Όσο υπάρχουν ψυχές σαν τον Χατζή Χαλίλ εφέντη το «παιχνίδι» για την ανθρωπότητα δεν έχει χαθεί και η φλόγα «της αγάπης προς τον εχθρό» θα παραμένει άσβεστη.

«Δεν θα μπει στην βασιλεία των ουρανών καθένας που μου λέει “Κύριε, Κύριε ” αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του επουρανίου. Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα “Κύριε, Κύριε δεν προφητεύσαμε στο όνομά σου και στο όνομά σου δεν βγάλαμε δαιμόνια και στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα; ” Και τότε θα τους ομολογήσω, “Ποτέ δεν σας γνώρισα, φύγετε από εμένα εσείς οι εργάτες της ανομίας ”.» Κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 7, στίχοι 21 – 23.
Τα επαναστατικά αυτά λόγια του Χριστού με τα οποία καταδικάζει κάθε απόπειρα αποκλειστικότητας της Χριστιανικής πίστης, γεγονός που δυστυχώς παρατηρείται σε πολλούς πιστούς ανά τους αιώνες, μας ήρθαν στο νου καθώς πλησιάζει η ημέρα της 25ης Μαρτίου, ημέρα που είθισται να εορτάζεται η Παλιγγενεσία του Έθνους μας.
Σκεφτήκαμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο – που πιθανόν σε πολλούς θα φανεί προκλητικό - να το αφιερώσουμε σε ένα άγνωστο πρόσωπο της εποχής εκείνης, στο οποίο όμως χρωστάμε κατά πολύ την ύπαρξή μας. Ένα πρόσωπο που κάθε άλλο παρά Χριστιανός ήταν – με την στενή έννοια του όρου – αποδείχτηκε όμως με την ηρωϊκή πράξη του και το μαρτυρικό του θάνατο πιο Χριστιανός από πολλούς από εμάς σήμερα οι οποίοι αυτάρεσκα δηλώνουμε Χριστιανοί.
Το άρθρο μας αυτό ας αποτελέσει ένα είδος μνημοσύνου προς αυτόν και μεγίστης τιμής προς το πρόσωπό του, κάτι που δεν αξιώθηκε να κάνει ποτέ το Ελληνικό κράτος. Για τον απλό λόγο πως δεν συμφέρει την καθεστηκυία νοοτροπία και τον φανατισμό της πλέμπας κάθε χώρας – και όχι μόνο της Ελλάδας – να τιμάται ένα πρόσωπο που ανήκει στους προαιώνιους εχθρούς.
 
Γιατί ο «προδότης» για τους Τούρκους σεϊχουλισλάμης Χατζή Χαλίλ εφέντης με την ηρωϊκή πράξη του απέδειξε πως πέρα από Θρησκείες και έθνη, η ανθρώπινη ζωή είναι υπεράνω όλων. Και είμαστε σχεδόν βέβαιοι πως για την πράξη του αυτή έχει τιμηθεί ανάλογα από τον Κύριό μας ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΕΡΑΣ ΟΛΩΝ ΜΑΣ κάτι που δυστυχώς μας βολεύει να λησμονούμε συχνά .
 
Ας δούμε τώρα την μέγιστη ηρωϊκή πράξη του Τούρκου σεϊχουλισλάμη Χατζή Χαλίλ εφέντη.Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του Υψηλάντη ο τότε Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ και οι σύμβουλοί του, πήραν την φοβερή απόφαση ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΣΦΑΓΗ όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και όλων των Ορθοδόξων που κατοικούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Για όσους δεν κατάλαβαν αυτό σημαίνει πως θα σφαγιάζονταν οι Ορθόδοξοι πληθυσμοί των σημερινών χωρών Ρουμανίας, Βουλγαρίας, πρώην Γιουγκοσλαβίας, Αλβανίας, Μικράς Ασίας, Μολδαβίας και φυσικά της Ελλάδας.
 
Και την απόφαση αυτή την πήραν επειδή είχαν ξεσηκωθεί οι Τούρκοι φανατικοί μουσουλμάνοι από ειδήσεις για σφαγή Τούρκων εμπόρων στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.
 
Επειδή όμως η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν Θεοκρατική, κάθε νόμος δηλαδή του κράτους έπρεπε να είναι σύμφωνος με το Ισλάμ όπως αυτό είχε καταγραφεί στο ιερό Κοράνι, ο Σουλτάνος ζήτησε από τον ανώτατο θρησκευτικό αρχηγό των Οθωμανών, τον σεϊχουλισλάμη, την έγκριση της γενικής σφαγής με την έκδοση «φετφά». Φετφάς – αραβικής προέλευσης λέξη – ονομάζεται στο Ισλάμ η απόφαση ή το διάταγμα που εκδίδει μια θρησκευτική αρχή.
 
Σεϊχουλισλάμης την εποχή εκείνη έτυχε να είναι μια ευγενική και δίκαιη μορφή ο Χατζή Χαλίλ εφέντης της οικογένειας των Αλφερανιδών, η οποία είχε την φήμη πως ήταν πιστοί τηρητές του Ιερού Νόμου. Ακριβώς λόγω αυτών των προσόντων του ο Χατζή Χαλίλ εφέντης αρνήθηκε να εκδώσει ΑΜΕΣΑ τον «φετφά» που θα έπνιγε στο αίμα εκατομμύρια αθώους ανθρώπους, οι οποίοι θα έπρεπε να πληρώσουν για πράξεις ενόχων συγγενών τους και ζήτησε από τον Σουλτάνο προθεσμία να σκεφτεί το θέμα, στην ουσία να κερδίσει χρόνο.
 
Κάλεσε αμέσως τον γιατρό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ και αρχιμανδρίτη των πατριαρχείων Διονύσιο Πύρρο τον Θεσσαλό και τον ρώτησε αν ο Πατριάρχης ήταν φίλος του Υψηλάντη και αν γνώριζε τίποτα για το κίνημα. Αυτός διαμαρτυρήθηκε για τις υπόνοιες που διατυπώθηκαν για το πρόσωπο του Πατριάρχη και βεβαίωσε τον σεϊχουλισλάμη πως ο Γρηγόριος ο Ε΄ είχε άγνοια των πάντων.
 
Ενημέρωσε πάντως τον Πατριάρχη τι είχε διαμειφθεί μεταξύ αυτού και του Χατζή Χαλίλ εφέντη και όπως σημειώνει στη αυτοβιογραφία του, τον παρότρυνε να φύγει, πλην όμως ο Γρηγόριος αρνήθηκε για το καλό των Χριστιανών.
 
Ο Πατριάρχης τότε σπεύδει με συνοδεία τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Προκόπιο και τρεις πολιτικούς αξιωματούχους τον ηγεμόνα της Βλαχίας Σκαρλάτο Καλλιμάχη, το μεγάλο δραγουμάνο Κωνσταντίνο Μουρούζη, τον αδερφό του Νικόλα, δραγουμάνο του στόλου, να επισκεφτεί τον σεϊχουλισλάμη για να τον παρακαλέσει να αποτρέψει την γενική σφαγή και να προστατεύσει το Γένος.
 
Ας αφήσουμε στο σημείο αυτό την γραφίδα του ιστορικού και συγγραφέα Σπύρου Μελά να μας περιγράψει ΤΑ ΓΕΜΑΤΑ ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Χατζή Χαλίλ εφέντη:
 
«- Ακούστε, τους λέει ο άγιος άνθρωπος, η φαμίλια μου κρατάει από τους Αλφερανίδες είμαστε πιστοί στα λόγια του προφήτη μας. Το κοράνι δεν επιτρέπει να τιμωρούνται αθώοι για τις πράξεις ενόχων συγγενών τους. Φέρετε μου μια και μόνη απόδειξη πώς ή επανάσταση δεν έχει γενικό χαρακτήρα· πείστε με ότι σεις δεν ξέρατε τίποτα· αποδείξτε μου ότι όλο το γένος σας δεν είναι ένοχο και τ' αλλά είναι δική μου δουλειά:
Ούτε τη θέση μου θα λογαριάσω, ούτε τη ζωή μου. Θα υπερασπίσω μ' όλες μου τις δυνάμεις έθνος αθώο που κιντυνεύει να χαθεί
 
Και πράγματι ο άγιος αυτός άνθρωπος, όταν με θλίψη μεγάλη και πόνο ψυχής ο Πατριάρχης του προσκόμισε – τον πολυσυζητημένο και παραμένοντα μέχρι σήμερα ακόμα αίνιγμα – αφορισμό των επαναστατών, αρνήθηκε να εκδώσει τον φετφά, με νομική κατοχύρωση από το Κοράνι, που δεν επέτρεπε την τιμωρία αθώων για πράξεις ενόχων συγγενών τους.
 
Έτσι αποτράπηκε μία από τις μεγαλύτερες σφαγές των Ορθοδόξων πληθυσμών στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
 
Ο σεϊχουλισλάμης όμως, όπως είχε λεβέντικα δηλώσει στον Πατριάρχη και την συνοδεία του, πως δεν τον νοιάζει η θέση του και η ζωή του, πλήρωσε το μίσος και την οργή του Σουλτάνου και των συμπατριωτών του Τούρκων. Παύθηκε από τη θέση του και εξορίστηκε στην Λήμνο. Δεν έφτασε ποτέ σ’ αυτή.
 
Στη διάρκεια του ταξιδιού του, μετά από φρικτά βασανιστήρια παρέδωσε το πνεύμα του.Το επίσημο Ελληνικό κράτος όπως προείπαμε, δεν τίμησε ποτέ την ηρωϊκή αυτή πράξη του Χατζή Χαλίλ εφέντη. Και οι λόγοι προφανείς. Ήταν αλλόθρησκος και αλλοεθνής, ανήκε άλλωστε στους προαιώνιους εχθρούς.
 
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος μας δίδαξε την αγάπη στους εχθρούς μας, είμαστε βέβαιοι πως τον έχει κατατάξει «σε τόπο χλοερό, σε τόπο αναψύξεως, όπου λείπει κάθε πόνος και στεναγμός και όπου οι δίκαιοι αναπαύονται».Αιωνία σου η μνήμη αείμνηστε αδελφέ Χατζή Χαλίλ εφέντη που διέσωσες όχι μόνο το Γένος μας, μα πάνω από όλα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και έγινες ο κόλαφος για τους απανταχού Φαρισαίους Χριστιανούς και Πατριδοκάπηλους.
 
 
Βιβλιογραφία

Φ. Φάρος: Η Εκκλησία ως σκάνδαλο και ως σωτηρία
Σπ. Μελάς: Τα ματωμένα ράσα
Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τόμος ΙΒ΄
 
 

ΛΟΓΟΣ ΡΩΜΑΙΙΚΟΣ

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ "ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ" (ΑΧΕΛΩΟΣ TV 2015)
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΛΑΝΟΣ
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ - ΚΑΜΕΡΑ: ΦΩΤΗΣ ΒΑΡΔΗΣ
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ: 01/04/15

ΚΑΛΕΣΜΕΝΗ: Μαρία Μαντουβάλου, τέως Αναπλ. Καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών


ΣΧΟΛΙΑ

     Η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Μαντουβάλου, ορθώνει σαν άλλη Μπουμπουλίνα το αναστημά της και αποδεικνύει χωρίς φόβο και πάθος την αλήθεια για το 1821. Μιά εκπομπή που δίνει απαντήσεις σε ανιστόριτους ιστορικούς και λοιπούς εθνομηδενιστές για τα πραγματικά κίνητρα της Ελληνικής Επανάστασης. Η Μαρία Μαντουβάλου εξηγεί με αδιάψευστα ιστορικά στοιχεία γιατί το '21 ήταν γνήσια Εθνεγερσία και  δεν είχε καμία σχέση ούτε με δήθεν κοινωνικές διεκδικήσεις, ούτε με τον δυτικό Διαφωτισμό αλλά ήταν αποτέλεσμα της δίψας της  καταπιεσμένης ελληνικής ψυχής για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, για έναν αγώνα υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Τι ξέρουν οι Κορεάτες που εμείς οι Έλληνες αγνοούμε; Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης θεωρούσε ως το καλύτερο θρησκευτικό βιβλίο που γράφτηκε μετά το 1821 το έργο του Αγιορείτη μοναχού π. Παϊσίου (1924-1974) -πλέον Αγίου Παϊσίου – που πρωτοκυκλοφόρησε με τον τίτλο «Ο πατήρ Αρσένιος ο Καππαδόκης». (Μετά και τη δική του αγιοκατάταξη (1986), που βεβαίως προηγήθηκε του Αγίου Παϊσίου, κυκλοφορεί με τον τίτλο «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»). Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70, αποτελεί έκδοση του Ησυχαστήριου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, που βρίσκεται στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έχει κάνει πάρα πολλές επανεκδόσεις, ενώ έχει μεταφραστεί σε 11 ξένες γλώσσες – ανάμεσα σ’ αυτές και στην κορεατική!


Ο Πεντζίκης τόσο πολύ αγαπούσε το βιβλίο, που πάρα πολύ συχνά αναφερόταν σ’ αυτό. Πολλές φορές μάλιστα το χάριζε σε συνομιλητές του διανοούμενους, καλλιτέχνες, φοιτητές. Ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης μάλιστα ενδιαφέρθηκε να το μεταφέρει και στην οθόνη.
Ο Άγιος Αρσένιος, ο Χατζηεφεντής όπως τον αποκαλούσαν στο χωριό του, τα Φάρασα της Καππαδοκίας, πολλά χρόνια πριν ξεριζωθούν από τα μέρη τους τους είχε προειδοποιήσει για το γεγονός αυτό. Ο ίδιος ήταν ο ιερέας, ο δάσκαλος αλλά και ο γιατρός της περιοχής. Γιατρός γιατί με την προσευχή του γινόταν αμέσως καλά ο ασθενής. Και μάλιστα δεν ρωτούσε να μάθει αν ο άρρωστος ήταν Τούρκος ή Έλληνας. Η φήμη του έμεινε στους πληθυσμούς της Τουρκίας πολλά χρόνια και μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων.
Αλλά ας έλθουμε στην ιδιότητά του ως δασκάλου. Ο ορφανός Θεόδωρος, αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα του Αγίου Αρσενίου, έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Νίγδη και στη συνέχεια, όταν είδαν ότι ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, τον έστειλαν στη Σμύρνη. Όταν μάλιστα επέστρεφε τα καλοκαίρια στα Φάρασα για διακοπές, μάζευε τα παιδιά του χωριού και τους μάθαινε γράμματα. Μετά τις σπουδές του στη Σμύρνη, σε ηλικία 26 χρονών έγινε μοναχός στην ιερά μονή Φλαβιανών. Πολύ σύντομα όμως ο μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, ένας ιερωμένος με ιδιαίτερη κοινωνική δράση, τον έστειλε πίσω στο χωριό του για να μάθει γράμματα στα Ελληνόπουλα.

Όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο συγγραφέας, ο Άγιος Παΐσιος, ο διακο-Αρσένιος «προχωρούσε το έργο του με διάκριση μεγάλη, παρ’ όλο που ήταν νέος. Είχε ετοιμάσει αίθουσα για σχολείο και αντί για θρανία, δέρματα από κατσίκες ή από πρόβατα με το τρίχωμά τους, και επάνω στα δέρματα γονατισμένα τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Με αυτόν τον σοφό τρόπο δεν ερέθιζε τους Τούρκους και όταν ακόμη τύχαινε να τα βλέπουν τα παιδιά, διότι νόμιζαν πως προσεύχονται. Τις περισσότερες δε φορές συγκέντρωνε ο Πατήρ τα παιδιά στο εξωκλήσι της Παναγίας (στο Κάντσι) που ήταν ψηλά στον Βράχο μέσα σε σπηλιά και το είχε για κρυφό Σχολείο».
Οπότε κάποιος μπορεί να διαλέξει και να πάρει. Κρυφό σχολειό μέσα στο κέντρο του χωριού και απόκρυφο εν όρεσι, εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης. Να λοιπόν που όχι μόνον κρυφό σχολειό υπήρχε αλλά και απόκρυφο, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας να μην υπήρχε κρυφό σχολειό.
Ακόμη και για την αναπαραγωγή του ιδίου του εκκλησιαστικού «σιναφιού» θα έπρεπε κάποιοι να εκπαιδεύουν τους άλλους, ιερείς, διακόνους, ψάλτες, ή ακόμη και κάποιους γραμματικούς. Ή ακόμη και για προσωπικό μεράκι. Για να μάθει και να διδαχτεί ή και να διδάξει κάποιος. Να δώσει και σε άλλους τις γνώσεις του. Ας μην αναφερόμαστε λοιπόν μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, στα οποία λειτουργούσαν σχολεία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις δυσκολίες της μετακίνησης της εποχής εκείνης.
Και αν κάποιοι πιστεύουν ότι με την «κατάρριψη του μύθου» του κρυφού σχολειού καταρρίπτεται και η συμβολή της εκκλησίας στην αναγέννηση του έθνους, τότε θα φέρουμε ως παράδειγμα τον Αγιορείτη ιερομάρτυρα Κοσμά τον Αιτωλό. Η δράση του δεν αμφισβητείται από κανέναν. Αλλά και στα σχολεία των αστικών περιοχών σχολάρχες και καθηγητές ήταν συνήθως άνθρωποι της εκκλησίας. Γι’ αυτό ας μην προσπαθούμε να κάνουμε σκορδαλιά χωρίς σκόρδο. Άλλωστε του Ευαγγελισμού είθισται να τρώμε μπακαλιάρο με σκορδαλιά. Χρόνια πολλά λοιπόν.

(Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα »Μακεδονία»)

https://enromiosini.gr/arthrografia/μαρτυρία-του-αγίου-παϊσίου-και-του-αγί/

Το επόμενο κείμενο είναι απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα» (1893).  «Σπόρκος» λέγεται αυτός που έχει μολυνθεί, που βρίσκεται σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου· μολυσμένος, επιχόλερος [< ιταλική sporco < λατινική spurcus.]

«Ἐναντίον τῆς χολέρας τοῦ 1865 διετάχθησαν ἐν Ἑλλάδι μακραὶ καὶ αὐστηραὶ καθάρσεις. Τότε τὰ νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια τοῦ τόπου δὲν ἤρκεσαν πλέον καὶ δὲν ἐκρίθησαν κατάλληλα διὰ τὸν σκοπὸν τῶν καθάρσεων, καὶ διετάχθη πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ συσταθῇ ἔκτακτον λοιμοκαθαρτήριον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου Τσουγκριᾶ. Τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου εἶχαν καταπλεύσει ὀλίγα πλοῖα. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἀριθμὸς τῶν κατάπλων ἐδιπλασιάσθη.

Τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα εἶχον ἔλθει πλείονα τῶν 30 μεγάλων ἱστιοφόρων, καὶ πάμπολλα μικρὰ καΐκια. Περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ὁ ἀριθμὸς τῶν βρικίων, καὶ μεγάλων σκουνῶν, τῶν καθαριζομένων περὶ τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ἀνῆλθεν εἰς πεντήκοντα, καὶ τὰ μικρὰ καΐκια ὑπερέβησαν τὰ ἑκατόν. Τὰ ἑκατὸν πεντήκοντα ταῦτα πλοῖα εἶχον φέρει πλείονας τῶν τρισχιλίων ἐπιβατῶν, ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρωμάτων. Ἔξω, εἰς τὸν Τσουγκριᾶν μεγάλη δραστηριότης ἐπεκράτει. Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης, ὅστις εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῶν παραπηγμάτων, εἶχεν ἀρχίσει μετὰ ζήλου τὴν ἐργασίαν του. Εἶχε συναινέσει χάριν τῆς ἐργασίας, νὰ «σπορκαρισθῇ»* ἑκουσίως, ἤτοι νὰ συγκοινωνήσῃ ἐξ ἀνάγκης μὲ τοὺς ἐν καθάρσει καὶ μετάσχῃ καὶ αὐτὸς τῆς καθάρσεως. Εἰς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην τὸν ἠκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων του τεκτόνων ἐργαζόμενοι ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐκάρφωνε μικρὰν δοκὸν ἐδῶ, μίαν σανίδα ἐκεῖ, καὶ εἶτα ἔτρεχε παρέκει. Ἤρχιζεν ἓν παράπηγμα, ἐκάρφωνε τρεῖς σανίδας διὰ τοῖχον, δύο πέταυρα διὰ στέγην, εἶτα τὸ ἄφηνεν ἀτελές, καὶ ἤρχιζεν ἄλλο παράπηγμα.

Ἀφοῦ εἶχεν ἐμπήξει ἕνα πάλον εἰς τὴν γῆν, ἀρκετὰ στερεὰ ὥστε νὰ μὴ ἀνατρέπεται ὑπὸ τοῦ ἐλαφροῦ ἀνέμου, καὶ ἀρκετὰ ρηχά, ὥστε νὰ σείηται ὅλος εἰς πᾶσαν ἐπαφήν, ἐκάρφωνεν ὁριζοντίως μίαν δοκίδα, ἐνεπήγνυε δεύτερον πάλον εἰς τὸ ἀμμῶδες ἔδαφος, ἐκάρφωνε μίαν σανίδα ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὴν ἄφηνεν ἀκάρφωτην ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος καὶ εἶτα μετέβαινεν εἰς ἄλλο παράπηγμα. Ἄφηνεν ἕνα τῶν τεχνιτῶν του, τὸν νεώτερον, ν᾽ ἀποτελειώσῃ τὸ παράπηγμα, καὶ αὐτὸς ἔτρεχε νὰ θεμελιώσῃ ἄλλο. Εἶτα μετεκάλει τὸν μαθητευόμενόν του εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε δώσει ἐντολὴν ν᾽ ἀποτελειώσῃ τὸ ἡμιτελὲς παράπηγμα, καὶ τὸν διέταττε νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸ δεύτερον, ἀφήνων μὲ δύο σανίδας καὶ μὲ τρεῖς ἀστηρίκτους δοκίδας κλονούμενον τὸ παλαιόν. Ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος εἶχε κατασκευάσει οὕτω πλείονα τῶν εἴκοσι παραπήγματα, μεγάλα καὶ μικρά, ἀλλ᾽ ὀλίγα τούτων εἶχον φατνωμένας μὲ σανίδας τὰς πλευράς, κανὲν δὲν εἶχε σκεπασμένην μὲ στέγην τὴν κορυφήν, ὅπως στεγάσῃ ἀνθρώπους. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πρωτοβρόχια ἤρχισαν πρώιμα, καὶ ἡ συρροὴ τῶν ταξιδιωτῶν ἦτο μεγάλη. Πολλοὶ τῶν ταξιδιωτῶν ἐπροτίμων νὰ μένωσιν ἐπὶ τῶν πλοίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἐστενοχωροῦντο νὰ μένωσι περισσότερον. Γυναῖκες, παῖδες καὶ κοράσια ὑπέφερον ἐπὶ τῶν πλοίων, ἂν καὶ ἦσαν ἠγκυροβολημένα ταῦτα.

Πάμπολλαι ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι εἶχον ἔλθει ἐσπευσμένως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ ἰστιοφόρου τὸ ὁποῖον ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν, ὀλίγαι οἰκογένειαι δυτικῶν καὶ λεβαντίνων, καί τινες ἑβραϊκαί. Πολλοὶ τῶν πλοιάρχων ἐξήσκουν τὴν φιλανθρωπίαν μὲ τὸ ἀζημίωτον, ἐπιβιβάζοντες εἰς τὰ σκάφη των ὅσον τὸ δυνατὸν πλείονας ἐπιβάτας.

Ὅπως συμβαίνει πάντοτε ἐν καιρῷ πανικοῦ φόβου, μέγας συνωστισμὸς καὶ σπουδὴ ἀλόγιστος καὶ τυφλὴ φυγὴ εἶχον ἐπέλθει. Ὁ πρῶτος σαστισμὸς τῆς φυγῆς εἶχε συναντήσει δεύτερον σαστισμόν, τὸν σαστισμὸν τῶν ἐπειγόντων μέτρων εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια. Ἔξω εἰς τὴν πολίχνην αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ εἶχον ἐκτελέσει τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ καὶ τὴν συμφωνίαν τῆς κατασκευῆς τῶν προσωρινῶν καταλυμάτων. Μέσα εἰς τὴν ἐρημόνησον, ὁ μαστρο-Στάθης ὁ Χερχέρης ἐφιλοτιμεῖτο νὰ κατασκευάσῃ πολλὰ παραπήγματα εἰς μίαν ἡμέραν καὶ κατεσκεύασε ἐντὸς δύο ἑβδομάδων πλεῖστα ἡμιτελῆ. Πέταυρον μισοκαρφωμένον, ἀποσπώμενον τὴν νύκτα, ἀπὸ τὸ φύσημα τῆς αὔρας, ἔπιπτεν εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς μισοκοιμισμένης γυναικὸς καὶ τοῦ πιπιλίζοντος τὴν θηλήν της βρέφους εἰς τὸ πλευρόν της.

Στύλος μισοεμπεπηγμένος εἰς τὸ ἀμμῶδες ἔδαφος, θιχθεὶς ἀπὸ τὸν τανυόμενον πόδα τοῦ ρέγχοντος ὑπτίου ἀνδρός, ἔπιπτεν ὁμοῦ μὲ ὅλον τὸ παράπηγμα, καὶ ἐπλάκωνε τὴν κοιμωμένην οἰκογένειαν, πλησίον τοῦ βάλτου, εἰς τὴν παραλίαν. Γογγυσμοὶ καὶ θρῆνοι ἤρχισαν ν᾽ ἀκούωνται ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Ἡ τερπνή, ἡ πρασινίζουσα πευκόφυτος καὶ ἐλαιόφυτος νῆσος, ἐφαίνετο ὡς μικρὰ γωνία πρῴην ἐρημικοῦ παραδείσου, εἰς ἣν ἐπέδραμον αἴφνης δαίμονες ὁδηγοῦντες κολασμένας ψυχὰς τὰς ὁποίας ἐτέρποντο νὰ βασανίζωσιν ἐν αὐτῇ τῇ Ἐδέμ, ὅπως καταστήσωσι σκληροτέραν τὴν κόλασιν.

Δὲν λέγομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἦσαν ἐκτάκτως κακοί. Ἀλλοῦ ἴσως εἶναι χειρότεροι. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον κακὸν ὀφείλεται ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἀνικανότητα τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἀληθεύει ὅτι, εἰς τὴν ἐρημόνησον, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς αὐτοσχέδιον λοιμοκαθαρτήριον, τὸ κρέας ἐπωλεῖτο ὑπὸ ἐλαστικῆς συνειδήσεως κερδοσκόπων ἀντὶ τριῶν δραχμῶν κατ᾽ ὀκάν, ὁ ἄρτος ἀντὶ ὀγδοήκοντα λεπτῶν καὶ ὁ οἶνος ἀντὶ δραχμῆς. Ὅσον διὰ τὸ νερόν, ἐπειδὴ τὸ μόνον πηγάδιον τὸ ὑπάρχον ἐπὶ τῆς ἐρημονήσου ταχέως ἐστείρευσε, κατήντησε νὰ πωληθῇ πρὸς δύο δραχμὰς ἡ στάμνα.

Φυσικά, ἡ μεγάλη πληθὺς τῶν ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιωτῶν ἦσαν ἄνθρωποι πτωχοί. Ὀλίγοι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν εὔποροι. Οἱ κερδοσκόποι ἀπέθετον τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὴν ἄκραν τῆς ἀπωτάτης ἀκτῆς τῆς ἐρημονήσου, ἐλάμβανον τὰ λεπτά των καὶ ἔφευγον. Ἡ χολέρα δυνατὸν νὰ κολλᾷ εἰς κάθε πρᾶγμα, ἀλλ᾽ εἰς τὰ χρήματα ὄχι.

Ἐλέχθη ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, τῶν παρασταθέντων τότε ὡς θυμάτων τῆς χολέρας, ἀπέθανον πραγματικῶς ἐκ πείνης. Ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρξεν ὅλως χολέρα. Ἀλλ᾽ ὑπῆρξε τύφλωσις καὶ ἀθλιότης καὶ συμφορὰ ἀνήκουστος. Οἱ ἄνθρωποι, ὅλοι πάσχοντες, ἐσκληρύνοντο κατ᾽ ἀλλήλων, εἰς ἐπίμετρον, καὶ καθίστων τὴν δεινοπάθειαν ἀπείρως μεγαλυτέραν. Οἱ εὔποροι ἐκ τῶν καθαριζομένων ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν πτωχῶν, καὶ ἐμέμφοντο αὐτοὺς ὡς παραιτίους τῆς δυστυχίας δι᾽ αὐτῆς τῆς παρουσίας των. Οἱ πτωχοὶ ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν εὐπόρων, καὶ τοὺς ᾐτιῶντο ὡς προκαλοῦντας τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων διὰ τῆς εὐπορίας των. Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιῶται ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν κατοίκων τῆς πολίχνης, καὶ τοὺς κατηγόρουν ἐπὶ ἀσυνειδήτῳ αἰσχροκερδείᾳ καὶ σκληρότητι, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δέκα μόνον ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τυχοδιωκτικῆς τάξεως, ἥτις πουθενὰ δὲν λείπει, ἦσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ οἱ σκληροὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας. Οἱ κάτοικοι τῆς πολίχνης ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν ταξιδιωτῶν, καὶ ἐμίσουν αὐτούς, διότι εἶχον ἔλθει νὰ τοὺς φέρωσι τὴν χολέραν. Κακὴ ὑποψία, δυσπιστία καὶ ἰδιοτέλεια χωροῦσα μέχρις ἀπανθρωπίας, ἐβασίλευε πανταχοῦ. Ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ φόβος τῆς χολέρας ἦτο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν.

Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χολέρα ἦτο μόνον πρόφασις, καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἡ ἀλήθεια. Τὸ δαιμόνιον τοῦ φόβου εἶχεν εὕρει ἑπτὰ ἄλλα δαιμόνια πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἶχε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀνθρώπων.»