mani towers e1425902649157

 

Πρόσταξαν λοιπόν το στρατηγό Χέρτλιγκ να στείλει δυο λόχους από το ενδέκατο βαβαρικό σύνταγμα, που βρισκόταν στρατοπεδευμένο στη Μεθώνη, να φέρουνε σε τέλος την απόφασή τους γκρεμίζοντας τους πύργους. Ξεκίνησαν. Προτού όμως μπουν στη Μάνη, έφτασε σ ’ αυτή η είδηση της καταδίκης σε θάνατο των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα.

—Μωρέ ετούτοι, είπανε, βάλθηκαν όλους να μας φάνε!

Και να, βλέπουν να ’ρχουνται οι δυο λόχοι. Άστραφταν οι μπαγιονέτες κι οι σπαλέτες τους, ανέμιζαν τα λοφία τους, κουδούνιζαν τα σπιρούνια τους, βάραγαν τις μπότες τους. Περπάταγαν καμαρωτά ωσάν καταχτητές που ήταν. Οι Μανιάτες τους άφησαν να προχωρήσουν ως το Τσίμοβο στη Δυτική Μάνη, όπου πιάσανε κάμποσους πύργους.

Ήρθε η νύχτα. Και κατά τα μεσάνυχτα, τα σκοτάδια ξύπνησαν. Στα διάσελα και στα φαράγγια αντιλάλησε η πολεμική μανιάτικη κραυγή, που έμοιαζε με τη φωνή των τσακαλιών. Άστραψαν οι κάννες και βρόντηξαν τα ντουφέκια.

Τους χτύπαγαν πρώτοι οι Ανδρουβιτσιάνοι μ’ αρχηγό τον νέο Μούρτζινο.

Όταν το φως της μέρας έλουσε το Πενταδάχτυλο, οι Γερμανοί κατάλαβαν πως βρίσκονταν από παντού μπλοκαρισμένοι. Κι ο πόλεμος άρχισε. Οι ξένοι ξεχώριζαν ανάμεσα στα βράχια να κοκκινίζουν τα μανιάτικα φέσια κι άδειαζαν τις μπαταρίες τους. Μα φέσια δίχως κεφάλια χτύπαγαν, γιατί οι Μανιάτες είχανε πολεμικό τους κόλπο να στήνουνε τα φέσια τους πίσω από το φρύδι κάποιου βράχου να ξεγελάνε τον οχθρό, όσο που οι ίδιοι πολέμαγαν αθώρητοι ίσαμε δέκα οργιές παραπίσω.

Σ’ έναν από τους πύργους που κλείστηκαν οι Γερμανοί διοικητής έλαχε να ’ναι κάποιος υπολοχαγός Σμιθ, ξακουστός τόσο για το περίφημο ντουφέκι του, όσο και για τη σκοπευτική του δεινότητα. Άδειαζε λοιπόν γραμμή τα φουσέκια του πάνω στα φέσια, σίγουρος πως κάθε φορά ξέκανε κι έναν Μανιάτη.

Εκείνοι όμως παίρνουνε είδηση από ποια πολεμίστρα βαρούσε και να, τον βρίσκει κατακούτελα το βόλι τους. Δίπλα του λαβώνεται στον ώμο κι ο λοχίας. Ο γιατρός του λόχου ήταν σε κάποιον άλλονε πύργο. Πώς όμως να τον φωνάξουν; Μαζί τους έλαχε να κλειστεί κι ένας Ρωμιός αγωγιάτης. Δένει σε μια μαγκούρα ένα κομμάτι άσπρο πανί, μισανοίγει την πόρτα, το κουνάει κι άμα είδε πως πάψανε οι Μανιάτες να βαράνε, βγαίνει κι ο ίδιος.

—Κάνετε τρέβα, ωρέ! φωνάζει, ναρθεί ο γιατρός οπού είναι ανάγκη.

Κι οι Μανιάτες κάνανε τρέβα κι ήρθε ο γιατρός. Ξανάρχισε το ντουφεκίδι. Οι Γερμανοί, μέσα στους δυνατούς πύργους, ήτανε βέβαια άπαρτοι. Τι όμως θα τρώγανε και τι θα πίνανε; Την άλλη λοιπόν μέρα, βάζοντας κάτω την έπαρσή τους, πέσανε σε συμφωνίες με τους Μανιάτες να τους αφήσουνε να φύγουν. Βγήκανε, πήρανε δρόμο κατά κει που ήρθαν, εξόν από τριάντα έξι όπου βρέθηκαν κλεισμένοι σ’ ένανε πύργο μ’ αρχηγό τον υπολοχαγό Μαν. Τούτοι, όπως θάρρεψαν πως οι Μανιάτες δε θα κράταγαν την μπέσα τους, αρνήθηκαν να βγουν και να φύγουν με τους άλλους. Έμειναν και πολέμησαν ώσπου πήρανε τέλος τα φουσέκια τους. Σίμωσαν τότες οι Ανδρουβιτσιάνοι του Μούρτζινου, σώριασαν φρύγανα και κλαδιά ολόγυρα στον πύργο και τ’ άναψαν. Κι οι Γερμανοί αναγκάστηκαν, όπως τους έπνιγε ο καπνός, να ρίξουνε τ’ άρματά τους.

Οι Μανιάτες στην αρχή δεν τους πείραξαν. Τους πρόσφεραν μάλιστα και να φάνε. Μέσα όμως στο σακίδι του υπολοχαγού Μαν βρήκανε ένα σουραύλι. Του το ’δωσαν να παίξει. Έπειτα πρόσταξαν τους στρατιώτες, όσο έπαιζε αυτός, εκείνοι να χορεύουν. Φούσκωνε τα μάγουλά του ο Μαν, τραγούδαγε το σουραύλι, χόρευαν οι Γερμανοί, γέλαγαν οι Μανιάτες.

Οι Βαβαροί γύρεψαν βέβαια να πάρουν πίσω τους αιχμάλωτους. Στείλανε λοιπόν να ρωτήσουν τι ζήταγαν οι Ανδρουβιτσιάνοι.

—Ένα ισπανικό τάλαρο για κάθε στρατιώτη κι ένα μονάχα φοίνικα (μια δραχμή) για κάθε αξιωματικό, αποκρίθηκαν.

«Κατ' αύτόν τόν τρόπο», γράφει στ’ απομνημονεύματά του ο Νέζερ, «έδείκνυον τήν περιφρόνησίν των πρός το Βαυαρικόν Έθνος

Έπειτα από τούτο το πάθημα, πήρε απόφαση η αντιβασιλεϊα, καθώς μας λέει ο Νέζερ, «νά ένεργήσα δραστήριους».

Από μέρα σε μέρα καρτέραγαν να φτάσουνε στην Πάτρα τέσσερα καινούργια τάγματα γερμανικού στρατού, που είχανε μπαρκάρει από την Τεργέστη. Στείλανε λοιπόν από τ’ Ανάπλι ταχυδρόμο με διαταγή να μη βγούνε, μα να τραβήξουν για τη Μάνη να χτυπήσουν τους αντάρτες. Ξεμπάρκαραν στο Μαραθονήσι.

« Ό εκεί άρχηγός τής έλληνικής χωροφυλακής» γράφει ο Νέζερ «άπέτρεψε τούς διοικητάς των νά προχωρήσουν καί τούς κατέδειξε δτι ήταν δύσβατα όρη, όπού οί στρατιώτες δέν θά εύρισκον κανέναν πόρον συντηρήσεως. Ένώ οί Μανιάται κρυπτόμενοι όπισθεν τών βράχων, θ’ άπεδεκάτιζον τούς έθελοντάς μέ τά εύστοχα μακροσώληνα όπλα των. Θά ήτο δέ ή προφύλαξις άδύνατος, καθώς

καί ή έκτόπισις τού έχθρού. Ό άρχηγός τής χωροφυλακής προσέθεσεν ότι δι’ όλα αύτά έπρεπε νά έρωτηθούν πρώτον οί έν Ναυπλίω, διά νά μή κινδυνεύσουν ματαίως οί νεοφθασμένοι καί κυρίως διότι, όντες όλοι νέοι καί ξένοι πρός το κλίμα τής χώρας, θά είχον ν’ αντιμετωπίσουν διπλάς δυσκολίας διά τήν σωτηρίαν των».

Ο Γερμανός όμως διοικητής, ο συνταγματάρχης Σαούτινερ, δε λογάριασε τούτες τις συμβουλές. Αποφάσισε να τραβήξει μπρος δίχως το παραμικρό χασομέρι, για να δώσει ένα καλό μάθημα σε τούτους τους αγριάνθρωπους, γκρεμίζοντας, όπως είχε διαταγή, κι όλους τους πύργους τους.

Ξεκίνησαν λοιπόν από το Μαραθονήσι, από το Γύθειο δηλαδή, οι Γερμανοί και προχωρούσαν με μεγάλη προφύλαξη. Την πρώτη μέρα δε συναπάντησαν μήτε ρουθούνι μανιάτικο. Ο τόπος φαινόταν έρημος. Δυο πύργους, άδειους κι αυτούς, που πέτυχαν στο δρόμο τους στάθηκαν και τους γκρέμισαν. Τη νύχτα κοιμήθηκαν ήσυχα πάνω στα βράχια, κάτω από τον πεντακάθαρο ουρανό μας όπου παιχνίδιζαν αέρινες θάλασσες τα άστρα. Τίποτα δεν τάραξε τον ύπνο τους. Την αυγή σήμανε η σάλπιγγα εγερτήριο και σε λίγο φύγανε. Δεν άργησαν ν’ αντικρίσουν το στενό του Πασαβά. Στάθηκαν, κοίταξαν με τα κανοκιάλια οι αξιωματικοί τους, ψυχή δεν φαινόταν και σ ’ αυτό.

Σαν μπήκε στο στενό ολόκληρη η φάλαγγά τους, τότες βρόντηξε η πρώτη μπαταριά' ήταν σαν να την ξέρναγαν τα βράχια. Άπλωσε το φάσγανό του ο Χάρος και θέριζε τους Γερμανούς. Μάταια γύρευαν οι φουκαράδες να χτυπήσουν τον αόρατο εχθρό. Μάταια πάσκιζαν να σκαρφαλώσουν στους ορθόκοφτους βράχους για να τον φτάσουν. Με κάθε καινούργια μπαταριά όλο και πιότερα σωριάζονταν κουφάρια.

Οι βόγκοι, τα αίματα, οι καπνοί κι η βροντή της μάχης λύγισαν το θάρρος τους. Τότες «πανικός κατέλαβε τούς έθελοντάς», λέει ο συμπατριώτης τους ο Νέζερ, «ό σώσων εαυτόν σωθήτω! Ολοι έτρεχον καί πρίν έξέλθουν έκ τής στενωπού, έχάθησαν σχεδόν οί ήμίσεις. ‘Εάν οί Μανιάτες τούς κατεδίωκον κατά πόδας, ούδείς θά έσώζετο»'. Ένα ολόκληρο τάγμα Γερμανών παραδόθηκε κι οι λίγοι που σώθηκαν φτάσανε σε κακά χάλια στο Μαραθονήσι.

Οι Μανιάτες τούτη τη φορά φέρθηκαν ακόμα πιο σκληρά στους αιχμάλωτους που πιάσανε. Ο Κρέμος λέει πως μερικούς τους βάλανε μέσα σε σακιά γυμνούς μαζί με γάτες και πως πούλαγαν «δέκα στρατιώτας άνθ’ ενός γηραλέου όνου, άλλ’ ούδείς εύρίσκετο ό άνταλλάσσων».

Δ. Φωτιάδη, Κολοκοτρώνης

1940 2

Άγγελου Βλάχου

 

Πίνδος, Μόροβα, Ιβάν, Κλεισούρα, Τεπελένι, ονόματα που αντηχούν σαν σάλπιγγες μέσ’ στην ψυχή μας, που φέρνουνε στο νου δόξες, ορμή, νίκες.

             Της Γρηάς το Μνήμα; Δεν ξυπνάει τίποτ’ απ’ αυτά. Είναι ένα άγνωστο, μέσα στα τόσα άλλα, ύψωμα. Το πιο προχωρημένο σημείο του μετώπου, κορυφή της παγωμένης Κάμνιας, με υψόμετρο δυο χιλιάδες εκατό μέτρα. Από μακριά φαντάζει σαν στοιχειωμένο κάστρο, τυλιγμένο πάντα σε κάτι αντάρες, απόκοσμο, απειλητικό, απάτητο. Άλλον καιρό απ’ τη χιονοθύελλα δεν ήξερε το ύψωμα αυτό, και γη δεν είχε, μονάχα χιόνι. Που και που κάτι γυμνά τυραννισμένα έλατα ξεχώριζαν μέσ’ στην ασπρίλα. Τ’ όνομά του δεν ξέρω από που το πήρε, μα ήταν αληθινό μνήμα. Αν τύχει και πεις σε κανέναν επιτελικό πως ήσουνα κει πάνω θα ξαφνιαστεί, θα σε κοιτάξει λοξά μήπως τον γελάς. Σ’ αυτό το ύψωμα ο στρατός γνώρισε μέρες θανάτου. Περάσαμε ώρες που τις πάγωνε κι’ αυτές το κρύο και δεν κυλούσε ο χρόνος. Ενθουσιασμούς, ορμές, επιθέσεις και νίκες δεν τις ζήσαμε. Δεν άφηνε ο χειμώνας. Κι’ ενάντια του τίποτε, μα τίποτε, δε βγαίνει πέρα.

 Όμως, άνθρωποι εμείς, Έλληνες, μείναμε όλο το χειμώνα εκεί, κι’ άμα πέρασε αυτός ο εχθρός τα κορμιά μας ήταν ακόμα όρθια κι’ η ψυχή μας είχε ακόμα μια σπίθα, σαν τη φωτιά που την θαρρείς σβησμένη κι’ όμως, κάτω από τη στάχτη, κάτι ακόμα καίει.

Έτσι κι’ εμείς κάναμε μιαν επίθεση στις αρχές του Απρίλη, τους πήραμε δυο υψώματα, αιχμαλώτους, υλικό, κι’ ήρθε το βράδυ ο Διοικητής και μας είπε πως είχαμε στα χέρια μας το κλειδί του Ελβασάν…
Ύστερα ήρθε η υποχώρηση.

 —Μάνα… ήρθε η ώρα… Παιδάκι μου…

Ένα στερνό αγκάλιασμα, δυνατό και τρυφερό, όπως μόνο μια μάνα ξέρει ν’ αγκαλιάζει… με κοίταξε στα μάτια κι’ είπε:
—Πήγαινε.

Κι’ άξαφνα, δεν ξέρω καλά – καλά πως, τρέχοντας, πετώντας, βρέθηκα στο θάλαμο του λόχου. Το προσκλητήριο είναι για τις οκτώ κι’ είναι ακόμα επτά η ώρα. Έτρεξα σαν νάπρεπε να προφτάσω κάτι, με μια λαχτάρα μη μείνω πίσω και φύγουν οι άλλοι. Κι’ έφτασα τρέχοντας, λαχανιασμένος, κρατώντας κάτι σοκολάτες και μπισκότα που μούδωσε η μάνα, στερνή της έννοια. Κι’ οι άλλοι είχαν βιαστεί. Σχεδόν όλος ο λόχος είχε κιόλας μαζευτεί. Και μέσ’ στο θάλαμο νοιώθεις έναν πυρετό, μιαν ανησυχία. Πηγαινορχόμαστε άσκοπα από γωνιά σε γωνιά, μιλάμε όλοι δυνατά, φωνάζομε τραγούδια κι’ ένα – δύο περιποιούνται τον οπλισμό τους.

—Παιδιά! Ο Λοχαγός… ο Λοχαγός… ο Λοχαγός…
—Προσοχή.
Χράπ! ακούστηκε η εκτέλεση της διαταγής και μπήκε ο λοχαγός.
—Είστε όλοι εδώ βρε παιδιά!! Όλοιοιοι…!
—Επιλοχία, κάνε το προσκλητήριο.
—Αμέσως!… Κόντος;!
—Παρών.
—Βαλάσης;
—Παρών.
—Αδόπουλος;
—Παρών.
—Κουκούλας;
—Παρών.

Κι’ αραδιάζονται τα ονόματα και τα παρών χτυπούνε τη σιωπή του θαλάμου κι’ αντιχτυπούν στους τοίχους κι’ είναι σαν να φωνάζει ο καθένας μας:

Κι’ εγώ! Κι’ εγώ! Κι’ εγώ! όλοι εδώ είμαστε. Κι’ εμείς απ’ αυτούς που πάνε πάνω. Κι’ εγώ μαζί, κι’ εγώ!

Βράζουν τα μυαλά μας κι’ οι ψυχές μας αναταραγμένες διώξαν από μέσα τους όλην την άλλη τους ζωή κι’ έμεινε μόνο ένα πράγμα που κοχλάζει και θέλει να τιναχτεί να ξεχυθεί έξω. Αρχίζει μια παρέλαση με ουρλιαχτά και πηδήματα. Βγάζομε την πόρτα του θαλάμου και την σεργιανάμε πέρα δώθε σα λάβαρο. Κι’ είναι τέτοια η φωνή μεσ’ στο θάλαμο, τέτοιο το τραγούδι κι’ ο σαματάς και το ποδοβολητό, που έρχεται η φρουρά μ’ ένα επιλοχία.

—Τρελλαθήκατε, μωρέ; Ξαναβάλτε την πόρτα και πέστε για ύπνο!
—Τρελλαθήκαμε, κυρ επιλοχία! όσο για ύπνο, αν θέ­λεις πήγαινε του λόγου σου!
—Τι έκανε, λέει; Κόπηκε η αναπνοή του επιλοχία. Άντε χάσου!
—Έμενα θα πεις να χαθώ; Κάτσε προσοχή άμα σου μιλάω!
Κύρ λοχαγέ με σφάζουνε! φωνάζει ο φαντάρος.
—Μη φωνάζεις, ρέ, και θα σε κάψω!
—Ρε μουσσουλίνι! ρε μαυροχιτόνιο! ρε φεύγουμε! Το κα­τάλαβες! Πάμε στο μέτωπο και μας λες να κοιμηθούμε; Όρσε από δω!

Πικραμένος ο επιλοχίας:

—Και τι μ’ αυτό πως φεύγετε;
—Και τι μ’ αυτό; Βρε το χαιρόμαστε, το γλεντάμε! Άντε πήγαινε, που θα μας πεις να κοιμηθούμε τέτοια μέρα!
Ο επιλοχίας πάει να σκάσει. Καταλαβαίνει πως δεν έχει εξουσία πάνω σ’ αυτούς τους τρελλούς με τα στραβά πη­λήκια, που φωνάζουν όλοι μαζί και του πετάνε αυτές τις κουβέντες κατά πρόσωπο, χοροπηδώντας σα δαιμονισμένοι μπροστά του, μπροστά στις τρεις του σαρδέλλες, και δεν μπο­ρεί να κάνει τίποτε.

—Στρατός θα πει πειθαρχία, ρε σεις! δοκιμάζει.
Βρε, στρατός σήμερα πάει να πει πόλεμος, μέτωπο, νίκες! δόξα!! Και συ μ’ όλα σου τα γαλόνια εδώ θα μείνεις, ενώ εμείς φεύγουμε. Φεύγουμε!!!…

Ψιλή – ψιλή η βροχή του Νοέμβρη σιγοτραγουδάει και παίζει πάνω στο μεγάλο υπόστεγο του σταθμού. Ο ήλιος που βγήκε τώρα δα, στέλνει μέσ’ από τα σύννεφα το φως του να σμίξει με τη βροχή και κάνει, εκεί στο βάθος, ένα μεγάλο πολύχρωμο τόξο, σαν νάθελε να στήσει αψίδα να περάσομε.

Φύγαμε από το σύνταγμα στις τέσσερεις το πρωί και πε­ράσαμε τους δρόμους της κοιμισμένης Αθήνας ξυπνώντας τους με το γοργό και ρυθμικό περπάτημά μας. Που και που ο λοχαγός αρχίζει.
—Εν δυο! εν δυο! εν…! !εv…!
Κι’ η φάλαγγα περνούσε ανάμεσ’ απ’ τα σπίτια ελα­φριά, χαρούμενη απ’ το τραγούδι της, και τα σπίτια βουβά, μας βλέπαν να περνούμε. Τα σπίτια, που κοιμούνται ήσυχα μέσα στη νύχτα και φυλάνε τόσες ψυχές, και τέτοιαν ώρα τόσα όνειρα, σαν νάσκυβαν να μας ξεπροβοδίσουν.

Γειά σας λεβέντες! Γειά σας! Σάς περιμένομε. Εδώ θα μας βρήτε με τα μπαλκόνια στολισμένα, και τα παράθυ­ρα μας τόσα στόματα με τόσες φωνές!
Σ’ εκείνη τη μέρα πετάει ο νους. Σ’ εκείνη τη μέρα τη λιογέννητη, τη διάφανη και λαμπρή που θα γυρίζαμε. Και σαν η φάλαγγα να είχε όλη την ίδια σκέψη, άρχισε το τρα­γούδι :

Mε τέτοιο λαμπρό στρατό…

 

1940 5

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ

ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

 

  Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.

Ήταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός είταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ‘ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωϊνό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτές βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

 Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μια αποκάλυψη : Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα «Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν», είτανε σα γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.

 Κι’ ο καθένας, ο πιο ταπεινός, ένιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση πως τρεις χιλιάδας χρόνια τον καλούν με τ’ όνομά του, το άσημο ίσαμε χτές, να τα δικαιώσει, να τα υπερασπίσειΗ Ιστορία έπαυε να είναι λόγια των σχολικών βιβλίων και των πανηγυρικών λόγων, γινόταν πράξη ζωής. Είχε φωνή βαθειά, βουερή μέσα στο αίμα, μιλούσε. Κι’ ο πιο ταπεινός, έχανε τη σκέψη άθελά του, πως σ’ αυτόν έλαχε να τιμήσει αυτή τη φάλαγγα των νεκρών που ξεκινάει από πολύ μακρυά και δίνει νόημα στο Χρόνο. Η εκλογή της Μοίρας είταν βαρειά, αλλά για τούτο και η τιμή πολύ μεγάλη.

Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν, έλεγαν με λίγα, χτυπητά, λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξη — τώρα. Κάτι ορθωνόταν σύσσωμο, να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθουσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια, είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακρυές θεωρίες πορεύονταν προς την Ομόνοια, το Σύνταγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά : «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της… » Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται ατά κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.

 Η ψυχολογία του λαού σε τέτοιας περιστάσεις φαίνεται στις γενικές της γραμμές απλή, το περιεχόμενο της όμως είναι σύνθετο. Η οργή για τη δολερή συμπεριφορά του αντιπάλου, την ηθική του αναξιοπρέπεια, ξέσπασε εκείνο το πρωί σ’ αυθόρμητες επιθέσεις με στόχο τις εγκαταστάσεις των Ιταλών μέσα στην ίδια την Ελληνική πρωτεύουσα. Διαδηλώσεις έσπασαν το πρακτορείο της αεροπορικής Εταιρίας Αλα Λιττόρια στο Σύνταγμα, την Κάζα ντ’ Ιτάλια της οδού Πατησίων. Είχε γίνει ξαφνικά συνειδητό πως και τα δύο αυτά κρύβανε ίσαμε χυτές κέντρα κατασκοπείας και προπαγάνδας. Η δυσαναλογία, έπειτα, ανάμεσα στον όγκο των Ιμπεριαλιστικών αξιώσεων του εχθρού και στο ηθικό του υπόβαθρο, ξυπνούσε μιαν έντονη διάθεση για ονειδισμό. Είναι αυτή που θα χρωματίσει στο εξής, σε στενή εναλλαγή με τον βαθύτερα δραματικό τόνο, όλο τον αγώνα.

 Όταν στις 9,30 έγινε ο πρώτος αεροπορικός συναγερμός στην πρωτεύουσα και φάνηκαν σε λίγο, πολύ ψηλά, τα εχθρικά αεροπλάνα, ο πληθυσμός δεν σκέφτηκε να κατέβει στα καταφύγια, ίσως τον είχαν διδάξει. Στάθηκε και κοίταζε το θέαμα από τους δρόμους, τα μπαλκόνια, τις ταράτσες. Βόμβες προορισμένες, για τον Πειραιά έπεσαν στη θάλασσα, στο Τατόι δεν σημειώθηκαν ζημιές- χτυπήθηκε όμως σε τρία αλλεπάλληλα κύματα η Πάτρα, όπου τ’ αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά, έρριξαν πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Ξεθαρρεμένος εκείνος, είχε μείνει έξω από τα καταφύγια, όπως στην Αθήνα. Οι πενήντα νεκροί του και οι περισσότεροι από εκατό τραυματίες έκαναν φανερό πως ο εχθρός είταν αποφασισμένος να επιδείξει τη δύναμη του όπου το μπορούσε, βάναυσα.

Βομβαρδίστηκαν την ίδια μέρα εγκαταστάσεις κοντά στον Ισθμό, η Ναυτική βάση της Πρέβεζας, τα έργα υδρεύσεως στο Φασιδέρι της Κηφισιάς, η Κινέττα, η περιοχή Ιστιαίας. Στην Αθήνα, κατά τις 11 η ώρα, φάνηκαν μέσα σ’ ανοιχτό αυτοκίνητο να περνάνε αργά από τους κεντρικούς δρόμους ο Γεώργιος ο Β’ και ο Μεταξάς. Χαιρετούσαν χαμογελαστοί τα πλήθη, που είχαν συνεπαρθεί από ενθουσιασμό. Λησμονήθηκαν τότε διαφωνίες, αντιρρήσεις για το καθεστώς, πολιτικές αντιθέσεις, όλα. Κύματα κόσμος έζωνε το αυτοκίνητο, χυνόταν πάνω του, ζητωκραύγαζε, χειροκροτούσε. Αυτά – εκεί, είτανε τα πρόσωπα που ενσάρκωναν τη θέληση του Έθνους , το φρόνηματου, τίποτ’ άλλο. Ο ελληνικός λαός είχε αποκτήσει μπροστά στον εθνικό εχθρό την ψυχική του ενότητα.

 Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου, που βγήκε σ’ έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων κοντά το μεσημέρι, έδωσε με λιτή αξιοπρέπεια τον τόνο στην όλη υπόθεση. Σαν κείμενο, επέζησε, μπήκε στην Ιστορία : «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Εκεί – πέρα, στα σύνορα, βροντούσε το κανόνι. Σε περισυλλογή βαθύτατη, με κλεισμένα μάτια, το άκουγε μέσα της κάθε ελληνική ψυχή.

[…] 

     Στο σπίτι του Αλέξανδρου Κορυζή το τηλέφωνο κουδούνισε χαράματα, στις πέντε και τέταρτο. Πήρε το ακουστικό η κυρία Κορυζή άκουσε να της μιλάνε γαλλικά. Της είπαν ότι ο πρεσβευτής της Γερμανίας θέλει να ιδεί επει­γόντως τον πρωθυπουργό. Η συνάντηση ορίστηκε για μισή ώρα αργότερα. Δεν είταν δύσκολο να μαντέψει κανένας το λόγο ενός διπλωματικού διαβή­ματος σε τόσο ασυνήθιστη ώρα. Ο Κορυζής ειδοποίησε αμέσως το βασιλέα, τους υπουργούς. Ο Έρμπαχ, που ήρθε την ορισμένη ώρα, χαιρέτησε τυπικά τον πρωθυπουργό και του δήλωσε πως την ίδια αυτή στιγμή, στο Βερολίνο, γινόταν επίδοση από τη Γερμανική Κυβέρνηση στον εκεί Έλληνα πρεσβευ­τή ενός έγγραφου. Είταν μια διακοίνωση, που αντίγραφο της θα διάβαζε τώρα κι’ αυτός στον πρωθυπουργό.

Είταν μακρυά η διακοίνωση. Αράδιαζε όλες τις αιτιάσεις που η γερμα­νική διπλωματία είχε κατορθώσει να συναρμολογήσει για δικαιολογία της ανανδρίας να χτυπηθεί στο πλευρό του ένας μικρός, μαχόμενος λαόςΕίταν οι αιώνιες κατηγορίες: Πως είχε γίνει δεκτή από την Ελλάδα η αγγλική εγγύηση, πως είχαν αναληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση μεγάλες υπο­χρεώσεις απέναντι της Αγγλίας κι’ ότι, παρ’ όλα αυτά και παρά τις άλλες, συγκεκριμένες ελληνικές ενέργειες που παρεβίαζαν την ουδετερότητα, η κυ­βέρνηση του Ράιχ είχε επιδείξει «υπέρμετρη υπομονή και μακροθυμία». Πως η Ιταλία «εξαναγκάστηκε» να δράσει στρατιωτικώς στην Ελλάδα, γιατί είχαν παραχωρηθεί ελληνικές βάσεις στο αγγλικό ναυτικό. Πως η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήσει στην Ελλάδα νέο κατά της Γερμανίας μέτωπο, όπως στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πως 200.000 αγγλικός στρατός είναι έτοιμος ν’ αναλάβει δράση στην Ελλάδα.

Και κατέληγε η διακοίνωση: «Δια τον λόγον τούτον η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματα της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλό­μενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.

»Η κυβέρνησις του Ράιχ καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη καθ’ εαυτόν τον ελληνικόν λαόν. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγχασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους, προ­ορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι εκδιώκουσα ταχέως τους παρείσακτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν και την ευρωπαϊκήν κοινότητα».

Και έτσι είναι που, ξαφνικά, ένα πρωί του Απρίλη 1941, το μικρό ελληνικό έθνος βρέθηκε να πολεμάει με τις δυο μαζί μεγαλύτερες στην ξηρά Δυ­νάμεις του κόσμου. Η στιγμή είταν πολύ μεγάλη, όλοι το ένιωσαν.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας είχε διακόψει την ταχτική μετά­δοση της κυριακάτικης Λειτουργίας για ν’ αναγγείλει σημαντικά γεγονότα. Μεσολάβησε μια λιγόστιγμη σιωπή, εκατομμύρια κρατημένες ανάσες. Η είδηση είτανε πως στις πεντέμιση το πρωί, ο πρεσβευτής της Γερμανίας , κλπ. Ο πρωθυπουργός είχε απαντήσει πως η Ελλάς θ’ αντισταθεί.

Το αντίθετο, θα είταν αυταδιάψευση. Δεν είχαμε απαντήσει «όχι» στους Ιταλούς επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή είταν η επιταγή της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής Ιστορίας. Πίστεψε άραγε κανένας, εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης ; Λογικά, όχι βέβαια. Στιγμές τέτοιες δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιτα­λία, τον περασμένο Οκτώβριο, είχε επιτεθεί, όλοι βαρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν είταν η προσδοκία της νίκης, είταν η απόφαση για τέλος ταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω. Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της χώρας, κανένας δεν γελιόταν, η ώρα είταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Κι’ όμως, ένας άνεμος τρελλής ελ­πίδας φύσηξε για μια στιγμή: —Που ξέρεις! Οι νίκες της Αλβανίας είταν ολο­ζώντανες, το Έθνος είχε αποκτήσει μια καινούργια επίγνωση γι’ αφανέρωτες δυνατότητές του, το θαύμα έμοιαζε χώρος οικείος… Ο επιπόλαιος παρατηρητής θα υποθέσει εδώ πως είταν υπερτίμηση φαντασμένη κι’ άκριτη. Λάθος. Είταν χαμογέλασμα φρεναπάτης. Η τραγική περηφάνεια έχει αντιδράσεις που μπο­ρούν να ξεγελάσουν τον απρόσεκτο. Η λαϊκή συνείδηση, τον Απρίλη του 1941, αντιμετώπισε με περίσκεψη την ώρα που είχε σημάνει. Αναρωτιόνταν όλοι τι θα γίνει τώρα, πως αυτό θα τελειώσει, μήπως μαζί τελειώνει και η Ελλη­νική Ιστορία. Κανένας δεν ήξερε ό,τι ξέρουμε σήμερα: την έκβαση του πο­λέμου. Μια Γερμανία νικήτρια, με τη Βουλγαρία στο πλευρό της, είταν αυτό­χρημα το τέλος και της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής φυλής.

Τέτοιες στιγμές, έχουν βάρος αιώνων.

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ

ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

 

 

 

 

metaxas 1

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΡΡΑ  

«ΔΙ ’ ΗΜΑΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ»

ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΣΕ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ

 

Στις 29 Ιανουαρίου του 1941 ο Μεταξάς πεθαίνει ξαφ­νικά από «παραμυγδαλικό απόστημα» το οποίο προήλθε από φλεγμονή του φάρυγγος, κατά το ιατρικό ανακοινωθέν.

Για τον θάνατο του Μεταξά εξεφράσθη από ορισμέ­νους οικείους, συνεργάτες του και ιστορικούς, η υπόνοια ότι εδολοφονήθη από τους Άγγλους. Οι Άγγλοι είχαν το κίνητρο, τον φόβο μήπως ο Μεταξάς σταματήσει τον πόλε­μο - αφού κρατήσει τα απελευθερωθέντα από τον στρατό μας εδάφη - και έτσι δεν χρειασθεί να ανοίξει η Γερμανία άλλο μέτωπο στα Βαλκάνια. Σχετικές προτάσεις είχαν γί­νει έμμεσα από την Γερμανία προς την Ελλάδα (όπως στον Έλληνα πρεσβευτή στη Μαδρίτη Π. Αργυρόπουλο). Εξ άλλου όπως έλεγε στην Αθήνα και ο Γερμανός στρα­τιωτικός ακόλουθος Κλέμ, όταν συνάντησε τον Χίτλερ τον βρήκε πλήρη ενθουσιασμού για τα στρατιωτικά κατορθώ­ματα της Ελλάδος και περιφρονήσεως για τον Ιταλικό στρατό.

Δεν θα σχολιάσω περισσότερο την υπόνοια περί δολο­φονίας του Μεταξά, αφού μελετώντας κανείς τις στιγμές εκείνες, διακρίνει κάποιες ενδείξεις, πάντως όμως όχι αποδείξεις. Το γεγονός είναι ότι σε πολύ κρίσιμες στιγμές έφευγε ο πολιτικός, στρατιωτικός και διπλωματικός νους.

Ο ίδιος βέβαια έφευγε δικαιωμένος, είχε ενώσει τους Έλληνες και τους είχε οδηγήσει στην Νίκη, τονώνοντας το ηθικό της φυλής και για τις επόμενες γενεές.

Το Λονδίνο τιμούσε για δεύτερη φορά στην ιστορία του ξένο, κατεβάζοντας μεσίστιες τις σημαίες του. Ο δε Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών θα εδήλωνε: «Ο Μεταξάς πέθανε: σκληρό πλήγμα. Μία μικρή χώρα όπως η Ελλάς δεν δύναται να αναδείξει δύο άντρες της ολκής αυτής ε­ντός της ίδιας γενεάς».

metaxas 223

Διάδοχος του Μεταξά ήταν ο πρώην Υπουργός Προνοίας επί «4ης Αυγούστου» Αλέξανδρος Κορυζής. Συνεχι­στής της ιδίας πολιτικής και του πνεύματος του Μεταξά·. «Θα νικήσωμεν! αλλά δια τους Έλληνας υπέρ την νίκην η Δόξα!» Τον Ελληνικό Στρατό περίμεναν νέες στιγμές δόξας στα οχυρά της Γραμμής Μεταξά των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, πολεμώντας και τους Γερμανούς. Σημειωτέον ότι η «Γραμμή Μεταξά» εχαρακτηρίσθη από τους Γερμανούς ως η τελείωση της οχυρωτικής.

Σαράντα ημέρες πριν πεθάνει, ο Μεταξάς θα έλεγε το δεύτερο «ΟΧΙ». Στις 20 Δεκεμβρίου 1940 τον επεσκέφθη για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, ο Γερμα­νός πρεσβευτής Έρμπαχ. Στην ερώτησή του αν η συμμαχία με την Αγγλία κατευθύνεται και κατά της Γερμανίας, ο Μεταξάς απάντησε: «Αν μας εγγίσετε εις τα Βαλκάνια, βε­βαίως».

Ο ίδιος ο Χίτλερ στις 4 Μαΐου του 1941 θα εδήλωνε :

«Εάν η Γερμανία, αφού παρηκολούθησε τον αγώνα στην Αλβανία επί πέντε μήνες ως απλός θεατής, απεφάσισε κατόπιν να επέμβει βιαίως, τούτο συνέβη διότι ο Τσώρτσιλ προετοίμαζε ένα νέο μέτωπο, το "μέτωπο της Θεσσα­λονίκης". Αυτό όμως δεν ημπορούσαμε να το επιτρέψωμε...Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους, που αντιμετωπίσαμε, ο Έλλην στρατιώτης ιδίως επολέμησε με ύψιστο ηρωϊσμό και αυτο­θυσία. Εσυνθηκολόγησε μόνο όταν η εξακολούθηση της αντιστάσεως δεν ήτο πλέον δυνατή και δεν είχε κανένα λό­γο».

 

ΠΡΟ  ΤΟΥ  ΝΕΚΡΟΥ

Γεωργίου Α. Βλάχου

Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Το Σάββατον πρωί, προ δώδεκα ημερών, εις το Στρατηγείον, ησθάνθη ένα ελαφρόν πόνον εις τον λαιμόν. Ο ιατρός του, στρατιωτικός, του έδωσε ένα πρόχειρον φάρμακον το οποίον τον ανεκούφισε. Κάποιος εν τω μεταξύ παρενέβη:

- Δεν πηγαίνετε καλύτερα σπίτι σας, κ. Πρόεδρε;

- Δυστυχώς, έχω δουλειά...

Και, πράγματι, είχε δουλειά. Εμπρός του ένα πλή­θος τηλεγραφημάτων, εγγράφων, επιστολών. Γύρω του Υ­πουργοί, στρατιωτικοί, επιτελείς, επάλληλοι, γραμματείς. Εις τον προθάλαμον άλλοι. Άλλοι εις τους διαδρόμους. Παντού, γύρω από τον ένα άνθρωπον, το Κράτος με το πλήθος των ζητημάτων του, ο πόλεμος με το μέγεθος των στιγμών του, η ζωή ολοκλήρου του Έθνους με τον φόρτον των προβλημάτων του. Έτσι, άρρωστος, χωρίς να εννοή ότι έπλησίαζαν βιαστικοί αι τελευταίοι ωραι της έπιγείου ζωής του, έμεινεν έκεΐ έργαζόμενος έως τας τρεις. Και από τότε δεν έπανήλθε. Μία εβδομάς ηκολούθησε μεταξύ ασθένειας και αναρρώσεως και έξαφνα η κατάστασις εδεινώθη. Η εστία της νόσου μετέδωσε εις τον οργα­νισμόν τοξίνας και δηλητήρια, μία παλαιά πληγή ήρχισε να αιμορραγή, τα ερυθρά αιμοσφαίρια παρουσιάσθησαν αραιά, ο σφυγμός ταχύς, ο πυρετός υψωμένος. Μία ημέρα ακόμη, έπειτα άλλη, κατά τας οποίας η αισιοδοξία διεδέχετο την απόγνωσιν και τας ελπίδας η αγωνία, μία φω­τεινή διακοπή ενός τραγικού ρόγχου:

- Αι ελπίδες μου εις τους Έλληνας...

Και τέλος ηχθες πρωί: Ο ήσυχος, ο αιώνιος ύπνος. Ένα εικόνισμα, ολίγα φύλλα δάφνης από το μικρόν περι­βόλι του εξοχικού του σπιτιού, ετοποθετήθησαν επάνω εις τα εσταυρωμένα χέρια τα οποία έως προ τινών ημερών ανήσυχα, ασφαλή, στιβαρά, διηύθυναν την Ελλάδα και με αυτά, με της Παναγίας το βλέμμα και την δάφνην της ελληνικής γης, έφυγε δια την αθανασίαν ο Ιωάννης Μεταξάς.

Τώρα, πως να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πως να σταματήσωμεν εις των επαίνων το πλήθος; Νους οξύς, σκέψις βαθεία, αγάπη προς την Πατρίδα ασύλληπτος, γενναιότης ψυχής, τόλμη, απλότης, ευγένεια...- Και τι έλειπε, τι δεν είχε ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος τον οποίον επέπρωτο ν’ αποκτήση η Ελ­λάς οδηγόν εις την δύσιν του βίου του; Δημιουργός, Εμπνευστής, Στρατιώτης, Διδάσκαλος, πρώτος επιτελής με­ταξύ των επιτελών, μεταξύ των εργατών πρώτος εργάτης, αγρότης εις τους αγρούς, νέος εν τω μέσω των Νέων, φρουρός εις τα σύνορα και Σωτήρ - ναι Σωτήρ της τιμής της Πατρίδος μας το ιστορικόν εκείνο πρωί, το οποίον νομίζει κανείς ότι με το τεράστιον μέγεθος των ωρών του ηνάλωσε της λαμπρός του ζωής το υπόλοιπον. Πως να στα­θώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πως να τον κλαύσωμεν; Αυτήν την στιγμήν αισθανόμεθα ότι αι νεκραί του  χείρες λύονται από την ψυχράν των αδράνειαν, ότι κι­νούνται πάλιν τα χείλη:

-   ΕΜΠΡΟΣ, ΕΜΠΡΟΣ. ΜΗ ΣΤΕΚΕΣΘΕ! ΕΧΩ ΔΟΥ­ΛΕΙΑ...

Απ' επάνω εκεί, από τους άγνωστους κόσμους όπου ζη ανήσυχος η ψυχή του, σκύβει κάτω προς την Ελλάδα του, παρακολουθεί, εποπτεύει, προσέχει, ευλογεί, έχει ακόμη δουλειά, ο αλησμόνητος Κυβερνήτης. ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΟΙ­ΠΟΝ! ΟΠΩΣ ΧΘΕΣ Μαζί του ολόκληρος η άλλοτε ερίζουσα και διχογνωμούσα και συμπλεκομένη Ελλάς, όπως από την πρώτην στιγμήν του πολέμου. Με ό,τι μας εδίδαξε, με ό,τι δρόμους μας ήνοιξε, με ό,τι όπλα μας έδωσε, με ό,τι ση­μαίας ύψωσε, εις τους εξώστας μας, τας οποίας κρατεί τώρα το πένθος του μεσιστίους, με ό,τι μας αφήκε ως έν­δοξον και μεγάλην κληρονομιάν, ΜΕ Ο, ΤΙ ΖΩΝ ΣΥΝΕΣΤΗ­ΣΕ ΚΑΙ Ο, ΤΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΕ ΘΝΗΣΚΩΝ:

-Αι ελπίδες μου, εις τους Έλληνας...

Διότι, ναι, είχε δίκαιον να ελπίζη. ΑΣ ΜΗ ΕΟΡΤΑ­ΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗ ΑΓΑΛΛΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ Έλειψεν ο Μεταξάς;... Εκατομμύρια Μεταξάδων γεννώνται τώρα μέσα εις τας ψυχάς των Ελλήνων και θα έχουν τον σπόρον της αρετής και της δυνάμεως και του θάρρους του. ΠΑΡΑ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟΝ ΤΟΥ, ΠΙΣΤΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΚΟΝ ΜΑΣ, ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΜΑΣ, ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΞΙΟΝ, ΤΟΝ ΑΨΟΓΟΝ, ΤΟΝ ΕΞΕΧΟΝΤΑ ΑΝΔΡΑ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΤΑΞΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΝ, θα βαδίσωμεν με το στέρνον ευθύ, το μέτωπον υψηλά, τα χέρια χαλύβδινα προς την Νί­κην. Εις τας πόλεις, αι οποίαι αντικρύζουν την βάναυσον των βαρβάρων επιβουλήν, εις τα βουνά που αντιλαλούν των τηλεβόλων οι κρότοι, εις τους ουρανούς όπου μά­χονται με τα πτερά της Δόξης οι Έλληνες, εις τας θαλάσσας που φωτίζουν με τους δαυλούς του Κανάρη οι Ναυτι­κοί, ας ακουσθή μία κραυγή πελωρία, μία τρομακτική προ­σταγή: Εμπρός!... Οι Έλληνες, και οι μεγάλοι Έλληνες αποθνήσκουν. ΑΛΛΑ Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ Θ’ ΑΠΟΘΑΝΗ ΠΟΤΕ. Εμπρός, προς την Δόξαν, την Τιμήν και την Νίκην!

Δεν έχει ούτω;... Δεν είσαι κ. Πρόεδρε σύμφωνος: Δεν επιβάλλεις συ το ενώπιον του σεπτού σου φερέτρου σταμάτημα να είναι βραχύ; Δεν θέλεις συ να κόμη ευλαβής τον Σταυρόν του, να κλίνη το γόνυ ο Στρατός των Ελ­λήνων σου και ν' ανασηκωθή αμέσως με τα όπλα, την πυρί­τιδα και την λόγχην τιμωρός, διώκτης, εκδικητής: ΛΟΙ­ΠΟΝ, ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΗ. Έζησες, και μας έστειλες ένα πρωί να νικήσωμεν. Απέθανες, και κάποιο βράδυ θα έλθη κοντά σου η Παναγία της Τήνου, θα θωπεύση της ψυχής σου την αγωνίαν, θα διαστείλη το χείλη σου εις μειδίαμα και θα σου αναγγείλη ότι η θέλησίς του εξεπληρώθη, ότι η επιταγή σου εξετελέσθη, ΠΩΣ ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ!

 

 

  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΡΡΑ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ» Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Β΄έκδ. 2003

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com

agia skepi2

Νικολάου Κ. Δρατσέλλα Θεολόγου M.Th.

   Η εορτή της Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία αναγράφεται στο Μέγα Συναξαριστή την 1η Οκτωβρίου, αλλά τιμάται στις 28 Οκτωβρίου για να συμ­πίπτει με την Εθνική Επέτειο, ανήκει στις εορτές προς τιμήν των θεομητορικών άμφιων, δηλαδή της Τίμιας Εσθήτος και της Τίμιας Ζώνης και έχει ως υπόθεση την εμφάνιση της Θεοτόκου στον Ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως επί αυτοκράτορος Λέοντος τού Σοφοί (βλ. Ράμφου Ιω. «Σκέπης, Θεοτόκου Εορτή», άρθρον εν Θ.Η.Ε., τόμος 11ος, Αθήναι 1967, στ. 218).

Σύμφωνα με τον βίο τού Αγίου Ανδρέου τού δια Χριστόν σαλού, τον οποίο έγραψε ο Νικη­φόρος ο πρεσβύτερος και επεξεργάστηκε ο Αγιολόγος Σέργιος, αρχιεπίσκοπος Βλαδιμήρου (βλ. Ράμφου Ιω. έ.α.), ο Αγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός και ο συνοδός του Επιφάνιος βρίσκονταν στον Ιερό Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ενώ ετελείτο δοξολογία ολονύ­χτια (P.G. 11,848). Κατά την τέταρτη ώρα της νύχτας ο Αγιος Ανδρέας είδε μία γυναικεία μορφή και δίπλα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και άλλους Αγίους ενδεδυμένους στα λευκά, οι οποίοι ακολουθούσαν με υμνωδίες και άσματα πνευματικά. Όταν έφτασε κοντά στον άμβω­να, ρώτησε τον Επιφάνιο: «Οράς την Κυρίαν και Δέσποιναν τού κόσμου;» (P.G. 111,848). Και η απάντηση τού Επιφανίου ήταν «Ναι, Πάτερ μου πνευματικέ» (P.G. 111,848).

Και ενώ αυτοί έβλεπαν το όραμα, η Θεοτό­κος, της οποίας την μορφή εθεώντο, προσευχό­ταν κλαίοντας. Μετά την προσευχή της, πλη­σίασε στο θυσιαστήριο και δεόταν για τον λαό τού Θεού, ο οποίος βρισκόταν σε εκείνο τον ναό. Και όταν τελείωσε την δέησή της, άφησε σε όλο τον λαό το κάλυμμα της κεφαλής της, αφού το απετύλιξε με την ωραία σεμνότητα και με τα πανάχραντα χέρια της (P.G. 111,848- 849). Ο όσιος Ανδρέας και ο συνοδός του Επιφάνιος έβλεπαν για πολλή ώρα το κάλυμμα αυτό πάνω από τον λαό να ακτινοβολεί την δό­ξα τού Θεού.

Όσο η Υπεραγία Θεοτόκος βρισκόταν εκεί φαινόταν και εκείνο. Όταν η Θεοτόκος αναχώρησε, δεν ξαναφάνηκε. Το βέβαιο είναι ότι η Παναγία έλαβε αυτό το κάλυμμα μαζί της, άφησε όμως την χάρη της σε όσους βρίσκο­νταν εκεί (P.G. 111,849). Αυτά τα είδε ο Επιφάνιος με την μεσιτεία τού Άγιου Ανδρέα. Διότι, επειδή ο τελευταίος είχε παρρησία προς τον Θεό, τού χαριζόταν ως δώρο η θέα τού Θεού και αποκτούσε δόξα (P.G. 111,849).

Ο αρχιεπίσκοπος Βλαδιμήρου Σέργιος απέδειξε ότι «η εν τω ναώ των Βλαχερνών εμφάνισις, εν οράματι, της Θεομήτορος εις τον Άγιο Ανδρέα και τον συνοδόν του Επιφάνιον, εγένετο πιθανώς κατά το β' τέταρτον τού I' αι., μικρόν προ της Κοιμήσεως τού Άγιου Ανδρέου (936)» (Ράμφου Σπ. Ιω. έ.α.).

Στην Ελλάδα στις 31 Οκτωβρίου 1952 σε Εγκύκλιο προς τους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος τονίζεται: «Η Ιερά Σύνοδος εν τη συνεδρία αυτής εισηγουμένου, όπως η εορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, αγομένη τη 1η Οκτωβρίου, συμπανηγυρίζηται τη 28η αυτού εν συνδυασμώ προς την κατ’ αυτήν την ημέραν τελουμένην Εθνικήν Εορ­τήν, δεδομένου ότι το Έθνος ημών ανέκαθεν συνέδεσε τα μεγάλα αυτού εθνικά γεγονότα μετά θρησκευτικών εκδηλώσεων και δη και μάλιστα εορταστικώς απέδωκε τα ευχαριστήρια αυτού εις την Υπέρμαχον Στρατηγόν, την αείποτε προστατεύσασαν και σωτηρίω σκέπη σκεπάσασαν το ευσεβές των Ελλήνων Γένος» («Εκκλησία», επίσημον δελτίον της Εκκλη­σίας της Ελλάδος, Αριθ. 20, 1 Νοεμβρίου 1952, σελ. 305).

Σύμφωνα με τον π. Ιω. Σπ. Ράμφο «την Ακο­λουθίαν της εορτής ταύτης εν συνδυασμώ προς το περιεχόμενον της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου συνέταξεν ο εν τω αγιωνύμου Όρει, υμνογράφος της Μεγάλης τού Χριστού Εκκλη­σίας μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης» (Ράμφου Σπ. Ιω, ε.α., στ. 219). Όπως παρατη­ρεί ο ανωτέρω σημειωθείς συγγραφεύς, «ανέκ­δοτοι Ακολουθίαι της εορτής ως και υπομνή­ματα, διηγήσεις και εγκώμια εύρηνται εις κώ­δικας των Αγίω Όρει μονών» (Ράμφου Σπ. Ιω., ε.α., στ. 219).

Ο Μέγας Συναξαριστής δικαιολογεί την κα­θιέρωση της εορτής της Αγίας Σκεπής ως εξής: 

«Θυμόμαστε την ένδοξη φανέρωση της Υπε­ραξίας Θεοτόκου στις Βλαχέρνες, την οποία είδαν οι Άγιοι Ανδρέας και Επιφάνιος. Κατά την εορτή ευχαριστούμε την προστάτιδά μας για την τόση ευσπλαχνία της και την παρακαλούμε να σκεπάζει πάντοτε εμάς, οι οποίοι ζη­τούμε την Σκέπη της. Διότι χωρίς την Σκέπη και Βοήθεια της Θεοτόκου είναι αδύνατο να ζούμε πάνω στην γη εμείς, οι οποίοι παροργί­ζομε τον Θεό. Επομένως αν δεν προσευχόταν για μας η προστάτιδά μας, κανείς δεν θα μας λύτρωνε από τόσους κινδύνους, κανείς δεν θα μας διατηρούσε ελεύθερους μέχρι σήμερα. Σε κανένα άλλο πρόσωπο δεν βρίσκομε σκέπη, για να καταφύγομε, παρά μόνο στην Δέσποι­να τού κόσμου». (πρβλ. Κ. Χρ. Δουκάκη, Μέγας Συναξαριστής, Έκδοσις δευτέρα, Μην Οκτώ­βριος, Αθήναι 1949, σελ. 21).

Ο Μέγας Συναξαριστής καταλήγει τον λόγο του στην Aγία Σκέπη της Θεοτόκου ως εξής: «Σκέπασον ημάς εν τη Σκέπη σου η Προστα­σία ημών, Παναγία Παρθένε˙ εν ταις πονηραίς ημέραις σκέπασον ημάς. Πάσαι γαρ αι ημέραι της ζωής ημών πονηραί εισί, και βλέπομεν εν αυταίς πονηρά και πράττομεν εν αυταίς πονη­ρά, θησαυρίζοντες εαυτοίς οργήν εν ημέρα οργής. Άπασαι δε αι πονηραί εκείναι ημών ημέραι χρήζονσι της σης, παvευσπλάγχνου Σκέπης. Σκέπασον ουν ημάς εν πάσαις ταις ημέραις ημών, μάλιστα δε εν τη δεινή ημέρα, εν η η ψυχή ημών μέλλει τού σώματος χωρισθήναι, πρόστηθι ημίν εις βοήθειαν, και σκέπασον ημάς εκ των εναερίων πονηρών πνευμά­των αλλά και εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως σκέπασον ημάς εν τη μυστική σου Σκέπη, Αμήν» (Κ. Χρ. Δουκάκη, ε.α.).

 

ΑΠΟ Ο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ" ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com