Η Ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους

(Επιστολή του Ακαδημαϊκού Κων/νου Δεσποτόπουλου στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28-01-10) 

 

Κύριε διευθυντά,

Παλλάδιο ηθικό των Ελλήνων της γενεάς μου, η επί αιώνες πολλούς παρουσία του ελληνικού έθνους στην ιστορία της ανθρωπότητας, από τους προ Χριστού χρόνους έως την εποχή μας και με συμβολή μεγαλουργό κάποτε, αμφισβητείται και πάλι, από Ελληνες τώρα μάλιστα, και χαρακτηρίζεται έωλο θεώρημα, γέννημα του ελληνικού ρομαντισμού του ΙΘ΄ αιώνα είτε κατασκεύασμα ιδεολογικό της εκπαιδευτικής πολιτικής του νεοσύστατου κράτους.

 Δεν κατονομάζω πρόσωπα, εφόσον αδυνατώ να τα επαινέσω. Δεν ανέχομαι όμως την οικτρή αυτή απάρνηση της ιστορικής αλήθειας, συνοδευμένη, άλλωστε, και από την αξίωση να εισαχθεί στα διδακτικά βιβλία της Ιστορίας. Επικαλούμαι, λοιπόν, τα εξής προς τους διδασκάλους της Ιστορίας ή και προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο:

1. Ο φιλόσοφος Πλήθων, στον 15ο αιώνα, είχε ζητήσει, πριν από την Αλωση, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, να ανακηρυχθεί Βασιλεύς των Ελλήνων, ώστε και να συμμορφωθεί προς την ιστορική τότε πραγματικότητα.

2. Ο πρώτος μετά την Αλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απευθυνόμενος στους μοναχούς της Πάτμου, τονίζει προς αυτούς ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υπόδουλου Γένους.

3. Ο Ιανός Λάσκαρις και άλλοι Ελληνες λόγιοι στην Ιταλία, πολύ πριν από τον 19ο αιώνα, όχι μόνο διδάσκουν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και με αμείωτο ζήλο επιδιώκουν να προκαλέσουν πολεμική επιχείρηση των Δυτικοευρωπαίων για την απελευθέρωση των συγχρόνων τους Ελλήνων.

4. Στον 17ο αιώνα, ο Ελληνας Επίσκοπος Βελιγραδίου έγραφε για τον σύγχρονό του φιλόσοφο Θεόφιλον Κορυδαλλέα ότι δεν υστερεί όχι μόνο των διάσημων τότε φιλοσόφων της Ιταλίας, αλλά και των ημετέρων φιλοσόφων της αρχαίας εποχής.

5. Ο μέγας ζωγράφος Θεοτοκόπουλος, στον 17ο αιώνα, ονομάζεται για τους Ευρωπαίους «Ελ Γκρέκο», ο Ελληνας με όσα ένδοξα υποβάλλει τότε η λέξη αυτή, ενώ και υπενθύμιζε την ύπαρξη του Γένους των Ελλήνων, μεγαλουργού άλλοτε και υπόδουλου τότε.

6. Αλλά και στον 18ο αιώνα, Ελληνες έμποροι και λόγιοι, που ζούσαν και δρούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη σημερινή Ρουμανία, διατηρούσαν ακμαίο το ελληνικό φρόνημά τους, μάλιστα ήκμαζαν τότε οι «Αδελφότητες» Ελλήνων στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

7. Ο Διονύσιος Σολωμός, στον Υμνον εις την Ελευθερίαν, γραμμένον πριν να υπάρξει ακόμη ελληνικό ανεξάρτητο κράτος, όχι λοιπόν ως φερέφωνο της εκπαιδευτικής πολιτικής του, αναφέρεται σε «περασμένα μεγαλεία» και χαρακτηρίζει «σαν πρώτα αντρειωμένη» την ελευθερία, δηλαδή εμπνέεται από την ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους.

8. Ο φιλελληνισμός, το υπέροχο αυτό κίνημα των ηθικά αισθαντικών Ευρωπαίων και Αμερικανών, εξηγείται μόνο από την πεποίθησή των ότι ένα μεγαλουργό στους αρχαίους χρόνους έθνος έχει εξεγερθεί για την απόσειση της επί αιώνες δουλείας του.

9. Εκφραστικότατο είναι και ό,τι διακήρυξε ο ραδιοσταθμός της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1940: Οι Ελληνες στην Πίνδο έγραψαν νέον Μαραθώνα. Και ο ρωσικός φιλελληνισμός υπάρχει έντονος ήδη από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

10. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συγκινητική αντοχή του ελληνικού φρονήματος συμπαγών ελληνικών πληθυσμών υπό εξουσία τουρκική επί αιώνες σε περιοχές των εσχατιών της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου, όπου η τοπική ελληνική γλώσσα διατήρησε χαρακτηριστικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής πολύ έκδηλα.

Η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι διάτορα μαρτυρημένη από την ιστορική πραγματικότητα και δεν είναι απλώς εφεύρημα του «ελληνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα», προς ιδεολογική στήριξη «εθνικών επεκτατισμών», όπως επιπόλαια γράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα. Στον 19ο αιώνα συζητήθηκε απλώς η «διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους» με αφορμή την αμφισβήτησή της από μη Ελληνες. Πριν δεν συζητούσαν γι’ αυτήν, καθώς δεν συζητεί κανείς για τα δεδομένα και αυτονόητα.

Οι πολέμιοι της ιστορικής αλήθειας για την αδιάκοπη επί αιώνες πολλούς ύπαρξη του ελληνικού έθνους δεν επιτρέπεται να συγχέουν τη λεγόμενη συχνά «προγονοπληξία» με τη νηφάλια επίγνωση από τους σημερινούς Ελληνες των αρχαιότατων εθνικών τίτλων τους, εμπνευστική μάλλον προς εθνική αξιοπρέπεια ή και υποκινητική σε προσπάθεια για ιστορική μεγαλουργία.

Στους αρχαίους Ελληνες διάχυτη κατά Ηρόδοτον ήταν η πίστη ότι «απεκρίθη εκ παλαιτέρου του βαρβάρου έθνεος το ελληνικόν, εόν και δεξιώτερον και ηλιθίου ευηθείης απηλλαγμένον μάλλον». Η πίστη αυτή όμως δεν τους εμπόδισε να μεγαλουργήσουν.

Κωνσταντινος Δεσποτόπουλος – Ακαδημαϊκός – πρώην υπουργός Παιδείας

 

https://parisis.wordpress.com/2016/02/08/%CE%BF-%CE%BA-%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B9/

1.050.000 ΘΥΜΑΤΑ

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΠΟΝΤΙΩΝ

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ

Τα οψώνια της αμαρτίας ο θάνατος.

Ευαγγέλιον

 

Ματαιότης ματαιοτήτων και τα πάντα ματαιότης.

Μη πεποίθατε επ' άρχοντας, επ' υιούς ανθρώπων,

οις ουκ' έστι σωτηρία. Έστι δίκης οφθαλμός, όστις

τα πάντα εφορά...

 

     Εις την άκραν ενός αποκέντρου κήπου της Αγκύρας περί τα μέσα της νυκτός  του Μαϊου του 1922 εκάθητο πάνοπλος ο Τοπάλ-Οσμάν, αμπαραστατούμενος υπό 10 εμπίστων και θαρραλέων οπαδών αυτού. Εταλάνισεν αυτός εαυτόν και είδεν ότι υπήρξε μηδέν. Ως εν καλειδοσκοπίω προήλασαν προ αυτού όλα τα τερατουργήματά του, αι αραί και οιμωγαί των αποθνησκόντων, τα αθώα, άπερ έχυσεν αίματα, τα δάκρυα. τα θαλερά των γονέων και συζύγων, των παίδων και αδελφών και εγνώρισεν, ότι βραχύς ήτο ο ανθρώπινος βίος και μάλιστα των κακούργων το τέλος φοβερόν και απαίσιον. 

Εσκέφθη, ότι αν παρουσιασθή προ της δικαιοσύνης και εκθέση την καθαράν αλήθειαν (του φόνου του βουλευτού Τραπεζούντος Αλή Σουκρή-Βέη), ουδέν σημείον μαρτυρίας είχε και συνεπώς ουδόλος ηδύνατο να βλάψη τον Μουσταφά-Κεμάλ καθότι ο τουρκικός λαός  τυφλός ανέκαθεν, τυφλώς λατρεύει και τον άρχοντά του, αδιάφορο αν είναι ούτος κακούργος, τυχοδιώκτης, μέθυσος, γυναικοθήρας, παιδεραστής. Έλαβε το επισκεπτήριον του Κεμάλ και ανέγνωσεν την λέξη «φύγε» , εννόησεν ότι ήτο εν χρυσούν γλυκόπικρον καταπότιον και εγέλασε δια την απιστίαν του.

Το να φύγη ήτο αδύνατον διότι η Άγκυρα πανταχόθεν περιεζώσθη δια στρατευμάτων. Το μόνο σωτήριον έκρινε να κρυφθή, αλλά που; Τις θα ετόλμα να δώση αυτώ φιλοξενίαν; Και που; Εσκέφθη, ότι εις την απόκεντρον χριστιανικήν συνοικίαν ηδύνατο παρά  τω εκεί γέροντι Έλληνι εφημερίω να καταφύγη και διασωθή και μετά μυρίων προφυλάξεων έφθασεν εκεί. Εύρε την θύραν ανοικτήν και πριν η ο ιερεύς ερωτήση αυτόν περί της παρουσίας του ήρξατο τον εξής πανηγυρικόν: «Πάτερ, είμαι ο Τοπάλ-Οσμάν της Κερασούντος, ο σφαγεύς των εν Πόντο χριστιανών, ως μη ώφελε, πολλούς εφόνευσα, κατεδίωξα, απηγχόνησα, αλλά το Ευαγγέλιον, το ιερόν σας βιβλίον  Σας λέγει: αγαπάτε τους εχθρούς ημών και συνεπώς καταδιωκόμενος ζητώ την φιλοξενίαν».

Προθύμως δέχομαι, είπεν ο ιερεύς, αλλά καθ' εκάστην γίνεται εν τω οίκο μου υπό της αστυνομίας, ότι φυλάττω φυγοστράτους συγγενοίς μου. Καλλίτερον είναι εις την απέναντι κατεστραμμένην οικία να εύρητε ασφαλές καταφύγιον. Ουδείς θα υποψιασθή την εκεί παρουσίαν σας. Εγώ αναλαμβάνω την διατροφήν σας. «Έστω» είπεν ο Τοπάλ και κατεφίλισε τας χείρας αυτού με τα δακρύων, ήσαν δάκρυα μετανοίας αλλά κατόπιν εορτής. Κατέφυγεν λοιπόν εκεί και ωχυρώθη μετά των συνάθλων αυτού. Αλλ' η πόλις ήτο ανάστατος και διαταγαί εδόθησαν ίνα ευρεθή ο κακούργος.

Κακή τη μοίρα του, γυνή τις χωρική, δια φυσικήν ανάγκην μεταβάσα εκεί, τον εγνώρισεν και ειδοποίησε την αρχήν, ήτις διά των οργάνων της περιεκύκλωσεν το κρυσφήγετό του.Πόλεμος φοβερός εγένετο εκεί. Ο Τοπάλ εννοήσας ότι έφθασε το τέλος του, απεφάσισε την εξόντωσιν πλειότερων. Οκτώ στρατιώται εύρον τον θάνατονκαι τέσσαρες εκ των οπαδών του Οσμάν.

 Επί τέλους τολμηρός λοχίας εφύτευσεν εις το στήθος του τέσσαρες σφαίρας και εξήπλωσεν αυτόν. «Άτιμε κόσμε, άτιμε Κεμάλ, εφώνησεν ο Τοπάλ, τοιούτον τέλος εύχομαι και διά σέ» είπε και εξέπνευσεν. Αλλ' η ανθρώπινη δικαιοσύνη  δεν περιωρίσθη μέχρι του σημείου τούτου και ο αποφασισθής νόμος  έδει να εφαρμοσθή. Ελήφθη το πτώμα του και εκρεμάσθη προ του μεγάρου της Βουλής, ίνα ικανοποιηθή ο λαός της Τραπεζούντος και ίνα επιβραβευθή διά εκατομυριοστήν φοράν το του Ευαγγελίου:

Ότι οι λαβώντες μάχαιραν, εν μάχαιρα απωλούνται.

 

 Από το υπέροχο βιβλίο του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη του Κάνεως, Ποντιακά Ιστορικά Ανάλεκτα των εκδόσεων Αδελφών Κυριακίδη. Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.e-istoria.com

  

 

 eoka ta nea040509

«ΓIATI ήθελαν να πεθάνουν;»

10 Μαΐου 1956

 

     «ΓIATI ήθελαν να πεθάνουν;», με ρώτησε καθώς κουλουριαζόταν στο ζεστό της κρεβατάκι, κοιτάζοντας με τα γεμάτα απορία ματάκια της. Δέκα μόλις χρονών η Ειρήνη έφυγε γεμάτη απορίες από την επίσκεψη της τάξης της στα Φυλακισμένα Μνήματα. «Δεν φοβόντουσαν κλεισμένοι σε εκείνες τις φυλακές;», «Η μητέρα τους δεν έκλαιγε;», «Δεν πονούσαν όταν απαγχονίζονταν;»

Της εξήγησα ότι οι ήρωες βάζουν πάνω από όλα την πατρίδα και της μίλησα για τα κρατητήρια, για τους μαθητές που ξεχύνονταν στους δρόμους για να διεκδικήσουν την ελευθερία.

«Θα ήθελα να ζω εκείνη την εποχή». Η απάντησή της με σόκαρε. Της είπα ότι οι ήρωες δεν γίνονται πάντα με τα όπλα και τους σκοτωμούς, ότι σήμερα, εποχή του διαλόγου και του σεβασμού μας βοηθά να διεκδικήσουμε με άλλο τρόπο την ελευθερία. Δεν το κατάλαβε.

 

«Απεδείχθη πλέον ότι, αι ίδιαι δυνάμεις της βαρβαρότητος, αι οποίαι οργίασαν κατά τον προηγούμενον πόλεμον υπό τας στολάς των Ναζί, οργιάζουν και σήμερον κατά τον ίδιον τρόπον υπό τας στολάς και τα διακριτικά του αγγλικού στέμματος»

(Εφημερίδα «Τα Νέα», των Αθηνών, 10 Μαΐου 1956).

eoka 4

νρ καττν φύσεως νόμον τν νδρα κλαίω·

δν χύνονται τδάκρυα ματαίως πτν τάφον τν εδοκίμων.

ΚΑΛΒΟΣ

      ...τα μεσάνυχτα το μήνυμα διαδίδεται από θάλαμο σε θάλαμο. Οι Άγγλοι στρατιώτες άνοιξαν το κελί του μελλοθανάτου και τον μεταφέρουν στην αγχόνη. Είναι ο Μιχαλάκης Καραολής, ο πρωτομάρτυρας του Κυπριακού Αγώνος. Αγέρωχος και ψύχραιμος οδηγείται προς το μαρτύριο. Λίγο πριν είχε εξομολογηθεί στον ιερέα των Φυλακών και είχε κοινωνήσει. Την ώρα που ο Τουρκοκύπριος δήμιος ανοίγει την μακάβρια καταπακτή οι Φυλακές σείονται από συνθήματα και από τον Εθνικό μας Ύμνο. Λίγο αργότερα η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Νέα αγωνία, νέα συνθήματα, πάλι ο Εθνικός Ύμνος. Αυτή την φορά το παλικάρι που οδηγείται στην αγχόνη λέγεται Ανδρέας Δημητρίου. Από τότε οι δύο τους αποτελούν αχώριστο δίδυμο στην ιστορική μνήμη και στην καρδιά των Νεοελλήνων. Η Ελλάδα και η Κύπρος γέμισαν δρόμους κι πλατείες με το όνομα Καραολή και Δημητρίου. Κι ο Αγώνας φούντωσε. Το παράδειγμα των δύο νέων που έδωσαν την ζωή τους για την Ελευθερία και την Αυτοδιάθεση-Ένωση χαλύβδωσε πολλούς άλλους. Ο Ελληνισμός ολόκληρος οφείλει ευγνωμοσύνη σ' αυτά τα παιδιά και σε όλη την γενιά των αγωνιστών της ΕΟΚΑ του 1955-59. Μας χάρισαν την τελευταία ένδοξη σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας. Ανεδείχθησαν πρότυπα ηρώων για τις παρούσες και τις μέλλουσες γενεές.

 

eoka 1

 

Δεν τον τρομάζουν τα κελιά

δεν τον τρομάζει ο χάρος

μονάχα στη μανούλα του

ζητά να δώσουν θάρρος

 

eoka mixahlkaraolhs

    Τόσο ο Καραολής όσο και ο Δημητρίου υπήρξαν γόνοι φτωχών και άσημων οικογενειών. Οι γονείς τους πάλευαν για την επιβίωση της οικογένειάς τους, μέσα σε πολύ δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Όσοι έζησαν τη δεκαετία του 1950, αλλά και πιο πριν, ξέρουν τι σημαίνει πείνα και δυστυχία. Ο αγώνας για το μεροκάματο από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν το καθημερινό, ολόχρονο πρόγραμμα της μεγάλης πλειοψηφίας του κυπριακού λαού. Στο χωράφι, στο αμπέλι, στο κουτσοδούλι .

Παρ' όλες, όμως, τις δυσκολίες της ζωής, οι γονείς των δυο ηρώων, έβαλαν τα παιδιά τους στο δρόμο της πίστεως και της πατρίδας. Πιο δύσκολος υπήρξε ο ρόλος της μητέρας του Δημητρίου, Ευδοκίας, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν ο ήρωας ήταν πέντε χρονών. Με βάση την αγωγή των γονιών, λοιπόν, αλλά και τη μάθηση στο σχολείο, στις καρδιές των δυο ηρώων σιγόκαιε πάντα η λαμπάδα της λευτεριάς και αυτό που χρειαζόταν για να εκραγούν, να επαναστατήσουν, ήταν να τους δώσουν το μεγάλο πυρσό κάποιοι άλλοι. Πράγματι, αυτό έγινε πολύ πριν από την 1η Απριλίου '55. Μυήθηκαν οι ήρωες στον αγώνα και άρχισαν να εργάζονται εντατικά γι' αυτόν, ώστε την ώρα έναρξης της απελευθερωτικής προσπάθειας αποτελούσαν σημαντικά κλειδιά στους μηχανισμούς του μεγάλου κινήματος.

flag 2

Ο Μιχαλάκης Καραολής

Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι Ορεινής το 1933, οι δε προετοιμασίες για τον απελευθερωτικό αγώνα το 1954, τον βρήκαν να εργάζεται στο Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος, στη Λευκωσία. Τον Ιούνιο του 1955, ο Καραολής ανατίναξε το Γραφείο, τοποθετώντας ωρολογιακή βόμβα σ' αυτό μέρα Κυριακή, για να μην υπάρξουν θύματα. Ο ήρωας, μαζί με άλλους συναγωνιστές του, υπό την επίβλεψη του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, προέβη επίσης σε σειρά άλλων ενεργειών στην πρωτεύουσα, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση εχθρών του αγώνα. Σε μια τέτοια περίπτωση, την Κυριακή 28 Αυγούστου '55, τριμελής ομάδα, από τους Καραολή, Ανδρέα Παναγιώτου και Γιώργο Ιωάννου, εκτέλεσε στην Οδό Λήδρας Έλληνα συνεργάτη των Άγγλων, λοχία του Σπέσιαλ Μπραντς (Ειδικού Κλάδου), που ήταν ένας από πλέον σκληρούς διώκτες της ΕΟΚΑ.

Την ώρα εκείνη γινόταν συγκέντρωση του ΑΚΕΛ στη διπλανή αίθουσα της «Αλάμπρας» - το γνωστό γυναικοπάζαρο της Λευκωσίας. Από τους πυροβολισμούς των αγωνιστών προκλήθηκε σύγχυση μεταξύ πολλών αριστερών που βρίσκονταν στην περιοχή. Ενώ, λοιπόν, ο Καραολής και ο Παναγιώτου, που χρησιμοποίησαν τα πιστόλια τους, έτρεχαν σε σημείο της Λήδρας για να πάρουν τα ποδήλατά τους και να φύγουν, παριστάμενοι, μη γνωρίζοντας ακριβώς τι συνέβαινε, προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Ο Παναγιώτου, προτάσσοντας το πιστόλι του κατόρθωσε να απομακρυνθεί, ο Καραολής, όμως, δεν το πέτυχε ακριβώς, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ποδήλατο και να απομακρυνθεί τρέχοντας. Εξ αιτίας αυτού, οι Άγγλοι βρήκαν στα αρχεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ότι το ποδήλατο ανήκε σ' αυτόν, αφού τότε οι αριθμοί κατασκευής των ποδηλάτων ήταν καταγραμμένοι στα βιβλία του Τμήματος. Έτσι ο Καραολής καταζητήθηκε και έπρεπε, με βάση την τακτική του Διγενή, να καταφύγει στο αντάρτικο.

Ενώ, λοιπόν, οι Άγγλοι τον καταζητούσαν, ο Καραολής ετοιμαζόταν να πάει στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου, στον Πενταδάκτυλο, αφού, στο μεταξύ, έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια από την ΕΟΚΑ να καταστρέψει με βόμβα το ποδήλατο του αγωνιστή, σε αποθήκη της Αστυνομίας. Αρχές Σεπτεμβρίου '55, ο Καραολής ξεκινούσε με αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ανδρέας Χριστούδης, για να πάει στην ομάδα Αυξεντίου, έχοντας στην τσέπη του συστατικό σημείωμα της ΕΟΚΑ προς τον Αυξεντίου. Το σημείωμα ήταν χειρόγραφο, γραμμένο από τον Αβέρωφ της ΕΟΚΑ, Γιαννάκη Δρουσιώτη, βοηθό του Διγενή στα πρώτα στάδια του αγώνα.

Στο δρόμο προς το Λευκόνοικο, στο τουρκικό χωριό Τζάος, ο Καραολής συνελήφθη από Τούρκους αστυνομικούς σε οδόφραγμα. Ακολούθησε η δίκη του στο Έκτακτο Κακουργιοδικείο της Λευκωσίας, το οποίο και τον καταδίκασε σε θάνατο. Η καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα δυο καταθέσεων Τούρκων ψευδομαρτύρων, αλλά και της φανερής προκατάληψης των Άγγλων δικαστών και του «δικηγόρου του Στέμματος», που δεν ήταν άλλος από το γνωστό Ραούφ Ντενκτάς.

Κατά το διάστημα της δίκης του Καραολή και μέχρι την καταδίκη του, τα τέλη Νοεμβρίου '55, η ΕΟΚΑ κατέβαλε πολλές προσπάθειες για απόδρασή του από τις Κεντρικές Φυλακές. Ούτε αυτό πέτυχε, για διάφορους λόγους, για ν' ακολουθήσει η απόρριψη της έφεσης του Καραολή και η απόρριψη της αίτησης των δικηγόρων του από το Ανακτοσυμβούλιο της Αγγλίας, τον Απρίλη του 1956. Με βάση αυτά, δυστυχώς για τον Καραολή, άλλος δρόμος δεν έμεινε παρά να μαρτυρήσει στην αγχόνη των αποικιοκρατών.

 eoka 5

Ο Αντρέας Δημητρίου

Ο Ανδρέας Δημητρίου καταγόταν από τον Άγιο Μάμα Λεμεσού. Γεννήθηκε το 1934 και καταδικάστηκε σε θάνατο, με την κατηγορία ότι πυροβόλησε και σκότωσε Άγγλο στην Αμμόχωστο, στις 28 Νοεμβρίου 1955. Δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, έκανε έφεση, απορρίφθηκε, όπως απορρίφθηκε και η αίτηση για χάρη, την οποία υπέβαλαν οι δικηγόροι στον Κυβέρνητη Χάρνιγκ. Η δράση του Δημητρίου στην ΕΟΚΑ ήταν πολυσήμαντη. Ήταν δραστήριος και θαρραλέος και δεν δίσταζε να ρισκάρει ακόμα και τη ζωή του, για να πετύχει η όποια επιχείρηση αναλάμβανε. Μια από τις επιχειρήσεις στις οποίες πρωταγωνίστησε ήταν και η αρπαγή όπλων από τις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου, στις οποίες εργαζόταν. Η επιχείρηση πέτυχε απόλυτα και η ΕΟΚΑ ενισχύθηκε σημαντικά.

Σκληρά αντίποινα

Τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου ακολούθησαν σκληρά αντίποινα της ΕΟΚΑ, που ήταν η εκτέλεση δυο Άγγλων στρατιωτών - των Γκόρντον Χιλ και Ρόναλντ Σίλτον - τους οποίους η Οργάνωση είχε απαγάγει και κρατούσε. Τα πτώματα των στρατιωτών αυτών βρέθηκαν αργότερα, στην περιοχή Πενταδακτύλου και στο Πραστειό Μεσαορίας, αντίστοιχα. Η ΕΟΚΑ σχεδίασε επίσης επίθεση κατά του αστυνομικού σταθμού Παλαιχωρίου, που θα γινόταν την ημέρα του απαγχονισμού των δυο ηρώων. Λόγω του ότι, όμως, οι Άγγλοι είχαν ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό τη φρουρά του σταθμού, η ομάδα που σχεδίασε την επιχείρηση δεν ρίσκαρε και το ανέβαλε. Στην Ελλάδα, βίαιες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και χιλιάδων διαδηλωτών, που διαμαρτύρονταν για τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου, είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο τεσσάρων ατόμων και των τραυματισμό πέραν των 200.

Στην Αγγλία, η κοινή γνώμη αντιμετώπισε με αίσθημα φρίκης τους απαγχονισμούς. Η εφημερίδα «Ντέιλι Χέραλντ», εκφραστικό όργανο του Εργατικού Κόμματος, επέκρινε την απόφαση για τους απαγχονισμούς και πρόσθετε: «Πρόκειται περί επαναλήψεως των σφαλμάτων, τα οποία διαπράχθηκαν στην Ιρλανδία. Η Κύπρος έχει εξεγερθεί και η ειρήνη δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί στη νήσο, παρά με την υποστήριξη του κυπριακού λαού. Η σημερινή πολιτική δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε οτιδήποτε άλλο, παρά στη συμφορά».

Οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 10 Μαΐου 1956 τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο μαζί με τον Ανδρέα Δημητρίου. Εκτελέστηκε πρώτος λέγοντας: "Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, αφού εγώ δεν βρίσκω λόγο για να με κλαίω, ούτε οι συγγενείς μου πρέπει να με κλαίνε.

Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν στην οικογένειά του να πάρει το σώμα του και να το θάψει, αλλά αντ' αυτού το έθαψαν οι ίδιοι σε ένα περιφραγμένο χώρο εντός των φυλακών, τα λεγόμενα Φυλακισμένα Μνήματα. Η εκτέλεση αυτών των Κυπρίων αγωνιστών προκάλεσε εντονότατο ρεύμα αγανάκτησης σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκαν πολλές συγκεντρώσεις και πορείες. Τιμής ένεκεν ο Δήμος Αθηναίων μετονόμασε την οδό Λουκιανού όπου και το οίκημα της Αγγλικής Πρεσβείας σε οδό Καραολή και Δημητρίου, το ίδιο έπραξε και ο Δήμος Πειραιά μετονομάζοντας την οδό Ναυάρχου Μπητ στη σημερινή οδό Καραολή και Δημητρίου.

Ο Μιχαλάκης Καραολής κατά την διάρκεια της κράτησης του ανέφερε σε ένα γράμμα προς τους φίλους του τα παρακάτω:

Τα ελληνόπουλα δεν ξέρουν μόνο πως πρέπει να ζουν.

Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν και πως την πατρίδα να τιμούν.

Σας ευχαριστούμε! Αιωνία σας η μνήμη.

flag 1

ΤΟΠΑΛ ΟΣΜΑΝ

Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ

ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ

 

   ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΤΑΚΤΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ που σχηματίστηκαν τούτο τον καιρό σε διάφορα μέρη τού Πόντου, η πιο τρο­μερή, και με τη φρικιαστικότερη δράση, ήταν τού Τοπάλ Οσμάν, τού κουτσού βαρκάρη από την Κερασούντα που έγινε το δεξί χέρι τού Μουσταφά Κεμάλ στο εξοντωτικό έργο του εναντίον των Ρωμιών της Μαύρης θάλασσας.

Στις 2 Απριλίου, ο αιμοβόρος τούτος αρχιτσέτης, που βρισκόταν μαζί με τους 800 τσέτες του στην περιοχή τού Ευφράτη ποταμού για να καταπολεμήσει μια τοπική εξέ­γερση των Κούρδων, πήρε τηλεγραφική διαταγή από τον αφέντη του της Άγκυρας Μουσταφά Κεμάλ πασά, να γυ­ρίσει στον Πόντο και να βαδίσει εναντίον των ανταρτών της Σαμψούντας. Ο Τοπάλ Οσμάν πήρε τα οπλισμένα σαν αστακούς δολοφονικά όργανά του και τράβηξε προς τα δυ­τικά. Κατά τη διαδρομή του, αφού έσπειρε τη φωτιά και το θάνατο στον ανατολικό και στον κεντρικό Πόντο, σίμωσε στο δυτικό.

Φτάνοντας στη Νεοκαισάρεια, το πρωί της 8ης Απρι­λίου, έπιασε όλους τους Ρωμιούς κατοίκους, τους έβγαλε έξω από την πόλη και τους ντουφέκισε ομαδικά!

Συνεχίζοντας τη ματωμένη πορεία του, με τα κανιβα­λικά στίφη, έφτασε έπειτα από δυο μέρες στην Έρμπαγα. Κύκλωσε την πόλη και αμόλησε τα ανθρωπόμορφα θηρία του στους δρόμους. Ένα όργιο θανάτου και βιασμού ακολούθησε. Όσες γυναίκες έπεφταν στα χέρια των κακούργων, βιάζον­ταν και σφάζονταν, ενώ οι άντρες συγκεντρώνονταν σε με­γάλα σπίτια και εκεί θανατώνονταν άγρια με στραγγαλισμό. Μια βδομάδα κράτησε το μακελειό τούτο. Δεν έμεινε ούτε ένας άντρας ζωντανός. Μέσα σ' ένα αρχοντικό στραγγαλί­στηκαν πάνω από τετρακόσια άτομα! Σ' ένα άλλο κατακρεουρ­γήθηκαν πενήντα!... Τα γυναικόπαιδα που πιάστηκαν, στάλ­θηκαν σε λίγες μέρες εξορία, για να πεθάνουν τα μισά από τις ταλαιπωρίες τού δρόμου, την πείνα και τις αρρώστιες...

Στις 18 τού μηνός ο αποτρόπαιος αρχιτσέτης μάζεψε τους κακούργους του και τράβηξε για το Λαντίκ, έτοιμος να συ­νεχίσει το κολασμένο όργιό του. Οι Τούρκοι όμως χωρικοί της περιφέρειας, για να προστατέψουν τον «Ταμερλάνο» από την εκδίκηση των ανταρτών, τον συμβούλεψαν να μην πε­ράσει από το μπογάζι τού Τεστλέ, γιατί εκεί σιμά είχε το λημέρι του ο περιβόητος καπετάνιος Κοτζά Αναστάς. Μό­λις τα άκουσε αυτά ο θρασύδειλος αρχιδολοφόνος, ταράχτηκε φοβερά. Στην ιδέα ότι θα αναγκαζόταν να τα βάλει με οπλι­σμένους άντρες, δείλιασε! Έκρινε πιο φρόνιμο να αποφύγει τη σύγκρουση, να συμμορφωθεί με τη συμβουλή των χωρι­κών και να αλλάξει δρόμο.

Πήρε λοιπόν την αριστερή όχθη τού Λύκου ποταμού και τράβηξε κατά τα νοτιοδυτικά. Καθώς βάδιζε όμως με σκυφτό το κεφάλι καβάλλα στο άλογο του, τον κυρίεψε ξαφνικά η λύσσα τού μη ικανοποιημένου πόθου να συντρίψει ένα θρυ­λικό καπετάνιο, όπως ήταν ο Κοτζάκ Αναστάς. Κόντεψε να πλαντάξει από το κακό του και για να ξεθυμάνει κάπως, όταν έφτασε έξω από ένα ρωμαίικο χωριό της περιοχής, το Κίρκ-χαρμάν, έδωσε διαταγή στους δημίους να το καταστρέψουν συνθέμελα! ΟΙ ματοβαμμένοι λύκοι του όρμησαν μέσα στο χωριό, μάζεψαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν, τα συγκέντρωσαν μέσα σε μερικά μεγάλα σπίτια και ρίχνοντας κατόπιν πετρέ­λαιο στους τοίχους, τα έδωσαν φωτιά!... θρήνος και κοπετός ακολούθησε, καθώς καίγονταν ζωντανοί γέροι, γυναίκες, παι­διά και κοπέλλες, μέσα στα φλεγόμενα σπίτια! Τρεις γυναί­κες που προσπάθησαν να ρίξουν έξω τα μικρά παιδιά τους, για να τα σώσουν από το φριχτό θάνατο της φωτιάς, δέ­χτηκαν τα πυκνά πυρά των κακούργων, πριν ακόμα ξεμυτίσουν από τα παράθυρα.

Από το Κίρκ - χαρμάν, που παραδόθηκε ολόκληρο στις φλόγες, ο Τοπάλ Οσμάν αγάς τράβηξε για τη Μερζιφούντα. Όταν έφτασε μέσα στην πόλη, τα στίφη του ξεχύ­θηκαν στους ρωμαίικους μαχαλάδες και έκαψαν, μέσα σε πέντε μονάχα ώρες, τα χίλια οχτακόσια σπίτια μαζί με τους κατοίκους... Όσοι προσπάθησαν να γλυτώσουν από τον κλοιό της φωτιάς, τρέχοντας στο ποτάμι για να σβήσουν τα φλεγό­μενα ρούχα τους, τουφεκίστηκαν επί τόπου!... Ολόκληρη η περιοχή των ρωμαίικων μαχαλάδων έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο, που έκανε να φρικιάσουν ακόμα και οι ίδιοι oι Τούρκοι της μαρτυρικής πολιτείας.

Μετά τη Μερζιφούντα, ο κολασμένος αγάς τράβηξε για τη γειτονική Κάβζα και έκανε ακόμα χειρότερα όργια. Εκείνες τις μέρες συνέπεσε οι Ρωμιοί αντάρτες της περιο­χής Πάφρας να κάψουν ένα τούρκικο χωριό για να εκδικη­θούν την εξορία των οικογενειών τους. Οι Τουρκάλες τού καμένου χωριού ήρθαν στην Κάβζα για να παραπονεθούν στις αρχές της πόλης. Ο Τοπάλ Οσμάν, που ήταν από πριν αποφασισμένος να συνεχίσει το μακελειό του, θεώρησε, την εμφάνιση των γυναικών αυτών, σαν πολύ καλή ευκαιρία για να δείξει πως είναι τάχα υπερασπιστής των ομοεθνών του. Ως τώρα σκότωνε και έκαιγε απροσχημάτιστα και απρό­κλητα. Πως να χάσει τώρα την ουρανοκατέβατη αφορμή; Έδωσε λοιπόν διαταγή στα καθάρματά του να μαζέψουν όλους τους Ρωμιούς της Κάβζας και να τους εξοντώσουν μέχρι τον τελευταίο με τη φωτιά και με το σίδερο.

Το μεγάλο μπλόκο έγινε τη νύχτα. Οι αποθηριωμένοι τσέτες χύθηκαν σα λιμασμένα τσακάλια στα ρωμαίικα σπί­τια και αρπάζοντας από τα κρεβάτια τα γυναικόπαιδα, τα μάζεψαν στα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας. Οι άντρες της πόλης, από δεκατεσσάρων χρονών και άνω, ευτυχώς γι' αυ­τούς, βρίσκονταν εξορία στο Μαράς του Κουρδιστάν και δεν παραβρέθηκαν στο κακό, για να γίνουν μάρτυρες και θύ­ματα του.

Από τα λουτρά της Αγίας Βαρβάρας, οι τσέτες έπαιρναν λίγα - λίγα τα γυναικόπαιδα και τα έσφαζαν! Όλη τη νύχτα τα μαχαίρια δούλευαν. Η Κάβζα έγινε ένα απέραντο σφαγείο. Το σύθρηνο, οι οιμωγές και οι κραυγές των μαρτυ­ρικών κατοίκων της ξέσχιζαν σε χίλια κομμάτια τη μαύρη νύχτα. Οι χτηνώδεις μακελάρηδες έκοβαν, θέριζαν, θανά­τωναν και κατόπιν σήκωναν τα πτώματα των σφαγμένων με τα κάρα και τα έρριχναν στα πηγάδια!...

Όσα γυναικόπαιδα κατάφεραν να κρυφτούν στα υπόγεια, αμέσως μόλις είχαν ακούσει τις πρώτες σπαραχτικές φωνές μέσα στη νύχτα, ανακαλύφτηκαν το πρωί από τους τσέτες. Όταν τα έπιασαν όλα, τα έβγαλαν έξω από την πόλη, τα συγκέντρωσαν σ' ένα χωράφι και μετά τα έβαλαν στο δρόμο τάχα για να τα πάνε εξορία. Φτάνοντας όμως σιμά στη φάμπρικα τού Γιουνούς εφέντη, τα έμπασαν μέσα στο δά­σος, που βρισκόταν δίπλα στον δημόσιο δρόμο, και τα έσφαξαν μέχρι το τελευταίο. Τα πτώματα τους κατόπιν τα πέταξαν μέσα στο γειτονικό ποτάμι. Έτσι, σχεδόν κανένα από τα εκατοντάδες γυναικόπαιδα της Κάβζας δεν έμεινε ζωντανό.

Από την Κάβζα, οι μανιασμένοι φονιάδες τού Οσμάν αγά, τράβηξαν για την κωμόπολη Καβάκ, όπου ρίχτηκαν σε νέο όργιο αίματος. Έσφαξαν δεκάδες γυναικόπαιδα και τα πτώματα τους τα έρριξαν στο ποτάμι. Ύστερα έδωσαν φω­τιά στα σπίτια τους, βίασαν δεκαεφτά κορίτσια, που τα ξε­χώρισαν ανάμεσα στις μελλοθάνατες και, ατιμασμένα κατό­πιν, τα πέταξαν μέσα στις φλόγες να καούν ζωντανά!

Μετά το Καβάκ, τα ανθρωπόμορφα τέρατα κατηφόρισαν προς τη Σαμψούντα καίγοντας τα χωριά που βρίσκονταν πάνω στο δρόμο και σφάζοντας όσους άοπλους Ρωμιούς και αθώα γυναικόπαιδα συναντούσαν μπροστά τους. Γιατί, οι κακούργοι και θρασύδειλοι τσέτες, δεν τολμούσαν να πάνε στα βουνά για να χτυπηθούν με τους αντάρτες, κι ας ήταν αυτή η κύρια αποστολή τους, κι ας ήταν αυτός ο σκοπός της συγκρότησης τού «94ου ανεξάρτητου Τάγματος» που πήρε το μεγαλεπήβολο όνομα «Γιλντιρίμ ταπουρού», δηλαδή Τάγμα Κεραυνός. Ο «μπιζίμ Τιμουρλέγχ», «ο δικός μας Ταμερλάνος», όπως αποκαλούσαν τον αρχηγό τους οι τσέ­τες, θρασύδειλος και ψοφοδεής, δεν τολμούσε να αναμε­τρηθεί με τους αντάρτες, παρά γυρεύοντας εύκολα και σί­γουρα γιουρούσια, καβάλλα πάνω στο κόκκινο άλογο του, με τη στρατιωτική του χλαίνη ριγμένη επιδειχτικά στους ώμους, με το τσερκέζικο καλπάκι στο κεφάλι και το μαστίγιο στο χέρι, αμολιόταν με τα ξέφρενα στίφη του πάνω στα απρο­στάτευτα χωριά και τα ξεκλήριζε! Όλος ο Πόντος στέ­ναξε κάτω από το αδίσταχτο μαχαίρι του. Φρίκη κυρίευε κάθε Ρωμιό, ακόμα και στο άκουσμα τού ονόματος τού κου­τσού βαρκάρη της Κερασούντας. Οι ορδές του προκαλούσαν τον τρόμο ακόμα και στους Τούρκους, που πολλοί απ' αυτούς δοκίμασαν το βούρδουλα και το μαχαίρι του, όταν θέλησαν να τον συγκρατήσουν ή να τού αντιμιλήσουν.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, πάλι, αναδεικνύοντας τον Τοπάλ Οσμάν γενικό αντιπρόσωπο του στην παραλιακή ζώνη του Πόντου, με απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους Ρωμιούς, γινόταν ηθικός αυτουργός όλων των απερί­γραπτων εγκλημάτων τού συνεργάτη του. Και επί πλέον, γινόταν ο μεγάλος κλεφταποδόχος, με την επικαρπία των ορ­γίων τού αιμοβόρου φίλου του, γιατί ο Οσμάν αγάς του έστελνε κάθε τόσο στην Άγκυρα ολόκληρα φορτία με χαρτο­νομίσματα και χρυσαφικά που άρπαζε από τους πλούσιους Ρωμιούς των πόλεων και των χωριών.

Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΕΙ

ΟΙ ΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΙ ΛΥΚΟΙ του Τοπάλ Οσμάν, μπαίνοντας στην περιφέρεια Σαμψούντας, σκόρπισαν κι εκεί το θάνατο και τη συμφορά. Μόνο σε μια μέρα, κατά τα τέλη τού Απρίλη, εξολόθρεψαν χίλια πεντακόσια γυναικόπαιδα και γέροντες που είχαν καταφύγει στο χωριό Άττα! Κατόπιν εξαπολύθηκαν σαν τη μαύρη θύελλα σ' ολόκληρη την πεδινή περιοχή ως τα παράλια, άπλωσαν το συφοριασμένο χέρι τους πάνω στον άμαχο πληθυσμό τού κάμπου και τον αφάνισαν. Μέσα στο δίμηνο Απρίλη - Μάη, πάνω από πενήντα χωριά κολύμπησαν στο αίμα της σφαγής και έγιναν τροφή στα αχόρταγα σαγόνια της καταστροφικής φωτιάς! Όσοι από τους κατοίκους δεν έφυγαν με τους αντάρτες στα βουνά, όσοι δεν κρύφτηκαν στα δάση και τις σπηλιές, αλλά παρέ­μειναν για διάφορους λόγους στα σπίτια τους, θανατώθη­καν άγρια! Το ίδιο διάστημα, πέντε χιλιάδες τακτικός στρα­τός είχε ριχτεί κατά πάνω στα βουνά και απασχολούσε τους αντάρτες με αψιμαχίες, για να δώσει καιρό και άνεση στις ορδές των δολοφόνων να οργιάζουν σε βάρος του απροστά­τευτου πληθυσμού.

Οι φυλακές είχαν αδειάσει από τους κοινούς εγκληματίες. Οι κατάδικοι πήραν αμνηστία και πύκνωσαν τα αιμοβόρα μπουλούκια τού Τοπάλ Οσμάν. Έτσι, κοντά στα αποβράσματα και τα κατακάθια των πόλεων και των χωριών, τους κλέφτες, τους χασικλήδες, τους πλιατσικολόγους και τους φυγόδικους, δόθηκαν όπλα και μαχαίρια και στους κατάδι­κους ισοβίτες, τους θανατοποινίτες, τους φονιάδες, τους λη­στές και τους βιαστές. «Ό,τι κάνατε ως τώρα, τους είπαν οι αρχιτσέτες, και ό,τι θα κάνετε από δω και πέρα, όλα είναι αμνηστευμένα! Καταστρέψτε τους γκιαούρηδες του Πόντου, θάψτε τους!... Διπλή κεραμίδα να μη μείνει στα σπίτια τους! Ψυχή να μη μείνει ζωντανή! Φωτιά και μαχαίρι!...».

Η κόλαση περπατούσε νύχτα και μέρα στην ύπαιθρο. Μετά το μακελειό στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ο Το­πάλ Οσμάν ρίχτηκε με τα στίφη του στη γειτονική περι­φέρεια της Πάφρας για να συνεχίσει το εξολοθρευτικό του έργο. Και ο απολογισμός της νέας εξόρμησης του ήταν το ίδιο πλούσιος σε απερίγραπτα εγκλήματα. Πεντακόσιοι πενήντα Ρωμιοί, γυναικόπαιδα και γέροι, που μαζεύτηκαν από τα γειτονικά χωριά στο Σουρμελί, κάηκαν μέσα στην εκκλησία!

Στο χωριό Μουαμλί, οι τσέτες μάζεψαν τριακόσια εξήντα πέντε γυναικόπαιδα στο σπίτι τού Σάββα Τσιγαλίδη και τα έδωσαν φωτιά!

Τον ίδιο φριχτό θάνατο βρήκαν και οι κάτοικοι τού Κιζίλ-κιολ.

Εξ άλλου, όσοι άντρες των χωριών κατάφεραν να γλυ­τώσουν από τα μπλόκα και έφυγαν στην Πάφρα την ίδια, για να βρουν τάχα προστασία, έπεσαν από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη! Μετά από τρεις μέρες, η πόλη περικυκλώθηκε από χιλιάδες κακούργους, τσέτες και στρατιώτες, που όρμη­σαν μέσα, σκόρπισαν στις ρωμαίικες συνοικίες και, παίρνον­τας αράδα τα σπίτια, μάζεψαν όλους τους Ρωμιούς. Τους έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα και την άλλη μέρα, διαλέ­γοντας πεντακοσίους τριάντα πέντε τους έδεσαν τα χέρια πιστάγκωνα και τους οδήγησαν στο χωριό Σουλούντερε. Εκεί τους έκλεισαν μέσα στην εκκλησία για δυο ώρες και, μετά, μαζί με τους τσέτες που κατέφτασαν στο μεταξύ από τα γύρω χωριά, έπεσαν πάνω τους, τους ξεγύμνωσαν και τους λήστεψαν. Κατόπιν, έβγαλαν στη αυλή εφτά παπάδες και τους έσφαξαν μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας!

Μετά τη σφαγή των παπάδων, ήρθε η σειρά και των άλλων. Οι τσέτες μπήκαν μέσα στο ναό και άρχισαν να πυροβολούν αδιάκριτα τους δεμένους άντρες! Σκότωσαν σχεδόν τους μισούς και, όταν είδαν ότι τα όπλα τους άναψαν και δε μπορούσαν να συνεχίσουν το θανατικό, άρπαξαν τα τσε­κούρια και τα χαντζάρια. Έτσι, με ακράτητη λύσσα απο­τελείωσαν και τους άλλους μισούς... Μόνο ένας άντρας, ο Νικολής Γιορδανίδης, απόμεινε στο τέλος ζωντανός. Μα οι τσέτες δεν τού χαρίσανε τη ζωή. Ο τσαούσης που τον ανα­κάλυψε κρυμμένο ανάμεσα στα πτώματα, ετοιμάστηκε να τον σφάξει δίχως χρονοτριβή. Ο Γιορδανίδης τού πρόσφερε τριακόσιες λίρες που είχε κρυμμένες πάνω του και παρακά­λεσε να τον σκοτώσει με το ντουφέκι για ν' αποφύγει το φριχτό θάνατο με το μαχαίρι, ή τον αποτρόπαιο με το μπαλ­τά. Ο τσαούσης δέχτηκε το κομπόδεμα και πυροβόλησε στην καρδιά!

Από άλλα χωριά της ίδιας περιφέρειας έπιασαν πάνω από οχτακόσιους Ρωμιούς, από δεκάξι χρονώ μέχρι εξήντα, τους μάζεψαν στο Σελεμελίκ και τους έκλεισαν στην εκκλη­σία τού Αγίου Γεωργίου. Κατόπιν έρριξαν τέσσερις ντενεκέ­δες βενζίνη στους τοίχους και τα παράθυρα και έδωσαν φω­τιά! Οι φλόγες τύλιξαν την εκκλησία και έκαψαν ζωντανούς όλους τους έγκλειστους! Κανείς δε γλύτωσε!...

Τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζέψει στο μεταξύ από ολόκληρη την περιφέρεια, τα κατέβασαν στην Πάφρα και από κει τα έστειλαν εξορία στον Κουρδιστάν. Τα δύστυχα πλάσματα έκαναν ενενήντα πέντε ημερών εξοντωτική πο­ρεία. Ξεκίνησαν το καλοκαίρι πέντε χιλιάδες πεντακόσια άτομα, και έφτασαν το χειμώνα στο Διαρμπεκίρ μόνο τρια­κόσια πενήντα!

Μετά την Πάφρα, το όργιο τού θανάτου και της φωτιάς συνεχίστηκε και στην περιφέρεια τού Τσαρσαμπά. Οι κολα­σμένοι τσέτες μπήκαν μια μέρα στο Αγατσέκινι και όσους Ρωμιούς βρήκαν στα σπίτια τους τράβηξαν έξω από το χω­ριό, τους έρριξαν μέσα σ' ένα λάκκο και τους επιτέθηκαν με μαχαίρια, με ξύλα και πέτρες! Κατόπιν, νεκρούς, μισοπεθα­μένους ή και ζωντανούς ακόμα, τους σκέπασαν με κλαδιά και χώματα!

Στο δάσος τού Κεστενέ κερίς, όπου κατέφυγαν για να γλυτώσουν το μαχαίρι όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών χω­ριών, έγινε η πιο άγρια και ολοκληρωτική σφαγή!... Μόνο δυο γυναίκες βγήκαν ζωντανές από το σφαγείο, μα και κείνες δεν κατάφεραν να επιζήσουν τελικά. Η μια που την κυνη­γούσαν τρεις τσέτες επί πέντε ολόκληρες ώρες, έπεσε από ένα γκρεμό και σκοτώθηκε. Η άλλη τρελάθηκε καθώς τρι­γυρνούσε βδομάδες ολόκληρες στα δάση μοναχή.

Ο Τοπάλ Οσμάν, ξαναγυρνώντας στην περιφέρεια της Σαμψούντας, ανηφόρισε προς τα χωριά, που βρίσκονταν στους πρόποδες τού Αγιούτεπε και μπήκε ξαφνικά στο Καράπερτσιν. Διακόσια εβδομήντα γυναικόπαιδα που βρέ­θηκαν στο χωριό, πιάστηκαν από τους τσέτες και κλείστηκαν μέσα στο κοινοτικό μέγαρο. Κατόπιν πέρασαν από τα μα­χαίρια των τσετέδων και σφάχτηκαν όλα!... Τα ακέφαλα πτώματα γέμισαν και τα δύο πατώματα του χτιρίου, που σε λίγο παραδόθηκε στις φλόγες! Μόνο μια γυναίκα έμεινε ζωντανή και κατάφερε να γλυτώσει τη ζωή της πηδώντας από το παράθυρο στο δρόμο.

Την άλλη μέρα ο καπετάν Χασαρής, βαδίζοντας με τους αντάρτες του προς το Αγιούτεπε, έστειλε δύο ανιχνευτές να ερευνήσουν μια σπηλιά που βρισκόταν στη βάση μιας χαράδρας, γιατί ήξερε ότι είχαν κρυφτεί μερικά γυναικό­παιδα. Οι ανιχνευτές γύρισαν και ανέφεραν ότι δε συνάντη­σαν ψυχή ζωντανή.

Ούτε γύρω; ρώτησε ο καπετάνιος υποψιαζόμενος από το ύφος των ανιχνευτών ότι κάτι τού έκρυβαν.

— Στη ρίζα της σπηλιάς είδαμε κάτι, που είναι φοβερό να το μάθει κανείς.

— Λέγετε! Τίποτε πια δε μας είναι φοβερό. Γνωρίσαμε τα φριχτότερα τού κόσμου.

— Να, είπε με σπασμένη φωνή ο ένας ανιχνευτής, είδα­με μια γυναίκα σουβλισμένη και δίπλα της ένα φασκιωμένο μωρό, και κείνο σουβλισμένο!...

Ο καπετάνιος έκλεισε τα μάτια του με την παλάμη σα να ήταν μπροστά του το ίδιο το φριχτό θέαμα και ήθελε να το αποφύγει. Τόσο πολύ ταράχτηκε από τον κανιβαλισμό των Τούρκων, ώστε κάλεσε όλους τους άντρες του να βγά­λουν τις κάμες τους και να ορκιστούν ότι στο εξής, δε θα σκοτώνουν πια τους Τούρκους που θα πέφτουν στα χέρια τους με σφαίρες, αλλά θα τους κόβουν με τις κάμες. Τα παλικάρια τού Χασαρή έδωσαν το φοβερό όρκο.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ-ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»

Β' Έκδοση - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»

pasxa333

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ Β’ ΑΙΩΝΑ

 Χρίστος Βασιλειάδης

 Θεολόγος Φιλόλογος Εκπαιδευτικός

 

   Η αρχαιότερη διασωθείσα χριστιανική μαρτυρία για το χριστιανικόν Πάσχα χρονολογείται γύρω στο 50 - 55 μ.Χ. και είναι αυτή, που μας δίνει ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους χριστιανούς της Κορίνθου: «και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός· ώστε εορτάζωμεν μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας» (Α' Κορ. ε', 7 -8).

Ο Παύλος, δηλαδή, ομιλεί εδώ περί τού χριστιανικού Πάσχα («Πάσχα ημών») και περί τού τρόπου, καθ' ον πρέπει οι Χριστιανοί να το εορτάζουν καθώς και περί τού εντεύθεν προκύπτοντος εννοιολογικού του περιεχομένου. Πρόκει­ται, λοιπόν, μάλλον περί αυτών των αρχών ενός ετήσιου εορτασμού τού χριστιανικού Πάσχα; Πάντως, μ' αυτό εόρταζαν οι Χριστιανοί τη δια Χριστού σωτηρίαν από το κράτος και την τυραννίαν της αμαρτίας και τού θανάτου. Η δε προτρεπτική λέξη τού εδαφίου «εορτάζωμεν» απευθυνόμενη από τον Παύλον στους Κορινθίους δείχνει καθιερωμένην ήδη, αλλά και σταθεράν συνήθειαν - εορτή χριστιανικήν ισχύουσαν ασφαλώς γενικότερον και γνωστήν κι' όλας γύρω στο έτος 50 μ.Χ., οπότε περίπου τοποθετείται και η συγγραφή και αποστολή της επιστολής αυτής προς τους Κορινθίους.

Παρακάτω, στην ιδίαν επιστολήν του, ο Παύλος επαναλαμβάνει τους λόγους τού Κυρίου κατά το Μυστικό Δείπνον και συμπεραίνει: «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον τού Κυρίου καταγγέλλετε» (Α' Κορ. ια', 26) και η Εκκλησιαστική ευχή προσθέτει στα χείλη τού Ιησού το αυτονόητον: «και την εμήν Ανάστασιν ομολογείτε». Αυτά ακριβώς τα δύο, όπως θα διαπιστώσουμε κατωτέρω, συναποτελούν, κατά την αρχαίαν Εκκλησίαν, το χριστιανικόν Πάσχα. Ισχύουν, δηλαδή, οι ισότητες: Σταυρικός θάνατος = Πάσχα. Σώμα και αίμα Χριστού = ο αληθής πασχάλιος αμνός. Και: Ανάσταση = Πάσχα.

Μερικά χρόνια αργότερα και κατά το διάστημα 65 - 75 μ.Χ. περίπου, έχομεν επιπλέον και τις μαρτυρίες των λεγομένων τριών συνοπτικών Ευαγγε­λιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), οι οποίοι με όσα μας εξιστορούν για τα Ιστορι­κά γεγονότα της Σταύρωσης και της Ανάστασης τού Κυρίου, μας δίνουν και την εικόνα τού χριστιανικού Πάσχα, την οποίαν είχαν σχηματίσει οι χριστιανικές κοινότητες της εποχής τού 65 - 75 μ.Χ. Το σημείον όμως αυτό το αναλύσαμεν ήδη αρκούντως σε προηγούμενο άρθρο και, επομένως, δεν χρειάζεται να επανέλθουμε σ' αυτό. Θα υπενθυμίσουμε μόνον ότι ο Ιησούς απέθανεν επί τού Σταύρου την παραμονήν ενός εβραϊκού Πάσχα, ημέραν Παρασκευή, 14 τού σεληνιακού εβραϊκού μήνα Νισάν, αφού την προηγούμενη μέρα, Πέμπτη, 13 τού ίδιου μήνα, ετέλεσε με τους μαθητές του το Μυστικό Δείπνον, ο οποίος, σημειωτέον, δεν μπορεί να ήταν ένας εβραϊκός πασχαλι­νός Δείπνος. Κατά δε τη διάρκειαν αυτού τού Δείπνου, ίδρυσεν ο Κύριος το «καινό χριστιανικόν Πάσχα» Τη χρονιάν, επίσης, εκείνην η μεγάλη ημέρα της εορτής τού εβραϊκού Πάσχα έπεφτεν ημέραν Σάββατο,15 τού μήνα Νισάν. Τέλος, ο Κύριος αναστήθηκεν εκ νεκρών ξημερώματα της Κυριακής, 16 Νισάν.

Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι οι μαθητές τού Κυρίου εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός της Ανάστασης και των εμφανίσεων τού αναστημένου Ιησού, τόσον πολύ μάλιστα, ώστε ο σταυρικός Του θάνα­τος κυριολεκτικώς να ατονήσει και ωχριά­σει στη μνήμην τους. Για τους μαθητές ο τόσο λυπηρός θάνατος τού διδασκάλου τους ανήκεν ήδη εις το παρελθόν. Η ανάσταση ήταν το χαρμόσυνον παρόν. Η ανάσταση ήταν η τελική έκβαση τού θανάτου. Αυτή πρόβαλλεν ως η παρούσα και, μάλιστα, η πάντοτε παρούσα κατάσταση: πραγματική, ζωντανή, ζωηρή, η πιο επιθυμητή κατάστα­ση. Γι' αυτό και η ανάσταση δεν είχεν ανάγ­κην ανάμνησης. Μόνον η Σταύρωση χρεια­ζόταν την ανάμνηση, την ιστορική μνήμην. Επειδή δε η Ανάσταση έγινε ξημερώματα Κυριακής, για τους πρώτους χριστιανούς συνδέθηκεν άρ­ρηκτα με την εβραϊκήν «μίαν των Σαββά­των», την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, που λίγο μετά οι χριστιανοί θα την ονομάσουν «Κυριακήν», ημέρα δηλαδή τού Κυρί­ου, την κατ' εξοχήν ημέραν τού Κυρίου, δηλαδή ημέραν της Ανάστασης τού Κυρίου. Έτσι, κατά το πρώτον κι' όλας διάστημα, άρχισαν να ισχύουν οι επόμενες εξισώσεις: Κυριακή = Ανάσταση. Πάσχα = Ανά­σταση. Πάσχα = Κυριακή.

Αυτή, δηλαδή, η εξέλιξη στην ιστορίαν τού εορτασμού τού Πάσχα σημειώθηκεν, αφού πρώτα οι χριστιανοί καθιέ­ρωσαν αυτό, που μπορούμε να ονομάσουμεν «εβδομαδιαίον Πάσχα», τον κατά πάσαν Κυριακήν δηλαδή εορτασμόν της Ανάστα­σης τού Κυρίου σαν τού Πάσχα, πριν μάλι­στα ακόμη περάσει το πρώτον έτος της Ανάστασης τού Κυρίου και πριν έλθει ο επόμενος εορτασμός, τού επόμενου δηλαδή έτους τού εβραϊκού Πάσχα. Έτσι το εβδομαδιαίον Πάσχα πρέπει να προηγήθηκεν τού ετήσιου τοιούτου και να το είλκυσε δί­δοντάς του τον αναστάσιμο χαρακτήρα.

Δυο διαπιστώσεις βάσει των ανωτέρω έχουν ιδιαίτερην σημασίαν: ότι το «καινό χριστιανικόν Πάσχα», που ίδρυσεν ο Κύριος στις 13 Νισάν και ημέραν Πέμπτην καθιερώθηκεν α) μίαν ημέραν προ τού ιστορικού γεγονότος της Σταύρωσης και τού σταυρικού θανάτου τού Ιησού και

β) δύο ημέρες προ τού εορτασμού τού εβραϊκού Πάσχα. Και το μεν δεύτερον σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν συνεόρτασε με το εβραϊκόν Πάσχα τού τελευταίου έτους της επίγειας ζωής του, το δε πρώτον σημαίνει ότι η κατά το Μυστικό Δείπνον παράδοση απ’ τον Κύριον της θείας Ευχαριστίας, η οποία, ως προείπομεν, και αποτελεί την καθιέρωση τού αληθινού, δηλαδή, τού «καινού χριστιανικού Πάσχα», προετελέσθη τού θανάτου. Η τελετουργία προηγή­θηκεν τού ιστορικού γεγονότος της Σταύ­ρωσης. Το χριστιανικόν Πάσχα προετελέσθη, προεορτάσθη. Όμως και τα δύο αυτά ήσαν ουσιώδη, σημαντικά και απαραίτητα, διότι το ένα χωρίς το άλλο δεν θα έφερνε το ποθούμενον αποτέλεσμα. Ούτε η τελετουρ­γία, που δεν είναι άλλον παρά η υποκειμενι­κή οικείωση της σωτηρίας, θα είχεν αποτε­λεσματικότητα χωρίς το ιστορικό γεγονός της Σταύρωσης, ούτε η Σταύρωση, η οποία είναι η αντικειμενική τέλεση της σωτηρίας, χωρίς τελετουργίαν, χωρίς δηλαδή την υποκειμενικήν οικείωση της αντικειμενικώς επί τού Σταύρου εξασφαλισθείσης για την ανθρωπότητα σωτηρίας, θα έφερνε το ποθούμενον αποτέλεσμα. Όσο για την σχέση αυτού τού χριστιανικού Πάσχα με την Ανάσταση τού Κυρίου, διαπιστώνομεν ότι για τους μαθητές τού Ιησού Πάσχα ήταν το συναμφότερον: Σταύρωση και Ανάσταση, σαν αιτία προς αποτέλεσμα. Επομένως, δεδομένου ότι το ουσιαστικόν περιεχομενον τού χριστιανικού Πάσχα διαφέρει από το τού εβραϊκού και εφόσον πρόκειται για «καινή χριστιανικήν εορτήν», αλλά και στο μέτρον που ούτε ο ίδιος ο Χριστός συνεόρτασεν το δικόν του Πάσχα με το εβραϊκόν, ούτε οι Χριστιανοί θα είχαν κάποιο λόγο να θέλουν να συνεορτάζουν με τους Εβραίους το χριστιανικόν Πάσχα.

Μολονότι όμως το χριστιανικόν Πάσχα διαφέρει ουσιωδώς τού εβραϊκού και έχει άλλον και νέον εννοιολογικόν περιεχόμενον, παρουσιάζει αναλογίες και αντιστοιχίες προς αυτό: Έτσι, στη χριστιανικήν Παράδοση εμφανί­ζονται δύο αντιλήψεις περί τού χριστιανικού Πάσχα, οι οποίες αναλογούν και ανάγονται στις επίσης δύο εκδοχές - φάσεις τού εβραϊκού Πάσχα. Σ' αυτήν τη θεώρηση των δύο Πάσχα οδηγεί εκτός της θεολογικής τυπο­λογικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης και η Ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα γύρω απ’ την εβραϊκή εορτήν τού Πάσχα:

Κατά την εβραϊκήν, λοιπόν, Παράδο­ση, το εβραϊκόν Πάσχα στην πρω­ταρχική φάση του ήταν νομαδική εο­ρτή πιθανότατα σχετιζόμενη με τη δια­χείμαση των κοπαδιών. Η δε τελετή τού αρνίσιου αίματος, με το οποίον οι Εβραίοι άλειφαν τις παραστάδες των θυρών τους είχεν σημασίαν αποτρεπτικήν κατά τού Εξολοθρευτού. Στον εβραϊσμό, δηλαδή, αυτός που «περνάει»1 μπροστά από τις πόρτες των εβραϊκών σπιτιών είναι ο Θεός, ο οποίος και φείδεται των οικιών τού λαού του, που έχει βάψει με αίμα τις παραστάδες των θυρών του2. Αυτή ήταν η πρωταρχική, η αρχαιότερη αντίληψη για το εβραϊκόν Πάσχα (= «πέρασμα»), στην οποίαν αργότερα προστίθεται μια δεύτερη: Σύμ­φωνα με τη δεύτερη, μεταγενέστερη, αντί­ληψη, το Πάσχα σχετίζεται με την ανάμνη­ση της Εξόδου από την Αίγυπτον, που θυμίζει στους Εβραίους την απελευθέρωση τού ανθρώπου από την σκλαβιάν3.

Στον  ελληνιστικόν, έπειτα, Ιουδαϊσμόν4 καθώς και στον μετά την καταστροφήν τού δεύτερου Ναού τοιούτον, η δεύτερη αυτή ανθρωπολογική αντίληψη περί της εορτής επεβλήθη επί της αρχικής και επεκράτησεν αυτής.

Κατά τη χριστιανικήν, τώρα, Παράδο­ση, ο Ιησούς, ως είπομεν, απέθανεν κατά τις μέρες τού εορτασμού ενός εβραϊκού Πάσχα. Αυτή η σχεδόν σύμπτωση επέπρωτο να αφήσει βαθιά τα ίχνη της στην χριστιανικήν Παράδοση. Παριστάμεθα, έτσι, μάρτυρες μιας προοδευτικής «πασχαλιοποίησης» των γεγονότων εκείνης της πρώτης Μεγάλης Παρασκευής μέσω μιας τυπολογικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι δε χαρακτηριστικόν, ότι ευθύς εξ αρχής οι προαναφερθείσες δύο εβραϊκές αντιλήψεις περί Πάσχα πέρασαν και στη χριστιανικήν Παράδοση5, η οποία μπορούμε να πούμεν ότι διαμόρφωσε δύο διακριτούς τύπους πασχαλιάς θεολογίας6: τον μικρασιατικόν και τον αλεξανδρινόν:

α) Εις τον μικρασιατικόν τύπον θεολο­γίας, το Πάσχα συσχετίζεται με το ρήμα «πάσχειν» και προσλαμβάνει σημασίαν σχεδόν αποκλειστικά χριστολογικήν. Κατ' αυτήν, το περιεχόμενο της εορτής, είναι η ανάμνηση τού παρελθόντος και η ζωηρή αναμονή των εσχατολογικών γεγονότων. Αυτό είναι το, όπως θα ονομασθεί τεσσαρασκαιδεκατιτικόν Πάσχα, που αντανακλάται και στην ομιλίαν «περί τού Πάσχα» τού Μελίτωνος Σάρδεων (Ιστοριοποίηση τού Πάσχα). Σημειώνομεν ότι το Πάσχα της ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν διαφοροποιείται από τη μικρασιατικήν εορτή με το εννοιολο­γικό - θεολογικόν περιεχομενον του, αλλ' αποκλειστικά και μόνο με την ημερομηνίαν εορτασμού του.

β) Στον αλεξανδρινόν τύπο θεολογίας, το χριστιανικόν Πάσχα συσχετίζεται με την ιδέαν τού «περάσματος» - «διάβασης» και προσλαμβάνει μίαν σχεδόν αποκλειστικά ανθρωπολογικήν σημασία: μ' αυτό περάσα­με από την σκιάν στην πραγματικότητα, μ' αυτό ζώμεν το παρόν με το να προγευόμαστε, δηλαδή, την εσχατολογικήν και ουράνιαν αλήθειαν. Σ' αυτήν την αντίληψη είναι σαφέστατη η τάση προς «αποϊστοριοποίηση» της εορτής και αυτών ακόμη των μυστηρίων. Αυτή αποτελεί και την πασχα­λιά θεολογίαν τού Κλήμεντος και τού Ωριγένη, η οποία και θα συγχρωτισθεί αργότερον με τη μικρασιατικήν Παράδοση εις τους μεταγενέστερους, δηλαδή, Έλληνες Πατέρες7.

Πάντως, το εννοιολογικόν περιεχόμενον τού «καινού χριστιανικού Πάσ­χα» δεν είναι όλως διόλου ανεξάρτητο του ζητήματος της ημερομηνίας εορτα­σμού του. Έτσι, εφόσον διαφέρει μεν εννοι­ολογικούς και αποτελεί νέα ποιότητα, δεν υπάρχει κανένας λόγος, κατά την επικρατήσασαν Παράδοση, να συνεορτάζεται με το εβραϊκόν. Όπως, όμως, θα δούμεν, οι Χρι­στιανοί για λόγους Ιστορίας, άρχισαν να ενδιαφέρονται και για την ημερομηνίαν εορτασμού τού εβραϊκού Πάσχα, όχι όμως για να συνεορτάσουν μ' αυτό, αλλά εν σχέσει προς αυτό να ορίσουν, δηλαδή περί το εβραϊκόν Πάσχα, το χριστιανικόν τοιούτον. Επομένως, τόσον το ζήτημα της επεξεργασίας και ανάπτυξης του εννοιολογικού και θεολογικού περιε­χομένου τού χριστιανικού Πάσχα, όσον και το ζήτημα τού προσδιορισμού της ημερομη­νίας εορτασμού του, είχαν Ιστορικά μίαν αναφοράν προς το εβραϊκόν Πάσχα. Ενδιέ­φερε, δηλαδή, τους χριστιανούς ο εβραϊκός προσδιορισμός τού εβραϊκού Πάσχα, προκει­μένου κι' αυτοί να ορίσουν το δικόν τους, εν σχέσει προς το εβραϊκόν και περί αυτό.

Εντεύθεν προκύπτει το ερώτημα: ποιες ημερολογιακές προϋποθέσεις και δυνατότητες υπολογισμού τού Πάσχα τους είχαν οι Εβραίοι; Και δεύτε­ρον: ποια η σχέση τού υπολογισμού τού Πάσχα, που έκαναν οι Εβραίοι, με την αρχικήν εντολήν τού Θεού δια τού Μωυσέως και πως τυχόν τηρήθηκε αυτή επί αιώνες από τους Εβραίους; Τα ζητήματα αυτά έχουν βέβαια την ιστορία τους, την οποίαν και θα παρακολουθήσουμε, όσον γίνεται επιγραμματικότερον και συντόμως: Από όσα γνωρίζομεν μέχρι σήμερον για τους Εβραίους, την Ιστορία και τον Πολιτισμό τους, μπορούμε να συμπεράνουμεν ότι από τους προϊστορικούς κι' όλας χρόνους, αυτοί είχαν εν χρήσει σεληνιακό ημερολόγιο με έτος διάρκειας 354 ημερών. Έτσι, ο πατριάρχης τους Αβραάμ, όταν εγκατέλειψεν την αρχικήν κοιτίδα των Εβραίων, την Ουρ της Μεσο­ποταμίας γύρω στο 1800 π.Χ., για να εγκατασταθεί στη γη Χαναάν, κατείχεν και τα μυστικά της χρήσης των σεληνιακών φάσεων προκειμένου να μετράει το χρόνον. Αργότερα όμως και κατά τη διάρκειαν της αιχμαλωσίας τους από τους Αιγυπτίους (18ος  - 12ος π.Χ. αιώνες), οι Εβραίοι οπωσδήποτε επηρεά­στηκαν από το ακριβές ηλιακόν αιγυπτιακό ημερολόγιο. Έτσι προσπάθησαν να συμβιβάσουν το δικόν τους πρωτογενές σεληνιακόν έτος των 354 ημερών με το αντίστοιχον αιγυπτιακόν ηλιακόν των 365 και 1/4 ημερών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιουδαϊκήν παράδοση8, ο Μωϋσής, γύρω στο 1280 π.Χ., επηρεασμένος βαθιά από τη διδασκαλίαν των αιγυπτίων σοφών και ιερέων, διέταξεν, κατά το τρίτον έτος της παραμονής των Εβραίων στην έρημον Σι­νά, τη χρήση τού εβραϊκού σεληνιακού ημερολογίου, σε συνδυασμόν όμως με το αντίστοιχον αιγυπτιακόν ηλιακόν9. Στην πραγματικότητα, το νέον αυτό εβραϊκόν ημερολόγιον ήταν μικτόν (σεληνοηλιακόν) και ονομάστηκε Μωσαϊκόν ή Νομικόν ημερολόγιον. Συγκεκριμένα σ' αυτό η θέση τού μήνα Νισάν είναι τέτοια σε σχέση με το ηλιακόν έτος, ώστε η 14η Νισάν, η ημερο­μηνία δηλαδή τού Νομικού εβραϊκού Πάσχα να πέφτει τις περισσότερες φορές (όχι πάντα) μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Στη συνέχειαν όμως και συγκεκριμένα μετά την επιστροφήν των Εβραίων από τη βαβυλώνιαν αιχμαλωσίαν, επηρεασμένοι αυτοί από τους Χαλδαίους αστρονόμους, που τους θεωρούσαν και μακρυνούς τους προγόνους, καθώς και από τις συνήθειες των βαβυλωνίων, οι Εβραίοι επανέφεραν σε χρήση το προμωσαϊκόν, αμιγώς σεληνιακόν, ημερολόγιον, βελτιωμένον και τροποποιημένον σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές αντιλήψεις.

Κατά δε τον β' αιώνα π.Χ., οι Εβραίοι υιοθέτησαν το σεληνοηλιακόν ημερολόγιον των Σελευκιδών, εις το οποίον το έτος άρχιζεν10 κατά την Ισημερίαν τού φθινοπώρου και περιελάμβανε δώδεκα μήνες των 29 και 30 ημερών εναλλάξ. Κάθε δε τρία χρόνια, στην αρχήν, ως φαίνεται, έμπειρικώς11 και, κατόπιν, από τον β' αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με μίαν σταθεράν αρχήν να μη λαμβάνεται ύπ' οψει η εαρινή Ισημερία, προσετίθετο ένας εμβόλιμος μήνας. Έτσι συνέβαινεν κατά τα έτη χωρίς εμβόλιμο μήνα, ώστε η 14η Νισάν  να πέφτει προ της εαρινής Ισημε­ρίας, όπως αποδεικνύεται απ’ τις εβραϊκές πασχαλιές ημερομηνίες τού δ' μ.Χ. αιώνα, που μας διέσωσεν σε κείμενόν της η σύνοδος της Σαρδικής12. Αυτός δε είναι και ο λόγος, που και ο Μ. Κωνσταντίνος μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδον της Νικαίας13, επιτιμά τους Εβραίους ότι γιορτάζουν το Πάσχα τους δύο φορές την ίδια χρονιά, δηλαδή ανάμεσα σε δύο εαρινές Ισημερίες. Ο Ιστορικός Σωκράτης επίσης εξηγεί χρησιμοποιώντας μια διατύπωση, όπως θα δούμε, σαν εκείνην τού Πέτρου Αλεξαν­δρείας, για την οποίαν θα κάνουμε λόγον κατωτέρω, ότι επλανώντο οι χριστιανοί εκείνοι που την εποχήν της Α' Συνόδου της Νικαίας ακολουθούσαν το εβραϊκόν ημερολόγιον. Κατά τον Σωκράτη «οι σύγχρονοι Ιουδαίοι δεν λαβαίνουν υπ' όψη την Ιση­μερίαν για τον προσδιορισμόν της ημερομη­νίας τού Πάσχα, ενώ οι αρχαίοι Εβραίοι το παίρναν υπ' όψη τους»14. Αυτούς δε ακριβώς τους μεταγενέστερούς τους και συγχρόνους του Ιουδαίους ασφαλώς στοχεύει και ο Ανατόλιος Λαοδικείας εις τον Πασχάλιον Κανόνα του15, όταν γράφει ότι πλανώνται πολύ όσοι τοποθετούν τον πρώτο μήνα τού έτους στο δωδέκατο ζωδιακόν τμήμα και όσοι, έτσι, θεωρούν σαν Πάσχα την 14ην ημέραν. Ο Ανατόλιος προσθέτει ότι οι Εβραίοι παλαιότερον δεν επλανώντο, πράγμα που μαρτυρεί και το «Βιβλίον τού Ενώχ», το οποίον τοποθετούσεν τον πρώτο μήνα περί την Ισημερίαν16. Κατά την εποχήν πάντως τού Ιησού Χριστού, οι Εβραίοι δεν διέθεταν ακόμη κύκλον ετών, ο οποίος να ρυθ­μίζει τον υπολογισμόν της εαρινής Ισημε­ρίας17 και το εβραϊκόν Πάσχα.

Μόλις στις αρχές τού γ' μ.Χ. αιώνα, ο Ιούλιος Σέξτος Αφρικανός αποδίδει στους Εβραίους κύκλον οκτώ ετών18.

Και για να ολοκληρώσουμε την εικόνα που εμφανίζει στην συνέχειαν το εβραϊκόν ημερολόγιο, θα πρέπει να σημειώσουμεν ότι γύρω στο 338 μ.Χ., εποχήν της πρώτης ημερολογιακής μεταρρύθμισης των Εβραίων, που έγινεν από τον σπουδαίον Εβραίον αστρονόμον Ταβί Σαμουήλ, συντάχθηκεν ένα επίσης σεληνοηλιακόν ημερολόγιον. Περίπου δε είκοσι χρόνια μετά, γύρω στο 360 μ.Χ., το ημερολόγιον αυτό υπέστη μίαν επεξεργασίαν και μεταρρύθμιση από τους Εβραίους αστρονόμους Ταβί Αντά (Adda) και Ταβί Χιλλέλ Β' (Hillel II) βάσει των αστρονο­μικών δεδομένων τού Ίππαρχου και βάσει τού 19ετούς κύκλου τού Μέτωνα. Τελικά, το Συνέδριον19 της Τιβεριάδας (360 μ.Χ.) ενέκρινεν20 και επέβαλεν αυτό το νέον ημερολόγιον, αλλά φαίνεται ότι παράλληλα εξακολούθησε να ισχύει παρά τοις Εβραίοις και το πρωτογενές σεληνιακόν ημερολόγιον τους μέχρι περίπου το 500 μ.Χ.21.

Αυτή, εν πάση δυνατή συντομία, υπήρξεν η ιστορική εξέλιξη τού εβραϊκού ημερολογίου. Όμως, από τα τέλη τού γ' αιώνα και μέχρι τα μέσα τού δ' αιώνα, διατυπώθηκεν εκ μέρους των Χριστια­νών μία θεωρία σχετική με το εβραϊκόν ημερολόγιον και με τον βάσει αυτού υπολογισμόν, που έκαναν οι Εβραίοι τού Πάσχα τους, καθώς και με το πως πρέπει οι Χριστιανοί να υπολογίζουν το δικόν τους Πάσχα, όχι πια βασιζόμενοι στον υπολογισμόν τού εβραϊκού Πάσχα, που λανθασμένα και πλανεμένα έκαναν οι Εβραίοι, κατά τον ισχυρισμόν της θεωρίας αυτής. Η χριστια­νική αυτή θεωρία άρχισε διατυπούμενη από τον επίσκοπον Λαοδικείας και αστρονόμον Ανατόλιον, συνεχίστηκεν από τον άγιον επίσκοπον Αλεξανδρείας Πέτρον και ολο­κληρώθηκε διευρυνθείσα από τον εκκλησιαστικόν ιστορικόν και επίσκοπον Καισα­ρείας Ευσέβιον. Περιττόν να πούμεν ότι πρόκειται για μια θεωρίαν, που κανένα σημείον της δεν στέκει όρθιον ιστορικώς! Και όμως σ' αυτήν κυρίως πρέπει να στηρίχθηκεν η Α' Οικουμενική Σύνοδος εν Νικαία, για όσα αυτή αποφάσισεν περί τού ορθού εορτασμού τού χριστιανικού Πάσχα! Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Σύνοδος επλανήθη, ή ότι λανθασμένα και κακώς αποφάσισεν περί τού εορτασμού τού χρι­στιανικού Πάσχα. Σημαίνει μόνον ότι η ιστορική βάση της θεωρίας αυτής είναι σαθρή οπωσδήποτε. Όχι, λοιπόν, η Οικου­μενική Σύνοδος, αλλά η θεωρία στην οποίαν αυτή μάλλον βασίστηκε και η οποία θεωρία έκτοτε και μέχρι σήμερον ισχύει ως η επικρατέστερη εκκλησιαστικώς, είναι διάτρητη: «μπάζει από παντού!». Είναι δε η εξής στην πιο απλή διαπύπωσή της:

Οι Εβραίοι απ’ αρχής της νομοθέτησης τού εβραϊκού Πάσχα από το Θεό δια τού Μωυσέως τηρούσαν απαρέγκλι­τα και κατά ένα απόλυτον τρόπον την αρχήν της εαρινής Ισημερίας στον εορτασμόν τού Νομικού Πάσχα τους. Δηλαδή στον υπολογισμόν, που έκαναν για να προσδιορίσουν κατ' έτος την ημέραν, που θα έπεφτε το εβραϊκόν Πάσχα, λάβαιναν πάντοτε υπ' όψει τους ότι αυτό θα πρέπει να πέσει οπωσδήπο­τε μετά την εαρινήν Ισημερίαν. (Συνεχίζει η θεωρία:) Οι Εβραίοι, λοιπόν, ετήρησαν πιστά αυτήν την αρχήν της εαρινής Ισημε­ρίας για τον εορτασμόν τού Πάσχα τους μέχρι το έτος 70 μ.Χ., οπότε επισυνέβη η άλωση της Ιερουσαλήμ.

Από τότε και μετά για διάφορους λόγους αρχίσαν να πλανώνται και δεν εσέβοντο, ούτε τηρούσαν την αρχήν της εαρινής Ισημερίας και γιόρταζαν το Πάσχα ή προ ή μετά την Ισημερίαν. (Συνέχεια της θεωρίας:) Οι Χριστιανοί, απ’ την πλευράν τους, στην αρχή, δηλαδή από το έτος που ιδρύθηκεν το δικόν τους χριστιανικόν Πάσχα, ακολουθούσαν τον υπολογισμόν των Ιουδαίων για τον εορτασμό τού εβραϊκού Πάσχα, προκειμένου οι Χριστιανοί να τοποθετήσουν το δικόν τους Πάσχα εν σχέσει προς το εβραϊκόν. Αυτό διάρκεσε μέχρι το 70 μ.Χ. Έκτοτε οι Χριστιανοί έπαυσαν να ακολουθούν τον επίσης έκτοτε πλανεμένον ιουδαϊκόν τρόπον υπολογισμού τού Πάσχα και προσπαθούσαν πια να επανέλθουν στον προ τού 70 μ.Χ. εβραϊκόν υπολογισμόν τού Πάσχα, που ήταν, κατά τους Χριστιανούς, και ο μόνος ορθός.

Η κριτική της θεωρίας αυτής: Για να επαληθευθεί όμως η θεωρία αυτή, θα πρέπει να γίνει δεκτόν ότι ο Θεός δια τού Μωυσέως ενομοθέτησεν την εαρινήν Ισημερίαν και όρισε να εορτάζεται το Πάσχα μόνο μετά απ’ αυτήν. Αλλά πως μπορεί να τεκμηριωθεί κάτι τέτοιον από την Πεντάτευχον; Θα πρέπει επίσης να μαρτυρείται αυτό και από την προ τού 70 μ.Χ. εβραϊκήν Παράδοση. Επίσης, κάτι τέτοιο δεν μαρτυρείται ούτε από τη χριστιανικήν Παράδοση πριν από τα τέλη τού γ' αιώνα.

Στην Πεντάτευχο γίνεται, βέβαια, λόγος μόνο για την τήρηση της 14ης Νισάν, πράγμα που είναι ασφαλέστα­τα άλλο, διαφορετικόν από την τήρηση της εαρινής Ισημερίας, διότι ο συγχρονισμός ήλιακού ημερολογίου (Ισημερία) με σελη­νιακόν ημερολόγιον (14η μήνα Νισάν), δεν φέρει την 14 Νισάν πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν, αλλά και πριν και μετά, διότι η 14η Νισάν πίπτει περί την Ισημερίαν και όχι πάντοτε μετά. Ο ανώνυμος συγγραφέας τού Προλόγου τού Πασχάλιου Χρονικού (7ος αιώνας : περί το 630 μ.Χ), μας πληροφορεί ότι «ο λαός τού Ισραήλ γιόρταζεν το Πάσχα του αλάνθαστα και ορισμένως την 14ην ημέραν τού πρώτου σεληνιακού μήνα, όχι μόνο μέχρι την Σταύρωση του Κυρίου, αλλ' επίσης μέχρι την άλωση της Ιερουσαλήμ επί ρωμαίου αυτοκράτορα Βεσπασιανού. Περί τούτου οι θεοφόροι ποι­μένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας δίνουν τις μαρτυρίες τους, οι όποιες είναι πολλές και απ’ τις οποίες θα αναφέρουμε μόνο μερικές...»22.

Στην συνέχειαν τού ανωνύμου συγγραφέα μπορούμε να αναγνώ­σουμε όσα αυτός γράφει για τη μαρτυρίαν ενός μόνον από τους θεοφόρους διδασκάλους της Εκκλησίας, δηλαδή για τον άγιον Πέτρον, επίσκοπον Αλεξανδρείας από το 300 μέχρι το 311, έτος κατά το οποίον αυτός εμαρτύρησε γενόμενος θύμα κατά το διωγμόν τού Μαξιμίνου. Πρόκειται, λοιπόν, για επιστολήν τού Πέτρου προς κάποιον Τρικέντιον, εκπροσωπούντα τις απόψεις μάλλον της Εκκλησίας Αντιοχείας. Αυτήν την ιδίαν επιστολήν θα χρησιμοποιήσει αργότερον και ο Μέγας Αθανάσιος Αλεξανδρείας προς τον άγιον Επιφάνιον Σαλαμίνας Κύπρου και την οποίαν μας διασώζει ο Πρόλογος τού Πασχάλιου Χρονικού, ως είπομεν.

Σ' αυτήν, λοιπόν, την επιστολήν του ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας δοξάζει το Θεό για όλες τις δωρεές του και ειδικότερα, διότι οδηγεί την Εκκλησίαν εις πάσαν την αλήθειαν. Ο Θεός, λέγει, μας αποκάλυψεν ότι δια τού Νόμου του καθιέρωσεν, ώστε ο μήνας των «απαρχών», δηλαδή των πρώτων καρπών και γεννημά­των να είναι και «η αρχή των μηνών» και «ο πρώτος μήνας τού έτους και ότι απεδείχθη τόσον από τους αρχαίους συγγραφείς όσοι έγραψαν προ της άλωσης της Ιερουσαλήμ, όσον και από τους νέους, μετεγενέστερους της άλωσης, ότι αυτός ο μήνας έχει ένα απόλυτον και όλως διόλου προφανή προσδιορισμόν, επειδή οι «απαρχές» σε μερικά μέρη άλλοτε γίνονται νωρίτερα κι' άλλοτε αργότερα, όπως, δηλαδή, ακριβώς συνέβη ευθύς εξ αρχής, κατά τη Νομοθέτηση αυτού τού μήνα, καθώς είναι γραμμένο στο Εξ. θ', 32. Και συνεχίζει ο άγιος Πέτρος Αλε­ξανδρείας:

«Γι' αυτό είναι καλόν που καθιερώθηκεν από τον Νόμον (τού Μωυσή) να εορτάζεται το (εβραϊκόν) Πάσχα μετά την εαρινήν Ισημερίαν και μέσα στην εβδομάδα που πέφτει η 14η ημέρα τού πρώτου μήνα. Στην Αγία Γραφή23 λέγεται «ότι το μήνα αυτόν ο ήλιος δίνει περισσότερον και ζωηρότερο φως, η ημέρα μεγαλώνει και παρατείνεται, ενώ η νύχτα μικραίνει και ελαττώνεται. Είναι η εποχή τού έαρος, προδρομική και της σταφυλής, είναι η εποχή κατά την οποίαν εστάλησαν οι κατάσκοποι στη γη της Επαγγελίας, για να κάνουν «αναγνώριση» της χώρας αυτής και επέστρεψαν φέρνοντας μεγάλα τσαμπιά σταφύλια, ρόδια, και σύκα24. Είναι η εποχή κατά την οποίαν, όπως λέγεται, ο Δημιουργός τού παντός, ο αιώνιος Θεός μας, δημιούργησεν τα πάντα με το να τα ονομάζει και μόνον»25.

Και συμπληρώνει τη θεωρίαν αυτήν ό Πέτρος Αλεξανδρείας δια των εξής:

«Ο Θεός μας αποκάλυψεν το μήνα, τον οποίον καθιέρωσε με το Νόμον σαν πρώτο μήνα στους Εβραίους και που ξέρουμε ότι οι Εβραίοι τον τήρησαν μέχρι την άλωση της Ιερουσαλήμ, μετά την οποίαν αυτοί πλανή­θηκαν σε σχέση με την τήρηση αυτού τού μήνα. Αυτόν το μήνα τον δεχθήκαμεν εμείς οι Χριστιανοί και τον τηρούμεν σύμφωνα με το δοθέντα νομικόν κανόνα και κατά ένα τρόπον απόλυτον. Οι Εβραίοι δεν ανεγνώρι­σαν τον Κύριον και αναμφίβολα παρεγνώρισαν επίσης και εξίσου τη νομοθεσίαν περί τού Πάσχα, σε σημείον που να χάσουν όχι μόνον την επηγγελμένην σ' αυτούς χώραν, αλλ' επίσης και την αρχήν των μηνών, δηλαδή τον πρώτο μήνα τού έτους», που είναι ο Νισάν. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας λέγει ότι αυτές του τις γνώμες τις στηρίζει στην Αποκάλυψη τού Θεού και στις αποδείξεις, που παρέχουν οι αρχαίοι συγγραφείς, δηλαδή οι προ της αλώσεως, οι οποίοι και έθεσαν την εαρινήν Ισημερίαν ως βάση τού υπολογισμού τού Πάσχα. Μεταξύ δε αυτών των συγγραφέων η Παράδοση θεώρησεν ως ιδιαίτερα διακεκρι­μένους τους Εβδομήκοντα μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης26.

Αλλά ο Τρικέντιος, στον οποίον στέλνει την επιστολήν ο Πέτρος Αλεξανδρείας, ισχυρίζετο ότι οι Εβραίοι απ’ αρχής, δηλαδή από της εποχής τού Μωυσή δεν εόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν, αλλ' άλλοτε πριν και άλλοτε μετά, δηλαδή ότι οι Εβραίοι απ’ αρχής επλανώντο. Ο άγιος Πέτρος σ' αυτά τα λόγια αντιπαρατηρεί τα εξής: «Είναι όντως φανερόν ότι οι αρχαίοι (Εβραίοι) γιόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν. Για να το μάθεις, αρκεί να διαβάσεις αρχαία συγγράμματα, ιδιαίτερα όσα έγραψαν οι σοφοί Εβραίοι». Ποιους όμως εννοεί ο Πέτρος Αλεξανδρείας μ' αυτήν την έκφραση;

Γνωρίζομεν ότι αυτούς τους «σοφούς Εβραίους» τους απαριθμεί ως εκπρο­σώπους μάλιστα της αλεξανδρινής ιουδαϊκής Παράδοσης και ο σχεδόν σύγχρο­νός του27 Ανατόλιος Λαοδικείας στον Πασχάλιον Κανόνα του: Είναι δε αυτοί, κατά τον Ανατόλιον, ο Φίλων, ο Ιώσηπος, ο Μουσαίος «και άλλοι αρχαιότεροι ακόμη, οι δύο Αγαθόβουλοι, επιλεγόμενοι διδά­σκαλοι τού Αριστοβούλου τού Μεγάλου, ο οποίος ανήκει στους Εβδομήκοντα μετα­φραστές της Παλαιάς Διαθήκης. Κατά τον Ανατόλιον, λοιπόν, «αυτοί οι συγγραφείς, όταν επιλύουν ζητήματα σχετικά με την Έξοδον, λέγουν ότι όλοι οφείλουν να προσ­φέρουν εξ ίσου τις πασχαλινές θυσίες μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα στο βιβλίον της Εξόδου δεν ορίζεται η ανάγκη τήρη­σης της ακριβείας της εαρινής Ισημερίας. Το μόνον που ορίζεται εκεί είναι η 14η ημέρα τού πρώτου μήνα28 κι' αυτό βέβαια δεν είναι το ίδιον πράγμα. Επομένως οι Εβραίοι αυτοί ερμηνευτές της Πεντατεύχου είναι και οι πρώτοι που συνδύασαν και συνταίριαζαν την Ισημερίαν με τη μωσαϊκήν εντολήν. Αλλά και ο Σωκράτης ο Σχολαστικός (ε’ αιώνας), στην Εκκλ. Ιστορίαν του επίσης αποδίδει στους Εβραί­ους ερμηνευτές τού μωσαϊκού Νόμου την προέλευση και καταγωγήν αυτής της τήρη­σης της Ισημερίας, και ιδιαίτερα μνημονεύ­ει τον Ιουδαίον Ιώσηπον29.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμεν συντόμως σε δύο γνώμες, που δίνουν απάντηση στην ανωτέρω θεωρίαν:

Είναι η γνώμη αφ' ενός μεν τού Eduard Schwartz30 και αφ' ετέρου των: J. Beaucamp, R. Bondoux, J. Lefort, Μ. Fr. Roman και I. Sorlin31.

Και  ο μεν πρώτος, στην ανωτέρω αναφερθείσαν θεωρίαν τού Ανατολίου Λαοδικείας, Πέτρου Αλεξανδρεί­ας, Ευσεβίου Καισαρείας απαντά ότι πρώτος εισηγητής και επινοητής της ήταν ο Ανατό­λιος παρεξηγήσας τους Εβραίους συγγρα­φείς Φίλωνα και Ιώσηπον και καθιερώσας την αρχήν ότι η πανσέληνος τού Πάσχα και. επομένως, η Κυριακή τού Πάσχα πρέπει πάντοτε να πίπτει μετά την εαρινήν Ισημερίαν. Η αντίληψη αυτή τού Ανατόλιου δια της επικράτησης τού αλεξανδρινού πασχάλιου κύκλου επιβλήθηκε γενικά. Ο Ανατό­λιος επίσης εσφαλμένως ισχυρίσθη ότι οι Ιουδαίοι μέχρι την καταστροφήν της Ιε­ρουσαλήμ (70 μ.Χ.) γιόρταζαν το Πάσχα τους πάντοτε μετά την εαρινήν Ισημερίαν.

Οι πέντε υπόλοιποι ερευνητές υποστη­ρίζουν ότι οι πρώτοι που συνδύασαν και συνταίριαζαν την τήρηση της εαρινής Ισημερίας με την μωσαϊκή εντολήν ήσαν οι Εβραίοι ερμηνευτές της Πεντα­τεύχου. Αλλά και ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός (α' ήμισυ δ' αιώνος - α' ήμισι ε' αιώνος), στην Εκκλησιαστική Ιστορία του επίσης αποδίδει την προέλευση και κα­ταγωγήν αυτής της τήρησης της Ισημερίας στους Εβραίους ερμηνευτές τού μωσαϊκού Νόμου και ιδιαίτερα στον Ιουδαίο Ιώσηπον32.

Αυτά μόνον τα λίγα για την περίφημη χριστιανική θεωρίαν περί Ισημερίας και Πάσχα, καθώς και για την κριτικήν της. Τελικά, η Α' Οικουμενική Σύνοδος επισημοποίησεν, κατ' ουσίαν, αυτές τις από­ψεις. Αλλά τη θέσπιση κανόνος περί εορ­τασμού τού Πάσχα, υπ' αυτής της Συνόδου, θα δούμε με ειδικόν άρθρον μας.


1. Εδώ το Πάσχα = πέρασμα, διάβαση.

2. Έξοδος, ιβ',27.

3. Έξοδος. ιγ. 8.14. Δευτερονόμιον. ιστ'. 1.

4. π.Χ. Φίλων (Leg. spec. II, 147).

5. Α' Κορ. ε', 7 -8.

6. W. Rordorf, "Paques", εν Dictionnaire encyclopedique du Christianisme ancien, l. II, σελ. 1903 - 1904.

7. Στην αρχαία θεολογίαν των λατίνων πατέ­ρων, η οποία, σημειωτέον, στην αρχήν εβασίζετο στη μικρασιατική Παράδοση, η αλεξανδρινή θεολογική Παράδοση εισάγεται για πρώτη φοράν από τον Άγιον Αμβρόσιο Μεδιολάνων (De sacr. I, 4,12. De Cain et Abel. 1,8,31. Epist. 1,10) και τον άγιον Ιερώνυμο (Comm. in Evang. Matthei ΕΝ, 26, 2). Στον άγιον Αυγουστίνον όμως οφείλεται η νέα χρονολογι­κή σύνθεση των δύο ανωτέρω Παραδόσεων, βάσει τού Ιω. ιγ', 1 (Tract, in Evang. Joh., 55, 1). Κατά τον Ιερόν Αυγουστίνον, «δια των παθών του ο Κύριος "πέρασεν από τον θάνατον στη ζωήν και άνοιξε για μας τους πιστούς, την υδόν προς την Ανάσταση, προκειμένου να περάσουμε και εμείς επίσης από το θάνατον στη ζωήν"» (Enarr. in Psalm., 120, 6 και De civit. Dei, XVI, 43). Αυτή του δε η σύνθεση θα τού επιτρέψει, όπως και στους μεταγενέστερους να συνδυάσουν τις ιστορικές, μυστηριακές, μυστικές και εσχατολογικές πλευρές της εορτής τού Πάσχα.

8. Η εβραϊκή Παράδοση, δηλαδή ο αρχικώς προφορικός νόμος των Εβραίων, που προέκυψεν από την ερμηνεία της Πεντατεύχου (Τορά) κωδικοποιήθηκεν αργότερα σε βιβλίον, το Ταλμούδ, το οποίον αποτελείται από τη Μίσνα και τη Γεμάρα. Σημειω­τέον ότι υπάρχουν δύο τέτοια Ταλμούδ: το Ιεροσολυμιτικό ή παλαιστινιακό, έργον των σοφών εβραίων της Παλαιστίνης (ολοκληρώθηκεν τον 5ον μ.Χ. αιώνα) και, δεύτερον, το βαβυλωνιακόν, που είναι εκτενέστερον και σπουδαιότερον τού πρώτου, έργον των ραβίνων Ασή, Ραμπιρά και άλλων σοφών Εβραίων (ολοκληρώθηκεν τον 6ον αιώνα), οι οποίοι και εβασίσθηκαν για την σύνταξή του στις εβραϊκές σχολές της Βαβυλώνας, από την οποίαν και αυτό πήρε το όνομά του.

9. Σύμφωνα με το μικτόν μωσαϊκό ημερολόγιο το έτος ήταν ηλιακό, δηλαδή με 365 και 1/4 ημέρες, ενώ οι μήνες ήσαν σεληνιακοί και άρχιζαν από τη νουμηνίαν (νέαν σελήνην), με το πρώτο φως τού σεληνιακού μηνίσκου.

10. Οι επιστήμονες δεν συμφωνούν πότε άρχιζεν το έτος των αρχαίων Εβραίων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι άρχιζεν την άνοιξη και άλλοι το φθινόπωρον. Μάλλον υπήρχεν ποικιλία στο σημείον αυτό της αρχής τού εβραϊκού έτους. Τα εκατέρωθεν επιχειρή­ματα και τις σχετικές ιστορικές μαρτυρίες ευρίσκει ο ενδιαφερόμενος στον F.K. Ginzel, Handbuch der mathematischen und technischen Chronologie, Bd. II. 68 - 69, Leipzig, 1911.

11. Ανάλογα, δηλαδή, με την κατάσταση ωρίμανσης των καλλιεργιών των αγροτών.

12. Grumel, La Chronologie, σελ. 41.

13. Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου III, 18.

14. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, Ε, 22, Migne, P.G. 67.629.

15. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, λβ', 15.

16. Ενώχ, 72, 6 - 7. Σαφής προσδιορισμός τού εβραϊκού υπολογισμού τού Πάσχα δίδεται στην Ομιλίαν τού Ψευδο-Χρυσοστόμου τού έτους 387 (Flori et Nautin, Homelies III, σελ. 124 - 125).

17. V. Grumel, La Chronologie, σελ. 178, Paris 1958.

18. Migne, Patr. Graeca, 10,84, A.B.

19. Συνέδριον (Σανχεδρίν): μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την καταστροφήν τού Ναού απ’ τον ρωμαίον στρατηγόν Τίτον (70 μ.Χ.) ανασυστάθηκεν το Εβραϊκόν Νομικόν Συμβούλων, το λεγόμενον Μπέθ - Ντίνχα - Γκαντέλ, γνωστόν και ως Σανχεδρίν (από την ελληνική λέξη Συνέδριον), υπό την προεδρίαν τού Γιοχανάν Μπέν Ζακάι (30 -110μ.Χ.).

20. Το Ταλμούδ αναφέρει ότι η πρόταση για την σύνταξη αυτού τού ημερολογίου έγινεν από 3 μέλη τού Συνεδρίου, συζητήθηκεν από 5 και αποφασίστηκεν από 7.

21. Σ. Θεοδοσίου - Μ. Δανέζη, Η Οδύσσεια των τιμολογίων, τόμ. Α', σελ. 114 -124.

22. Στο σημείον όμως αυτό το χειρόγραφον παρουσιάζει κενόν.

23. Εξ.ιβ'.2.

24. Αριθμ. ιγ', 21.

25. Γεν. α', 11.

26. Ιδέ Πασχάλιαν Ομιλίαν Ψευδο-Χρυσοστό­μου τού 387 (Flori et Nautin, Homelies III, § 3.1., 20 -21 σελ. 121). Σ' αυτήν οι Εβδομήκοντα χαρακτηρί­ζονται «αρχαίοι Ιουδαίοι». Ποιους όμως ονομάζει μετεγενέστερους, ο Πέτρος Αλεξανδρείας; Ασφαλώς τον Ιώσηπον και τον Φίλωνα (αυτόθι § 15, 1. 10 -11). Αλλ' αυτή η λέξη θα μπορούσεν εξ ίσου να σημαίνει και τους μετά την άλωση Χριστιανούς.

27. Ο Ανατόλιος έδρασεν από το 270 / 280 μ.Χ. και μετά.

28. Εξ. ιβ', 2 και ιβ', 6.

29. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, V, 22, Migne, Patr. Graeca 67,629 και Ιωσήπου, Αρχαιολογία, III, 10.

30. Eduard Schwartz, Christliche und Judische Ostertafeln, 1905. Osterbetrachtungen, εν Zeitschrift fiii Neutestamentliche Wissenschaft, 1906.

31. Temps et Histoire I: Le prologue de la Chronique Pascale, εν Travaux et Memoires, 7 (1979).

32. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, V, 22, Migne Patr. Graeca 67,629. Ιωσήπου, Αρχαιολογία, III, 10


Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας