1.050.000 ΘΥΜΑΤΑ

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΠΟΝΤΙΩΝ

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ

Τα οψώνια της αμαρτίας ο θάνατος.

Ευαγγέλιον

 

Ματαιότης ματαιοτήτων και τα πάντα ματαιότης.

Μη πεποίθατε επ' άρχοντας, επ' υιούς ανθρώπων,

οις ουκ' έστι σωτηρία. Έστι δίκης οφθαλμός, όστις

τα πάντα εφορά...

 

     Εις την άκραν ενός αποκέντρου κήπου της Αγκύρας περί τα μέσα της νυκτός  του Μαϊου του 1922 εκάθητο πάνοπλος ο Τοπάλ-Οσμάν, αμπαραστατούμενος υπό 10 εμπίστων και θαρραλέων οπαδών αυτού. Εταλάνισεν αυτός εαυτόν και είδεν ότι υπήρξε μηδέν. Ως εν καλειδοσκοπίω προήλασαν προ αυτού όλα τα τερατουργήματά του, αι αραί και οιμωγαί των αποθνησκόντων, τα αθώα, άπερ έχυσεν αίματα, τα δάκρυα. τα θαλερά των γονέων και συζύγων, των παίδων και αδελφών και εγνώρισεν, ότι βραχύς ήτο ο ανθρώπινος βίος και μάλιστα των κακούργων το τέλος φοβερόν και απαίσιον. 

Εσκέφθη, ότι αν παρουσιασθή προ της δικαιοσύνης και εκθέση την καθαράν αλήθειαν (του φόνου του βουλευτού Τραπεζούντος Αλή Σουκρή-Βέη), ουδέν σημείον μαρτυρίας είχε και συνεπώς ουδόλος ηδύνατο να βλάψη τον Μουσταφά-Κεμάλ καθότι ο τουρκικός λαός  τυφλός ανέκαθεν, τυφλώς λατρεύει και τον άρχοντά του, αδιάφορο αν είναι ούτος κακούργος, τυχοδιώκτης, μέθυσος, γυναικοθήρας, παιδεραστής. Έλαβε το επισκεπτήριον του Κεμάλ και ανέγνωσεν την λέξη «φύγε» , εννόησεν ότι ήτο εν χρυσούν γλυκόπικρον καταπότιον και εγέλασε δια την απιστίαν του.

Το να φύγη ήτο αδύνατον διότι η Άγκυρα πανταχόθεν περιεζώσθη δια στρατευμάτων. Το μόνο σωτήριον έκρινε να κρυφθή, αλλά που; Τις θα ετόλμα να δώση αυτώ φιλοξενίαν; Και που; Εσκέφθη, ότι εις την απόκεντρον χριστιανικήν συνοικίαν ηδύνατο παρά  τω εκεί γέροντι Έλληνι εφημερίω να καταφύγη και διασωθή και μετά μυρίων προφυλάξεων έφθασεν εκεί. Εύρε την θύραν ανοικτήν και πριν η ο ιερεύς ερωτήση αυτόν περί της παρουσίας του ήρξατο τον εξής πανηγυρικόν: «Πάτερ, είμαι ο Τοπάλ-Οσμάν της Κερασούντος, ο σφαγεύς των εν Πόντο χριστιανών, ως μη ώφελε, πολλούς εφόνευσα, κατεδίωξα, απηγχόνησα, αλλά το Ευαγγέλιον, το ιερόν σας βιβλίον  Σας λέγει: αγαπάτε τους εχθρούς ημών και συνεπώς καταδιωκόμενος ζητώ την φιλοξενίαν».

Προθύμως δέχομαι, είπεν ο ιερεύς, αλλά καθ' εκάστην γίνεται εν τω οίκο μου υπό της αστυνομίας, ότι φυλάττω φυγοστράτους συγγενοίς μου. Καλλίτερον είναι εις την απέναντι κατεστραμμένην οικία να εύρητε ασφαλές καταφύγιον. Ουδείς θα υποψιασθή την εκεί παρουσίαν σας. Εγώ αναλαμβάνω την διατροφήν σας. «Έστω» είπεν ο Τοπάλ και κατεφίλισε τας χείρας αυτού με τα δακρύων, ήσαν δάκρυα μετανοίας αλλά κατόπιν εορτής. Κατέφυγεν λοιπόν εκεί και ωχυρώθη μετά των συνάθλων αυτού. Αλλ' η πόλις ήτο ανάστατος και διαταγαί εδόθησαν ίνα ευρεθή ο κακούργος.

Κακή τη μοίρα του, γυνή τις χωρική, δια φυσικήν ανάγκην μεταβάσα εκεί, τον εγνώρισεν και ειδοποίησε την αρχήν, ήτις διά των οργάνων της περιεκύκλωσεν το κρυσφήγετό του.Πόλεμος φοβερός εγένετο εκεί. Ο Τοπάλ εννοήσας ότι έφθασε το τέλος του, απεφάσισε την εξόντωσιν πλειότερων. Οκτώ στρατιώται εύρον τον θάνατονκαι τέσσαρες εκ των οπαδών του Οσμάν.

 Επί τέλους τολμηρός λοχίας εφύτευσεν εις το στήθος του τέσσαρες σφαίρας και εξήπλωσεν αυτόν. «Άτιμε κόσμε, άτιμε Κεμάλ, εφώνησεν ο Τοπάλ, τοιούτον τέλος εύχομαι και διά σέ» είπε και εξέπνευσεν. Αλλ' η ανθρώπινη δικαιοσύνη  δεν περιωρίσθη μέχρι του σημείου τούτου και ο αποφασισθής νόμος  έδει να εφαρμοσθή. Ελήφθη το πτώμα του και εκρεμάσθη προ του μεγάρου της Βουλής, ίνα ικανοποιηθή ο λαός της Τραπεζούντος και ίνα επιβραβευθή διά εκατομυριοστήν φοράν το του Ευαγγελίου:

Ότι οι λαβώντες μάχαιραν, εν μάχαιρα απωλούνται.

 

 Από το υπέροχο βιβλίο του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη του Κάνεως, Ποντιακά Ιστορικά Ανάλεκτα των εκδόσεων Αδελφών Κυριακίδη. Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.e-istoria.com

  

 

ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ

Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ

ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ

 

   ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΤΑΚΤΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ που σχηματίστηκαν τούτο τον καιρό σε διάφορα μέρη τού Πόντου, η πιο τρο­μερή, και με τη φρικιαστικότερη δράση, ήταν τού Τοπάλ Οσμάν, τού κουτσού βαρκάρη από την Κερασούντα που έγινε το δεξί χέρι τού Μουσταφά Κεμάλ στο εξοντωτικό έργο του εναντίον των Ρωμιών της Μαύρης θάλασσας.

Στις 2 Απριλίου, ο αιμοβόρος τούτος αρχιτσέτης, που βρισκόταν μαζί με τους 800 τσέτες του στην περιοχή τού Ευφράτη ποταμού για να καταπολεμήσει μια τοπική εξέ­γερση των Κούρδων, πήρε τηλεγραφική διαταγή από τον αφέντη του της Άγκυρας Μουσταφά Κεμάλ πασά, να γυ­ρίσει στον Πόντο και να βαδίσει εναντίον των ανταρτών της Σαμψούντας. Ο Τοπάλ Οσμάν πήρε τα οπλισμένα σαν αστακούς δολοφονικά όργανά του και τράβηξε προς τα δυ­τικά. Κατά τη διαδρομή του, αφού έσπειρε τη φωτιά και το θάνατο στον ανατολικό και στον κεντρικό Πόντο, σίμωσε στο δυτικό.

Φτάνοντας στη Νεοκαισάρεια, το πρωί της 8ης Απρι­λίου, έπιασε όλους τους Ρωμιούς κατοίκους, τους έβγαλε έξω από την πόλη και τους ντουφέκισε ομαδικά!

Συνεχίζοντας τη ματωμένη πορεία του, με τα κανιβα­λικά στίφη, έφτασε έπειτα από δυο μέρες στην Έρμπαγα. Κύκλωσε την πόλη και αμόλησε τα ανθρωπόμορφα θηρία του στους δρόμους. Ένα όργιο θανάτου και βιασμού ακολούθησε. Όσες γυναίκες έπεφταν στα χέρια των κακούργων, βιάζον­ταν και σφάζονταν, ενώ οι άντρες συγκεντρώνονταν σε με­γάλα σπίτια και εκεί θανατώνονταν άγρια με στραγγαλισμό. Μια βδομάδα κράτησε το μακελειό τούτο. Δεν έμεινε ούτε ένας άντρας ζωντανός. Μέσα σ' ένα αρχοντικό στραγγαλί­στηκαν πάνω από τετρακόσια άτομα! Σ' ένα άλλο κατακρεουρ­γήθηκαν πενήντα!... Τα γυναικόπαιδα που πιάστηκαν, στάλ­θηκαν σε λίγες μέρες εξορία, για να πεθάνουν τα μισά από τις ταλαιπωρίες τού δρόμου, την πείνα και τις αρρώστιες...

Στις 18 τού μηνός ο αποτρόπαιος αρχιτσέτης μάζεψε τους κακούργους του και τράβηξε για το Λαντίκ, έτοιμος να συ­νεχίσει το κολασμένο όργιό του. Οι Τούρκοι όμως χωρικοί της περιφέρειας, για να προστατέψουν τον «Ταμερλάνο» από την εκδίκηση των ανταρτών, τον συμβούλεψαν να μην πε­ράσει από το μπογάζι τού Τεστλέ, γιατί εκεί σιμά είχε το λημέρι του ο περιβόητος καπετάνιος Κοτζά Αναστάς. Μό­λις τα άκουσε αυτά ο θρασύδειλος αρχιδολοφόνος, ταράχτηκε φοβερά. Στην ιδέα ότι θα αναγκαζόταν να τα βάλει με οπλι­σμένους άντρες, δείλιασε! Έκρινε πιο φρόνιμο να αποφύγει τη σύγκρουση, να συμμορφωθεί με τη συμβουλή των χωρι­κών και να αλλάξει δρόμο.

Πήρε λοιπόν την αριστερή όχθη τού Λύκου ποταμού και τράβηξε κατά τα νοτιοδυτικά. Καθώς βάδιζε όμως με σκυφτό το κεφάλι καβάλλα στο άλογο του, τον κυρίεψε ξαφνικά η λύσσα τού μη ικανοποιημένου πόθου να συντρίψει ένα θρυ­λικό καπετάνιο, όπως ήταν ο Κοτζάκ Αναστάς. Κόντεψε να πλαντάξει από το κακό του και για να ξεθυμάνει κάπως, όταν έφτασε έξω από ένα ρωμαίικο χωριό της περιοχής, το Κίρκ-χαρμάν, έδωσε διαταγή στους δημίους να το καταστρέψουν συνθέμελα! ΟΙ ματοβαμμένοι λύκοι του όρμησαν μέσα στο χωριό, μάζεψαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν, τα συγκέντρωσαν μέσα σε μερικά μεγάλα σπίτια και ρίχνοντας κατόπιν πετρέ­λαιο στους τοίχους, τα έδωσαν φωτιά!... θρήνος και κοπετός ακολούθησε, καθώς καίγονταν ζωντανοί γέροι, γυναίκες, παι­διά και κοπέλλες, μέσα στα φλεγόμενα σπίτια! Τρεις γυναί­κες που προσπάθησαν να ρίξουν έξω τα μικρά παιδιά τους, για να τα σώσουν από το φριχτό θάνατο της φωτιάς, δέ­χτηκαν τα πυκνά πυρά των κακούργων, πριν ακόμα ξεμυτίσουν από τα παράθυρα.

Από το Κίρκ - χαρμάν, που παραδόθηκε ολόκληρο στις φλόγες, ο Τοπάλ Οσμάν αγάς τράβηξε για τη Μερζιφούντα. Όταν έφτασε μέσα στην πόλη, τα στίφη του ξεχύ­θηκαν στους ρωμαίικους μαχαλάδες και έκαψαν, μέσα σε πέντε μονάχα ώρες, τα χίλια οχτακόσια σπίτια μαζί με τους κατοίκους... Όσοι προσπάθησαν να γλυτώσουν από τον κλοιό της φωτιάς, τρέχοντας στο ποτάμι για να σβήσουν τα φλεγό­μενα ρούχα τους, τουφεκίστηκαν επί τόπου!... Ολόκληρη η περιοχή των ρωμαίικων μαχαλάδων έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο, που έκανε να φρικιάσουν ακόμα και οι ίδιοι oι Τούρκοι της μαρτυρικής πολιτείας.

Μετά τη Μερζιφούντα, ο κολασμένος αγάς τράβηξε για τη γειτονική Κάβζα και έκανε ακόμα χειρότερα όργια. Εκείνες τις μέρες συνέπεσε οι Ρωμιοί αντάρτες της περιο­χής Πάφρας να κάψουν ένα τούρκικο χωριό για να εκδικη­θούν την εξορία των οικογενειών τους. Οι Τουρκάλες τού καμένου χωριού ήρθαν στην Κάβζα για να παραπονεθούν στις αρχές της πόλης. Ο Τοπάλ Οσμάν, που ήταν από πριν αποφασισμένος να συνεχίσει το μακελειό του, θεώρησε, την εμφάνιση των γυναικών αυτών, σαν πολύ καλή ευκαιρία για να δείξει πως είναι τάχα υπερασπιστής των ομοεθνών του. Ως τώρα σκότωνε και έκαιγε απροσχημάτιστα και απρό­κλητα. Πως να χάσει τώρα την ουρανοκατέβατη αφορμή; Έδωσε λοιπόν διαταγή στα καθάρματά του να μαζέψουν όλους τους Ρωμιούς της Κάβζας και να τους εξοντώσουν μέχρι τον τελευταίο με τη φωτιά και με το σίδερο.

Το μεγάλο μπλόκο έγινε τη νύχτα. Οι αποθηριωμένοι τσέτες χύθηκαν σα λιμασμένα τσακάλια στα ρωμαίικα σπί­τια και αρπάζοντας από τα κρεβάτια τα γυναικόπαιδα, τα μάζεψαν στα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας. Οι άντρες της πόλης, από δεκατεσσάρων χρονών και άνω, ευτυχώς γι' αυ­τούς, βρίσκονταν εξορία στο Μαράς του Κουρδιστάν και δεν παραβρέθηκαν στο κακό, για να γίνουν μάρτυρες και θύ­ματα του.

Από τα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας, οι τσέτες έπαιρναν λίγα - λίγα τα γυναικόπαιδα και τα έσφαζαν! Όλη τη νύχτα τα μαχαίρια δούλευαν. Η Κάβζα έγινε ένα απέραντο σφαγείο. Το σύθρηνο, οι οιμωγές και οι κραυγές των μαρτυ­ρικών κατοίκων της ξέσχιζαν σε χίλια κομμάτια τη μαύρη νύχτα. Οι χτηνώδεις μακελάρηδες έκοβαν, θέριζαν, θανά­τωναν και κατόπιν σήκωναν τα πτώματα των σφαγμένων με τα κάρα και τα έρριχναν στα πηγάδια!...

Όσα γυναικόπαιδα κατάφεραν να κρυφτούν στα υπόγεια, αμέσως μόλις είχαν ακούσει τις πρώτες σπαραχτικές φωνές μέσα στη νύχτα, ανακαλύφτηκαν το πρωί από τους τσέτες. Όταν τα έπιασαν όλα, τα έβγαλαν έξω από την πόλη, τα συγκέντρωσαν σ' ένα χωράφι και μετά τα έβαλαν στο δρόμο τάχα για να τα πάνε εξορία. Φτάνοντας όμως σιμά στη φάμπρικα τού Γιουνούς εφέντη, τα έμπασαν μέσα στο δά­σος, που βρισκόταν δίπλα στον δημόσιο δρόμο, και τα έσφαξαν μέχρι το τελευταίο. Τα πτώματα τους κατόπιν τα πέταξαν μέσα στο γειτονικό ποτάμι. Έτσι, σχεδόν κανένα από τα εκατοντάδες γυναικόπαιδα της Κάβζας δεν έμεινε ζωντανό.

Από την Κάβζα, οι μανιασμένοι φονιάδες τού Οσμάν αγά, τράβηξαν για την κωμόπολη Καβάκ, όπου ρίχτηκαν σε νέο όργιο αίματος. Έσφαξαν δεκάδες γυναικόπαιδα και τα πτώματα τους τα έρριξαν στο ποτάμι. Ύστερα έδωσαν φω­τιά στα σπίτια τους, βίασαν δεκαεφτά κορίτσια, που τα ξε­χώρισαν ανάμεσα στις μελλοθάνατες και, ατιμασμένα κατό­πιν, τα πέταξαν μέσα στις φλόγες να καούν ζωντανά!

Μετά το Καβάκ, τα ανθρωπόμορφα τέρατα κατηφόρισαν προς τη Σαμψούντα καίγοντας τα χωριά που βρίσκονταν πάνω στο δρόμο και σφάζοντας όσους άοπλους Ρωμιούς και αθώα γυναικόπαιδα συναντούσαν μπροστά τους. Γιατί, οι κακούργοι και θρασύδειλοι τσέτες, δεν τολμούσαν να πάνε στα βουνά για να χτυπηθούν με τους αντάρτες, κι ας ήταν αυτή η κύρια αποστολή τους, κι ας ήταν αυτός ο σκοπός της συγκρότησης τού «94ου ανεξάρτητου Τάγματος» που πήρε το μεγαλεπήβολο όνομα «Γιλντιρίμ ταπουρού», δηλαδή Τάγμα Κεραυνός. Ο «μπιζίμ Τιμουρλέγχ», «ο δικός μας Ταμερλάνος», όπως αποκαλούσαν τον αρχηγό τους οι τσέ­τες, θρασύδειλος και ψοφοδεής, δεν τολμούσε να αναμε­τρηθεί με τους αντάρτες, παρά γυρεύοντας εύκολα και σί­γουρα γιουρούσια, καβάλλα πάνω στο κόκκινο άλογο του, με τη στρατιωτική του χλαίνη ριγμένη επιδειχτικά στους ώμους, με το τσερκέζικο καλπάκι στο κεφάλι και το μαστίγιο στο χέρι, αμολιόταν με τα ξέφρενα στίφη του πάνω στα απρο­στάτευτα χωριά και τα ξεκλήριζε! Όλος ο Πόντος στέ­ναξε κάτω από το αδίσταχτο μαχαίρι του. Φρίκη κυρίευε κάθε Ρωμιό, ακόμα και στο άκουσμα τού ονόματος τού κου­τσού βαρκάρη της Κερασούντας. Οι ορδές του προκαλούσαν τον τρόμο ακόμα και στους Τούρκους, που πολλοί απ' αυτούς δοκίμασαν το βούρδουλα και το μαχαίρι του, όταν θέλησαν να τον συγκρατήσουν ή να τού αντιμιλήσουν.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, πάλι, αναδεικνύοντας τον Τοπάλ Οσμάν γενικό αντιπρόσωπο του στην παραλιακή ζώνη του Πόντου, με απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους Ρωμιούς, γινόταν ηθικός αυτουργός όλων των απερί­γραπτων εγκλημάτων τού συνεργάτη του. Και επί πλέον, γινόταν ο μεγάλος κλεφταποδόχος, με την επικαρπία των ορ­γίων τού αιμοβόρου φίλου του, γιατί ο Οσμάν αγάς του έστελνε κάθε τόσο στην Άγκυρα ολόκληρα φορτία με χαρτο­νομίσματα και χρυσαφικά που άρπαζε από τους πλούσιους Ρωμιούς των πόλεων και των χωριών.

Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ

ΟΙ ΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΙ ΛΥΚΟΙ του Τοπάλ Οσμάν, μπαίνοντας στην περιφέρεια Σαμψούντας, σκόρπισαν κι εκεί το θάνατο και τη συμφορά. Μόνο σε μια μέρα, κατά τα τέλη τού Απρίλη, εξολόθρεψαν χίλια πεντακόσια γυναικόπαιδα και γέροντες που είχαν καταφύγει στο χωριό Άττα! Κατόπιν εξαπολύθηκαν σαν τη μαύρη θύελλα σ' ολόκληρη την πεδινή περιοχή ως τα παράλια, άπλωσαν το συφοριασμένο χέρι τους πάνω στον άμαχο πληθυσμό τού κάμπου και τον αφάνισαν. Μέσα στο δίμηνο Απρίλη - Μάη, πάνω από πενήντα χωριά κολύμπησαν στο αίμα της σφαγής και έγιναν τροφή στα αχόρταγα σαγόνια της καταστροφικής φωτιάς! Όσοι από τους κατοίκους δεν έφυγαν με τους αντάρτες στα βουνά, όσοι δεν κρύφτηκαν στα δάση και τις σπηλιές, αλλά παρέ­μειναν για διάφορους λόγους στα σπίτια τους, θανατώθη­καν άγρια! Το ίδιο διάστημα, πέντε χιλιάδες τακτικός στρα­τός είχε ριχτεί κατά πάνω στα βουνά και απασχολούσε τους αντάρτες με αψιμαχίες, για να δώσει καιρό και άνεση στις ορδές των δολοφόνων να οργιάζουν σε βάρος του απροστά­τευτου πληθυσμού.

Οι φυλακές είχαν αδειάσει από τους κοινούς εγκληματίες. Οι κατάδικοι πήραν αμνηστία και πύκνωσαν τα αιμοβόρα μπουλούκια τού Τοπάλ Οσμάν. Έτσι, κοντά στα αποβράσματα και τα κατακάθια των πόλεων και των χωριών, τους κλέφτες, τους χασικλήδες, τους πλιατσικολόγους και τους φυγόδικους, δόθηκαν όπλα και μαχαίρια και στους κατάδι­κους ισοβίτες, τους θανατοποινίτες, τους φονιάδες, τους λη­στές και τους βιαστές. «Ό,τι κάνατε ως τώρα, τους είπαν οι αρχιτσέτες, και ό,τι θα κάνετε από δω και πέρα, όλα είναι αμνηστευμένα! Καταστρέψτε τους γκιαούρηδες του Πόντου, θάψτε τους!... Διπλή κεραμίδα να μη μείνει στα σπίτια τους! Ψυχή να μη μείνει ζωντανή! Φωτιά και μαχαίρι!...».

Η κόλαση περπατούσε νύχτα και μέρα στην ύπαιθρο. Μετά το μακελειό στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ο Το­πάλ Οσμάν ρίχτηκε με τα στίφη του στη γειτονική περι­φέρεια της Πάφρας για να συνεχίσει το εξολοθρευτικό του έργο. Και ο απολογισμός της νέας εξόρμησης του ήταν το ίδιο πλούσιος σε απερίγραπτα εγκλήματα. Πεντακόσιοι πενήντα Ρωμιοί, γυναικόπαιδα και γέροι, που μαζεύτηκαν από τα γειτονικά χωριά στο Σουρμελί, κάηκαν μέσα στην εκκλησία!

Στο χωριό Μουαμλί, οι τσέτες μάζεψαν τριακόσια εξήντα πέντε γυναικόπαιδα στο σπίτι τού Σάββα Τσιγαλίδη και τα έδωσαν φωτιά!

Τον ίδιο φριχτό θάνατο βρήκαν και οι κάτοικοι τού Κιζίλ-κιολ.

Εξ άλλου, όσοι άντρες των χωριών κατάφεραν να γλυ­τώσουν από τα μπλόκα και έφυγαν στην Πάφρα την ίδια, για να βρουν τάχα προστασία, έπεσαν από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη! Μετά από τρεις μέρες, η πόλη περικυκλώθηκε από χιλιάδες κακούργους, τσέτες και στρατιώτες, που όρμη­σαν μέσα, σκόρπισαν στις ρωμαίικες συνοικίες και, παίρνον­τας αράδα τα σπίτια, μάζεψαν όλους τους Ρωμιούς. Τους έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα και την άλλη μέρα, διαλέ­γοντας πεντακοσίους τριάντα πέντε τους έδεσαν τα χέρια πιστάγκωνα και τους οδήγησαν στο χωριό Σουλούντερε. Εκεί τους έκλεισαν μέσα στην εκκλησία για δυο ώρες και, μετά, μαζί με τους τσέτες που κατέφτασαν στο μεταξύ από τα γύρω χωριά, έπεσαν πάνω τους, τους ξεγύμνωσαν και τους λήστεψαν. Κατόπιν, έβγαλαν στη αυλή εφτά παπάδες και τους έσφαξαν μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας!

Μετά τη σφαγή των παπάδων, ήρθε η σειρά και των άλλων. Οι τσέτες μπήκαν μέσα στο ναό και άρχισαν να πυροβολούν αδιάκριτα τους δεμένους άντρες! Σκότωσαν σχεδόν τους μισούς και, όταν είδαν ότι τα όπλα τους άναψαν και δε μπορούσαν να συνεχίσουν το θανατικό, άρπαξαν τα τσε­κούρια και τα χαντζάρια. Έτσι, με ακράτητη λύσσα απο­τελείωσαν και τους άλλους μισούς... Μόνο ένας άντρας, ο Νικολής Γιορδανίδης, απόμεινε στο τέλος ζωντανός. Μα οι τσέτες δεν τού χαρίσανε τη ζωή. Ο τσαούσης που τον ανα­κάλυψε κρυμμένο ανάμεσα στα πτώματα, ετοιμάστηκε να τον σφάξει δίχως χρονοτριβή. Ο Γιορδανίδης τού πρόσφερε τριακόσιες λίρες που είχε κρυμμένες πάνω του και παρακά­λεσε να τον σκοτώσει με το ντουφέκι για ν' αποφύγει το φριχτό θάνατο με το μαχαίρι, ή τον αποτρόπαιο με το μπαλ­τά. Ο τσαούσης δέχτηκε το κομπόδεμα και πυροβόλησε στην καρδιά!

Από άλλα χωριά της ίδιας περιφέρειας έπιασαν πάνω από οχτακόσιους Ρωμιούς, από δεκάξι χρονώ μέχρι εξήντα, τους μάζεψαν στο Σελεμελίκ και τους έκλεισαν στην εκκλη­σία τού Αγίου Γεωργίου. Κατόπιν έρριξαν τέσσερις ντενεκέ­δες βενζίνη στους τοίχους και τα παράθυρα και έδωσαν φω­τιά! Οι φλόγες τύλιξαν την εκκλησία και έκαψαν ζωντανούς όλους τους έγκλειστους! Κανείς δε γλύτωσε!...

Τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζέψει στο μεταξύ από ολόκληρη την περιφέρεια, τα κατέβασαν στην Πάφρα και από κει τα έστειλαν εξορία στον Κουρδιστάν. Τα δύστυχα πλάσματα έκαναν ενενήντα πέντε ημερών εξοντωτική πο­ρεία. Ξεκίνησαν το καλοκαίρι πέντε χιλιάδες πεντακόσια άτομα, και έφτασαν το χειμώνα στο Διαρμπεκίρ μόνο τρια­κόσια πενήντα!

Μετά την Πάφρα, το όργιο τού θανάτου και της φωτιάς συνεχίστηκε και στην περιφέρεια τού Τσαρσαμπά. Οι κολα­σμένοι τσέτες μπήκαν μια μέρα στο Αγατσέκινι και όσους Ρωμιούς βρήκαν στα σπίτια τους τράβηξαν έξω από το χω­ριό, τους έρριξαν μέσα σ' ένα λάκκο και τους επιτέθηκαν με μαχαίρια, με ξύλα και πέτρες! Κατόπιν, νεκρούς, μισοπεθα­μένους ή και ζωντανούς ακόμα, τους σκέπασαν με κλαδιά και χώματα!

Στο δάσος τού Κεστενέ κερίς, όπου κατέφυγαν για να γλυτώσουν το μαχαίρι όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών χω­ριών, έγινε η πιο άγρια και ολοκληρωτική σφαγή!... Μόνο δυο γυναίκες βγήκαν ζωντανές από το σφαγείο, μα και κείνες δεν κατάφεραν να επιζήσουν τελικά. Η μια που την κυνη­γούσαν τρεις τσέτες επί πέντε ολόκληρες ώρες, έπεσε από ένα γκρεμό και σκοτώθηκε. Η άλλη τρελάθηκε καθώς τρι­γυρνούσε βδομάδες ολόκληρες στα δάση μοναχή.

Ο Τοπάλ Οσμάν, ξαναγυρνώντας στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ανηφόρισε προς τα χωριά, που βρίσκονταν στους πρόποδες τού Αγιούτεπε και μπήκε ξαφνικά στο Καράπερτσιν. Διακόσια εβδομήντα γυναικόπαιδα που βρέ­θηκαν στο χωριό, πιάστηκαν από τους τσέτες και κλείστηκαν μέσα στο κοινοτικό μέγαρο. Κατόπιν πέρασαν από τα μα­χαίρια των τσετέδων και σφάχτηκαν όλα!... Τα ακέφαλα πτώματα γέμισαν και τα δύο πατώματα του χτιρίου, που σε λίγο παραδόθηκε στις φλόγες! Μόνο μια γυναίκα έμεινε ζωντανή και κατάφερε να γλυτώσει τη ζωή της πηδώντας από το παράθυρο στο δρόμο.

Την άλλη μέρα ο καπετάν Χασαρής, βαδίζοντας με τους αντάρτες του προς το Αγιούτεπε, έστειλε δύο ανιχνευτές να ερευνήσουν μια σπηλιά που βρισκόταν στη βάση μιας χαράδρας, γιατί ήξερε ότι είχαν κρυφτεί μερικά γυναικό­παιδα. Οι ανιχνευτές γύρισαν και ανέφεραν ότι δε συνάντη­σαν ψυχή ζωντανή.

Ούτε γύρω; ρώτησε ο καπετάνιος υποψιαζόμενος από το ύφος των ανιχνευτών ότι κάτι τού έκρυβαν.

— Στη ρίζα της σπηλιάς είδαμε κάτι, που είναι φοβερό να το μάθει κανείς.

— Λέγετε! Τίποτε πια δε μας είναι φοβερό. Γνωρίσαμε τα φριχτότερα τού κόσμου.

— Να, είπε με σπασμένη φωνή ο ένας ανιχνευτής, είδα­με μια γυναίκα σουβλισμένη και δίπλα της ένα φασκιωμένο μωρό, και κείνο σουβλισμένο!...

Ο καπετάνιος έκλεισε τα μάτια του με την παλάμη σα να ήταν μπροστά του το ίδιο το φριχτό θέαμα και ήθελε να το αποφύγει. Τόσο πολύ ταράχτηκε από τον κανιβαλισμό των Τούρκων, ώστε κάλεσε όλους τους άντρες του να βγά­λουν τις κάμες τους και να ορκιστούν ότι στο εξής, δε θα σκοτώνουν πια τους Τούρκους που θα πέφτουν στα χέρια τους με σφαίρες, αλλά θα τους κόβουν με τις κάμες. Τα παλικάρια τού Χασαρή έδωσαν το φοβερό όρκο.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ-ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»

Β' Έκδοση - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»

pasxa333

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ Β’ ΑΙΩΝΑ

 Χρίστος Βασιλειάδης

 Θεολόγος Φιλόλογος Εκπαιδευτικός

 

   Η αρχαιότερη διασωθείσα χριστιανική μαρτυρία για το χριστιανικόν Πάσχα χρονολογείται γύρω στο 50 - 55 μ.Χ. και είναι αυτή, που μας δίνει ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους χριστιανούς της Κορίνθου: «και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός· ώστε εορτάζωμεν μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας» (Α' Κορ. ε', 7 -8).

Ο Παύλος, δηλαδή, ομιλεί εδώ περί τού χριστιανικού Πάσχα («Πάσχα ημών») και περί τού τρόπου, καθ' ον πρέπει οι Χριστιανοί να το εορτάζουν καθώς και περί τού εντεύθεν προκύπτοντος εννοιολογικού του περιεχομένου. Πρόκει­ται, λοιπόν, μάλλον περί αυτών των αρχών ενός ετήσιου εορτασμού τού χριστιανικού Πάσχα; Πάντως, μ' αυτό εόρταζαν οι Χριστιανοί τη δια Χριστού σωτηρίαν από το κράτος και την τυραννίαν της αμαρτίας και τού θανάτου. Η δε προτρεπτική λέξη τού εδαφίου «εορτάζωμεν» απευθυνόμενη από τον Παύλον στους Κορινθίους δείχνει καθιερωμένην ήδη, αλλά και σταθεράν συνήθειαν - εορτή χριστιανικήν ισχύουσαν ασφαλώς γενικότερον και γνωστήν κι' όλας γύρω στο έτος 50 μ.Χ., οπότε περίπου τοποθετείται και η συγγραφή και αποστολή της επιστολής αυτής προς τους Κορινθίους.

Παρακάτω, στην ιδίαν επιστολήν του, ο Παύλος επαναλαμβάνει τους λόγους τού Κυρίου κατά το Μυστικό Δείπνον και συμπεραίνει: «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον τού Κυρίου καταγγέλλετε» (Α' Κορ. ια', 26) και η Εκκλησιαστική ευχή προσθέτει στα χείλη τού Ιησού το αυτονόητον: «και την εμήν Ανάστασιν ομολογείτε». Αυτά ακριβώς τα δύο, όπως θα διαπιστώσουμε κατωτέρω, συναποτελούν, κατά την αρχαίαν Εκκλησίαν, το χριστιανικόν Πάσχα. Ισχύουν, δηλαδή, οι ισότητες: Σταυρικός θάνατος = Πάσχα. Σώμα και αίμα Χριστού = ο αληθής πασχάλιος αμνός. Και: Ανάσταση = Πάσχα.

Μερικά χρόνια αργότερα και κατά το διάστημα 65 - 75 μ.Χ. περίπου, έχομεν επιπλέον και τις μαρτυρίες των λεγομένων τριών συνοπτικών Ευαγγε­λιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), οι οποίοι με όσα μας εξιστορούν για τα Ιστορι­κά γεγονότα της Σταύρωσης και της Ανάστασης τού Κυρίου, μας δίνουν και την εικόνα τού χριστιανικού Πάσχα, την οποίαν είχαν σχηματίσει οι χριστιανικές κοινότητες της εποχής τού 65 - 75 μ.Χ. Το σημείον όμως αυτό το αναλύσαμεν ήδη αρκούντως σε προηγούμενο άρθρο και, επομένως, δεν χρειάζεται να επανέλθουμε σ' αυτό. Θα υπενθυμίσουμε μόνον ότι ο Ιησούς απέθανεν επί τού Σταύρου την παραμονήν ενός εβραϊκού Πάσχα, ημέραν Παρασκευή, 14 τού σεληνιακού εβραϊκού μήνα Νισάν, αφού την προηγούμενη μέρα, Πέμπτη, 13 τού ίδιου μήνα, ετέλεσε με τους μαθητές του το Μυστικό Δείπνον, ο οποίος, σημειωτέον, δεν μπορεί να ήταν ένας εβραϊκός πασχαλι­νός Δείπνος. Κατά δε τη διάρκειαν αυτού τού Δείπνου, ίδρυσεν ο Κύριος το «καινό χριστιανικόν Πάσχα» Τη χρονιάν, επίσης, εκείνην η μεγάλη ημέρα της εορτής τού εβραϊκού Πάσχα έπεφτεν ημέραν Σάββατο,15 τού μήνα Νισάν. Τέλος, ο Κύριος αναστήθηκεν εκ νεκρών ξημερώματα της Κυριακής, 16 Νισάν.

Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι οι μαθητές τού Κυρίου εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός της Ανάστασης και των εμφανίσεων τού αναστημένου Ιησού, τόσον πολύ μάλιστα, ώστε ο σταυρικός Του θάνα­τος κυριολεκτικώς να ατονήσει και ωχριά­σει στη μνήμην τους. Για τους μαθητές ο τόσο λυπηρός θάνατος τού διδασκάλου τους ανήκεν ήδη εις το παρελθόν. Η ανάσταση ήταν το χαρμόσυνον παρόν. Η ανάσταση ήταν η τελική έκβαση τού θανάτου. Αυτή πρόβαλλεν ως η παρούσα και, μάλιστα, η πάντοτε παρούσα κατάσταση: πραγματική, ζωντανή, ζωηρή, η πιο επιθυμητή κατάστα­ση. Γι' αυτό και η ανάσταση δεν είχεν ανάγ­κην ανάμνησης. Μόνον η Σταύρωση χρεια­ζόταν την ανάμνηση, την ιστορική μνήμην. Επειδή δε η Ανάσταση έγινε ξημερώματα Κυριακής, για τους πρώτους χριστιανούς συνδέθηκεν άρ­ρηκτα με την εβραϊκήν «μίαν των Σαββά­των», την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, που λίγο μετά οι χριστιανοί θα την ονομάσουν «Κυριακήν», ημέρα δηλαδή τού Κυρί­ου, την κατ' εξοχήν ημέραν τού Κυρίου, δηλαδή ημέραν της Ανάστασης τού Κυρίου. Έτσι, κατά το πρώτον κι' όλας διάστημα, άρχισαν να ισχύουν οι επόμενες εξισώσεις: Κυριακή = Ανάσταση. Πάσχα = Ανά­σταση. Πάσχα = Κυριακή.

Αυτή, δηλαδή, η εξέλιξη στην ιστορίαν τού εορτασμού τού Πάσχα σημειώθηκεν, αφού πρώτα οι χριστιανοί καθιέ­ρωσαν αυτό, που μπορούμε να ονομάσουμεν «εβδομαδιαίον Πάσχα», τον κατά πάσαν Κυριακήν δηλαδή εορτασμόν της Ανάστα­σης τού Κυρίου σαν τού Πάσχα, πριν μάλι­στα ακόμη περάσει το πρώτον έτος της Ανάστασης τού Κυρίου και πριν έλθει ο επόμενος εορτασμός, τού επόμενου δηλαδή έτους τού εβραϊκού Πάσχα. Έτσι το εβδομαδιαίον Πάσχα πρέπει να προηγήθηκεν τού ετήσιου τοιούτου και να το είλκυσε δί­δοντάς του τον αναστάσιμο χαρακτήρα.

Δυο διαπιστώσεις βάσει των ανωτέρω έχουν ιδιαίτερην σημασίαν: ότι το «καινό χριστιανικόν Πάσχα», που ίδρυσεν ο Κύριος στις 13 Νισάν και ημέραν Πέμπτην καθιερώθηκεν α) μίαν ημέραν προ τού ιστορικού γεγονότος της Σταύρωσης και τού σταυρικού θανάτου τού Ιησού και

β) δύο ημέρες προ τού εορτασμού τού εβραϊκού Πάσχα. Και το μεν δεύτερον σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν συνεόρτασε με το εβραϊκόν Πάσχα τού τελευταίου έτους της επίγειας ζωής του, το δε πρώτον σημαίνει ότι η κατά το Μυστικό Δείπνον παράδοση απ’ τον Κύριον της θείας Ευχαριστίας, η οποία, ως προείπομεν, και αποτελεί την καθιέρωση τού αληθινού, δηλαδή, τού «καινού χριστιανικού Πάσχα», προετελέσθη τού θανάτου. Η τελετουργία προηγή­θηκεν τού ιστορικού γεγονότος της Σταύ­ρωσης. Το χριστιανικόν Πάσχα προετελέσθη, προεορτάσθη. Όμως και τα δύο αυτά ήσαν ουσιώδη, σημαντικά και απαραίτητα, διότι το ένα χωρίς το άλλο δεν θα έφερνε το ποθούμενον αποτέλεσμα. Ούτε η τελετουρ­γία, που δεν είναι άλλον παρά η υποκειμενι­κή οικείωση της σωτηρίας, θα είχεν αποτε­λεσματικότητα χωρίς το ιστορικό γεγονός της Σταύρωσης, ούτε η Σταύρωση, η οποία είναι η αντικειμενική τέλεση της σωτηρίας, χωρίς τελετουργίαν, χωρίς δηλαδή την υποκειμενικήν οικείωση της αντικειμενικώς επί τού Σταύρου εξασφαλισθείσης για την ανθρωπότητα σωτηρίας, θα έφερνε το ποθούμενον αποτέλεσμα. Όσο για την σχέση αυτού τού χριστιανικού Πάσχα με την Ανάσταση τού Κυρίου, διαπιστώνομεν ότι για τους μαθητές τού Ιησού Πάσχα ήταν το συναμφότερον: Σταύρωση και Ανάσταση, σαν αιτία προς αποτέλεσμα. Επομένως, δεδομένου ότι το ουσιαστικόν περιεχομενον τού χριστιανικού Πάσχα διαφέρει από το τού εβραϊκού και εφόσον πρόκειται για «καινή χριστιανικήν εορτήν», αλλά και στο μέτρον που ούτε ο ίδιος ο Χριστός συνεόρτασεν το δικόν του Πάσχα με το εβραϊκόν, ούτε οι Χριστιανοί θα είχαν κάποιο λόγο να θέλουν να συνεορτάζουν με τους Εβραίους το χριστιανικόν Πάσχα.

Μολονότι όμως το χριστιανικόν Πάσχα διαφέρει ουσιωδώς τού εβραϊκού και έχει άλλον και νέον εννοιολογικόν περιεχόμενον, παρουσιάζει αναλογίες και αντιστοιχίες προς αυτό: Έτσι, στη χριστιανικήν Παράδοση εμφανί­ζονται δύο αντιλήψεις περί τού χριστιανικού Πάσχα, οι οποίες αναλογούν και ανάγονται στις επίσης δύο εκδοχές - φάσεις τού εβραϊκού Πάσχα. Σ' αυτήν τη θεώρηση των δύο Πάσχα οδηγεί εκτός της θεολογικής τυπο­λογικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης και η Ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα γύρω απ’ την εβραϊκή εορτήν τού Πάσχα:

Κατά την εβραϊκήν, λοιπόν, Παράδο­ση, το εβραϊκόν Πάσχα στην πρω­ταρχική φάση του ήταν νομαδική εο­ρτή πιθανότατα σχετιζόμενη με τη δια­χείμαση των κοπαδιών. Η δε τελετή τού αρνίσιου αίματος, με το οποίον οι Εβραίοι άλειφαν τις παραστάδες των θυρών τους είχεν σημασίαν αποτρεπτικήν κατά τού Εξολοθρευτού. Στον εβραϊσμό, δηλαδή, αυτός που «περνάει»1 μπροστά από τις πόρτες των εβραϊκών σπιτιών είναι ο Θεός, ο οποίος και φείδεται των οικιών τού λαού του, που έχει βάψει με αίμα τις παραστάδες των θυρών του2. Αυτή ήταν η πρωταρχική, η αρχαιότερη αντίληψη για το εβραϊκόν Πάσχα (= «πέρασμα»), στην οποίαν αργότερα προστίθεται μια δεύτερη: Σύμ­φωνα με τη δεύτερη, μεταγενέστερη, αντί­ληψη, το Πάσχα σχετίζεται με την ανάμνη­ση της Εξόδου από την Αίγυπτον, που θυμίζει στους Εβραίους την απελευθέρωση τού ανθρώπου από την σκλαβιάν3.

Στον  ελληνιστικόν, έπειτα, Ιουδαϊσμόν4 καθώς και στον μετά την καταστροφήν τού δεύτερου Ναού τοιούτον, η δεύτερη αυτή ανθρωπολογική αντίληψη περί της εορτής επεβλήθη επί της αρχικής και επεκράτησεν αυτής.

Κατά τη χριστιανικήν, τώρα, Παράδο­ση, ο Ιησούς, ως είπομεν, απέθανεν κατά τις μέρες τού εορτασμού ενός εβραϊκού Πάσχα. Αυτή η σχεδόν σύμπτωση επέπρωτο να αφήσει βαθιά τα ίχνη της στην χριστιανικήν Παράδοση. Παριστάμεθα, έτσι, μάρτυρες μιας προοδευτικής «πασχαλιοποίησης» των γεγονότων εκείνης της πρώτης Μεγάλης Παρασκευής μέσω μιας τυπολογικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι δε χαρακτηριστικόν, ότι ευθύς εξ αρχής οι προαναφερθείσες δύο εβραϊκές αντιλήψεις περί Πάσχα πέρασαν και στη χριστιανικήν Παράδοση5, η οποία μπορούμε να πούμεν ότι διαμόρφωσε δύο διακριτούς τύπους πασχαλιάς θεολογίας6: τον μικρασιατικόν και τον αλεξανδρινόν:

α) Εις τον μικρασιατικόν τύπον θεολο­γίας, το Πάσχα συσχετίζεται με το ρήμα «πάσχειν» και προσλαμβάνει σημασίαν σχεδόν αποκλειστικά χριστολογικήν. Κατ' αυτήν, το περιεχόμενο της εορτής, είναι η ανάμνηση τού παρελθόντος και η ζωηρή αναμονή των εσχατολογικών γεγονότων. Αυτό είναι το, όπως θα ονομασθεί τεσσαρασκαιδεκατιτικόν Πάσχα, που αντανακλάται και στην ομιλίαν «περί τού Πάσχα» τού Μελίτωνος Σάρδεων (Ιστοριοποίηση τού Πάσχα). Σημειώνομεν ότι το Πάσχα της ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν διαφοροποιείται από τη μικρασιατικήν εορτή με το εννοιολο­γικό - θεολογικόν περιεχομενον του, αλλ' αποκλειστικά και μόνο με την ημερομηνίαν εορτασμού του.

β) Στον αλεξανδρινόν τύπο θεολογίας, το χριστιανικόν Πάσχα συσχετίζεται με την ιδέαν τού «περάσματος» - «διάβασης» και προσλαμβάνει μίαν σχεδόν αποκλειστικά ανθρωπολογικήν σημασία: μ' αυτό περάσα­με από την σκιάν στην πραγματικότητα, μ' αυτό ζώμεν το παρόν με το να προγευόμαστε, δηλαδή, την εσχατολογικήν και ουράνιαν αλήθειαν. Σ' αυτήν την αντίληψη είναι σαφέστατη η τάση προς «αποϊστοριοποίηση» της εορτής και αυτών ακόμη των μυστηρίων. Αυτή αποτελεί και την πασχα­λιά θεολογίαν τού Κλήμεντος και τού Ωριγένη, η οποία και θα συγχρωτισθεί αργότερον με τη μικρασιατικήν Παράδοση εις τους μεταγενέστερους, δηλαδή, Έλληνες Πατέρες7.

Πάντως, το εννοιολογικόν περιεχόμενον τού «καινού χριστιανικού Πάσ­χα» δεν είναι όλως διόλου ανεξάρτητο του ζητήματος της ημερομηνίας εορτα­σμού του. Έτσι, εφόσον διαφέρει μεν εννοι­ολογικούς και αποτελεί νέα ποιότητα, δεν υπάρχει κανένας λόγος, κατά την επικρατήσασαν Παράδοση, να συνεορτάζεται με το εβραϊκόν. Όπως, όμως, θα δούμεν, οι Χρι­στιανοί για λόγους Ιστορίας, άρχισαν να ενδιαφέρονται και για την ημερομηνίαν εορτασμού τού εβραϊκού Πάσχα, όχι όμως για να συνεορτάσουν μ' αυτό, αλλά εν σχέσει προς αυτό να ορίσουν, δηλαδή περί το εβραϊκόν Πάσχα, το χριστιανικόν τοιούτον. Επομένως, τόσον το ζήτημα της επεξεργασίας και ανάπτυξης του εννοιολογικού και θεολογικού περιε­χομένου τού χριστιανικού Πάσχα, όσον και το ζήτημα τού προσδιορισμού της ημερομη­νίας εορτασμού του, είχαν Ιστορικά μίαν αναφοράν προς το εβραϊκόν Πάσχα. Ενδιέ­φερε, δηλαδή, τους χριστιανούς ο εβραϊκός προσδιορισμός τού εβραϊκού Πάσχα, προκει­μένου κι' αυτοί να ορίσουν το δικόν τους, εν σχέσει προς το εβραϊκόν και περί αυτό.

Εντεύθεν προκύπτει το ερώτημα: ποιες ημερολογιακές προϋποθέσεις και δυνατότητες υπολογισμού τού Πάσχα τους είχαν οι Εβραίοι; Και δεύτε­ρον: ποια η σχέση τού υπολογισμού τού Πάσχα, που έκαναν οι Εβραίοι, με την αρχικήν εντολήν τού Θεού δια τού Μωυσέως και πως τυχόν τηρήθηκε αυτή επί αιώνες από τους Εβραίους; Τα ζητήματα αυτά έχουν βέβαια την ιστορία τους, την οποίαν και θα παρακολουθήσουμε, όσον γίνεται επιγραμματικότερον και συντόμως: Από όσα γνωρίζομεν μέχρι σήμερον για τους Εβραίους, την Ιστορία και τον Πολιτισμό τους, μπορούμε να συμπεράνουμεν ότι από τους προϊστορικούς κι' όλας χρόνους, αυτοί είχαν εν χρήσει σεληνιακό ημερολόγιο με έτος διάρκειας 354 ημερών. Έτσι, ο πατριάρχης τους Αβραάμ, όταν εγκατέλειψεν την αρχικήν κοιτίδα των Εβραίων, την Ουρ της Μεσο­ποταμίας γύρω στο 1800 π.Χ., για να εγκατασταθεί στη γη Χαναάν, κατείχεν και τα μυστικά της χρήσης των σεληνιακών φάσεων προκειμένου να μετράει το χρόνον. Αργότερα όμως και κατά τη διάρκειαν της αιχμαλωσίας τους από τους Αιγυπτίους (18ος  - 12ος π.Χ. αιώνες), οι Εβραίοι οπωσδήποτε επηρεά­στηκαν από το ακριβές ηλιακόν αιγυπτιακό ημερολόγιο. Έτσι προσπάθησαν να συμβιβάσουν το δικόν τους πρωτογενές σεληνιακόν έτος των 354 ημερών με το αντίστοιχον αιγυπτιακόν ηλιακόν των 365 και 1/4 ημερών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιουδαϊκήν παράδοση8, ο Μωϋσής, γύρω στο 1280 π.Χ., επηρεασμένος βαθιά από τη διδασκαλίαν των αιγυπτίων σοφών και ιερέων, διέταξεν, κατά το τρίτον έτος της παραμονής των Εβραίων στην έρημον Σι­νά, τη χρήση τού εβραϊκού σεληνιακού ημερολογίου, σε συνδυασμόν όμως με το αντίστοιχον αιγυπτιακόν ηλιακόν9. Στην πραγματικότητα, το νέον αυτό εβραϊκόν ημερολόγιον ήταν μικτόν (σεληνοηλιακόν) και ονομάστηκε Μωσαϊκόν ή Νομικόν ημερολόγιον. Συγκεκριμένα σ' αυτό η θέση τού μήνα Νισάν είναι τέτοια σε σχέση με το ηλιακόν έτος, ώστε η 14η Νισάν, η ημερο­μηνία δηλαδή τού Νομικού εβραϊκού Πάσχα να πέφτει τις περισσότερες φορές (όχι πάντα) μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Στη συνέχειαν όμως και συγκεκριμένα μετά την επιστροφήν των Εβραίων από τη βαβυλώνιαν αιχμαλωσίαν, επηρεασμένοι αυτοί από τους Χαλδαίους αστρονόμους, που τους θεωρούσαν και μακρυνούς τους προγόνους, καθώς και από τις συνήθειες των βαβυλωνίων, οι Εβραίοι επανέφεραν σε χρήση το προμωσαϊκόν, αμιγώς σεληνιακόν, ημερολόγιον, βελτιωμένον και τροποποιημένον σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές αντιλήψεις.

Κατά δε τον β' αιώνα π.Χ., οι Εβραίοι υιοθέτησαν το σεληνοηλιακόν ημερολόγιον των Σελευκιδών, εις το οποίον το έτος άρχιζεν10 κατά την Ισημερίαν τού φθινοπώρου και περιελάμβανε δώδεκα μήνες των 29 και 30 ημερών εναλλάξ. Κάθε δε τρία χρόνια, στην αρχήν, ως φαίνεται, έμπειρικώς11 και, κατόπιν, από τον β' αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με μίαν σταθεράν αρχήν να μη λαμβάνεται ύπ' οψει η εαρινή Ισημερία, προσετίθετο ένας εμβόλιμος μήνας. Έτσι συνέβαινεν κατά τα έτη χωρίς εμβόλιμο μήνα, ώστε η 14η Νισάν  να πέφτει προ της εαρινής Ισημε­ρίας, όπως αποδεικνύεται απ’ τις εβραϊκές πασχαλιές ημερομηνίες τού δ' μ.Χ. αιώνα, που μας διέσωσεν σε κείμενόν της η σύνοδος της Σαρδικής12. Αυτός δε είναι και ο λόγος, που και ο Μ. Κωνσταντίνος μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδον της Νικαίας13, επιτιμά τους Εβραίους ότι γιορτάζουν το Πάσχα τους δύο φορές την ίδια χρονιά, δηλαδή ανάμεσα σε δύο εαρινές Ισημερίες. Ο Ιστορικός Σωκράτης επίσης εξηγεί χρησιμοποιώντας μια διατύπωση, όπως θα δούμε, σαν εκείνην τού Πέτρου Αλεξαν­δρείας, για την οποίαν θα κάνουμε λόγον κατωτέρω, ότι επλανώντο οι χριστιανοί εκείνοι που την εποχήν της Α' Συνόδου της Νικαίας ακολουθούσαν το εβραϊκόν ημερολόγιον. Κατά τον Σωκράτη «οι σύγχρονοι Ιουδαίοι δεν λαβαίνουν υπ' όψη την Ιση­μερίαν για τον προσδιορισμόν της ημερομη­νίας τού Πάσχα, ενώ οι αρχαίοι Εβραίοι το παίρναν υπ' όψη τους»14. Αυτούς δε ακριβώς τους μεταγενέστερούς τους και συγχρόνους του Ιουδαίους ασφαλώς στοχεύει και ο Ανατόλιος Λαοδικείας εις τον Πασχάλιον Κανόνα του15, όταν γράφει ότι πλανώνται πολύ όσοι τοποθετούν τον πρώτο μήνα τού έτους στο δωδέκατο ζωδιακόν τμήμα και όσοι, έτσι, θεωρούν σαν Πάσχα την 14ην ημέραν. Ο Ανατόλιος προσθέτει ότι οι Εβραίοι παλαιότερον δεν επλανώντο, πράγμα που μαρτυρεί και το «Βιβλίον τού Ενώχ», το οποίον τοποθετούσεν τον πρώτο μήνα περί την Ισημερίαν16. Κατά την εποχήν πάντως τού Ιησού Χριστού, οι Εβραίοι δεν διέθεταν ακόμη κύκλον ετών, ο οποίος να ρυθ­μίζει τον υπολογισμόν της εαρινής Ισημε­ρίας17 και το εβραϊκόν Πάσχα.

Μόλις στις αρχές τού γ' μ.Χ. αιώνα, ο Ιούλιος Σέξτος Αφρικανός αποδίδει στους Εβραίους κύκλον οκτώ ετών18.

Και για να ολοκληρώσουμε την εικόνα που εμφανίζει στην συνέχειαν το εβραϊκόν ημερολόγιο, θα πρέπει να σημειώσουμεν ότι γύρω στο 338 μ.Χ., εποχήν της πρώτης ημερολογιακής μεταρρύθμισης των Εβραίων, που έγινεν από τον σπουδαίον Εβραίον αστρονόμον Ταβί Σαμουήλ, συντάχθηκεν ένα επίσης σεληνοηλιακόν ημερολόγιον. Περίπου δε είκοσι χρόνια μετά, γύρω στο 360 μ.Χ., το ημερολόγιον αυτό υπέστη μίαν επεξεργασίαν και μεταρρύθμιση από τους Εβραίους αστρονόμους Ταβί Αντά (Adda) και Ταβί Χιλλέλ Β' (Hillel II) βάσει των αστρονο­μικών δεδομένων τού Ίππαρχου και βάσει τού 19ετούς κύκλου τού Μέτωνα. Τελικά, το Συνέδριον19 της Τιβεριάδας (360 μ.Χ.) ενέκρινεν20 και επέβαλεν αυτό το νέον ημερολόγιον, αλλά φαίνεται ότι παράλληλα εξακολούθησε να ισχύει παρά τοις Εβραίοις και το πρωτογενές σεληνιακόν ημερολόγιον τους μέχρι περίπου το 500 μ.Χ.21.

Αυτή, εν πάση δυνατή συντομία, υπήρξεν η ιστορική εξέλιξη τού εβραϊκού ημερολογίου. Όμως, από τα τέλη τού γ' αιώνα και μέχρι τα μέσα τού δ' αιώνα, διατυπώθηκεν εκ μέρους των Χριστια­νών μία θεωρία σχετική με το εβραϊκόν ημερολόγιον και με τον βάσει αυτού υπολογισμόν, που έκαναν οι Εβραίοι τού Πάσχα τους, καθώς και με το πως πρέπει οι Χριστιανοί να υπολογίζουν το δικόν τους Πάσχα, όχι πια βασιζόμενοι στον υπολογισμόν τού εβραϊκού Πάσχα, που λανθασμένα και πλανεμένα έκαναν οι Εβραίοι, κατά τον ισχυρισμόν της θεωρίας αυτής. Η χριστια­νική αυτή θεωρία άρχισε διατυπούμενη από τον επίσκοπον Λαοδικείας και αστρονόμον Ανατόλιον, συνεχίστηκεν από τον άγιον επίσκοπον Αλεξανδρείας Πέτρον και ολο­κληρώθηκε διευρυνθείσα από τον εκκλησιαστικόν ιστορικόν και επίσκοπον Καισα­ρείας Ευσέβιον. Περιττόν να πούμεν ότι πρόκειται για μια θεωρίαν, που κανένα σημείον της δεν στέκει όρθιον ιστορικώς! Και όμως σ' αυτήν κυρίως πρέπει να στηρίχθηκεν η Α' Οικουμενική Σύνοδος εν Νικαία, για όσα αυτή αποφάσισεν περί τού ορθού εορτασμού τού χριστιανικού Πάσχα! Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Σύνοδος επλανήθη, ή ότι λανθασμένα και κακώς αποφάσισεν περί τού εορτασμού τού χρι­στιανικού Πάσχα. Σημαίνει μόνον ότι η ιστορική βάση της θεωρίας αυτής είναι σαθρή οπωσδήποτε. Όχι, λοιπόν, η Οικου­μενική Σύνοδος, αλλά η θεωρία στην οποίαν αυτή μάλλον βασίστηκε και η οποία θεωρία έκτοτε και μέχρι σήμερον ισχύει ως η επικρατέστερη εκκλησιαστικώς, είναι διάτρητη: «μπάζει από παντού!». Είναι δε η εξής στην πιο απλή διαπύπωσή της:

Οι Εβραίοι απ’ αρχής της νομοθέτησης τού εβραϊκού Πάσχα από το Θεό δια τού Μωυσέως τηρούσαν απαρέγκλι­τα και κατά ένα απόλυτον τρόπον την αρχήν της εαρινής Ισημερίας στον εορτασμόν τού Νομικού Πάσχα τους. Δηλαδή στον υπολογισμόν, που έκαναν για να προσδιορίσουν κατ' έτος την ημέραν, που θα έπεφτε το εβραϊκόν Πάσχα, λάβαιναν πάντοτε υπ' όψει τους ότι αυτό θα πρέπει να πέσει οπωσδήπο­τε μετά την εαρινήν Ισημερίαν. (Συνεχίζει η θεωρία:) Οι Εβραίοι, λοιπόν, ετήρησαν πιστά αυτήν την αρχήν της εαρινής Ισημε­ρίας για τον εορτασμόν τού Πάσχα τους μέχρι το έτος 70 μ.Χ., οπότε επισυνέβη η άλωση της Ιερουσαλήμ.

Από τότε και μετά για διάφορους λόγους αρχίσαν να πλανώνται και δεν εσέβοντο, ούτε τηρούσαν την αρχήν της εαρινής Ισημερίας και γιόρταζαν το Πάσχα ή προ ή μετά την Ισημερίαν. (Συνέχεια της θεωρίας:) Οι Χριστιανοί, απ’ την πλευράν τους, στην αρχή, δηλαδή από το έτος που ιδρύθηκεν το δικόν τους χριστιανικόν Πάσχα, ακολουθούσαν τον υπολογισμόν των Ιουδαίων για τον εορτασμό τού εβραϊκού Πάσχα, προκειμένου οι Χριστιανοί να τοποθετήσουν το δικόν τους Πάσχα εν σχέσει προς το εβραϊκόν. Αυτό διάρκεσε μέχρι το 70 μ.Χ. Έκτοτε οι Χριστιανοί έπαυσαν να ακολουθούν τον επίσης έκτοτε πλανεμένον ιουδαϊκόν τρόπον υπολογισμού τού Πάσχα και προσπαθούσαν πια να επανέλθουν στον προ τού 70 μ.Χ. εβραϊκόν υπολογισμόν τού Πάσχα, που ήταν, κατά τους Χριστιανούς, και ο μόνος ορθός.

Η κριτική της θεωρίας αυτής: Για να επαληθευθεί όμως η θεωρία αυτή, θα πρέπει να γίνει δεκτόν ότι ο Θεός δια τού Μωυσέως ενομοθέτησεν την εαρινήν Ισημερίαν και όρισε να εορτάζεται το Πάσχα μόνο μετά απ’ αυτήν. Αλλά πως μπορεί να τεκμηριωθεί κάτι τέτοιον από την Πεντάτευχον; Θα πρέπει επίσης να μαρτυρείται αυτό και από την προ τού 70 μ.Χ. εβραϊκήν Παράδοση. Επίσης, κάτι τέτοιο δεν μαρτυρείται ούτε από τη χριστιανικήν Παράδοση πριν από τα τέλη τού γ' αιώνα.

Στην Πεντάτευχο γίνεται, βέβαια, λόγος μόνο για την τήρηση της 14ης Νισάν, πράγμα που είναι ασφαλέστα­τα άλλο, διαφορετικόν από την τήρηση της εαρινής Ισημερίας, διότι ο συγχρονισμός ήλιακού ημερολογίου (Ισημερία) με σελη­νιακόν ημερολόγιον (14η μήνα Νισάν), δεν φέρει την 14 Νισάν πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν, αλλά και πριν και μετά, διότι η 14η Νισάν πίπτει περί την Ισημερίαν και όχι πάντοτε μετά. Ο ανώνυμος συγγραφέας τού Προλόγου τού Πασχάλιου Χρονικού (7ος αιώνας : περί το 630 μ.Χ), μας πληροφορεί ότι «ο λαός τού Ισραήλ γιόρταζεν το Πάσχα του αλάνθαστα και ορισμένως την 14ην ημέραν τού πρώτου σεληνιακού μήνα, όχι μόνο μέχρι την Σταύρωση του Κυρίου, αλλ' επίσης μέχρι την άλωση της Ιερουσαλήμ επί ρωμαίου αυτοκράτορα Βεσπασιανού. Περί τούτου οι θεοφόροι ποι­μένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας δίνουν τις μαρτυρίες τους, οι όποιες είναι πολλές και απ’ τις οποίες θα αναφέρουμε μόνο μερικές...»22.

Στην συνέχειαν τού ανωνύμου συγγραφέα μπορούμε να αναγνώ­σουμε όσα αυτός γράφει για τη μαρτυρίαν ενός μόνον από τους θεοφόρους διδασκάλους της Εκκλησίας, δηλαδή για τον άγιον Πέτρον, επίσκοπον Αλεξανδρείας από το 300 μέχρι το 311, έτος κατά το οποίον αυτός εμαρτύρησε γενόμενος θύμα κατά το διωγμόν τού Μαξιμίνου. Πρόκειται, λοιπόν, για επιστολήν τού Πέτρου προς κάποιον Τρικέντιον, εκπροσωπούντα τις απόψεις μάλλον της Εκκλησίας Αντιοχείας. Αυτήν την ιδίαν επιστολήν θα χρησιμοποιήσει αργότερον και ο Μέγας Αθανάσιος Αλεξανδρείας προς τον άγιον Επιφάνιον Σαλαμίνας Κύπρου και την οποίαν μας διασώζει ο Πρόλογος τού Πασχάλιου Χρονικού, ως είπομεν.

Σ' αυτήν, λοιπόν, την επιστολήν του ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας δοξάζει το Θεό για όλες τις δωρεές του και ειδικότερα, διότι οδηγεί την Εκκλησίαν εις πάσαν την αλήθειαν. Ο Θεός, λέγει, μας αποκάλυψεν ότι δια τού Νόμου του καθιέρωσεν, ώστε ο μήνας των «απαρχών», δηλαδή των πρώτων καρπών και γεννημά­των να είναι και «η αρχή των μηνών» και «ο πρώτος μήνας τού έτους και ότι απεδείχθη τόσον από τους αρχαίους συγγραφείς όσοι έγραψαν προ της άλωσης της Ιερουσαλήμ, όσον και από τους νέους, μετεγενέστερους της άλωσης, ότι αυτός ο μήνας έχει ένα απόλυτον και όλως διόλου προφανή προσδιορισμόν, επειδή οι «απαρχές» σε μερικά μέρη άλλοτε γίνονται νωρίτερα κι' άλλοτε αργότερα, όπως, δηλαδή, ακριβώς συνέβη ευθύς εξ αρχής, κατά τη Νομοθέτηση αυτού τού μήνα, καθώς είναι γραμμένο στο Εξ. θ', 32. Και συνεχίζει ο άγιος Πέτρος Αλε­ξανδρείας:

«Γι' αυτό είναι καλόν που καθιερώθηκεν από τον Νόμον (τού Μωυσή) να εορτάζεται το (εβραϊκόν) Πάσχα μετά την εαρινήν Ισημερίαν και μέσα στην εβδομάδα που πέφτει η 14η ημέρα τού πρώτου μήνα. Στην Αγία Γραφή23 λέγεται «ότι το μήνα αυτόν ο ήλιος δίνει περισσότερον και ζωηρότερο φως, η ημέρα μεγαλώνει και παρατείνεται, ενώ η νύχτα μικραίνει και ελαττώνεται. Είναι η εποχή τού έαρος, προδρομική και της σταφυλής, είναι η εποχή κατά την οποίαν εστάλησαν οι κατάσκοποι στη γη της Επαγγελίας, για να κάνουν «αναγνώριση» της χώρας αυτής και επέστρεψαν φέρνοντας μεγάλα τσαμπιά σταφύλια, ρόδια, και σύκα24. Είναι η εποχή κατά την οποίαν, όπως λέγεται, ο Δημιουργός τού παντός, ο αιώνιος Θεός μας, δημιούργησεν τα πάντα με το να τα ονομάζει και μόνον»25.

Και συμπληρώνει τη θεωρίαν αυτήν ό Πέτρος Αλεξανδρείας δια των εξής:

«Ο Θεός μας αποκάλυψεν το μήνα, τον οποίον καθιέρωσε με το Νόμον σαν πρώτο μήνα στους Εβραίους και που ξέρουμε ότι οι Εβραίοι τον τήρησαν μέχρι την άλωση της Ιερουσαλήμ, μετά την οποίαν αυτοί πλανή­θηκαν σε σχέση με την τήρηση αυτού τού μήνα. Αυτόν το μήνα τον δεχθήκαμεν εμείς οι Χριστιανοί και τον τηρούμεν σύμφωνα με το δοθέντα νομικόν κανόνα και κατά ένα τρόπον απόλυτον. Οι Εβραίοι δεν ανεγνώρι­σαν τον Κύριον και αναμφίβολα παρεγνώρισαν επίσης και εξίσου τη νομοθεσίαν περί τού Πάσχα, σε σημείον που να χάσουν όχι μόνον την επηγγελμένην σ' αυτούς χώραν, αλλ' επίσης και την αρχήν των μηνών, δηλαδή τον πρώτο μήνα τού έτους», που είναι ο Νισάν. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας λέγει ότι αυτές του τις γνώμες τις στηρίζει στην Αποκάλυψη τού Θεού και στις αποδείξεις, που παρέχουν οι αρχαίοι συγγραφείς, δηλαδή οι προ της αλώσεως, οι οποίοι και έθεσαν την εαρινήν Ισημερίαν ως βάση τού υπολογισμού τού Πάσχα. Μεταξύ δε αυτών των συγγραφέων η Παράδοση θεώρησεν ως ιδιαίτερα διακεκρι­μένους τους Εβδομήκοντα μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης26.

Αλλά ο Τρικέντιος, στον οποίον στέλνει την επιστολήν ο Πέτρος Αλεξανδρείας, ισχυρίζετο ότι οι Εβραίοι απ’ αρχής, δηλαδή από της εποχής τού Μωυσή δεν εόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν, αλλ' άλλοτε πριν και άλλοτε μετά, δηλαδή ότι οι Εβραίοι απ’ αρχής επλανώντο. Ο άγιος Πέτρος σ' αυτά τα λόγια αντιπαρατηρεί τα εξής: «Είναι όντως φανερόν ότι οι αρχαίοι (Εβραίοι) γιόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν. Για να το μάθεις, αρκεί να διαβάσεις αρχαία συγγράμματα, ιδιαίτερα όσα έγραψαν οι σοφοί Εβραίοι». Ποιους όμως εννοεί ο Πέτρος Αλεξανδρείας μ' αυτήν την έκφραση;

Γνωρίζομεν ότι αυτούς τους «σοφούς Εβραίους» τους απαριθμεί ως εκπρο­σώπους μάλιστα της αλεξανδρινής ιουδαϊκής Παράδοσης και ο σχεδόν σύγχρο­νός του27 Ανατόλιος Λαοδικείας στον Πασχάλιον Κανόνα του: Είναι δε αυτοί, κατά τον Ανατόλιον, ο Φίλων, ο Ιώσηπος, ο Μουσαίος «και άλλοι αρχαιότεροι ακόμη, οι δύο Αγαθόβουλοι, επιλεγόμενοι διδά­σκαλοι τού Αριστοβούλου τού Μεγάλου, ο οποίος ανήκει στους Εβδομήκοντα μετα­φραστές της Παλαιάς Διαθήκης. Κατά τον Ανατόλιον, λοιπόν, «αυτοί οι συγγραφείς, όταν επιλύουν ζητήματα σχετικά με την Έξοδον, λέγουν ότι όλοι οφείλουν να προσ­φέρουν εξ ίσου τις πασχαλινές θυσίες μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα στο βιβλίον της Εξόδου δεν ορίζεται η ανάγκη τήρη­σης της ακριβείας της εαρινής Ισημερίας. Το μόνον που ορίζεται εκεί είναι η 14η ημέρα τού πρώτου μήνα28 κι' αυτό βέβαια δεν είναι το ίδιον πράγμα. Επομένως οι Εβραίοι αυτοί ερμηνευτές της Πεντατεύχου είναι και οι πρώτοι που συνδύασαν και συνταίριαζαν την Ισημερίαν με τη μωσαϊκήν εντολήν. Αλλά και ο Σωκράτης ο Σχολαστικός (ε’ αιώνας), στην Εκκλ. Ιστορίαν του επίσης αποδίδει στους Εβραί­ους ερμηνευτές τού μωσαϊκού Νόμου την προέλευση και καταγωγήν αυτής της τήρη­σης της Ισημερίας, και ιδιαίτερα μνημονεύ­ει τον Ιουδαίον Ιώσηπον29.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμεν συντόμως σε δύο γνώμες, που δίνουν απάντηση στην ανωτέρω θεωρίαν:

Είναι η γνώμη αφ' ενός μεν τού Eduard Schwartz30 και αφ' ετέρου των: J. Beaucamp, R. Bondoux, J. Lefort, Μ. Fr. Roman και I. Sorlin31.

Και  ο μεν πρώτος, στην ανωτέρω αναφερθείσαν θεωρίαν τού Ανατολίου Λαοδικείας, Πέτρου Αλεξανδρεί­ας, Ευσεβίου Καισαρείας απαντά ότι πρώτος εισηγητής και επινοητής της ήταν ο Ανατό­λιος παρεξηγήσας τους Εβραίους συγγρα­φείς Φίλωνα και Ιώσηπον και καθιερώσας την αρχήν ότι η πανσέληνος τού Πάσχα και. επομένως, η Κυριακή τού Πάσχα πρέπει πάντοτε να πίπτει μετά την εαρινήν Ισημερίαν. Η αντίληψη αυτή τού Ανατόλιου δια της επικράτησης τού αλεξανδρινού πασχάλιου κύκλου επιβλήθηκε γενικά. Ο Ανατό­λιος επίσης εσφαλμένως ισχυρίσθη ότι οι Ιουδαίοι μέχρι την καταστροφήν της Ιε­ρουσαλήμ (70 μ.Χ.) γιόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Οι πέντε υπόλοιποι ερευνητές υποστη­ρίζουν ότι οι πρώτοι που συνδύασαν και συνταίριαζαν την τήρηση της εαρινής Ισημερίας με την μωσαϊκή εντολήν ήσαν οι Εβραίοι ερμηνευτές της Πεντα­τεύχου. Αλλά και ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός (α' ήμισυ δ' αιώνος - α' ήμισι ε' αιώνος), στην Εκκλησιαστική Ιστορία του επίσης αποδίδει την προέλευση και κα­ταγωγήν αυτής της τήρησης της Ισημερίας στους Εβραίους ερμηνευτές τού μωσαϊκού Νόμου και ιδιαίτερα στον Ιουδαίο Ιώσηπον32.

Αυτά μόνον τα λίγα για την περίφημη χριστιανική θεωρίαν περί Ισημερίας και Πάσχα, καθώς και για την κριτικήν της. Τελικά, η Α' Οικουμενική Σύνοδος επισημοποίησεν, κατ' ουσίαν, αυτές τις από­ψεις. Αλλά τη θέσπιση κανόνος περί εορ­τασμού τού Πάσχα, υπ' αυτής της Συνόδου, θα δούμε με ειδικόν άρθρον μας.


1. Εδώ το Πάσχα = πέρασμα, διάβαση.

2. Έξοδος, ιβ',27.

3. Έξοδος. ιγ. 8.14. Δευτερονόμιον. ιστ'. 1.

4. π.Χ. Φίλων (Leg. spec. II, 147).

5. Α' Κορ. ε', 7 -8.

6. W. Rordorf, "Paques", εν Dictionnaire encyclopedique du Christianisme ancien, l. II, σελ. 1903 - 1904.

7. Στην αρχαία θεολογίαν των λατίνων πατέ­ρων, η οποία, σημειωτέον, στην αρχήν εβασίζετο στη μικρασιατική Παράδοση, η αλεξανδρινή θεολογική Παράδοση εισάγεται για πρώτη φοράν από τον Άγιον Αμβρόσιο Μεδιολάνων (De sacr. I, 4,12. De Cain et Abel. 1,8,31. Epist. 1,10) και τον άγιον Ιερώνυμο (Comm. in Evang. Matthei ΕΝ, 26, 2). Στον άγιον Αυγουστίνον όμως οφείλεται η νέα χρονολογι­κή σύνθεση των δύο ανωτέρω Παραδόσεων, βάσει τού Ιω. ιγ', 1 (Tract, in Evang. Joh., 55, 1). Κατά τον Ιερόν Αυγουστίνον, «δια των παθών του ο Κύριος "πέρασεν από τον θάνατον στη ζωήν και άνοιξε για μας τους πιστούς, την υδόν προς την Ανάσταση, προκειμένου να περάσουμε και εμείς επίσης από το θάνατον στη ζωήν"» (Enarr. in Psalm., 120, 6 και De civit. Dei, XVI, 43). Αυτή του δε η σύνθεση θα τού επιτρέψει, όπως και στους μεταγενέστερους να συνδυάσουν τις ιστορικές, μυστηριακές, μυστικές και εσχατολογικές πλευρές της εορτής τού Πάσχα.

8. Η εβραϊκή Παράδοση, δηλαδή ο αρχικώς προφορικός νόμος των Εβραίων, που προέκυψεν από την ερμηνεία της Πεντατεύχου (Τορά) κωδικοποιήθηκεν αργότερα σε βιβλίον, το Ταλμούδ, το οποίον αποτελείται από τη Μίσνα και τη Γεμάρα. Σημειω­τέον ότι υπάρχουν δύο τέτοια Ταλμούδ: το Ιεροσολυμιτικό ή παλαιστινιακό, έργον των σοφών εβραίων της Παλαιστίνης (ολοκληρώθηκεν τον 5ον μ.Χ. αιώνα) και, δεύτερον, το βαβυλωνιακόν, που είναι εκτενέστερον και σπουδαιότερον τού πρώτου, έργον των ραβίνων Ασή, Ραμπιρά και άλλων σοφών Εβραίων (ολοκληρώθηκεν τον 6ον αιώνα), οι οποίοι και εβασίσθηκαν για την σύνταξή του στις εβραϊκές σχολές της Βαβυλώνας, από την οποίαν και αυτό πήρε το όνομά του.

9. Σύμφωνα με το μικτόν μωσαϊκό ημερολόγιο το έτος ήταν ηλιακό, δηλαδή με 365 και 1/4 ημέρες, ενώ οι μήνες ήσαν σεληνιακοί και άρχιζαν από τη νουμηνίαν (νέαν σελήνην), με το πρώτο φως τού σεληνιακού μηνίσκου.

10. Οι επιστήμονες δεν συμφωνούν πότε άρχιζεν το έτος των αρχαίων Εβραίων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι άρχιζεν την άνοιξη και άλλοι το φθινόπωρον. Μάλλον υπήρχεν ποικιλία στο σημείον αυτό της αρχής τού εβραϊκού έτους. Τα εκατέρωθεν επιχειρή­ματα και τις σχετικές ιστορικές μαρτυρίες ευρίσκει ο ενδιαφερόμενος στον F.K. Ginzel, Handbuch der mathematischen und technischen Chronologie, Bd. II. 68 - 69, Leipzig, 1911.

11. Ανάλογα, δηλαδή, με την κατάσταση ωρίμανσης των καλλιεργιών των αγροτών.

12. Grumel, La Chronologie, σελ. 41.

13. Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου III, 18.

14. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, Ε, 22, Migne, P.G. 67.629.

15. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, λβ', 15.

16. Ενώχ, 72, 6 - 7. Σαφής προσδιορισμός τού εβραϊκού υπολογισμού τού Πάσχα δίδεται στην Ομιλίαν τού Ψευδο-Χρυσοστόμου τού έτους 387 (Flori et Nautin, Homelies III, σελ. 124 - 125).

17. V. Grumel, La Chronologie, σελ. 178, Paris 1958.

18. Migne, Patr. Graeca, 10,84, A.B.

19. Συνέδριον (Σανχεδρίν): μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την καταστροφήν τού Ναού απ’ τον ρωμαίον στρατηγόν Τίτον (70 μ.Χ.) ανασυστάθηκεν το Εβραϊκόν Νομικόν Συμβούλων, το λεγόμενον Μπέθ - Ντίνχα - Γκαντέλ, γνωστόν και ως Σανχεδρίν (από την ελληνική λέξη Συνέδριον), υπό την προεδρίαν τού Γιοχανάν Μπέν Ζακάι (30 -110μ.Χ.).

20. Το Ταλμούδ αναφέρει ότι η πρόταση για την σύνταξη αυτού τού ημερολογίου έγινεν από 3 μέλη τού Συνεδρίου, συζητήθηκεν από 5 και αποφασίστηκεν από 7.

21. Σ. Θεοδοσίου - Μ. Δανέζη, Η Οδύσσεια των τιμολογίων, τόμ. Α', σελ. 114 -124.

22. Στο σημείον όμως αυτό το χειρόγραφον παρουσιάζει κενόν.

23. Εξ.ιβ'.2.

24. Αριθμ. ιγ', 21.

25. Γεν. α', 11.

26. Ιδέ Πασχάλιαν Ομιλίαν Ψευδο-Χρυσοστό­μου τού 387 (Flori et Nautin, Homelies III, § 3.1., 20 -21 σελ. 121). Σ' αυτήν οι Εβδομήκοντα χαρακτηρί­ζονται «αρχαίοι Ιουδαίοι». Ποιους όμως ονομάζει μετεγενέστερους, ο Πέτρος Αλεξανδρείας; Ασφαλώς τον Ιώσηπον και τον Φίλωνα (αυτόθι § 15, 1. 10 -11). Αλλ' αυτή η λέξη θα μπορούσεν εξ ίσου να σημαίνει και τους μετά την άλωση Χριστιανούς.

27. Ο Ανατόλιος έδρασεν από το 270 / 280 μ.Χ. και μετά.

28. Εξ. ιβ', 2 και ιβ', 6.

29. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, V, 22, Migne, Patr. Graeca 67,629 και Ιωσήπου, Αρχαιολογία, III, 10.

30. Eduard Schwartz, Christliche und Judische Ostertafeln, 1905. Osterbetrachtungen, εν Zeitschrift fiii Neutestamentliche Wissenschaft, 1906.

31. Temps et Histoire I: Le prologue de la Chronique Pascale, εν Travaux et Memoires, 7 (1979).

32. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, V, 22, Migne Patr. Graeca 67,629. Ιωσήπου, Αρχαιολογία, III, 10


Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας

 eoka ta nea040509

«ΓIATI ήθελαν να πεθάνουν;»

10 Μαΐου 1956

 

     «ΓIATI ήθελαν να πεθάνουν;», με ρώτησε καθώς κουλουριαζόταν στο ζεστό της κρεβατάκι, κοιτάζοντας με τα γεμάτα απορία ματάκια της. Δέκα μόλις χρονών η Ειρήνη έφυγε γεμάτη απορίες από την επίσκεψη της τάξης της στα Φυλακισμένα Μνήματα. «Δεν φοβόντουσαν κλεισμένοι σε εκείνες τις φυλακές;», «Η μητέρα τους δεν έκλαιγε;», «Δεν πονούσαν όταν απαγχονίζονταν;»

Της εξήγησα ότι οι ήρωες βάζουν πάνω από όλα την πατρίδα και της μίλησα για τα κρατητήρια, για τους μαθητές που ξεχύνονταν στους δρόμους για να διεκδικήσουν την ελευθερία.

«Θα ήθελα να ζω εκείνη την εποχή». Η απάντησή της με σόκαρε. Της είπα ότι οι ήρωες δεν γίνονται πάντα με τα όπλα και τους σκοτωμούς, ότι σήμερα, εποχή του διαλόγου και του σεβασμού μας βοηθά να διεκδικήσουμε με άλλο τρόπο την ελευθερία. Δεν το κατάλαβε.

 

«Απεδείχθη πλέον ότι, αι ίδιαι δυνάμεις της βαρβαρότητος, αι οποίαι οργίασαν κατά τον προηγούμενον πόλεμον υπό τας στολάς των Ναζί, οργιάζουν και σήμερον κατά τον ίδιον τρόπον υπό τας στολάς και τα διακριτικά του αγγλικού στέμματος»

(Εφημερίδα «Τα Νέα», των Αθηνών, 10 Μαΐου 1956).

eoka 4

νρ καττν φύσεως νόμον τν νδρα κλαίω·

δν χύνονται τδάκρυα ματαίως πτν τάφον τν εδοκίμων.

ΚΑΛΒΟΣ

      ...τα μεσάνυχτα το μήνυμα διαδίδεται από θάλαμο σε θάλαμο. Οι Άγγλοι στρατιώτες άνοιξαν το κελί του μελλοθανάτου και τον μεταφέρουν στην αγχόνη. Είναι ο Μιχαλάκης Καραολής, ο πρωτομάρτυρας του Κυπριακού Αγώνος. Αγέρωχος και ψύχραιμος οδηγείται προς το μαρτύριο. Λίγο πριν είχε εξομολογηθεί στον ιερέα των Φυλακών και είχε κοινωνήσει. Την ώρα που ο Τουρκοκύπριος δήμιος ανοίγει την μακάβρια καταπακτή οι Φυλακές σείονται από συνθήματα και από τον Εθνικό μας Ύμνο. Λίγο αργότερα η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Νέα αγωνία, νέα συνθήματα, πάλι ο Εθνικός Ύμνος. Αυτή την φορά το παλικάρι που οδηγείται στην αγχόνη λέγεται Ανδρέας Δημητρίου. Από τότε οι δύο τους αποτελούν αχώριστο δίδυμο στην ιστορική μνήμη και στην καρδιά των Νεοελλήνων. Η Ελλάδα και η Κύπρος γέμισαν δρόμους κι πλατείες με το όνομα Καραολή και Δημητρίου. Κι ο Αγώνας φούντωσε. Το παράδειγμα των δύο νέων που έδωσαν την ζωή τους για την Ελευθερία και την Αυτοδιάθεση-Ένωση χαλύβδωσε πολλούς άλλους. Ο Ελληνισμός ολόκληρος οφείλει ευγνωμοσύνη σ' αυτά τα παιδιά και σε όλη την γενιά των αγωνιστών της ΕΟΚΑ του 1955-59. Μας χάρισαν την τελευταία ένδοξη σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας. Ανεδείχθησαν πρότυπα ηρώων για τις παρούσες και τις μέλλουσες γενεές.

 

eoka 1

 

Δεν τον τρομάζουν τα κελιά

δεν τον τρομάζει ο χάρος

μονάχα στη μανούλα του

ζητά να δώσουν θάρρος

 

eoka mixahlkaraolhs

    Τόσο ο Καραολής όσο και ο Δημητρίου υπήρξαν γόνοι φτωχών και άσημων οικογενειών. Οι γονείς τους πάλευαν για την επιβίωση της οικογένειάς τους, μέσα σε πολύ δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Όσοι έζησαν τη δεκαετία του 1950, αλλά και πιο πριν, ξέρουν τι σημαίνει πείνα και δυστυχία. Ο αγώνας για το μεροκάματο από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν το καθημερινό, ολόχρονο πρόγραμμα της μεγάλης πλειοψηφίας του κυπριακού λαού. Στο χωράφι, στο αμπέλι, στο κουτσοδούλι .

Παρ' όλες, όμως, τις δυσκολίες της ζωής, οι γονείς των δυο ηρώων, έβαλαν τα παιδιά τους στο δρόμο της πίστεως και της πατρίδας. Πιο δύσκολος υπήρξε ο ρόλος της μητέρας του Δημητρίου, Ευδοκίας, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν ο ήρωας ήταν πέντε χρονών. Με βάση την αγωγή των γονιών, λοιπόν, αλλά και τη μάθηση στο σχολείο, στις καρδιές των δυο ηρώων σιγόκαιε πάντα η λαμπάδα της λευτεριάς και αυτό που χρειαζόταν για να εκραγούν, να επαναστατήσουν, ήταν να τους δώσουν το μεγάλο πυρσό κάποιοι άλλοι. Πράγματι, αυτό έγινε πολύ πριν από την 1η Απριλίου '55. Μυήθηκαν οι ήρωες στον αγώνα και άρχισαν να εργάζονται εντατικά γι' αυτόν, ώστε την ώρα έναρξης της απελευθερωτικής προσπάθειας αποτελούσαν σημαντικά κλειδιά στους μηχανισμούς του μεγάλου κινήματος.

flag 2

Ο Μιχαλάκης Καραολής

Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι Ορεινής το 1933, οι δε προετοιμασίες για τον απελευθερωτικό αγώνα το 1954, τον βρήκαν να εργάζεται στο Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος, στη Λευκωσία. Τον Ιούνιο του 1955, ο Καραολής ανατίναξε το Γραφείο, τοποθετώντας ωρολογιακή βόμβα σ' αυτό μέρα Κυριακή, για να μην υπάρξουν θύματα. Ο ήρωας, μαζί με άλλους συναγωνιστές του, υπό την επίβλεψη του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, προέβη επίσης σε σειρά άλλων ενεργειών στην πρωτεύουσα, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση εχθρών του αγώνα. Σε μια τέτοια περίπτωση, την Κυριακή 28 Αυγούστου '55, τριμελής ομάδα, από τους Καραολή, Ανδρέα Παναγιώτου και Γιώργο Ιωάννου, εκτέλεσε στην Οδό Λήδρας Έλληνα συνεργάτη των Άγγλων, λοχία του Σπέσιαλ Μπραντς (Ειδικού Κλάδου), που ήταν ένας από πλέον σκληρούς διώκτες της ΕΟΚΑ.

Την ώρα εκείνη γινόταν συγκέντρωση του ΑΚΕΛ στη διπλανή αίθουσα της «Αλάμπρας» - το γνωστό γυναικοπάζαρο της Λευκωσίας. Από τους πυροβολισμούς των αγωνιστών προκλήθηκε σύγχυση μεταξύ πολλών αριστερών που βρίσκονταν στην περιοχή. Ενώ, λοιπόν, ο Καραολής και ο Παναγιώτου, που χρησιμοποίησαν τα πιστόλια τους, έτρεχαν σε σημείο της Λήδρας για να πάρουν τα ποδήλατά τους και να φύγουν, παριστάμενοι, μη γνωρίζοντας ακριβώς τι συνέβαινε, προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Ο Παναγιώτου, προτάσσοντας το πιστόλι του κατόρθωσε να απομακρυνθεί, ο Καραολής, όμως, δεν το πέτυχε ακριβώς, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ποδήλατο και να απομακρυνθεί τρέχοντας. Εξ αιτίας αυτού, οι Άγγλοι βρήκαν στα αρχεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ότι το ποδήλατο ανήκε σ' αυτόν, αφού τότε οι αριθμοί κατασκευής των ποδηλάτων ήταν καταγραμμένοι στα βιβλία του Τμήματος. Έτσι ο Καραολής καταζητήθηκε και έπρεπε, με βάση την τακτική του Διγενή, να καταφύγει στο αντάρτικο.

Ενώ, λοιπόν, οι Άγγλοι τον καταζητούσαν, ο Καραολής ετοιμαζόταν να πάει στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου, στον Πενταδάκτυλο, αφού, στο μεταξύ, έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια από την ΕΟΚΑ να καταστρέψει με βόμβα το ποδήλατο του αγωνιστή, σε αποθήκη της Αστυνομίας. Αρχές Σεπτεμβρίου '55, ο Καραολής ξεκινούσε με αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ανδρέας Χριστούδης, για να πάει στην ομάδα Αυξεντίου, έχοντας στην τσέπη του συστατικό σημείωμα της ΕΟΚΑ προς τον Αυξεντίου. Το σημείωμα ήταν χειρόγραφο, γραμμένο από τον Αβέρωφ της ΕΟΚΑ, Γιαννάκη Δρουσιώτη, βοηθό του Διγενή στα πρώτα στάδια του αγώνα.

Στο δρόμο προς το Λευκόνοικο, στο τουρκικό χωριό Τζάος, ο Καραολής συνελήφθη από Τούρκους αστυνομικούς σε οδόφραγμα. Ακολούθησε η δίκη του στο Έκτακτο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας, το οποίο και τον καταδίκασε σε θάνατο. Η καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα δυο καταθέσεων Τούρκων ψευδομαρτύρων, αλλά και της φανερής προκατάληψης των Άγγλων δικαστών και του «δικηγόρου του Στέμματος», που δεν ήταν άλλος από το γνωστό Ραούφ Ντενκτάς.

Κατά το διάστημα της δίκης του Καραολή και μέχρι την καταδίκη του, τα τέλη Νοεμβρίου '55, η ΕΟΚΑ κατέβαλε πολλές προσπάθειες για απόδρασή του από τις Κεντρικές Φυλακές. Ούτε αυτό πέτυχε, για διάφορους λόγους, για ν' ακολουθήσει η απόρριψη της έφεσης του Καραολή και η απόρριψη της αίτησης των δικηγόρων του από το Ανακτοσυμβούλιο της Αγγλίας, τον Απρίλη του 1956. Με βάση αυτά, δυστυχώς για τον Καραολή, άλλος δρόμος δεν έμεινε παρά να μαρτυρήσει στην αγχόνη των αποικιοκρατών.

 eoka 5

Ο Αντρέας Δημητρίου

Ο Ανδρέας Δημητρίου καταγόταν από τον Άγιο Μάμα Λεμεσού. Γεννήθηκε το 1934 και καταδικάστηκε σε θάνατο, με την κατηγορία ότι πυροβόλησε και σκότωσε Άγγλο στην Αμμόχωστο, στις 28 Νοεμβρίου 1955. Δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, έκανε έφεση, απορρίφθηκε, όπως απορρίφθηκε και η αίτηση για χάρη, την οποία υπέβαλαν οι δικηγόροι στον Κυβέρνητη Χάρνιγκ. Η δράση του Δημητρίου στην ΕΟΚΑ ήταν πολυσήμαντη. Ήταν δραστήριος και θαρραλέος και δεν δίσταζε να ρισκάρει ακόμα και τη ζωή του, για να πετύχει η όποια επιχείρηση αναλάμβανε. Μια από τις επιχειρήσεις στις οποίες πρωταγωνίστησε ήταν και η αρπαγή όπλων από τις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου, στις οποίες εργαζόταν. Η επιχείρηση πέτυχε απόλυτα και η ΕΟΚΑ ενισχύθηκε σημαντικά.

Σκληρά αντίποινα

Τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου ακολούθησαν σκληρά αντίποινα της ΕΟΚΑ, που ήταν η εκτέλεση δυο Άγγλων στρατιωτών - των Γκόρντον Χιλ και Ρόναλντ Σίλτον - τους οποίους η Οργάνωση είχε απαγάγει και κρατούσε. Τα πτώματα των στρατιωτών αυτών βρέθηκαν αργότερα, στην περιοχή Πενταδακτύλου και στο Πραστειό Μεσαορίας, αντίστοιχα. Η ΕΟΚΑ σχεδίασε επίσης επίθεση κατά του αστυνομικού σταθμού Παλαιχωρίου, που θα γινόταν την ημέρα του απαγχονισμού των δυο ηρώων. Λόγω του ότι, όμως, οι Άγγλοι είχαν ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό τη φρουρά του σταθμού, η ομάδα που σχεδίασε την επιχείρηση δεν ρίσκαρε και το ανέβαλε. Στην Ελλάδα, βίαιες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και χιλιάδων διαδηλωτών, που διαμαρτύρονταν για τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου, είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο τεσσάρων ατόμων και των τραυματισμό πέραν των 200.

Στην Αγγλία, η κοινή γνώμη αντιμετώπισε με αίσθημα φρίκης τους απαγχονισμούς. Η εφημερίδα «Ντέιλι Χέραλντ», εκφραστικό όργανο του Εργατικού Κόμματος, επέκρινε την απόφαση για τους απαγχονισμούς και πρόσθετε: «Πρόκειται περί επαναλήψεως των σφαλμάτων, τα οποία διαπράχθηκαν στην Ιρλανδία. Η Κύπρος έχει εξεγερθεί και η ειρήνη δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί στη νήσο, παρά με την υποστήριξη του κυπριακού λαού. Η σημερινή πολιτική δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε οτιδήποτε άλλο, παρά στη συμφορά».

Οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 10 Μαΐου 1956 τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο μαζί με τον Ανδρέα Δημητρίου. Εκτελέστηκε πρώτος λέγοντας: "Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, αφού εγώ δεν βρίσκω λόγο για να με κλαίω, ούτε οι συγγενείς μου πρέπει να με κλαίνε.

Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν στην οικογένειά του να πάρει το σώμα του και να το θάψει, αλλά αντ' αυτού το έθαψαν οι ίδιοι σε ένα περιφραγμένο χώρο εντός των φυλακών, τα λεγόμενα Φυλακισμένα Μνήματα. Η εκτέλεση αυτών των Κυπρίων αγωνιστών προκάλεσε εντονότατο ρεύμα αγανάκτησης σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκαν πολλές συγκεντρώσεις και πορείες. Τιμής ένεκεν ο Δήμος Αθηναίων μετονόμασε την οδό Λουκιανού όπου και το οίκημα της Αγγλικής Πρεσβείας σε οδό Καραολή και Δημητρίου, το ίδιο έπραξε και ο Δήμος Πειραιά μετονομάζοντας την οδό Ναυάρχου Μπητ στη σημερινή οδό Καραολή και Δημητρίου.

Ο Μιχαλάκης Καραολής κατά την διάρκεια της κράτησης του ανέφερε σε ένα γράμμα προς τους φίλους του τα παρακάτω:

Τα ελληνόπουλα δεν ξέρουν μόνο πως πρέπει να ζουν.

Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν και πως την πατρίδα να τιμούν.

Σας ευχαριστούμε! Αιωνία σας η μνήμη.

flag 1

pasxa22

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΤΗΣΙΟΥ ΠΑΣΧΑ

(α’ αιώνας)

 Χρίστος Βασιλειάδης

 Θεολόγος Φιλόλογος Εκπαιδευτικός

 

   Σήμερα όλοι οι Χριστιανοί συνη­θίσαμε να γιορτάζουμεν το χριστιανικόν Πάσχα σαν μίαν ετήσιαν εορτήν, πάντοτε βέβαια κατά Κυριακήν ημέραν. Λέγοντας δε «Πάσχα» σήμερον εννοούμεν όλοι σαφώς και σαν κάτι το αυτονόητον ότι γιορτάζομεν την Ανάσταση τού Κυρίου.

Δεν φαίνεται, όμως, να συνέβαινεν αυτό πάντα έτσι στο παρελ­θόν. Υπήρχε, δηλαδή, ένα μπέρδεμα ως προς ορισμένα σημεία και ούτε πάντα, ούτε παντού, ούτε και από όλους με το ετήσιον χριστιανικόν Πάσχα γιορταζόταν ειδικά η Ανά­σταση, ούτε και το χριστιανικόν Πάσ­χα γιορταζόταν μόνον ημέραν Κυρια­κήν, αλλ' ούτε υπό την ονομασίαν «Πάσχα» εννοούσαν πάντα το ίδιον πράγμα. Η σύγχυση, μάλιστα, γύρω απ’ αυτά τα σημεία διεδόθη ευρύτερα, διήρκεσε δε επί αιώνες και, ως μη ώφελεν, εταλάνισεν την Εκκλησίαν.

Ωστόσο, πιστεύομεν ότι πρω­ταρχικά, δηλαδή απ’ την εποχήν κι' όλας τού ίδιου τού Ιησού αλλά και των Αποστόλων, η γραμμή, που έδωσε στους τελευταί­ους αυτούς ο Κύριος και την οποίαν αυτοί ετήρησαν απαρέγκλιτα, ήταν ακριβώς η στενότατη, ή μάλλον πλήρης σύνδεση και εξίσωση: Πάσχα = Ανάσταση — Κυριακή.

Μόλις δε στα κατοπινά χρόνια (από το β' αιώνα) και μάλ­λον από παρανόηση προήλθεν η διάσταση και διάσπαση των τριών αυτών στοιχείων, που τόσον πολύ ταλαιπώρησεν την αρχαίαν Εκκλησίαν κατά το δεύτερον, τρίτον και τέταρτον αιώνα κυρίως, αλλά και μετέπειτα.

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, στην σύντομην αυτή μελέτη να υποστηρίξουμεν κάτι, κατά τα άλλα, πολύ γνώριμον στην ορθόδοξην Εκκλησίαν, ότι, δηλαδή, η αρχική πρακτική, που ο ίδιος ο Ιησούς υπέδειξεν στους μαθητές του και που αυ­τοί ορθά αντιλήφθηκαν και την έθε­σαν ευθύς εξ αρχής σε εφαρμογήν, ήταν ακριβώς αυτή η λογικά εξίσωση και ιστορικά σύγκλιση και ταύτιση Πάσ­χα - Ανάστασης - Κυριακής.

Σε προηγούμενον άρθρον μας ισχυρισθήκαμεν και το διατυπώσαμεν ήδη. Σήμε­ρον θα επιχειρήσουμεν επί πλέον και να το θεμελιώσουμεν προσεγγίζοντας προσεκτικά τα σωζόμενα αρχαία κείμενα και περιοριζόμενοι εις τον α' αιώνα.

Πως συνδέεται η Ανάσταση με την «Κυριακήν»;

Ιστορικά μαρτυρείται και επεκράτησεν η άποψη ότι ο Ιησούς σταυρώθηκεν στις 14 τού εβραϊκού μήνα Νισάν, την παραμονήν ενός Σαββάτου και ότι αναστήθηκεν την επόμενην τού ίδιου Σαββάτου1. Συγ­κεκριμένα, τα Ευαγγέλια μας πληρο­φορούν ότι η Ανάσταση είχεν ήδη λάβει χώραν «τη μια των Σαββάτων πρωί σκοτίας ετι ούσης»2, πράγμα, που επιβεβαιώνει και ο Λουκάς: «τη δε μια των Σαββάτων όρθρου βαθέ­ως... ευρον τον λίθον αποκεκυλισμένον από τού μνημείου, και εισελθούσαι ούχ εύρον το σώμα τού Κυρίου Ιησού»3. Άλλα και ο Ματθαίος λέ­γει τα ίδια4.

ποια, όμως, ημέρα της εβδομά­δας είναι αυτή, που οι Ευαγγε­λιστές ονομάζουν «μία (των) Σαββάτων»; Και γιατί την ονομά­ζουν έτσι; Δια το ιστορικόν της ονο­μασίας αυτής ας συγκρατήσουμεν τα εξής στοιχεία:

Είναι ήδη γνωστόν, ότι οι Χρι­στιανοί μέχρι περίπου το έτος 90 μ.Χ., για να δηλώσουν την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, δεν διέθεταν στο λεξιλόγιόν τους δικήν τους ειδική λέξη. Δηλαδή, η ειδική λέξη «Κυριακή» δεν υπήρχεν ακόμη σαν ονομασία της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, όπως τουλάχιστο δείχ­νουν τα αρχαιότερα κείμενα. Έτσι, π.χ. στις επιστολές τού Παύλου5, στα Ευαγγέλια6 και στις Πράξεις Άποστόλων7, που τα περισσότερα απ’ αυτά γράφτηκαν αρκετά πριν από το 90 μ.Χ., χρησιμοποιείται ένας εβραϊκός τρόπος έκφρασης προς δήλωση αυτής της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Οι Εβραίοι, λοιπόν, την ονόμαζαν: «μία (των) Σαββάτων». Και για να καταλάβουμεν σωστά, για ποιάν ακριβώς ημέραν της εβδομάδας πρόκειται, όταν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης μας μιλάνε για «μίαν (των) Σαββάτων», θα πρέπει να έχουμε ύπ' όψει τα επόμενα δύο σημεία:

α) Η εβραϊκή λέξη «Σάββατον» ή «Σάββατα», που σημαίνει στα ελλη­νικά «παύση, κατάπαυση, στάση, σταμάτημα, αργία, ανάπαυση», ήταν και η ονομασία της έβδομης, δηλαδή, της τελευταίας ημέρας της εβδομά­δας, όπως, άλλωστε, και σημέρα. Αποτελούσε δε η έβδομη αυτή ημέ­ρα, ως γνωστόν, την αργίαν των Εβραίων, σε ανάμνηση ακριβώς της ανάπαυσης τού Θεού, ο οποίος, μετά την εξαήμερη δημιουργίαν τού κόσ­μου, τρόπον τινά ξεκουράστηκεν την έβδομη μέρα, όπως ανθρωπομορφικά μας το αφηγείται το βιβλίον της Γέ­νεσης. Έτσι, δηλαδή, θα έπρεπε να κάνουν και οι Εβραίοι κάθε βδομάδα την ιδίαν ημέρα: να σταματούν κάθε εργασία, να αναπαύονται και να λα­τρεύουν το Θεόν. Η λέξη «Σάββα­τον», όμως, εκτός απ’ την έβδομη μέραν, εσήμαινεν επίσης και ολόκληρην την εβδομάδα. Έτσι, για παράδειγ­μα, στο Λκ. ιη', 12 ο Ιησούς παρου­σιάζει στην σχετικήν παραβολήν το Φαρισαίον καυχώμενο να διατυμ­πανίζει: «νηστεύω δις τού Σαββά­του», δηλαδή: «νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα»8. Άρα, «Σάββατον» σημαίνει και ολόκληρην την εβδομά­δα.

β) Σημειωτέον, δεύτερον, για την εβραϊκήν έκφραση «μία (των) Σαββάτων», ότι το αριθμητικό «μία» στην εβραϊκή γλώσσα δεν είναι μόνον απόλυτον αριθμητικόν επίθετον, αλλά και τακτικόν τοιούτον και, επομένως, σημαίνει όχι απλα και μόνον η «μία», αλλά και η «πρώτη». Συνεπώς η έκφραση «μία (των) Σαββάτων» εσήμαινεν: ή «η πρώτη (ημέρα) μετά το Σάββατον», ή «η πρώτη ημέρα της εβδομάδας». Αλλά και στις δύο αυτές περιπτώσεις ση­μαίνει στην ουσίαν το ίδιον πράγμα, ό,τι, δηλαδή, εμείς λέμε σημέρα: «Κυριακή», ήτοι «η πρώτη ημέρα της εβδομάδας».

Ότι δε «μία (των) Σαββάτων» σημαίνει την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, δη­λαδή την Κυριακή, φαίνεται και από τον Ευαγγελιστή Μάρκον, ο οποίος, αφού είπεν: «και διαγενομένου του Σαββάτου» (Μκ. ιστ', 1), συνεχίζει: «και λίαν πρωί της μιας Σαββάτων» (Μκ. ιστ', 2). Άρα, αφού μίλησεν ήδη για παρέλευση («διαγενομέ­νου») του Σαββάτου, ομιλεί μετά και για τη «μία Σαββάτων», την επόμενη δηλαδή τού Σαββάτου, την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, την Κυρια­κήν. Πάντως, αν επιμείναμεν περισσότερον στην σημασίαν της ευαγγε­λικής έκφρασης: «μία (των) Σαββά­των», είναι επειδή και σήμερα ακόμη κάποιοι προτεστάντες, αιρετικοί εξ Αμερικής, οι λεγόμενοι Αντβεντιστές της έβδομης ημέρας θέλουν λαθεμένα να υποστηρίζουν και να επι­μένουν ότι δήθεν η «ημέρα τού Κυρίου» (Κυριακή) είναι ακριβώς το Σάββατον (!), δηλαδή η τελευταία και όχι η πρώτη ημέρα της εβδομάδας.

Ωστόσο, για λόγους εγκυκλοπαιδικούς σημειώνομεν συμπληρωματικώς και τις εξής λεπτομέρειες: Η ονομασία της πρώ­της ημέρας της εβδομάδας «Κυρια­κή» είναι δημιούργημα καθαρά χριστιανικόν. Γραμματικά μεν η λέξη αυτή είναι βέβαια ουσιαστικοποιημένον επίθετο, δηλαδή προέρχεται από την έκφραση: «Κυριακή ημέρα» και συντομότερον: «Κυριακή», οπότε δηλαδή το «ημέρα» ως εύκολα εννοούμενον παραλείπεται και μένει το ουσιαστικοποιηθέν επίθετον «Κυρια­κή». Περιττό δε να πούμεν ότι η έκ­φραση «Κυριακή ημέρα» σημαίνει «ημέρα τού Κυρίου», η κατ' εξοχήν, δηλαδή η σπουδαιότερη ημέρα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, γιατί κατ' αυτήν την ημέραν ο Κύριος Ιησούς, κατά την Καινή Διαθήκην, αναστήθηκεν, όπως θα δούμεν και παρακάτω.

Πάντως, η πρώτη γνωστή μας χρήση της έκφρασης αυτής γίνεται στην Αποκάλυψη Ιωάννου9, όπου διαβάζομεν: «εγενόμην εν πνεύματι εν τη κυριακή ημέρα». Είναι, λοιπόν, η αρχαιότερη (γύρω στο 90 μ.Χ.)10 σωζόμενη μαρ­τυρία για τη χρήση της ονομασίας «Κυ­ριακή» σε περιβάλλον χριστιανικόν.

Κατά δε τον Swete, «φαίνεται ότι η υιοθέτηση αυτής της ονομα­σίας από τις χριστιανικές κοι­νότητες έλαβε χώραν ακριβώς στα χρόνια, που ο Ευαγγελιστής Ιωάν­νης συνέθεσεν την Αποκάλυψή του. Η εκ μέρους, μάλιστα, των Χριστια­νών χρήση αυτού τού όρου είχε προσλάβει χαρακτήρα ανταπάντησης και αντεπίθεσής τους κατά τού επίση­μου ύφους τού παγανισμού, ο οποίος ειχεν ήδη ονομάσει «Σεβαστήν» μίαν ημέραν της εβδομάδας αφιερωμένην στον αυτοκράτορα και προς τιμήν του11.

Τέλη, λοιπόν, τού α’ και αρχές τού β’ αιώνα ήταν γενικευμένη μέσα στους χριστιανικούς κύ­κλους η χρήση της ονομασίας «Κυ­ριακή»12 προς δήλωσή της πρώτης ημέρας της εβδομάδας.

Αν κάνουμε δε λόγο για «χρι­στιανικούς κύκλους», είναι διότι οι ίδιοι οι Χριστιανοί μιλώντας προς τους έξω, τους εκτός της χριστιανικής Εκκλησίας, δηλαδή τους εθνικούς - ειδωλολάτρες, χρησιμοποιούσαν, προς δήλωση της πρώ­της ημέρας της εβδομάδας, την παγανιστικήν ονομασίαν της ημέρας αυτής, δηλαδή την ονόμαζαν «ημέραν τού Ηλίου»13. Αλλ' αυτή η ευστρο­φία των Χριστιανών, να δανείζονται το λεξιλόγιον τού συνομιλητή τους, προ­κειμένου να γίνονται καταληπτοί απ’ αυτόν, δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι οι Χριστιανοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν την ονομασίαν «ημέρα τού Ηλίου», ούτε ότι τη χρησιμοποιούσαν και μέσα στο δικόν τους περι­βάλλον. Αφού, λοιπόν, συμπεράναμεν εκ των ανωτέρω ότι η ονομασία της πρώτης ημέρας της εβδομάδας «Κυριακή» έχει χριστιανικήν προέλευση θα πρέπει να διακρατήσουμεν ότι αυτό συνέβη με την Κυριακήν, όχι μόνον σαν ονομασίαν της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, αλλά και σαν θεσμόν, είτε, δηλαδή, σαν χριστιανι­κήν εορτήν, είτε, αργότερα επί Με­γάλου Κωνσταντίνου και σαν αργίαν.

Όμως, η χριστιανική Κυριακή στην ιστορικήν της καταγωγήν, σαν θεσμός, δεν προήλθεν, όπως κάποιοι παλαιότερον υποστήριξαν, από την σύγκρουση Χριστιανισμού - Ιουδαϊσμού, δηλα­δή Εκκλησίας και Συναγωγής. Η Κυριακή αρχικά δεν ήταν ο δήθεν καρπός της επιθυμίας των νεοσύστα­των χριστιανικών κοινοτήτων να αποκτήσουν κι' αυτές μία δικήν τους «ιεράν ημέραν», για να την αντιθέ­σουν και αντιπαρατάξουν στην εβραϊκή «ιεράν ημέραν τού Σαββάτου». Όχι, λοιπόν, αρχικά, αλλά μόνον στους μετέπειτα αιώνες η Κυριακή περιεβλήθη αμφίεση αντι-ιουδαϊκή.

Αλλ' ούτε και, αντίστροφα, μπορούμε να ισχυρισθούμεν, όπως έχει ήδη υποστηριχθεί ότι η Κυριακή προήλθεν από το Σάββατον και την σαββατική λατρείαν και ότι δήθεν στην αρχήν της η Κυριακή δεν ήταν παρά «η απλή πα­ράταση και προέκταση τού Σαββάτου εν τη νυκτί».

Πάντως, δεν θα πρέπει να αποσιωπήσουμεν, ή να αντιπαρέλθουμεν και το γεγονός ότι ορι­σμένες τάσεις, παραδόσεις και ομάδες μέσα στον σεκταριστικόν Ιουδαϊσμό ετόνιζαν την ιδιαίτερην σημασίαν και της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Και μολονότι η Κυριακή εμφανίζεται στην Ιστορία σαν ένας καθαρά και ακραιφνώς χριστιανικός θεσμός, πρωτότυπος μάλιστα και αυτόνομος, όμως η εβραϊκή προϊστορία της της προσέδιδε μίαν ανεπαίσθητην εβραϊκή προδιάθεση.

Συνεπώς, μολονότι κάποιοι ερευνητές, όπως προαναφέραμεν, έφθασαν στο σημείο να διαβλέπουν στη χριστιανικήν Κυρια­κήν τον αντιιουδαϊκό δάκτυλον, το χριστιανικόν αντίβαρον και αντιστάθ­μισμα στο εβραϊκόν Σάββατον και, ακόμη περισσότερον, είδαν στην Κυριακήν «το χριστιανικόν αντίδοτον κατά τού Σαββάτου», όμως κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί ιστορικά, διότι σύμφωνα με αρχαιότατα κείμενα, ούτε οι Εβραίοι φαίνονται παντελώς άμοιροι και ενδεείς σε διδασκαλίαν και θεωρία γύρω απ’ την σημασίαν και το ρόλον της «μιας των Σαββά­των» (της Κυριακής), αλλ' ούτε και οι Χριστιανοί, μέχρι τουλάχιστον τα τέλη τού β' μ.Χ. αιώνα, αλλά και μετά, απαξίωναν παντελώς το εβραϊκόν Σάββατον. Αλλ' αυτό που προέ­χει για το θέμα μας είναι να δούμεν ποιάν σπουδαιότητα απέδιδαν οι Χριστιανοί στην Κυριακήν καθώς και την αιτίαν αυτού τού φαινόμενου.

Οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι τονίζομεν την σπου­δαιότητα και σημασίαν της Κυριακής, επειδή ημέραν Κυριακήν αναστήθηκεν ο Κύριος. Η Ανάστα­ση, δηλαδή, είχε ήδη λάβει χώραν πριν τα ξημερώματα εκείνης της Κυριακής, της πρώτης μετά το θάνα­τον τού Κυρίου. Μαρτυρείται, λοιπόν, ότι, όταν οι μαθήτριες τού Κυρίου τη­ρώντας νεκρικά έθιμα και εκτελώντας τα καθήκοντα των ζώντων προς τους προσφιλείς νεκρούς, πήγαν στον τάφο να μυρώσουν το νεκρόν σώμα τού λα­τρευτού διδάσκαλου τους14, ο Κύριος είχε ήδη αναστηθεί. Το ίδιον επιβε­βαιώνει και ο Λουκάς15, αλλά και ο Ματθαίος16, ως προείπαμεν.

Ο ίδιος ο Κύριος συνέδεσεν το Πάσχα (θείαν Εύχαριστίαν) με την Κυριακήν της Ανάστασης:

Κατά τα Ευαγγέλια, λοιπόν, ο Ιησούς σταυρώθηκεν την παραμονήν ενός Σαββάτου17 και αναστήθηκεν την επόμενην τού ίδιου Σαββάτου18. Την τρίτη δε ημέρα μετά τον σταυρικό θάνατον τού Κυρί­ου, όπως οι μυροφόρες εξ αγάπης και εκ καθήκοντος πήγαν να μυρώσουν το σώμα Του, έτσι και οι μαθητές Του ήσαν «συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων»19, αλλ' όχι μόνον20.

Ωστόσον, όπως θα λέγαμεν σήμερον, οι μαθητές ήθελαν να τελέσουν εκείνην την πρώ­την μετά την Σταύρωση Κυριακήν, και τα «τριημέρα» τού διδάσκαλου τους. Αλλά με τι τρόπον; Ασφαλώς μ' εκείνον, που ο ίδιος τους είχε διδά­ξει και υποδείξει μόλις πριν από τέσσαρες ημέρες, κατά τη διάρκειαν τού τελευταίου τους δείπνου, τού Μυ­στικού Δείπνου21. Τους είχε εξηγή­σει εκεί με τι τρόπο θα τον θυμούνται έκτοτε. Δηλαδή, λίγο προ τού θανά­του Του τους παρέδωσεν τη θείαν Ευχαριστίαν και τους είπεν: «τούτο ποιείτε εις την εμήν αναμνησιν»22. Ότι δε το καινόν, το χριστιανικόν, το αληθινόν Πάσχα είναι ακριβώς η θεία Ευχαριστία, ιδέ σχετικόν άρθρο μας. Πως, αλλιώς, λοιπόν, θα τον ενεθυμούντο οι μαθη­τές του παρά με τη θείαν Ευχαριστίαν; Έχομεν, λοιπόν, τη γνώμην ότι κατ' εκείνην την σύναξη της ίδιας Κυριακής, που έγινεν η Ανά­σταση, οι μαθητές επανέλαβαν για πρώτη φοράν το Μυστικό Δείπνον, ότι, δηλαδή, τότε και εκεί επρόκειτο κυρίως για ευχαριστιακήν σύναξη των μαθητών προς τέλεση της θείας Ευχαριστίας εις «ανάμνησίν» Του. Έτσι, δεν θυμήθηκαν αυτοί μόνοι τον Κύριόν τους, αλλά και Αυτός, επί πλέον, τους εμφανίσθηκεν αισθητώς, ορατώς, απτώς.

Το ίδιο μάλιστα βράδυ είχε εμφανισθεί κατά παρόμοιον τρόπον και στους δύο μαθητές, που επορεύονταν προς Εμμαούς. Και εκεί συγκεκριμένα παρατίθεται δείπνον στον άγνωστόν τους συνοδοιπόρον, ο οποίος τελικά «εγνώσθη αυτοίς εν τη κλάσει τού άρτου»23. Επρόκειτο, λοιπόν, περί θείας Ευ­χαριστίας κατά το δείπνον αυτό των δύο μαθητών με τον άγνωστον συνταξειδιώτην τους, όταν έφθασαν εις Εμμαούς; Δεχόμεθα ότι επρόκειτο ακριβώς περί Ευχαριστιακού Δεί­πνου και έχομεν σύμφωνον το δυτικόν πατέρα, τον ιερόν Αυγουστίνον, ο οποίος λέγει ότι «ο άρτος αυτός (εις Εμμαούς) είναι το μυστήριον (της θείας Ευχαριστίας), το οποίο μας συνάζει εις τη γνώση τού Χριστού»24, καθώς και τον ανατολικόν πατέρα, τον Θεοφύλακτον, ο οποίος, ερμηνεύων το Δείπνον εις Εμμαούς, παρα­τηρεί: «τοις μεταλαμβάνουσι δε τού ευλογημένου άρτου, διανοίγονται οι οφθαλμοί εις το επιγνώναι αυτόν. Μεγάλην δε και άφατον δύναμιν έχει η τού Κυρίου σαρξ».

Έτσι, απ’ την πρώτην κι' όλας ημέραν της Ανάστασης συνδέθηκεν και ταυτίσθηκεν η θεία Ευχαριστία, δηλαδή ο αληθής πασχάλιος αμνός, το αληθές χριστιανικόν Πάσχα με τον αναστημένον Κύριον. Συνεπώς, την ιδίαν ημέραν: πρώτον, έγινε η Ανάσταση· δεύτε­ρον, πληροφορήθησαν οι μαθητές τη χαρμόσυνην είδηση της Ανάστασης· τρίτον, ετέλεσαν οι μαθητές για πρώ­τη φορά μετά το θάνατόν Του τη θείαν Εύχαριστίαν, για να Τον θυμηθούν τέταρτον, Εκείνος τους εμφα­νίσθηκεν και Τον είδαν αναστημένον.

Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον, εβιώσαν οι μαθητές το πρώτο μετά το θάνατον τού Κυρίου, χριστιανικόν Πάσχα, διότι, ως είπομεν, η θεία Ευχαριστία είναι το αληθινό χριστιανικόν Πάσχα. Αλλά και στην συνέχειαν, την επόμενη δηλαδή Κυριακήν και πάλιν οι μαθη­τές ήσαν συνηγμένοι. Γιατί; Ασφα­λώς επρόκειτο περί ευχαριστιακής σύναξης και όχι πια «δια τον φόβον των Ιουδαίων». Και αύθις τους εμφανίζεται ο αναστημένος Κύριος25. Αλλά και τέταρτη εμφάνιση τού Ιησού μαρτυρειται26 , κατά την οποί­αν και πάλιν συνέφαγε μαζί τους. Τέλος, άλλη, πολλοστή ευχαριστια­κή σύναξη των μαθητών, επίσης ημέραν Κυριακήν, είναι η της Πεντηκο­στής27.

Έπειτα, άξιον παρατήρησης και ιδιαίτερης μνείας είναι και η διαπίστωση ότι ο Λουκάς στις Πράξεις Αποστόλων δεν τονίζει μόνον ότι ο αναστημένος Ιησούς παρουσιάζετο εις τους μαθητές Του κατά διαλείμματα επί 40 ημέρες («δι' ημερών τεσσαράκοντα»)28, αλλά υπογραμμίζει ότι τις εμφανίσεις του αυτές τις έκανεν ο Ιησούς «συνα-λιζόμενος»29, δηλαδή συντρώγοντας μαζύ τους. Αυτή δε η διευκρίνηση, λεπτομέρεια και έμφαση, που κάνει ο Λουκάς, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στις περιπτώσεις αυτές επρόκειτο μάλλον για επαναλήψεις του Μυστι­κού Δείπνου και ότι μ' αυτόν τον τρό­πον ο Ιησούς τους υποδείκνυεν ακρι­βώς να τελούν τη θείαν Ευχαριστίαν. Και επειδή μαρτυρείται ρητώς και σαφώς ότι τουλάχιστον οι τέσσαρες απ’ αυτές τις εμφανίσεις έγιναν ημέραν Κυριακήν («μίαν (των) Σαββά­των»), θα πρέπει σ' αυτές να διακρίνουμεν την υπόδειξη τού ίδιου τού Κυρίου προς τους μαθητές να συνά­ζονται ακριβώς κατά Κυριακήν δια δείπνον συνοδευόμενον όμως με τέλε­ση της θείας Ευχαριστίας. Φαίνεται δε ότι έτσι ακριβώς το εννόησαν και οι μαθητές ευθύς εξ αρχής και εκ τού ότι, όπως διαπιστώνομεν απ’ την ευαγγελική διήγηση, απ’ την ιδίαν ήδη την ημέραν της Ανάστασης, δηλαδή απ’ την Κυριακήν εκείνην, αλλά και κατά τις επόμενες Κυρια­κές, συναθροίζονταν ευχαριστιακά οι μαθητές και, επί πλέον, ανέμεναν την εμφάνιση τού διδάσκαλου τους. Αυτό, εξ άλλου, αποδεικνύεται κι' από την συνήθειαν, που επικράτησεν αμέσως κατόπιν να συναθροίζονται δηλαδή τις Κυριακές οι Χριστιανοί για να τελούν τότε τη θείαν Ευχαριστίαν30.

Βέβαια, την πρώτην Κυριακήν, που τους εμφανίσθηκεν ο Κύ­ριος, επειδή αυτοί δεν ανέμεναν κάτι τέτοιο, ξαφνιάσθηκαν. Κατά τις επόμενες δε Κυριακές και κατά την τέλεση της θείας Ευχαριστίας, το ήλ­πιζαν και μ' αυτήν την έννοιαν Τον ανέμεναν να τους εμφανισθεί. Όχι, πάντως, με την έννοιαν ότι οι μαθη­τές, όποτε αυτοί ήθελαν, προκαλού­σαν την εμφάνιση τού Κυρίου, τρόπον τινά μαγικώς ή πνευματιστικώς, ότι δηλαδή τον ανάγκαζαν να εμφανισθεί σαν σε πνευματιστική συνεδρίαση. Αλλ' αυτό το σημείον, αν και παρου­σιάζει πολύ απολογητικόν ενδιαφέ­ρον και θα άξιζε να το αναλύσουμε δια πλειόνων, όμως σκοπεύομεν να το πραγματευθούμεν άλλοτε σαν ξεχω­ριστό θέμα, όποτε το επιτρέψει ο Θεός.

Επομένως, απ’ την εποχήν των Αποστόλων μέχρι και σήμερον αδιάλειπτα η Κυριακή θα είναι η ημέρα, που θα θυμίζει στους χριστιανούς την Ανάσταση τού Χρι­στού, αλλά και θα τους ενώνει μέσω της θείας Ευχαριστίας και θα τους προσανατολίζει επί πλέον και προ παντός προς την αναμονήν της δεύτε­ρης και ένδοξης παρουσίας Του31.

Ιδού πως εννοούμεν την σύνδεση της θείας Ευχαριστίας, δηλαδή τού μόνου αληθινού πασχάλιου αμνού και του μόνου αληθινού χρι­στιανικού Πάσχα, με την Ανάσταση και, επομένως, με την Κυριακήν.

Πάντως και μετά την Πεντηκοστή και μάλιστα κατά πάσαν Κυριακήν εξακολουθητικώς θα ετελείτο οπωσδήποτε το χριστια­νικόν Πάσχα (η θεία Ευχαριστία) μέσα στην έντονα αναστάσιμην ατμόσφαιραν της Κυριακής, διότι δεν είχαν οι μαθητές κανένα λόγο να σταματήσουν να τελούν ό,τι μέχρι τό­τε τελούσαν. Αντιθέτως, είχαν πολύ περισσότερους λόγους τώρα, όσον πέρναγε ό καιρός, να Τον ενθυμούν­ται ευχαριστιακά, μάλιστα μετά την Ανάληψη και Πεντηκοστήν, οπότε τους ήταν μεν παρών, αλλ' αοράτως. Αυτό, λοιπόν, θα πρέπει να ετηρείτο καθ' όλην την υπόλοιπην εκείνην πρώτη χρονιάν της Ανάστασης τού Ιησού: οι μαθητές, δηλαδή, γιόρτα­ζαν καθ' όλον εκείνον το έτος και κατα πάσαν Κυριακήν του την Ανάστα­ση τού Κυρίου ευχαριστιακά, δηλαδή σαν Πάσχα Κυρίου, μέχρι που κύλησεν η πρώτη χρονιά και ήλθεν η 14η τού μήνα Νισάν, δηλαδή τού εβραϊκού Πάσχα, τού επόμενου έτους. Τό­τε μόνον μπορούσε να γεννηθεί, αλλά και τότε, ως φαίνεται, γεννήθηκεν το θέμα για ένα ετήσιον εορτασμόν τού χριστιανικού Πάσχα (είτε σαν Μυστικού Δείπνου, είτε σαν σταυρικού θανάτου) σε σχέση όμως με το εβραϊκό Πάσχα.

Οι Χριστιανοί βέβαια θα πρέπει, πρώτον, να είχαν σαφή και ξεκάθαρη αντίληψη της δια­φοράς τού χριστιανικού από το εβραϊκό Πάσχα. Επειδή όμως ιστορικώς τα γεγονότα της Σταύρωσης και Ανάστασης τού Κυρίου έγιναν κατά τις ημέρες ενός εβραϊκού Πάσχα, είναι λογικόν και ανθρώπινον κάποιοι να ένοιωθαν και να ήθελαν να συνεορ­τάζουν και την πρώτην και τις μετέ­πειτα επετείους τού θανάτου τού Κυρίου την ίδιαν ημέραν, που οι Εβραίοι γιόρταζαν το δικόν τους Πάσχα, όπως θα δούμεν εκτενέστερα κατωτέρω. Έτσι, μάλλον ήθελαν, επί πλέον, να προβάλουν το χριστια­νικόν Πάσχα σαν το μόνον αληθινόν και το οποίον ήλθε να υποκαταστήσει το εβραϊκόν σαν εφήμερον και ξεπερασμένον.

Βλέποντας, λοιπόν, οι Χριστια­νοί να κλείνει χρόνος απ’ το θά­νατον τού Κυρίου και να πλη­σιάζουν οι μέρες τού επόμενου εβραϊκού Πάσχα, κατά τις οποίες ένα χρόνον πριν είχε σταυρωθεί και αναστη­θεί ό Κύριος, ήθελαν, όπως θα λέγαμεν σήμερα, να τελέσουν και το ετή­σιο μνημόσυνον προς τιμήν τού διδά­σκαλου τους, την επετειακή, δηλαδή, ανάμνησή Του. Και αυτό ασφαλώς θα έγινεν από τους μαθητές κατά το μόνον χριστιανικόν τρόπο, δηλαδή με ευχαριστιακή σύναξη στην Ιερουσαλήμ τουλάχιστον. Ένα τέτοιο χρι­στιανικόν εορτασμόν τού Χριστιανι­κού Πάσχα στις 14 Νισάν φαίνεται ότι τον αποδέχθηκαν και οι Απόστολοι, αφού αυτός ήταν τρόπον τινά βαθειά ψυχολογική ανάγκη και ηθική υποχρέωση, αλλά γιατί όχι και απαί­τηση της χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων.

Φαίνεται δε ότι παράλληλα ξεχώρισεν και η αμέσως μετά τις 14 Νισάν Κυριακή για λό­γους καθαρά ιστορικούς, σαν η ιστο­ρική επέτειος της Ανάστασης. Αυτός δε ο πιθανά ιδιαίτερος τονισμός ειδικά της πρώτης μετά την 14ην Νισάν Κυριακής τού επόμενου αυτού έτους αποτελεί και τα πρώτα ίχνη ενός ετήσιου κατά Κυριακήν Πάσχα, που φαίνεται ότι έβαινε παράλληλα με το άλλον εκείνο Χριστιανικόν Πάσχα (επέτειον της Σταύρωσης),  που αυτό συνεορταζόταν με το εβραϊκόν στις 14 Νισάν. Το δεύτερο δε αυτό Χριστιανικόν Πάσχα, το συνεορταζόμενο με το εβραϊκόν στις 14 Νισάν ήταν ό,τι λέμε σημέρα: η Μεγάλη Παρασκευή (Σταύρωση), προ της Κυριακής της Ανάστασης (Πάσχα), επειδή τη χρονιάν που σταυρώθηκεν ό Ιησούς, η 14η Νισάν όντως έπεφτε ημέρα Παρασκευήν.

Δεχόμεθα δε όλες αυτές τις πιθα­νότητες όχι βέβαια παντελώς ή απλώς υποθετικά και αστήρι­κτα, αλλά βασισμένοι στο γεγονός ότι ένα αιώνα μετά, δηλαδή τον β' αιώνα μ.Χ., έχομεν ήδη διαμορφω­μένες δύο εξ ίσου διαφορετικές και ανόμοιες χριστιανικές παραδόσεις σχετικές με την ορθήν ημερομηνίαν τέλεσης τού Χριστιανικού Πάσχα, που συνάμα οι φορείς τους τις διεκήρυσσαν και ως γνήσια αποστολικές. Αυτή δε ακριβώς η αναμφισβήτητα διφυής ημερομηνία, αλλά και η επίσης αναντίρρητα αποστολική προ­έλευση της μας οδήγησε να αναπαραστήσουμε κατ' αυτόν τον τρόπον τα ανωτέρω γεγονότα. 

Κοντολογής, λοιπόν, δεν εχρειάζετο αρχικά η θέσπιση ειδικής ετήσιας κατά Κυριακήν Πασ­χαλιάς εορτής, διότι, όπως είδαμεν, αναστάσιμη ήταν ήδη η κάθε Κυρια­κή τού έτους, κι' αυτή είναι το αρχαιότερο χριστιανικό αναστάσιμον Πάσχα.

Ετήσιον και εβδομαδιαίον Πάσχα:

Αναλυτικότερον τα πράγματα διεξήχθησαν ως εξής:

Σύμφωνα με το επίσημον ιουδαϊκό ημερολόγιο της εποχής τού Χριστού και των Αποστό­λων, το εβραϊκόν Πάσχα, που γιορ­ταζόταν στις 14 τού εβραϊκού σελη­νιακού μήνα Νισάν, ήταν δυνατό να πέσει οιανδήποτε ημέραν της εβδο­μάδας. Το δε Χριστιανικόν Πάσχα, που γινόταν σε ανάμνηση τού σταυρι­κού θανάτου τού Ιησού (σταυρώσι­μον Πάσχα), ήταν όχι τόσο μία ανε­ξάρτητη πανηγυρική εορτή, όσον κυρίως μία νηστεία και μία προπαρα­σκευή - προετοιμασία για την επίσης ετήσιαν αναστάσιμην Κυριακήν (αναστάσιμον Πάσχα) και γιορταζό­ταν, με σύμφωνη γνώμην των Αποστόλων, την ίδια μέρα με το εβραϊκόν, οποιανδήποτε, δηλαδή, ημέραν της εβδομάδας κι' αν έπεφτεν αυτό32. Συγκεκριμένα, τη χρονιάν του θανάτου τού Ιησού αυτό το επίσημον εβραϊκόν Πάσχα, αλλά και η Σταύ­ρωση τού Ιησού είχαν συμπέσει μεταξύ τους και συνέβησαν μάλιστα ημέραν Παρασκευήν. Την επόμενην όμως χρονιάν, όσοι Χριστιανοί ήθελαν να γιορτάσουν την επέτειον τού θανάτου τού Ιησού, επειδή η 14 Νισάν, κατά την οποίαν ένα χρόνον πριν είχεν σταυρωθεί, δεν έπεφτεν υποχρεωτικά την ιδίαν ημέραν της βδομάδας, δηλαδή Παρασκευήν, θα έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δυνατότητες: είτε να γιορτάσουν το Χριστιανικόν Πάσχα την 14ην Νισάν της νέας αυτής χρονιάς οποίαν ημέραν της βδομάδας κι' αν έπεφτεν αυτή, είτε την Παρασκευήν της. Έπρεπε να διαλέξουν δηλαδή: ή να προτιμήσουν να προσκολληθούν στην ημέραν τού μήνα (14 Νισάν) της επόμενης αυτής χρονιάς, ή συγκεκρι­μένα στην ιδίαν ημέραν της εβδομά­δας (Παρασκευήν), η οποία όμως δεν ήταν την επόμενην αυτή χρονιάν η 14η τού Νισάν. Αλλά το ίδιον συνέ­βη και με τον εορτασμόν της ετήσιας αναστάσιμης Κυριακής, η οποία, ενώ τη χρονιάν της Ανάστασης τού Κυρί­ου, ήταν η τρίτη ημέρα μετά την Σταύρωση της Παρασκευής 14ης Νισάν, τις επόμενες χρονιές δεν συνέβαινεν κάτι τέτοιον. Κι' όμως η Ανά­σταση παγιώθηκεν στην Κυριακήν, που σημαίνει ότι επεκράτησε γι' αυτήν το αρχαίον εβραϊκόν ιερατικόν ημερολόγιον, κατά το οποίον οι μέρες τού μήνα (ημερομηνίες) έπεφταν πάντα τις ίδιες ημέρες της εβδομάδας.

Είναι ήδη κεκτημένον από την επιστημονικήν ιστορικήν έρευναν το ότι στην ημέραν τού μή­να προσεκολλάτο ο επίσημος - φαρισαϊκός - ραββινικός Ιουδαϊσμός, τού οποίου το ημερολόγιον χρησιμοποιεί στο Ευαγγέλιό του ο Ιωάννης, ενώ στην ημέραν της εβδομάδας προσε­κολλάτο το ανεπίσημον, αλλά αρ­χαίον ίερατικόν εβραϊκόν ημερολόγιον - εορτολόγιον, που μάλλον αυτό μεταχειρίζονται οι τρείς συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς). Αυτός μάλιστα πρέπει να είναι και ο λόγος (δηλαδή, η χρήση άλλου ημερολογίου), για τον οποίον, φαινομενικά μόνον, «διαφωνούν» ως προς τον πραγματικό χρόνον οι τρείς συνοπτικοί Ευαγγελιστές προς τον τέταρτον Ευαγγελιστήν, τον Ιωάννην.

Την ετήσιαν αναστάσιμην Κυ­ριακήν φαίνεται ότι πρώτος ο Ωριγένης την ονόμασεν «Πάσ­χα». Αλλά αυτή η ονομασία, που διατηρείται μέχρι σήμερα για την Ανάσταση, επιφέρει σύγχυση, αφού και το εβραϊκόν Πάσχα ονομάζεται με την ιδίαν ονομασίαν, αλλά και το Χριστιανικόν Πάσχα, που κι' αυτό γιορταζόταν στις 14 Νισάν, μαζύ δηλαδή με το εβραϊκόν, ονομαζόταν κι' αυτό Πάσχα. Για να μη μπερδευό­μαστε, λοιπόν, για ποιο Πάσχα πρό­κειται και για λόγους πρακτικούς εί­ναι δυνατόν το μεν εβραϊκόν Πάσχα να το λέμε όχι Πάσχα, αλλά Φάσκα, όπως στην Ανατολήν ονομάζεται, το δε Χριστιανικόν, που γιορταζόταν στις 14 Νισάν και που σήμερα το εορτάζομεν σαν Μεγάλην Παρασκευήν να το αποκαλούμεν «σταυρώσιμον Πάσχα», όρος αδόκιμος αλλά βολι­κός. Τέλος, την ετήσιαν πρώτη μετά τις 14 Νισάν αναστάσιμην Κυριακήν να την ονομάζουμεν «αναστάσιμον Πάσχα», που ήταν και το δικό μας Πάσχα.

Ωστόσο, είναι κατ’ αρχήν ακ­ριβές, ότι οι πρώτοι - πρώτοι Χριστιανοί τηρούσαν μόνον την εβδομαδιαίαν Κυριακήν σαν αναστάσιμην, αλλ' αυτό, καθώς προαναφέραμεν, διήρκεσε μόνον την πρώτην χρονιάν, που κύλησε μετά το γεγονός της Ανάστασης τού Κυρίου, μέχρι που ήλθεν η πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκόν Πάσχα της 14ης Νισάν τού επόμενου έτους. Μόνον τότε ήταν δυνατόν να εορτασθεί η Κυριακή σαν επέτειος τού γεγονότος της Ανάστασης και μόνον τότε μπορούσε να γεννηθεί σχετικόν ζήτη­μα.

Βέβαιον είναι, λοιπόν, ότι η Κυ­ριακή κάθε βδομάδας ολό­κληρου τού έτους, ως είπομεν, είχε για τους Χριστιανούς αναστάσι­μο χαρακτήρα. Έχομεν όμως και σχετική μαρτυρίαν από τα αρχαία κείμενα ότι εκτός των υπόλοιπων αναστάσιμων Κυριακών ολόκληρου τού έτους, οι πρώτοι Χριστιανοί τόνι­ζαν ιδιαίτερα εκείνην ειδικά την ετήσιαν Κυριακή, την μετά τις 14 Νισάν;

Ας προσεγγίσουμεν το εδάφιον της Αποκάλυψης Ιωάννου34, όπου ο μαθητής αυτός τού Κυρίου, λέγει ότι ήλθεν σε έκσταση ημέραν Κυριακήν. Το ζήτημα είναι: άραγε η Κυριακή αυτή ήταν απλά μία απ’ τις εβδομαδιαίες αναστάσιμες Κυριακές, ή, μήπως ήδη ήταν η ετήσια αναστάσιμη Κυριακή, οπότε και έχομεν την αρχαιότατη ρητή μαρτυρίαν ετήσιας αναστάσιμης Κυριακής; Είμεθα υποχρεωμένοι να παρατηρήσουμεν ότι ακριβώς οι εικόνες, που χρησιμοποιούνται στην Αποκάλυψη Ιωάννου συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η εν λόγω «Κυριακή ημέρα» ήταν μάλλον η ετήσια αναστάσιμη Κυριακή, δηλαδή η πρώτη μετά το εβραϊκόν Πάσχα της 14ης Νισάν, διότι αυτή η Κυριακή ήταν και η πρώτη της πεντηκοντάδας ημερών, που κατέληγεν στην εορτήν της Πεντηκοστής, που κι' αυτή ήταν Κυριακή.

Επειδή, δηλαδή, η πρώτη ημέρα (Κυριακή) αυτής της πεντηκοντάδας ημερών ήταν για τους Εβραίους η πρώτη ημέρα τού θερισμού, που άρχιζεν ο θερισμός αλλά συνάμα προσεφέρετο στον Θεόν το πρώτο δράγμα, σαν δείγμα ευχαριστίας κι' ευγνωμοσύνης για την καρποφορίαν, ή, όπως αλλοιώς λέγεται, «η απαρχή», δηλαδή η πρώ­τη σοδειά, η πρώτη συγκομιδή και επειδή ο θερισμός και η «απαρχή» εί­ναι ανάμεσα στις πρώτες εικόνες, που βλέπει ο Ιωάννης και μας τις περι­γράφει35, αγόμεθα εις το συμπέρασμα ότι η εν λόγω Κυριακή θα πρέπει να ήταν η ετήσια αναστάσιμη, η πρώτη της πεντηκοντάδας. Επίσης, λίγο πρίν36 απ’ αυτήν την εικόνα τού θερισμού, όσοι εκ των ανθρώπων αγορά­στηκαν από το Αρνίον, ονομάζονται «απαρχές δια το Αρνίον και δια τον Θεόν»37.

Συμπέρασμα: Η εικόνα τού θερισμού ταιριάζει με την ημέραν, που αναφέρεται στην αρ­χήν της Αποκάλυψης: την «Κυρια­κήν ημέρα», εάν αυτή η ημέρα σημαί­νει την πρώτην της πεντηκοντάδας ημερών τού θερισμού, δηλαδή την ετήσιαν εορτήν της κυριακάτικης Ανάστασης. Και οι αρχαίοι χριστια­νοί συνέδεσαν την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού με το θερισμόν και μας παρουσιάζουν τον αναστημένον Ιησούν σαν την «απαρχήν», που προσφέρθηκεν στο Θεόν37.

Κατά δε τον J. van Goudoever38 είναι δυνατόν οι πρώτοι χρι­στιανοί να εόρταζαν την ανά­μνηση της Ανάστασης τού Κυρίου σε ετήσιον κύκλον, δηλαδή την πρώτην Κυριακήν μετά το σταυρώσιμον Πάσχα, αλλά ο εβδομαδιαίος κύκ­λος, ο κατά πάσαν Κυριακήν εορτα­σμός ήταν γι' αυτούς κατά πολύ σπουδαιότερος. Αλλ' ακόμη πιο σπου­δαίος ήταν ο εορτασμός της Ανάστα­σης ειδικά κατά τις Κυριακές της περιόδου της Πεντηκοστής. Αυτή, πάντως η παράλληλη συνύπαρξη δύο κύκλων εορτασμού της Ανάστασης, δηλαδή ενός ετήσιου και ενός εβδο­μαδιαίου δεν πρέπει να μας εκπλήσ­σει, γιατί έχομεν και άλλα παρόμοια παραδείγματα τέτοιου παράλληλου εορτασμού σε δύο κύκλους39.

Βάσει όσων προαναφέραμεν κάποιοι40 συμπεραίνουν ότι τόσον το σταυρώσιμον όσον και το αναστάσιμον Πάσχα έχουν την αρχική ρίζαν τους στο ισραηλιτικόν ημερολόγιον. Η χριστιανική γιορτή τού αναστάσιμου Πάσχα θεωρείται έτσι ότι αποτελεί ημερολογιακώς -εορτολογικώς συνέχειαν τού εβραϊκού Πάσχα. Βέβαια, η πρώτη ημέρα της πεντηκοντάδας ημερών στο ισραηλιτικόν ημερολόγιον δεν είναι ημέρα αληθινής γιορτής για τους Εβραίους. Μνημονεύεται όμως σαν γιορτή στη λίσταν εορτών τού Φίλωνα41, αλλά και στο εσσαϊκόν ημερολόγιον τού Qumran.

Συμπερασματικά καταλήγομεν στις εξής διαπιστώσεις:

Τα τέσσαρα κανονικά Ευαγγέ­λια συμφωνούν μεταξύ τους ως προς την ημέραν της εβδομά­δας, κατά την οποίαν εσταυρώθη (Παρασκευή) και αναστήθηκεν (Κυ­ριακή) ο Ιησούς. Φαίνονται όμως ότι διαφέρουν ως προς την ημερομηνίαν (ημέραν τού μήνα), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τοποθετούν τα γεγο­νότα τού Πάθους και της Ανάστασης στον ίδιον και στον πραγματικό χρόνον των γεγονότων αυτών. Αυτό, λοιπόν, είναι δυνατό να έχει συμβεί και να εξηγείται μόνον ως εξής: Κα­τά μεν τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, αυτή η ημέρα (ημέρα της Ανάστασης και συνάμα πρώτη μέρα της περιόδου της Πεντηκοστής) ήταν η 16η τού Νισάν, ενώ κατά τους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, ήταν η 17η Νισάν. Αλλ' εάν, κατά τα τέσσαρα Ευαγγέ­λια, η μετά τις 14 Νισάν Κυριακή είναι η πρώτη ημέρα τού θερισμού, προκύπτει ότι οι συνοπτικοί Ευαγγε­λιστές χρησιμοποιούσαν για τη χρο­νολόγηση των γεγονότων άλλον ημερολόγιον, το αρχαίον ιερατικόν τοι­ούτον, εις το οποίον οι πενήντα ημέρες μέχρι και την Πεντηκοστήν υπολο­γίζονται από Κυριακήν σε Κυριακήν.

Το δε ημερολόγιον, που χρησι­μοποιεί ο Ιωάννης, φαίνεται σαν ένας συμβιβασμός μεταξύ τού συστήματος υπολογισμού, που μεταχειρίζονταν οι Φαρισαίοι απ’ τη μιαν και οι Σαδδουκαίοι από την άλλην. Κατά τον Ιωάννη, λοιπόν, η μετά το εβραϊκόν Πάσχα Κυριακή πέφτει στις 16 Νισάν. Αυτή είναι η ημέρα τού μήνα, κατά την οποίαν έπρεπε να προσφερθεί στο Θεόν το πρώτο δράγμα.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμεν ότι η υπό των πρώτων Χριστιανών χρήση τού αρχαί­ου εβραϊκού ιερατικού ημερολογίου δεν μας εκπλήσσει, αν λάβουμεν υπ' όψει μας ότι από το έτος 24 π.Χ. μέχρι το 65 μ.Χ. οι Μεγάλοι Αρχιε­ρείς τού Ναού των Ιεροσολύμων ήσαν μέλη της οικογένειας τού Βοήθιου. Γι' αυτούς, λοιπόν, τους Βοηθουσιανούς γίνεται λόγος στη Mishnah, όπου αναφέρεται ότι αυτοί υπολόγιζαν την περίοδον της Πεντη­κοστής από Κυριακής μέχρι και Κυριακήν42. Βέβαια, τα Ευαγγέλια δεν δείχνουν καμίαν προτίμηση προς τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι εξ ίσου με τους Φαρισαίους πολεμούσαν τον Ιησούν και τους μαθητές του. Ούτε αυτό σημαίνει πως οι πρώτοι Χρι­στιανοί έβλεπαν με καλό μάτι τους Σαδδουκαίους. Γι' αυτό ακολουθού­σαν μάλλον την αρχαίαν ιερατικήν σαδοκικήν παράδοση, την οποία μό­νον εν μέρει είχαν κληρονομήσει οι Σαδδουκαίοι.

 


1. Ιδέ άρθρο μας ΟΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ «ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ» ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

2. Ιω.κ', 1.

3. Λκ. κδ', 1-2.

4. Μτ. κη', 1.

5. Α' Κορ.ιστ',2.

6. Μτ. κη', 1. Μκ. ιστ', 2. Λκ. κδ', 1-2. Ιω. κ',1,19.

7. Πρ.κ',7.

8. Πράγματι, δύο ήσαν οι εβδομαδιαίες όχι όμως υποχρεωτικές, αλλ' υπέρτακτες νηστείες πολλών εκ των Φαρισαίων, τις οποίες, δηλαδή, αυτοί τηρούσαν σαν έργον περισσεύουσας αξιομισθίας: η μία τη Δευτέραν και η άλλη την Πέμπτην

9. Απ. α', 10.

10. Η αντίστοιχη λατινική έκφραση, do-minica dies, άπαντα στις αρχές τού γ' αιώνα, για πρώτη φοράν στον Τερτυλλιανόν και συγκεκρι­μένα στο έργον του De oratione, 23, το οποίον και εγράφη μεταξύ των ετών 200 - 206 μ.Χ.

11. Α. Deissmann, Licht vom Osten, γ' έκδ., Tubingen, 1909, σελ. 363 - 364.

12. Διδαχή, ιδ', 1. Ιγνάτιος Αντιόχειας (Προς Μαγνησ., δ', 1). Διονύσιος Κορίνθου (Προς Ρωμ.) παρά τω Ευσεβίω (Εκκλ. Ιστο­ρία, ιδ', 23). Ευαγγέλιον Πέτρου (θ', 11). Αλλά και ο Μελίτων Σάρδεων είχε συγγράψει πραγματείαν, απολεσθείσαν όμως, υπό τον τίτλον: «Ο περί Κυριακής λόγος». Και εξ αυτού τού τίτλου φαίνεται ότι η λέξη Κυριακή είχεν ουσιαστικοποιηθεί και εχρησιμοποιείτο ως terminus technicus, ήδη κατά το δεύτερον αι­ώνα. Η έκφραση δε «Κυριακή ημέρα» απαντά επίσης και στο τεσσαρασκαιδεκατιτικόν κείμενον «η Επιστολή των Αποστόλων (Επιστολή Αποστόλων, 17. Ιδέ Fragmenta Polycarpiana VI, 2, εκδ. Funk, Patres Apostolici, τόμ. II, 400).

13. Τερτυλλιανός, Apol. XVI, 11. Ad. nat. I, 13. Ιουστίνος A' Απολ. ξn'.

14. Ιω.κ', 1.

15.Λκ. κδ', 1-2.

16. Μτ. κη'. 1.

17. Μκ. ιε', 12. Ιω. ιθ', 31.

18. Μκ. ιστ', 2.

19. Ιω.κ', 19.

20. Εφοβούνταν βέβαια οι μαθητές τους Ιουδαίους και εκρύβονταν. Αλλά ο ασφαλέστε­ρος τρόπος να προστατευθούν θα ήταν να φύγουν αμέσως από τα Ιεροσόλυμα και να διασκορπισθούν. Εξ' άλλου, είχεν προφητευθεί: «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβα­τα» (Μκ. ιδ', 27). Αλλ' οι μαθητές δεν οδηγούντο μόνον από το φόβον, είχαν και άλλους λόγους να μείνουν στα Ιεροσόλυμα, και άλλα κίνητρα.

21. Λκ. κδ', 30, 42. Μκ. ιστ, 14. Ιω. κ', 19-26,κα', 1-14. Πρ. α',4.

22. Λκ. κβ', 19. Α' Κορ. ια', 25-26.

23. Λκ. κδ', 35.

24. Migne, P.L. XXX. 644.

25. Ιω.κ', 26.

26. Λκ. κδ', 41.

27. Πρ. β', 23-33

28. Πρ. α'. 3.

29. Πρ. α',4.

30. Πρ.κ'.7.Α' Κορ.ιστ'.2.

31. Α' Κορ.ια', 26.

32. Πιονίου, Βίος Πολυκάρπου, II, 3. ΨευδοΧρυσοστ., Πασχαλιά Ομιλία, 8, Sources Chretiennes 48. 119. Πρβλ. Ε. Schwarz, Christl. und Jud. Ostcrtafeln (Abhandl. der Konigl. Geselschaft dcr Wissen. Gottingen, Phil. Hist. KL. N.F. Bd. VIII. 6 (4905). 331

33. Annie Jaubert, La date de la Cene, Paris 1957.

34. Απ.α', 10.

35. Απ.ιδ', 14-16 και 18.

36. Απ. ιδ', 4.

37. Α' Κορ. ιε', 20,23.

38. Fetes et Calendriers Bibliques, σελ. 238.

39. Έτσι, π.χ. οι ισραηλίτες, ως γνωστόν, γιόρταζαν την Έξοδον εκ της Αιγύπτου σε ένα ετήσιον κύκλον, δηλαδή το Πάσχα τους. Εν τούτοις, στην Πεντάτευχο διευκρινίζεται ότι η εντολή περί τήρησης τού Σαββάτου δόθηκεν όχι μόνο για να αναπαύονται οι Εβραίοι απ’ την εβδομαδιαίαν εργασίαν, αλλά και εις ανάμνηση της Εξόδου από την Αίγυπτον (Εξ. κ', 11. Δευτ. ε', 15). Και η Συναγωγή, λοιπόν, τηρούσεν ένα εβδομαδιαίον, κατά Σάββατον, και ένα ετήσιον εβραϊκόν Πάσχα.

40. J. van Goudoever, ένθ. άνωτ. 238.

41. Φίλων, De Spec. Leg. II, 41.

42. Men. 10, 3.

 

Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας