xrusostomos arx

Η ΕΝ ΕΤΕΙ 1927 ΑΠΟΠΕΙΡΑ

ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΗΣ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ

† Αρχιεπισκόπου Αθηνών

Από το έργο του:

«ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ»

    Δεν αποτελεί υπερβολήν ο ισχυρισμός ότι την μήνιν των παλαιοημερολογιτών συνεκέντρου κατά βάσιν ο Αρχιεπ/πος Αθηνών Χρυσόστομος (251) εις προσωπικόν εναντίον του οποίου αγώνα είχε μεταστρέψει το όλον ζήτημα η εκμετάλλευσις αυτών(252). Ούτως ο Αρχιεπ/πος ενεφανίζετο ως πρωτεργάτης και ουσιαστικός υπεύθυνος της γενομένης αλλαγής και «αίτιος της εκκλησιαστικής ανωμαλίας»(253) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένως τόσον η Ι. Σύνοδος, όσον και ο ίδιος ο Αρχιεπ/πος είχον διαβεβαιώσει, ότι την σχετικήν πρωτοβουλίαν έσχε το Οικουμ. Πατριαρχείον, ενέκρινε δ' αυτήν η Ιεραρχία(254).

Η τοιαύτη όμως μήνις των παλαιοημερολογιτών εξεδηλώθη βαναύσως, ότε ο κουρεύς Κ. Καραγιαννίδης, οπαδός τυγχάνων του παλ. ημερολογίου, επετέθη τη 21-5-1927 εν τοις προπυλαίοις του πανηγυρίζοντος εν Πειραιεί Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, κατά του εισερχομένου εν αυτώ πρός τέλεσιν της Θ. Λειτουργίας Πρωθιεράρχου και διά ψαλίδος απέκοψε μέρος της γενειάδος αυτού, τραυματίσας συνάμα τούτον εις το πρόσωπον(255).

Η ΔΙΣ συνελθούσα εκτάκτως τη 23-5-1927 υπό την προεδρίαν τού Μητροπολίτου Ζακύνθου Διονυσίου, εκφράσασα την συμπάθειαν αυτής τω Μακ. Αρχιεπισκόπω, απεφάσισεν όπως, προς πάταξιν των ατακτούντων παλαιοημερολογιτών, αιτήσηται παρά της Πολιτείαις όπως «τιμωρήση αυστηρώς τους διαπράξαντας το ανοσιούργημα της επιθέσεως κατά του Αρχιεπ/που και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου»(256), διαλύση τους εν Αθήναις και Θεσσαλονίκη Συλλόγους των παλαιοημερολογιτών απαγορεύση την εξ Αγ. Όρους έξοδον ατάκτων μοναχών, απομακρύνουσα εκ του κόσμου τους άνευ αδείας της Μονής αυτών διατρίβοντας αυτόθι και απαγορεύση «να φέρωσι το ιερόν ένδυμα του μοναχού άτομα αμφοτέρων των φύλων μη εγγεγραμμένα κανονικώς είς τινα των εν ενεργεία Μονών»(257).

Την ενέργειαν ταύτην του Κ. Καραγιαννίδου απεδοκίμασε μεν τότε εμμέσως το Προεδρείον της «Κοινότητος»(258), αλλ' έτεροι παλαιοημερολογίται εδικαιολόγησαν, ως δήθεν οφειλομένην εις τους εναντίον αυτών εξαπολυθέντας διωγμούς και εις την εμμονήν του Αρχιεπ/που εις την καινοτομίαν του ν.ημερολογίου(259), μη διστάσαντες βραδύτερον να ονομάσωσι τον δράστην «ζηλωτήν» προβάντα εξ ενθέου ζήλου εις την πράξιν του ταύτην(260). Αντιθέτως εις το πανελλήνιον η ενέργεια αύτη του παλαιοημερολογίτου κουρέως προυξένησεν αλγεινήν εντύπωσιν και ζωηράν αγανάκτησιν παρά τε τω λαώ και τη Κυβερνήσει, ο Πρόεδρος της οποίας έσπευσεν εκ των πρώτων εις την Ι. Αρχιεπισκοπήν ίνα επισκεφθή τον εκείσε αποσυρθέντα Αρχιεπ/πον. Πολλαί δε προσωπικότητες ημέτεραι και ξέναι εστιγμάτισαν την πράξιν, εξεδήλωσαν προς τον παθόντα Μακ. τα αισθήματα της συμπαθείας αυτών και διά ψηφισμάτων απεδοκίμασαν τον δράστην(261), ενώ παραλλήλως το θλιβερόν τούτο συμβάν παρείχε την αφορμήν ίνα διατυπωθώσι προτάσεις προς πάταξιν της αναρχίας και αποσόβησιν περαιτέρω καταρρακώσεως της κρατικής αξιοπρεπείας(262).

Αι προτάσεις αύται προυκάλεσαν την άμεσον αντίδρασιν των παλαιοημερολογιτών, οίτινες έσπευσαν να δηλώσωσιν ότι «αδικαιολόγητος και ηθικώς αξιοκατάκριτος θα γίνη πάσα εκ μέρους οιασδήποτε αρχής εκμετάλλευσις του γεγονότος τούτου προς κατάπνιξιν της θρησκευτικής ελευθερίας»(263). Αλλά μήν, οι παλαιοημερολογίται υπήρξαν εκείνοι οίτινες, ουδέν σοβαρόν σημείον καταλλαγής δεικνύοντες, εξώθουν μάλλον τα πράγματα εις τα άκρα. Διότι η παράταξις αυτών, ενισχυθείσα επί πλείον διά της εις αυτήν προσχωρήσεως προσώπων υψηλήν, ως επί το πολύ, κατεχόντων εν τη κοινωνία θέσιν(264), προήλθεν εις ευρείαν αντεπίθεσιν, επιστρατεύσασα τον βουλευτήν Κυκλάδων Δ. Βοκοτότουλον(265), όστις εν τε διαλέξει και «λοιδόρω» αρθρογραφία υπεστήριξεν, ότι το νέον ημερολόγιον εισήχθη εν τη Εκκλησία της Ελλάδος διά μόνης της αποφάσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και του Οικουμενικού Πατριάρχου(266)

Η ουτωσεί διαμορφωθείσα νέα, μετά την κατά του Αρχιεπ/που Χρυσοστόμου απόπειραν, κατάστασις ηνάγκασε την Ι. Σύνοδον όπως αντιδράση δι' ενός ανακοινωθέντος(267), όπερ εξέδοτο κατά την συνεδρίασιν αυτής της 6-7-1927, αναιρούντος τους ισχυρισμούς τούτους του εξονομασθέντος βουλευτού. Την αντίδρασιν ταύτην της Ι. Συνόδου επλαισίωσαν παρευθύς εκδηλώσεις συμπαραστάσεως προς αυτήν και υποστηρίξεως του νέου ημερολογίου εκ μέρους του εμπορικού κόσμου της Χώρας, κυρίως δε του Πειραιώς, αντιπροσωπείαι του οποίου εγένοντο δεκταί εις ακρόασιν υπό της Ι. Σ. κατά την συνεδρίαν της 11-7-1927 και υπέβαλον την παράκλησιν όπως μη μεταβληθή το κρατούν ημερολογιακόν καθεστώς, μηδεμιάς σημασίας διδομένης «εις τους ολίγους φωνασκούντας, οίτινες εξ άλλων λόγων και εξ άλλων ελατηρίων ορμώνται» (268).

Η Ι. Σύνοδος, λαβούσα εν τω μεταξύ γνώσιν νεωτέρων ενεργειών του ως άνω βουλευτού, ως και της κυκλοφορίας λιβέλλων εις βάρος της Εκκλησίας, εξέδοτο και αύθις ανακοινωθέν περί του τρόπου καθ' ον εισήχθη το νέον ημερολόγιον(269), αντικρούουσα τας κατά του Αρχιεπισκόπου αιτιάσεως των παλαιοημερολογιτών.

Αλλά και η ενέργεια αύτη εις ουδέν ίσχυσεν ίνα μεταβάλη την κατάστασιν και μεταστρέψη τους εν τη εαυτών γνώμη εμμένοντας παλαιοημερολογίτας. Ήτο προφανές ότι το όλον κλίμα εντός του οποίου ανειλίσσετο το παλαιοημερολογητικόν κίνημα είχε καταστή αμαυρόν και αι πιθανότητες ειρηνικής επιλύσεως της υφισταμένης διαφοράς είχον σημαντικώς περιορισθή.

Σημειώσεις

251. Ήδη επί τη δ' επετείω της αναρρήσεως αυτού εις τον θρόνον η «Ανάπλασις» έγραφεν ότι «ο Μακ. Αρχιεπ/πος Αθηνών, ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος συγκεντρώνει σήμερον όλην την μήνιν και την εμπάθειαν των πολεμίων της Εκκλησίας. Η σειρά των γεγονότων, γνωστών τοις πάσι, είναι ικανή να επιμαρτυρήση την κενοτρόπον πολεμικήν, πολιτικήν των επιβούλων της εκκλ. γαλήνης και τάξεως, οίτινες τοσαύτας αηδείς μομφάς και κατηγορίας επιρρίπτοντες κατ' αυτού, προς μείωσιν του προσωπικού γοήτρου τoυ, δεν ώκνησαν να επιζητήσουν και από του Βήματος του Βουλευτηρίου την πτώσιν αυτού, αφού προς τούτο δεν ήρκεσεν η εκ μέρους των καπηλεία του θρησκευτικού φρονήματος μικράς μερίδος του λαού εξεγειρομένου τάχα κατά φανταστικών «μεταρρυθμίσεων» αίτινες προσβάλλουν τα δόγματα της Ορθοδοξίας και την εκκλ. ενότητα». («Ανάπλασις» 1927 σ. 53 ). Και γραπταί εισέτι απειλαί διετυπώθησαν κατά του Μακ. Χρυσοστόμου (Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 212).

252. «Ανάπλασις» 1928 σ. 61.

253. Σ. Καραμήτσου-Γαμβρούλια, ένθ. ανωτ. σ. 70. Γ. Ευστρατιάδου, ένθ.ανωτ. σ. 33, 175. Πρβλ. και άρθρον Π. Καρολίδου εν: «Σκρίπ» 24-5-1927. Ούτω και Αρχιμ. Θ. Στράγκας, ένθ. ανωτ. τ. Δ' σ. 2172.

254. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ.38. Ιωακείμ, Μητροπολίτου Δημητριάδος, Το Παλ/κόν...Β' σ. 12. Κατά το επίσημον από 11-7-1929 ανακοινωθέν της `Ι. Σ. «η εισαγωγή του νέου ημερολογίου..., εγένετο εκ πρωτοβουλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μετά επανειλημμένας και ομοφώνους αποφάσεις ολοκλήρου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, της Ελλάδος, ήτις, μετά την εισαγωγήν του νέου ημερολογίου ουχί άπαξ δοθείσης αφορμής εν συνεδριάσεσιν αυτής απεφάνθη ότι ο Πρόεδρος αυτής Αρχιεπ/πος Αθηνών ουδέν άλλο έπραξεν ή να εκτελέση επακριβώς τας κανονικάς και νομίμους αποφάσεις της Ιεραρχίας» (Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 44-45 ). Πρβλ. «Εκκλησίαν» 1926 σ. 399. Βλ. και σχετικήν Εγκύκλιον από 17-2-1927 του Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου εν: «Εκκλησία» 1927 σ. 129 επ. Προς απόκρουσιν της κατηγορίας ταύτης επανεδημοσιεύθη εν τη «Εκκλησία» 1927 (σ. 209-210 ) η από 27-2-1924 περί Ημερολογίου Εγκύκλιος του Οικουμ. Πατριάρχου Γρηγορίου, ήτις ώριζεν όπως από 10ης Μαρτίου 1924 εισαχθή το διωρθωμένον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Πρβλ. και το από 21-9-1927 Γράμμα του Αρχ/που Χρυσοστόμου προς τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Μελέτιον, ένθα τονίζεται ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος δι' αποφάσεως της Ιεραρχίας αυτής, μετά της εν Κύπρω Εκκλησίας, πρωτοστατούσης της Πρωτοθρόνου Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κων/λεως προέβησαν μετά των άλλων αδελφών ορθοδόξων Εκκλησιών επί την διόρθωσιν του Ημερολογίου από της 10ης Μαρτίου 1924» («Εκκλησία» 1927 σ. 295).

255. Πρβλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 117. Αρχιμ. Θ Στράγκαν, ένθ. ανώτ. τ. Γ' σ. 1522. Π.Τρεμπέλαν, Ο Χρυσόστ. Παπαδόπουλος ως Αρχιεπ/πος εν: «Εκκλησία» 1968 .σ. 537. Ως ηθικός αυτουργός και εισηγητής της βιαίας ταύτης ενεργείας κατωνομάσθη ευθύς μεν υπό του «Ιερού Συνδέσμου» (1-5 Mαΐου 1927 σ. 1) και της «Αναπλάσεως» (1927 σ. 117, 125 ) μετά διετίαν δ' υπό του Μακ. Χρυσοστόμου (Ημερολογιακά Β' 1929 σ. 6) ο Αρσένιος Κοττέα. Ειρήσθω δ' ότι κατ' αυτού εξεδόθη τη 25-5-1927 ένταλμα συλλήψεως δι' ηθικήν αυτουργίαν εις την απόπειραν, μη εκτελεσθέν όμως, εφ' ω και διεμαρτυρήθη τότε η «Ανάπλασις» (1927 σ. 212).

256. ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 551. Η ΔΙΣ εχαρακτήρισε την απόπειραν «εσχεδιασμένην και προμελετημένην» Πρβλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 117 ένθα αποκαλύπτεται ότι είχεν αφ' εσπέρας της αποπείρας προηγηθή σύσκεψις εν τω εντευκτηρίω των παλαιοημερολογιτών. Ο δε «Πάνταινος» εχαρακτήρισε την πράξιν ως «έγκλημα» (1927 σ. 348). Ο κουρεύς Κ.Καραγιαννίδης, εισαχθείς εις δίκην, ομού μετά τριών μοναχών, αίτινες απεδοκίμασαν διά λόγων τον Μακ. Χρυσόστομον καθ' ην στιγμήν ο συγκατηγορούμενος αυτών επετίθετο κατ' αυτού, ηθωώθη δι' ισοψηφίας υπό του Κακουργοδικείου, δεχθέντος ότι «τόσον ο Καραγιαννίδης όσον και αι καλογραίαι εξετέλεσαν τας πράξεις ταύτας εν καταστάσει πλήρους συγχύσεως ένεκα ψυχικών παραισθήσεων οφειλομένων εις τετυφλωμένον θρησκευτικόν αίσθημα ή πάθος το αναπτυχθέν ανενδότως και ακαταμαχήτως ένεκα της γενομένης μεταβολής του εκκλησ. ορθοδόξου ημερολογίου». («Εκκλησία» 1928 σ. 30. «Ανάπλασις» 1928 σ. 39-40 ένθα παρατίθενται και σχετικά σχόλια του αθηναϊκού τύπου). Πρβλ. και «Ζωήν» 1927 σ. 176 χαρακτηρίζουσαν την πράξιν του κουρέως ως αποτέλεσμα «του τυφλού φανατισμού και της εθελοθρησκείας». Ο Αρχιεπ/πος Χρυσόστομος εδήλωσεν ότι δεν επεθύμει την δίωξιν του Κ. Καραγιαννίδου, και εμερίμνησε διά την οικογένειαν αυτού. Βλ. Χρ.Νεαμονιτάκη, Χρυσόστομος Α. Παπαδόπουλος... σ. 80.

257. ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 552. Πρβλ. και «Ανάπλασιν» 1927 σ. 125. και «Εκκλησίαν» 1927 σ. 181. Σχετικώς έπιθι άρθρον «Μετά την βέβηλον απόπειραν» εν: «Ιερός Σύνδεσμος» έτος Ε' περίοδος Δ' 1-15 Mαΐου 1927 σ. Ι. Και «Ζωήν» 1927 σ. 24, ως και το υπ' αριθμ. 58900/31-10-1932 έγγραφον του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Υπουργείον Εσωτερικών δημοσιευθέν εν: «Εκκλησία» 1932 σ. 395. Βλ και «Πάνταινον» 1927 σ. 267.

258. «Ανάπλασις» 1927 σ. 212.

259. Ε. Καραμήτσου-Γαμβρούλια, ένθ. ανωτ. σ. 70.

260. Ένθ' ανωτ. σ. 71.

261. Ούτω μεταξύ των άλλων ψηφίσματα εξέδωκαν η Βουλή, το Πανεπιστήμιον, θρησκευτικοί Σύλλογοι κ.ά. Βλ. σχετικώς «Ιερόν Σύνδεσμον» 1-15 Μαΐου 1927 σ. 1-4, «Εκκλησίαν» 1927 σ. 171-176, 185, 190, «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118-119, «Πάνταινον» 1927 σ. 346-347. Μεταξύ των εκφρασάντων την συμπάθειαν αυτών προς τον Αρχιεπ/πον ήτο και ο εν Αθήναις Ουνίτης επίσκοπος Γ. Χαλαβαζής, προς ον απήντησεν ούτος διά μνημειώδους συγγραφής στρεφομένης κατά της Ουνίας, ήτις και απετέλεσε το έναυσμα της διαμειφθείσης μεταξύ των δύο ανδρών σπουδαίας επί του Ουνιτικού της Ελλάδος ζητήματος αλληλογραφίας. Πρβλ. Χρ. Νεαμονιτάκη, Χρυσόστομος Α' Παπαδόπουλος...σ. 80-81.

262. «Εκκλησία» 1927 σ. 169.

263. Εφημερίς «Σκρίπ» 24-5-1927.

264. Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός, καθ' ο ο τότε Υπουργός Θρησκευμάτων Α. Αργυρός «ύψωσε φωνήν συμπαθείας υπέρ των παλαιοημερολογιτών» Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118. Πρβλ. και «Ιερόν Σύνδεσμον» 1-15 Μαΐου 1927 σ. 1, και Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος τ. Β' 1910 σ. 271. Η τοιαύτη στάσις του Υπουργού, εν συνδυασμώ προς την αδράνειαν των πολιτειακών οργάνων προς περιορισμόν της δραστηριότητος των αγιορειτών, έδωκε λαβήν εις την διατύπωσιν της υποψίας ότι το παλαιοημερολογιτικόν εχρησιμοποιείτο ως πρόσχημα και όπλον επιθέσεως της Πολιτείας κατά της Εκκλησίας. Βλ. «Ανάπλασιν» 1927 σ. 118.

265. Περί τούτου ο «Πάνταινος» έγραφεν ότι «γράφει με την μεγαλυτέραν ιταμότητα και καταφρόνησιν δια τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, την περί αυτόν αγίαν και ιεράν Σύνοδον και την όλην Ιεραρχίαν του Οικουμεν. Θρόνου και διά τον Μακ. Αθηνών και σύμπασαν την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος εκχύνει ακενώτους θησαυρούς γλωσσικής ακοσμίας» (Βλ. «Πάνταινον» 1927 σ. 267 ).

266. «Εκκλησία» 1927 σ. 220.

267. Το κείμενον του εν λόγω ανακοινωθέντος, βλ. εν: «Εκκλησία» 1927 σ. 220. Πρβλ. και ΚώΔΙΣ 1921-1927 σ. 574.

268. ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578. Κατά την υπ' όψιν συνεδρίαν προσήλθε κατ' αρχάς Επιτροπή του Εμπορικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, εν συνεχεία δ' ετέρα Επιτροπή της Εμπορικής Ενώσεως Πειραιώς (ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578 ). Πρβλ.και άρθρον υπό τον τίτλον «Ανέλπιστον ή ελπιζόμενον» εν: «Η. Φ. Ο. » 1928 φ. 2 σ. 11, δι' ου ψέγεται η ενέργεια αύτη του Εμπορικού Επιμελητηρίου, μη δυναμένου, κατά τον συντάκτην, να εκπροσωπή τον εμπορικόν κόσμον της Χώρας.

269. Βλ. τούτο εν ΚώΔΙΣ, 1921-1927 σ. 578, ως καί εν Αρχιμ. Θεοκλ. Στράγκα, ένθ. ανωτ. τ. Γ' σ. 1523. Η εφημερίς «Σκρίπ» της 20-3-1927 εδημοσίευσε διαμαρτυρίαν μοναχών του αγίου Όρους, ην ο «Πάνταινος» απέδωσεν εις 79 μοναχούς επί συνόλου 4.000 (1927, σ. 194).

1821 7
ΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ '21
Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ηρακλή Μηλλα



         Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν μια τραυματική εμπειρία και η ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους ένα σοκ για τους ιθύνοντες του oθωμανικού κράτους. Μέχρι τότε και ειδικά ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα η αυτοκρατορία έχανε εδάφη, αλλά μόνο έπειτα από στρατιωτικές ήττες απέναντι σε εχθρικά γειτονικά κράτη, όπως Αυστρία, Ρωσία και Περσία. Το «21» ήταν μια άλλη περίπτωση: είχαν επαναστατήσει για πρώτη φορά, και μάλιστα με επιτυχία, οι υπήκοοι του κράτους.

Εθνική ταυτότητα

Αυτή η επανάσταση δρομολόγησε μέσα στην οθωμανική επικράτεια μια σειρά γεγονότων που γενικά θα χαρακτηρίζονταν ως: α) προσπάθειες κατανόησης «τι δεν πάει καλά;», και β) αναζήτηση μιας νέας κοινωνικής «ταυτότητας» που θα περιόριζε παρόμοια φαινόμενα αμφισβήτησης των αρχών. Στον πρώτο άξονα βλέπουμε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Π.χ., καταργήθηκε ο στρατός και ο θεσμός των γενιτσάρων και οργανώθηκε ένας νέος, πιο σύγχρονος στρατός. Θανατώθηκαν είκοσι χιλιάδες γενίτσαροι (1826). Ιδρύθηκαν σχολές στα πρότυπα της Δύσης και τελικά δρομολογήθηκε το «Τανζιμάτ» (Χατ-ι Χιουμαγιούν) με σκοπό να προωθηθεί ένα είδος ισοπολιτείας (1839).

Αλλά για ορισμένους Τούρκους ερευνητές το «21» δεν αποτέλεσε έναυσμα μόνο για μια ενωτική «οθωμανική» ταυτότητα αλλά δρομολόγησε και τα πρώτα βήματα μιας εθνικής (τουρκικής) ταυτότητας. Το 1833 οργανώθηκε το Τμήμα Μεταφραστών (ένα είδος υπουργείου Εξωτερικών) το οποίο ανέλαβε τα καθήκοντα που μέχρι τότε διεκπεραίωναν οι Χριστιανοί και βασικά οι «Ρωμιοί» ως τα βασικά συστατικά μέλη του μηχανισμού των εξωτερικών υποθέσεων του κράτους. Αυτή η πράξη είναι μια ένδειξη ότι η Υψηλή Πύλη δεν εμπιστευόταν πλέον τους «Ρωμιούς», οι οποίοι εκλαμβάνονται ως οι «εθνικά Άλλοι». Με άλλα λόγια, το κράτος εδραιώνει ένα νέο φορέα εξαιρώντας τον εθνικά «Άλλο».

Ελάχιστη είναι όμως οι σύγχρονοι Τούρκοι ιστορικοί που θα συμφωνούσαν με μια τέτοια ερμηνεία του παρελθόντος. Το κάθε εθνικό κράτος καλλιεργεί μια νέα και εθνική ταυτότητα πάντα με μια ειδική ερμηνεία της ιστορίας που πληροί ορισμένες προϋποθέσεις: εξωραΐζει το παρελθόν «μας» και υμνεί τον «χαρακτήρα» του έθνους, κατασκευάζει έναν υποδεέστερο «Άλλο», ξεχνάει τα αρνητικά «μας» και γενικά κολακεύει τους πολίτες του χρεώνοντας σε άλλους τις αρνητικές εξελίξεις. Πώς θα μπορούσε να παραδεχτεί ότι έσφαλε στο παρελθόν, ότι και ο Άλλος είχε κάποιο δίκιο ή ότι ο «Άλλος» ήταν η αιτία της εθνικής αφύπνισής του;

Γι' αυτό η τουρκική ιστοριογραφία γενικά και τα σχολικά βιβλία ειδικότερα κατασκεύασαν μια ιστορία που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «εθνική», «εθνικιστική» ή «πατριωτική κατασκευή». Σε γενικές γραμμές, η τουρκική ιστοριογραφία αποφεύγει τα ανωτέρω, τονίζει άλλες πτυχές του «21» και αφηγείται τα εξής:


Τι λένε οι «Άλλοι»

Η οθωμανική κυριαρχία παρείχε μια σχετική αυτοδιοίκηση στους Ρωμιούς όπου ο Πατριάρχης ήταν η κεφαλή αυτής της κοινότητας (του γένους / του μιλέτ των Ορθοδόξων). Είχαν δικούς τους οικονομικούς πόρους που τους διέθεταν όπως έκρινε η κοινότητα και μπορούσαν να επιλέγουν τους θρησκευτικούς και κοινοτικούς τους ηγέτες. Οι Ρωμιοί ήταν εύποροι και απολάμβαναν θρησκευτικές και εκπαιδευτικές ελευθερίες. (Βεβαίως δεν αναφέρονται σε κρυφά σχολειά αλλά απαριθμούν τις σχολές των Ρωμιών.) Είχαν αποκτήσει και διοικητικά αξιώματα ως ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία και «διερμηνείς» στον χώρο των εξωτερικών υποθέσεων του κράτους.

Αλλά οι μεγάλες δυνάμεις που επιδίωκαν τον διαμελισμό του Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ειδικά η Ρωσία, συχνά προσπαθούσαν να παρακινήσουν τους χριστιανούς σε ξεσηκωμούς, όπως π.χ., έγινε με τα Ορλωφικά το 1770-1774. Επιπλέον στις αρχές του 19ου αιώνα οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασαν τους λαούς των Βαλκανίων (δεν διασαφηνίζεται αν αυτές οι ιδέες είναι θετικές ή αρνητικές). Τελικά οι Ρωμιοί επαναστάτησαν, αλλά ο οθωμανικός στρατός που έσπευσε από την Αίγυπτο αποκατέστησε την τάξη. (Σε αυτό το σημείο παρατηρούνται πολλές «αποσιωπήσεις»: η σφαγή της Χίου, ο απαγχονισμός του Πατριάρχου, η αδυναμία του κρατικού στρατού δεν αναφέρονται ή υποβιβάζεται η σημασία τους).

Εξιστορείται η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ναυαρίνο και τονίζεται ότι το νέο ελληνικό κρατίδιο είναι ένα δημιούργημά τους. Αυτή η άποψη είναι σε αρμονία με τη γενικότερη διαδεδομένη θέση ότι οι Δυτικοί «πάντα» υποστήριξαν και ακόμη υποστηρίζουν τους Έλληνες λόγω θρησκευτικής αλληλεγγύης ή επειδή κακώς νομίζουν ότι είναι οι απόγονοι των αρχαίων.

Το «21» δίνει το έναυσμα για μερικές ακόμη τοποθετήσεις. Πρώτον, η τουρκική ιστοριογραφία αναφέρεται συχνά στον Φαλμεράιερ υποστηρίζοντας ότι οι Νεοέλληνες δεν είναι οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων (αλλά ένα κράμα Σλάβων και Αλβανών) και δεύτερον παρουσιάζει χάρτες που «τεκμηριώνουν» την επεκτατική πολιτική της νέας Ελλάδας (γνωστή στην Τουρκία ως «Μεγκάλο Ιντέα») και της εξάπλωσής της εις βάρος της οθωμανικής/τουρκικής κυριαρχίας (1881, 1913, 1919, 1947, 1974). 

Ένας αντίλογος

Με άλλα λόγια, στην τουρκική ιστοριογραφία παρακάμπτεται η ουσιώδης πλευρά του «21» που την αφορά και που είναι αυτή που ώθησε την αναδιοργάνωση του οθωμανικού/ τουρκικού κράτους και την αφύπνιση της εθνικής ταυτότητας και, αντί αυτού, αναπτύσσεται ένας αντίλογος που μοιάζει να πηγάζει από μια τάση να «ανατρέψει» τα ελληνικά εθνικά επιχειρήματα, δηλαδή: οι Τούρκοι ήταν τυραννικοί, «εμείς» μόνοι μας «σας» νικήσαμε, είμαστε οι απόγονοι των παλαιών κατοίκων της περιοχής. Η ιστοριογραφία μπορεί να έχει και μια δεύτερη ανάγνωση: είναι ένας συγκρουσιακός διάλογος.

* Ο Ηρακλής Μήλλας είναι πολιτικός επιστήμονας, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_24/03/2007_220694
  


1821 kolokotroni
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΥΚΑ

 

Eδημοσιεύθη εις την εφημερίδα "ΑΙΩΝ" εις τας 13 Νοεμβρίου 1838 με το ακόλουθον χρονικόν:


"Κατά την 7 Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν".


Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, oποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ' ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε hμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς oπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει.

Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και η γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα η παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι οποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε". Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

Τελειώνω το λόγο μου.

Ζήτω ο βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι!
Ζήτω η ελληνική νεολαία!


σελ. 20, περιοδ. "Ελληνική Ιστορία"


mehmet
ΟΙ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Απόστολου Βακαλόπουλου



     Ομαδικοί και ατομικοί εξισλαμισμοί.

    Ήταν πολύ φυσικό τα δεινά των χριστιανών, με την ατελείωτη παράτασή τους μέσα σ' να κλειστό σχεδόν από παντού ορίζοντα, να κάμπτουν την ψυχική αντοχή πολλών χριστιανών, να κλονίζουν την πίστη τους και τελικά να προκαλούν την συνειδητή η και προσποιητή προσέλευσή τους στον ισλαμισμό.

Είναι αλήθεια ότι το οθωμανικό κράτος επίσημα δεν βίαζε την θρησκευτική συνείδηση των κατακτημένων ούτε και επιδίωκε τον βίαιο εξισλαμισμό τους, αλλά οι συνθήκες της ζωής τους - ιδίως ανάμεσα σε συμπαγείς μουσουλμανικούς πληθυσμούς ήταν τόσο δύσκολες και η βαθμιαία διαφοροποίηση των φόρων μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων ραγιάδων τόσο αισθητή, ώστε η προσέλευσή τους στον ισλαμισμό (που αποτελούσε την μοναδική διέξοδο από τα δεινά) να είναι μεγάλος πειρασμός. Μία απλή ομολογία της μουσουλμανικής πίστης τους έφερνε αμέσως στην άλλη όχθη, στην παράταξη των κατακτητών.
 

Συνταρακτικά γεγονότα, όπως καταλήψεις χωρών, αλώσεις σημαντικών πόλεων, αιχμαλωσίες, είχαν ισχυρό αντίκτυπο στην δημιουργία εξωμοτών. Ιδίως η πτώση της βασιλεύουσας είχε τεράστια επίδραση στην εξόγκωση του ρεύματος των εκούσιων εξισλαμισμών όχι μόνο μέσα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και έξω άπ' αυτήν, στις ελληνικές χώρες που ως τότε είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους προς αυτήν με κάποια ελπίδα και παρηγοριά. Ρητά μιλεί ό πρώτος πατριάρχης μετά την Άλωση Γεννάδιος για το συνεχές ρεύμα των χριστιανών, που κάθε μέρα απομακρύνονται από την πίστη η που βασανίζονται με την σκέψη να εξομώσουν. Πραγματοποιούνται τώρα όσα προφητικά έλεγε πριν από 35 περίπου χρόνια ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος τονίζοντας την σημασία της Κωνσταντινούπολης ως στηρίγματος της χριστιανικής πίστης: «... ταύτης της Πόλεως ισταμένης συνίσταταί πως αυτή και η πίστις ακράδαντος• εδαφισθείσης δε, η αλούσης, άπερ Χριστέ μου μη γένοιτο! ποία έσται ψυχή κατά την πίστιν ακλόνητος;». Η σκληρή πραγματικότητα της κατοχής, που αποτελούσε πάντοτε μεγάλη δοκιμασία, τώρα με την πτώση της βασιλεύουσας γίνεται περισσότερο αισθητή• δημιουργεί μεγάλο πειρασμό για τις αδύνατες ψυχές και τους καιροσκόπους και προκαλεί έντονες αποσυνθετικές ζυμώσεις μέσα στην χριστιανική κοινωνία και στην Εκκλησία. Τα πιθανά επακολουθήματα της Άλωσης τα πρόβλεπε και ο Ανδρόνικος ο Κάλλιστος, μόλις έμαθε το γεγονός: «Εκκλινούσι πάντες και αχρείοι γενήσονται, και ουδείς έσται ποιών χρηστότητα ουδέ μέχρις ενός νυν πράγματα πάντα κατά τον φάμενον ούτως έσται και νυκτομαχία τις δεινή».

Το πλήθος των εξωμοτών είναι τόσο αθρόο, ιδίως στην Ήπειρο και Αλβανία, ώστε κατά την μύηση των νεοφωτίστων στην νέα θρησκεία δεν τηρούνται και αυτές ακόμη οι πιο απαραίτητες διατάξεις του ιερού Νόμου. Γι' αυτό (ίσως και για ν' αναστείλη την γενίκευση του φαινομένου αυτού, που θ' αποστερούσε την αυτοκρατορία από τους φόρους των χριστιανών ραγιάδων) ο Μεχμέτ Β' διατάζει στα 1474 με ιραδέ την αυστηρή και ακριβή τήρηση των σχετικών νομίμων στις παραπάνω χώρες, απειλώντας αλλιώς θάνατο στους παραβάτες. Από την Άλωση ως την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) αλλεπάλληλες είναι οι εγκύκλιοι του σεϊχουλισλαμάτου προς τους μουφτήδες, τους καδήδες και τους ιμάμηδες της Ηπείρου και Αλβανίας με οδηγίες για τον τρόπο του προσηλυτισμού των μαζών. Οι ειδήσεις αυτές είναι χαρακτηριστικές για την διάρκεια και την έκταση των εξισλαμισμών μετά την Άλωση.

Επίσης η κατάληψη της Τραπεζούντας θα προκάλεσε εξισλαμισμούς μέσα στην πόλη και προ πάντων στην ύπαιθρο, αλλά οι σχετικές ειδήσεις είναι ελάχιστες και βασίζονται στην επισφαλή προφορική παράδοση. Σύμφωνα μ' αυτήν, οι πρώτοι που εξόμωσαν στην περιοχή του Πόντου μετά το 1461 είναι οι Λαζοί, οι οποίοι, αν και λησμόνησαν την γλώσσα τους, διατήρησαν όμως τα χριστιανικά ήθη και έθιμά τους. Είναι πολύ πιθανόν, όπως αναφέρει ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, ότι οι Λαζοί εξισλαμίστηκαν αργότερα, κατά τα μέσα του 17ου αι. - τουλάχιστον εκείνοι που βρίσκονταν μεταξύ Τραπεζούντας και ποταμού Τζορόχη.

Επίσης εξισλαμίστηκαν και πολλά χωριά της περιοχής Νικόπολης (Σιαπίν Καρά Χισάρ) και Κολώνιας, από τα οποία σπουδαιότερα είναι η Ζάαπα, το Αγουτμούς, το Ορτάκιοϊ και η Πάρου. Οι κάτοικοί τους, όπως σχεδόν κατά κανόνα γίνεται, είχαν γίνει πιο φανατικοί από τους Τούρκους. Μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι κάτοικοι της Ζάαπας, που κρατούσαν σε απόσταση τους άλλους Τούρκους, δεν έκαναν γάμους μαζί τους, ενώ αντίθετα είχαν φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες. Οι χριστιανοί κάτοικοι της Νικόπολης και δυό η τριών χωριών είχαν κιόλας χάσει την προγονική η ελληνική γλώσσα τους πριν από την οθωμανική κατάκτηση. Ήταν λοιπόν «λείψανα ελεεινά του άλλοτε ακμαίου και πυκνού εν ταις χώραις ταύταις χριστιανισμού, περισωθέντος εκ του γενικού κατακλυσμού των νομαδικών αυτόθι φυλών, του καταστρέψαντος πάντα τον αρχαίον κατά την μέσην Ασίαν πολιτισμόν και αποσαρώσαντος παν χριστιανωσύνης μνημείον». Την ελληνική γλώσσα οι κάτοικοι των παραπάνω περιοχών άρχισαν να την ξαναμαθαίνουν βαθμιαία με την εκμετάλλευση των στυπτούχων μεταλλείων της περιοχής από τους Ποντίους της Χαλδίας μετά τον 16ο αι.

Γενικά σκοτεινά είναι τα προβλήματα τα σχετιζόμενα με τον χρονικό καθορισμό της εξάπλωσης του μουσουλμανισμού στις διάφορες περιοχές του Πόντου και με την διαπίστωση σ' αυτές του φαινομένου του κρυπτοχριστιανισμού. Τα ζητήματα αυτά, ιδίως των κρυπτοχριστιανών, των λεγομένων κλωστών, επιφυλάσσομαι να εξετάσω διεξοδικά στον επόμενο τόμο* μαζί με άλλα παρόμοια φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στις διάφορες ελληνικές χώρες, επειδή τα μεταγενέστερα ιστορικά στοιχεία είναι περισσότερα.

Οι εξισλαμισμοί στην Μ. Ασία εξακολούθησαν και αργότερα, αλλά οι πληροφορίες μας είναι λίγες και στηρίζονται κυρίως στις σωζόμενες ως σήμερα παραδόσεις. Έτσι στην Καππαδοκία πολλά ήταν τα χριστιανικά χωριά που έγιναν μωαμεθανικά με το πέρασμα των χρόνων. Απόδειξη είναι ότι για μερικά απ' αυτά γύρω από το Γκέλβερι, όπως για το Ιλίσου, το Περίστρεμμα, το Σέλμε, την Σορσοβού, την Μαμασό και το Αγασάρ, γενική ήταν η γνώμη ότι ό πληθυσμός παλιότερα ήταν χριστιανικός. Άλλωστε σ' αυτά σώζονται ακόμη ως σήμερα εκκλησίες ακέραιες η μισοκαταστραμμένες η και ερείπια μισοκατεστραμμένων παρεκκλησιών και εξωκκλησιών, που ως τα 1924 ήταν τόποι λατρείας. 

Οι σωζόμενες σχετικές με τους εξισλαμισμούς παραδόσεις μικρή μόνον ιδέα της τραγωδίας εκείνης είναι δυνατόν να δώσουν. Οι περισσότερες μαρτυρούν την κάμψη της ψυχικής αντοχής και την απελπισία των κατοίκων, την οποία όξυνε κάπου κάπου ακόμη περισσότερο η δογματική ακαμψία, ίσως και η αναλγησία και το πείσμα των εκκλησιαστικών ποιμένων. Διηγούνται π.χ. ότι οι κάτοικοι του χωριού Μουδζούρ, κοντά στο Κίρσεχιρ, δέχθηκαν τον ισλαμισμό κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, γιατί ό μητροπολίτης τους δεν τους επέτρεψε να καταλύσουν την νηστεία του Αυγούστου, που έπεφτε στην ένταση των αγροτικών τους εργασιών - τότε που ζητούσαν να δροσίσουν το στόμα τους με οξύγαλα, με το λεγόμενο αϊράνι.
Στα 1577 στην άλλοτε εκκλησιαστική επαρχία των Μύρων - εκτός από δυό τρία χωριά με πολύ λίγους χριστιανούς - υπήρχαν πάμπολλες κωμοπόλεις και χωριά, που είχαν προσέλθει στον ισλαμισμό πριν από πολλά χρόνια. Την ύπαρξη των άλλοτε χριστιανικών κοινοτήτων στην νότια γενικά παραλία της Μ. Ασίας μαρτυρούσαν μόνο τα εκκλησιαστικά μνημεία, ναοί και μονές, που ερημώνονταν και ερειπώνονταν σιγά σιγά.

Εξισλαμισμοί παρατηρούνται και στην Κύπρο, ιδίως στις ηγετικές τάξεις.

Επίσης στην ΝΑ Ευρώπη Βόσνιοι, Κροάτες, Αλβανοί, αλλά και Έλληνες εξισλαμίζονται συνεχώς. Ο περιηγητής Georgieviz κατά τα μέσα του 16υ αι. σημείωνε με απαισιοδοξία ότι «η νέα γενιά (των χριστιανών) απομαθαίνει την πίστη της και σε λίγο χρόνο θα ξεχαστή πια εντελώς ο χριστιανισμός. Το ίδιο θα γίνη και στην Κροατία, Ουγγαρία, Σκλαβονία, που πρόσφατα προστέθηκαν και μεγάλωσαν το Τουρκικό κράτος». Ομαδική επίσης ήταν πολλές φορές η προσέλευση στον ισλαμισμό αιχμαλώτων από την Βόρεια Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη, για ν' αποφύγουν τα δεινά. Ο εξισλαμισμός όμως δεν είχε ως επακολούθημα την απελευθέρωσή τους.
Ο Ιάννος Λάσκαρις στα 1508 έγραφε ότι στην Ελλάδα πολλοί γονείς - κρυπτοχριστιανοί ασφαλώς - βάφτιζαν κρυφά τα παιδιά τους και πρόβλεπε μαζικούς εξισλαμισμούς στο μέλλον, αν η Δύση δεν έσπευδε ν' απελευθερώση τους λαούς της χερσονήσου το Αίμου. Στα 1586 υπάρχουν στην θρακική Καλλίπολη «πλείστοι αγαρηνοί χριστιανοί» Ας σημειωθή ότι ο εκμουσουλμανιζόμενος χρεώστης απαλλασσόταν από το χρέος του. 

Οι Έλληνες και οι Αλβανοί σπαχήδες εξισλαμίζονται βαθμιαία με το πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι όμως ακριβές ότι οι χριστιανοί σπαχήδες έπαυσαν να υπάρχουν μέσα στον 16ο αι. Πολλοί από τους σπαχήδες της Ηπείρου, και μετά την αναγκαστική προσέλευσή τους στον μουσουλμανισμό, εξακολουθούσαν ως τα τέλη του 18ου αι. να είναι κρυπτοχριστιανοί. Το πράγμα δείχνει καθαρά ότι οι Έλληνες δεν γίνονταν εύκολα μουσουλμάνοι, όπως σημείωνε ο Garlach. Πάντως οι Ηπειρώτες σπαχήδες από την εποχή που εξισλαμίζονταν η προσποιούνταν ότι εξισλαμίζονταν, γίνονταν φανατικοί, τυραννικοί και σκληροί απέναντι στους ομοεθνείς τους, πιο πολύ και από τους Τούρκους. Είχαν την ψυχολογία των νεοφύτων.

Ο εξισλαμισμός προχώρησε νωρίς και αρκετά και στις άλλες ελληνικές χώρες, όπως είδαμε στον προηγούμενο τόμο, με την προσέλευση πολλών χριστιανών τιμαριούχων της Μακεδονίας και Θεσσαλίας. Το παράδειγμά τους θα το ακολούθησαν και πολλοί από τον λαό, ιδίως εκεί όπου έγινε εγκατάσταση τουρκικών πληθυσμών. Ασφαλώς ένα μεγάλο μέρος των πρώτων αυτών εξισλαμισμένων θα αναγκάστηκε να δεχθή την αλλαξοπιστία όχι τόσο ύστερ' από διδαχές και κηρύγματα όσο από την επιβολή ωμής τρομοκρατίας. Οι Τούρκοι έπρεπε στην αρχή να εδραιώσουν οπωσδήποτε την θέση τους και αυτό θα το πετύχαιναν μόνο με τον προσηλυτισμό νέων φανατικών οπαδών του ισλαμισμού.

Έτσι οι πρώτοι μουσουλμάνοι της Δυτ. Μακεδονίας που απετέλεσαν τον πυρήνα των γνωστών αργότερα ελληνόφωνων βαλαάδων, πρέπει ν' αναχθούν στον 16ο αι., αν λάβη κανείς υπ' όψη του τις μαρτυρίες ορισμένων επιτύμβιων πλακών - ίσως μάλιστα οι πρώτες αραιές περιπτώσεις να σημειώθηκαν κατά τον 15ο αι..
Επίσης στην Θεσσαλία οι μουσουλμάνοι του Δομοκού (κατοικούσαν στο χαμηλότερο σημείο του κάστρου αντίθετα προς τους χριστιανούς που βρίσκονταν στο ψηλότερο) πρέπει να ήταν απόγονοι χριστιανών, γιατί ο Εβλιά Τσελεμπή τους αποδίδει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά εξισλαμισμένων: ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν ποια ήταν η θρησκεία τους και ότι ήταν κατ' επίφαση μουσουλμάνοι. Στην Στερεά Ελλάδα ο ίδιος περιηγητής αναφέρει, ότι οι πρώτοι που εξισλαμίστηκαν «εις την χώραν των Ρωμιών» ήταν κάτοικοι της Μενδενίτσας.

Η προσέλευση ενός πατέρα στον ισλαμισμό δημιουργούσε ασφαλώς ένα μεγάλο πρόβλημα, μια αναταραχή μέσα στην οικογένεια με πολλές επιπτώσεις. Τραγική θα ήταν συχνά η τύχη των παιδιών των εξισλαμισμένων: αν ήταν κάτω των 12 χρόνων θεωρούνταν αυτονόητο ότι ακολουθούσαν την πράξη του πατέρα τους• αν ήταν όμως μεγαλύτερα, έπρεπε να πάγουν με την μητέρα τους στον καδή, για να πάρουν μια βεβαίωση ότι είναι χριστιανοί και δεν θέλουν ν' ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα• αλλιώς η σιωπή τους θα ερμηνευόταν ως αποδοχή του Ισλάμ και θα θεωρούνταν ως Τούρκοι.

Το δράμα της τρομερής αγωνίας των κατοίκων εμπρός στο δίλημμα της εμμονής στον χριστιανισμό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες η της εξωμοσίας δεν είναι εύκολο να περιγραφή. Μια ιδέα είναι δυνατόν να σχηματίσουμε μόνον αν μελετήσουμε τα κείμενα της εποχής εκείνης και αν αναλογισθούμε την μεγάλη επιβολή της Εκκλησίας και της θρησκείας στις απλοϊκές ψυχές των χωρικών. Για την στάση της Εκκλησίας και των κληρικών απέναντι των κινδύνων της εξωμοσίας θα μιλήσουμε αργότερα*.

Με το πέρασμα των αιώνων η επιδείνωση των συνθηκών της ζωής και ο πολλαπλασιασμός των φόρων ήταν σημαντικά αίτια εξισλαμισμού και αυτό κυρίως έχοντας υπ' όψη του συμβούλευε ο Νικόδημος ο Αγιορείτης (τέλος 18ου αι.) τους χριστιανούς με τα εξής : «.. . .σας πληροφορούμεν, αδελφοί, ότι δια άλλο τέλος δεν σας παιδεύουν με τα βαρέα δοσίματα, και με τα άλλα κακά πάρεξ δια να βαρεθήτε, να χάσετε την υπομονήν, και έτσι να αρνηθήτε την πίστιν σας, και να δεχθήτε την εδικήν των θρησκείαν• όθεν και εσείς τον σκοπόν αυτών ηξεύροντες φυλαχθήτε, αγαπητοί αδελφοί μας, φυλαχθήτε δια αγάπην Θεού, και δια την σωτηρίαν της ψυχής σας». Εξαίρει λοιπόν και αυτός, όπως και τόσοι άλλοι κατά τον τελευταίο πριν από την Άλωση αιώνα, την μεγάλη σημασία της υπομονής. Η υπομονή είναι βασικό στοιχείο που εξασφαλίζει την νίκη στον μεγάλο αυτόν ψυχικό αγώνα• υπομονή όμως ως τα άκρα• όχι ατελής, αλλά τέλεια, όπως διδάσκει η Αγία Γραφή• «η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω» (Ιακώβ α'. 4). Αναλύει εν συνεχεία ο Νικόδημος την έννοια της τέλειας υπομονής με δικά του λόγια, διανθισμένα με ποικίλα άλλα χωρία και καταλήγει στο πασίγνωστο: «ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» ( Ματθ. κδ' 13).

Εξ ίσου σημαντικοί με τους ομαδικούς εξισλαμισμούς είναι και όσοι γίνονται κατ' άτομα η κατά οικογένειες. Ανάμεσα στους εξωμότες παρατηρούμε συχνά κληρικούς, μοναχούς και ιερείς και αρχιερείς, που για προσωπικά κυρίως αίτια (προστριβές με τους ανωτέρους των κ.λ.) πετούν το ράσο ή το καλιμαύκι τους, για να φορέσουν το τουρμπάνι. Τα ονόματα των νεοφωτίστων αυτών, Παπάζ Μουσταφά, Κεσίς Μουχαμέτ κ.λ., μαρτυρούν την προέλευσή τους από το ιερατείο. Όταν όμως μιλούμε για ατομικούς εξισλαμισμούς, ας μη φαντασθή κανείς ότι πρόκειται για σπάνιες περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων, αλλά για ένα συνεχές ρεύμα αποστασίας, που διήκει από τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας ως τους τελευταίους ακόμη χρόνους της.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ο βίαιος ή εκούσιος εξισλαμισμός κοριτσιών και γενικά γυναικών και ο γάμος τους με μουσουλμάνους, όπως στην Χίο, στο Ζαπάντι και στο Αιτωλικό, όπου οι γυναίκες των περισσότερων μουσουλμάνων ήταν Ελληνίδες. Ίσως και εκεί όπου οι μουσουλμάνοι μνημονεύονται από τον Εβλιά Τσελεμπή ως «Ελληνοπρεπείς» ή ότι μιλούν την ελληνική, πρέπει να υποθέσουμε ότι είναι γόνοι εξισλαμισμένων ή ότι έχουν μητέρες Ελληνίδες, όπως π.χ. στην Μενδενίτσα, στο Καρπενήσι και στο Αγγελόκαστρο. Χαρακτηριστικά παρατηρούσε την ίδια εποχή ο ιησουίτης Carayon ότι αρκετοί Τούρκοι της Χαλκίδας μιλούσαν ελληνικά, γιατί ήταν παιδιά Ελληνίδων μητέρων. Μια ιδέα για την τρομακτική αυτή αιμορραγία του ελληνισμού μας δίνουν οι κατάλογοι εξισλαμισμών ορισμένων τουρκικών αρχείων, που έχουν διασωθή και οι οποίοι αναφέρονται μόνο στους τελευταίους αιώνες, οπότε οι συνθήκες της ζωής των ραγιάδων είχαν κάπως βελτιωθή και οι πιέσεις των κατακτητών δεν είχαν τον καταθλιπτικό χαρακτήρα των πρώτων αιώνων. Είναι πολύ πιθανό ότι ορισμένοι εξωμότες υποκρίνονταν τον μουσουλμάνο και περνούσαν την ζωή τους ως κρυπτοχριστιανοί (μια κατάσταση που είχε παρατηρηθή και στο παρελθόν), αλλά γρήγορα η αργά οι απόγονοί τους κατέληγαν να γίνουν ενσυνείδητοι μουσουλμάνοι. Ο κρυπτοχριστιανισμός, η ψυχρή αυτή για τον καθένα μας λέξη, αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο δράμα, μια σκληρή ολοζώντανη πραγματικότητα ως τα τελευταία χρόνια. Την θυμούνται ακόμη και έχουν να διηγηθούν πολλές και συγκινητικές ιστορίες οι Έλληνες ιδίως πρόσφυγες από την Μ. Ασία.

Η εκούσια προσέλευση ενός χριστιανού στον μουσουλμανισμό αποτελούσε μεγάλο γεγονός της θρησκευτικής ζωής των μουσουλμάνων, αληθινή νίκη, και γιορταζόταν πανηγυρικά. Ο νέος μουσουλμάνος επιβεβαίωνε την νέα του πίστη καταπιέζοντας και τυραννώντας τους ομοεθνείς του. Ο τύπος του αρνησίθρησκου χαρακτηρίζεται επιγραμματικά από τον Βενετό βάιλο Matteo Zane: «... ήταν οι πιο αλαζονικοί και οι πιο μοχθηροί άνθρωποι που μπορεί κανείς να φανταστή, άνθρωποι που έχασαν μαζί με την αληθινή πίστη και κάθε ανθρωπιά».
Παράλληλα με τις εξωμοσίες αυτές, κατ' επίφαση εκούσιες, εξακολουθεί μετά την Άλωση και ο βίαιος εξισλαμισμός χριστιανοπαίδων, το γνωστό παιδομάζωμα.

 Το παιδομάζωμα (devsirme), οι ατζέμ ογλάν και οι ίτς ογλάν.


α) Το παιδομάζωμα.

Το παιδομάζωμα γινόταν στην αρχή, φαίνεται, κάθε πέντε χρόνια και στρατολογούσαν το 1/5 των παιδιών - ίσως το πράγμα είχε κάποια σχέση με το δικαίωμα του σουλτάνου επάνω στο 1/5 των λαφύρων και την φορολογία pencik ή ispence - κατόπιν όμως κάθε 4, 3, 2 η και κάθε χρόνο, ανάλογα με τις πολεμικές ανάγκες. Από τον φόρο αυτόν του «αίματος» απαλλάσσονταν ορισμένοι τόποι, γιατί ρητοί όροι συνθηκών η ειδικά προνόμια τους εξαιρούσαν, όπως π.χ. τα Ιωάννινα (1430), ο Γαλατάς (1 Ιουνίου 1453), η Ρόδος (1522), η τόποι που βρίσκονταν κοντά σε πολυσύχναστους δρόμους και ήταν εκτεθειμένοι στις αυθαιρεσίες των στρατευμάτων και των υπαλλήλων.

Από τις μαρτυρίες των σύγχρονων βυζαντινών συγγραφέων Δούκα, Χαλκοκονδύλη, Σφραντζή, καθώς και από τις σχετικές με την ηλικία διατάξεις φιρμανιών του 16ου και 17ου αι., που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύεται ότι τα παιδιά αυτά έπρεπε να είναι 14 - 18 ή 15 - 20 ετών. Μολαταύτα είναι αλήθεια ότι γινόταν και στρατολογία παιδιών μικρότερης ηλικίας• αυτά όμως δεν προορίζονταν για το γενιτσαρικό σώμα, αλλά για την εσωτερική υπηρεσία της σουλτανικής αυλής και για τα ανώτατα αξιώματα. Ήταν τα λεγόμενα ic oglan, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα.

Με την διενέργεια του παιδομαζώματος ήταν εντεταλμένος ο yeniceri agasi και ο acemi ocagi agasi (Instanbul agasi). Ο τρόπος στρατολογίας παραλλάσσει κάπως από εποχή σε εποχή. Μετά τον 15° αι. γινόταν συνήθως ως εξής: Στην περιοχή η στην διοικητική περιφέρεια, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα, έστελναν έναν αξιωματικό των γενιτσάρων, τον devsirme agasi που είχε το σχετικό φιρμάνι στρατολογίας, ένα γραφέα και μερικούς συνοδούς γενιτσάρους. Μαζί του είχε επίσης επιστολή (γραμμένη από τον yeniceri agasi), που είχε το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο με του φιρμανιού και που απευθυνόταν στους καδήδες της περιοχής, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα. Ο αξιωματικός αυτός είχε απόλυτη εξουσία και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνη στα καθήκοντά του, είτε ήταν μουτεσελίμης των μπεηλερμπέηδων η άλλος στρατιωτικός. Ο devsirme agasi πήγαινε στους καζάδες και η άφιξή του κοινοποιούνταν με ντελάληδες στα χωριά. Στον κάθε τόπο συνεννοούνταν πρώτα με τον καδή και τον πρωτόγερο (προεστό) ή τον παπά και κατόπιν ήλεγχε μαζί τους προσεκτικά τα βιβλία των γεννήσεων της εκκλησίας και επιθεωρούσε ο ίδιος τους υποψηφίους γενιτσάρους. Διάλεγε τους πιο ρωμαλέους, όμορφους και ευφυείς νέους που φαίνονταν κατάλληλοι για την στρατιωτική υπηρεσία. Σύμφωνα με τον νόμο του παιδομαζώματος, έπρεπε οι νέοι αυτοί να είναι παιδιά ιερέων και εγγενών οικογενειών. Από τους ραγιάδες που είχαν δυό ή και περισσότερα παιδιά έπαιρναν μόνο το ένα. Τα μοναχοπαίδια εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα, για να βοηθούν και να υπηρετούν τους γονείς τους. Επίσης εξαιρούνταν και μερικές άλλες κατηγορίες παιδιών, όπως π.χ. οι ορφανοί, οι σπανοί, οι κοντοί, οι ψηλοί κ.α., καθώς επίσης και οι παντρεμένοι.

Για ν' αποφύγουν λοιπόν πολλοί γονείς, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λ., τον τρομερό αυτό φόρο, φρόντιζαν ν' αρραβωνιάζουν και να παντρεύουν τα παιδιά τους νεώτατα, σε ηλικία 8,9 και 10 ετών, παραβαίνοντας τους νόμους της Εκκλησίας για την ανηβότητα. Η συνήθεια αυτή ήταν κιόλας πολύ διαδομένη πριν από την Άλωση εξ αιτίας του φόβου των «επικρατησάντων» (=κατακτητών). Πάντως στην περιοχή Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν σημειωθή ως τα 1463 τέτοιοι γάμοι, γιατί εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα.
Ο εντεταλμένος με την στρατολογία υπάλληλος έκανε διπλούς καταλόγους με τα ονόματα τα χαρακτηριστικά των νέων, που είχαν στρατολογηθή, καθώς και των συνοδών τους. Απ' αυτούς κρατούσε τον ένα, ενώ τον άλλο τον έστελνε στην Κωνσταντινούπολη με ειδικό ταχυδρόμο (surucu), για να παραβληθή αργότερα με εκείνον που κρατούσε ο αρμόδιος υπάλληλος και να προληφθή η αντικατάσταση των στρατολογημένων. Από τους ραγιάδες κάθε τόπου έπαιρναν όσα χρήματα χρειάζονταν για το ξύρισμα, τον κόκκινο σκούφο και τον κόκκινο αμπά των στρατολογημένων που τον κατασκεύαζαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Επίσης, εκτός από αυτά ο devsirme agasi η memuru, ο γραφέας και οι συνοδοί του έπαιρναν την καθορισμένη από τον νόμο αμοιβή. Αυστηρές διαταγές εκδίδονταν προς τους κατά τόπους καδήδες να εφοδιάζωνται με τρόφιμα οι στρατολογούμενοι νέοι, να μη χρονοτριβούν κατά την πορεία τους οι συνοδοί τους στα χωριά, να μη παρεκτρέπωνται σε λεηλασίες και αρπαγές σε βάρος των χωρικών κ.λ..

Από τον 16ο αι. οι διατάξεις αυτές του νόμου δεν τηρούνταν πάντοτε κατά γράμμα. Μολονότι προβλέπονταν αυστηρότατες ποινές και θάνατος ακόμη για τους εκβιαστές υπαλλήλους, οι εντεταλμένοι με την στρατολογία έβρισκαν την ευκαιρία να καταπιέζουν τους χριστιανούς ραγιάδες και να κερδίζουν χρήματα. Έπαιρναν από τους πολυτέκνους δυό ή και περισσότερα παιδιά και δεν εξαιρούσαν ούτε τον μοναχογιό, που δεν τον έδιναν πίσω παρά μόνον όταν έπαιρναν 60, 70 ή και περισσότερα ακόμη χρυσά νομίσματα. Στους πλούσιους επέτρεπαν να εξαγοράσουν τα παιδιά τους και εκείνα που περίσσευαν τα πουλούσαν ως δούλους για δικό τους λογαριασμό. Όσοι μπορούσαν εξαγόραζαν την ελευθερία του παιδιού τους. Μερικοί θυσίαζαν και ολόκληρη την περιουσία τους παρά να ιδούν τα παιδιά τους να σέρνωνται στην πικρή σκλαβιά. Αυτονόητο είναι ότι οι φτωχοί, όπως και σε άλλες περιστάσεις, αισθάνονταν βαρύτερα την δοκιμασία αυτή.
Απροσμέτρητη ήταν η θλίψη και η ηθική συντριβή των γονέων και των άλλων συγγενών, θυμάτων του παιδομαζώματος. Ακόμη ίσως ψάλλουν στην Ήπειρο το παρακάτω τραγούδι:

Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε,
με το κακό οπόκαμες, και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους τους παπάδες
να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Κλαίν' οι γοναίοι τα παιδιά, κ' οι αδελφές τ' αδέλφια,
κλαίγω κ' εγώ και καίγομαι και όσο θα ζω θα κλαίγω.
Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου.

Η ψυχολογική αυτή κατάσταση δεν ήταν και πολύ δύσκολο να σπρώξη τους ραγιάδες στον φόνο των Τούρκων υπαλλήλων και στην ανταρσία, όπως έγινε στην Αλβανία στα 1565 και στην Νάουσα στα 1705, κινήματα απελπισίας που τιμωρούνταν σκληρά. Αναφέρονται όμως - και αυτές είναι σπάνιες περιπτώσεις - και γονείς με χαλαρή ηθική αντοχή, οι οποίοι κάτω από την επίδραση μιας εξουθενωτικής φτώχειας πρόθυμα παρέδιδαν τα παιδιά τους στους εντεταλμένους με την στρατολογία υπαλλήλους, για ν' απαλλαγούν από το βάρος της διατροφής τους, η και φτωχοί νέοι, που προσδοκούσαν μια καλύτερη ζωή και ποθούσαν πραγματικά να γίνουν «δούλοι» του σουλτάνου.

Τους στρατολογημένους νέους τους έστελναν τμηματικά με υπεύθυνους συνοδούς στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, όταν έφθαναν, αναπαύονταν δυό έως τρεις μέρες και κατόπιν τους παρουσίαζαν αμέσως στον αγά των γενιτσάρων, για να τους επιθεωρήση. Αν αυτός διαπίστωνε ότι το παιδομάζωμα είχε γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, τότε τους κατέγραφε σ' ένα κατάλογο με όλα τα στοιχεία τους και τους έκαναν την περιτομή. Αν όμως ανάμεσα στην ομάδα κάποιος είχε στρατολογηθή παράνομα, τότε ξεχώριζαν την ομάδα αυτή από τις τάξεις των γενιτσάρων και την έστελναν να εργαστή στο tophane (χυτήριο κανονιών) η στο cebehane (εργαστήριο πολεμοφοδίων), ενώ τον ταχυδρόμο τον τιμωρούσαν πολύ αυστηρά.
Κατόπιν οι αξιωματικοί των acemi ocagi οδηγούσαν στην Ανατολή τα παιδιά που είχαν στρατολογηθή στην Ρούμελη και στην Ρούμελη τα παιδιά της Ανατολής, για να ματαιώσουν κάθε απόπειρα φυγής. Εκεί τα παρέδιδαν για 25 άσπρα το καθένα σε τιμαριούχους η άλλους Τούρκους γεωργούς, οι οποίοι τα μεταχειρίζονταν σαν σκλάβους τα υπέβαλλαν σε κουραστικές γεωργικές εργασίες. Η δραπέτευσή τους τιμωρούνταν σκληρά. Έτσι ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α' έλαβε αυστηρά μέτρα για την σύλληψη μερικών στρατολογημένων της περιοχής Καισάρειας, που μολονότι είχαν προσέλθει στον ισλαμισμόν, δηλαδή είχαν υποστή την βίαια περιτομή, είχαν γυρίσει πίσω στις πατρίδες τους.

β) Οι ατζέμ ογλάν
Τα παιδιά μέσα στο σκληρό εκείνο τουρκικό περιβάλλον, που τα αποκτήνωνε, προθυμοποιούνταν να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να μάθουν δηλαδή την γλώσσα και να μυηθούν στην θρησκεία και στα ήθη και έθιμα των κυρίων τους, αφού μάλιστα εκείνοι που θα έδειχναν ζήλο θα είχαν την τύχη να παραληφθούν από τον αξιωματικό, που θα ξαναπερνούσε ύστερ' από δύο ή και περισσότερα χρόνια, και να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους περίμενε καλύτερη ζωή. Εκεί καταγράφονταν στους ορτάδες των acem. Ζούσαν ομάδες ομάδες (μπουλούκια) από 25 - 30 άνδρες κάτω από τις διαταγές του μπουλούκμπαση και μόνοι τους φρόντιζαν για το μαγείρεμα καταβάλλοντας ό καθένας ένα ορισμένο ποσό κατά μήνα. Από την στιγμή εκείνη ονομάζονταν acem oglan, απασχολούνταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες (στα κυβερνητικά κτίρια, στο ναυτικό κ.λ.) και έπαιρναν ένα άσπρο ως ημερομίσθιο, εκτός από εκείνους που εργάζονταν στους κήπους του σουλτάνου, οι οποίοι έπαιρναν δυό άσπρα. Οι τελευταίοι αυτοί με επικεφαλής τον bostanci basi είχαν τις μεγαλύτερες ελπίδες να προαχθούν στα ανώτερα αξιώματα. Η νέα ζωή τους ήταν βέβαια σκληρή, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από την προηγούμενη, γιατί είχαν μισθό και ελπίδες να προαχθούν.

Ο αριθμός των ατζέμ ογλάν ήταν ρευστός, ανάλογα με τις ανάγκες της αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. στις αρχές του αι. ήταν κατά μέσον όρο 3.000, ενώ κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα ανέβαινε στις 16.400. Οι acem oglan κάλυπταν τα κενά των γενιτσάρων. Ποτέ όμως acem oglan - κατά τους χρόνους τουλάχιστο της ακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας- δεν γίνονταν γενίτσαροι πριν από το 24° η 25° έτος της ηλικίας τους, πριν δηλαδή κάνουν την αναγκαία στρατιωτική εκπαίδευση.

Ως την εποχή της εισόδου τους στο γενιτσαρικό σώμα περνούσαν από τόσες δοκιμασίες, ώστε να έχουν καταπιεστή στο υποσυνείδητο και αυτές ακόμη οι τρυφερές αναμνήσεις της γενέτειρας, των γονέων και γενικά της παιδικής ηλικίας. Πραγματικά αν λάβουμε υπ' όψη το χαμηλό, ίσως και ανύπαρκτο πνευματικό επίπεδο των acem oglan, τις μακροχρόνιες ταλαιπωρίες και κακουχίες τους, τις συνεχείς και ποικίλες επιδράσεις του μουσουλμανικού περιβάλλοντος στην εύπλαστη ψυχή τους - ένα είδος αποτελεσματικής προπαγάνδας η, καλύτερα, μια αληθινή πλύση εγκεφάλου που ξεδιάλεγε τους πρόθυμους, πιστούς και αφοσιωμένους στον σουλτάνο και στην μουσουλμανική πίστη - θα εννοήσουμε ότι ήταν πολύ δύσκολο στα χριστιανόπαιδα εκείνα ν' αντιδράσουν και ν' αποφύγουν τελικά την αφομοίωση. Μολαταύτα φαίνεται ότι πολλοί ατζέμ ογλάν και γενίτσαροι (βλ. εικ. 2 και 3) όχι μόνο διατηρούσαν δυνατή την ανάμνηση της καταγωγής και της θρησκείας των πατέρων τους, αλλά και με προθυμία θα υποστήριζαν μια σταυροφορία των κρατών της Δύσης εναντίον των Τούρκων.

Στην οργάνωση των γενιτσάρων δεν πρόκειται να εισέλθουμε, γιατί η διαπραγμάτευση του θέματος αυτού εμπίπτει μέσα στα πλαίσια της οθωμανικής ιστορίας.

γ) Οι ιτς ογλάν.
Παράλληλα προς την στρατολογία παιδιών ηλικίας 14 - 18 και 15 - 20 ετών γινόταν, χωριστά φαίνεται, και μάζωμα παιδιών μικρότερης ηλικίας, κυρίως 6 - 10 ετών, που προορίζονταν για την υπηρεσία των σουλτανικών σεραγιών. Είναι οι λεγόμενοι ic oglan. Οι ιστορικοί ταυτίζουν την στρατολογία των υποψηφίων acem oglan με των ic oglan, ίσως γιατί και διαφορά στις δυό περιπτώσεις πρόκειται οπωσδήποτε για παιδομάζωμα, αλλά υπάρχει ως προς την ηλικία και την αποστολή τους.

Ο θεσμός των ic oglan φαίνεται ότι προήλθε από την συνήθεια των Τούρκων να δωρίζουν μικρούς και ωραίους σκλάβους στους ισχυρούς του κράτους και όχι από τους κόλπους των υποψήφιων acem oglan, όπως νομίζει ό Hammer. Η σκέψη όμως για την συστηματική στρατολογία, για την εκπαίδευση και την μελλοντική τους χρησιμοποίηση θα γεννήθηκε ασφαλώς κάτω από την επίδραση της οργάνωσης των acem oglan.
Τα μικρά αυτά παιδιά, που ξεχωρίζουν με την ομορφιά του προσώπου τους, την καλή σωματική διάπλαση και την ευφυΐα, τα παρουσιάζουν στον σουλτάνο, ό οποίος άλλα από αυτά στέλνει στο Γαλατά σεράγι, άλλα στο σεράγι της Αδριανούπολης και άλλα στο μεγάλο σεράγι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί μέσα φυλάγονται καλά. Οι προοριζόμενοι για το τελευταίο σεράγι βρίσκονται σε πιο πλεονεκτική θέση από τους άλλους, γιατί αυτοί πρώτοι έρχονται στην σειρά ως προς την κατάληψη ανώτερων αξιωμάτων.

Οι ic oglan βρίσκονται κάτω από την ηγεσία του kapi aga, του αρχηγού των άσπρων ευνούχων. Οι ευνούχοι αυτοί τους μεταχειρίζονται με μεγάλη αυστηρότητα και τους τιμωρούν σκληρά για το παραμικρό τους παράπτωμα. Οι συνηθισμένες τους τιμωρίες είναι ξύλο στις πατούσες και μακριές νηστείες η αγρυπνίες.

Οι ic oglan κατοικούν σε τέσσερες χωριστούς θαλάμους του σαραγιού. Στον πρώτο, τον κιουτσούκ οντά (=μικρός θάλαμος), όπου μένουν 6 χρόνια, οι χοτζάδες τους διδάσκουν να είναι σιωπηλοί και ταπεινοί, να έχουν κατεβασμένο το κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο στομάχι, να διαβάζουν, να γράφουν, καθώς και τα πρώτα στοιχεία του μουσουλμανικού νόμου.

Στον δεύτερο θάλαμο, στον κιλέρ οντά (=θάλαμος του κελαριού), επί 4 χρόνια τους γυμνάζουν στις σωματικές ασκήσεις, στον χειρισμό του τόξου, της λόγχης κ.λ., τους τελειοποιούν στην Τουρκική και τους διδάσκουν ακόμη την αραβική και την περσική.

Στον τρίτο, τον χαζναντάρ οντά (= θάλαμος του θησαυρού), άλλα 4 χρόνια μαθαίνουν ιππασία και τελειοποιούνται στις ασκήσεις που ταιριάζουν στην ηλικία τους. Αφότου εισέρχονται στον οντά αυτόν, αρχίζουν κάπου κάπου να υπηρετούν τον σουλτάνο στην ιματιοθήκη, στο λουτρό κ.λ.. Δεν βρίσκονται σε καμιά επικοινωνία με τους τροφίμους των δύο πρώτων θαλάμων ούτε και με κανέναν από τους έξω παρά μόνο με την άδεια του kapi aga.

Έτσι, ύστερα από 14 χρόνια σκληρής μαθητείας και δοκιμασίας, οι 40 από τους πιο άξιους μπαίνουν στον χάζ οντά ( ανακτορικός θάλαμος), όπου αρχίζουν ουσιαστικά να έχουν τις πρώτες ελευθερίες: τους επιτρέπουν να συναναστρέφωνται με όλους τους ανθρώπους του σαραγιού και να έρχωνται σε συχνή επαφή και με τον ίδιο τον σουλτάνο. Επομένως οι ic oglan κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο σεράγι έπρεπε να είναι μεταξύ 6 - 20 ετών, και παραπάνω, αν υπολογίση κανείς τα χρόνια της μαθητείας τους.

Όταν αποφοιτούν, είναι πια νέοι άνδρες με πείρα και υπομονή μεγάλη, ικανοί ν' ανθέξουν σε μεγάλους κόπους και να εκτελέσουν κάθε είδους διαταγή με τυφλή υπακοή και μεγάλη ακρίβεια. Από τους νέους αυτούς εκλέγονται οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους και της αυλής, οι πασάδες, οι μπέηδες, ο καπιτζή μπασήδες κ.α, προ πάντων οι ακόλουθοι του σουλτάνου. Από τους τελευταίους οι σπουδαιότεροι είναι ο σελικτάρ αγάς (αυτός που κρατά το σπαθί του σουλτάνου), ο τζιοχαντάρ αγάς (τον μανδύα του), ο ρικαμπάρ αγάς (τον αναβολέα του), ο τουλμπεντάρ αγάς (που διευθετεί το τουρμπάνι του, βλ. εικ. 4) και άλλοι οκτώ ακόμη. Το λαμπρό μέλλον των νέων αυτών κάνει τον Μουσταφά πασά να λέγη στα 1576 στον πρεσβευτή της Γερμανίας Δαβίδ Ungnad ότι, ενώ τα χριστιανόπαιδα γίνονται μεγάλοι αξιωματούχοι του κράτους, τα δικά τους παιδιά παραμερίζονται.

δ) Η λήξη του παιδομαζώματος και οι συνέπειές του.
Πότε καταργήθηκε το παιδομάζωμα; ή καλύτερα: 1) πότε έγινε η τελευταία ομαδική στρατολογία υποψήφιων ατζέμ ογλάν; και 2) πότε έληξε το μάζωμα μικρών παιδιών, που προορίζονταν για τις τάξεις των ic oglan;

Ως προς το πρώτο πρόβλημα έχουμε να σημειώσουμε ότι από την εποχή κιόλας το Σουλεϊμάν Α' (1520- 1566) και Μουράτ Γ' (1574- 1595) άρχισαν να γίνωνται δεκτοί στους acem oglan ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι κατά το γένος, καθώς και οι γιοί των γενιτσάρων (οι οτζάκ ζαντέ). Η επιθυμία των Τούρκων να εξασφαλίσουν και στα παιδιά τους λαμπρό μέλλον έσπρωχνε πολλούς να τα παραδίδουν στους χριστιανούς, για να τα παρουσιάζουν αντί για τα δικά τους. Η επιθυμία τους αυτή έγινε ασφαλώς περισσότερο έντονη, όταν οι γενίτσαροι επί Σουλεϊμάν Α' κατόρθωσαν ν' αποσπάσουν το δικαίωμα να παντρεύωνται. Το σώμα τους ήταν πια προνομιούχο, γιατί εξασφάλιζε μισθό, τιμή και οικογενειακή ζωή. Έχανε όμως βαθμιαία την δυναμικότητα και την μαχητικότητά του. Με την παρακμή της αυτοκρατορίας, κυρίως με την εισδοχή μουσουλμάνων στο σώμα των acem oglan, παραλύει η πειθαρχία και εκφυλίζεται ο θεσμός των γενιτσάρων. Αποτέλεσμα τώρα το παιδομάζωμα να γίνεται κατά αραιά χρονικά διαστήματα και αποκλειστικά μόνο στην Ευρώπη. Έτσι φιρμάνι της 5 Φεβρουαρίου 1666 αναφέρει ότι από αρκετά χρόνια δεν γινόταν στρατολογία χριστιανοπαίδων, μολονότι η υπόθεση αυτή χαρακτηρίζεται από τις σπουδαιότερες του κράτους. Η τελευταία στρατολογία επιχειρήθηκε στα 1705 στην Νάουσα, αλλά κατέληξε στην ανταρσία των κατοίκων της και δεν ξέρουμε αν τελικά πραγματοποιήθηκε. Πιθανόν τα γεγονότα εκείνα έθεσαν τέρμα στην θλιβερή αυτή σελίδα της ιστορίας.

Ως προς το δεύτερο πρόβλημα, νεώτερες πληροφορίες αποδείχνουν ότι το μάζωμα μικρών χριστιανών για τις τάξεις των ic oglan εξακολούθησε ως τα μέσα του 180υ αι., ενώ τα σώματα των acem oglan και των ic oglan εξακολούθησαν να υφίστανται ως την κατάργηση του γενιτσαρικού σώματος (1826).

Ο Hammer υπολογίζει σε μισό εκατομμύριο τα παιδιά που χάθηκαν για τον χριστιανισμό ενώ ο Παπαρρηγόπουλος σε ένα. Υπολογισμός όμως - έστω και κατά προσέγγιση - του αριθμού των εξισλαμισμένων παιδιών είναι πολύ δύσκολος, σχεδόν ανέφικτος. Ίσως τον υπολογισμό αυτό θα μπορούσε διευκολύνη κάπως μια ειδική και διεξοδική μελέτη για το παιδομάζωμα με την ευρεία του έννοια.
Το παιδομάζωμα προκάλεσε μια σοβαρή αφαίμαξη του ελληνισμού προ πάντων από τα μέσα του 15ου αι. ως τα μέσα του 17ου αι., επί δύο περίπου αιώνες. Την σημασία της αιμορραγίας αυτής την εννοούμε καλά, όταν σκεφθούμε ότι τα στρατολογούμενα παιδιά ήταν τα πιο ρωμαλέα και ωραία. Ο κίνδυνος όμως αυτός του εκφυλισμού του ελληνικού έθνους εξουδετερώθηκε σιγά σιγά και, όπως είδαμε, τελικά έπαψε να υφίσταται, γιατί άρχισε να γίνεται υποφερτός ό τρόπος της ζωής των ατζέμ ογλάν - γενιτσάρων και ν' αντιδρά η κοινή τουρκική γνώμη στην ανύψωση των γιών των γκιαούρηδων στα ανώτατα αξιώματα της αυτοκρατορίας. Υπήρχε μια αλληλεπίδραση στα αιτία αυτά.

Το παιδομάζωμα δημιούργησε ένα μεγάλο κίνδυνο εκτουρκισμού και ερήμωσης της βαλκανικής χερσονήσου, γιατί οι χριστιανοί κάτοικοί της έβλεπαν εμπρός τους δυό μόνο λύσεις, για να το αποφύγουν• 1) να εξισλαμιστούν ή να προσποιηθούν ότι εξισλαμίζονται• ή 2) να φύγουν με την κινητή τους περιουσία στις πλησιέστερες κτήσεις των χριστιανών Κρατών.

Το πρώτο είδαμε ότι γινόταν• και σ' αυτό συντελούσαν ασφαλώς και οι άλλες αφόρητες συνθήκες της ζωής των ραγιάδων. Το δεύτερο, δηλαδή η φυγή, δεν ήταν δυνατόν να επιχειρηθή παρά μόνον από τους ραγιάδες εκείνους που κατοικούσαν στα παράλια η κοντά στα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. η Πελοπόννησος και η Αλβανία είχαν απογυμνωθή από σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους και ολόκληρες εκτάσεις γης έμεναν ακαλλιέργητες με αποτέλεσμα τα τιμάρια να μην έχουν καμιά σχεδόν αξία, γιατί οι σκλάβοι κατέφευγαν στις κοντινές βενετικές κτήσεις. Κάποτε μάλιστα η φυγή προκαλούσε σοβαρές προστριβές μεταξύ των δύο κρατών.

Συμπεράσματα.

Πρώτο: αν λάβουμε υπ' όψη τις σφαγές, τους εξανδραποδισμούς, τις ακούσιες ή εκούσιες εξωμοσίες, καθώς και τους θανάτους, που ακολούθησαν τις ηθικές και υλικές δυσκολίες προσαρμογής των κατοίκων προς τις νέες σκληρές συνθήκες ζωής, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ερήμωση και η μείωση των πληθυσμών των βαλκανικών χωρών, ιδίως των ελληνικών και αλβανικών, έφτασε στο κατακόρυφο κατά τον 15ο αι, οπότε, σύγχρονα με την στρατολογία των παιδιών χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ασύντακτα στίφη τουρκικών φύλων επιδίδονταν σε ληστρικές πολεμικές επιχειρήσεις και σκλάβωναν πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών: «τούτο, δηλαδή το οθωμανικό γένος, όπως γράφει ο σύγχρονος Δούκας, τους Αλβανούς, γένος υπέρ αριθμόν όντα, ευαριθμήτους εποίησεν• Βλάχους (Ρουμάνους) ομοίως, Σέρβους και Ρωμαίους εις τέλος ηφάνισεν».

Δεύτερο: ο εκμουσουλμανισμός και ο εκτουρκισμός των ελληνικών χωρών, ιδίως της Μ. Ασίας, προχώρησε με γοργό ρυθμό, προ πάντων στα πεδινά μέρη. Την αλήθεια αυτή την διαπιστώνουμε παρατηρώντας ότι κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας τα περισσότερα ελληνικά τοπωνύμια της Μ. Ασίας, ιδίως βουνών, ποταμών και χωριών στα πεδινά μέρη, εκτοπίζονται από τουρκικά, ενώ το ίδιο δεν συμβαίνει στα ορεινά και ιδίως στις πόλεις, όπου κατοικούσαν ακόμη συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί και διατηρούνταν οι πυρήνες ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Οι πόλεις αυτές, κέντρα άλλοτε της βυζαντινής διοίκησης, συνεχίζουν την βυζαντινή παράδοση.

Τρίτο: οι Τούρκοι, ύστερ' από τις αλλεπάλληλες κατακτήσεις και τις επιμειξίες τους με Ελληνίδες και ύστερ' από την προσέλευση ολόκληρων πληθυσμών της Μ. Ασίας και της Βαλκανικής, ιδίως των ελληνικών χωρών, στον ισλαμισμό, έχασαν τον καθαρό ανθρωπολογικά μογγολικό τύπο της φυλής τους. Πραγματικά, αν εξαιρέση κανείς τους Τουρκομάνους και τους Γιουρούκους, οι άλλοι παρουσιάζουν ανθρωπολογικούς χαρακτήρες μάλλον των κατοίκων της ΝΑ Ευρώπης παρά του Τουρκεστάν. Απόγονοι Ελλήνων είναι προ πάντων οι Τούρκοι των μικρασιατικών παραλίων (ιδίως του νότου), τα οποία είχαν πάντοτε κατάστικτο ελληνικό πληθυσμό . Ανθρωπολογικά λοιπόν εξεταζόμενοι οι δυό λαοί, όπως έχουν διαμορφωθή σήμερα, έχουν φυλετική συγγένεια.

Τέταρτο: οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, και ιδίως οι Έλληνες κατά τον 14° αιώνα, είναι εκείνοι που έγιναν τα σπουδαιότερα στελέχη και ερείσματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είτε ως ανώτατοι αξιωματούχοι του κράτους, στρατιωτικοί και πολιτικοί, είτε ως πειθαρχημένοι, φανατικοί και εμπειροπόλεμοι στρατιώτες, αφού αναβαπτίστηκαν μέσα στην συναισθηματική κολυμβήθρα ενός νέου κόσμου ιδεών, του μουσουλμανικού• είναι ακόμη εκείνοι που έδωσαν τα αποφασιστικά και τελειωτικά χτυπήματα εναντίον της βυζαντινής αυτοκρατορίας και έγιναν οι αμείλικτοι διώκτες των ομοεθνών και ομοθρήσκων τους, εκείνοι που συνετέλεσαν κυρίως στην εξάπλωση, οργάνωση και στερέωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.


Πηγή: Το εκπληκτικό πολύτομο έργο του Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Β', έκδοση Β' Θεσσαλονίκη 1976.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


 

grigorios3
H ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ


κ. Αθ. Ε. Καραθανάση,

Καθηγητού του Α.Π.Θ.
        
Κατά την μακρά βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ, συμπορεύτηκαν με αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ' ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ' όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαού ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος. Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις η εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει πολιτικής αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα.
 
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στην Σιέννα της Ιταλίας για την ιστορία του κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτήν την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως η άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο.
 
Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος η στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση. Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως η άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.
 

Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μες απ' αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιάτικης καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν δια της Εκκλησίας, καθ' όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ' όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελευθέρων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως η φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος παλουκώνονται η σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε' να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

Βλέπουμε ότι οι επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο. Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχος του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήτο η πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, εμαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ' εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β' το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κόνταρης.

Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δωρόθεο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 16801700 και εφεξής.

Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυάνης και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία δια των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων η γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού.

Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίσταση του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται... και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και άπ' άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους».

Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και εστήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονος του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου τις αρχές του 20ού αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνεττήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαίδευτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της πατριαρχικής εγκυκλίου του Ιερεμίου Β' που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή, ιδρύθηκαν σχολεία και επομένως, λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ' όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.

Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μέγιστη δυνατή, εφ' όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε, ο ιεροεθνομάρτυς, φαίνεται να είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του 21 με το σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι' αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχη Γρηγόριο Ε και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.

Το Άγιον Όρος εγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορείτικα κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι' αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίστηκαν και θυσιάσθηκαν σ' όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.α., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού» το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική Ελευθερία άλλ' όμως «την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος». Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.

Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.α., συχνά πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.

Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Άγων της περιόδου 1860-1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.α. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακλούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση.

Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιάτικης εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγία προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ' άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχτεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.

Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 40-50 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάστηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 1946-1949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στους 536.

Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως η Εκκλησία των Αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε' και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας: Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη.


Περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ Μάρτιος 2006