηγορουμένου και άφ' ετέρου παράδοσίς του για θανάτωσι, σαν να ήταν ένοχος. Ανάμεσα σ' αυτά τα δύο αντίθετα άκρα κινείται το εκκρεμές της αβουλίας του, και σ' αυτήν την κίνησι οφείλε­ται η ανάπεμψις τού Ιησού στον Ηρώδη, μετά την πεποίθησι που σχη­μάτισε και μετά την ομολογία για την αθωότητά του.

Στο σημείο αυτό τερματίζεται η πρώτη φάσις της λεγομένης «δίκης» τού Ιησού ενώπιον του Πιλάτου, ο οποίος ήδη σχημάτισε γνώμη για την αναιτιότητα η αθωότητα τού Ιησού.

stavrosis 236

Β'. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΗΡΩΔΗ

Ανάμεσα στην πρώτη αυτή και στην δεύτερη φάσι της λεγομένης «δίκης» τού Ιησού ενώπιον τού Πιλάτου παρεμβάλλεται η ανάπεμψίς του προς τον Ηρώδη με την συνοδεία των κατηγόρων του.

Ο Ηρώδης αυτός ήταν ο Αντύπας, γυιός τού Ηρώδου τού Μεγάλου, τετράρχης της Γαλιλαίος και της Περσίας (4 π.Χ. - 39 μ.Χ.). Σύ­ζυγό του είχε λάβει την θυγατέρα τού βασιλέως Αρέτα Δ', την οποία ό­μως εκδίωξε γιατί ερωτεύθηκε την νύφη του Ηρωδιάδα, την σύζυγο του ομομήτριου αδελφού του Φιλίππου. Οι επιτιμήσεις τού Ιωάννου του Προδρόμου για την ανήθικη αυτή πράξι τού κόστισαν το κεφάλι, το οποίο αξίωσε να λάβη η θυγατέρα τού Φιλίππου και της Ηρωδιάδος Σαλώμη, με την εισήγησι της μητέρας της που εμαίνετο για τον έλεγχο του Ιωάννου.

Ολίγο μετά την εγκληματική αποκεφάλισι τού Προδρόμου, τάρα­ξε τον Ηρώδη η φήμη για την δράσι τού Ιησού «εν δυνάμει πολλή». Η εφιαλτική ψύχωσις που τον κατέτρυχε για το έγκλημα τού παρουσίαζε τον Ιησού σαν τον Πρόδρομο που αναστήθηκε εκ νεκρών. Για τον Ιησού θα είχε ασφαλώς πληροφορήσει τον Ηρώδη και η «Ιωάννα, γυ­ναίκα τού Χουζά, τού επιτρόπου τού Ηρώδου», μία από τις γυναίκες που θεραπεύθηκαν από τον Ιησού (Λουκ. 8,3). Την φοβισμένη εφιαλ­τική ψύχωσι τού Ηρώδη από την φήμη για τον Ιησού την φανερώνουν τα λόγια του: «Τον Ιωάννη εγώ τον αποκεφάλισα. Ποιος όμως είναι αυτός για τον οποίο ακούω τέτοια πράγματα»; (Λουκ. 9,9), «ο Ιωάννης που εγώ αποκεφάλισα αυτός αναστήθηκε» (Μάρκ. 6,16), «και ζητούσε να τον ιδή» (Λουκ. 9,9). Κατεχόταν από άγχος και από διάθεσι να εξοντώση τον Ιησού, ο οποίος και το εγνώριζε και χαρακτήρισε σαν «αλε­πού» τον Ηρώδη, στον οποίο παρήγγειλε ότι άφοβα συνεχίζει την δυ­ναμική του δράσι (Λουκ. 13,32 εξ.).

Από αυτά εξηγείται ότι «ο Ηρώδης σαν είδε τον Ιησού χάρηκε πολύ, διότι ήθελε από πολύ καιρό να τον ιδή, διότι άκουσε πολλά γι’ αυ­τόν. Και έλπιζε μήπως ιδή να κάνη κάποιο θαύμα» (Λουκ. 23,8). Από αυτά είναι προφανές ότι πρωτοαντικρύζοντας ο Ηρώδης τον Ιησού, ουδέ καν ενδιαφέρθηκε να μάθη τον λόγο για τον οποίο τον έφεραν μπροστά του με την συνοδεία τόσων Εβραίων αξιωματούχων και όχλου. Εδοκίμασε αντίθετα ζωηρή ικανοποίησι, διότι επί τέλους έβλεπε τον ακουστό Ιησού και θα μπορούσε να ιδή απ' αυτόν και κάποιο θαύ­μα. Γι' αυτό, πριν προλάβουν οι συνοδοί ν’ ανοίξουν το στόμα, «τού έ­κανε πολλές ερωτήσεις, αλλά αυτός δεν έδινε καμμία απόκρισι» (Λουκ. 23,9).

Ούτε απάντησι λοιπόν έδινε ο Ιησούς στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις τού Ηρώδη, προφανώς για την προέλευσί του και την δράσι του ούτε έδειξε κάποιο θαυματουργικό σημείο της δυνάμεώς του για να ικανοποιήση την περιέργεια τού Ηρώδη, ο οποίος είναι φυσικό να έγι­νε έξω φρενών. Η σιωπή τού Ιησού γιγάντωνε το άγχος του, ανακι­νούσε τους εφιάλτες του και αφύπνιζε το φονικό του μίσος. Από την δυσμενή αυτή για τον Ιησού σκηνή έσπευσαν να επωφεληθούν οι συνοδοί τού Ιησού. «Στέκονταν oι αρχιερείς και οι γραμματείς και τον κατηγορούσαν έντονα» (Λουκ. 23,10). Εκβίαζαν έτσι τον Ηρώδη να σταματήση τις ερωτήσεις του, οι οποίες και έμεναν αναπάντητες και να προχωρήση στην ουσία των κατηγοριών, οι οποίες προφανώς θα ήταν αναμασήσεις των κατηγοριών εμπρός στο Μέγα Συνέδριο και στον Πι­λάτο, με υπογραμμισμένη την κατηγορία ότι αναταράζει τον λαό, αφού γι' αυτήν είχε γίνει η παραπομπή τού Ιησού στον Ηρώδη (Λουκ. 23, 6-7).

Ο Ηρώδης όμως δεν είχε πλέον ούτε διάθεσι ούτε ψυχραιμία να ανακρίνη και να δικάση. Έξαλλος εξετράπη με τους στρατιώτες της φρουράς του σε εξευτελιστικές πράξεις για να εξουθενώση τον Ιησού. Αυτό ήταν και υποσυνείδητη αντίδρασις τού αγχώδους πλέγματος συν­αισθημάτων φόβου και μίσους που είχε μέσα του κατά τού δυναμικού Ιησού και κατά τού εφιαλτικού φαντάσματος τού Προδρόμου. «Αφού δε τον εξουθένωσε ο Ηρώδης μαζί με τον στρατό του και αφού τον ενέπαιξε, φορώντας του μανδύα λαμπρό τον έστειλε πίσω στον Πιλά­το» (Λουκ. 23, 11).

Από την πληροφορία για «λαμπρό μανδύα» συμπεραίνουμε ότι ο μέχρι εξουθενώσεως εμπαιγμός συνίστατο στην απομίμησι της βασιλι­κής αμφιέσεως. Αυτό έγινε προφανώς από την επανάληψι εμπρός στον Ηρώδη της κατηγορίας ότι ο Ιησούς αντιποιείται βασιλικό αξίωμα. Εκτός από αυτόν τον εμπαιγμό, με τον οποίο ο Ηρώδης εξουδετέρωσε το άγχος που από πολύ καιρό τον συνείχε για τον Ιησού, ούτε ανάκρισι έκανε ούτε απόφασι εξέδωκε, αλλά απλώς, φαίνεται, διεμήνυσε στον Πιλάτο ότι δεν πρόκειται για σοβαρή υπόθεσι, πολύ δε περισσότερο για θανάσιμο έγκλημα.

Συνεπώς η παραπομπή τού Ιησού στον Ηρώδη για ανάκρισι από τον Πιλάτο, πράξις δικονομική, άσχετα αν προέβη σ' αυτήν από καθή­κον, από νομική ή δικαστική συνείδησι ή από πρόσχημα, κατέληξε σε χλευασμό τού κατηγορουμένου, πράγμα αντίθετο προς τους κανονι­σμούς της δικονομίας. «Έγιναν δε φίλοι ο Πιλάτος και ο Ηρώδης αυτή την ημέρα, γιατί προηγουμένως είχαν έχθρα μεταξύ τους» (Λουκ. 23,12).

Από αυτά μπορεί να φανή και τούτο, ότι η δικονομική νομιμοφά­νεια της ενέργειας τού Πιλάτου δεν ήταν απαλλαγμένη από διπλωματι­κότητα. Ακούοντας για Γαλιλαία, της οποίας ο Τετράρχης βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα χάριν της εορτής τού Πάσχα που πλησίαζε, άρπασε την ευκαιρία, για να προβή σε ενέργεια που θα κολάκευε τον Ηρώδη και θα υποβοηθούσε στην αποκατάστασι των σχέσεων μαζί του. Οι σχέσεις αυτές είχαν διακοπή εχθρικά, αφ' ότου ο Ηρώδης, εξωργισμένος ήδη εναντίον τού Πιλάτου για την σφαγή των Γαλιλαίων, την ώρα που σαν προσκυνητές θυσίαζαν στον ναό των Ιεροσολύμων, είχε δεχθή να μεταβιβάση στον αυτοκράτορα της Ρώμης Τιβέριο, με τον οποίο συνδεόταν φιλικώτατα6, διαμαρτυρία των Εβραίων. Η διαμαρτυρία συνίστατο στο ότι ο Πιλάτος κατ’ επανάληψι προσέβαλλε το θρησκευ­τικό τους αίσθημα κατά τις ταραχές μετά από εκείνη την σφαγή. Ήδη με τις ενέργειες τού Πιλάτου οι σχέσεις με τον Ηρώδη αποκαταστάθη­καν.

Γ. Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ

Οδηγείται λοιπόν και πάλι ο Ιησούς με την ίδια συνοδεία των κα­τηγόρων του στον Πιλάτο προς το πραιτώριο, όπου ξετυλίγεται η δεύ­τερη φάσις της παραστάσεως τού Ιησού εμπρός του. Κατ’ αυτήν ο Πι­λάτος ενισχυμένος και από τον Ηρώδη στην πεποίθησι για την απόλυ­τη αθωότητα τού Ιησού, αναζητεί νέα διέξοδο. Προσπαθεί ν’ απολύση τον Ιησού με την ευκαιρία της εορτής που πλησίαζε. Αλλά ας αφήσου­με τις πηγές να ομιλήσουν για την εξέλιξι της υποθέσεως στη νέα της αυτή φάσι.

«Ο Πιλάτος αφού συνεκάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες και τον λαό, τους είπε˙ «μου φέρατε τούτον τον άνθρωπον σαν ταραξία τού λαού, αλλά εγώ αφού τον ανέκρινα μπροστά σας, δεν βρήκα στον άν­θρωπο αυτό καμμία ενοχή. Αλλά ούτε κι ο Ηρώδης, γι' αυτό και μας τον ξανάστειλε. Δεν έχει διαπράξει τίποτε άξιο θανάτου» (Λουκ. 23,13-15). Ο Ευαγγελιστής Λουκάς διακρίνεται για τις ακριβείς εικόνες των αφηγήσεών του. Δεν ήταν μόνο στο πινέλλο αλλά και στην πέννα και στον λόγο ζωγράφος. Η ανώτερη εικόνα είναι πολύ χαρακτηριστική και διαφωτιστική τού όλου θέματος.

Ο Ιησούς στέλλεται πίσω στον Πιλάτο από τον Ηρώδη εξουθε­νωμένος με την συνοδεία των κατηγόρων του. Ο Πιλάτος συγκαλεί τους αρχιερείς, τους άρχοντες και τον λαό, δηλαδή τους κατηγόρους τού Ιησού, και ανακεφαλαιώνει όλα όσα έγιναν από τότε που προσάχθηκε ενώπιόν του, δηλαδή: την προσαγωγή, την κατηγορία, την ανά­κρισι ενώπιόν του, τις πρόσθετες κατηγορίες, την αποστολή στον Ηρώδη, το πόρισμα της δικής του έρευνας για την πλήρη αθωότητα του Ιησού και την συμφωνία του Ηρώδη προς αυτό το πόρισμα.

Από την τελευταία αυτή πληροφορία για τον Ηρώδη συμπεραί­νουμε ότι παρά τις έντονες κατηγορίες των αρχιερέων και των γραμμα­τέων κατά τού Ιησού στον Ηρώδη, παρά την προσωπική του προκατάληψι κατά τού Ιησού, για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω και παρά την οργή του κατά τού Ιησού για την περιφρονητική του σιωπή στις επα­νειλημμένες ερωτήσεις που τού απηύθυνε, ο Ηρώδης σχημάτισε την γνώμη ότι ο Ιησούς δεν είναι ένοχος θανασίμου εγκλήματος, όπως ισχυρίζονταν oι κατήγοροί του. Αυτή την γνώμη του την γνώρισε στον Πιλάτο, όπως ο ίδιος το αποκαλύπτει στους κατηγόρους τού Ιησού. Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε πως όταν ξανάστειλε ο Ηρώδης τον Ιησού στον Πιλάτο, απέστειλε ταυτόχρονα σ' αυτόν και ένα έμπιστο πρόσω­πο, με το οποίο μάλλον προφορικά — δεν αποκλείεται όμως και με γρα­πτό σημείωμα — τού διεμήνυσε για την αθωότητα τού Ιησού. Απο­κλείεται βέβαια να δεχθούμε ότι αυτό το μήνυμα το έστειλε ο Ηρώδης στον Πιλάτο με τους κατηγόρους τού Ιησού, οι οποίοι μανιασμένοι προς το θύμα τους θα δημιουργούσαν σκηνές όμοιες μ' εκείνες που προκάλεσαν εμπρός στον Πιλάτο για να τον εκβιάσουν.

Σ' αυτό το σημείο, που επιβεβαιώθηκε εκ μέρους αυτού τού Πι­λάτου με έμφασι η γνώμη του για την πλήρη αθωότητα τού Ιησού, η οποία γνώμη είχε ήδη σχηματισθή και ανακοινωθή από την πρώτη φάσι της δίκης, θα έπρεπε να τερματισθή αυτή η δίκη, αφού δεν τερματί­σθηκε, όπως θα έπρεπε, στο τέλος της πρώτης εκείνης φάσεώς της. Παρά ταύτα επακολουθεί από μέρους τού Πιλάτου μία καταπληκτική πρότασίς του εις βάρος τού Ιησού, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεσι προς την δικαστική του συνείδησι και παρουσίαζε εκ νέου την αντινο­μία των ενεργειών τού Πιλάτου και την αιώρησι όπως στο εκκρεμές ανάμεσα στην ορθή κρίσι και στην ανεπίτρεπτη αναποφασιστικότητα, ανάμεσα στην δικαιοσύνη και στην αδικία. Να, η καταπληκτική πρότα­σίς του στους Εβραίους για τον Ιησού, ευθύς αμέσως μετά την για δεύτερη φορά κατηγορηματική ομολογία για την πλήρη αθωότητα του: «αφού λοιπόν τον βασανίσω, θα τον αφήσω ελεύθερο» (Λουκ. 23,16).

Αυτή η ίδια η πρότασις περιέχει δύο ενέργειες που αποκλείουν η μία την άλλη και παρουσιάζουν την αντινομία: Εάν ο Ιησούς πρέπει να απολυθή λόγω αθωότητος, γιατί να τιμωρηθή; Εάν πάλι είναι ένοχος, γιατί ν' απολυθή; Είναι προφανές ότι στην δικαστική συνείδησι τού Πι­λάτου κυριαρχεί απόλυτα η ανεπιφύλακτη κρίσις και πεποίθησις για την πλήρη αθωότητα τού Ιησού και ως εκ τούτου ο Πιλάτος έκλινε στο να απολύση τον Ιησού.

Από την απροσδόκητη πρότασι για τιμωρία τού  Ιησού και από το γεγονός ότι δεν τον απολύει αμέσως με σύγχρονη αποπομπή των κατη­γόρων του, όπως έπραξε ανδρικώτατα σε μεταγενέστερο χρόνο σε όμοια περίπτωσι τού Παύλου ο ανθύπατος της Αχαΐας Γαλλίων (Πράξ. 18,12-17), βγαίνει το εξής συμπέρασμα: Ένα συναίσθημα ήταν αντίρροπο στην ορθή για τον Ιησού κρίσι και ανταγωνιζόταν την απόφασι του Πιλάτου για απόλυσι, υπολόγιζε δηλαδή με φόβο τον εβραϊκό ανα­βρασμό. Αυτό οφειλόταν στην έλλειψι ισχυράς θελήσεως, η οποία είχε ατονήσει από τις επανειλημμένες κατά τού Πιλάτου εξεγέρ­σεις του εβραϊκού όχλου και από την υπονόμευσί του από τους Εβραίους στον αυτοκράτορα.

Αντίθετα φέρθηκε ο Γαλλίων. Όταν oι Εβραίοι, έξαλλοι για την δράσι τού Παύλου στην Κόρινθο, που προσείλκυσε στον Χριστό τα πλήθη και τους άρχοντές τους, τον συνέλαβαν, ο Γαλλίων, πριν ακόμη ανοίξη το στόμα του ο Παύλος, τους είπε: «Εάν επρόκειτο για πολιτικό αδίκημα, θα το ανεχόμουνα, αλλά για εσωτερικές σας διαφορές «εγώ δεν θέλω να είμαι δικαστής», «και τους έδιωξε από το δικαστήριο». Τό­τε με μανία oι Έλληνες άρχισαν να δέρνουν τον αρχισυνάγωγο Σωσθένη εμπρός στον Γαλλίωνα, «και καθόλου γι’ αυτά δεν ενδιαφερόταν ο Γαλλίων». Αυτή είναι η νόμιμη στάσις Ρωμαίου ηγεμόνος, εντελώς αν­τίθετη μ’ εκείνη τού Πιλάτου, ο οποίος λέγει στους Εβραίους και στον όχλο:

«Αφού λοιπόν και εγώ κατόπιν ανακρίσεως τού Ιησού ενώπιον σας τον βρίσκω αθώο από τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν κατηγορίες, το ίδιο και ο Ηρώδης, όπου έστειλα και σάς για να παρουσιάσετε μπροστά του τις κατηγορίες σας, αφού επομένως τίποτε δεν διέπραξε ο Ιησούς που να συνεπάγεται την θανάτωσί του, ας τον απολύσω, αφού προη­γουμένως τον μαστιγώσω» (Λουκ. 23,14-16).

Εδώ δεν πρόκειται για την μαστίγωσι που συνηθιζόταν στους Εβραίους, αλλά γι’ αυτήν που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι η οποία ή­ταν πριν από τον θάνατο και πριν από την σταύρωσι τιμωρία που επέ­τεινε τον ατιμωτικό χαρακτήρα της σταυρικής ποινής. Γι’ αυτό η απροσδόκητη δήλωσις τού Πιλάτου, ότι θα μαστιγώση τον Ιησού, κα­θώς ακουόταν από τους Εβραίους, κάτω από τα όμματα των οποίων oι ρωμαϊκές αρχές κατοχής προέβαιναν σε εκτελέσεις σύμφωνα με το δι­κό τους Δίκαιο, αποτελούσε προοίμιο της επιτυχίας τους στην προσπά­θεια να σταυρωθή ο Ιησούς. Ήταν σαν να προεγγυάτο την πορεία των πραγμάτων προς την σταύρωσι.

Καθώς προχωρούσαν με επιτυχία oι καταχθόνιες προσπάθειές τους, η πρότασις τού Πιλάτου που ευθύς επακολούθησε για απόλυσι τoυ Ιησού λόγω διαπιστωμένης αθωότητάς του, αποτελούσε παλινδρόμησι τού Ρωμαίου ηγεμόνος, η οποία τους εξαγρίωσε. Προκάλεσε, όπως το δείχνει η συνέχεια, οξεία αντίδρασι. Και αρπάζουν αυτοί την υπόσχεσι τού Πιλάτου για μαστίγωσι τού Ιησού, αλλά αποκρούουν την απόλυσι τού θύματος. Ο τρόπος τους ήταν τόσο ιταμός και απόλυτος, ώστε το εκκρεμές τού χαρακτήρα τού Πιλάτου, που αιωρείτο μεταξύ της ορθής του κρίσεως και υγιούς δικαστικής συνειδήσεως άφ' ενός και της άβουλης και φοβισμένης υποχωρητικότητάς του άφ’ ετέρου, να χά­ση τον ένα από τους δύο πόλoυς του, και σαν μόνη διέξοδος να απομείνη η υποχώρησίς του. Υποχώρησις στην αξίωσι των Εβραίων να εξοντωθή ο Ιησούς. Οι Εβραίοι αγωνίζονται να επιδράσουν πάνω στον Πι­λάτο με τόσο καταπιεστικό τρόπο, ώστε να πνίξη την φωνή της συνει­δήσεώς του και παρά συνείδησι να παραδώση τον Ιησού για θανάτωσι.

Η ευθύνη δεν ήταν ολοκληρωτικά δική τους. Με την υποχωρητι­κή του προθυμία να μαστιγωθή ο αθώος Ιησούς, ο Πιλάτος έρριξε ο ίδιος το κέντρο τού βάρους του προς την πλευράν της αθωοκτονίας. Μέχρι εκείνη την στιγμή και στις δραματικές σκηνές που θα ακολουθή­σουν τον έπνιγε, αλλά μάταια, η φωνή της συνειδήσεώς του.

Επίσης από τα συμφραζόμενα και ιδιαίτερα από την απόλυσι που πρότεινε, φαίνεται καθαρά ότι ο Πιλάτος προτείνοντάς την δεν εννοού­σε απόλυσι ανθρώπου που δικάσθηκε και αθωώθηκε και επομένως οφείλει ν’ απολυθή χωρίς άλλη διατύπωσι, όπως το αξίωνε και η δικα­στική του συνείδησις. Όχι. Αλλά στο μυαλό του αναδύθηκε εκείνη τη στιγμή ένα έθιμο, που κάθε έτος λάβαινε χώρα και το όποιο μπορούσε να εφαρμοσθή και στον Ιησού, εάν ήθελαν οι Εβραίοι. Η επιλο­γή τούτου ή εκείνου τού προσώπου για εφαρμογή τού εθίμου εξηρτάτο από την θέλησί τους. Επρόκειτο για το έθιμο της ρωμαϊκής αρχής ν’ απολύη κατά την εορτή τού Πάσχα έναν από τους δεσμίους Εβραίους, όποιον αυτοί θα ζητούσαν ονομαστικά.

Με την σκέψι του αυτή ο Πιλάτος να επικαλεσθή το εν λόγω έθι­μο για την απόλυσι τού Ιησού, τον συγκαταριθμούσε ανάμεσα στους δέσμιους που έπρεπε να απολυθούν υπό όρον. Έτσι έπαυε πλέον ο Ιησούς να είναι στα μάτια των Εβραίων αυτός που δικάσθηκε, που αθωώθηκε από ρωμαϊκό δικαστήριο και που δικαιούται ν’ απολυθή ά­νευ όρων. Αντίθετα είναι πια ο δέσμιος, αυτός που ενδέχεται ν’ απολυ­θή, εάν και έφ' όσον το ήθελαν οι Εβραίοι. Τυπικά η απόλυσις τού δεσμίου γίνεται από τον Πιλάτο, και ουσιαστικά από τους Εβραίους. Έτσι ο Ιησούς κατεβάζεται απ’ αυτόν τον ρωμαίο δικαστή από το ύψος τού αθώου που δικαιούται ν’ απολυθή, στο επίπεδο των κρατουμένων κα­κοποιών, και γίνεται ένας απ’ αυτούς συνδεσμώτης και συγκροτούμε­νος χωρίς λόγο.

Στην πρότασι τού Πιλάτου, «παιδεύσας ουν αυτόν απολύσω» (Λουκ. 23,16), ο ρηματικός τύπος «απολύσω» δεν είναι μέλλοντας ορι­στικής — θα απολύσω — αλλά αόριστος υποτακτικής — ας απολύσω, να απολύσω. Όπως αναφέρθηκε, ο Πιλάτος βάσει εθίμου που επεκράτη­σε ώφειλε ν' απολύση έναν από τους δέσμιους, λόγω της εορτής τού Πάσχα που πλησίαζε, αλλά ποιόν απ’ αυτούς θα απέλυε, ποιο συγκεκρι­μένο πρόσωπο θα επιλεγόταν, ήταν προνόμιο των Εβραίων, εκχωρη­μένο σ' αυτούς από την ρωμαϊκή αρχή. Τούτο φαίνεται καθαρά από τις αφηγήσεις των δύο πρώτων συνοπτικών. «Κατά την εορτή ήταν συνή­θεια ο ηγεμών ν' απολύη χάριν τού λαού ένα δέσμιο, όποιον ήθελαν» λέγει ο Ματθαίος (27,1 5). «Κατά την εορτή απέλυε για χάρι τους έναν δέσμιο, όποιον ζητούσαν» λέγει ο Μάρκος (1 5,6). Το ίδιο φαίνεται και στις αφηγήσεις των δύο υπολοίπων ευαγγελιστών.

Το έθιμο τούτο ήταν εβραϊκό και υπήρχε από παλαιά για να θυμίζη την απελευθέρωσι των Εβραίων από την δουλεία της Αιγύπτου. ΟΙ Ρωμαίοι που το βρήκαν το σεβάσθηκαν. Έτσι ασκούσαν στο εξής αυτοί το δικαίωμα της απολύσεως, αφήνοντας στους Εβραίους το προνόμιο να διαλέξουν τον απολυτέο κατά απόλυτη αρέσκειά τους. Το ότι ο Πιλά­τος σκεπτόταν να προσφυγή στο έθιμο, για να επιτύχη έτσι την απόλυσι τού Ιησού, φαίνεται καθαρά από την συνέχεια της σκηνής: «Ο Πιλά­τος αποκρίθηκε σ' αυτούς λέγοντας (Μάρκ. 15,9)· υπάρχει συνήθεια σε σάς να απολύσω προς χάριν σας έναν το Πάσχα; (Ιωάν. 18,39α). Θέλετε λοιπόν (Ιωάν. 18,39β) να απολύσω αυτόν που ονομάζετε βασιλέα των Ιουδαίων»; (Μάρκ. 15,9β, 12).

Ενώ στην αρχή υπόμνησε ο Πιλάτος το έθιμο στους Εβραίους χωρίς ν' αναφέρη όνομα δέσμιου και ενώ αυτοί, μόλις το θυμήθηκαν, αξίωσαν την εφαρμογή του, στο εξής αναγκάζεται ο Πιλάτος να προτείνη συγκεκριμένα την απόλυσι τού Ιησού, αποκαλύπτοντας έτσι, κάτω από την πίεσι της δικαστικής του συνειδήσεως την σκέψι του και την πρόθεσί του. Και δεν αναφέρει το όνομα τού Ιησού, παρά μόνο τον τί­τλο, που oι ίδιοι απέδιδαν σ' αυτόν: «αυτόν που ονομάζετε βασιλέα των Ιουδαίων». Ο ίδιος ο Ιησούς ποτέ δεν απέδωσε στον εαυτό του τέτοιο τίτλο. Γι’ αυτό και ο Πιλάτος είχε αποφανθή για τον Ιησού ότι είναι αθώος ως προς αυτήν την κατηγορία.

Και η τωρινή πρότασις τού Πιλάτου για απόλυσι τού Ιησού πα­ρουσιάζει και πάλι ότι η δικαστική του συνείδησις είχε πλήρη βεβαιότητα για την αθωότητά του. Η δικαστική του συνείδησις είχε διαπιστώσει και το πραγματικό ελατήριο των εβραϊκών ενεργειών. Τούτο μας το αποκαλύπτει η χαρακτηριστική πληροφορία των δύο πρώτων Ευαγγελιστών: «Διότι εγνώριζε ότι τον παρέδωσαν από φθόνο» (Ματθ. 27,18). «Διότι εγνώριζε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει oι αρ­χιερείς» (Μαρκ. 15,10).

Συνειδητοποιήθηκε λοιπόν στον Πιλάτο το γεγονός ότι oι κατηγο­ρίες εναντίον τού Ιησού ήταν προσχήματα και επινοήσεις για συγκάλυψι τού φθόνου της εβραϊκής ηγεσίας. Ο φθόνος της υπήρξε το μοναδι­κό της ελατήριο στην αμείλικτη προσπάθειά της να εξοντώση τον Ιησού. Το συμπέρασμα αυτό της δικαστικής ευθυκρισίας τού Πιλάτου συμφωνεί πλήρως προς την γραμμή τού εξοντωτικού φθόνου. Αυτή η γραμμή διήκει δια μέσου όλων των γεγονότων και την διαπιστώσαμε σε ό,τι στην αρχή τού παρόντος κεφαλαίου ωνομάσαμε, «Τα προδρομι­κά γεγονότα τού δράματος»7. Με αυτή τη γραμμή τού φθόνου που διήκει δια μέσου αυτών των γεγονότων ευθυγραμμίζεται τώρα το πό­ρισμα της δικαστικής έρευνας του Πιλάτου, που συνάγεται από την όλη κίνησι κατά τού Ιησού.

Αλλά ας παρακολουθήσουμε την συνέχεια.

Σαν πρότεινε ο Πιλάτος να απολυθή αυτός που οι Εβραίοι τον ωνόμαζαν «βασιλέα των Ιουδαίων», δημιουργήθηκε, φαίνεται, μεγάλη αναταραχή. Αυτό δεν αναφέρεται στις πηγές, οι οποίες σ' αυτό το ση­μείο παρουσιάζουν κενό, αλλά συμπεραίνεται με βεβαιότητα από την συνέχεια της διηγήσεως. Η αναταραχή συνίστατο στο εξής: Από το έ­να μέρος η εβραϊκή ηγεσία και μερικοί από τον όχλο σφύριζαν ο ένας στον άλλο το όνομα τού φυλακισμένου Βαραββά κι άρχιζαν να φωνά­ζουν δυνατά και να κραυγάζουν σαν σύνθημα αυτό το όνομα, όπως συμβαίνει στις διαδηλώσεις, με την αξίωσι ν' απολυθή. Έτσι οι πηγές δίνουν αμέσως την εξήγησι ποιος ήταν ο Βαραββάς, που τ' όνομά του για πρώτη φορά ακούεται ανάμεσα στα γεγονότα: «Είχαν τότε έναν ονομαστό φυλακισμένο που λεγόταν Βαραββάς (Ματθ. 27,16). Ήταν δε ο λεγόμενος Βαραββάς στην φυλακή μαζί με τους στασιαστές, που κατά την στάσι είχαν διαπράξει φόνο (Μάρκ. 15,7). Ήταν φυλακισμέ­νος για στάσι που έγινε στην πόλι και για φόνο (Λουκ. 23,19). Ήταν δε ο Βαραββάς ληστής» (Ιωάν. 18,40). Από το άλλο μέρος οι περισσότε­ροι από τον όχλο αξίωναν ν' απολυθή ο Ιησούς, όπως φαίνεται καθαρά από την πιο κάτω πληροφορία, ότι οι Εβραίοι ηγέτες κατέβαλαν πολλή προσπάθεια για να μεταστρέψουν το υπέρ τού Ιησού λαϊκό ρεύμα και να μεταπείσουν τους όχλους να ζητήσουν την απόλυσι τού Βαραββά.

Ο Πιλάτος βρέθηκε απέναντι σ' αυτά τα δυο ρεύματα τού όχλου, που συνωθούνταν εμπρός στο πραιτώριο. «Ενώ λοιπόν αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι, είπε σ' αυτούς ο Πιλάτος· «ποιόν θέλετε να σάς απο­λύσω, τον Βαραββά ή τον Ιησού που ονομάζεται Χριστός»; (Ματθ. 27,17). Αλλά πριν λάβη απάντησι, παρεμβάλλεται ξαφνικά μια σκηνή που διακόπτει την συνέχεια, δηλαδή το

ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ: Οι Ρωμαίοι κρατικοί υπάλληλοι συνήθιζαν να παίρνουν μαζί τους σ' όποια επαρχία αποστέλ­λονταν τις γυναίκες τους, όπως συμβαίνει και σήμερα. Ήταν λοιπόν φυ­σικό και για τον Πιλάτο να πάρη μαζί του την γυναίκα του την Κλαυδία Πρόκλα, από την Καισαρεία όπου έμενε μ' αυτήν, στην Ιερουσαλήμ. Ο Πιλάτος είχε έρθει στην Ιερουσαλήμ για να εποπτεύη πιο άμεσα την τάξι κατά την εορτή. Ας σημειωθή μάλιστα ότι η σύζυγός του που κατ’ αρχήν ήταν ειδωλολάτρις, είχε γίνει Ιουδαία προσήλυτος και άνηκε στις «σεβόμενες και καλής τάξεως γυναίκες» (Πράξ. 13,50), δηλαδή στην κατηγορία εκείνη των προσηλύτων, που ωνομάζονταν «οι φοβού­μενοι τον Θεό» ή «σεβόμενοι προσήλυτοι» ή απλώς «οι σεβόμενοι». Γι’ αυτό λέγεται ότι ο Πιλάτος είπε γι' αυτήν ότι «θεοσεβής έστι και μάλ­λον ιουδαΐζει»8.

Στην κρίσιμη λοιπόν εκείνη στιγμή, προτού απαντήσουν oι Εβραίοι στο ερώτημα τού Πιλάτου, «ενώ αυτός καθόταν στην δικαστι­κή έδρα, τού έστειλε η σύζυγός του μήνυμα και τού έλεγε, «μη κάνης τίποτε σ' εκείνον τον δίκαιο και αθώο, γιατί πολύ υπέφερα σήμερα στο όνειρό μου εξ αίτιας αυτού» (Ματθ. 27,19).

Ας μη λησμονούμε ότι ήταν πρωί, λίγο μετά την ανατολή τού ή­λιου. Η αρχόντισσα μόλις ξύπνισε άκουσε, φαίνεται, τον θόρυβο έξω από το πραιτώριο. Ή ρώτησε το προσωπικό και έμαθε ότι δικάζεται ο Ιησούς. Ή, όπως ίσως πρέπει να συμπεράνουμε από την λέξι «εκεί­νον», παρατήρησε μέσα από το πραιτώριο όσα συνέβαιναν έξω, και πε­ρίτρομη από κάποιο όνειρο, που ακριβώς αναφερόταν στον δικαζόμενο Ιησού που ο Πιλάτος είχε μπροστά του, απέστειλε αμέσως μήνυμα στον Πιλάτο ν' απομακρυνθή από κάθε ενέργεια εναντίον τού Ιησού.

Ποιο ήταν το περιεχόμενο τού ονείρου, από πουθενά δεν συμπε­ραίνεται. Από την πληροφορία αυτή συμπεραίνονται με βεβαιότητα τα εξής:

α) Το όνειρο περιστρεφόταν γύρω από τον Ιησού, από όπου συμ­περαίνουμε ότι το πρόσωπο τού Ιησού δεν ήταν άγνωστο στην αρχόν­τισσα, αν όχι από άμεση θέα, τουλάχιστον από την φήμη που προήλθε από την δράσι τού Ιησού, αν και από τις λέξεις «δι' αυτόν» οδηγούμα­στε μάλλον στην εκδοχή, ότι το πρόσωπο που έδρασε στο όνειρο δεν ήταν φυσιογνωμικά άγνωστο στην γυναίκα, διότι έτσι μόνο εξηγείται ότι το εταύτισε με τον δικαζόμενο Ιησού.

β) Το όνειρο ήταν ζωηρό και η πλοκή του ζωντανή, ώστε να δημιουργήση σ' αυτήν κατά τον ύπνο ισχυρές συγκινήσεις υπέρ τού Ιησού.

γ) Περίτρομη από αυτά διαμηνύει στον σύζυγο της να απομα­κρυνθή και να μην αναμειχθή καθόλου στην υπόθεσι, και

δ) Είτε από το όνειρο είτε από τις εντυπώσεις από τον Ιησού είτε από τις φήμες γι' αυτόν είτε από όλα αυτά μαζί, βεβαιώθηκε ότι ο Ιησούς ήταν δίκαιος, και έπρεπε να προσέξη ο σύζυγός της μη τυχόν διαπράξη κάποια αδικία εις βάρος του. Επίσης ίσως περιλαμβάνονταν στο όνειρο και κυρώσεις εναντίον του Πιλάτου, που δικαιολογούσαν τον τρόμο της γυναίκας, οι οποίες λόγω τού οικτρού τέλους που είχε ο Πιλάτος9 μπορούν να χαρακτηρίσουν το όλο όνειρο σαν προφητικό.

Το περιεχόμενο τού μηνύματος κωδικοποιούσε με λίγα λόγια όλο τον συναισθηματικό κύκλο της γυναίκας από όλα αυτά τα βιώματα, ενώ συγχρόνως ήταν σαφής προς τον σύζυγό της προειδοποίησις να τον συγκρατήση. Αυτή η προειδοποίησις στην κρισιμώτατη εκείνη στιγμή, πρέπει να το δεχθούμε, θα συγκλόνισε τον Πιλάτο.

Κατά τον χρόνο που διαβιβαζόταν το μήνυμα προς τον Πιλάτο, «οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τον όχλο να ζητήσουν τον Βαραββά, τον δε Ιησού να τον εξοντώσουν» (Ματθ. 27,20). Φαίνεται όμως ότι παρά ταύτα ακούονταν από τον όχλο φωνές και υπέρ τού Ιησού. Ο Πιλάτος που ήταν πλέον ευνοϊκός προς τον Ιησού από την όλη διαδικασία και από το μήνυμα της συζύγου, επωφελήθηκε από αυτές τις φωνές. Γι' αυτό «αποκρίθηκε ο ηγεμών και τους είπε: Ποιόν θέλετε από τους δυο να σάς αφήσω ελεύθερο»; (Ματθ. 27,21).

Αναγκάσθηκε να κάνη αυτή την ερώτησι, γιατί από το ένα μέρος άκουε μερικές φωνές υπέρ τού Ιησού, αλλά η εβραϊκή ηγεσία είχε ήδη παρασύρει με το μέρος της τον περισσότερο όχλο, και ήθελε να αποσαφηνίση την κατάστασι και να έχη μία σαφή εκδήλωσι της βουλήσεως τού συνόλου. Και από το άλλο μέρος ίσως ήθελε να δώση καιρό στους ολίγους οπαδούς τού Ιησού να εκδηλωθούν πιο έντονα. Οι άρχοντες όμως των Εβραίων προσπάθησαν να καταπνίξουν και αυτών των ολί­γων την φωνή. «Οι δε αρχιερείς ξεσήκωσαν τα πλήθη να προτιμήσουν να τους ελευθέρωση μάλλον τον Βαραββά» (Μάρκ. 15,11).

Από αυτή την πληροφορία — ιδίως από την λέξι «μάλλον» — συμ­περαίνουμε ότι παρά ταύτα κάποιες φωνές επέμεναν για την απόλυσι τού Ιησού. Οι φωνές όμως αυτές πνίγονταν πια στις κραυγές τού συνό­λου. «Και είπαν, τον Βαραββά». «Απόλυσέ μας τον Βαραββά». Επειδή όμως ακούονταν ακόμη κάποιες φωνές για τον Ιησού, η πλειονότητα, όπως το μαρτυρεί με χαρακτηριστική διατύπωσι ο αυτόπτης Ιωάννης, εκραύγαζε: «Όχι αυτόν, αλλά τον Βαραββά» (Λουκ. 23,18). Έτσι oι λί­γες φωνές υπέρ τού Ιησού, πνίγηκαν πια στην κραυγή τού συνόλου: «Όλο μαζί το πλήθος κραύγαζε και έλεγε «σκότωσε τον και ελευθέ­ρωσε μας τον Βαραββά» (Λουκ. 23,18).

Από αυτό φαίνεται καθαρά και κάτι άλλο, ότι ο Ιησούς στεκόταν δίπλα στον Πιλάτο. Και κάτω από αυτούς, έξω από το πραιτώριο, το πλήθος μπορούσε να δείχνη — «τούτον» — τον Ιησούν, και να συνοδεύη τις κραυγές με δεικτικές χειρονομίες. Ο Πιλάτος και παρά την συνολική πια αυτή εκδήλωσι, «τους μίλησε πάλι, θέλοντας να ελευθερώση τον Ιησού». «Και λέγει σ’ αυτούς ο Πιλάτος: «Τι να κάνω τον Ιησού που λέγεται Χριστός», «αυτόν που ονομάζετε βασιλέα των Ιου­δαίων»; Η ερώτησις αυτή τού Πιλάτου προδίδει την αμηχανία του. Ήταν σαν να τους έλεγε:

«Να τον κρατήσω δεν μπορώ, διότι είναι αθώος. Να τον ελευθε­ρώσω δεν θέλετε, και σύμφωνα με το έθιμο αυτό είναι δικό σας δι­καίωμα. Εγώ όμως τι να κάνω λοιπόν; Τι θ' απογίνη ο Ιησούς; Γιατί προτιμάτε την απόλυσι ενός ληστού φονιά και όχι ενός προσώπου, το οποίο όχι μόνο δεν έπραξε αποδειγμένα τίποτε από όσα τον κατηγορεί­τε, αλλά επί τέλους είναι ένα πρόσωπο, στο οποίο σεις οι ίδιοι αποδίδε­τε ιδιότητες εθνικού ηγέτου σας, και το οποίο δεν είναι ούτε φονιάς ού­τε ληστής; Γιατί δεν προτιμάτε αυτή την λύσι, που και για σάς από άποψι εθνικής υπολήψεως είναι ευπρεπής, αλλά και σε μένα προσφέρει δί­καιη διέξοδο»;

Οι ερωτήσεις όμως αυτές θα μπορούσαν να έχουν απήχησι σε ή­ρεμους ανθρώπους και σε φιλοδίκαιες συνειδήσεις. Σε μανιασμένα όμως πλήθη που άγονταν και φέρονταν από άρχοντες αποφασισμένους να εξοντώσουν τον Ιησού, οι ερωτήσεις αυτές ένα μόνο αποτέλεσμα μπορούσαν να έχουν, το οποίο και είχαν: Να εξωθήσουν την οχλοκρατία στον τελικό της σκοπό που είχε χαράξει από πριν και είχε υποβάλει στον όχλο η εβραϊκή ηγεσία, δηλαδή στην όσο το δυνατόν ταχύτερη εξόντωσι τού Ιησού. Έτσι μετά το ερώτημα τού Πιλάτου, ακούονται οι φωνές: «Λέγουν όλοι σ' αυτόν, «να σταυρωθή». «Οι δε πάλι εκραύγαζαν «σταύρωσε τον». «Αλλά αυτοί εξακολουθούσαν να φωνάζουν «σταύρωσε τον, σταύρωσέ τον». Με τις κραυγές αυτές αποκαλύπτεται ο σκοπός στον οποίο κατευθυνόταν η εβραϊκή ηγεσία, από τότε που κατέστρωσε το καταχθόνιο σχέδιο να εξόντωση τον Ιησού με τον πιο σκληρό και ατιμωτικό τρόπο θανατώσεως.

Στο άκουσμα αυτών των κραυγών ο Πιλάτος εξανίσταται. Ωστό­σο αυτός είναι ουσιαστικά υπεύθυνος, διότι παρά την δικαστική του συνείδησι δέχθηκε από ασθενική βούλησι να υποχώρηση στην εβραϊκή πίεσι και να καταντήση έρμαιό της. Το εκκρεμές τού χαρακτή­ρα του, που διαπιστώσαμε πιο πάνω να αιωρήται ανάμεσα στην ευσυν­ειδησία και στην αβουλία, κινείται τώρα προς τον θετικό του πόλο: «Και αυτός για τρίτη φορά τους είπε: «Μα τι κακό έκανε τούτος»; (Λουκ. 23,22).

Μ' αυτόν τον τρόπο φανέρωνε και πάλιν την πεποίθησί του ότι ο Ιησούς ήταν αθώος σε όσα τον κατηγόρησαν. Και αυτό «για τρίτη φορά», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ακριβολόγος Ιστορικός Λουκάς. Πραγματικά είχαν προηγηθή δύο ομολογίες του για την αθωότητα τού Ιησού: Μία, πριν στείλη τον Ιησού στον Ηρώδη, όταν ανακρίνοντας τον μέσα στο πραιτώριο «βγήκε προς τους Ιουδαίους και τους λέγει: «Εγώ δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία ένοχη» (Ιωάν. 18.38). Δεύτερη μετά την επιστροφή από τον Ηρώδη, όταν επαναλαμβάνη, ανακεφαλαιώ­νοντας την όλη υπόθεσι, την πρώτη ομολογία του: «Να, εγώ, ανακρί­νοντάς τον μπροστά σας, τίποτε δεν βρήκα σ' αυτόν τον άνθρωπο από όσα τον κατηγορείτε» (Λουκ. 23,14). Πράγματι λοιπόν η νέα αυτή ομο­λογία τού Πιλάτου για την αθωότητα τού Ιησού, που εκτίθεται με ερώ­τημα, είναι η τρίτη ομολογία.

Για να μην ύπαρξη καμμία αμφιβολία για την βεβαιότητά του ως προς την πλήρη αθωότητα τού Ιησού από κάθε θανάσιμο αδίκημα, συμπληρώνει το ερώτημα επαναλαμβάνοντας την ομολογία του με την θετική κατηγορηματική διατύπωσι, που έδωσε κατά την ανακεφαλαίωσι της όλης υποθέσεως, λέγοντας και πάλι τώρα: «Καμμία αιτία θανά­του δεν βρήκα σ' αυτόν» (Λουκ. 23,22). Και επαναλαμβάνει την πρότασι εκείνη την τόσο αντιφατική στους όρους και τόσο άστοχη, εναντίον της οποίας είχαν ήδη αποφανθή κατηγορηματικά οι Εβραίοι: «Αφού λοιπόν τον βασανίσω, ας τον απολύσω» (Λουκ. 23,22).

Αυτό αποτελούσε ίσως την πιο τελευταία προσπάθεια για σωτη­ρία τού Ιησού ή μάλλον την δική του από το αδιέξοδο. Η προσπάθεια όμως αυτή ήταν πια μάταιη, αφού οι Εβραίοι, λόγω της ασθενικής του θελήσεως και της άστοχης παρελκύσεως της υποθέσεως, είχαν ήδη υπερφαλαγγίσει και εξουθενώσει, τόσο το δικαστικό του κύρος όσο και το διοικητικό του γόητρο. Και τώρα τα υπερφαλαγγίζουν και τα εξουθε­νώνουν ακόμη περισσότερο με νέες κραυγές εντονώτερες: «Αυτοί δε περισσότερο έκραζαν και έλεγαν «να σταυρωθή» — «να τον σταυρώ­σης». Και «επέμεναν με δυνατές φωνές και ζητούσαν να σταυρωθή» (Λουκ. 23,23).

Φαίνεται ότι ενώ αυτοί φώναζαν δυνατά, ο Πιλάτος θα προσπα­θούσε να ακουσθή, μένοντας σταθερός στην γραμμή του, αλλά οι κραυγές τού όχλου δεν τον άφηναν να ακουσθή. Έτσι εξηγείται η χα­ρακτηριστική πληροφορία τού Λουκά: «Και υπερίσχυαν οι φωνές τους» (Λουκ. 23,23). Με αυτά ο Λουκάς κλείνει το συλλαλητήριο κατά τού Ιησού εμπρός στον Πιλάτο.

Και αυτός λοιπόν τι έκανε; Αφού πια υπερφαλαγγίσθηκε από το πλήθος προβαίνει και πάλι σε δύο πράξεις, που προδίδουν την εσωτερι­κή του διάσπασι και την αιώρησι ανάμεσα στην δίκαια κρίσι και στην αναποφασιστικότητα. Αλλά ας αφήσουμε να συνεχίσουν οι πηγές: «Ό­ταν είδε ο Πιλάτος ότι όλα είναι ανώφελα, και μάλλον θόρυβος γίνεται, πήρε νερό και έπλυνε τα χέρια του απέναντι στον όχλο, λέγοντας· «εί­μαι αθώος από το αίμα τού δικαίου τούτου εσείς να έχετε το κρίμα» (Ματθ. 27,24).

Αυτή είναι μία πράξις στην οποία κατέφυγε κάτω από την πίεσι της δικαστικής του συνειδήσεως για την αθωότητα τού Ιησού, που και πάλι τον ομολογεί «δίκαιον» δηλαδή αθώο σε όλα. Αυτή όμως δεν είναι πια πράξις δικαστού ούτε διοικητού, αλλά απλώς άνθρωπου αδυνάμου, από τα χέρια τού οποίου αρπάζεται βίαια και άδικα το θύμα. Σαν δικαστής θα έπρεπε να είναι και προστάτης. Το θύμα όμως τώρα εγκαταλεί­πεται στην διάθεσι των φονιάδων του.

Ο ηγεμών είναι εξουθενωμένος, ανίκανος να επιβάλη την δικαιο­σύνη και την δημόσια τάξι. Επίσης εμφανίζεται φοβισμένος απέναντι στο θόρυβο που μεγαλώνει. Έχει πια πεισθή ότι η προσπάθεια για απόλυσι τού Ιησού ναυάγησε οριστικά, και νομίζει ότι μπορεί ν' απαλλάξη τον εαυτό του από την ευθύνη τού επικείμενου φόνου τού Ιησού με απλό νίψιμο των χεριών. (Το νίψιμο των χεριών συνηθιζόταν στους Έλληνες, στους Ρωμαίους και στους Εβραίους σε παρόμοιες περιπτώ­σεις αυτοαθωώσεως ή αυτοκαθαρμού από έγκλημα ή κάποια μιαρή πράξι). Έτσι νομίζει ότι επιρρίπτει στους Εβραίους ολόκληρη και πλήρη την ευθύνη για το αίμα τού αθώου, τον οποίον αυτοί πλέον θα φό­νευαν. Ωστόσο όμως αυτός σαν δικαστής και σαν διοικητής είχε και την υποχρέωσι από την δικαστική του συνείδησι και την δύναμι από την διοικητική του εξουσία, να επιβάλη και την δικαιοσύνη και την τάξι προστατεύοντας το θύμα που αδικείτο.

Όταν ο Πιλάτος επιρρίπτη στους Εβραίους την ευθύνη για το αί­μα τού αθώου Ιησού, αυτοί αδίστακτα την αναλαμβάνουν πάνω τους και πάνω στους απογόνους των. «Και αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε˙ «το αίμα του πάνω σε μας και πάνω στα παιδιά μας» (Ματθ. 27,25).

Έτσι ο εβραϊκός λαός, ο εκλεκτός λαός τού Θεού, που τόσο ευ­νοήθηκε και ευεργετήθηκε από τον Θεό, διακηρύσσει ο ίδιος εις βάρος τού εαυτού του την φοβερή απόφασι, χωρίς να έχη συνείδησι τι δύναμι και τι έκτασι έχει αυτή. Ήταν μία απόφασις, ασυνείδητα δίκαιη, η οποία σύμφωνα με τον νόμο της θεϊκής δικαιοσύνης που λειτουργεί αμείλικτα στους λαούς και στους ανθρώπους, επρόκειτο από τότε μέχρι σήμερα να πέση βαρειά πάνω στο Εβραϊκό έθνος. Αυτό το έθνος περιπλανάται από τότε χωρίς εστία ανάμεσα στα έθνη και στρέφεται τώρα τελευταία στην γη της επαγγελίας, που την έβρεξε το αίμα που χύθηκε στον Γολ­γοθά, βρίσκεται πάντοτε κάτω από το βάρος, το άγχος και τις συνέπειες αυτής της αυτοκατάρας του, μετακινούμενο συνέχεια από τόπο σε τόπο και χύνοντας το αίμα του, μέχρις ότου μετανοήση και επιστρέψη σ' αυ­τόν που «εξεκέντησε».

Μετά από την ανεπιφύλακτη και κατηγορηματική αυτή αυτοκατάρα τού εβραϊκού όχλου, με την οποία πήρε πάνω του την ευθύνη που τού επέρριψε ο Πιλάτος, αποστομώθηκε πια και απογυμνώθηκε από κάθε επιβολή πάνω στον όχλο και έγινε άβουλο έρμαιό του. Η δικαστι­κή του πια συνείδησις παραμερίσθηκε. Η διοικητική του εξουσία απέβη ανίσχυρη εμπρός στην λαϊκή μανία.

Δεν απέμεινε άλλη διέξοδος, παρά η ικανοποίησις τού όχλου με δύο άδικες πράξεις που ήταν: η απόλυσις τού ληστού φονιά Βαραββά και η παράδοσις για φόνο στον όχλο τού δικαίου και αθώου Ιησού. Με αυτές τις πράξεις ο Πιλάτος θέτει κατ' ουσίαν ο ίδιος τέρμα στην δικαστική του αρμοδιότητα, στην διοικητική του εξουσία, ακόμη και σ' αυτή την κρατική του ιδιότητα. Με τις πράξεις αυτές θέτει ο ίδιος στις τρεις αυτές ιδιότητες την σφραγίδα της χρεωκοπίας και εξουθενώσεως: «Και ο Πιλάτος τότε, θέλοντας να ικανοποιήση τον όχλο απεφάσισε να γίνη αυτό που ζητούσαν. Και άφησε ελεύθερο τον Βαραββά, που ήταν φυ­λακισμένος για στάσι και φόνο, όπως ζητούσαν, ενώ τον Ιησού τον πή­ρε ο Πιλάτος και τον μαστίγωσε» (Ματθ. 27, 26).

Προηγουμένως ο Πιλάτος είχε προτείνει ν' απολύση τον Ιησού αφού τον μαστιγώση, για να ικανοποιηθή ο όχλος με την μαστίγωσι. Τώρα προσφέρει στον όχλο διπλή ικανοποίησι, την απελευθέρωσι δη­λαδή τού Βαραββά και την άδικη μαστίγωσι τού Ιησού. Την ευθύνη τού Πιλάτου για τον αυτοεξευτελισμό του επιτείνει το γεγονός ότι αυ­τός μαστίγωσε τον Ιησού δια των οργάνων του που ήταν καθωρισμένα για τέτοιες μαστιγώσεις· αυτός που ύστερα από τόσες ανακρίσεις εί­χε πεισθή για την αθωότητα τού Ιησού και που κατ’ επανάληψι την ωμολόγησε.

Με την μαστίγωσι τού Ιησού κλείνεται επονείδιστα η δεύτερη φάσις της παραστάσεώς του εμπρός στον Πιλάτο, η οποία άρχισε με την προσπάθεια τού Πιλάτου να τον απολύση.

stavrosis 02

Δ'. Η ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΙΣ

Αλλά επακολουθεί και τρίτη φάσις, δραματικώτατη, των παθών τού Κυρίου κοντά στον Πιλάτο. Γι' αυτήν μας ομιλεί μόνο ο Ιωάννης, ο μόνος αυτόπτης.

Η προηγούμενη δεύτερη φάσις της παραστάσεως τού Ιησού εμ­πρός στον Πιλάτο, δηλαδή η φάσις κατά την οποία προσπαθούσε ο Πι­λάτος να απολύση τον Ιησού, έγινε έξω από το οίκημα τού πραιτωρίου, στο «λιθόστρωτο», όπου ήταν η δικαστική έδρα. Στην έδρα καθόταν ο ηγεμών, δίπλα του στεκόταν ο Ιησούς και κάτω από το πραιτώριο, στον χώρο εμπρός από αυτό ούρλιαζε το εβραϊκό πλήθος.

Η μαστίγωσις, με την οποία κατά τρόπο επονείδιστο για τον Πι­λάτο και με απροσδόκητη αντινομία προς την δικαστική κρίσι για την αθωότητα τού Ιησού, έκλεισε η πιο πάνω δεύτερη φάσις, έγινε μέσα στο πραιτώριο, όπως συμπεραίνεται από τις πληροφορίες τού Ιωάννη. (Ιωάν. 19,1: «έλαβε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον εμαστίγωσε». 19,4 και 5: «Και βγήκε πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέγει˙ να, σάς τον φέρνω έξω... Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς έξω...»).

Α. Οι εμπαιγμοί. Η επονείδιστη πράξις τού Πιλάτου, δηλαδή η διαταγή προς τα εκτελεστικά του όργανα στο πραιτώριο να μαστιγώ­σουν τον Ιησού, όπως ήταν επόμενο, τους αποθράσυνε στην συμπερι­φορά τους απέναντί του. Όπως πιο πάνω το εκθέσαμε με κάθε λεπτο­μέρεια, από τις πηγές, στο περί σταυρώσεως μέρος10 τού κεφαλαίου «περί ρωμαϊκού πολιτισμού» η μαστίγωσις προηγείτο της σταυρώσεως για να επιτείνη τον ατιμωτικό της χαρακτήρα. Ήταν προσταυρωτική διατύπωσις.

Ήταν λοιπόν φυσικό, oι στρατιώτες να συμπεράνουν από την μαστίγωσι, ότι ο Πιλάτος απεφάσισε να σταυρωθή ο Ιησούς, μάλιστα με­τά τις κραυγές τού όχλου για σταύρωσί του και να θεωρήσουν ότι άνη­κε σ' εκείνη την κατηγορία των εγκληματιών, που η ρωμαϊκή δικαιοσύ­νη τιμωρούσε με σταύρωσι.

Από την συνέχεια της αφηγήσεως συμπεραίνεται και το εξής: ότι οι στρατιώτες είχαν παρακολουθήσει την ανάκρισι τού Ιησού εμπρός στον Πιλάτο και είχαν δώσει προσοχή, ιδιαίτερα στο σημείο της κατη­γορίας για αντιποίησι βασιλικού αξιώματος. Διότι ακριβώς για να διακω­μωδήσουν το βασιλικό αυτό αξίωμα, και μάλιστα τον τίτλο, «βασιλεύς των Ιουδαίων», που οι Εβραίοι ισχυρίζονταν ότι οικειοποιήθηκε ο Ιησούς, πράττουν όσα πράττουν στο εξής, αυτά δηλαδή που μας διέσωσε ο αυτόπτης μάρτυς. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες αρέσκονταν να μυκτηρίζουν τους Εβραίους11.

Αφού λοιπόν ο Ιησούς μαστιγώθηκε κατά διαταγήν τού ηγεμόνος, «οι στρατιώτες, έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και τα τοποθέτησαν στο κεφάλι του, τού φόρεσαν έναν κόκκινο μανδύα και πλησίαζαν και τού έλεγαν, «χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων», και τού έδιναν ραπίσμα­τα» (Ιωάν. 19,2-3).

ΟΙ δύο πρώτοι συνοπτικοί Ευαγγελιστές ομιλούν για εμπαιγμό από τους στρατιώτες, αλλά σ' αυτούς επακολουθεί αμέσως η προς σταύρωσι πορεία, ενώ στον Ιωάννη που ήταν ο μόνος που απόμεινε ακόλουθος τού Ιησού και αυτόπτης τού δράματος μέχρι τέλους, το πράγματα έχουν ως εξής: Ανάμεσα στον εμπαιγμό τού Ιησού και στο ξεκίνημά του για την σταύρωσι, παρεμβάλλεται μία δραματική προσπά­θεια τού Πιλάτου για να τον διασώση. Αλλά και αυτή κλείνει επονείδιστα με την παράδοσί του στο μανιασμένο πλήθος για σταύρωσι.

Αυτήν την τελευταία σκηνή δεν την μνημονεύουν οι δύο πρώτοι συνοπτικοί, ενώ διαδραματίσθηκε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο τού αυτόπτου Ιωάννου. Και πρέπει βέβαια προς τον Ιωάννη να εναρμονισθούν οι παράλληλες πληροφορίες των δύο άλλων Ευαγγελιστών για τον εμπαιγμό τού Ιησού. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, μετά την μαστίγωσι έγινε ο εμπαιγμός, και μετά τον εμπαιγμό η νέα δραματική μάχη τού Πιλάτου με τον εβραϊκό όχλο και με τον ίδιο τον Ιησού, και τέλος η παράδοσίς του για σταύρωσι. Οι παράλληλες πληροφορίες για τον εμπαιγμό τού Ιησού, αν εναρμονισθούν με την πληροφορία τού Ιωάννη σε ενιαία σύνθεσι, παρουσιάζουν την επόμενη εικόνα:

«Και τότε oι στρατιώτες τού ηγεμόνος, αφού παρέλαβαν τον Ιησού τον έσυραν μέσα από την αυλή, στο πραιτώριο δηλαδή, και συγκαλούν και συγκεντρώνουν εναντίον του όλη την σπείρα. Και αφού τον έγδυσαν του φόρεσαν κόκκινη χλαμύδα12 [τον ενδύουν πορφύρα, τον έντυσαν πορφυρό Ιμάτιο13]. Και αφού έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια, το τοποθέτησαν πάνω στο κεφάλι του (περιέθεσαν σ' αυτόν) και καλά­μι στο δεξιό του χέρι. Και τον επλησίαζαν. Και αφού γονυπέτησαν μπροστά του, τον περιέπαιζαν, και άρχισαν να τον χαιρετούν λέγοντας, «χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων». Και πήραν το καλάμι και τού χτυ­πούσαν μ' αυτό το κεφάλι και τον έφτυναν, τού έδιναν ραπίσματα και γονάτιζαν και τον προσκυνούσαν».

Με την κόκκινη χλαμύδα, το ακάνθινο στεφάνι και το καλάμι στο δεξιό του χέρι διακωμωδούνται τα βασιλικά εμβλήματα, δηλαδή η κόκ­κινη βασιλική χλαμύδα, το στέμμα και το σκήπτρο. Η γονυκλισία και το προσκύνημα είναι διακωμωδήσεις των αντιστοίχων κινήσεων σε πρα­γματικό βασιλέα. Τα ραπίσματα, οι εμπτυσμοί και τα κτυπήματα με το καλάμι συμπληρώνουν την όλη εικόνα τού ευτελούς εμπαιγμού, ο οποίος ας σημειωθή γίνεται με την παρουσία και την ανοχή τού Πιλά­του. Και τούτο, ενώ είναι εντελώς βέβαιος ότι διακωμωδείται και διαπομπεύεται ένας αθώος, γεγονός που συνιστά αδιαμφισβήτητη γι’ αυ­τόν ενοχή.

Αν είχε ατονήσει η επιβολή της διοικητικής εξουσίας τού Πιλάτου απέναντι στον εβραϊκό όχλο, είναι εντελώς ακατανόητο και ασυγχώρη­το να εξασθενήση η εξουσία του στους ιδικούς του στρατιώτες. Αυτοί οργιάζουν στον εμπαιγμό τού Ιησού, μπροστά στον Πιλάτο, σαν αυτός να μην ήταν παρών.

Κι αν ακόμη ο Ιησούς ήταν κατηγορούμενος, στον χρόνο πριν από την ανάκρισι, έπρεπε να προστατευθή από τον Πιλάτο, από την δι­καστική και διοικητική του ιδιότητα. Κι αν ακόμη είχε κηρυχθή ένοχος, δεν επιτρεπόταν να χλευασθή μέσα στο πραιτώριο. Το ότι ο ηγεμών ανεχόταν να οργιάζουν oι υφιστάμενοί του στρατιώτες περιπαίζοντας ένα ανυπεράσπιστο θύμα, που η συνείδησίς του το παραδεχόταν και το ανεκήρυττε αθώο και δίκαιο, αυτό δημιουργεί στον Πιλάτο ασυγχώρη­τη ευθύνη.

Β. Νέα αντιπαράστασις Πιλάτου και Εβραίων. Μετά την μαστίγωσι και τους εμπαιγμούς, ο Πιλάτος διατηρώντας και ομολογώντας την απόλυτη βεβαιότητά του για την αθωότητα τού Ιησού, προσπαθεί ν' απαλλαγή από την ενόχλησι των Εβραίων, παραδίδοντάς τον εξευτε­λισμένο σ' αυτούς. Το αξιοθρήνητο είναι ότι και πάλι το εκκρεμές τού ασταθούς χαρακτήρος του κινείται ανάμεσα στην δικαιοσύνη και στην αδικία. Τώρα αποκλίνει προς την ικανοποίησι τού μανιασμένου όχλου, που ζήτησε και έλπισε να χορτάση μαστιγώνοντας τον Ιησού. «Τον μα­στίγωσε ο Πιλάτος θέλοντας κάπως να μαλακώση και να καθησύχαση το Ιουδαϊκό πάθος» (Ι. Χρυσόστομος).

Αλλά για τους Εβραίους η μαστίγωσις θεωρήθηκε σαν δείγμα ό­τι κάμφθηκε ο Πιλάτος στην σταύρωσι που ζητούσαν, αφού αυτή απο­τελούσε προσταυρωτική διαδικασία που επέτεινε το μαστίγωμα από τον σταυρικό θάνατο. Ο Πιλάτος όμως κατέφυγε στην μαστίγωσι σαν αυτοτελή ποινή, για να αρκεσθούν σ' αυτήν οι Εβραίοι και να αποφευχθή η σταύρωσις. Η μαστίγωσις, όπως το είδαμε σε ειδικό κεφάλαιο14 ήταν και αυτοτελής ποινή.

«Βγήκε λοιπόν πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέγει: «Να, σάς τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία ένοχη». Βγήκε λοιπόν έξω ο Ιησούς φορώντας το ακάνθινο στεφάνι και τον κόκκινο μανδύα. Και τους λέγει˙ «ίδε ο άνθρωπος» (Ιωαν. 19, 4-6). Μετά από όσα διαδραματίσθηκαν εναντίον τού Αθώου, βγαίνει ο Πι­λάτος από το οίκημα στον λιθόστρωτο εξώστη, κάτω από τον οποίο μαινόταν ο εβραϊκός όχλος που αναταρασσόταν από τους άρχοντές του. Τους αναγγέλλει ότι σε λίγο θα εμφανισθή ο Ιησούς, επαναλαμβά­νοντας και πάλι ότι δεν βρίσκει να ευσταθή καμμία ενοχή σε όσα τον κατηγορούν. Επαναλαμβάνει δηλαδή την απόλυτη και ανεπιφύλακτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την τελεία αθωότητα τού Ιησού. Αυτή την βεβαιότητα την κρατεί και την ομολογεί από την αρχή μέχρι το τέλος της προσωπικής του επαφής με τον Ιησού: «Ιδού σάς τον φέρνω πάλι έξω, για να μάθετε επί τέλους οριστικά, πως δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία κατηγορία».

Μετά από λίγο πράγματι, προφανώς με εντολή και νεύμα τού Πι­λάτου, βγαίνει ο Ιησούς φορώντας τα ψευτοβασιλικά εμβλήματα με το πληγωμένο και συσπώμενο από την μαστίγωσι σώμα, με τους πόνους τού ακάνθινου στεφάνου, με τα σημάδια από τους εμπτυσμούς και τα ραπίσματα. Και δείχνοντας ο Πιλάτος στους Εβραίους τον Ιησού που πρόβαλε από το πραιτώριο, άθλια ταλαιπωρημένο και εξουθενωμένο, τους λέγει˙ «ίδε ο άνθρωπος».

Η οικτρά εκείνη θέα τού Αθώου των αιώνων, ο οποίος με τόση καρτερία υπέμεινε τους εξευτελισμούς, τους πόνους και την οδύνη της ανθρώπινης μοχθηρίας και αγνωμοσύνης, κάθε άλλο μαρτυρούσε παρά ότι επρόκειτο για επαναστάτη, που διεκδικούσε η οικειοποιείτο βασιλι­κή ιδιότητα, και για επικίνδυνο στο κράτος, όπως ισχυρίζονταν οι Εβραίοι. Και αυτό επεδίωκε μ' εκείνη την χειρονομία ο Πιλάτος, να δείξη στους Εβραίους πόσο ακίνδυνος ήταν ο Ιησούς και πόσο άξιζε την λύπη και την συμπόνια, διότι υπέφερε όσα υπέφερε χωρίς να φταίη.

Όταν λοιπόν τον είδαν οι αρχιερείς και oι υπηρέτες εκραύγασαν λέγοντας, «να τον σταυρώσης, να τον σταυρώσης». Επαναλάμβαναν δηλαδή την ίδια κραυγή με την οποία ωρύονταν κατά την δεύτερη φάσι. Βιάζονταν για τον τελικό τους σκοπό, την θανάτωσι τού Ιησού με σταύρωσι. Έδειχναν σκληροί και αμείλικτοι σε κάθε άκουσμα αθωότητος και προς το άθλιο θέαμα τού Αθώου, και αμείλικτοι απέναντι στον Πιλάτο, ο οποίος με την ανεπίτρεπτη και ασυγχώρητη υποχωρητικότη­τά του ανέχθηκε να αρπάξουν οι Εβραίοι από την εξουσία του τον χει­ρισμό τού θέματος και να το κατευθύνουν στην λύσι που αυτοί αξίω­ναν.

Ενώ ακούσθηκαν πάλι οι κραυγές αυτές, ο Ιησούς μ' ένα βλέμμα τού Πιλάτου μπήκε πάλι στο πραιτώριο. Αυτό βέβαια δεν λέγεται, αλλά συμπεραίνεται με βεβαιότητα από την συνέχεια της διηγήσεως. Ο Πι­λάτος μένει έξω μόνος, εξωργισμένος για την σκληρότητα των Εβραίων, την απάνθρωπη ακαμψία τους και την φονική τους διάθεσι. Τότε με αγανάκτησι και ειρωνεία τους λέγει: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον, γιατί εγώ δεν βρίσκω σ' αυτόν καμμία ενοχή» (Ιωάν. 19,6).

Καινούργια λοιπόν έντονη ομολογία τού Πιλάτου για την απόλυτη αθωότητα τού Ιησού και κατηγορηματική άρνησίς του να σταυρώση αυτός τον Αθώο.

Στην νέα αυτή τόσο απροσδόκητη όσο και έντονη άρνησι τού Πι­λάτου να υποκύψη στην πίεσί τους, έβλεπαν ότι διαγραφόταν ο κίνδυ­νος να ματαιωθούν τα σχέδιά τους. Διότι αν επέμενε ο Πιλάτος στην αθωότητα τού Ιησού, η αξίωσίς τους να σταυρωθή εστερείτο το απα­ραίτητο νόμιμο στήριγμα. Βέβαια αυτοί δεν ενδιαφέρονταν για την νο­μική βάσι της σταυρώσεως, αλλά προσπαθούσαν να τηρήσουν, «αναλώμασι» της ρωμαϊκής Αρχής, τα προσχήματα, εκβιάζοντάς την να θεωρήση ένοχο τον Ιησού παρά την ανεπιφύλακτη διακήρυξι τού Ηγεμόνος για την αθωότητά του.

Ο Ιησούς έπρεπε οπωσδήποτε να σταυρωθή εκείνη την ημέρα, διότι από το βράδυ ερχόταν το Πάσχα και ο σκοπός τους θα ματαιωνό­ταν. Δεν σημείωσαν επιτυχία αποδίδοντας στον Ιησού πολιτική κατη­γορία που αποδείχθηκε ψεύτικη και ανυπόστατη. Γι' αυτό επανέρχονται τώρα στην θρησκευτική κατηγορία. Σ’ αυτήν δηλαδή για την οποία κατεδίκασαν τον Ιησού σε θάνατο κατά την δίκη ενώπιον τού Μεγάλου Συνεδρίου την προηγούμενη νύκτα.

Όπως ελέχθη, αυτή την κατηγορία, καθώς και την θανάσιμη ενοχοποίησι τού Ιησού γι' αυτή, τα μέλη τού Συνεδρίου την απέκρυψαν από τον Πιλάτο, για τους λόγους που πιο πάνω είπαμε. Τώρα όμως που παραπαίουν την εκστομίζουν μπροστά στον Πιλάτο για πρώτη φορά: «Αποκρίθηκαν σ' αυτόν οι Ιουδαίοι˙ «εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με το νόμο μας15 οφείλει να θανατωθή, διότι έκανε τον εαυτό του υιό τού Θεού» (Ιωάν. 19,7).

Με άλλα λόγια: «Εάν εσύ τον ανακηρύσσης αθώο από κάθε πο­λιτική κατηγορία, εμείς σύμφωνα με τον δικό μας νόμο, τον θεωρούμε ένοχο θανάτου, γιατί ανύψωσε τον εαυτό του σε υιό τού Θεού και οι­κειοποιήθηκε έτσι θεϊκή ιδιότητα που μόνο στον Θεό αρμόζει».

«Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτόν τον λόγο φοβήθηκε περισσότε­ρο» (Ιωάν. 19,8). Το εκκρεμές του που αιωρείτο ανάμεσα στην συνεί­δησι και στον ασταθή χαρακτήρα του κινήθηκε περισσότερο προς τον αρνητικό πόλο, της αναποφασιστικότητας. Σ' αυτόν τον πόλο προστέ­θηκε τώρα και το στοιχείο τού φόβου. «Τι φοβήθηκε όμως»; ερωτούν οι ερμηνευτές. Μήπως τον ανυποχώρητο φανατισμό τού όχλου; Μή­πως την αυτοκρατορική εξουσία, που επέβαλλε σαν καθήκον στα όργα­νά της να προστατεύουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υπηκόων λαών; Ή μήπως ο Πιλάτος δεν βλέπει πια στο πρόσωπο τού Ιησού έ­ναν αθώο άνθρωπο, αλλά ένα ανώτερο Ον, υπερανθρώπινο, στο οποίο οφείλει να απονείμη τιμή, και από το οποίο πρέπει να απομακρυνθή με φόβο, εξασφαλίζοντάς το συγχρόνως από κάθε κακοποίησι;

Το κλειδί για την απάντησι στο πιο πάνω ερώτημα, «τι φοβήθηκε ο Πιλάτος», μας το δίνει διπλό το ίδιο το Ευαγγέλιο τού Ιωάννου που έ­χουμε μπροστά μας. Από το ένα μέρος μας πληροφορεί ότι ο Πιλάτος φοβήθηκε ευθύς μόλις άκουσε «αυτόν τον λόγο», ότι δηλαδή ο Ιησούς έκανε τον εαυτό του Υιό τού Θεού. Και από το άλλο μέρος ότι ο Πιλά­τος, ευθύς μόλις άκουσε αυτόν τον λόγο μπήκε φοβισμένος πάλι στο πραιτώριο και λέγει στον Ιησού, «από που είσαι συ»; Δηλαδή σπεύδει να μάθη από το στόμα τού Ιησού την προέλευσί του. Συγχρόνως διαφαινόταν με αυτό το ερώτημα ότι στην σκέψι του υπήρχε η ιδέα ότι ο Ιησούς προερχόταν από τον Θεό.

Εκείνη την εποχή και μάλιστα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο δεν ή­ταν ασυνήθιστο ν' ακούσης ότι οι θεοί εμφανίζονται στους ανθρώπους με ανθρώπινη μορφή (ανθρωπόμορφες θεοφάνειες, θεανθρωπισμός). Έτσι λ.χ. από τις Πράξεις των Αποστόλων πληροφορούμεθα ότι μετά από μερικά έτη, οι κάτοικοι στα Λύστρα της Λυκαονίας θεώρησαν τον Απόστολο Παύλο σαν Ερμή και τον συνοδό του Βαρνάβα σαν Δία, και αναβόησαν: «Οι θεοί πήραν μορφή ανθρώπων και κατέβηκαν σ' εμάς», «ο δε Ιερέας τού Δία μαζί με το πλήθος ήθελε να κάνη θυσία», και οι Απόστολοι παρά τις διαμαρτυρίες τους και τις εξηγήσεις τους «με δυ­σκολία σταμάτησαν το πλήθος να μη τους προσφέρη θυσία» (κεφ. 14).

Αργότερα και oι κάτοικοι της Μελίτης βλέποντας ότι ο Παύλος δεν έπαθε τίποτε από το θανατηφόρο δάγκωμα της οχιάς «έλεγαν ότι αυτός είναι Θεός» (Πράξεις, κεφ. 28). Άλλωστε η παγκόσμια ατμό­σφαιρα ήταν σε πνευματική και ψυχική διέγερσι, θα λέγαμε σήμερα ηλεκτρισμένη, από την παγκόσμια προσδοκία Θεανθρώπου. Σ' αυτό το θέμα αφιερώνουμε πιο κάτω ιδιαίτερο κεφάλαιο16. Αν σ' αυτά προσ­θέσουμε και το τρομακτικό όνειρο της συζύγου τού Πιλάτου, αλλά και την εξαιρετική εντύπωσι που είχε προξενήσει σ' αυτόν η ηρεμία, η γλυ­κύτητα, η πραότητα, η σοφία, η αθωότητα, η ανεξικακία και το μεγαλείο γενικά τού Ιησού, στις φρικτές εκείνες ώρες της οδύνης και τού πόνου, έχουμε όλες τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την ταραχή τού Πιλά­του, μόλις άκουσε από τους Εβραίους, ότι ο Ιησούς ισχυρίζεται για τον εαυτό του ότι προέρχεται από τον Θεό.

Φοβισμένος λοιπόν σπεύδει να διαπιστώση γι’ αυτό από το στόμα τού ίδιου τού Ιησού, αφού είχε λάβει πείρα από τις εβραϊκές ψευδολογίες στις προηγούμενες κατηγορίες που αποδείχθηκαν ανυπόστατες. Ερωτά λοιπόν τον Ιησού: «Από που είσαι συ; πες μου, από που προέρχεσαι»;

Τον φόβο του τον είχε επαυξήσει, όπως ήταν φυσικό, και το συν­αίσθημα της ενοχής του, αφού κατέβασε τον Ιησού στο επίπεδο τού ληστή Βαραββά ιδιαίτερα το ότι τον μαστίγωσε, παρά την ανεπιφύλα­κτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την πλήρη αθωό­τητά του και το ότι ανέχθηκε τον εμπαιγμό και τα ραπίσματα των στρα­τιωτών, ενώ αυτός ήταν παρών. Έτσι εξηγείται το αγωνιώδες ερώτημα που υπέβαλε στον Ιησού.

«Αλλ' ο Ιησούς δεν τού έδωσε απάντησι» (Ιωάν. 19,9). Ο Ιη­σούς σιωπά. Τι να πη; Είχε πια δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για τον εαυτό του, την προέλευσί του και το έργο του. Ο Πιλάτος όμως, στην ψυχολογική κατάστασι που βρισκόταν, θίγεται από την σιω­πή τού Ιησού, η οποία πάλι τού επαυξάνει τον φόβο. Νοιώθει φόβο, που δύσκολα τον αποκρύπτει, εμπρός στον μυστηριώδη πια αυτόν άν­θρωπο που είχε ενώπιόν του. Και δημιουργώντας αντίδρασι σ' αυτόν του τον φόβο, απευθύνει προς τον Ιησού μία εκφοβιστική ερώτησι για να τον εξαναγκάση να απαντήση, ώστε να βγή από την ψυχολογική εκείνη κατάστασι. «Σ' εμένα δεν ομιλείς; Δεν γνωρίζεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω και έχω εξουσία να σε απολύσω»; (Ιωάν. 19,10).

Φαινομενικά υπενθυμίζει στον Ιησού την απεριόριστη εξουσία ζωής και θανάτου που είχε πάνω του˙ εξουσία όμως που δεν μπόρεσε να συγκρατήση μπροστά στον εκβιασμό των Εβραίων. Η δυναμικότη­τά τους υπερφαλάγγισε την εξουσία του, την οποία τώρα επισείει στον ανθρωπίνως αδύναμο δέσμιό του. Η ανανδρία αυτή να κάνη επίδειξι ισχύος απέναντι στον ανίσχυρο υποκρύπτει την κρίσι τού εσωτερικού του κόσμου. Ουσιαστικά αυτή η επίδειξις ισχύος με τα λόγια ήταν υπο­συνείδητη αυτοάμυνα στον φόβο και στην ταραχή που τον κατέλαβε σαν άκουσε για θεϊκή προέλευσι τού Ιησού. Για να εξουδετέρωση αυ­τά και κυρίως για να προασπισθή τον εαυτό του, ανέσυρε ο ίδιος την ανάμνησι της εξουσίας του.

Από το άλλο μέρος η στομφώδης και εγωιστική αυτή δήλωσις τού Πιλάτου, χωρίς την στιγμή εκείνη να το αντιληφθή, είναι η μεγαλύ­τερη καταδίκη που εκφέρει εις βάρος τού εαυτού του, καθώς ομολογεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι στα χέρια του κρέμεται η τύχη τού Ιησού, η σταύρωσίς του ή η απόλυσίς του. Έτσι ο ίδιος παίρνει στους ώμους του την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για τον Ιησού, λησμονώντας ότι προηγουμένως είχε νίψει τα χέρια του και είχε κηρύ­ξει τον εαυτό του αθώο «από το αίμα τού δικαίου τούτου», και ότι είχε επιρρίψει στους Εβραίους την αποκλειστική ευθύνη.

Εύστοχα παρατηρεί ο Ιερός Χρυσόστομος πάνω σ' αυτήν την ερώτησι τού Πιλάτου: «Βλέπεις πως ίδιος κατέκρινε από πριν τον εαυτό του; Εάν λοιπόν το παν εξαρτάται από σένα, για ποιόν λόγο δεν τον απολύεις, αφού δεν βρίσκεις καμμία ενοχή»;

Απ' αυτά συμπεραίνουμε ότι ο Πιλάτος παραπαίει όχι μόνο απέ­ναντι στον Ιησού και στους Εβραίους, αλλά και απέναντι στον εαυτό του. Όλο δε το σκηνικό κάθε άλλο είναι παρά δίκη, παρά διαδικασία δηλαδή που διεξάγεται κατά την Ισχύουσα δικονομική τάξι. Ωστόσο η δήλωσις για εξουσία να σταυρώση ή ν' απολύση τον Ιησού δεν εστερείτο νομότυπης βάσεως. Στους Πανδέκτες17 αναγραφόταν η θέσις, ότι «κανένας που μπορεί να καταδικάση δεν αδυνατεί και ν' απολύση».

Στην υπεροπτική ερώτησι τού Πιλάτου, την τόσο αντίθετη προς την άβουλη συμπεριφορά που επέδειξε, η οποία συμπεριφορά κάθε άλ­λο παρά άσκησις διοικητικής και δικαστικής εξουσίας ήταν, απαντά ο Ιησούς με θεϊκή γαλήνη, αλλά και με θεϊκό κύρος: «Δεν θα είχες καμμία εξουσία εναντίον μου, εάν δεν σου είχε δοθή από πάνω. Για τούτο εκείνος που με παρέδωσε σ' εσένα έχει μεγαλύτερη αμαρτία» (Ιωάν. 19,11).

Με άλλα λόγια: Καμμία απολύτως εξουσία δεν θα είχες επάνω μου, εάν δεν σου είχε δοθή τέτοια εξουσία από πάνω, δηλαδή από τον Θεόν. Είσαι λοιπόν ταγμένος από τον Θεό να κρίνης, και οφείλεις να κρίνης δίκαια. Εσύ εν τούτοις με πέρασες από τόσους εξευτελισμούς μέχρι και από την μαστίγωσι, αν και έχεις πεισθή για την αθωότητά μου. Με την πράξι σου αυτή οπωσδήποτε βαρύνεις τον εαυτό σου. Επειδή όμως δεν το κάνεις αυτό χωρίς ν' αντιστέκεσαι στους Εβραίους που ζητούν άδικα και φθονερά τον θάνατό μου, η ευθύνη σου και η αμαρτία σου είναι μικρότερη από εκείνη που έχουν όσοι με παρέδωσαν στα χέρια σου (ο Ιούδας και η παρέα του). Την μεγαλύτερη αμαρτία την έχουν αυτοί και περισσότερο απ' αυτούς ο Ιούδας.

Η απάντησις τού Ιησού και καθ’ εαυτήν, αλλά και για το θεϊκό της κύρος είναι σπουδαιότατη για τον καθορισμό της νομικής ευθύνης τού Πιλάτου και των Εβραίων στο δράμα τού Ιησού. Ο Ιησούς προσδιορίζει το μέτρο αυτής της ευθύνης με λίγες λέξεις, αλλά τόσο καθαρά, ώστε και από τον ομιλούντα και από την διατύπωσι προβάλλει το θεϊκό κύρος τού κλιμακωτού καταλογισμού της ευθύνης. Ρίχνεται έτσι άπλετο φως στην έρευνα για επιμερισμό της ευθύνης στούς συν­τελεστές τού θεϊκού δράματος κατά το μέτρο της ενοχής τους.

Ο Πιλάτος έμεινε έκπληκτος! Τα λόγια αυτά τού Ιησού, αυτός ο τόσο κατηγορηματικός καταμερισμός της ευθύνης κάθε ένοχου έκανε στον ηγεμόνα βαθειά εντύπωσι. Και η πρέπουσα ευθύνη τού καταλογι­ζόταν, αλλά και τα ελαφρυντικά δεν παραγνωρίζονταν. Ο Πιλάτος που ενοχλείτο από όλη την καλή εντύπωσι που είχε από τον Ιησού και από την βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως για την αθωότητά του, τώρα ύστερα από αυτό ξεκινάει να δείξη πάλι την αρχική του διάθεσι για απόλυσί του. Θέλει να διαχωρίση την ευθύνη του από την ευθύνη των κατηγόρων τού Ιησού, των οποίων είχε καταντήσει, αντίθετα προς την συνείδησι και την δικαιοσύνη, άβουλο όργανο. «Γι’ αυτόν τον λόγο ζητούσε ο Πιλάτος να τον απολύση» (Ιωάν. 19,12).

Ο Πιλάτος βγήκε έξω από το πραιτώριο, όπως συμπεραίνεται από τα συμφραζόμενα, 19, 13, και ανακοίνωσε στους Εβραίους την θέσι του αυτή. Η νέα αυτή προσπάθειά του έκανε τους Εβραίους να απελ­πισθούν και να βλέπουν πια ότι ματαιώνονται τα σχέδιά τους. Εγνώριζαν πως αν επέμεναν στην θρησκευτική κατηγορία, ο Πιλάτος θα παρέπεμπε την υπόθεσι στα δικαστήριά τους. Γι’ αυτό επανέρχονται στην πρώτη κατηγορία εναντίον τού Ιησού, την πολιτική. «Επειδή πα­ρουσιάζοντας κατηγορία από τον θρησκευτικό νόμο, δεν κατώρθωσαν τίποτε, στρέφονται με κακούργο τρόπο προς τους έξω νόμους» (Ιω. Χρυσόστομος). Και έρριξαν μάλιστα στον Πιλάτο καταπρόσωπα την απειλή:

«Αν συ πείσθηκες ότι ο Ιησούς δεν οικειοποιείται βασιλική ιδιό­τητα, δεν πεισθήκαμε όμως κι εμείς. Και αφού δεν θέλεις να εφαρμόσης τον νόμο τού κράτους και να σταυρώσης, όπως αυτός ορίζει, έναν πολιτικό εγκληματία, σφετεριστή αξιώματος που ανήκει μόνο στον αυ­τοκράτορα, αυτό σημαίνει για μας ότι συ δεν είσαι πιστός φίλος τού αυ­τοκράτορα, διότι καθένας που οικειοποιείται βασιλική εξουσία έρχεται σε αντίθεσι προς τον αυτοκράτορα».

«Οι Ιουδαίοι όμως έκραζαν: «Εάν απολύσης αυτόν, δεν είσαι φί­λος τού Καίσαρος18. Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα αντιτίθεται στον Καίσαρα» (Ιωάν. 19,12).

Οι πλάγιες αλλά βαρείες αυτές απειλές σε μία εποχή κατά την οποία εθεωρείτο κανείς ένοχος από την στιγμή που κρινόταν ύποπτος, συγκλόνισαν τον Πιλάτο. Οι Εβραίοι τον προειδοποιούσαν ότι θα τον καταγγείλουν στον αυτοκράτορα για απιστία, δηλαδή για έσχατη προ­δοσία. Έτσι χαρακτηριζόταν η εύνοια προς έναν επαναστάτη. Στα χρό­νια δε τού Τιβερίου το αδίκημα αυτό είχε βαρύτατες συνέπειες και ετιμωρείτο σκληρότατα, γιατί εθεωρείτο το αποκορύφωμα κάθε κατηγο­ρίας.

Για τον Πιλάτο, που τόση πικράν πείραν είχε από εβραϊκές επανα­στάσεις και καταγγελίες προς τον αυτοκράτορα, η νέα αυτή βαρειά απειλή των Εβραίων για έγκλημα που στρεφόταν εναντίον τού αυτο­κράτορα, σήμαινε γι' αυτόν έσχατο κίνδυνο. Γι’ αυτό, κάτω από το κρά­τος της αγανακτήσεως και ταραχής, διαπιστώνοντας και πάλι πως ήταν ανώφελο και μάταιο να μεταστρέψη τον εβραϊκό όχλο, παίρνει την απόφασι να τερματίση την μεγάλη αυτή περιπέτεια κατά τον πλέον ακίνδυ­νο σ' αυτόν τρόπο.

Αυτό απαιτούσε το προσωπικό του συμφέρον, στο οποίο κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, από την οποία κρίνεται τελικά και η ευθύνη του και ολόκληρος ο χαρακτήρας του, εσφαγίασε και θυσίασε την έν­νοια τού δικαίου και της δικαιοσύνης. Θυσίασε ακόμη την ανεπιφύλα­κτη και απόλυτη βεβαιότητα της δικαστικής του συνειδήσεως που κατ’ επανάληψι ο ίδιος διεκήρυξε για την πλήρη αθωότητα τού Ιησού.

Θυσίασε επίσης το όλο γόητρό του σαν ανθρώπου και Ρωμαίου ηγεμόνος. Το εκκρεμές τού ασταθούς χαρακτήρος του που αιωρείτο μεταξύ δικαιοσύνης και αδικούσης αναποφασιστικότητος, το οποίο δια­πιστώσαμε κατ’ επανάληψι και πιο πάνω, κινήθηκε και πάλι έντονα προς τον αρνητικό πόλο, και καρφώθηκε σ' αυτόν κάτω από την ισχυρή πίεσι τού φόβου για την προσωπική του τύχη.

Μόλις λοιπόν άκουσε ο Πιλάτος την απειλή που εκτόξευσαν οι Εβραίοι, διατάσσει να βγη από το πραιτώριο ο Ιησούς. Από αυτό επί­σης συμπεραίνεται καθαρά ότι η προηγούμενη στιχομυθία Πιλάτου και Ιησού (στ. 9-11) έγινε μέσα στο πραιτώριο, όπως το πληροφορούμεθα και από την αρχή τού στίχου 9. Ο Πιλάτος κάθεται «επί τού βήματος», δηλαδή στην δικαστική καθέδρα που υψωνόταν στο λιθόστρωτο δάπε­δο της θολωτής αψίδας που προεξείχε τού πραιτωριακού μεγάρου. Αφού βγήκε ο Ιησούς, τον δείχνει και λέγει στους Εβραίους με οργή, απέχθεια και ειρωνεία, «ιδού ο βασιλεύς σας», αφού οι ίδιοι είχαν επι­νοήσει την κατηγορία, ότι ο Ιησούς θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα, για να τον ενοχοποιήσουν για πολιτικό έγκλημα. «Όταν λοιπόν άκουσε ο Πιλάτος αυτόν τον λόγο, έφερε έξω τον Ιησού, και αυτός κάθησε στην δικαστική έδρα, στον τόπο που λέγεται Λιθόστρωτο, στα εβραϊκά Γαββαθά... και λέγει στους Ιουδαίους, «ιδού ο βασιλεύς σας» (Ιωάν. 19,13-14).

Στο μέρος τού χωρίου τούτου που σημειώσαμε αποσιωπητικά παρεμβάλλεται μία χρονική πληροφορία για την ώρα που έγιναν αυτά, που διασπά την συνέχεια τού λόγου. Από αυτό νομίζουμε ότι δεν προέρχεται από τον Ιωάννη, καθόσον ο Ιωάννης πουθενά στις αφηγή­σεις των παθών δεν προσδιορίζει ώρες, ούτε μνημονεύει το γενόμενο σκότος. Είναι εμβόλιμη και προέρχεται από μεταγενέστερο χέρι, που εί­χε υπ’ όψιν το ωράριο των δύο συνοπτικών Ματθαίου 27,45 εξ. και Λουκ. 23,44. Σύμφωνα με την άποψι μερικών ερμηνευτών έγινε για να διορθωθή η εσφαλμένη πληροφορία τού Μάρκ. 15,25. Αυτό δεν το δέχομαι για τους λόγους που εκθέτω πιο κάτω.

Η χρονική πληροφορία τού Ιωάννου που σύμφωνα με την άποψί μας θεωρείται εμβόλιμη είναι η εξής: «Ήταν δε Παρασκευή τού Πάσχα, ώρα δε περίπου έκτη» (Ιωάν. 19,14β) κατά το Ιουδαϊκό ωρολόγιο, δηλαδή περίπου δωδέκατη μεσημβρινή.

Το εμβόλιμο της πληροφορίας αυτής πιστώνεται και από την προ­χειρότητά της για να προσαρμοσθή στις αντίστοιχες πληροφορίες των δύο ευαγγελιστών. Και την προχειρότητα προδίδει το γεγονός ότι ενώ κατά τους δύο συνοπτικούς (Ματθ. 27,45 εξ. και Λουκ. 23,44) η σταύρωσις άρχισε πολύ πριν από την έκτη ώρα και μάλιστα γύρω στην τρίτη ώρα (Μάρκ. 15,25) δηλαδή 9.00 π.μ., διότι οι διατυπώσεις της καθώς και της σταυρώσεως των άλλων ληστών και τα γεγονότα που εφεξής αναφέρονται χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις ώρες και τερματίσθηκε με τον θάνατο τού Ιησού γύρω στην ένατη ώρα (3.00 μ.μ.) αντίθετα η εμβόλιμη πληροφορία στον Ιωάννη τοποθετεί στην έκτη ώρα την τε­λευταία παρουσίασι τού Ιησού από τον Πιλάτο, (την σκηνή: Ίδε ο άν­θρωπος), οπότε η σταύρωσις θα πρέπει να έλαβε χώραν μετά την έκτη ώρα, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που οι συνοπτικοί Ευαγγελι­στές αναφέρουν το σκότος. Αλλά και από την έκτη ώρα (δωδέκατη με­σημβρινή), αν άρχιζε η σταύρωσις, που η διάρκειά της έφθασε οπωσδήποτε τις τρεις ώρες, τότε το τρίωρο σκοτάδι που επακολούθη­σε πρέπει να τοποθετηθή ανάμεσα στην ένατη (3.00 μ.μ.) και την έκτη εσπερινή της Παρασκευής. Από τότε όμως άρχιζε το Σάββατο τού Πάσχα και δεν υπολειπόταν χρόνος για την αποκαθήλωσι και την ταφή πριν από την έναρξι τού Σαββάτου (6.00 μ.μ. της Παρασκευής).

Για όλους αυτούς τους λόγους η χρονική αυτή πληροφορία στον Ιωάννη, που διασπά την συνέχεια τού λόγου, παρεμβλήθηκε μεταγε­νέστερα και με προφανή προχειρότητα ως προς τον προσδιορισμόν της ώρας και σε ασυναρτησία με τα κατ' αυτήν γεγονότα.

Ως προς την ημέρα συμφωνούν όλοι οι Ευαγγελιστές ότι αυτή ή­ταν «η Παρασκευή τού Πάσχα, η οποία ήταν πριν από το Σάββατο˙ η δε αυριανή ημέρα, η οποία ήταν μετά την Παρασκευή ήταν το Σάββατο», που άρχιζε στις 6.00 μ.μ. την Παρασκευή. Η ημέρα αυτή λεγόταν «Πα­ρασκευή τού Πάσχα», γιατί κατ' αυτήν έπρεπε να τελειώση όλη η προ­παρασκευή τού σπιτιού και της λατρείας που απαιτούσε ο Ιουδαϊκός νόμος για το Πάσχα, δηλαδή η προμήθεια άζυμου άρτου, αρνιού και άλ­λων αναγκαίων.

Το Πάσχα εωρταζόταν στις 15 Νισάν που τότε συνέπιπτε με το Σάββατο και άρχιζε από τις 6.00 το απόγευμα της προηγουμένης ημέ­ρας. Η προηγούμενη αυτή ημέρα, η «Παρασκευή τού Πάσχα» ήταν η 14η Νισάν, που ωνομαζόταν και «πρώτη των αζύμων», διότι κατ αυτήν άρχιζε, όπως αναφέρθηκε, η προμήθεια ή η προετοιμασία στο σπίτι τού πασχαλινού άζυμου άρτου, τού οποίου η χρήσις θα άρχιζε από τις 6.00 το απόγευμα της Παρασκευής προς το Σάββατο, όταν άρ­χιζε η 15η Νισάν, δηλαδή η πρώτη ημέρα της εβδομαδιαίας εορτής του Πάσχα, η οποία γι' αυτόν τον λόγο ωνομαζόταν «εορτή των αζύ­μων για τον Κύριο»19.

«Παρασκευή τού Πάσχα» λοιπόν ή «πρώτη των αζύ­μων» ήταν μία και η αυτή, η προηγούμενη τού Πάσχα ημέρα, που άρχιζε στις 6.00 το απόγευμα της προηγουμένης, της Πέμπτης 13ης Νισάν. Άρα ο μυστικός Δείπνος που τε­λέσθηκε μετά την 6η απογευματινή ώρα της Πέμπτης, έ­πεφτε στις πρώτες ώρες της «Παρασκευής τού Πάσχα» ή «πρώτης των αζύμων», 14ης Νισάν, και τελέσθηκε με έν­ζυμο άρτο. Παρασκευαζόταν βέβαια από τις πρώτες αυτές ώρες της Παρασκευής (απόγευμα Πέμπτης) ο άζυμος άρτος, αλλά καθ’ όλη την ημέρα αυτή της «Παρασκευής» δεν γινόταν τότε, ούτε και σήμερα γίνε­ται από τους Εβραίους χρησιμοποίησις των αζύμων, παρά μετά την δύσι τού ήλιου της («Παρασκευής») 14ης Νισάν, δηλαδή μετά την θρη­σκευτική έναρξι της ημέρας της 15ης Νισάν, που ήταν η κυρίως ημέρα της εορτής τού Πάσχα.

Ώστε ο μυστικός Δείπνος έγινε με ένζυμο άρτο, αφού, όταν έγινε αυτός, αναμφίβολα δεν είχαν τεθή ακόμη σε χρήσι τα άζυμα. Ο μυστι­κός Δείπνος λοιπόν έγινε στις αρχές της νύχτας της 13ης προς την 14η Νισάν, Πέμπτη βράδυ προς Παρασκευή. Δηλαδή έλαβε χώρα 24 ώρες πριν από τον εβραϊκό πασχάλιο δείπνο, ο οποίος γίνεται πάντοτε και αμετάθετα μετά την δύσι τού ήλιου της 14ης προς την 15η Νισάν. Έγι­νε λοιπόν 24 ώρες πριν από την έναρξι της χρήσεως των αζύμων, οπό­τε έγινε σ' αυτόν χρήσις ένζυμου άρτου. Επομένως η θεία Ευχαριστία, που συνεστήθη από τον Κύριο στο τέλος τού Δείπνου εκείνου από τον άρτο που υπήρχε στο τραπέζι, συνεστήθη με ένζυμο άρτο20.

Αυτά, όσον αφορά τον εμβόλιμο στον Ιωάννη προσδιορισμό της ημέρας κατά την οποία έγιναν τα ανωτέρω21. Αλλά ας προχωρήσου­με στην συνέχεια της διηγήσεως.

Μόλις οι Εβραίοι αντίκρυσαν τον Ιησού «εκραύγασαν, θανάτω­σε τον, θανάτωσε τον, σταύρωσε τον» (Ιωάν. 19,15), επαναλαμβά­νοντας τις ίδιες όπως και προηγουμένως κραυγές με τις οποίες δήλω­ναν πόσο επείγονταν να επιταχύνουν την σταυρική θανάτωσι του Κυ­ρίου και πόσο αγανακτούσαν για τις παρελκύσεις τού Πιλάτου που την καθυστέρουσαν. «Τους λέγει ο Πιλάτος «τον βασιλέα σας να σταυρώ­σω»; (Ιωάν. 19,15). Η ερώτησις αυτή εκδηλώνει την τελευταία από­πειρα τού Πιλάτου για να αφαρπάση τον Ιησού από τα νύχια της λαϊκής μανίας. Επίσης κάτω από την ερώτησι υποδηλωνόταν ότι η βασιλική ιδιότητα τού Ιησού είτε πραγματική είτε προβαλλόμενη από αυτούς αποτελούσε δικό τους εσωτερικό ζήτημα —τον βασιλέα σας— δηλαδή υπόθεσι της Ιουδαϊκής μειονότητος, η οποία πρέπει να σέβεται τον εαυ­τό της, για να αξιώνη σεβασμό από την ρωμαϊκή αρχή.

Στην ερώτησι τού Πιλάτου δεν απαντά ο λαός αλλά οι αρχιερείς. «Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς˙ «δεν έχουμε βασιλέα παρά τον Καίσαρα» (Ιωάν. 19,1 5). Συνέλαβαν το πνεύμα της ερωτήσεως τού Πιλάτου. Και διαστρεβλώνουν και πάλι τα πράγματα, όπως έπραξαν και προηγουμέ­νως. Την αντιποίησι δηλαδή της βασιλικής Ιδιότητος που οι ίδιοι απέδι­δαν στον Ιησού δεν την χαρακτηρίζουν σαν ιδιότητα και υπόθεσι ενδοεβραϊκή, αλλά σαν ιδιότητα που στρέφεται ενάντια στον αυτοκρά­τορα. Και δεν ανέχονταν να επιμένη ο Πιλάτος στο να χαρακτηρίζη τον Ιησού «βασιλέα των Ιουδαίων». Ωστόσο αυτόν τον χαρακτηρισμό οι ίδιοι επινόησαν, ότι δήθεν τον επρόβαλε ο Ιησούς για τον εαυτό του.

Και επανέρχονται πάλι στην ίδια πλαγία αλλά βαρύτατη απειλή εναντίον τού Πιλάτου, ότι η στάσις του στο προκείμενο ζήτημα αποτε­λεί απιστία προς τον αυτοκράτορα. Και αυτοί μεν τον σέβονται δήθεν σαν τον μόνο βασιλέα τους, ενώ εκείνος με την αδιαφορία του τον αφήνει έκθετο στον Ιησού που αντιποιείται βασιλική ιδιότητα. Ακούοντας για τρίτη φορά ο Πιλάτος το όνομα τού Καίσαρος υπέκυψε στον φόβο για την προσωπική του τύχη. Φοβήθηκε μήπως καταγγελθή σαν ένοχος τού βαρύτατου εγκλήματος απιστίας ή προσβολής προς το πρόσωπο τού αυτοκράτορα, όπως είπαμε πιο πάνω.

Στον προσωπικό του αυτό φόβο θυσιάζει και την δικαστική του συνείδησι και την διοικητική του εξουσία και το όλο γόητρό του σαν Ρωμαίου ηγεμόνος, και παραδίνει τον Ιησού για σταύρωσι, ενώ είχε πλήρη βεβαιότητα για την αθωότητά του και για το αξιοσέβαστο μεγα­λείο της προσωπικότητάς του. «Τότε λοιπόν τον παρέδωσε σ’ αυτούς για να σταυρωθή» (Ιωάν. 19,1 6). Χαρακτηριστική είναι σ' αυ­τόν τον στίχο η λέξις «αυτοίς» (σ' αυτούς), την οποία καθιστά ακόμη πιο χαρακτηριστική η αντίστοιχη διαφωτιστική έκφρασις τού ακριβολόγου Λουκά, «τον δε Ιησούν παρέδωσε στο θέλημά τους» (Λουκ. 23,25)

Πράγματι από τώρα και στο εξής δεν πρωτοστατούν στην σταύ­ρωσι Ρωμαίοι δήμιοι ή -επειδή τέτοιοι απουσίαζαν στην Παλαιστίνη -Ρωμαίοι στρατιώτες, αλλά Εβραίοι.

Οι στρατιώτες που εγνώριζαν τον τρόπο της σταυρικής εκτελέ­σεως, ενεργούν σαν καθοδηγητικά και εκτελεστικά όργανα των Εβραίων. Σ' αυτό το ζήτημα είναι ομόφωνη και η γνώμη της Χριστιανι­κής παραδόσεως καθώς και η έκφρασις της Χριστιανικής τέχνης τόσο στις εικόνες της σταυρώσεως όσο και στην υμνογραφία.

Ήδη ο Απόστολος Πέτρος ομιλώντας την ημέρα της Πεντηκο­στής προς τους Εβραίους, τους κατηγορεί για τον θάνατο τού Ιησού: «Τον Ιησού που σάς παραδόθηκε τον εσκοτώσατε βάζοντας ανθρώ­πους άνομους να τον καρφώσουν στον σταυρό» (Πράξ. 2,23). Την ίδια κατηγορία τους την απευθύνει και αργότερα: «Τον αρχηγό της ζωής τον εφονεύσατε» (Πράξ. 3,15). Και αργότερα από άλλη αφορμή αποτείνε­ται ο Πέτρος «προς τους άρχοντες τού λαού και προς τους πρεσβυτέ­ρους τού Ισραήλ» και λέγει για τον Ιησού: «...τον οποίον εσείς εσταυρώσατε» (Πράξ. 4:8,10). Το ίδιο είπαν και οι Απόστολοι αργότερα προς τους Εβραίους άρχοντες: «...τον οποίο εσείς εσκοτώσατε με κρέμασμα επάνω στον σταυρό» (Πράξ. 5,30). Το ίδιο και ο πρωτομάρτυς Στέφα­νος προς τους Εβραίους άρχοντες: «...τού δικαίου, τού οποίου εσείς γί­νατε προδότες και φονείς» (Πράξ. 7,52).

Έτσι έληξε η λεγομένη «δίκη τού Ιησού» μπροστά στον Πιλάτο. Αλλά όπως φαίνεται καθαρά από την όλη διήγησι των Ευαγγελίων, δεν πρόκειται για δίκη, αλλά για δικοφανή παρωδία, που διατελούσε έξω από κάθε δικονομική τάξι. Ούτε καν αναζητήθηκαν σύμφωνα με τον νόμο μάρτυρες υπερασπίσεως. Από το άλλο μέρος, δέχεται ο Πιλάτος, αντίθετα προς τον νόμο, σαν μάρτυρες κατηγορίας αυτούς τους εισ­αγγελείς της κατηγορίας.

Πρόκειται κυριολεκτικά για φονική εξέγερσι των Εβραίων εναντίον τού Ιησού που από καιρό εμελετάτο και προπαρασκευαζόταν, στην οποία έμπλεξαν και τον Πιλάτο με αποκλειστικό σκοπό τον σταυ­ρικό θάνατο τού Ιησού. Όσα διαδραματίσθηκαν ενώπιον τού Πιλάτου αποτελούν στην πραγματικότητα δραματικό διάλογο ανάμεσα σ' αυτόν και τον όχλο που είχαν μεταξύ τους οξεία αντίθεσι και φιλονεικία γύρω από τον Ιησού. Ο μεν όχλος φανατίζεται από τους άρχοντές του που κινούνταν από φθόνο, και κατηγορεί χωρίς αιτία τον Ιησού για ανύπαρ­κτα θανάσιμα εγκλήματα˙ο δε Πιλάτος από τις ανακριτικές εξετάσεις του Ιησού που παρεμβάλλονταν σ' αυτήν την διένεξι, τον κηρύσσει αθώο έξι φορές. Επτά φορές επρότεινε και προσπάθησε να τον απολύση. Και τέλος, αντίθετα προς κάθε έννοια δικαίου και ηθικής τάξεως, και παρά την δικαστική του συνείδησι, αφού εκφοβίσθηκε από τους Εβραίους, υποκύπτει. Και «χωρίς να κάνη καμμία εξέτασι, νομίζοντας ότι έτσι θα τους καλοπιάση» (Ιω. Χρυσόστομος), παραδίδει στις φονι­κές τους διαθέσεις τον Δίκαιο και Αναίτιο και Αθώο, χωρίς δίκη και χωρίς δικαστική απόφασι.

Να, πως χαρακτηρίζουν την πράξι αυτή του Πιλάτου αι «Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων δια Κλήμεντος»22. «Ο Πιλάτος λοιπόν ντρό­πιασε την εξουσία με την ανανδρία του. Αυτός ο ίδιος αποδεικνύει τον εαυτό του ένοχο, αφού αντί το δίκαιο προτίμησε τα πλήθη. Από το ένα μέρος ωμολόγησε ότι αυτός (ο Ιησούς) είναι αθώος, και από το άλλο μέρος σαν ένοχο τιμωρίας τον παρέδωσε για σταύρωσι, αν και οι νόμοι των Ρωμαίων ώριζαν ότι κανείς δεν θανατώνεται χωρίς να γίνη δικα­στική εξέτασις».

isaal logo 31111


1 Δηλαδή των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου (Σ.τ.έ.).

2 «Οι δε εκραύγασαν άρον άρον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· τον βασιλέα υμών σταυρώσω»;

3 Ο Ευσέβιος Καισαρείας στο β' μέρος της Εκκλησιαστικής του Ιστορίας (§ 1-3) αναφέρει:

«Όσα εβούιξαν σ' όλους σ' ολόκληρη την Παλαιστίνη για την εκ νεκρών ανάστασι τού Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, ο Πιλάτος τα ανεκοίνωσε στον βασιλέα Τιβέριο. Τον πληροφόρησε και για τις άλλες του θαυματουργίες και για το ότι μετά τον θάνατό του αναστήθηκε και από πολλούς ήδη πιστεύθηκε ότι είναι Θεός. Ο Τιβέριος το ανέφε­ρε στην Σύγκλητο, αλλά εκείνη απέρριψε την πρότασι, με φανερή αιτία ότι έπρεπε η ί­δια προηγουμένως να εξετάση... Η αληθινή όμως αίτια ήταν ότι η σωτήριος διδασκαλία τού θείου κηρύγματος δεν είχε ανάγκη της επιβεβαιώσεως και συστάσεως των ανθρώ­πων. Και η ρωμαϊκή Βουλή γι' αυτήν την αιτία δεν δέχθηκε όσα αναφέρθηκαν για τον Σωτήρα μας, αλλά ο Τιβέριος διετήρησε την άποψι που είχε και δεν σκέφθηκε κάτι άσχημο και κακό εναντίον της διδασκαλίας τού Χριστού» (Σ.τ.ε)

4 Δηλαδή, «Το έγκλημα κατά της μεγαλειότητος ήταν το αποκορύφωμα όλων των κατηγοριών» ή σύμφωνα με άλλη μετάφρασι: «Το έγκλημα κατά της μεγαλειότητος ήταν συμπλήρωμα όλων των κατηγόρων» (Σ.τ.έ.).

5 Ιωσήπου III. 2. 16. 3. 2.17.6. ΙΑ. 20. 8. 11.

6 Ιωσήπου ΙΑ, 18, 2, 3: «Πολύ είχε προχωρήσει στην φιλία με τον Τιβέριο» γι' αυτό και έχτισε «πόλι που της έδωσε το όνομά του, Τιβεριάδα, εποικίζοντάς την με τους πιο εκλεκτούς της Γαλιλαίος, στην λίμνη της Γεννησαρέτ».

7 Πρόκειται για προηγούμενο τμήμα κεφαλαίου που βρίσκεται στις σελ. 506-525 τού μνημονευθέντος έργου· «Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής» (Σ.τ.έ.).

8 L. Fillion, Femme de Pilate, Εύαγγέλιον Νικόδημου, 2, στο F. Vigouroux, Dictionnaire de la Bible, τόμ. 5ος, Παρίσι 1912.

9 Ο Πιλάτος μετά την σταύρωσι τού Κυρίου γνώρισε πολλές θλίψεις και περιπέ­τειες. Έπεσε στην δυσμένεια τού Ρωμαίου αυτοκράτορα και τελείωσε την ζωή του στην Βιέννη της Γαλλίας με αυτοκτονία. Ο Ιστορικός Ευσέβιος στο δεύτερο βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας (κεφ. 7) αναφέρει: «Ο Πιλάτος κατά τους χρόνους τού Γαΐου [δηλ. τού Καλιγούλα] λέγεται ότι περιέπεσε σε τόσες συμφορές, ώστε να αναγκασθή να γίνη φονεύς τού εαυτού του και με αυτοκτονία να τιμωρήση τον εαυτό του, διότι όπως φαίνεται η θεία δίκη δεν άργησε να τον συλλάβη».

10 Αντιστοιχεί στις σελ. 284-374 και φέρει τον τίτλο, «η ποινή της σταυρώσεως» (Σ.τ.ε).

11 Στο έργο τού Φίλωνος, «Εις Φλάκκον 6, ο. 522. Μ., 37-38, αναφέρεται η διακωμώδησις κάποιου παράφρονος Καραβά σαν βασιλέως: «Αφού τον τράβηξαν τον άθλιο μέχρι το γυμναστήριο και αφού τον έστησαν ψηλά για να φαίνεται καλά από όλους, πλάτυναν έναν πάπυρο και τού τον έβαλαν στο κεφάλι για στέμμα, περιέβαλαν το υπόλοιπο σώμα του μ’ ένα στρωσίδι αντί για βασιλικό μανδύα, και αντί για βασιλική ράβδο τού έδωσε κάποιος ένα τμήμα από ντόπιο πάπυρο που είδε πεσμένο στον δρό­μο. Όταν όπως στα θέατρα φόρεσε και τα βασιλικά παράσημα και στολίσθηκε σαν βασιλεύς, στάθηκαν δεξιά και αριστερά του νεαροί που μιμούνταν τους δορυφόρους, ο όποιοι αντί για λόγχες έφεραν στους ώμους ραβδιά. Έπειτα προσέρχονταν, άλλοι δή­θεν να τον χαιρετήσουν, άλλοι για να δικασθούν και άλλοι για να συνεννοηθούν για τις δημόσιες υποθέσεις».

12 Χλαμύδα είναι ο κοντός μανδύας (Σ.τ.έ.).

13 Ιμάτιο είναι το εξωτερικό ένδυμα. το επανωφόρι (Σ.τ.ε.).

14 Αυτό αναφέρεται στις σελίδες 556-557 της «Ιστορίας της εποχής της Κ. Δια­θήκης...» (Σ.τ.έ.).

15 Στο χωρίο τού Λευιτικού, 24,1 6 αναφέρεται: «Οποίος βλασφημήση το όνομα τού Κυρίου, εξάπαντος θα θανατωθή· με λίθους θα τον λιθοβολήσουν». Το ότι ο Ιησούς ισχυριζόταν ότι είναι Υιός Θεού, αυτό αποτελούσε την βλασφημία. Εδώ η ποινή προβλέπει λιθοβολισμό. ΟΙ Εβραίοι όμως ήθελαν τον σταυρικό θάνατο. Ακόμη, σύμ­φωνα με τον νόμο τους, στον λιθοβολισμό, τις πρώτες πέτρες έπρεπε να τις πετάξουν oι μάρτυρες. Στην δίκη τού Κυρίου μεταξύ των μαρτύρων παρουσιάσθηκε ασυμφωνία (Σ.τ.έ.).

16 Αυτό καλύπτει τις σελ. 764-827, δηλαδή 63 σελίδες, μεγάλου σχήματος και με μικρά γράμματα που μπορούν να αποτελέσουν ξεχωριστό Βιβλίο (Σ.τ.έ.).

17 Πανδέκτες ή Digesta θα πη συλλογή αποσπασμάτων κωδικοποιημένων διατάξεων από συγγράμματα Ρωμαίων νομομαθών (Σ.τ.έ.).

18 Ο τίτλος "amicus Caesaris» (=φίλος τού Καίσαρος) ήταν επίσημος τίτλος των εμπίστων τού αυτοκράτορα. Ανάκλησις αυτού τού τίτλου σήμαινε άρσι της εμπιστοσύ­νης τού αυτοκράτορα από αυτούς που τον έφεραν... Πρβλ. Αρριανού, Των Επικτήτου διατριβών, 4,1,8: «Αλλά και συγκλητικός είμι και Καίσαρος φίλος...» - 4, 1, 95: «Τι ποιήσω: φίλος έσομαι Καίσαρος».

19 Λευϊτ. 23,6. Ώστε λοιπόν «πρώτη των αζύμων» ήταν η 14 Νισάν, ή «Παρασκευή τού Πάσχα», ή προηγουμένη τού Πάσχα, κατά την οποία παρασκευάζονταν τα άζυμα. Και «εορτή των αζύμων» ήταν η 15η Νισάν, η πρώτη ημέρα τού Πάσχα, κατά την οποία άρχιζε η χρήσις των αζύμων.

20 Από την σύγκρισι των χωρίων Ματθ. 26,26-29, Ιωάν. 13, 26-27 και παραλ­λήλων προς το Έξοδ. 12, 8-12 αποδεικνύεται και ότι κατά τον μυστικό Δείπνο δεν πα­ρατέθηκε πασχαλινό αρνί ούτε ήταν δυνατό να παρατεθή, αφού η σφαγή του έπρεπε να γίνη μετά 24 ώρες.

21 Η άποψις αυτή για το εμβόλιμο των προτάσεων, «ην δε Παρασκευή τού Πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη» δεν γίνεται δεκτή από όλους τους ερμηνευτές. Άλλωστε στην χειρόγραφη παράδοσι τού κειμένου τού Ιωάννου μαρτυρούνται αυθεντικώτατα oι προτάσεις. Ερμηνευτές τού δ' μ.Χ. αιώνος ισχυρίζονται ότι το «ώρα έκτη», πρέπει να διαβασθή «ώρα τρίτη». Ο εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος σημειώνει κάτι αξιοπρό­σεκτο, που και άλλοι αρχαίοι ερμηνευτές το δέχονται: Έχει γίνει λάθος αντιγραφικό. Το Τρίτο γράμμα τού Ελληνικού αλφαβήτου, κεφαλαίο φυσικά — τότε μόνο η μεγαλογράμματη γραφή εχρησιμοποιείτο — που δηλώνει την τρίτη ώρα κατέληξε από γάμμα (Γ') να γίνη στίγμα ή επίσημον ή γαβέξ που σημαίνει έκτη ώρα. Η υπόθεσις αυτή έχει υπέρ εαυτής το γεγονός ότι τα δύο στοιχεία ομοιάζουν πολύ και εύκολα παραπλανούν τον αντιγραφέα — «κυρτωθείσης της αποτεταμένης εις μήκος ευθείας εις την τού επι­σήμου μεταχωρήσαι σημασίαν...» (Σωτήρος Αντιοχείας). Σύμφωνα με άλλη άποψι oι ώρες 9.00 π.μ. έως 12.00 μ. αποτελούσαν για το Ιουδαϊκό ημερολόγιο το δεύτερο ημερινό τρίωρο, που άρχιζε με την τρίτην ώρα (την δική μας 9ην π.μ.)· και λέγοντας τρίτη ώρα εκάλυπταν όλο το δεύτερο αυτό τρίωρο (Σ.τ.έ.).

22 Το σύγγραμμα αυτό δεν έχει καμμίαν σχέσι με τον Κλήμεντα Ρώμης, αν και φέρει το όνομά του. Αποτελείται από οκτώ βιβλία που περιέχουν διατάξεις αναφερόμε­νες σε ζητήματα εκκλησιαστικής οργανώσεως, ευταξίας, λατρείας και δικαιοσύνης. Πε­ριέχουν βέβαια προγενέστερο υλικό, αλλά εμφανίσθηκαν και πήραν την τελική τους διαμόρφωσι, περί τα τέλη τού δ' μ.Χ. αιώνος. Το όγδοο βιβλίο στηρίζεται σε μεγάλη έκτασι σε σπουδαιότατο κείμενο που γράφθηκε περί το 217 μ.Χ. δηλαδή στην λεγομένη «Αποστολική Παράδοσι» έργο τού Ιππολύτου Ρώμης (Σ.τ.έ.).


 

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλης (1940-2009)


peripatoi

Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com

Η ΑΧΜΑΝΤΙΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Πρωτοπρ. Βασιλείου Γεωργοπούλου

 


        Ποιά είναι η Αχμαντίγια (Ahmadiyya)

      Η Αχμαντίγια είναι μια ισλαμική σέκτα η οποία δημιουργήθηκε από τον Mirza Ghulam Ahmad (1835-1908) τον Μάρτιο τού 1889. Οι διδασκαλίες της Αχμαντίγια έχουν έκδηλο συγκρητιστικό χαρακτήρα και αποτελούν σύζευξη Ισλαμικών, Ινδουιστικών και κάποιων χριστιανικών στοιχείων. Κυρίαρχο όμως στοιχείο είναι το Ισλαμικό. Η Αχμαντίγια ανήκει στις σέκτες πού δραστηριοποιούνται ποικιλοτρόπως χωρίς να φείδεται «ιεραποστολικών» προσπαθειών για να διαδώσει τις απόψεις της. Το παραδοσιακό Ισλάμ θεωρεί την Αχμαντίγια ως ακραία αίρεση και η τοποθέτησή του απέναντί της είναι εχθρική.

     Ο μεγαλύτερος αριθμός οπαδών της από τα 10 εκατομμύρια περίπου παγκοσμίως βρίσκεται στο Πακιστάν. Ο ιδρυτής της πίστευε ότι τον είχε εκλέξει ο Θεός για να πραγματοποιήσει μια ειδική αποστολή. Το 1891 αυτοανακηρύχθηκε Μαχντί, δηλαδή νέος επανερχόμενος Μεσσίας τού Ισλάμ και το 1904 θεώρησε τον εαυτό του και ως Αβατάρ τού Κρίσνα. Ως επανερχόμενος μεσσίας θεωρούσε ότι ταυτίζονταν και με τον προσδοκώμενο Χριστό από τους χριστιανούς. Το 1914 η κίνηση διασπάστηκε σε δύο κλάδους. 
Αφορμή της διάσπασης υπήρξε η ασυμφωνία στον τρόπο κατανόησης τού ιδρυτή της κίνησης Mirza Ghulam Ahmad σε συνάρτηση με άλλες θεμελιώδεις αρχές τού Κορανίου.


          Οι απόψεις της Αχμαντίγια για τον Χριστό

      Η Αχμαντίγια γενικά διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στο Χριστιανισμό. Στην εν λόγω ισλαμική σέκτα όμως συναντά κανείς μια ανιστόρητη και περίεργη προσέγγιση τού προσώπου τού Χριστού ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τα πάθη Του και την ανάστασή Του. Κατά τους ισχυρισμούς της Αχμαντίγια, ο Χριστός δεν πέθανε στο σταυρό. Στη θέση του, πέθανε κάποιος άλλος. Μόλις συνήλθε από τα βασανιστήρια έφυγε μαζί με τη μητέρα του και πήγε στην Ινδία και πιο συγκεκριμένα στο Srinagar την πρωτεύουσα τού Κασμίρ. Επέλεξε να επιστρέψει στην Ινδία, γιατί κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε ζήσει εκεί ήδη κατά τη νεότητά του ως δάσκαλος της γιόγκα. Στο Srinagar έζησε διδάσκοντας μέχρι την ηλικία των 120 ετών όπου πέθανε. Εκεί μάλιστα υπάρχει και ο τάφος του.

       Εάν θελήσουμε να σχολιάσουμε τις απόψεις της Αχμαντίγια για τον Χριστό βρισκόμαστε μπροστά σε μια τυπική περίπτωση όπου η Ευαγγελική διδασκαλία αντικαθίσταται με ανιστόρητα μυθεύματα. Οι ισχυρισμοί της Αχμαντίγια περί Χριστού αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα φαντασιώσεων πού έχουν αντικαταστήσει την ιστορία. Είναι όμως γνωστό ότι το χάσμα μεταξύ φαντασίωσης και ιστορίας είναι αγεφύρωτο

______________________________________________
Για τη σύνταξη τού παρόντος άρθρου βασιστήκαμε στα:
1 J.Jamier, Ahmadiyya, Dictionnaire des Religions, 1985
2.σ. 17 . Kompaktlexikon Religionen, (Hrsg.R. Hauth), 1998, σσ .1314. Handbuch Religiφse Gemeinschaften und Weltanschauu-ngen, (Hrsg: H.Reller, H.Krech, M.Kleiminger ),2000
3.σσ. 915 924 . Irving Hexham, Pocket Dictionary of New Religio-us Movements , 2002 , σ . 10 . Nicolete Bohn, Kleines Lexikon der Sekten, Psychogruppe und Strukturvertriebe, 2005, σσ . 17 - 18