Ποιος είναι ο «προφήτης»

στην Καινή Διαθήκη

 

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†)

Καθηγητού Πανεπιστημίου

 

      Επάνω στην διδασκαλία της Εκκλησίας περί της θείας Χάριτος βασίζεται όλη η διδασκαλία Της περί της Αγίας Τριάδος, ως και περί της Ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου.

 Λέγει ο απόστολος Παύλος: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους...»[i]. Αργότερα επεκράτησε η άποψις ότι ο προφήτης του  αποστόλου Παύλου ήταν ο επίσκοπος της Εκκλησίας των πρώτων Χριστιανών. Οπότε έχομε: Πρώτον τους Αποστόλους, μετά τους Επισκόπους και μετά τους Πρεσβυτέρους, οι οποίοι κατ' αυτήν την άποψιν είναι οι διδάσκαλοι  της Εκκλησίας.

Αν τώρα διαβάσωμε το 14ο κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, βλέπομε ότι εκεί αναφέρεται σαφώς ότι στην ενορία της Κορίνθου υπήρχαν πολλοί προφήτες, χριστιανοί δηλαδή με προφητικό, προορατικό χάρισμα. Διότι γράφει: Να μιλήσουν οι προφήτες σε ομάδες των δύο ή των τριών[ii]. Οπότε υπήρχαν τουλάχιστον τρεις προφήτες, ίσως και περισσότεροι, εξ ή επτά. Εδώ οι προφήτες της Κορίνθου δεν ήσαν όλοι τους επίσκοποι.

Όμως τι σημαίνει η λέξις προφήτες του αποστόλου Παύλου; Το τι σημαίνει φαίνεται από το γεγονός ότι  σε άλλο σημείο γράφει ο απόστολος Παύλος ότι δεν έχει αποκαλυφθή το Μυστήριο του Θεού σε προηγούμενες γενεές, όπως αποκαλύφθηκε στην δική του, όπως αποκαλύφθηκε δηλαδή «νυν τοις αποστόλοις και προφήταις»[iii]. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν είχε αποκαλυφθή στην Παλαιά διαθήκη, όπως αποκαλύφθηκε τώρα στους Αποστόλους και στους Προφήτες. Εδώ δηλαδή δεν μιλάει για τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά για τους Προφήτες της Εκκλησίας.

Αυτό σημαίνει  ότι :

α) Απόστολος είναι εκείνος στον οποίο έχει αποκαλυφθή ο Χριστός εν δόξη. Γι' αυτό στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του απαριθμεί ο απόστολος Παύλος όλους εκείνους, στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός μετά την Ανάστασί Του, αλλά και μετά την Πεντηκοστή, διότι δεν κάνει διαφοροποίησι μεταξύ των εμφανίσεων του Χριστού προ της Πεντηκοστής και μετά την Πεντηκοστή.

Οπότε το πρωταρχικό γνώρισμα του οποιουδήποτε Αποστόλου δεν ήταν μόνο ότι ήταν μαθητής του Χριστού προ της Σταυρώσεώς Του, αλλά και το γεγονός ότι ο Χριστός είχε αποκαλυφθή σ' αυτόν εν δόξη μετά την Ανάστασί Του. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει: «Δεν γνωρίζω τον Χριστόν κατά σάρκα αλλά κατά πνεύμα»[iv]. Διότι, για να γνώριζε τον Χριστόν κατά σάρκα, σήμαινε ότι θα έπρεπε να είχε συναναστραφή μαζί Του προ της Σταυρώσεώς Του, το οποίο δεν συνέβη με τον απόστολο Παύλο. Μετά την Σταύρωσι, Ταφή και Ανάστασί Του δεν γνωρίζομε τον Χριστόν κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα. Δηλαδή βλέπομε τον Χριστόν νοερώς με τα μάτια της ψυχής, καθώς και εν δόξη κατά την εμπειρία της θεώσεως.

β) Προφήτης είναι εκείνος, στον οποίο επίσης έχει αποκαλυφθή ο Χριστός. Όποτε εμφανίζεται ο Χριστός μετά την Ανάστασί Του, εμφανίζεται μέσα σε δόξα και αυτή ακριβώς η εμπειρία, που αποκτά κανείς όταν βλέπη τον Χριστόν εν δόξη, τον καθιστά αυτομάτως είτε Απόστολον είτε Προφήτην. Αυτό σημαίνει ότι ο προφήτης, για τον οποίο ομιλεί ο απόστολος Παύλος, είναι εκείνος, ο οποίος έχει φθάσει στην θέωσι. Και αυτό φαίνεται σαφώς από εκείνο που λέγει ο απόστολος Παύλος, πριν πη το  «...ους έθετο ο Χριστός εν τη εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας...», που είναι το: «...είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη»[v].

Εξ άλλου έχει γίνει πλέον αποδεκτό ότι αυτά, που γράφει ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για τους τότε επισκόπους, δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Δηλαδή ότι, όπως ο προφήτης του αποστόλου Παύλου είναι εκείνος που έχει φθάσει σε θέωσι, έτσι και για τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη επίσκοπος είναι εκείνος που έχει φθάσει στην θέωσι. Από αυτούς μάλιστα τους προφήτας του αποστόλου Παύλου προήλθαν οι τότε επίσκοποι της Εκκλησίας[vi]  .

Ο άγιος Νικήτας Στηθάτος μας πληροφορεί ότι υπάρχουν άνθρωποι, που έχουν χειροτονηθή κατ' ευθείαν επίσκοποι από τον ίδιο τον Θεό, αν και από τους ανθρώπους δεν αναγνωρίζωνται ως επίσκοποι. Όμως είναι επίσκοποι· έχουν δηλαδή πνευματική εξουσία επισκόπου.

Φαίνεται ότι τότε στην ενορία της Κορίνθου υπήρχε μία αναταραχή, διότι όσοι είχαν γένη γλωσσών που είναι τα διάφορα είδη της νοεράς προσευχής ή μερικοί απ' αυτούς νόμιζαν ότι μπορούσαν να εξισωθούν με όλους τους άλλους. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος, για να βάλη μία τάξι μέσα στην Εκκλησία, μας λέγει ότι πρώτοι μέσα στην Εκκλησία είναι οι Απόστολοι, μετά έρχονται οι προφήτες, μετά οι διδάσκαλοι και τελειώνει με τα γένη των γλωσσών .

Στα κεφάλαια 13, 14 και 15 της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του κάνει ο απόστολος Παύλος ολόκληρη ερμηνεία της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας. Από αυτό φαίνεται σαφώς ότι στις ενορίες του αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη του Σώματος του Χριστού ήταν θεόκλητα[vii]. Και τούτο, επειδή όλοι είχαν δεχθή την επίσκεψι του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά τους. Ήσαν δηλαδή θεόκλητα μέλη του Σώματος του Χριστού, αφού είχαν χειροτονηθή από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Και, όπως οι Απόστολοι έφθασαν σε δοξασμό, δηλαδή στην θέωσι, κατά τον ίδιο τρόπο οι προφήτες ήσαν εκείνοι, που επίσης είχαν φθάσει στην θέωσι, ενώ από τους διδασκάλους και κάτω ήσαν όσοι είχαν φθάσει μόνο σε φωτισμό.

[i] Α' Κορ. 12, 28.

[ii] Α' Κορ. 14, 29.

[iii] Εφ. 3, 5.

[iv] Β' Κορ. 5, 16.

[v] Α' Κορ. 12, 26.

[vi] Βλ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, Γρηγορίου Παλαμά Έργα, Τόμος Α', εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 7: «Επεκράτησε να λέγεται ο προεστώς προφήτης της ενορίας επίσκοπος και οι υπόλοιποι πρεσβύτεροι, ενώ στην αρχή συνηθίζετο να λέγωνται όλοι πρεσβύτεροι. Σημειωτέον ότι η Εκκλησία της Κορίνθου είχε τουλάχιστον πέντε προφήτες (Α' Κορ. 14, 29). Δεν απασχολούν τον Παύλο τόσο τα ονόματα επίσκοπος ή πρεσβύτερος, αφού, ως προφήτες τους θεωρεί μαζί με τους αποστόλους, ως θεμέλια της Εκκλησίας (Εφ. 2, 20). Η χειροτονία τους, όπως στην περίπτωση των αποστόλων, ήτο κατ' ευθείαν από τον Χριστό μέσω της θεώσεως (Εφ. 3, 5) και εν συνεχεία μέσω της αναγνωρίσεως της θεώσεως αυτής από τους συνθεουμένους».

[vii] Βλ. ένθ' ανωτ., σ. 7: «Μάλιστα τονίζει (ο απόστολος Παύλος) ότι ο Θεός θέτει τον καθένα μέσα στην Εκκλησία. Αρχίζει με τους αποστόλους και προφήτας, που φθάσανε στη θέωσι και τελειώνει με τα ‘'γένη γλωσσών'' (Α' Κορ. 12, 28). Αυτά τα στάδια είναι αποτελέσματα του βαπτίσματος του Πνεύματος που διακρίνεται από το βάπτισμα του ύδατος, ως φαίνεται μέχρι σήμερα από τις ακολουθίες του βαπτίσματος και του χρίσματος. Οι ευρισκόμενοι στην απαρίθμηση αυτή αποτελούν το βασίλειο Ιεράτευμα. Οι ιδιώτες (Α' Κορ. 14, 16), που είναι οι λαϊκοί δεν έχουν το βάπτισμα του Πνεύματος και δεν απαριθμούνται ακόμη από τον Παύλο μεταξύ των μελών, που έθεσε ο Θεός μέσα στην Εκκλησία».

 

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†) Καθηγητού Πανεπιστημίου

Πατερική Θεολογία

Πρόλογος:  Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού Κοσμήτορα Θεολ Σχολής  Πανεπ. Αθηνών

Επιμέλεια - σχόλια:  Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου

Εκδόσεις ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Θεσσαλονίκη 2004
 

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΔΑΧΗ

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ

ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ


Αρχιμ. π. Αυγουστίνου Γ. Μύρου,

Δρ. Θεολ. Ιεροκήρυκoς Ι. Μητροπ. Σερβίων & Κοζάνης
 

 

Η αυθεντική Αποστολική Διδαχή

Η γνησιότητα ή μη των ποικίλων «πνευματικών εμπειριών», που συχνά στον καιρό μας προβάλλονται από διαφόρους ανθρώπους ως ακαταμάχητες αποδείξεις της αληθινής τους πίστεως, απαιτεί την αξιολόγηση τους με σταθερά και εγγυημένα κριτήρια. Ένα από τα κριτήρια αυτά είναι και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή, δηλαδή, η «άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις»1.

Οι γνήσιες εμπειρίες των αγίων έχουν πάντα σχέση με την Αποστολική Διδαχή της Εκκλησίας. Η εμπειρία της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου, για παράδειγμα, συνδέεται άμεσα με αυτήν. Τα μέλη της Εκκλησίας εδόξαζαν τότε τον Θεό σχετικά με το Παύλο, τονίζοντας όχι το γεγονός ότι αξιώθηκε να έχη την ανυπέρβλητη εμπειρία στο δρόμο της Δαμασκού, άλλ' ότι «ακούοντες ήσαν ότι ο διώκων ημάς ποτέ νυν ευαγγελίζεται την πίστιν ην ποτέ επόρθει»2. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στις εμπειρίες που σχετίζονται με την μεταστροφή της Σαμαρείτιδος, και που συνδέονται άμεσα με τις αποκαλύψεις της Πίστεως από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό3. Οι εμπειρίες πίστης του Αιθίοπος ευνούχου συνδέονται με την αυθεντική ερμηνεία των Γραφών, που ζητεί, ακούει και αποδέχεται από τον κανονικό απόστολο Φίλιππο4, και όχι απλώς με την δική του προσωπική μελέτη των αγίων Γραφών. Το ίδιο συμβαίνει και με τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, ο οποίος ακούει πρόθυμα την αυθεντική Διδαχή της Εκκλησίας από τον απόστολο Πέτρο5.

Είναι δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο λόγος του ευαγγελιστού Ιωάννου, όταν συμβουλεύει τους πιστούς πώς να αντιμετωπίζουν τους ψευδοδιδασκάλους: «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνεται αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε»6.

Στα παραδείγματα των Αγίων Γραφών φαίνεται, επίσης, καθαρά ότι οι νόθες εμπειρίες κρίνονται από τον συσχετισμό τους με την αλλοίωση της αυθεντικής Διδαχής της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτει στον Μωϋσή ότι «ο προφήτης ός αν ασεβήση λαλήσαι επί τω ονόματί μου ρήμα, ο ου προσέταξα λαλήσαι, και ος εάν λαλήση εν ονόματι θεών ετέρων, αποθανείται ο προφήτης εκείνος»7. Ο ίδιος ο Θεός αποδοκιμάζει και απορρίπτει την προφητική εμπειρία, όταν αυτή υπηρετεί την αλλοιωμένη Διδαχή.

Στο αυτό συμπέρασμα μας οδηγούν και οι λόγοι του Χριστού, «εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι ει δυνατόν και τους εκλεκτούς»8.

Με το ίδιο επίσης πνεύμα ακούγεται και η προτροπή του αποστόλου Ιωάννου: «αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθησαν εις τον κόσμον. Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού' πάν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστί· και πάν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί ελεηλυθότα εκ του Θεού ουκ εστί»9. Τα «πνεύματα», που αναφέρει ο ευαγγελιστής, είναι χαρισματούχοι με εμπειρίες και χαρισματικές εκδηλώσεις, όπως προφητείες, θεραπείες, κυβερνήσεις κ.ά.10 Όμως ο απόστολος Ιωάννης τις «εμπειρίες» αυτές, όχι μόνο δεν τις θεωρεί κριτήριο για την αλήθεια, αλλά και παραγγέλλει κατηγορηματικά να ελέγχονται για την προέλευσή τους με βάση την αυθεντικά παραδεδομένη Διδαχή της Εκκλησίας, όπως είναι η ομολογία ότι πραγματικά σαρκώθηκε ο Θεός Λόγος. Για παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στις λεγόμενες «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών.


Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή


     Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών όχι μόνον δεν προϋποθέτουν την αυθεντική Αποστολική Διδαχή, αλλά συνδέονται με αυθαίρετες και καταδικασμένες από την ιστορική Εκκλησία θέσεις, ερμηνείες και διδαχές11. Και πρώτα πρώτα οι Άγιες Γραφές, που αποτελούν την αρχή και το θεμέλιο ολοκλήρου του οικοδομήματος των Πεντηκοστιανών, είναι στην πραγματικότητα ξένη περιουσία γι' αυτούς. Παραθέτω εδώ τη μαρτυρία του Τερτυλλιανού, που γράφει για τους αιρετικούς της εποχής του:

 «Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής), αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής... Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία»12.

Επίσης, ο τρόπος ερμηνείας των Γραφών από τους Πεντηκοστιανούς, εκτός από την παραποίηση των κειμένων13, έχει τα γνωρίσματα της επιλεκτικότητας, της απολυτοποίησης και της σχετικοποίηαης. Πιο συγκεκριμένα, από το σύνολο της Αποστολικής Διδαχής επιλέγουν κάποια σημεία, που κατά την υποκειμενική τους άποψη είναι εξαιρετικά σημαντικά, και τα απολυτοποιούν. Συγχρόνως όμως σχετικοποιούν ή και αποσιωπούν ένα πλήθος από άλλα σημεία της Αποστολικής Διδαχής εξ ίσου ή και περισσότερο σημαντικά, όπως είναι τα πρόσωπα του εν Τριάδι Θεού, το μυστήριο της Εκκλησίας, η προφορική και λατρευτική Παράδοση της Εκκλησίας, η Αποστολική Διαδοχή, η παρθενία, το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και άλλα. Θα μπορούσα όλη αυτή την επίμονη τακτική τους να την ονομάσω «το παιγνίδι των παραθυριών», δανειζόμενος την εικόνα από την λειτουργία του προγράμματος των «Γουΐντοους» στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

Αυτή η τακτική του υποκειμενισμού είναι αποκαλυπτική και της πλανεμένης πίστεως τους γι' αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπως επισημαίνει ο άγιος Αμβρόσιος: «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνεται ότι έχουν τον Χριστό. Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στο Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό»14.
Ένα άλλο στοιχείο, που χαρακτηρίζει την ερμηνευτική νοοτροπία των Πεντηκοστιανών είναι η παντελής έλλειψη διακρίσεως. Εξετάζω εδώ μόνο το γεγονός της Πεντηκοστής, το οποίο χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να θεμελιώσουν την εγκυρότητα των «εμπειριών» της γλωσσολαλιάς και της προφητείας.

Μία προσεκτική μελέτη της σχετικής περικοπής από τις Πράξεις των Αποστόλων και των όσων πιστεύουν οι Πεντηκοστιανοί μας οδηγούν σε μία σειρά από εύλογα ερωτήματα.

Οι Πεντηκοστιανοί υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι λαμβάνουν το βάπτισμα του αγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς και οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής16. Γιατί όμως οι 3000, που πίστεψαν την ημέρα της Πεντηκοστής και βαπτίστηκαν, δεν έλαβαν το άγιο Πνεύμα όπως ακριβώς και οι απόστολοι (δηλαδή με βίαιη πνοή και με πύρινες γλώσσες); Γιατί δεν αναφέρεται ότι όλοι αυτοί δέχθηκαν το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας; Γιατί οι Πεντηκοστιανοί, που κατά τη γνώμη τους δέχονται την έκχυση του αγίου Πνεύματος όπως οι Απόστολοι, δεν βλέπουν και τις πύρινες γλώσσες να κατεβαίνουν στα κεφάλια τους;

Εξ άλλου το χάρισμα της γλωσσολαλιάς στους αποστολικούς χρόνους ούτε απαραίτητο γνώρισμα όλων των χριστιανών ήταν, ούτε κεντρική θέση κατείχε στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι αξιοπρόσεκτες οι παρατηρήσεις του αποστόλου Παύλου ατά κεφάλαια 12-14 της Α' προς Κορινθίους Επιστολής.

Οι Πεντηκοστιανοί έχουν οδηγηθεί στο ίδιο ατόπημα, για το οποίο κατακρίνονται οι Κορίνθιοι από τον Απόστολο, για το ότι, δηλαδή, θεωρούν τη γλωσσολαλιά ως κεντρικότατο σημείο της χριστιανικής πνευματικής ζωής. Αγνοούντες εντελώς το καθολικό πνεύμα των Αγίων Γραφών, με την αυθαίρετη και υποκειμενική τους ερμηνεία, μετατρέπουν το έκτακτο χάρισμα της γλωσσολαλιάς σε τακτικό, το απολυτοποιούν και αποκόπτονται έτσι από την αυθεντική Αποστολική Διδαχή. Όπως όμως μας βεβαιώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «πάς ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»18. Και όταν κάποιος δεν έχει Θεό, σίγουρα δεν μπορεί να έχη ούτε και γνήσιες εμπειρίες του αγίου Πνεύματος.

 

____________________________________



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ιούδα 3

2. Γαλ. 1,23-24

3. Ιω. 4, 1-42

4. Πραξ. 8, 26-40

5. Πράξ, 10

6. 2η Ιωάνν. 10

7. Δευτ. 18, 20

8. Ματθ. 24, 24

9. 1η Ιωάνν. 4, 1-3

10. Βλ. Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Εις την Α' του άγ. Ιωάννου Επιστολή, 4, 1- ΡG 126, 45, «πάν πνεύμα, ήτοι προφητείας Αξίωμα, ή αποστολής».

11. Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σελ. 210, όπου σημειώνεται γενικά για τους Προτεστάντες, «Ενστικτώδη αισθήματα και υποκειμενικές ερμηνείες της Γραφής άρχισαν να αντικαθιστούν τη αποστολική Ιερά Παράδοση ως καθοδηγητική αρχή για την κατανόηση της Βίβλου. Οι λέξεις "Εγώ πιστεύω" άρχισαν να αντικαθιστούν την αρχαία διακήρυξη της πίστης "ό,τι η εκκλησία πάντοτε έχει διδάξει"».

12. Tertullianus, De prescriptione haereticorum, 21

13. Βλ. Θεοδώρου Ζιώγα, Χιλιασταί-Πεντηκοστιανοί, Αθήναι 1996

14. Ambrosius, Expositio Evangelii secundum Lucam (Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σ. 326).

15. Μεταξύ των άλλων μπορεί να τεθή στους Πεντηκοστιανούς και το ακόλουθο ερώτημα; Γιατί επιλεγούν να θεωρούν ως κριτήριο της γνησιότητός τους (ορισμένα μόνον από τα αποστολικά χαρίσματα και κυρίως τη γλωσσολαλιά και την προφητεία, ενώ ούτε κάνουν λόγο για άλλα, όπως το χάρισμα να μην πεθαίνουν πίνοντας κάποιο δηλητήριο κατά τη διαβεβαίωση του Κυρίου, «καν θανάσιμο τι πίωσιν ου μη αυτούς βλάψει» (Μάρκ. 16, 18);

16. Βλ. Σχετική ομιλία του κ. Λ. Φέγγου, κασ· 10-6-1980, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του π. Αντ. Αλεδιζοπούλου, Εγχειρίδιον Αιρέσεων..., σ. 217: «Έρχεται ο άλλος και σου λέει· θα βαπτισθής με Πνεύμα άγιον, δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις ξένες γλώσσες... Τι λέει ο Θεός; ... Αν είναι να λάβω Πνεύμα Άγιο κατά τον τρόπο τον δικό σου να μην το λάβω ποτέ... Εγώ θέλω Πνεύμα Άγιο όπως οι Απόστολοι... Εγώ θέλω αυτό, θέλω το γνήσιο, δεν θέλω απομιμήσεις».

17. Το χάρισμα της γλωσσολαλιάς ήταν απαραίτητο στο ξεκίνημα της Εκκλησίας και για συγκεκριμένο σκοπό, όπως παρατηρεί ο άγ. Χρυσόστομος: «Ουδέ τοις απίοτοις τι χρήσιμον ή γλώττα' εν γαρ αυτής έστι το έργον, το εκπλήξαι μόνον και θορυβήσαι» (Εις Α' Κορινθίους 30, 1' ΡG 61, 307, 59), ενώ αργότερα, όπως σχολιάζει ό Ζιγαβηνός, «της πίστεως διαδοθείσης τα χαρίσματα παυθήσονται» (...).
18 2η Ιωάνν. 9

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΔΙΑΛΟΓΟΣ" τεύχος 28, 2002

 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

FRANK SCHAEFFER

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

          Οι πρώτοι Προτεστάντες αποδέχθηκαν τη σπουδαιότητα της αποστολικής διαδοχής και την ιστορική συνέχεια της ιεροσύνης των ανδρών23. Όμως παρατηρώντας κάποιος την προτεσταντική κοινότητα σήμερα δεν θα αντιλαμβανόταν ότι η αποστολική διαδοχή δεν υπήρξε μία από τις κυρίαρχες φροντίδες όλων των μεγάλων προσωπικοτήτων στην ιστορία της Εκκλησίας. Ήταν φροντίδα των πρώτων Μεταρρυθμιστών, καθώς απεγνωσμένα προσπαθούσαν να λογικοποιήσουν και να νομιμοποιήσουν τις νέες «παραδόσεις» τους, για να αναπληρώσουν το κενό που δημιουργήθηκε από την εγκατάλειψη της αρχαίας Ιεράς Παραδόσεως24.

Οι πατέρες της Εκκλησίας δίδαξαν ότι μόνο με την αδιάσπαστη συνέχεια της μαρτυρίας της Εκκλησίας και των Γραφών της μπορούμε να έχουμε κάποια σταθερή ή ιστορικά εξακριβώσιμη γνώση για το ποιος είναι ο Χριστός ή πως να τον λατρεύουμε. Ο άγιος Ειρηναίος γράφει: «Εμείς δεν γνωρίσαμε το σχέδιο της σωτηρίας μας παρά μόνον από εκείνους, με τους οποίους το Ευαγγέλιο έφθασε έως εμάς. Αυτό το κήρυξαν κάποτε, αλλά αργότερα με το θέλημα του Θεού μας το παρέδωκαν μέσα στη Γραφή ως θεμέλιο και στύλο της Πίστεως μας. . . Όλοι λοιπόν, όσοι θέλουν να δουν την αλήθεια, μπορούν να δουν καθαρά την Παράδοση των Αποστόλων, που έγινε γνωστή σ' όλο τον κόσμο. . . Και μπορούμε να απαριθμήσουμε τους επισκόπους που όρισαν οι Απόστολοι και τους διαδόχους τους μέχρι και τις μέρες μας: άνδρες. . . στους οποίους εμπιστεύθηκαν και την ίδια την Εκκλησία. Σίγουρα οι Απόστολοι επιθυμούσαν όλοι εκείνοι, τους οποίους άφησαν ως διαδόχους τους και παρέδωκαν την εξουσία τους, να είναι τέλειοι και ακατηγόρητοι»25.

Εάν πράγματι ο Ιησούς είναι ο Κύριος και εάν ο Πέτρος έλεγε την αλήθεια, όταν ομολογούσε ότι, «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού» (Μθ 16,16), τότε, σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να λατρεύει τον Χριστό σύμφωνα με τον τρόπο που Αυτός απαιτεί και τον τρόπο που δίδαξαν οι Απόστολοι, οι συγγραφείς των Γραφών και οι πατέρες. «Το ποτήριον της ευλογίας, το οποίο καθαγιάζουμε, δεν είναι η κοινωνία του αίματος του Χριστού; Διότι εμείς οι πολλοί είμαστε ένας, ένα σώμα διότι όλοι συμμετέχουμε στον έναν άρτο» (Α Κο. 10,1617).

Γράφοντας, πριν ακόμη ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης σταθεροποιηθεί, ο άγιος Ειρηναίος γνώριζε με ακρίβεια τι δίδαξε η Εκκλησία και επάνω σε τίνος αυθεντία στηριζόταν η πίστη του: «Αφού λοιπόν υπάρχουν τόσες αποδείξεις, δεν πρέπει να αναζητούμε στους άλλους την αλήθεια, την οποία είναι εύκολο να λάβουμε από την Εκκλησία. Διότι, όπως ο πλούσιος καταθέτει στην αποθήκη, έτσι οι Απόστολοι κατέθεσαν στην Εκκλησία όλη την αλήθεια, ώστε οποιοσδήποτε επιθυμεί να παίρνει απ' αυτήν το ύδωρ της ζωής. Αυτή είναι η θύρα της ζωής, ενώ όλοι οι άλλοι είναι κλέπτες και ληστές. . . Εάν λοιπόν δημιουργούνταν αμφιβολία για κάποιο μικρό ζήτημα, δεν θα έπρεπε να προσφύγουμε στις αρχαίες Εκκλησίες, στις οποίες έζησαν οι Απόστολοι, και να πάρουμε από αυτές ό,τι είναι βέβαιο και σαφές σε σχέση με το παρόν ζήτημα; Τι θα συνέβαινε, εάν οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά μνημεία; Δεν θα ήταν απαραίτητο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως, η οποία παραδόθηκε σε όσους αυτοί (οι Απόστολοι) εμπιστεύθηκαν τις Εκκλησίες;»26.

Το ιστορικό αρχείο της Εκκλησίας και τα γραπτά κείμενα των πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας αποδεικνύουν ότι, πολύ πριν κλείσει ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης, ακόμη και πριν γραφούν μερικά από τα βιβλία της, η αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας στην Εκκλησία ήταν καλά στερεωμένη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, κάποιος μπορεί εύλογα να διερωτηθεί εάν τα σύγχρονα καλέσματα για αλλαγές στην Εκκλησία, ιδιαίτερα όσον άφορα στην αντιμετώπιση του «γένους» και στην «εξουσιοδότηση», δεν στηρίζονται τόσο στη σύγχρονη μόδα όσο στην επιστημονική έρευνα, πολύ δε περισσότερο σε παραδοσιακές έννοιες της πνευματικότητας. Οι αξιώσεις για φεμινιστική «εξουσιοδότηση» ακούγονται χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα για τη διακονία Εκείνου που είπε, «οι πρώτοι θα είναι έσχατοι» (Μθ 19,30).


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

      Καλύτερα θεμελιωμένες ακόμη και από την αυθεντία της αποστολικής ιεραρχίας υπήρξαν οι βασικές μορφές των Μυστηρίων, που διατηρούνται μέχρι και σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως θα δούμε, πραγματικά το προφορικό μέρος της Ιεράς Παραδόσεως προηγήθηκε από την γραπτή Καινή Διαθήκη. Ο άγιος Ειρηναίος, διακόσια και πλέον χρόνια πριν από τις Συνόδους του Ιππώνος (397 μ.Χ), της Λαοδικείας (363 μ.Χ.) και της Καρθαγένης (393-397 μ. Χ), στις οποίες τα βιβλία της Καινής Διαθήκης συγκεντρώθηκαν σ έναν τόμο, έγραψε το 180 μ. Χ. : «Τι θα συνέβαινε, εάν στ αλήθεια οι Απόστολοι δεν μας άφηναν γραπτά κείμενα; Δεν θα ήταν τότε αναγκαίο να ακολουθήσουμε την τάξη της Παραδόσεως. . . ; »27.
Ακριβώς αυτή «η κανονική τάξις της Παραδόσεως» ήταν η ουσία της αποστολικής Παραδόσεως. Αυτή μεταβιβάστηκε σε μας, αυτή ακολουθήθηκε από την αρχαία Εκκλησία, αυτή συνεχίσθηκε σταθερά για σχεδόν τέσσαρες εκατονταετίες, πριν ακόμη αναγνωρισθεί παγκόσμια ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης. Και ενώ εκατοντάδες «ιερών κειμένων», επιστολές και άλλα έγγραφα, συναγωνίζονταν, για να προσελκύσουν την προσοχή της Εκκλησίας, η ίδια η Εκκλησία δεν οδηγήθηκε στη σύγχυση, αλλά μεταβίβαζε την αποστολική κληρονομιά της αλήθειας από τη μία γενεά στην άλλη (Πρξ 2,42)28.

Η Εκκλησία διδάσκει ότι μόνον μέσα στο πλαίσιο αυτής της κανονικής τάξεως και της ζωντανής αποστολικής Παραδόσεως της Ευχαριστιακής λατρείας μπορούσαν οι Γραφές να γίνουν με ακρίβεια πλήρως κατανοητές και να ερμηνευθούν. Η ερμηνεία της Γραφής, ο Κανόνας δηλαδή της Πίστεως, έγινε πάντοτε κατανοητή παίρνοντας νόημα μόνο μέσα στο πλαίσιο της όλης Εκκλησίας. Όπως είπε ο Prosper, ο επίσκοπος της Aquitane, «Ο Κανόνας της Πίστεως θεμελιώνεται στον κανόνα της προσευχής». Με άλλα λόγια, οι αρχαίες μορφές της λατρείας στην Εκκλησία προηγούνται της δογματικής θεολογίας.

Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, η αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοσις ταυτίζονται ως προς το μήνυμα τους δεν είναι χωρισμένες μεταξύ τους ούτε ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Είναι ένα και το αυτό, ακριβώς όπως ο Χριστός και η Εκκλησία του είναι ένα, και όπως ο Χριστός γίνεται ένα με μας στο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Όπως γράφει ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, «πιστότητα στην Παράδοση δεν σημαίνει πιστότητα στο παρελθόν και στην εξωτερική εξουσία, άλλα ζωντανό σύνδεσμο με την πληρότητα της εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια όχι με την ανάμνηση ή με τους λόγους άλλων άλλα από την δική της ζωντανή και αδιάκοπη εμπειρία, με την καθολική της πληρότητα. . .

Είναι τελείως εσφαλμένο να περιορίζουμε την «πηγή της διδασκαλίας» στις Γραφές και στην Παράδοση και να διαχωρίζουμε την Παράδοση από τις Γραφές απλώς ως μία προφορική μαρτυρία η διδασκαλία των Αποστόλων. Εν πρώτοις τόσον η Γραφή όσο και η Παράδοσις δόθηκαν μόνο μέσα στην Εκκλησία. Μόνο μέσα στην Εκκλησία παραλήφθηκαν σ όλη την πληρότητα της ιερής τους αξίας και σημασίας. Μέσα σ' αυτές περιέχεται η αλήθεια που αποκαλύφθηκε, αλήθεια η οποία ζει στην Εκκλησία. Αυτή η εμπειρία της Εκκλησίας δεν εξαντλείται ούτε στη Γραφή ούτε στην Παράδοση: μόνον αντικατοπτρίζεται σ' αυτές. Επομένως μόνο μέσα στην Εκκλησία η Γραφή ζει και ζωογονείται μόνο μέσα στην Εκκλησία αποκαλύπτεται ως σύνολο και όχι τεμαχισμένη σε ξεχωριστά κείμενα, εντολές και αφορισμούς»29.

Η Καινή Διαθήκη προήλθε από την Ιερά Παράδοση της λατρείας και είναι αχώριστη απ' αυτήν. Πολλοί Προτεστάντες ασυναίσθητα ενεργούν σαν αυτό να είναι αληθινό, έστω κι αν δεν αναγνωρίζουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν ένας Προτεστάντης δέχεται τη διδασκαλία για την αγία Τριάδα ή τη διδασκαλία για τις δύο φύσεις του Χριστού και τον πιστεύει ως τέλειο Θεό και τέλειο Άνθρωπο, δέχεται ουσιαστικά τη διδασκαλία των πατέρων, την προφορική Παράδοση, τα Σύμβολα και τους δογματικούς Όρους των επτά ιστορικών Οικουμενικών Συνόδων30. Επίσης, όταν ένας Προτεστάντης αναφέρεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τα χαρακτηρίζει ως τον «λόγον του Θεού», αυτός αποδέχεται την κοινή τακτική της Εκκλησίας και την απόφαση των Συνόδων των επισκόπων ως προς το ποια βιβλία περιλήφθηκαν στην Καινή Διαθήκη και ποια απορρίφθηκαν31.

     Η κατανόηση της πραγματικής σημασίας της Ιεράς Παραδόσεως ήταν η ίδια στην Ανατολή και ατή Δύση μέχρι την εποχή της Μεταρρύθμισης. Ο Τερτυλλιανός, ο οποίος ονομάσθηκε πατήρ της Δυτικής Θεολογίας, γύρω στο 200 μ. Χ. έγραψε: «Αν και οι τοπικές Εκκλησίες είναι τόσες πολλές και τόσο μεγάλες, όμως υπάρχει η μία αρχέγονη Εκκλησία των Αποστόλων, από την οποία προέρχονται όλες οι άλλες. . . Πράγματι κάθε διδασκαλία πρέπει να καταδικάζεται ως ψεύτικη, εάν έρχεται σε κάποια αντίθεση προς την αλήθεια των τοπικών Εκκλησιών και των Αποστόλων του Χριστού και του Θεού. . . Επί πλέον, εάν υπάρχουν κάποιες αιρέσεις αρκετά φανερές, οι οποίες φύτρωσαν κατά την αποστολική εποχή, ώστε να φαίνονται ότι έχουν παραδοθεί από τους Αποστόλους, επειδή ακριβώς υπήρχαν από την εποχή των Αποστόλων, εμείς μπορούμε να απευθυνόμαστε σ' αυτούς και να λέμε: Ας μας δείξουν την αρχή των εκκλησιών τους, ας ξεδιπλώσουν μπροστά μας τους καταλόγους των επισκόπων που ακολουθούν διαδοχικά από την αρχή, ώστε ο πρώτος τους επίσκοπος θα έχει ως προστάτη και προκάτοχο του κάποιον από τους Αποστόλους ή τους αποστολικούς άνδρες, οι οποίοι συνδέονται σταθερά με τους Αποστόλους. Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο οι αποστολικές Εκκλησίες μεταβιβάζουν τους επισκοπικούς καταλόγους τους, όπως η Εκκλησία των Σμυρναίων, η οποία διατηρεί την παράδοση ότι ο Πολύκαρπος τοποθετήθηκε από τον Ιωάννη όπως η Εκκλησία των Ρωμαίων, όπου ο Κλήμης χειροτονήθηκε από τον Πέτρο. . . Ύστερα, ας ζητήσουμε από όλες τις αιρέσεις να αποδείξουν πως αυτές θεωρούν τον εαυτό τους αποστολικό, όταν προκαλούνται από τις δικές μας Εκκλησίες να υποστούν αυτού του είδους τον έλεγχο. . . »32.

Ο Τερτυλλιανός, γράφοντας το 200 μ. Χ. και απαντώντας στους αιρετικούς των ημερών του, απευθύνθηκε προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαμε κι εμείς ν' απευθυνθούμε προς τους συγχρόνους μας εκκοσμικευμένους «χριστιανούς», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι «αποστολικοί». Ο Τερτυλλιανός κατήγγειλε καθετί, το οποίο ήταν αντίθετο ή έξω από την ιστορική Εκκλησία. Και δεν προσέφυγε στη Γραφή αλλά στην Παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων, από την οποία προήλθαν και αυτά τα ιερά κείμενα. Οι ισχυρισμοί των αιρετικών, υποστηρίζει, έθεταν σε αμφισβήτηση τη νομιμότητα της Χριστιανικής τους Πίστεως, διότι δημιουργήθηκαν έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής Εκκλησίας. «Δείξτε μας τους καταλόγους των επισκόπων». Αυτό είναι το ερώτημα που η ιστορική Εκκλησία εύλογα υποβάλλει σ' εκείνους, οι οποίοι βρίσκονται έξω απ' αυτήν.

«Εμείς που βαδίζουμε σύμφωνα με τον Κανόνα, τον οποίο οι Εκκλησίες παρέλαβαν από τους Αποστόλους, οι Απόστολοι από τον Χριστό και ο Χριστός από τον Θεό, παραδεχόμαστε ότι η λογικότητα της θέσης μας είναι ξεκάθαρη, καθορίζοντας όπως είναι φυσικό ότι οφείλουμε να μην επιτρέπουμε στους αιρετικούς να προσφεύγουν προκλητικά στις Γραφές, εφ' όσον εμείς χωρίς να χρησιμοποιούμε τις Γραφές, αποδεικνύουμε ότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τις Γραφές. . . Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής) αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής. . . Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί, γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία, και θα μπορούσε ακριβώς να λεχθεί σ' αυτούς: Ποιοί είσθε εσείς; Πότε και από που ήλθατε; Εφ' όσον δεν είσθε από μας, τι δουλειά έχετε με ό,τι είναι δικό μας; Εγώ είμαι ο κληρονόμος των Αποστόλων. Όπως εκείνοι προετοίμασαν προσεκτικά τη διαθήκη τους, όπως την παρέδωσαν σε κάποιον έμπιστο, και όπως την σφράγισαν με όρκο, έτσι ακριβώς ενώ κρατώ την κληρονομιά. Σίγουρα αυτοί σας θεωρούσαν πάντα ξένους προς την κληρονομιά και σας έχουν απορρίψει ως ξένους και εχθρούς 33.

Γύρω στο 200 μ. Χ. ο Τερτυλλιανός έδωκε μία απάντηση στους Προτεστάντες εκείνους, που αιώνες αργότερα θα επιχειρούσαν να υποστηρίξουν το δικαίωμα να αποσπασθούν από την Εκκλησία με το επιχείρημα: «Η Βίβλος λέγει». Σ' αυτούς ο Τερτυλλιανός απαντά: «Δεν έχετε κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία». Και ξανά ερωτά: «Ποιοί είναι οι επίσκοποι σας; Δείξτε μας τους καταλόγους σας»34. 


 ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

      Ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, σαν να προέβλεπε τόσο το προτεσταντικό χάος που θα δημιουργούσε το φρόνημα της διαίρεσης, όσο και την αντικανονική δύναμη συγκεντρωμένη σ' ένα μοναδικό «πάπα», γύρω στο 250 μ.Χ. έγραφε: «Από εκείνη την εποχή (που ο Χριστός διόρισε τους Αποστόλους) η χειροτονία των επισκόπων και ο σχεδιασμός της Εκκλησίας συνεχίζονται με την αλλαγή των χρόνων και την διαδοχή των προσώπων διότι η Εκκλησία παίρνει τη μορφή της με τους επισκόπους και κάθε ενέργεια της ελέγχεται από τους ίδιους πάντα κανόνες. Εφ' όσον αυτό το καθεστώς έχει πραγματικά εδραιωθεί με τον θείο νόμο, απορώ με την απερίσκεπτη τόλμη ορισμένων προσώπων, που επιθύμησαν να γράψουν σε κάποιον τις επιστολές τους σαν να ήταν εξουσιοδοτημένοι από την Εκκλησία. Ούτε το έλεος του Κυρίου. . . δεν επιτρέπει στις τάξεις των πεπτωκότων να ονομάζονται η Εκκλησία» 35.

Όπως πολύ συχνά φαίνεται καθαρά στα περισσότερα αρχαία έργα των πατέρων, η Εκκλησία πάντοτε πίστευε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες, μία ιεραρχική και μία οντολογική. Σύμφωνα με τον π. Γεώργιο Φλορόσκυ, «οι πατέρες δεν ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για το δόγμα της Εκκλησίας, ακριβώς επειδή η ίδια η λαμπρή πραγματικότητα της Εκκλησίας ήταν προσιτή στην πνευματική τους όραση. Κανένας δεν επιχειρεί να ορίσει ό,τι είναι αυταπόδεικτο» 36.

Η Εκκλησία ποτέ δεν είδε τον εαυτό της ως ένα χάος πνευματικού ατομικισμού, πολύ δε περισσότερο ως μία δίνη είκοσι τριών χιλιάδων Ομολογιών, που μάχονται μεταξύ τους για τον ζωτικό τους χώρο, ενώ κάθε μία είναι οπλισμένη με τη δική της υποκειμενική ερμηνεία των Γραφών και με τις δικές της αυτοανακαλυπτόμενες «παραδόσεις». Η ιστορική Εκκλησία δεν είδε ποτέ τον εαυτό της κάτω από ένα δικτάτορα ή «αλάθητο» πάπα.

Η ιστορική Εκκλησία διδάσκει ότι έχει μία Κεφαλή και αυτή είναι ο Χριστός. Διδάσκει επίσης ότι ο Χριστός διόρισε κάτω απ' αυτόν ανθρώπους, αποστολικούς ηγέτες. Όπως ακριβώς μία οικογένεια έχει μητέρα και πατέρα, που κρατούν τα παιδιά τους σε τάξη, έτσι οι αυθεντικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν είναι αυτοχειροτόνητοι, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν ήταν αυτοχειροτόνητα ούτε τα παιδιά του Ααρών στην Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα, η αυθεντία τους μεταβιβάζεται από τη μία πνευματική γενεά στην επόμενη, όπως μία μητέρα και ένας πατέρας μεταβιβάζουν τη δική τους κληρονομιά στα παιδιά τους» 37.

Η πρώτη Εκκλησία κρατούσε προσεκτικά λογαριασμό για το πόσοι ακριβώς επίσκοποι εγκαταστάθηκαν σε κάθε επισκοπή «από την εποχή των Αποστόλων». Για παράδειγμα, ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, που έγραψε τον τέταρτο αιώνα, πάντοτε, όταν αναφέρεται σε κάποιον επίσκοπο τον προσδιορίζει ως τον δωδέκατο, εικοστό η οποία άλλη σειρά έχει, «από τους Αποστόλους», για να δείξει ότι ένας συγκεκριμένος επίσκοπος ήταν κανονικός και ότι μία συγκεκριμένη διδασκαλία ήταν αυθεντικά αποστολική.

Το 393 μ.Χ. ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης είχε σχεδόν οριστικοποιηθεί 38. Οι πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν πολλές εκατοντάδες πρωτοχριστιανικών κειμένων, τα οποία διεκδικούσαν μία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, όπως τελικά συμφωνήθηκε. Όταν οι πατέρες απέρριψαν ορισμένα συγγράμματα, το έκαναν με βάση την Ιερά Παράδοση ή «τη διδασκαλία των Αποστόλων», όπως αναφέρεται από τον άγιο Λουκά, τον συγγραφέα των Πράξεων (Πρξ 1, 13). Εκείνοι που αποφάσισαν ποια βιβλία να περιληφθούν και ποια να απορριφθούν ήταν οι επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι ένας «πάπας». Έτσι εκείνοι που υπερασπίστηκαν τη χριστιανική διδασκαλία στις Οικουμενικές Συνόδους αποστομώνοντας τους αιρετικούς, αυτούς που είχαν απομακρυνθεί από τη διδασκαλία των Αποστόλων, ήταν οι επίσκοποι.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια από την ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς η αποστολική διαδοχή των επισκόπων ήταν όχι μόνον καθιερωμένη στη ζωή της Εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από την εγκατάσταση του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου ως επισκόπου της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, άλλα και τεκμηριωμένη από τους πατέρες της Εκκλησίας ως ένα ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας και ζωής.

Όπως γράφει ο Ευσέβιος, «μετά το μαρτύριο του Ιακώβου και την άλωση της Ιερουσαλήμ, η οποία ακολούθησε αμέσως, παραδίδεται ότι οι Απόστολοι και οι μαθητές του Κυρίου, οι οποίοι ακόμη ζούσαν, συγκεντρώθηκαν από όλα τα μέρη του κόσμου μαζί με εκείνους, που θεωρούνταν συγγενείς του Κυρίου, διότι πολλοί απ' αυτούς ζούσαν ακόμη. Τότε όλοι αυτοί συζήτησαν για το ποιόν έπρεπε να εκλέξουν ως τον κατάλληλο να διαδεχθεί τον Ιάκωβο και συμφώνησαν ομόφωνα ότι ο Συμεών, ο γιος του Κλωπά, που μνημονεύεται στην ευαγγελική διήγηση (Ίω 14,25, ίσως και Λκ 24,18) ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να καταλάβει τον θρόνο του επίσκοπου της Ιερουσαλήμ» 39.

Ο Πολυκράτης, επίσκοπος Εφέσου, το 180 μ. Χ. έγραψε στον επίσκοπο Ρώμης σχετικά με τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή, ο οποίος έφθασε στο τέρμα του βίου του ως επίσκοπος: «Επίσης και ο Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσε στο στήθος του Κυρίου και ο οποίος έγινε ιερέας φορώντας τη μίτρα, και αυτός ως μάρτυρας και διδάσκαλος αναπαύθηκε στην Εφεσο»40.

Επίσης ο Ευσέβιος γράφει: «Υπήρχε μία δύναμη του θείου Πνεύματος που διαπερνούσε όλα τα μέλη, υπήρχε μία ψυχή σ' όλους αυτούς. . . υπήρχαν τέλειες λατρείες των ηγουμένων, ιερουργίες των κληρικών και ιεροπρεπείς θεσμοί της Εκκλησίας. . . Εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι. . . με τα ίδια μας τα μάτια βλέπουμε ότι οι παραδόσεις ενός προηγούμενου αιώνα ήταν αξιόπιστες και αληθινές»41 .

Για να καταστρατηγήσει κανείς τα γεγονότα της πρώτης εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία μέχρι το 1054 ήταν αποδεκτά τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία, χρειάζεται να ξεπεράσει πολλές ερμηνευτικές παγίδες. Ο Καλβίνος και ο Λούθηρος το κατάλαβαν. Γι' αυτό αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους να παραθέτουν επιλεκτικά συγκεκριμένους Δυτικούς πατέρες, όπως τον άγιο Αυγουστίνο, με σκοπό να αποδείξουν τους εαυτούς τους «αποστολικούς». Μόνον αργότερα οι Προτεστάντες, όπως και οι Αναβαπτιστές, απέβαλλαν τελείως ακόμη και την προσποίηση ότι αποτελούν μέρος της ιστορικής Εκκλησίας. Για να αποφύγουμε να κινούμαστε μέσα στο πλαίσιο της αυθεντικής κανονικότητας της Εκκλησίας, στο οποίο οι επίσκοποι και οι ιερείς της Εκκλησίας βρίσκονται σε κατ' ευθείαν αδιάκοπη συνέχεια από τους αποστόλους, πρέπει να αγνοήσουμε την κρυστάλλινη διδασκαλία του Ιησού, την πράξη και τη διδασκαλία των Αποστόλων, τους πατέρες της Εκκλησίας και τη μαρτυρία της πολύ καλά τεκμηριωμένης Ιστορίας της πρώτης Εκκλησίας, που καταγράφηκε από τους ιστορικούς, ένας από τους οποίους είναι ο Ευσέβιος.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ιεράς Παραδόσεως η Βίβλος είναι ένας σταθερός και μόνιμος μάρτυρας για την Εκκλησία και την ιστορική αποστολική της Παράδοση. Τα πράγματα έχουν ως εξής: οι συγγραφείς της Βίβλου δέχθηκαν την έμπνευση από το ίδιο το άγιο Πνεύμα, το οποίο στην συνέχεια καθοδηγούσε την Εκκλησία. Συνέβη δε η Καινή Διαθήκη και τα δόγματα της Εκκλησίας να εμφανισθούν μετά την αποστολική Ιερά Παράδοση.

Οι ιστορικές πηγές είναι κατηγορηματικές. Μέσω της Εκκλησίας τα βιβλία, τα οποία θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφα, δεν συμπεριλήφθηκαν στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Συνέβη δε να εμφανισθεί η Καινή Διαθήκη ύστερα από την ζωντανή παράδοση της Ευχαριστιακής λατρείας και όχι βέβαια από κάποια ψυχρή βιβλική επιστήμη, σαν εκείνη που ασκείται από πολλούς μοντέρνους «θεολόγους». Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης έφθασε άθικτος σε μας χάρη σ' εκείνους τους επισκόπους και τους μάρτυρες, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την Ιερά Παράδοση. Και πάλι χάρη στους επισκόπους, με πρώτον τον Ιάκωβο, οι δογματικές διακηρύξεις, που έγιναν αποδεκτές από όλους τους χριστιανούς, σχηματοποιήθηκαν ως απαντήσεις ατούς αιρετικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων. Κι αυτό αποδεικνύουν τα ιστορικά δεδομένα. Εάν οι Προτεστάντες απαντήσουν ότι όλα αυτά μπορεί μεν να είναι σωστά αλλά αυτό δεν έχει σημασία, τότε πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν ότι είναι οι πρώτοι άνθρωποι, που ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί και πιστεύουν ότι η ύπαρξη της Εκκλησίας δεν έχει σχέση με την προσωπική επιδίωξη της αγιότητας και της σωτηρίας. Ακόμη, εάν οι σύγχρονοι Ρωμαιοκαθολικοί επιμένουν ότι ο «αλάθητος» Παπισμός αποτελεί «γεγονός της ιστορίας», είναι αναγκασμένοι να βρουν αρχαία ντοκουμέντα της Εκκλησίας, όπως τα κείμενα του Ευσεβίου, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Πράγματι όλα τα στοιχεία φαίνεται να μαρτυρούν μία συνοδική εκκλησιαστική διακυβέρνηση από την αρχή. Κατά κάποιο τρόπο, το πρόβλημα ενός «αλάθητου» Παπισμού είναι παρόμοιο με το προτεσταντικό πρόβλημα μιας «αλάθητα ερμηνευμένης» Βίβλου. Και οι δύο πλάνες υποβαθμίζουν τη σημασία της καθοδήγησης της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

      Ο Ευσέβιος υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνοδική Εκκλησία προηγήθηκε της Καινής Διαθήκης. Σχετικά με τις «Γραφές», που θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφες και επομένως δεν συμπεριελήφθησαν από τους πατέρες της Εκκλησίας στον ιερό Κανόνα της Καινής Διαθήκης, γράφει: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκουν στα αμφισβητούμενα. . . Διακρίνονται δε από τα αληθινά, γνήσια και αναγνωρισμένα, αυτά δηλαδή που είναι σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας. . . »42.

Σ' ένα άλλο σημείο ο Ευσέβιος απορρίπτει τα βιβλία που έμειναν έξω από τον Κανόνα ως «ασυμβίβαστα με την αληθινή Ορθοδοξία». Με άλλα λόγια, εάν η μαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εξαρτάται από την κανονική διαδοχή των επισκόπων, δεν είναι αξιόπιστη, τότε δεν είναι αξιόπιστο ούτε και το περιεχόμενο της Καινής Διαθήκης. Η ζωντανή Παράδοσις της ιστορικής Εκκλησίας μεταδόθηκε με πιστότητα από τη μία γενεά στην άλλη με την μορφή της συνέχειας της αποστολικής χειροτονίας των επισκόπων, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την προφορική και γραπτή Παράδοση 43.

Όπως έγραψε ο άγιος Ειρηναίος απευθυνόμενος προς τον Ελευθέριο, επίσκοπο Ρώμης (170 μ. Χ. ) σχετικά με τους καταλόγους των επισκόπων της Ρώμης, «αφού λοιπόν θεμελίωσαν και οικοδόμησαν την Εκκλησία οι Απόστολοι, παρέδωσαν το επισκοπικό αξίωμα στον Λίνο, ο οποίος μνημονεύεται από τον Παύλο στις επιστολές προς Τιμόθεον (Β Τι 4,21). Τον Λίνο τον διαδέχθηκε ο Ανέγκλητος. Μετά απ' αυτόν στην τρίτη θέση από τους Αποστόλους η επισκοπή παραδόθηκε στον Κλήμεντα, ο οποίος είχε δει τους μακάριους Αποστόλους και συνομίλησε μαζί τους και η διδασκαλία τους ηχούσε ακόμη στ' αυτιά του και η αυθεντική τους παράδοση ήταν μπροστά στα μάτια του»44 .

Ύστερα ο Ειρηναίος συνεχίζει να καταγράφει στον κατάλογο τους υπολοίπους επισκόπους μέχρι «τον δωδέκατο. . . από τους Αποστόλους», τον Ελευθέριο, στον οποίο και έγραφε την επιστολή.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς το 90 μ. Χ. στο βιβλίο του Υποτυπώνεις ομιλεί για τους επισκόπους της Ανατολικής Εκκλησίας και την αδιάκοπη διαδοχή τους από τους Αποστόλους: «Αυτοί οι άνδρες διασώζοντας την αληθινή παράδοση της μακάριας διδασκαλίας κατ' ευθείαν από τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη και τον Παύλο, τους αγίους Αποστόλους, αφού παρέλαβαν αυτήν όπως το παιδί του από τον πατέρα. . . με τη χάρη του Θεού αυτοί έφθασαν έως και εμάς, για να καταθέσουν τα προγονικά εκείνα και αποστολικά σπέρματα»45.

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι αυτά «τα προγονικά αποστολικά σπέρματα», που δείχνουν τη συνέχεια, είναι θαυματουργικά, διότι τα μέλη της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των επισκόπων, κατά καιρούς κάνουν πράγματα που απέχουν πολύ από το θέλημα του Θεού, την διδασκαλία του Χριστού και το πνεύμα της Ιεράς Παραδόσεως. Όμως η Εκκλησία παρ' όλα αυτά κυριαρχεί ακόμη κι αν χρειασθούν πολλές εκατοντάδες χρόνια, για να ελέγξει τις αποτυχίες και να διορθώσει τα λάθη τους. Όπως γράφει ο άγιος Ειρηναίος, «Αυτό, στο οποίο εμείς πιστεύουμε, είναι ένα σταθερό σύστημα, που οδηγεί στη σωτηρία των ανθρώπων, κι εμείς το φυλάγουμε από τότε που παραλήφθηκε από την Εκκλησία. Αυτό αναζωογονείται σταθερά και αδιάκοπα από το Πνεύμα του Θεού σαν να ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός σ' ένα υπέροχο δοχείο. Ο θησαυρός αυτός γίνεται αιτία ώστε το δοχείο που τον περιέχει να ανανεώνεται, διότι, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και κάθε χάρη. Το Πνεύμα όμως είναι η αλήθεια»46.

Σύμφωνα με την πίστη της ιστορικής Εκκλησίας οι αιρέσεις έρχονται και παρέρχονται, η μόδα αλλάζει, κακοί και διεφθαρμένοι ή πολιτικοποιημένοι επίσκοποι μπορεί να ανέρχονται στους θρόνους και να πέφτουν. Αλλά στο τέλος, όπως διακηρύττουν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, η Εκκλησία επικρατεί και η αίρεση κατατροπώνεται. Η σίγουρη γνώση της ορθής και της λανθασμένης ηθικής αρχής διατηρείται. Κατά τους λόγους του αγίου Ιουστίνου του μάρτυρος, «Σε όλους εκείνους, που επιθυμούν να μάθουν, εμείς παραδίνουμε ακέραιο ό,τι έχουμε διδαχθεί»47. 

_____________________________________


23 Σχεδόν το ένα τέταρτο του βιβλίου του Καλβίνου, «Institutions» που περιέχονται σε 22 τόμους, ασχολούνται με ερωτήματα που αναφέρονται στην αποστολική τάξη και στην εκκλησιαστική αυθεντία. Ο Ιωάννης Καλβίνος δίδαξε ότι η βασιλεία του Θεού, η οποία πρόκειται να αποκαλυφθεί στην πληρότητα της στο μέλλον, είναι παρούσα σήμερα μέσα στην Εκκλησία, Commentary on Amos 9,13 (CO XLKIII, 172): «Η βασιλεία του Χριστού θα είναι με κάθε τρόπο ευτυχισμένη και ευλογημένη ή αυτή η Εκκλησία του Θεού, που σημαίνει το ίδιο πράγμα, θα είναι ευλογημένη, όταν ο Χριστός αρχίσει να κυβερνά».
Commentary on Psalm 18,43 (CO XXXI, 190) «. . . η βασιλεία του, η οποία είναι η Εκκλησία».
Commentary on Isaiah 65,20 (CO XXXVII, 430): «. . . στη βασιλεία του Χριστού, που είναι η Εκκλησία».
Commentary on Ephesians 4,8 (CO LI, 193): «Ο ευγενέστατος θρίαμβος, τον οποίο κέρδισε ποτέ ο Θεός, ήταν όταν ο Χριστός, αφού υπέταξε την αμαρτία, νίκησε το θάνατο και έτρεψε σε φυγή τον Σατανά, αναλήφθηκε μεγαλόπρεπα στους ουρανούς, όπου θα μπορούσε να ασκήσει την ένδοξη κυριαρχία του στην Εκκλησία».
Commentary on Mathew 5,18 (Co XLV, 172): «Η βασιλεία των ουρανών σημαίνει την ανανέωση της Εκκλησίας ή την κατάσταση ευημερίας της Εκκλησίας».

24 «Η αποστολική συνέχεια ήταν. . . ένα σταθερό σημείο από την αρχαία Εκκλησία. . . Για τον Ανατολικό Ορθόδοξο του Βυζαντίου, αύτη ήταν αναλλοίωτη αλήθεια της σωτηρίας. Η πρώτη ιστορία της Εκκλησίας, η ιστορία του Ευσεβίου (40ς αι. ), αρχίζει την εξιστόρηση με τις λέξεις: τας των ιερών αποστόλων διαδοχάς (Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία 1,1,1) και βεβαιώνει την αποστολική συνέχεια με βάση τους κανόνες και τις διδασκαλίες της αληθινής Εκκλησίας. . . Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις αμφισβητήθηκαν στην περίοδο της Μεταρρύθμισης. Αρχικά, αυτές οι προκλήσεις προήλθαν από την αριστερή πτέρυγα της Μεταρρύθμισης, η οποία. . . δεν ήταν μία μεταρρύθμιση. . . αλλά ένα ριζοσπαστικό ρήγμα στους υπάρχοντας κανόνες και στη θεολογία. . . (William 1962, 846). . . Οι οριστικές επιπτώσεις αυτών των προκλήσεων δεν έγιναν φανερές μέχρι πολύ αργότερα», Jaroslav Pelikan, Reformation of Church and Dogma, σ. 304305.


25 Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδώνυμοι Γνώσεως 3. 1 και 3. 3 (μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη) σ. 189191.

26 Αυτόθι. Τ 4 n 1011Q4

27 Αυτόθι, 213, σ. 91.

28 «Η αγία Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Αυτό είναι δυνατό μόνον με τον φορέα της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. . . Εάν διακηρύξουμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη ερμηνεία και έτσι την αποκόπτουμε από την ιερή της πηγή. Η αγία Γραφή μας δίδεται στην Παράδοση. Αυτή είναι το ζωτικό επίκεντρο της αποκρυσταλλώσεώς της. Η Εκκλησία ως το Σώμα του Χριστού προηγείται μυστικά και είναι πληρέστερη από την αγία Γραφή. Αυτό δεν περιορίζει την αγία Γραφή ούτε την σκιάζει. Όμως η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται σε μας μόνον ιστορικά. Ο Χριστός εμφανίστηκε και συνεχίζει να εμφανίζεται ακόμη ενώπιον μας όχι μόνον με τις Γραφές, αλλ' αποκαλύπτεται αμετάβλητα και ακατάπαυστα στην Εκκλησία, στο δικό του Σώμα. . .
Αυτή η εμπειρία δεν εξαντλείται ούτε στις Γραφές ούτε στην Παράδοση ούτε στους ορισμούς. Δεν μπορεί, δεν πρέπει να εξαντλείται»
Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία, Παράδοσις, ο. 66-68.

29 Αυτόθι, α. 63-66.

30 Οι πιο πολλοί Προτεστάντες είναι τραγικά απληροφόρητοι για το πως συνέβη ώστε οι χριστιανοί να φθάσουν να πιστεύουν ορισμένα πράγματα. Φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι η ιστορία των δογμάτων είναι η ιστορία της Εκκλησίας. Ούτε ακόμη κατανοούν ότι χωρίς τις Οικουμενικές Συνόδους, ιδιαίτερα τις τέσσερις πρώτες, βασικές διδασκαλίες που θεωρούνται ότι είναι «Βιβλικές», όπως αυτή για την Αγία Τριάδα, δεν θα είχαν υποστηριχθεί αποτελεσματικά εναντίον των αιρέσεων, εφ' όσον δεν διευκρινίζονται πλήρως στη Βίβλο.

31 «Η ιστορία του Κανόνος της Καινής Διαθήκης και της εξέλιξής του είναι ένα γοητευτικό θέμα και κρίσιμο για την κατανόηση της Βίβλου, όσο και της Εκκλησίας. Για περισσότερα από 200 χρόνια ένας αριθμός βιβλίων, τα οποία εμείς θεωρούμε τώρα ότι εξ ορισμού αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης, συζητήθηκαν πολύ, πριν συμπεριληφθούν σ' αυτήν. Πολλά άλλα βιβλία, που θεωρούνταν ότι έπρεπε να συμπεριληφθούν, τελικά αποκλείστηκαν. Ο αρχαιότερος πλήρης κατάλογος των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν υπήρχε μέχρι το 367 μ. Χ. , τότε που μας τον χάρισε ο άγιος Αθανάσιος, ένας επίσκοπος της Αιγύπτου.
Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος πλήρης κατάλογος των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχουμε σήμερα, δεν είχε εμφανισθεί παρά 300 και περισσότερα χρόνια μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. . . Εάν η Καινή Διαθήκη άρχιζε να γράφεται ταυτόχρονα με το Σύνταγμα των Η. Π. Α, εμείς δεν θα βλέπαμε ένα τελικό κείμενο μέχρι το έτος 2087!. . .
Με το πέρασμα του χρόνου η Εκκλησία διέκρινε ποια κείμενα ήσαν γνήσια αποστολικά και ποια όχι. Πρόκειται για ένα παρατεταμένο αγώνα, που κατά την διάρκεια αρκετών αιώνων και στον οποίο η Εκκλησία αποφάσισε ποια βιβλία ήταν δικά της. Ένα μέρος της διαδικασίας της διάκρισης αποτέλεσαν οι συναντήσεις εν συνόδω. Αυτές οι διάφορες εκκλησιαστικές σύνοδοι έγιναν, για να αντιμετωπίσουν πολλά και ποικίλα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο Κανόνας των αγίων Γραφών.
Αυτές οι σύνοδοι αναζήτησαν να διακηρύξουν το κοινό φρόνημα της Εκκλησίας και να εκφράσουν την ομοφωνία της Πίστεως, της πρακτικής και της Παραδόσεως, που αντιπροσώπευαν οι τοπικές Εκκλησίες. Ανάμεσα στις πολλές συνόδους, που συγκλήθηκαν κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν δύο:
1. Η Σύνοδος της Λαοδικείας, η οποία συγκλήθηκε στη Μικρά Ασία γύρω στο 363 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος διεκήρυξε ότι μόνον τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πρέπει να χρησιμοποιούνται στην Εκκλησία. Απαρίθμησε τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως τα έχουμε σήμερα, με εξαίρεση την Αποκάλυψη του αγιου Ιωάννου. Είναι η πρώτη σύνοδος, η οποία καταχώρισε σε κατάλογο τα κανονικά βιβλία. Οι αποφάσεις έγιναν ευρύτατα αποδεκτές στην Ανατολική Εκκλησία.
2. Η Τρίτη Σύνοδος της Καρθαγένης, η οποία συγκλήθηκε στην Βόρεια Αφρική γύρω στο 397 μ. Χ. Αυτή η Σύνοδος, την οποία παρακολούθησε ο ιερός Αυγουστίνος, έδωσε ένα πλήρη κατάλογο των κανονικών βιβλίων, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως γνωρίζουμε σήμερα, έγιναν αποδεκτά ως κανονικά. Η ίδια Σύνοδος δέχθηκε, επίσης, ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να διαβάζονται στην Εκκλησία ως θεία Γραφή, ενώ απέκλεισε όλα τα άλλα. Η σύνοδος αυτή έγινε ευρύτατα αποδεκτή στη Δύση ως έγκυρη», James Bernstein, «Who Gave Us The New Testament;» AGAIN Magazine, τ. 15. 3 (1992)

32 Tertullian, Against Heretics, 292297, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι, σ. 123.

33 Αυτόθι, 297298, σ. 122123.

34 «Τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα μέσα στην Εκκλησία. Από αυτήν την άποψη αποτελούν μάρτυρες της Εκκλησίας. Αποτελούν αρχεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας και Πίστεως. Όμως, δεν είναι καθόλου λιγότερο ιστορικές διηγήσεις και μαρτυρούν εκείνο, το οποίο πράγματι συνέβη μέσα στο χώρο και στο χρόνο. . .
Η αποκάλυψη διατηρείται μέσα στην Εκκλησία. Επομένως, η Εκκλησία είναι ο κατάλληλος και πρώτιστος ερμηνευτής της αποκάλυψης. Αυτή προφυλάσσεται και ενισχύεται με τις γραπτές λέξεις. Προφυλάσσεται, αλλά δεν εξαντλείται. Οι ανθρώπινες λέξεις δεν είναι παρά σύμβολα. Η μαρτυρία του Πνεύματος ζωογονεί τις γραπτές λέξεις. Δεν εννοούμε βέβαια τον έκτακτο φωτισμό ορισμένων ατόμων από το άγιο Πνεύμα, αλλά κυρίως τη μόνιμη βοήθεια του Πνεύματος προς την Εκκλησία, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α Τι 3, 15). Οι Γραφές χρειάζονται ερμηνεία. Όχι η έκφραση, αλλά το μήνυμα τους αποτελεί τον πυρήνα. Η Εκκλησία είναι αυτή, που έλαβε από τον Θεό την εξουσία και μαρτυρεί σταθερά αυτή την αλήθεια και ολόκληρο το νόημα αυτού του μηνύματος, απλούστατα επειδή ανήκει από μόνη της στην αποκάλυψη, ως το Σώμα του σαρκωθέντος Λόγου. . . Όμως η μαρτυρία αυτή δεν είναι απλώς μία αναφορά στο παρελθόν, ούτε απλώς μία ανάμνηση, άλλα μάλλον μία διαρκής ανανεωμένη ανακάλυψη του μηνύματος, το οποίο «εφ άπαξ» παραδόθηκε στους αγίους και από τότε διατηρείται με την πίστη. Επί πλέον αυτό το μήνυμα επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία, καθώς ως ο Λυτρωτής και η κεφαλή του Σώματός του συνεχίζει το απολυτρωτικό του έργο στην Εκκλησία. . . Μόνο μέσα στην εμπειρία της Εκκλησίας η Καινή Διαθήκη διατηρείται αληθινά και πλήρως ζωντανή. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι κατ εξοχήν μία ιστορία της απολύτρωσης. Η αλήθεια της Αγίας Γραφής αποκαλύπτεται και δικαιώνεται από την ανάπτυξη του Σώματος», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, α. 22-23.

35 Κυπριανού Καρθαγένης, Επιστολή προς πεπτωκότας (251 μ. Χ. ) 5556, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. σ. 221.

36 Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 78.

37 «Από πολύ νωρίς μία επισκοπική διοίκηση, θεωρούμενη απαραίτητη στην αδιάσπαστη διαδοχή από τους αποστόλους, εκλήφθηκε ως ένα από τα κριτήρια της αποστολικής συνέχειας σε συνδυασμό με τον έγκυρο Κανόνα των Γραφών και τον Κανόνα του Συμβόλου της Πίστεως», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, o. 157.
«Οι ιεράρχες έλαβαν αυτήν την εξουσία να διδάσκουν όχι, από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά από τον Αρχιερέα Ιησού Χριστό με το μυστήριο της χειροτονίας. Όμως η ίδια η διδασκαλία περιορίζεται από την έκφραση της όλης Εκκλησίας. Η Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει γι αυτήν την εμπειρία, η οποία είναι ανεξάντλητη
είναι μία πνευματική όραση. Ο επίσκοπος της Εκκλησίας πρέπει να είναι διδάσκαλος. Μόνον ο επίσκοπος έλαβε πλήρη εξουσία και αυθεντία να ομιλεί εν ονόματι του ποιμνίου του. Το ποίμνιο με τη σειρά του ομιλεί μέσω του επισκόπου. Αλλά για να το κάνει αυτό ο επίσκοπος πρέπει να κλείσει μέσα του την Εκκλησία, πρέπει να εκφράζει την εμπειρία της και την πίστη της δεν πρέπει να ομιλεί από τον εαυτό του αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι το αντίθετο από το βατικάνειο σχήμα: ex sese non autem ex consensu ecclesiae», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 74-75.


38 Μερικά βιβλία παρέμειναν αμφισβητούμενα, κυρίως το βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό παντού, έως ότου ο άγιος Αθανάσιος αγωνίστηκε να γίνει κι αυτό αποδεκτό στα μέσα του τετάρτου αιώνα.

39 Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3,11,1, ΕΠΕ 1,284.

40 Όπως παρατίθεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία. 3. 31. 3. ΕΠΕ 1. 327.

41 Ο Ευσέβιος έγραφε στο τέλος του τρίτου και στις αρχές του τετάρτου αιώνα. Ο «προηγούμενος αιώνας», στον οποίο αναφέρεται, ήταν ο πρώτος και ο δεύτερος αιώνας της αποστολικής Εκκλησίας. Αυτόθι. 10. 3. 3. ΕΠΕ 3,243 και εξής.

42 Αυτόθι, 3,25,6, ΕΠΕ 1,313.

43 Βλ. The AnteNicean Fathers (Edinburgh, 1867 και Grand Rafaids 1993) τ 1

44 Όπως παραπέμπεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία 5,6,12.

45 Αυτόθι. 5. 1 1. 4. ΕΠΕ 2. 161.

46 Αγίου Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 226, The Faith of the Early Fathers, τ. 1, σ. 94.

47 Ιουστίνου του Μάρτυρος, Απολογία Α 6,2

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠOI

FRANK SCHAEFFER



        Ο σύγχρονος μας π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, ο μεγάλος Ορθόδοξος ερευνητής και καθηγητής της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας στο πανεπιστήμιο του Harvard, έγραψε:

«Η Εκκλησία αποτελεί το έργο του Χριστού στη γη-είναι η εικόνα και η κατοικία της ευλογημένης παρουσίας του στον κόσμο. . . Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία. Όλη η κατηγορηματική δύναμη και το αποκορύφωμα της σ' αυτόν τον αφορισμό βρίσκεται στην ταυτολογία του. Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία, διότι σωτηρία είναι η Εκκλησία, διότι σωτηρία είναι ή αποκάλυψη της οδού για τον καθένα που πιστεύει στο όνομα του Χριστού. Αυτή η αποκάλυψη βρίσκεται μόνο στην Εκκλησία. . . Το βασίλειο της Εκκλησίας είναι η ενότητα. Και ασφαλώς αυτή η ενότητα δεν είναι εξωτερική, αλλά εσωτερική, στενή, οργανική. Είναι η ενότητα του ζώντος σώματος, η ενότητα του οργανισμού. Η Εκκλησία αποτελεί μία ενότητα όχι μόνον με την έννοια ότι είναι μία και μοναδική είναι πρώτα απ' όλα μία ενότητα, διότι αυτή καθ' εαυτήν η ύπαρξή της συνίσταται στην επανένωση της χωρισμένης και διαιρεμένης ανθρωπότητας. . . Μέσα στην Εκκλησία η ανθρωπότητα περνά σε άλλο επίπεδο, αρχίζει έναν καινούργιο τρόπο ύπαρξης. Μία νέα ζωή γίνεται δυνατή, μία ζωή αληθινή, ολοκληρωμένη και πλήρης, μία καθολική ζωή, με την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης. Αρχίζει μία καινούργια ύπαρξη, μία νέα απαρχή ζωής, καθώς συ Πάτερ εν εμοί, καγώ εν σοί, ούτω και αυτοί εν ημίν. . . ίνα ώσιν εν καθώς και ημείς εν έσμεν»1.

Σύμφωνα με τα έργα των πατέρων της Εκκλησίας η σύγχυση που μας περιβάλλει δεν έχει σχέση με το τι σχεδίασε ο Θεός για την Εκκλησία του2. Η ανομία του πολιτισμού μας δεν ήταν ανάγκη να μολύνει την ιστορική Εκκλησία με τον σχετικισμό.3 Πράγματι ο ίδιος ο πολιτισμός δεν χρειαζόταν να υποβαθμισθεί από τον ψεύτικο Χριστιανισμό και από τον εκκοσμικευμένο Ανθρωπισμό, που ακολούθησε ως επακόλουθο του, διότι η αυθεντική ιστορική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ακόμη παρούσα στη γη. Η εκκλησιαστική κοινότητα, που φέρει μέσα της τον Χριστό και εναντίον της οποίας οι πύλες του Άδου δεν κατίσχυσαν, επιζή μέχρι σήμερα. 

        Σύμφωνα με τον πατέρα και μάρτυρα της Εκκλησίας, τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, ο οποίος έγραψε γύρω στο 110 μ. Χ. , η Εκκλησία πρέπει να είναι τόπος κανονικής τάξεως, ενότητας και αποστολικής αυθεντίας.

Να τι τονίζει:
«Φροντίσατε να τα κάνετε όλα κατά Θεόν, με τον επίσκοπο προκαθήμενον εις τύπον Θεού και με τους πρεσβυτέρους εις τύπον της συνόδου των αποστόλων και με τους διακόνους, τους πολύ αγαπητούς μου, τους εμπιστευμένους την διακονίαν του Ιησού Χριστού. Αυτός γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνιος και ήταν ο Θεός Λόγος και Μονογενής Υιός. . . Μην παρασύρεσθε από άλλες ετερόδοξες διδασκαλίες ούτε από παλαιούς μύθους, που είναι ανάξιοι λόγου».4

Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας διετέλεσε επίσκοπος της πόλης αυτής, αφού διαδέχθηκε τον άγιο Ευόδιο, ο οποίος είχε χειροτονηθεί από τον απόστολο Πέτρο. Ο άγιος Ιγνάτιος έγραψε έναν αριθμό επιστολών προς τις Εκκλησίες της Ασίας, από τις οποίες όλες δέχονταν την αποστολική αυθεντία και διαδοχή ως θεμέλιο της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Αυτές οι αξιόλογες επιστολές, γραμμένες κατά τον χρόνο του ταξιδιού του άγιου προς τη Ρώμη, όπου τον περίμενε ένα απάνθρωπο μαρτύριο στο Κολοσσαίο, υπερασπίζονται την κανονική τάξη και την πειθαρχία απαραίτητη στην πρακτική της αυθεντικής Χριστιανοσύνης. Ο άγιος Ιγνάτιος μαρτύρησε στη Ρώμη, αφού πρώτα οι επιστολές του έφθασαν στις επτά Εκκλησίες.5

      Πολλές Ομολογίες ισχυρίζονται, ότι αποτελούν «Εκκλησίες». Αλλ' εάν ο όρος «Εκκλησία» διατηρεί κάποιο νόημα, πρέπει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας τι εννοούμε μ' αυτόν. Είναι η «Εκκλησία» απλώς ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί;6 Ή έχει η λέξη ένα Ιστορικό νόημα, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως οι λέξεις «Γαλλία» ή «Μεγάλη Βρετανία» σημαίνουν πραγματικούς τόπους και όχι απλώς μία ιδέα ή ένα αίσθημα ότι υπάρχει Γαλλία ή Μ. Βρεταννία πνευματικά; Ο πολύ γνωστός συγγραφέας και Ορθόδοξος ιερέας Αντώνιος Μ. Κόνιαρης γράφει: «Τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε την λέξη «Εκκλησία»; Πρόσεξε την απέραντη ποικιλία των ομάδων, που αυτοαποκαλούνται «Εκκλησίες». Στην πραγματικότητα ο καθένας σήμερα μπορεί να ιδρύσει μία «Εκκλησία» για τον εαυτό του. . . Αλλά είναι αυτές στ' αλήθεια Εκκλησίες; Θεμελιώθηκαν από τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους; Τι είδους ιστορικό δεσμό έχουν αυτές με τους Αποστόλους; Εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ως Εκκλησία εννοούμε το Σώμα, με το οποίο ο Ιησούς είναι παρών στον κόσμο σήμερα. Αυτή, πιστεύουμε, θεμελιώθηκε από τον Χριστό δια των Αποστόλων και παρέμεινε ένας ζωντανός, ιστορικός σύνδεσμος με τους Αποστόλους μέσω της χειροτονίας των κληρικών. Το γεγονός ότι ο επίσκοπος, ο οποίος χειροτονεί σήμερα έναν Ορθόδοξο ιερέα, μπορεί να ανιχνεύσει τη χειροτονία του ιστορικά μέχρι τους Αποστόλους και μέσω αυτών μέχρι τον Χριστό, αποτελεί εγγύηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θεμελιώθηκε από κάποιον που ονομαζόταν Joe Smith λίγους αιώνες πριν, αλλ' απ' αυτόν τον Ιησού Χριστό και (βρίσκει την ύπαρξή της πίσω, στον ίδιο τον Ιησού». 7

Όσον άφορα στον όρο «Εκκλησία», για να έχει κάτι περισσότερο από ένα υποκειμενικό μήνυμα, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός έξω από το πλαίσιο της καλά τεκμηριωμένης ιστορίας της Εκκλησίας και της σταθερής της διδασκαλίας για τον εαυτό της και για την καταγραφή της κοσμικής ιστορίας. Η Εκκλησία από πάντα δίδασκε ότι όσοι εμφανίζονται ως επίσκοποι ή ιερείς, για να είναι αυθεντικά αποστολικοί, πρέπει να μπορούν να αποδεικνύουν την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια με την πρώτη αποστολική Εκκλησία, η οποία θεμελιώθηκε από τον Ιησού Χριστό.8 Όπως έγραψε ο απόστολος Παύλος, «άλλο θεμέλιο δεν μπορεί κανείς να βάλει παρά εκείνο που έχει τοποθετηθεί κι αυτό είναι ο Ιησούς Χριστός» (Α' Κο 3,11).

Τα κατ' εξοχήν διακριτικά γνωρίσματα της Ιστορικής Εκκλησίας είναι το αναλλοίωτό της, η αδιάκοπη συνέχειά της, η πιστότητά της σε κάθε εποχή και η κατά κανονική τάξη αποστολική της διαδοχή.9 Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, η αποστολή της Εκκλησίας, δηλαδή η συνέχιση του έργου που άρχισε ο Χριστός, δεν είναι τυχαία αλλά καθορίστηκε ενσυνείδητα από τον ίδιο τον Χριστό.10 Συμφωνά με την αγία Γραφή, εμείς μάθαμε ότι «όταν ήλθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισαρείας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητές του λέγοντας Ποιος νομίζουν οι άνθρωποι ότι είμαι εγώ, ο υιός του ανθρώπου; . . . Αποκρίθηκε ο Σίμων Πέτρος και είπε: Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού! Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και του είπε: Μακάριος είσαι Σίμων, γιέ του Ιωνά, διότι αυτό δεν σου το αποκάλυψε κανείς άνθρωπος, αλλά ο Πατέρας μου ο ουράνιος. Και εγώ σου λέω ότι εσύ είσαι ο Πέτρος και επάνω σ' αυτή την πέτρα (της ομολογίας σου) θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου και ο θάνατος δεν θα την νικήσει. Θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και οτιδήποτε αφήσεις ασυγχώρητο επάνω στη γη θα μείνει ασυγχώρητο και στον ουρανό και οτιδήποτε συγχωρήσεις επάνω στη γη θα είναι συγχωρημένο και στον ουρανό. Τότε (ο Ιησούς) παρήγγειλε με αυστηρότητα να μην πουν σε κανέναν ότι αυτός είναι ο Χριστός» (Μθ 16,13-20).


ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ

        Οι Ιουδαίοι που ζούσαν στα χρόνια του Χριστού βρίσκονταν σε σύγχυση ως προς το ερώτημα, ποιος είναι ο Ιησούς. Νόμιζαν ότι αυτός ήταν μάλλον ένας προφήτης, που πέθανε και ξαναγύρισε στη ζωή. Οι μαθηταί έδειξαν αρκετές φορές ότι μπορούσαν να παρανοήσουν τον Ιησού, όπως και τα πλήθη που τον ακολουθούσαν.

Ο Ιησούς είπε στον Πέτρο ότι η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που τον κατανόησε εκείνος και στην τυφλότητα του πλήθους δεν οφειλόταν στην ευφυΐα του Πέτρου ούτε στην πίστη του ή στην καλωσύνη του, οφειλόταν στο ότι ο Θεός διάλεξε να αποκαλύψει την αλήθεια αυτή στον Πέτρο και στους άλλους Αποστόλους πριν την αποκαλύψει στους άλλους ανθρώπους. Ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι έπρεπε να εκπληρώσουν μία ειδική αποστολή και γι αυτό έλαβαν την ειδική αποκάλυψη.

Ο Θεός διάλεξε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους κατά ένα μοναδικό τρόπο, για να εγκαθιδρύσει την αιώνια Εκκλησία Του επάνω στη γη. Ο Χριστός αξιοποίησε μεγάλο μέρος της διακονίας του προγυμνάζοντας και διδάσκοντας τους Αποστόλους γι' αυτή την ιστορική αποστολή. Μακριά από το να είναι κάποιος απλός αγωνιστής για την ισότητα στην εποχή του, ο Χριστός αφιέρωσε τις περισσότερες από τις ενέργειες του, για να εκπαιδεύσει μία επίλεκτη ομάδα μελλοντικών ηγετών. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, ένα μεγάλο μέρος της διακονίας του Χριστού δαπανήθηκε στη δημιουργία και στην εκπαίδευση των ανδρών εκείνων, που θα κυβερνούσαν την Εκκλησία, και όχι στη διδασκαλία του ανώνυμου πλήθους.

Ο Ιησούς υποσχέθηκε μάχες και θρίαμβο για την Εκκλησία Του. Ο ίδιος ο Άδης θα πολεμούσε εναντίον της, αλλά στο τέλος «δεν θα την νικούσε» (Μθ 16,18). Ακριβώς όπως ο Θεός Πατήρ έχρισε τον Υιό, έτσι και ο Ιησούς εξέλεξε τους Αποστόλους, που θα επιτελούσαν το δικό Του έργο. Αυτή ήταν ολοφάνερα η συναίσθηση των Αποστόλων για την αποστολή τους, καθόσον τα ιστορικά δεδομένα της αρχαίας Εκκλησίας δείχνουν με σαφήνεια ότι οι Απόστολοι άρχισαν να διορίζουν διαδόχους πριν οι ίδιοι πεθάνουν11.

Ο Ιησούς έδωκε στους Αποστόλους ειδική εξουσία να δένουν και να λύνουν «εν ουρανώ και επί γης» (Μθ 16, 19). Εάν πιστεύουμε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης και στην αξιοπιστία των πατέρων της Εκκλησίας, ο ίδιος ο Χριστός θεμελίωσε την αυθεντία της Εκκλησίας και της διακονίας της επάνω στη γη. Από πολύ νωρίς οι πατέρες της Εκκλησίας σεβάστηκαν και ακολούθησαν με επιμέλεια το παράδειγμα του Χριστού σχετικά με την αυθεντία στη διακυβέρνηση της Εκκλησίας12. Και όπως είδαμε στις επιστολές του αγίου Ιγνατίου, οι πατέρες υπερασπίστηκαν με ρωμαλεότητα την αυθεντία της Εκκλησίας, όπως ακριβώς ο Πέτρος, ο Παύλος και οι άλλοι Απόστολοι.
Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι η πρώτη Εκκλησία ήταν ομόφωνη όσον αφορά την αποστολική αυθεντία και την κανονική τάξη. Στη Διδαχή, στη διδασκαλία δηλαδή των Αποστόλων (80-140 μ. Χ. ), διαβάζουμε: «Χειροτονείστε λοιπόν για τους εαυτούς σας επισκόπους και διακόνους άξιους του Κυρίου, άνδρες πραεϊς και αφιλάργυρους, ειλικρινείς και δοκιμασμένους, διότι αυτοί θα σάς διακονήσουν ως προφήται και διδάσκαλοι. Αυτούς να μην τους περιφρονήσετε, διότι είναι οι τιμημένοι άνδρες σας μαζί με τους προφήτες και τους διδάσκαλους». 13

Σε μία ακόμη προγενέστερη περίοδο (75-80 μ. Χ. ), τότε που η μνήμη των Αποστόλων διατηρούνταν πολύ νωπή, ο άγιος Κλήμης της Ρώμης, ο οποίος χειροτονήθηκε, διορίσθηκε και διδάχθηκε από τον απόστολο Πέτρο προσωπικά, έγραψε με μεγάλη ακρίβεια για την κανονική διαδοχή των επίσκοπων.

«Ο Δεσπότης Χριστός έδωκε εντολή να επιτελούνται προσφορές και λειτουργίες, και μάλιστα όχι κατά τύχη και άτακτα, αλλά σε ορισμένους καιρούς και ώρες. Ακόμη ο ίδιος με το υπέρτατο θέλημα του έχει καθορίσει που και από ποιους επιθυμεί να τελούνται αυτές, ώστε, αφού όλα αυτά γίνουν κατά την ευδοκία του να είναι σύμφωνα με το θέλημα του. . . Πράγματι στον αρχιερέα παραχωρήθηκαν ειδικές αρμοδιότητες, για τον ιερέα ορίστηκε ο κατάλληλος τόπος και στους λευίτες ανατέθηκαν οι ανάλογες διακονίες. Ο λαϊκός είναι υπεύθυνος για τις διατάξεις που αναφέρονται στους λαϊκούς. Ο καθένας μας, αδελφοί, ανάλογα με την τάξη, στην οποία βρίσκεται, ας ευχαριστεί τον Θεό και ας έχει αγαθή συνείδηση, να μην υπερβαίνει τους όρους της καθορισμένης διακονίας του. Οι Απόστολοι μας κήρυξαν το ευαγγέλιο που παρέλαβαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και ο Ιησούς Χριστός ήταν απεσταλμένος από τον Θεό. Ο Χριστός λοιπόν είναι από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Χριστό. Και τα δύο αυτά έχουν την αρχή τους ατό θέλημα του Θεού. . . Οι Απόστολοι μας γνώριζαν από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ότι θα δημιουργούνταν έριδες για το αξίωμα του επισκόπου. Γι αυτόν τον λόγο λοιπόν αφού τα πρόβλεψαν όλα αυτά, διόρισαν εκείνους που έχουν ήδη μνημονευθεί και αμέσως όρισαν για το μακρινό μέλλον ότι, όταν αυτοί θα πέθαιναν, άλλοι δόκιμοι άνδρες θα τους διαδέχονταν ατό αξίωμά τους.»14

Ο άγιος Ιγνάτιος, επίσκοπος Αντιοχείας, θεωρείται αποστολικός πατέρας, επειδή υπήρξε μαθητής του αποστόλου Ιωάννου. Όπως είδαμε παραπάνω, στο ταξίδι του από την Αντιόχεια προς στη Ρώμη, όπου και μαρτύρησε, έγραψε επτά επιστολές, στις οποίες σκιαγράφησε και υπερασπίστηκε όχι μόνο την αποστολική διαδοχή αλλά και την κανονική τάξη του Θεού, που δόθηκε στην αληθινά μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. 

       Κατά την ώρα του μαρτυρίου του ο άγιος Ιγνάτιος θεωρούσε την κανονική συνέχεια της αποστολικής Εκκλησίας τόσο σημαντική, ώστε αξιοποίησε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του επάνω στη γη υπερασπιζόμενος με επιμέλεια τη μορφή της εκκλησιαστικής διακυβέρνησης, που εγκαθιδρύθηκε από τον ίδιο τον Χριστό. Το 110 μ. Χ. έγραψε:

«Ο Ιησούς, η αχώριστη ζωή μας, είναι κατά το θέλημα του Πατρός, ακριβώς όπως οι επίσκοποι, οι οποίοι διορίσθηκαν σ' ολόκληρο τον κόσμο, είναι κατά το θέλημα του Χριστού. Πρέπει εσείς να ζήτε ακολουθώντας το θέλημα του επισκόπου. . . Ας είμαστε λοιπόν προσεκτικοί εάν θέλουμε να είμαστε υπάκουοι στον Θεό, να μην αντιτασσόμαστε στους επισκόπους
. . . . Είναι φανερό λοιπόν ότι πρέπει να βλέπουμε τον επίσκοπο, όπως αυτόν τον ίδιο τον Κύριο. Πράγματι, όταν υποτάσσεσθε στον επίσκοπο, όπως στον Ιησού Χριστό, είμαι σίγουρος ότι δεν θα ζήτε κατά άνθρωπον, αλλ' όπως θέλει ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος πέθανε για μας, ώστε με την πίστη στο θάνατο του να αποφύγετε το θάνατο. . . Κατά παρόμοιο τρόπο ο καθένας ας τιμά τους διακόνους, όπως τον Ιησού Χριστό- επίσης και τον επίσκοπο ως τύπον του Πατρός, και τους πρεσβυτέρους ως συνέδριο του Θεού και ως σύνδεσμο των Αποστόλων. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει Εκκλησία.
. . . Αυτός που βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο είναι καθαρός. Με άλλα λόγια, καθένας που ενεργεί ανεξάρτητα από τον επίσκοπο, τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους δεν έχει καθαρή συνείδηση.»
15

       Ο άγιος Ειρηναίος, δεύτερος επίσκοπος Λυώνος και ένας από τους μαθητές του άγιου Πολυκάρπου, ο οποίος υπήρξε μαθητής του αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, το 180 μ. Χ. έγραψε:
«Η Εκκλησία, αν και ξαπλώθηκε παντού, σ' ολόκληρο τον κόσμο μέχρι και τα άκρα της γης, έχει παραλάβει από τους Αποστόλους και από τους μαθητές τους την Πίστη στον ένα Θεό...

Η Εκκλησία, αφού παρέλαβε αυτό το κήρυγμα και αυτή την Πίστη, αν και είναι διεσπαρμένη σ' ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη τη φυλάγει ωσάν η Εκκλησία να καταλαμβάνει ένα μόνο σπίτι. . . Αυτή με ομοφωνία διακηρύττει την αλήθεια, την διδάσκει και την παραδίδει ωσάν να είχε ένα μόνον στόμα. Διότι, ενώ οι γλώσσες του κόσμου είναι ποικίλες, παρ' όλα αυτά η αυθεντία της Παραδόσεως είναι μία και η αυτή. . .

Ούτε κάποιος από τους κυβερνήτες της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από τη δύναμη του ή την ευγλωττία του, θα διδάξη διαφορετικά, διότι κανείς δεν είναι επάνω από τον Διδάσκαλο. Ούτε εκείνος που είναι αδύνατος στο λόγο θα αποκοπεί από την Παράδοση»16. Είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι οι άμεσοι κληρονόμοι της διδασκαλίας των αποστόλων, όπως ο άγιος Ιγνάτιος και ο άγιος Ειρηναίος, παρανόησαν τη Χριστιανική Πίστη και τη θεόπνευστη κανονική τάξη της εκκλησιαστικής διακυβέρνησης, που είχαν διδαχθεί. Είναι υπερβολικά αλαζονικό να πιστεύουμε ότι εμείς, κάπου δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, έχουμε κάποια καλύτερη αντίληψη του σχεδίου του Θεού για την εκκλησιαστική τάξη από εκείνη που είχαν οι πραγματικοί ακροαταί των Αποστόλων και η δεύτερη γενεά των χριστιανών επισκόπων, πολλοί από τους οποίους θυσιάστηκαν για την πίστη τους. Αυτό μας ζητούν να πιστέψουμε σε αντίθεση με όλες τις ιστορικές μαρτυρίες, εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο προτεσταντικός, ατομικιστικός, σχισματικός Χριστιανισμός του τύπου, κάνε όπως έρθουν τα πράγματα, είναι ο Χριστιανισμός της πρώτης Εκκλησίας 17.

Σήμερα υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι εξευτελίζουν την ειδική εξουσία, που δόθηκε στον Ιάκωβο, τον πρώτο επίσκοπο των Ιεροσολύμων και στον Πέτρο, καθώς και ατούς άλλους Αποστόλους και επισκόπους, που οι ίδιοι χειροτόνησαν, υποστηρίζοντας ότι αυτό το χάρισμα δόθηκε σε όλους τους πιστούς. Αυτή η αντίληψη υπήρξε η βάση για την αναρχία των Αναβαπτιστών και την ιδιωτικοποίηση της Πίστεως από τους Κουάκερους. Η ίδια επίσης αντίληψη αποδεικνύει τους ειδικούς λόγους του Χριστού (Ιω 20,21-23)* χωρίς καμία σημασία, για να μην αναφέρω την πρακτική κατανόηση της εκκλησιαστικής διακυβέρνησης από την πρώτη γενεά των χριστιανών και όλων εκείνων που τους ακολούθησαν, μέχρι την επαναστατική προτεσταντική περίοδο κατά το πρόσφατο παρελθόν. Αυτή η ίδια αντίληψη αποδεικνύει τις επιστολές του αποστόλου Παύλου προς τις διάφορες Εκκλησίες χωρίς καμμία αξία. Σ' αυτές τις επιστολές βλέπουμε ότι ο Παύλος, ο Πέτρος και οι άλλοι περίμεναν να υποταχθούν. Εάν δεν υπήρχε μία Κανονική δομή και εκκλησιαστική υπακοή στην αρχαία Εκκλησία, η ίδια η ύπαρξη των επιστολών έχει πολύ μικρή σημασία.

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

        Υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι η επιλογή των ανδρών για την ιεραρχία της Εκκλησίας ήταν ένα απλό πολιτιστικό φαινόμενο, μία απλή αντανάκλαση της πατριαρχικής κοινωνίας, στην οποία ζούσε ο Χριστός. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να κινηθούμε πέρα από τα όρια ενός αρχαίου πολιτισμού και να εκσυγχρονίσουμε τη διδασκαλία του Χριστού, ώστε να ταιριάζει στη σύγχρονη αίσθηση για μία θρησκεία. Αυτός ο ισχυρισμός λογικά εγείρει ένα ενδιαφέρον ερώτημα, εάν ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, ο Δημιουργός των ανθρώπων, ο οποίος άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς (Γε 1,27), τότε γιατί ο Θεός δεν προείδε την ανάγκη να καθοδηγήσει την Εκκλησία να λάβει ως υπόδειγμα την πολιτική του γένους και τη μεταβαλλόμενη μόδα για τη διάκριση των φύλων σε κάθε εποχή; Ο ηγετικός ρόλος της γυναίκας δεν ήταν άγνωστος στην εποχή του Χριστού. Ο ίδιος έκανε αναφορά στην βασίλισσα Νότου, που ήρθε να ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Επί πλέον η Π. Διαθήκη είναι γεμάτη από ηρωίδες γυναίκες, ακριβώς όπως η ιστορική Εκκλησία είναι γεμάτη από άγιες μητέρες και γυναίκες, οι οποίες θεωρούνται πνευματικά ισότιμες με τους άγιους πατέρες και γενικά τους άρρενες αγίους.

Όπως σημειώνει ο Sheldon Vanauken «εάν οι γυναίκες μπορούν πράγματι να ιερωθούν, ένα από τα δύο πρέπει να είναι αληθινό, ή ο Θεός Πατέρας έκανε λάθος και τώρα άλλαξε γνώμη ή ο Ιησούς, που είναι Θεός και ενανθρώπησε, δεν έκανε το θέλημα του Πατρός. Το πρώτο είναι παράλογο, το δεύτερο αρνείται την αλήθεια ότι ο Ιησούς ήταν ο Θεός που ενανθρώπησε.  Κάθε συζήτησι για την Ιεροσύνη των γυναικών, που βασίζεται στην καθοδήγηση της Εκκλησίας από το άγιο Πνεύμα σε νέες αλήθειες, υποχρεούται να εξηγήσει ένα αρχαίο λάθος, αυτό που σχετίζεται με τις εξήντα αδικημένες γενεές των γυναικών. Πιστεύω ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την άρνηση της Ενανθρώπησης»19 .

Εάν ο Ιησούς ήταν «εξαρτημένος» από τον πολιτισμό, μέσα στον οποίο ζούσε, τότε πως θα μπορούσε να είναι Θεός; Και εάν αυτός δεν είναι ο Θεός, που έγινε σάρκα με την ελεύθερη εκλογή μιας γυναίκας, της ευλογημένης Μαρίας, της Θεοτόκου, τότε τι σημασία έχει το τι κάνει η Εκκλησία του; Αυτή τότε μετατρέπεται απλώς σε μία άλλη λατρευτική Ομολογία, της οποίας η πίστη αναφέρεται σε κάποιες χωρίς νόημα Γραφές σε μία Ομολογία ψεγαδιασμένη από τη διάκριση των φύλων και τον φόβο των ομοφυλοφίλων. Επί πλέον πως συμβαίνει αυτοί, που απαιτούν τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας, με την απομυθοποίηση της αποστολικής συνέχειας, με την αποδοχή των εκτρώσεων ή με την καταγγελία της ανδρικής ιεροσύνης, να ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέρος της ιστορικής της συνέχειας, όταν μάλιστα το αμετάβλητο της χριστιανικής αλήθειας αποτελούσε θεμελιώδη διακήρυξη της Εκκλησίας καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της;20

Εάν ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, όπως διδάσκει η Εκκλησία, και είναι αυτός που θεμελίωσε την μία, άγια, καθολική και αποστολική Εκκλησία, για να παραμείνει εις αιώνα αιώνος, πως μπορούν οι σχισματικοί Προτεστάντες, οι εκμοντερνισμένοι Ρωμαιοκαθολικοί και ακόμη κάποιοι ελάχιστοι προτεσταντοποιημένοι Ορθόδοξοι, να μην αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα της αποστολικής διαδοχής, την εκκλησιαστική τάξη και την ιεραρχική αυθεντία, που εξασφαλίζει την εκκλησιαστική πειθαρχία και την καθαρότητα της διδασκαλίας;21

Στην Εκκλησία όλων των αιώνων η ανταπάντηση προς τους επικριτές που ισχυρίζονται ότι «έτσι γινόταν πάντοτε» είναι κατηγορηματική και έγκυρη. Η Εκκλησία δέχεται ότι οι βασικές και θεμελιώδεις αλήθειες παραμένουν αμετάβλητες και δεν επιδέχονται περαιτέρω βελτίωση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το θέμα της χειροτονίας των γυναικών.

Μία από τις βασικές αντιρρήσεις των Ορθοδόξων στη χειροτονία των γυναικών είναι η ίδια με εκείνη της Εκκλησίας εναντίον των εικονοκλαστών. Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο «εν σαρκί». Για τους Ορθοδόξους χριστιανούς η Ενανθρώπηση δεν είναι μία «ιδέα» ή ένα «σύμβολο» είναι ιστορικό γεγονός. Καθετί στη ζωή και στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχεδιάσθηκε να υπογραμμίζει την ιστορικότητα της Ενανθρώπησης. Να γιατί έχουμε εικόνες ο Χριστός ήλθε «εν σαρκί», και η εικόνα Του, όπως και οι εικόνες των αγίων, των μαρτύρων, των αποστόλων, καθώς και της μητέρας Του, μαρτυρούν την ιστορικότητα του ερχομού του. Εμείς επίσης έχουμε ζωντανές εικόνες. Στη Λειτουργία οι ιερείς και οι επίσκοποι στέκονται ως αντιπρόσωποι του Χριστού μπροστά στο θυσιαστήριο. Οι Ιερείς και οι επίσκοποι δεν είναι εικόνες μιας αφηρημένης ιδέας είναι εικόνες ενός ιστορικού προσώπου, το οποίο ήλθε στη γη του Υιού του Θεού.

Ο Θεός, όπως πιστεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία, βρίσκεται έξω από το χρόνο και τον τόπο. Όμως η πίστη αυτή δεν μεταβάλλει το ιστορικό γεγονός. Σύμφωνα μ αυτό, όταν ο Θεός φανέρωσε τον εαυτό του «εν σαρκί», ήλθε άνδρας και όχι ως «άνδρας-γυναίκα» ή σύμβολο του ανθρωπίνου γένους. Εμείς δεν αγιογραφούμε τον Χριστό με γυναικείες εικόνες, επειδή ακριβώς ήταν άνδρας. Δεν μπορούμε να έχουμε ιέρειες, για να αντιπροσωπεύουν τον ιστορικό Υιό του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο δεν μπορούμε να δεχθούμε ένα ανδρικό αντιπρόσωπο της ευλογημένης Θεοτόκου, της Μητέρας του Θεού. Συνεχίζουμε να ισχυριζόμαστε ότι αυτή υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο, μία πραγματική γυναίκα, που εκλέχθηκε να γεννήσει το Θεό.

        Πολύ φυσιολογικά ο Προτεσταντισμός, καθώς και ο σύγχρονους φιλελεύθερος Ρωμαιοκαθολικισμός, απέκτησαν την τάση να συμπεριφέρονται εικονοκλαστικά, διότι ο εκμοντερνισμένος και εκκοσμικευμένος «Χριστιανισμός» δεν εμμένει πλέον στην ιστορικότητα των γεγονότων της Καινής Διαθήκης. Στην πραγματικότητα επιδίωξαν με σθένος να μετατρέψουν το περιεχόμενο της Ιεράς Παραδόσεως και των Γραφών σε τίποτε περισσότερο από έναν κενό θρησκευτικό συμβολισμό. Αυτό είναι όλο και όλο η «φιλελεύθερη» θεολογία. Αλλά η Ορθοδοξία απορρίπτει τις εικονοκλαστικές θέσεις του φιλελευθερισμού και την απλοποίηση της θρησκείας με μία θεωρούμενη «ανωτέρου επιπέδου» κριτική διεργασία. Εφ' όσον οι Ορθόδοξοι χριστιανοί αποδέχονται τα μυστήρια της Πίστεως, εμείς επίσης αποδεχόμαστε τον ιστορικό Ιησού και την Ενανθρώπησή του. Εφ όσον οι Ορθόδοξοι χριστιανοί πιστεύουν ότι εν Χριστώ «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» και ότι η σωτηρία υπάρχει για όλους εξ ίσου, εμείς με βάση όλα αυτά πιστεύουμε ότι σωστά ο ίδιος ο Χριστός ίδρυσε την κανονική ιεραρχία της Εκκλησίας. Να γιατί η Εκκλησία απορρίπτει την εικονομαχία, με οποιονδήποτε μανδύα κι αν έρχεται, είτε με τη βεβήλωση των εικόνων είτε με την αρνητική κριτική των Γραφών είτε ακόμη με την «ανδρογυναικοποίηση» των ζωντανών εικόνων των ιερέων και των επισκόπων, για τους οποίους ο άγιος Ιγνάτιος λέγει ότι στέκονται «εις τόπον Χριστού» μπροστά στο θυσιαστήριο. Χειροτονώντας γυναίκες οι «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες στην πραγματικότητα υποστηρίζουν «ότι ο Χριστός δεν ήλθεν «εν σαρκί», ότι το ανδρικό του γένος δεν έχει καμία σημασία και ότι είναι ένα απλό σύμβολο, που συμβολίζει κάτι μεγαλύτερο».

       Όμως για τον Ορθόδοξο χριστιανό το ανδρικό γένος του Χριστού έχει βαρύνουσα σημασία, ακριβώς όπως έχει βαρύνουσα σημασία το θηλυκό γένος της Παναγίας. Ο Χριστιανισμός δεν είναι τίποτε, εάν δεν είναι μία ιστορική Πίστη. Εμείς δεν πιστεύουμε ότι ο Χριστός εμφανίστηκε στον κόσμο μας κατά μαγικό τρόπο. Πιστεύουμε ότι αναπτύχθηκε ως αρσενικό έμβρυο σε ανθρώπινη γυναικεία μήτρα ότι ο Θεός γεννήθηκε στην πραγματικότητα με σάρκα μέσα στον χρόνο και στον τόπο και ότι τίποτε απ' όλα, όσα έκαμε, ακόμη και το γένος που έλαβε, δεν έγινε κατά λάθος, τυχαία και χωρίς νόημα.

Η καταστροφή των εικόνων, ο ευτελισμός της ιεροσύνης και η υποβάθμιση των μυστηρίων σε απλά σύμβολα καταργεί τη χριστιανική μαρτυρία για το γεγονός της Ενανθρώπησης. Οι άνθρωποι φαίνεται κατά μυστηριώδη και ενστικτώδη τρόπο να γνωρίζουν ότι αύτη είναι η αλήθεια είτε έχουν ασχοληθεί με τα θέματα αυτά είτε όχι. Πως αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη φθορά που προκλήθηκε με την απώλεια πλήθους μελών από Ομολογίες, που χειροτόνησαν γυναίκες; Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι κάτι ιερό μολύνεται όταν η πολιτική του «γένους» πλημμυρίζει τη θρησκεία. Επίσης γνωρίζουν ότι μία εκμοντερνισμένη «θρησκεία», που προσπαθεί να «συμβαδίζει με τις εποχές», έχει χάσει το υψηλό ηθικό επίπεδο. Γι αυτό και εκφράζουν τη γνώμη τους με την απουσία τους.

Βλέποντας μ' αυτό το πρίσμα την ιδεολογική σταυροφορία του φεμινιστικού κινήματος για νομιμοποίηση, αυτό πρέπει να κρατηθεί έξω από την πόρτα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να γίνει το παίγνιο στο κίνημα της «πολιτικής ορθότητας». Ούτε μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να επιτρέψει μία μικρή μειονότητα πανεπιστημιακών στα σεμινάρια τους ή μερικούς ιερείς ή επισκόπους με πολιτική αυτοσυνειδησία να θυσιάσουν δύο χιλιάδες χρόνια με αμετάβλητη ηθική χάριν της εφήμερης εκτίμησης, που της προσφέρεται από τη σύγχρονη πολιτικοποιημένη ακαδημαϊκή αριστοκρατία- από αυτούς δηλαδή παρελαύνουν πλάι-πλάι με εκείνους που ανέλαβαν την σταυροφορία κατά της κανονικής τάξεως και ιεραρχίας.

         Η σταυροφορία που επιχειρεί να συμμορφώσει την Εκκλησία με τη σύγχρονη ιδεολογία του «γένους» είναι μία σταυροφορία, για να αναγκάσει την Εκκλησία να προσκυνήσει τον σύγχρονο Καίσαρα. Χρειάζεται ίσως να θυμηθούμε ότι κάποιος μπορεί να κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, μαζί και την εκτίμηση των ακαδημαϊκών, και να χάσει την ψυχή του (Μθ 16,26). Επίσης, είναι φρόνιμο να θυμηθούμε ότι το θέμα της χειροτονίας των γυναικών και το θέμα της γλώσσας, όσον αφορά στην περιεκτικότητα του «γένους», πρέπει να εξετασθεί μέσα σ ένα ευρύτερο πλαίσιο- στο πλαίσιο της αντιστράτευσης του φεμινισμού και της ομοφυλοφιλίας σ' αυτήν την ίδια τη φύση. Η προσπάθεια να αντιστραφεί η διδασκαλία και η μαρτυρία της αδιάκοπης ανδρικής ιεροσύνης είναι στην πραγματικότητα προσπάθεια να «ανδρογυναικοποιηθεί» όχι μόνον η Εκκλησία αλλά και αυτός ο Θεός. Ο Θεός, όπως διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία, για λόγους που αποτελούν μυστήριο και γνωρίζει Εκείνος, αποφάσισε να αποκαλυφθεί ως ο Πατήρ. Το να δεχθεί κανείς τη χειροτονία των γυναικών ή να επιβάλει στην Εκκλησία την λεγόμενη περιεκτική, δηλαδή, ουδέτερη ως προς το γένος λειτουργική γλώσσα, αποτελεί όχι μόνον απόρριψη της απόφασης του Θεού να αποκαλύψει τον εαυτό του ως Πατέρα και να στείλει τον Υιόν του, αλλά είναι επίσης και μία όχι πολύ ευγενική απόρριψη της συνεχούς πραγματικής παρουσίας του Χριστού στην Εκκλησία του.

          Η «περιεκτική» λειτουργική γλώσσα και η χειροτονία των γυναικών δεν είναι λιγότερο σκανδαλώδης για τη χριστιανική συνείδηση και την αίσθηση της ιστορίας από το εάν εικονογραφούνταν η Παναγία ως άνδρας. Αυτό είναι το ίδιο όπως ένα χυδαίο σύνθημα για τη Λειτουργία στους τοίχους, το οποίο παραμορφώνει την ιδέα της υπερβατικής και μυστηριώδους αιωνιότητας. Είναι το κατακερματισμό του παρελθόντος χωρίς να προσφέρεται κάτι μόνιμο, για να αντικαταστήσει τη χαμένη βεβαιότητα των χιλιετηρίδων.

Το γεγονός ότι ακόμη και μερικοί «Ορθόδοξοι» έχουν πιαστεί στα δίχτυα της φεμινιστικής σταυροφορίας και άρχισαν να παίζουν πολιτικό «βόλλεϋ» με τους αναντικατάστατους θησαυρούς της Εκκλησίας είναι τραγικό. Ο πιστός Ορθόδοξος και η απέραντη πλειονοψηφία των ιερέων και των επισκόπων αντιστάθηκαν ομόφωνα στη χειροτονία των γυναικών. Αλλά μία ελάχιστη φωνασκούσα μειονοψηφία από «Ορθοδόξους» ακαδημαϊκούς, επηρεασμένους από το πνεύμα της εποχής, επιχείρησαν ν αρχίσουν ένα «διάλογο» με θέμα: «Οι γυναίκες στην Εκκλησία». Το χειρότερο είναι ότι διαλέγονται με τον ίδιο τρόπο, που ορισμένες αγγλικανές και επισκοπελιανές φεμινίστριες υπαινίσσονταν ένα φεμινιστικό κάλεσμα για τη χειροτονία των γυναικών στις κοινότητες τους στις αρχές της δεκαετίας του 70. Τέτοιες «Ορθόδοξες» ερευνήτριες, όπως η Elisabeth Behr-Sigel με το βιβλίο της The Ministry of Women in the Church, και η Susan Ashbrook Harvey ζήτησαν δημόσια την αντικατάσταση της αρχαίας εκκλησιαστικής Παραδόσεως στο θέμα αυτό22.

             Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε ιστορικά ο φύλακας της εικονογραφίας στην Χριστιανοσύνη και ο εγγυητής της ιστορικής συνέχειας της εκκλησιαστικής αποστολικής και ιεραρχικής κοινότητας επάνω στη γη, η οποία φέρει τη μαρτυρία του Χριστού. Το να ανταλλάσσουμε αυτή την κληρονομιά με τα πολιτικά εμπνευσμένα, ακαδημαϊκά και «θεολογικά» παιγνίδια είναι το ίδιο με το να προσφέρουμε στους συγχρόνους εικονοκλάστες μία μάταιη νίκη. Το να επιτρέπουμε στην εποχιακή «πολιτική του γένους» σ' έναν εφήμερο συρμό κατά την καλύτερη εκδοχή ή σε μια φασιστική τυραννία του εκβιαστικού «πολιτικού εκσυγχρονισμού» κατά τη χειρότερη εκδοχή- να μπαίνει μέσα στα άδυτα της Ορθοδοξίας είναι το ίδιο με το να μολύνουμε και να βεβηλώνουμε το θυσιαστήριο, να προσβάλλουμε τους πιστούς, να διαιρούμε την Εκκλησία και να υποβαθμίζουμε την ηθική αυθεντία της Ορθοδοξίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1 Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 50-53.

2 «Διότι ο Ιησούς Χριστός, η αχώριατη ζωή μας, είναι, κατά το θέλημα του Πατρός, όπως και οι επίσκοποι, οι οποίοι έχουν χειροτονηθεί παντού στον κόσμο, είναι κατά το θέλημα του Ιησού Χριστού. Επομένως, πρέπει εσείς να ζήτε σύμφωνα με το θέλημα του επισκόπου. . . », Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας (11Ο μ. Χ), Επιστολή προς Εφεσίους, 3,2, ΒΕΠ 2,264-265.

3 «Η σχέση ανάμεσα στον θρησκευτικό κατακερματισμό και στον εκκοσμικευμένο ανθρωπισμό μπορεί να συνοψισθεί. . . στο ότι ο κατακερματισμός, που δημιουργήθηκε από τον Προτεσταντισμό, αποτέλεσε το κέντρο σ' εκείνον τον μονολιθικό και ηγεμονικό θρησκευτικό πολιτισμό, όπως υπήρχε πριν από την Μεταρρύθμιση, και ο οποίος είχε προβάλει μεγαλύτερη αντίσταση στην εκκοσμίκευση», Steve Bruce, A House Divided, a. 27.

4 Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, Επιστολή προς Μαγνησιείς, 6, ΒΕΠ 2,269.

 5 Επειδή οι επιστολές του είναι τόσο πρώιμες και τόσο κατηγορηματικές στις αναφορές τους για την αποστολική αυθεντία, την Ιερά Παράδοση και την ιεραρχία, οι σχισματικοί, οι αιρετικοί και οι Προτεστάντες, ιδιαίτερα δε οι Αναβαπτιστές, έχουν επιχειρήσει αρκετές φορές να υποτιμήσουν την κανονικότητα τους. Όμως η αυθεντικότητα αυτών των επιστολών επιβεβαιώθηκε κατ επανάληψη από διαφόρους ερευνητές, μεταξύ των οποίων ο J. Β. Lightfoot, ο Adolf Von Harnack και ο Theodore Zahn. Τώρα η αυθεντικότητά τους είναι γενικά αποδεκτή, και, μαζί της είναι, αποδεκτή και η πεποίθηση ότι τόσο νωρίς, από τό 110 μ.Χ., 60 ή 70 μόλις χρόνια μετά τό θάνατο τοϋ Χριστού καί ενώ ήταν ζωντανή ακόμη η μνήμη των Αποστόλων, οι πατέρες της Εκκλησίας, υπερασπίζονταν με σθένος την αποστολική αυθεντία.

6 Anthony M. Coniaris, Introducing the Orthodox Church (Minneapolis, MN, 1982).

7 Αυτόθι, σ. 1.

8 «Μία από τις κύριες φροντίδες των απολογητών (στην αρχαία Εκκλησία, 100-300 μ. Χ. ) ήταν να δείξουν τη συνοχή του Ευαγγελίου με την ιστορία για την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο. . . Η προϋπόθεση. . . ήταν ότι η πρώτη παρακαταθήκη της χριστιανικής αλήθειας είχε δοθεί από το Χριστό στους αποστόλους και από αυτούς με την σειρά τους στους διαδόχους τους, τους Ορθοδόξους επισκόπους και διδασκάλους. . . Σ' αυτή την πρώιμη χριστιανική χρήση των όρων, η αίρεση, δεν ήταν απόλυτα διακεκριμένη από το σχίσμα (Α Κο 11,18-19). Και οι δύο όροι αναφέρονταν στον φατριασμό. . . Φατριασμός. . . διχοστασίες και σκάνδαλα αντίθετα προς όσα διδαχθήκατε (Ρω 16,17)», Jaroslav Pelikan, The Christian Tradition, v. 1: The Emergence of the Catholic Tradition (100-600), a. 68-69.

9 Ο απόστολος Παύλος επιπλήττει τον καθένα, ο οποίος θα παραστρατούσε από την ενότητα της Εκκλησίας και θα ακολουθούσε κάποιους αυτοανακηρυγμένους ηγέτες. «Όταν γαρ λέγη τις, εγώ μεν είμι Παύλου (Α΄Κορ 3-4)

10 «Το κήρυγμα της Εκκλησίας πραγματικά συνεχίζεται αναλλοίωτο και είναι παντού το ίδιο. . . ανανεώνεται σταθερά από το Πνεύμα του Θεού. . . Στην Εκκλησία ο Θεός έθεσε τους αποστόλους, τους προφήτες, τους διδασκάλους και όλα τα άλλα χαρίσματα, με τα οποία εργάζεται το Πνεύμα. . . διότι, όπου υπάρχει η Εκκλησία, εκεί βρίσκεται και το Πνεύμα του Θεού. . . », Αγίου Ειρηναίου, Κατά Αιρέσεων, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. (μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον W. A. Jurgens). σ. 94.

11 «Οι πρώτοι χριστιανοί ήταν ιουδαίοι και εύρισκαν ότι η νέα τους πίστη αποτελεί συνέχεια της παλαιάς. . . Από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου των Πράξεων έχουμε μία εικόνα των μελών της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, την οποία ο Ειρηναίος θεωρούσε ως την Εκκλησία, από την οποία κάθε άλλη Εκκλησία έλαβε την αρχή της (Ειρηναίου, Κατά Αιρέσεων 3,12,5). . . (Αυτή την Εκκλησία) ακολούθησε ο Ιάκωβος, ο οποίος ως ο αδελφός του Κυρίου ήταν ένα είδος χαλίφη». . . (Stauffer, 1952, 193-214). Από παραπομπή του Jaroslav Pelikan, The Emergence of the Catholic Tradition, σ. 13.

12 «Όσοι πράγματι ανήκουν στον Θεό και στον Ιησού Χριστό, αυτοί είναι μαζί με τον επίσκοπο. . . Εάν κάποιος ακολουθήσει ένα σχισματικό, αυτός δεν θα κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού. . . », Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, Επιστολή προς Φιλαδελφιείς3. ΒΕΠ 2. 277.

13 ΔΙΔΑΧΗ . 15. ΒΕΠ 2. 220.

14 Αγίου Κλήμεντος Ρώμης, Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 40,41, 42. 44. ΒΕΠ 1. 29-30.

15 Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, Επιστολή προς Εφεσίους Επιστολή προς Μαγνησιείς Επιστολή προς Τραλλιανούς, 7, ΒΕΠ 2,272-273.

16 Άγιου Ειρηναίου, Κατά Αιρέσεων 1,10,1-2.

17 Η πιο ακραία έκφραση αυτής της αντίληψης βρίσκεται στη διδασκαλία των Αναβαπτιστών, οι οποίοι πιστεύουν ότι, εκτός από τους εαυτούς τους, δεν υπήρξε αληθινή Εκκλησία για 1700 χρόνια πριν από αυτούς, από τότε που πέθανε η πρώτη γενεά των χριστιανών. Ακόμη και σήμερα πολλές Ευαγγελικές Ομολογίες αγνοούν τελείως την ιστορία της Εκκλησίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, μνημονεύουν μόνο τον Λούθηρο, τον Ουίκλιφ ή ίσως και τον Αυγουστίνο. Η εντύπωση που δίνεται είναι ότι ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε κατά μαγικό τρόπο γύρω στο 1510 και έφθασε στην πλήρη άνθησή του τον δέκατο ένατο αιώνα με τις ανανεώσεις του Finney, του Moody κ.α.
Την πιο προπαγανδιστική αντι-ιστορική πλαστογραφία από νεότερο Προτεστάντη συγγραφέα σχετικά με την ιστορική Εκκλησία, αποτελεί το βιβλίο του James Η. Rutz, The Open Church, Αυτό το βιβλίο προβάλλει χαρακτηριστικά τον προτεσταντικό μύθο μιας «απλής», χωρίς ιεραρχία «πρώιμης Εκκλησίας».

18 Βλ. το κεφάλαιο 3 και τις υποσημειώσεις του. είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν ειρήνη υμίν. καθώς απέσταλκί με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς λάβετε Πνεύμα Άγιον αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται.

19 Sheldon Vanauken, Under the Mercy (Ignatius Press, 1988), όπως παρατίθεται στο άρθρο, Since God Doesnt Make Mistakes: Womens Ordination Denies the Incarnation, AGAIN Magazine, April, 1993.

20 Το να ταυτίζουμε την Ορθόδοξη διδασκαλία με την καθολική (όχι τη Ρωμαιοκαθολική) Εκκλησία σημαίνει να πιστεύουμε σ' εκείνο, το οποίο οι πατέρες μας κληροδότησαν με την Παράδοση. . . Επιτρέψτε μας, λέγει ο άγιος Μάξιμος, να ασφαλίσουμε το πρώτο και μεγάλο φάρμακο της σωτηρίας μας. Αναφέρομαι στην υπέροχη κληρονομιά της Πίστεως. Επιτρέψτε την καρδιά και το στόμα μας να ομολογήσουν αυτήν, όπως μας δίδαξαν οι πατέρες, (άγιου Μαξίμου, Επιστολή 12, PG 91, 465). Εμείς δεν ανακαλύπτουμε νέα σχήματα διότι αυτό είναι κάτι αλαζονικό να το κάνουμε Είναι το έργο και η εφεύρεση ενός αιρετικού και ταραγμένου νου (άγιου Μαξίμου, Προς Μαρίνον πρεσβύτερον 19 PG 91, 224-25) Jaroslav Pelican, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 20.

21 Όπως εξηγεί ο πολύ γνωστός Ορθόδοξος συγγραφέας και κοσμήτορας του Θεολογικοί Σεμιναρίου Άγιος Βλαδίμηρος στη Ν. Υόρκη, Thomas Hopko, η ηγεσία στην Εκκλησία, ιδιαίτερα σε σχέση με την ιεροσύνη, εκφράζεται περισσότερο με αναφορά στην οικογένεια παρά με αναφορά στην κοινωνία. Η ερώτησή μου είναι: Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε πατρότητα; Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε σύζυγος;. .
Καθ' όλη τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας μέχρι σήμερα μπορούμε να βρούμε πανίσχυρους άνδρες και γυναίκες, που ζουν την πνευματική ζωή. Συναντούμε ακμάζουσα μοναστική ζωή. Ανακαλύπτουμε απίστευτα θεολογικά επιχειρήματα και διαφωτιστικές εξηγήσεις σε ευρύ φάσμα θεμάτων. Όταν λάβουμε υπ' όψη μας τα δεδομένα, πως δηλαδή εκφράστηκε με ευκρίνεια η σχηματοποίηση της Πίστεως, πως έζησαν πραγματικά οι άνθρωποι, πως αληθινά επικοινωνούσαν οι άνδρες με τις γυναίκες -και εννοώ τους αγίους δεν ομιλώ για το τι συνέβαινε στην κοινωνία, διότι η εκκλησιαστική ιστορία είναι πολύ διαφορετική από την Ιερά Παράδοση των άγιων- τότε πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Γιατί συμβαίνει οι γυναίκες να θεωρούνται επίσημα από την Εκκλησία άγιες, μοναχές, ιεραπόστολοι, προφήτιδες, διδασκάλισσες, ασκήτριες, θεραπεύτριες, ευαγγελίστριες, αλλά ποτέ δια μέσου όλης της ιστορίας να μην υπάρχει μία γυναίκα, που χειροτονήθηκε στο αξίωμα του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου σε κάποια συγκεκριμένη κοινότητα;

Όμως, η ερώτηση-κλειδί είναι η εξής: Είναι πράγματι η ιεροσύνη αυτό που εμείς εννοούμε; Δεν είναι μία ειδική λειτουργία για την οικοδομή του Σώματος σχετικά με όλους τους ανθρώπους, την οποία μόνον ορισμένα μέλη του Σώματος είναι κατάλληλα να επιτελέσουν με επάρκεια επειδή συμβαίνει να έχουν καθορισμένα χαρίσματα; Και εάν πράγματι είναι ο ρόλος του πατέρα, ή η μυστηριακή κλήση εκείνο που κάνει κάποιον να είναι πατέρας στην κοινότητα, τότε δεν πρέπει να είναι ένας άνδρας, αυτός ο οποίος θα γίνει πατέρας; Μπορεί μία γυναίκα να είναι ο πατέρας; Μπορεί κάθε άνθρωπος να είναι ένας πατέρας;
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος είπε ότι από το αξίωμα του πρεσβυτέρου-επισκόπου αποκλείονται όλες οι γυναίκες και οι περισσότεροι άνδρες, είχε στην Αρχιεπισκοπή του στην Κωνσταντινούπολη αρκετές εκατοντάδες γυναίκες διακόνισσες, επί κεφαλής των οποίων ήταν η αγία Ολυμπιάδα- αυτή ήταν η καλύτερη βοηθός και συνεργάτρια του. Ποτέ όμως, δεν διανοήθηκε να την χειροτονήσει στο βαθμό του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου. Και δεν νομίζω ότι αυτή αισθανόταν ότι υποτιμήθηκε, επειδή δεν χειροτονήθηκε. . .
Δεν νομίζω ότι το ζήτημα αυτό είναι απλώς ένα ερώτημα για επιδέξιο χειρισμό ή θέμα για το ποιος τελικά θα διακονήσει την Ευχαριστία ή θα κηρύξει το θείο λόγο. Πιστεύω ότι είναι πολύ ουσιαστικότερο θέμα. Πιστεύω ότι εδώ διακυβεύεται αυτή καθ' εαυτήν η Πίστη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και νομίζω ότι από το τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα αποδεικνύεται του λόγου το ασφαλές. Οπουδήποτε εφαρμόσθηκε η χειροτονία των γυναικών συναντούμε επίσης και συμβιβασμούς, που σχετίζονται με την αποκλειστική ως προς το γένος γλώσσα στη Λειτουργία, με την οικογενειακή ζωή, τις σεξουαλικές σχέσεις και με το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας και πως αυτό πρέπει να ερμηνευθεί και να σχετισθεί ποιμαντικά και πνευματικά. Όλα αυτά προστίθενται αμέσως στο σκηνικό.
Νομίζω ότι η χειροτονία των γυναικών αποτελεί ένα από τα θέματα κλειδιά, γύρω από το οποίο υπάρχει ολόκληρος αστερισμός θεμάτων. Νομίζω ότι εδώ διακυβεύεται αυτή καθ' εαυτήν η Πίστη, π. Thomas Hopko, Womens Ordination: An Orthodox Response, AGAIN Magazine, April 1993.

22 Ίσως επειδή φοβούνταν να μην προσκρούσουν στις ανάξιες ιδέες για την «ακαδημαϊκή ελευθερία», οι κατά τα άλλα μεγάλες επάλξεις της Ορθοδοξίας, όπως το Σεμινάριο του Άγιου Βλαδίμηρου, αποδείχθηκαν πρόθυμες να προωθήσουν και να δημοσιεύσουν αυτές τις αντορθόδοξες και αντιπαραδοσιακές απόψεις. (Βλ. την πανηγυρική επικύρωση της χειροτονίας των γυναικών από την Susan Ashbrook Harvey στην παρουσίαση του βιβλίου, The Ministry of women in the Church, St. Vladimirs Thealogical Quarterly, x. 37/1, 1993). Σχετικά με την εξέταση του θέματος από τον ερευνητή Patric Henry Reardon βλ. την εφημερία The Christian Activist, τ. 3,1994, «Women Priests, History and Theology».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

ΑΠΑΤΗΛΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

FRANK SCHAEFFER



      Τα αμαρτήματα της αίρεσης, του σχίσματος και της ανταρσίας δεν είναι νέα στην Εκκλησία της Ανατολής και της Δύσης. Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, έγραφε το 389 μ. Χ. : «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνονται ότι έχουν τον Χριστό. . . Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας, που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στον Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό» 1.
Μερικοί άνθρωποι στις ομολογιακές «Εκκλησίες» «εμφανίζονται επίσης ότι έχουν τον Χριστό». Αυτοί ίσως, επιζητώντας κάποια ειδική, σχεδόν μαγική εξουσία για τους εαυτούς τους2, εκλαμβάνουν την πολύ ειδική διδασκαλία του Ιησού για την Εκκλησία έξω από τη συνάφειά της και την προσαρμόζουν προσωπικά στους εαυτούς τους . Έτσι εξηγείται ο τρόπος, με τον οποίο ακούγεται μία πολύ θερμή προτεσταντική προσευχή: «Ω Κύριε, ερχόμαστε κοντά σου οι παρακαλούμε για τούτο και για κείνο. Δεσμεύουμε, Κύριε, τον ουρανό, ώστε αυτό που ζητούμε να γίνει εδώ στην ,γη διότι Συ είπες, όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι. . . ». 

Σε μία τέτοια «προσευχή» υπάρχει ένα περίεργο λάθος. Η «προσευχή» αυτή είναι τόσο άσχετη, όσο, εάν κάποιος διάβασε τα ντοκουμέντα για τη ίδρυση της Αμερικής έξω από τη συνάφειά τους και άρχισε να δανείζεται διαπιστευτήρια της κυβερνητικής εξουσίας και να διανθίζει τους προσωπικούς του λόγους με φράσεις όπως οι ακόλουθες: «Εγώ, η Δικαστική εξουσία εντέλλομαι. . . » ή «Σ' αυτήν την περίπτωση η εισήγησή μου πέρασε από την πλειοψηφία και τώρα είναι νόμος» ή «Ασκώ βέτο σ' αυτή την πρόταση και ασκώντας την εξουσία που μου παραχωρήθηκε. . . » ή «Εν ονόματι του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών σε διατάσσω να πλύνεις τα πιάτα».

Εάν κάποιος μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπο στις καθημερινές του συνομιλίες σίγουρα θα αμφιβάλλαμε για την διανοητική του υγεία. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς καλοπροαίρετους θρησκευτικούς ανθρώπους 
αφού δανείζονται με άκομψο τρόπο από τις Γραφές τα διαπιστευτήρια μιας ειδικής εξουσίας, που φανερά κρατήθηκε από τον ίδιο τον Χριστό για ολόκληρη την ιεραρχία της Εκκλησίας στην κανονική και μοναδική αποστολική της αυθεντία, ύστερα τα οικειοποιούνται. «Διότι αυτοί είναι πηγές χωρίς νερό, σύννεφα που περιφέρονται από την θύελλα. Διότι εκστομίζουν υπεροπτικούς λόγους γεμάτους ματαιότητα. . . Θα ήταν καλύτερα γι' αυτούς να μην είχαν γνωρίσει το δρόμο της δικαιοσύνης παρά, αφού τον γνώρισαν, να απομακρυνθούν από την άγια εντολή» (Β' Πε 2,1721).

       Στο βιβλίο των Πράξεων συναντούμε μία περίπτωση σύγχυσης παρόμοια μ' αυτήν που συμβαίνει στους σημερινούς προτεστάντες και Ρωμαιοκαθολικούς. Ορισμένοι Ιουδαίοι ηγέτες επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του Χριστού ωσάν να ήταν ένα μαγικό φυλαχτό, το οποίο θα τους έδινε αυτόματη δύναμη και εξουσία έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας. Αλλά, όπως ακριβώς οι σύγχρονες προτεσταντικές Ομολογίες αποτυγχάνουν σε κάθε σοβαρό έλεγχο ιστορικής αξιοπιστίας και ο Παπισμός αποτυγχάνει στον έλεγχο της αξιοπρόσεκτης ιστορίας, έτσι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία όπως διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων για την αποτυχία εκείνων, που χρησιμοποίησαν το όνομα του Ιησού έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας του.
«Τότε μερικοί από τους περιοδεύοντες ιουδαίους εξορκιστές επιχείρησαν να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου Ιησού επάνω σ' εκείνους, που είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντες• Σας εξορκίζουμε στο όνομα του Ιησού, τον οποίο κηρύττει ο Παύλος. Υπήρχαν δε και επτά παιδιά του Σκευά, ενός ιουδαίου ιερέα, που το έκαναν αυτό. Όμως το πνεύμα το πονηρό αποκρίθηκε και τους είπε «Τον Ιησού τον γνωρίζω και τον Παύλο τον ξέρω καλά, αλλά εσείς ποιοί είστε; Και ύστερα ο άνθρωπος, μέσα στον οποίο ήταν το πονηρό πνεύμα, όρμησε επάνω τους και αφού τους κατακυρίευσε τους ξευτέλισε, ώστε να φύγουν από το σπίτι εκείνο γυμνοί και τραυματισμένοι» (Πρξ 19, 1316).


ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ


       Η ιεραρχία, που εγκαθιδρύθηκε από τον Θεό στην ιστορική Εκκλησία μπορεί να ανιχνευθεί στην Ιερά Παράδοση καθώς επίσης και σε πολλά χωρία της Βίβλου, μεταξύ των οποίων Μθ. 16,18-19, Εφ 2,20 Ιω 21,15-17, Ιω 20,21-23 Α Τι 3,15 Απ 21,14, Πρξ 1,21-26, 8,14-18, 13,2. Οι πατέρες της Εκκλησίας, πολλοί από τους οποίους γράφουν διακόσια και πλέον χρόνια πριν η Καινή Διαθήκη αποτελέσει ένα σώμα, δίνουν την ομόφωνη μαρτυρία ΤΟΥΣ, για την Ορθόδοξη αντίληψη της κανονικής εκκλησιαστικής τάξεως. Το 95 μ. Χ. ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης, ο οποίος είχε γνωρίσει τους Αποστόλους και, όπως έλεγε ο Ευσέβιος, οι λόγοι των Αποστόλων «ηχούσαν ακόμη στ' αυτιά του», έγραψε: «Οι Απόστολοι μας κήρυξαν το ευαγγέλιο που παρέλαβαν από τον Ιησού Χριστό. . . Έτσι, ο Χριστός αποστάλθηκε από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Χριστό. . . Αυτοί κήρυτταν από τόπο σε τόπο την Βασιλεία του Θεού. . . Τους καλύτερους πιστούς, αφού τους δοκίμαζαν με το άγιο Πνεύμα, τους χειροτονούσαν επισκόπους και διακόνους για τους μελλοντικούς πιστούς»3.

Το 69 μ. Χ. ο άγιος Ιγνάτιος επίσκοπος Αντιοχείας, δεύτερος στη χρονική σειρά από τον απόστολο Πέτρο, έγραψε: «Να είστε πρόθυμοι να κάνετε το καθετί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, υπό την προεδρία του επισκόπου, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του Θεού. . . » 4.

Το 180 μ. Χ. ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, στο βιβλίο του, Κατά αιρέσεων, έγραψε: «Εμείς μπορούμε να απαριθμήσουμε εκείνους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ως επίσκοποι από τους Αποστόλους στις κατά τόπους Εκκλησίες καθώς και τους διαδόχους τους μέχρι τις ημέρες μας» 5. Όπως ο Ευσέβιος, έτσι και ο Ειρηναίος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Πολυκάρπου, διαδόχου του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, υπολόγισε τον ακριβή αριθμό των επισκόπων, που πέρασαν την εξουσία της Εκκλησίας στους διαδόχους τους από την εποχή των Αποστόλων. Και το έκανε αυτό, για να θεμελιώσει την ισχύ των διαπιστευτηρίων του. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ειρηναίος μπορούσε να προσβάλει με επιτυχία τους αιρετικούς των ημερών του και να αποδείξει ότι βρισκόταν έξω από τη νόμιμη κληρονομιά της Εκκλησίας.

Επομένως, εάν οι αιρετικοί τολμούσαν να πουν: «Ειρηναίε, με ποια εξουσία καταδικάζεις τη διδασκαλία μας ως ψεύτικη», αυτός δεν χρειαζόταν να απαντήσει: «Με τη δική μου» ή: «Με την προσωπική μου ερμηνεία στις Γραφές», αλλά μάλλον θα απαντούσε: «Με την εξουσία, με την οποία με περιβάλει ο Χριστός από τότε που χειροτονήθηκα και εντάχθηκα στην κατ' ευθείαν αδιάκοπη αποστολική συνέχεια, που φθάνει μέχρις αυτόν τον ίδιο τον Χριστό!». Θα μπορούσε ακόμη να απαντήσει ως εξής: «Διότι η διδασκαλία μου είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία των Αποστόλων, που διασώθηκε με την Ιερά Παράδοση και μεταδόθηκε αμετάβλητη με αξιοπιστία από τη μία γενεά στην άλλη!» .

Το μήνυμα της ιστορίας αυτής καθ' εαυτής, που αποτελεί ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα εναντίον της εγκατάλειψης της συνοδικής αυθεντίας των Αποστόλων από τους Ρωμαιοκαθολικούς και στην συνέχεια από τους Προτεστάντες, μπορεί να βρεθεί στα τρομακτικά αποτελέσματα του σχίσματος 
αυτά που προκλήθηκαν από όσους περιφρόνησαν την ιστορική Εκκλησία. Εμείς διαπιστώνουμε με ευκολία όλα αυτά τα αποτελέσματα παντού γύρω μας: στον ευτελισμό της λατρείας, στην εγκατάλειψη της ηθικής πειθαρχίας, της αυθεντίας και της ενότητας και σε μία φρικτά παραποιημένη «πνευματικότητα», η οποία αποτελεί μία βίαιη διείσδυση της αντιδραστικής εκκοσμίκευσης στην θρησκευυτικά πλουραλιστική μας κοινωνία.


Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ


     Υπάρχει μία αυταπάτη ακόμη και σ' εκείνους τους προτεστάντες, που αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς» ή «παραδοσιακούς» ή «ευαγγελικούς». Και αυτοί υποβίβασαν την πίστη σε μία εξατομικευμένη εμπειρία. Προχώρησαν μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να υποβαθμίσουν την πραγματικότητα της Εκκλησίας σε μία υποκειμενική ερμηνεία. Απ' αυτή την άποψη κάποιος ακούει συχνά τους Προτεστάντες να ρωτούν: «Λοιπόν, δεν είναι η Εκκλησία όλο το σώμα του Χριστού, αποτελούμενο από όλους τους ανθρώπους, που ονομάζονται χριστιανοί»; Άλλοτε να ομολογούν: «Η Εκκλησία ζη μέσα στην καρδιά μου. Δεν είναι ένας τόπος ή ένα πράγμα, αλλά η πίστη που έχω μέσα μου. Εγώ κουβαλώ την Εκκλησία μέσα μου». Επίσης να αποφαίνονται, «Η αποστολική διαδοχή είναι μία πνευματική διαδοχή». Τα ιστορικά κείμενα των πατέρων της ιστορικής Εκκλησίας αποκηρύττουν όλους αυτούς τους προσωποποιημένους ευσεβισμούς μ ένα ηχηρό «όχι! 7.

Εάν ο Χριστιανισμός είναι αληθινός, τότε η αλήθεια του υπάρχει ανεξάρτητα από τα αισθήματα μας γι αυτήν. Αυτή η αλήθεια θεμελιώνεται στην Ιστορία και όχι απλώς οι «θεολογικές» ιδέες ή σε υποκειμενικά συναισθήματα. Παρόμοια, εάν υπάρχει μία ιστορική Εκκλησία, αυτή δεν υπάρχει στις καρδιές μας, αλλά στην πραγματικότητα, στην ιστορία, στον τόπο και στο χρόνο, όπως ακριβώς ήταν ο Χριστός, όταν περπατούσε επάνω στη γη. Μ' αυτό το πρίσμα η Εκκλησία επάνω στη γη έχει προορισμό να είναι η κοινωνία, που εισάγει τον Χριστό μέσα στον πραγματικό κόσμο και όχι ένα προσωπικό αίσθημα εσωτερικού προσανατολισμού.

      Ας υποθέσουμε ότι ο Ιησούς έδωσε στον καθένα που ισχυρίζεται ότι είναι πιστός την εξουσία να δένει και να λύνει στους ουρανούς ότι είναι δεμένο ή λυμένο επάνω στη γη. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πιστός μπορούσε να ανακηρύξει τον εαυτό του ως μία νέα «εκκλησία». Τότε οι πιστοί χριστιανοί, που θα οδηγούνταν ενώπιον της Εκκλησίας, για να κριθούν ή να λύσουν τις θεολογικές και δογματικές τους διαφορές, θα μπορούσαν να αποδείξουν την όλη διαδικασία εντελώς άχρηστη απλώς και μόνον λέγοντας ότι: «Διαφωνώ με την απόφασή σας. Εγώ έχω το δίκαιο και σεις το άδικο. Το θέλημά μου στη γη είναι σύμφωνο με το θέλημα του ουρανού. Ο Ιησούς μου υποσχέθηκε προσωπικά πως οτιδήποτε αποφασίσω μαζί με δύο άλλους ομόφρονες φίλους αυτό θα υποστηριχθεί και από τον Θεό. Ποιος εξέλεξε εσάς; Αυτή είναι η δημοκρατία! Εγώ κρίνω ότι έχω δίκαιο και σεις άδικο. Ο Θεός θα με δικαιώσει, ενώ σεις τώρα κρίνεσθε και βρίσκεσθε ένοχοι. Το τάδε και τάδε εδάφιο της Γραφής λέγει. . . ».

Αυτό ακριβώς, στην πραγματικότητα κάνουν οι Προτεστάντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τη Μεταρρύθμιση μέχρι σήμερα. Τέτοιου είδους επιχειρήματα ακούει κανείς συχνά, τα οποία κατασκευάσθηκαν από τους προτεσταντοποιημένους και δημοκρατικοποιημένους Ρωμαιοκαθολικούς, ακόμη δε και από μερικούς εκκοσμικευμένους «Ορθοδόξους», που επιθυμούν να «εκδημοκρατίσουν» ή να «συγχρονίσουν» την ιστορική Εκκλησία ή να την κάνουν περισσότερο «κοσμική», «ανοιχτή» ή «σύγχρονη». Εμείς έχουμε είκοσι τρεις χιλιάδες προτεσταντικές Ομολογίες, για να μας δείξουν που οδηγεί αυτός ο τύπος του κριτικού ευσεβισμού, αυτή η ατομικιστική, η θεωρούμενη «αγιότερη από σένα» εκκοσμικευμένη και εντελώς υπεροπτική αντίληψη.

     Ο καθηγητής Steve Bruce σχετικά μ αυτήν τη βαθύτατη προτεσταντική επιθυμία γράφει: «Ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός μπορεί να αναγνωρισθεί αρκετά εύκολα. Είναι μία τάση, που θεωρεί τη λογική ως υπέρτατη δύναμη και θεολογεί ξεκινώντας από τις προτεραιότητες του κόσμου. Έτσι εμφανίζεται ως συνεχής παρόρμηση να εκσυγχρονίσει την Πίστη, να εγκαταλείψει τους ορισμούς των ιστορικών Συμβόλων και να συνδυάσει τη σκέψη και την πρακτική της Εκκλησίας με τις αντίστοιχες του κόσμου. . . Από πολλές απόψεις, ο φιλελεύθερος Προτεσταντισμός υπήρξε. . . μία προσπάθεια να δημιουργήσει ένα είδος Χριστιανισμού στηριγμένου στη διανόηση, εν όψει των μαζικών διαιρέσεων (Μεταρρύθμιση-Προτεσταντισμός) μέσα στο σώμα εκείνων, που ισχυρίζονταν ότι λάτρευαν τον ίδιο Θεό»8 . Όπως σημειώνει ο καθηγητής Bruce, οι διαφορές ανάμεσα στους «συντηρητικούς» και στους «φιλελεύθερους» Προτεστάντες είναι επιφανειακές. Και οι δύο απορρίπτουν εξ ίσου την αυθεντία της Ιστορικής αποστολικής Εκκλησίας, που θεμελιώθηκε από τον Χριστό. Χωρίς την καθοδήγηση της Ιεράς Παραδόσεως και οι δύο έμειναν σχεδόν μόνο στην ατομική κριτική και υποκειμενική μελέτη των Γραφών, επάνω στην οποία επιχειρούν να θεμελιώσουν ανταγωνιζόμενες θεολογικές και ηθικές αρχές. «Και οι δύο παρουσιάστηκαν σίγουροι ότι η αποκαλυπτόμενη αλήθεια του Θεού ήταν τόσο πλούσια και πλήρης όσο ποτέ πριν. . . » 9.

Με άλλα λόγια και οι δύο, οι «συντηρητικοί» και οι «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες, καυχώνται από μόνοι τους ότι προχωρούν πέρα από τα όρια, τα οποία θεωρούν ως περιττούς περιορισμούς της Ιεράς Παραδόσεως και της αποστολικής αυθεντίας, μέσα στον ουτοπικό κόσμο της ατομικής Βιβλικής ερμηνείας, της κοινωνικής μεταβολής, της χιλιαστικής ευημερίας και της ατομικής ελευθερίας, ο οποίος βασίζεται στην ιδέα του συνθήματος «Sola Scriptura»10.

Παρ όλα αυτά, οι Αναβαπτιστές έγιναν στο όνομα των Γραφών αναρχικοί, αφού ερεύνησαν τον Κόσμο και έλαβαν «μηνύματα» κατ' ευθείαν από τον Θεό, τα οποία τους έλεγαν να κάψουν τα περιουσιακά συμβόλαια στο όνομα ενός νέου, βελτιωμένου, πρωτοπόρου στους αγώνες της ισότητας Χριστιανισμού. Εξ άλλου η Γραφή έπεισε τους Κουάκερους να εγκαταλείψουν το Βάπτισμα και τη θεία Ευχαριστία και να αντικαταστήσουν το μυστήριο του εκκλησιαστικού γάμου με τον πολιτικό, πρόχειρο γάμο χωρίς καμμία ιερότητα. Οι σύγχρονοι άπληστοι τηλε «ευαγγελιστές» βρίσκουν μέσα από τη Γραφή εδάφια, με τα οποία προκαλούν σύγχυση στους ανθρώπους, για να παίρνουν τα χρήματά τους. Στη Βίβλο επίσης βρήκε τα επιχειρήματα του ο David Kresh, για να πείσει τους οπαδούς του να τον υπακούσουν μέχρι του σημείου να πυρπολήσουν τους εαυτούς τους και να πεθάνουν στο Δαυϊτικό Συγκρότημα στο Waco του Texas στις 19 Απριλίου 1993. Η Βίβλος ακόμη αποτελεί το κυριότερο όργανο μαρτυρίας, με το οποίο οι Μορμόνοι δημιουργούν σύγχυση σε απληροφόρητους Προτεστάντες, ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους χριστιανούς, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν τον Χριστιανισμό και να συνδέονται με την οργάνωσή τους, που έχει την αρχή της μόλις στον δέκατο ένατο αιώνα. Και οι «φιλελεύθεροι» εκκοσμικευμένοι ηγέτες του «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών», οι οποίοι κάποτε βρίσκονταν σε συμπαιγνία με τους κομμουνιστές διώκτες των χριστιανών, συχνά παραπέμπουν στη Βίβλο, για να δικαιολογήσουν τις καταναγκαστικές, ουτοπικές πολιτικές τους σταυροφορίες.


Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 


      Στις μέρες μας οι γεμάτοι σύγχυση αλλά καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα Προτεστάντες όλων των ομολογιακών Δογμάτων, έχοντας ελάχιστη ή καθόλου ιστορική θεμελίωση, εκλαμβάνουν τη Γραφή, με άλλα λόγια τη δική τους ερμηνεία της αγίας Γραφής, ως τη μοναδική πηγή της πνευματικής αυθεντίας. Αντικαθιστούν την ιστορική Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας με τους εαυτούς τους. Κάθε άτομο γίνεται για τον εαυτό του «οικουμενική σύνοδος», «επίσκοπος» και «ιερέας». Ο καθένας είναι και ένας νόμος για τον εαυτό του, καθώς διαβάζει τη Βίβλο και διακηρύττει: «Μου μιλάει ο Θεός». Αυτή η θέρμη της εξατομικευμένης πίστης εξασκείται έξω από το πλαίσιο της ιστορικής Εκκλησίας. Ο κάθε Προτεστάντης ισχυρίζεται ότι στηρίζει τις δικές του ιδέες, οι οποίες συχνά είναι αντικρουόμενες μεταξύ τους, «στη Γραφή». Η πολεμική ιαχή «Sola Scriptura» συχνά αποδεικνύεται να μην είναι τίποτε περισσότερο από τον πρώτο στίχο του προτεσταντικού τραγουδιού: «Έκανα τη Γραφή ζωή μου».

Δυστυχώς οι Προτεστάντες δεν μελετούν τη Γραφή μέσα στη συνάφεια της χριστιανικής ιστορίας. Συνήθως τη μελετούν τελείως αποκομμένη από την ιστορική, λειτουργική και πνευματική ζωή. Και όμως η ιστορική Εκκλησία είναι αυτή από την οποία προήλθε και η Βίβλος. Αυτή μόνη μας παρέχει το πλαίσιο-κλειδί, για ν' αρχίσουμε να κατανοούμε το νόημα των Γραφών. Και μόνο με το πλαίσιο της ζωντανής συνέχειας της μυστηριακής ζωής, μέσω του οποίου όλοι οι χριστιανοί σ' όλους τους αιώνες ενώνονται σε μία οικογένεια, το Ευαγγέλιο ζωντανεύει και παίρνει την πρέπουσα θέση του11.

Η εγωκεντρική, προτεσταντικού τύπου «πνευματικότητα», η οποία αγνόησε τη σοφία των αιώνων πληρώθηκε πολύ ακριβά. Οι Προτεστάντες, «συντηρητικοί» και «φιλελεύθεροι», δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν ούτε και μεταξύ τους για το τι «λέει» η Βίβλος. Η επανάσταση που ξεκίνησε με την ιαχή «έξω οι επίσκοποι, μόνη η Γραφή!» κατέληξε στην αναγνώριση ότι η Βίβλος έξω από το πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως, της θείας Λειτουργίας, της μυστηριακής λατρείας και της προσευχής, «σημαίνει» αυτό που θέλει ο καθένας να σημαίνει.

Κατά τραγική ειρωνεία οι Προτεστάντες θεολόγοι εμφανίζονται ως πατέρες της κριτικής ανάλυσης των κειμένων. Είναι αυτοί που εγκατέλειψαν και τα δύο, το ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο, απ' όπου προήλθε η Γραφή. Ο σύγχρονος Προτεσταντισμός κατέστησε το κείμενο της Γραφής ακατανόητο έξω από ατομικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Και έτσι ο κύκλος της υποκειμενικότητας συμπληρώθηκε. Η πίστη τώρα έχει προσωποποιηθεί σε «αναγεννητική εμπειρία». Η Εκκλησία «ζη μέσα στις καρδιές μας», τα Μυστήρια είναι «μόνον σύμβολα» και, σε τελική ανάλυση, το «μήνυμα» της Βίβλου αποδεικνύεται ένα μήνυμα, που «ακούγεται» στο εσωτερικό κάποιων επιπόλαιων, όταν μυστικές φωνές «αποκαλύπτουν» πράγματα, που κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει.

Σύμφωνα με την ιστορική Εκκλησία, πριν μελετήσουμε τη Βίβλο, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: «Σε ποιους απευθύνθηκαν αυτές οι αλήθειες; Σε ποιο πλαίσιο λέχθηκαν; Τι προηγήθηκε από αυτές; Τι έγινε μετά;» Και το πιο σημαντικό απ' όλα: «Πως αυτές οι διδασκαλίες ερμηνεύθηκαν από τους πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι βρέθηκαν τόσο κοντά στην πηγή και σε πολλές περιπτώσεις γνώρισαν τους ίδιους τους Αποστόλους;»

Εμείς πρέπει να ρωτήσουμε πως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τη Βίβλο μέσα στο πλαίσιο της μυστηριακής λειτουργικής λατρείας μάλλον παρά σαν μία εγωκεντρική εξάσκηση στη «μελέτη της Βίβλου». Δυστυχώς πολλοί καλοπροαίρετοι χριστιανοί φαίνεται να διαβάζουν τη Βίβλο τους σαν ένα απλό προσωποποιημένο, «λατρευτικό» ή «θεόπνευστο» βιβλίο και όχι σαν το βιβλίο της αλήθειας που πρέπει να ερμηνευθεί με συνέπεια υπό το φως της αγίας αποστολικής Παραδόσεως, των Μυστηρίων, της θείας Λειτουργίας και της Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Φαίνεται να πιστεύουν με προκατάληψη ότι κάθε εδάφιο, κάθε λέξη και γραμμή, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο και εκτός αυτού, σωστά μεταφρασμένο ή όχι, ως ιστορία εννοούμενο ή ως αλληγορία, απευθύνεται σ' αυτούς προσωπικά με κάποιο μαγικό τρόπο. Η Εκκλησία πιο ειδικά παρατήρησε ότι η μελέτη της Βίβλου χωρίς προσευχή και έξω από το πλαίσιο της αυθεντικής μυστηριακής λατρείας, όπως δίδαξε ο Ευάγριος ο μοναχός είναι «θεολογία των δαιμονίων».

      Αυτό το είδος της πνευματικά υπεροπτικής, αντικοινωνικής και «παρορμητικής» μελέτης της Βίβλου, χωρίς ενδιαφέρον για την ιστορία, τη λειτουργική λατρεία, το πλαίσιο ή την ερμηνεία από την ιστορική Εκκλησία, την υποβιβάζει σε μία προσωποποιημένη «γλυκανάλατη» ιστορία, όχι πολύ διαφοροποιημένη από τις συμβουλές των αστρολόγων, που δημοσιεύονται καθημερινά στις λαϊκές εφημερίδες.

          Τέτοιου είδους λατρευτικά «αστρολογικά» κείμενα χρησιμοποιούν τη Γραφή όχι ως το βιβλίο της αλήθειας, της ιστορίας, της τυπολογίας, του μυστηρίου και της πνευματικότητας, μαζί με μία μακρά και διακεκριμένη ιστορία της έγκυρης ερμηνείας, αλλά μάλλον σαν είδος τυχερού παιχνιδιού, με το οποίο παίρνουμε προσωπικά και μαγικά μηνύματα. Νομίζω ότι το κίνητρο γι' αυτού του είδους την «αστρολογική» άποψη της «Βιβλικής μελέτης» και γι' αυτού του είδους την «προσευχή», που τη συνοδεύει, είναι το ίδιο με εκείνο που οδηγεί δεκάδες χιλιάδες παραπλανεμένους πνευματιστές στα μέντιουμ και στους χειρομάντεις. Πρόκειται για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικής Πίστεως. Αυτό ίσως αποτελεί πράγματι το τελειωτικό χτύπημα στους ισχυρισμούς της ιστορικότητας του Χριστιανισμού. Είναι το είδος της «Βιβλικής μελέτης», το οποίο ο Ρουσσώ και οι Ρομαντικοί θα είχαν σίγουρα επιδοκιμάσει. Είναι επίσης η πιο καταραμένη μαρτυρία, που διαθέτουν οι κοσμικοί χλευαστές. Η «Βιβλική Χριστιανοσύνη» είναι μία παράλογη θρησκεία για τους συναισθηματικά ασταθείς και αφελείς.

Το χειρότερο απ' όλα, μία τέτοια προσωποποιημένη, υποκειμενική προσέγγιση της Βίβλου απομακρύνει τη μελέτη της από το πλαίσιο της κοινότητας των πιστών. Όταν η Βίβλος μελετάται έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας, όταν ο κάθε ένας περιμένει ο Θεός να απευθυνθεί σ' αυτόν ατομικά, τότε η άσκηση αυτού του είδους της θρησκευτικότητας υποβαθμίζεται στο επίπεδο της περισσότερο ιδιοτελούς άσκησης, πολύ κοινότυπης στον εγωκεντρικό μας κόσμο.

Κατά τραγική ειρωνεία μερικοί Προτεστάντες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, πού αποκαλούν τους εαυτούς τους «συντηρητικούς», ενώ εξυμνούν το «αλάθητο της Βίβλου» και πιστεύουν ότι οι ίδιοι με ειλικρίνεια «προσβλέπουν στη Βίβλο» ως τη «μόνη πηγή» πνευματικής καθοδήγησης γι' αυτούς, παρ' όλα αυτά, ερμηνεύοντας τα εδάφια έξω από το ιστορικό πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως και της λειτουργικής λατρείας βεβηλώνουν τη ίδια τη Βίβλο. Επομένως, απ' αυτή την άποψη οι συντηρητικοί Προτεστάντες δεν είναι καθόλου λιγότερο φιλελεύθεροι από τους φιλελεύθερους, πού αυτοί οι ίδιοι έντονα καταγγέλλουν και απεχθάνονται. Και οι δύο κατορθώνουν να υποβαθμίσουν δραστικά την ιστορική αυθεντία της Βίβλου στο μηδέν, καθώς την μετατοπίζουν έξω από το πλαίσιο της κοινότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

          Ας θυμηθούμε τις ρίζες αυτού του τύπου της υποκειμενικής ερμηνείας, πηγαίνοντας πίσω, στην πρώτη αρχή της προτεσταντικής ανταρσίας. Ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν εκείνος, πού ήθελε να απορρίψει ορισμένα βιβλία της Γραφής, αυτά πού δεν συμφωνούσαν με τη δική του προσωπική, υποκειμενική θεολογία. Σ' αυτά συμπεριλαμβάνονταν οι Α' και Β' επιστολές του 'Ιωάννου, η επιστολή του Ιακώβου και η Αποκάλυψη. Επίσης ο Καλβίνος ήταν εκείνος πού στο έργο του Institutiones έγραψε ότι μάλλον τα ενστικτώδη αισθήματα παρά η συμφωνία της Πίστεως αποτελούν τις ερμηνευτικές αρχές, με τις οποίες πρέπει να αντικατασταθεί η Ιερά Παράδοσις.

Ακριβώς όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος είχε το θράσος να προσθέσει λέξεις στη γερμανική του μετάφραση και να εισηγηθεί την απάλειψη ολοκλήρων βιβλίων της Βίβλου, έτσι και οι σημερινοί Προτεστάντες συνεχίζουν την ανίερη αναρχία με περισσότερη προσωπική βιβλική μελέτη, η οποία είναι συγχρόνως και απομακρυσμένη τη συνάφεια της μυστηριακής κοινής λατρείας. Αυτό έχει ως συνέπεια οι Προτεστάντες να παρερμηνεύσουν συστηματικά τα εδάφια, πού αναφέρονται στις θεραπείες, στην ευημερία, στην εξουσία και στην ιερατική ευλογία. Τυφλωμένοι από τη λανθασμένη, αυτοεπιχειρούμενη «μελέτη της Βίβλου», όπως εκείνη, για την οποία ο Καλβίνος έλεγε ότι ήταν προτιμότερη από την εξάρτηση της Ιεράς Παραδόσεως, οι Προτεστάντες προχώρησαν πολύ πιο πέρα από την ιστορική Χριστιανοσύνη. Πραγματικά, πολλοί απ' αυτούς απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το πλαίσιο της εκκλησιαστικής υπευθυνότητας, ώστε είναι πολύ δύσκολο ακόμη και να αρχίσει να εξηγεί κανείς σ' αυτούς πώς ότι πιστεύουν τώρα μοιάζει πολύ λίγο με την πίστη ή τη λατρεία της ιστορικής Εκκλησίας.


 

1. St. Ambrose of Milan, Commentary on the Gospel of Luke, (389 μ. Χ) 1304, The Faith of the Early Fathers, σ. 163
2. Μερικές φορές αυτό φθάνει στα άκρα, όπως στην περίπτωση των αιρέσεων του Jonestown και του Waco του Τέξας και των τραγωδιών που επακολούθησαν. (Σημ. Μεταφρ. : Στην πρώτη απ' αυτές, το 1979, 900 περίπου οπαδοί της αιρέσεως του Jonestown, ανάμεσα στους οποίους και παιδιά, πήραν δηλητήριο κατά παραγγελίαν του αρχηγού τους και πέθαναν ομαδικά. Στη δεύτερη το 1993 περίπου 100 οπαδοί του Davinson κατέβρεξαν με πετρέλαιο το συγκρότημα τους και αυτοπυρπολήθηκαν).
3. Κλήμεντος Ρώμης, Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 42, ΒΕΠ 1,29-30.
4. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Μαγνησιείς, 6,1, ΒΕΠ 2,269.
5. Αγίου Ειρηναίου, Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως( μετ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη 3.3.1. σ. 191.
6. Αυτή είναι η γραμμή, που ακολουθεί ο άγιος Μάξιμος. «Ως ομολογητής και θεολόγος ο Μάξιμος ήταν υποχρεωμένος να διατηρήσει, να προστατεύσει και να υπερασπιστεί τη διδασκαλία, η οποία είχε παραδοθεί από τους πατέρες, διότι να ομολογήσω με την καρδιά και το στόμα σημαίνει να επιβεβαιώσω ό,τι οι πατέρες μας δίδαξαν (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 12η Προς Ιωάννην Κουβικουλάριον, 12, PG 91,465). Επομένως σε κάθε θεολογικό επιχείρημα ήταν ανάγκη να προβάλει τη φωνή των πατέρων ως απόδειξη για την πίστη της Εκκλησίας (Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 13η Προς Πέτρον Ιλλούστριον, PG 91, 532)», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 8.
7. «Να μην προξενήσεις σχίσμα. Μάλλον να φέρεις ειρήνη ανάμεσα σ' αυτούς που αντιμάχονται. . . Να τηρήσεις ό,τι παρέλαβες χωρίς να προσθέσεις τίποτε σ' αυτό άλλ' ούτε και να αφαιρέσεις κάτι», Διδαχή (140 μ. Χ), 4,3 και 13.
8. Steve Bruce, A House Divided, a. 102-118.
9. Αυτόθι, σ. 103.
10. Απ' αυτήν την άποψη το έργο των Προτεσταντών του εικοστού αιώνα στην πολιτική και θρησκευτική Δεξιά, όπως των Carl Henry, J. Packer και άλλων, είναι τόσο αντιιστορικό, όσο και η θεολογία της προτεσταντικής Αριστεράς. Από το άλλο μέρος, οι υπό συζήτηση συγγραφείς, οι οποίοι τελικά είναι «συντηρητικοί» στις λεπτομέρειες της κριτικής τους, μπορούν μόνον να επιστρέψουν στο, «Νομίζω» ή, «Η Βίβλος λέγει», και ποτέ στο, «Αυτό είναι εκείνο που πάντοτε δίδασκε η Εκκλησία». Όταν οι Προτεστάντες κάνουν αναφορά στην εκκλησιαστική ιστορία ή παραπέμπουν σ' έναν εκκλησιαστικό πατέρα, τίθεται το ερώτημα, γιατί αυτοί αισθάνονται την ανάγκη να υποστηρίξουν τα θεολογικά τους επιχειρήματα, εάν «μόνη η Γραφή» (Sola Scriptura) αρκεί;

11. «Τι είναι η Αγία Γραφή; Μήπως είναι ένα βιβλίο, όπως κάθε άλλο, που προορίζεται για τον τυχαίο αναγνώστη, ο οποίος αναμένεται να συλλάβει αμέσως το ορθό κατάλληλο μήνυμα του; Μάλλον, είναι ένα ιερό βιβλίο που απευθύνεται πρωτίστως στους πιστούς. . . Ο άγιος Ιλάριος το διατύπωσε αυτό με έμφαση: Το πρόβλημα της Γραφής δεν εντοπίζεται στην ανάγνωση άλλα στην κατανόηση. Υπάρχει λοιπόν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στη Βίβλο, όταν αυτή εκληφθεί ως όλον, ως ένα βιβλίο; Και πάλι, εάν ναι, σε ποιόν απευθύνεται αυτό το μήνυμα; Στα άτομα, που είναι σε θέση να κατανοήσουν το βιβλίο και να εκθέτουν το μήνυμα του; Ή μήπως στην κοινότητα και στα άτομα, μόνον εφ' όσον αυτά είναι μέλη της κοινότητας; Οποιαδήποτε κι αν υπήρξε η προέλευση των κειμένων, που περιέχονται στην αγία Γραφή, είναι φανερό ότι το βιβλίο ως όλον ήταν μία δημιουργία της κοινότητας (Εκκλησίας) τόσο στην Παλαιά Οικονομία, όσο και στην χριστιανική Εκκλησία. Η Βίβλος δεν είναι με κανένα τρόπο μία πλήρης συλλογή όλων των διαθέσιμων ιστορικών, νομοθετικών και λατρευτικών κειμένων, αλλά μία συλλογή κάποιων αυθεντικών και έγκυρων από τη χρήση (πρώτα απ' όλα την λειτουργική) στην κοινότητα, και τελικά με την κανονική αυθεντία της Εκκλησίας. . . Το μήνυμα είναι θειο, προέρχεται από τον Θεό είναι ο Λόγος του Θεού. Όμως, αυτή που αναγνωρίζει τον Λόγο, όταν ομιλεί και βεβαιώνει την αλήθεια του, είναι η κοινότητα. Ο ιερός χαρακτήρας της Βίβλου επιβεβαιώνεται με την πίστη. Η αγία Γραφή ως βιβλίο συντάχθηκε μέσα στην κοινότητα με πρωταρχικό σκοπό τη διαπαιδαγώγηση της. Η αγία Γραφή και η Εκκλησία δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η Βίβλος και η Διαθήκη βρίσκονται μαζί και η Διαθήκη προϋποθέτει την ύπαρξη λαού. Σ' αυτόν το λαό της Διαθήκης δόθηκε ο Λόγος του Θεού στην Παλαιά Οικονομία (Ρω 3,2), και η Εκκλησία του σαρκωθέντος Λόγου είναι εκείνη που διαφυλάσσει το μήνυμα της βασιλείας του Θεού. Η Βίβλος είναι πράγματι ο Λόγος του Θεού, αλλά το βιβλίο αυτό στέκεται με την μαρτυρία της Εκκλησίας. Ο κανόνας της αγίας Γραφής καθορίζεται τελικά και εγκρίνεται από την Εκκλησία. . . Η θέση του Τερτυλλιανού για τις Γραφές είναι χαρακτηριστική. Αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να συζητήσει τα αντιμαχόμενα ζητήματα της Πίστεως με τους αιρετικούς επάνω σε Βιβλική βάση. Γι' αυτόν οι Γραφές άνηκαν στην Εκκλησία. Η προσφυγή των αιρετικών σ' αυτές ήταν παράνομη. Αυτοί δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε ξένη περιουσία. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα στην περίφημη πραγματεία του, De praescriptione haereticorum. Ένας άπιστος δεν έχει πρόσβαση στο μήνυμα, απλώς επειδή δεν το δέχεται. Γι' αυτόν δεν υπάρχει μήνυμα στην αγία Γραφή», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή. Εκκλησία. Παράδοσις,. σ. 911.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"