Navmaxia Limnou

Του Αντιναυάρχου ε.α., Ξενοφώντος Μαυρογιάννη Π.Ν.

 

Έτσι, χάρη στην ταχύτητα του Αβέρωφ και την δεξιότητα του Κουντουριώτη σύντομα ο τουρκικός στόλος βρέθηκε ανάμεσα σε δυο πυρά, με μόνη επιλογή την άτακτη υποχώρηση. Το πάθος με το οποίο πήγαινε ολοταχώς επάνω στο «Βαρβαρόσα» σχολιάστηκε μεταξύ των μελών του πληρώματος. Ενώ αργότερα όταν τον ρώτησαν για το παράτολμο σχέδιο του εκείνος απάντησε:

«Στους δυο κάβους των Δαρδανελίων, της Έλλης και του Κουμ Καλέ έβλεπα τον παππού και τον Μιαούλη να μου φωνάζουν «έλα»

Οι ναυμάχοι του Αιγαίου

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι υπήρξαν λίαν καθοριστικοί για την εδαφική και πληθυσμιακή επέκταση της πατρίδας μας και μαζί και με τους άλλους που ακολούθησαν το 1914-1918, διαμόρφωσαν τον πολιτικό χάρτη των χωρών της Βαλκανικής. Η χώρα μας διπλασιάστηκε σε έκταση και πληθυσμό, κυρίως με τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο και η μέχρι τότε μικρή και ασήμαντη Ελλάδα έγινε μία σημαντική πολιτική και στρατιωτική δύναμη της περιοχής, σεβαστή στους γείτονές της.

Με την επέτειο εφέτος των 94 χρόνων* από τις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου θα ξαναθυμηθούμε, μέσα απ’ αυτές τις σελίδες, τις ημέρες και τα έργα του Στόλου του Αιγαίου στις δύο αυτές ναυμαχίες που δεν θα ήταν υπερβολή αν λεχθεί ότι άλλαξαν την πορεία της ιστορίας των Βαλκανικών λαών.

Στο προηγούμενο τεύχος εξιστορήσαμε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη ναυμαχία της Έλλης. Στο παρόν θα περιγράψουμε τη ναυμαχία της Λήμνου.

Οι αψιμαχίες του Δεκεμβρίου

Μετά τη ναυμαχία της Έλλης ο αρχηγός του τουρκικού στόλου αναλαμβάνει το έργο της αντεκδίκησης φροντίζοντας να φέρει και πάλι τα πλοία του, το ταχύτερο, σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση.

Το τρωθέν τουρκικό γόητρο μετά την υποχώρηση του στόλου άρον-άρον στα Στενά και τις ζημιές των πλοίων κατά τη ναυμαχία της Έλλης, επιζητεί μία ναυτική επιτυχία. Αυτό κάνει τους Τούρκους τολμηρότερους. Τα καταδρομικά και τα αντιτορπιλικά βγαίνουν συχνότερα από τα Στενά, παρενοχλούν και βάλλουν κατά των ελληνικών πλοίων που περιπολούν, σπεύδοντας να μπουν και πάλι στα Στενά, όταν εμφανίζεται η κύρια δύναμη του ελληνικού στόλου.

Το ελληνικό Υπουργείο Ναυτικών, γνωρίζοντας την ορμητικότητα του ναυάρχου Κουντουριώτη, του συνιστά να αποδεχθεί τη μάχη μόνο κάτω από όρους κάθε δυνατής ασφάλειας για τα πλοία.

«Μη διακινδυνεύσητε, επ’ ουδενί λόγω ασφάλειαν πλοίων υπό τα φρούρια και μειονεκτικούς όρους. Περί τόλμης ναυάρχου στόλου ουδεμία υπάρχει καθ’ όλην την Ελλάδα αμφιβολία», του τηλεγραφούσε.

Η παράτολμη εφόρμηση του «Αβέρωφ» κατά τη ναυμαχία της Έλλης, που δημιούργησε αίσθημα υπεροχής και αποφασιστικότητας στην ελληνική πλευρά και συγχρόνως πλήρη σύγχυση και αποδιοργάνωση του αντιπάλου και ήταν η νικηφόρα ενέργεια που έτρεψε σε φυγή τον τουρκικό στόλο, δέχθηκε, εκ των υστέρων, κριτική από τους επιτελικούς των γραφείων. Υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε ο Ναύαρχος να εκθέσει το μοναδικό αξιόμαχο ελληνικό πλοίο στον κίνδυνο καταστροφής, θέτοντάς το υπό τα πυρά των φρουρίων (ο αρχιεπιστολέας και κυβερνήτης του «Αβέρωφ» πλοίαρχος Σ. Δούσμανης, στο ημερολόγιο του πλοίου, ουδέποτε δέχθηκε ότι μπήκε ο «Αβέρωφ» στο βεληνεκές των πυροβόλων των φρουρίων). Αποτέλεσμα ήταν να ανησυχήσει η Κυβέρνηση αλλά και ο ίδιος ο Βασιλιάς, ο οποίος έστειλε μήνυμα στον Κουντουριώτη:

«... Έχω καθήκον να σου συστήσω σύνεσιν και φρόνησιν.... Τα ήδη αποτελέσματα των πράξεών σου και του ανδρείου στόλου μας είναι τόσον μεγάλα και σπουδαιότατα, ώστε ουδείς αμφιβάλλει περί της ναυτικής δυνάμεώς μας απέναντι της Τουρκικής. Ζήτω ο άξιος Ναύαρχος του Στόλου μας Κουντουριώτης. Γεώργιος Α'».

Στις 9 και 22 Δεκεμβρίου τα περιπολικά μας αντιμετωπίζουν το «Μετζητιέ» και το «Χαμηδιέ» που συνοδεύονται από αντιτορπιλικά τα οποία όμως υποχωρούν στα Στενά, όταν εμφανίζονται τα ελληνικά θωρηκτά. Στην πρώτη μάλιστα επίθεση το υποβρύχιο «Δελφίν» εξαπολύει μία τορπίλη κατά του «Μετζητιέ», χωρίς αποτέλεσμα. Η τορπίλη μόλις έφυγε από το υποβρύχιο βυθίστηκε, λόγω κακής στεγανότητας. Ήταν η πρώτη επίθεση υποβρυχίου στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά.

Τα τουρκικά θωρηκτά, εν τω μεταξύ, συνεχίζουν την επισκευή των βλαβών που είχαν υποστεί κατά τη ναυμαχία της Έλλης. Τα φρούρια απέναντι από την Τένεδο ενισχύονται με βαρέα πυροβόλα.

Ο πυρετός όλων αυτών των προετοιμασιών οφείλεται στην πίεση που ασκούν ιδιαίτερα οι νέοι αξιωματικοί, για να ξεπλύνουν τη ντροπή της ναυμαχίας της Έλλης.

Έφτασαν οι γιορτές.

Τα ελληνικά θωρηκτά είναι αγκυροβολημένα στο Μούδρο και τα αντιτορπιλικά, εκτός απ’ αυτά που κάνουν περιπολία, στην Τένεδο.

Η λειτουργία στο μικρό παρεκκλήσι του «Αβέρωφ», μαζί μ’ ένα καλύτερο συσσίτιο και με το σημαιοστολισμό, ήταν τα μόνα που θύμισαν την ημέρα των Χριστουγέννων.

Οι πληροφορίες που φτάνουν από παντού στον Ναύαρχο θέλουν τον τουρκικό στόλο να επιχειρεί νέα έξοδο.

sima kountourioti

Ο αντιπερισπασμός του «Χαμηδιέ»

Ήρθε η πρωτοχρονιά.

Ο καιρός άρχισε να φουντώνει. Η γραιγοτραμουντάνα, θεριό ανήμερο, κατεβάζει από το Θρακικό, βουνά τα κύματα. Κρύο και χιονόνερο σου τρυπάνε το κόκκαλο.

Τα «Σφενδόνη», «Ναυκρατούσα» και «Λόγχη» παραδέρνουν μεταξύ Λήμνου, Ίμβρου, Τενέδου από την παραμονή της πρωτοχρονιάς αποφασισμένα να μην αφήσουν τον εχθρό να κουνηθεί. Πρωί, στις 2 του Γενάρη, μετά τη βελτίωση του καιρού, σκαντζάρονται από τα «Αετό», «Νίκη» και «Πάνθηρα».

Ησυχία επικρατεί παντού. Στις 12.15 τηλεγράφημα από το Υπουργείο πληροφορεί τον Ναύαρχο ότι τουρκικό θωρηκτό με τέσσερες καπνοδόχους βομβαρδίζει τη Σύρο. Μετά από λίγο άλλο τηλεγράφημα αναφέρει ότι πρόκειται για το «Μετζητιέ».

Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός. Σύγχυση και ταραχή επικρατεί στο επιτελείο της ελληνικής ναυαρχίδας. Πρόκειται για το «Χαμηδιέ», όπως διαπιστώθηκε αργότερα, το οποίο με χρώμα λευκό - όπως τα ρωσικά πολεμικά - και την προσθήκη δύο καπνοδόχων, για παραπλάνηση, τη νύχτα της 1ης του Γενάρη, με τη μεγάλη κακοκαιρία. κατορθώνει να διαφύγει από την επιτήρηση των ελληνικών αντιτορπιλλικών και επιχειρεί τον αιφνιδιασμό. Κυβερνήτης του είναι ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς του Τουρκικού Ναυτικού, ο Ρεούφ Βέης.

Οι Τούρκοι πίστευαν, ήταν σχεδόν βέβαιοι, ότι με τον αντιπερισπασμό αυτό θα παρέσυραν τον ελληνικό στόλο μακρυά από τα Στενά για καταδίωξη του επιδρομέα. Ποντάριζαν βεβαίως και στον ορμητικό χαρακτήρα του Κουντουριώτη. Πολύ μετά το τέλος του πολέμου, έγραφε ένας Τούρκος ναυτικός αναλυτής, ο χασάν Σαμή Βέης: «Ο σκοπός ήτο να προσελκυσθή ο προ των Στενών κατοπτεύων ελληνικός στόλος εις καταδίωξίν του... ιδίως δε όπως προσελκυσθή προς καταδίωξιν του καταδρομικού μας το ελληνικόν θωρηκτόν «Αβέρωφ» και όπως διά της τοιουτοτρόπως απομακρύνσεώς του εκ του στομίου των Δαρδανελλίων κατορθώσουν αι εντός αυτών αποκλεισθείσαι μονάδες του στόλου μας, να επιχειρήσωσιν επιθέσεις κατά των νήσων και να εξαλείψωσι το υφιστάμενον κώλυμα και εμπόδιον διά την εκ μέρους ημών επανάκτησίν των... Το Μέγα Επιτελείον Στρατού είχε σχηματίση την ελπίδα, ότι ο «Αβέρωφ» θα ετίθετο εις καταδίωξιν του «Χαμηδιέ». Εν τούτοις οι Έλληνες, ούτε καν εσκέφθησαν τοιούτον και τοιουτοτρόπως δεν διέπραξαν το σφάλμα τού να διασπείρωσι τας δυνάμεις των».

Το τουρκικό σχέδιο ήταν πράγματι έξυπνο στη σύλληψή του και εφαρμόστηκε σωστά.

Το Υπουργείο των Ναυτικών μέσα στη γενική σύγχυση των πρώτων ωρών, μετά την είδηση του βομβαρδισμού της Σύρου, τηλεγραφεί στο στόλο:

«Μετζητιέ» βύθισαν «Μακεδονίαν» διευθύνεται Μύκονο. Γνώμη ημών είναι προς αποφυγήν χωρισμού στόλου, συγκλίνει άπας στόλος προς Σύρον προπορευόμενου «Αβέρωφ». Στράτος».

Το Υπουργείο φοβάται επιδρομή του καταδρομικού σε Πειραιά, Θεσσαλονίκη ή Πρέβεζα.

Ο Κουντουριώτης όμως με τη φωτεινή στρατηγική αντίληψη και τη λεπτή διαίσθηση, αντιλαμβάνεται το τουρκικό σχέδιο και χωρίς πολύ σκέψη αποφασίζει με τους επιτελείς του να μην καταδιώξει τον επιδρομέα. Τη στιγμή αυτή βρίσκει το ψυχικό σθένος να τιθασεύσει την ορμητική του ιδιοσυγκρασία. Εάν παρασυρόταν στην καταδίωξη του «Χαμηδιέ», θα διέσπειρε τις δυνάμεις του, θα εγκατέλειπε έξω από τα Στενά τα τρία θωρηκτά τα οποία θα ήταν εύκολη λεία για τον τουρκικό στόλο. Ο εχθρός θα καταλάμβανε τη Λήμνο και ο ελληνικός στόλος θα έχανε την κυριαρχία του Αιγαίου. Και δεν εκτέλεσε την εντολή του Υπουργείου. Ήταν μια σωτήρια απόφαση, που δικαίωσαν τα γεγονότα αργότερα. Δεν μένει όμως και αδρανής. Με συγκεντρωμένη τη δύναμή του συνεχίζει την περιπολία στην ευρύτερη περιοχή των επιχειρήσεων. Θέλει να εντοπίσει και να βυθίσει το «Χαμηδιέ» εάν επέστρεφε στη βάση του και συγχρόνως να δώσει ένα σκληρό χτύπημα στον τουρκικό στόλο, εάν έβγαινε από τα Στενά.

Ούτε όμως η περιπολία του στόλου, ούτε η επίμονη περιπολία των αντιτορπιλλικών έξω από τη Σμύρνη έχουν αποτέλεσμα. Πουθενά ο τουρκικός στόλος. Πουθενά το «Χαμηδιέ» που πίστευαν ότι θα επιστρέψει στη Σμύρνη. Αυτό πήρε άλλη κατεύθυνση και μετά τρίμηνη περιπλάνηση σε διάφορα λιμάνια της Μεσογείου, κατέληξε στο Πορτ-Σάιδ και από κει στη Χοδέιδα στην Ερυθρά, όπου μια ελληνική μοίρα αποτελούμενη από τα «Υδρα», «Πάνθηρα», «Κεραυνό» και «Δόξα» το απέκλεισε, από τις αρχές Απριλίου 1913 και για 45 ολόκληρες μέρες, μέχρι την ανακωχή, μη επιτρέποντάς του την έξοδο στη Μεσόγειο.

Είναι αναμφισβήτητο πάντως ότι η τολμηρή και επιδέξια δράση τού τούρκικου καταδρομικού τους τρεις αυτούς μήνες και εκνευρισμό προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη και απασχόλησε πολύ σε έρευνες και συνοδείες τα ελληνικά πλοία.

Ο ελληνικός στόλος μετά τα σήματα που πήρε από το Υπουργείο, αφού έμεινε σε περιπολία όλη τη μέρα και τη νύχτα της 2ας Ιανουαρίου χωρίς κανένα εντοπισμό, το απόγευμα της 3ης επαναπλέει στο Μούδρο.

Η ναυμαχία της Λήμνου

Η επόμενη μέρα κύλησε ήρεμα. Ο «Λέων» και η «Ασπίς» συνεχίζουν την περιπολία τους έξω από τα Δαρδανέλια. Με το μακρύστενο σκαρί τους αυλακώνουν τη θάλασσα, ίδια λαγωνικά που τριγυρνούν για το θήραμά τους, υπομονετικά, επίμονα, αποφασιστικά.

Το Σάββατο 5 Ιανουαρίου 1913 ξημέρωσε με τον ήλιο φωτεινό και τη θάλασσα ήρεμη. Χαρά Θεού. Ήταν μια από κείνες τις λαμπερές Γεναριάτικες μέρες που μόνο το Αιγαίο ξέρει να χαρίζει. Ήταν η μέρα που ο Αρχηγός του τουρκικού στόλου, πλοίαρχος Ραμίζ, είχε επιλέξει να προσβάλει τον ελληνικό. Τον φανταζόταν διεσπαρμένο και τον «Αβέρωφ» να καταδιώκει το «Χαμηδιέ». Θα κτυπούσε τα παλαιό θωρηκτά και θα ανακαταλάμβανε τη Λήμνο.

          Αφού επιθεώρησε τα πληρώματά του προσπάθησε να τους εμψυχώσει λέγοντας ότι όπως ο Βαρβαρόσα καταναυμάχησε τον Αντρέα-Ντόρια και το Χριστιανικό στόλο αποκτώντας την κυριαρχία της Μεσογείου, το ίδιο θα κάνει σήμερα και ο τουρκικός στόλος.

Νωρίς το πρωί τα τούρκικα πλοία άρχισαν να βγαίνουν από τα Στενά.

Στον ιστό της ναυαρχίδας είναι επηρμένη η τεράστια κόκκινη σημαία του Τούρκου πειρατή Βαρβαρόσσα με τα χρυσά γράμματα του Κορανίου, σύμβολο νίκης.

Στον όρμο του Μούδρου όλα είναι ήσυχα όταν ξαφνικά στις 08.20 σήμα του Μοιράρχου των ανιχνευτικών, αντιπλοιάρχου Παπαχρήστου επί του «Λέοντος», πληροφορεί τον Ναύαρχο ότι ολόκληρος ο τουρκικός στόλος βγαίνει από τα Στενά. Οι προβλέψεις του Κουντουριώτη είχαν επαληθευτεί.

Τα πλοία διατάσσονται να απάρουν αμέσως και την 09.45 βγαίνουν από τον όρμο του Μούδρου σε τρεις στήλες, «Αβέρωφ», «Σπέτσες», «Υδρα», «Ψαρά», τα ανιχνευτικά «Αετός», «Ιέραξ», δεξιά και τα τρία αντιτορπιλικά «Σφενδόνη», «Ναυκρατούσα», «Νίκη», αριστερά. Τα «Θύελλα», «Λόγχη», «Δόξα», «Βέλος» που εκτελούσαν περιπολία στις προσβάσεις της Σμύρνης διατάσσονται να συνενωθούν.

Ο Ναύαρχος με τον απόπλου εύχεται καλή ημέρα στα γενναία επιτελεία και πληρώματα και ειδοποιεί το Υπουργείο.

«Άπας ο τουρκικός στόλος εξήλθε, βαίνομεν προς συνάντησίν του» και το Υπουργείο απαντά «Ο Θεός μαζί σας».

Το ηθικόν των ελληνικών πληρωμάτων είναι υψηλό Ακράτητος ο ενθουσιασμός. Οι κινήσεις όλων ζωηρές, ακολουθούν το γνωστό πλέον γρήγορο ρυθμό.

Μετά από λίγα λεπτά οι οπτήρες των θωρηκτών, ψηλά από τα θωράκια, αναφέρουν πυκνούς καπνούς στο πέλαγος. Είναι ο «Λέων» και η «Ασπίς» σε γραμμή μετώπου που έρχονται ολοταχώς να συνενωθούν με τον υπόλοιπο στόλο. Πίσω τους, σε αρκετή απόσταση, ακολουθεί το «Μετζητιέ».

Στις 10.30 ο τουρκικός στόλος βρίσκεται περίπου 10 μίλια ανατολικά της άκρας Ειρήνη της Λήμνου κατά σειρά, «Βαρβαρόσσα», «Τουργούτ-Ρέις», «Μεσουδιέ» και «Μετζητιέ» σε μία γραμμή με πορεία νοτιοδυτική και στο βάθος, σε άλλη γραμμή, ακολουθούν οκτώ αντιτορπιλικά.

Ο ελληνικός θωρηκτός στόλος συγκλίνει προς τον εχθρό με πορεία νοτιοανατολική, ενώ τα τέσσερα αντιτορπιλικά και τα τρία ανιχνευτικά διατάσσονται να ταχθούν δεξιά, εκτός εχθρικού βεληνεκούς, αλλά σε απόσταση που να φαίνονται τα σήματα της ναυαρχίδας. Οι δύο στόλοι πλησιάζουν. Είναι σε οπτική επαφή. Αρχίζουν τους ελιγμούς για να ελαττώσουν τη μεταξύ τους απόσταση.

Στις 11.15 ο «Αβέρωφ» σημαίνει στα πλοία.

«Υπενθυμίζομεν το σήμα της 3ης Δεκεμβρίου. Το παν εξαρτάται από την σημερινήν ημέραν διά την αγαπητήν μας Ελλάδα. Φανήτε λεόντες. Κουντουριώτης» και στη συνέχεια διατάζει τα θωρηκτά:

«Βάλλατε κατά του εχθρού, εφόσον η απόστασις επιτρέπει την αποτελεσματικήν χρήσιν των διαφόρων όπλων. Παρακολουθείτε τας αυξήσεις και μειώσεις της ταχύτητος, αι οποίαι θα γίνωνται άνευ σήματος».

Ο πυρετός της μάχης ανεβαίνει. Με πετρωμένες ψυχές και σκληρά πρόσωπα οι Έλληνες ναύτες περιμένουν έτοιμοι στις θέσεις μάχης. Έτοιμοι για την υπέρτατη θυσία αν χρειαστεί. Η δίψα για τη νίκη ξεχειλίζει τις καρδιές. Οι σκοπευτές, τούτη τη φορά, βλέπουν καλύτερα τον εχθρό.

Ένας ελαφρύς νοτιοδυτικός άνεμος ρυτιδώνει απαλά το πέλαγος. Μερικά δελφίνια συναγωνίζονται τα πλοία ανύποπτα για το δράμα που πρόκειται να επακολουθήσει.

Στις 11.34, από 8.400 μέτρα, τα ελληνικά πλοία βλέπουν να λάμπουν ξαφνικά οι πλευρές των τουρκικών θωρηκτών. Είναι οι πρώτες ομοβροντίες. Η ναυμαχία έχει αρχίσει.

Οι Έλληνες απαντούν αμέσως. Οι οβίδες διασταυρώνουν το φονικό τους πέρασμα, στριγγλίζοντας. Ο αέρας δονείται από τους κρότους των πυροβόλων. Το πέλαγος ακτινοβολεί από τις λάμψεις.

Ο Ναύαρχος από το «εχυρό» της κάτω γέφυρας του «Αβέρωφ» με το σταυρό κρεμασμένο στο στήθος παρακολουθεί ήρεμος την προσπέλαση κατά του εχθρού. Ο Κυβερνήτης δίπλα του δίνει διαταγές για τους χειρισμούς τού πλοίου. Παρακολουθεί τη θέση των άλλων σκαφών της παράταξης και την εξέλιξη της ναυμαχίας.

Το τουρκικό πυρ είναι γρήγορο, αλλά άστοχο. Φαίνεται όμως αραιότερο από την προηγούμενη φορά, ίσως επειδή λείπουν οι βολές των φρουρίων.

Αντίθετα οι ελληνικές βολές από την αρχή είναι πιο δραστικές και πλήττουν καίρια τα εχθρικά πλοία. Οι αντίπαλοι όλο και ζυγώνουν. Πληθαίνουν οι ομοβροντίες και από τις δυο μεριές. Ο «Αβέρωφ» και οι «Σπέτσες» συγκεντρώνουν το πυρ τους επί του «Βαρβαρόσσα», ενώ τα «Ψαρά» και η «Υδρα» βάλλουν κατά του «Μεσουδιέ».

Το «Μετζητιέ» που από την αρχή της ναυμαχίας είναι πίσω από τη στήλη των θωρηκτών, την 11.40 μαζί με τα αντιτορπιλικά αναστρέφουν και απομακρύνονται προς τα βορειοανατολικά.

Η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Η απόσταση συνεχώς μικραίνει. Τώρα είναι 6.700 μέτρα. Οι κάνες των πυροβόλων ξερνούν όγκους χάλυβα που πάνε να σκορπίσουν το θάνατο στον εχθρό. Οι Έλληνες ναύτες πολεμούν με πείσμα, αυταπάρνηση και μίσος. Θέλουν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα. Τα τουρκικά πλοία αρχίζουν να υποφέρουν. Τα γύρω νησιά Λήμνος, Ίμβρος, Τένεδος και οι απέναντι Μικρασιατικές ακτές δονούνται από τους κρότους των πυροβόλων.

Στις 11.50 το «Μεσουδιέ» τυλίγεται στις φλόγες και τους καπνούς. Μια οβίδα των «Ψαρών» ανατινάζει το μεσαίο πύργο και μαζί την ομοχειρία του. Η «Ύδρα» και τα «Ψαρά» συνεχίζουν να βάλλουν εναντίον του. Το πλοίο βγαίνει αμέσως από τη γραμμή και απομακρύνεται προς το Βορρά. Τα άλλα δύο θωρηκτά συνεχίζουν την πορεία τους.

Την ίδια ώρα συνεχόμενες βολές του «Αβέρωφ» πλήττουν το «Βαρβαρόσσα». Περίπου 15 βλήματα σκορπούν το θάνατο και την καταστροφή σε ιστούς, καπνοδόχους, βάρκες, ανεμοδόχους και υπερκατασκευές. Πυκνοί καπνοί και φλόγες τυλίγουν την εχθρική ναυαρχίδα. Μετά από λίγα λεπτά, στις 11.54, μια πυρκαγιά φαίνεται μεταξύ γεφύρας και πρώτης καπνοδόχου. Ο ιστός μαζί με την τεράστια κόκκινη σημαία που συγκέντρωνε τις ελπίδες ολόκληρου του τουρκικού στόλου, πέφτει στη θάλασσα. Ο «Αβέρωφ» συνεχίζει να χτυπά με λύσσα το «Βαρβαρόσσα». Μια ομοβροντία ανατινάζει το μεσαίο πύργο και την ομοχειρία του, 33 άνδρες από τους 35 πέφτουν νεκροί. Αμέσως η τουρκική ναυαρχίδα στρέφει αριστερά και απομακρύνεται ολοταχώς προς το Βορρά, μαζί με το «Τουργούτ-Ρέίς.

Ο τουρκικός στόλος τώρα υποχωρεί, χωρίς καμία τάξη. Υποχωρεί προς τα Στενά.

Με ξαναμμένα πρόσωπα και μάτια που πετάνε φλόγες οι Έλληνες ναύτες ξεσπάνε σε ζητωκραυγές. Ο Ναύαρχος με ανήσυχο βλέμμα κοιτάζει την τουρκική αρμάδα στην άτακτη φυγή της. Πάλι πάνε να του ξεφύγουν. Πάλι θα ξαναμπούν στα Στενά οι αλλόθρησκοι σκέπτεται. Πρέπει να τελειώνει μια για πάντα μαζί τους. Πρέπει να τελειώνει τώρα που είναι μακρυά από τα φρούρια. Και στις 12.15 κινείται ανεξάρτητα προς τα Στενά, θέλοντας να ανακόψει την οπισθοχώρηση του εχθρού. Τώρα αρχίζει η δεύτερη φάση της ναυμαχίας. Η καταδίωξη.

Ο «Αβέρωφ» βάλλει εναλλάξ με τα πυροβόλα και των δύο πλευρών πλησιάζοντας συνεχώς τον εχθρό.

Το θέαμα είναι μοναδικό. Ένα πλοίο καταδιώκει ολόκληρο στόλο που φεύγει πανικόβλητος. Ο «Αβέρωφ» μοιάζει με μαντρόσκυλο. Πηγαίνοντας, πότε δεξιά, πότε αριστερά, προσπαθεί να βάλει τα πρόβατα στο μαντρί, όπως επιτυχημένα περιγράφει ο Δούσμανης. Η ναυτική ιστορία έχει να επιδείξει ηρωισμούς και τρελές πράξεις. Το περιστατικό όμως αυτό δεν έχει το ταίρι του.

Οι οβίδες του «Αβέρωφ» συνεχίζουν να πέφτουν πάνω στο ταλαιπωρημένο κουφάρι του «Βαρβαρόσσα», που μαζί με το «Τουργούτ-Ρέις», έχουν μείνει πιο πίσω. Τρυπάνε τη θωρακισμένη ζώνη του, άλλα βλήματα χτυπάνε τα αθωράκιστα μέρη, καταστρέφοντας κεραίες, βάρκες, ιστούς, υπερκατασκευές. Δύο απ' αυτά περνάνε το θώρακα και εκρήγνυνται σε δύο υποφράγματα σκορπώντας το θάνατο σε πολλούς από το πλήρωμα. Ένα τρίτο εκρήγνυται στο έκτο υπόφραγμα. Νέες πυρκαγιές, νέα σύγχυση και πανικός. Συντρίμια, φλόγες, καπνοί, νεκροί και τραυματίες παντού.

Η ταχύτητα της τουρκικής ναυαρχίδας τώρα ελαττώνεται στους 12 κόμβους. Το «Τουργούτ-Ρέις» είναι επικεφαλής της στήλης. Τα υπόλοιπα πλοία του τουρκικού στόλου προηγούνται αρκετά.

Ο πλοίαρχος Ραμίζ, βλέποντας τη ναυαρχίδα του να υποφέρει από τα σκληρά χτυπήματα του «Αβέρωφ», στις 12.50 διατάζει το «Τουργούτ- Ρέις» που προπορευόταν και μέχρι στιγμής ήταν ανέπαφο, γιατί κανένα από τα πλοία μας δεν το χτυπούσε, να μπει επ’ ουράς. Θέλει να ανασυντάξει τις δυνάμεις του για να μπορέσει ο «Βαρβαρόσσα» να σβήσει τις πυρκαγιές και να εξακριβώσει την έκταση των ζημιών.

Αλλά και ο «Αβέρωφ» δέχεται δύο βλήματα στην αριστερή του πλευρά που προκαλούν παροδική πυρκαγιά στο νοσοκομείο και βλάβη στη θωρηκτή πόρτα του πρωραίου υποστρώματος. Ζημιές αμελητέες.

Ο πλοίαρχος Γκίνης, Μοίραρχος της Μοίρας των παλαιών θωρηκτών, βλέποντας μετά από λίγη ώρα ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει τον «Αβέρωφ» στη ξέφρενη πορεία του, παίρνει την πρωτοβουλία και κινείται ανεξάρτητα προσπαθώντας να πλησιάσει τον εχθρό. Η απόσταση που τους χωρίζει είναι 11.000 μέτρα. Απόσταση απαγορευτική για βολή. Πρέπει να ελαττωθεί στα 7.500 μ. για να έρθουν στο βεληνεκές των πυροβόλων. Οι μηχανικοί καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες και δίνουν όλη την ισχύ στις μηχανές. Τα γέρικα καράβια στις 12.10 καταφέρνουν να αναπτύξουν για μιάμιση ώρα 15 κ., ταχύτητα που φτάνει τη μέγιστη από κατασκευής.

Ο «Αβέρωφ» ελαττώνει ταχύτητα στους 12 κ. για να τους δώσει τη δυνατότητα να πλησιάσουν. Βλέποντας όμως, μετά από λίγο, ότι αυτά καθυστερούν και υπάρχει κίνδυνος να χάσει την επαφή βολής από τα τούρκικα θωρηκτά, αυξάνει και πάλι στους 18 κ. συγκεντρώνοντας τώρα τα πυρά κατά του «Τουργούτ-Ρέις» που ακολουθεί την τουρκική ναυαρχίδα, η οποία παραλλάσσει από τα δυτικά την άκρα Πουνέντε της Τενέδου.

Οι πρώτες ομοβροντίες πλήττουν το τούρκικο θωρηκτό. Πυρκαγιές και πυκνοί καπνοί τυλίγουν αμέσως το σκάφος. Τα βλήματα του «Αβέρωφ» σφυροκοπούν ανελέητα το «Τουργούτ». Διαπερνούν θωρακισμένα και αθωράκιστα μέρη και προκαλούν μεγάλες καταστροφές σε υποφράγματα, υπερκατασκευές, γαίανθρακαποθήκες, πυροβόλα. Η σύγχυση και οι ζημιές είναι μεγάλες. Ένα από τα βλήματα πλήττει την ίσαλο και προκαλεί διαρροή στο λεβητοστάσιο. Συντρίμια, νεκροί και τραυματίες, στα καταστρώματα και τα πυροβόλα.

Ο «Αβέρωφ» μοιάζει και πάλι με θηρίο που κυνηγάει το θήραμά του, μόνο που δεν τρέχει πάση δυνάμει, όπως στη ναυμαχία της «Έλλης». Με τη μεγίστη ταχύτητα ίσως να μπορούσε να ανακόψει από δεξιά τη φυγή του εχθρού προς τα Στενά. Στο μυαλό του Ναυάρχου υπάρχουν τα λόγια του Βασιλιά και του Υπουργείου, μετά τη ναυμαχία της Έλλης, για φρόνηση και σύνεση.

Στις 14.34, μετά δυόμιση ώρες αφ’ ότου άρχισε η καταδίωξη, τα τουρκικά πλοία γεμάτα καπνούς και πυρκαγιές, με το «Τουργούτ-Ρέις» με κλίση δεξιά, μπαίνουν στα Στενά.

Ο ναύαρχος Κουντουριώτης διατάζει παύση πυρός.

Η ναυμαχία της Λήμνου έχει τελειώσει. Η νίκη και πάλι στεφανώνει τα ελληνικά όπλα.

Τρεις ώρες κράτησε η ναυμαχία. Απ’ αυτές την πρώτη μισή ώρα τα πλοία αντάλλαξαν πυρά, εκ παρατάξεως και τις υπόλοιπες δυόμιση, τα ελληνικά καταδίωκαν τα τούρκικα. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης ο εχθρός δέχτηκε τα χειρότερα πλήγματα από τον «Αβέρωφ» και από αποστάσεις 5.000-9.900 μέτρων. Ο τουρκικός στόλος έφυγε και πάλι νικημένος, με πολύ περισσότερες ζημιές τη φορά αυτή, για να μην ξαναβγεί πλέον από το ορμητήριό του.

Thorikto Averof

Ο στόλος του Αιγαίου συνεχίζει να περιπολεί έξω από τα Στενά.

Ο Ναύαρχος ζητά να του αναφέρουν τα πλοία τυχόν βλάβες από τη ναυμαχία. Οι απαντήσεις φτάνουν απ’ όλους. Κανένας δεν έχει σκοτωθεί ή τραυματιστεί. Όλα τα πλοία παραμένουν αξιόμαχα».

Τα πλοία τώρα περνούν μπροστά από τον «Αβέρωφ». Η μπάντα στην πρύμη παίζει το αγαπημένο εμβατήριο του Ναυάρχου. Αξιωματικοί και ναύτες με πρόσωπα αγριεμένα από τη μάχη, με μάτια γεμάτα φλόγες, αφήνουν να ξεχυθεί μυριόστομη η ιαχή για τη μεγάλη νίκη. Υπερήφανη αγαλλίαση επικρατεί παντού. Ένας κόμπος όμως βαραίνει την καρδιά του Ναυάρχου. Δεν είδε το άγριο θέαμα του βυθιζόμενου εχθρού. Το παράπονο αυτό θα τον συνοδεύει μέχρι το θάνατό του.

Όταν πλέον και οι τελευταίοι καπνοί έχουν χαθεί στο βάθος του Ελλησπόντου, ο νικητής στόλος γυρίζει στο Μούδρο. Ώρα 17.00 τα πλοία αγκυροβολούν. Οι βαριές άγκυρες, με το στριγγό ξετύλιγμα της καδένας από τα όκια των πλοίων, ταράζουν το ήρεμο δειλινό στον όρμο.

Με τον κατάπλου τηλεγραφεί στο Υπουργείο ο Αρχηγός: «Εχθρικόν στόλον διευθυνθέντα εις Λήμνον κατεναυμαχήσαμεν και κατεδιώξαμεν μέχρι Στενών εν οις κατέφυγεν εν αταξία. Διάρκεια ναυμαχίας τρίωρος. Έχομεν μόνον τραυματίαν ελαφρώς δίοπον σαλπιγκτήν Φιλιγκάτην Αγγελήν. Ζημίαι «Αβέρωφ» επουσιωδέστατοι. Μαχητική δύναμις πλοίου ανέπαφος. Κουντουριώτης».

Ο Υπουργός των Ναυτικών αμέσως συγχαίρει τον Ναύαρχο:

«Δεν ευρίσκω λέξιν κατάλληλον προς έκφρασιν του θαυμασμού μου διά την γενναιότητα των νικητών και του ενθουσιασμού του Έθνους διά την επικαιρότητα της νίκης. Στράτος».

Το τηλεγράφημα του Υπουργού ακολουθούν τηλεγραφήματα του Βασιλιά, του Διαδόχου, της Κυβέρνησης που διερμήνευαν όλα τη χαρά και τον ενθουσιασμό της πατρίδας.

Σείστηκε και πάλι η Αθήνα. Ώρες ευδαιμονίας ζούνε οι Έλληνες. Απ’ άκρου εις άκρον συζητάνε για τη νέα νίκη, προσπαθώντας να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες. Μα και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας τα κατορθώματά τους κάνουν το γύρο της Ευρώπης. Οι ξένες εφημερίδες γράφουν για τους άθλους των νέων μπουρλοτιέρηδων, περιγράφουν τις ναυμαχίες, εξυμνούν το ελληνικό ναυτικό και μιλάνε πια για ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο.

Οι ζημιές και απώλειες των δύο στόλων

Οι ζημιές του ελληνικού στόλου ήταν ασήμαντες. Τα τρία θωρηκτά παρέμειναν τελείως ανέπαφα, ενώ ο «Αβέρωφ» δέχτηκε μόνο δύο βλήματα που δεν επηρέασαν καθόλου τη μαχητική του ικανότητα. Φαίνεται ότι είχε κάποιο τυχερό άστρο το πλοίο αυτό. Γι’ αυτό και τα πληρώματα το ονόμασαν «ο τυχερός Μπάρμπα Γιώργος».

Μόνο ένα τραυματία είχαν τα ελληνικά πλοία. Το δίοπο σαλπιγκτή Αγγελή του «Αβέρωφ».

Αντίθετα ανυπολόγιστες υπήρξαν οι ζημιές των τουρκικών πλοίων.

Ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού τους τέθηκε εκτός μάχης. Κατεστραμμένα καταστρώματα, καπνοδόχοι, υπερκατασκευές, διαρροές σε μηχανοστάσια, λεβητοστάσια, πυριτιδαποθήκες, ήταν ο μοιραίος απολογισμός.

Του «Βαρβαρόσσα» εβλήθη η δεξιά πλευρά του πυροβολείου των ταχυβόλων, οι καπνοδόχοι, οι υπερκατασκευές, το εχυρό. Το κατάστρωμα στον πρυμναίο πύργο παραμορφώθηκε και δεν μπορούσε να λειτουργήσει ο πύργος αυτός. Ο μεσαίος πύργος αχρηστεύτηκε και σκοτώθηκε όλη η ομοχειρία του, 35 άτομα. Τουλάχιστον 24-30 βλήματα έπληξαν το πλοίο τα οποία προκάλεσαν κυρίως ζημιές και καταστροφές στο αθωράκιστα ή ελαφρά θωρακισμένα μέρη.

Στο «Τουργούτ-Ρέις» προκλήθηκαν ζημιές κυρίως στα αθωράκιστα ή ελαφρά προσασπισμένα μέρη, τις υπερκατασκευές, καταστρώματα, καπνοδόχους και το μεσαίο πύργο. Επίσης προκλήθηκε από ένα βλήμα διαρροή σ’ ένα λεβητοστάσιο. Περίπου 17 βλήματα φαίνεται ότι έπληξαν το πλοίο.

Το «Μεσουδιέ» μέσα σε λίγα λεπτά έπαθε σοβαρές βλάβες στο πυροβολείο των 15'' και σκοτώθηκε όλη η ομοχειρία του από τις εύστοχες βολές της «Ύδρας» και των «Ψαρών». Τα πυροβόλα των 234 χιλ. κατά ομολογία του Κυβερνήτου του δεν λειτουργούσαν ικανοποιητικά.

Εκατοντάδες οι νεκροί και τραυματίες από τα επιτελεία και τα πληρώματα. 78 νεκροί του «Βαρβαρόσσα» και του «Τουργούτ». Οι τραυματίες έφταναν τους 104.

Το σύνολο των απωλειών του τουρκικού στόλου και στις δύο ναυμαχίες, έφθανε στους 462 νεκρούς και τραυματίες.

Τόσο τραγική ήταν η κατάσταση του στόλου, ώστε ο Αρχηγός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, Αρχιστράτηγος Ναζίμ Πασά δήλωνε αργότερα στο τουρκικό Κοινοβούλιο: «Ο στόλος έπραξεν ό,τι ήτο δυνατόν. Δυστυχώς ουδέν δυνάμεθα πλέον να αναμένωμεν από αυτόν».

Ο Ελληνικός στόλος κυρίαρχος του Αιγαίου. Επίδραση στο συμμαχικό αγώνα

Μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Λήμνου ο ελληνικός στόλος είναι πλέον ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του Αιγαίου.

Παρά το γεγονός ότι ο τουρκικός στόλος δεν έπαθε ανεπανόρθωτη καταστροφή, η Τουρκία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει οριστικά την ήττα της στη θάλασσα. Ο στόλος της δεν αποτόλμησε να ξαναβγεί στο Αιγαίο και το γεγονός αυτό είναι που μέτρησε στην έκβαση του πολέμου.

Ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές, θέλησαν να αμφισβητήσουν τα αποτελέσματα των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου, επειδή δεν βυθίστηκε ο εχθρικός στόλος ή μερικά πλοία. Τους διαφεύγει όμως ότι η βύθιση του εχθρικού στόλου δεν αποτελούσε αυτοσκοπό. Η αποστολή του στόλου του Αιγαίου ήταν η θαλάσσια κυριαρχία, με σκοπό την υποστήριξη των μεταφορών διά θαλάσσης των ελληνικών και συμμαχικών στρατευμάτων στα μέτωπα και συγχρόνως η απαγόρευση χρησιμοποίησης του Αιγαίου από τον εχθρό. Και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε απόλυτα με το «κλείδωμα» του τουρκικού στόλου στα Στενά.

Το Αιγαίο έγινε απαγορευμένη θάλασσα για τις τουρκικές νηοπομπές της Ασίας.

Οι μεταφορές ενισχύσεων και εφοδίων, όποτε ήταν δυνατόν, αναγκαστικά γίνονταν με μεγάλη παράκαμψη σιδηροδρομικώς, χάνοντας πολύτιμο χρόνο και οι ενισχύσεις έφταναν καταπονημένες μετά από μακρές και εξαντλητικές πορείες.

Οι 400.000 άνδρες που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι στα ευρωπαϊκά μέτωπα, ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουν τις 670.000 της συμμαχίας, εάν δεν ενισχύονταν από τις πολυάριθμες μεραρχίες που είχαν ακινητοποιηθεί στις επαρχίες της Ασίας.

Τα λόγια ενός Τούρκου αιχμαλώτου αξιωματικού επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. «Ό,τι και να λεχθεί, ο πιο σκληρός μας αντίπαλος στον πόλεμο αυτό δεν είναι η Βουλγαρία. Είναι η Ελλάδα, της οποίας ο στρατός μάς πήρε τη Θεσσαλονίκη και τώρα μόλις μάς πήρε τα Ιωάννινα. Της οποίας ο στόλος μας αφαίρεσε τα νησιά του Αιγαίου και κυρίως μας εμπόδισε την διά θαλάσσης μεταφορά από Μικρά Ασία στην Τσατάλτζα 250.000 ανδρών που παραμένουν ακινητοποιημένοι στη Σμύρνη ή τη Συρία από έλλειψη οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου. Αυτός ο ελληνικός στόλος τι αποφασιστικό ρόλο έπαιξε στον πόλεμο! Χωρίς αυτόν θα είμασταν προ πολλού στη Σόφια!»

Τον ίδιο αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του Α' Βαλκανικού Πολέμου, δέχεται ότι έπαιξε το ελληνικό ναυτικό και ένας αναλυτής των ναυτικών επιχειρήσεων της εποχής. «Το ελληνικό ναυτικό» γράφει, «υπήρξε ένα δυναμικό στοιχείο υποστηρίξεως των συμμαχικών επιχειρήσεων. Η εξέταση των γεγονότων δείχνει ότι αναμφίβολα ο ελληνικός στόλος έπαιξε ένα εξαιρετικά ενεργό και χρησιμότατο ρόλο στο Βαλκανικό πόλεμο, επιδεικνύοντας μεγάλες επιχειρησιακές ικανότητες και αντοχή.

Τα πλοία του, από τα οποία πολλά μικρού εκτοπίσματος, παρέμειναν με αναμμένα πυρά επί διάστημα περισσότερο από τρεις μήνες, κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και είναι έτοιμα να πλεύσουν και πάλι κατά του εχθρού, μόλις αυτός εμφανιστεί. Τελικά ο ελληνικός στόλος παρέμεινε απόλυτος κύριος σε μια θάλασσα η χρησιμοποίηση της οποίας ήταν μεγάλης σημασίας για τον εχθρό του. Προσέφερε στους συμμάχους εξαιρετικές υπηρεσίες, εμποδίζοντας την εμφάνιση μεγάλων ασιατικών μονάδων στις αποφασιστικής σημασίας επιχειρήσεις της Θράκης. Και με τις δυναμικές του ενέργειες άλλαξε ίσως την έκβαση του πολέμου».

Και άλλος ναυτικός, αναλυτής Τούρκος αυτή τη φορά, ο Χασάν Σαμή βέης, ομολογεί:

«... Εάν ο ελληνικός στόλος της Ελλάδος δεν εξεπλήρωνε τον προορισμόν του, ούτε μεταφορά ανδρών εις το μέτωπον, ούτε ο ποικίλος ανεφοδιασμός θα ήτο δυνατός. Εάν ο στόλος της Ελλάδος δεν εξησφάλιζε την κυριαρχίαν του εν τω Αιγαίω, θα ήτο άραγε δυνατή η ραγδαία προέλασις των ελληνικών στρατιών και η εντός τριών εβδομάδων από της κηρύξεως του πολέμου κατάληψις της Θεσσαλονίκης; Τοιούτον λοιπόν σοβαρώτατο και από πάσης απόψεως ζωτικότατον ρόλον διεδραμάτισεν ο ελληνικός στόλος κατά τον Βαλκανικόν πόλεμον».

Αφηγείται επίσης ο πλοίαρχος Δούσμανης στο ημερολόγιο του «Αβέρωφ» με ημερομηνία 22 Μαΐου 1913 την άποψη των συμμάχων για το ρόλο του στόλου του Αιγαίου. «Όταν οι Βούλγαροι στρατηγοί Ιβάνωφ και Χεσαψήεφ επισκέφθηκαν τον «Αβέρωφ» στη Θεσσαλονίκη είπαν με θαυμασμό: Το πλοίο τούτο έσωσε τους Βαλκανικούς λαούς και τη Βουλγαρία». Και παρακάτω συνεχίζει ο Δούσμανης. «Αλλά και οι Τούρκοι δημοσιογράφοι, οι ελθόντες εδώ κατά την επίσκεψιν της τουρκικής μοίρας (1936) έλεγον προκειμένου περί του «Αβέρωφ». Ιδού το πλοίον όπερ έδωσε την νίκην εις τους Βαλκανικούς τω 1912-1913».

Ο στόλος του Αιγαίου υπήρξε από τους σημαντικότερους συντελεστές της επιτυχίας και της νίκης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ιδίως και κυριότατα κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο, όπου έφερε με απόλυτη επιτυχία εις πέρας το έργο που του είχε αναθέσει η Ελλάδα και οι υπόλοιποι σύμμαχοι. Έργο βαρύ και επίπονο. Έργο που απαιτούσε μεγάλη αυτοθυσία, πολλή καρτερικότητα, ασίγαστο πείσμα και γενναία καρδιά.

Εκεί στο Αιγαίο το 1912-1913 αστραποβόλησε και πάλι η αιώνια δόξα της Ελλάδας.

Το ναυτικό ξεδίπλωσε όλες τις αρετές που συνοδεύουν τους Έλληνες στην μακραίωνη ιστορία τους: ναυτική ικανότητα, γενναιότητα, μεγαλοσύνη, βαθιά πίστη στην ελευθερία, φιλοπατρία.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λεχθεί ότι ο στόλος του Αιγαίου άλλαξε την πορεία της ιστορίας των Βαλκανικών λαών.

Οι μεγάλες στιγμές της ναυτικής ιστορίας ενός έθνους σημαδεύονται από ναύτες και καράβια που δημιουργούν τους θρύλους και τις παραδόσεις των λαών. « Αβέρωφ» - Κουντουριώτης, «Κατσώνης», - Λάσκος, «Παπανικολής» - Ιατρίδης, «Βασίλισσα Όλγα» - Μπλέσσας, «Αδριάς» - Τούμπας. Έτσι χτίζεται η ιστορία ενός λαού.

Οι ναυμάχοι του Αιγαίου το 1912 - 1913, δημιούργησαν το νεότερο ελληνικό θρύλο. Οι φλογερές ψυχές «αιώνια θα πνέουν στα πέλαγα απάνω τα ελληνικά», όπως γράφει και ο ποιητής.

Αιώνια τιμή και δόξα τούς ανήκει.

 

 

Πηγή: Η περιοδική έκδοση «Ναυτική Ελλάς», έκδ. Ε.Θ.Ε., Ιανουάριος *2007.

https://ellinoistorin.gr/ 

  • eli1

Την παραμονή της μεγάλης γιορτής της Μεγαλόχαρης στην Τήνο, τα πλήθη των πιστών συνέρρεαν με τα βαπόρια από διάφορα μέρη της Ελλάδος για να προσκυνήσουν την Παναγιά. Μέσα σ’ αυτήν τη λαοθάλασσα, τριγύριζαν και Ιταλοί πράκτορες προκειμένου να συλλέξουν και να δώσουν πληροφορίες στον Ιταλό Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσου Ντε Βέκι για τη θέση των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως για το καταδρομικό «Έλλη» που ήταν αγκυροβολημένο ανοικτά του λιμανιού.

Ο κόσμος ανύποπτος σηκώθηκε το πρωί της επομένης, ανήμερα της Παναγιάς, για να πάει στην εκκλησία να προσκυνήσει. Την ώρα εκείνη ο Ντε Βέκι δίνει εντολή στον διοικητή του ναυλοχούντος στη Λέρο ιταλικού στόλου να κτυπήσει.

Ο Ιταλός ναύαρχος μεταβιβάζει τη διαταγή στον πλοίαρχο ενός υποβρυχίου που περιπολούσε ανοικτά της Τήνου κι εκείνος επιτίθεται εν καιρώ ειρήνης απροειδοποίητα και χωρίς καμία πρόκληση κατά της «Έλλης».

Η ώρα ήταν 8:30 το πρωί όταν ένας δυνατός κρότος συγκλόνισε το «Έλλη». Ύστερα ένας δεύτερος, ένας τρίτος κρότος, που ακούστηκαν κοντά στην προκυμαία. Ο κόσμος που βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, πανικοβλήθηκε.

Στο «Έλλη», ο κυβερνήτης του σκάφους πλοίαρχος Β.Ν. Άγγελος Χατζόπουλος διέταξε συναγερμό και έτρεξε να δει ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει. Έκπληκτος βλέπει το πλοίο κτυπημένο να γέρνει και στο λιμενοβραχίονα να ακούγονται οι εκρήξεις από δύο άλλες τορπίλες.

eli2
Σαν πίδακας πετάχτηκαν τα νερά στην προκυμαία της Τήνου από την έκρηξη της δεύτερης τορπίλης

Προλαβαίνει και τηλεγραφεί αμέσως στην Αθήνα και αναφέρει το συμβάν. Ο κόσμος στην Τήνο αλλόφρων τρέχει στο Ναό της Παναγίας όπου βρίσκει καταφύγιο και προσεύχεται ζητώντας τη βοήθεια της Μεγαλόχαρης.

Η αντίδραση της Αθήνας και η απόκρυψη της αλήθειας
Στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Μεταξάς καλεί τον υφυπουργό Ναυτικών Ιπποκράτη Παπαβασιλείου και του λέει για το συμβάν: «Γνωρίζουμε τον δράστη, αλλά δεν πρέπει να οξύνουμε την κατάσταση. Ας κάνουμε πως δεν καταλάβαμε τίποτα και ας μην δείξουμε πανικό». Ταυτόχρονα ο υφυπουργός Τύπου Θεολόγος Νικολούδης εκδίδει ανακοίνωση στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «η τορπίλη έπληξε το “Έλλη” στο λεβητοστάσιο, το οποίο εξερράγη και η πυρκαϊά που εκδηλώθηκε μεταδόθηκε στο εσωτερικό του πλοίου και το πλήρωμα αναγκάσθηκε να το εγκαταλείψει».

Λίγο μετά, στις 9:45, το πλοίο βυθίσθηκε. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρθηκε ότι υπήρξε ένας νεκρός, ο κελευστής μηχανικός Παπανικολάου, και 29 τραυματίες. Μεταξύ του αστικού πληθυσμού, «μία γυναίκα αρμενικής καταγωγής εμωλωπίσθη επί της προκυμαίας και ένας άνδρας απέθανε συνεπεία καρδιακής προσβολής».

Η κυβερνητική ανακοίνωση σκοπίμως απέκρυπτε την εθνικότητα του υποβρυχίου που έπληξε το «Έλλη» αν και γνώριζε τον δράστη. Μια Επιτροπή από ανώτατους αξιωματικούς (Καββαδίας, Χατζόπουλος και Δούσης) έβαλε δύτες και ανέσυραν από το βυθό τεμάχια των τορπιλών. Στο πόρισμά τους κατέληγαν ότι «το “Έλλη” εβυθίσθη παρά ιταλικών τορπιλών βληθεισών υπό ιταλικού υποβρυχίου».

eli3
Πώς ανήγγειλε ο Τύπος τον τορπιλισμό της «Έλλης», την ίδια μέρα, με έκτακτο παράρτημα

Οι αδιανόητοι ισχυρισμοί των Ιταλών και οι πραγματικές επιδιώξεις τους
Το θράσος των Ιταλών ήταν απύθμενο. Παρά τις διαβεβαιώσεις που έδινε η κυβέρνηση για την άγνωστη εθνικότητα του υποβρυχίου, για να μην οξύνει την κατάσταση, οι Ιταλοί εγίνοντο περισσότερο επιθετικοί. Σύμφωνα με το υπ. Αριθ. 121/16-8-1940 τηλεγράφημα του πρεσβευτή μας στη Ρώμη Ιωάννη Πολίτη:

«Η Ιταλία επιδιώκει να αναγάγη την Ελλάδα διά τρομοκρατήσεως από τούδε εις την διαδικασίαν των εδαφικών συζητήσεων και παραχωρήσεων εν Ηπείρω ή να επιτύχη ορισμένα στρατηγικά πλεονεκτήματα εν τω θαλασσίω αγώνι ή και αμφότερα...».

Ταυτόχρονα στη Ρώμη ο εκπρόσωπος Τύπου της ιταλικής κυβερνήσεως σε δηλώσεις του προς τους ξένους ανταποκριτές τόνιζε ανερυθρίαστα ότι η βύθιση της «Έλλης» είναι τέχνασμα των Άγγλων για να αναστατώσουν τα Βαλκάνια και να δηλητηριάσουν τις ελληνοϊταλικές σχέσεις! Και έφερε σαν απόδειξη ότι αμέσως μετά το συμβάν έσπευσαν πρώτοι οι Άγγλοι, πριν παρέλθει ο αναγκαίος χρόνος για την εξακρίβωση, και διά του ραδιοφώνου ανακοίνωσαν ότι στην περιοχή της Τήνου δεν βρισκόταν την ημέρα εκείνη δικό τους υποβρύχιο! Υπογράμμιζε επίσης ότι «η Ιταλία πιστή εις τας γνωστάς ιταλικάς παραδόσεις τιμιότητος εχρειάσθη τρεις ημέρας διά να εξακριβώση και να βεβαιώση σήμερον ότι το Επιτελείον ουδεμίαν ενέργειαν τορπιλισμού αναφέρει και ότι ουδέν ιταλικόν υποβρύχιον ευρίσκετο εκεί...».

Στις 18 Αυγούστου το ιταλικό πρακτορείο «Στέφανι» μεταδίδει από τη Ρώμη ότι ο τορπιλισμός της «Έλλης» έξω από το λιμάνι της Τήνου είναι προβοκάτσια των Άγγλων σε βάρος των Ιταλών, οι οποίοι το εβύθισαν! Τι απύθμενο θράσος! Ήθελαν να εμφανισθούν θύματα προβοκάτσιας!

«Έλλη» για πάντα
Το «Έλλη», 2.600 τόνων, ναυπηγήθηκε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το 1912 για λογαριασμό των Κινέζων. Αγοράστηκε από την Ελλάδα το 1914 και εντάχθηκε στον στόλο μας μαζί με το θωρηκτό «Αβέρωφ» το οποίο είχε ναυπηγηθεί στο Λιβόρνο για λογαριασμό των Τούρκων. Ανέπτυσσε ταχύτητα 20 κόμβων.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων παραχώρησε το 1947 στη χώρα μας το ιταλικό πολεμικό «Ευγένιος της Σαβοΐας» υπό μορφή επανορθώσεως.

Το πλοίο, αφού επισκευάστηκε και ανανεώθηκε ο εξοπλισμός και τα οπλικά του συστήματα, εντάχθηκε στο Στόλο μας ως «Έλλη», σε ανάμνηση του βυθισθέντος στην Τήνο εύδρομου πλοίου μας.

 

Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης

 

http://www.pontos-news.gr/article/22962/i-vythisi-tis-ellis-stin-tino

300px Odysseas androutsos

Δημήτρη Φωτιάδη

 

     ΟΤΑΝ φέρανε τον Αντρούτσο στην Αθήνα, τον κλείσανε στο φράγκικο πύργο της Ακρόπολης, την Κούλια όπως τη λέγανε [Βρισκόταν στην είσοδο της Ακρόπολης και τη γκρέμισαν το 1878] , βάζοντάς του βαριά σίδερα στα χέρια και στα πόδια. Για δεσμοφύλακα είχε τον παλιό του οχτρό, τον φοβερό Παπακώστα. Ο Pecchio, που επισκέφτηκε εκείνες τις μέρες την Αθήνα κ' έμαθε πως μέσα στον πύργο βρισκόταν φυλακι­σμένος ο Οδυσσέας, γυρεύει να τον δει μα δεν του δίνουν την άδεια.

Στ' αναμεταξύ ο Γκούρας, παρ' όλα όσα τούλεγε ο Τριανταφυλλίνας, ο άλλος μεγάλος οχτρός του Ανδρούτσου, δίσταζε να τον σκοτώσει. Τον στέλνει, λοιπόν, στ' Ανάπλι για να πάρει την τελική απόφαση της κυβέρνησης. Γυρίζει έπειτα από λίγο στο στρατόπεδο, που βρισκόταν κά­που όξω από την Αράχωβα, φέρνοντας ένα γράμμα του Κωλέτη προς τον Γκούρα, όπου σ' αυτό ο παλιός γιατρός τού Αλήπασα τούγραφε να κά­νει ό,τι θα τού πει ο Τριανταφυλλίνας.

Αφού κάθησαν κάτω από μια ελιά και τα κουβέντιασαν, ο Γκούρας δε φωνάζει το γραμματικό του, μα γράφει ο ίδιος, με τα λιγοστά γράμ­ματα που ήξερε, δυο λόγια σ' ένα χαρτί για τον Μαμούρη, που τον είχε αφήσει φρούραρχο στο κάστρο της Αθήνας. Το διπλώνει και γυρεύει να το σφραγίσει με βουλοκέρι, μα όπως φύσαγε δεν τα καταφέρνει και το δίνει στο Γεωργαντά να πάει σε κάποιο απάγγειο μέρος να το βουλώσει.  Αυτός, που υποψιάστηκε, μπαίνει σ' ένα ξωκκλήσι που είταν παρακεί και πριν το σφραγίσει το ξεδιπλώνει και ρίχνει μια γρήγορη ματιά. Ο Γκούρας πρόσταζε, με τόση μυστικότητα τον Μαμούρη, «να πουλήσει το λάδι γιατί η τιμή του θα πέσει». Κι ο Γεωργαντάς μπαίνει με μιας στο συνθηματικό νόημα τούτης της παραγγελίας και γράφει: «. . . Με συντριβήν της καρδίας μου είδα τα τεκταινόμενα και τον χαϊμόν του Οδυσσέως». [Αθηναϊκών Αρχείον «Ανάμνησις Α. Γεωργαντά», σ. 266].

Παίρνει το σφραγισμένο γράμμα για το «λάδι» ο Τριανταφυλλίνας και φεύγει αμέσως για την Αθήνα. Έπειτα από δυο - τρεις μέρες, τη νύχτα στις 4 με 5 του Ιούνη, ο Μαμούρης, ο Τριανταφυλλίνας κι ο Παπακώστας πνίξανε τον Αντρούτσο μέσα στη φυλακή του. Ο μοναδικός μάρ­τυρας της κολασμένης τούτης πράξης, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, ανι­στόρησε, γέρος πια, όλα τα καθέκαστα στο δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι αυτός, έπειτα από χρόνια, στις 25 του Δεκέμβρη 1898, δημοσίεψε τούτη δω τη δραματική αφήγηση στους «Καιρούς» :

«. . . Ήτο η τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμού­μαι καλώς, την εποχήν την εσημείωσα, διότι μοι επροξένησε βαθείαν αυτή εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ' αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.

»Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγος ταγματάρχης, ο γενναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτικο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηρός σχίνων και κοτίνων ρίζας.

»Μετά τας αμοιβαίας επί ταίς εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ' επειδή, ως εγίνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρακάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησίν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γενναίου του στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε : «Τι τα θέλεις αυτά τώρα, παιδί μου, αυτά πέρα­σαν πλέον ας όψονται οι αίτιοι»˙ εδίσταζε δε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:

»—Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος· από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπό­λεως Κούλιαν˙ του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς˙ τροφήν δεν του έδιδαν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρε­λιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδωμένον από την λέραν.

» Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας η οποία ήτο κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σου, έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με την κάππαν μου, ήσαν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τεσσάρας άνδρας να έρχωνται προς την φυλακήν.

»Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο˙ άλλ' ως εννόησα ήτο ο επί κεφαλής των ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής˙ ήσαν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης και ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.

»Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και άντ' εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ' υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους· ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την ήνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργον οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλα­κής. Άμα είσήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγη προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ' λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη,[τον Μαμούρη] γιατί

»Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δεσμίου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστε­ναγμούς και μούγκρισμα του λεονταργιού εκείνου και η καρδιά μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία. . .

»Μετ' ολίγον είδον τους τεσσάρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος μ' εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.

»Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, άφ' όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρος όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμνον ανακατευόμενοι και μετ' ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντος εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.

»Το πρωί άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσεύς δραπετεύσας την νύκτα και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.

»Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα έξης : Εις το μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο δε εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνετο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα τού άτυχους στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήτο καταματωμένον το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να τα χτύπησε κανείς και να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.

»Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του˙ έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλην [Η ψεύτικη ιατροδικαστική αυτή έκθεση, που το πρωτότυπό της σώθηκε, συντάχτηκε από τον Ιταλό ντόκτορα Vitali, υποπρόξενο τού Βασιλείου της Νάπολης στην Αθήνα. Είναι γραμμένη Ιταλικά και τελειώνει με τούτη δω την ανήκουστη απόνα γιατρό σε πιστοποιητικό θανάτου φράση : «. . . Επέφερον (τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». Τον signor Vitali από τη Νάπολη τον έκαιγε πάρα πολύ η προδοσία τού Αντρούτσου και δε μπορούσε να κρατηθεί, να μην τον πει κακούργο και προδότη! Ε τι κάνει σε τέτοιους ανθρώπους το παραδάκι.]δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού˙ μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειρότερα και τού τελευταίου καταδίκου˙ τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν τού Αγίου Δημητρίου, προς δυσμάς της Ακροπόλεως».

   Αυτό στάθηκε το τέλος τού ήρωα, που στις αρχές της επανάστασης μπήκε, πιάνοντας το μαντήλι και χορεύοντας και τραγουδώντας, στο Χάνι της Γραβιάς.

Τα δυο αυτά εγκλήματα, της Μαύρης Τρούπας και της Κούλιας της Ακρόπολης, δεν τα ιστορήσαμε βέβαια μονάχα για τη δραματικότητά τους. Πολλοί είναι εκείνοι, ξέχωρα οι πιο επίσημοι από τους ιστορικούς μας, που για το φόνο τού Αντρούτσου ρίχνουν όλα τα βάρη στον Γκούρα. Άλλοι πάλι παραδέχουνται την ευθύνη τού Κωλέτη, όχι όμως και τού Μαυροκορδάτου. Τον Αντρούτσο, πολιτικάντηδες και προύχοντες, το ίδιο όλοι τον μισούσαν. Πολλές φορές θέλησαν να τον σκοτώσουν και στο τέλος το πέτυχαν. Όχι μονάχα ο Κωλέτης κι ο Μαυροκορδάτος, μα και πολλοί άλλοι, από καιρό προετοίμασαν, για τούτη την πράξη, τον Γκούρα.

Τα δυο αυτά εγκλήματα, του Τρελώνη και τού Αντρούτσου, σε τόσο λίγο καιρό τόνα άπ' τ' άλλο, μας δείχνουν πως είταν συνταιριασμένα. Για τη δολοφονία τού Τρελώνη δε χρησιμοποιήθηκαν Έλληνες μα Εγ­γλέζοι, έπειτα από υπόδειξη της κυβέρνησης, όπως παραδέχεται κι αυτός ο Τρικούπης.  Και την υπόδειξη αυτή δεν είχε τη δύναμη να την κάνει από μόνος του ο Κωλέτης. Ποτέ ο Φαίντων κι ο Ουάϊτκομπ δε θα εχτελούσαν μια τέτοια προσταγή τού Κωλέτη, αρχηγού της Γαλλικής φατρίας. Μοναχά ο Μαυροκορδάτος μπορούσε νάχει τόση επιρροή πάνω τους, για να τους σπρώξει να σκοτώσουν ένα συμπατριώτη τους. Κι ούτε κι αυτός θ' αποτολμούσε να βάλει Εγγλέζους να δολοφονήσουν Εγγλέζο, δίχως την υπόδειξη ή τουλάχιστο την έγκριση της μυστικής υπηρεσίας στην Ελλάδα.

Τη δολοφονία του Αντρούτσου την οργάνωσαν ο  Μαυροκορδάτος κι ο Κωλέτης και την απόπειρα ενάντια στον Τρελώνη οι Εγγλέζοι με τον Μαυροκορδάτο, γιατί ενώ τον στείλανε για πράκτορα, είχε την αποκοτιά να επηρεαστεί από τον αγώνα τού λαού μας για τη λευτεριά του κι αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι τους.

 

Από το βιβλίο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ

ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - Β' ΕΚΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 1957

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

 

aristidis ostrako     

Ενώ ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, έβαζαν τις βάσεις για το μελλοντικό μεγαλείο της Αθήνας, ο καθένας στον τομέα του, παρουσιάσθηκε στην πολιτική σκηνή ο Κίμων. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Συμπερασματικά βγαίνει ως χρονολογία γεννήσεώς του το έτος 506 π.Χ., με κύριο δεδομένο ότι το 476 εξελέγη στρατηγός, οπότε θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε τριάντα χρόνων.

 Ο Κίμων άνηκε στο μεγάλο γένος των Φιλαΐδων. Ήταν γιος του Μιλτιάδου, του νικητού του Μαραθώνος, και της Ηγησιπύλης, μιας πριγκίπισσας από τη Θράκη, κόρης του βασιλέως Ολόρου  από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνος υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο, το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Το χρέος αυτό θα έπρεπε κάποτε να πληρωθεί, αν μάλιστα ο Κίμων λογάριαζε να αναμιχθεί στην πολιτική.

Η αδελφή του Κίμωνος Ελπινίκη, μία γυναίκα έξυπνη και ενεργητική, που άφησε εποχή στην Αθήνα, χάρη στον γάμο της με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία - από το μεγάλο γένος των Κηρύκων -, είχε την ευχέρεια να τακτοποιήσει την πληρωμή του πατρικού προστίμου, παρ' όλες τις αντιρρήσεις πού προέβαλε ο Κίμων, ώστε να προχωρήσει ύστερα από αυτό ο αδελφός της, απρόσκοπτα πια, στην πραγματοποίηση των πολιτικών του σχεδίων. Οι πληροφορίες για την προσωπικότητα του Κίμωνος είναι πολύ αντιφατικές, αρκετές ωστόσο, όταν ελεγχθούν, να δώσουν μερικά ασφαλή στοιχεία. Ήταν ψηλός, με πυκνά σγουρά μαλλιά και ωραίο πρόσωπο. Η μόρφωσή του δεν ήταν σπουδαία, γιατί στα κρίσιμα χρόνια της νεότητός του έχασε τον πατέρα του πού θα του έδινε την ορθή κατεύθυνση. Ήξερε ιππασία, ποίηση και έπαιζε λύρα, είχε δηλαδή την τυπική εκπαίδευση ενός Αθηναίου γαιοκτήμονας της προπερσικής εποχής. Ως νέος έζησε άτακτη ζωή, γρήγορα όμως, όπως φαίνεται, κυριάρχησε εντός του η λογική, πού τον χαρακτηρίζει σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, και βρήκε τον δρόμο του.

 Ήταν συμπαθητικός και ευπροσήγορος και κατείχε καλά την τέχνη να κερδίζει την αγάπη του κόσμου και με τα φυσικά του χαρίσματα, αλλά και με την ηγεμονική του γενναιοδωρία, όταν απέκτησε και πάλι δική του περιουσία.

Έγινε θρύλος στην  Αθήνα η συμπεριφορά του, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, γκρέμισε τούς φράκτες από τούς κήπους του, για να παίρνουν φρούτα οι συνδημότες του Λακιάδες, προσέφερε φαγητό και χρήματα στους φτωχούς και κάποτε αντήλλασσε τα πλούσια φορέματα των ακολούθων του με τα ενδύματα του πρώτου πρεσβύτου πού θα συναντούσε στον δρόμο του. Δεν διακρινόταν για την ευφράδειά του, είχε όμως την ικανότητα να πείθει τούς πολίτες με τη λογική και να γίνεται συμπαθής με τη σεμνότητά του. Η αριστοκρατική του προέλευση του χάριζε αυτοπεποίθηση, διατηρούσε όμως και την παλαιά αθηναϊκή παράδοση να είναι ευμενής στον αγροτικό κόσμο και να ενδιαφέρεται για τα συμφέροντά του.

Ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία αγωνίσθηκε για να καθιερώσει την ειρηνική συνύπαρξη της Σπάρτης με την Αθήνα.

Ο γάμος του με την Iσoδίκη, κόρη του Ευρυπτολέμου και εγγονή του Μεγακλέους, από το μεγάλο γένος των Αλκμεωνίδων, έγινε αφορμή να σταματήσει η διαμάχη πού υπήρχε μεταξύ των Αλκμεωνίδων και των Φιλαΐδων, με αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ίδιος τα οφέλη αυτής της συμφιλιώσεως. Οι δύο αυτές αριστοκρατικές παρατάξεις της Αθήνας είχαν αρχίσει να βλέπουν, αμέσως μετά τα Μηδικά, πως η ναυτική ανάπτυξη της πόλεως είχε δημιουργήσει μια νέα κατάσταση, που πoλύ σύντομα θα προκαλούσε εσωτερικά προβλήματα. Ήταν γι' αυτό ανάγκη να πάρει τέλος η διάσπαση των αριστοκρατικών και να ενωθούν όλοι υπό μια ισχυρή ηγεσία.

 Το μεγάλο πλήθος των απλών πολιτών, αργά ή γρήγορα, έχοντας συνειδητοποιήσει τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε στους πολέμους και εξακολουθούσε να έχει στην ανάπτυξη της πόλεως, φυσικό θα ήταν να ζήτηση περισσότερα δικαιώματα, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει απρόβλεπτες συνθήκες και να έχει συνέπειες αστάθμητες. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Αττικής, εκπρόσωποι της δωρικής τάξεως και πειθαρχίας, διείδαν καθαρά τον κίνδυνο να χάση η παράταξή τους την πολιτική της σημασία. Την Πρώτη Αθηναϊκή συμμαχία, επειδή ορθά διέκριναν πόσο σημαντικές προοπτικές δημιουργούσε για την πόλη - ταυτόχρονα ικανοποιούσε τις παλαιές διαθέσεις τους για κυριαρχία - την είχαν υποστηρίξει οι αριστοκρατικοί της Αθήνας, αφού ο Αριστείδης την είχε παραδεχθεί τους τρόμαζε όμως τώρα το μέλλον, και, φυσικά, τους κατείχε ο φόβος πως ίσως θα κινδύνευαν να χαθούν κεκτημένα δικαιώματά τους από τις απαιτήσεις των ανερχόμενων λαϊκών στρωμάτων, που ζητούσαν «ισονομία».

Εκφραστής των απόψεων των αριστοκρατικών της Αθήνας έγινε πολύ γρήγορα ο Κίμων, ως αρχηγός τους. Του έδωσε μεγάλο κύρος η ένωση Φιλαΐδων - Αλκμεωνίδων και η παράλληλη υποστήριξή του από τη μεγάλη οικογένεια των Κηρύκων, στην οποία άνηκε ο γαμβρός του Καλλίας.

 Η άλλη παράταξη, η δημοκρατική, άγνωστο γιατί, δεν λειτούργησε διόλου κομματικά μετά τα Μηδικά. Ο αρχηγός της, ο Θεμιστοκλής, ήταν μεγαλόπνοος, εξαιρετικά θαρραλέος και δυναμικός. Συνελάμβανε μεγάλα σχέδια και πάσχιζε να τα εκτελέσει πάση θυσία. Η τακτική του όμως αυτή προξενούσε μεγάλη ανησυχία και καχυποψία και αυτήν ακριβώς εκμεταλλεύθηκαν εναντίον του οι πολιτικοί του αντίπαλοι, εφόσον ποτέ δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν που θα κατέληγαν οι επιδιώξεις του και τι ζημία θα προέκυπτε από τις κινήσεις του, για την ίδια την υπόσταση της τάξεώς τους. Ο Κίμων ήταν σε θέση να πλησιάζει τον πολύ κόσμο και να γίνεται αμέσως αγαπητός. Αντίθετα, ο Θεμιστοκλής, παρά την πληροφορία του Πλουτάρχου, πως «ήταν δημοφιλής, γιατί ήξερε με το όνομά τους πολίτες και ήταν αδέκαστος διαιτητής στις μεταξύ τους διαφορές», δεν έκαμε έργο του, όπως ο Κίμων, να διατηρήσει την κομματική επαφή του με τη μεγάλη μάζα των οπαδών του. Απορροφημένος από τα ριζοσπαστικά σχέδιά του, δεν τους πλησίαζε συστηματικά, έχοντας ίσως την πεποίθηση πώς, όταν ερχόταν η στιγμή για την πραγματοποίησή τους, θα μπορούσε να κερδίσει την Εκκλησία του δήμου αμέσως. Είχε το βλέμμα του περισσότερο στραμμένο στο μέλλον και είχε αφιερώσει την ύπαρξή του σε σχέδια που ξεπερνούσαν τόσο πολύ την εποχή του, ώστε να μην τα καταλαβαίνουν ούτε εκείνοι που θα είχαν όφελος από αυτά. Φυσικά δεν φαίνεται να έκανε καμία προσπάθεια να γίνει κατανοητή στο πλατύτερο κοινό η πολιτική του.

  Χαρακτηριστική για τη νοοτροπία του, την τελείως αδέσμευτη, είναι η μαρτυρία που προκύπτει από στοιχεία που προσέφερε τελευταία μελέτη ορισμένων οστρακοφοριών. Με την Κλεισθένεια νομοθεσία επιδιώχθηκε να λήξη η διάκριση μεταξύ των παλαιών μεγάλων οικογενειών και των νέων δημοτών, με την προσθήκη πλάι στο όνομα του καθενός, μόνο του δημοτικού του (του ονόματος του δήμου όπου άνηκε). Αυτό όμως δεν καθιερώθηκε αμέσως, γιατί όπως δείχνουν τα όστρακα των πρώτων δεκαετιών μετά τη νομοθεσία του Κλεισθένους, συνεχίσθηκε η αναγραφή του πατρωνυμικού πλάι στο όνομα, πράγμα που υπονοεί ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στην καθημερινή ζωή. Από όλα τα όστρακα που βρέθηκαν στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, εκείνα που αναφέρονται στον Θεμιστοκλή διαφέρουν στον τύπο.

 Ο Θεμιστοκλής δεν ενδιαφέρθηκε, όσο ήταν ακόμη καιρός, να εκμεταλλευθεί την αίγλη που του χάρισε η νίκη στη Σαλαμίνα, ούτε και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την προβολή του στον πολύ κόσμο, για να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία που είχε για το μέλλον της πόλεως η ναυτική του πολιτική, που θα προσέφερε στους ίδιους μεγάλη ευημερία.

Στην ανεκδοτολογία της αρχαιότητος γύρω από τους μεγάλους πολιτικούς της Αθήνας, χωρίς αμφιβολία έχουν παρεισφρήσει πολλές διαδόσεις που σκόρπιζαν σε βάρος του Θεμιστοκλέους πολιτικοί του αντίπαλοι, γι' αυτό και έχει παραποιηθεί σε μεγάλο σημείο η εξαιρετική αυτή προσωπικότης. Είναι γεγονός, πάντως, πως ο Θεμιστοκλής δημιουργούσε δυσπιστία στη συνείδηση του μεγάλου πλήθους, όταν, όπως φαίνεται, ήταν γενική η πεποίθηση πως δεν σεβόταν τις απόψεις των άλλων και πώς, αν είχε ισχύ, θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο, χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί για τα πάντα, να πραγματοποιήσει σχέδια που εκείνος πίστευε ότι θα ωφελούσαν μελλοντικά την πόλη του.

 Η μοίρα του Θεμιστοκλέους ήταν παράδοξη, γιατί πολιτικός του αντίπαλος βρέθηκε, ως το 476 π.χ. περίπου, ο Αριστείδης, ο μόνος ίσως πολιτικός που όλοι οι Αθηναίοι σέβονταν και εμπιστεύονταν αναντίρρητα. Όσον καιρό υπήρξε ηγέτης των αριστοκρατικών ο Αριστείδης, σταθμίζοντας το καλό που θα προέκυπτε για την Αθήνα από τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, ενστερνίσθηκε τις γενικές γραμμές της πολιτικής του και εργάσθηκε για την πραγματοποίησή τους. Όταν όμως ο Δίκαιος, καταπιάστηκε με την οργάνωση της συμμαχίας, είχε ήδη προβάλει ο Κίμων, τον οποίο και ο Αριστείδης γρήγορα προώθησε στην κορυφή, αλλά και η αριστοκρατική παράταξη, ενωμένη πια, υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις, σαν μια τελευταία αλλά αποτελεσματική λύση για τον κόσμο της, που κινδύνευε να σαρωθεί.

 Η προοπτική της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ήταν η ανάπτυξη της Αθήνας μέσα στον ελληνικό χώρο, χωρίς όρια, αδιάφορο αν στην πορεία της θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη Σπάρτη, που για τον Θεμιστοκλή αντιπροσώπευε μια στατική, ξεπερασμένη δύναμη, προσηλωμένη, όπως ήταν, στην παραδοσιακή της γραμμή. Ο Κίμων και ή παράταξή του είχαν δεχθεί το ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλέους και την ίδρυση της συμμαχίας. Προτιμούσαν όμως να μην υπερβεί τους αρχικούς της σκοπούς, να μείνει δηλαδή, βασικά, η δύναμη που με το πανίσχυρο ναυτικό της θα απέκρουε αποφασιστικά τους βαρβάρους σε νέα ενδεχόμενη επιθετική τους ενέργεια. Απέκλειαν οπωσδήποτε την ιδέα να θιγεί η Σπάρτη από την άνοδο της Αθήνας, γιατί πίστευαν πως θα αντιδρούσε. Γι' αυτό δεν συμφωνούσαν με τα σχέδια του Θεμιστοκλέους να γίνει η πόλη τους η πρώτη ελληνική δύναμη σε βάρος και της Σπάρτης.

 Οι απόψεις τους ήταν αποκρυσταλλωμένες: η Σπάρτη θα διατηρούσε την ηγεσία στον ελληνικό ηπειρωτικό χώρο. Η Αθήνα πάλι, με την απόλυτη συγκατάθεση των Λακεδαιμονίων, θα μπορούσε να κινείται στον ελληνισμό του Αιγαίου, κατευθύνοντας ως ηγετική δύναμη της συμμαχίας της τον αμυντικό ή επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών. Η Σπάρτη, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν είχε στην αρχή αντίρρηση να διεξαγάγουν οι Αθηναίοι τον επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών ως ηγέτες της Αθηναϊκής συμμαχίας. Βαθμιαία, όμως, άρχισαν φανερά να ανησυχούν, όσο μεγάλωνε η αθηναϊκή ισχύς και γινόταν φανερό πως η επικράτηση της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ίσως μοιραία θα οδηγούσε στον παραμερισμό των Λακεδαιμονίων και στη σταδιακή εξασθένηση της Πελοποννησιακής συμμαχίας.

 Ενώ η πολιτική του Θεμιστοκλέους με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του τρόμαζε τους Σπαρτιάτες, αντίθετα, η γραμμή του Κίμωνος, με τη γνωστή νοοτροπία του και τον σεβασμό που είχε στη Λακεδαίμονα, και, φυσικά, οι απόψεις της παρατάξεως που εκείνος εκπροσωπούσε στην Αθήνα, ήταν μια απόλυτα συμπαθής πολιτική για τη Σπάρτη, επειδή της προσέφερε τη βεβαιότητα ότι ποτέ η Αθήνα, όσο βάδιζε στα πλαίσια της κιμώνειας γραμμής, δεν θα έθιγε τα δικά της συμφέροντα στην Ελλάδα. Γι' αυτό, από τη στιγμή που ο Κίμων ανέλαβε την ηγεσία της αθηναϊκής πολιτικής, δεν παρουσιάσθηκε αντίδραση εκ μέρους των Σπαρτιατών. Ασφαλώς, το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύθηκε η παράταξη του Κίμωνος, προβάλλοντάς το στους Αθηναίους, και έτσι κατόρθωσε με την πολιτικότητά της να δρέψει τους καρπούς της πολιτικής, που ο μεγάλος αντίπαλος των αριστοκρατικών, ο Θεμιστοκλής, είχε χαράξει.

 Εκείνος που δοξάστηκε και σταθεροποίησε τη θέση του και το κόμμα του για 15 χρόνια περίπου στην Αθήνα ήταν ο Κίμων. Από το 476 ως το 462 π.χ. εκλεγόταν συνέχεια στρατηγός και κατηύθυνε την πολιτική της Αθήνας. Ο θρύλος που πλάσθηκε αργότερα, τον παρουσιάζει, στο βιογραφικό δοκίμιο που του αφιερώνει ο Πλούταρχος, να παραδέχεται με όλη του την ψυχή, νεαρός ακόμη (στις παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνος, όταν πολλοί Αθηναίοι στάθηκαν διστακτικοί αν έπρεπε να εκκενωθεί η πόλη) τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, που οδήγησαν στην εκπληκτική νίκη της Σαλαμίνος. Μαζί με συνομήλικους φίλους του, μια από τις δύσκολες εκείνες ημέρες, παρουσιάσθηκε στον Κεραμικό και από εκεί οδεύοντας έφθασε στην Ακρόπολη. Αφού αφιέρωσε στη θεά ένα χαλινάρι, πήρε μια από τις ασπίδες - αναθήματα που υπήρχαν στον ναό, προσευχήθηκε και έτρεξε προς τη θάλασσα. Η συμβολική αυτή χειρονομία σήμαινε πως επίστευε ότι ο κρίσιμος αγώνας με τους Πέρσες θα γινόταν στη θάλασσα, όπως υποστήριζε ο Θεμιστοκλής.

 Ο Κίμων διαδέχθηκε στην ηγεσία των αριστοκρατικών τον Αριστείδη. Υπάρχουν  όμως πάρα πολλά σκοτεινά σημεία σε όλη αυτή την περίοδο. Πότε και γιατί αποτραβήχτηκε ο Αριστείδης από την πολιτική σκηνή της Αθήνας; Με τι ασχολήθηκε μετά το 476 π.χ.; Πότε και που πέθανε; Όσες πληροφορίες δίνουν οι αρχαίες πηγές είναι αντιφατικές. Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει τον Αριστείδη ούτε στην αφήγησή του, τη σχετική με την ίδρυση της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ο Κoρνήλιoς Νέπως δίνει την πληροφορία πως ο Δίκαιος πέθανε τέσσερα χρόνια μετά την εξορία του Θεμιστοκλέους. Ο Πλούταρχος πάλι δίνει δύο εκδοχές για το ίδιο γεγονός: σύμφωνα με την πρώτη, ο Αριστείδης πέθανε στον Πόντο, όπου βρισκόταν «πράξεων ένεκα δημοσίων», ενώ, κατά τη δεύτερη, τελείωσε τις ήμέρες του, πoλύ ηλικιωμένος, στην Αθήνα.

 Είναι γεγονός ότι, με το κύρος που είχε αποκτήσει ο Αριστείδης και στους Αθηναίους και στους συμμάχους, θα ήταν αδύνατον να παραμεριστεί από την ηγεσία των αριστοκρατικών. Δύο είναι οι συζητήσιμες περιπτώσεις: η πρώτη πως παραχώρησε τη θέση του στον Κίμωνα, απασχολημένος και μετά το 476 Π.Χ. με τον καταλογισμό του «φόρου» των νέων μελών της συμμαχίας, πράγμα που σημαίνει πως θα ήταν ανάγκη να λείπει πολύ καιρό από την Αθήνα, γιατί θα ταξίδευε συχνά σε διάφορα σημεία του Αιγαίου, για να απόκτηση σαφή ιδέα επί τόπου για την έκταση και τα εισοδήματα κάθε νέου μέλους. Ίσως, μάλιστα, σε κάποια τέτοια μετάβασή του να τελείωσε τις ημέρες του σε μιαν από τις πόλεις του Πόντου. Η δεύτερη περίπτωση είναι να ανέδειξε τον Κίμωνα ως αρχηγό των αριστοκρατικών και ο ίδιος με τη θέλησή του να αποσύρθηκε, πράγμα παράξενο για τη νοοτροπία του, αφού ήταν ακόμη σε θέση να προσφέρει πολλά στο αθηναϊκό κράτος. Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι πιθανή, γιατί εφόσον, όπως δείχνουν τα γεγονότα, οι αριστοκρατικοί κυριαρχούν στην Αθήνα μετά το 476 ο Αριστείδης κανονικά θα έπρεπε να έχει ηγετικό ρόλο στην πολιτική. Υπολογίζεται, εξ άλλου, πως η αρχική οργάνωση της συμμαχίας δεν κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια. Επειδή γίνονταν όμως προσχωρήσεις και νέων μελών διαρκώς, σε ρυθμό μάλιστα άγνωστο σε μας, η απασχόλησή του με τον προσδιορισμό των φόρων θα συνεχίσθηκε.

  Γι' αυτό τον λόγο, η σιωπή των αρχαίων πηγών για τη δραστηριότητά του τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν προκαλεί έκπληξη, και πρέπει να είναι σωστή η πληροφορία του Κορνηλίου Νέπωτος, για το έτος του θανάτου του, με τη διαφορά πως χρειάζεται να συνδυασθεί με τη σχετική πληροφορία του Πλουτάρχου, πως πέθανε στον Πόντο «πράξεων ένεκα δημοσίων». Με τον τρόπο αυτό και η εξαφάνιση του Αριστείδου από την πολιτική σκηνή εξηγείται, αλλά και ερμηνεύεται η κακοδαιμονία που άρχισε από την εποχή αυτή για τον Θεμιστοκλή.

 Οι αρχαίες πήγες σωπαίνουν ταυτόχρονα και για τον πρωτεργάτη της νίκης της Σαλαμίνος. Το όνομά του αναφέρεται και το 476 π.Χ., όταν πήρε το πρώτο βραβείο η τραγωδία του Φρυνίχου «Φοίνισσαι». Χορηγός, εκ μέρους της φυλής του, είχε ορισθεί ο Θεμιστοκλής «Θεμιστοκλής Φρεάρριος εχορήγει, Φρύνιχος εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχεν». Έχει μεγάλη σημασία το θέμα του δράματος, γιατί σ' αυτό γινόταν λόγος για τη μεγάλη νίκη στη Σαλαμίνα, οπότε ο κάθε θεατής ήταν φυσικό να γυρίσει τη σκέψη του στον Θεμιστοκλή και στον ρόλο που είχε παίξει στις δοξασμένες εκείνες ημέρες. Επειδή δεν παρουσιάζεται ο Θεμιστοκλής να έχει οποιαδήποτε δράση την εποχή αυτή, φαίνεται πως το δράμα ήταν μια διακριτική προσπάθεια υπομνήσεως στον αχάριστο δήμο των Αθηναίων του προσώπου, που η μορφή του Κίμωνος, ημέρα με την ημέρα, έριχνε στη σκιά. Από το 476 ως το 471, έτος του εξοστρακισμού του, ο Θεμιστοκλής φαίνεται να έμεινε σε πολιτική αδράνεια, σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό.

 Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν βρισκόταν στην Αθήνα ο  Αριστείδης δεν θα άφηνε να αχρηστευθεί τελείως ένας τόσο μεγαλόπνοος πολιτικός, γιατί, όσο και αν τον θεωρούσαν επικίνδυνο οι πολιτικοί του αντίπαλοι, είχε ο Αριστείδης τη δυνατότητα να στέκεται φραγμός στους απεριόριστους οραματισμούς του και να τον χρησιμοποιεί στα κοινά, μετατρέποντας τα τολμηρά σχέδιά του σε βατά και ωφέλιμα για την πόλη.

Μία ακόμη πληροφορία του Πλουτάρχου επιβεβαιώνει την άποψη του πρόωρου θανάτου του Αριστείδου: πως η πόλη, μετά τον θάνατό του, προίκισε τις θυγατέρες του με τρεις χιλιάδες δραχμές την καθεμία και ότι «εκ του πρυτανείου τοις νυμφίος εκδοθήναι δημοσίω» ενώ στον γιο του Λυσίμαχο προσέφερε γη, 100 «αργυράς μνας» και τέσσερεις δραχμές καθημερινή αποζημίωση. Αν ο Αριστείδης πέθαινε σε βαθύ γήρας, οι κόρες του θα είχαν από καιρό περάσει την ηλικία του γάμου και η πόλη θα τους χορηγούσε απλώς τιμητική σύνταξη.

 Τέλος, αξίζει να σταθεί κανείς σε μιαν άλλη είδηση που δίνει ο Πλούταρχος. Ο Αριστείδης «ήταν ο μόνος, αντίθετα προς τον Αλκμέωνα, τον Κίμωνα και πολλούς άλλους, που ούτε έκαμε, ούτε είπε κάτι κακό, ούτε ευχαριστήθηκε για τη δυστυχία του εχθρού του (του Θεμιστοκλέους), όπως δεν τον είχε φθονήσει, όταν ευημερούσε».

Ο απηνής διωγμός του Θεμιστοκλέους αργότερα δεν θα είχε πάρει ίσως τόσο τραγικές διαστάσεις, αν ο Αριστείδης, ο μόνος που δεν είπε ποτέ κάτι κακό γι' αυτόν, είχε ακόμη πολιτική δραστηριότητα μέσα στην Αθήνα. Δεν θα του είχε μείνει η υστεροφημία του Δικαίου, όταν όλοι οι πρωταγωνισταί της πολιτικής αυτών των χρόνων είχαν λείψει και είχε γίνει φανερή η τεράστια σημασία της πολιτικής του Θεμιστοκλέους, αν είχε ανεχθεί τον φοβερό εξευτελισμό που έγινε στον «αιτιώτατο» της νίκης της Σαλαμίνος.

 Ο Αριστείδης δεν πρέπει να ήταν τελείως «πένης», όσο παρουσιάζεται από τις πηγές, γιατί είχε γίνει άρχων το 489/8 π.Χ. Πιθανόν να καταστράφηκε η περιουσία του με τις λεηλασίες που έγιναν στην Αττική από τους Πέρσες και απορροφημένος με τις στρατηγίες και τα δημόσια καθήκοντά του, μετά τα Μηδικά, να μην είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να καταπιαστεί με την αξιοποίηση των κτημάτων του. Από τη συμμαχική υπόθεση ασφαλώς δεν κέρδισε τίποτε υλικό, όπως και ποτέ στη ζωή του δεν δέχθηκε υλικό όφελος. Ωστόσο, κάτι που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι και τον Αριστείδη βρέθηκε κάποιος να τον κατηγορήσει για δωροδοκία: ένας Διόφαντος από τον δήμο Αμφιτροπή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Καμία σχετική απόδειξη όμως δεν υπάρχει και ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν δέχεται την κατηγορία ως πραγματική.

 Ο Αριστείδης τιμήθηκε από την πόλη του όσο κανείς, ως το τέλος της ζωής του, και εκείνη πλήρωσε τα έξοδα της κηδείας του και του παραχώρησε τάφο στο Φάληρο. Ενώ περνούσε τους τελευταίους μήνες της ζωής του και ο Θεμιστοκλής έπεφτε στην αφάνεια, το αναμφισβήτητο στρατιωτικό δαιμόνιο του Κίμωνος άρχισε να δίνη τα πρώτα του δείγματα.

 

πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών)



RANSIMAN

Ο άνθρωπος που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απαλλάξει την εικόνα του Βυζαντίου από το στίγμα, που την εννοούσε ως περίοδο παρακμής, διαφθοράς και δολοπλοκίας, ο άνθρωπος που συσχέτισε τη μεσαιωνική έκφανση του ελληνισμού με τη σύγχρονη Ελλάδα («δε νομίζω ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι περισσότερο Έλληνες από τους Βυζαντινούς!»), ο άνθρωπος που κέρδισε παγκόσμια φήμη παρουσιάζοντας τους, μέχρι πρότινος «ιππότες», Σταυροφόρους ως «βαρβάρους», που λεητάτησαν την Κωνσταντινούπολη, ήταν Βρετανός.

Ο ιστορικός, συγγραφέας, ακούραστος περιηγητής και σαγηνευτικός αφηγητής σερ Στίβεν Ράνσιμαν γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1903 στη Βόρεια Αγγλία και έζησε 97 χρόνια, για να συνδεθεί και να αγαπήσει όσοι λίγοι τη χώρα μας. Μία από τις πρώτες εικόνες, που θυμάται, ήταν όταν είδε από τη θαλαμηγό του παππού του τον βράχο της Μονεμβασίας να αναδύεται από τη θάλασσα με το βυζαντινό κάστρο στην κορυφή του. Ήταν τότε 21 ετών, σπουδαστής στο Κέιμπριτζ, ήδη γνώστης της ελληνικής, την οποία διδάχθηκε από την ηλικία των επτά χρόνων και αφού είχε μάθει γαλλικά και λατινικά.

Ο γιος των Φιλελεύθερων νομικών με έντονη πολιτική δραστηριότητα (οι γονείς του ήταν το πρώτο ζευγάρι που κάθισε μαζί στη Βουλή των Κοινοτήτων) σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι. Γλωσσομαθής, γοητευτικός, με κοινωνικές γνωριμίες, ο νεαρός Στίβεν γινόταν το επίκεντρο της προσοχής κάθε συντροφιάς. Προτού κλείσει τα 30 του χρόνια ήταν ήδη καθηγητής Πανεπιστημίου στο Κέιμπριτζ ως βυζαντινολόγος. Η καρδιά του όμως ήταν στα ταξίδια και στην έρευνα. Ως «περιπλανώμενος λόγιος» αρχίζει τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο, σε μια εποχή που ο τουρισμός δεν έχει ακόμη εφευρεθεί και συναντά ανθρώπους μυθικούς: από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως τον Που Γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας. Όταν ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τοποθετείται ακόλουθος Τύπου στη Σόφια, φυγαδεύεται εν συνεχεία στο Κάιρο, μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα και ύστερα από πρόσκληση της Τουρκίας πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Σε συνέντευξη του στο «Βήμα» το 1997 διηγήθηκε, πώς βρέθηκε στη πόλη των μελετών του. «Ο πρόεδρος Ινονού περπατούσε στην πόλη και ρωτούσε για διάφορα κτίρια, που έβλεπε και ουδείς γνώριζε να του πει τίποτε περισσότερο πέραν του ότι ήταν Βυζαντινά. Πρόσταξε, λοιπόν, να του βρουν αμέσως έναν καθηγητή. Ο άγγλος πρόξενος στην Τουρκία έτυχε να είναι μαθητής μου και έτσι βρέθηκα να οργανώσω έδρα Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης».

Τρία χρόνια από το 1942 ως το 1945 ο Στίβεν Ράνσιμαν διδάσκει στο λίκνο του μεσαιωνικού ελληνισμού Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη. Το 1945 έρχεται στην Ελλάδα, για να διευθύνει δύο χρόνια το Βρετανικό Συμβούλιο και να γνωρίσει, μεταξύ άλλων, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Δημήτρη Χόρν.
Ο Στίβεν Ράνσιμαν χρίζεται ιππότης το 1958 από τη βασίλισσα Ελισάβετ και δίνει διαλέξεις σε όλα τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου. Όσοι είχαν την τύχη να τον ακούσουν, συμφωνούν, ότι ήταν ένας αξέχαστος ομιλητής, όπως για παράδειγμα όταν διηγούνταν με μελαγχολία αλλά και σπαραγμό τις τελευταίες στιγμές μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, καταδικασμένης να χαθεί, αλλά πολύ περήφανης για να παραδοθεί. Συνεργάζεται επίσης με το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Βικτόρια και Αλμπερτ, τη Βιβλιοθήκη του Λονδίνου και τιμάται με πολυάριθμα πανεπιστημιακά διπλώματα, ενώ και η Ελλάδα του αναγνωρίζει τη συμβολή του στη μετάδοση μιας εικόνας θετικής για την, από πολλούς παραγνωρισμένη, περίοδο της ελληνικής ιστορίας: ο ίδιος έχει τιμηθεί με το χρυσό μετάλλιο της πόλης των Αθηνών (1990), δρόμοι στον Μυστρά και στη Μονεμβασιά φέρουν το όνομά του, ενώ στην απονομή των βραβείων Ωνάση το 1997 ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν μοιράζεται το βραβείο για τον Πολιτισμό με την κυρία Ντόλυ Γουλανδρή. Και με μια κίνηση συμβολική διαθέτει το χρηματικό έπαθλο, που το συνοδεύει, για την αναστήλωση του βυζαντινού πύργου του Πρωτάτου στο Αγιον Όρος.

Ο «προπαγανδιστής» αυτού του κομβικού μέρους της ιστορίας μας ήταν πολυγραφότατος. Την εκπληκτική μονογραφία του για τον «Αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό και τη βασιλεία του» (1929) ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, «Το πρώτο βουλγαρικό κράτος» (1930), «Βυζαντινός πολιτισμός» (1933) και η τρίτομη «Ιστορία των Σταυροφοριών» (19511954), το γνωστότερο έργο του, που άλλαξε την αντίληψη του δυτικού κόσμου για τις Σταυροφορίες, κλίνοντας «σαφώς προς την πλευρά του Βυζαντίου έναντι της μισαλλοδοξίας και του πλιάτσικου στο οποίο επιδιδόταν η Δύση», όπως έγραψε η εφημερίδα «The Times». Σημαντικά έργα του επίσης είναι «Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» (1965), «Βυζαντινή θεοκρατία» (1977) και άλλα.
Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν δεν παντρεύτηκε ποτέ και έφυγε πλήρης ημερών το φθινόπωρο του 2000. Η ζωή του κύλησε περίπου όπως ο ίδιος όρισε την ιστορία. «Δεν είναι μια σειρά λιμνούλες με στάσιμα νερά, αλλά ένας ποταμός που τρέχει ασταμάτητα και ορμητικά».

Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα

Η άλλοτε ξεχασμένη, κι άλλοτε υποτιμημένη, βυζαντινή ιστορία - για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες καθετί βυζαντινό αυτομάτως εντασσόταν στο χώρο του σκοταδισμού - έγινε ευτυχώς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής έρευνας. Οι ιστορικοί, πολλοί μάλιστα απ? αυτούς εντάσσονται στους κύκλους των διανοουμένων, που ανέλαβαν όχι μόνο να γεφυρώσουν το «αναμέσον χάσμα» ανάμεσα στον Αρχαίο και Νέο Ελληνισμό, έτσι χαρακτήριζε το Βυζάντιο ο Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής της Νομικής Σχολής στον 19ο αιώνα, αλλά και να αποκαταστήσουν τη βυζαντινή οικουμένη, αποτελούν σήμερα αξιοσέβαστο πεδίο μελέτης και κατανόησης αυτής της πολυεπίπεδης και σύνθετης ιστορικής διαδικασίας, που επικράτησε να ονομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.

Σήμερα το Βυζάντιο αποτελεί ένα από τα πιο προσφιλή θέματα του επιστημονικού κόσμου. Επιστήμονες διεθνούς κύρους, ιστορικοί, θεολόγοι, ιστορικοί της τέχνης, νομικοί, ομολογούν και τεκμηριώνουν τη σπουδαιότητα και τη γενναία συμβολή του βυζαντινού κοσμοειδώλου, στον σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, αναφερόμενες στην πολιτική, την κοινωνική, τη διοικητική, τη στρατιωτική και εκκλησιαστική ιστορία του, αναιρούν προγενέστερες πλάνες και αναγνωρίζουν τον πολιτισμό των βυζαντινών, ως τον παράγοντα εκείνο, που διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη, τόσο της Ανατολικής, όσο και της Δυτικής Ευρώπης.

Ο Sir Steven Ransiman, τον οποίο η επιστημονική κοινότητα, πριν λίγο καιρό έχασε, αποτέλεσε φωτεινό παράδειγμα, ακραιφνούς και εμβριθέστατου ιστορικού βυζαντινολόγου επιστήμονα. Όλβιος δημιουργός, έγινε για τις διεθνείς ιστορικές σπουδές, το μέγα αγκωνάρι. Ως ένας από τους σημαντικότερους βυζαντινολόγους, κατάφερε κι έσυρε από τη λήθη, ότι θαυμαστό είχε να επιδείξει το Βυζάντιο. Το πολυσχιδές έργο του, πράγματι, αποτελεί μια τεκμηριωμένη καταγραφή, αλλά και ερμηνεία της βυζαντινής ιστορίας. Αν κάτι αφήνουν τα γραφτά του, είναι το γεγονός, ότι είδε το Βυζάντιο ως μια συμπαγή ιστορική ενότητα, την όποια αμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στις επόμενες γενιές των ιστορικών τον τρόπο, ακόμη πιο στοχαστικά να το μελετήσουν.

Πρέπει σοβαρά να λάβουμε υπόψη μας, ότι ο Ransiman μελέτησε το Βυζάντιο υπό το πλαίσιο των τριών συντεταγμένων που οριοθέτησαν τη χιλιετή μοίρα της θεοκρατικής αυτοκρατορίας του: τον Ελληνισμό, τη ρωμαϊκή νομοθεσία και την Ορθοδοξία. Αυτό δηλαδή το περιεχόμενο που ουσιαστικά διαμόρφωσε την πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τη διεργασία, που άρχισε τον 4ο και συνεχίστηκε έως τα μέσα του 15ου αιώνα, ο Ransiman κατάφερε να μας την κληροδοτήσει, δίχως να φαντάζει μακρινή και ξένη.

Με ασκητικό βλέμμα, ο μέγιστος αυτός βυζαντινολόγος, είδε την Ορθοδοξία, η οποία και τον γοήτευσε. Στους κόλπους ανοίχθηκε με διάθεση. Και για αυτήν εμφαντικά υπογράμμιζε: «οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται περήφανοι, μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της ελληνικής ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει το ρόλο της υπογραμμίζοντας το κενό, το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αρχαίου και χριστιανικού κόσμου. Αλλά το χάσμα δεν είναι αγεφύρωτο. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας διέσωσαν πολλά από τα πιο ωραία που είχε η αρχαία ελληνική σκέψη και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τα παρέδωσαν στην Εκκλησία ως αυτήν την ημέρα. Ο εθνισμός μπορεί να γίνει κακό πράγμα. Όμως ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητος που να μη βασίζεται σε φιλόδοξο σωβινισμό αλλά σε μια μακριά παράδοση πολιτιστικών αξιών είναι ζήτημα για νόμιμη καύχηση κα περηφάνια».

Στο πρόσωπο του Ransiman το αγγλόφωνο και κατ' επέκταση το διεθνές επιστημονικό κοινό, ανακάλυψε το Βυζάντιο και αφυπνίστηκε από την κατάκριση που δύο αιώνες πριν ο Edward Gibbon έκανε γι' αυτό, χαρακτηρίζοντας τη χιλιόχρονη ιστορία του ως «θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας». Είναι μακρύς ο κατάλογος των μελετών και των αυτοτελών βιβλίων του, πάνω στα οποία σήμερα, όσοι επιζητούν τη ψηλάφηση του βυζαντινού πολιτισμού μπορούν χωρίς κανένα δισταγμό να προσφύγουν. Και μόνο μια απλή παράθεση των τίτλων, που εύκολα θα μπορούσε κανείς να κάμει, ανατρέχοντας σε ενημερωμένες ιδιωτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, μαρτυρεί την εμμονή του, για εμφάνιση του βυζαντινού πολιτισμού, ως μείγματος διαποτισμένου με κάλλος και θαυμασμό.

Στο σύνολό του το έργο του Ransiman, ιχνογραφεί και διαφωτίζει τη βυζαντινή ιστορία, μέσα από τον χαρακτήρα των ανθρώπων, την ποικιλία των θεσμών, των τρόπων σκέψης και των πολιτισμικών εκφράσεών του. Αρκετό από το συγγραφικό έργο του, μεταφρασμένο στην ελληνική, προσκαλεί κάθε φιλοβυζαντινό αναγνώστη σε μια πραγματική θέαση του επιφανούς μεσαιωνικού κόσμου. Ως κλασικός ιστορικός, ο Ransiman επιμελώς επιστρέφει στις βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μια σύνθετη εικόνα της πολιτιστικής, κοινωνικής, και πολιτικής δομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, οι νεότεροι βυζαντινολόγοι, θα πρέπει να του είναι ευγνώμονες, γιατί δημιούργησε την πιο έγκυρη και περιεκτική ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής περιόδου.

  Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από το σερ Στήβεν Ράνσιμαν, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, στον πατρογονικό πύργο του, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. Για τεχνικούς λόγους,  δεν «βγήκε» ποτέ στον αέρα. Και οι δύο δημοσιογράφοι θεωρούν την συνέντευξη αυτή από τις πιο σημαντικές της καριέρας τους,  μια και ανήκει στο είδος των «συζητήσεων» που σε διαμορφώνουν και δεν ξεχνάς ποτέ. Θεωρούν ότι πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας, έστω και με μια τόσο θλιβερή αφορμή, όπως ο θάνατος του μεγάλου φιλέλληνα.

 

Δημοσιογράφος: Πώς νοιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν εξανεμίστηκε. Όταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολλοί λίγοι άνθρωποι σ' αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν, έστω και ελάχιστα για το Βυζάντιο. Μ' αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα» ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα, είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.

Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια;

Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από το σημερινό.

Καλύτερος ή χειρότερος;

Κοιτάξτε... Δεν είμαι σίγουρος αν θα μου άρεσε να ζήσω στους βυζαντινούς χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Άλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.

Άρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;

Ήταν ένας πολιτισμός, στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.

Και στους έντεκα αυτούς αιώνες;

Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του όπως το θρησκευτικό αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι έτσι, παρ' ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο.

Μιλάμε για θρησκεία κι ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία σχέση είχε με την ηθική.

Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορία που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον, που μελετούσε το Βυζάντιο. Ήρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία, γιατί είναι γεμάτη φόνους, και φαντάζει σαν σχολικό μάθημα (homework). Είχα το τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των αμερικανών προέδρων που είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης των Η.Π.Α. από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν.

Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.

Όντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους χρόνους. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια ανθρώπους στα λιοντάρια, κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο ανθρωπιστική. Και πάντα, απέφευγαν όσο μπορούσαν τη θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου φαίνεται, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ. ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν.

Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοικτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και τίποτε αξιομνημόνευτο».

Νομίζω ότι αυτοί οι Έλληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους αρκεί να δεις τη δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καπαδόκες πατέρες, και πολλοί ακόμη, ως το Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας... Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιοντολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη.

Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.

Αρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλουν.

Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε αν ήταν όλες ίδιες αυτό δε θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί.* Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό και δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς.

Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Όμως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Και, τι εννοείτε με τη λέξη «δημοκρατία»; Ήταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Όχι. Θα έλεγα στους Ελληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την ιστορία, ειδικότερα της κλασσικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να κατακρίνουν... Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία». Στα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει να σε κυβερνούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες, η τηλεόραση. Διότι, είναι θεμιτό να έχουμε αυτό που ονομάζεται «λαϊκή ψήφος» αλλά, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν μόνοι τους κι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο που δε σκέφτονται τότε μεταφέρουν την εξουσία στα χέρια όσων κατέχουν τα ΜΜΕ, οι οποίοι, με τη δύναμη που έχουν, θα έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο και να μορφώσουν όλο τον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών, όχι όλοι ευτυχώς, είναι ανεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα υπήρχε δημοκρατία χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σα να το άφηναν στα χέρια του Θεού καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.

Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;

Η Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν υπήρχαν και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Αγιον Όρος ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία κυρίως τα αγόρια γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία διότι «απολάμβαναν» περισσότερη ιδιωτική, προσοχή. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, στο Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Και η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Όμηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών».

Ήταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Άννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Όλα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. Η Άννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Αμόρφωτοι, δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;

Άλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ήταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Όχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Θα θέλατε να ζείτε στο Βυζάντιο;

Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. Δε νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά, είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις... Όλα εξαρτώνται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την τάξη στην οποία γεννιέσαι. Θα ήθελα να ζω στη Βρετανία του 18ου αιώνα αν είχα γεννηθεί αριστοκράτης, αλλιώς δε θα μου άρεσε καθόλου. Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας.

Η κατάσταση στη Βαλκανική σας ανησυχεί;

Με ενδιαφέρουν πολύ τα Βαλκάνια, είναι ένα μέρος του κόσμου που με «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι έτσι, φυσικά, και ενδιαφέρομαι και θλίβομαι. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Ενα από τα πράγματα που με ενοχλεί ελαφρώς στα γηρατειά μου, είναι ότι, θα ήθελα να γνωρίσω τι θα συμβεί σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου και κυρίως στα Βαλκάνια σε μερικά χρόνια. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, και από τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες μάλλον και η Βουλγαρία. Αλλά για τη Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία... νοιώθω απελπισμένος όταν σκέφτομαι το μέλλον τους...

Μήπως τα Βαλκάνια πληρώνουν την ιστορία τους, σήμερα;

Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. Διότι, έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης.

Πρόσφατα άνοιξε ένας παγκόσμιος διάλογος και στη χώρα σας για το κατά πόσον ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος θα είναι θρησκευτικός.

Ανησυχώ για συγκεκριμένες θρησκείες, με ανησυχούν οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο για τον πολιτισμό, αλλά η θρησκεία χρειάζεται. Οι άνθρωποι θα νοιώσουν ευτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, με τη θρησκεία σήμερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε μία παγκοσμία θρησκεία, και οι διάφορες θρησκείες ποτέ δε συμπάθησαν ιδιαιτέρως η μία την άλλη. Η φιλανθρωπία δεν καλύπτει και το γείτονα της διπλανής πόρτας, αν αυτός πρεσβεύει άλλη θρησκεία. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η θρησκεία θα είναι η σωτηρία, αλλά δεν γνωρίζω και τίποτε που να μπορεί να είναι η σωτηρία. Με τον πληθυσμό να αυξάνεται, είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν τα δεδομένα της εκπαίδευσης, σε παγκόσμια κλίμακα. Απλώς, ποτέ δε θα υπάρξουν αρκετοί δάσκαλοι στον κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβάμαι πως είμαι απαισιόδοξος.

Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;

Έχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δε μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.

Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο;

Το χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε την διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους τους ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Όλοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση. Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.

Διανόηση, πολιτική και πίστη στα Θεία, λοιπόν, μπορούν να βαδίζουν μαζί;

Αποτελεί παράδειγμα η πόλη σας, η Θεσσαλονίκη. Ήταν πολύ φημισμένη για τους διανοητές της, ειδικά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Αλλά είχε και βοήθεια από τους στρατιωτικούς της που, όπως ο Άγιος Δημήτριος, που έρχονταν να τη σώσουν στη σωστή στιγμή. Η πίστη στους Αγίους σου δίνει κουράγιο να υπερασπιστείς την πόλη από τις επιθέσεις, όπως έκανε κι ο Αη Δημήτρης.

Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες;

Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Ετσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Εχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς και μελετώ εδώ και καιρό το διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι Αγγλικανοί όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι'αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.

Τι γνώμη έχετε για τους νεοέλληνες;

Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Ολα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς, οι νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ' έναν τρόπο που οι βυζαντινοί δεν κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και το Διγενή. Τα μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά.

Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. Όταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου. Ηρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε «Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το θάνατό του... Όταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω... Είχε πει ότι 'Οι Κέλτες είναι οι ρωμιοί του Βορρά', ναι, το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει αρκετό δίκαιο... Ο Καβάφης είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, και μάλιστα πρωτότυπος... Εκείνον που δε μπορώ να διαβάσω είναι ο Καζαντζάκης, τον γνώριζα προσωπικά, αλλά δεν μπορώ να τον διαβάσω, ποτέ δε μου άρεσε για να είμαι ειλικρινής. Μ' αρέσει ο Ελύτης και πότε πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στο Σικελιανό. Τους νεώτερους δεν τους γνωρίζω, σταμάτησα να παρακολουθώ, κι όπως ξέρετε ανήκω σε μια πολύ παλιά γενιά.

Χάρις στην πρόνοια του Θεού η Χριστιανική θρησκεία ήλθε στον κόσμο αυτό σε μια μοναδική στιγμή της ιστορίας του. Οι Ρωμαίοι , είχαν μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση όλου του μεσογειακού κόσμου, προσφέροντας έτσι μία τεράστια έκταση, όπου άνθρωποι και ιδέες μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα. Περισσότερο ίσως σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στην πολιτισμική ζωή αυτής της περιοχής δέσποζαν σοφοί και διδάσκαλοι γαλουχημένοι στις παραδόσεις του Κλασσικού Ελληνικού κόσμου. Ή εξαιρετική εμβρίθεια των φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, πού αρχικώς συναντάμε στις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, απλώθηκε, χάρις στην τόλμη των Ελλήνων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μεγάλες και επιφανείς πόλεις πού είχαν ανθήσει στο πέρασμα των Μακεδόνων, ιδιαιτέρως ή Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς αναθρεμμένους στην Ελληνική παράδοση, πού είχε εμπλουτισθεί και από τις παραδόσεις των παλαιοτέρων αυτοκρατοριών της Ανατολής. Ακόμη και αυτή ή Ρώμη και οι δορυφόροι της προσέβλεπαν στην Ελλάδα για την πολιτισμική υποδομή τους.

Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Ελληνισμού. Τι εννοούμε με τον όρο "Ελληνισμός"; Δεν είναι ταυτόσημος με τον Ελληνικό Εθνισμό, αν και οι σημερινοί Έλληνες δικαίως μπορούν και διεκδικούν την συγγένεια με τους διανοητές και καλλιτέχνες της Κλασσικής Ελλάδος, των οποίων την γλώσσα και την γη κληρονόμησαν. Νομίζω πώς Ελληνισμός είναι βασικώς μία στάση του νου, ή αναζήτηση μιας ερμηνείας του κόσμου στον όποιο ζούμε, ή επιμονή για την γνώση όλων των φαινομένων του και ή ελπίδα πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα λάθη, τις θλίψεις και τις τραγωδίες του, πράγμα πού τελικώς θα μας καταστήσει ικανούς να φθάσουμε στην αρμονία πού το ανθρώπινο γένος πρέπει να ποθεί. Ήταν ένα τρομακτικό καθήκον. Πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι - και πολλοί φιλόσοφοι σήμερα - ήσαν ειλικρινά απαισιόδοξοι. Όμως ο ερχομός του Χριστιανισμού φάνηκε σε άλλους να προσφέρει μια λύση. Η αυστηρή εμμονή του στις ηθικές αξίες, σε συνδυασμό με την έμφαση πού έδινε στην αγάπη και την πίστη του στην τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Αλλά για να γίνει αποδεκτός στον κόσμο της διανοήσεως όφειλε να συνταυτισθεί τρόπον τινά με τον κυρίαρχο Ελληνισμό. Και ήταν το μεγάλο επίτευγμα των πρώτων Χριστιανών Πατέρων, κυρίως, νομίζω, των Καππαδοκών, το ότι μπόρεσαν και εξέφρασαν το Χριστιανικό δόγμα με όρους πού ήσαν αποδεκτοί από τους φιλοσόφους. Οι δε μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν το φιλοσοφικό υπόβαθρο, το όποιο χρειαζόταν ή Εκκλησία.

H συμμαχία με τον Ελληνισμό διασφάλισε το μέλλον της Εκκλησίας. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και την μεγάλη εξάπλωση του Χριστιανισμού, εμφανίζονταν τάσεις πού απέρριπταν την Ελληνική προσέγγιση. Ήσαν οι πιστοί πού έμεναν αποκλειστικά στο εβραϊκό υπόβαθρο του Χριστιανισμού, οι φονταμενταλιστές, πού υπάρχουν μέχρι σήμερα, και πού επέμεναν στην αυστηρή τηρήσει άκαμπτων ηθικών κανόνων και τελετουργικών τυπικών και στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Περισσότερο αξιοσημείωτη και καθοριστική είναι ακόμη η γενική τάση των Εκκλησιών της Δυτικής Ευρώπης και των διαδόχων τους να υιοθετούν μια άκαμπτη στάση στην θεολογία τους. Τούτο οφείλεται στις ιστορικές συγκυρίες.

Όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές καταλήψεις, ήσαν οι δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, επαρχίες, πού έπεσαν πρώτες στα βαρβαρικά χέρια. Κι όταν οι Ρωμαίοι διοικητές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν, η μόνη εναπομείνασα μορφωμένη ταξί ήταν ο κλήρος. Αυτός δεν περιορίσθηκε μόνο στο καθήκον του να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό τους εισβολείς. Επί πλέον προμήθευσε τους νέους άρχοντες με εγγραμμάτους υπαλλήλους και, προ πάντων, νομικούς. Ό νόμος ήταν ή μεγάλη συμβολή των Ρωμαίων στον πολιτισμό. Πλην όμως ή άκαμπτη εφαρμογή του ήταν αντίθετη προς την παράδοση του Ελληνισμού. Οί Ρωμαίοι θεολόγοι απαιτούσαν ακριβείς φόρμουλες και λογικά επιχειρήματα, όπως αναπτύχθηκαν από εκείνον τον αξιόλογο διανοητή, τον Θωμά Ακινάτη.

Στις Ανατολικές επαρχίες όμως, στο Βυζάντιο, οι νομικοί δεν άνηκαν στον κλήρο, ήσαν λαϊκοί, και μια πιο φιλελεύθερη θεολογία ήταν επιτρεπτή, ενώ τηρούνταν ανέπαφα τα θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, το δόγμα της Ενανθρωπήσεως και το δόγμα της Σωτηρίας. Προ πάντων, ενώ οι Δυτικές Εκκλησίες δεν αισθάνονταν ποτέ άνετα με τους μυστικούς πού εμφανίζονταν στους κόλπους των -αν και δεν ήταν δυνατόν να μην αναγνωρίσουν την αγιότητα κάποιων μορφών, όπως ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού και η Αγια Τερέζα της Αβίλα - , στην Ανατολική Εκκλησία ο μυστικός ήταν ελεύθερος να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία. Εδώ είχε διατηρηθεί ή Ελληνική στάση. Δεν υπήρξε ποτέ καμία σοβαρή προσπάθεια να εμποδιστεί ή προσωπική αναζήτηση του Θεού.

Σε αυτόν τον βαθμό η παράδοση του Ελληνισμού έχει επιζήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. και νομίζω πώς είναι ακόμη απαραίτητη σήμερα. Η προσπάθεια των Δυτικών Εκκλησιών να εκσυγχρονίζουν την θρησκεία περιορίζει το αιώνιο μήνυμα της και η μέριμνα να υποτάξουν την θεολογία στην λογική συμφώνως προς τα σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα απλώς οδηγεί τον λαό του Θεού στον αγνωστικισμό ή ακόμη και τον αθεϊσμό. 'Αν όμως οι Ορθόδοξοι διατηρήσουν την συμμαχία τους με τον Ελληνισμό, θα μπορέσουν να διατηρήσουν την πνευματικότητα τους. Ίσως μετά από έναν αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα είναι η μόνη από τις μεγάλες Χριστιανικές Εκκλησίες πού θα έχει επιζήσει, αφού μόνη αυτή θυμάται πώς η θρησκεία είναι μυστήριο, και πώς ο Χριστιανός, βοηθούμενος από τους φιλοσόφους και τους θεολόγους του παρελθόντος και όχι τρομοκρατούμενος από αυτούς, δύναται να ακολουθήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού, και μαζί με τους ομοπίστους αδελφούς του, παραμένοντας ευπειθές τέκνο της Εκκλησίας του, να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία.
 
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ
SIR STEVEN RUNCIMAN

ΠΗΓΕΣ:
Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα Sir Stenen Ransiman - Αθαν. Ι. Καλαμάτα Θεολόγου - Καθηγητή
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ-Του SIR STEVEN RUNCIMAN Βυζαντινολόγου,Μέλους της Βρετανικής Ακαδημίας
Eφημ.«Βήμα» της 8.9.2002