nazichristianity 6

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ:

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Α. ΒΟΛΤΑΙΡΑΚΗ
ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: «ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ» - ΑΘΗΝΑΙ 1946  
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com

    Κατά το έτος 1934 υπεγράφη μεταξύ του φον Πάππεν, ως εκπροσώπου του Χίτλερ και του σημερινού Πάπα, τότε Καρδιναλίου Πατσέλλι, «Κογκορδάτον» περί της καθολικής θρησκείας, διδασκα­λίας, θρησκευτικών κηρυγμάτων κτλ., το οποίον ο Χίτλερ ουδέποτε εσεβάσθη. Απεναντίας μάλιστα κατά του Καθολικού και Προτεσταντικού κλήρου ήσκησε τρομεράν δίωξιν, ιδίως κατ’ εκείνων που αντετάχθησαν εις τα κατά της θρησκείας μέτρα του.

Σπουδαιότεροι αντίπαλοι του Χίτλερ εκ των κληρικών ήσαν:

1)   Ο γερμανός Πάστωρ Νιμολέρ και

2)   Ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος του Μονάχου Καρδινάλιος Φάου Μπάχερ, εισηγήσει του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις των Γερμανών Καρδιναλίων εις την γερμανικήν πόλιν Φούλντα, μετά την οποίαν εξεδόθη εγκύκλιος αυτών, δια της οποίας επέκρινον μετά σφοδρότητος τα όργανα της Γκεστάπο.

Ο Ορθόδοξος χριστιανικός κλήρος της Πράγας έδωκε δείγματα εξαιρετικής αυτοθυσίας και υπερηφανείας κατά το θέρος του 1942, ότε εδολοφονήθη υπό Τσεχοσλοβάκων πατριωτών ο υπαρχηγός της Γκε­στάπο Χάϊντριχ και αναπληρωτής του Χίμλερ.

Μετά την δολοφονίαν αυτού, η Γκεστάπο έλαβεν πρωτοφανή μέ­τρα, τα οποία όμως δεν εστάθηκαν ικανά να πτοήσουν τον χριστιανι­κών κλήρον, ο οποίος δεν εδειλίασε να αναλάβη την απόκρυψιν και περίθαλψιν των δραστών της δολοφονίας του απαίσιου και βδελυρού δημίου Χάϊντριχ, αντικατασταθέντος βραδύτερον παρά του Αυστρια­κού Ερνέστου Καλτεμπρούνερ.

Η απόκρυψις των ηρώων αυτών, παρά τας απειλάς της Γκε­στάπο, εγένετο παρ’ ορθοδόξων Ελλήνων κληρικών εις κρύπτας και κατακόμβας της Πράγας, ότε δε απεκαλύφθησαν υπό της Γκεστάπο, συνελήφθησαν ως ένοχοι ο Πατριάρχης των ορθοδόξων Πράγας και πάσης Τσεχοσλοβακίας Σαββάτιος, εις επίσκοπος, εις ιεροκήρυξ και εις κανδηλανάπτης. Πάντες απεστάλησαν εις το Στρατοδικείο, ενώ­πιον του οποίου με παρρησίαν και υπερηφάνειαν ωμολόγησαν την ενοχήν των, δηλώσαντες προσθέτως ότι δεν μετενόουν καθόλου δια την πράξιν των ταύτην, τας ευθύνας της οποίας ανελάμβανον πλήρως, παρά το γεγονός ότι εγνώριζον πως θα οδηγηθούν εντός ολίγου προ του εκτελεστικού αποσπάσματος και θα πέσουν υπό τα γερμανικά πυρά.

   Εκτός των ανωτέρω, όμως, δεν πρέπει να παραλειφθή και το γε­γονός ότι κατά την διάρκειαν της αποκρύψεως των εκτελεστών του μυσαρού δολοφόνου οι αναφερθέντες κληρικοί, ότε επεδεινώθη η κατάστασις ενός εξ αυτών, όστις είχε τραυματισθή φεύγων μετά την εκτέλεσιν του Χάϊντριχ δια ν’ αποφυγή την σύλληψιν υπό της Γκεστάπο δεν παρέλειψαν, οι τόσον πιστώς και επαξίως διακονούντες την ορθόδοξον χριστιανικήν πίστιν κληρικοί αυτοί, να καλέσουν παρά τους μυρίους κίνδυνους ειδικόν ιατρόν προς παροχήν περιθάλψεως και βοή­θειας προς τον Τσεχοσλοβάκον πατριώτην, ο οποίος εθυσιάζετο εις τον βωμόν της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Το γεγονός αυτό δεν ηρνήθησαν ενώπιον του Στρατοδικείου, χωρίς όμως να κατονομάσουν και τον Ιατρόν, δι’ ευνοήτους λόγους.

Επειδή ένας από τους κυριωτέρους εσωτερικούς αντιπάλους του Χίτλερ ήτο ο κλήρος, δια να εξουδετερώση αυτόν εχρησιμοποίησε την περίφημον Γκεστάπο και τον τύπον του.

Δια της Γκεστάπο ωργάνωσεν εικονικάς δίκας, με φανταστικάς χαρακτηριστικάς κατηγορίας, τας οποίας εμεγαλοποίει ο τύπος του, αι δε δίκαι αυταί εσυνεχίζοντο επί ολοκλήρους ημέρας και μήνας, με αντικειμενικόν σκοπόν την διαπόμπευσιν και τον εξευτελισμόν του κλήρου, ίνα ούτω ο γερμανικός λαός αποβάλη κάθε πίστιν και σεβα­σμόν προς την καθολικήν εκκλησίαν, η οποία ολίγον μετά την κατάληψιν της αρχής υπό του Χίτλερ έγινε κι αυτή Χιτλερική, επονομασθείσα Εθνική Εκκλησία.

Εις μέγιστον βαθμόν συνετέλεσαν και ειργάσθησαν με περισσήν τέχνην και επιτηδειότητα ο πολύς Γκαίμπελς και ο θεωρητικός Ρόζεμπεργκ, οι οποίοι ήσαν εισηγηταί και πιστοί εφαρμοσταί των κατά της καθολικής εκκλησίας και γενικώς του κλήρου ληφθέντων σκληρών μέτρων. Ο δεύτερος μάλιστα ήτο ο εφευρέτης του σχεδίου της μετακινήσεως και εκκενώσεως πληθυσμών εις τας κατεχομένας χώρας (απο­στολή Rosenberg) και της ληστεύσεως και εξοντώσεως αυτών, ως συ­νέβη εις Πολωνίαν, Ρωσσίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Ελλάδα (Ισραηλίται Θεσσαλονίκης) κτλ.

Αφού κατήργησε τα περιοδικά της καθολικής νεολαίας και τας εβδομαδιαίας εφημερίδας του κλήρου, διέταξε την μετονομασίαν της καθολικής εκκλησίας εις Εθνικήν τοιαύτην, την οποίαν αφωμοίωσε προς το Κράτος, όπερ υπηρετεί πιστώς. Μάλιστα δε κατά την ημέραν της επισήμου εγκαθιδρύσεως της «Εθνικής Εκκλησίας» του Ράϊχ, όλοι οι εκτός της Γερμανικής Επικρατείας και εις τας αποικίας αυτής καθολικοί ναοί και εκκλησίαι, υπεχρεώθησαν να αφαιρέσουν τον Σταυ­ρόν του Χριστού και να τον αντικαταστήσουν με τον αγκυλωτόν σταυ­ρόν, ως το μόνον ακατάβλητον σύμβολον της Γερμανίας.

Οι ρήτορες των εκκλησιών εθεωρούντο πλέον ως δημόσιοι υπάλ­ληλοι, αι δε περιουσίαι ναών και μοναστηρίων υπήχθησαν εις το Κρά­τος. Οι υπαχθέντες δε εις την Εθνικήν Εκκλησίαν Γερμανοί, ανεξαρ­τήτως φύλου και ηλικίας, ήσαν υποχρεωμένοι να δίδουν επίσημον υπό- σχεσιν, ότι αποδέχονται την Ναζικήν θεωρίαν περί μη υπάρξεως Θεού.  

Ο Χίτλερ απηγόρευσε την εισαγωγήν εκ του εξωτερικού Αγίας Γραφής, τας δε υπαρχούσας τοιαύτας αντικατέστησε δια του Μάϊν Κάμπφ, το οποίον και περιείχε ηθικωτέρας και υψηλοτέρας διδασκαλίας της Αγίας Γραφής, κατά τον Χίτλερ πάντοτε και τους συμμορίτας του Ρόζεμπεργκ και Γκαίμπελς, δια την πνευματικήν τροφήν του Γερμανικού λαού. Επίσης κατήργησε από τας Αγίας Τραπέζας των Εκκλησιών τους Σταυρούς, τας Αγίας Γραφάς και τας εικόνας, τας οποίας αντικατέστησε μ’ ένα ξίφος, σύμβολον της Γερμανικής αφιερώσεως του γερμανικού λαού προς τον Θεόν και υπό του καθαγιασμέ­νου βιβλίου Μάϊν Κάμπφ.

Ωσαύτως κατήργησε το βάπτισμα των γερμανοπαίδων δια του Ραντίσματος και υπεχρέωνε τους γονείς μετά την τεκνοποίησιν να δί­δουν όρθιοι ειδικήν υπόσχεσιν, ότι τα παιδιά των είναι Αριανής κα­ταγωγής και ότι θα δώσουν εις αυτά ανατροφήν με βάσιν το Γερμανικόν Χιτλερικόν πνεύμα.

Μόνον ούτω θα εδικαιούντο τα νεογέννητα παιδιά να λαμβάνουν πιστοποιητικά Γερμανικής Ιθαγενείας.

Επίσης η Εθνική Εκκλησία του Χίτλερ κατήργησε το μυστή­ριον του χρίσματος και της μεταλήψεως, ως και όλα τα θρησκευτικά σύμβολα.

Ο Ιούλιος Στράϊχερ έλεγε σχετικώς : «Μόνον εις ένα-δύο ση­μεία δύναται να παραβληθή ο Χριστός με τον Χίτλερ, διότι ο Χίτλερ είναι πάρα πολύ μεγάλος δια να συγκριθή με ένα τόσον μηδαμινόν».  

Όταν ο Στράϊχερ έλεγεν αυτά, είχεν ήδη καταβιβασθή η εικών του Χριστού από τας αίθουσας συνεδριάσεων των δικαστηρίων και είχεν αναρτηθή αντ’ αυτής η Εικών του Χίτλερ!

Ο Χίτλερ βραδύτερον εδήλωνεν προς τον Αρχηγόν του φοιτητι­κού Συνδέσμου: «Δεν είμεθα εναντίον των πολλών και ποικίλλων απο­χρώσεων του Χριστιανισμού, αλλά εναντίον αυτού του Χριστιανισμού».  

Οι σταυροί και αι εικόνες αφηρέθησαν από τα σχολεία, πάσα θρη­σκευτική διδασκαλία κατηργήθη, αι εκκλησίαι ήνοιγον μόνον κατά τας Κυριακάς και από της 9ης μέχρι της 11ης  ώρας, έκλεισαν τα περιοδικά της καθολικής Νεολαίας και απηγορεύθη η συλλογή εράνων δια θρη­σκευτικούς σκοπούς.

Εις Τσεχοσλοβακίαν 

Εις τας κατεχομένας χώρας η Γκεστάπο παρηκολούθει τα κηρύγ­ματα κατ’ αρχάς, ως συνέβαινεν εις το παρεκκλήσιον Στάρα Μπόλεσλαβ της Τσεχοσλοβακίας, βραδύτερον δε ελογόκρινεν αυτά και επέβαλε να γίνωνται εις την Γερμανικήν γλώσσαν.

Την 15-3-39 κατελήφθη η Πράγα, η Μοραβία και η Βοημία και ανεκηρύχθησαν προτεκτοράτον του Τρίτου Ράϊχ.

Τον Σεπτέμβριον του ιδίου έτους η Γκεστάπο συνέλαβεν 487 ιε­ρείς, μεταξύ των οποίων τον Αρχιμανδρίτην Πράγας Στάσεκ και τον Καρδινάλιον και Αρχιεπίσκοπον Πράγας και Πριμάτον Βοημίας Καρ­δινάλιον Γκάσπαρ, ο οποίος συνελήφθη τρεις φοράς μέχρι το 1940 οπότε και απέθανε λόγω των κακοποιήσεών του παρά της Γκεστάπο.

Εις Πολωνίαν 

Η Καθολική οργάνωσις, οι φιλόπτωχοι Σύλλογοι και οι φιλαν­θρωπικοί οργανισμοί εκλείσθησαν και ο Πρόεδρος της Καθολικής Νεολαίας ετυφεκίσθη δημοσίως εις το Γκοστούν της Πολωνίας.

Οι ιερείς υποχρεούντο κατά τα κηρύγματα των Κυριακών να απαγγέλλουν δημοσίως μίαν προσευχήν υπέρ του Χίτλερ. Τα Μοναστήρια Καλογήρων και Καλογραιών και η Ανωτέρα Σχολή Καθολικών κοινωνικών σπουδών, ως και το Καθολικόν Παιδαγωγικόν Ινστιτούτον εκλείσθησαν, κατελήφθησαν και ελεηλατήθησαν, όπως και τα θρησκευτικά γραφεία, τα οποία μετετράπησαν εις οική­ματα και γκαράζ χρησιμοποιηθέντα υπό των οργάνων της Γκεστάπο.

Επίσης η Πρόεδρος της Καθολικής Νεολαίας Νεανίδων εις Πο­λωνίαν και η μητέρα της συνελήφθησαν και αφού διηρπάγη ολόκλη­ρος η περιουσία των, εξωρίσθησαν εις την Κεντρικήν Πολωνίαν. Πολλά θρησκευτικά μέγαρα ελεηλατήθησαν και μετεβλήθησαν εις ερείπια, τα ιερά αντικείμενα κατεστράφησαν, αι διακοσμήσεις παρεμορφώθησαν και τα έπιπλα συνετρίβησαν.

Αι ιματιοθήκαι και οι ζωγραφικοί πίνακες εσυλήθησαν και τα θρησκευτικά βιβλία και αρχεία εκάησαν.

Τα 95% των κληρικών ερρίφθησαν εις τας φύλακας, εξωρίσθησαν ή υπεβλήθησαν εις αφαντάστους εξευτελισμούς.

Εκατοντάδες εκκλησιών και Μοναστηρίων εκλείσθησαν και μετε­βλήθησαν εις εστιατόρια, εις σταύλους, εις αίθουσας χορού κ.τ.λ. Αι κινηταί και ακίνητοι περιουσίαι κατεσχέθησαν και διηρπάγησαν, πλείστοι δε των διαπρεπών κληρικών εξετελέσθησαν, ιδίως κατά τον Σεπτέμβριον του 1939.

Εις Λουξεμβούργον και Βέλγιον 

Η αντίδρασις του κλήρου εις Λουξεμβούργον δια τον εκγερμανισμόν του πληθυσμού επατάχθη δια σκληρών και απανθρώπων μέσων. Το ίδιον συνέβη και εις το Βέλγιον.

Εις Γαλλίαν 

Η Χιτλερική Νεολαία και ο σύνδεσμος των νεαρών Γερμανίδων εγκατεστάθησαν εις τα Καθολικά σχολεία, Κολλέγια, Εκκλησίας και λοιπά θρησκευτικά Ιδρύματα, αφού πρώτον διέλυσαν τας θρησκευτι­κός οργανώσεις και εφυλάκισαν ή εξώντωσαν τον Κλήρον, τα δε παιδιά της Αλσατίας και Λωρραίνης εστάλησαν εις Γερμανίαν προς ιδεολογικήν εκπαίδευσιν. Μέχρι τέλους του Δεκεμβρίου 1940, είχον εξορισθή από την Αλσατίαν και Λωρραίνην περί τας 20.000 άτομα, εκ των οποίων πολλοί εκπαιδευτικοί και κληρικοί, οι εναπομείναντες δε νέοι και νεάνιδες, άνω των 10 ετών, υπεχρεούντο να ανήκουν εις τας οργανώσεις της Χιτλερικής Νεολαίας.

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΛΗΡΟΥ

ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΙΣ ΑΥΤΟΥ

   Η ΓΚΕΣΤΑΠΟ μετά την κατάληψιν των Αθηνών δεν περιορίσθη μόνον εις την απομάκρυνσιν του Μητροπολίτου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χρυσάνθου και την απομόνωσίν του, ως και του αρνηθέντος να ορκίση κατ’ εντολήν του την κυβέρνησιν Τσολάκογλου Πρωθιερέως, αλλ’ επεξέτεινε την δίωξίν της και κατά παντός κληρικού -θεωρουμένου ότι εργάζεται εθνικώς, χωρίς όμως με τα μέτρα αυτά να επιτύχη τον επιδιωκόμενον σκοπόν της, γιατί δεν στάθηκαν ικανοί ούτε οι τυφεκισμοί, ούτε αι φυλακίσεις, ούτε αι παντοειδείς δοκιμα­σίας για να λυγίσουν την θέλησιν και να χαλαρώσουν τον ενθου­σιασμόν του κλήρου.

Τρανή απόδειξις η δράσις των ιεραρχών μας και του κατωτέρου κλήρου, η ενθυμίζουσα παλαιοτέρας εποχάς, κατά τας οποίας ο κλήρος μας έγραψε τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία μας.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ 

Ολίγον μετά την παύσιν του Μητροπολίτου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χρυσάνθου, τον διεδέχθη ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός.

Ο υψιπετής πολιτικός—ιεράρχης Δαμασκηνός, δεν ήτο μόνον Αρχηγός της Εκκλησίας, αλλά με την πάροδον ολίγου χρόνου, υπήρ­ξε και πνευματικός Αρχηγός της Εθνικής Αντιστάσεως, κατακτήσας με την διακρίνουσαν αυτόν παρρησίαν, με τας αναπτυσσομένας σε κάθε κρίσιμον περίοδον μεγάλας και τολμηράς προτοβουλίας του, όχι μόνον την ψυχήν ολοκλήρου του καταδυναστευομένου Ελληνικού Λαού, παρά του οποίου ελατρεύετο σαν είδωλο, αλλά απέσπασε τον σεβασμόν και αυτών ακόμη των κατακτητών.

Ο υπέροχος αυτός ιεράρχης τεθείς, ευθύς ως ανέλαβε τα καθήκοντά του, επί κεφαλής των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και συνεπώς αντιμέτωπος της γερμανικής βαρβαρότητος και τυραννικής καταιγίδος, απετέλεσεν όχι μόνον τον σημαιοφόρον αυτού, τον παρήγορον άγγελον των λυπημένοον, τον ενθαρρυντήν του τιμίου Ελληνικού αγώνος, αλλά εκ παραλλήλου και την μάστιγα κατά των κουίσλιγκ και προδοτών και συνέχισεν έκτοτε ακούραστα και αδιάλειπτα τον αγώνα με παρρησίαν και αυταπάρνησιν μέχρι της απελευθερώσεως. Περιεφρόνει και ηψήφει κίνδυνους και απειλάς, άξιος συνεχιστής της Ελληνι­κής ιστορίας και αντάξιος διάδοχος των μεγάλων εθνομαρτύρων ιεραρ­χών Γρηγορίου του Ε' και Γερμανού Αγίας Λαύρας.

Εκείνο όμως το οποίον τον εξύψωσεν έτι περισσότερον εις την συνείδησιν του Ελληνικού Λαού και τον κατέταξεν εις το πάνθεον των μεγάλων και ιστορικών φυσιογνωμιών, είναι η κατηγορηματική άρνησίς του και η αποτελεσματική αντίδρασίς του εις την πολιτικήν του πρωθυπουργού Λογοθετοπούλου περί πολιτικής συνεργασίας μετά των γερμανών, ειδικώς δε εις την απόφασιν αυτού όπως κηρύξη επιστράτευσιν προς εξυπηρέτησιν των γερμανικών συμφερόντων, ήτις τελικώς εματαιώθη χάρις εις αυτόν και την εξέγερσιν του Ελληνικού Λαού. Το ιστορικόν της ματαιώσεως ταύτης έχει ως εξής:

Την 5ην Μαρτίου 1943 ο ανωτέρω πρωθυπουργός συνεκάλεσε μυστικοσυμβούλιον εντός της εις παλαιά ανάκτορα αιθούσης του πολιτι­κού του γραφείου, συγκείμενον από πνευματικούς ηγέτας της χώρας ήτοι καθηγητάς Πανεπιστημίου, Ανωτάτων Σχολών, προέδρους Συλ­λόγων, Σωματείων, Επιμελητηρίων, τον Μητροπολίτην Δαμασκηνόν κ.τ.λ. και προσεπάθησε να πειθαναγκάση τούτους να δεχθούν τας από­ψεις του επί του έργου του και της συνεχίσεως αυτού, της γερμανοφί­λου δηλαδή πολιτικής του και να βοηθήσουν αυτόν κηρύσσοντες πολιτιτικήν επιστράτευσιν, αποδεικνύοντες ούτω εμπράκτως τα αισθήματα του Ελληνικού Λαού έναντι των γερμανών.

Μετά την λήξιν του συμβουλίου τούτου και περί την 10ην νυκτερινήν ώραν, παρά την αντίθετον γνώμην του Δαμασκηνού και των λοι­πών συνελθόντων, ο Λογοθετόπουλος εξεφώνησε λόγον προς τον Ελληνικόν Λαόν και του συνίστα πίστιν και αφοσίωσιν εις αυτόν και το έργον του, τονίσας ότι και το συμβούλιον που συνεκάλεσεν επεδοκίμασε την πολιτικήν του, μηδ’ αυτού του Δαμασκηνού εξαιρούμενου και ότι  ως υπεύθυνος πρωθυπουργός, έχων επίγνωσιν των ευθυνών τας οποίας ανέλαβεν εις τας κρίσιμους αυτάς περιστάσεις έπραττε το παν προς περιφρούρησιν των εθνικών μας συμφερόντων.

Ταυτοχρόνως εκήρυξεν επιστράτευσιν και τα δοκίμια του σχετικού νόμου εξήρχοντο εκ του πολιτικού γραφείου και εν σπουδή μετεφέροντο εις το Εθνικόν Τυπογραφείον δια να τυπωθούν και καταστούν νόμος του Κράτους.

Οι υπάλληλοι του Εθνικού Τυπογραφείου κηρύσσουν απεργίαν και ματαιώνουν την εκτύπωσιν του Διατάγματος επιστρατεύσεως, επα­κολουθεί γενική απεργία και ο Δαμασκηνός κυκλοφορεί το μνημειώδες μανιφέστον του κατά του Λογοθετοπούλου, διαψεύδει και καυτηριάζει αυτόν και τον παραδίδει υπόδικον εις την συνείδησιν του Λαού.

Ακολούθως λαμβάνουν χώραν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις εις τας κεντρικωτέρας οδούς των Αθηνών και ο Δαμασκηνός, με την ποιμαντορικήν του ράβδον ανά χείρας, περιέρχεται τα υπουργεία και τα Διοικητήρια των αρχών κατοχής και διατρανώνει και διερμηνεύει τα αληθή αισθήματα και τας πεποιθήσεις του Ελληνικού Λαού και προα­σπίζει τα δίκαιά του.

Εις σχετικήν υπόδειξιν του Λογοθετοπούλου όπως υποβάλη παραίτησιν, ο αγέρωχος ούτος ιεράρχης, ως άλλος Χρυσόστομος, απήντησε μετά του διακρίνοντος αυτόν θάρρους, ως ακολούθως: «Πρωθυπουργοί και πολιτικοί της χώρας, οσάκις το απήτησε το συμφέρον αυτής, παρητήθησαν· ιεράρχαι όμως ουδέποτε. Ούτοι ή απηγχονίσθησαν ή εξετελέσθησαν».

Ο Δαμασκηνός, σύμβουλος και πνευματικός αρχηγός των Εθνι­κών οργανώσεων και ανταρτών, δεν έπαυεν, ουδέ στιγμήν εργαζόμενος υπέρ αυτών, παραμυθών και ενισχύων τα θύματα του αγώνος παντοιοτρόπως, κατορθώνων ούτω να κρατή υψηλά το Εθνικόν φρόνημα του αγωνιζομένου Ελληνικού Λαού.

Άξιος ιδιαιτέρας μνείας ήτο και ο λόγος του γενναίου αυτού ιεράρ­χου, ον εξεφώνησεν από μικροφώνου εκ του άμβωνος της Μητροπόλεως Αθηνών την άνοιξιν του 1943—τα κύματα της φωνής του ηκούσθησαν, δια του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών, εις άπασαν την χώραν —κατά την ανάρρησιν εις τον Επισκοπικόν θρόνον του Σταυρουπόλεως.

Κατ’ αυτόν ο Δαμασκηνός ετόνισε τας ευθύνας του Επισκόπου, ειπών ότι το έργον του υπό τας τότε συνθήκας ήτο δύσκολον και ο δρό­μος του ακάνθινος, δέον όμως ο ίδιος να μη διστάση να πράξη το κα­θήκον του έναντι του δεινοπαθούντος Ελληνικού Λαού και δια την προάσπισιν των συμφερόντων του να προσφέρη ως εξιλαστήριον θύμα και τον εαυτόν του ακόμη. Συνεχίζων, εκαυτηρίασε τας αρχάς κατοχής και συνέστησεν εις τον λαόν υπομονήν και καρτερίαν, αλλά και μετά θάρρους την αναμονήν των καλλίτερων περιστάσεων.

Την επομένην ο ιεράρχης περιωρίζετο δια τους καυστικούς τούτους λόγους υπό των αρχών κατοχής και το μικρόφωνον της Μητροπόλεως αφαιρείτο υπό των γερμανών.

Ο αυτός ιεράρχης, κατά Ιούνιον 1943, ότε εγένοντο συλλήβδην συλλήψεις και αθρόαι εκτελέσεις των Ελλήνων πατριωτών δια το περιβόητον σαμποτάζ του πλοίου εις τον λιμένα του Πειραιώς περιήρχετο και πάλιν τα Διοικητήρια των αρχών κατοχής, συνιστών να στα­ματήσουν τας εκτελέσεις και δια να τους πείση προς τούτο, παρέδωσε κατάλογον μελλοθανάτων με επί κεφαλής τον εαυτόν του και ακολού­θους άλλους ιεράρχας, τονίζων ότι ήτο καλλίτερον να φονεύσουν αυτούς, ως μη έχοντας οικογενειακάς υποχρεώσεις άφ’ ενός και άφ’ ετέρου διότι αυτοί ως πνευματικοί ηγέται δέον να θεωρηθούν υπεύθυνοι των τοιούτων πράξεων. Κατ’ επανάληψιν δε, αντιτιθέμενος εις τας απόψεις των αρχών κατοχής, εδήλωσεν ότι θα θέση τον κλήρον υπό διωγμόν.

Ο Ελληνικός Λαός έχων εμπιστοσύνην και άφθαστον αγάπην εις τον τοιούτον Αρχηγόν της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας, πλειστάκις συνεκεντρώθη έξωθι της Ιεράς Συνόδου και του Υπουρ­γείου Παιδείας και εζητωκραύγασε και επευφήμησε τούτον, παρά τους πυροβολισμούς των καραμπινιέρων και της Γκεστάπο.

Ο ΚΑΡΥΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ 

Αλλά δεν ήτο ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ο μόνος ιεράρχης, όστις επέδειξεν ευθαρσή και ελληνοπρεπή στάσιν κατά την κατοχήν.

Αξιόλογον δράσιν ιδιαιτέρας μνείας και εξάρσεως, εσημείωσε και ο γνωστός δια τους εθνικούς του αγώνας Σεβασμιώτατος Μητρο­πολίτης Καρυστίας και Σκύρου Παντελεήμων.

Καίτοι είμεθα βέβαιοι ότι θα προσκρούσωμεν εις την εγνωσμένην μετριοφροσύνην του, εν τούτοις θεωρούμεν υποχρέωσίν μας να σημειώσωμεν ολίγα περί του πολυσυνθέτου τούτου ιεράρχου, του οποίου η δράσις εις τους Εθνικούς Αγώνας χρονολογείται από του 1912.

Εθελοντής εις τους πολέμους του 1912—1913, ωνομάσθη στρα­τιωτικός ιερεύς και εσυνέχισεν έκτοτε την δράσιν του, πότε μεταξύ του στρατού και πότε μεταξύ του Λαού, δια να εύρωμεν αυτόν το 1910 εις το Αλβανικόν Μέτωπον, παρά το πλευρόν των πολεμιστών μας.

Η γερμανική καταιγίς εδημιούργησε και εις τον εν λόγω ιεράρ­χην πολλαπλά καθήκοντα και υποχρεώσεις, τας οποίας ευθαρσώς αν­τιμετώπισε, αναδειχθείς ούτω αντάξιος των προσδοκιών του πολυπλη­θούς ποιμνίου του και της Πατρίδος.

Αεικίνητος πάντοτε, έτρεχεν από χωρίου εις χωρίον και από πόλεως εις πόλιν, πότε ενθαρρύνων τους αγωνιζομένους ομαδικώς και ατομικώς Έλληνας πατριώτας, πότε ανακουφίζων τους πάσχοντας και πότε αναλαμβάνων τας πλέον επικινδύνους και τολμηράς αποστολάς.

Ωπλισμένος με την θερμουργόν πίστιν και πεποίθησιν εις τον τίμιον αγώνα του Ελληνικού Λαού και την Συμμαχικήν νίκην, μετέδιδεν αυτήν εις τους φανερούς και αφανείς αγωνιστάς και ενέπνεεν ως αντάξιος εις τας περιστάσεις. Πνευματικός Πατήρ και ηγέτης. Η ποι­κίλη, όμως και αθόρυβος δράσις του εν λόγω ιεράρχου δεν ήτο δυνατόν παρά να γίνη γνωστή, τόσον στας αρχάς κατοχής της Εύβοιας, όπου κυρίως εκινείτο όσον και της Πρωτευούσης, με αποτέλεσμα ν’ αναγκασθή ν’ αναχωρήση για την Μέσην Ανατολήν, ίνα αποφύγη την σύλληψιν και τον βέβαιον τυφεκισμόν του.

Θα ήτο σοβαρά παράλειψίς μας και προς το επιτελούμενον μικρόν έργον μας και προς την ιστορίαν ακόμη, αν δεν εκάναμεν ιδιαιτέραν μνείαν δια το αθόρυβον πατριωτικόν έργον του σεπτού γηραιού ιε­ράρχου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου Ειρηναίου, καθ’ όλον το διάστημα της ιταλικής κατοχής της νήσου.

Εργαζόμενος καθ’ όλον αυτό το διάστημα αθόρυβα και συστη­ματικά, ανταπεκρίθη πλήρους προς τας εκάστοτε κρίσιμους περιστάσεις, ως πνευματικός Αρχηγός της νήσου και απελάμβανε της γενικής εμπι­στοσύνης και εκτιμήσεως ολοκλήρου του πληθυσμού αυτής.

Λόγω του κύρους του και των μεγάλων συμπαθειών του, ανεδείχθη κατ’ αρχήν πνευματικός Αρχηγός του ανταρτικού κινήματος της νήσου και μετέπειτα πρόεδρος της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, κατά την προσωρινήν απελευθέρωσιν της Σάμου, θέσιν ην διετήρησε μέχρι της επανακαταλήψεώς της υπό των γερμανών, οπότε ηναγκάσθη, δι’ ευνοήτους λόγους, να εγκαταλείψη αυτήν και καταφυγή εις την Μέσην Ανατολήν.

Ο Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος, τέως Αγίων Δέκα, ανεμίχθη ενεργώς εις την κίνησιν της ανταρσίας και ανυπακοής, εκδόσας μάλιστα και ενυπόγραφων προκήρυξιν προς τον Κρητικόν Λαόν, συνιστών εις αυτόν να μη παραδώση τα όπλα, δι’ ο ηπειλήθη με τυφεκι­σμόν, τελικώς όμως δεν ετυφεκίσθη άλλ’ εξωρίσθη εις Αθήνας και ετέθη υπό αυστηράν επιτήρησιν.

Επίσης ο Επίσκοπος Κισσάμου Ευδόκιμος, αναμιχθείς εις την πατριωτικών κίνησιν, συνελήφθη και ηπειλήθη με τυφεκισμόν, τελι­κώς όμως δεν εξετελέσθη άλλ’ εξωρίσθη και αυτός εις Αθήνας όπου επετηρείτο. Από τον εν λόγω ιεράρχην μάλιστα είχον ζητηθή και όμηροι, τους οποίους ηρνήθη να παραδώση.

Ο ηγούμενος της Μονής Πανορμίτου Σύμης (Δωδεχανήσου) Μαροιλάκης, εξετελέσθη από τους γερμανοϊταλούς, διότι απεκαλύφθη έχων μυστικόν πομπόν ασυρμάτου Συμμαχικής Υπηρεσίας, το 1944.

Μαζί του εξετελέσθησαν και δύο Έλληνες υπαξιωματικοί ασυρματισταί, μέλη της μυστικής αποστολής.

Εκτός των ανωτέρω, όμως, συγκαταλέγονται μεταξύ των κακοπαθησάντων κληρικών μας ο αρχιμανδρίτης Κοζάνης, ο ηγούμενος της Μο­νής Λειμώνος Μυτιλήνης και ένας ιερεύς. Από τους ανωτέρω ο μεν πρώτος ετυφεκίσθη, οι δε δύο άλλοι συνελήφθησαν και απεστάλησαν σιδηροδέσμιοι στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης, την άνοιξι του 1940, που έμοιαζε σαν κι’ αυτά που έκαμε στη Νορβηγία για να κλείση τους κληρικούς και στη Γιουγκοσλαβία για να κλείση το σεβάσμιο και γη­ραιό σέρβο Πατριάρχη Γαβριήλ Ντόζιτς.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: «ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ» - ΑΘΗΝΑΙ 1946