aristidis ostrako     

Ενώ ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, έβαζαν τις βάσεις για το μελλοντικό μεγαλείο της Αθήνας, ο καθένας στον τομέα του, παρουσιάσθηκε στην πολιτική σκηνή ο Κίμων. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Συμπερασματικά βγαίνει ως χρονολογία γεννήσεώς του το έτος 506 π.Χ., με κύριο δεδομένο ότι το 476 εξελέγη στρατηγός, οπότε θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε τριάντα χρόνων.

 Ο Κίμων άνηκε στο μεγάλο γένος των Φιλαΐδων. Ήταν γιος του Μιλτιάδου, του νικητού του Μαραθώνος, και της Ηγησιπύλης, μιας πριγκίπισσας από τη Θράκη, κόρης του βασιλέως Ολόρου  από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνος υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο, το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Το χρέος αυτό θα έπρεπε κάποτε να πληρωθεί, αν μάλιστα ο Κίμων λογάριαζε να αναμιχθεί στην πολιτική.

Η αδελφή του Κίμωνος Ελπινίκη, μία γυναίκα έξυπνη και ενεργητική, που άφησε εποχή στην Αθήνα, χάρη στον γάμο της με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία - από το μεγάλο γένος των Κηρύκων -, είχε την ευχέρεια να τακτοποιήσει την πληρωμή του πατρικού προστίμου, παρ' όλες τις αντιρρήσεις πού προέβαλε ο Κίμων, ώστε να προχωρήσει ύστερα από αυτό ο αδελφός της, απρόσκοπτα πια, στην πραγματοποίηση των πολιτικών του σχεδίων. Οι πληροφορίες για την προσωπικότητα του Κίμωνος είναι πολύ αντιφατικές, αρκετές ωστόσο, όταν ελεγχθούν, να δώσουν μερικά ασφαλή στοιχεία. Ήταν ψηλός, με πυκνά σγουρά μαλλιά και ωραίο πρόσωπο. Η μόρφωσή του δεν ήταν σπουδαία, γιατί στα κρίσιμα χρόνια της νεότητός του έχασε τον πατέρα του πού θα του έδινε την ορθή κατεύθυνση. Ήξερε ιππασία, ποίηση και έπαιζε λύρα, είχε δηλαδή την τυπική εκπαίδευση ενός Αθηναίου γαιοκτήμονας της προπερσικής εποχής. Ως νέος έζησε άτακτη ζωή, γρήγορα όμως, όπως φαίνεται, κυριάρχησε εντός του η λογική, πού τον χαρακτηρίζει σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, και βρήκε τον δρόμο του.

 Ήταν συμπαθητικός και ευπροσήγορος και κατείχε καλά την τέχνη να κερδίζει την αγάπη του κόσμου και με τα φυσικά του χαρίσματα, αλλά και με την ηγεμονική του γενναιοδωρία, όταν απέκτησε και πάλι δική του περιουσία.

Έγινε θρύλος στην  Αθήνα η συμπεριφορά του, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, γκρέμισε τούς φράκτες από τούς κήπους του, για να παίρνουν φρούτα οι συνδημότες του Λακιάδες, προσέφερε φαγητό και χρήματα στους φτωχούς και κάποτε αντήλλασσε τα πλούσια φορέματα των ακολούθων του με τα ενδύματα του πρώτου πρεσβύτου πού θα συναντούσε στον δρόμο του. Δεν διακρινόταν για την ευφράδειά του, είχε όμως την ικανότητα να πείθει τούς πολίτες με τη λογική και να γίνεται συμπαθής με τη σεμνότητά του. Η αριστοκρατική του προέλευση του χάριζε αυτοπεποίθηση, διατηρούσε όμως και την παλαιά αθηναϊκή παράδοση να είναι ευμενής στον αγροτικό κόσμο και να ενδιαφέρεται για τα συμφέροντά του.

Ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία αγωνίσθηκε για να καθιερώσει την ειρηνική συνύπαρξη της Σπάρτης με την Αθήνα.

Ο γάμος του με την Iσoδίκη, κόρη του Ευρυπτολέμου και εγγονή του Μεγακλέους, από το μεγάλο γένος των Αλκμεωνίδων, έγινε αφορμή να σταματήσει η διαμάχη πού υπήρχε μεταξύ των Αλκμεωνίδων και των Φιλαΐδων, με αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ίδιος τα οφέλη αυτής της συμφιλιώσεως. Οι δύο αυτές αριστοκρατικές παρατάξεις της Αθήνας είχαν αρχίσει να βλέπουν, αμέσως μετά τα Μηδικά, πως η ναυτική ανάπτυξη της πόλεως είχε δημιουργήσει μια νέα κατάσταση, που πoλύ σύντομα θα προκαλούσε εσωτερικά προβλήματα. Ήταν γι' αυτό ανάγκη να πάρει τέλος η διάσπαση των αριστοκρατικών και να ενωθούν όλοι υπό μια ισχυρή ηγεσία.

 Το μεγάλο πλήθος των απλών πολιτών, αργά ή γρήγορα, έχοντας συνειδητοποιήσει τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε στους πολέμους και εξακολουθούσε να έχει στην ανάπτυξη της πόλεως, φυσικό θα ήταν να ζήτηση περισσότερα δικαιώματα, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει απρόβλεπτες συνθήκες και να έχει συνέπειες αστάθμητες. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Αττικής, εκπρόσωποι της δωρικής τάξεως και πειθαρχίας, διείδαν καθαρά τον κίνδυνο να χάση η παράταξή τους την πολιτική της σημασία. Την Πρώτη Αθηναϊκή συμμαχία, επειδή ορθά διέκριναν πόσο σημαντικές προοπτικές δημιουργούσε για την πόλη - ταυτόχρονα ικανοποιούσε τις παλαιές διαθέσεις τους για κυριαρχία - την είχαν υποστηρίξει οι αριστοκρατικοί της Αθήνας, αφού ο Αριστείδης την είχε παραδεχθεί τους τρόμαζε όμως τώρα το μέλλον, και, φυσικά, τους κατείχε ο φόβος πως ίσως θα κινδύνευαν να χαθούν κεκτημένα δικαιώματά τους από τις απαιτήσεις των ανερχόμενων λαϊκών στρωμάτων, που ζητούσαν «ισονομία».

Εκφραστής των απόψεων των αριστοκρατικών της Αθήνας έγινε πολύ γρήγορα ο Κίμων, ως αρχηγός τους. Του έδωσε μεγάλο κύρος η ένωση Φιλαΐδων - Αλκμεωνίδων και η παράλληλη υποστήριξή του από τη μεγάλη οικογένεια των Κηρύκων, στην οποία άνηκε ο γαμβρός του Καλλίας.

 Η άλλη παράταξη, η δημοκρατική, άγνωστο γιατί, δεν λειτούργησε διόλου κομματικά μετά τα Μηδικά. Ο αρχηγός της, ο Θεμιστοκλής, ήταν μεγαλόπνοος, εξαιρετικά θαρραλέος και δυναμικός. Συνελάμβανε μεγάλα σχέδια και πάσχιζε να τα εκτελέσει πάση θυσία. Η τακτική του όμως αυτή προξενούσε μεγάλη ανησυχία και καχυποψία και αυτήν ακριβώς εκμεταλλεύθηκαν εναντίον του οι πολιτικοί του αντίπαλοι, εφόσον ποτέ δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν που θα κατέληγαν οι επιδιώξεις του και τι ζημία θα προέκυπτε από τις κινήσεις του, για την ίδια την υπόσταση της τάξεώς τους. Ο Κίμων ήταν σε θέση να πλησιάζει τον πολύ κόσμο και να γίνεται αμέσως αγαπητός. Αντίθετα, ο Θεμιστοκλής, παρά την πληροφορία του Πλουτάρχου, πως «ήταν δημοφιλής, γιατί ήξερε με το όνομά τους πολίτες και ήταν αδέκαστος διαιτητής στις μεταξύ τους διαφορές», δεν έκαμε έργο του, όπως ο Κίμων, να διατηρήσει την κομματική επαφή του με τη μεγάλη μάζα των οπαδών του. Απορροφημένος από τα ριζοσπαστικά σχέδιά του, δεν τους πλησίαζε συστηματικά, έχοντας ίσως την πεποίθηση πώς, όταν ερχόταν η στιγμή για την πραγματοποίησή τους, θα μπορούσε να κερδίσει την Εκκλησία του δήμου αμέσως. Είχε το βλέμμα του περισσότερο στραμμένο στο μέλλον και είχε αφιερώσει την ύπαρξή του σε σχέδια που ξεπερνούσαν τόσο πολύ την εποχή του, ώστε να μην τα καταλαβαίνουν ούτε εκείνοι που θα είχαν όφελος από αυτά. Φυσικά δεν φαίνεται να έκανε καμία προσπάθεια να γίνει κατανοητή στο πλατύτερο κοινό η πολιτική του.

  Χαρακτηριστική για τη νοοτροπία του, την τελείως αδέσμευτη, είναι η μαρτυρία που προκύπτει από στοιχεία που προσέφερε τελευταία μελέτη ορισμένων οστρακοφοριών. Με την Κλεισθένεια νομοθεσία επιδιώχθηκε να λήξη η διάκριση μεταξύ των παλαιών μεγάλων οικογενειών και των νέων δημοτών, με την προσθήκη πλάι στο όνομα του καθενός, μόνο του δημοτικού του (του ονόματος του δήμου όπου άνηκε). Αυτό όμως δεν καθιερώθηκε αμέσως, γιατί όπως δείχνουν τα όστρακα των πρώτων δεκαετιών μετά τη νομοθεσία του Κλεισθένους, συνεχίσθηκε η αναγραφή του πατρωνυμικού πλάι στο όνομα, πράγμα που υπονοεί ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στην καθημερινή ζωή. Από όλα τα όστρακα που βρέθηκαν στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, εκείνα που αναφέρονται στον Θεμιστοκλή διαφέρουν στον τύπο.

 Ο Θεμιστοκλής δεν ενδιαφέρθηκε, όσο ήταν ακόμη καιρός, να εκμεταλλευθεί την αίγλη που του χάρισε η νίκη στη Σαλαμίνα, ούτε και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την προβολή του στον πολύ κόσμο, για να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία που είχε για το μέλλον της πόλεως η ναυτική του πολιτική, που θα προσέφερε στους ίδιους μεγάλη ευημερία.

Στην ανεκδοτολογία της αρχαιότητος γύρω από τους μεγάλους πολιτικούς της Αθήνας, χωρίς αμφιβολία έχουν παρεισφρήσει πολλές διαδόσεις που σκόρπιζαν σε βάρος του Θεμιστοκλέους πολιτικοί του αντίπαλοι, γι' αυτό και έχει παραποιηθεί σε μεγάλο σημείο η εξαιρετική αυτή προσωπικότης. Είναι γεγονός, πάντως, πως ο Θεμιστοκλής δημιουργούσε δυσπιστία στη συνείδηση του μεγάλου πλήθους, όταν, όπως φαίνεται, ήταν γενική η πεποίθηση πως δεν σεβόταν τις απόψεις των άλλων και πώς, αν είχε ισχύ, θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο, χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί για τα πάντα, να πραγματοποιήσει σχέδια που εκείνος πίστευε ότι θα ωφελούσαν μελλοντικά την πόλη του.

 Η μοίρα του Θεμιστοκλέους ήταν παράδοξη, γιατί πολιτικός του αντίπαλος βρέθηκε, ως το 476 π.χ. περίπου, ο Αριστείδης, ο μόνος ίσως πολιτικός που όλοι οι Αθηναίοι σέβονταν και εμπιστεύονταν αναντίρρητα. Όσον καιρό υπήρξε ηγέτης των αριστοκρατικών ο Αριστείδης, σταθμίζοντας το καλό που θα προέκυπτε για την Αθήνα από τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, ενστερνίσθηκε τις γενικές γραμμές της πολιτικής του και εργάσθηκε για την πραγματοποίησή τους. Όταν όμως ο Δίκαιος, καταπιάστηκε με την οργάνωση της συμμαχίας, είχε ήδη προβάλει ο Κίμων, τον οποίο και ο Αριστείδης γρήγορα προώθησε στην κορυφή, αλλά και η αριστοκρατική παράταξη, ενωμένη πια, υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις, σαν μια τελευταία αλλά αποτελεσματική λύση για τον κόσμο της, που κινδύνευε να σαρωθεί.

 Η προοπτική της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ήταν η ανάπτυξη της Αθήνας μέσα στον ελληνικό χώρο, χωρίς όρια, αδιάφορο αν στην πορεία της θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη Σπάρτη, που για τον Θεμιστοκλή αντιπροσώπευε μια στατική, ξεπερασμένη δύναμη, προσηλωμένη, όπως ήταν, στην παραδοσιακή της γραμμή. Ο Κίμων και ή παράταξή του είχαν δεχθεί το ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλέους και την ίδρυση της συμμαχίας. Προτιμούσαν όμως να μην υπερβεί τους αρχικούς της σκοπούς, να μείνει δηλαδή, βασικά, η δύναμη που με το πανίσχυρο ναυτικό της θα απέκρουε αποφασιστικά τους βαρβάρους σε νέα ενδεχόμενη επιθετική τους ενέργεια. Απέκλειαν οπωσδήποτε την ιδέα να θιγεί η Σπάρτη από την άνοδο της Αθήνας, γιατί πίστευαν πως θα αντιδρούσε. Γι' αυτό δεν συμφωνούσαν με τα σχέδια του Θεμιστοκλέους να γίνει η πόλη τους η πρώτη ελληνική δύναμη σε βάρος και της Σπάρτης.

 Οι απόψεις τους ήταν αποκρυσταλλωμένες: η Σπάρτη θα διατηρούσε την ηγεσία στον ελληνικό ηπειρωτικό χώρο. Η Αθήνα πάλι, με την απόλυτη συγκατάθεση των Λακεδαιμονίων, θα μπορούσε να κινείται στον ελληνισμό του Αιγαίου, κατευθύνοντας ως ηγετική δύναμη της συμμαχίας της τον αμυντικό ή επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών. Η Σπάρτη, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν είχε στην αρχή αντίρρηση να διεξαγάγουν οι Αθηναίοι τον επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών ως ηγέτες της Αθηναϊκής συμμαχίας. Βαθμιαία, όμως, άρχισαν φανερά να ανησυχούν, όσο μεγάλωνε η αθηναϊκή ισχύς και γινόταν φανερό πως η επικράτηση της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ίσως μοιραία θα οδηγούσε στον παραμερισμό των Λακεδαιμονίων και στη σταδιακή εξασθένηση της Πελοποννησιακής συμμαχίας.

 Ενώ η πολιτική του Θεμιστοκλέους με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του τρόμαζε τους Σπαρτιάτες, αντίθετα, η γραμμή του Κίμωνος, με τη γνωστή νοοτροπία του και τον σεβασμό που είχε στη Λακεδαίμονα, και, φυσικά, οι απόψεις της παρατάξεως που εκείνος εκπροσωπούσε στην Αθήνα, ήταν μια απόλυτα συμπαθής πολιτική για τη Σπάρτη, επειδή της προσέφερε τη βεβαιότητα ότι ποτέ η Αθήνα, όσο βάδιζε στα πλαίσια της κιμώνειας γραμμής, δεν θα έθιγε τα δικά της συμφέροντα στην Ελλάδα. Γι' αυτό, από τη στιγμή που ο Κίμων ανέλαβε την ηγεσία της αθηναϊκής πολιτικής, δεν παρουσιάσθηκε αντίδραση εκ μέρους των Σπαρτιατών. Ασφαλώς, το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύθηκε η παράταξη του Κίμωνος, προβάλλοντάς το στους Αθηναίους, και έτσι κατόρθωσε με την πολιτικότητά της να δρέψει τους καρπούς της πολιτικής, που ο μεγάλος αντίπαλος των αριστοκρατικών, ο Θεμιστοκλής, είχε χαράξει.

 Εκείνος που δοξάστηκε και σταθεροποίησε τη θέση του και το κόμμα του για 15 χρόνια περίπου στην Αθήνα ήταν ο Κίμων. Από το 476 ως το 462 π.χ. εκλεγόταν συνέχεια στρατηγός και κατηύθυνε την πολιτική της Αθήνας. Ο θρύλος που πλάσθηκε αργότερα, τον παρουσιάζει, στο βιογραφικό δοκίμιο που του αφιερώνει ο Πλούταρχος, να παραδέχεται με όλη του την ψυχή, νεαρός ακόμη (στις παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνος, όταν πολλοί Αθηναίοι στάθηκαν διστακτικοί αν έπρεπε να εκκενωθεί η πόλη) τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, που οδήγησαν στην εκπληκτική νίκη της Σαλαμίνος. Μαζί με συνομήλικους φίλους του, μια από τις δύσκολες εκείνες ημέρες, παρουσιάσθηκε στον Κεραμικό και από εκεί οδεύοντας έφθασε στην Ακρόπολη. Αφού αφιέρωσε στη θεά ένα χαλινάρι, πήρε μια από τις ασπίδες - αναθήματα που υπήρχαν στον ναό, προσευχήθηκε και έτρεξε προς τη θάλασσα. Η συμβολική αυτή χειρονομία σήμαινε πως επίστευε ότι ο κρίσιμος αγώνας με τους Πέρσες θα γινόταν στη θάλασσα, όπως υποστήριζε ο Θεμιστοκλής.

 Ο Κίμων διαδέχθηκε στην ηγεσία των αριστοκρατικών τον Αριστείδη. Υπάρχουν  όμως πάρα πολλά σκοτεινά σημεία σε όλη αυτή την περίοδο. Πότε και γιατί αποτραβήχτηκε ο Αριστείδης από την πολιτική σκηνή της Αθήνας; Με τι ασχολήθηκε μετά το 476 π.χ.; Πότε και που πέθανε; Όσες πληροφορίες δίνουν οι αρχαίες πηγές είναι αντιφατικές. Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει τον Αριστείδη ούτε στην αφήγησή του, τη σχετική με την ίδρυση της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ο Κoρνήλιoς Νέπως δίνει την πληροφορία πως ο Δίκαιος πέθανε τέσσερα χρόνια μετά την εξορία του Θεμιστοκλέους. Ο Πλούταρχος πάλι δίνει δύο εκδοχές για το ίδιο γεγονός: σύμφωνα με την πρώτη, ο Αριστείδης πέθανε στον Πόντο, όπου βρισκόταν «πράξεων ένεκα δημοσίων», ενώ, κατά τη δεύτερη, τελείωσε τις ήμέρες του, πoλύ ηλικιωμένος, στην Αθήνα.

 Είναι γεγονός ότι, με το κύρος που είχε αποκτήσει ο Αριστείδης και στους Αθηναίους και στους συμμάχους, θα ήταν αδύνατον να παραμεριστεί από την ηγεσία των αριστοκρατικών. Δύο είναι οι συζητήσιμες περιπτώσεις: η πρώτη πως παραχώρησε τη θέση του στον Κίμωνα, απασχολημένος και μετά το 476 Π.Χ. με τον καταλογισμό του «φόρου» των νέων μελών της συμμαχίας, πράγμα που σημαίνει πως θα ήταν ανάγκη να λείπει πολύ καιρό από την Αθήνα, γιατί θα ταξίδευε συχνά σε διάφορα σημεία του Αιγαίου, για να απόκτηση σαφή ιδέα επί τόπου για την έκταση και τα εισοδήματα κάθε νέου μέλους. Ίσως, μάλιστα, σε κάποια τέτοια μετάβασή του να τελείωσε τις ημέρες του σε μιαν από τις πόλεις του Πόντου. Η δεύτερη περίπτωση είναι να ανέδειξε τον Κίμωνα ως αρχηγό των αριστοκρατικών και ο ίδιος με τη θέλησή του να αποσύρθηκε, πράγμα παράξενο για τη νοοτροπία του, αφού ήταν ακόμη σε θέση να προσφέρει πολλά στο αθηναϊκό κράτος. Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι πιθανή, γιατί εφόσον, όπως δείχνουν τα γεγονότα, οι αριστοκρατικοί κυριαρχούν στην Αθήνα μετά το 476 ο Αριστείδης κανονικά θα έπρεπε να έχει ηγετικό ρόλο στην πολιτική. Υπολογίζεται, εξ άλλου, πως η αρχική οργάνωση της συμμαχίας δεν κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια. Επειδή γίνονταν όμως προσχωρήσεις και νέων μελών διαρκώς, σε ρυθμό μάλιστα άγνωστο σε μας, η απασχόλησή του με τον προσδιορισμό των φόρων θα συνεχίσθηκε.

  Γι' αυτό τον λόγο, η σιωπή των αρχαίων πηγών για τη δραστηριότητά του τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν προκαλεί έκπληξη, και πρέπει να είναι σωστή η πληροφορία του Κορνηλίου Νέπωτος, για το έτος του θανάτου του, με τη διαφορά πως χρειάζεται να συνδυασθεί με τη σχετική πληροφορία του Πλουτάρχου, πως πέθανε στον Πόντο «πράξεων ένεκα δημοσίων». Με τον τρόπο αυτό και η εξαφάνιση του Αριστείδου από την πολιτική σκηνή εξηγείται, αλλά και ερμηνεύεται η κακοδαιμονία που άρχισε από την εποχή αυτή για τον Θεμιστοκλή.

 Οι αρχαίες πήγες σωπαίνουν ταυτόχρονα και για τον πρωτεργάτη της νίκης της Σαλαμίνος. Το όνομά του αναφέρεται και το 476 π.Χ., όταν πήρε το πρώτο βραβείο η τραγωδία του Φρυνίχου «Φοίνισσαι». Χορηγός, εκ μέρους της φυλής του, είχε ορισθεί ο Θεμιστοκλής «Θεμιστοκλής Φρεάρριος εχορήγει, Φρύνιχος εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχεν». Έχει μεγάλη σημασία το θέμα του δράματος, γιατί σ' αυτό γινόταν λόγος για τη μεγάλη νίκη στη Σαλαμίνα, οπότε ο κάθε θεατής ήταν φυσικό να γυρίσει τη σκέψη του στον Θεμιστοκλή και στον ρόλο που είχε παίξει στις δοξασμένες εκείνες ημέρες. Επειδή δεν παρουσιάζεται ο Θεμιστοκλής να έχει οποιαδήποτε δράση την εποχή αυτή, φαίνεται πως το δράμα ήταν μια διακριτική προσπάθεια υπομνήσεως στον αχάριστο δήμο των Αθηναίων του προσώπου, που η μορφή του Κίμωνος, ημέρα με την ημέρα, έριχνε στη σκιά. Από το 476 ως το 471, έτος του εξοστρακισμού του, ο Θεμιστοκλής φαίνεται να έμεινε σε πολιτική αδράνεια, σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό.

 Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν βρισκόταν στην Αθήνα ο  Αριστείδης δεν θα άφηνε να αχρηστευθεί τελείως ένας τόσο μεγαλόπνοος πολιτικός, γιατί, όσο και αν τον θεωρούσαν επικίνδυνο οι πολιτικοί του αντίπαλοι, είχε ο Αριστείδης τη δυνατότητα να στέκεται φραγμός στους απεριόριστους οραματισμούς του και να τον χρησιμοποιεί στα κοινά, μετατρέποντας τα τολμηρά σχέδιά του σε βατά και ωφέλιμα για την πόλη.

Μία ακόμη πληροφορία του Πλουτάρχου επιβεβαιώνει την άποψη του πρόωρου θανάτου του Αριστείδου: πως η πόλη, μετά τον θάνατό του, προίκισε τις θυγατέρες του με τρεις χιλιάδες δραχμές την καθεμία και ότι «εκ του πρυτανείου τοις νυμφίος εκδοθήναι δημοσίω» ενώ στον γιο του Λυσίμαχο προσέφερε γη, 100 «αργυράς μνας» και τέσσερεις δραχμές καθημερινή αποζημίωση. Αν ο Αριστείδης πέθαινε σε βαθύ γήρας, οι κόρες του θα είχαν από καιρό περάσει την ηλικία του γάμου και η πόλη θα τους χορηγούσε απλώς τιμητική σύνταξη.

 Τέλος, αξίζει να σταθεί κανείς σε μιαν άλλη είδηση που δίνει ο Πλούταρχος. Ο Αριστείδης «ήταν ο μόνος, αντίθετα προς τον Αλκμέωνα, τον Κίμωνα και πολλούς άλλους, που ούτε έκαμε, ούτε είπε κάτι κακό, ούτε ευχαριστήθηκε για τη δυστυχία του εχθρού του (του Θεμιστοκλέους), όπως δεν τον είχε φθονήσει, όταν ευημερούσε».

Ο απηνής διωγμός του Θεμιστοκλέους αργότερα δεν θα είχε πάρει ίσως τόσο τραγικές διαστάσεις, αν ο Αριστείδης, ο μόνος που δεν είπε ποτέ κάτι κακό γι' αυτόν, είχε ακόμη πολιτική δραστηριότητα μέσα στην Αθήνα. Δεν θα του είχε μείνει η υστεροφημία του Δικαίου, όταν όλοι οι πρωταγωνισταί της πολιτικής αυτών των χρόνων είχαν λείψει και είχε γίνει φανερή η τεράστια σημασία της πολιτικής του Θεμιστοκλέους, αν είχε ανεχθεί τον φοβερό εξευτελισμό που έγινε στον «αιτιώτατο» της νίκης της Σαλαμίνος.

 Ο Αριστείδης δεν πρέπει να ήταν τελείως «πένης», όσο παρουσιάζεται από τις πηγές, γιατί είχε γίνει άρχων το 489/8 π.Χ. Πιθανόν να καταστράφηκε η περιουσία του με τις λεηλασίες που έγιναν στην Αττική από τους Πέρσες και απορροφημένος με τις στρατηγίες και τα δημόσια καθήκοντά του, μετά τα Μηδικά, να μην είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να καταπιαστεί με την αξιοποίηση των κτημάτων του. Από τη συμμαχική υπόθεση ασφαλώς δεν κέρδισε τίποτε υλικό, όπως και ποτέ στη ζωή του δεν δέχθηκε υλικό όφελος. Ωστόσο, κάτι που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι και τον Αριστείδη βρέθηκε κάποιος να τον κατηγορήσει για δωροδοκία: ένας Διόφαντος από τον δήμο Αμφιτροπή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Καμία σχετική απόδειξη όμως δεν υπάρχει και ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν δέχεται την κατηγορία ως πραγματική.

 Ο Αριστείδης τιμήθηκε από την πόλη του όσο κανείς, ως το τέλος της ζωής του, και εκείνη πλήρωσε τα έξοδα της κηδείας του και του παραχώρησε τάφο στο Φάληρο. Ενώ περνούσε τους τελευταίους μήνες της ζωής του και ο Θεμιστοκλής έπεφτε στην αφάνεια, το αναμφισβήτητο στρατιωτικό δαιμόνιο του Κίμωνος άρχισε να δίνη τα πρώτα του δείγματα.

 

πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών)