Χάρης Τσιρκινίδης 

   Στις 27 Οκτωβρίου 1922, στο γαλλικό Κοινοβούλιο παρουσία του πρωθυπουργού Poincare έγινε συζήτηση σχετικά με το δράμα της Σμύρνης. Οι γαλλικές εφημερίδες τήρησαν διαταγμένη σιωπή. Απλώς ανέφε­ραν ότι έγινε συζήτηση χωρίς καμιά παραπέρα πληροφορία.

Κύριος ομιλητής ήταν ο βουλευτής Παρισίων Edouard Soulier, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για την τουρκική θρασύτητα, να ψάχνει να αποδώσει την ευθύνη της πυρκαϊάς στους Έλληνες και στους Αρμένιους. Ανέλυσε στη συνέχεια τα γεγονότα με ιδιαίτερη έμφαση στo μαρτύριο του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου. Πολλοί φαρισαίοι συνάδελφοί του δε θέλησαν να πιστέψουν ότι ένα τέτοιο κακό θα μπορούσαν να το κάνουν οι Κεμαλικοί.

Οι κύριος Soulier τους απάντησε:

«Φαίνεστε κύριοι συνάδελφοι, να μην υπολογίζετε ακριβώς τι σημαίνει τουρκική δύναμη και τουρκική εχθρότητα όταν αισθάνονται οι Τούρκοι ότι είναι ισχυροί. Τη γαλλική φιλία την εκμεταλλεύτηκαν όσο την είχαν ανάγκη. Τώρα αισθάνονται ότι κέρδισαν το παιχνίδι και αποκαλύπτουν πλέον το αληθινό προσωπείο τους».

Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από την ιστορική αυτή συζήτηση στο γαλλικό Κοινοβούλιο, όπως την περιγράφει ο Γάλλος δημοσιο­γράφος της εποχής, Rene Puaux στο ολιγοσέλιδο βιβλίο του «La Question dOrient devant le Parlement» (το Ανατολικό πρόβλημα ενώπιον του Κοινοβουλίου).

Soulier: Υπενθυμίζω ότι οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου και ότι ακόμη και την 12 Σεπτεμβρίου κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι η τάξη δεν είχε ακόμη εξασφαλιστεί, Αυτήν την ημέρα είδαμε από τους προξένους και ιδίως από το δικό μας τον κύριο Graillet ανήσυχα σημάδια.

Στην εφημερίδα "Levant" γράφτηκε ότι ο Κεμάλ στις 13 Σεπτεμβρίου δέχθηκε επισήμους αντιπροσώπους. Την ίδια μέρα άρχισε η καλά οργανωμένη, κατά την εντύπωσή μου, πυρκαϊά.

Παρουσία μιας παρόμοιας συμφοράς η ερώτηση που τίθεται είναι: Ποιος είναι ο δράστης;

Άκουσα στη Μασσαλία να λένε ότι ήταν οι χριστιανοί. Όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι το 64 μ.Χ υπό το Νέρωνα ήταν οι χριστιανοί που έθεσαν τη φωτιά στη Ρώμη. Δεν είναι μια αποκαλυφθείσα αλήθεια;

Ήδη, κύριοι, από την Άνοιξη τον 1922 σε διάφορα χριστιανικά σπίτια υπήρχαν θυρωροί Τούρκοι. Αυτοί προειδοποιούσαν τους κυρίους τους: «Έχουμε πληροφορίες ασφαλείς ότι σε λίγους μήνες οι Τούρκοι θα είναι νικητές, θα φθάσουν στη Σμύρνη και ότι οι Έλληνες θα θέσουν πυρ στην πόλη».

Ήταν λοιπόν ένα άλλοθι προετοιμασμένο 5 μήνες νωρίτερα.

Επειδή ίσως δυσπιστούμε στις μαρτυρίες, έψαξα σε παλιές παρισινές εφημερίδες και σε μια απ' αυτές, της 15 Απριλίου J922 βρήκα το εξής:

«Οι καθολικοί της Σμύρνης απηύθυναν στον Πάπα έκκληση παρακαλώντας τον να σώσει τη χώρα από την απειλή επιστροφής των Τούρκων».

Ιδού ένα δεύτερο γεγονός: Αγνοείτε ότι η πόλη της Άγκυρας έπαθε τo ίδιο στη διάρκεια του πολέμου όπου οι χριστιανικές και ευρωπαϊκές συνοικίες κάηκαν; Το ίδιο υπέστησαν κι άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας.

Η καταστροφή της Σμύρνης δεν είναι λοιπόν ένα καινούργιο γεγονός. Προστίθεται σε μια σειρά ανάλογων καταστροφών.

Πως εξηγείται ότι δεν έπιασε φωτιά η τουρκική συνοικία; Γιατί δεν πήραν φωτιά τα Κονάκια, τα τζαμιά;

Πως εξηγείται ότι η φωτιά άρχισε στις 13, ενώ η Σμύρνη ήταν στα χέρια των Τούρκων από τις 9 Σεπτεμβρίου;

Ο Τούρκος είναι έτσι φτιαγμένος. Καταστρέφει από ευχαρίστηση και εκμηδενίζει από ένστικτο. Αλλά στη συνέχεια κοιτάζει και λυπάται, όταν είναι αργά!

Χειροκροτήματα 

Αλλά γιατί οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά; 

Πρώτο:  Υπήρχαν πολλά πτώματα στην πόλη και η φωτιά ήταν μια δικαιολογία, μια κάθαρση. Δεύτερο; όπως και στο παρελθόν, ήταν ένας τρόπος για να λύσουν το πρόβλημα των μειονοτήτων. Γι αυτούς όπως στα επίσημα κείμενα αναφέρεται: Η Σμύρνη ήταν η πόλη των απίστων.

Παρά την πυρκαϊά, όλος ο πληθυσμός δεν εξολοθρεύτηκε. Είχαμε στη συνέχεια αρπαγές. Μεταξύ άλλων όλων των νέων κοριτσιών ενός γαλλικού οικοτροφείου.

Υπήρξαν άγριες σφαγές. Είδαν ένα όχημα να διασχίζει τους δρόμους σέρνοντας το διευθυντή μιας εφημερίδας1. Το κεφάλι κτυπούσε στο κατά­στρωμα. Άγριοι ακρωτηριασμοί. Είδαν ακόμη να πυροβολούν και μέσα στη θάλασσα, για να σκοτώσουν αυτούς, που προσπαθούσαν να πάνε στα πλοία κολυμπώντας.

Poincare:  Δε γνωρίζετε αυτά που μας στέλνουν οι ναύαρχοί μας. Ο ναύαρχος Dumesnil είναι σε πλήρη αντίθεση μαζί σaς σχετικά με τη διήγηση της πυρκαϊάς. 

LenailΌλοι όσοι είδαν την πυρκαϊά είναι σε αντίθεση με σας.

SoulierΣτηρίζομαι σε μαρτυρίες ανθρώπων που ήταν εκεί.

PoincareΟ ναύαρχος Dumesnil ήταν επίσης εκεί.

LonailΑκούστε, κύριε Soulier...

SoulierΌχι, σας παρακαλώ, να μην αρχίσουμε με προσωπική πολεμική.

χειροκρότηματα

YbarnegarayΑυτό δείχνει, πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία.

SoulierΚύριοι σας δίνω ραντεβού σε μερικά χρόνια...

Φωνές και γέλια από μερικά έδρανα

Soulier: Έφτασαν στο γαλλικό προξενείο και ανέφεραν ότι απειλείται ο μητροπολίτης Χρυσόστομος. Ο Γάλλος πρόξενος Graillet έστειλε απόσπασμα να τον οδηγήσει στη γαλλική εκκλησία «Sacre – Coeur» ή στο προξενείο. Αυτός αρνήθηκε και είπε: «Είμαι στο μέσον των πιστών μου. Οφείλω να παραμείνω μ’ αυτούς».

Καθώς αναχωρούσε τ’ απόσπασμα, έφτασε μ' αυτοκίνητο ένας Τούρκος αξιωματικός με δύο άντρες και είπε στον Πατριάρχη (εννοεί τo μητροπολίτη) να τον ακολουθήσει.

Τον οδήγησαν στην άκρη της ευρωπαϊκής συνοικίας μπροστά σ’ ένα κουρείο. Τον σκέπασαν μ' άσπρη ποδιά, με σκοπό να τον βλέπουν καλύτερα όλοι οι περαστικοί. Και εκεί, κύριοι, έλαβε χώρα ένα των φρικτών εγκλημά­των, απ αυτά που η ιστορία των μαρτύρων έχει αρκετά. Του έκοψαν τα γένεια, τον μαχαίρωσαν, τον έκοψαν τ' αυτιά, τη μύτη. Γυναίκες και άνδρες ελάμβαναν μέρος σ' αυτό το βασανιστήριο.

Οι ναυτικοί μας παρίσταντο εκεί, με το όπλο "παρά πόδα" αγανακτισμένοι, ταραγμένοι, υποχρεωμένοι από τις οδηγίες που έλαβαν. Ο Τούρκος αξιωματικός απείλησε τους άνδρες μας με πιστόλι να μην κινηθούν,

Leon BlumΕίναι επιτέλους αλήθεια;

SoulierΟδήγησαν στη συνέχεια αυτόν το γέροντα στην τούρκικη συνοικία, τον κομμάτιασαν και τον έριξαν στα σκυλιά.

Ο στρατηγός Noureddine είπε: «Θα τον παραδώσω στο λαό. Αν έκανε καλό θα του κάνουν καλό, αν έκανε κακό θα τον κάνουν κακό».

Ακόμη και στις 10 Οκτωβρίου έψαχναν στα ερείπια για χριστιανούς.

Αποτέλεσμα: Η Σμύρνη είχε 360.000 κατοίκους από τους οποίους 230.000 ήταν χριστιανοί. Υπήρχαν και 200.000 πρόσφυγες. Aπ' αυτούς 250.000 έφτασαν στα νησιά του Αιγαίου και την Ελλάδα εξορίστηκαν 100.000. Υπάρχουν το λιγότερο 75.000 νεκροί στη Σμύρνη*.

Εδώ και 1850 χρόνια οι χριστιανοί ήταν στη Μικρά Ασία κ’ έπειτα την επόμενη μέρα δεν υπάρχουν πλέον.

Lenail:...

Soulier:...

Lonail: ...

Charles BaronΟι Τούρκοι είναι πολιτισμένοι άνθρωποι, οι Έλληνες άγριοι (Sauvages).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

1. Εννοεί τον Τσουρουκτσόγλου, διευθυντή της εφημερίδας «Μεταρρύθμιση» της Σμύρνης

 

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Επιτέλους τους ξεριζώσαμε... Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Θράκης και της Μ. Ασίας, μέσα από τα γαλλικά αρχεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ

 

    Μια συμπαθητική κοπελίτσα ήταν τότε, μόλις δεκαοχτάχρονη. Φορούσε τα καλά της —τις «ζουπούνες»— την ντόπια φορεσιά που στόλιζε τις γυναίκες στα μακρινά εκείνα ακρογιάλια που τα βρέχει το κύμα του Ευξείνου και φέρνει απ' τα βάθη των καιρών πανάρχαια μηνύματα και θρύλους, για τους Αργοναύτες που πέρασαν από κει πηγαίνοντας για την Κολχίδα.

Είχαν κάποια γιορτή στο σπίτι, έπαιζε ο λυράρης, χόρευαν σ' ένα κύκλο άντρες και γυναίκες και κοπέλες, πιασμένοι απ' τα χέρια —στη μέση ο λυράρης— χόρευε κι η κοπελίτσα καμαρωτή, χαρούμενη. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν κι ένας ξένος, ολομόναχος στην πόλη, από πολύ μακριά, όχι απ' την Μαύρη θάλασσα, αλλά απ' τ' ασπροθαλασσίτικα νερά, —λέγαν— από κάποιο νησάκι που βρίσκεται έξω απ' τον Ελλήσποντο κι έτσι το λένε: Τένεδος. Συμπαθητικός ήταν κι ο ξένος, νέος, κι είχε μόλις φτάσει απ' το νησί του, απ' όπου έφερνε ωραία κρασιά και τα εμπορευόταν. Ντόπιοι έμποροι που αγόραζαν τα κρασιά του, τον προσκάλεσαν να περάσει την βραδιά του κι εκείνος ήταν πολύ ευχαριστημένος —του άρεσαν όλοι οι καλοσυνάτοι άνθρωποι— και το μάτι του δεν ξεκολλούσε απ' την κοπελίτσα που φαινόταν ντροπαλή και ξεχώριζε απ' τις άλλες.

—Πώς την λένε; ρώτησε.

—Μαρία, του είπαν.

—Θέλω να γνωρίσω τους δικούς της.

Γνώρισε τους δικούς της ο ξένος —Γιάννης ήταν τ' όνομά του— παντρεύτηκε, ρίζωσε στην πόλη, άνοιξε και μαγαζί, έκανε παιδιά και πέθανε στα ίδια εκείνα χώματα. Η Μαρία έζησε πολλά χρόνια, χήρα με τα παιδιά της —τέσσαρες κόρες κι ένα γιο— πάλεψε, γνώρισε βάσανα και πίκρες, ξεριζώθηκε μ' όλο τον πληθυσμό από τα μέρη εκείνα, και γριούλα πια, στην Αθήνα, δεν κουραζόταν να μιλά για τα παλιά, για τη ζωή της, για τα νιάτα της, για τον άντρα της, για την αξέχαστη πόλη, όπου κάποια βραδιά είχε γνωρίσει εκείνον τον ξένο —τον πατέρα μου.

Όλο «για κείνα» μου μιλούσε. Κι' όλο τ' αναθυμόμουνα κι εγώ και τώρα ακόμα που έφυγε η γριούλα, η σκέψη μου συχνά φτερουγίζει στα παλιά και να που προβάλλουν πάντα ολοζώντανα —εικόνες όμορφες και πρόσωπα αγαπημένα, σκηνές και περιστατικά της καθημερινής ζωής, χαρές και λύπες, βιώματα λογής ‐λογής και μαζί ολόκληρο το πανόραμα της μακρινής εκείνης πόλης του Ευξείνου Πόντου, όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Σαν όνειρο. Άλλοτε ευτυχισμένο και χαρούμενο κι άλλοτε φοβερό — ένας σωστός βραχνάς.

Νάτην η Τραπεζούντα —πρωτεύουσα ιστορική των Κομνηνών— γεμάτη εκκλησιές, κάστρα βυζαντινά, τζαμιά κι ορθοδοξία, που από τη μια μεριά της σκαρφαλώνει στον λόφο του «Ποζ Τεπέ» κι απ' την άλλη δροσολογιέται ανέμελα στην θάλασσα του Ευξείνου, που πότε χαϊδεύει τις αμμουδιές της καταγάλανη, και πότε ανασηκώνεται θυμωμένη, σε κύματα θεόρατα, που σπάζουν και βροντολογούν στα βράχια του γιαλού της.

Σπίτια μικρά, μεγάλα, που οι αυλές τους —πλακόστρωτες αλλού κι αλλού με καρφωμένα βοτσαλάκια— λαμποκοπάνε από πάστρα κι οι κήποι τους ολούθε είναι πνιγμένοι στο λουλούδι, στις συκιές ή τις ροδιές ή τις μανόλιες.

Να το μεϊτάνι με τα μεγάλα καφενεία, όπου σεβάσμιοι Τούρκοι τραβούν μακάριοι τους ναργιλέδες, κι οι δρόμοι με τα μαγαζιά, τα σεκερτζίδικα με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, τα χαλβατζίδικα με τους πελώριους άσπρους χαλβάδες, τις λεμονάδες, τα σερμπέτια και πέρα τα κεμπαπτζίδικα με τα ντονέρ κεμπάπια, όπου ο κεμπαπτζής ξεσπά μερακλωμένος σε κραυγές:

—Βάι, βάι, βάι!. .

Μπαρμπέρικα με τις κρεμαστές αυλαίες από χάντρες, φίσκα τα μπακάλικα και τα μανάβικα απ' του πουλιού το γάλα, βουτυράτα, τυριά, φρούτα σωροί και ζαρζαβατικά της πλούσιας γης, ψαράδικα με τα λαχταριστά μπαρμπούνια και τα καλκάνια του Ευξείνου, γεμάτοι οι δρόμοι από τα φέσια —Τούρκοι και Ρωμιοί— κι από τις φωνακλάδικες κραυγές των γυρολόγων:

—Λιμοναντά τουρ μπουζ γκιπίίίίί!..

«Παγωμένη είναι η λεμονάδα», αλλά και κρύο το «αϊράνι»— δροσιστικό πιοτό από γιαούρτι:

—Αϊράν, σοούκ τουουουρ!...

Πεντακάθαρα είναι τα μεγάλα εστιατόρια στο μεϊτάνι —τραπέζια με κάτασπρα τραπεζομάντιλα έξω στον δρόμο— που έχουν τόσο γούστο στις μέρες του ραμαζανιού. Νηστικοί, τότε, οι Τούρκοι όλη τη μέρα, αμίλητοι, κατσούφηδες, τρέχουν μόλις αρχίσει να σουρουπώνει και στρώνονται νωρίς ‐ νωρίς να πιάσουν θέση, παραγγέλνουν τα φαγιά τους, αλλά δεν τ' αγγίζουν, περιμένουν. Όπου ξαφνικά αντιλαλά στην πόλη το κανόνι:

—Μπούούούούμ!..

Και τότε πέφτουν σαν τρελοί στα πιάτα, ολούθε, σ' όλα τα εστιατόρια, στα μαγέρικα, στα σπίτια και γίνεται μύλος και θρήνος στα πιλάφια, στα ιμάμ μπαϊλντί, στα παχιά κρέατα και τις σάλτσες —αμάν, αμάν!— μαχαίρια, πηρούνια, κουτάλια και σαγόνια. .. τι οργασμός!

Όσο μακρύτερα πάει η θύμηση, τόσο πιο καθαρά βλέπει τις εικόνες —εκεί στον κεντρικό δρόμο προς το λιμάνι και το τελωνείο ξανοίγει το μαγαζί του πατέρα με τα τενεδιώτικα κρασιά και την ταμπέλα από πάνω: ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΝΕΔΟΣ. Κυρίαρχη μορφή εκεί μέσα ο πατέρας, με το καλοσυνάτο πρόσωπο, όρθιος, σοβαρός, μπροστά στον πάγκο να περιποιείται τους πελάτες, αλλά χωρίς να ξεκολλά το μάτι απ' τον γιο, που καθισμένος στην πόρτα φυλλομετρά το αλφαβητάριό του και θαυμάζει τα θεάματα του δρόμου.

Πόσα και πόσα θεάματα, αλήθεια, αλλά το πιο μαγευτικό απ' όλα είναι σίγουρα εκείνες οι γκαμήλες κι όταν ακούεται από μακριά το καραβάνι που ζυγώνει, τινάζεται απ' την καρέκλα του ο μικρός και τρέχει με τ' άλλα τα παιδιά που αφήνουν χαρούμενες φωνές:

—Τα καμέλια! Τα καμέλια!

Ντιν, νταν, ντουν οι πελώριες κουδούνες —πέρα απ' το Ερζερούμ μας έρχονται— πόσο ξεκούραστες! Ψηλές και λιγνοπόδαρες, με τις πλατιές πατούσες, τον μακρύ κυματιστό λαιμό κι ένα κεφάλι μακρουλό στην άκρη —το στόμα όλο να μασά— περνάνε με το πάσο τους σε μια ατέλειωτη σειρά, στρέφοντας την κεφάλα πότε από δω και πότε από κει, με μια μακάρια αδιαφορία.

Εκεί στην γωνιά του δρόμου είναι ο φούρνος με τα κάτασπρα ψωμιά, όπου οι «φουρουντζήδες» δουλεύουν το ζυμάρι ασταμάτητα επάνω σε πλατιές αλευρωμένες τάβλες και πλάθουν γρήγορα — μαέστροι στην δουλειά— τα πεϊνιρλία, τα τιρνακλία, τους τοπχανάδες που μπαίνουν αμέσως επάνω στα μακριά τους φτυάρια και —τακ— ρίχνονται πλάι στη φωτιά, μεθοδικά, προσεκτικά, για νάβγουν σε λίγο ροδοψημένα, μοσχομυριστά.

Συγκινημένη η θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ρωμαίικες γειτονιές, τούρκικοι μαχαλάδες, τζαμιά και μιναρέδες που λογχίζουν τον αέρα, αλλά και εκκλησιές —πόσες εκκλησιές!— περιοχές ολόκληρες της πόλης όλο ελληνισμός, χωρίς κανέναν Τούρκο.

Βραδιάζει. Και να που εκεί ψηλά στον μιναρέ πρόβαλε ο «μολλάς», που με το ένα χέρι στο αυτί διαλαλά στα πέρατα του κόσμου, ότι ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ. Αλλαάάάάάάχ μπιρ Αλάάάάάάάχ!..

Αλλά η απάντηση έρχεται από πλήθος καμπαναριά που χαλούν τον κόσμο με τις γλυκόλαλες καμπάνες, απ' όπου δοξολογιέται ο αληθινός Θεός των Χριστιανών και προσκαλούνται οι πιστοί στις εκκλησιές, όπου οδεύουν —ολόκληρος λαός— με πίστη και κατάνυξη, Κυριακές, γιορτές, εωθινά, εσπερινούς, Χριστούγεννα και Πάσχα.

—Εδώ;

Θεέ μου, τι ανοιχτόκαρδα, πόση απεραντοσύνη —ο γιαλός μας!— πέρα προς την ανατολή τ' ωραίο «Γκιουζέλ σαράι» μ' απείραχτα τα τείχη των Κομνηνών και προς την δύση τα μεγάλα

βράχια, απ' όπου πηδάμε στο νερό τα καλοκαίρια ή και κρυφοκοιτάμε καμιά φορά τα χανουμάκια, που έρχονται, κρύβονται εκεί να κολυμπήσουν και δεν βγάζουν, βέβαια, μόνο τον φερετζέ τους για να δροσιστούν...

Να κι ο Άη Γρηγόρης, η μεγαλόπρεπη μητροπολιτική μας εκκλησιά, όπου ο μητροπολίτης Χρύσανθος δεν αφήνει σχεδόν καμιά Κυριακή χωρίς να θυμηθεί στο κήρυγμά του τους θρυλικούς «μυρίους» του Ξενοφώντος που απ' τα ψηλά βουνά της Τραπεζούντας αντικρύσαν το γαλάζιο πέλαγος και φώναξαν:

—Θάλαττα! Θάλαττα!

Εδώ στην Τραπεζούντα κατέβηκαν, κι εδώ σε τούτον τον γιαλό λούστηκαν, ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, μάχες, δοκιμασίες —λέει ο δεσπότης— αιώνων ιστορία ελληνική έχει η πόλη τούτη, όλα το μαρτυρούν, αρχαίοι συγγραφείς, αρχαία τείχη και κάστρα, τάφοι αυτοκρατόρων, εκκλησιές και προ πάντων ο λαός ο ριζωμένος στ' άγια τούτα χώματα, που τα ποτίζει με δάκρυ και ιδρώτα και συνεχίζει από γενιά σε γενιά την προαιώνια ιστορία της Ελλάδας.

Κοιτάζω τον πατέρα μου, δακρύζει:

—Γιατί, πατέρα;

Σκύβει πολύ ο πατέρας μου για να με φτάσει:

—Σώπα παιδί μου, τα καλά παιδιά δεν μιλάνε στην εκκλησιά.

Κι ενώ σκουπίζει τα μάτια του με το μαντήλι:

—Άμα θα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις.

Πολλά είν' αυτά που δεν καταλαβαίνω ακόμα, κι όχι μονάχα έξω, αλλά και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όπως εκείνα τα περίεργα κάδρα με τα παράξενα πρόσωπα που βρίσκονται κρεμασμένα γύρω τριγύρω στο σαλόνι μας —τα τόσο αγριωπά— άλλος με περικεφαλαία, άλλος με πιστόλες και μαχαίρες, άλλος με μακριά κυματιστά μαλλιά κι όλοι τους με μάτια φλογερά, με άφθονα γένια και μουστάκια, αν και μπορώ να διαβάζω χωρίς κόπο τα ονόματα που είναι γραμμένα από κάτω: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ, ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ, ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΡΑΙΟΣ κτλ.

Στην γιορτή του πατέρα μου, που έρχονται και Τούρκοι, φίλοι και πελάτες του, για να του πουν «χρόνια πολλά», κοιτάζουν και κείνοι με μεγάλη απορία όλα αυτά τα κάδρα και ρωτούν:

—Κυρ Γιάννη, γιάχο, τι είναι όλοι τούτοι;

—Συγγενείς μου είναι, Χασάν εφέντη.

—Μεγάλο συγγενολόι έχεις, κυρ Γιάννη.

—Ναι, όλους τους συγγενείς μου τους έχω εδώ. Μακρινούς και κοντινούς.

—Ασκ ολσούν, κυρ Γιάννη, καλός άνθρωπος είσαι για ν' αγαπάς έτσι όλο σου το σόι!

Σε μένα, όμως, ο πατέρας μου κάποτε έδωσε άλλη εξήγηση:

—Αυτοί, παιδί μου, είναι εκείνοι που δώσαν στην Ελλάδα μας την λευτεριά.

—Και τι θα πει, πατέρα, λευτεριά;

Αναστέναξε εκείνος:

—Άμα θα μεγαλώσεις θα τα μάθεις.

Όταν βρίσκεσαι σε μια ηλικία που σκύβει πολύ ο πατέρας σου για να σε φτάσει, δεν μπορείς, βέβαια, να νοιώσεις την σημασία της λέξης «λευτεριά». Τα χρόνια εκείνα, άλλωστε, παίζαμε με τα «τουρκοπούλια» κι όταν μας δέρνανε, τα δέρναμε, χωρίς κανένα φόβο. Αργότερα ήταν αλλιώς.

Τότε, όμως, όλα ήσαν όμορφα, κι ο κόσμος γύρω μας ένας σωστός παράδεισος.


 

Από το χρονικό ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

 

 

    Στους Δομιανούς Ευρυτανίας, όπου είδε το φως ο ηρωικός παπα-Χρίστος Κακαβάς, γεννήθηκε και ο παπα-Βαστάκης στα 1900. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια. Αλλ’ η αγάπη του προς τα γράμματα έκαμε τους γονείς του να τον στείλουν μ’ όλη τη φτώχεια τους στο Ιεροδιδασκαλείο Άρτης. Ξε­χώρισε ανάμεσα στους συμμαθητάς του. Δεν πρόλαβε να τελειώση κι η φωνή της πατρίδος τον κάλεσε στη Μ. Ασία.

Μετά την καταστροφή τελείωσε το ιεροδιδασκαλείο, έλαβε σύζυγο την Αμαλία Μαργαριτοπούλου και το 1926 διο­ρίσθηκε διδάσκαλος στο χωριό Θερμάτι. Το 1930 χειροτονήθηκε ιερεύς και πήγε εφημέριος στην Αγία Παρασκευή του Μεγάλου Χωρίου.

Πρότυπο οικογενειάρχου, εδημιούργησε οικογένεια χρι­στιανική, που όλοι την καμάρωναν και τη ζήλευαν. Φιλότιμος διδάσκαλος, προσπαθούσε όχι μόνο γράμματα να μάθη στα παιδιά, αλλά και να τους εμφυσήση ευσέβεια και φόβο Θεού.

Και στην ιερατική του διακονία επέτυχε ο π. Δημήτριος. Αγαπούσε τους χριστιανούς με δημιουργικήν αγάπη. Ήταν αφιλοχρήματος κι έγινε πολλές φορές ο παρηγορητής κι ο προστάτης των ορφανών και των πασχόντων. Ίδρυσε και φρόντιζε με στοργή το πρώτο Κατηχητικό στην Επαρχία. Το απλό μα αλατισμένο κήρυγμά του τραβούσε πολλούς στην εκκλησία και στη χριστιανική ζωή.

   Στην ωραία αυτήν άνθησι της ιερατικής του ζωής ήρ­θαν οι κατακτηταί στην Ελλάδα. Στις 18 Δεκεμβρίου 1942 ένα τάγμα ιταλικό τραβούσε από το Καρπενήσι προς το Μεγάλο Χωριό. Το μισό τάγμα είχε μπη μέσα και οι πρό­κριτοι του χωρίου έκαμαν ό,τι μπορούσαν για να τους περιποιηθούν, για να προλάβουν ενδεχόμενη καταστροφή. Μαζί και ο εφημέριος και δάσκαλος π. Δημήτριος. Μα το άλλο μισό τάγμα, που πήγαινε προς το Μικρό Χωριό έπεσε σ’ ενέδρα ανταρτών και δεκατίστηκε στ’ αληθινά. Έξαλλοι από θυμό και φόβο οι Ιταλοί ξέσπασαν στους αόπλους. Κράτησαν όλους τους προκρίτους και τον ιερέα μαζί στο σχολείο του Μ. Χωρίου.

Από τη στιγμή αυτή άρχισε το μαρτύριο του π. Δημητρίου. Άγρια μανία έπιασε τον Ιταλό ταγματάρχη, όταν είδε τον ιερέα. Έξαλλος τον άρπαξε από τα γένεια και κλωτσώντας τον τον ξάπλωσε κάτω. Ο ιερεύς ήρθε σε άθλια κατάστασι. Σε λίγο τον πήραν οι Ιταλοί στο κατάλυμά τους κι εκεί ο ξυλοδαρμός επανελήφθηκε, αφού μάλιστα τον κρέ­μασαν στην κληματαριά του σπιτιού. Μια βαριά πέτρα κρε­μόταν από τα πόδια του. Κι αυτοί γύρω του, τον κοροΐ­δευαν, τον κτυπούσαν, έκαιγαν τα γένεια και τα μαλλιά του με τους αναπτήρες τους. Από το ένα μέρος το πρόσωπό του είχε καή εντελώς.

Μισοπεθαμένο τον μετέφεραν σ’ άλλο σπίτι. Ήταν τε­λείως παραμορφωμένος. Το πρόσωπό του μελανό. Τα μάτια του να σταλάζουν αίμα. Τα χέρια να κρέμωνται νεκρά, βγαλμένα απ’ τις αρθρώσεις τους. Το σώμα ολόκληρο μωλωπι­σμένο τόσο, που να μην έχη τόπο για καινούργιους μωλωπι­σμούς. Και να σκεφθή κανείς μονάχα την κατάστασι αυτή του δυστυχισμένου π. Δημητρίου, αισθάνεται την ψυχή του να πλημμυρίζη απ’ οδύνη κι αποτροπιασμό. Τέτοια συναισθή­ματα εξεδήλωσε, όταν αργότερα αφέθηκε ελεύθερος, γιατρός συνδεσμώτης του ιερέως.

Στις 23 Δεκεμβρίου μαζί με άλλους συγκρατουμένους τους πήγαν στο Μεγάλο Χωριό. Εκεί τους φανέρωσαν την καταδίκη τους σε θάνατο και τους επέτρεψαν να κάνουν τις τελευταίες παραγγελίες τους προφορικά ή με γράμμα. Ο π. Δημήτριος δεν μπορούσε να κρατήση μολύβι. Γι’ αυτό παρεκάλεσε να πουν, πως ο «παπά-Δημήτρης παραγγέλ­λει στους δικούς του να είναι καλοί χριστιανοί. Συγχωρεί όλους όσους τον έβλαψαν και παρακαλεί να τον συγχωρήσουν εκείνοι που τυχόν ελύπησε».

Το πρωί στις 24 Δεκεμβρίου 1942 οι Ιταλοί είχαν βάλει πυρκαγιές στο χωριό. Σ’ ένα από τα καιόμενα σπίτια έρριξαν τον βασανισμένο π. Δημήτρη, «ιερείον έμψυχον» ολο­καύτωμα στον Κύριο δεκτό.

 

Πηγή το βιβλίο: Εκτελεσθέντες & μαρτυρήσαντες κληρικοί 1941-1949, Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου.



nazichristianity 6

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ:

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Α. ΒΟΛΤΑΙΡΑΚΗ
ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: «ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ» - ΑΘΗΝΑΙ 1946  
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com

    Κατά το έτος 1934 υπεγράφη μεταξύ του φον Πάππεν, ως εκπροσώπου του Χίτλερ και του σημερινού Πάπα, τότε Καρδιναλίου Πατσέλλι, «Κογκορδάτον» περί της καθολικής θρησκείας, διδασκα­λίας, θρησκευτικών κηρυγμάτων κτλ., το οποίον ο Χίτλερ ουδέποτε εσεβάσθη. Απεναντίας μάλιστα κατά του Καθολικού και Προτεσταντικού κλήρου ήσκησε τρομεράν δίωξιν, ιδίως κατ’ εκείνων που αντετάχθησαν εις τα κατά της θρησκείας μέτρα του.

Σπουδαιότεροι αντίπαλοι του Χίτλερ εκ των κληρικών ήσαν:

1)   Ο γερμανός Πάστωρ Νιμολέρ και

2)   Ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος του Μονάχου Καρδινάλιος Φάου Μπάχερ, εισηγήσει του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις των Γερμανών Καρδιναλίων εις την γερμανικήν πόλιν Φούλντα, μετά την οποίαν εξεδόθη εγκύκλιος αυτών, δια της οποίας επέκρινον μετά σφοδρότητος τα όργανα της Γκεστάπο.

Ο Ορθόδοξος χριστιανικός κλήρος της Πράγας έδωκε δείγματα εξαιρετικής αυτοθυσίας και υπερηφανείας κατά το θέρος του 1942, ότε εδολοφονήθη υπό Τσεχοσλοβάκων πατριωτών ο υπαρχηγός της Γκε­στάπο Χάϊντριχ και αναπληρωτής του Χίμλερ.

Μετά την δολοφονίαν αυτού, η Γκεστάπο έλαβεν πρωτοφανή μέ­τρα, τα οποία όμως δεν εστάθηκαν ικανά να πτοήσουν τον χριστιανι­κών κλήρον, ο οποίος δεν εδειλίασε να αναλάβη την απόκρυψιν και περίθαλψιν των δραστών της δολοφονίας του απαίσιου και βδελυρού δημίου Χάϊντριχ, αντικατασταθέντος βραδύτερον παρά του Αυστρια­κού Ερνέστου Καλτεμπρούνερ.

Η απόκρυψις των ηρώων αυτών, παρά τας απειλάς της Γκε­στάπο, εγένετο παρ’ ορθοδόξων Ελλήνων κληρικών εις κρύπτας και κατακόμβας της Πράγας, ότε δε απεκαλύφθησαν υπό της Γκεστάπο, συνελήφθησαν ως ένοχοι ο Πατριάρχης των ορθοδόξων Πράγας και πάσης Τσεχοσλοβακίας Σαββάτιος, εις επίσκοπος, εις ιεροκήρυξ και εις κανδηλανάπτης. Πάντες απεστάλησαν εις το Στρατοδικείο, ενώ­πιον του οποίου με παρρησίαν και υπερηφάνειαν ωμολόγησαν την ενοχήν των, δηλώσαντες προσθέτως ότι δεν μετενόουν καθόλου δια την πράξιν των ταύτην, τας ευθύνας της οποίας ανελάμβανον πλήρως, παρά το γεγονός ότι εγνώριζον πως θα οδηγηθούν εντός ολίγου προ του εκτελεστικού αποσπάσματος και θα πέσουν υπό τα γερμανικά πυρά.

   Εκτός των ανωτέρω, όμως, δεν πρέπει να παραλειφθή και το γε­γονός ότι κατά την διάρκειαν της αποκρύψεως των εκτελεστών του μυσαρού δολοφόνου οι αναφερθέντες κληρικοί, ότε επεδεινώθη η κατάστασις ενός εξ αυτών, όστις είχε τραυματισθή φεύγων μετά την εκτέλεσιν του Χάϊντριχ δια ν’ αποφυγή την σύλληψιν υπό της Γκεστάπο δεν παρέλειψαν, οι τόσον πιστώς και επαξίως διακονούντες την ορθόδοξον χριστιανικήν πίστιν κληρικοί αυτοί, να καλέσουν παρά τους μυρίους κίνδυνους ειδικόν ιατρόν προς παροχήν περιθάλψεως και βοή­θειας προς τον Τσεχοσλοβάκον πατριώτην, ο οποίος εθυσιάζετο εις τον βωμόν της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Το γεγονός αυτό δεν ηρνήθησαν ενώπιον του Στρατοδικείου, χωρίς όμως να κατονομάσουν και τον Ιατρόν, δι’ ευνοήτους λόγους.

Επειδή ένας από τους κυριωτέρους εσωτερικούς αντιπάλους του Χίτλερ ήτο ο κλήρος, δια να εξουδετερώση αυτόν εχρησιμοποίησε την περίφημον Γκεστάπο και τον τύπον του.

Δια της Γκεστάπο ωργάνωσεν εικονικάς δίκας, με φανταστικάς χαρακτηριστικάς κατηγορίας, τας οποίας εμεγαλοποίει ο τύπος του, αι δε δίκαι αυταί εσυνεχίζοντο επί ολοκλήρους ημέρας και μήνας, με αντικειμενικόν σκοπόν την διαπόμπευσιν και τον εξευτελισμόν του κλήρου, ίνα ούτω ο γερμανικός λαός αποβάλη κάθε πίστιν και σεβα­σμόν προς την καθολικήν εκκλησίαν, η οποία ολίγον μετά την κατάληψιν της αρχής υπό του Χίτλερ έγινε κι αυτή Χιτλερική, επονομασθείσα Εθνική Εκκλησία.

Εις μέγιστον βαθμόν συνετέλεσαν και ειργάσθησαν με περισσήν τέχνην και επιτηδειότητα ο πολύς Γκαίμπελς και ο θεωρητικός Ρόζεμπεργκ, οι οποίοι ήσαν εισηγηταί και πιστοί εφαρμοσταί των κατά της καθολικής εκκλησίας και γενικώς του κλήρου ληφθέντων σκληρών μέτρων. Ο δεύτερος μάλιστα ήτο ο εφευρέτης του σχεδίου της μετακινήσεως και εκκενώσεως πληθυσμών εις τας κατεχομένας χώρας (απο­στολή Rosenberg) και της ληστεύσεως και εξοντώσεως αυτών, ως συ­νέβη εις Πολωνίαν, Ρωσσίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Ελλάδα (Ισραηλίται Θεσσαλονίκης) κτλ.

Αφού κατήργησε τα περιοδικά της καθολικής νεολαίας και τας εβδομαδιαίας εφημερίδας του κλήρου, διέταξε την μετονομασίαν της καθολικής εκκλησίας εις Εθνικήν τοιαύτην, την οποίαν αφωμοίωσε προς το Κράτος, όπερ υπηρετεί πιστώς. Μάλιστα δε κατά την ημέραν της επισήμου εγκαθιδρύσεως της «Εθνικής Εκκλησίας» του Ράϊχ, όλοι οι εκτός της Γερμανικής Επικρατείας και εις τας αποικίας αυτής καθολικοί ναοί και εκκλησίαι, υπεχρεώθησαν να αφαιρέσουν τον Σταυ­ρόν του Χριστού και να τον αντικαταστήσουν με τον αγκυλωτόν σταυ­ρόν, ως το μόνον ακατάβλητον σύμβολον της Γερμανίας.

Οι ρήτορες των εκκλησιών εθεωρούντο πλέον ως δημόσιοι υπάλ­ληλοι, αι δε περιουσίαι ναών και μοναστηρίων υπήχθησαν εις το Κρά­τος. Οι υπαχθέντες δε εις την Εθνικήν Εκκλησίαν Γερμανοί, ανεξαρ­τήτως φύλου και ηλικίας, ήσαν υποχρεωμένοι να δίδουν επίσημον υπό- σχεσιν, ότι αποδέχονται την Ναζικήν θεωρίαν περί μη υπάρξεως Θεού.  

Ο Χίτλερ απηγόρευσε την εισαγωγήν εκ του εξωτερικού Αγίας Γραφής, τας δε υπαρχούσας τοιαύτας αντικατέστησε δια του Μάϊν Κάμπφ, το οποίον και περιείχε ηθικωτέρας και υψηλοτέρας διδασκαλίας της Αγίας Γραφής, κατά τον Χίτλερ πάντοτε και τους συμμορίτας του Ρόζεμπεργκ και Γκαίμπελς, δια την πνευματικήν τροφήν του Γερμανικού λαού. Επίσης κατήργησε από τας Αγίας Τραπέζας των Εκκλησιών τους Σταυρούς, τας Αγίας Γραφάς και τας εικόνας, τας οποίας αντικατέστησε μ’ ένα ξίφος, σύμβολον της Γερμανικής αφιερώσεως του γερμανικού λαού προς τον Θεόν και υπό του καθαγιασμέ­νου βιβλίου Μάϊν Κάμπφ.

Ωσαύτως κατήργησε το βάπτισμα των γερμανοπαίδων δια του Ραντίσματος και υπεχρέωνε τους γονείς μετά την τεκνοποίησιν να δί­δουν όρθιοι ειδικήν υπόσχεσιν, ότι τα παιδιά των είναι Αριανής κα­ταγωγής και ότι θα δώσουν εις αυτά ανατροφήν με βάσιν το Γερμανικόν Χιτλερικόν πνεύμα.

Μόνον ούτω θα εδικαιούντο τα νεογέννητα παιδιά να λαμβάνουν πιστοποιητικά Γερμανικής Ιθαγενείας.

Επίσης η Εθνική Εκκλησία του Χίτλερ κατήργησε το μυστή­ριον του χρίσματος και της μεταλήψεως, ως και όλα τα θρησκευτικά σύμβολα.

Ο Ιούλιος Στράϊχερ έλεγε σχετικώς : «Μόνον εις ένα-δύο ση­μεία δύναται να παραβληθή ο Χριστός με τον Χίτλερ, διότι ο Χίτλερ είναι πάρα πολύ μεγάλος δια να συγκριθή με ένα τόσον μηδαμινόν».  

Όταν ο Στράϊχερ έλεγεν αυτά, είχεν ήδη καταβιβασθή η εικών του Χριστού από τας αίθουσας συνεδριάσεων των δικαστηρίων και είχεν αναρτηθή αντ’ αυτής η Εικών του Χίτλερ!

Ο Χίτλερ βραδύτερον εδήλωνεν προς τον Αρχηγόν του φοιτητι­κού Συνδέσμου: «Δεν είμεθα εναντίον των πολλών και ποικίλλων απο­χρώσεων του Χριστιανισμού, αλλά εναντίον αυτού του Χριστιανισμού».  

Οι σταυροί και αι εικόνες αφηρέθησαν από τα σχολεία, πάσα θρη­σκευτική διδασκαλία κατηργήθη, αι εκκλησίαι ήνοιγον μόνον κατά τας Κυριακάς και από της 9ης μέχρι της 11ης  ώρας, έκλεισαν τα περιοδικά της καθολικής Νεολαίας και απηγορεύθη η συλλογή εράνων δια θρη­σκευτικούς σκοπούς.

Εις Τσεχοσλοβακίαν 

Εις τας κατεχομένας χώρας η Γκεστάπο παρηκολούθει τα κηρύγ­ματα κατ’ αρχάς, ως συνέβαινεν εις το παρεκκλήσιον Στάρα Μπόλεσλαβ της Τσεχοσλοβακίας, βραδύτερον δε ελογόκρινεν αυτά και επέβαλε να γίνωνται εις την Γερμανικήν γλώσσαν.

Την 15-3-39 κατελήφθη η Πράγα, η Μοραβία και η Βοημία και ανεκηρύχθησαν προτεκτοράτον του Τρίτου Ράϊχ.

Τον Σεπτέμβριον του ιδίου έτους η Γκεστάπο συνέλαβεν 487 ιε­ρείς, μεταξύ των οποίων τον Αρχιμανδρίτην Πράγας Στάσεκ και τον Καρδινάλιον και Αρχιεπίσκοπον Πράγας και Πριμάτον Βοημίας Καρ­δινάλιον Γκάσπαρ, ο οποίος συνελήφθη τρεις φοράς μέχρι το 1940 οπότε και απέθανε λόγω των κακοποιήσεών του παρά της Γκεστάπο.

Εις Πολωνίαν 

Η Καθολική οργάνωσις, οι φιλόπτωχοι Σύλλογοι και οι φιλαν­θρωπικοί οργανισμοί εκλείσθησαν και ο Πρόεδρος της Καθολικής Νεολαίας ετυφεκίσθη δημοσίως εις το Γκοστούν της Πολωνίας.

Οι ιερείς υποχρεούντο κατά τα κηρύγματα των Κυριακών να απαγγέλλουν δημοσίως μίαν προσευχήν υπέρ του Χίτλερ. Τα Μοναστήρια Καλογήρων και Καλογραιών και η Ανωτέρα Σχολή Καθολικών κοινωνικών σπουδών, ως και το Καθολικόν Παιδαγωγικόν Ινστιτούτον εκλείσθησαν, κατελήφθησαν και ελεηλατήθησαν, όπως και τα θρησκευτικά γραφεία, τα οποία μετετράπησαν εις οική­ματα και γκαράζ χρησιμοποιηθέντα υπό των οργάνων της Γκεστάπο.

Επίσης η Πρόεδρος της Καθολικής Νεολαίας Νεανίδων εις Πο­λωνίαν και η μητέρα της συνελήφθησαν και αφού διηρπάγη ολόκλη­ρος η περιουσία των, εξωρίσθησαν εις την Κεντρικήν Πολωνίαν. Πολλά θρησκευτικά μέγαρα ελεηλατήθησαν και μετεβλήθησαν εις ερείπια, τα ιερά αντικείμενα κατεστράφησαν, αι διακοσμήσεις παρεμορφώθησαν και τα έπιπλα συνετρίβησαν.

Αι ιματιοθήκαι και οι ζωγραφικοί πίνακες εσυλήθησαν και τα θρησκευτικά βιβλία και αρχεία εκάησαν.

Τα 95% των κληρικών ερρίφθησαν εις τας φύλακας, εξωρίσθησαν ή υπεβλήθησαν εις αφαντάστους εξευτελισμούς.

Εκατοντάδες εκκλησιών και Μοναστηρίων εκλείσθησαν και μετε­βλήθησαν εις εστιατόρια, εις σταύλους, εις αίθουσας χορού κ.τ.λ. Αι κινηταί και ακίνητοι περιουσίαι κατεσχέθησαν και διηρπάγησαν, πλείστοι δε των διαπρεπών κληρικών εξετελέσθησαν, ιδίως κατά τον Σεπτέμβριον του 1939.

Εις Λουξεμβούργον και Βέλγιον 

Η αντίδρασις του κλήρου εις Λουξεμβούργον δια τον εκγερμανισμόν του πληθυσμού επατάχθη δια σκληρών και απανθρώπων μέσων. Το ίδιον συνέβη και εις το Βέλγιον.

Εις Γαλλίαν 

Η Χιτλερική Νεολαία και ο σύνδεσμος των νεαρών Γερμανίδων εγκατεστάθησαν εις τα Καθολικά σχολεία, Κολλέγια, Εκκλησίας και λοιπά θρησκευτικά Ιδρύματα, αφού πρώτον διέλυσαν τας θρησκευτι­κός οργανώσεις και εφυλάκισαν ή εξώντωσαν τον Κλήρον, τα δε παιδιά της Αλσατίας και Λωρραίνης εστάλησαν εις Γερμανίαν προς ιδεολογικήν εκπαίδευσιν. Μέχρι τέλους του Δεκεμβρίου 1940, είχον εξορισθή από την Αλσατίαν και Λωρραίνην περί τας 20.000 άτομα, εκ των οποίων πολλοί εκπαιδευτικοί και κληρικοί, οι εναπομείναντες δε νέοι και νεάνιδες, άνω των 10 ετών, υπεχρεούντο να ανήκουν εις τας οργανώσεις της Χιτλερικής Νεολαίας.

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΛΗΡΟΥ

ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΙΣ ΑΥΤΟΥ

   Η ΓΚΕΣΤΑΠΟ μετά την κατάληψιν των Αθηνών δεν περιορίσθη μόνον εις την απομάκρυνσιν του Μητροπολίτου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χρυσάνθου και την απομόνωσίν του, ως και του αρνηθέντος να ορκίση κατ’ εντολήν του την κυβέρνησιν Τσολάκογλου Πρωθιερέως, αλλ’ επεξέτεινε την δίωξίν της και κατά παντός κληρικού -θεωρουμένου ότι εργάζεται εθνικώς, χωρίς όμως με τα μέτρα αυτά να επιτύχη τον επιδιωκόμενον σκοπόν της, γιατί δεν στάθηκαν ικανοί ούτε οι τυφεκισμοί, ούτε αι φυλακίσεις, ούτε αι παντοειδείς δοκιμα­σίας για να λυγίσουν την θέλησιν και να χαλαρώσουν τον ενθου­σιασμόν του κλήρου.

Τρανή απόδειξις η δράσις των ιεραρχών μας και του κατωτέρου κλήρου, η ενθυμίζουσα παλαιοτέρας εποχάς, κατά τας οποίας ο κλήρος μας έγραψε τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία μας.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ 

Ολίγον μετά την παύσιν του Μητροπολίτου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χρυσάνθου, τον διεδέχθη ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός.

Ο υψιπετής πολιτικός—ιεράρχης Δαμασκηνός, δεν ήτο μόνον Αρχηγός της Εκκλησίας, αλλά με την πάροδον ολίγου χρόνου, υπήρ­ξε και πνευματικός Αρχηγός της Εθνικής Αντιστάσεως, κατακτήσας με την διακρίνουσαν αυτόν παρρησίαν, με τας αναπτυσσομένας σε κάθε κρίσιμον περίοδον μεγάλας και τολμηράς προτοβουλίας του, όχι μόνον την ψυχήν ολοκλήρου του καταδυναστευομένου Ελληνικού Λαού, παρά του οποίου ελατρεύετο σαν είδωλο, αλλά απέσπασε τον σεβασμόν και αυτών ακόμη των κατακτητών.

Ο υπέροχος αυτός ιεράρχης τεθείς, ευθύς ως ανέλαβε τα καθήκοντά του, επί κεφαλής των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και συνεπώς αντιμέτωπος της γερμανικής βαρβαρότητος και τυραννικής καταιγίδος, απετέλεσεν όχι μόνον τον σημαιοφόρον αυτού, τον παρήγορον άγγελον των λυπημένοον, τον ενθαρρυντήν του τιμίου Ελληνικού αγώνος, αλλά εκ παραλλήλου και την μάστιγα κατά των κουίσλιγκ και προδοτών και συνέχισεν έκτοτε ακούραστα και αδιάλειπτα τον αγώνα με παρρησίαν και αυταπάρνησιν μέχρι της απελευθερώσεως. Περιεφρόνει και ηψήφει κίνδυνους και απειλάς, άξιος συνεχιστής της Ελληνι­κής ιστορίας και αντάξιος διάδοχος των μεγάλων εθνομαρτύρων ιεραρ­χών Γρηγορίου του Ε' και Γερμανού Αγίας Λαύρας.

Εκείνο όμως το οποίον τον εξύψωσεν έτι περισσότερον εις την συνείδησιν του Ελληνικού Λαού και τον κατέταξεν εις το πάνθεον των μεγάλων και ιστορικών φυσιογνωμιών, είναι η κατηγορηματική άρνησίς του και η αποτελεσματική αντίδρασίς του εις την πολιτικήν του πρωθυπουργού Λογοθετοπούλου περί πολιτικής συνεργασίας μετά των γερμανών, ειδικώς δε εις την απόφασιν αυτού όπως κηρύξη επιστράτευσιν προς εξυπηρέτησιν των γερμανικών συμφερόντων, ήτις τελικώς εματαιώθη χάρις εις αυτόν και την εξέγερσιν του Ελληνικού Λαού. Το ιστορικόν της ματαιώσεως ταύτης έχει ως εξής:

Την 5ην Μαρτίου 1943 ο ανωτέρω πρωθυπουργός συνεκάλεσε μυστικοσυμβούλιον εντός της εις παλαιά ανάκτορα αιθούσης του πολιτι­κού του γραφείου, συγκείμενον από πνευματικούς ηγέτας της χώρας ήτοι καθηγητάς Πανεπιστημίου, Ανωτάτων Σχολών, προέδρους Συλ­λόγων, Σωματείων, Επιμελητηρίων, τον Μητροπολίτην Δαμασκηνόν κ.τ.λ. και προσεπάθησε να πειθαναγκάση τούτους να δεχθούν τας από­ψεις του επί του έργου του και της συνεχίσεως αυτού, της γερμανοφί­λου δηλαδή πολιτικής του και να βοηθήσουν αυτόν κηρύσσοντες πολιτιτικήν επιστράτευσιν, αποδεικνύοντες ούτω εμπράκτως τα αισθήματα του Ελληνικού Λαού έναντι των γερμανών.

Μετά την λήξιν του συμβουλίου τούτου και περί την 10ην νυκτερινήν ώραν, παρά την αντίθετον γνώμην του Δαμασκηνού και των λοι­πών συνελθόντων, ο Λογοθετόπουλος εξεφώνησε λόγον προς τον Ελληνικόν Λαόν και του συνίστα πίστιν και αφοσίωσιν εις αυτόν και το έργον του, τονίσας ότι και το συμβούλιον που συνεκάλεσεν επεδοκίμασε την πολιτικήν του, μηδ’ αυτού του Δαμασκηνού εξαιρούμενου και ότι  ως υπεύθυνος πρωθυπουργός, έχων επίγνωσιν των ευθυνών τας οποίας ανέλαβεν εις τας κρίσιμους αυτάς περιστάσεις έπραττε το παν προς περιφρούρησιν των εθνικών μας συμφερόντων.

Ταυτοχρόνως εκήρυξεν επιστράτευσιν και τα δοκίμια του σχετικού νόμου εξήρχοντο εκ του πολιτικού γραφείου και εν σπουδή μετεφέροντο εις το Εθνικόν Τυπογραφείον δια να τυπωθούν και καταστούν νόμος του Κράτους.

Οι υπάλληλοι του Εθνικού Τυπογραφείου κηρύσσουν απεργίαν και ματαιώνουν την εκτύπωσιν του Διατάγματος επιστρατεύσεως, επα­κολουθεί γενική απεργία και ο Δαμασκηνός κυκλοφορεί το μνημειώδες μανιφέστον του κατά του Λογοθετοπούλου, διαψεύδει και καυτηριάζει αυτόν και τον παραδίδει υπόδικον εις την συνείδησιν του Λαού.

Ακολούθως λαμβάνουν χώραν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις εις τας κεντρικωτέρας οδούς των Αθηνών και ο Δαμασκηνός, με την ποιμαντορικήν του ράβδον ανά χείρας, περιέρχεται τα υπουργεία και τα Διοικητήρια των αρχών κατοχής και διατρανώνει και διερμηνεύει τα αληθή αισθήματα και τας πεποιθήσεις του Ελληνικού Λαού και προα­σπίζει τα δίκαιά του.

Εις σχετικήν υπόδειξιν του Λογοθετοπούλου όπως υποβάλη παραίτησιν, ο αγέρωχος ούτος ιεράρχης, ως άλλος Χρυσόστομος, απήντησε μετά του διακρίνοντος αυτόν θάρρους, ως ακολούθως: «Πρωθυπουργοί και πολιτικοί της χώρας, οσάκις το απήτησε το συμφέρον αυτής, παρητήθησαν· ιεράρχαι όμως ουδέποτε. Ούτοι ή απηγχονίσθησαν ή εξετελέσθησαν».

Ο Δαμασκηνός, σύμβουλος και πνευματικός αρχηγός των Εθνι­κών οργανώσεων και ανταρτών, δεν έπαυεν, ουδέ στιγμήν εργαζόμενος υπέρ αυτών, παραμυθών και ενισχύων τα θύματα του αγώνος παντοιοτρόπως, κατορθώνων ούτω να κρατή υψηλά το Εθνικόν φρόνημα του αγωνιζομένου Ελληνικού Λαού.

Άξιος ιδιαιτέρας μνείας ήτο και ο λόγος του γενναίου αυτού ιεράρ­χου, ον εξεφώνησεν από μικροφώνου εκ του άμβωνος της Μητροπόλεως Αθηνών την άνοιξιν του 1943—τα κύματα της φωνής του ηκούσθησαν, δια του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών, εις άπασαν την χώραν —κατά την ανάρρησιν εις τον Επισκοπικόν θρόνον του Σταυρουπόλεως.

Κατ’ αυτόν ο Δαμασκηνός ετόνισε τας ευθύνας του Επισκόπου, ειπών ότι το έργον του υπό τας τότε συνθήκας ήτο δύσκολον και ο δρό­μος του ακάνθινος, δέον όμως ο ίδιος να μη διστάση να πράξη το κα­θήκον του έναντι του δεινοπαθούντος Ελληνικού Λαού και δια την προάσπισιν των συμφερόντων του να προσφέρη ως εξιλαστήριον θύμα και τον εαυτόν του ακόμη. Συνεχίζων, εκαυτηρίασε τας αρχάς κατοχής και συνέστησεν εις τον λαόν υπομονήν και καρτερίαν, αλλά και μετά θάρρους την αναμονήν των καλλίτερων περιστάσεων.

Την επομένην ο ιεράρχης περιωρίζετο δια τους καυστικούς τούτους λόγους υπό των αρχών κατοχής και το μικρόφωνον της Μητροπόλεως αφαιρείτο υπό των γερμανών.

Ο αυτός ιεράρχης, κατά Ιούνιον 1943, ότε εγένοντο συλλήβδην συλλήψεις και αθρόαι εκτελέσεις των Ελλήνων πατριωτών δια το περιβόητον σαμποτάζ του πλοίου εις τον λιμένα του Πειραιώς περιήρχετο και πάλιν τα Διοικητήρια των αρχών κατοχής, συνιστών να στα­ματήσουν τας εκτελέσεις και δια να τους πείση προς τούτο, παρέδωσε κατάλογον μελλοθανάτων με επί κεφαλής τον εαυτόν του και ακολού­θους άλλους ιεράρχας, τονίζων ότι ήτο καλλίτερον να φονεύσουν αυτούς, ως μη έχοντας οικογενειακάς υποχρεώσεις άφ’ ενός και άφ’ ετέρου διότι αυτοί ως πνευματικοί ηγέται δέον να θεωρηθούν υπεύθυνοι των τοιούτων πράξεων. Κατ’ επανάληψιν δε, αντιτιθέμενος εις τας απόψεις των αρχών κατοχής, εδήλωσεν ότι θα θέση τον κλήρον υπό διωγμόν.

Ο Ελληνικός Λαός έχων εμπιστοσύνην και άφθαστον αγάπην εις τον τοιούτον Αρχηγόν της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας, πλειστάκις συνεκεντρώθη έξωθι της Ιεράς Συνόδου και του Υπουρ­γείου Παιδείας και εζητωκραύγασε και επευφήμησε τούτον, παρά τους πυροβολισμούς των καραμπινιέρων και της Γκεστάπο.

Ο ΚΑΡΥΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ 

Αλλά δεν ήτο ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ο μόνος ιεράρχης, όστις επέδειξεν ευθαρσή και ελληνοπρεπή στάσιν κατά την κατοχήν.

Αξιόλογον δράσιν ιδιαιτέρας μνείας και εξάρσεως, εσημείωσε και ο γνωστός δια τους εθνικούς του αγώνας Σεβασμιώτατος Μητρο­πολίτης Καρυστίας και Σκύρου Παντελεήμων.

Καίτοι είμεθα βέβαιοι ότι θα προσκρούσωμεν εις την εγνωσμένην μετριοφροσύνην του, εν τούτοις θεωρούμεν υποχρέωσίν μας να σημειώσωμεν ολίγα περί του πολυσυνθέτου τούτου ιεράρχου, του οποίου η δράσις εις τους Εθνικούς Αγώνας χρονολογείται από του 1912.

Εθελοντής εις τους πολέμους του 1912—1913, ωνομάσθη στρα­τιωτικός ιερεύς και εσυνέχισεν έκτοτε την δράσιν του, πότε μεταξύ του στρατού και πότε μεταξύ του Λαού, δια να εύρωμεν αυτόν το 1910 εις το Αλβανικόν Μέτωπον, παρά το πλευρόν των πολεμιστών μας.

Η γερμανική καταιγίς εδημιούργησε και εις τον εν λόγω ιεράρ­χην πολλαπλά καθήκοντα και υποχρεώσεις, τας οποίας ευθαρσώς αν­τιμετώπισε, αναδειχθείς ούτω αντάξιος των προσδοκιών του πολυπλη­θούς ποιμνίου του και της Πατρίδος.

Αεικίνητος πάντοτε, έτρεχεν από χωρίου εις χωρίον και από πόλεως εις πόλιν, πότε ενθαρρύνων τους αγωνιζομένους ομαδικώς και ατομικώς Έλληνας πατριώτας, πότε ανακουφίζων τους πάσχοντας και πότε αναλαμβάνων τας πλέον επικινδύνους και τολμηράς αποστολάς.

Ωπλισμένος με την θερμουργόν πίστιν και πεποίθησιν εις τον τίμιον αγώνα του Ελληνικού Λαού και την Συμμαχικήν νίκην, μετέδιδεν αυτήν εις τους φανερούς και αφανείς αγωνιστάς και ενέπνεεν ως αντάξιος εις τας περιστάσεις. Πνευματικός Πατήρ και ηγέτης. Η ποι­κίλη, όμως και αθόρυβος δράσις του εν λόγω ιεράρχου δεν ήτο δυνατόν παρά να γίνη γνωστή, τόσον στας αρχάς κατοχής της Εύβοιας, όπου κυρίως εκινείτο όσον και της Πρωτευούσης, με αποτέλεσμα ν’ αναγκασθή ν’ αναχωρήση για την Μέσην Ανατολήν, ίνα αποφύγη την σύλληψιν και τον βέβαιον τυφεκισμόν του.

Θα ήτο σοβαρά παράλειψίς μας και προς το επιτελούμενον μικρόν έργον μας και προς την ιστορίαν ακόμη, αν δεν εκάναμεν ιδιαιτέραν μνείαν δια το αθόρυβον πατριωτικόν έργον του σεπτού γηραιού ιε­ράρχου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου Ειρηναίου, καθ’ όλον το διάστημα της ιταλικής κατοχής της νήσου.

Εργαζόμενος καθ’ όλον αυτό το διάστημα αθόρυβα και συστη­ματικά, ανταπεκρίθη πλήρους προς τας εκάστοτε κρίσιμους περιστάσεις, ως πνευματικός Αρχηγός της νήσου και απελάμβανε της γενικής εμπι­στοσύνης και εκτιμήσεως ολοκλήρου του πληθυσμού αυτής.

Λόγω του κύρους του και των μεγάλων συμπαθειών του, ανεδείχθη κατ’ αρχήν πνευματικός Αρχηγός του ανταρτικού κινήματος της νήσου και μετέπειτα πρόεδρος της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, κατά την προσωρινήν απελευθέρωσιν της Σάμου, θέσιν ην διετήρησε μέχρι της επανακαταλήψεώς της υπό των γερμανών, οπότε ηναγκάσθη, δι’ ευνοήτους λόγους, να εγκαταλείψη αυτήν και καταφυγή εις την Μέσην Ανατολήν.

Ο Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος, τέως Αγίων Δέκα, ανεμίχθη ενεργώς εις την κίνησιν της ανταρσίας και ανυπακοής, εκδόσας μάλιστα και ενυπόγραφων προκήρυξιν προς τον Κρητικόν Λαόν, συνιστών εις αυτόν να μη παραδώση τα όπλα, δι’ ο ηπειλήθη με τυφεκι­σμόν, τελικώς όμως δεν ετυφεκίσθη άλλ’ εξωρίσθη εις Αθήνας και ετέθη υπό αυστηράν επιτήρησιν.

Επίσης ο Επίσκοπος Κισσάμου Ευδόκιμος, αναμιχθείς εις την πατριωτικών κίνησιν, συνελήφθη και ηπειλήθη με τυφεκισμόν, τελι­κώς όμως δεν εξετελέσθη άλλ’ εξωρίσθη και αυτός εις Αθήνας όπου επετηρείτο. Από τον εν λόγω ιεράρχην μάλιστα είχον ζητηθή και όμηροι, τους οποίους ηρνήθη να παραδώση.

Ο ηγούμενος της Μονής Πανορμίτου Σύμης (Δωδεχανήσου) Μαροιλάκης, εξετελέσθη από τους γερμανοϊταλούς, διότι απεκαλύφθη έχων μυστικόν πομπόν ασυρμάτου Συμμαχικής Υπηρεσίας, το 1944.

Μαζί του εξετελέσθησαν και δύο Έλληνες υπαξιωματικοί ασυρματισταί, μέλη της μυστικής αποστολής.

Εκτός των ανωτέρω, όμως, συγκαταλέγονται μεταξύ των κακοπαθησάντων κληρικών μας ο αρχιμανδρίτης Κοζάνης, ο ηγούμενος της Μο­νής Λειμώνος Μυτιλήνης και ένας ιερεύς. Από τους ανωτέρω ο μεν πρώτος ετυφεκίσθη, οι δε δύο άλλοι συνελήφθησαν και απεστάλησαν σιδηροδέσμιοι στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης, την άνοιξι του 1940, που έμοιαζε σαν κι’ αυτά που έκαμε στη Νορβηγία για να κλείση τους κληρικούς και στη Γιουγκοσλαβία για να κλείση το σεβάσμιο και γη­ραιό σέρβο Πατριάρχη Γαβριήλ Ντόζιτς.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: «ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ» - ΑΘΗΝΑΙ 1946  

Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

1940 - 1944 

   Παράκληση και ικεσία.

   Στο Αγιώνυμο Όρος συνεχείς ήταν οι Παρακλήσεις και οι Προσευχές, μαζί με την εθνική δράση, για την ευόδωση τού Αγώνος τού Έθνους. Πολύτιμη και χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία τού Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Διονυσίου Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ1:

“ Ήσαν αι αλησμόνητοι εκείναι ημέραι τού 1940, οπόταν, με τας πρώτας ειδήσεις περί επιθέσεως των Ιταλών εις την Ήπειρον, κατείχεν όλους μια αόριστος αδημονία δια το εγγύς και απώτερον μέλλον και εγένετο εις τού καθενός τον νούν η αναμέτρησις των εκατέρωθεν δυνατοτήτων, με συ­μπεράσματα δυσκόλως κρυπτόμενα εις τού ψυχολόγου το ερευνητικόν όμμα, παρ' όλας τας εν τω φανερώ ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

Την επομένην κατά την τέλεσιν μεγάλης παρακλήσεως “επί καταδρομή Εθνών” ο Καθηγούμενός μας ωμίλησεν έπ' Εκκλησίαις, τονίσας το άδικον της ξενικής επιθέσεως, το κρίσιμον τού Έθνους μας, αλλά και το ακμαίον φρόνημα το χαρακτηρίζον την φυλήν μας εις τοιαύτας περιπτώσεις, συστήσας ελπίδα εις τον Πανάγαθον Θεόν, τον προστάτην των άδικουμένων και την “Υπέρμαχον Στρατηγόν”, της οποίας την αγίαν μνήμην εβεβήλωσαν εν Τήνω οι επιδρομείς. Και, όταν προς το τέλος μας εβεβαίωσεν ότι ο Άγιος Δημήτριος θα φανή αντάξιος των ενδόξων πατέρων και προγόνων του, όλων οι οφθαλμοί υγράνθησαν και δάκρυα εκυλίοντο εις τας ρυτιδωμένας παρειάς των πατέρων τού Κοινοβίου μας. Η παράκλησις εψάλλετο καθ’ εσπέραν και εις τας ευχάς πάντες γονυκλινείς επεκαλούντο την βοήθειαν επί τον γενναίον Χριστοφόρον στρατόν μας κατά των βαρβάρων επιδρομέων, εξαιρετικώς δε ο 80ούτης Γέρων Νήφων είχε πάθει πραγματικήν αλλοίωσιν κατά τας ημέρας εκείνας. Αφοσιωθείς εξ ολοκλήρου εις προσευχήν υπέρ τού Εθνικού αγώνος, εζήτησεν από τον Τυπικάρην το Μέγα Ευχολόγιον και ανεγίγνωσκε και κατά μόνας τας επί τούτω παρακλήσεις. Προς το εσπέρας δε τον έβλεπον οι αδελφοί βαδίζοντα προς τον “Σταυρόν”, θέσιν περίοπτον, εν τη οδώ προς Άγιον Παύλον, και ενόμιζον ότι υπάγει εκεί, ίνα ακούη καλλίτερον τους εκ βομβαρδισμών της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων κρότους.

Προς το τέλος Νοεμβρίου μίαν ολόφωτον, αλλά ψυχράν εσπέραν, ο Ηγούμενος θέλων να ιδή τι κάμνει μεταβαίνων συχνά εις τον “Σταυρόν”, τον ευρήκε προσβλέποντα προς δυσμάς και σταυροκοπούμενον, εις ερώτησίν του δε τι κάνει και διατί ανάποδα προσεύχεται, ο σεβάσμιος Γέρων τού λέγει: “Δεν βλέπεις εκεί; Και τού έδειχνε προς το μέρος της Θεσσαλονίκης. Δεν βλέπεις τον Άγιον Δημήτριον με τη σημαία μας τη γα­λανόλευκη;” “Όχι ευλογημένε, είναι τα χιόνια τού Ολύμπου και το γαλάζιο τού ουρανού και σου φαίνεται έτσι”. “Ευλόγησον Γέροντα, αλλά εγώ βλέπω ημέρες τώρα τον Άγιον Δημήτριον να στέκη εκεί επάνω στα σύννεφα σαν φύλακας της πόλης του, αλλά τώρα να, ιδές και συ, τραβά προς τα επάνω κατά την Βέροιαν και την Φλώρινα”. “Και που την ξέρεις εσύ την γεωγραφία της Βέροιας και της Φλώρινας;”

Και ο αγαθός Γέρων καταληφθείς από οίστρον πατριωτικόν, εμνήσθη ημερών αρχαίων, πως παιδάκι έφυγεν από το Φουρνά των ηρωικών Αγράφων, πως πήγε στο Μοριά, και μετά την προσάρτησι της Θεσσαλίας κληρωτός στο Ευζωνικό πολέμησε και πληγώθηκε στην “Κούτρα” κατά το ατυχές συνοριακόν επεισόδιον τού 1886, και πως καλόγηρος πλέον στα 1906 έφυγε και πήγε στο Μοναστήρι της Σμήνιτσας στη Βέροια και υπηρέτησε τον Μακεδονικό αγώνα, πως χάριν αυτού γύρισε όλα τα μέρη μέχρι Καστοριά και Φλώρι­να, και πως πιάστηκε στο “Κανλή-Κουλέ” της Θεσσαλονίκης, και τώρα... έβγαλεν ένα βαθύ στεναγμόν, να κινδυνεύη η πατρίδα, και εγώ... Αχ, να ήμουν νεώτερος, αλλά.... η Παναγιά μας, ο Άγιος Δημήτριος, ας βάλουν το χέρι τους, και εσταυροκοπείτο. Μετά 2-3 ημέρας εμάθομεν ότι κατελήφθη η Κορυτσά από τον ηρωικόν στρατόν μας, προς το εσπέρας ακριβώς της ημέρας καθ' ην ο ευλαβέστατος Γέρων έβλεπε τον Άγιον Δημήτριον “να τραβά επάνω προς την Βέροια και Φλώρινα” και απ’ εκείνης της ημέρας, εξοικονομήσας και εκ τού υστερήματος του τα χρήματα, παρήγγειλε το λάβαρον, όπερ και απέστειλεν εις τον Διοικητήν τού Μετώπου...

Εις κάθε περίπτωσιν πατριωτικήν συλλογής εράνων κ.λπ., το ενδιαφέρον του ήτο αμετάπτωτον και κατά την επιστράτευσιν με δάκρυα προέπεμπε κάθε εργάτην της Μονής ή δόκιμον στρατολογούμενον, οπόταν δε εγίνοντο αι επιτάξεις των ζώων μας δια το Μέτωπον επί ώρας εθώπευε αυτά και τα συνώδευε μέχρι το “Προσκυνητάρι” ευχόμενος “καλήν νίκην” εις αυτά...”2.

   Η προσπάθεια διεθνοποιήσεως τού Άγιου Όρους από τους Βουλγάρους. 

Με την κατάρρευση τού Μετώπου και την είσοδο των Γερμανών στην Θεσσαλονίκη αρχίζουν αμέσως οι εθνικιστικές εξάρσεις και διαθέσεις των Βουλγάρων και των Ρώσσων Μοναχών τού Αγίου Όρους. Το όλο κλίμα διευκολύνεται και από την αναχώρηση του Πολιτικού Διοικητού τού Αγίου Όρους Φωκά. Το σχέδιο των Βουλγάρων, που περιελάμβανε τον εκβουλγαρισμό της Ελληνικής Εκκλησίας και την υπαγωγή της στην Βουλγαρική Εξαρχία, είχε ακόμη ένα στόχο: την αλλαγή τού υφισταμένου διοικητικού καθεστώτος τού Αγίου Όρους και την διεθνοποίησή του. Αμέσως καταγ­γέλλεται ο κίνδυνος αφ’ ενός μεν της λεηλασίας και αφ’ ετέρου της καταλήψεως του Αγίου Όρους υπό των Βουλγάρων με την συνδρομή των Βουλγάρων και Ρώσσων Μοναχών3.

Ο Ηγούμενος της Μονής Αγίου Παύλου Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ και ο Αντιπρόσωπος της Μονής Γρηγορίου Βαρλαάμ ενημερώνουν για τα γενόμενα την Κατοχική Κυβέρνηση, δια τού Γενικού Διοικητού Μακεδονίας Αντιστράτηγου Ραγκαβή:

“Οι υποφαινόμενοι λαμβάνομεν την τιμήν, όπως φέρωμεν εις γνώσιν της Σεβαστής ημών Κυβερνήσεως, δι' Υμών, τα κάτωθι:

Από της επομένης της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης υπό των Γερμα­νικών Στρατευμάτων, οι εν Αγίω Όρει, Ρώσσοι και Βούλγαροι μοναχοί, αποθρασυνθέντες, ως εκ της αδικαιολογήτου εγκαταλείψεως τού Αγίου Όρους υπό του Πολιτικού Διοικητού αυτού κ. Φωκά και της Χωροφυλακής, αναχωρησάντων νύκτωρ, ανύψωσαν βουλγαρικάς σημαίας και διέδιδον ότι αναμένουν βουλγαρικόν στρατόν και βουλγαρικήν αστυνομίαν.

Η Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους διώρισε πολιτοφυλακήν, αλλ' ο φόβος της λεηλασίας τού Αγίου Όρους εκράτει άπαντας τους Έλληνας μοναχούς εν απελπισία, ότε μετά δεκαήμερον περίπου αφίκετο εις Άγιον Όρος Γερμανός Ταγματάρχης Διοικητής Νέας Μαδύτου και Αγίου Όρους, ως επληροφόρησε την Ιεράν Κοινότητα, όστις και εζήτησε πληροφορίας περί τού Διοικητικού Συστήμα­τος τού Αγίου Όρους.

Μετά τας παρασχεθείσας  πληροφορίας υπό της Ιεράς Κοινότητος και τη παρακλήσει, όπως μη επιτραπή εις Άγιον Όρος η είσοδος ατάκτων στοιχείων, συνέστησεν ο προρρηθείς Ταγματάρχης, κατ’ επανάληψιν την ταχύτατην αποστολήν, υπό της Ιεράς Κοινότητας, επιστολής προς τον Αρχικαγκελάριον κ. Χίτλερ, δι ης να ζητήται η διατήρησις τού υφι­σταμένου καθεστώτος τού Αγίου Όρους και η προσωπική προστασία τού κ. Χίτλερ, να εκτίθεται δε η Ιστορία και το Διοικητικόν Σύστημα τού Αγίου Όρους και να αποσταλώσι συνάμα και δύο αντίτυπα τού εν ισχύι Καταστα­τικού Χάρτου τού Αγίου Όρους.

Κατόπιν τούτων η Ιερά Κοινότης συγκαλέσασα διπλήν έκτακτον σύναξιν των αντιπροσώπων των Ιερών Μονών, συνέταξε την ζητηθείσα επιστολήν προς τον Αρχικαγκελάριον κ. Χίτλερ, δι’ ης εκθέτει το διοικητικόν σύστημα τού Αγίου Όρους και ζητεί την προστασίαν του προς διατήρησιν τού υφι­σταμένου καθεστώτος και απέστειλε και δύο αντίτυπα τού ισχύοντος καταστα­τικού χάρτου Αγίου Όρους. 

Οι Ρώσσοι και οι Βούλγαροι αρνηθέντες κατ’ αρχάς να υπογράψωσι ταύτην υπέγραψαν ύστερον, αλλά ταυτοχρόνως υπέβαλον έτερον υπόμνημα, μονομερώς υπό τούτων συνταχθέν, δι’ ου ζητούσι την απόσπασιν του Αγίου Όρους από της Ελλάδος και την διεθνοποίησιν τούτου, συνάμα δε ανεχώρησαν δια Βουλγαρίαν αντιπρόσωποι της Βουλγαρικής Μονής, ίνα υπό το αυτό πνεύμα ενεργήσωσι παρά τη Βουλγαρική Κυβερνήσει και όπως ζητήσωσι την τού Αγίου Όρους κατάληψιν υπό των Βουλγάρων. 

Ταύτα καθηκόντως γνωρίζοντες, δι' Υμών, τη Σεβαστή ημών Κυβερ­νήσει, παρακαλούμεν, ίνα ληφθώσι συντόμως τα απαιτούμενα μέτρα, προς πρόληψιν των τεκταινομένων.

Εν Θεσσαλονίκη τη 25-5-1941

Μεθ’ υπολήψεως

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ

Ο Αντιπρόσωπος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου

Βαρλαάμ Γρηγοριάτης”4

    Άμεση ήταν και η αντίδραση τού Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου προς τον οποίο εκοινοποιήθησαν οι δύο Εκθέσεις των Μονών Αγίου Παύλου και Γρη­γορίου τού Αγιωνύμου Όρους. Για τον λόγο αυτό απαίτησε από τον Πρόε­δρο της Εθνικής Κυβερνήσεως Γεώργιο Τσολάκογλου “...ίνα... το μεν διατάξη την άμεσον αναχώρησιν τού Διοικητού τού Αγίου Όρους κ. Φωκά μετά αναλόγου δυνάμεως χωροφυλάκων δια την  θέσιν του, ή τούτου όντως αδυνάτου ετέρου καταλλήλου προς τούτο προσώπου, το δε προβή εις τας προσηκούσας συντόνους ενεργείας προς αποσόβησιν των τεκταινομένων, εκ της πραγματώσεως τυχόν των οποίων, πρόδηλον τυγχάνει πόσον ανυπολόγιστος έσται η Εθνική και Εκκλησιαστική ζημία”5.

   Τόπος περιθάλψεως και φυγαδεύσεως.

Το Άγιον Όρος προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο χειμαζόμενο και δο­κιμαζόμενο Έθνος κατά την περίοδο της Κατοχής6. Εκεί κατέφευγαν πολλοί Έλληνες και Άγγλοι Αξιωματικοί που διώκονταν ή ήθελαν να περάσουν στην Μέση Ανατολή και δεν ήσαν λίγοι αυτοί από τους Μοναχούς που εκινδύνευσαν στην προσπάθειά τους να κρύψουν και να φυγαδεύσουν Έλληνες και Άγγλους. Η Μονή Μεγίστης Λαύρας πρωτοστατούσε σε συνδέσεις και αποστολές στρατιωτών και Αξιωματικών προς την Μέση Ανατολή από τον Αρσανά και την σκάλα της Μορφωνούς με καΐκια και με ψαρόβαρκες ακόμη. Ο κίνδυνος, για να αντιληφθούν οι Γερμανοί τι συνέβαινε, ήταν συνεχής, αφού είχαν στήσει παρατηρητήριο στην ακρολοφιά της Βίγλας. Συνελήφθη, μαζί με άλλους Μοναχούς, ο Αδελφός της Μονής τότε Πρωτεπίτροπος και μετέπειτα Επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος7.

Προς περίθαλψη και φυγάδευση Άγγλων η Μονή Ιβήρων είχε καταρ­τίσει ολόκληρη υπηρεσία από Μοναχούς. Για τον λόγο αυτό, στις 6 Ιανουαρίου 1942, συνελήφθησαν και ωδηγήθηκαν στις φυλακές Θεσσαλονίκης οι Μοναχοί Νεκτάριος Κατσάρος, Θεοφύλακτος Νανόπουλος, Παντελεήμων Νανόπουλος και Σεραφείμ Τσιούνης, που ανήκαν στο Εξάρτημα της Μονής “Άγιος Νικόλαος”, και καταδικάσθηκαν, ως περιθάλποντες Άγγλους, ο μεν πρώτος σε 2 χρόνια φυλάκιση, ο δεύτερος σε 6 χρόνια, ο τρίτος σε 3 χρόνια και ο τέταρτος σε ενάμισυ χρόνο. Και οι μεν δύο, που είχαν καταδικασθή σε φυλάκιση 2 ετών και κάτω, έλαβαν αμνηστία για τα γενέθλια τού Χίτλερ, οι άλλοι όμως δύο παρέμειναν στην φυλακή και την 1η Απριλίου 1944 με­ταφέρθηκαν ως όμηροι στην Γερμανία. Μετά το τέλος τού πολέμου επέστρεψε μόνο ο Παντελεήμων Νανόπουλος.

Τον Ιούλιο τού 1942, συνελήφθη από τους Γερμανούς και άλλος Μο­ναχός, ο Μελέτιος Συκιώτης, ο οποίος, κατά την μεταφορά του στην Θεσσα­λονίκη, κατώρθωσε να δραπετεύση.

Τον Σεπτέμβριο τού 1942, οι Γερμανοί συνέλαβαν, επίσης, τον Προηγούμε­νο Μισαήλ, τον Ιεροδιάκονο Δανιήλ και τον Μοναχό Δομέτιο, τους οποίους ωδήγησαν στην Καβάλα και από εκεί στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά στην Θεσ­σαλονίκη. Για την απαλλαγή τους η Μονή εδαπάνησε σεβαστό χρηματικό ποσόν.

Αρκετοί Μοναχοί της Μονής Παντοκράτορος συνελήφθησαν και ωδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ωρισμένοι δε ωδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και σώθηκαν ως εκ θαύματος.

Πολλές υπηρεσίες για την περίθαλψη και φυγάδευση Ελλήνων και Άγγλων παρέσχε και η Μονή Καρακάλου. 

Μετά την κατάρρευση τού Μετώπου, τον Απρίλιο τού 1941, επέρασαν από την Μονή Αγίου Παύλου πάνω από 1000 στρατιώτες, Έλληνες, Άγγλοι και Σέρβοι, μεταξύ δε αυτών αρκετοί τραυματίες, τους οποίους οι Μοναχοί εφρόντιζαν και εφυγάδευαν. Όμως η δραστηριότητα αυτή περιήλθε σε γνώση των Γερμανικών Αρχών. Έτσι, στις 29 Ιανουαρίου 1942, έφθασαν στην Μονή οι Γερμανοί με σκοπό να την πυρπολήσουν, άλλους από τους Πατέρες να εκτελέσουν και άλλους να συλλάβουν. Την περίοδο εκείνη ευρίσκονταν στην Μονή αρκετοί Αξιωματικοί και στρατιώτες Άγγλοι και Κύπριοι. Όμως ο Έλληνας διερμηνεύς εγνώρισε έγκαιρα στους Προϊσταμένους της Μονής τα σχέδια των Κατακτητών. Ο Γερμανός Αξιωματικός απήγγειλε το κατηγορητήριο κατά των Μοναχών. Ο Ηγούμενος όχι μόνο αρνήθηκε κάθε ενοχή αλλά εξέφρασε και παράπονα, ότι ενώ κατά τον προηγούμενο Πόλεμο η Μονή πιέσθηκε από τους Γάλλους και αρκετοί Μοναχοί εξωρίσθηκαν στην Μυ­τιλήνη, διότι περιέθαλψαν πολλούς Γερμανούς, τώρα κινδυνεύουν από τους αυτούς τους ίδιους. Η ετοιμότητα του Ηγουμένου έσωσε την Μονή.

Όμως η εθνική δράση της Μονής απεκαλύφθη. Τέσσερεις Γερμανοί, που γνώριζαν την αγγλική, προσποιήθηκαν ότι είναι Άγγλοι και παρουσιάσθηκαν στον Μοναχό Γεώργιο που ανέλαβε να τους φυγαδεύση. Τον συνέλαβαν και τον κατεδίκασαν σε 13 ετών φυλάκιση, επειδή αρνήθηκε να προδώση. Κατά τον εγκλεισμό του στις φυλακές Επταπυργίου αρρώστησε. Με την ευκαιρία της αναρρωτικής άδειας, που τού έδωσαν, κατάφερε να δραπετεύση. Το Στρατοδικείο τον κατεδίκασε ερήμην σε θάνατο.

Από τους Γερμανούς συνελήφθη, λόγω της εθνικής του δράσεως, φυλακίσθηκε στις φυλακές Επταπυργίου και εργάσθηκε σε καταναγκαστικά έργα στον Δομοκό, ο Ιεροδιάκονος Προκόπιος, τού Κελλίου της Αγίας Άννης της Μονής Βατοπεδίου.

Σημαντική ήταν και η δράση της Μονής Ξενοφώντος, η οποία εφιλοξένησε και εφυγάδευσε περί τους 200 Άγγλους Αξιωματικούς και στρατιώτες.

 ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ

ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Μοναχός Χρυσόστομος ΑναγνωστόπουλοςΑδελφός της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, Πρωτεπίτροπος, και μετέπειτα Επίσκοπος Ροδοστόλου488 .

Μοναχός Γαβριήλ Διονυσιάτης, (κατά κόσμον Αντώνιος Χαραλάμπους Γεωργιλάκης), + Δεκέμβριος 1941.

Καταγόταν από το χωριό Μπόμπια Ηρακλείου Κρήτης. Ήταν Μοναχός του Διονυσιακού Κελλίου του Ευαγγελισμού, στις Καρυές Αγίου Όρους, και κατά τα μέσα τού 1941 βρισκόταν στις φυλακές Επταπυργίου Θεσσαλονί­κης. Εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς με άλλους συγκρατούμενούς του, για αντίποινα τον Δεκέμβριο 1941489.

Μοναχός Γεώργιος, Αδελφός Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Τον συνέλα­βαν, για αντιστασιακή δράση, και τον κατεδίκασαν σε 13 ετών φυλάκιση, επειδή αρνήθηκε να προδώση. Εδραπεύτευσε και καταδικάσθηκε ερήμην σε θά­νατο.

Ιεροδιάκονος Δανιήλ, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Τον Σεπτέμβριο τού 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και ωδηγήθηκε στο Στρατόπεδο Παύ­λου Μελά Θεσσαλονίκης.

Μοναχός Δομέτιος, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Τον Σεπτέμβριο του 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και ωδηγήθηκε στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης.

Μοναχός Νεκτάριος Κατοάρος, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνελή­φθη στις 6 Ιανουαρίου 1942 και καταδικάσθηκε, για αντιστασιακή δράση, σε 2 ετών φυλάκιση.

Προηγούμενος Μονής Ιβήρων Μισαήλ. Τον Σεπτέμβριο τού 1942 συνε­λήφθη από τους Γερμανούς και ωδηγήθηκε στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης.

Μοναχός Θεοφύλακτος Νανόπουλος, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνελήφθη, στις 6 Ιανουαρίου 1942, και καταδικάσθηκε, για αντιστασιακή δράση, σε 6 ετών φυλάκιση. Την 1η Απριλίου 1944 μετεφέρθη ως όμηρος στην Γερμανία.

Μοναχός Παντελεήμων Νανόπουλος, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνελήφθη, στις 6 Ιανουαρίου 1942, και καταδικάσθηκε, για αντιστασιακή δράση, σε 3 χρόνια φυλάκιση. Την 1η Απριλίου 1944 μετεφέρθη ως όμηρος στην Γερμανία.

Ιεροδιάκονος Προκόπιος, Αδελφός Κελλίου Αγίας Άννης της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Συνελήφθη από τους Γερμανούς και ωδηγήθηκε στις φυ­λακές Επταπυργίου, στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά και σε καταναγκαστικά έργα στον Δομοκό.

Μοναχός Μελέτιος Συκιώτης, Αδελφός Κελλίου Γενεθλίου τού Προδρό­μου, της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνελήφθη, τον Ιούλιο τού 1942, και ωδη­γήθηκε στις φυλακές Επταπυργίου.

Μοναχός Σεραφείμ Τσιούνης, Αδελφός Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνελή­φθη, στις 6 Ιανουαρίου 1942, και καταδικάσθηκε, για αντιστασιακή δράση, σε ενάμισυ χρόνο φυλάκιση.

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ’40 ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟ 1940-1944-Β' ΕΚΔΟΣΗ-ΚΛΑΔΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΑΘΗΝΑ 2001-ISBN 960-85663-7-1 © Έκδοση Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ιωάννου Γενναδίου 14, 115 21 Αθήνα, τηλ.: 7218308.-Α' Έκδοση - Νοέμβριος 2000.- Β' Έκδοση - Ιούλιος 2001.-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΣ: Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Χαραμαντίδης. ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ - ΕΚΤΥΠΩΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Φιλόστρατος Παναγόπουλος.