theotokos trikoukiotissas

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Απόσπασμα από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου• χωρίς την ανθρώπινη προαίρεση ο Θεός δεν ήθελε τον άνθρωπο ούτε στον παράδεισο. Το ίδιο βλέπουμε και στην περίπτωση της σωτηρίας του κόσμου, ήταν απαραίτητη η συνεργασία του ανθρώπου και αυτό έγινε στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.

          α) Η προσφορά της παρθένου Μαρίας

Σε τι συνίσταται η προσωπική συμβολή της αγίας Παρθένου στη σωτηρία του κόσμου;

Και μετά την πτώση, ο Θεός συνέχισε να σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου- δεν θα έσωζε τον κόσμο χωρίς την συγκατάθεση του ίδιου του κόσμου. Η παρθένος Μαρία λοιπόν έγινε συνεργός του Θεού στο έργο της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου. Οι λόγοι της, ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα Σου (Λουκ. α' 38) δεν ήταν απλώς η δική της συγκατάθεση, αλλά η συγκατάθεση ολοκλήρου του κόσμου. Το στόμα της Θεοτόκου έγινε στόμα ολοκλήρου της δημιουργίας και ταυτόχρονα όργανο της σωτηρίας του κόσμου.

Από το άλλο μέρος η παρθένος Μαρία αποτελεί προσφορά προς τον Θεό ολοκλήρου του κόσμου. Η ανθρωπότης δίδει στο πρόσωπο της Παρθένου την αγνότερη προσφορά της στον Θεό και ο Θεός τη δέχεται και την κάνει δοχείο, τόπο γέννησής Του, μητέρα του ανθρώπινου γένους και ολόκληρου του κόσμου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Κυρίου στον αγαπημένο Του μαθητή: Ιδού η μήτηρ σου! (Ιω. ιθ' 27). Σ' αυτό συνίσταται η συμβολή της Παρθένου στη σωτηρία μας.

          β) Αληθής Θεοτόκος

Με ποια έννοια ονομάζεται η παρθένος Μαρία Θεοτόκος;

Μετά τη συγκατάθεσή της ήλθε σ' αυτήν το Πνεύμα το Άγιο, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου (Λουκ. α' 35) και την εξάγνισε χορηγώντας σ' αυτήν τη δύναμη να δεχθεί να Τον γεννήσει:

Και τότε έπεσεν επάνω της, ωσάν σκιά, η ενυπόστατος Σοφία και Δύναμις του Υψίστου Θεού, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο ομοούσιος με τον Πατέρα, ωσάν θείος σπόρος, και εδημιούργησε δια τον εαυτόν Του σάρκα με ψυχήν λογικήν και νοεράν, την πιο εκλεκτήν εκπροσώπησιν του γένους μας, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς, με την συνεργασίαν του Αγίου Πνεύματος... εδημιούργησε με ανέκφραστον τρόπον μέσα εις την ιδικήν Του προσωπικήν υπόστασιν, από τα Αγνά αίματα της αειπαρθένου, σάρκα με ψυχήν λογικήν και νοεράν, παίρνοντας, ό,τι εκλεκτόν από το ανθρώπινον γένος, με το να γίνει ο ίδιος ο Λόγος αληθινή ύπαρξις δια την σάρκα (Ιω. Δαμασκ.).

Η διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15) είναι Γραφική: Η σοφία οικοδόμησε για τον εαυτόν της οίκον... (Παροιμ. θ' 1)• και ο Λόγος έγινε σαρξ που κατώκησε μεταξύ μας, και είδαμεν την δόξαν αυτού, δόξαν που έχει ένας μονογενής Υιός από τον Πατέρα, γεμάτος χάριν και αλήθειαν (Ιω. α' 14. Πρβλ. Ιω. Γ 18).

Ήταν λοιπόν πραγματικός άνθρωπος, το αναμενόμενο σπέρμα της γυναικός (Γεν. γ' 15). Ο προφήτης Ησαΐας βεβαιώνει τον Άχαζ, βασιλέα των Ιουδαίων για την προστασία του Θεού και τον παρακινεί να ζητήσει σημείον παρά Κυρίου, δηλαδή θαυματουργική απόδειξη είτε στα βάθη της γης, είτε και στα ύψη των ουρανών (Ης. ζ' 10-11). Τότε ο Άχαζ λέει:

Δεν θα ζητήσω, ούτε θα εκπειράζω τον Κύριον.

Και ο προφήτης του απαντάει: Ακούσατε λοιπόν σεις, που ανήκετε στον οίκο Δαυίδ˙ είναι μικρόν να παρέχετε αφορμάς σε ανθρώπους; και πως τολμάτε να στενοχωρείτε τον Κύριον, Δια τούτο θα δώσει ο ίδιος ο Κύριος σημείον: Ιδού η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν και θα του δώσεις το όνομα Εμμανουήλ, δηλαδή μεθ' ημών ο Θεός (Ης. ζ' 12-14. Πρβλ. θ' 6).

Βέβαια το σημείον αυτό αναφέρεται κατ' αρχήν στη σωτηρία της Ιερουσαλήμ, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρεί και για το πρόσωπο της Θεοτόκου, δηλαδή της μητέρας Εκείνου, που έγινε Σωτήρας της Νέας Ιερουσαλήμ, της Εκκλησίας (πρβλ. Ματθ. α' 21-23, δ' 14-16. Ης. θ' 1-2. Μιχ. ε'2).

Ο Υιός της Παρθένου δεν ήταν μόνο τέλειος άνθρωπος, αλλά και τέλειος Θεός• όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά Θεός με σάρκα. Δεν ήταν κάποιος προφήτης που εχρίσθη μετά τη γέννησή του από τον Θεό, αλλά ο ίδιος ο Θεός που εσαρκώθη χωρίς όμως η θεία φύση να τραπεί σε ανθρώπινη ή η ανθρώπινη φύση να μεταβληθεί σε θεία. Κι αυτό το γεγονός λογίζεται ως χρίσις του Υιού της Παρθένου γι' αυτό το λόγο ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ως Σωτήρ και Κύριος και ήταν από τη στιγμή της συλλήψεως Του Χριστός (πρβλ. Λουκ. α' 35-43, θ' 11). Ο χρίσας έγινε άνθρωπος και ο χριόμενος έγινε Θεός• όχι με μεταβολή της φύσεως, αλλά με υποστατική ένωση, δηλαδή με ένωση στο ένα και μοναδικό πρόσωπο τού Χριστού. Η αγία Γραφή δεν αφήνει αμφιβολία:

Και θα εκχύσω επί τον οίκον Δαυίδ και επί τους κατοικούντας την Ιερουσαλήμ Πνεύμα χάριτος και οικτιρμού, και θα επιβλέψουν προς εμέ, τον οποίον εξεκέντησαν (Ζαχ. ιβ'10).

Προσέχετε λοιπόν εις τους εαυτούς σας και εις όλον το ποίμνιον, εις το οποίον το Πνεύμα το Άγιον σας έθεσεν επισκόπους, δια να ποιμάνετε την Εκκλησίαν του Θεού, την οποίαν απέκτησε δια του ιδίου αίματος (Πράξ. κ' 28).

Στα σπλάγχνα της Παρθένου ενώθηκαν σε μία υπόσταση (πρόσωπο) η θεία με την ανθρώπινη φύση, χωρίς να διαιρούνται αλλά και χωρίς να συγχέονται και χωρίς να μεταβάλλεται η μία στην άλλη. Η καθεμιά από τις φύσεις του Χριστού διατηρεί τα δικά της γνωρίσματα. Όμως επειδή το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα, γίνεται κοινοποίηση των ιδιωμάτων μεταξύ των δύο φύσεων. Έτσι αυτό που συμβαίνει στη μία, συμβαίνει στο ένα πρόσωπο του Υιού του Θεού.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε τη Θεότητα, εγέννησε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Επειδή όμως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, στο οποίο και οι δύο φύσεις είναι αχώριστα ενωμένες, ονομάζει η αγία Γραφή την παρθένο Μαρία μητέρα του Κυρίου (Λουκ. α' 3) και τον Χριστόν Κύριον και Θεόν (Λουκ. α' 35, 68, 76, θ' 11. Πρβλ. Μαλαχ.γ' 1).

Έτσι, όταν αναφέρει η αγία Γραφή πως εξεκέντησαν τον Κύριον (Γιαχβέ) δεν εννοεί τη θεία φύση του Χριστού, αλλά το σώμα Του, το οποίο όμως ήταν αχώριστα ενωμένο με τη Θεότητα με βάση το ένα πρόσωπο (Κορ. β' 9). Με τον ίδιο τρόπο κατανοούμε και το άλλο εδάφιο, το οποίο κάνει λόγο για το αίμα του Θεού (Ζαχ. ιθ' 10, Α-ποκ. α' 7).

Αλλού αναφέρεται πως ο Υιός του ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανόν ενώ βρισκόταν ακόμη στη γη, έλεγε πως βρισκόταν ταυτόχρονα στον ουρανό (Ιω. γ' 13), ή: πριν γίνει ο Αβραάμ εγώ είμαι (Ιω. η' 58).

Η παρθένος Μαρία λοιπόν είναι αληθινά Θεοτόκος• όποιος το αρνείται, αρνείται το χριστολογικό δόγμα, δηλαδή τη σωτηρία (Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 16).

          γ) Αειπάρθενος

Η παρθένος Μαρία ήταν και πριν, και κατά και μετά τη γέννηση παρθένος. Είναι δηλαδή αειπάρθενος.

Ο Χριστός είναι η νέα ρίζα• δεν κατάγεται από την παλαιά ρίζα του Αδάμ. Η παρθένος Μαρία έμεινε κατά τη γέννηση του Χριστού παρθένος. Αλλά και πριν από τη γέννηση ήταν παρθένος (Ης. ζ' 14. Ματθ. α' 23), όπως και μετά από αυτήν ο Χριστός ονομάζεται μονογενής ενώπιον της μητρός του (Παροιμ. δ' 3 κατά το εβραϊκό κείμενο) γιατί εδώ δεν γίνεται λόγος για τον Σολομώντα που, όπως είναι γνωστό, δεν ήταν μονογενής της μητρός του (Β' Βασιλ. ια' 27, ιβ' 24).

Αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί το θέλει σε αποκλειστική χρήση (Μάρκ. ιε' 2. Ίω. ιθ' 41). Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της παρθένου Μαρίας• αυτό το προλέγει ο προφήτης:

Και με επέστρεψε στην οδόν της εξωτερικής πύλης του αγιαστηρίου, που βλέπει προς ανατολάς• και αυτή ήταν κλεισμένη. Και είπεν ο Κύριος προς εμέ• - η πόλη αυτή θα μείνει κλειστή, δεν θα ανοιχθεί και κανείς δεν θα διέλθει δι' αυτής, διότι Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ θα διέλθει δι' αυτής και θα μείνει κλειστή• διότι ο άρχων αυτός θα καθίσει εις αυτήν δια να φάγει άρτον ενώπιον του Κυρίου, θα εισέλθει από την στοάν της πύλης και δια της ιδίας οδού θα εξέλθει (Ιεζ. μδ' 1-3).

Η παρθένος Μαρία είναι η πύλη την οποία πέρασε ο Λόγος• εκτός από αυτόν, κανείς δεν πέρασε• έμεινε για πάντα κλειστή:

Χαίρε Πύλη μόνη, ην ο Λόγος διώδευσε μόνος, η μοχλούς και Πύλας Άδου, Δέσποινα, τω τόκω σου συντρίψασα• χαίρε θεία είσοδος των σωζόμενων, Πανύμνητε (από τον Ακάθιστο ύμνο).

Ο Ιωσήφ ονομάζεται βέβαια ανήρ της παρθένου και Πατέρας τού Ιησού (Ματθ. α' 19. Λουκ. β' 41, 48-49), όπως και η ίδια η Μαρία χαρακτηρίζεται ως γυνή του Ιωσήφ (Ματθ. α' 20). Πράγματι κατά το νόμο ο Ιωσήφ ήταν ανήρ της Μαρίας και πατέρας τού Ιησού, αλλά μόνο κατά το νόμο, προκειμένου να προστατευθεί από την διαπόμπευση η μητέρα και το παιδίον ήταν ανήρ αυτής με την έννοια της αρραβωνιασμένης γυναίκας (πρβλ. Ματθ. α' 18-20. Λουκ. α' 27, β' 5), που εθεωρείτο νόμιμα συνδεδεμένη και, αν ετεκνοποιούσε με άλλον, θα ελιθοβολείτο (Εξοδ. κθ' 16-17. Δευτερ. κβ' 28-29. Ιεζ. ι-στ' 40)Ο Ιωσήφ, μετά τη γέννηση του Ιησού δεν αναφέρεται πλέον ως άνδρας της Μαρίας και γίνεται λόγος για το παιδίον μετά της μητρός αυτού (Ματθ. β' 11-14. 19-21). Όμως οι Ιουδαίοι εξελάμβαναν τον Ιωσήφ ως  πατέρα του Ιησού- σύμφωνα με το νόμο ήταν πράγματι πατέρας του, όχι όμως πατέρας κατά σάρκα (Ιω, στ' 42).

Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης που αναφέρθηκαν στο θέμα είχαν σαν σκοπό να κατοχυρώσουν την άνευ σποράς γέννηση του Χριστού. Γι' αυτό υπογράμμισαν πως ο Ιωσήφ δεν εγνώριζεν αυτήν, έως ου εγέννησε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον (Ματθ. α' 25)• το έως ου δεν αναφέρεται στο τι θα συνέβαινε στο μέλλον, αλλά σ' αυτό που συνέβη στο παρελθόν, μέχρι εκείνη τη στιγμή που γεννήθηκε ο Χριστός, ανεξάρτητα από το μέλλον (πρβλ. Γεν. κη ' 15. Β'Βασιλ. στ'23. Ψαλμ. οα' 7, ιθ' 1, σε συσχετισμό με το Έβρ. ι' 12. Ματθ. κη ' 20. Α' Τιμ. δ'13).

Το πρωτότοκος αναφέρεται στο γεγονός ότι η μήτρα της παρθένου διανοίχθηκε με τη γέννηση του Χριστού και όχι σε σύγκριση με άλλα παιδιά, που δήθεν γεννήθηκαν μετά από αυτόν (πρβλ. Εξοδ. ιγ' 2. Α' Βασιλ. στ'7-14).

Στην αγία Γραφή αναφέρονται αδελφοί του Ιησού, όμως ουδέποτε οι αδελφοί αυτοί αποκλήθηκαν παιδιά της Μαρίας• ήσαν αδελφοί μόνο κατά το νόμο, όχι κατά σάρκα (Ματθ. β' 46, ιγ' 55-56. Μάρκ. στ' 3. Λουκ. η ' 19-20. Ίω. β' Ι2,ζ'3, 5, 10. Πράξ. α' 14. Α'Κορ. θ'5. Γαλ. α' 19). Οι ίδιοι οι λεγόμενοι αδελφοί, μετά την ανάληψη του Ιησού ονομάζουν τον εαυτό τους δούλο του Κυρίου Ιησού Χριστού, όχι αδελφό (Ιακ. α' 1. Ιούδ. 1). Άλλωστε η λέξη αδελφός έχει στην Παλαιά Διαθήκη ευρύτερη σημασία (Γέν. ιβ '5, ιγ' 8, κθ' 12. Α' Παρλ. κγ' 21-22).

Η Μαρία λοιπόν ήταν παρθένος προ της γέννησης και έμεινε παρθένος κατά τη γέννηση και μετά από αυτήν γι' αυτό και εικονίζεται με τρία αστέρια, για να συμβολίσουν την τριπλή παρθενία της.

          δ) Οι μειωτικές εκφράσεις

Πως ερμηνεύονται οι φράσεις της Καινής Διαθήκης, που σε πρώτη όψη φαίνονται ταπεινωτικές;

Μερικές φορές ο Χριστός, όταν μιλούσε για τον εαυτό Του ή και γενικότερα, προσάρμοζε τους λόγους Του στην αντίληψη των ακροατών Του με σκοπό να τους κηρύξει βαθειές διδασκαλίες. Έτσι απάντησε στους Ιουδαίους που έθεταν την σαρκική συγγένεια πάνω από την πνευματική: Εκείνος που θα κάνει το θέλημα του Πατρός μου που είναι στους ουρανούς, αυτός μου είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα (Ματθ. ιθ' 50. Μάρκ. γ' 35. Πρβλ. Ης. ξστ' 2). Η συνέχεια του κειμένου μας δίνει νύξεις, για να συμπεράνουμε πως ο Ιησούς διέκοψε την ομιλία Του και αναζήτησε τη μητέρα Του.

Την ίδια σημασία μπορούμε να δώσουμε και στη φράση μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν (Λουκ. ια' 28). Άλλωστε η λέξη μενούνγε δε σημαίνει μάλλον, αλλά βεβαίως, αληθινά, πράγματι (Ρωμ. ι' 18. Λουκ. θ' 51).

Εξ άλλου ούτε και η λέξη γύναι είναι μειωτική, γιατί την εποχή εκείνη υποδήλωνε σεβασμό (Ιω. β' 1-7, δ' 21, κ' 15)• το ύφος του Χριστού δεν είναι επιτιμητικό. Αντίθετα, βλέπουμε πως στην Κανά, παρ' όλον ότι δεν είχε ακόμη έλθει η ώρα της δημόσιας εμφάνισής Του, με θαυματουργικά γεγονότα, άλλαξε τα σχέδια Του και έκανε το χατήρι της μητέρας Του, πράγμα που φανερώνει τιμή.

Αυτά αποδεικνύουν πως στην αγία Γραφή δεν υπάρχουν ταπεινωτικές εκφράσεις για την παρθένο Μαρία.

         ε) Η τιμή της Θεοτόκου

Αφού μοναδικός Σωτήρας είναι ό Χριστός (Ιω. ιδ'6. Τιμ. β'5. Α' Πέτρ. α' 18-19), γιατί αποδίδουμε τιμή στην παρθένο Μαρία;

Η ανανέωση των δεσμών μετά του Θεού, η ανακαίνιση της φύσης του ανθρώπου από τη θεία φύση του Χριστού και η μετοχή της ανθρώπινης φύσης στη θεία ζωή, έγινε με την ενανθρώπιση του Χριστού στα σπλάγχνα της παρθένου Μαρίας. Η παρθένος Μαρία έγινε η αρχή της συμμετοχής της ανθρώπινης φύσης στη θεία ζωή, η γέφυρα της επανασύνδεσης του ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας με τον Τριαδικό Θεό. Τούτο γιατί στην ενσάρκωση του Χριστού μετέχουν και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος: Ο Υιός που αποστέλλεται από τον Πατέρα, σαρκώνεται στα σπλάγχνα της παρθένου δια Πνεύματος Αγίου (πρβλ. Ματθ. α' 20. Λουκ. α' 35).

Η Θεοτόκος είναι η γέφυρα που επανέφερε ολόκληρη τη δημιουργία στους κόλπους της αγάπης του Θεού. Γι' αυτό τη γέννηση του Χριστού την εορτάζει ολόκληρη η δημιουργία:

Ο ουρανός και τα άστρα, οι άγγελοι και οι άνθρωποι, η γη και το σπήλαιον, οι μάγοι και οι ποιμένες.

Όλοι πανηγυρίζουν το γεγονός της ανανέωσης του αρραβώνος του ουρανίου Νυμφίου μετά της Εκκλησίας• με τη γέννηση του Χριστού μεταμορφώνεται ολόκληρη η δημιουργία• μια απλή παρατήρηση της εικόνας της γέννησης το βεβαιώνει αυτό. Οποιαδήποτε τιμή και αν προσφέρουμε εμείς οι άνθρωποι στην παρθένο Μαρία, ποτέ δεν μπορούμε να φθάσουμε την τιμή που της απέδωσεν ο ίδιος ο Θεός: με το να σαρκωθεί στα σπλάγχνα της και να την καταστήσει αληθινή Θεοτόκο, δηλαδή μητέρα του Κυρίου (Γιαχβέ) (Λουκ. α' 43).

Η πίστη στην θεανθρωπότητα του Χριστού μας υποχρεώνει να τιμούμε και το όργανο της ενανθρώπισης, δηλαδή την Θεοτόκο- εάν δεν το κάνουμε, πως είναι δυνατόν να ομολογούμε πίστη στον Θεάνθρωπο Ιησού;

          στ) Γραφική κατοχύρωση της τιμής της Θεοτόκου

Κατοχυρώνεται Γραφικά η τιμή της αγίας Παρθένου ή μήπως στηρίζεται μόνο σε ανθρώπινα συμπεράσματα;

Ο άγγελος ονομάζει την παρθένο Μαρία κεχαριτωμένη• την πληροφορεί πως ο Κύριος είναι μετ' αυτής, εύρε χάριν παρά τω Θεώ, είναι ευλογημένη εν γυναιξί και ότι θα επέλθει έπ' αυτήν Πνεύμα Άγιον και θα την επισκιάζει δύναμις Κυρίου (Λουκ. α' 28, 30, 35).

Ο Ιωάννης ο πρόδρομος εκφράζει την τιμήν του προς την παρθένον ήδη πριν από τη γέννησή του, όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του (Λουκ. α' 41) και η μητέρα του η Ελισάβετ χαρακτηρίζει την Μαρία μακάρια (Λουκ. α' 45). Η ίδια η Μαρία μετά την πλήρωση της με Πνεύμα Άγιο προφητεύει:

Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί (Λουκ. α' 48, πρβλ. ια' 27)από τώρα και στο εξής θα με μακαρίζουν όλες οι ανθρώπινες γενεές!

Οι λόγοι αυτοί αποδίδουν μεγάλη τιμή στην παναγία Παρθένο. Ο ίδιος ο Θεός την χαρακτηρίζει μέσω του αγγέλου κεχαριτωμένη και καθοδηγεί την Ελισάβετ να την ονομάσει ευλογημένη μεταξύ των γυναικών και μητέρα του Κυρίου μου, κάνει τον προφήτη Ιωάννη να σκιρτήσει από χαρά στην κοιλιά της μητέρας του και την ίδια την παρθένο Μαρία να προφητεύσει πως θα την δοξολογούν και θα την μακαρίζουν οι γενεές των ανθρώπων. Η παρθένος Μαρία εκλαμβάνει βέβαια την τιμή αυτή σαν κάτι αυτονόητο, όμως την αποδίδει στον Θεάνθρωπο, που γεννήθηκε από αυτήν: ... ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί (Λουκ. α' 27). Τιμούμε την παρθένο Μαρία, αλλά πάντοτε ως μητέρα του Κυρίου (Λουκ. α' 43), που και γι' αυτήν υπήρξε Θεός και Σωτήρ (Λουκ. α' 47), όχι ανεξάρτητα από το πρόσωπο του Χριστού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν διδάσκει πως η παρθένος Μαρία ήταν απαλλαγμένη από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος. Κληρονόμησε και αυτή την αμαρτωλή φύση του Αδάμ• μόνο ήταν απαλλαγμένη από προσωπικές αμαρτίες, ως σκεύος εκλογής και κεχαριτωμένη. Ήταν λοιπόν η παρθένος Μαρία γνήσιο παιδί αυτού του κόσμου, που εστέναζε μέσα στην αμαρτία. ΓΓ αυτό και τον αντιπροσωπεύει και μπορεί να τον φέρει και πάλι σε επικοινωνία με τον Σωτήρα του κόσμου, που σαρκώθηκε μέσα της.

Η Εκκλησία εκφράζει με μοναδικό τρόπο το γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας της παρθένου Μαρίας στην τέλεση της θείας ευχαριστίας:

Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων ομολογητών, εγκρατευτών, και παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου - εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ένδοξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.

Βέβαια πηγή της σωτηρίας μας είναι ο Χριστός• αυτός έλαβε την ανθρώπινη φύση, την εθεράπευσε και έγινε για τον άνθρωπο ο νέος Αδάμ, η νέα ρίζα• όμως η νέα αυτή ρίζα εβλάστησε στα σπλάγχνα της Παρθένου. Γι' αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν την εορτή τού Ευαγγελισμού εορτή της ρίζης.

Την ονομάζουμε Παναγία, όχι σε σχέση με τον Πανάγιο Θεό (πρβλ. Ματθ. ιθ' 17), αλλά σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους, αλλά και σε σχέση με τους αγγέλους, οι οποίοι ίστανται κύκλω του θρόνου τού Θεού (πρβλ. Ης. στ' 2. Ίεζ. α' 26-28), ενώ η Παρθένος έγινε η ίδια Θρόνος τού Θεού (πρβλ. και Λουκ. α' 3. Πράξ. κστ' 25. Δαν. β' 37 σε συσχετισμό με το Άποκ. ιζ' 14).

Ο ορθόδοξος χριστιανός μπορεί να ψάλλει χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως αντίθετος με τη διδαχή της αγίας Γραφής:

Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ένδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ την αδιάφθορον Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν!

          ζ) Κορυφαία της Εκκλησίας και Μητέρα του κόσμου

Ποια είναι η θέση της Παρθένου Μαρίας στην Εκκλησία;

Η παναγία Θεοτόκος δεν τοποθετείται πάνω από την Εκκλησία, αλλά μέσα σ' αυτήν δεν σώζεται ανεξάρτητα από το Σώμα του Χριστού. Γι' αυτό και τελούμε τη θεία λειτουργία και υπέρ αυτής, και μάλιστα εξαιρέτως υπέρ αυτής, γιατί είναι η κορυφαία της Εκκλησίας.

Η Αποκάλυψη του Ιωάννου περιγράφει τη λαμπρότητα της αγίας Παρθένου:

Κατόπιν εφάνη σημείον μέγα εις τον ουρανόν: μία γυναίκα με ένδυμα τον ήλιο και η σελήνη ήταν κάτω από τα πόδια της και εις το κεφάλι της ήταν στεφάνι με δώδεκα άστρα. Ήταν έγκυος και εφώναζε από τους πόνους και την αγωνία να γεννήσει. Εμφανίσθηκε τότε άλλο σημείον εις τον ουρανόν: Ιδού μέγας κόκκινος δράκος με επτά κεφάλια και δέκα κέρατα... και ο δράκος εστάθη εμπρός εις την ετοιμόγεννη γυναίκα, δια να καταφάγει το παιδί της, μόλις θα το εγεννούσε. Και εγέννησε παιδί αρσενικό, Εκείνον που μέλλει να ποιμάνει όλα τα έθνη με ράβδο σιδηρά αλλά το παιδί της ηρπάγη προς τον Θεόν και προς τον θρόνον Του. Και η γυναίκα έφυγεν εις την έρημον, όπου έχει τόπον ετοιμασμένον δι' αυτήν από τον Θεόν, δια να την τρέφουν εκεί χιλίας διακοσίας εξήκοντα ημέρας (Αποκ. ιβ' 1-6).

Το σημείον αυτό αναφέρεται βέβαια στην Εκκλησία- στους διωγμούς αλλά και στη λαμπρότητα και την τελική νίκη της Εκκλησίας κατά των δυνάμεων του διαβόλου (πρβλ. Μιχ. δ' 10. Ης. ξστ' 7-8). Όμως ταυτόχρονα παρουσιάζει την δόξα και την λαμπρότητα της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί την απαρχή, την κορυφαία στο σώμα της Εκκλησίας και κατά ένα τρόπο εξεικονίζει ολόκληρη την Εκκλησία, φυσικά πάντοτε σε σχέση με τον καρπόν της κοιλίας της και όχι ανεξάρτητα από αυτόν (Λουκ. α' 42). Η αγία Γραφή αναφέρεται μερικές φορές ταυτόχρονα στο πρόσωπο του Χριστού και στο λαό τού Θεού. Έτσι αναφέρεται για τη φυγάδευση τού μικρού Ιησού στην Αίγυπτο η προφητεία του Ωσηέ, που μιλάει για την κλήση τού λαού του Θεού εξ Αιγύπτου (Ματθ. β' 15. Ως. α' 1). Με τον ίδιο τρόπο και η Αποκάλυψη μιλάει ταυτόχρονα για το νέο λαό του Θεού, την Εκκλησία, και για τη Θεοτόκο Μαρία.

Αλλά η παρθένος Μαρία είναι μητέρα ολοκλήρου τού κόσμου, γιατί όλοι καλούνται εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν (Α' Τιμ. θ' 4), να γίνουν δηλαδή μέλη Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία ο Χριστός μας προσφέρει τη σάρκα Του, την οποία έλαβε από την αγνή Παρθένο, από τη φύση και την ουσία της μητέρας Του. Και καθώς ελάβαμεν όλοι εκ του πληρώματος αυτού (Ιω. α' 16), ήγουν από την Θεότητα Αυτού (πρβλ. Κολ. β' 9. Έφεσ. α' 23, δ' 13), τοιουτοτρόπως και εμείς γινόμεθα υιοί της Θεοτόκου και μητρός Του και αδελφοί του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. η' 29), ωσάν όπου δια  τού υπεραγνώστου γάμου όπου έγινε μετ' αυτής, και εν αυτή, εγεννήθη από αυτήν ο Υιός του Θεού (Ματθ. α' 18-21. Λουκ. α' 35, θ' 11. Ματθ. ιστ' 16) και από αυτήν πάλιν εγεννήθησαν όλοι οι Άγιοι (Συμεών ο νέος Θεολ.).

Επομένως όλοι οι άγιοι είναι δούλοι της παρθένοι Μαρίας με την έννοια ότι αυτή είναι η μητέρα του Κυρίου των (Λουκ. α' 43), αλλά είναι και υιοί της, γιατί μεταλαμβάνουν από την σάρκα του Υιού της, που είναι και δική της σάρκα. Ταυτόχρονα όμως η παρθένος Μαρία ήταν η πρώτη που προσέλαβε τον Χριστό και επραγματοποίησε στα σπλάγχνα της την σωτήρια ένωση μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Γι' αυτό την αποκαλέσαμε κορυφαία της Εκκλησίας και μητέρα του κόσμου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27. Ρωμ. η' 17-21).



 

 


theotokos 12

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Η πλάνη των αιρετικών


Τίθεται το ερώτημα: Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;

Ναί, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.

Με άλλα λόγια όποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).

Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.

Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.

Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».

Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.

 

 


      H αγία Κοινωνία είναι Μυστήριο, καθ' ο υπό το είδος του άρτου και του οίνου μεταλαμβάνομε αυτού του Σώματος και Αίματος του Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον.

Το Μυστήριο τούτο της θείας Κοινωνίας παρεδόθη τοις Αγίοις Αποστόλοις και δι' αυτών πάση τοις Χριστιανοίς υπ' αυτού του Σωτήρος Χριστού, κατά την νύκτα της Μεγάλης Πέμπτης, καθ' ην παρεδίδετο. Την σύστασιν δε και έννοια τούτου διδάσκουν τα επόμενα χωρία της Καινής Διαθήκης.

Και πρώτος ο Ιερός Ματθαίος αφηγείται την σύστασιν και διδάσκει ημάς την έννοια αυτού λέγων; «Εσθιόντων δε αυτών, λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε: Λάβετε, φάγετε' τούτο εστί το σώμα μου' και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων: Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». (Ματθ. κστ' 26-28).

Τα αυτά ακριβώς λέγει και ο Ιερός Μάρκος (Μάρκ. ιδ' 22-24), και Λουκάς (Λουκ. κβ' 17-20) περί της συστάσεως και σημασίας του μεγάλου τούτου Μυστηρίου. Και ενώ τόσον σαφώς ο Σωτήρ λέγει, ότι ο άρτος, ον ευλογήσας τοις Μαθηταίς προσήνεγκεν, είναι αυτό το Σώμα Αυτού, και ο οίνος αυτό το Αίμα Αυτού, οι «Ευαγγελικοί» στρεβλούντες τούς λόγους του Σωτήρος, λέγουσιν, ότι ενταύθα ομιλεί αλληγορικώς και ότι το εστί, κείται αντί του δήλοι, σημαίνει, τουθ' όπερ είναι βλασφημία μεγίστη και τόλμη παράλογος, διότι ενταύθα ουδεμία παραβολή ή αλληγορία υπάρχει, αλλ' ο Σωτήρ εκφράζεται ρητώς και σαφώς αυτό το πραγματικόν, αυτήν την αλήθειαν.

  Αν δέ επετρέπετο ενί εκάστω κατά το δοκούν αυτώ την αλήθειαν να εξηγεί ως αλληγορίαν, όπως εξαγάγη εκ της Αγίας Γραφής νοήματα αυτώ αρέσκοντα, άρδην ήθελεν ανατραπή η αλήθεια του Ευαγγελίου. Διότι, επιτρεπομένης της ερμηνείας' «τούτο εστί το σώμα μου = τούτο σημαίνει, τούτο παριστά το σώμα μου». Δύνανται τότε και άλλοι να ισχυρισθώσιν, ότι, λέγων ο Πέτρος: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός τού Θεού τού ζώντος!», νοεί «Συ σημαίνεις, νομίζεσαι Υιός τού Θεού τού ζώντος!», και πλείσται άλλαι βλασφημίαι πού παντελώς ανατρέπουν την αλήθειαν της Χριστιανικής πίστεως δύνανται νά εξαχθώσιν.

   Ότι δε ο άρτος και ο οίνος εν τη θεία Κοινωνία δεν είναι άπλα σύμβολα του Σώματος και Αίματος του Σωτήρος, ως οι «Ευαγγελικοί» φρονούσιν, αλλά αυτό το Σώμα και Αίμα Αυτού, διδασκόμεθα σαφέστατα και εκ του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, ένθα ο Σωτήρ, διδάσκων εν τη συναγωγή εν Καπερναούμ, λέγει: «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων, ο εκ τού ουρανού καταβάς εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε, ην εγώ δώσω η σάρξ μού εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής» (Ιωάν. στ' 51). Εκ του χωρίου τούτου κατάδηλον γίνεται, ότι ουδεμία αλληγορία υπάρχει εν τοίς προμνημονευθείσι χωρίοις, αλλά καθαρώς πρόκειται περί της σαρκός Αυτού, ην έδωκεν «υπέρ της τού κόσμου ζωής». Ακούοντες δε ταύτα οι Ιουδαίοι εμάχοντο προς αλλήλους, ως και οι αιρετικοί προς ήμας, λέγοντες: «πως δύναται ούτος ημίν δούναι την σάρκα φάγειν;» (Ίωάν. στ' 52).

Άλλ' ο Ιησούς εμφαντικώτερον και μετ' επανειλημμένων διαβεβαιώσεων επιβεβαιοί την αλήθειαν και πραγματικότητα του Μυστηρίου της Ευχαριστίας, λέγων: «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν. Εάν μη φάγητε την σάρκα τού υιού τού ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». (Αυτόθ. 53-56).

Εκ των λόγων τούτων, του Κυρίου, όστις και μετά την απορίαν των ακουόντων διά σαφεστάτων εκφράσεων, οίον «η σάρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις», επιβεβαιοί την περί ης αμφέβαλλον αλήθειαν, αναντιρρήτως εξάγεται, ότι ουδεμία αλληγορία υπάρχει εν τοίς λόγοις Αυτού' καθ' ότι εάν, λέγων, το πρώτον «... Και ο άρτος δέ ην εγώ δώσω η σάρξ μου εστίν ην εγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής», ελάλει αλληγορικώς μετά τήν απορίαν των ακουόντων, ήθελε στρέψη τον λόγον εξηγούμενος αυτοίς όπερ εννοεί.

Άλλ' οι «Ευαγγελικοί» εις την κακοδοξίαν αυτών, προβάλλουν το εις την αυτήν περίστασιν προς τούς Ιουδαίους λεχθέν: «Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν' τα ρήματα, α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν' άλλ' ειςίν εξ υμών τινές οι ου πιστεύουσιν» (Αυτόθ. 63-64), δι' oυ πειρώνται μωρότατα να αποδείξωσιν ότι το Σώμα του Χριστού δεν ωφελεί εσθιόμενον, ως ημείς πιστεύομεν.

Άλλα το προκείμενον χωρίον δεν είναι ουδαμώς υπέρ εαυτών, ως δια των επομένων δειχθήσεται. Ο Ιησούς Χριστός μετά την επανειλημμένη διαβεβαίωσιν, ότι περί της βρώσεως και πόσεως του Σώματος και Αίματος Αυτού ομιλεί, θέλων να εξάρει την αναγκαιότητα της τοιαύτης βρώσεως και πόσεως και αισθητότερον ταύτη να παραστήστι τοις ακροαταίς αυτού, παραβάλλει την βρώσιν του Σώματος Αυτού προς την βρώσιν του μάννα, όπερ ο Θεός έδωκε τοις πατράσιν αυτών, λέγων ότι οι πατέρες υμών έφαγον εκ του μάννα, αλλ' απέθανον, αλλ' υμείς, εάν φάγητε τον άρτον τούτον ζήσεσθε αιωνίως: «ου καθώς έφαγον οι πατέρες υμών το μάννα και άπέθανον' ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα». (Ιωάν. στ'58).

   Εκ τούτου πας τις βλέπει ότι το «σώμα» δεν ελέχθη υπό του Σωτήρος αλληγορικώς αντί του «λόγος», (Διότι οι αντικείμενοι αλληγορούσι το «τρώγειν την σάρκα του Χριστού» λέγοντες, ότι σημαίνει: «δέχεσθαι τον λόγον του Σταυρού δια πίστεως' διότι προς το «μάννα» δεν δύναται να παραβληθεί ο «λόγος», αλλά προς το «σώμα» καθότι σύγκρισις επί ανομοίων δεν γίνεται, αλλά και μεθ' άπασας τας παραστάσεις και εξηγήσεις, ας έδωκεν αυτοίς ο Σωτήρ, ούτοι δεν εννόησαν, διό έλεγον «σκληρός εστίν ούτος ο λόγος' τις δύναται αυτού ακούειν;», Άλλ' ο Ιησούς εννοήσας τω πνεύματι Αυτού ότι εγόγγυζον ούτοι, είπεν αυτοίς: «Τούτο υμάς σκανδαλίζει; Α νούν θεωρήτε τον υιόν τού ανθρώπου όπου ην το πρότερον; Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν' τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν πνεύμα εστί και ζωή εστίν, αλλ' εισίν εξ υμών τινές, οι ου πιστεύουσιν». (Ιωάν. στ' 60-64).

Εκ της συνεπείας λοιπόν του λόγου βλέπομεν, ότι ο Σωτήρ εξακολουθεί να συνιστά την βρωσιν του εαυτού Σώματος, και επιτιμά τοις επί τοις λόγοις Αυτού σκανδαλισθείσιν, οίτινες, θεωρούντες Αυτόν ψιλόν άνθρωπον, εσκέπτοντο περί του Σώματος Αυτού ως περί σώματος θνητού τινός ανθρώπου. Η δε έννοια των λόγων του Σωτήρος είναι αυτή. Δυσπιστείτε εις το ότι η σαρξ μου παρέχει την αιώνιον ζωήν; Σκανδαλίζεσθε επί τοις λόγοις μου; Αλλά τότε τί θέλετε είπη, όταν με ίδητε εν τη σαρκί ταύτη αναλαμβανόμενον εις τούς ουρανούς; Πρέπει να σκέπτεσθε περί εμού πνευματικώς, διότι τούτο δίδωσι ζωήν' «το πνεύμα εστί το ζωοποιούν», το δε ταπεινώς, ως περί κοινού τινός ανθρώπου και σαρκικώς περί εμού σκέπτεσθαι, oυδαμώς υμάς ωφελεί «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν».

Κατά ταύτα, κακώς και βλασφήμως νοούσιν, ότι δια του «σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ο Σωτήρ εννοεί το εαυτού Σώμα' άλλως τε οι διά του ειρημένου χωρίου εξάγοντες την τοιαύτη έννοιαν ουδέν άλλο ποιούσιν ή παριστώσιν αυτόν τον Χριστόν αντιφάσκοντα προς εαυτόν! όστις, ενώ αφ' ενός λέγει ότι ο τρώγων την αυτού σάρκα έχει ζωήν αιώνιον, αφ' ετέρου αρνείται τούτο και λέγει ότι αυτή ουδόλως ωφελεί! Λοιπόν δια του «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ο Σωτήρ ελέγχει τούς Ιουδαίους ως σαρκικώς σκεπτομένους περί Αυτού. ουκ ολίγον δε συμβάλλεται εις την αληθή ερμηνείαν καί ή παράλειψις της προσωπικής αντωνυμίας «μου», διότι, αν δια του «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» εννοεί ουχί το σαρκικώς φρονείν, αλλά την Αυτού σάρκα, δεν ήθελε παραλείψει την αντωνυμίαν «μου», ην πάντα τα χωρία, εν οίς νοείται η σάρξ Αυτού, έχουσιν, ως είδομεν προηγουμένως οίον «η σαρξ μου αληθώς εστί βρωσις». Άρα και εν τω προκειμένω, αν υπήρχε τοιαύτη έννοια, έπρεπε να είπη «η σάρξ μου ουκ ωφελεί ουδέν».

Την ορθόδοξον ταύτην έννοια αποδίδουσιν εις το χωρίον τούτο άπασα η χορεία των Πατέρων και δη ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύων το χωρίον λέγει:

«Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. Ο δε λέγει τοιούτον εστί «πνευματικώς δει τα περί εμού ακούειν' ο γάρ σαρκικός ακούσας ουδέν απώνατο, ούτε χρηστόν τι απέλαυσε. Σαρκικόν δε ην το αμφισβητείν πως εκ του ουρανού καταβέβηκε, και το νομίζειν ότι υιός εστίν Ιωσήφ και το «πως δύναται την σάρκα δούναι φάγειν» (Ιωάν, στ' 58).

«Ταύτα πάντα σαρκικά' απερ έδει μυστικώς νοείν και πνευματικώς. Και πόθεν φησίν, ηδύναντο νοήσαι τι ποτέ εστί το σάρκα φαγείν εκείνοι; ουκουν έδει τον προσήκοντα αναμείναι καιρόν καί πυνθάνεσθαι και μη απαγορεύειν. «Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή», τoυτέστι θεια και πνευματικά εστίν' ουδέν έχοντα σαρκικόν, ουδέ ακολουθίαν φυσικήν, αλλ' απήλλακται πάσης μεν τοιαύτης ανάγκης, και υπέρκειται και των νόμων και των ενταύθα κειμένων, έτερον δε έχει νυν εξηλλαγμένον. Ώσπερ ουν ενταύθα το «πνεύμα» είπεν αντί του «πνευματικά», ούτω «σάρκα» ειπών, ου «σαρκικά» είπεν, αλλά το «σαρκικώς ακούσε», άμα και αυτούς αινιττόμενος, ότι αεί σαρκικών επεθύμουν, δέον πνευματικών εφίεσθαι. Μη γάρ αυτό σαρκικώς τις εκλάβη, ουδέν απώνατο.

Τι ουν; ουκ εστίν η σαρξ αυτού σαρξ; Και σφόδρα μεν ουν. Και πως είπεν «η σαρξ ουκ ωφελει ουδέν;» ου περί των σαρκικώς εκλαμβανόντων τα γινόμενα. Τί δε εστί το σαρκικώς νοήσαι; Το απλώς εις τα προκείμενα οράν, και μη πλέον τι φαντάζεσθαι' τούτο γάρ εστί σαρκικώς. Χρή δε μη ούτω κρίνειν τοις ορωμένοις, αλλά πάντα τα μυστήρια τοις ένδον οφθαλμοίς κατοπτεύειν' τούτο γάρ εστί πνευματικώς. Άρα ο μη τρώγων αυτού την σάρκα και πίνων αυτού το αίμα ουκ έχει ζωήν εν εαυτώ ' πως ουνού δεν ωφελεί η σαρξ, ης άνευ ζην ουκ ένι; Οράς ότι το «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ου περί της σαρκός αυτού είρηται, αλλά περί της σαρκικής ακροάσεως;» (Χρυσ. ομιλ. 47 εις τό κατά Ίωάν. 6, § 2).

     Ότι δε το παραδοθέν Μυστήριον είναι ουχί έμβλημα, αντίτυπον του Σώματος και του Αίματος, ως κακοδόξως φρονούσιν οι πολέμιοι της αλήθειας, αλλ' αυτό το Σώμα και Αίμα του Σωτήρος, άπασα η Καινή Διαθήκη μαρτυρεί, καλούσα το Μυστήριον κοινωνίαν του Σώματος και Αίματος, ως δε ο θειος Παύλος λίαν σαφώς λέγει: «Το ποτήριον της ευλογίας, ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του Σώματος του Χριστού εστίν;... ου θέλω δε υμάς κοινωνούς των δαιμονίων' γίνεσθαι' ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν και τραπέζης δαιμονίων» (Α' Κορινθ. ι' 16,20-21).

Και αλλαχού ο θείος Παύλος, παραδιδούς το Μυστήριον τούτο, Σώμα και Αίμα Κυρίου ονομάζει αυτό ου περί μεταλαμβάνοντες αναξίως κρίμα εαυτοίς εσθίουσι και πίνουσιν, ου ένεκα πολλοί ασθενούσι και ικανοί αποθνήσκουσιν. «Ώστε», λέγει, «ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και αίματος του Κυρίου. Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτος εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω. Ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου' διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί», (Αυτόθι ια' 27-30).

Ότι δε και αναίμακτος θυσία είναι το Μυστήριον τούτο, κατά την αληθή της Εκκλησίας δόξαν, εν τη προς Εβραίους επιστολή εμφανέστατα διδάσκει ημάς αυτός ο θείος Παύλος ονομάζων ρητώς την αγίαν Τράπεζαν Θυσιαστήριον. «Έχομεν, λέγει, θυσιαστήριον, εξ ου φαγείν ουκ έχουσιν εξουσίαν οι τη σκηνή λατρεύοντες», (Έβρ. ιγ' 10).

Πρόδηλον ότι ο θεοδίδακτος Απόστολος συγκρίνει το θυσιαστήριον των χριστιανών προς το «θυσιαστήριον» των Ιουδαίων και αποδεικνύει την διαφοράν μεταξύ των δύο αυτών θυσιών. Αλλ' οι «Ευαγγελικοί» λέγουσι ότι άλλο θυσιαστήριον και άλλο θυσία και ότι ημπορεί να υπάρχη θυσιαστήριον άνευ θυσίας.

Ναι, αλλά το Εύαγγέλιον δεν λέγει ούτω. Εις το Ευαγγέλιον διαβάζομεν τα εξής όπου αποδεικνύεται ότι παραδέχεται θυσιαστήριον και θυσίαν, «Διόπερ αγαπητοί μου, φεύγετε από της ειδωλολατρίας' ως φρονίμους λέγω, κρίνατε υμείς ο φημι. Το ποτήριον της ευλογίας ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; Τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του Σώματος του Χριστού εστί; κοινωνούς των δαιμονίων γίνεσθαι, ου δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίειν και ποτήριον δαιμονίων' ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» (Α' Κορινθ. ι' 14-22). ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμεν' οι γάρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν, Βλέπετε τον Ισραήλ κατά σάρκα' ουχί οι εσθίοντες τάς θυσίας κοινωνοί του θυσιαστηρίου είσι' τί ουν φημί; ότι είδωλον τί εστίν; ή ότι, ειδωλόθυτον τί εστίν; άλλ' ότι α θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει και ου Θεω' ου θέλω δε υμάς

Εις τα λόγια αυτά του Αποστόλου Παύλου αναφέρεται σαφώς ή σχέσις θυσίας και θυσιαστηρίου. Και τας θυσίας του Ισραήλ και των Εθνικών τας παραβάλλει και συγκρίνει με τού Δείπνου του Κυρίου, απαγορεύων εις τούς εσθίοντας την θυσία ν του Κυρίου να εσθίουν και εκ των θυσιών των δαιμόνων. «ου δύνασθε (λέγει) ποτήριον Κυρίου πίνειν και ποτήριον δαιμονίων».

    Ενώ λοιπόν η Καινή Διαθήκη διδάσκει σαφώς ότι εχομεν θυσιαστήριον και θυσίαν εκ της οποίας δεν έχουν δικαίωμα να φάγουν οι την σκηνήν λατρεύοντες. Ενώ δεικνύει το υπέροχον του χριστιανικού θυσιαστηρίου από του Ιουδαϊκού. Ενώ την Τράπεζαν του Κυρίου αντιδιαστέλλει από την τράπεζαν των δαιμονίων. Ενώ το ποτήριον της ευλογίας καλεί ποτήριον τού Αίματος του Χριστού και τον άρτον, ον κλώμεν, κοινωνίαν τού Σώματος του Χριστού, ερωτάται πώς οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» διαψεύδουν τελικά αύτας της Άγίας Γραφής μαρτυρίας λέγοντες ότι ουδαμού της Αγίας Γραφής καλείται το Δείπνον του Κυρίου καί θυσία;

Αλλά και όταν ο Κύριος λέγει «Ούτος ο άρτος εστί το Σώμα μου, ούτος ο οίνος εστί το Αίμα μου», Και οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» αντιλέγουν λέγοντες' Ούτος ο άρτος δεν είναι Χριστού Σώμα, άλλ' άρτος απλούς, και ο οίνος δεν είναι Χριστού Αίμα άλλ' οίνος απλούς, ποίον πρέπει να πιστεύσωμεν τον Χριστόν ή τούς λεγομένους «Ευαγγελικούς»;

    Εις την δύσκολον όμως δι' αυτούς απάντησιν, κοιτάζουν να διαφύγουν με την εξής σοφιστίαν, Λέγουν ότι ο Χριστός ομιλούσε μεταφορικώς. Αλλά και εδώ θα τούς καταδιώξωμεν ίνα τούς αποδείξωμεν πεπλανημένους.
Ο Χριστός μας λέγων, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, εννοεί αυτό το Σώμα το επί του Σταυρού υψωθέν και αυτό το αίμα το εκ της κεντηθείσης Αυτού πλευράς ρεύσαν. Διότι το ποτήριον εκείνο το εκάλεσεν Ποτήριον της Καινής Διαθήκης δυνάμει τού οποίου δίδεται άφεσις αμαρτιών. «Πίετε εξ αυτού πάντες (λέγει) τούτο γάρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. κστ' 28). Το όνομα δε της Καινης Διαθήκης αναμιμνήσκει την Παλαιάν, η οποία ήτο τύπος και προεικόνισμα της Νέας.

  Ας κυττάξωμεν λοιπόν την αλήθειαν της Παλαιάς ίνα καταμάθωμεν και την αλήθειαν της Νέας.
Η μεταξύ του Θεού και Ισραηλιτικού λαού Διαθήκη λέγει ο Παύλος ότι έχει ως εξής. «Λαληθείσης πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαώ, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον καί πάντα τον λαόν ερράντισε λέγων, τούτο το αίμα της Διαθήκης, ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός. Και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις» (Έβρ. θ' 19).

Ας ίδωμεν όμως και το είδος της Καινής Διαθήκης μεταξύ του Θεού και του νέου Ισραήλ. Αφού ο Χριστός ελάλησεν εις τούς Μαθητάς Του πάσαν εντολήν κατά νόμον λαβών εν τω ποτήριον οίνον και ευλογήσας επότισε τούς Μαθητάς εκπροσωπούντας και πάντας τούς μέλλοντας δι' αυτών πιστεύσαι, λέγων' «Τούτο γάρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. κστ' 28).
Έχοντες λοιπόν υπ' οψιν πώς εγένετο η Παλαιά Διαθήκη και πώς η Νέα, ερωτάται, το αίμα της Παλαιάς Διαθήκης ήτο αληθώς αίμα των θυσιασθέντων τράγων και μόσχων ή αλλο΄τι; Ήτο πράγματι αίμα τράγων και μόσχων.

Διατί το αίμα της Καινής Διαθήκης, να μη είναι το αίμα του αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου; Και διατί το ποτήριον του Χριστού δεν περιείχεν το αίμα του θυσιασθέντος Χριστού αλλ' ήτο απλούς οίνος;

Διότι εάν δεχθώμεν ότι της Παλαιάς Διαθήκης ήτο πράγματι αίμα και της Καινής όχι, τότε δεχόμεθα αληθεστέραν την Παλαιάν και ουχί την Νέαν και κατά συνέπειαν αλλοίμονόν μας. Και ακόμη, είναι δυνατόν ο τύπος και η σκιά να έχει αληθώς το αίμα των θυμάτων, η δε προτυπωθείσα αλήθεια να μην έχει αληθώς αυτό το αίμα του θυσιασθέντος Χριστού; πως ήτο δυνατόν ο μεν Μωυσής κρατών το ποτήριον της Παλαιάς Διαθήκης και λέγων, τούτο το αίμα της Διαθήκης, ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός να αληθεύη, ο δε Χριστός, η αυτοαλήθεια, κρατών το ποτήριον της Καινής Διαθήκης το υπέρ υμών και πολλών εκχυνομένων εις αφεσιν αμαρτιών, νά ψεύδηται;

Άρα είναι ανάγκη ο Χριστός λέγων ότι τούτο μου εστί το αίμα να εννοεί αυτό το εκχυθέν εκ της αχράντου αυτού πλευράς αίμα και ουχί αλλό τι. Λέγοντες δε οι «Ευαγγελικοί» ότι το ποτήριον της Καινής Διαθήκης είναι απλούς οίνος και ουχί αυτό το αίμα του Χριστού του υπέρ ημών αποθανόντος δεν λέγουν τίποτε άλλο παρά ότι η Καινή Διαθήκη είναι ψευδοδιαθήκη και ο Χριστός ψευδομεσσίας και ότι ουδεμία άφεσις αμαρτιών εγένετο ημίν.
Βλέπομεν εις την Παλαιάν Διαθήκην ότι το αίμα των θυμάτων εμβάλλεται εις ποτήριον και ραντίζονται δι' αυτού άπας ο λαός, η σκηνή και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας και χωρίς αίματος, λέγει ο Παύλος, δεν γίνεται άφεσις. Διά να καθαρθώμεν λοιπόν και ημείς και να λάβωμεν άφεσιν αμαρτιών πρέπει να πίωμεν το αίμα του υπέρ ημών θυσιασθέντος και χωρίς τούτου ου γίνεται άφεσις. Δι' αυτό και ο Κύριος λέγει και η Ορθόδοξος Εκκλησία Του επαναλαμβάνει' «Πίετε εξ αυτού πάντες... εις άφεσιν αμαρτιών». Ενώ οι «Ευαγγελικοί» πίνουν εις ανάμνησιν.

    Εάν λοιπόν, διά του αίματος του Χριστού, πίνωμεν απλούν οίνον δεν έχομεν άφεσιν αμαρτιών. Εν τούτοις οι «Ευαγγελικοί» λέγουσιν ότι πίνουσιν απλούν οίνον, και εκ της ομολογίας αυτής προκύπτει ότι δεν έχουν άφεσιν αμαρτιών' και κατά συνέπειαν δεν είναι χριστιανοί διότι αποδεικνύουν τον Χριστόν ψευδομεσσίαν και ψευδοδιαθήκην την αληθή του Θεού Διαθήκην της οποίας τύπος καί ομοίωμα ήτο η Παλαιά.

Και ερωτάται, κατόπιν όλων τούτων, είναι ορθόν, είναι πρέπον και συμφέρον οι πεπλανημένοι ούτοι, οι μηδαμώς όντες χριστιανοί να έχουν την αξίωσιν να διδάξωσιν ημάς τους Έλληνας; Και ακόμη, είναι ορθόν και πρέπον, ημείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες, να ασπαζόμεθα την πλάνην αυτών; Ο καθείς είναι ελεύθερος να εξετάση.

     Εις την συνέχειαν παραθέτομεν άλλην γραφικήν αλήθειαν όπου αποδεικνύει ότι ο Χριστός δεν ωμίλησεν αλληγορικώς αλλά θετικώς. «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν. Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον. Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής. Οι πατέρες υμών έφαγον το μάννα εν τη ερήμω και απέθανον. Ούτος εστίν ο άρτος, ο εκ του ουρανού καταβαίνων, (ο άρτος αυτός είναι ο Χριστός, διότι ουδείς άρτος καταβαίνει εκ του ουρανού, άρα δεν ομιλεί αλληγορικώς ως λέγουσιν οι Ευαγγελικοί αλλά θετικώς), ίνα τις εξ αυτού φάγη και μη αποθάνη. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ του άρτου τούτου ζήσεται εις τον αιώνα.

Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω η σαρξ μού εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής. Εμάχον το ούν προς αλλήλους οι Ιουδαίοι, λέγοντες' πως δύναται ούτος ημίν δούναι την σάρκα φαγείν,' (αυτό ακριβώς πού λέγουσιν και οι «Ευαγγελικοί»).

Είπεν ούν αύτοίς ο Ιησούς' Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς.

Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη ημέρα. Η γάρ σάρξ μου αληθώς εστί βρωσις και το αίμα μου αληθώς εστι πόσις (βλέπετε ω Ευαγγελικοί; αληθώς λέγει, καί ουχί αλληγορικώς)' ποίος εκ των δύο σας λέγει την αλήθειαν, εσείς η ο Χριστός;

Και συνεχίζει. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ. Καθώς απέστειλέ με ο ζων Πατήρ, καγώ ζω διά τον Πατέρα, και ο τρώγων με, κα κείνος ζήσεται δι' εμέ. Ούτος εστίν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς ου καθώς έφαγον οι πατέρες υμών το μάννα, και απέθανον' ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα... Πολλοί ούν ακούσαντες εκ των μαθητών αυτού είπον, σκληρός εστί ούτος ο λόγος, τις δύναται αυτού ακούειν,'... είπεν αυτοίς ο Ιησούς. τούτο υμάς σκανδαλίζει,' Εάν ουν θεωρήτε τον Υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήτο το πρότερον,' Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν η σαρξ ούκ ωφελεί ουδέν' τα ρήματα, α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί καί ζωή εστί. Αλλ' ειςίν εξ υμών τινές, οι ου πιστεύουσι» (Ίωάν. στ' 47-64).

Δηλαδή: Οι εξ υμών σκανδαλιζόμενοι, σκανδαλίζονται δι' ην έχουσιν απιστίαν και άγνοιαν, και ουχί διότι οι λόγοι μου ουκ εστίν αληθείς. Εγώ ομιλώ την αλήθειαν λέγει ο Ιησούς και οι πιστεύοντες, αυτοί σκανδαλίζονται και απόλυνται. Ο Κύριός μας εδώ δεν εννοεί την σάρκαν του, καθώς παρερμηνεύουν οι «Ευαγγελικοί» αλλά την σάρκα του λόγου δηλαδή τας φωνάς και τας λέξεις, δι' ων γίνεται ό λόγος. Πνεύμα δε εννοεί, το πνεύμα του λόγου, τό όποίον ζωοποιεί την ψυχήν, ήτις λαμβάνει αυτό διά της σαρκός του λόγου. Εάν λοιπόν ή ψυχή, ακούουσα τας φωνάς η αναγινώσκουσα τας λέξεις του λόγου, μη εννοεί, το πνεύμα αυτού, ουδέν ωφελείται.

Αυτό εννοεί ο Κύριός μας όταν λέγει: «Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν». Δεν είπε «η σαρξ μου» αλλ' η σαρξ, δηλαδή αι φωναί, αι λέξεις, διά των οποίων γίνεται ο λόγος. Ενώ διά την δικήν Του σάρκα λέγει ρητώς: «Η σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις», διά δε τούς ακούοντας και μη εννοούντας είπεν η σαρξ του γράμματος ουκ ωφελεί αυτούς. Αλλ' οι «Ευαγγελικοί» όπως διαστρέφωσιν τούτο, διαστρέφωσιν και το «αληθώς» λέγοντες ότι εννοεί «αλληγορικώς» και το' «πίετε εξ αυτού πάντες εις άφεσιν αμαρτιών» οι «Ευαγγελικοί» πίνουσι μόνον εις «ανάμνησιν»... Παρερμηνεύουν οι άνθρωποι και μιμούνται τον Εωσφόρον όστις είπε εις τούς Πρωτοπλάστους: «Ου θανάτω αποθανείσθε» παρ' ότι ό Θεός ρητώς είπεν εάν παρακούσωσιν' «θανάτω αποθανείσθε». Διά τούτο οι «Ευαγγελικοί» αμαρτάνουν αμαρτίαν πρός θάνατον, όμοια μέ εκείνην της των Ιουδαίων και δι' αυτό προσοχή.

Τέλος, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία η οποία παραδέχεται την μεταβολήν των Τιμίων Δώρων εις Σώμα και Αίμα Χριστού λέγει μαζί με τον Άγιον Ιωάννη τον Δαμασκηνόν ότι η μεταβολή αυτή είναι τι ακατάληπτον τω ανθρωπίνω λογισμώ, γινόμενον τη ενεργεία του Αγίου Πνεύματος δια θαύματος, το οποίον δύναται να συγκριθη με το θαύμα της δημιουργίας και της ενανθρωπήσεως. «πως έσται μοι τούτο», λέγει η αγία Παρθένος, «επεί ανδρα ού γινώσκω» Και ο Γαβριήλ ο Αρχάγγελος απαντά. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σέ και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι».

Τώρα λοιπόν έρωτας και σι κ. «Ευαγγελικέ» πως ο άρτος γίνεται Σώμα Χριστού και ο οίνος αίμα; «Λέγω σοι καγώ, Πνεύμα Άγιον επιφοιτά και ταύτα ποιεί τα υπέρ λόγον καί έννοια» (Δαμ. έκδ. Όρθ. πίστ. 4, 13).

Το Σώμα δε και Αίμα του Χριστού εν τη Ευχαριστία δεν είναι απλώς σώμα και αίμα αλλά' «Σώμα εστίν αληθώς ηνωμένον θεότητι» (Δαμασκ. αυτ.) και άρα' «ου μία φύσις εστίν, αλλά μία μεν του σώματος της δε ηνωμένης αυτού θεότητος ετέρα' ώστε το συναμφότερον ου μία φύσις, αλλά δύο» (Δαμασκ. αυτ.). Το σώμα δε τούτο και αίμα της ευχαριστίας δεν είναι το αναληφθέν σώμα, όπερ κατέρχεται εξ ουρανού, αλλά «σώμα εστίν αληθώς ηνωμένον θεότητι, το εκ της άγ. Παρθένου σώμα, ουχ ότι το αναληφθέν σώμα εξ ουρανού κατέρχεται άλλ' ότι ό άρτος και ο οίνος μεταποιούνται εις Σώμα και Αίμα του Θεού» (Δαμασκ. αυτόθι) εκ τούτου όμως δεν έπεται ότι το Σώμα και Αίμα της Ευχαριστίας είναι ετερόν τι του αναληφθέντος Σώματος του Χριστού' «Και ουκ εστί δύο (σώματα) άλλ' εν και το αυτό» (Δαμασκ. αυτ.).

Άρα πολύ καλώς παρατηρεί ο Δοσίθεος λέγων' «Όθεν και πολλών γινομένων εν τη oικoυμένη εν μια και τη αυτή ώρα ιερουργιών (πιστεύομεν) μη γίνεσθαι πολλούς Χριστούς  ή πολλά σώματα Χριστού, άλλ' ένα και τον αυτόν Χριστόν παρείναι αληθώς και πραγματικώς και εν είναι αυτώ το σώμα και το αίμα εή πάσαις ταις κατά μέρος των πιστών εκκλησίαις και τούτο ουχί ότι το εν ουρανοίς του Δεσπότου εν τοίς θυσιαστηρίοις κατέστι σώμα, άλλ' ότι ο της προθέσεως εν πάσαις ταις κατά μέρος Εκκλησίαις προκείμενος άρτος μεταποιούμενος και μετουσιούμενος μετά τον αγιασμόν γίνεται και εστίν εν και το αυτό τω εν ουρανώ» (Όρ. 17). Είναι λοιπόν πραγματικώς Σώμα και όχι αλληγορικώς κ. κ. «Ευαγγελικοί».

Ούτω λοιπόν και υπό τοιαύτην έννοιαν ο Σωτήρ παρέδωκε το Μυστήριον της θείας Κοινωνίας και ούτως ηρμήνευσαν και παρήγγειλαν ημίν πιστεύειν οι θείοι Απόστολοι, παρ' ων και οι Άγιοι Πατέρες εδιδάχθησαν, ων τινάς μόνον συντομίας ένεκα, φέρομεν μάρτυρας.

1) Φέρομεν την μαρτυρίαν Ιγνατίου του θεοφόρου, του Μαθητού του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όστις, ομιλών κατά των αιρετικών, οίτινες έλεγον ότι ο Ιησούς δεν εσαρκώθη πραγματικώς, επιφέρει τα εξής λίαν σημαντικά λόγια: «Ευχαριστίας και προσευχής απέχονται, διά το μη ομολογείν την ευχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ των αμαρτιών ημών παθούσαν, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρε». (Ιγνατ. επιστ. πρός Σμυρν. κεφ. 7).

2) Την δε αγίαν Τράπεζαν ο αυτός Πατήρ ονομάζει Θυσιαστήριον. «Εάν μη τις εντός ή του θυσιαστηρίου», λέγει, «υστερείται του άρτου του Θεού». (Πρός Έφεσ. κεφ. 20). Και πάλιν δε περί του σώματος του Χριστού έτι σαφέστερον λέγει: «Μία εστίν η σάρξ του Κυρίου Ιησού και εν αυτού το αίμα το υπέρ ημών εκχυθέν, εις και άρτος τοις πασινεθρύφθη, και εν ποτήριον τοις όλοις διενεμήθη, εν θυσιαστήριον πάση τη Εκκλησία». (Πρός Φιλαδελφ. κεφ. 4). Αι δε μαρτυρίαι αύται του θεοφόρου Ιγνατίου έχουσιν μέγιστον κύρος, καθ' όσον ούτος έζη επί των ήμερων του Χριστού και των Αποστόλων, εγένετο δε Επίσκοπος Αντιοχείας περί το έτος 68 η 70 μ.Χ.

2) Ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος, όστις εν έτει 133, τριακοντούτης ων, έλαβε την χριστιανικήν πίστιν, ούτω παρέλαβε περί του Μυστηρίου της Ευχαριστίας. «ου γάρ, λέγει, ως κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν, άλλ' ον τρόπον διά λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών και σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτος και την δι' ευχής λόγου του παρ' αυτού ευχαριστηθείσαν τροφήν, εξής αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι. Οι γάρ Απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ' αυτών απομνημονεύμασιν, α καλείται Ευαγγέλια, ούτω παρέδωκαν εντετάλθαι αυτοίς τον Ιησούν λαβόντα άρτον και ευχαριστήσαντα ειπείν: τούτο ποιείτε εις την ανάμνησίν μου, τουτέστι το σώμα μου' και το ποτήριον ομοίως λαβόντα και ευχαριστήσαντα ειπείν: τούτο εστί το αίμα μου και μόνοις αυτοίς μεταδούναι. (Βιβλ. 8, κεφ. 66).

3) Ο Κύριλλος ο Ιεροσολύμων τάδε λέγει: «Ο άρτος της Ευχαριστίας μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος ουκέτι άρτος λιτός, αλλά σώμα Χριστού». (Κατήχ. 21 Μυσταγ. § 3).

4) Ο θείος Ιλάριος περί του Μυστηρίου της Ευχαριστίας λέγει: «Περί της αληθείας της σαρκός και του αίματος δεν έχει χώραν αμφιβολία τις, διότι διά της ομολογίας του Κυρίου αυτού και διά της πίστεως ημών είναι αληθής σάρξ, είναι αληθές αίμα». (De Trinit Ι VIII C. 14).

5) Ο θείος Γρηγόριος ο Νύσσης, σαφώς περί του Μυστηρίου τούτου εξηγούμενος, λέγει: «Άρτος πάλιν άρτος εστί τέως κοινός' αλλ' όταν αυτό το Μυστήριον ιερουργήσει, σώμα Χριστού λέγεταί τε και γίνεται». (Εις την ημέραν των Φώτων, Ορα και λόγον κατηχητ. τόν μέγαν κεφ. 37).

6) Ο Γρηγόριος ο θεολόγος μετά του αυτού πνεύματος περί του Μυστηρίου ομιλεί: «Μη κατόκνει», λέγει προς, Αμφιλόχιον, «και προσεύχεσθαι και πρεσβεύειν υπέρ ημών, όταν λόγον καθέλκης τον Λόγον' όταν αναιμάκτω τομεί σώμα και αίμα τέμνης δεσποτικόν, φωνήν έχων το ξίφος». (Έπιστ. 240 πρός, Αμφιλόχιον).

7) Άξια σημειώσεως και προσοχής είναι και η μαρτυρία του Μεδιολάνων Αγίου Αμβροσίου: λέγει, «είναι θαυμαστόν ότι ο Θεός έβρεξεν εις τούς πατέρας το μάννα... αλλ' όσοι όμως έφαγον τον άρτον εκείνον πάντες εν τη ερήμω απέθανον' η βρώσις δε αυτή, την οποίαν λαμβάνεις, ο άρτος ούτος ο ζών, ο καταβαίνων εξ ουρανού, ζωής αϊδίoυ την ουσίαν παρέχει' και όστις αν φάγη τούτον δεν θέλει αποθάνη εις τον αιώνα, και είναι σώμα Χριστού». Εις την συνέχειαν δε, εξηγείται περί του Μυστηρίου τούτου πλατύτερον, λέγων: «Ίσως άλλο τι βλέπω' πώς σύ διαβεβαιοίς ότι θέλω λάβη το σώμα του Χριστού. Ας αποδείξωμεν ότι δεν είναι τούτο, όπερ εποίησεν η φύσις, αλλ' όπερ η ευλογία καθηγίασε, και ότι μεγαλυτέρα είναι της ευλογίας η της φύσεως η δύναμις, επειδή διά της ευλογίας και αυτή η φύσις μεταβάλλεται. Ράβδον εκράτει ο Μωυσής, έρριψεν αυτήν και έγινεν όφις. Πάλιν έλαβε την ουράν του όφεως, και εν τη ράβδω την φύσιν μετέβαλε. Βλέπεις λοιπόν, ότι διά της προφητικής χάριτος δίς μετεβλήθη η φύσις του τε όφεως και της ράβδου... Αν τοσούτον ίσχυσεν ο λόγος του Ήλιου, ώστε να καταβιβάση πυρ εξ ουρανού, δεν θέλει ισχύσει ο λόγος του Χριστού, ίνα τά είδη τών στοιχείων μεταβάλη;...».

Εκ των εκτεθέντων βλέπομεν πόσον σαφώς περί της συστάσεως και της εννοίας του μεγάλου τούτου Μυστηρίου πληροφορεί ημάς η Κ. Διαθήκη, και οι άγιοι Πατέρες. Αλλά και ο προφήτης Ησαΐας λέγει: «Και απεστάλη προς με εν Σεραφείμ και εν τη χειρί είχεν άνθρακα, ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου. Και ήψατο του στόματός μου και είπεν, Ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου καί αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί».

Εξ ων μανθάνομεν, ότι ουχ ως απλούν σύμβολον θεωρεί η Αγία Γραφή το μέγιστον τούτο Μυστήριον, ως φλυαρούσιν οι «Ευαγγελικοί» αλλ' ως αυτό το Σώμα και Αίμα του Θεανθρώπου, άτινα είναι πυρ, άνθραξ φλέγων τούς αναξίως αυτών μεταλαμβάνοντας και καθαίρων τας αμαρτίας των ευσεβώς κοινωνούντων. Ώς τοιούτο το Μυστήριον συνίστησιν ημών ο θειος Παύλος, ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας και άπασα η χορεία των απ' αυτών των Αποστολικών χρόνων, σεπτών Πατέρων της του Χριστού Εκκλησίας, ης τα τέκνα επιχειρούν να αποπλανήσωσιν οι «Αντιευαγγελικοί» των οποίων τας παγίδας και τας σοφιστείας επιμελώς δέον να αποφεύγωμεν.

Από το βιβλίο "ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ"

  Δ.Παναγόπουλου

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com



 

         Οι «Ευαγγελικοί» τον ισχυρισμό, πώς η Παρθένος έτεκε και άλλους υιούς, καθ' ότι το Ευαγγέλιο αναφέρει, ότι ο Ιησούς είχε αδελφούς.

Και ότι εν το Ευαγγέλιο αναφέρονται αδελφοί του Σωτήρος, μας είναι γνωστόν, άγνωστος όμως μας είναι η έννοια πού αποδίδεται εις την λέξιν «αδελφός», διότι ενταύθα έχει γενικωτέραν και ουχί την περιωρισμένην σημασίαν εις το να σημαίνει τον εκ της αυτής «δελφύος» (μήτρας) γεννηθέντα.

Άλλωστε η Θεοτόκος ουδαμού της Αγ. Γραφής αναφέρεται, ότι υπήρξε μήτηρ άλλων τέκνων, και οι καλούμενοι αδελφοί του Κυρίου, Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας και οι αδελφαί αυτού, η Μαρία και η Σαλώμη, κατά τον Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, ήσαν συγγενείς της Παρθένου και υιοί άλλης Μαρίας.

  Αυτή δε ονομάζεται «Μαρία η του Κλωπά» (Ίωάν. ιθ' 25), «Μαρία η του Ιακώβου» (Μάρκ. ιστ'1) και «Μαρία η του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ» (Μάρκ. ιε' 40) και αδελφή (συγγενής) της Θεοτόκου (Ίωάν. ιθ' 25).

Αυτή λοιπόν η συγγενής της Θεοτόκου η λεγομένη αδελφή αυτής και μάλιστα Μαρία, είναι η Μαρία του Κλωπά του αδελφού του Ιωσήφ, εξ ου και οι υιοί αυτής λέγονται αδελφοί του Κυρίου, αντί συγγενείς Αυτού.

 Βαρυσήμαντος δε είναι η του Ηγησίππου μαρτυρία, όστις, ως γράφει ο Ιστορικός Ευσέβιος, διαρρήδην βεβαιοί, ότι ο Ιούδας και ο Σίμων (όστις και Συμεών λέγεται) ήσαν υιοί του Κλωπά. ούτος δε (ο Κλεώπας) ήτο αδελφός του Ιωσήφ. (Ευσεβ. Εκκλ. Ίστορ. βιβλ. Γ' κεφ. 32 Τόμ. ΙΘ' Έλλ. Πατέρ. σελ. 274).

Εκ της μαρτυρίας λοιπόν ταύτης, εμφαίνεται, ότι οι καλούμενοι αδελφοί του Κυρίου, εκ των οποίων και ο Σίμων ούτος, ήσαν ανεψιοί του Ιωσήφ και κατά συνέπεια εξάδελφοι κατά το ανθρώπινον του Κυρίου και ουχί υιοί της Παρθένου Μαρίας, αλλά της Μαρίας της συζύγου του Κλωπά, (Ίωάν. ιθ' 25).

 Δια τούτο οι μνημονευόμενοι ως αδελφοί του Κυρίου, Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας δεν είναι υπό την κυρίαν έννοια αδελφοί, αλλ' υπό την γενικωτέραν, αντί του συγγενείς.

 Διότι η λέξις αδελφός, εξ αυτής ταύτης της Γραφής αποδεικνύεται, ότι χρησιμοποιείται πολλάς φοράς αντί του συγγενής.

1) Ο Ιωάννης ονομάζει την Θεοτόκον αδελφήν της Μαρίας του Κλωπά ως εξής: «Ειστήκεισαν παρά τω σταυρό του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού Mαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή (Ίωάν. ιθ' 25) ενώ ουδεμία Γραφή και ουδεμία Ιστορία ή παράδοσις αναφέρει ότι η Θεoτόκος είχε και άλλην αδελφήν, και μάλιστα καλουμένην Μαρίαν. Τουναντίον, γνωρίζομεν, ότι η Θεοτόκος ήτo μoνογενής θυγάτηρ του Ιωακείμ και της Άννης. Επομένως το αδελφή, που γράφει ο Ιωάννης, είναι αντί του συγγενής, ως είδομεν και ανωτέρω, πού κατά την Ιουδαϊκήν δόξαν η Μαρία του Κλοπά ήτο σύννυμφος της Θεοτόκου.

2)
 Εις την Γένεσιν βλέπομεν τον Αβραάμ να ονομάζει τον Λώτ αδελφόν, παρ' ότι ήτο ανεψιός του. «Μη έστω μάχη ανά μέσον εμού και σου, και ανά μέσον των ποιμένων μου και ανά μέσον των ποιμένων σου, ότι άνθρωποι αδελφοί εσμέν ημείς». (Γεν. ιγ' 8).


3) «Και αδελφοί αυτών άρχοντες οίκων πατριών αυτών χίλιοι και επτακόσιοι και εξήκοντα». (Α' Παραλ. θ' 13).

4) «Και οι αδελφοί αυτού υιοί δυνατοί δισχίλιοι επτακόσιοι οι άρχοντες πατριών. Τω χεβρωνί Αραβίας και οι αδελφοί αυτού δυνατοί χίλιοι και επτακόσιοι. (Α' Παραλ. ή Χρονικών θ', 6-13, ιε' 3-11, κστ' 30-32, Νεεμ. ια' 11, 13, 14, 19).


Απ' αυτάς λοιπόν τας Γραφικάς μαρτυρίας, εμφαίνεται,ότι το αδελφός σημαίνει και τον συγγενή, διότι δεν πιστεύομεν να υπάρχει τις όστις να παραδέχεται, ότι ήτο δυνατόν να έχει τις 1700 ή 2700 αδελφούς.

5) Εις τον Ματθαίον διαβάζομεν, ότι ο Κύριος την ημέραν της Αναστάσεως Του είπεν εις τα Μυροφόρους «Υπάγετε απαγγείλατε τοις αδελφοίς μου, ίνα απέλθωσιν εις την Γαλιλαίαν, κακεί με όψονται» (Ματθ.Κη΄10)και ερωτάται. Πoίoυς αδελφούς εννοεί εδώ, τούς Iάκωβoν, Σίμωνα, Iωσή και Ιούδα, ή τους μαθητάς του;

Κατά την ερμηνεία των διαφόρων αιρετικών πρέπει να είναι αυτοί, αλλά κατά την ορθή ερμηνεία της Γραφής είναι οι Μαθηταί Του, και εν τούτοις τούς λέγει αδελφούς.

6) Ο Ιησούς ονομάζεται υιός του Ιωσήφ: «ουχ ουτός εστιν ο του τέκτονος υιός;» (Ματθ. ιγ' 55). Τι θα είπωμεν λοιπόν ότι ήτο υιός του Ιωσήφ;


7) Ο Ιωσήφ ονομάζεται υιός Δαυίδ, «Ιωσήφ υιός Δαυίδ, μη φoβηθής κ.λ. π.» (Ματθ. α' 20), καί ερωτάται, ήτο υιός του Δαυίδ;


8) Η Θεοτόκος ονομάζει τον Μνήστορα Ιωσήφ πατέρα του Κυρίου μας, «Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμεν σε» (Λουκ.β' 49), Καί ερωτάται, ο Κύριος ήτο υιός του Ιωσήφ ή του Θεού;

9) Τον πενθερό του Mωυσή η Αγ. Γραφή τον ονομάζει γαμβρό του: «Και Mωϋσής ην ποιμένων τα πρόβατα Ιωθόρ του ΓΑΜΒΡΟΥ αυτού του ιερέως Μαδιάμ.» (Εξοδ. γ' 1) και άλλαχου: «Επορεύθη δε Μωυσής, και επέστρεψε προς Ιωθόρ τον γαμβρόν αυτού» (Εξοδ. γ' 18) κατά τούς Ο'. Και ερωτάται, ο Ιωθόρ, ήτο γαμβρός του Μωυσέως ή πενθερός αυτού;

 Αλλ' εκτός πάντων τούτων, το από του Σταυρού λεχθέν του Σωτήρος, όταν είδε την τετρωμένην τα σπλάγχνα Πάναγνον Αυτού Μητέρα και τον Μαθητήν, ον ηγάπα, πού συνέστησεν αυτώ ταύτην, ίνα έχει αυτήν υπό την προστασίαν του λέγων: «... Γύναι, ιδού ο υιός σου» και τω μαθητή: «Ιδού η μήτηρ σου» και ότι: «Απ΄ εκείνης της ώρας έλαβεν ο μαθητής αυτήν εις τα ίδια» (Ιωάν. ιθ' 26-27), δεν αποδεικνύει ότι η Θεοτόκος δεν είχε άλλα παιδιά;.

 Διότι εάν είχε άλλα παιδιά καί μάλιστα θυγατέρας, ως αναφέρει ο Ματθαίος (ιγ'- 56),θα το έπραττε αυτό; Ποιός εξ υμών θα έπραττε τούτο; Και ποία μητέρα θα υπάκουε;, και ποίος φίλος θα εδέχετο μίαν γυναίκα σπίτι του διά να την προστατεύσει, καθ΄ην στιγμήν θα είχε 4 αγόρια και 2 κορίτσια ακόμη; Άλλωστε πως ο Κύριος ήθελεν αποσπάσει Αυτήν εκ της οικογενείας Της και συστήσει τω Μαθητή;

 Και μόνον αυτή η μαρτυρία, είναι ικανή να κλείσει τα στόματα των «Ευαγγελικών».

Και ακόμα η Γραφή αναφέρει, ότι ο Ιησούς είπεν «Ιδού ο υιός σου» και τω μαθητή «Ιδού η μήτηρ σου» ήτο υιός της ο Ιωάννης και ήτο μήτηρ του Ιωάννου η Θεοτόκος; Διότι, εάν ερμηνεύωμεν κατά γράμμα, ούτω πρέπει να είναι.

  Αλλά και εάν ημείς ούτω βλασφήμως ερμηνεύσαμε, έρχεται ο Προφήτης βροντοφωνών και λέγων:

«Η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται και ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς μη διέλθη δι' αυτής. Ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι' αυτής και ΕΣΤΑΙ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΗ» (Ιεζ. μδ' 2).


  

Από το βιβλίο "ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ"

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

ΑΝΤΙΑΙΕΤΙΚΟΝ   ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

 

Δημήτριος Παναγόπουλος

1916-1982

"Εδούλευσεν εις το Ευαγγέλιον" (Φιλιπ.β' 22)

«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην»

(Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).



Η ημετέρα Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει σταθερώς, ότι δυνάμεθα να έχομε την πρεσβεία των Αγίων, δηλαδή να επικαλεσθώμεν τους αγίους, όπως βοηθήσωσιν ημάς και ενισχύσωσι δια των προς τον Ύψιστον δεήσεων αυτών.

Όμως οι «Ευαγγελικοί» επιτίθενται σφοδρότατα εναντίον της διδασκαλίας και της πράξεως ταύτης της ημετέρας Εκκλησίας, θεωρούντες αυτήν, όχι μόνον περιττή και ανωφελή, αλλά και τουτ' αυτό ασεβή, ως εναντιουμένην, δήθεν, εις αυτήν την Αγία Γραφή! Συνιστώμεν την μετά προσοχής μελέτην του κεφαλαίου τούτου, είναι εν εκ των θεμάτων εκείνων, δια των οποίων ζαλίζουσι και παρασύρουσι τα αθώα, αφελή και αμέριμνα θύματα των.

Τα ρητά της Αγ. Γραφής, τα οποία προβάλλουσι προς υποστήριξιν της γνώμης των, είναι κατά σειράν τα εξής εκ της Κ. Διαθήκης:

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς' άρατε τον ζυγόν μου εφ' υμάς
και μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών, ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ια' 28-30). Ιδού, λέγουσιν, ότι ο Χριστός καλεί πάντας απ' ευθείας προς Αυτόν και δεν είναι ανάγκη δια μέσου άλλων να έλθωμεν προς Αυτόν.

Εις το ρητόν τούτο δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως των Αγίων, αλλά περί γενικής υπό του Σωτήρος Χριστού προσκλήσεως της ανθρωπότητας, όπως εγκαταλείψει την πριν εν τη αγνοία του Θεού αμαρτωλόν κατάστασιν, και έλθη εις θεογνωσίαν, και σωθή δια της προς Αυτόν (τον Σωτήρα Χριστόν) πίστεως, απαλλασσόμενη του βάρους και του μόχθου της αμαρτίας.

Μετά το ανωτέρω ρητόν αναφέρουσι τα εξής του Ευαγ. Ιωάννου: «Και ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθη ο πατήρ εν τω υιω» (Ιωάν. ιδ' 13).«Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματα μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γεννήσεται υμίν» (Ιωάν. ιε'7)' και τούτο, «Ίνα ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματι μου, δω υμίν» (Ιωάν. ιε' 16). Και πάλιν, «Και εν εκείνη τη ημέρα εμέ ουκ ερωτήσετε ούδέν' αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι, όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν. Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τω ονόματί μου' αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη... Εν εκείνη τη ημέρα εν τω ονόματι μου αιτήσεσθε' και ου λέγω υμίν, ότι εγώ ερωτήσω τον πατέρα περί υμών» (Ιωάν. ιστ' 23, 24, 26). Ιδού, λέγουσι πάλιν, ότι ο Χριστός παραγγέλει εις τους Μαθητάς Του να ζητήσωσιν (απ' ευθείας) εν τω ονόματι Του ο,τι αν θέλωσι παρά του Θεού Πατρός. Αλλ' ότι μεν τούτο είναι αληθές, ουδείς λεγόμενος χριστιανός δύναται να αρνηθεί, άλλ' το ζήτημα είναι, ότι με τα ανωτέρω ρητά δεν απαγορεύεται (τουναντίον δε δι' άλλων ρητών, ως θα ίδωμεν κατωτέρω και υπαγορεύεται) να επικαλεσθώμεν και τας υπέρ ημών προσευχάς των άλλων, και δη των Αγίων και δικαίων. Ιδιαιτέρως δε ο Σωτήρ δια των ανωτέρω λόγων, τους οποίους είπεν ολίγον προ του πάθους Του, ηθέλησε να παρηγόρηση και ενισχύση τους Μαθητάς Αυτού, ότι μετά τον χωρισμόν Του απ' αυτών, ηδύναντο να ζητώσιν ό,τι δήποτε απ' ευθείας παρά του ουρανίου Πατρός εν τω ονόματί Του.

Προβάλλουσι δε και το εξής ρητόν" «Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ος και εστίν εν δεξιά του Θεού, ος και εντυγχάνει (παρακαλεί) υπέρ ημών» (Ρωμ. η' 34), Και προς το ρητόν τούτο είναι σύμφωνα και τα εξής δύο της προς Εβραίους επιστολής, «Όθεν και σώζειν εις παντελές δυνατοί τους προσερχόμενους δι' αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζών εις το εντυχάνειν (παρακαλείν) υπέρ αυτών» (Έβρ. ζ' 25) και «ου γαρ είς χειροποίητα Αγια εισήλθεν ο Χριστός, αντίτυπα των αληθινών, αλλ' εις αυτόν τον ουρανόν, νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπέρ ημών» (Έβρ. θ' 24). Ιδού, λέγουσιν πάλιν, ότι ο Χριστός παρακαλεί υπέρ ημών, και όταν έχωμεν τον Χριστόν παρακαλούντα δι' ημάς, τίνα ανάγκην έχομεν τους άλλους; Δια των δελεαστικών και δήθεν αληθοφανών τούτων λόγων παραπλανώσι τους απλούστερους και αμαθέστερους, τους οποίους τοιουτοτρόπως παρασύρουσιν εις την αίρεσιν και ψευδοδιδασκαλίαν των.

Βεβαίως ημείς δεν αρνούμεθα, ότι ο Κύριος σάρκα λαβών και όμοιος ημίν γενόμενος παρακαλεί ως άνθρωπος υπέρ ημών τον Πατέρα. Άλλ' όπως η αλήθεια και το γεγονός τούτο μαρτυρείτε και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής, καθ΄όμοιον τρόπον, όπως εν συνεχεία θα ίδωμεν, μαρτυρείτε επίσης και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής η αλήθεια και το γεγονός, ότι και άλλοι δύνανται να προσεύχονται υπέρ ημών και ότι επομένως ο Θεός θέλει και εγκρίνει την πράξιν ταύτην.
Αλλά το χωρίον εκείνο, το οποίον υπέρ παν άλλο μεταχειρίζονται εναντίον ημών, και το όποιον νομίζουσιν οτι είναι απόρθητον φρούριον και προπύργιον της διδασκαλίας των είναι το εξής: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, Άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δούς εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α' Τιμ. ρ' 5). Ιδού, λέγουσιν, ανακράξοντες εν αλαλαγμώ ιδού, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπων ουδείς εισχωρεί ει μη μόνον ο Χριστός, διότι είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Το θαυμάσιον όμως τούτο ρητόν, το όποιον φοβερά διαστρέφουσι και παρερμηνεύουσιν, εκφράζει μόνον την θείαν άλήθειαν, ότι η σωτηρία του ανθρώπου ηδύνατο να γίνη και έγινε μόνον δια του Σωτήρος Χριστου, όστις ως θεάνθρωπος είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο μόνος συμφιλιωτής και ειρηνοποιός Θεού και ανθρώπων, των μεν ανθρώπων αποστάντων του Θεού δια της αμαρτίας, του δε Θεού πάλιν αποστραφέντος αυτούς δι' αυτήν' και το έργον τούτο ήτο αδύνατον να επιτέλεση, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος οιοσδήποτε, άλλα μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ως θεάνθρωπος, ως Θεός μεν έχων σχέσιν προς τον Θεόν Πατέρα, ως άνθρωπος δε προς ημάς, και υπ' αυτήν την έννοιαν βεβαίως είναι και παραμένει ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Αυτή και μόνη η υπέροχος έννοια είναι η σημασία τούτου του στίχου, και η έννοια αυτή ουδόλως παρακωλύει το να εύχεται τις υπέρ άλλων ή να προκαλέση τας ευχάς άλλων υπέρ εαυτού, και επειδή, ως είπομεν τα ανωτέρω, την πράξιν ταύτην εγκρίνει και θέλει ο Θεός, δια τούτο ουδαμώς προσκρούει αυτή εις το μέγιστον έργον της μεσιτείας του Κυρίου. Αλλ' ας παρακολουθήσωμεν την περί του ζητήματος τούτου διδασκαλίαν της Αγ. Γραφής, η οποία και το θέλημα του Θεού αποκαλύπτει, και κατ' ακολουθίαν και την αλήθειαν της πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποδεικνύει.

Εν τη Π.Διαθήκη βλέπομεν, ότι οι Άγιοι και δίκαιοι έχουσι μεγάλην ισχύν και χάριν παρά τω Θεώ.

 Προσεύχεται ο Αβραάμ προς τον Θεόν υπέρ του Αβιμέλεχ, βασιλέως Γεράρων, και ο Θεός θεραπεύει αυτόν και την γυναίκα αυτού και τας δούλας αυτού (Γεν. κ' 7 και 17).

Επίσης εν τη Εξόδω, ότι ο Φαραώ παρακαλεί τον Μωϋσήν να προσευχηθή εις τον Θεόν, ίνα παρέλθη η κυνομυΐα, και πράγματι προσεύχεται ο Μωϋσής και παρέρχεται η κυνομυΐα (Εξοδ. η' 17-18)' επίσης εξαιτείται τας προσευχάς του Μωϋσέως και του Ααρών δια να παύσωσιν αι φωναί του Θεού, η χάλαζα και το πυρ (Εξοδ. θ' 28-29).

 Αμαρτάνει ο Ιουδαϊκός λαός αμαρτία μεγάλην ενώπιον του Κυρίου δια της κατασκευής του χρυσού μόσχου και της μεταπτώσεως αυτού εις την ειδωλολατρείαν, οργίζεται ο Κύριος σφόδρα και θέλει να εκτρίψη αυτόν, επεμβαίνει ο Μωϋσής και εξιλεώνει τον Κύριον υπέρ του λαού (Εξοδ. λβ' 1-14). Επίσης γογγύζει ο λαός πονηρά εναντίον του Κυρίου, οργίζεται ο Κύριος και στέλλει πυρ κατ' αυτού, και λαός κράζει προς τον Μωϋσήν, και ούτος εύχεται προς τον Κύριον και κοπάζει το πυρ (Αριθ, ια' 2).

Βλέπομεν επίσης να παρακαλή ο λαός τον Σαμουήλ να εύχεται προς Κύριον, και εύχεται και εισακούει αυτού ο Κύριος (Α' Βασ. ζ' 8-9' πρβλ. και ιβ' 19' και Γ' Βασιλ. ιγ' 4-6).

Και εν τω βιβλίω του Ιώβ βλέπομεν, οτι οι προς αυτόν αμαρτήσαντες τρεις φίλοι του ελύθησαν της αμαρτίας δια των ευχών του Ιώβ και χάριν αυτού. (Ιώβ μβ' 7-9).

Χαρακτηριστικώτατον είναι το εξης ρητόν του Προφήτου Ιεζεκιήλ. «Και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενων ορθώς, και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρώ της οργής, του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν, και ούχ εύρον» (Ίεζ. κβ' 30). Δια των λόγων τούτων αποδεικνύεται προφανώς, ότι Αυτός ο Θεός ήθελε να ίσταται και να προσεύχηται ενώπιον Του ανήρ δίκαιος και άδολος, ίνα μη εξάλειψη εντελώς την πόλιν Ιερουσαλήμ. Και ποιος δεν βλέπει δι΄ όλων τούτων των ανωτέρω την μεγάλην δύναμιν και χάριν των Αγίων παρά τω Θεώ, και ποιος δεν βλέπει οφθαλμοφανώς εκτελούμενο το λεγόμενον υπό του αδελφοθέου Ιακώβου, ότι «Πολύ Ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ίακ. ε' 16). Όταν παρουσιάζωμεν ολας αυτάς τας μαρτυρίας εις τους «Ευαγγελικούς» κ.λ.π. γνωρίζετε τι απαντούν; Ότι αυταί είναι μαρτυρίαι της Π. Διαθήκης και ότι εν τη Κ. Διαθήκη ο Χριστός θέλει να υπάγωμεν απ' ευθείας προς Αυτόν.

Ας ίδωμεν όμως και την διδασκαλίαν της Κ.Δ. περί του ζητήματος τούτου.

Εις τας Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκομεν: «Ο μεν ούν Πέτρος ετηρείτο εν τη φυλακή' προσευχή δε ην εκτενής γενομένη υπό της Εκκλησίας προς τον Θεόν υπέρ αυτού» (Πράξ. ιβ' 5). Εν τω χωρίω τούτω βλέπομεν, ότι οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων, αν και εγνώριζον, ότι ο Πέτρος ως Απόστολος είχε μέγα θάρρος δια του Σωτήρας Χριστου προς τον Θεόν Πατέρα, εν τούτοις έκαμαν δι' αυτόν, ευρισκόμενον εν τη φυλακή, εκτενείς προσευχάς προς τον Θεόν.

Ο Απόστ. Παύλος γράφει" «Παρακαλώ ούν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων...» (Α' Τιμ. β' 1-2) και προσθέτει: «Τούτο γαρ καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού...» (στ' 3). Ιδού σαφέστατη η διδασκαλία της Κ.Δ., ότι δυνάμεθα και πρέπει να προσευχώμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων, και ότι τούτο είναι καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Θεού. Και οι θαυμάσιοι ούτοι λόγοι του Αποστ. Παύλου είναι κατά δύο μόνον στίχους προ του περίφημου εκείνου στίχου, «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης κ. λ. π.» τον οποίον είδομεν ανωτέρω πώς παραμορφώνουσι και διαστρεβλώνωσι, και επειδή βεβαίως ο Αποστ. Παύλος γνωρίζει πολύ καλά τι λέγει, και δεν φάσκει και αντιφάσκει προς εαυτόν, εξάγεται ασφαλές το συμπέρασμα, ότι οι «Ευαγγελικοί» κ.λ.π. παραπαίουσι.

Προσέτι ο Απόστ. Παύλος μάρτυρα επικαλείται τον Θεόν, ότι αδιαλείπτως ενθυμείτε τους πιστούς εν ταις προσευχές του (Ρωμ. α' 9-10, Έφεσ. α' 16, Πρβλ. και Φιλ. α' 3-4, Κολ. α' 3, Α' θεσ. α' 2). Όχι δε μόνον τους άλλους ενθυμείτε εις τας προσευχάς του, αλλά ο μέγιστος αυτός Απόστολος παρακαλεί άλλους να προσεύχωνται υπέρ αυτού, διό λέγει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της αγάπης του Πνεύματος, συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν» (Ρωμ. ιε' 30), και «συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει» (Β' Κορ. α' 11)' και πάλιν' «Αδελφοί, προσεύχεσθε περί ημών» (Α' θεσ. ε' 25) και αλλαχού' «Το λοιπόν προσεύχεστε, αδελφοί περί ημών. Ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται» (Β' θεσ. γ' 1, Πρβλ. Έφεσ. στ' 18-19)' και πάλιν' «Προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ό Θεός άνοιξη ημίν θύραν του λόγου» (Κολ. δ' 3, Πρβλ. Έβρ. ιγ' 18-19).

Εντραπήτωσαν λοιπόν οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» και λοιποί, αλλά και μαθέτωσαν την αλήθεια, ότι επιτρέπει και θέλει ο Θεός να επικαλεσθώμεν τας προσευχάς των άλλων και ότι η πράξις αυτή δεν εναντιούται εις την μεσιτείαν του Σωτήρος και την υπέρ ημών πρεσβείαν Αυτού, διότι άλλως, ούτε θα προσηύχετο δια τους άλλους, ούτε θα έζήτη επιμόνως και τας υπέρ αυτού προσευχάς των αλλων αυτός ο Απόστ. Παύλος, ο λεπτότατος ερμηνευτής του περιεχομένου της Χριστιανικής θρησκείας, ούτε δε και η Εκκλησία ολόκληρος θα προσηύχετο υπέρ του Πέτρου, ευρισκομένου εν τη φυλακή.

Εάν δε ο Κύριος, αγωνιζόμενος αγωνιωδώς προ του πάθους Του εν τω κήπω της Γεσθημανή και επικαλούμενος τον Πατέρα, έλαβε ενίσχυσιν και εγκαρδίωσιν δι' αγγέλου, «ώφθη δε Αυτώ άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν» (Λουκ. κβ' 43), πόσω μάλλον έχομε ημείς ανάγκην ενισχύσεως δια των πρεσβειών των Αγίων, και μάλιστα, όταν η πράξις αυτή υποδεικνύηται παρ' Αυτού του Θεού;

Η πέτρα πιεζόμενη δύναται να διαρραγή, η διάνοια όμως των «Ευαγγελικών» και Ιεχωβάδων δεν δύναται να μεταπεισθή, διότι και μετά την ανωτέρω ανάπτυξιν απαθέστατα απαντούν. Μάλιστα, όλα όσα ανωτέρω ελέχθησαν είναι αληθή και ευαγγελικά και ημείς προσευχόμεθα υπέρ αλλήλων' δεν επικαλούμεθα όμως τους Αγίους, διότι αυτοί ήδη απέθαναν και δεν υπάρχουσι πλέον, και δεν δυνάμεθα να τους επικαλεσθώμεν εις τας προσευχάς ημών.

Αλλ' η τοιαύτη απάντηση είναι βλάσφημος, διότι γνωρίζουσι το ρηθέν υπό του Θεού, «Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ό Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ ουκ εστίν ο Θεός Θεός νεκρών αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ' 32, Μαρκ. ιβ' 26-27, Λουκ. κβ' 37 -39). Γνωρίζουσιν, ότι ο Κύριος λέγει, «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν»(Ίωαν. ε,' 14)' και «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πάς ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ίωάν. ια' 26)' επομένως και οι Άγιοι ζώσιν ενώπιον του Κυρίου.

Οι ανωτέρω λοιπόν λόγοι των «Ευαγγελικών» είναι προσποιητοί και ανάξιοι αυτών, διότι γνωρίζουσιν, ότι οι Άγιοι καν αποθάνωσι ζήσονται. Αλλά πρώτου προχωρήσωμεν και εις τας σχετικάς προς την άποψιν ταύτην σαφείς και λαμπρές μαρτυρίες της Αγ. Γραφής λέγομεν προς αυτούς, ότι οι Άγιοι του Θεού ευρισκόμενοι ακόμη εν σώματι κατόρθωνον, δια θείου βεβαίως φωτισμού, δια του Αγίου Πνεύματος, να διεισδύουν εις τας καρδίας των ανθρώπων.

Ο Απόστ. Πέτρος π.χ. διείσδησεν εις την καρδίαν του Ανανίου και τον απεκάλυψε ότι ψεύδεται (Πράξ. ε' 3). Είχαν το δώρο να γνωρίζωσι συμβάντα, τα όποια εγένοντο μακράν αυτών, ως ο προφήτης Ελισαίος εγνώρισεν, ότι ο υπηρέτης του Γιεζί έλαβε δώρα παρά του Σύρου Νεεμάν, τον οποίον λεπρόν οντά, αυτός είχε θεραπεύσει (Δ' Βασιλ. στ' 26-27). Μαρτυρεί επίσης η Αγ. Γραφή, ότι οι Άγιοι ευρισκόμενοι επί της γης εισανέβαινον εις τον ουράνιο κόσμον, και άλλοι μεν τούτων είδαν αγγέλους, ως ο Ιακώβ (Γεν. λβ' 1), ο Ησαΐας (Ήσ. στ' 1-5), άλλοι δε ηρπάγησαν μέχρι τρίτου ουρανού και ήκουσαν άρρητα ρήματα, ως ο Απόστ. Παύλος (Β' Κορ. ιβ' 2-4).

Αλλ' εάν οι Άγιοι, εν όσω ήσαν επί της γης κατόρθωσαν, θεία χάριτι, τοιαύτα θαυμαστά έργα, δύσκολον είναι, άρα γε, ευρισκόμενοι εν ουρανώ, και επομένως απηλλαγμένοι των εμποδίων της σαρκός, να λάβωσι πάλιν γνώσιν των συμβαινόντων επί της γης; Βεβαίως ναι. Εν τη Αγ. Γραφή υπάρχει μαρτυρία σαφέστατη, κατά την οποίαν Αυτός ο Θεός δίδει απ' ευθείας απόδειξιν, όχι μόνον ότι απελθόντες εκ του κόσμου τούτου, και μάλιστα προ πολλού, δύναται να πρεσβεύωσιν υπέρ ζώντων, άλλ' ότι και θέλει την τοιαύτην πρεσβείαν.

Η μαρτυρία αυτή είναι η εξής: «Εάν στη Μωϋσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ εστίν η ψυχή μου προς αυτούς» (Ιερεμ. ιε' 1). Τους λόγους τούτους είπεν ο Κύριος εις τον Προφήτην Ιερεμία και έδειξε δια τούτων, ότι ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ προ πολλού αποθανόντες ηδύναντο να πρεσβεύωσι, να παρακαλέσωσιν υπέρ των Ιουδαίων. Άλλα και ο Κύριος εν τοις Ευαγγελίοις μας αποκαλύπτει, ότι υπάρχει αδιάκοπος επικοινωνία μεταξύ του αοράτου και ορατού κόσμου, μεταξύ του ουρανού και της γης. Και παρά μεν τω Ματθαίω λέγει; «Οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτω ν' λέγω γαρ υμίν, ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ουρανοίς»(Ματθ. ιη' 10). Άλλ' εάν οι άγγελοι παρακολουθώσι και τα εις μικρόν τίνα αδελφόν συμβαίνοντα και καθιστώσι ταύτα γνωστά εν τω ουρανώ, πόσω μάλλον θ' αναφέρει τα εις ολόκληρον την οικουμένην συμβαίνοντα παρά λαών ολοκλήρων, επικαλουμένων αυτούς τε τους αγγέλους και τους ισαξίους αυτών αγίους του Θεού, ίνα και ούτοι προσεύχωνται υπέρ αυτών; Παρά δε τω Ευαγγελιστή Λουκά λέγει" «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ, ιε' 10). Βεβαίως και την μετάνοιαν ταύτην του αμαρτωλού αναγγέλλουσιν εις τα εν ουρανοίς τάγματα των αγγέλων του Θεού οι παρακολουθούντες τον αμαρτωλόν άγγελοι, άλλ' αν απαγγέλλουσι την πράξιν ταύτην πώσω μάλλον τας επικλήσεις των χριστιανών, οίτινες κατά το παράδειγμα του Αποστ. Παύλου (Ρωμ. ιε' 30) παρακαλούσιν, ίνα οι τε άγγελοι και άγιοι συναγωνίζωνται μετ' αυτών εν ταις προς τον Θεόν προσευχές.

Αλλ' ο Σωτήρ δια της παραβολής του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. ιστ' 19-31) απεκάλυψε, ότι και αυτοί οι Άγιοι έχουσιν επίγνωσιν των εν τω κοσμώ γινομένων διότι εν τη παραβολή ταύτη βλέπομεν, ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ απαντών εις την αίτησιν του πλουσίου, ίνα πέμψη τον Λάζαρον εις τους εν τω κοσμώ αδελφούς του λέγει, ότι. «Έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών». Και βεβαίως, καθ' ον τρόπον ο Αβραάμ έλαβε γνώσιν της μετ' αυτών υπάρξεως εν τω κόσμω του Μωϋσέως και των προφητών, κατ' αυτόν τον τρόπον και οι Άγιοι λαμβάνουσι γνώσιν των εν τω κόσμω γινομένων και μάλιστα των προς αυτούς επικλήσεων των εν πίστει αδελφών αυτών.

Αλλ' αν δεν αρκούσιν εις τους «Ευαγγελικούς» κλπ. αι ανωτέρω μαρτυρίες , ιδού το θειότατον βιβλίον της Αποκαλύψεως, εξαφανίζον πάσαν οιανδήποτε αμφιβολία, διότι εν αύτη αναγινώσκομεν ότι: «Τα τέσσερα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του αρνιού, έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλες χρυσάς γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισίν αι προσευχαί των αγίων» (Αποκ. ε' 8). Οσονδήποτε αλληγορικός και αν ερμηνευθώσι «Τα τέσσαρα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι», γεγονός αναντίρρητο μένει, ότι οι εν ουρανοίς ευρισκόμενοι Άγιοι προσεύχονται, και ότι αι προσευχαί αυτών βεβαίως αποβλέπουσιν εις ημάς τους επί της γης αδελφούς των.

Έτερον χωρίον της Αποκαλύψεως έχει ως εξής; «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον Λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον' και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες' Έως πότε, ο Δεσπότης ο Άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. στ' 9-10). Και ενταύθα μένει αναντίρρητο το γεγονός, ότι αι ψυχαί των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού προσεύχονται ζητούσαι κρίσιν και δικαιοσύνην.

Αλλ' ιδού και άλλη μαρτυρία: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου' και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταις προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού» (Αποκ. η' 3-4). Ενταύθα μας αποκαλύπτεται και έτερον γεγονός, ότι δηλαδή, όχι μόνον οι Άγιοι εν τω ουρανώ προσεύχονται, άλλ' ότι και προσάγονται αι προσευχαί αυτών ενώπιον του Θεού δι' Αγγέλων.

Τάς δυνατάς αυτάς μαρτυρίας, περί του ότι οι Άγιοι εν ουρανώ, προσεύχονται υπέρ των επί της γης αδελφών των, «οι Ευαγγελικοί» δεν κατορθώνουν εύκολα ν' αποφύγωσι και κάπως κάμπτονται προ αυτών' δια να μη αναγκάζονται δε να ομολογώσι την αλήθειαν, διότι εντρέπονται, καταφεύγουν εις μωράς και ανόητους δοξασίας, Λέγουσι δηλ. ότι, ναι μεν μπορεί να είναι αληθής η πρεσβεία των Αγίων, άλλ' ημείς οι ορθόδοξοι κάμνομεν κατάχρησιν ταύτης, διότι αποτεινόμενοι προς την θεοτόκον λέγομεν: «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτερ του Θεού...» κ.λ.π. ενώ εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν.

 Και ότι μεν εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν και ελπίζομεν πράγματι, περί τούτου δεν αμφιβάλλουσι ούτε οι «Ευαγγελικοί» αλλά θέλοντες να καλύψωσι την τεραστίαν πλάνην των εκμεταλλεύονται, δήθεν εις βάρος μας, την ανωτέρω φράσιν, «Την πάσαν ελπίδα μου κλπ.», ενώ πράγματι αποδεικνύουσι το πείσμα των.

Διότι, αφού άπαξ ο Πανάγαθος Θεός επιτρέπει, καθώς μας διδάσκει η Αγ. Γραφή, οι εν ουρανώ θριαμβεύοντες να προσεύχονται υπέρ ημών των επί της γης, τότε βεβαίως δεν είναι εναντίον της διδασκαλίας ταύτης το να ειπεί ο χριστιανός, ότι: «Παναγία μου, αυτό το όποιον ζητώ και παρακαλώ, έχω την πάσα ελπίδα, ότι και Συ θα με βοηθήσεις δια των στοργικών μητρικών Σου ευχών και θα το επιτύχω παρά του Υιού Σου και Θεού ημών» διότι αυτή είναι η αληθής έννοια του τροπαρίου τούτου.

Αλλά μήπως και ο Απόστολος των εθνών Παύλος, γράφων προς τους θεσσαλονικείς δεν τους αποκαλεί ελπίδα του, και όχι μόνον ελπίδα του, αλλά και χαρά του και στέφανον καυχήσεως δια των έξης: «Τις γαρ ημών ελπίς ή χαρά ή στέφανος καυχήσεως, ή ουχί και ημείς έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν τη αυτού παρουσία;» (Α' θεσσαλ. β' 19), ενώ γνωρίζουν, ότι και ελπίς μας και χαρά μας και ο,τι υψηλότερο και ανώτερο και τελειότερο επιποθεί η ψυχή μας ευρίσκεται εν Αυτώ τω Παντοκράτορι και ΙΙαντοδυνάμω Θεώ;

 Και όπως ο Απόστ. Παύλος ηδύνατο να πει, ότι οι θεσσαλονικείς, διότι εκήρυξεν εις αυτούς το Ευαγγέλιο ,ήσαν ελπίς του και η χαρά του και ο στέφανος της καυχήσεως του εν παρουσία του Σωτήρος Χριστού, τοιουτοτρόπως και ημείς δυνάμεθα, γνωρίζοντες το μητρικόν ενδιαφέρον και τα μητρικά σπλάγχνα της Πανάγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και την παρρησίαν Αυτής ενώπιον του Υιού της και Θεού ημών, δυνάμεθα, λέγω να εκφράσωμεν προς Αυτήν την πάσα ελπίδα μας, ότι θα φέρη τας προσευχάς μας ενώπιον του σωτήρος Χριστού και θα ζήτηση παρ' Αυτού να σώση τας ψυχάς ημών.

Ιδού μετά πόσης ακριβείας και ειλικρίνειας αποδεικνύεται η πλάνη των και καταπίπτουσι τα επιχειρήματα των και εις την απόδειξιν ταύτης της πλάνης υψούται και υπερυψούται η αλήθεια, και λάμπει το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, και αποδεικνύεται αληθέστατο το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η πρεσβεία των Αγίων, την οποίαν μεταχειρίζεται και εφαρμόζει συμφώνως προς τον τρόπον, τας υποδείξεις και εκ μαρτυρίας του αιωνίου κώδικος της ζωής των ανθρώπων, του λόγου του Θεού, της Αγ. Γραφής και δι' αυτό ας προσέχουν πολύ οι ημέτεροι.


 οι Άγιοι Πατέρες περί των Αγίων


«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην» (Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).

 «Η γαρ προς τους εύνους, των ομοδούλων διάθεσις την αναφοράν προς τον Δεσπότην εχει, ω δεδουλεύκασι και ο τους δια πίστιν ηθληκότας τιμών, δηλόν έστι πολλής αρετής έχει την μαρτυρίαν» (Μ. Βασίλειος Επιστ. 197, 2).

«Ουκ ηδέσθης τα υπέρ Χριστου σφάγια, ουδέ εφοβήθης τους μεγάλους αγωνιστάς; Τον Ιωάννην εκείνον, τον Πέτρον, τον Παύλον, τον Ιάκωβον, τον Στέφανον, τον Λουκάν, τον Ανδρέαν, την Θέκλαν, τους έπ' εκείνοις τε και προ εκείνων της αληθείας προκινδυνεύσαντας; οι πυρί και σιδήρω και θηρσί και τυράννοις προθύμως αντηγωνίσαντο; Και παρούσι κακοίς και απειλουμένοις, ώσπερ εν αλλοτρίοις σώμασιν, ή ασώματοι; Τίνος ένεκεν; ίνα μη προδώσι μηδέ μέχρι ρήματος την ευσέβειαν' ων αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις παρ' ων δαίμονες ελαύνονται και νόσοι θεραπεύονται ων αι επιφάνειαι και ων αι προρρήσεις' ων και τα σώματα μόνον ίσα δύνανται ταις αγίαις ψυχαις, ή επαφώμενα ή τιμώμενα, ων και ρανίδες αίματος μόνον, και μικρά σύμβολα πάθους ίσα δρώσι τοις σώμασι. Ταύτα ου σέβεις άλλ' ατιμάζεις;» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός κατά Ιουλιανού, στηλιτ. Α' τόμος α' σελ. 76-77).

«Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, προφήτας και μάρτυρας και εις την προς Θεόν ικεσίαν τούτους επικαλούμαι, του δι' αυτών, ήγουν δια της μεσιτείας αυτών, ίλεον μοι γενέσθαι τον φιλάνθρωπον Θεόν, και λύτρον μοι των πταισμάτων γενέσθαι, και δοθήναι»  (Μ. Βασίλ. Έπιστ. τξ' προς Ίουλιανόν παραβάτην).

Ο δε θείος Χρυσόστομος μαρτυρεί την αδιάσπαστο ενότητα και αδιάλειπτο κοινωνίαν της επί της γης στρατευόμενης προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσαν Εκκλησία, επικαλούμενος εν λόγω Μελέτιον τον Αντιοχείας να συμμετάσχη και ούτος (ο Μελέτιος) των ευχών της επί της γης Εκκλησίας λέγων:

 «Ευξόμεθα δε, κοινή πάντες άρχοντες και αρχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, πρεσβύτεροι και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι αυτόν τον Μελέτιον κοινωνόν της ευχής ταύτης λαβόντες...» (Τόμ. β' σελ. 619).

Αυτός ούτος ο Ιερός Πατήρ επικαλείται εις πρεσβείαν την Μητέρα του Κυρίου λέγων: «...ου λείπει τω Θεώ, Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ιαήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού Μητέρα καταισχυνεί τους εχθρούς της αληθείας;» (Λόγος περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι).

 Αλλα και αυτός ακόμη ο Ωριγένης λέγει: «Αι ψυχαί των πεπελεκυσμένων, ένεκα της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω προσεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων»  (Προτρεπτ. εις μαρτύριον § 30 βλ. και § 50).


«Προσκυνήσω μεν και λατρεύσωμεν μόνω τω κτίστη και δημιουργώ, ως φύσει προσκυνητώ Θεώ. Προσκυνήσωμεν και τη αγία Θεοτόκω, ούχ ως Θεόν, άλλ' ως Μητρί Θεού κατά σάρκα. Έτι προσκυνήσωμεν και τοις αγίοις, ως εκλεκτοίς φίλοις Θεού, και την προς αυτόν κεκτημένοις παρρησίαν» (Ιωάννης Δαμασκηνός).

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com