Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

(ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)

 

Γιά μάς τούς Έλληνες καί ιδιαίτερα γιά μάς τούς Μακεδόνες πρόβλημα αν οί αρχαίοι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν ή όχι ελληνική φυλή ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται νά υπάρξει, αφού όλη η ιστορία των Μακεδόνων από τήν αρχαιότητα ώς σήμερα είναι ιστορία Ελλήνων.

Τό όνομά τους Μακεδνοί, Μακεδόνες, Μακέται πού σημαίνει άντρες ψηλοί σάν τίς λεύκες, όπως καί τό όνομα τής χώρας τους Μακετία, Μακεδονία, προέρχεται από μιά πανάρχαια ελληνική λέξη μάκος πού είναι ό δωρικός τύπος τής λέξεως μήκος. Ή λέξη μακεδνός μαρτυρείται ήδη από τούς αρχαιότερους Έλληνες ποιητές καί ιστορικούς συγγραφείς, τόν Όμηρο καί τόν Ηρόδοτο (Οδύσσ. η 106 οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, πβ. Ησύχιο, μακεδνή - μακεδανή• μακρά υψηλή., Ήροδ. 1, 56 τό δέ (ελληνικόν έθνος) πολυπλάνητον κάρτα... εκ δέ τής Ιστιαιήτιδος ώς εξανέστη υπό Καδμείων οίκεε έν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον).

Τα ονόματα των θεών τους, οι μύθοι καί οι μυθικοί ήρωες, τά μικρά τους ονόματα, τά ονόματα τών μηνών, τά τοπωνύμια καί τό λεξιλόγιο τής διαλέκτου των, όπως μάς τό διέσωσαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς καί Λεξικογράφοι καί Γραμματικοί, είναι όλα πανάρχαια ελληνικά. Καί όλα αυτά δεν τά μαρτυρεί μόνο ή παράδοση, άλλα τά επιβεβαιώνουν καί οι ελληνικές επιγραφές πού βρέθηκαν καί βρίσκονται συνεχώς σέ ολόκληρη την αρχαία Μακεδονία και πού άρχισαν ήδη συγκεντρωμένες νά εκδίδονται.

Αλλά καί από τούς ξένους επιστήμονες όσοι ώς τά τέλη τού περασμένου αιώνα ασχολήθηκαν μέ τούς Μακεδόνες καί τή γλώσσα τους, κανένας δέν είχε διανοηθεί νά αμφισβητήσει τήν ελληνικότητα τής καταγωγής των.
Ήδη στα τέλη τού 17ου αιώνα καί αρχές τού 18ου ονομαστοί γερμανοί φιλόλογοι τής εποχής εκείνης, όπως ό Stolberg (Stolbergius) και ό Lang (Langius) ονομάζουν όλη τή μετακλασική περίοδο τής ιστορίας τής ελληνικής γλώσσας, από τά χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου καί τών διαδόχων του, ώς τούς πρώτους μ.Χ. αιώνες, όχι μόνο ‘Ελληνική Κοινή (Hellenika Communis) ή ελληνιστική γλώσσα (Lingua Macedonica), αλλά καί Μακεδονική γλώσσα (Lingua Hellinica) καί Μακεδονική διάλεκτο (Macedonicus Sermo) δηλαδή τή γλώσσα την οποία ήδη οι μεταγενέστεροι Έλληνες συγγραφείς είχαν ονομάσει κοινή καί την οποία αττικισταί όπως ό Μοίρις τήν διέστελλαν από την Αττική διάλεκτο ονομάζοντάς την απλώς Ελληνική. Σήμερα την ονομάζουμε καί Αλεξανδρινή Κοινή. Έναν αιώνα αργότερα ένας άλλος γερμανός φιλόλογος ό Fr. Sturz έγραφε ολόκληρο βιβλίο μέ τίτλο De Dialecto Macedonica et Alexandrina, Lipsiae 1808, στό οποίο εξετάζεται επίσης ή αλεξανδρινή κοινή, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της ακμής τών Μακεδόνων καί τού Μ. Αλεξάνδρου καί τών διαδόχων του.

Οι φιλόλογοι αυτοί τονίζουν μέ έμφαση τις μαρτυρίες τών αρχαίων συγγραφέων ότι ή γλώσσα τών Ελλήνων είχεν ώς ξεκίνημα καί αρχή τή Θεσσαλία καί τή καί ότι όλων τών ελληνικών πόλεων καί εθνών ή αρχή πρέπει νά αναχθεί στή Θεσσαλία, τή Μακεδονία, τήν Ήπειρο καί τά γειτονικά μέρη. Πράγματι είναι πολύ γνωστά τά σχετικά αρχαία χωρία. Ο Ηρόδοτος π.χ. τονίζει κατηγορηματικά ότι οι Μακεδόνες είναι ελληνικό Έθνος πού κατοικούσε πρώτα στην περιοχή τής Οσσας καί τού Ολύμπου στήν Ίστιαιώτιδα καί ύστερα διώχτηκε από τούς Καδμείους καί εγκαταστάθηκε στήν Πίνδο μέ τό όνομα Μακεδνόν, όπου μακεδνόν έθνος ονομάζονται οι Λακεδαιμόνιοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Έπιδαύριοι καί οι Τροιζήνιοι). Δέν έχει ό Ηρόδοτος καμιά αμφιβολία ότι οί Μακεδνοί αυτοί μιλούσαν γλώσσα ελληνική. Είναι Έλληνες, μάς λέγει άλλού (ν, 22) όχι μόνο όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, αλλά τυχαίνει νά τό ξέρω καί εγώ (Έλληνας δέ τούτους είναι τούς από Περδίκκεω γεγονότας κατάπερ αυτοί λέγουσι, αυτός τε ούτω τυγχάνω επιστάμενος), ενώ γιά τούς Πελασγούς, τούς οποίους θεωρεί προγόνους τών Αττικών τονίζει ρητά στό προηγούμενο χωρίο (1, 56) ότι δέν ξέρει τίποτα γιά τή γλώσσα τους, γιά την οποία συμπεραίνει από τις μετακινήσεις τους ότι κάποτε ήταν ξένη, βάρβαρη, καί ότι όταν αφομοιώθηκαν από τούς άλλους Έλληνες άλλαξαν καί ή γλώσσα τους καί μιλούσαν ελληνικά (ήντινα δε γλώσσαν ίεσαν οι Πελασγοί ούκ έχω ατρεκέως είπαι). Καί ό Αριστοτέλης επίσης (Μετεωρ. 353 α) τοποθετεί τό ορμητήριο τών παλαιών Ελλήνων (την αρχαία Ελλάδα) στό βορρά, στήν Ήπειρο, στήν περιοχή τής Δωδώνης, ενώ αργότερα ό Πολύβιος διηγείται ότι ένας πρέσβης τών Ακαρνάνων, ό Λυκίσκος, μιλώντας στούς Λακεδαιμονίους ονόμασε τούς Μακεδόνες πρόφραγμα (δηλ. προμαχώνα) τής Ελλάδος καί ότι αυτό είναι κοινή πεποίθηση όλων τών Ελλήνων. Υπάρχει καί ό Όλυμπος, στόν οποίο όλοι οι Έλληνες τοποθέτησαν ό,τι (ιερότερο καί πολυτιμότερο είχαν: τούς θεούς των, από την εποχή τού Ομήρου• Ολύμπιο καί Δωδωναίο ονομάζει τον πατέρα τών θεών, τον Δία καί ολύμπια τά δώματα όλων τών άλλων Θεών. Τό βουνό αυτό όμως είναι τής Μακεδονίας καί ό Στράβων τό ονομάζει πανύψηλο μακεδονικό βουνό (μακεδονικόν όρος μετεωρότατον νιι, 329, απόσπ. 14). Εκεί στούς πρόποδές του βρισκόταν τό Δίον, ή ιερή πόλη τών Μακεδόνων καί βορειότερα, όχι πολύ μακριά, οί Αιγές, ή πρώτη τους πρωτεύουσα. Τώρα τα ερείπιά τους μαζί μέ τά ερείπια καί τής δεύτερής των πρωτεύουσας τής Πέλλας, είναι αψευδείς μάρτυρες τού Ελληνισμού των, όπως καί οί ακμάζουσες ώς σήμερα μακεδονικές πόλεις ή Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη τη μακεδονίτιδι γράφει ό Αιλιανός ΝΑ 15 200), ή Βέροια, ή Έδεσσα, καί άλλες.
* * *
Τά τέλη τού περασμένου αιώνα είναι μιά εποχή θά έλεγα «πονηρή γιά τούς λαούς τής Βαλκανικής. Είναι ή εποχή κατά την οποία, μετά την επιτυχία τής ελληνικής επαναστάσεως εναντίον τών Τούρκων τό 1821, αρχίζουν καί οι άλλοι λαοί τής βαλκανικής χερσονήσου νά αγωνίζονται γιά να αποτινάξουν τόν τουρκικό ζυγό. Παράλληλα όμως αρχίζουν νά αποκτούν καί Ευρωπαίους «προστάτες». Αυτήν λοιπόν τήν εποχή παρουσιάζονται στήν Ευρώπη γερμανοί κυρίως φιλόλογοι (ιστορικοί, γλωσσολόγοι) οι οποίοι ερευνούν τώρα τό μακεδονικό γλωσσικό υλικό μέ τη μέθοδο τής σχετικά νέας επιστήμης, τής συγκριτικής, ΙΕ Γλωσσολογίας, οπότε αρχίζει ένα είδος διαλόγου μέ δημοσιεύματα καί απαντήσεις καθώς διατυπώνονται τώρα από μερικούς ορισμένες επιφυλάξεις καί αμφιβολίες ώς πρός την αρχική ελληνική καταγωγή τών Μακεδόνων. Οι τελευταίοι στηρίχτηκαν κυρίως στήν απουσία, όπως ισχυρίστηκαν, διαλεκτικών μακεδονικών επιγραφών πριν από τόν 5ο αιώνα π.Χ,9 οπότε, όπως πιστεύουν, έγινε ό δήθεν εξελληνισμός τών Μακεδόνων, καί σέ ορισμένες ιστορικές πηγές από τις οποίες οι κυριότερες αναφέρονται στή διάκριση πού γίνονταν κατά καιρούς από ορισμένους συγγραφείς ανάμεσα στούς όρους Μακεδόνες καί Έλληνες, σαν νά μήν είχαμε καμιά άλλη διάκριση ονομασιών τών ελληνικών φυλών από την εποχή τού Ομήρου! Άκαρνάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Δαναοί, Μυρμιδόνες, Έλληνες, Πανέλληνες, Παναχαιοί, Περραιβοί, Γραικοί, Λακεδαιμόνιοι, Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Κρήτες, Θηβαϊσι, Φωκεϊς, κ.ά.(Οδ.δ725)

Έτσι στό ελληνικότατο (μέ ελάχιστες εξαιρέσεις) λεξιλόγιο της μακεδονικής διαλέκτου, όπως μάς τό διέσωσαν μεταγενέστεροι λεξικογράφοι καί συγγραφείς, επεσήμαναν τάχα μερικά στοιχεία συγγενικά μέ την Ιλλυρική, πού μάς είναι κι αυτή ελάχιστα γνωστή, ενώ τον ελληνικότατο χαρακτήρα του, όπως καί τών τοπωνυμίων, τών κυρίων ονομάτων τών Μακεδόνων, την ελληνική λατρεία καί την συνεχή καί συνετή ελληνική δραστηριότητα τών Μακεδόνων, πού δεν μπορούν νά αμφισβητήσουν, προσπάθησαν νά τόν εξηγήσουν μέ τόν απίθανο συλλογισμό ότι, οι Μακεδόνες εξελληνίστηκαν τάχα (πώς καί από ποιους;) γύρω στόν 5ο ή 6ο αιώνα π.Χ.

Στούς συλλογισμούς αυτούς καί τις επιφυλάξεις απάντησαν μέ ανεξάντλητα επιχειρήματα Έλληνες καί ξένοι επιστήμονες καί κυρίως ό Γ.Ν. Χατζιδάκις μέ αλλεπάλληλα δημοσιεύματα σέ ελληνική καί άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Γιά τόν δήθεν «εξελληνισμό» των Μακεδόνων χαρακτηριστική είναι π.χ. ή απάντηση πού έδωσε ήδη τό 1906 ό γερμανός φιλόλογος Ο. Hoffmann (Die Makedonen, ihre sprache und ihr volkstrum, Gottingen 1906, σελ. 231): «Το ελληνικό όνομα είναι από άποψη φωνητικής καί φωνητικών νόμων, όπως καί τής μορφολογίας του τόσο βασικά διαφορετικό από το όνομα τής Θρακικής καί Ιλλυρικής, ώστε το ελληνικό όνομα τών Μακεδόνων νά είναι αδιανόητο να θεωρηθεί: ώς ενδιάμεσος τύπος ανάμεσα στό ελληνικό όνομα καί τό Θρακικό. Επομένως όποιος δέν θεωρεί τούς Μακεδόνες Έλληνες, αυτός λογικά πρέπει νά βγάλει τό συμπέρασμα ότι ξαφνικά οι Μακεδόνες εγκατέλειψαν εντελώς τα πατροπαράδοτα μικρά τους ονόματα ήδη τον νι ή ν αιώνα καί για να δείξουν τόν θαυμασμό τους στόν ελληνικό πολιτισμό πήραν τά ονόματα τών Ελλήνων. Φυσικά το νά αντικρούσει κανείς έναν τέτοιο ισχυρισμό το θεωρώ εντελώς περιττό».

Γενικά τόν δήθεν «εξελληνισμό» τών Μακεδόνων πού δέν αποδεικνύεται άλλωστε καί δέν μαρτυρείται από καμιά πηγή, τόν ονομάζει ό Hoffmann στόν πρόλογό του «ψυχολογικό αίνιγμα.

Αλλά καί όλες οί λεγόμενες «πηγές αμφιβολιών είναι πράγματι αμφίβολης αποδεικτικότητας καί ώς κοινό χαρακτηριστικό έχουν την απουσία εντελώς έστω καί μιάς ρητής μαρτυρίας ότι οί Μακεδόνες δέν ήταν Έλληνες καί ότι δέν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Πουθενά δέν αναφέρεται ότι οι Μακεδόνες ήταν αλλόγλωσσοι ή αλλόθροοι ή βαρβαρόφωνοι, όπως συνήθιζαν νά ονομάζουν οι Έλληνες συγγραφείς όσους δέν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Όπως είδαμε ό Ηρόδοτος αναφέροντας το δωρικόν έθνος ώς μακεδνόν καί τό Αττικόν ώς καταγόμενο από τούς Πελασγούς, μόνο γιά τούς τελευταίους τονίζει ρητά ότι δέν ήξερε τι είδους γλώσσα μιλούσαν. Ο Όμηρος πού δέν αναφέρει πολλά βόρεια ελληνικά φύλα (ενώ γνωρίζει τόν Άξιό) σημειώνει ότι στήν Ελλάδα υπήρχαν κάτοικοι πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Στήν Οδύσσεια ό Μέντης «έπλεε έπ’ αλλοθρόους ανθρώπους» (α 183) καί άλλού διηγείται ότι στήν Κρήτη υπήρχαν πολλοί άνθρωποι καί ενενήντα πόλεις με διαφορετική γλώσσα (άλλη δ’ άλλων γλώσσα μεμιγμένη τ 172). Στήν Ιλιάδα αναφέρει επίσης τούς Κάρες ώς β α ρ β α ρ ό φ ω ν ο υ ς: «Νάστης δ’ αυ Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων» Β 867). Από τη βόρειο Ελλάδα αναφέρει τούς Θράκες ότι ήταν μέ τό μέρος τών Τρώων καί ότι οι Τρώες είχαν συμμάχους πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες (πολλοί γάρ κατά άστυ μέγα Πριάμοιο επίκουροι, άλλη δ’ άλλων γλώσσα πολυσπερέων ανθρώπων... Ιλιάδ., Β 803, πβ. καί Δ 437 ου γάρ πάντων ήεν ομός θρόος ούδ’ ία γήρυς, αλλά γλώσσ’ εμέμικτο, πολύκλητοι δ’ έσαν άνδρες (άραγε καί οί Παίονες πού ήταν μέ τό μέρος τους νά ήταν ελληνική φυλή; — αυτάρ Πυραίχμης άγε Παίονας αγκυλοτόξους τηλόθεν εξ Αμυδώνος, άπ’ Άξιού ευρύ ρέοντος Αξιού ου κάλλιστον ύδωρ επικύρναται αίαν, Ίλιάδ., Β 843). Καί οι Μακεδόνες; Τό πιθανότερο είναι ότι τότε ακόμα δέν είχαν εμφανισθεί στό προσκήνιο τής Ιστορίας, όπως δείχνει το χωρίο τού Άρριανού 7, 92 όπου αναφέρεται ότι ό Φίλιππος Β’ παρέλαβε τούς Μακεδόνες «πλανήτας καί απόρους εν διφθέραις τούς πολλούς νέμοντας ανά τα όρη πρόβατα ολίγα...» (τα λόγια αποδίδει ό Αρριανός στόν Μ. Αλέξανδρο, πού απευθύνεται στους μακεδόνες στρατιώτες). Καί, δεύτερον, όσα λέγει ό Αθηναίος Δημοσθένης στούς λόγους του εναντίον τού Φιλίππου: «μέγας ηυξήθη» (2,5), «ήρθη μέγας» (2,8) «εκ μικρού καί τυχόντως γέγονεν ανελπίστως μέγας» (18,182), «μέγας γέγονεν ασθενής ών το κατ’ αρχάς» (1,12), «ευδαίμων μέγας καί φοβερός πάσιν Έλλησι καί βαρβάροις» (8,67), «μέγας εκ μικρού καί ταπεινού το κατ’ άρχάς... ηύξηται» (9,21). Αν όμως στόν Όμηρο ήταν άγνωστοι οι Μακεδόνες ή ό ποιητής δέν τούς αναφέρει ώς ασήμαντους κατά την εποχή τών γεγονότων τής Τροίας, έν τούτοις υπάρχει στα ομηρικά ποιήματα ή λέξη μακεδνός μέ τή σημασία ψηλός, γιά τις λεύκες (οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, Οδυσσ. η 106. Φυσικά δέν γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοεί ό Όμηρος με την έκφραση «μεμιγμένη γλώσσα» καί «άλλη άλλων» καί επομένως δέν αποκλείεται νά εννοεί μ’ αυτήν καί τις διαλεκτικές διαφορές τής ίδιας τής ελληνικής γλώσσας. Μιά τέτοια πιθανότητα φαίνεται ιδιαίτερα στό τ 172 τής Οδύσσειας πού αναφέρεται στήν Κρήτη. Εκεί μνημονεύονται ανακατεμένοι οι Ετεοκρήτες, οι Κύδωνες καί οι Πελασγοί με τούς Αχαιούς καί τούς Δωριείς (...έν μεν Αχαιοί/ έν δ’ Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, έν δε Κύδωνες / Δωριέες τε τριχάϊκες = μακρυμάλληδες). Πάντως οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς μετά τόν Όμηρο, αρχίζοντας από τόν Ηρόδοτο, είχαν συνείδηση πλέον τών τοπικών αυτών διαλεκτικών διαφορών. Ο Ηρόδοτος π.χ. αναφέρει γιά τούς Ίωνες ότι είχαν «τρόπους τέσσερας παραγωγέων» (1, 142).

Ενώ όμως τών νοτίων Ελληνικών περιοχών οι διάλεκτοι μάς είναι γνωστές, γιατί λίγο ή πολύ καλλιεργήθηκαν καί μάς κληροδότησαν κείμενα καί επιγραφές, τών βορείων ελληνικών φύλων οι διάλεκτοι δέν καλλιεργήθηκαν, γιατί λόγω τής φύσεώς των, όπως θά δούμε, δέν ήταν κατάλληλες για γραπτή γλώσσα, καί επομένως οι πληροφορίες γι’ αυτές είναι ελλιπείς. Πάντως δεν λείπουν οι σποραδικές αναφορές καί οι νύξεις για την ύπαρξη των.

Ήδη σε ένα απόσπασμα τού έργου «Μακεδόνες» ενός κωμικού τού 5ου αιώνα π.Χ. διαπιστώνουμε τό γεγονός ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν σίγουρα μιά δική τους ελληνική διάλεκτο. Είναι ό κωμικός Σ τ ρ ά τ τ ι ς καί το απόσπασμα μια στιχομυθία ανάμεσα σέ έναν Αθηναίο καί έναν Μακεδόνα: Λέγει ό Αθηναίος: «ή σφύραινα δ’ έστι τις;» καί ό Μακεδόνας άπαντά: «κέστραν μεν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε» (τι πράγμα είναι ή σφύραινα; — αυτό πού εσείς οι Αττικοί ονομάζετε κέστρα. Πρόκειται γιά τό ψάρι λούτσος). Στόν Θουκυδίδη αναφέρονται οι Αιτωλοί ότι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος τών Ευρυτάνων καί ότι είναι ό γνωστότατοι γλώσσαν, δηλ. εντελώς ακαταλαβίστικοι ώς προς την ομιλία τους (ΙΙΙ, 94), Επίσης στόν Ευριπίδη (Φοίνισσες 138) ό Αιτωλός Τυδεύς, γιος τού Οινέα, χαρακτηρίζεται ώς αλλόχρως όπλοισι μιξοβάρβαρος (παράδοξος ώς πρός τά όπλα, μισοβάρβαρος — ίσως ώς προς τη γλώσσα, πβ. Πλουτάρχου, •Αλέξ., 47, 6 εκέλευε [ό •Αλέξανδρος] γράμματά τε ελληνικά μανθάνειν και μακεδονικοίς όπλοις εντρέφεσθαι [τούς νεαρούς Πέρσας]). Πολλοί εξηγούν τα χωρία αυτά στα πλαίσια μιάς υποθέσεως ότι οι Αιτωλοί είχαν αναμιχθεί τάχα τότε μέ Ιλλυριούς. Ότι οι Αιτωλοί ήταν ελληνική φυλή το γνωρίζουμε ήδη από την •Ιλιάδα όπου αναφέρεται ότι πήραν μέρος μαζί μέ τούς άλλους Έλληνες στήν εκστρατεία τής Τροίας (Αιτωλών δ’ ηγείτο Θόας Ανδραίμονος υιός, Ίλιάδ. Β 638) καί τό βεβαιώνουν έπειτα καί οί επιγραφές πού βρέθηκαν στήν περιοχή. Αργότερα ό λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος (31,29 - 3ος αιώνας π.Χ.) μάς πληροφορεί ότι οί Αιτωλοί μιλούσαν την ίδια διάλεκτο πού μιλούσαν καί οι Άκαρνάνες καί οι Μακεδόνες.

Βλέπουμε ωστόσο ότι τά ελληνικά αυτά φύλα τών βορείων ελληνικών περιοχών, όπως της Ηπείρου, πού πρέπει νά μιλούσαν «δύσκολες» ελληνικές διαλέκτους, δέν δίσταζαν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς της «πολιτισμένης» νότιας Ελλάδας, όπως ό Θουκυδίδης, νά τά ονομάζουν «βάρβαρα» καί τη διάλεκτό τους «βάρβαρη», όπως δέν δίσταζε καί ό Δημοσθένης νά αποκαλεί τόν Φίλιππο καί τούς Μακεδόνες «βαρβάρους». Βαρβάρους π.χ. αποκαλεί ό Θουκυδίδης τούς Χάονες, τούς Θεσπρωτούς καί τούς Μολοσσούς (βλ. Π. 80-81). Ακόμα καί ή διάλεκτος της Λέσβου χαρακτηρίζεται σέ ένα χωρίο τού Πλάτωνος βάρβαρη. Συγκεκριμένα στόν Πρωταγόρα (341 ) ό Πρόδικος λέγει γιά τόν Λέσβιο Πιττακό ότι ό Σιμωνίδης κατηγορώντας τον τόν θεωρεί ότι είναι γαλουχημένος μέ γλώσσα βάρβαρη (— Αλλά τι οίει, έφη, λέγειν, ώ Σώκρατες, Σιμωνίδου άλλο, ή τούτο, καί ονειδίζειν τω Πιττακώ ότι τα ονόματα ούκ ηπίστατο ορθώς διαιρείν άτε Λέσβιος ών καί έν φωνή βαρβάρω τεθραμμένος;) Ότι όμως βάρβαρος δέν σημαίνει στούς αρχαίους πάντοτε ξένος φαίνεται καθαρά καί από το γεγονός ότι ελληνικότατες λέξεις χαρακτηρίζονται πολλές φορές από λεξικογράφους ή άλλους συγγραφείς «βάρβαρες» (π.χ. τό δέ ευκαιρείν βάρβαρον, — φάγομαι βάρβαρον, λέγε ούν έδομαι (Φρύνιχος), αφεδρών καί λουτρών βάρβαρα (Σουίδας) κλπ.

Ύστερα άπ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς ότι τα χωρία τών αρχαίων συγγραφέων πού αναφέρονται στή γλώσσα τών Μακεδόνων, όταν τήν χαρακτηρίζουν μόνο Μακεδονική, υπογραμμίζουν απλώς ότι πρόκειται γιά ελληνική διάλεκτο. Καί ακριβώς αυτήν την έννοια έχουν οι όροι «μακεδονίζειν» καί «μακεδονιστί», όταν αναφέρονται στή γλώσσα τών Μακεδόνων, όπως έχουν καί οί αντίστοιχες αιολίζειν καί αιολιστί, αττικίζειν καί αττικιστί, δωρίζειν καί δωριστί, ιωνίζειν καί ιωνιστί κλπ. Κι ακόμα το ίδιο εκφράζουν καί οι λατινικές φράσεις Patius Sermo του Curtius και Macedonicus Sermo τού Σενέκα.

Σαφείς υπαινιγμούς γιά την ελληνική διάλεκτο τών Μακεδόνων έχουμε στα χωρία: Τού Πλουτάρχου, Πύρρος, Π. όπου αναφέρεται ότι ό Πύρρος εγκατέστησε, λέγει, στή Μακεδονία φρουρά από άνδρες οι οποίοι προσποιήθηκαν ότι είναι Μακεδόνες («...ήσαν δε τινες ους ό Πύρρος εγκαθίει προσποιουμένους είναι Μακεδόνας...) καί τού Παυσανία ιν, 29,1 ό οποίος περιγράφει μιά σκηνή όπου οί Μεσσήνιοι αναγνώρισαν εκείνους πού τούς πλησίασαν νύχτα, από τήν ομιλία καί τά όπλα τους ότι είναι Μακεδόνες («…εκ τε τών όπλων καί τής φωνής Μακεδόνας καί Δημήτριον τόν Φιλίππου γνωρίζουσιν όντας»).

Γιά τήν εποχή τής Μεσαιωνικής Ελληνικής καί τής πρώιμης Νέας Ελληνικής οι πληροφορίες πού έχουμε σχετικά μέ την ιδιωματική γλώσσα τών Μακεδόνων καί τών άλλων βορείων Ελλήνων είναι ελάχιστες. Από τα τέλη όμως τού περασμένου αιώνα αρχίζει ή συστηματική έρευνα τών ιδιωμάτων αυτών στα πλαίσια τής μελέτης της νέας Ελληνικής γλώσσας. Ένα από τα αποτελέσματα τής έρευνας αυτής ήταν νά διαπιστωθούν δυό βασικά γνωρίσματα τών βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής τα οποία σε γενικές γραμμές είναι: 1) ή τροπή τών εκάστοτε ατόνων φωνηέντων e (ε, αι) σέ ι καί ο (ο, ω) σε ον, π.χ. γιλώ (γελώ), πιθιρός (πεθερός), κιντώ (κεντώ), κιρός (καιρός), λιμός (λαιμός), πιδί (παιδί) κ.ά. καί 2) ή αποβολή τών εκάστοτε ατόνων ι καί ου, π.χ. κ’νώ (κινώ), ψ’λά (ψηλά), ψ’κή (ψυχή), π’νώ (πεινώ), κ’λιά (κοιλιά) κ.ά. καί β’νό (βουνό), δ’λειά (δουλειά), π’λί (πουλί) κ.ά. ή οποία όμως δέν συμβαίνει πάντοτε.

Παρουσιάστηκε έπειτα το πρόβλημα πότε διαμορφώθηκαν τά δυό αυτά βασικά γνωρίσματα στις περιοχές αυτές. Οι γνώμες πού διατυπώθηκαν κατά καιρούς από Έλληνες καί ξένους γλωσσολόγους ήταν πολλές. Μολονότι όμως ήδη το 1898 ό Κ. Dieterich επεσήμανε παρουσία τών γνωρισμάτων αυτών σε επιγραφή από τη Θεσσαλία τού 2ου αιώνα π.Χ. ή γνώμη του δέν έγινε αποδεκτή. Από τούς άλλους κυριότερους μελετητές τού προβλήματος ό Γ. Χατζιδάκις τοποθετούσε τή διαμόρφωση τών δυό αυτών γνωρισμάτων στόν 16ο μ.Χ. αιώνα (1892, 1905), ό Ν. Ανδριώτης τόν 10ο μ.Χ. αιώνα (1924), καί τελευταία ό Γ. Μπαμπινιώτης τόν 6ο μ.Χ. αιώνα (1977) (μόνο ώς πρός την τροπή τών ατόνων ε καί ο).

Στό μεταξύ ό Α. Γ. Τσοπανάκης (1955) διερωτήθηκε μήπως, αν ή γνώμη τού Κ. Dieterich είναι σωστή, θά μπορούσαμε νά δεχτούμε καί τήν ύπαρξη μιάς ζώνης όπου επικρατούσε μιά αιολική κοινή καί νά τή συσχετίσουμε μέ τή σημερινή ζώνη τών βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων.

Σε δημοσίευμά μου σχετικό με την παλαιότητα τών δύο αυτών γνωρισμάτων, από αφορμή μιά λέξη τού ποιητή τής Αλεξανδρινής εποχής (3ος αιώνας π.Χ.) Ηρώνδα, τη λέξη προύν(ε)ικος, υποστήριξα την υποψία αυτή τού Τσοπανάκη μέ συγκεκριμένα στοιχεία καί τοποθέτησα τήν αρχή του τόν 3ο αι. π.Χ.20

Καί πρώτα πρώτα τό μοναδικό παράδειγμα τού Κ. Dieterich από τόν 2ο π.Χ. αιώνα τό πλούτισα μέ περισσότερα καί παλαιότερα από τόν αιώνα αυτόν, φθάνοντας ως τόν 3ο, πού είναι καί ή εποχή κατά την οποία αρχίζει ή ισοχρονία τών φωνηέντων, μολονότι υπάρχουν καί ακόμα παλιότερης εποχής. Έπειτα τη γνώμη ότι τά γνωρίσματα αυτά πρέπει νά διαμορφώθηκαν αρχικά στις περιοχές τής Βοιωτίας, Θεσσαλίας καί Μακεδονίας, όπου κυριαρχούσε παλαιότερα ή Αιολική διάλεκτος, την υποστήριξα καί μέ τό επιχείρημα ότι υπάρχουν σήμερα στή Νεοελληνική Κοινή λέξεις πού διατήρησαν τά γνωρίσματα αυτά τουλάχιστον από τη μεσαιωνική εποχή. Οι λέξεις αυτές ασφαλώς απλώθηκαν στήν Ελληνική Κοινή κατά τή μεταγενέστερη καί μεσαιωνική εποχή από τις περιοχές αυτές, όπου καί σήμερα τά γνωρίσματα αυτά κυριαρχούν ώς νόμος, π.χ. βουίζω, βουβός, γουφάρι, κουβαλώ, κουδούνι, σφουγγάρι κλπ.

Προσπάθησα επίσης νά εξηγήσω τήν σποραδική γραπτή παράδοση τών γνωρισμάτων αυτών, υποστηρίζοντας ότι επειδή πρόκειται γιά γνωρίσματα τής προφορικής ομιλίας, κατά την οποία οι τύποι τών λέξεων αλλοιώνονται, οι λέξεις αυτές δέν κρίνονται κατάλληλες καί νά γράφονται, παρά μονάχα εκείνες οι οποίες από την πολλή χρήση γίνονται κοινές καί όχι όλες, π.χ. ενώ λέμε κάτσε, δέν τό γράφουμε εύκολα.

“Ας δούμε τώρα αν υπάρχουν τά βασικά αυτά φωνητικά γνωρίσματα τών βορείων ελληνικών ιδιωμάτων καί στό μακεδονικό λεξιλόγιο, όπως μάς τό διέσωσαν οι μεταγενέστεροι λεξικογράφοι καί συγγραφείς καί τελευταία καί οί επιγραφές. Όπως είναι γνωστό τό λεξιλόγιο τής αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου αποτελείται από εκατόν πενήντα περίπου προσηγορικά ονόματα (117, σύμφωνα μέ την αρίθμηση τού Ε. Degani), ενώ οι επιγραφές μάς προσφέρουν κυρίως κύρια ονόματα, πολλά από τά οποία παρουσιάζουν γνωρίσματα της μακεδονικής διαλέκτου.

Στήν εργασία μου γιά τη λέξη προύν(ε)ικος ανέφερα ώς τροπή ο(ω) σε ου τις λέξεις ακρουνοί καί κυνούπες από τα δυό λήμματα τού Ησυχίου: ακρουνοί - όροι [= όρη] υπό Μακεδόνων καί κυνούπες• άρκτος, Μακεδόνες. Καί οι δυό λέξεις οδηγούν στις ονομαστικές άκρων καί κύνωψ, πβ. μύ-ωψ, καί το λήμμα: άκρουν• όρους κορυφή ή όρος (Ησύχιος).

Σημαντικό τώρα είναι ότι ό Ησύχιος (5ος μ.Χ. αιώνας) αντιγράφει από παλαιότερους Λεξικογράφους καί άλλους συγγραφείς, άλλα δέν μάς δίνει καί χρονολογικές πληροφορίες γιά τίς μακεδονικές λέξεις, όπως καί γιά τά άλλα λήμματά του. Υπάρχει κάποια χρονολόγηση όταν μάς αναφέρει τούς συγγραφείς άπ’ όπου παίρνει τά λήμματά του. Όταν π.χ. αναφέρει τόν Μακεδόνα Α μ ε ρ ί α τότε ξέρουμε ότι ή λέξη ήταν σέ χρήση στους Μακεδόνες τουλάχιστον τόν 3ο αιώνα π.Χ. Γιά τις άλλες λέξεις όμως δέν είναι δυνατό νά γνωρίζουμε την εποχή κατά τήν οποία χρησιμοποιούνταν, παρά μονάχα ότι μπορεί νά είναι αρχαίες, μεταγενέστερες ή πρώιμες μεσαιωνικές (ώς την εποχή του).

Πιστεύοντας πάντοτε ότι τά δυό βασικά γνωρίσματα τών σημερινών βορείων ελληνικών ιδιωμάτων (τής Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδος καί νησιών τού Β. Αιγαίου) είναι παλαιά (ξεκινούν τουλάχιστο από τόν 3ο αιώνα π.Χ.), ξανακοίταξα μέ κάποια προσδοκία τό γλωσσικό υλικό πού αποδίδεται στούς αρχαίους Μακεδόνες καί Κυρίως τις λέξεις εκείνες πού δέν ετυμολογήθηκαν ακόμα. Πολλοί προτείνουν διάφορες ετυμολογίες, πιστεύοντας ότι είναι, είτε ελληνικής αρχής, είτε ξενικής (θρακικής, Ιλλυρικής, φρυγικής κλπ.), χωρίς όμως ώς τώρα νά λάβουν υπόψη καί τό γεγονός ότι αιτία τής ετυμολογικής επισκοτίσεώς των μπορούσε νά ήταν [καί] τά δύο αυτά γνωρίσματα. Ήδη στό βιβλίο μου ιστορία τής ελληνικής γλωσσάς, μιλώντας γιά τίς λέξεις αυτές τής Μακεδονικής διαλέκτου, είχα τονίσει μεταξύ άλλων: «...κανένας όμως δέν μπορεί νά αποκλείσει, νομίζω, καί την περίπτωση μερικές από τίς λέξεις αυτές νά είναι ελληνικής αρχής, άλλα νά φαίνονται ξενικές εξαιτίας τών φωνητικών κλπ. μεταβολών πού τυχόν έχουν υποστεί μέ τό πέρασμα τού χρόνου...». Στήν έρευνά μου αυτή δέν διαψεύστηκα. Σάς παρουσιάζω σήμερα δυό χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Πρόκειται γιά τις λέξεις τών αρχαίων Μακεδόνων: δ ρ ή γ ε ς καί Β λ ο υ ρ ε ί τα ι ς.

Η πρώτη μάς παραδίδεται από τόν Ησύχιο, στή λέξη δρήγες, καί σημαίνει σπουργίτια (στρουθοί): δρήγες• στρουθοί Μακεδόνες. Η δεύτερη είναι ένα επίθετο τής θεάς Άρτεμης καί αναφέρεται σε μιά επιγραφή πού βρέθηκε στό χωριό Επισκοπή στήν περιοχή τής Σκύδρας στή Μακεδονία. Η επιγραφή είναι τού 3ου αιώνα μ.Χ. (253 μ.Χ. περίπου).

Η λέξη δρήγες είναι ό πληθυντικός μιάς αμάρτυρης αρχαίας ελληνικής λέξεως *δείρηξ καί σχηματίστηκε από τή γνωστή αρχαία ελληνική λέξη δειρά (δειρή) = λαιμός, τράχηλος (πβ. περι-δέραιον). Από αυτή τη λέξη σχηματίστηκε καί ή λέξη δειρ-ήτης, ή οποία αναφέρεται από τόν Αθήναιο ότι τη χρησιμοποιούσαν οι Ηλείοι στήν Πελοπόννησο καί έχει την ίδια σημασία με τη μακεδονική δρήγες, δηλ. στρουθοί, σπουργίτια. Τό δρήγες προήλθε από τόν πληθυντικό τού *δείρηξ (πβλ. ίρηξ, πέρδιξ κ.ά.) δείρηγες (στόν Ησύχιο έχουμε αδέσποτο: δίρηγες), άπ’ όπου μέ κατέβασμα τού τόνου στήν παραλήγουσα προήλθε ό τύπος *δειρήγες (ό Ησύχιος αναφέρει καί πάλι τύπο δηγήρες). Ύστερα, με την αποβολή πλέον τού άτονου ει (τό ει ξέρουμε ότι προφέρονταν ι ήδη από τόν 3ο αιώνα π.Χ.) σύμφωνα μέ τόν ένα από τούς δυό γνωστούς νόμους τών βορείων ιδιωμάτων, το δειρήγες έγινε: δρήγες (ή ονομαστική δρήξ δέν μαρτυρείται).
Το επίθετο Βλουρείτις αναφέρεται στήν επιγραφή ως εξής:

Άρτεμιν αγροτέ- / ραν Γαζωρείτι- / δα καί Βλουρείτιν... Γιά το επίθετο Γαζωρείτις ξέρουμε ότι προέρχεται από τη γνωστή μακεδονική πόλη Γάζωρος. Τι είναι όμως τό Βλουρείτις; Ως τώρα δέν είχε δοθεί ικανοποιητική απάντηση. Καί όμως ή λέξη είναι καί πάλι ελληνική. Είναι τύπος τής αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου τού επιθέτου Φιλ-ορείτης, τό θηλ. Φιλ-ορείτης. Το Φιλ-ορείτης ώς φιλ-ωρείτης μάς τό διέσωσε ένας επιγραμματοποιός τών χρόνων τού Αυγούστου, ό Ερύκιος καί αναφέρεται στόν Πάνα (Πανί φιλωρείτα..., βλ. Παλατινή Ανθολογία νι, 96). Τό θηλ. φιλ-ορείτις έγινε στή διάλεκτο τών αρχαίων Μακεδόνων βλουρείτις κανονικά με την γνωστή πρώτα τροπή τού φ σέ β, την αποβολή έπειτα τού άτονου ι καί την τροπή τού άτονο ο σέ ου: > φιλο-> βιλο- > βλο- > βλου.

Τελειώνοντας θα αναφέρω μιά ακόμα ανετυμολόγητη μακεδονική λέξη πού παρουσιάζει ένα γενικότερο γνώρισμα τής Ελληνικής γλώσσας.

Στό λήμμα τού Ησυχίου γάρκαν• ράβδον, Μακεδόνες, ή λέξη γάρκαν δέν έχει ακόμα ετυμολογηθεί σίγουρα (ό Degani, Ελληνικά 35, 1984, 14, χαρακτηρίζει τό έτυμον Obscurum). Καί όμως πρόκειται εδώ γιά την ελληνικότατη λέξη τόν ή τήν χάρακα(ν), αιτιατική τής λέξεως ό, ή χάραξ, ή οποία μέ τη γνωστή μακεδονική τροπή τού χ σέ γ καί την αποβολή τού α (κατά τόν λεγόμενο νόμο τού Kretschmer) μετατράπηκε σε γάρκαν (το τελικό -ν, κατά τά ημέραν, χώραν κλπ.). Ή λέξη σημαίνει στήν αρχαία Ελληνική καί «ράβδος δισχιδής κατά τό έν άκρον πρός υποστήριξιν κλημάτων αμπέλου κοινώς “κάμαξ”.

Καί είναι αυτός ένας ακόμα αψευδής μάρτυρας της συνεχούς παρουσίας τού μακεδονικού Ελληνισμού στήν πολύπαθη γη τών πατέρων μας.

Α. Ι. Θαβώρης

ΠΗΓΗ: Γ. Μπαμπινιώτης, Η γλώσσα της Μακεδονίας, εκδ. Όλκος 1992.

 

Αναδημοσίευση: http://www.e-istoria.com/m10.html?fbclid=IwAR0IG89-Wk2CMMGyAn3UkxYM0gTTb_UlWt0UBjuYxcQmLyHBaPbjoAllcEo