peina

ΦΟΒΟΝΤΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΑ

ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;

Μεσολλόγι 1826 

 «Πολλοί ευρέθησαν εις την ανάγκην να φάγωσιν ανθρωπίνας σάρκας και, ως εδιηγούντο, ελάμβανον το ήπαρ εκ των φονευμένων και όντων κράσεως υγιούς, το ετηγάνιζον με έλαιον και έρριπτον ολίγον ξείδι, το τοιούτον δε παρασκεύασμα παρείχεν ευάρεστον τροφήν εις τους αγνοούντας την προέλευσίν του, ανεκτάς δε εις τους γνωρίζοντας ταύτην!».Α

 «Ερευνώντας με τη σειρά όλα τα σπίτια, βρή­καμε αρκετές ποσότητες αλεύρι. Αυτό μοιρά­στηκε μ' ένα φλιτζάνι ως μέτρο. Εμοίρασαν κι από ένα φλιτζάνι κουκιά. Άρχισαν λοιπόν να σμίγουν αυτό το λίγο κουκί και αλεύρι στον τέντζερη και να βάνουν μέσα και καβούρια...

Ένας γιατρός εμαγείρευσε το σκύλο του με λάδι, από το οποίον είχαμε αρκετό και επαινού­σε το φαγί του ότι ήταν το πιο νόστιμο. Οι στρα­τιώτες τότε πια άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλο ή γάτα έβρισκαν στο δρόμο.

Όμως, από τις 15 του Μάη αρχίσαμε τις πικραλήθρες, χορτάρι της θάλασσας· το βράζαμε πέντε φορές ως ότου έβγαινε η πικράδα, και το τρώγαμε με ξίδι και λάδι σαν πατάτα, αλλά και με ζουμί από καβούρια. Επιδοθήκαμε και στους ποντικούς και ήταν τυχερός αυτός που μπορού­σε να πιάσει έναν. Βατράχια, δυστυχώς δεν βρί­σκαμε. Από την έλλειψη τροφής αύξαιναν οι αρ­ρώστιες: πονόστομος και αρθρίτιδα».Β

Ο Κασομούλης κι ο Μίχος μας δίνουν συνταραχτικές περιγραφές της πείνας, που στο τέλος δάμασε την αθάνατη φρουρά. Από τις 10 τού Μάρτη αβγάτισε τόσο που «έπεσε η πρόληψη να τρώγουν ακάθαρτα και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται των —και που να προφθάσουν; Τρείς ημέραις απέρασαν, και ετελείωσαν αυτά τα ζώα»243.

Έπειτα — την αρχή την έκανε ο Δ. Μεσθενέας ο τυπογράφος των «Ελληνικών Χρονικών» ρίχτηκαν στις γάτες. Σε λίγες μέρες δεν απόμεινε μήτε μια. Το ίδιο ακολούθησε και με τους σκύλους. Ύστερα ήρθε η σειρά των ποντικών και λογάριαζαν ευτυχισμένο όποιον μπορούσε να πιάσει κανένα244. Το μόνο που απόμενε πια ήταν το γνωστό χορταρι της θάλασσας, οι πικραλήθρες ή αρμυρήθρες, που χρειαζόταν να το βράζουν πέντε φορές ώσπου να βγει η πικράδα του. «Αλλά και τούτο ολίγον διήρκησε καθότι ολίγιστα ήσαν εν τη πόλει και τα είδη ταύτα και πολλαί μεν οικογένειαι ήρχισαν τότε να τρέφωνται εκ των εκ τού λιμού αποθνησκόντων συγγενών των»245.

Κι ο Μίχος ανιστορά τούτο δω το φοβερό περιστατικό: Η φρουρά έκανε μια επιτροπή να ψάξει σ' όλα τα σπίτια «προς αναζήτησιν τροφίμων. Το έργον όμως αυτής περιωρίσθη εις τας οικίας μόνον των αδυνάτων, εν ω οι λοιποί δεν επέτρεπον αύτη την είσοδον εις τας oικίας των. Δηλαδή η έρευνα γίνηκε μονάχα στα σπίτια της φτωχολογιάς. Σ' ένα άπ' αυτά «οικογενείας τίνος εκ τού Ζυγού ή Αποκόρου, εύρε εις απόκρυφόν τι μέρος τον μηρόν και άλλα μέλη παιδίου. Φρίξας δε δια το εύρημα ηρώτησε την οικοδέσποιναν˙ παρ' ης επληροφορήθη ότι το παιδίον αυτό, αποθανόν εκ της πείνης, εχρησίμευσε εις τροφήν των επιζώντων ήτο δε τούτο δυστυχώς αληθές, καθότι εις την ευρημένην οικίαν δεν ευρέθη κανέν άλλο τρόφιμον»246

Όμως όταν απεσταλμένος του Ιμπραήμ ζητά προσκύνημα:

«Τον ρωτάει ο Βάγιας:

-Τι προσκύνημα ζητάς; Γιατί τούτο εδώ τ’ασκέρι δεν είναι εκείνο του Νιόκαστρου, ούτε του Αιτωλικού οι ραγιάδες.

Του αποκρίνεται ο Τούρκος:

-Αλλιώτικα απ’ ότι γίνηκε στ’άλλα κάστρα δεν μπορεί να γίνει˙ να δώσετε τ’άρματά σας.

Τον αντισκόβει ο Βάγιας:

-Τι; Άρματα; Αυτό να μην το ξαναπείς! Μα ούτε και εμείς μπορούμε να το πούμε. Άρματα; Πες ότι άλλο θες εξόν από άρματα!

Ο Στουρνάρης που έλαχε να είναι άρρωστος, σαν έμαθε πως ο Τούρκος ζήτησε τ’άρματα είπε:

-Τόλμησε ο κερατάς να γυρέψει άρματα; Κάλλιο εδώ να θαφτούμε! Δεν ξέρει πως τ’άρματα τάχουμε όλοι όσοι είμαστε εδώ τριακόσια χρόνια στο ζωνάρι μας;247» Γ


Α Nικολάου Mακρή: "Iστορία του Mεσολογγίου". Έκδοση 1908

Β Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά

Γ Δημήτρη Φωτιάδη «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21» Β’ Έκδοση -1977 σελ. 198-199

243 Κασομούλης τόμος Β’ σελ.241

244 Κασομούλης τόμος Β’ σελ.243

245 Μίχος ε.α., σελ 48

246 Μίχος ε.α

247 Κασομούλη, τόμος Β’ σελ. 221-222

Επιμέλεια κειμένου Κ.Ναυπλιώτης