τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

 

Τό κακό ξεκίνησε ἀπ' τόν δικό μας, Ἀριστοτέλη (384 - 322 π.Χ.)· ἤ γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, ξεκίνησε συγχρόνως ἀπό διάφορες κα­τευ­θύν­σεις, ἀπό διάφορους πολιτισμούς, ἄν καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὑπῆρξε ὁ πιό δημοφιλής, πού ἐπηρέασε μέ τή σκέψη του τή δυτική διανόηση. Ὁ «Κόσμος» τοῦ Ἀριστοτέλη, εἶχε στό κέντρο του τή σφαιρική Γῆ καί γύρω της σέ οὐράνιες σφαῖρες βρίσκονταν ἡ Σελήνη, ὁ Ἥλιος, οἱ πλανῆτες (Ἑρμῆς, Ἀφροδίτη, Ἄρης, Ζεύς, Κρόνος), ἡ σφαίρα τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων καί τέλος ἡ σφαίρα τῆς «πρώτης κινούσας δύναμης».

Ἡ παραπάνω «κοσμολογία» δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τήν ἀντίληψη πού τρέφει ἡ σύγχρονη Ἀστρολογία γιά τόν Κόσμο.

Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ἀπό τήν Ἰωνία θεωροῦσαν ὅτι στήν φύση ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖατέσσερις οὐσίες: «ἡ γῆ, τό ὕδωρ, τό πῦρ καί ὁ ἀήρ». Ὁ Ἀριστοτέλης πρόσθεσε στήν τετράδα αὐτή τόν «αἰθέρα», ὁ ὁποῖος θά ἀποτελέσει τήν πέμπτη οὐσία πεμπτουσία. Τό στοιχεῖο αὐτό παρουσιάζει, σύμφωνα μέ τόν Ἀριστοτέλη, πολλές ἰδιαιτερότητες: εἶναι ἀγέννητον, ἀγήρατον, ἄφθαρτον, ἀΐδιον, ἀναυξές καί ἀναλλοίωτον. Ἐπιπλέον, ἐντοπίζεται στά ψηλά στρώματα τοῦ οὐρανοῦ (στόν «ἀνώτατον τόπον») ὅπου κατοικεῖ ἡ θεότητα.

Οἱ «ἰδιότητες» αὐτές τοῦ «αἰθέρα» μεταφέρονται ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν δυτική θεολογία τοῦ μεσαίωνα, διά τῶν ἀλ­χη­μι­στῶν καί τῶν ἁπανταχοῦ ἀποκρυφιστῶν μέχρι καί τόν 19ο αἰ­ώ­να, ὅπου ὁ «αἰθέρας» ἀποκτᾶ «ἐπιστημονική» ὑ­πό­στα­ση.

Νά σημειωθεῖ ὅτι τήν πίστη στήν ὕπαρξη τῆς λεπτοφυοῦς κι ἀόρατης ὕλης τοῦ «αἰθέρα» τήν συναντοῦμε τόσον σέ Ἐγ­χει­ρί­δια Φυσικῆς (1880)[1], ὅσον καί σέ ἀναφορές στά «Ἅπαντα τῆς ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας» τοῦ Ὁσίου Θεοφάνη τοῦ ἔγκλειστου (1815-1894) κ.ἀ., προφανῶς διότι ὁ «αἰθέρας» ἐντάσσετο στήν ἐπιστήμη τῆς ἐ­πο­χῆς.

Ὁ Νίκολα Τέσλα (Nikola Tesla), 1856-1943, γνωστός ἐ­πι­στή­μο­νας τήν περίοδο αὐτή, στήριζε τίς ἀ­νυ­πό­στα­τες θεωρίες του ἤδη ἀπό τό 1891 θεωρώντας τό σύμπαν ὡς ἕνα δυναμικό σύστημα γεμάτο «ἐνέργεια», πού μποροῦσε νά χρησι­μοποιηθεῖ. Ὁ Τέσλα γνωρίστηκε καί συνεργάστηκε μέ τόν Ἰνδό Σουάμι Βιβεκανάντα σέ μιά προσπάθεια νά «ἀποδείξει» ὅτι βασικές θρη­σκευ­τι­κές θεωρίες καί πρακτικές του Ἰνδουισμοῦ μποροῦ­σαν νά ταυ­τι­στοῦν μέ ἐπιστημονικά δεδομένα τῆς τότε Φυ­σι­κῆς, ὅπως ὁ «αἰθέρας».

Γιά τόν Βιβεκανάντα ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ὅτι αὐτός προσωπικά καί ἡ Θεοσοφική Ἐταιρία τῆς Ἑ. Π. Μπλαβάτσκυ εἶναι οἱ κατ' ἐξοχήν ὑπεύθυνοι γιά τή διείσδυση τοῦ ἰνδου­ισμοῦ στή Δύ­ση καί γενικά τή θεμελίωση αὐτοῦ, πού σήμερα μᾶς εἶναι γνωστό, ὡς ἡ «Νέα Ἐποχή» (New Age), ἤδη ἀπό τόν 19ο αἰώνα.

Ἀφότου ὁ Τέσλα συνάντησε τόν Βιβεκανάντα κι ἄρχισε νά μελετᾶ τό τί οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες πιστεύουν γιά τή διαμόρφωση καί τή δομή τοῦ Κόσμου, ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖ ὅρους σανσκριτικούς γιά νά ἐκφράζει τίς ἰδέες του. Ἔτσι, μεταξύ ἄλ­λων, ἀρχίζει νά χρησιμοποιεῖ τίς λέξεις «Ἀκάσα», «Πράνα», ἀλ­λά καί τήν ἰδέα τοῦ «φωτοβόλου αἰθέρα» (luminiferous aether), τοῦ «αἰθέρα, πού μεταφέρει τό φῶς» γιά νά περιγράψει τήν ὕ­παρ­ξη, τήν προέλευση, ἀλλά καί τή δομή τῆς ὕλης.

Ἡ θεωρία περί ὕπαρξης τοῦ «αἰθέρα» χρησιμοποιήθηκε κυρίως στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, γιά νά ἐξηγήσει τήν δυνατότητα με­τά­δο­σης τοῦ φωτός -κυματοειδοῦς, φαινομενικά- μέσω τοῦ κενοῦ διαστήματος, κάτι πού -κατά τήν ἀντίληψη κάποιων ἐ­πι­στη­μό­νων τῆς ἐποχῆς-, τά ἠλεκτρομαγνητικά κύματα δέν θά ἦταν σέ θέση νά πραγματοποιήσουν. Ἡ θεωρία ἑνός χώρου γεμάτου «φωτοβόλο αἰθέρα», ἀντί ἑνός χώρου ἀπολύτου κενοῦ, πα­ρεῖ­χε τό θεωρητικό ὑπόβαθρο, πού ἀπαιτεῖτο γιά τήν στήριξη τῆς «κυματοειδοῦς φύσης» τοῦ φωτός. Ἡ θεωρία γύρω ἀπό τήν ὕπαρξη ἤ μή τοῦ αἰθέρα ὑπῆρξε θέμα σημαντικοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἱστορία του, καθώς ἀ­παι­τεῖτο ἡ ὕπαρξη μιᾶς ἀόρατης καί ἄπειρης ὕλης -ἔστω λε­πτο­φυ­οῦς-, πού δέν θά ἀλληλεπιδροῦσε μέ τά ἀντικείμενα τοῦ φυ­σι­κοῦ κόσμου. Καθώς ἡ φύση τοῦ φωτός διερευνήθηκε, ἰδιαίτερα τόν 19ο αἰώνα, οἱ θέσεις γιά τίς φυσικές ἰ­δι­ό­τη­τες, πού ἀ­παι­τοῦν­ταν γιά νά γίνει ἀποδεκτή ἡ ὕπαρξη τοῦ «αἰθέρα», γίνονταν ὅλο καί πιό ἀντιφατικές. Στά τέλη τοῦ 1800, ἀμφισβητήθηκε ἡ ὕ­παρ­ξή του ὁλοκληρωτικά, ἄν καί δέν ὑπῆρχε ἀκόμη ἄλλη θεωρία στή Φυσική γιά τήν ἀντικατάστασή του.

Ἡ ἀποτυχία τοῦ πειράματος Μάϊκελσον-Μόρλεϋ (Mi­chelson-M­o­r­l­ey)[2], ἔδειξε ὅτι ὁ «αἰθέρας» ἦταν ἀνύπαρκτος, κάτι πού ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε μέ πειράματα, πού ἀκολούθησαν μέχρι καί τό 1920. Αὐτό ὁδήγησε σέ σημαντική θεωρητική ἐργασία γιά νά ἐξηγηθεῖ ἡ διάδοση τοῦ φωτός, χωρίς κάποιο μέσον σάν τόν «αἰθέρα». Ἡ κατάρριψη τῆς θεωρίας περί «αἰθέρα» ὑπῆρξε ἡ εὐκαιρία, πού ὁδήγησε τόν Ἄλμπερτ Ἀϊνστάϊν (Albert Einstein) στή ἀνάπτυξη τῆς Θεωρία τῆς Σχετικότητας, ἡ ὁποία μποροῦσε νά ἐξηγήσει γιατί τό πείραμα Μάϊκελσον-Μόρλεϋ ἀπέτυχε καί ἑρμήνευε τό γιατί ἕνα τέτοιο μέσον -σάν τόν «αἰθέρα»- δέν ἦταν ἀπαραίτητο στήν κατανόηση τῆς δομῆς τοῦ σύμπαντος. Τό πείραμα Μάϊκελσον-Μόρλεϋ (Michelson-Morley), μαζί μέ τήν ἀκτι­νοβολία τοῦ «μέλανος σώματος» (σκοτεινή ἀκτινοβο­λία)[3] καί τό «φωτοηλεκτρικό φαινόμενο»[4], ἔδωσαν τήν τεκμηρίωση γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς σύγχρονης Φυσικῆς, πού περιλαμβάνει τόσο τή σχετικότητα ὅσο καί τήν κβαντική θεωρία καί ἐξηγεῖ -ἡ δεύτερη- τήν κυματόμορφη (wave-like)[5] φύση τοῦ φωτός.

Ἄλλα ὀνόματα γιά τόν «αἰθέρα» -π.χ. στόν Ἰνδουισμό- είναι: Πράνα (Prana), πού λογίζεται ὡς «ἐνέργεια», «ζωτική δύναμη» ἤ «ζωτική ἀρχή», πού διαπερνᾶ τό Σύμπαν σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ἤ Ἀκάσα (Akasha), πού ἑρμηνεύεται ὡς ὕλη (λεπτοφυής), πού συνήθως μεταφράζεται καί ὡς «αἰθέρας». Ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ «ζωτική δύναμη», Πράνα, ἀναφέρεται, ἀπό ποικίλους χώρους μέ διάφορα ὀνόματα μπερδεύοντας καί παραπλανώντας τό ἀνυποψίαστο κοινό.

Ὅπως ἀναφέρει κι ὁ Ὁμοιοπαθητικός Γεώργιος Βυθούλκας, «... Αὐτό τό εἶδος ἐνέργειας ἔχει δεχθεῖ διάφορες ὀνο­μασίες ἀπό διαφορετικούς ἀνθρώπους σέ διαφορετικές ἐποχές τῆς ἱστορίας. Ἔχει ἀποκληθεῖ: Πράνα, ἀπό τούς Ἰνδουιστές... Ἀστρικό φῶς ἀπό τούς Καβαλιστές, Ἀζώθ, ἀπό τούς Ἀλχημι­στές... Ζωικός μαγνητισμός, ἀπό τόν Μέσμερ... Ζωτική ἐνέργεια ἤ ζωτική δύναμη ἤ ζωτικό σῶμα, ἀπό τή βιταλιστική σχολή... Βιοπλάσμα, ἀπό Σοβιετικούς ἐ­πι­στή­μο­νες... "Συμπαντική ἐνέργεια"· αὐτός ὁ ὅρος προσδιορίζει καλύτερα μιά ἀπό τίς βασικές ἰδιότη­τές της: τή συμπαντικότητα...»[6].

Στά παραπάνω, ἀξίζει νά προσθέσουμε καί τίς ὀνομασίες: Τσί (chi), πού χρησιμοποιεῖται στήν Κίνα, Κι (ki), στήν Ἰαπωνία, «Μάνα» (Mana) στούς πολιτισμούς τῆς Ὠκεα­νίας, «Ὀντική Δύναμη» (Odic force) ἀπό τόν Κάρλ Φόν Ρά­ϊ­χεν­μπαχ (Carl von R­e­i­c­h­e­n­bach), «Σπίριτους» (Spi­ri­tus) ἀπό τόν Ρόμπερτ Φλάντ (Robert Fludd), «Ψυχοτρονική Ἐνέρ­γεια (p­s­y­c­h­o­t­r­o­n­i­cs) ἀπό Τσεχοσλοβάκους «ἐ­πι­στή­μο­νες» καί «Ὀργό­νη»[7] ἀπό τόν Βίλχελμ Ράϊχ (W­i­l­helm Reich). Τέλος, ὡς «Ζωτική Ἐνέργεια» ἀναφέρεται ἀπό τόν Σάμουελ Χάνεμαν (S­a­m­u­el Hahnemann) τόν πατέρα τῆς Ὁμοιο­παθητικῆς.

Σήμερα, ἀποδοχή τοῦ «αἰθέρα» συναντοῦμε στόν ἀποκρυφι­σμό, στίς ἁπανταχοῦ σέκτες τῆς «Νέας Ἐποχῆς», στίς «ἐνερ­γειακές» ἤ «ἐναλλακτικές» ψευδοθεραπεῖες καί στίς μασονικές στοές.

Περιέργως πῶς, τήν σύλληψη περί «αἰθέρα» τήν συναντοῦμε καί στήν ἐπωνυμία «Πεμπτουσία» (https://www.pemptousia.gr) τοῦ ἰ­στο­τό­που τῆς γνωστῆς καί καταξιωμένης «Ἱερᾶς Πατριαρ­χικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Βατοπαιδίου»· καί διερωτόμαστε πῶς εἶναι δυνατόν τό ὄνομα τοῦ ἰστοτόπου μιᾶς Ἱ. Μο­νῆς νά παραπέμπει σέ εἰδωλολατρική καί ἀντιεπιστημονική ὁρολογία;

Ὅμως, τήν ἀπάντηση αὐτή θά πρέπει ἴσως νά τήν ἀ­πευ­θύ­νου­με στούς Ἐπιστημονικούς Συμβούλους[8] τοῦ ἰστοτόπου κ.κ. Μά­νο Δανέζη, ἐπίκουρο καθηγητή Ἀστροφυσικῆς τοῦ τμήματος Φυ­σι­κῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί Στράτο Θεοδοσίου, ἀναπληρωτῆ καθηγητῆ τοῦ τμήματος Φυσικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί Πρόεδρο τῆς Ἕνωσης Ἑλλήνων Φυσικῶν...

 

[1] Βλ. Ebenezer Cobham Brewer (188038), «A Guide to the Scientific Knowledge of Things Familiar», σσ. 46-47, 363, 435.

[2] Ἐπιστημονικό πείραμα, πού πραγματοποιήθηκε γιά νά άποδειχθεῖ ἡ παρουσία τῆς «οὐσίας», πού ὀνόμαζαν αἰθέρα καί πού πίστευαν ὅτι γεμίζει τόν κενό χῶρο. Τό πείραμα ἔγινε ἀπό τούς Albert A. Michelson καί Edward Morley τό 1887.

[3] Ἀκτινοβολία «μαύρου σώματος» (blackbody radiation). Ἡ θερμική, ἠλεκτρο­μα­γνητική ἀκτινοβολία μέσα ἤ γύρω ἀπό ἕνα σῶμα, σέ θερμοδυναμική ἰσορροπία μέ τό περιβάλλον του ἤ ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἕνα ἀδιαφανές καί μή ἀντανακλαστικό σῶμα.

[4] Κβαντική διεργασία κατά τήν ὁποία ἀπελευθερώνονται ἠλεκτρόνια ἀπό μιά ἐπιφά­νεια ἀγωγοῦ ὅταν προσπέσει σέ αὐτή ἠλεκτρομαγνητική ἀκτινοβολία συχνότητας τέτοιας ὥστε τά ἠλεκτρόνια νά κατορθώσουν νά ὑπερπηδήσουν τό φράγμα δυναμικῆς ἐνέργειας, πού τά συγκρατεῖ στήν ἐπιφάνεια αὐτή.

[5] Κυματομορφή (Airy), ἕνα κύμα, πού περιγράφει πῶς τά κβαντικά σωματίδια κινοῦ­νται.

[6] Βλ. Γεωργίου Βυθούλκα, «Ἡ νέα διάσταση στήν ἰατρική», Ἐκδόσεις Ἀδάμ, σ. 86. & «Κριτική στήν Ὁμοιοπαθητική», Ἰωάννου Κουντουρᾶ, Καθηγητοῦ Παθολογίας στό Α. Π. Θ. https://www.alopsis.gr/alopsis/omiopa13.htm

[7] Ἡ «ὀργόνη» περιγράφεται ὡς ἕνα πανταχοῦ παρόν, ἐλεύθερο ἀπό μάζα ὑπόστρωμα ἐνέργειας ἀπό τό ὁποῖο δημιουργοῦνται δευτερογενῶς ἡ ὕλη, ἡ ζωή καί οἱ φυσικοί νόμοι.

[8] https://www.pemptousia.gr/pemptousia/