Η δίκη στο Διαρκές Στρατοδικείο

Αεροπορίας Αθηνών.

α. Καταθέσεις μαρτύρων.

Στις 18 Μαΐου 1992, στο ΔΣΑΑ άρχισε η δίκη των κατηγορούμε­νων, σύμφωνα με το βούλευμα 155/1991. Από αυτούς ο Σ.Μ. ήταν ήδη απόστρατος. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν να εξεταστούν διά ζώσης οι μάρτυρες υπεράσπισης Σπ.Κ. και Χ.Α. Ο Επίτροπος συμφώνησε με το αί­τημά τους και ζήτησε επιπλέον την δια ζώσης εξέταση και του μάρτυρα π. Κ. Μυγδάλη1. Απουσίαζαν οι μάρτυρες Ν.Κ. (πρώην σμηνίτης, προσήλυτος), π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, Θ. Τσίκας, Α.Ζ. και τα αδέλφια Απ. και Μ.Μπ. Για τους τελευταίους τέσσερεις διαβάστηκαν οι ληξιαρχικές πρά­ξεις θανάτου τους2. Στη συνέχεια κατέθεσαν οι μάρτυρες ως εξής:

 Ο σπουδαστής (πρώην σμηνίτης) Α.Κ. ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι με τους κατηγορούμενους Δ.Λ. και Ι.Σ. είχε υπηρεσιακή σχέ­ση, μόνο όταν ήταν Αξιωματικοί Υπηρεσίας στη Μονάδα3. Ο Δ.Λ. του άνοιγε συζητήσεις για θρησκευτικά θέματα και στην αρχή του παρείχε την εντύπωση ότι ήταν Ορθόδοξος. Μετά από δύο μήνες αποκάλυψε την πί­στη του και κατηγορούσε την ορθόδοξη πίστη4. Ο Δ.Λ., είπε ο μάρτυρας, επεδίωκε τις συναντήσεις και μάλιστα με φορτικότητα και τον πίεζε να δεχθεί τις απόψεις του. Ο μάρτυρας δυσκολευόταν να αποφύγει τις συνα­ντήσεις, γιατί αυτός ήταν σμηνίτης και ο Δ.Λ. αξιωματικός.

Ο Ι.Σ. τον πλησίαζε και του άνοιγε συζητήσεις θρησκευτικού περιε­χομένου (συνολικά πενήντα φορές). Και αυτός (Ι.Σ.) δεν αποκάλυψε από την αρχή ότι ήταν Πεντηκοστιανός. Ο μάρτυρας το έμαθε από το σμηνίτη Γ.Αντ. μετά δύο μήνες. Ο Ι.Σ. του ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου του σπι­τιού του, για να πάνε μαζί στην πεντηκοστιανή «εκκλησία». Επίσης, όταν έπαιρνε άδεια, με επιμονή του ζητούσε να πάει στην «εκκλησία» τους, λέγοντας του ότι εκεί γίνονται θαύματα, όπως η γλωσσολαλιά5, και εκεί θα γνωρίσει την πραγματική ζωή. Τον πίεζε ακόμα να διαβάζει την εφημ. Χριστιανισμός. Και οι δύο παραπάνω αξιωματικοί, όταν εκτελούσαν χρέη Αξιωματικών Υπηρεσίας, τον καλούσαν στο γραφείο τους, του διάβαζαν περικοπές της Αγ. Γραφής, τις οποίες ερμήνευαν κατά τα δικά τους πι­στεύω και του έβαζαν να ακούει κασέτες με πεντηκοστιανά κηρύγματα6.

 

 

 1)     Πολλές φορές με τα λεγόμενα τους θιγόταν η θρησκευτική του συνείδη­ση. Χαρακτήρισε τους κατηγορούμενους ευγενείς αλλά φορτικούς. Δεν τους κατήγγειλε τότε, γιατί αφενός δε γνώριζε ότι μπορούσε να το κάνει και αφετέρου γιατί ήταν επιφυλακτικός. Φοβόταν, επειδή ήταν αξιωματικοί7.

2) Ο Γ.Αντ., δάσκαλος (πρώην σμηνίτης), ανέφερε, μεταξύ των άλ­λων, ότι τις συζητήσεις άρχιζε ο Δ.Λ., ο οποίος καταφερόταν από την πρώτη τους συνάντηση κατά της ορθόδοξης πίστης και του ζητούσε να πάει στην «εκκλησία» τους. Προσπαθούσε να τον πείσει γι' αυτό με φορτικότητα (είκοσι φορές), πάντα με δική του πρωτοβουλία. Οι συζητήσεις πραγματοποιούνταν στο γραφείο Αξιωματικού Υπηρεσίας. Η με φορτικότητα επιμονή των αξιωματικών να επιβάλουν τις θρησκευτικές τους από­ψεις στους υφιστάμενους τους σμηνίτες επαναφέρει στη σκέψη μας την πρόταση κατάργησης των «μεταξικών» νόμων περί προσηλυτισμού. Δεν θα είχαμε αντίρρηση να δεχθούμε τη θέση του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου για μια «ανοιχτή κοινωνία»8 ή τη θέση του καθηγητή Χ. Παπαστάθη για μια εφ' άπαξ δικαστική απόφαση, με την οποία θα αναγνωρίζονταν όλες οι θρησκείες ως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, αλλά γεννούνται αυτομάτως εύλογα ερωτήματα: Ποιες όμως θρησκείες; Τις γνωστές; Ορ­θόδοξη, Ρωμαιοκαθολική, Ισραηλιτική κ.ά.; ή όλες τις αμερικανοεισαγόμενες ομάδες προτεσταντικού προσανατολισμού, με βασική επιδίωξη το με κάθε τρόπο «ευαγγελισμό» των ατόμων, όπως η περίπτωση που εξετά­ζουμε εδώ;

 Όταν ανέλαβε προϊστάμενος του ο Σ.Μ., εκμεταλλευόμενος τη θέση του, τον παρότρυνε να δεχθεί τις δοξασίες των Πεντηκοστιανών. Κι αυτός τον πίεζε (επτά φορές) να αποδεχθεί τις δοξασίες του και τον προέτρεπε με φορτικότητα να επισκεφθεί την «εκκλησία» τους. Κάθε φορά που επέ­στρεφε από άδεια στη Μονάδα, τον ρωτούσε αν επισκέφθηκε την «εκ­κλησία» τους.

 Ο μάρτυρας τόνισε ότι, επειδή ήταν αξιωματικοί (ιεραρχική εξάρτη­ση), δεν μπορούσε να αρνηθεί τις προσκλήσεις τους για συζήτηση (φοβό­ταν τη μετέπειτα συμπεριφορά τους απέναντι του). Δεν απευθύνθηκε στους προϊσταμένους του, είπε, γιατί είχε μάθει ότι και ανώτατοι αξιωμα­τικοί της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν μέλη αυτής της αίρεσης10.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Απόφαση με αριθμ. 209/1992/ΔΣΑΑ, σ. 2. Πράγματι, με βάση το άρθρ. 353 § 1 ΚΠΔ, εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρ. 434 ΣΠΚ, εάν το δικαστήριο κρίνει ότι κατά την διάρκεια της συνεδρίασης είναι δυνατό να προσέλθει μάρ­τυρας που δεν κλητεύθηκε και τη μαρτυρία του τη θεωρεί αναγκαία, μπορεί να διατάξει την άμεση εμφάνιση και εξέταση αυτού (Πρβλ. Α. ΚΟΝΤΛΞΗ [επιμέλ.], Κώδικας Ποινι­κής Δικονομίας, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1995, σσ. 293-294, όπου και παραπομπές σε συ­ναφή άρθρα).

2. Απόφαση, σ. 3.

3. Αξιωματικός Υπηρεσίας Μονάδος: «άρθρ. 47.§ 3. Τυγχάνει ο αντιπρόσωπος του διοικητού και του επιτελείου της Μονάδος κατά τας μη εργασίμους ώρας και ημέρας αρ­γίας, και είναι υπεύθυνος δια την άμεσον λήψιν των ενδεικνυομένων μέτρων εις πάσαν περί­πτωσιν, μέχρις αφίξεως του διοικητού ή υποδιοικητού της Μονάδος, ή των αρμοδίων επιτε­λών... § 6. Ευθύνεται δια την άμεσον αντιμετώπιπιν όλων των παρουσιαζομένων καταστά­σεων, βάσει των οδηγιών και κατευθύνσεων του διοικητού» (ΓΕΣ/Δνσις Οργανώσεως/3β, Κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας των στρατευμάτων, ΣΚ 20-2, εκδ. Τυπογραφείον Ενό­πλων Δυνάμεων, Αθήναι 1980, ανατύπωση 1995, σσ. 47-48). Σημειώνεται ότι ο ΣΚ 20-2 κυρώθηκε με τη με αριθμ. Φ. 073.114/3/244609/Σ. 150/10 Μαΐου 1980 απόφαση του Υφυ­πουργού Εθνικής Άμυνας.

4. Ο Λ. Φέγγος, απαντώντας σε ερωτήματα «πιστών», γράφει: «Η θεολογική διδα­σκαλία της εκκλησίας είναι η ίδια με της Ορθόδοξης. Θεολογική διδασκαλία, δεν εννοώ τον τρόπο της λειτουργίας και της λατρείας τους, αλλά τα δόγματα όπως διατυπώνονται στο σύμβολο της Πίστεως...» (Χριστιανισμός, Ιούλ. 1992, σ. 4).

5. Οι Πεντηκοστιανοί ερμήνευσαν τη φράση από τις Πράξεις των Αποστόλων 2, 4: «...και ήρξαντυ λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το πνεύμα έδιδον αυτοίς αποφθέγγεσθαι» όπως ήθελαν. Για περισσότερα στοιχεία βλ.: ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ, Εγχειρίδιο αφέ­σεων, σσ. 175-178. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Πεντηκοστιανοί, σσ. 23-26. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Σύγχρο­νες αιρέσεις, σσ. 152 επ. Ψ ΑΛΤ ΑΚΗ, Απειλή για την Ορθοδοξία μας, σσ. 70-73. ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ, Οι αιρετικοί Προτεστάντες, σ. 280. ΤΣΙΑΚΚΑ, Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, σσ. 793-794.

6. Ο Α. Χ. Παπαδαμάκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ειδικότερα η υπηρεσιακή ε­ξουσία υπάρχει όταν ο δράστης με βάση την υπηρεσιακή του θέση, ως προϊσταμένου, μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς ή ευνοϊκός την υπηρεσιακή θέση του υφισταμένου του. Ενώ η κατά­χρηση της υπηρεσιακής εξουσίας καταφάσκεται όταν η ανωτέρω εξουσιαστική σχέση χρησι­μοποιείται από το δράστη (είτε με διαταγή είτε με διατύπωση σχετικών αξιώσεων) για τη διαμόρφωση της βουλήσεως του υφισταμένου στη διενέργεια πράξεων που δεν έχουν σχέση με την υπηρεσία ή εν πάση περιπτώσει αντιβαίνουν στους σκοπούς της» (ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗ, Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο, σ. 224).

7. Απόφαση, σσ. 4 επ. Πρβλ. πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με τις προσηλυτιστικές (όπως κατηγορήθηκε) δραστηριότητες αντιρρησία συνείδησης, σχολιά­ζει: «η απλή διάδοση θρησκευτικών πεποιθήσεων, ακόμη και εκ μέρους προσώπου που υπη­ρετεί σε οιαδήποτε δημόσια θέση, είναι ποινικώς μεν αδιάφορη εφ ‘ όσον δεν συνοδεύεται α­πό "μέσα απατηλά", πειθαρχικός δε εξ ίσου αδιάφορη εφ ‘ όσον δεν συνοδεύεται από κατά­χρηση της δημόσιας θέσης...» (Πόρισμα με αριθμ. πρωτ. 13889.03.2.4/15 Μαΐου 2004/Συνήγορος του Πολίτη, σ. 2, www. Synigoros.gr). Εμείς υπογραμμίζουμε τον όρο κατάχρηση της δημόσιας θέσης. Περίληψη του πορίσματος αυτού βλ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Νομική θεωρία και πράξη, σ. 111.

8. Ο Μ. Σταθόπουλος υπεραμύνεται της κατάργησης κάθε είδους ποινικοποίησης του προσηλυτισμού, καταλήγοντας: «Έτσι μόνο μπορεί να κάνουμε κι εμείς το βήμα προς μια θρησκευτικά ουδέτερη, ανοιχτή κοινωνία- κοινωνία και ανοχής και πλήρους θρησκευτι­κής ελευθερίας, όπου όλοι οι Έλληνες και αυτοί που ακολουθούν τις επικρατούσες αντιλή­ψεις και τρόπους ζωής και θρησκεύεσθαι και όλοι οι άλλοι θα είναι ισότιμοι απέναντι στην ελληνική Πολιτεία» (Μ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, «Η εκκοσμίκευση της Πολιτείας», Θρησκευτι­κή ελευθερία και δημοκρατία, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2000, σ. 67). Πρβλ. Χ. Κ. ΠΑΠΑ­ΣΤΑΘΗ, «Η θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα», Πολιτεία, Ορθόδοξη Εκκλησία και θρησκεύματα στην Ελλάδα, [Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 16], εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 2006, σσ. 319-324. I. Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, «Εκκλησιαστική πολιτική στο Ελληνικό κράτος», Πολιτεία, Ορθόδοξη Εκκλησία και θρησκεύματα στην Ελλάδα, [Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 16], εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 2006, σσ. 332-333.

 

Απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο: 

ΠΡΟΣΗΛΥΤΙΣΜΟΣ - Πεντηκοστιανοί στην Πολεμική Αεροπορία

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΛΙΟΣΗ