τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

Ἔ­χουν πε­ρά­σει 18 χρό­νια ἀ­πό τήν ση­μαν­τι­κό­τα­τη, γιά μέ­να, ἐ­κεί­νη ἐκ­πομ­πή, πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στό Ρα­δι­ο­φω­νι­κό Σταθ­μό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Ἦ­ταν Τρί­τη, 25 Ἰ­ου­νί­ου 2002, 9,15΄ τό πρω­ί. Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς εὔ­λο­γα νά ἀ­να­ρω­τη­θεῖ: τί τό ση­μαν­τι­κό μπο­ρεῖ νά εἶ­χε μιά ἐκ­πομ­πή ρου­τί­νας, τή στιγ­μή πού ἔ­χω προ­σω­πι­κά συμ­με­τά­σχει σέ δε­κά­δες πα­ρό­μοι­ες, ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ π. Ἀν­τω­νί­ου ἀ­κό­μη, ἀ­πό τό 1990; Ἀλ­λά αὐ­τό θά τό δοῦ­με στή συ­νέ­χεια.

Ἡ Ἐκ­πομ­πή πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τό πρω­ί τῆς ἴ­διας ἡ­μέ­ρας, πού ἐ­πρό­κει­το νά τα­ξι­δέ­ψω στή Λά­ρι­σα γιά μιά ὁ­μι­λί­α, προ­σκε­κλημέ­νος ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Λα­ρί­σης καί Τυρνάβου.

Ἀλ­λά καί πά­λι, ἡ εὔ­λο­γη ἀ­πο­ρί­α· τί τό ση­μαν­τι­κό μπο­ρεῖ νά ἔ­χει μιά ὁ­μι­λί­α σέ σχέ­ση μέ τίς δε­κά­δες ὁ­μι­λί­ες, πού ἔ­χουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἀ­πό τόν γράφον­τα, σέ πλῆ­θος εὐ­και­ρι­ῶν ἀ­νά τήν Ἑλ­λά­δα;

Ἦ­ταν τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ὁ­μι­λί­ας -ὅ­σο καί τῆς ρα­δι­ο­φω­νι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς-, πού κα­θι­στοῦ­σε τό ὅ­λο θέμα τό­σο ση­μαν­τι­κό. Καί τό ἀν­τι­κεί­με­νο αὐ­τό ἀ­φο­ροῦ­σε τόν νε­α­ρό μά­γο Χά­ρι Πό­τερ, τόν ἥ­ρω­α ἑκα­το­μμυ­ρί­ων παι­δι­ῶν, σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο, ἀλ­λά καί χι­λιά­δων παι­δι­ῶν στή χώ­ρα μας.

Δέν γνω­ρί­ζω, 22 χρό­νια με­τά τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ συν­δρό­μου «Χά­ρι Πό­τερ», πό­σο εὐ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νοι μπο­ροῦν νά χα­ρα­κτη­ρι­στοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στοί ἐ­πά­νω στό φαι­νό­με­νο «Χά­ρι Πό­τερ», πού σήμερα δείχνει νά μήν ὑφίσταται κάν. Καί δέν εἶ­ναι νά ἀ­πο­ρεῖ κα­νείς γιά τό γε­γο­νός αὐ­τό, κα­θώς εἶ­ναι γνω­στό ὅ­τι ὁ Ἕλ­λη­νας ἔ­χει τήν τά­ση νά με­γα­λουρ­γεῖ μό­νο ὅ­ταν ὁ ἴ­διος νοι­ώ­θει ὅ­τι ἐ­λέγ­χει μιά κα­τά­στα­ση ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου, ἐ­νῶ σπά­νια εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος νά δε­χθεῖ ὁ­δη­γί­ες ἤ ἐν­το­λές.

Ἔ­τσι, καί στό πρό­βλη­μα «Χά­ρι Πό­τερ» δέν μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει κά­τι τό διαφορετικό. Ὑ­πῆρ­ξαν πρό­σω­πα, πού ἀν­τι­λή­φθη­καν τόν τε­ρά­στιο κίν­δυ­νο καί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά στρα­τεύ­θη­καν γιά νά τόν ἀν­τι­με­τω­πί­σουν καί ὑ­πῆρ­ξαν ἄλ­λοι, πού ἔνοι­ω­σαν ὅ­τι «κα­λά τώ­ρα..., ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λα προ­βλή­μα­τα πιό ση­μαν­τι­κά». Τε­λι­κά κα­τα­νο­οῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι θέ­μα ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης καί κα­θο­ρι­σμοῦ τῶν προ­τε­ραι­ο­τή­των καί φυ­σι­κά δέν μεμφόμεθα κα­νέ­ναν.

Βέ­βαι­α, ὅ­λοι κα­τα­νο­οῦ­με ὅ­τι τά παι­διά μας ἀ­πο­τε­λοῦν τήν ὑ­π’ ἀ­ριθ­μόν ἕνα προ­τε­ραι­ό­τη­τά μας κι ἄν τά παι­διά μας αὐ­τά ἀ­φε­θοῦν νά ἐκ­παι­δευ­θοῦν μέ βά­ση τά πρό­τυ­πα καί τίς δι­δα­σκα­λί­ες τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας αὔ­ριο θά βρε­θεῖ ἐμ­πρός σέ νέ­ους γε­νί­τσα­ρους· αὐ­τή τή φο­ρά, νεοεποχίτες.

Καί σάν ἀν­τί­λο­γο στή γνω­στή ρή­ση τῶν ἐ­φη­συ­χα­σμέ­νων -πού στα­θε­ρά μᾶς προ­βάλ­λουν τό στε­ρε­ό­τυ­πο ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἔ­χει ἀ­πό τῆς ἱ­δρύ­σε­ώς της δε­χθεῖ ἄ­πει­ρες προ­κλή­σεις, ἀλ­λά, ἐ­φ’ ὅ­σον «πύ­λαι ἄ­δου οὐ κα­τι­σχύ­σου­σιν αὐ­τῆς», δεν κιν­δυ­νεύ­ει-, θά ἀ­παν­τή­σου­με ὅ­τι: Ἡ μέν Ἐκ­κλη­σί­α, ὡς σῶ­μα Χρι­στοῦ, δέν κιν­δυ­νεύ­ει ἀλ­λά -ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νά λέ­ει ὁ μα­κα­ρι­στός π. Ἀν­τώ­νιος Ἀ­λε­βι­ζό­που­λος-, χά­νον­ται ψυ­χές, «ὑ­πέρ ὥν Χρι­στός ἀ­πέ­θα­νεν».

Τό πῶς καί πό­σο λοι­πόν τά παι­διά μας δη­λη­τη­ρι­ά­ζον­ται κα­θη­με­ρι­νά ἀ­π’ ὅ­σα βλέ­πουν, ἀ­κοῦν καί κα­τα­να­λώ­νουν, δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά προσ­δι­ο­ρι­στεῖ μέ ἀ­κρί­βεια πα­ρά μό­νον ἀ­πό ἕ­ναν εὐ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο παι­δα­γω­γό, μέ κα­λή γνώ­ση τοῦ θέ­μα­τος «ἀ­πο­κρυ­φι­σμός καί παραθρησκεία», μέ κα­θη­με­ρι­νή πο­λύ­ω­ρη ἐ­πα­φή μέ παι­διά καί νέ­ους, τόν ὁ­ποῖ­ο τά παι­διά αὐ­τά θά ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πλέ­ον σάν συνομήλικο καί συμ­μα­θη­τή τους καί κά­πο­τε καί σάν «κολ­λη­τό» τους.

Πό­σο εὔ­κο­λο ὅ­μως νο­μί­ζε­τε ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι τέ­τοι­ο;

Ἀ­κό­μη καί σέ ἰ­δα­νι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, χα­ρι­σμα­τι­κῶν δα­σκά­λων καί κα­θη­γη­τῶν, πού κα­τορ­θώ­νουν, οἱ μα­θη­τές καί φοι­τη­τές τους, νά κρέ­μον­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἀ­πό τά χεί­λη τους, μιά ἴ­σοις ὅ­ροις ἐ­πι­κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἐν πολ­λοῖς ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κή. Πο­τέ δέν θά κα­τα­φέ­ρει ὁ χα­ρι­σμα­τι­κός κα­θη­γη­τής νά δη­μι­ουρ­γή­σει τό πλαί­σιο ἐ­κεῖ­νο καί τό κλῖ­μα ἐ­κεῖ­νο, πού θά ἐ­πι­τρέ­ψει στό παι­δί ἤ στό νέ­ο νά ἀ­νοί­ξει τήν καρ­διά του καί νά τοῦ ἐ­κμυ­στη­ρευ­θεῖ τίς μύ­χι­ες σκέ­ψεις καί ἐ­πι­θυ­μί­ες του.

Αὐ­τό, ὅ­μως, πού ἦ­ταν καί εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον στίς πα­ρα­δο­σια­κές σχέ­σεις, στήν κλα­σι­κή μορ­φή ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας νέ­ων καί ἐ­νη­λί­κων, εἶ­ναι ἐν μέ­ρει ἐ­φι­κτό σή­με­ρα στό δι­α­δί­κτυ­ο (internet), σέ παι­δα­γω­γούς μέ λε­πτό­τη­τα, μέ συ­ναί­σθη­ση εὐ­θύ­νης καί μέ σχε­τι­κή γνώ­ση τῆς σύγ­χρο­νης τεχνολογίας. Καί ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α αὐ­τή πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἤ­δη ἀ­πό ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νους συ­νερ­γά­τες, στίς λε­γό­με­νες ὁ­μά­δες συ­ζή­τη­σης, πού ἀ­πευ­θύ­νον­ται σέ παι­διά καί σέ νέ­ους, δη­λα­δή, μέ τήν συμ­με­το­χή σέ νε­α­νι­κά Fora.

Ἔ­τσι, λοι­πόν, γιά νά μήν μα­κρη­γο­ροῦ­με καί γιά νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στό θέ­μα μας, τό πρω­ί ἐ­κεῖ­νο, στό Ρα­δι­ο­φω­νι­κό Σταθ­μό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλλάδος, κα­λε­σμέ­νος ἀ­πό τήν κ. Ἀ­δα­μαν­τί­α Μπούρ­τζι­νου, ρω­τή­θη­κα γιά τό θέ­μα τῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς μου ὁ­μι­λί­ας, στή Λά­ρι­σα καί γιά τό βι­βλί­ο: «Ναί ἤ ΟΧΙ στό Χά­ρι Πό­τερ;», πού ἦ­ταν πλέ­ον ἔ­τοι­μο κι ἐ­πρό­κει­το νά κυ­κλο­φο­ρή­σει σύν­το­μα. Τό βιβλίο αὐτό τε­λι­κά κυ­κλο­φό­ρη­σε τόν Μά­ϊ­ο τοῦ 2003, μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή ἐ­πι­τυ­χί­α καί πραγ­μα­το­ποίη­σε σέ τρία χρόνια 4 ἐ­πα­νεκ­δό­σεις.

Στή συ­νέν­τευ­ξη ἐκείνη ὑ­πο­γραμ­μί­στη­κε ἔν­το­να ὁ πο­νη­ρός καί ὑ­πο­χθό­νιος τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ Τζ. Κ. Ρόουλινγκ (J. K. Rowling), συγ­γρα­φεύς τῆς σει­ρᾶς τῶν βι­βλί­ων «Χά­ρι Πό­τερ», χτί­ζει τόν μύ­θο της ἔ­τσι ὥ­στε νά κα­τα­στή­σει τήν μα­γεί­α ὄ­χι μό­νον ἀ­πο­δε­κτή ἀλ­λά καί ἐ­πι­θυ­μη­τή ἀ­πό τούς μι­κρούς, ἀλ­λά καί τούς με­γά­λους ἀ­να­γνῶ­στες της. Πῶς χρη­σι­μο­ποι­εῖ τό χι­οῦ­μορ καί τήν λε­πτή εἰ­ρω­νεί­α –στοι­χεῖ­α ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­σφι­λή σέ μιά κοι­νω­νί­α ἀν­τα­γω­νι­στι­κή, σάν τήν ση­με­ρι­νή, ὅ­που οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων ἀγνοοῦν τήν ἀ­γα­πη­τι­κή δι­ά­στα­ση καί πα­λιν­δρο­μοῦν με­τα­ξύ εἰ­ρω­νεί­ας καί κο­λα­κεί­ας. Οἱ ἄν­θρω­ποι καί εἰ­δι­κά τά παι­διά «ἀ­να­γνω­ρί­ζουν» ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα τόν ἑ­αυ­τό τους, στά γρα­πτά τῆς Ρόουλινγκ, καί στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό, ταυ­τί­ζον­ται μέ τούς ἥ­ρω­ές της· ἕ­νας ἀ­πό τούς λό­γους, πού προσ­δί­δει στά βι­βλί­α της ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἐ­δῶ, κα­κοί, πο­νη­ροί, ἀ­νεγ­κέ­φα­λοι, πε­ρι­γρά­φον­ται καί προ­βάλ­λον­ται ὅ­σοι ἀ­πορ­ρί­πτουν τήν μα­γεί­α, ὡς κα­κή καί ἐ­πι­κίν­δυ­νη. Εἶ­ναι οἱ Muggles -ὅ­ρος ὑ­πο­τι­μη­τι­κός γιά τούς ἁ­πλούς ἀν­θρώ­πους, πού ἀ­πορ­ρί­πτουν τήν ἄ­σκη­ση τῆς μα­γεί­ας- μέ κο­ρυ­φαί­ους τούς Darsley, τό ζεῦ­γος πού ἀ­νέ­λα­βε τήν υἱ­ο­θε­σί­α τοῦ Χά­ρι Πό­τερ.

Ἡ Ρόουλινγκ ἐ­ξαν­τλεῖ ὅ­λη τήν συγ­γρα­φι­κή της δει­νό­τη­τα στήν προσπάθειά της αὐτή –κι αὐ­τό δέν μπο­ροῦ­με νά μήν τῆς τό ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, ὅτι πρόκειται γιά ἰκανή συγγραφέα-, ἀλ­λά, πά­λι, δέν εἶ­ναι πιό ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἕ­νας τα­λαν­τοῦ­χος, ἀλ­λά δι­ε­στραμ­μέ­νος δη­μι­ουρ­γός ἀ­πό ἕ­ναν ἀ­τά­λαν­το, τόν ὁ­ποῖ­ο τό κοι­νό πι­θα­νόν, θά ἀ­πορ­ρί­ψει ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἀπό τήν ἀρχή;

Ἡ Ρόουλινγκ ἐ­ξαν­τλεῖ­ται, λοι­πόν, στό νά πε­ρι­γρά­ψει, μέ ὕ­που­λο τρό­πο, τήν ἄ­σκη­ση τῆς μα­γεί­ας σάν κα­λή καί ἀ­πο­δε­κτή καί τούς ἀν­τι­τι­θέ­με­νους σάν κα­κούς, ἀ­νό­η­τους ἤ στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, βα­ρε­τούς. Τί τέ­λεια ἀν­τι­στρο­φή τῶν ἀ­ξι­ῶν;

Ἡ Ρόουλινγκ προ­χω­ρεῖ ἀ­κό­μη σέ μιά προσπάθεια νά κα­θι­ε­ρώ­σει στήν συ­νεί­δη­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη τό μον­τέ­λο τοῦ δῆ­θεν κα­λοῦ ἤ «λευ­κοῦ» μά­γου, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τόν δῆ­θεν κα­κό ἤ «μαῦ­ρο» μά­γο, δι­α­χω­ρι­σμό πού πάν­το­τε ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά κα­θι­ε­ρώ­σει ὁ ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κός χῶ­ρος καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῆς Ἑ. Π. Μπλα­βά­τσκη καί τῆς «Θε­ο­σο­φι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας» της.

Ἀ­ξί­ζει ἐδῶ νά ση­μει­ω­θεῖ -ἄν καί ὁ ὅ­ρος ἔ­χει πλέ­ον πο­λι­το­γρα­φη­θεῖ δι­ε­θνῶς-, ὅ­τι καί ἁ­πλῆ ἀ­να­φο­ρά σέ «μαύ­ρη» μα­γεί­α ἀ­πό χεί­λη Ὀρ­θό­δο­ξα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­στο­χί­α, κα­θώς ἔ­τσι ἀ­συ­νεί­δη­τα ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τήν ὕ­παρ­ξη ὄ­χι μί­ας καί μο­να­δι­κῆς μα­γεί­ας, ὅ­πως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­να­φέ­ρει στίς Ἅ­γι­ες Γρα­φές της, ἀλ­λά πολ­λῶν εἰ­δῶν, κά­τι πού ὁ ἀ­πο­κρυ­φι­σμός κα­τόρ­θω­σε νά ἐμ­πε­δώ­σει στίς συ­νει­δή­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἕ­να, τρί­το καί πο­λύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στά βι­βλί­α τῆς Ρόουλινγκ εἶ­ναι ἡ ἀ­να­φο­ρά καί πε­ρι­γρα­φή ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κῶν πρα­κτι­κῶν μέ πολ­λές λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως: ἐ­πῳ­δές (ξόρ­κια) καί τε­λε­τουρ­γί­ες, κά­τι ἄ­γνω­στο στό παι­δι­κό ἀ­νά­γνω­σμα λί­γα χρό­νια νω­ρίτερα. Αὐ­τό εἶ­ναι κι ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ση­μεῖ­ο πού πρέ­πει νά ὑ­πο­γραμ­μί­ζε­ται, ὅ­ταν μή ἐ­νη­με­ρω­μέ­νοι γο­νεῖς ὑ­πο­βάλ­λουν συ­χνά τό κλα­σι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: «Μά καί στά πα­ρα­μύ­θια, στό πα­ρελ­θόν, δέν γί­νον­ταν ἀ­να­φο­ρές σέ μά­γους καί μα­γι­κά»;

Στό σύγ­χρο­νο, λοιπόν, «παι­δι­κό» ἀ­νά­γνω­σμα ἐ­πι­στρα­τεύ­ε­ται ὅ­λη ἡ ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κή γραμ­μα­τεί­α γιά νά «ἀ­πο­κτή­σουν τά γρα­πτά ἀ­λη­θο­φά­νεια», ὅ­πως δη­λώ­νει καί ἡ Ρόουλινγκ σέ σχε­τι­κή συ­νέν­τευ­ξη στούς Times.

Ἔ­τσι, πα­ρε­λαύ­νουν ἀ­πό τά βι­βλί­α της, ἀ­πό τόν ἀλ­χη­μι­στή Νικολά Φλαμέλ (Nicholas Flamel)[1] καί τόν ἀ­στρο­λό­γο καί μά­γο Κορνήλιο Αγρίππα (Heinrich Corne­li­us Agrippa)[2] -ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα καί οἱ δύ­ο- μέ­χρι καί τίς πρα­κτι­κές τῆς δαι­μο­νι­κῆς σω­μα­τι­κῆς κα­τά­λη­ψης καί τοῦ «ξε­ρι­ζώ­μα­τος τοῦ μαν­δρα­γό­ρα» -γιά νά ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­λά­χι­στα μό­νο δείγ­μα­τα ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν σέ παι­δι­κό ἀ­νά­γνω­σμα.

Ὅμως ἐπειδή τό πρόβλημα δέν ἔπαυσε νά ὑπάρχει καθώς καί διδακτορικές διατριβές -ἀπό παιδιά τοῦ τότε καί ἐπιστήμονες τοῦ σήμερα- ἔχουν πραγματευθεῖ θετικά τό σύνδρομο «Χάρι Πότερ», θά ἐπανέλθουμε συντόμως ἐπί τοῦ θέματος.

 

[1] http://archive.is/Lasnq

[2] https://en.wikipedia.org/wiki/Heinrich_Cornelius_Agrippa