xrusostomos arx

Η ΕΝ ΕΤΕΙ 1927 ΑΠΟΠΕΙΡΑ

ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΗΣ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ

† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

Από το έργο του:

«ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ»

    Δεν αποτελεί υπερβολήν ο ισχυρισμός ότι την μήνιν των παλαιοημερολογιτών συνεκέντρου κατά βάσιν ο Αρχιεπ/πος Αθηνών Χρυσόστομος (251) εις προσωπικόν εναντίον του οποίου αγώνα είχε μεταστρέψει το όλον ζήτημα η εκμετάλλευσις αυτών(252). Ούτως ο Αρχιεπ/πος ενεφανίζετο ως πρωτεργάτης και ουσιαστικός υπεύθυνος της γενομένης αλλαγής και «αίτιος της εκκλησιαστικής ανωμαλίας»(253) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένως τόσον η Ι. Σύνοδος, όσον και ο ίδιος ο Αρχιεπ/πος είχον διαβεβαιώσει, ότι την σχετικήν πρωτοβουλίαν έσχε το Οικουμ. Πατριαρχείον, ενέκρινε δ' αυτήν η Ιεραρχία(254).

Η τοιαύτη όμως μήνις των παλαιοημερολογιτών εξεδηλώθη βαναύσως, ότε ο κουρεύς Κ. Καραγιαννίδης, οπαδός τυγχάνων του παλ. ημερολογίου, επετέθη τη 21-5-1927 εν τοις προπυλαίοις του πανηγυρίζοντος εν Πειραιεί Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, κατά του εισερχομένου εν αυτώ πρός τέλεσιν της Θ. Λειτουργίας Πρωθιεράρχου και διά ψαλίδος απέκοψε μέρος της γενειάδος αυτού, τραυματίσας συνάμα τούτον εις το πρόσωπον(255).

Η ΔΙΣ συνελθούσα εκτάκτως τη 23-5-1927 υπό την προεδρίαν τού Μητροπολίτου Ζακύνθου Διονυσίου, εκφράσασα την συμπάθειαν αυτής τω Μακ. Αρχιεπισκόπω, απεφάσισεν όπως, προς πάταξιν των ατακτούντων παλαιοημερολογιτών, αιτήσηται παρά της Πολιτείαις όπως «τιμωρήση αυστηρώς τους διαπράξαντας το ανοσιούργημα της επιθέσεως κατά του Αρχιεπ/που και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου»(256), διαλύση τους εν Αθήναις και Θεσσαλονίκη Συλλόγους των παλαιοημερολογιτών απαγορεύση την εξ Αγ. Όρους έξοδον ατάκτων μοναχών, απομακρύνουσα εκ του κόσμου τους άνευ αδείας της Μονής αυτών διατρίβοντας αυτόθι και απαγορεύση «να φέρωσι το ιερόν ένδυμα του μοναχού άτομα αμφοτέρων των φύλων μη εγγεγραμμένα κανονικώς είς τινα των εν ενεργεία Μονών»(257).

Την ενέργειαν ταύτην του Κ. Καραγιαννίδου απεδοκίμασε μεν τότε εμμέσως το Προεδρείον της «Κοινότητος»(258), αλλ' έτεροι παλαιοημερολογίται εδικαιολόγησαν, ως δήθεν οφειλομένην εις τους εναντίον αυτών εξαπολυθέντας διωγμούς και εις την εμμονήν του Αρχιεπ/που εις την καινοτομίαν του ν.ημερολογίου(259), μη διστάσαντες βραδύτερον να ονομάσωσι τον δράστην «ζηλωτήν» προβάντα εξ ενθέου ζήλου εις την πράξιν του ταύτην(260). Αντιθέτως εις το πανελλήνιον η ενέργεια αύτη του παλαιοημερολογίτου κουρέως προυξένησεν αλγεινήν εντύπωσιν και ζωηράν αγανάκτησιν παρά τε τω λαώ και τη Κυβερνήσει, ο Πρόεδρος της οποίας έσπευσεν εκ των πρώτων εις την Ι. Αρχιεπισκοπήν ίνα επισκεφθή τον εκείσε αποσυρθέντα Αρχιεπ/πον. Πολλαί δε προσωπικότητες ημέτεραι και ξέναι εστιγμάτισαν την πράξιν, εξεδήλωσαν προς τον παθόντα Μακ. τα αισθήματα της συμπαθείας αυτών και διά ψηφισμάτων απεδοκίμασαν τον δράστην(261), ενώ παραλλήλως το θλιβερόν τούτο συμβάν παρείχε την αφορμήν ίνα διατυπωθώσι προτάσεις προς πάταξιν της αναρχίας και αποσόβησιν περαιτέρω καταρρακώσεως της κρατικής αξιοπρεπείας(262).

Αι προτάσεις αύται προυκάλεσαν την άμεσον αντίδρασιν των παλαιοημερολογιτών, οίτινες έσπευσαν να δηλώσωσιν ότι «αδικαιολόγητος και ηθικώς αξιοκατάκριτος θα γίνη πάσα εκ μέρους οιασδήποτε αρχής εκμετάλλευσις του γεγονότος τούτου προς κατάπνιξιν της θρησκευτικής ελευθερίας»(263). Αλλά μήν, οι παλαιοημερολογίται υπήρξαν εκείνοι οίτινες, ουδέν σοβαρόν σημείον καταλλαγής δεικνύοντες, εξώθουν μάλλον τα πράγματα εις τα άκρα. Διότι η παράταξις αυτών, ενισχυθείσα επί πλείον διά της εις αυτήν προσχωρήσεως προσώπων υψηλήν, ως επί το πολύ, κατεχόντων εν τη κοινωνία θέσιν(264), προήλθεν εις ευρείαν αντεπίθεσιν, επιστρατεύσασα τον βουλευτήν Κυκλάδων Δ. Βοκοτότουλον(265), όστις εν τε διαλέξει και «λοιδόρω» αρθρογραφία υπεστήριξεν, ότι το νέον ημερολόγιον εισήχθη εν τη Εκκλησία της Ελλάδος διά μόνης της αποφάσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και του Οικουμενικού Πατριάρχου(266)

Η ουτωσεί διαμορφωθείσα νέα, μετά την κατά του Αρχιεπ/που Χρυσοστόμου απόπειραν, κατάστασις ηνάγκασε την Ι. Σύνοδον όπως αντιδράση δι' ενός ανακοινωθέντος(267), όπερ εξέδοτο κατά την συνεδρίασιν αυτής της 6-7-1927, αναιρούντος τους ισχυρισμούς τούτους του εξονομασθέντος βουλευτού. Την αντίδρασιν ταύτην της Ι. Συνόδου επλαισίωσαν παρευθύς εκδηλώσεις συμπαραστάσεως προς αυτήν και υποστηρίξεως του νέου ημερολογίου εκ μέρους του εμπορικού κόσμου της Χώρας, κυρίως δε του Πειραιώς, αντιπροσωπείαι του οποίου εγένοντο δεκταί εις ακρόασιν υπό της Ι. Σ. κατά την συνεδρίαν της 11-7-1927 και υπέβαλον την παράκλησιν όπως μη μεταβληθή το κρατούν ημερολογιακόν καθεστώς, μηδεμιάς σημασίας διδομένης «εις τους ολίγους φωνασκούντας, οίτινες εξ άλλων λόγων και εξ άλλων ελατηρίων ορμώνται» (268).

Η Ι. Σύνοδος, λαβούσα εν τω μεταξύ γνώσιν νεωτέρων ενεργειών του ως άνω βουλευτού, ως και της κυκλοφορίας λιβέλλων εις βάρος της Εκκλησίας, εξέδοτο και αύθις ανακοινωθέν περί του τρόπου καθ' ον εισήχθη το νέον ημερολόγιον(269), αντικρούουσα τας κατά του Αρχιεπισκόπου αιτιάσεως των παλαιοημερολογιτών.

Αλλά και η ενέργεια αύτη εις ουδέν ίσχυσεν ίνα μεταβάλη την κατάστασιν και μεταστρέψη τους εν τη εαυτών γνώμη εμμένοντας παλαιοημερολογίτας. Ήτο προφανές ότι το όλον κλίμα εντός του οποίου ανειλίσσετο το παλαιοημερολογητικόν κίνημα είχε καταστή αμαυρόν και αι πιθανότητες ειρηνικής επιλύσεως της υφισταμένης διαφοράς είχον σημαντικώς περιορισθή.

Σημειώσεις

251. Ήδη επί τη δ' επετείω της αναρρήσεως αυτού εις τον θρόνον η «Ανάπλασις» έγραφεν ότι «ο Μακ. Αρχιεπ/πος Αθηνών, ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος συγκεντρώνει σήμερον όλην την μήνιν και την εμπάθειαν των πολεμίων της Εκκλησίας. Η σειρά των γεγονότων, γνωστών τοις πάσι, είναι ικανή να επιμαρτυρήση την κενοτρόπον πολεμικήν, πολιτικήν των επιβούλων της εκκλ. γαλήνης και τάξεως, οίτινες τοσαύτας αηδείς μομφάς και κατηγορίας επιρρίπτοντες κατ' αυτού, προς μείωσιν του προσωπικού γοήτρου τoυ, δεν ώκνησαν να επιζητήσουν και από του Βήματος του Βουλευτηρίου την πτώσιν αυτού, αφού προς τούτο δεν ήρκεσεν η εκ μέρους των καπηλεία του θρησκευτικού φρονήματος μικράς μερίδος του λαού εξεγειρομένου τάχα κατά φανταστικών «μεταρρυθμίσεων» αίτινες προσβάλλουν τα δόγματα της Ορθοδοξίας και την εκκλ. ενότητα». («Ανάπλασις» 1927 σ. 53 ). Και γραπταί εισέτι απειλαί διετυπώθησαν κατά του Μακ. Χρυσοστόμου (Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 212).

252. «Ανάπλασις» 1928 σ. 61.

253. Σ. Καραμήτσου-Γαμβρούλια, ένθ. ανωτ. σ. 70. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ.ανωτ. σ. 33, 175. Πρβλ. και άρθρον Π. Καρολίδου εν: «Σκρίπ» 24-5-1927. Ούτω και Αρχιμ. Θ. Στράγκας, ένθ. ανωτ. τ. Δ' σ. 2172.

254. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ.38. Ιωακείμ, Μητροπολίτου Δημητριάδος, Το Παλ/κόν...Β' σ. 12. Κατά το επίσημον από 11-7-1929 ανακοινωθέν της `Ι. Σ. «η εισαγωγή του νέου ημερολογίου..., εγένετο εκ πρωτοβουλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μετά επανειλημμένας και ομοφώνους αποφάσεις ολοκλήρου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, της Ελλάδος, ήτις, μετά την εισαγωγήν του νέου ημερολογίου ουχί άπαξ δοθείσης αφορμής εν συνεδριάσεσιν αυτής απεφάνθη ότι ο Πρόεδρος αυτής Αρχιεπ/πος Αθηνών ουδέν άλλο έπραξεν ή να εκτελέση επακριβώς τας κανονικάς και νομίμους αποφάσεις της Ιεραρχίας» (Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 44-45 ). Πρβλ. «Εκκλησίαν» 1926 σ. 399. Βλ. και σχετικήν Εγκύκλιον από 17-2-1927 του Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου εν: «Εκκλησία» 1927 σ. 129 επ. Προς απόκρουσιν της κατηγορίας ταύτης επανεδημοσιεύθη εν τη «Εκκλησία» 1927 (σ. 209-210 ) η από 27-2-1924 περί Ημερολογίου Εγκύκλιος του Οικουμ. Πατριάρχου Γρηγορίου, ήτις ώριζεν όπως από 10ης Μαρτίου 1924 εισαχθή το διωρθωμένον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Πρβλ. και το από 21-9-1927 Γράμμα του Αρχ/που Χρυσοστόμου προς τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Μελέτιον, ένθα τονίζεται ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος δι' αποφάσεως της Ιεραρχίας αυτής, μετά της εν Κύπρω Εκκλησίας, πρωτοστατούσης της Πρωτοθρόνου Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κων/λεως προέβησαν μετά των άλλων αδελφών ορθοδόξων Εκκλησιών επί την διόρθωσιν του Ημερολογίου από της 10ης Μαρτίου 1924» («Εκκλησία» 1927 σ. 295).

255. Πρβλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 117. Αρχιμ. Θ Στράγκαν, ένθ. ανώτ. τ. Γ' σ. 1522. Π.Τρεμπέλαν, Ο Χρυσόστ. Παπαδόπουλος ως Αρχιεπ/πος εν: «Εκκλησία» 1968 .σ. 537. Ως ηθικός αυτουργός και εισηγητής της βιαίας ταύτης ενεργείας κατωνομάσθη ευθύς μεν υπό του «Ιερού Συνδέσμου» (1-5 Mαΐου 1927 σ. 1) και της «Αναπλάσεως» (1927 σ. 117, 125 ) μετά διετίαν δ' υπό του Μακ. Χρυσοστόμου (Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 6) ο Αρσένιος Κοττέα. Ειρήσθω δ' ότι κατ' αυτού εξεδόθη τη 25-5-1927 ένταλμα συλλήψεως δι' ηθικήν αυτουργίαν εις την απόπειραν, μη εκτελεσθέν όμως, εφ' ω και διεμαρτυρήθη τότε η «Ανάπλασις» (1927 σ. 212).

256. ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 551. Η ΔΙΣ εχαρακτήρισε την απόπειραν «εσχεδιασμένην και προμελετημένην» Πρβλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 117 ένθα αποκαλύπτεται ότι είχεν αφ' εσπέρας της αποπείρας προηγηθή σύσκεψις εν τω εντευκτηρίω των παλαιοημερολογιτών. Ο δε «Πάνταινος» εχαρακτήρισε την πράξιν ως «έγκλημα» (1927 σ. 348). Ο κουρεύς Κ.Καραγιαννίδης, εισαχθείς εις δίκην, ομού μετά τριών μοναχών, αίτινες απεδοκίμασαν διά λόγων τον Μακ. Χρυσόστομον καθ' ην στιγμήν ο συγκατηγορούμενος αυτών επετίθετο κατ' αυτού, ηθωώθη δι' ισοψηφίας υπό του Κακουργοδικείου, δεχθέντος ότι «τόσον ο Καραγιαννίδης όσον και αι καλογραίαι εξετέλεσαν τας πράξεις ταύτας εν καταστάσει πλήρους συγχύσεως ένεκα ψυχικών παραισθήσεων οφειλομένων εις τετυφλωμένον θρησκευτικόν αίσθημα ή πάθος το αναπτυχθέν ανενδότως και ακαταμαχήτως ένεκα της γενομένης μεταβολής του εκκλησ. ορθοδόξου ημερολογίου». («Εκκλησία» 1928 σ. 30. «Ανάπλασις» 1928 σ. 39-40 ένθα παρατίθενται και σχετικά σχόλια του αθηναϊκού τύπου). Πρβλ. και «Ζωήν» 1927 σ. 176 χαρακτηρίζουσαν την πράξιν του κουρέως ως αποτέλεσμα «του τυφλού φανατισμού και της εθελοθρησκείας». Ο Αρχιεπ/πος Χρυσόστομος εδήλωσεν ότι δεν επεθύμει την δίωξιν του Κ. Καραγιαννίδου, και εμερίμνησε διά την οικογένειαν αυτού. Βλ. Χρ.Νεαμονιτάκη, Χρυσόστομος Α. Παπαδόπουλος... σ. 80.

257. ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 552. Πρβλ. και «Ανάπλασιν» 1927 σ. 125. και «Εκκλησίαν» 1927 σ. 181. Σχετικώς έπιθι άρθρον «Μετά την βέβηλον απόπειραν» εν: «Ιερός Σύνδεσμος» έτος Ε' περίοδος Δ' 1-15 Mαΐου 1927 σ. Ι. Και «Ζωήν» 1927 σ. 24, ως και το υπ' αριθμ. 58900/31-10-1932 έγγραφον του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Υπουργείον Εσωτερικών δημοσιευθέν εν: «Εκκλησία» 1932 σ. 395. Βλ και «Πάνταινον» 1927 σ. 267.

258. «Ανάπλασις» 1927 σ. 212.

259. Ε. Καραμήτσου-Γαμβρούλια, ένθ. ανωτ. σ. 70.

260. Ένθ' ανωτ. σ. 71.

261. Ούτω μεταξύ των άλλων ψηφίσματα εξέδωκαν η Βουλή, το Πανεπιστήμιον, θρησκευτικοί Σύλλογοι κ.ά. Βλ. σχετικώς «Ιερόν Σύνδεσμον» 1-15 Μαΐου 1927 σ. 1-4, «Εκκλησίαν» 1927 σ. 171-176, 185, 190, «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118-119, «Πάνταινον» 1927 σ. 346-347. Μεταξύ των εκφρασάντων την συμπάθειαν αυτών προς τον Αρχιεπ/πον ήτο και ο εν Αθήναις Ουνίτης επίσκοπος Γ. Χαλαβαζής, προς ον απήντησεν ούτος διά μνημειώδους συγγραφής στρεφομένης κατά της Ουνίας, ήτις και απετέλεσε το έναυσμα της διαμειφθείσης μεταξύ των δύο ανδρών σπουδαίας επί του Ουνιτικού της Ελλάδος ζητήματος αλληλογραφίας. Πρβλ. Χρ. Νεαμονιτάκη, Χρυσόστομος Α' Παπαδόπουλος...σ. 80-81.

262. «Εκκλησία» 1927 σ. 169.

263. Εφημερίς «Σκρίπ» 24-5-1927.

264. Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός, καθ' ο ο τότε Υπουργός Θρησκευμάτων Α. Αργυρός «ύψωσε φωνήν συμπαθείας υπέρ των παλαιοημερολογιτών» Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118. Πρβλ. και «Ιερόν Σύνδεσμον» 1-15 Μαΐου 1927 σ. 1, και Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος τ. Β' 1910 σ. 271. Η τοιαύτη στάσις του Υπουργού, εν συνδυασμώ προς την αδράνειαν των πολιτειακών οργάνων προς περιορισμόν της δραστηριότητος των αγιορειτών, έδωκε λαβήν εις την διατύπωσιν της υποψίας ότι το παλαιοημερολογιτικόν εχρησιμοποιείτο ως πρόσχημα και όπλον επιθέσεως της Πολιτείας κατά της Εκκλησίας. Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118.

265. Περί τούτου ο «Πάνταινος» έγραφεν ότι «γράφει με την μεγαλυτέραν ιταμότητα και καταφρόνησιν δια τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, την περί αυτόν αγίαν και ιεράν Σύνοδον και την όλην Ιεραρχίαν του Οικουμεν. Θρόνου και διά τον Μακ. Αθηνών και σύμπασαν την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος εκχύνει ακενώτους θησαυρούς γλωσσικής ακοσμίας» (Βλ. «Πάνταινον» 1927 σ. 267 ).

266. «Εκκλησία» 1927 σ. 220.

267. Το κείμενον του εν λόγω ανακοινωθέντος, βλ. εν: «Εκκλησία» 1927 σ. 220. Πρβλ. και ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 574.

268. ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578. Κατά την υπ' όψιν συνεδρίαν προσήλθε κατ' αρχάς Επιτροπή του Εμπορικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, εν συνεχεία δ' ετέρα Επιτροπή της Εμπορικής Ενώσεως Πειραιώς (ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578 ). Πρβλ.και άρθρον υπό τον τίτλον «Ανέλπιστον ή ελπιζόμενον» εν: «Η. Φ. Ο. » 1928 φ. 2 σ. 11, δι' ου ψέγεται η ενέργεια αύτη του Εμπορικού Επιμελητηρίου, μη δυναμένου, κατά τον συντάκτην, να εκπροσωπή τον εμπορικόν κόσμον της Χώρας.

269. Βλ. τούτο εν ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578, ως καί εν Αρχιμ. Θεοκλ. Στράγκα, ένθ. ανωτ. τ. Γ' σ. 1523. Η εφημερίς «Σκρίπ» της 20-3-1927 εδημοσίευσε διαμαρτυρίαν μοναχών του αγίου Όρους, ην ο «Πάνταινος» απέδωσεν εις 79 μοναχούς επί συνόλου 4.000 (1927, σ. 194).