RANSIMAN

Ο άνθρωπος που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απαλλάξει την εικόνα του Βυζαντίου από το στίγμα, που την εννοούσε ως περίοδο παρακμής, διαφθοράς και δολοπλοκίας, ο άνθρωπος που συσχέτισε τη μεσαιωνική έκφανση του ελληνισμού με τη σύγχρονη Ελλάδα («δε νομίζω ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι περισσότερο Έλληνες από τους Βυζαντινούς!»), ο άνθρωπος που κέρδισε παγκόσμια φήμη παρουσιάζοντας τους, μέχρι πρότινος «ιππότες», Σταυροφόρους ως «βαρβάρους», που λεητάτησαν την Κωνσταντινούπολη, ήταν Βρετανός.

Ο ιστορικός, συγγραφέας, ακούραστος περιηγητής και σαγηνευτικός αφηγητής σερ Στίβεν Ράνσιμαν γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1903 στη Βόρεια Αγγλία και έζησε 97 χρόνια, για να συνδεθεί και να αγαπήσει όσοι λίγοι τη χώρα μας. Μία από τις πρώτες εικόνες, που θυμάται, ήταν όταν είδε από τη θαλαμηγό του παππού του τον βράχο της Μονεμβασίας να αναδύεται από τη θάλασσα με το βυζαντινό κάστρο στην κορυφή του. Ήταν τότε 21 ετών, σπουδαστής στο Κέιμπριτζ, ήδη γνώστης της ελληνικής, την οποία διδάχθηκε από την ηλικία των επτά χρόνων και αφού είχε μάθει γαλλικά και λατινικά.

Ο γιος των Φιλελεύθερων νομικών με έντονη πολιτική δραστηριότητα (οι γονείς του ήταν το πρώτο ζευγάρι που κάθισε μαζί στη Βουλή των Κοινοτήτων) σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι. Γλωσσομαθής, γοητευτικός, με κοινωνικές γνωριμίες, ο νεαρός Στίβεν γινόταν το επίκεντρο της προσοχής κάθε συντροφιάς. Προτού κλείσει τα 30 του χρόνια ήταν ήδη καθηγητής Πανεπιστημίου στο Κέιμπριτζ ως βυζαντινολόγος. Η καρδιά του όμως ήταν στα ταξίδια και στην έρευνα. Ως «περιπλανώμενος λόγιος» αρχίζει τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο, σε μια εποχή που ο τουρισμός δεν έχει ακόμη εφευρεθεί και συναντά ανθρώπους μυθικούς: από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως τον Που Γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας. Όταν ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τοποθετείται ακόλουθος Τύπου στη Σόφια, φυγαδεύεται εν συνεχεία στο Κάιρο, μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα και ύστερα από πρόσκληση της Τουρκίας πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Σε συνέντευξη του στο «Βήμα» το 1997 διηγήθηκε, πώς βρέθηκε στη πόλη των μελετών του. «Ο πρόεδρος Ινονού περπατούσε στην πόλη και ρωτούσε για διάφορα κτίρια, που έβλεπε και ουδείς γνώριζε να του πει τίποτε περισσότερο πέραν του ότι ήταν Βυζαντινά. Πρόσταξε, λοιπόν, να του βρουν αμέσως έναν καθηγητή. Ο άγγλος πρόξενος στην Τουρκία έτυχε να είναι μαθητής μου και έτσι βρέθηκα να οργανώσω έδρα Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης».

Τρία χρόνια από το 1942 ως το 1945 ο Στίβεν Ράνσιμαν διδάσκει στο λίκνο του μεσαιωνικού ελληνισμού Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη. Το 1945 έρχεται στην Ελλάδα, για να διευθύνει δύο χρόνια το Βρετανικό Συμβούλιο και να γνωρίσει, μεταξύ άλλων, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Δημήτρη Χόρν.
Ο Στίβεν Ράνσιμαν χρίζεται ιππότης το 1958 από τη βασίλισσα Ελισάβετ και δίνει διαλέξεις σε όλα τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου. Όσοι είχαν την τύχη να τον ακούσουν, συμφωνούν, ότι ήταν ένας αξέχαστος ομιλητής, όπως για παράδειγμα όταν διηγούνταν με μελαγχολία αλλά και σπαραγμό τις τελευταίες στιγμές μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, καταδικασμένης να χαθεί, αλλά πολύ περήφανης για να παραδοθεί. Συνεργάζεται επίσης με το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Βικτόρια και Αλμπερτ, τη Βιβλιοθήκη του Λονδίνου και τιμάται με πολυάριθμα πανεπιστημιακά διπλώματα, ενώ και η Ελλάδα του αναγνωρίζει τη συμβολή του στη μετάδοση μιας εικόνας θετικής για την, από πολλούς παραγνωρισμένη, περίοδο της ελληνικής ιστορίας: ο ίδιος έχει τιμηθεί με το χρυσό μετάλλιο της πόλης των Αθηνών (1990), δρόμοι στον Μυστρά και στη Μονεμβασιά φέρουν το όνομά του, ενώ στην απονομή των βραβείων Ωνάση το 1997 ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν μοιράζεται το βραβείο για τον Πολιτισμό με την κυρία Ντόλυ Γουλανδρή. Και με μια κίνηση συμβολική διαθέτει το χρηματικό έπαθλο, που το συνοδεύει, για την αναστήλωση του βυζαντινού πύργου του Πρωτάτου στο Αγιον Όρος.

Ο «προπαγανδιστής» αυτού του κομβικού μέρους της ιστορίας μας ήταν πολυγραφότατος. Την εκπληκτική μονογραφία του για τον «Αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό και τη βασιλεία του» (1929) ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, «Το πρώτο βουλγαρικό κράτος» (1930), «Βυζαντινός πολιτισμός» (1933) και η τρίτομη «Ιστορία των Σταυροφοριών» (19511954), το γνωστότερο έργο του, που άλλαξε την αντίληψη του δυτικού κόσμου για τις Σταυροφορίες, κλίνοντας «σαφώς προς την πλευρά του Βυζαντίου έναντι της μισαλλοδοξίας και του πλιάτσικου στο οποίο επιδιδόταν η Δύση», όπως έγραψε η εφημερίδα «The Times». Σημαντικά έργα του επίσης είναι «Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» (1965), «Βυζαντινή θεοκρατία» (1977) και άλλα.
Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν δεν παντρεύτηκε ποτέ και έφυγε πλήρης ημερών το φθινόπωρο του 2000. Η ζωή του κύλησε περίπου όπως ο ίδιος όρισε την ιστορία. «Δεν είναι μια σειρά λιμνούλες με στάσιμα νερά, αλλά ένας ποταμός που τρέχει ασταμάτητα και ορμητικά».

Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα

Η άλλοτε ξεχασμένη, κι άλλοτε υποτιμημένη, βυζαντινή ιστορία - για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες καθετί βυζαντινό αυτομάτως εντασσόταν στο χώρο του σκοταδισμού - έγινε ευτυχώς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής έρευνας. Οι ιστορικοί, πολλοί μάλιστα απ? αυτούς εντάσσονται στους κύκλους των διανοουμένων, που ανέλαβαν όχι μόνο να γεφυρώσουν το «αναμέσον χάσμα» ανάμεσα στον Αρχαίο και Νέο Ελληνισμό, έτσι χαρακτήριζε το Βυζάντιο ο Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής της Νομικής Σχολής στον 19ο αιώνα, αλλά και να αποκαταστήσουν τη βυζαντινή οικουμένη, αποτελούν σήμερα αξιοσέβαστο πεδίο μελέτης και κατανόησης αυτής της πολυεπίπεδης και σύνθετης ιστορικής διαδικασίας, που επικράτησε να ονομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.

Σήμερα το Βυζάντιο αποτελεί ένα από τα πιο προσφιλή θέματα του επιστημονικού κόσμου. Επιστήμονες διεθνούς κύρους, ιστορικοί, θεολόγοι, ιστορικοί της τέχνης, νομικοί, ομολογούν και τεκμηριώνουν τη σπουδαιότητα και τη γενναία συμβολή του βυζαντινού κοσμοειδώλου, στον σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, αναφερόμενες στην πολιτική, την κοινωνική, τη διοικητική, τη στρατιωτική και εκκλησιαστική ιστορία του, αναιρούν προγενέστερες πλάνες και αναγνωρίζουν τον πολιτισμό των βυζαντινών, ως τον παράγοντα εκείνο, που διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη, τόσο της Ανατολικής, όσο και της Δυτικής Ευρώπης.

Ο Sir Steven Ransiman, τον οποίο η επιστημονική κοινότητα, πριν λίγο καιρό έχασε, αποτέλεσε φωτεινό παράδειγμα, ακραιφνούς και εμβριθέστατου ιστορικού βυζαντινολόγου επιστήμονα. Όλβιος δημιουργός, έγινε για τις διεθνείς ιστορικές σπουδές, το μέγα αγκωνάρι. Ως ένας από τους σημαντικότερους βυζαντινολόγους, κατάφερε κι έσυρε από τη λήθη, ότι θαυμαστό είχε να επιδείξει το Βυζάντιο. Το πολυσχιδές έργο του, πράγματι, αποτελεί μια τεκμηριωμένη καταγραφή, αλλά και ερμηνεία της βυζαντινής ιστορίας. Αν κάτι αφήνουν τα γραφτά του, είναι το γεγονός, ότι είδε το Βυζάντιο ως μια συμπαγή ιστορική ενότητα, την όποια αμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στις επόμενες γενιές των ιστορικών τον τρόπο, ακόμη πιο στοχαστικά να το μελετήσουν.

Πρέπει σοβαρά να λάβουμε υπόψη μας, ότι ο Ransiman μελέτησε το Βυζάντιο υπό το πλαίσιο των τριών συντεταγμένων που οριοθέτησαν τη χιλιετή μοίρα της θεοκρατικής αυτοκρατορίας του: τον Ελληνισμό, τη ρωμαϊκή νομοθεσία και την Ορθοδοξία. Αυτό δηλαδή το περιεχόμενο που ουσιαστικά διαμόρφωσε την πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τη διεργασία, που άρχισε τον 4ο και συνεχίστηκε έως τα μέσα του 15ου αιώνα, ο Ransiman κατάφερε να μας την κληροδοτήσει, δίχως να φαντάζει μακρινή και ξένη.

Με ασκητικό βλέμμα, ο μέγιστος αυτός βυζαντινολόγος, είδε την Ορθοδοξία, η οποία και τον γοήτευσε. Στους κόλπους ανοίχθηκε με διάθεση. Και για αυτήν εμφαντικά υπογράμμιζε: «οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται περήφανοι, μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της ελληνικής ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει το ρόλο της υπογραμμίζοντας το κενό, το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αρχαίου και χριστιανικού κόσμου. Αλλά το χάσμα δεν είναι αγεφύρωτο. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας διέσωσαν πολλά από τα πιο ωραία που είχε η αρχαία ελληνική σκέψη και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τα παρέδωσαν στην Εκκλησία ως αυτήν την ημέρα. Ο εθνισμός μπορεί να γίνει κακό πράγμα. Όμως ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητος που να μη βασίζεται σε φιλόδοξο σωβινισμό αλλά σε μια μακριά παράδοση πολιτιστικών αξιών είναι ζήτημα για νόμιμη καύχηση κα περηφάνια».

Στο πρόσωπο του Ransiman το αγγλόφωνο και κατ' επέκταση το διεθνές επιστημονικό κοινό, ανακάλυψε το Βυζάντιο και αφυπνίστηκε από την κατάκριση που δύο αιώνες πριν ο Edward Gibbon έκανε γι' αυτό, χαρακτηρίζοντας τη χιλιόχρονη ιστορία του ως «θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας». Είναι μακρύς ο κατάλογος των μελετών και των αυτοτελών βιβλίων του, πάνω στα οποία σήμερα, όσοι επιζητούν τη ψηλάφηση του βυζαντινού πολιτισμού μπορούν χωρίς κανένα δισταγμό να προσφύγουν. Και μόνο μια απλή παράθεση των τίτλων, που εύκολα θα μπορούσε κανείς να κάμει, ανατρέχοντας σε ενημερωμένες ιδιωτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, μαρτυρεί την εμμονή του, για εμφάνιση του βυζαντινού πολιτισμού, ως μείγματος διαποτισμένου με κάλλος και θαυμασμό.

Στο σύνολό του το έργο του Ransiman, ιχνογραφεί και διαφωτίζει τη βυζαντινή ιστορία, μέσα από τον χαρακτήρα των ανθρώπων, την ποικιλία των θεσμών, των τρόπων σκέψης και των πολιτισμικών εκφράσεών του. Αρκετό από το συγγραφικό έργο του, μεταφρασμένο στην ελληνική, προσκαλεί κάθε φιλοβυζαντινό αναγνώστη σε μια πραγματική θέαση του επιφανούς μεσαιωνικού κόσμου. Ως κλασικός ιστορικός, ο Ransiman επιμελώς επιστρέφει στις βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μια σύνθετη εικόνα της πολιτιστικής, κοινωνικής, και πολιτικής δομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, οι νεότεροι βυζαντινολόγοι, θα πρέπει να του είναι ευγνώμονες, γιατί δημιούργησε την πιο έγκυρη και περιεκτική ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής περιόδου.

  Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από το σερ Στήβεν Ράνσιμαν, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, στον πατρογονικό πύργο του, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. Για τεχνικούς λόγους,  δεν «βγήκε» ποτέ στον αέρα. Και οι δύο δημοσιογράφοι θεωρούν την συνέντευξη αυτή από τις πιο σημαντικές της καριέρας τους,  μια και ανήκει στο είδος των «συζητήσεων» που σε διαμορφώνουν και δεν ξεχνάς ποτέ. Θεωρούν ότι πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας, έστω και με μια τόσο θλιβερή αφορμή, όπως ο θάνατος του μεγάλου φιλέλληνα.

 

Δημοσιογράφος: Πώς νοιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν εξανεμίστηκε. Όταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολλοί λίγοι άνθρωποι σ' αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν, έστω και ελάχιστα για το Βυζάντιο. Μ' αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα» ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα, είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.

Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια;

Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από το σημερινό.

Καλύτερος ή χειρότερος;

Κοιτάξτε... Δεν είμαι σίγουρος αν θα μου άρεσε να ζήσω στους βυζαντινούς χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Άλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.

Άρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;

Ήταν ένας πολιτισμός, στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.

Και στους έντεκα αυτούς αιώνες;

Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του όπως το θρησκευτικό αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι έτσι, παρ' ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο.

Μιλάμε για θρησκεία κι ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία σχέση είχε με την ηθική.

Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορία που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον, που μελετούσε το Βυζάντιο. Ήρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία, γιατί είναι γεμάτη φόνους, και φαντάζει σαν σχολικό μάθημα (homework). Είχα το τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των αμερικανών προέδρων που είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης των Η.Π.Α. από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν.

Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.

Όντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους χρόνους. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια ανθρώπους στα λιοντάρια, κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο ανθρωπιστική. Και πάντα, απέφευγαν όσο μπορούσαν τη θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου φαίνεται, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ. ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν.

Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοικτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και τίποτε αξιομνημόνευτο».

Νομίζω ότι αυτοί οι Έλληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους αρκεί να δεις τη δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καπαδόκες πατέρες, και πολλοί ακόμη, ως το Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας... Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιοντολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη.

Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.

Αρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλουν.

Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε αν ήταν όλες ίδιες αυτό δε θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί.* Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό και δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς.

Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Όμως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Και, τι εννοείτε με τη λέξη «δημοκρατία»; Ήταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Όχι. Θα έλεγα στους Ελληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την ιστορία, ειδικότερα της κλασσικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να κατακρίνουν... Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία». Στα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει να σε κυβερνούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες, η τηλεόραση. Διότι, είναι θεμιτό να έχουμε αυτό που ονομάζεται «λαϊκή ψήφος» αλλά, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν μόνοι τους κι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο που δε σκέφτονται τότε μεταφέρουν την εξουσία στα χέρια όσων κατέχουν τα ΜΜΕ, οι οποίοι, με τη δύναμη που έχουν, θα έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο και να μορφώσουν όλο τον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών, όχι όλοι ευτυχώς, είναι ανεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα υπήρχε δημοκρατία χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σα να το άφηναν στα χέρια του Θεού καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.

Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;

Η Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν υπήρχαν και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Αγιον Όρος ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία κυρίως τα αγόρια γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία διότι «απολάμβαναν» περισσότερη ιδιωτική, προσοχή. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, στο Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Και η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Όμηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών».

Ήταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Άννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Όλα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. Η Άννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Αμόρφωτοι, δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;

Άλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ήταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Όχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Θα θέλατε να ζείτε στο Βυζάντιο;

Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. Δε νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά, είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις... Όλα εξαρτώνται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την τάξη στην οποία γεννιέσαι. Θα ήθελα να ζω στη Βρετανία του 18ου αιώνα αν είχα γεννηθεί αριστοκράτης, αλλιώς δε θα μου άρεσε καθόλου. Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας.

Η κατάσταση στη Βαλκανική σας ανησυχεί;

Με ενδιαφέρουν πολύ τα Βαλκάνια, είναι ένα μέρος του κόσμου που με «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι έτσι, φυσικά, και ενδιαφέρομαι και θλίβομαι. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Ενα από τα πράγματα που με ενοχλεί ελαφρώς στα γηρατειά μου, είναι ότι, θα ήθελα να γνωρίσω τι θα συμβεί σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου και κυρίως στα Βαλκάνια σε μερικά χρόνια. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, και από τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες μάλλον και η Βουλγαρία. Αλλά για τη Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία... νοιώθω απελπισμένος όταν σκέφτομαι το μέλλον τους...

Μήπως τα Βαλκάνια πληρώνουν την ιστορία τους, σήμερα;

Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. Διότι, έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης.

Πρόσφατα άνοιξε ένας παγκόσμιος διάλογος και στη χώρα σας για το κατά πόσον ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος θα είναι θρησκευτικός.

Ανησυχώ για συγκεκριμένες θρησκείες, με ανησυχούν οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο για τον πολιτισμό, αλλά η θρησκεία χρειάζεται. Οι άνθρωποι θα νοιώσουν ευτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, με τη θρησκεία σήμερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε μία παγκοσμία θρησκεία, και οι διάφορες θρησκείες ποτέ δε συμπάθησαν ιδιαιτέρως η μία την άλλη. Η φιλανθρωπία δεν καλύπτει και το γείτονα της διπλανής πόρτας, αν αυτός πρεσβεύει άλλη θρησκεία. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η θρησκεία θα είναι η σωτηρία, αλλά δεν γνωρίζω και τίποτε που να μπορεί να είναι η σωτηρία. Με τον πληθυσμό να αυξάνεται, είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν τα δεδομένα της εκπαίδευσης, σε παγκόσμια κλίμακα. Απλώς, ποτέ δε θα υπάρξουν αρκετοί δάσκαλοι στον κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβάμαι πως είμαι απαισιόδοξος.

Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;

Έχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δε μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.

Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο;

Το χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε την διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους τους ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Όλοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση. Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.

Διανόηση, πολιτική και πίστη στα Θεία, λοιπόν, μπορούν να βαδίζουν μαζί;

Αποτελεί παράδειγμα η πόλη σας, η Θεσσαλονίκη. Ήταν πολύ φημισμένη για τους διανοητές της, ειδικά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Αλλά είχε και βοήθεια από τους στρατιωτικούς της που, όπως ο Άγιος Δημήτριος, που έρχονταν να τη σώσουν στη σωστή στιγμή. Η πίστη στους Αγίους σου δίνει κουράγιο να υπερασπιστείς την πόλη από τις επιθέσεις, όπως έκανε κι ο Αη Δημήτρης.

Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες;

Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Ετσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Εχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς και μελετώ εδώ και καιρό το διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι Αγγλικανοί όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι'αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.

Τι γνώμη έχετε για τους νεοέλληνες;

Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Ολα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς, οι νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ' έναν τρόπο που οι βυζαντινοί δεν κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και το Διγενή. Τα μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά.

Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. Όταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου. Ηρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε «Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το θάνατό του... Όταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω... Είχε πει ότι 'Οι Κέλτες είναι οι ρωμιοί του Βορρά', ναι, το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει αρκετό δίκαιο... Ο Καβάφης είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, και μάλιστα πρωτότυπος... Εκείνον που δε μπορώ να διαβάσω είναι ο Καζαντζάκης, τον γνώριζα προσωπικά, αλλά δεν μπορώ να τον διαβάσω, ποτέ δε μου άρεσε για να είμαι ειλικρινής. Μ' αρέσει ο Ελύτης και πότε πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στο Σικελιανό. Τους νεώτερους δεν τους γνωρίζω, σταμάτησα να παρακολουθώ, κι όπως ξέρετε ανήκω σε μια πολύ παλιά γενιά.

Χάρις στην πρόνοια του Θεού η Χριστιανική θρησκεία ήλθε στον κόσμο αυτό σε μια μοναδική στιγμή της ιστορίας του. Οι Ρωμαίοι , είχαν μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση όλου του μεσογειακού κόσμου, προσφέροντας έτσι μία τεράστια έκταση, όπου άνθρωποι και ιδέες μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα. Περισσότερο ίσως σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στην πολιτισμική ζωή αυτής της περιοχής δέσποζαν σοφοί και διδάσκαλοι γαλουχημένοι στις παραδόσεις του Κλασσικού Ελληνικού κόσμου. Ή εξαιρετική εμβρίθεια των φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, πού αρχικώς συναντάμε στις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, απλώθηκε, χάρις στην τόλμη των Ελλήνων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μεγάλες και επιφανείς πόλεις πού είχαν ανθήσει στο πέρασμα των Μακεδόνων, ιδιαιτέρως ή Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς αναθρεμμένους στην Ελληνική παράδοση, πού είχε εμπλουτισθεί και από τις παραδόσεις των παλαιοτέρων αυτοκρατοριών της Ανατολής. Ακόμη και αυτή ή Ρώμη και οι δορυφόροι της προσέβλεπαν στην Ελλάδα για την πολιτισμική υποδομή τους.

Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Ελληνισμού. Τι εννοούμε με τον όρο "Ελληνισμός"; Δεν είναι ταυτόσημος με τον Ελληνικό Εθνισμό, αν και οι σημερινοί Έλληνες δικαίως μπορούν και διεκδικούν την συγγένεια με τους διανοητές και καλλιτέχνες της Κλασσικής Ελλάδος, των οποίων την γλώσσα και την γη κληρονόμησαν. Νομίζω πώς Ελληνισμός είναι βασικώς μία στάση του νου, ή αναζήτηση μιας ερμηνείας του κόσμου στον όποιο ζούμε, ή επιμονή για την γνώση όλων των φαινομένων του και ή ελπίδα πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα λάθη, τις θλίψεις και τις τραγωδίες του, πράγμα πού τελικώς θα μας καταστήσει ικανούς να φθάσουμε στην αρμονία πού το ανθρώπινο γένος πρέπει να ποθεί. Ήταν ένα τρομακτικό καθήκον. Πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι - και πολλοί φιλόσοφοι σήμερα - ήσαν ειλικρινά απαισιόδοξοι. Όμως ο ερχομός του Χριστιανισμού φάνηκε σε άλλους να προσφέρει μια λύση. Η αυστηρή εμμονή του στις ηθικές αξίες, σε συνδυασμό με την έμφαση πού έδινε στην αγάπη και την πίστη του στην τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Αλλά για να γίνει αποδεκτός στον κόσμο της διανοήσεως όφειλε να συνταυτισθεί τρόπον τινά με τον κυρίαρχο Ελληνισμό. Και ήταν το μεγάλο επίτευγμα των πρώτων Χριστιανών Πατέρων, κυρίως, νομίζω, των Καππαδοκών, το ότι μπόρεσαν και εξέφρασαν το Χριστιανικό δόγμα με όρους πού ήσαν αποδεκτοί από τους φιλοσόφους. Οι δε μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν το φιλοσοφικό υπόβαθρο, το όποιο χρειαζόταν ή Εκκλησία.

H συμμαχία με τον Ελληνισμό διασφάλισε το μέλλον της Εκκλησίας. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και την μεγάλη εξάπλωση του Χριστιανισμού, εμφανίζονταν τάσεις πού απέρριπταν την Ελληνική προσέγγιση. Ήσαν οι πιστοί πού έμεναν αποκλειστικά στο εβραϊκό υπόβαθρο του Χριστιανισμού, οι φονταμενταλιστές, πού υπάρχουν μέχρι σήμερα, και πού επέμεναν στην αυστηρή τηρήσει άκαμπτων ηθικών κανόνων και τελετουργικών τυπικών και στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Περισσότερο αξιοσημείωτη και καθοριστική είναι ακόμη η γενική τάση των Εκκλησιών της Δυτικής Ευρώπης και των διαδόχων τους να υιοθετούν μια άκαμπτη στάση στην θεολογία τους. Τούτο οφείλεται στις ιστορικές συγκυρίες.

Όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές καταλήψεις, ήσαν οι δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, επαρχίες, πού έπεσαν πρώτες στα βαρβαρικά χέρια. Κι όταν οι Ρωμαίοι διοικητές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν, η μόνη εναπομείνασα μορφωμένη ταξί ήταν ο κλήρος. Αυτός δεν περιορίσθηκε μόνο στο καθήκον του να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό τους εισβολείς. Επί πλέον προμήθευσε τους νέους άρχοντες με εγγραμμάτους υπαλλήλους και, προ πάντων, νομικούς. Ό νόμος ήταν ή μεγάλη συμβολή των Ρωμαίων στον πολιτισμό. Πλην όμως ή άκαμπτη εφαρμογή του ήταν αντίθετη προς την παράδοση του Ελληνισμού. Οί Ρωμαίοι θεολόγοι απαιτούσαν ακριβείς φόρμουλες και λογικά επιχειρήματα, όπως αναπτύχθηκαν από εκείνον τον αξιόλογο διανοητή, τον Θωμά Ακινάτη.

Στις Ανατολικές επαρχίες όμως, στο Βυζάντιο, οι νομικοί δεν άνηκαν στον κλήρο, ήσαν λαϊκοί, και μια πιο φιλελεύθερη θεολογία ήταν επιτρεπτή, ενώ τηρούνταν ανέπαφα τα θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, το δόγμα της Ενανθρωπήσεως και το δόγμα της Σωτηρίας. Προ πάντων, ενώ οι Δυτικές Εκκλησίες δεν αισθάνονταν ποτέ άνετα με τους μυστικούς πού εμφανίζονταν στους κόλπους των -αν και δεν ήταν δυνατόν να μην αναγνωρίσουν την αγιότητα κάποιων μορφών, όπως ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού και η Αγια Τερέζα της Αβίλα - , στην Ανατολική Εκκλησία ο μυστικός ήταν ελεύθερος να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία. Εδώ είχε διατηρηθεί ή Ελληνική στάση. Δεν υπήρξε ποτέ καμία σοβαρή προσπάθεια να εμποδιστεί ή προσωπική αναζήτηση του Θεού.

Σε αυτόν τον βαθμό η παράδοση του Ελληνισμού έχει επιζήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. και νομίζω πώς είναι ακόμη απαραίτητη σήμερα. Η προσπάθεια των Δυτικών Εκκλησιών να εκσυγχρονίζουν την θρησκεία περιορίζει το αιώνιο μήνυμα της και η μέριμνα να υποτάξουν την θεολογία στην λογική συμφώνως προς τα σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα απλώς οδηγεί τον λαό του Θεού στον αγνωστικισμό ή ακόμη και τον αθεϊσμό. 'Αν όμως οι Ορθόδοξοι διατηρήσουν την συμμαχία τους με τον Ελληνισμό, θα μπορέσουν να διατηρήσουν την πνευματικότητα τους. Ίσως μετά από έναν αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα είναι η μόνη από τις μεγάλες Χριστιανικές Εκκλησίες πού θα έχει επιζήσει, αφού μόνη αυτή θυμάται πώς η θρησκεία είναι μυστήριο, και πώς ο Χριστιανός, βοηθούμενος από τους φιλοσόφους και τους θεολόγους του παρελθόντος και όχι τρομοκρατούμενος από αυτούς, δύναται να ακολουθήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού, και μαζί με τους ομοπίστους αδελφούς του, παραμένοντας ευπειθές τέκνο της Εκκλησίας του, να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία.
 
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ
SIR STEVEN RUNCIMAN

ΠΗΓΕΣ:
Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα Sir Stenen Ransiman - Αθαν. Ι. Καλαμάτα Θεολόγου - Καθηγητή
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ-Του SIR STEVEN RUNCIMAN Βυζαντινολόγου,Μέλους της Βρετανικής Ακαδημίας
Eφημ.«Βήμα» της 8.9.2002