Ο Ιρλανδός ποιητής Γουί­λιαμ Μπάτλερ Γέιτς (William Butler Yeats 1865-1939) ίδρυσε το Ιρλαν­δικό Εθνικό Θέατρο στο Δουβλίνο. Στα έργα του επεξεργάστηκε τον αρχαίο ιρλανδικό μυστικισμό και την κέλτικη μυθολογία, δημιουργώντας μια εθνική ιρλανδική μυστικιστική ποίηση. Το 1923 τιμήθη­κε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

 

   Ο Ιρλανδός ποιητής και θεατρικός συγγραφέ­ας Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-1939) επέ­δειξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μεγάλο και ενεργό ενδιαφέρον για την εσωτερική και αποκρυφιστική θεώρηση του κόσμου. Αυτή η πλευρά της ζωής του διάσημου ποιητή εξετάζεται μόνο συγκυρι­ακά από τη φιλολογία, αλλά στην πραγματικότητα έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη λογοτεχνική του πα­ραγωγή.

Συνάντηση με τη μαντάμ Μπλαβάτσκι

Ο Γέιτς προσπαθούσε να διαρρήξει το πέπλο του μυστηρίου το οποίο χωρίζει τον υλικό από τον πνευμα­τικό κόσμο. Αναζητούσε ένα όραμα ζωής, το οποίο θα ικανοποιούσε τις ποιητικές του φιλοδοξίες και τις θρησκευτικές του ανησυχί­ες, και θεωρούσε ότι ένα κλειδί της κρυμμένης πραγματικότητας υπήρχε τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην αρχαία τέχνη της μαγείας. Η επιθυμία του να μυηθεί, να γίνει μεσολαβητής μεταξύ του αθέατου κόσμου και του επιπέδου της συ­νηθισμένης αντίληψης, τον έφερε αρχικά σε επαφή στο Λονδίνο με το πιο αινιγματικό και δραστήριο πρόσωπο στον χώρο του δυτικού εσωτερισμού, την Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκι (1831-1891) και μετά τη συνάντηση μαζί της προσχώρη­σε, στις 23 Δεκεμβρίου 1888, στο Εσωτερικό Τμήμα της θεοσοφικής Εταιρείας της. Στην πρώτη κιόλας συνάντησή τους συνέβη κάτι παρά­ξενο: ένα ρολόι με κούκο χτυπούσε συνεχώς, παρότι δεν έδειχνε ακρι­βώς ή μισή ώρα.

Ανεξήγητες Εμπειρίες

Ο Γέιτς έζησε μια πα­ράξενη εμπειρία όταν ήταν μικρό αγόρι. Πάνω από ένα ποτάμι είδε να περνάει ένα αστραφτε­ρό φως, το οποίο συ­νέχισε να κινείται κατά μήκος των προπόδων του βουνού Νοκνάρια, έως ότου εξαφανίστηκε. Δεν μπόρεσε να εξηγή­σει το φαινόμενο, αλλά στο μαγικό τοπίο της Ιρλανδίας, όπου οι θρύ­λοι για τις νεράιδες και τα πνεύματα της φύσης ήταν πολύ διαδεδομέ­νοι δεν του φάνηκε τόσο ασυνήθιστο. Σε ηλικία μικρότερη των 20 ετών, ο Ιρλανδός λογοτέχνης θέλησε να ικανοποιήσει την περιέργειά του, συμ­μετέχοντας σε μια πνευματιστική συγκέντρωση ενός διάσημου μέντιουμ της εποχής, της Κάθριν Τάιναν. Εκεί, ο Γέιτς κα­τελήφθη από ανεξήγητες δυνάμεις και περιέπεσε σε κατάσταση δαιμονι­σμούΣτην προσπάθειά του να απελευθερωθεί από τη σκοτεινή δύναμη, άρχισαν να παράγονται τρομαχτικοί ήχοι από το τραπέζι μπροστά στο οποίο καθόταν.

Κατά τους ελέγχους της αγγλικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών σχε­τικά με τις ιδιαίτερες ικανότητες της Μπλαβάτσκι, διαπιστώθηκε σωρεία απατών, ενώ και ο ίδιος ο Γέιτς εκφραζόταν με επιφύλαξη για την αινιγματική προσωπικότη­τά της, αν και με την παρουσία της είχε βιώσει αρκετές περίεργες και ανεξήγητες εμπειρίες. Ο Ιρλανδός λογοτέχνης έκρινε ότι πολλές από τις ικανότητες της Μπλαβάτσκι ήταν αποτέλεσμα απάτης, όμως δικαιολογούσε τέτοιες μεθόδους σε ένα ιδιαίτερα ιδιοφυές άτομο. Χρόνια αργότερα, στο έργο του «The Trembling of the Veil» (1927), έγραψε ότι η Μπλαβάτσκι ήταν προικισμένη με αναμφίβολες ικα­νότητες. Ο Γέιτς, όμως, ήταν πολύ ανεξάρτητο πνεύμα και αρκετά σκεπτικιστής για να γίνει θαυμα­στής της Μπλαβάτσκι Ύστερα από ένα άρθρο του, στο οποίο εκφρα­ζόταν με όχι και τόσο κολακευτικά σχόλια για τους θεοσοφιστές και την επικεφαλής τους, του ζητήθηκε εμμέσως να εγκαταλείψει το Εσω­τερικό Τμήμα.

Ο Γέιτς και η Χρυσή Αυγή

Εκείνη την εποχή ο Γέιτς ήρθε σε επαφή με τη μυστική εταιρεία Ερ­μητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής. Ένα αρχηγικό μέλος της, ο Σάμουελ Λίντελ Μακ Γκρέγκορ-Μάθερς (1854-1918), τον εισήγαγε στο τάγμα των μυημένων και τον δίδα­ξε ότι οι εικόνες που παρουσιάζο­νται σε έναν πνευματικό άνθρωπο προέρχονται από μια βαθύτερη πηγή απ' ό,τι αυτή της συνειδητής ή της ασυνείδητης μνήμης. Ως νε­οφώτιστος, ο Γέιτς πήρε το μαγικό όνομα «Daemon est Oeus Inversus» (= ο διάβολος είναι ο θεός αντεστραμμένος) και μετά από δύο χρόνια εισήλθε από το Εξωτερικό Τάγμα της εταιρείας στο Εσωτερι­κό και άρχισε να πειραματίζεται με μυστικιστικά σύμβολα, τα οποία υποτίθεται ότι θα του προκαλούσαν ειδικά οράματα. Με τον θείο του, Τζορτζ Πόλεξφεν, έναν αστρολόγο, καββαλιστή και ελευθεροτέκτονα, αντάλλασσε με επιτυχία τηλεπα­θητικά μηνύματα κατά τη διάρκεια μακρινών περιπάτων στην απότο­μη ακτή του ακρωτηρίου Ρόουζις.

Η μούσα και το μέντιουμ

Ο Γέιτς έφερε επίσης στο μυστι­κό τάγμα τον μεγάλο του έρωτα, την όμορφη Ιρλανδή ηθοποιό και πατριώτισσα Μοντ Γκον, η οποία όμως εγκατέλειψε σύντομα τη Χρυσή Αυγή και τον προικισμένο λογοτέχνη. Από τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Γέιτς για τη Μοντ Γκον γεννήθηκαν πολλά ποιήματα, ενώ οι τελετουργίες της Χρυσής Αυγής έδωσαν υλικό στις ποιητικές του δημιουργίες, καθώς χρησιμοποί­ησε πολλούς συμβολισμούς στα έργα του. Τα ρομαντικά του θέματα, που έχουν τις ρίζες τους στους κελ­τικούς μύθους και θρύλους, απέ­κτησαν με αυτόν τον τρόπο ευρύτε­ρο ορίζοντα, ο οποίος τροφοδοτή­θηκε από τις ιδιαίτερες εσωτερικές του εμπειρίες. Ωστόσο, τα έργα του απέκτησαν βάθος μόνο μετά το 1917, όταν παντρεύτηκε τη νεαρή Αγγλίδα Τζόρτζια Χάιντ-Λις, η οποία είχε μεγαλώσει στα λογοτεχνικά σαλόνια του Λονδίνου, όπου η τέχνη συνδέθηκε με τη θεοσοφία και το απόκρυφο. Αυτή η σχέση επρό­κειτο να αποτελέσει μία από τις πιο ασυνήθιστες και παραγωγικές στον λογοτεχνικό κόσμο. Ως μέντιουμ, η Χάιντ-Λις παρήγε μέσω αυτόμα­της γραφής κείμενα γεμάτα σοφία κι έτσι αποτέλεσε έναν εξαιρετικό καταλύτη και διαρκές κίνητρο για την ποιητική παραγωγή του Γέιτς, η οποία τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του έφτασε στο ζενίθ της.

  

 

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΗ