Print

Αρχιμ.ΘεοφίλουΛεμοντζή

   Οι κατ’ εξοχήν εκπρόσωποι των ελευθεριαζόντων ή αντινομιστών Γνωστικών είναι οι Νικολαΐτες. Αυτή η αιρετική ομάδα μνημονεύεται για πρώτη φορά στην Αποκάλυψη του Ιωάννου[186]. Οι αντιαιρετικοί συγγραφείς υποστήριξαν την άποψη ότι ο Νικόλαος ήταν ο ηγέτης αυτής της αιρετικής κίνησης και ήταν ένας από τους επτά διακόνους οι οποίοι είχαν ορισθεί από τους Αποστόλους για τη διεκπεραίωση και οργάνωση του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας[187]. Ο καθηγητής Π. Κουτλεμάνης στη μελέτη του «Νικολαΐτες, οι πρώτοι αιρετικοί»188 λαμβάνοντας τόσο υπ’ όψη του τις πατερικές μαρτυρίες[189], όσο και τις απόψεις σύγχρονων ερευνητών[190], υποστηρίζει ότι ο διάκονος Νικόλαος δεν είχε καμία σχέση με την αίρεση και ότι ίσως οι ίδιοι οι Νικολαΐτες να συνέδεσαν την αίρεσή τους με τον διάκονο. Κατά πάσα πιθανότητα υπήρχε κάποιος άλλος Νικόλαος που ίδρυσε την αίρεση[191]. Κατά την παράδοση ο Νικόλαος είχε παντρευτεί μια ωραία γυναίκα. Θέλησε όμως να επιδοθεί στην αρετή της εγκράτειας. Δυστυχώς δεν κατόρθωσε να πετύχει αυτόν τον σκοπό και παρασύρθηκε στο άλλο άκρο, την άκρατη ηθική ασυδοσία. Οι οπαδοί αυτής της αίρεσης διακήρυτταν ότι η ηθική ασυδοσία αποτελεί μέσο πνευματικής ανύψωσης[192].


V CHECKΣύμφωνα με τον Ειρηναίο “Nicolaitae autem magistrum quidem habent Nicolaum. unura ex VII qui primi ad diaconium ab apostolis ordinati sunt. Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 1, 26, 3 7, 687A. Επίσης σύμφωνα με τον Ιππόλυτο “πολλής δε αυτοίς συστάσεως κακών αίτιος γεγενηται Νικόλαος, εις των επτά εις διακονίαν υπό των Αποστόλων κατασταθείς, ος αποστάς τής κατ’ ευθείαν διδασκαλίας εδίδασκεν αδιαφορίαν βίου τε και βρώσεως, ού τούς μαθητάς ενυβρίζοντας τό άγιον Πνεύμα διά τής Αποκαλύψεως (Ιωάννου) Ιωάννης ήλεγχε πορνεύοντας και ειδωλόθυτα εσθίοντας. Ιππολύτου, Έλεγχος 7, 36, 3, PG 16, 3343Β. Αυτή την άποψη, ότι δηλ. ο Νικόλαος ο διάκονος ήταν πρωτεργάτης της αίρεσης ακολούθησε ο Τερτυλλιανός. Tertulliani, De praescr.46, PL 2, 63A. Όμως ο Κλήμης Αλεξανδρείας θεωρεί ότι ο Νικόλαος δεν ήταν ο πρωτεργάτης της αίρεσης και ότι όλα αυτά είναι ψευδής ισχυρισμός των νικολαϊτών. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωμ. 3, 4. PG 8,1129Β. Αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται μόνο από τον Κλήμεντα, αλλά επίσης από τις Αποστολικές διαταγές. PG 1, 928 Α. Ιγνάτιο Αντιόχειας PG 5, 796Α. Ο Επιφάνιος έχοντας μπροστά του αυτές τις δύο παραδόσεις προσπαθεί να τις συνθέσει καταγράφοντας την παράδοση του Κλήμεντα χωρίς όμως να απαλάσσει τον Νικόλαο από την υπαιτιότητα για την αίρεση. Επιφανίου, Πανάριον, 1, 23,1 PG 41,320D-321C. Βλ. σχ. Παυσανία Κουτλεμάνη, ο.π., σ. 31 και εξ.

    Οι Ωριγενιανοί[193] που ήταν αιρετικοί, επιδίδονταν σε κάθε είδους ακολασία, καθώς η διδασκαλία τους ήταν παρόμοια μ’ αυτήν των Νικολαϊτών. Αυτοί οι αιρετικοί δεν ήταν μαθητές του αλεξανδρινού θεολό­γου Ωριγένη, αλλά κάποιου άλλου Ωριγένη του οποίου τα στοιχεία ο Άγιος Επιφάνιος αγνοεί.

    Οι «Γνωστικοί»[194], ήταν μια ομάδα αιρετικών, των οποίων η διδασκαλία ήταν παρόμοια μ’ αυτή των Νικολαϊτών και των Ωριγενιανών. Κύριο και κεντρικό θέμα της διδασκαλίας αυτών των τριών αιρετικών ομάδων, είναι ότι οι άνθρωποι δε θα πρέπει, να εγκρατεύονται και να χαλιναγωγούν τα σαρκικά τους πάθη, αλλά θα πρέπει να επιδίδονται σε κάθε είδους σαρκική απόλαυση[195].

    Τέτοιου είδους αντιλήψεις υπήρχαν σε πάρα πολλές Γνωστικές ομάδες[196]. Αυτό όμως που διαφοροποιεί αυτές τις τρεις Γνωστικές ομάδες απ’ τις υπόλοιπες, είναι ότι παρουσιάζονται οι ελευθεριάζουσες αντιλήψεις τους ως ο κεντρικός πυρήνας της διδασκαλίας τους γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία αυτής.

    Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο, αυτές οι ελευθεριάζουσες αντιλή­ψεις των αιρετικών καταπολεμήθηκαν ήδη από τους Αποστόλους. Η ίδια η Αγία Γραφή αναφέρει ότι ο Απόστολος Παύλος είχε τονίσει, «τα γαρ κρυφή γινόμενα υπ’ αυτών αισχρόν εστί και λέγειν.» (Εφεσ. 5,12). Επίσης ο Απόστολος Ιωάννης είχε αντιταχθεί στην ηθική ασυδοσία των Νικολαϊτών, σύμφωνα με το χωρίο (Αποκ. 2. 6) «αλλά τούτο έχεις, ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών α και εγώ μισώ».

    Ο σκοπός της άμετρης σεξουαλικής ασυδοσίας δεν ήταν η τεκνο­ποιία, αλλά η ικανοποίηση της σαρκός. V CHECKΑπαγόρευαν αυστηρά την τεκνοποιία. Εάν κάποια γυναίκα-μέλος της αίρεσης συνελάμβανε, ισχυ­ριζόταν ότι υποδουλώθηκε στον «άρχοντα της επιθυμίας» ο οποίος ταυτιζόταν με τον κακό δημιουργό του υλικού κόσμου[197]. Γι’ αυτό το λόγο προχωρούσαν σε εκτρώσεις και μετά απ’ αυτές επιδίδονταν σε «ανθρωποβορία», η οποία θεωρούνταν ότι είναι το «Τέλειο Πάσχα». Περιττό είναι να λεχθεί ότι κάθε είδους ασκητική πρακτική όπως η νηστεία και η εγκράτεια, θεωρούνταν ως υπακοή στον κακό Θεό, που δημιούργησε τον κόσμο. Σύμφωνα με τους ελευθεριάζοντες Γνωστι­κούς, ο άνθρωπος θα πρέπει να διατηρεί υγιές και ακμαίο το σώμα του, ώστε να επιδίδεται σε κάθε είδους ακολασία[198].

    V CHECKΗ βρώση του εκτρωθέντος εμβρίου όπως και η βρώση των ρύσεων των γυναικών και των ανδρών, είχε ως σκοπό τη «συλλογή» των ψυχών που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτά, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να ανέλθουν στις ουράνιες βαθμίδες. Είναι χαρακτηριστική η προσταγή των Γνωστικών «Μίγνηθι μετ’ εμού, ίνα σε ανενέγκω προς τον άρχοντα»199.

    V CHECKΗ υιοθέτηση της βρώσεως όλων αυτών θεωρούνταν ως βρώση του σώματος και πόση του αίματος του Χριστού, το δε χωρίο (ψαλμ. 1,3) «έσται ως το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων, ο τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρώ αυτού», το ερμήνευαν μ’ έναν αλληγορικό τρόπο για να δώσουν αγιογραφική στήριξη στις σεξουαλι­κές τους πρακτικές. Ο Άγιος Επιφάνιος αντιτίθεται σε κάθε είδους αλληγορικές ερμηνείες του χωρίου, καθώς μοναδικό σκοπό έχει αυτού του είδους η ερμηνεία, να στηρίξει αντιλήψεις οι οποίες αντιτίθενται στο νόμο του Ευαγγελίου200.

    Φιβιωνίτες

    Β-10 Επιφάνειος, Πανάριον

    (Η Αποθήκη, πρβλ. Η ανασκευή όλων των Αιρέσεων) 26.4-6 (374 μ.Χ.)


    4. Θα φθάσω τώρα στο βάθος τη ολέθριας ιστορίας τους (διότι έχουν διάφορες ψευδείς διδασκαλίες περί ηδονής). Πρώτον, έχουν τις γυναίκες τους από κοινού. Και, αν παρουσιαστεί κάποιος του ίδιου δόγματος, έχουν ένα κοινό σημείο, άντρες για γυναίκες και γυναίκες για άντρες. Όταν τείνουν το χέρι για χαιρετισμό, κάνουν στο βάθος της παλάμης ένα χαρακτηριστικό άγγιγμα σαν γαργάλημα, και από αυτό επιβεβαιώνουν το αν το πρόσωπο που εμφανίστηκε είναι της ιδίας πίστης. Και, αφού αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον, κάθονται αμέσως για φαγητό. Προσφέρουν πλούσια εδέσματα, κρέας και κρασί, έστω κι αν είναι φτωχοί. Αφού συμφάγουν και χορτάσουν, κατά τα λεγόμενα, ως τις φλέβες τους, στρέφονται στα πάθη. Ο άνδρας, αφήνοντας τη γυναίκα του, της λέγει: "Σήκω και κάνε έρωτα με τον αδελφό" [στην κυριολεξία, "τέλεσε Αγάπη με τον αδελφό"]. Τότε, οι άτυχοι ενώνονται μεταξύ τους, και ντρέπομαι ειλικρινά να μιλήσω για τα αίσχη που διαπράττονται μεταξύ τους, επειδή σύμφωνα με τον ιερό απόστολο τα πράγματα που συμβαίνουν μεταξύ τους είναι όνειδος ακόμα και να τα αναφέρει κανείς. Παρ'όλα αυτά, δεν θα διστάσω να το κάνω, μήπως και προκαλέσω με κάθε τρόπο τη φρίκη σε αυτούς που θα ακούσουν γι αυτές τις επαίσχυντες πράξεις. Αφού συνευρεθούν, μετά το πέρας της συνουσίας, απευθύνουν τη βλασφημία τους πρός τον ουρανό. Η γυναίκα και ο άνδρας παίρνουν το υγρό της εκσπερμάτισης του ανδρός στις παλάμες τους, σηκώνονται, στρέφουν πρός τον ουρανό τα πασαλειμμένα από το ρύπο χέρια τους και προσεύχονται σαν άνθρωποι που αποκαλούνται "Στρατιωτικοί" και "Γνωστικοί", φέροντας στον πατέρα ο οποίος είναι η φύση όλων αυτό που έχουν στα χέρια τους και λέγουν: "Σου προσφέρουμε αυτό το δώρο, το σώμα του Χριστού". Και κατόπιν το καταπίνουν, αυτή την ίδια τους την ασχήμια, και λέγουν: "Αυτό είναι το σώμα του Χριστού και αυτό είναι ο Αμνός του Θεού, για χάρη του οποίου πάσχουν τα σώματά μας και αναγκάζονται να ομολογήσουν το μαρτύριο του Χριστού". Πράττουν το ίδιο και με το αίμα της γυναίκας όταν έχει τα έμμηνα της: συγκεντρώνουν το ακάθαρτο αίμα της και το καταναλώνουν μαζί, με τον ίδιο τρόπο. "Αυτό είναι [λέγουν] το αίμα του Χριστού".
    5. Επίσης, όταν διαβάζουν στα απόκρυφα βιβλία, "είδα ένα δέντρο που έφερε δώδεκα καρπούς το χρόνο και αυτός μου είπε: ιδού το δέντρο της ζωής", το ερμηνεύουν αυτό ωσάν να αναφέρεται στην έμμηνο ρύση της γυναίκας. Συνευρίσκονται μεταξύ τους, αλλά διδάσκουν πως δεν πρέπει να γεννηθούν παιδιά. Το αίσχος διαπράττεται από αυτούς όχι για να γεννηθούν παιδιά, αλλά για την ηδονή, επειδή ο διάβολος παίζει μαζί τους και χλευάζει την εικόνα που διέπλασε ο Θεός. Φτάνουν την ηδονή στο αποκορύφωμα της, αλλά κρατούν για τους εαυτούς τους το σπέρμα της μιαρότητάς τους, όχι με σκοπό να γεννηθούν παιδιά, αλλά για να φάγουν οι ίδιοι την αισχύνη τους.
    Και αν διαπιστώσουν πως κάποιος από αυτούς άφησε κατά την εκσπερμάτιση το σπέρμα του να πάει βαθιά και μείνει έγκυος η γυναίκα, τότε, ακούστε, κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο: αποσπούν το έμβρυο, όταν μπορούν να το φτάσουν με το χέρι. Εκριζώνουν από τα σπλάχνα αυτό το αγέννητο παιδί, το κοπανούν σε γουδί μ'ένα μείγμα από μέλι και πιπέρι και μερικά άλλα καρυκεύματα και μύρο, για να μην αηδιάζουν, και κατόπιν συγκεντρώνονται, όλη αυτή η συντροφία των χοίρων και των σκύλων, και ο καθένας κοινωνεί με ένα δάχτυλο από το συνθλιμμένο παιδί. Και, αφού τελειώσουν αυτό τον κανιβαλισμό, προσεύχονται στον Θεό, λέγοντας: "δεν αφήσαμε τον Άρχοντα της λαγνείας να μας εμπαίξει, αλλά μαζέψαμε το σφάλμα του αδελφού μας". Και θεωρούν πως αυτό είναι το τέλειο Πάσχα...
    Πράττουν και πολλά άλλα φριχτά πράγματα. Διότι όταν καταλαμβάνονται πάλι από αυτή τη μανία μεταξύ τους, πασαλείβουν τα χέρια τους με τα υγρά της εκσπερμάτισης τους. Τα εκτείνουν και προσεύχονται με αυτά τα ακάθαρτα χέρια, ολόγυμνοι, ώστε με αυτή την πράξη να συνομιλήσουν ελευθέρως με τον Θεό. Αλλά περιποιούνται και φροντίζουν τα σώματα τους μέρα και νύχτα, γυναίκες και άντρες, με αλοιφές, πλύσεις και φαγητά, και αφοσιώνονται στην κλίνη και στον οίνο. Υβρίζουν αυτόν που νηστεύει, αφού λέγουν πως δεν πρέπει να νηστεύει κανείς, διότι η νηστεία είναι έργο του Άρχοντα που ποίησε αυτό τον αιώνα. Ο άνθρωπος πρέπει μάλλον να τρέφει τον εαυτό του, ώστε να είναι τα σώματα εύρωστα και να δίνουν τον καρπό στην ώρα του.

    Απέναντι στις αντιλήψεις των αιρετικών ο Επιφάνιος αντιτάσσει χωρία της Αγίας Γραφής τα οποία αναφέρονται στην αξία της αρετής της παρθενίας και της εγκράτειας, όπως (Ματθ.19,12) «εισίν ευνούχοι, οίτινες ευνουχίσθηκαν υπό των ανθρώπων και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών», και (Α Κορ.7,25) «Περί δε των Παρθένων επιταγήν Κυρίου ουκ έχω γνώμην δε δίδωμι ως ηλεημένος υπό Κυρίου», και (Α Κορνθ. 7,34) «η άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, ίνα η αγία και σώματι και πνεύματι».

    Ο Άγιος Επιφάνιος τονίζει την ανωτερότητα της παρθενίας, επικαλούμενος τα χωρία (Ματθ. 22,30) «εν γαρ τη αναστάσει, ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται, αλλ’ ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισίν», Επίσης επικαλείται το χωρίο (Σοφ. Σολομ. 3,13) «Μακαρία στείρα η αμίαντος ήτις ουκ έγνω κοίτην εν παραπτώματι και ευνούχος ο μη εργασάμενος εν χειρί ανόμημα»201, και (Ρωμ. 1,26) «Αι μεν γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν». Επίσης (Ρωμ. 1,27) «Άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι», και (Β' Τιμ. 3,5) «ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί. Έσονται γαρ οι άνθρωποι φιλήδονοι, μάλλον ή φιλόθεοι». Τα παραπά­νω χωρία τονίζουν την αξία της παρθενίας και συνάμα ανατρέπουν όλες τις ελευθεριάζουσες αντιλήψεις των Γνωστικών, οι οποίες είναι αντίθετες με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής.

    Άμεση συνέπεια των παραπάνω αντιλήψεων αυτών των αιρετικών ήταν η καταδίκη του γάμου[202]. Απέναντι σ’ αυτή την αιρετική θέση ο Άγιος Επιφάνιος αντιτάσσει το χωρίο (Εβρ 13,4) «Τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος. Πόρνους δε και μοιχούς κρίνει ο Θεός»203, ενώ υποστηρίζει ότι αν και ο γάμος δεν εγκωμιάστηκε μέσα στην Εκκλησία όπως η παρθενία, εν τούτοις είναι σεμνός, επειδή έχει ως αποτέλεσμα την παιδοποιία, που είναι συνέχιση του έργου του Θεού. Προϋπόθεση της θετικής θεώρησης του γάμου είναι η αντίληψη, ότι όλη η υλική κτίση είναι αγαθή και καλή. Ο γάμος λοιπόν, είναι σεμνός και η παρθενία δεν είναι «μεμολυσμένη»[204].

    Μεγάλες προσωπικότητες της ιερής ιστορίας, όπως ο προφήτης Ηλίας, ο προφήτης Ελισσαίος, ο Βαπτιστής Ιωάννης, έζησαν εν παρθε­νία, φανερώνοντας έτσι τη μεγάλη αξία της. Αυτές οι βιβλικές μορφές εφάρμοσαν με την παρθενική ζωή τους αυτό το οποίο αργότερα λέχθη­κε από τον Κύριο «δια την βασιλείαν των ουρανών ευνούχισαν» τον εαυτόν τους. Επίσης άγιες μορφές της βιβλικής ιστορίας όπως οι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, τίμησαν το γάμο. Ένας από τους απογόνους τους, ήταν η Παρθένος Μαρία, από την οποία γεννήθηκε ο προαιώνιος Λόγος του Θεού, που έσωσε τον κόσμο[205].

    Είναι σαφές και ευνόητο ότι η άμεση καταδίκη της υλικής πραγμα­τικότητας αποτελούσαν τις θεολογικές προϋποθέσεις αυτών των αιρετικών ομάδων. Μόνο ο σεβασμός της Ιερότητας της κτίσης που εκφράζεται με την άσκηση και την εγκράτεια προϋποθέτει θετική θεώρηση της υλικής πραγματικότητας. Οι θεολογικές προϋποθέσεις αυτών των αιρετικών που υποστηρίζουν την αρνητική τους στάση απέναντι στον κόσμο εντοπίζονται επίσης στη χριστολογία τους.

    Ο χαρακτήρας της χριστολογίας των Γνωστικών ήταν δοκητικός. Ο Λόγος δεν ενσαρκώθηκε πραγματικά, αλλά φαινόταν ότι είχε ανθρώπινο σώμα[206]. Κατά συνέπεια η λύτρωση που προσφέρθηκε από τον Ιησού Χριστό δεν απευθύνεται στον όλο άνθρωπο. Η σωτηρία είναι όπως και σε άλλες Γνωστικές ομάδες207, μόνο γνώση και αποκάλυψη μυστηρίων. V CHECKΣτη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε, η σω­τηρία παρουσιάζεται ως αποκάλυψη των διαφόρων αισχρών πράξεων που επιτελούνταν μέσα σ’ αυτές τις αιρετικές ομάδες. Δε δίσταζαν μάλι­στα να παρουσιάζουν τον Χριστό ως αυτόν που δίδαξε και έπραξε τις αισχρές πράξεις των Γνωστικών.

    Σύμφωνα μ’ αυτούς τους αιρετικούς, όταν δόθηκε αυτή η αποκάλυψη από το Χριστό στους μαθητές Του, οι τελευταίοι ταράχτηκαν. Τότε ο Ιησούς ρώτησε «Ολιγόπιστε! εις τι εδίστασας;» (Ματθ. 14,31). Επίσης το χωρίο (Ιωάν. 6,53) «εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς», ερμηνευόταν από τους Γνωστικούς με αλληγορικό τρόπο και υποστηρίζει την παράδοση σε κάθε είδους αισχρουργία η οποία συνοδευόταν από ανθρωποβορία[208]. Ο Άγιος Επιφάνιος αντιτίθεται στη δοκητική χριστολογία αυτών των Γνωστικών επικαλούμενος το χωρίο (Α' Ιωάν. 4,3) «Παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ εστίν»[209].

    Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο, η υλική κτίση είναι ιερή και  αγαθή. Ο άνθρωπος πρέπει να τη σέβεται και να μην την ατιμάζει με πράξεις ηθικής ασυδοσίας. Αν και ο υλικός κόσμος είναι αγαθός, όμως βρίσκεται σε πτωτική κατάσταση. Η ενσάρκωση του αΐδιου Λόγου, είχε σκοπό να σώσει όχι μόνο το πνευματικό στοιχείο, αλλά και το υλικό. Γι’ αυτό το λόγο η άρνηση της πραγματικής ενσάρκωσης του Λόγου, τοπο­θετεί έξω από το μυστήριο της σωτηρίας την ύλη. Επίσης η γνώση των αρρήτων μυστηρίων της βασιλείας του Θεού που δόθηκε από τον ενσαρκωμένο και η οποία διαφυλάσσεται μόνο στην αγία και καθολική Εκκλησία, είναι διαφορετική από τη γνώση που υποστήριζαν αυτοί οι αιρετικοί ότι κατείχαν[210].

    Στον αντίποδα αυτών των αιρετικών ομάδων με ελευθεριάζουσες και αντινομιστικές τάσεις, βρίσκονταν οι αιρετικές εκείνες Γνωστικές ομάδες, όπως οι Εγκρατίτες[211], οι Ιερακίτες[212], οι Αδαμιανοί213, οι Αποστολικοί[214], οι οποίοι επιδίδονταν σε αυστηρή άσκηση και «εγκράτεια», απαγορεύοντας κάθε είδους γενετήσιας πράξης, ακόμη και μέσα στο γάμο. Τον ίδιο το γάμο τον κατεδίκαζαν και τον θεωρούσαν ως κάτι κακό. Αν και η ηθική τους ήταν αντίθετη μ’ αυτή των ελευθεριαζόντων Γνωστικών, εν τούτοις, οι θεολογικές τους προϋποθέσεις ταυτίζο­νταν. Και οι δύο μεγάλες ομάδες αιρέσεων εκκινούσαν από τις ίδιες προϋποθέσεις, αλλά κατέληγαν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Βασική προϋπόθεση ήταν η αντίληψη ότι ο υλικός κόσμος είναι κακός και θα πρέπει να καταδικάζεται. Ασφαλώς ούτε το είδος της άσκησης που προτάσσεται απ’ τις αιρέσεις με εγκρατητικές τάσεις, ούτε η στάση απέναντι στη γενετήσια λειτουργία που προτείνεται από τους ελευθεριάζοντες Γνωστικούς δε συμφωνούν με τις ηθικές αντιλήψεις της θεολογικής παράδοσης, που εκφράζει ο Άγιος Επιφάνιος[215]. Έτσι όχι μόνο δεν αποδέχεται την αντίληψη των Εγκρατιτών[216] και των Αποστολικών217, που υποστηρίζουν, ότι ο γάμος είναι επινόηση του διαβό­λου, αλλά και τις αναιρεί. Τα χωρία (Γεν. 1,28) «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», (Ματθ. 19,6) «ο ουν Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω». (Εβρ. 13,4) «Τίμιος ο γάμος και η κοίτη αμίαντος», φανερώνουν ότι ο γάμος είναι ευλογημένος και θεσμοθετημένος από το Θεό218. Αν ο γάμος ήταν βδελυρός τότε όλοι οι άνθρωποι είναι ακάθαρτοι και η ίδια η δημιουργία κακή. Με το γάμο όμως συνεχίζεται το δημιουργικό έργο του Θεού και δοξάζεται το όνομά Του. Το γεγονός ότι υπάρχουν άν­θρωποι μέσα στην εκκλησία οι οποίοι δεν παντρεύονται δε σημαίνει ότι καταδικάζεται ο γάμος. Όπως υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι είναι ακτήμονες (μοναχοί), υπάρχουν επίσης χριστιανοί οι οποίοι έχουν περι­ουσία. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχουν παρθένοι και έγγαμοι. Μέσα στην εκκλησία διασώζεται η ποικιλία των χαρισμάτων, ο δε αγώνας ενάντια στην αμαρτία είναι κοινός[219].

    Ο Απ. Παύλος προστάζοντας «Δέδεσαι γυναικί; μη ζήτει λύσιν» (Α Κορνθ. 7, 27) κάνει φανερό το γεγονός ότι αποδέχεται το γάμο και απαγορεύει τη λύση του220. Επίσης το χωρίο (Α Κορ. 7,28) «Εάν γήμη η παρθένος ουχ ήμαρτε;», με το χωρίο (Α Τιμ. 5,11-12), «Νεωτέρας χήρας παραιτού. Μετά γαρ το καταστρηνιάσωσι του Χριστού, γαμείν θέλουσιν, έχουσαι κρίμα, ότι την πρώτην πίστιν ηθέτησαν», δεν αλληλοαναιρούνται, καθώς στο πρώτο χωρίο η λέξη «παρθένος» σημαίνει, αυτόν που δεν έχει παντρευτεί ακόμη ενώ στο δεύτερο, αυτόν που έχει υποσχεθεί στο Θεό ότι θα παραμείνει παρθένος[221].

    Οι Ιερακίτες πίστευαν ότι, αν και ο γάμος ήταν αποδεκτός κατά τους χρόνους της Π. Διαθήκης, όμως δε θα πρέπει να επιτελείται κατά την εποχή της Κ. Διαθήκης. Ο γάμος ουσιαστικά αποβάλλει τον άν­θρωπο από τη βασιλεία του Θεού222. Ο Επιφάνιος αντικρούει τις απόψεις αυτές των αιρετικών επικαλούμενος τα χωρία που χρησιμοποίησε για να αντικρούσει τις παρόμοιες απόψεις των Εγκρατιτών223.

    Οι Ιερακίτες όντας συνεπείς στις θεολογικές τους προϋποθέσεις, υποστηρίζουν ότι η υλική κτίση δεν είναι προορισμένη να σωθεί επειδή δεν προέρχεται από τον αγαθό Θεό. Αρνούνταν επίσης και την ανάσταση των νεκρών. Ο Επιφάνιος υποστηρίζει σθεναρά την αντίληψη ότι το σώμα του ανθρώπου είναι προορισμένο ν’ αναστηθεί και να σωθεί. Όταν η Αγία Γραφή αναφέρει την ανάσταση δεν υπονοεί την ανάσταση της ψυχής, αλλά του σώματος, καθώς η ψυχή δεν μπορεί να πεθάνει[224].

    Σημείωση ιστοσελίδος:

    Δεν δημοσιεύουμε τις υποσημειώσεις του κειμένου με σκοπό να προωθήσουμε την αγορά του.

    Απόσπασμα από το βιβλίο:

     «Η χρήση της Αγίας Γραφής εναντίον των αιρέσεων από τον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου»  (Διδακτορική Δια­τριβή που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονί­κης), Θεσσαλονίκη 1998.

    ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

    Ή ΣΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ 2310.525220 - 6977510787