mani towers e1425902649157

 

Πρόσταξαν λοιπόν το στρατηγό Χέρτλιγκ να στείλει δυο λόχους από το ενδέκατο βαβαρικό σύνταγμα, που βρισκόταν στρατοπεδευμένο στη Μεθώνη, να φέρουνε σε τέλος την απόφασή τους γκρεμίζοντας τους πύργους. Ξεκίνησαν. Προτού όμως μπουν στη Μάνη, έφτασε σ ’ αυτή η είδηση της καταδίκης σε θάνατο των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα.

—Μωρέ ετούτοι, είπανε, βάλθηκαν όλους να μας φάνε!

Και να, βλέπουν να ’ρχουνται οι δυο λόχοι. Άστραφταν οι μπαγιονέτες κι οι σπαλέτες τους, ανέμιζαν τα λοφία τους, κουδούνιζαν τα σπιρούνια τους, βάραγαν τις μπότες τους. Περπάταγαν καμαρωτά ωσάν καταχτητές που ήταν. Οι Μανιάτες τους άφησαν να προχωρήσουν ως το Τσίμοβο στη Δυτική Μάνη, όπου πιάσανε κάμποσους πύργους.

Ήρθε η νύχτα. Και κατά τα μεσάνυχτα, τα σκοτάδια ξύπνησαν. Στα διάσελα και στα φαράγγια αντιλάλησε η πολεμική μανιάτικη κραυγή, που έμοιαζε με τη φωνή των τσακαλιών. Άστραψαν οι κάννες και βρόντηξαν τα ντουφέκια.

Τους χτύπαγαν πρώτοι οι Ανδρουβιτσιάνοι μ’ αρχηγό τον νέο Μούρτζινο.

Όταν το φως της μέρας έλουσε το Πενταδάχτυλο, οι Γερμανοί κατάλαβαν πως βρίσκονταν από παντού μπλοκαρισμένοι. Κι ο πόλεμος άρχισε. Οι ξένοι ξεχώριζαν ανάμεσα στα βράχια να κοκκινίζουν τα μανιάτικα φέσια κι άδειαζαν τις μπαταρίες τους. Μα φέσια δίχως κεφάλια χτύπαγαν, γιατί οι Μανιάτες είχανε πολεμικό τους κόλπο να στήνουνε τα φέσια τους πίσω από το φρύδι κάποιου βράχου να ξεγελάνε τον οχθρό, όσο που οι ίδιοι πολέμαγαν αθώρητοι ίσαμε δέκα οργιές παραπίσω.

Σ’ έναν από τους πύργους που κλείστηκαν οι Γερμανοί διοικητής έλαχε να ’ναι κάποιος υπολοχαγός Σμιθ, ξακουστός τόσο για το περίφημο ντουφέκι του, όσο και για τη σκοπευτική του δεινότητα. Άδειαζε λοιπόν γραμμή τα φουσέκια του πάνω στα φέσια, σίγουρος πως κάθε φορά ξέκανε κι έναν Μανιάτη.

Εκείνοι όμως παίρνουνε είδηση από ποια πολεμίστρα βαρούσε και να, τον βρίσκει κατακούτελα το βόλι τους. Δίπλα του λαβώνεται στον ώμο κι ο λοχίας. Ο γιατρός του λόχου ήταν σε κάποιον άλλονε πύργο. Πώς όμως να τον φωνάξουν; Μαζί τους έλαχε να κλειστεί κι ένας Ρωμιός αγωγιάτης. Δένει σε μια μαγκούρα ένα κομμάτι άσπρο πανί, μισανοίγει την πόρτα, το κουνάει κι άμα είδε πως πάψανε οι Μανιάτες να βαράνε, βγαίνει κι ο ίδιος.

—Κάνετε τρέβα, ωρέ! φωνάζει, ναρθεί ο γιατρός οπού είναι ανάγκη.

Κι οι Μανιάτες κάνανε τρέβα κι ήρθε ο γιατρός. Ξανάρχισε το ντουφεκίδι. Οι Γερμανοί, μέσα στους δυνατούς πύργους, ήτανε βέβαια άπαρτοι. Τι όμως θα τρώγανε και τι θα πίνανε; Την άλλη λοιπόν μέρα, βάζοντας κάτω την έπαρσή τους, πέσανε σε συμφωνίες με τους Μανιάτες να τους αφήσουνε να φύγουν. Βγήκανε, πήρανε δρόμο κατά κει που ήρθαν, εξόν από τριάντα έξι όπου βρέθηκαν κλεισμένοι σ’ ένανε πύργο μ’ αρχηγό τον υπολοχαγό Μαν. Τούτοι, όπως θάρρεψαν πως οι Μανιάτες δε θα κράταγαν την μπέσα τους, αρνήθηκαν να βγουν και να φύγουν με τους άλλους. Έμειναν και πολέμησαν ώσπου πήρανε τέλος τα φουσέκια τους. Σίμωσαν τότες οι Ανδρουβιτσιάνοι του Μούρτζινου, σώριασαν φρύγανα και κλαδιά ολόγυρα στον πύργο και τ’ άναψαν. Κι οι Γερμανοί αναγκάστηκαν, όπως τους έπνιγε ο καπνός, να ρίξουνε τ’ άρματά τους.

Οι Μανιάτες στην αρχή δεν τους πείραξαν. Τους πρόσφεραν μάλιστα και να φάνε. Μέσα όμως στο σακίδι του υπολοχαγού Μαν βρήκανε ένα σουραύλι. Του το ’δωσαν να παίξει. Έπειτα πρόσταξαν τους στρατιώτες, όσο έπαιζε αυτός, εκείνοι να χορεύουν. Φούσκωνε τα μάγουλά του ο Μαν, τραγούδαγε το σουραύλι, χόρευαν οι Γερμανοί, γέλαγαν οι Μανιάτες.

Οι Βαβαροί γύρεψαν βέβαια να πάρουν πίσω τους αιχμάλωτους. Στείλανε λοιπόν να ρωτήσουν τι ζήταγαν οι Ανδρουβιτσιάνοι.

—Ένα ισπανικό τάλαρο για κάθε στρατιώτη κι ένα μονάχα φοίνικα (μια δραχμή) για κάθε αξιωματικό, αποκρίθηκαν.

«Κατ' αύτόν τόν τρόπο», γράφει στ’ απομνημονεύματά του ο Νέζερ, «έδείκνυον τήν περιφρόνησίν των πρός το Βαυαρικόν Έθνος

Έπειτα από τούτο το πάθημα, πήρε απόφαση η αντιβασιλεϊα, καθώς μας λέει ο Νέζερ, «νά ένεργήσα δραστήριους».

Από μέρα σε μέρα καρτέραγαν να φτάσουνε στην Πάτρα τέσσερα καινούργια τάγματα γερμανικού στρατού, που είχανε μπαρκάρει από την Τεργέστη. Στείλανε λοιπόν από τ’ Ανάπλι ταχυδρόμο με διαταγή να μη βγούνε, μα να τραβήξουν για τη Μάνη να χτυπήσουν τους αντάρτες. Ξεμπάρκαραν στο Μαραθονήσι.

« Ό εκεί άρχηγός τής έλληνικής χωροφυλακής» γράφει ο Νέζερ «άπέτρεψε τούς διοικητάς των νά προχωρήσουν καί τούς κατέδειξε δτι ήταν δύσβατα όρη, όπού οί στρατιώτες δέν θά εύρισκον κανέναν πόρον συντηρήσεως. Ένώ οί Μανιάται κρυπτόμενοι όπισθεν τών βράχων, θ’ άπεδεκάτιζον τούς έθελοντάς μέ τά εύστοχα μακροσώληνα όπλα των. Θά ήτο δέ ή προφύλαξις άδύνατος, καθώς

καί ή έκτόπισις τού έχθρού. Ό άρχηγός τής χωροφυλακής προσέθεσεν ότι δι’ όλα αύτά έπρεπε νά έρωτηθούν πρώτον οί έν Ναυπλίω, διά νά μή κινδυνεύσουν ματαίως οί νεοφθασμένοι καί κυρίως διότι, όντες όλοι νέοι καί ξένοι πρός το κλίμα τής χώρας, θά είχον ν’ αντιμετωπίσουν διπλάς δυσκολίας διά τήν σωτηρίαν των».

Ο Γερμανός όμως διοικητής, ο συνταγματάρχης Σαούτινερ, δε λογάριασε τούτες τις συμβουλές. Αποφάσισε να τραβήξει μπρος δίχως το παραμικρό χασομέρι, για να δώσει ένα καλό μάθημα σε τούτους τους αγριάνθρωπους, γκρεμίζοντας, όπως είχε διαταγή, κι όλους τους πύργους τους.

Ξεκίνησαν λοιπόν από το Μαραθονήσι, από το Γύθειο δηλαδή, οι Γερμανοί και προχωρούσαν με μεγάλη προφύλαξη. Την πρώτη μέρα δε συναπάντησαν μήτε ρουθούνι μανιάτικο. Ο τόπος φαινόταν έρημος. Δυο πύργους, άδειους κι αυτούς, που πέτυχαν στο δρόμο τους στάθηκαν και τους γκρέμισαν. Τη νύχτα κοιμήθηκαν ήσυχα πάνω στα βράχια, κάτω από τον πεντακάθαρο ουρανό μας όπου παιχνίδιζαν αέρινες θάλασσες τα άστρα. Τίποτα δεν τάραξε τον ύπνο τους. Την αυγή σήμανε η σάλπιγγα εγερτήριο και σε λίγο φύγανε. Δεν άργησαν ν’ αντικρίσουν το στενό του Πασαβά. Στάθηκαν, κοίταξαν με τα κανοκιάλια οι αξιωματικοί τους, ψυχή δεν φαινόταν και σ ’ αυτό.

Σαν μπήκε στο στενό ολόκληρη η φάλαγγά τους, τότες βρόντηξε η πρώτη μπαταριά' ήταν σαν να την ξέρναγαν τα βράχια. Άπλωσε το φάσγανό του ο Χάρος και θέριζε τους Γερμανούς. Μάταια γύρευαν οι φουκαράδες να χτυπήσουν τον αόρατο εχθρό. Μάταια πάσκιζαν να σκαρφαλώσουν στους ορθόκοφτους βράχους για να τον φτάσουν. Με κάθε καινούργια μπαταριά όλο και πιότερα σωριάζονταν κουφάρια.

Οι βόγκοι, τα αίματα, οι καπνοί κι η βροντή της μάχης λύγισαν το θάρρος τους. Τότες «πανικός κατέλαβε τούς έθελοντάς», λέει ο συμπατριώτης τους ο Νέζερ, «ό σώσων εαυτόν σωθήτω! Ολοι έτρεχον καί πρίν έξέλθουν έκ τής στενωπού, έχάθησαν σχεδόν οί ήμίσεις. ‘Εάν οί Μανιάτες τούς κατεδίωκον κατά πόδας, ούδείς θά έσώζετο»'. Ένα ολόκληρο τάγμα Γερμανών παραδόθηκε κι οι λίγοι που σώθηκαν φτάσανε σε κακά χάλια στο Μαραθονήσι.

Οι Μανιάτες τούτη τη φορά φέρθηκαν ακόμα πιο σκληρά στους αιχμάλωτους που πιάσανε. Ο Κρέμος λέει πως μερικούς τους βάλανε μέσα σε σακιά γυμνούς μαζί με γάτες και πως πούλαγαν «δέκα στρατιώτας άνθ’ ενός γηραλέου όνου, άλλ’ ούδείς εύρίσκετο ό άνταλλάσσων».

Δ. Φωτιάδη, Κολοκοτρώνης