ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ

 

    Μια συμπαθητική κοπελίτσα ήταν τότε, μόλις δεκαοχτάχρονη. Φορούσε τα καλά της —τις «ζουπούνες»— την ντόπια φορεσιά που στόλιζε τις γυναίκες στα μακρινά εκείνα ακρογιάλια που τα βρέχει το κύμα του Ευξείνου και φέρνει απ' τα βάθη των καιρών πανάρχαια μηνύματα και θρύλους, για τους Αργοναύτες που πέρασαν από κει πηγαίνοντας για την Κολχίδα.

Είχαν κάποια γιορτή στο σπίτι, έπαιζε ο λυράρης, χόρευαν σ' ένα κύκλο άντρες και γυναίκες και κοπέλες, πιασμένοι απ' τα χέρια —στη μέση ο λυράρης— χόρευε κι η κοπελίτσα καμαρωτή, χαρούμενη. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν κι ένας ξένος, ολομόναχος στην πόλη, από πολύ μακριά, όχι απ' την Μαύρη θάλασσα, αλλά απ' τ' ασπροθαλασσίτικα νερά, —λέγαν— από κάποιο νησάκι που βρίσκεται έξω απ' τον Ελλήσποντο κι έτσι το λένε: Τένεδος. Συμπαθητικός ήταν κι ο ξένος, νέος, κι είχε μόλις φτάσει απ' το νησί του, απ' όπου έφερνε ωραία κρασιά και τα εμπορευόταν. Ντόπιοι έμποροι που αγόραζαν τα κρασιά του, τον προσκάλεσαν να περάσει την βραδιά του κι εκείνος ήταν πολύ ευχαριστημένος —του άρεσαν όλοι οι καλοσυνάτοι άνθρωποι— και το μάτι του δεν ξεκολλούσε απ' την κοπελίτσα που φαινόταν ντροπαλή και ξεχώριζε απ' τις άλλες.

—Πώς την λένε; ρώτησε.

—Μαρία, του είπαν.

—Θέλω να γνωρίσω τους δικούς της.

Γνώρισε τους δικούς της ο ξένος —Γιάννης ήταν τ' όνομά του— παντρεύτηκε, ρίζωσε στην πόλη, άνοιξε και μαγαζί, έκανε παιδιά και πέθανε στα ίδια εκείνα χώματα. Η Μαρία έζησε πολλά χρόνια, χήρα με τα παιδιά της —τέσσαρες κόρες κι ένα γιο— πάλεψε, γνώρισε βάσανα και πίκρες, ξεριζώθηκε μ' όλο τον πληθυσμό από τα μέρη εκείνα, και γριούλα πια, στην Αθήνα, δεν κουραζόταν να μιλά για τα παλιά, για τη ζωή της, για τα νιάτα της, για τον άντρα της, για την αξέχαστη πόλη, όπου κάποια βραδιά είχε γνωρίσει εκείνον τον ξένο —τον πατέρα μου.

Όλο «για κείνα» μου μιλούσε. Κι' όλο τ' αναθυμόμουνα κι εγώ και τώρα ακόμα που έφυγε η γριούλα, η σκέψη μου συχνά φτερουγίζει στα παλιά και να που προβάλλουν πάντα ολοζώντανα —εικόνες όμορφες και πρόσωπα αγαπημένα, σκηνές και περιστατικά της καθημερινής ζωής, χαρές και λύπες, βιώματα λογής ‐λογής και μαζί ολόκληρο το πανόραμα της μακρινής εκείνης πόλης του Ευξείνου Πόντου, όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Σαν όνειρο. Άλλοτε ευτυχισμένο και χαρούμενο κι άλλοτε φοβερό — ένας σωστός βραχνάς.

Νάτην η Τραπεζούντα —πρωτεύουσα ιστορική των Κομνηνών— γεμάτη εκκλησιές, κάστρα βυζαντινά, τζαμιά κι ορθοδοξία, που από τη μια μεριά της σκαρφαλώνει στον λόφο του «Ποζ Τεπέ» κι απ' την άλλη δροσολογιέται ανέμελα στην θάλασσα του Ευξείνου, που πότε χαϊδεύει τις αμμουδιές της καταγάλανη, και πότε ανασηκώνεται θυμωμένη, σε κύματα θεόρατα, που σπάζουν και βροντολογούν στα βράχια του γιαλού της.

Σπίτια μικρά, μεγάλα, που οι αυλές τους —πλακόστρωτες αλλού κι αλλού με καρφωμένα βοτσαλάκια— λαμποκοπάνε από πάστρα κι οι κήποι τους ολούθε είναι πνιγμένοι στο λουλούδι, στις συκιές ή τις ροδιές ή τις μανόλιες.

Να το μεϊτάνι με τα μεγάλα καφενεία, όπου σεβάσμιοι Τούρκοι τραβούν μακάριοι τους ναργιλέδες, κι οι δρόμοι με τα μαγαζιά, τα σεκερτζίδικα με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, τα χαλβατζίδικα με τους πελώριους άσπρους χαλβάδες, τις λεμονάδες, τα σερμπέτια και πέρα τα κεμπαπτζίδικα με τα ντονέρ κεμπάπια, όπου ο κεμπαπτζής ξεσπά μερακλωμένος σε κραυγές:

—Βάι, βάι, βάι!. .

Μπαρμπέρικα με τις κρεμαστές αυλαίες από χάντρες, φίσκα τα μπακάλικα και τα μανάβικα απ' του πουλιού το γάλα, βουτυράτα, τυριά, φρούτα σωροί και ζαρζαβατικά της πλούσιας γης, ψαράδικα με τα λαχταριστά μπαρμπούνια και τα καλκάνια του Ευξείνου, γεμάτοι οι δρόμοι από τα φέσια —Τούρκοι και Ρωμιοί— κι από τις φωνακλάδικες κραυγές των γυρολόγων:

—Λιμοναντά τουρ μπουζ γκιπίίίίί!..

«Παγωμένη είναι η λεμονάδα», αλλά και κρύο το «αϊράνι»— δροσιστικό πιοτό από γιαούρτι:

—Αϊράν, σοούκ τουουουρ!...

Πεντακάθαρα είναι τα μεγάλα εστιατόρια στο μεϊτάνι —τραπέζια με κάτασπρα τραπεζομάντιλα έξω στον δρόμο— που έχουν τόσο γούστο στις μέρες του ραμαζανιού. Νηστικοί, τότε, οι Τούρκοι όλη τη μέρα, αμίλητοι, κατσούφηδες, τρέχουν μόλις αρχίσει να σουρουπώνει και στρώνονται νωρίς ‐ νωρίς να πιάσουν θέση, παραγγέλνουν τα φαγιά τους, αλλά δεν τ' αγγίζουν, περιμένουν. Όπου ξαφνικά αντιλαλά στην πόλη το κανόνι:

—Μπούούούούμ!..

Και τότε πέφτουν σαν τρελοί στα πιάτα, ολούθε, σ' όλα τα εστιατόρια, στα μαγέρικα, στα σπίτια και γίνεται μύλος και θρήνος στα πιλάφια, στα ιμάμ μπαϊλντί, στα παχιά κρέατα και τις σάλτσες —αμάν, αμάν!— μαχαίρια, πηρούνια, κουτάλια και σαγόνια. .. τι οργασμός!

Όσο μακρύτερα πάει η θύμηση, τόσο πιο καθαρά βλέπει τις εικόνες —εκεί στον κεντρικό δρόμο προς το λιμάνι και το τελωνείο ξανοίγει το μαγαζί του πατέρα με τα τενεδιώτικα κρασιά και την ταμπέλα από πάνω: ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΝΕΔΟΣ. Κυρίαρχη μορφή εκεί μέσα ο πατέρας, με το καλοσυνάτο πρόσωπο, όρθιος, σοβαρός, μπροστά στον πάγκο να περιποιείται τους πελάτες, αλλά χωρίς να ξεκολλά το μάτι απ' τον γιο, που καθισμένος στην πόρτα φυλλομετρά το αλφαβητάριό του και θαυμάζει τα θεάματα του δρόμου.

Πόσα και πόσα θεάματα, αλήθεια, αλλά το πιο μαγευτικό απ' όλα είναι σίγουρα εκείνες οι γκαμήλες κι όταν ακούεται από μακριά το καραβάνι που ζυγώνει, τινάζεται απ' την καρέκλα του ο μικρός και τρέχει με τ' άλλα τα παιδιά που αφήνουν χαρούμενες φωνές:

—Τα καμέλια! Τα καμέλια!

Ντιν, νταν, ντουν οι πελώριες κουδούνες —πέρα απ' το Ερζερούμ μας έρχονται— πόσο ξεκούραστες! Ψηλές και λιγνοπόδαρες, με τις πλατιές πατούσες, τον μακρύ κυματιστό λαιμό κι ένα κεφάλι μακρουλό στην άκρη —το στόμα όλο να μασά— περνάνε με το πάσο τους σε μια ατέλειωτη σειρά, στρέφοντας την κεφάλα πότε από δω και πότε από κει, με μια μακάρια αδιαφορία.

Εκεί στην γωνιά του δρόμου είναι ο φούρνος με τα κάτασπρα ψωμιά, όπου οι «φουρουντζήδες» δουλεύουν το ζυμάρι ασταμάτητα επάνω σε πλατιές αλευρωμένες τάβλες και πλάθουν γρήγορα — μαέστροι στην δουλειά— τα πεϊνιρλία, τα τιρνακλία, τους τοπχανάδες που μπαίνουν αμέσως επάνω στα μακριά τους φτυάρια και —τακ— ρίχνονται πλάι στη φωτιά, μεθοδικά, προσεκτικά, για νάβγουν σε λίγο ροδοψημένα, μοσχομυριστά.

Συγκινημένη η θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ρωμαίικες γειτονιές, τούρκικοι μαχαλάδες, τζαμιά και μιναρέδες που λογχίζουν τον αέρα, αλλά και εκκλησιές —πόσες εκκλησιές!— περιοχές ολόκληρες της πόλης όλο ελληνισμός, χωρίς κανέναν Τούρκο.

Βραδιάζει. Και να που εκεί ψηλά στον μιναρέ πρόβαλε ο «μολλάς», που με το ένα χέρι στο αυτί διαλαλά στα πέρατα του κόσμου, ότι ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ. Αλλαάάάάάάχ μπιρ Αλάάάάάάάχ!..

Αλλά η απάντηση έρχεται από πλήθος καμπαναριά που χαλούν τον κόσμο με τις γλυκόλαλες καμπάνες, απ' όπου δοξολογιέται ο αληθινός Θεός των Χριστιανών και προσκαλούνται οι πιστοί στις εκκλησιές, όπου οδεύουν —ολόκληρος λαός— με πίστη και κατάνυξη, Κυριακές, γιορτές, εωθινά, εσπερινούς, Χριστούγεννα και Πάσχα.

—Εδώ;

Θεέ μου, τι ανοιχτόκαρδα, πόση απεραντοσύνη —ο γιαλός μας!— πέρα προς την ανατολή τ' ωραίο «Γκιουζέλ σαράι» μ' απείραχτα τα τείχη των Κομνηνών και προς την δύση τα μεγάλα

βράχια, απ' όπου πηδάμε στο νερό τα καλοκαίρια ή και κρυφοκοιτάμε καμιά φορά τα χανουμάκια, που έρχονται, κρύβονται εκεί να κολυμπήσουν και δεν βγάζουν, βέβαια, μόνο τον φερετζέ τους για να δροσιστούν...

Να κι ο Άη Γρηγόρης, η μεγαλόπρεπη μητροπολιτική μας εκκλησιά, όπου ο μητροπολίτης Χρύσανθος δεν αφήνει σχεδόν καμιά Κυριακή χωρίς να θυμηθεί στο κήρυγμά του τους θρυλικούς «μυρίους» του Ξενοφώντος που απ' τα ψηλά βουνά της Τραπεζούντας αντικρύσαν το γαλάζιο πέλαγος και φώναξαν:

—Θάλαττα! Θάλαττα!

Εδώ στην Τραπεζούντα κατέβηκαν, κι εδώ σε τούτον τον γιαλό λούστηκαν, ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, μάχες, δοκιμασίες —λέει ο δεσπότης— αιώνων ιστορία ελληνική έχει η πόλη τούτη, όλα το μαρτυρούν, αρχαίοι συγγραφείς, αρχαία τείχη και κάστρα, τάφοι αυτοκρατόρων, εκκλησιές και προ πάντων ο λαός ο ριζωμένος στ' άγια τούτα χώματα, που τα ποτίζει με δάκρυ και ιδρώτα και συνεχίζει από γενιά σε γενιά την προαιώνια ιστορία της Ελλάδας.

Κοιτάζω τον πατέρα μου, δακρύζει:

—Γιατί, πατέρα;

Σκύβει πολύ ο πατέρας μου για να με φτάσει:

—Σώπα παιδί μου, τα καλά παιδιά δεν μιλάνε στην εκκλησιά.

Κι ενώ σκουπίζει τα μάτια του με το μαντήλι:

—Άμα θα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις.

Πολλά είν' αυτά που δεν καταλαβαίνω ακόμα, κι όχι μονάχα έξω, αλλά και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όπως εκείνα τα περίεργα κάδρα με τα παράξενα πρόσωπα που βρίσκονται κρεμασμένα γύρω τριγύρω στο σαλόνι μας —τα τόσο αγριωπά— άλλος με περικεφαλαία, άλλος με πιστόλες και μαχαίρες, άλλος με μακριά κυματιστά μαλλιά κι όλοι τους με μάτια φλογερά, με άφθονα γένια και μουστάκια, αν και μπορώ να διαβάζω χωρίς κόπο τα ονόματα που είναι γραμμένα από κάτω: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ, ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ, ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΡΑΙΟΣ κτλ.

Στην γιορτή του πατέρα μου, που έρχονται και Τούρκοι, φίλοι και πελάτες του, για να του πουν «χρόνια πολλά», κοιτάζουν και κείνοι με μεγάλη απορία όλα αυτά τα κάδρα και ρωτούν:

—Κυρ Γιάννη, γιάχο, τι είναι όλοι τούτοι;

—Συγγενείς μου είναι, Χασάν εφέντη.

—Μεγάλο συγγενολόι έχεις, κυρ Γιάννη.

—Ναι, όλους τους συγγενείς μου τους έχω εδώ. Μακρινούς και κοντινούς.

—Ασκ ολσούν, κυρ Γιάννη, καλός άνθρωπος είσαι για ν' αγαπάς έτσι όλο σου το σόι!

Σε μένα, όμως, ο πατέρας μου κάποτε έδωσε άλλη εξήγηση:

—Αυτοί, παιδί μου, είναι εκείνοι που δώσαν στην Ελλάδα μας την λευτεριά.

—Και τι θα πει, πατέρα, λευτεριά;

Αναστέναξε εκείνος:

—Άμα θα μεγαλώσεις θα τα μάθεις.

Όταν βρίσκεσαι σε μια ηλικία που σκύβει πολύ ο πατέρας σου για να σε φτάσει, δεν μπορείς, βέβαια, να νοιώσεις την σημασία της λέξης «λευτεριά». Τα χρόνια εκείνα, άλλωστε, παίζαμε με τα «τουρκοπούλια» κι όταν μας δέρνανε, τα δέρναμε, χωρίς κανένα φόβο. Αργότερα ήταν αλλιώς.

Τότε, όμως, όλα ήσαν όμορφα, κι ο κόσμος γύρω μας ένας σωστός παράδεισος.


 

Από το χρονικό ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ