Η ΠΥΛΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΡΕΜΑΣΤΗΚΕ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε'
 grigorios4
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ
Η πορεία προς το μαρτύριον του πατριάρχη
Γρηγορίου του Ε'


Γεωργίου Πρίντζιπα


        Ένας χτύπος στην πόρτα τον ξύπνησε από το λήθαργο που είχε πέσει. Το φως του ήλιου έμπαινε χαρωπό στο δωμάτιο. «Κοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω», σκέφτηκε. Έκανε να σηκωθεί, μια δύναμη τον κρατούσε δεμένο στο κρεβάτι. Μια ανεμελιά, μια βαριεστημάρα που έρχεται μετά τη μεγάλη κούραση. Γύρισε το βλέμμα του προς το παράθυρο και κοίταζε πέρα τον καθάριο ουρανό. «Γιορτάζει κι αυτός την Ανάσταση». Έχει προσέξει, πως κάθε χρόνο τέτοια μέρα ο καιρός ντύνεται στις ανοιξιάτικες ομορφάδες του, όσο κι αν τους έχει ταλαιπωρήσει τις προηγούμενες μέρες.
Επιτέλους σηκώθηκε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Οι γενίτσαροι ήταν ακόμη στην αυλή.

Ο χτύπος στην πόρτα ακούστηκε πάλι. Φάνηκε, καθώς άνοιξε, ο Διονύσιος με μια κούπα ζωμό. Του πήγε, λέει, να πιεί λίγο να στηλωθεί. Την πήρε στα χέρια του χαμογελώντας.
Τι τα θέλαμε τώρα αυτά; σιγομίλησε.
Την έφερε στο στόμα μα ίσα που έβρεξε τα χείλη και μετά τη γύρισε πάλι στο Διονύσιο. Εκείνη την ώρα μπήκε ο Σωφρόνιος.
Παναγιώτατε, ο Μεγάλος Διερμηνέας σας περιμένει, του είπε.
Ο Σταυράκης Αριστάρχης; Ετοιμάζομαι να έλθω.
Ντύθηκε στα επίσημα και πήγε στο Συνοδικό, όπου περίμενε ο νέος Μεγάλος Διερμηνέας. Μόλις τον είδε αμέσως του έκανε εντύπωση η αμηχανία, η νευρικότητα, η ανησυχία του. Με φωνή, που μόλις ακουγόταν, απάντησε στον αναστάσιμο χαιρετισμό του κι όταν του πρόσφερε κάθισμα, αρνήθηκε προτίμησε να σταθεί όρθιος. Ήταν πια βέβαιος. Αυτό το ταραγμένο πλάσμα απέναντί του, επιβεβαίωνε τους φόβους του.
Ο Αριστάρχης άρχισε να βγάζει με κόπο τις λέξεις απ΄ το στόμα του.
Έχω κάτι πολύ σοβαρό να σας ανακοινώσω. Ζήτησα να έλθουν και οι άλλοι αρχιερείς.
Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου, αποκρίθηκε.

Δεν είχε πια αμφιβολία. Η ώρα που περίμενε χρόνια, η ώρα του είχε φτάσει. Η τύχη του είχε πια καθορισθεί. Ο Σουλτάνος τον είχε καταδικάσει. Το περίμενε. Απ' την πρώτη μέρα μάλιστα που άρχισε η κρίση. Προσπάθησε, χωρίς καμιά ελπίδα, να ημερέψει τους Τούρκους, όχι για δικό του καλό, μα για τη σωτηρία των Χριστιανών που ζουν κάτω απ το μαχαίρι τους. Προσπάθησε ν' απαλύνει την ατμόσφαιρα, που γινόταν όλο και πιο βαριά. Μάταιος κόπος. Η αμάχη τούτη δεν ήταν όπως οι περασμένες. Χρησιμοποίησε την πειθώ. Άδικα. Τη λογική. Τίποτα. Κι αυτός κι οι ρωμηοί, η μυλόμετρα που κρεμιέται απ το λαιμό του, ήταν ανίσχυροι, αδύναμοι, μπροστά στην καταιγίδα που ερχότανε. Πολλές φορές του πέρασε η τρελή ιδέα: να μιλήσει στο Βεζύρη λεύτερα, ντόμπρα. Να τον ελέγξει για τις αδικίες, τα κρίματά του. Άλλαξε αμέσως γνώμη. Θα ήταν άστοχο. Αυτές οι χιλιάδες χριστιανοί που έμνησκαν ανήμπορα σφαχτάρια στο μεγάλο μαντρί, που λέγεται Βασιλεύουσα, αυτοί οι Έλληνες που ζουν με την αγωνία της σφαγής, αυτοί του κρατούσαν σφαλισμένη την επιθυμία. Έφτασε ίσαμε το έσχατο σημείο υπακοής, μόνο και μόνο για να σώσει το λαό από την τελειωτική σφαγή. Κάτι κατάφερε. Δόξα τω Θεώ! Τα λοιπά δεν τον απασχολούν. Τα περίμενε. Μέσα του είχε ηρεμήσει, είχε αναπαυθεί. Έκανε αυτό που έπρεπε. Φεύγει ικανοποιημένος. Και λεύτερος.

Σ' όλη του τη ζωή, απ' τα πρώτα χρόνια του, όσα μπορεί να θυμηθεί, ίσαμε τώρα τα στερνά, πρώτη φορά αισθάνεται τι θα πει λευτεριά. Ναι, τώρα είναι πια ελεύθερος. Μέσα του αισθανόταν μια άνεση, μια απελευθέρωση. Ολότελα αδιάφορος κοίταξε τους Τούρκους να εισβάλλουν στο Συνοδικό. Το ίδιο αδιάφορα άκουγε τον Αριστάρχη να διαβάζει το φιρμάνι για την εκθρόνησή του. Ούτε καν που πρόσεχε τι λέει. Εδώ κι εκεί άκουγε σκόρπιες λέξεις: «εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου... άπιστος προς την Πύλην ...ραδιούργος». Γύρω του οι άλλοι δεσποτάδες και οι πρόκριτοι άκουγαν ωχροί, έντρομοι, τις βαριές κατηγορίες.
Σαν τέλειωσε ο Μεγάλος Διερμηνέας φάνηκαν οι τρεις αξιωματικοί του τρόμου. Η παρουσία και των τριών μαζί γιόμιζε φόβο και δέος την ψυχή του λαού. Ήταν σημάδι πως κάποιον άρχοντα έπαιρναν για εκτέλεση.
Οι τρεις αξιωματικοί μπήκαν στο Συνοδικό, αγέρωχοι, σοβαροί, αυστηροί. Ήταν ο γενιτσάραγας, ο αρχηγός των γενιτσάρων, ο μποσταντζήμπασης, ο αρχιδεσμοφύλακας, κι ο κεσεδάρης, ο αρχιδήμιος. Κοίταξαν γύρω τους άγρια σαν το αρπαχτικό πουλί, που από ψηλά εποπτεύει τη γη μήγαρις και βρει κάτι ν' αρπάξει. Τα μάτια που έσφαζαν στάθηκαν στο Γρηγόριο. Ο γενιτσάραγας, πιο άγριος απ' τους άγριους, προχώρησε και στάθηκε μπροστά στον Πατριάρχη.
Έλα μαζί μας, του φώναξε.
Γιατί τόση φασαρία; του μίλησε ήρεμα. Όποτε θέλατε μπορούσατε να μ' έχετε στο χέρι. Τι θέλατε τόσο στρατό. Τι φοβηθήκατε από ένα γέρο
άνθρωπο;
Τώρα κουβέντα θα κάνουμε; Μπρός έλα!

Οι βάρκες έπιασαν στην αποβάθρα έξω από τις φυλακές. Μ ένα πήδο βγήκαν στη στεριά όλοι οι ένοπλοι. Σχεδόν σπρώχνοντας έβγαλαν και τον ατάραχο Πατριάρχη. Τον έπιασε ο μποσταντζήμπασης, απ' το μπράτσο, και τον οδήγησε στην είσοδο της φυλακής. Πριν μπουν τον κράτησε λίγο απομακρύνοντάς τον έτσι απ' τους άλλους.
Μη φοβάσαι. Θα ξαναγίνεις Πατριάρχης, του ψιθύρισε φιλικά.
Που; εδώ;
Ρώτησε κι έδειξε τη φυλακή που ορθωνόταν μπροστά του.
Πέρασαν τη μεγάλη πόρτα και πήγαν στο κονάκι του μποσταντζήμπαση. Μπήκαν μέσα μόνο οι αξιωματικοί, ενώ οι στρατιώτες φύλαγαν απ' έξω. Τον έβαλαν να καθίσει. Οι ίδιοι στάθηκαν όρθιοι γύρω του. Ένα πονηρό χαμόγελο φάνηκε στα πρόσωπά τους. Πρώτος μίλησε ο γενιτσάραγας.
Τι κακό είν' αυτό που μας βρήκε, μωρέ, Πατρίκ εφέντη; Καλά δεν είμαστε ως τώρα; Ποιος σας σήκωσε τα μυαλά; Πικράθηκε κι ο πολυχρονεμένος Πατισάχ.
Είχε το κεφάλι χαμηλωμένο κι έδειχνε να μην προσέχει αυτά που ακούει.
Η σειρά του κεσεδάρη:
Όλοι μας πικραθήκαμε. Μεγάλη προδοσία, Πατρίκ εφέντη, μεγάλη προδοσία! Οι δικοί σου ήταν καλοί άνθρωποι, τώρα γιατί έγιναν αχάριστοι;
Ο μποσταντζήμιτασης:
Δεν φταίνε αυτοί. Ο αρχηγός τους φταίει. Έμαθα πως θέλει να χτυπήσει τη Σταμπούλ, να σφάξει το σουλτάνο!
Μπα, τον γκιαούρη, ξεφώνισαν υποκριτικά οι άλλοι.
Και που βρίσκεται τώρα; ρώτησε ο γενιτσάραγας.
Ο μποσταντζήμπασης έδειξε τον Πατριάρχη:
Τούτον δω ρώτα. Ο Γρηγόριος συνέχιζε να μένει στη σιωπή του.
Κάπου εδώ γύρω έχουν όπλα.
Θα μας χαλάσουν όλους;
Καταπώς φαίνεται!
Που είναι τα όπλα, μπρε, Πατρίκ εφέντη; Πες μας να τρέξουμε να τα βρούμε, να προκάμουμε να σώσουμε τον κοσμάκη! Όσο κι αν προσπαθούσε ο κεσεδάρης δεν κατάφερε να φανεί αληθινό το ενδιαφέρον του.
Σηκώθηκε όρθιος. Το πρόσωπό του ήταν φλογισμένο απ' την οργή πού μόλις συγκρατούσε. Τους κοίταξε έντονα και μετά έβγαλε ένα βρυχηθμό.
Υποκριταί!
Δεν κατάλαβαν. Τους μίλησε στη γλώσσα τους.
Ψεύτες, κατεργάρηδες, μπαμπέσηδες.
Άστραψε ένας μπάτσος κι έπεσε πάλι στο κάθισμά του. Ο γενιτσάραγας τον έπιασε απ τα γένια.
Άκου, Πατριάρχη, του είπε τρίζοντας τα δόντια, εδώ δεν περνούν οι φωνές. Μίλα, μολόγα, για να σωθείς.
Ο μποσταντζήμπασης έκανε πάλι τον καλό:
Μίλησε, να ξαναγίνεις Πατριάρχης. Ποιος θέλει το κακό σου;
Τους κοίταξε με περιφρόνηση. Απ' τη στιγμή εκείνη δεν άνοιξε το στόμα του ούτε για μια φορά. Γύριζαν και ξαναγύριζαν στις ίδιες ερωτήσεις. Που βρίσκεται ο αρχηγός; Που είναι τα όπλα; Πότε θα μπουν στη Βασιλεύουσα; Πότε θα κάνουν ζορμπαλίκι οι ραγιάδες εδώ; Έχουν σκοπό να σκοτώσουν και τον Πατισάχ; Τους κοίταγε ατάραχος, μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο. Έχασαν την υπομονή τους. Άρχισαν να βρίζουν, να απειλούν. Ο μποσταντζήμπασης άφησε κατά μέρος το φιλικό ύφος.
Σε μας δεν μιλάς; του είπε. Δεν ξέρεις πως έχουμε τη δύναμη να σε ξεκάνουμε;
Μίλα, παλιόγερε, μαρτύρα! Ο κεσεδάρης όρμησε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο.
Τον σταμάτησε το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας. Φάνηκε ένας νεαρός αξιωματικός, που έδωσε ένα χαρτί στο γενιτσάραγα. Το πήρε αυτός και του έριξε μια ματιά.
Ώρα να πηγαίνουμε, είπε.
Βγήκαν έξω αναψοκοκκινισμένοι απ τις φωνές. Ο μόνος ήρεμος ήταν ο Πατριάρχης. Αμέσως τον έπιασαν οι στρατιώτες και του έδεσαν τα χέρια. Μετά τραβώντας τον οδήγησαν στην αποβάθρα, όπου περίμεναν οι βάρκες. Πιο κει ήταν και οι ρωμηοί, που τον είχαν ακολουθήσει απ' το Φανάρι. Πρώτος έτρεξε κοντά του ο Διονύσιος, μετά και οι άλλοι, μα τους εμπόδισαν οι γενίτσαροι να πλησιάσουν. Σαν τους είδε, στάθηκε και τους κοίταξε με αγάπη. Βούρκωσαν τα μάτια του και με σπασμένη απ τη συγκίνηση φωνή τους είπε:
Συγχωράτε με, αν σας έβλαψα. Και να έχετε την ευχή μου.
Καθώς τον έριχναν στη βάρκα έβαλε μια φωνή που ακούστηκε να υψώνεται πάνω από την ίδια του την αγωνία.
Χριστός Ανέστη, παιδιά!

Ο ήλιος κατάκαιγε τη φύση πάνω απ το μεσουράνημα του. Μια ζέστη πνιγηρή σου έκοβε την ανάσα, καθώς δεν φυσούσε ούτε η ελάχιστη αύρα. Η θάλασσα, η αεικίνητη, έμνησκε μόλις ακίνητη τούτο το μεσημέρι κι έμοιαζε να δυσκολεύει τα πλεούμενα. Κοίταξε το σκούρο βάθος της προσπαθώντας να μαντέψει την υγρή ζωή που έκρυβε στα σπλάχνα της. «Ο τάφος μου», συλλογίστηκε.

Οι βάρκες, μετά από ατέλειωτη ώρα, έφθασαν στο Φανάρι, εκεί από όπου είχαν, ξεκινήσει. Από μακριά η παραλία προκαλούσε το φόβο. Όχι μόνο στο αραξοβόλι, μα και πολύ πιο πέρα, την είχαν πλημμυρίσει εκατοντάδες Τούρκοι απ' όλες τις μεριές της Βασιλεύουσας. Το παλιό μίσος, που φώλιαζε στην καρδιά και το καινούργιο, που τους όπλισε τα χέρια, αλάλαζε και γιόμιζε τον αέρα με τρομάρα. Όσο πλησίαζαν μεγάλωναν και τα ουρλιαχτά και πάγωναν το αίμα. Κοντά στην προκυμαία ξεχώριζαν τ' αγριεμένα πρόσωπα. Ήταν νέοι και γέροι που σ' άλλη περίπτωση θα κοίταγαν τη δουλειά τους, πως δηλαδή να βγάλουν τον επιούσιο για τις φαμελιές τους. Τώρα είχαν κατέβη στη θάλασσα να βγάλουν το άχτι τους. Με φωνές, με μανία, άρχισαν να σπρώχνονται ποιος θα πρωτογραπώσει τον Πατριάρχη. Μερικοί, οι ακριανοί, έχασαν την ισορροπία τους και βρέθηκαν στο νερό.

Σαν είδε ο γενιτσάραγας την αναστάτωση του όχλου, έδωσε διαταγή να βγουν πρώτα τα οπλισμένα ασκέρια, ν' ανοίξουν δρόμο και μετά να πιάσει η βάρκα με τον αιχμάλωτο. Βγήκαν τω όντι οι γενίτσαροι κι άρχισαν να διώχνουν με κόπο τους αγριεμένους. Όμως τα χέρια δεν έφταναν για τέτοια δουλειά γι' αυτό έσυραν τα όπλα. Όταν άνοιξαν το πέρασμα, έπιασε και η βάρκα στην αποβάθρα. Με βία άρπαξαν το Γρηγόριο και τον πέταξαν στη στεριά.
Βλέποντας αυτός τον κόσμο συναγμένο εκεί, στον παλιό τόπο που γίνονταν οι εκτελέσεις, έκανε το σταυρό του, γονάτισε κι έσκυψε τον αυχένα, περιμένοντας το δήμιο να του πάρει το κεφάλι. Τότε ο μποσταντζήμπασης, του έδωσε μια γερή κλωτσιά που τον σώριασε καταγής.
Σήκω, του φώναξε, δεν είναι εδώ ο τόπος σου.

Ξεκίνησαν το μικρό ανήφορο που βγάζει στα Πατριαρχεία. Θες η κούραση, θες η ταλαιπωρία, θες η νηστεία που πέρασε, θες όλα μαζί, απόκαμαν το γέρικο κορμί του. Σαν είδαν οι στρατιώτες να ποδοσέρνεται, άρχισαν να τον τραβούν, να τον σπρώχνουν, να τον χτυπούν και, όταν κατάλαβαν πως τίποτα πια δεν γίνεται, τον άρπαξαν δυό χεροδύναμοι απ τις αμασχάλες και σέρνοντας σχεδόν τον έφεραν ίσαμε την πόρτα του Πατριαρχείου. Τον άφησαν πιο κει να στέκεται ανάμεσα στους στρατιώτες, ενώ οι δήμιοι άρχισαν να στήνουν την αγχόνη στο ανώφλι της μεσαίας πύλης. Με μαστοριά άνοιξαν μια τρύπα κι έχωσαν το χοντρό δοκάρι. Μετά ένα-ένα όλα τα εξαρτήματα. Στο τέλος προσάρμοσαν ένα χοντρό σκοινί με τη θηλειά στη μια του άκρη.

Με σκυμμένο το κεφάλι, εκεί μπροστά στο Πατριαρχείο, ο Γρηγόριος ζούσε τις τελευταίες στιγμές του. «Ο καιρός της ενδεκάτης ώρας της ματαίας ζωής μου». Ο λόγος πέρασε σαν αστραπή απ το μυαλό του. Δεν θυμότανε που τον άκουσε, που τον διάβασε. Και τι σημασία έχει; Η αγωνία του ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Ένας κρύος ιδρώτας γιόμισε το κορμί του και τα πόδια του έπαυσε να τα ορίζει. Την ώρα αυτή, «την ενδεκάτη ώρα», το μυαλό του έμοιαζε να κολυμπάει σ ένα απροσδιόριστο κενό. Μπροστά έβλεπε το θάνατο να έρχεται καλπάζοντας. Η «ενδεκάτη ώρα». Προθάλαμος της δωδεκάτης, που είναι η πόρτα για την Αιώνια Ώρα. Γι' αυτήν την ώρα ετοιμαζότανε σ' όλη τη ζήση του. Και ιδού! Την περιμένει τώρα σφιχτοδεμένος. «Τι είναι ο θάνατος;». Το ερώτημα, που τον βασάνιζε, πρόβαλλε και πάλι. «Τι αισθάνεται κανείς όταν πεθαίνει; Τι αισθάνεται όταν γεννιέται;». Μπροστά στη μεσαία πύλη οι δήμιοι ετοιμάζονταν να του δώσουν την απάντηση.

Μέσα στις φωνές χωρίς νόημα, που τον κύκλωναν, μία του έκοψε τις σκέψεις: Περιμένετε. Σε λίγο θα βγάλουν το νέο πατριάρχη.
Ο νέος Πατριάρχης! Ο διάδοχος του! Ποιος να είναι άραγε; «Δεν έχασαν την ευκαιρία»! Ο λογισμός ήλθε σουβλερός στο μυαλό του. «Τι σκέφτομαι; Πίσω μου σ' έχω σατανά! Η Εκκλησία θα συνεχίσει το δρόμο της», συλλογίστηκε. Αιώνες τώρα οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Αυτή όμως μένει και θα μένει. Αιώνες τώρα τούτο το Πατριαρχείο στέκει αντάμα με την αρυτίδωτη Πόλη του, σε δόξες και σε ταπεινώσεις. Το ίδιο θα κάνει και μετά απ αυτόν. Ο Πατριάρχης δεν είναι παρά ένας κρίκος μιας απέραντης αλυσίδας, που το πλέξιμο της ξέρει μόνο ο Θεός πότε θα σταματήσει. Φεύγει ο ένας και την ίδια ώρα έρχεται κάποιος άλλος. Τι κι αν κακοπαθεί; Τι κι αν οι Τουρκοι ετοιμάζουν το χαμό του; Δεν είναι ο μοναδικός μέσα στην ιστορία. Κι άλλοι Πατριάρχες γεύτηκαν την ίδια ταπείνωση. Το Φανάρι έχει ποτισθεί με αίμα γι αυτό κι οι ρίζες του έγιναν τόσο γερές. Να αντέχει τις καταιγίδες που του κουβαλεί η μοίρα του. Να καρπίζει το δέντρο της πίστης και να είναι έτοιμο για τις περιπέτειες του κόσμου έδωσε αίμα και έλαβε πνεύμα.

Η ατέλειωτη μέρα έπαιρνε σιγά-σιγά τα μάτια της πάνω από την Πόλη. Η προετοιμασία του δειλινού είχε αρχίσει. Η ώρα του Λυχνικού! Μια νευρικότητα, μια αδημονία, ένα άγχος, είχε κυριέψει στρατιώτες και αξιωματικούς. Κι αυτός ο όχλος είχε πια αποκάμει να ξεφωνίζει κι έμνησκε σιωπηλός αναμένοντας να τελειώσει το θέαμα. Όταν φάνηκε ένας νεαρός αξιωματικός. Κάτι είπε κι όλοι έτρεξαν προς το μέρος του. Το ξύπνημα απ το λήθαργο της αναμονής πέρασε και στον όχλο, που άρχισε με μιας τους αλαλαγμούς.

Ο κεσεδάρης πλησίασε κοντά και τον άρπαξε με μίσος από το ράσο. Η όψη του πέρασε γρήγορα από την ηρεμία στην αγριάδα.
Ήρθε η ώρα σου, γκιαούρ, του είπε.
Με σπρωξιές και βρωμόλογα τον έφερε στη μεσαία πόρτα ακριβώς κάτω από την αγχόνη. Τον άφησε εκεί και στάθηκε πιο πέρα. Ήταν η σειρά του γενιτσάραγα να μπει στη σκηνή. Με επίσημο ύφος άρχισε να διαβάζει την καταδικαστική απόφαση του Σουλτάνου:
«Ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης δεν ηδυνήθη να συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρηθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων προσώπων, επιλαθομένων εαυτών... Ένεκα της διαφθοράς της καρδίας του αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ' ετιμώρησεν τους απλούς ανθρώπους, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως... Επειδή δε επείσθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού, αναγκαίον κατέστη όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης, και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση παράδειγμα δια τους λοιπούς».

Κανείς δεν πρόσεχε. Ήταν μια τυπική διαδικασία. Ο όχλος φώναζε ξέφρενα, οι στρατιώτες κατάκοποι παρακάλεγαν να τελειώσουν, να γυρίσουν πίσω στους στρατώνες, οι δήμιοι αδημονούσαν για την τελική πράξη κι ο Γρηγόριος συνέχιζε ν' αδιαφορεί για τα γινόμενα. Μόνος ανάμεσα σε τόσον κόσμο, κλεισμένος στις σκέψεις και τις προσευχές του, έμοιαζε μ' απλό παρατηρητή στο δικό του δράμα. Για μια στιγμή, γύρισε τα μάτια του στον ουρανό και μετά τα σφάλισε μη θέλοντας να δει τις τόσες αηδίες γύρω του.
Όταν τέλειωσε ο γενιτσάραγας, ακούστηκε η φωνή του μποσταντζήμπαση:
Άτιμε, προδότη, αχάριστε. Κρεμάστε τον να τελειώνουμε.

Οι στρατιώτες άρχισαν να του δένουν χέρια και πόδια καταπώς γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις. Όση ώρα χρειάστηκαν για τη δουλειά αυτή, μια απέραντη σιγή είχε απλωθεί στο θορυβώδες πλήθος. Κανείς δεν ακουγόταν. Όλοι παρακολουθούσαν χωρίς να βγάζουν άχνα. Οι δήμιοι ήταν έτοιμοι να τραβήξουν το σχοινί, όταν ακούστηκε μια γυναικεία φωνή απ απέναντι. Μια φωνή, που τάραξε τη σιωπή, έσκισε τον αγέρα κι ακούστηκε σ' όλα τα γύρω ρωμαίικα σπίτια, που βουβά παρακολουθούσαν την τραγωδία:
Θεέ μου. Κρεμούν τον Πατριάρχη!

Στα παράθυρα ξεπρόβαλαν δειλά τα φοβισμένα πρόσωπα, που προσπαθούσαν να δουν τι γίνεται στη μεσαία πόρτα. Ο θρήνος, που τις μέρες αυτές είχε θρονιασθεί στις ψυχές, γίνηκε τώρα κλάμα γοερό, κοπετός και μοιρολόγι.
Ο κεσεδάρης στάθηκε απέναντί του και επιθεωρούσε αν όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε. Μετά έγνεψε ν' αρχίσουν. Ένας του πέρασε τη θηλειά στο λαιμό, την έσφιξε και τη δοκίμασε. Μετά τρεις χεροδύναμοι τράβηξαν απότομα την άλλη άκρη του σχοινιού. Το γέρικο σώμα πετάχτηκε απότομα
ψηλά. Άρχισε να σπαρταρά, μία, δύο, τρεις φορές. Ο Πατριάρχης ήταν νεκρός.

Ένα ξέφρενο ξεφωνητό γιόμισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Οι στρατιώτες έσυραν τα σπαθιά τα ύψωσαν θριαμβευτικά και αλάλαζαν μαζί με τον όχλο. Άλλοι πανηγυρίζοντας έρριχναν στον αέρα κουμπουριές. Τους είπαν πως αυτός είναι ο φταίχτης για το ζορμπαλίκι των ραγιάδων και δεν είχαν λόγο να μην το πιστεύσουν. Τους είπαν πως ο Αλλάχ θέλει εκδίκηση και δεν είχαν λόγο να μην το κάνουν. Μπροστά τους κρεμόταν ο ένοχος. Ο καθένας ποθούσε να πάει απ' το δικό του χέρι. Κι αν αυτό δεν ήταν μπορετό πριν, τώρα που κρεμόταν άψυχος στη μεσαία πόρτα μπορούσαν να του ρίξουν το δικό τους ανάθεμα για να ησυχάσει κι η συνείδησή τους.
Μερικοί έμειναν μόνο στις βρισιές. Οι πιο πολύ σπρώχνονταν να ζυγώσουν, για να χτυπήσουν τον νεκρό, να του πετάξουν μια πέτρα, ν' ασχημονήσουν. Έλεγες πως ήθελαν για δεύτερη φορά να τον σκοτώσουν. Ακόμη και κυρτωμένοι γέροντες δεν έχασαν την ευκαιρία. Ένας μάλιστα άρχισε να χτυπά με τόση μανία, βγάζοντας άναρθρες κραυγές, που έπεσε κάτω λιπόθυμος. Νόμισαν πως έπαθε αποπληξία! Λένε πως κάπου εκεί, σε μια γωνία, μέσα απ την άμαξά του, παρακολουθούσε ο ίδιος ο Βεζύρης.

Τρεις μέρες κρεμόταν ο Πατριάρχης μπρός στη μεσαία πόρτα. Την πόρτα που είχε διαβεί αναρίθμητες φορές, από νεαρό σκολιαρόπαιδο, που θαμπωμένο πρωτοείδε το Φανάρι, ίσαμε γέρος Πατριάρχης που μπαινόβγαινε ανυποψίαστος για τον προορισμό της. Τώρα το νεκρό σώμα του έμοιαζε ν' απαγορεύει τη διέλευση, φύλακας και σεβάσμιο προσκυνητάρι της. Ήταν ένα εμπόδιο που θα την κρατούσε αιώνια κλειστή. Από κείνη τη μέρα κανείς δεν την ξαναπέρασε. Έκλεισε για όλους και για πάντα.

Την τρίτη μέρα πήγε στο Βεζύρη ο νέος Πατριάρχης Ευγένιος μαζί με το Σταυράκη Αριστάρχη. Με χίλια παρακάλια ζήτησε το σώμα του νεκρού να το θάψει. Αρνήθηκε. Παρακάλεσαν και πάλι. Τους έδιωξε.
Φύγετε από δω. Είναι προδότης και τους προδότες τους ρίχνουν στα σκυλιά.
Πήγαν στο Σουλτάνο. Ούτε που τους δέχτηκε.
Ο πολυχρονεμένος Πατισάχ δεν πρόκειται να ματαμιλήσει σε γκιαούρηδες, τους είπε ένας αξιωματικός.
Απελπισμένοι γύρισαν στο Πατριαρχείο. Συνάχθηκαν κι οι άλλοι δεσποτάδες κι έκαναν την κηδεία του με το νεκρό να κρέμεται στη μεσαία πόρτα. «Οι την οδόν την στενήν βαδίσαντες και σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες, και προς ζωήν την αγήρω άγιοι και αΐδιον μετατεθέντες». Η ιδιότυπη κηδεία έγινε ένα θρηνητικό δοξαστικό για το μάρτυρα.

Την ίδια ώρα οι Τούρκοι κατέβαζαν το σώμα απ' την αγχόνη. Πίσω τους περίμενε μια ομάδα Εβραίων. Μόλις τέλειωσαν, τους είπε ένας αξιωματικός.
Πάρτε το σκυλί και ρίχτε το στη θάλασσα.

 


Περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2004



 

1821 guns

Αι παραμοναί της Ελληνικής Επαναστάσεως

Γεώργιος Δροσίνης

      Ο πατέρας μου κατήγετο από εν χωρίον της Παρνασσίδος. Είχεν αποκατασταθή εις την Άμφισσαν και έκαμνεν εκεί τον πραγματευτήν μέχρι του έτους 1807. Τότε ηναγκάσθη έξαφνα να φύγη δια νυκτός και να καταφύγη εις την Ιθάκην, δια τον εξής λόγον : Ένας τούρκος αγάς εκ των προκρίτων της Αμφίσσης ηγόρασε πολλάς πραγματείας από τον πατέρα μου, τας οποίας δεν επλήρωσεν αμέσως, ηρνήθη δε και κατόπιν να πληρώση. Ο πατέρας μου επέμενεν εις το δίκαιόν του και έφερε την υπόθεσιν εις τον τούρκον δικαστήν, τον κατήν. Αλλ' ο αγάς, ζητών πάντοτε πρόφασιν, εθεώρησε την υπόληψίν του προσβληθείσαν και τόσον εξηγριώθη, ώστε ηπείλησεν, ότι θα φονεύση τον πατέρα μου και θα καύση το μαγαζί του. Και επειδή δεν ήθελε πολύ, δια να εκτελέση την απειλήν του, ο πατέρας μου ανησυχών όχι τόσον περί του εαυτού του, όσον περί της μητρός μου, του μικροτέρου αδελφού μου και εμού, μας επήρε μίαν νύκτα του Νοεμβρίου σκοτεινήν, επήρε και τας πολυτιμοτέρας πραγματείας του και κατέβημεν εις το Γαλαξείδιον και απ' εκεί δια του πλοίου ενός κουμπάρου του μετά δύο ημερών ταξίδιον εφθάσαμεν εις την Ιθάκην. Τότε ήμην μόλις οκτώ ετών, αλλ' ενθυμούμαι πολύ καλά το δυσάρεστον εκείνο ταξίδιον. Εις την Ιθάκην είχαμεν πλήρη ασφάλειαν και συγγενείς εκεί από την μητέρα μου, οι οποίοι μας εβοήθησαν εις την αρχήν, και ολίγον κατ' ολίγον έστρωσαν αι εργασίαι του πατέρα μου και επήραν καλόν δρόμον. Αλλά τούτο δεν ελάττωσε την διαρκή λύπην, που τον κατείχεν, ότι άφησε την πατρίδα του, και έβραζε μέσα του κρυμμένον το μίσος εναντίον των τούρκων, μίσος πατροπαράδοτον, που το εδυνάμωσεν η τελευταία αυτή περίστασις.

     Εις την Ιθάκην ο πατέρας μου εφρόντισε πως να εκπαιδεύση τον αδελφόν μου Θανάσην και εμέ. Ο Θανάσης ήτο τρία έτη μικρότερός μου και ο πατέρας μου τον ήθελε να γίνη παπάς· εμένα ήθελε να με κάμη πραγματευτήν, βοηθόν εις την εργασίαν του. Μας έστελλεν εις ενός γέροντος διδασκάλου το σπίτι, όπου μαζί με πέντ' εξ άλλα παιδιά εμανθάναμεν ανάγνωσιν και γραφήν, κατήχησιν και ιστορίαν. Ο διδάσκαλος αυτός δεν ήτον πολυμαθής και σοφός, είχεν όμως πολύ ζήλον και εκτός τούτου δεν περιωρίζετο εις το να μας μάθη ξερά γράμματα, αλλά εφρόντιζε πως να μας εμπνεύση δύο μεγάλα αισθήματα, αγάπην προς την αρετήν και αφοσίωσιν προς την πατρίδα. Τον ενθυμούμαι ακόμη κοντόν, σκυφτόν, με τα άσπρα του γένεια, με τα μικρά του μάτια και τα μεγάλα γυαλιά εις την μύτην, με την φαλακράν κεφαλήν του, που την εσκέπαζε διαρκώς μαύρος σκούφος. Τον ενθυμούμαι, πως ήναπτεν η όψις του η γεροντική,πως εσπιθοβολούσαν τα μάτια του, όταν μας ωμιλούσε δια την πατρίδα μας την δουλωμένην. Μας διηγείτο πως ήτο μεγάλη εις τους παλαιούς χρόνους, πως αυτή ήτο πρώτη εις τον πολιτισμόι, όταν οι άλλοι όλοι ήσαν βάρβαροι. Και ανεστηλώνετο έξαφνα και εφαίνετο νεώτερος, όταν μας παρίστανε τον Λεωνίδαν πολεμούντα εις τας Θερμοπύλας, τον θεμιστοκλέα τρέποντα εις φυγήν τον περσικόν στόλον εις το στενόν της Σαλαμίνος, τον μέγαν Αλέξανδρον κατακτώντα την Ασίαν. Και εχαμήλωνε την κεφαλήν και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, όταν ήρχετο έπειτα εις τα μαύρα έτη της Ελληνικής ιστορίας : την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως, τον Θάνατον του τελευταίου Παλαιολόγου, την κατάκτησιν των τούρκων.

- Εχάθη πλέον η Ελλάς, έλεγε με αναστεναγμόν, κατήντησε, ταπεινή σκλάβα των τούρκων αυτή η βασίλισσα της Ανατολής. Αλλ' έξαφνα ανεσήκωνε την κεφαλήν, ωσάν να ήκουε μακρινήν φωνήν, εκάρφωνε τα βλέμματα υψηλά προς τον τοίχον, ωσάν να διέκρινε μακρινόν σημείον, και με φωνήν ζωηράν και με όψιν φωτισμένην από ενθουσιασμόν επρόσθετεν :

- Όχι, όχι ! δεν είναι μακριά η ημέρα της ελευθερίας. Ο σπόρος του Ρήγα θα φυτρώση και σεις θα θερίσετε τον καρπόν όχι με δρέπανα αλλά με σπαθιά. Να ειπήτε τον θούριόν του τώρα και έπειτα να σχολάσετε. Και ο γέρων διδάσκαλος με φωνήν τρέμουσαν από συγκίνησιν απήγγελλε τους φλογερούς στίχους, και ημείς όλοι μαζί τους επαναλαμβάναμεν :

--Ως πότε, παλληκάρια, να ζώμεν στα στενά, μονάχοι σαν λιοντάρια στις ράχες, στα βουνά !

Αλλά και εις το σπίτι ο πατέρας μου, αν και δεν ήξευρεν ιστορίαν, μας ωμιλούσε όμως δια σύγχρονα η χθεσινά πράγματα, δια τους αγώνας των Σουλιωτών, δια την αποτυχίαν της επαναστάσεως του Ι770, δια τον ήρωα Λάμπρον Κατσώνην και τον μάρτυρα Ρήγαν Φεραίον, δια τας φοβεράς σκληρότητας των τούρκων. Μας έλεγεν ότι η κατάστασις αυτή δεν ημπορεί να διαρκέση πλέον επί πολύ και ίσως εις τας ημέρας ημών των νέων ήτο γραμμένον να ελευθερωθή η Ελλάς. Και η μητέρα μου ακόμη μας είχε μάθει εις την προσευχήν μας το βράδυ κοντά εις τα άλλα να προσθέτωμεν και την παράκλησιν :

- Παναγία μου, να ελευθερώσης την πατρίδα μας !

Και δεν ηξεύρω διατί, όταν έλεγα τα λόγια αυτά εμπρός εις τας εικόνας, ησθανόμην κάτι εις όλον μου το σώμα, ωσάν να μ' έβρεχεν έξαφνα παγωμένον νερόν. Από τα 1814 ήρχισα να βοηθώ τον πατέρα μου εις την εργασίαν του Όλην την ημέραν έμενα εις το μαγαζί μας κάτω εις την προκυμαίαν και μόνον όταν ενύκτωνε επηγαίναμεν εις το σπίτι. Άνθρωποι πολλοί ήρχοντο εις το μαγαζί˙ οι περισσότεροι δια ν' αγοράσουν πραγματείας, μερικοί δια να ιδούν τον πατέρα μου και να συνομιλησουν ολίγον. Εγώ άμα έβλεπα, κανένα εις την θύραν, ευθύς εκάρφωνα το βλέμμα επάνω του. Και αν μεν έβλεπα ότι έρχεται δια ν' αγοράση τίποτε, έτρεχα να τον περιποιηθώ, αν όμως ήρχετο με τον σκοπόν απλής επισκέψεως και συνομιλίας, εγύριζα από το άλλο μέρος τα μάτια σ μου δυσαρεστημένος, ότι ήρχετο να μας χασομερήση αδίκως. Με μεγάλην περιέργειαν λοιπόν είδα ένα πρωί τον πρώτον άνθρωπον, που εμβήκεν εις το μαγαζί μας. Ήτον μεσόκοπος με μαύρα γένεια, σκεπασμένος με μακρόν, χονδρόν επανωφόρι και εις την κεφαλήν εφορούσε καλογηρικόν σκούφον. Εφαίνετο ότι ήτον ξένος και ότι ήρχετο από ταξίδι. Άμα τον είδα είπα μέσα μου :

- Εδώ θα κάνωμε καλή δουλειά ! Και έτρεξα γελαστός να τον προαπαντησω. Αυτός όμως μου λέγει με σοβαρόν ύφος :

- Που είναι ο πατέρας σου ;

- Εδώ είμ' εγώ να σάς υπηρετήσω εις ό,τι θέλετε. Προστάξετε !

- Καλά, παιδί μου, σ' ευχαριστώ, μά θέλω τον ίδιον τον πατέρα σου, επαναλαμβάνει με σοβαρόν και προστακτικόν τρόπον.

Ο πατέρας μου ήτον οπίσω εις την αποθήκην του μαγαζιού και ήνοιγε μερικά κιβώτια με πανικά, που μας είχαν έλθει από την Τεργέστην. Ετρεξα να του φωνάξω, πειραγμένος ολίγον από τον τρόπον του ξένου, που δεν μ' έκρινεν άξιον εμένα, αλλά ήθελε και καλά τον πατέρα μου.

- Δεν πειράζει, είπεν ο ξένος, άφησέ τον εις την εργασίαν του· πηγαίνω εγώ και τον ευρίσκω. Και επροχώρησε κατ' ευθείαν προς το βάθος.

Είδα ότι έδωκεν εν γράμμα εις τον πατέρα μου και ο πατέρας μου το εδιάβαζε με προσοχήν. Μετά την ανάγνωσιν μου εφάνηκε ότι κάπως εταράχθηκε˙ άπλωσε το χέρι του εις τον ξένον και είπε :

- Καθίστε μίαν στιγμήν και τελειώνω.

Τον έβαλε και εκάθισεν εκεί οπίσω εις την αποθήκην και έκλεισε την θύραν, αφού μου είπε :

- Δήμο, όποιος με ζητήση πές πως έχω δουλειά και να ξαναπεράση.

Τον νουν σου εσύ στο μαγαζί.

Τι έλεγαν εκεί οπίσω από την κλειστήν θύραν επί δύο ώρας ο πατέρας μου και ο άγνωστος δεν ηξεύρω. Θα ήσαν όμως πολύ σοβαρά πράγματα. Όταν επί τέλους ήνοιξεν η θύρα και εξήλθεν ο ξένος δια να φύγη η φυσιογνωμία του πατέρα μου μου εφάνηκε πολύ συλλογισμένη. Ο ξένος επέρασε κοντά μου, εστάθηκεν εμπρός μου και μ' εκοίταξε μέσα εις τα μάτια· έπειτα μ' εκτύπησε με το χέρι εις τον ώμον και είπε :

- Καρδιά, παλληκάρι μου !

Και εχάθηκε...

Ο τρόπος, που μου τα είπεν αυτά τα λόγια, ήτο παράξενος˙ το όλον φέρσιμον του αγνώστου μ' έβαλεν εις απορίαν και ανησυχίαν. Ετόλμησα να ερωτήσω τον πατέρα μον :

- Τι άνθρωπος είναι αυτός ;

Και εκείνος μου αποκρίθηκε ξηρά - ξηρά και μου έκοψε κάθε άλλην ερώτησιν :

- Ένας καλός πατριώτης˙ μου έφερε γράμμα από τον δεσπότην μας τον Ησαΐαν.

Εκτοτε δεν τον είδα πλέον τον άνθρωπον αυτόν, παρά τον Ιανουάριον του 1821. Εμβήκε πάλιν με τον ίδιον τρόπον ένα πρωί και ο πατέρας μου τον επήρεν εις την αποθήκην και έμειναν ώραν κλεισμένοι μαζί. Έπειτα εξήλθε και εστάθηκεν ολίγον εμπρός μου. Μου εφάνηκεν, ότι είχε πολύ καταβληθή και γηράσει από τον καιρόν, που τον είχα πρωτοϊδεί. Την φοράν αυτήν δεν μ' εκτύπησεν εις τον ώμον˙ μου έδωκε το χέρι και μου είπε σιγαλά :

- Δήμο, ό,τι σου ειπή ο πατέρας σου είναι το θέλημα του Θεού και η προσταγή της πατρίδος !

Και εχάθηκε πάλιν... Τόσον μ' ετάραξαν οι λόγοι αυτοί του ξένου, ώστε δεν είχα νουν να εργασθώ εκείνην την ημέραν. Τον πατέρα μου δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω˙ τον έβλεπα και εκείνον πολύ συγχυσμένον και μίαν στιγμήν μου εφάνη ότι με το δάκτυλον εσφόγγισε τα δακρυσμένα μάτια του. Τέλος πάντων το βράδυ, όταν ήταν ώρα να κλείσωμεν, μου λέγει :

-Κλείσε από μέσα την πόρτα, βάλε τον λύχνον εκεί κι έλα κάθισε να σου ειπώ.

Αφού έκαμα όπως μου είπεν, αρχίζει με φωνήν, που έτρεμε από συγκίνησιν :

- Δήμο μου, παιδί μου, ό,τι θα σου ειπώ είναι μεγάλο μυστικό. Ξεύρω την καρδιά σου και σου το εμπιστεύομαι. Δεν είναι μυστικό δικό μας είναι της πατρίδος. Δεν θέλω να μου ορκισθής, πως θα το κρατήσης· αν είχα την παραμικράν αμφιβολίαν, δεν θα σου το έλεγα. Λοιπόν άκουσε· όλα είναι έτοιμα, εις ολίγον καιρόν η φωτιά θα ανάψη απ' άκρη σ' άκρη˙ οι τούρκοι θα διωχθούν και η Ελλάς θα ελευθερωθή από τους τυράννους της. Τότε θα γυρίσωμεν πάλιν εις την πατρίδα μας, να περάσωμεν εκεί τα υστερνά μας χρόνια, αν το θελήση ο Θεός ! Ο ξένος αυτός, που είδες σήμερα, είναι ένας άξιος πατριώτης, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, και γυρίζει από τόπον εις τόπον και αδελφώνει τους άλλους πατριώτας εις την ιδέαν της Εταιρείας. Σκοπός της Εταιρείας είναι να συνενώνη όσον το δυνατόν περισσοτέρους πατριώτας, δια να εργασθούν όλοι μαζί και το κατά δύναμιν καθένας δια την απελευθέρωσιν της πατρίδος.

Η Εταιρεία έχει πολλούς και μεγάλους προστάτας και τα μέλη της μετρούνται κατά χιλιάδας εις όλην την Ανατολήν και εις την Ευρώπην. Τι λες λοιπόν ;

Οσον άκουα αυτά, το αίμα ανέβαινεν εις την κεφαλήν μου, η καρδία μου εκτυπούσε δυνατά εις τα στήθη. Αντί άλλης απαντήσεως έπεσα εις την αγκάλην του πατέρα μου :

- Σ' ευχαριστώ, πατέρα ! εψιθύρισα. Και τον εκαταφιλούσα δακρυσμένος και τον ευχαριστούσα και δια την χαρμόσυνον αυτήν είδησιν και δια την εμπιστοσύνην, που μου έδειχνε με το φανέρωμα του ιερού μυστικού. Επειτα ανατινάχθηκα επάνω˙ μία ιδέα ήλθεν εις τον νουν μου :

- Πατέρα, όταν οι άλλοι θα πολεμούν εκεί, εγώ θα κάθωμαι με τον πήχυν εδώ στο μαγαζί ;

- Οχι, παιδί μου, αυτήν την προσβολήν δεν θα την κάμω εις εσένα και εις την οικογένειάν μας. Εγώ είμαι ανίκανος πλέον, ο αδελφός σου ο Θανάσης μικρός και αρρωστιάρης, εσύ θα πας για όλους μας, όταν έλθη η ώρα. Θα σε στείλω εις τον καπετάν Πανουριά. Προς το παρόν η μητέρα σου και ο αδελφός σου να μη μάθουν τίποτε. Σιωπή ! Ας πηγαίνωμεν τώρα στο σπίτι, να μην ανησυχούν, που αργούμε. Είσαι άνδρας, δεν είσαι πλιά παιδί τώρα. Θάρρος και φρόνησις, Δήμο μου !

«Ο Μπάρμπα - Δήμος»

Γεώργιος Δροσίνης


 

grigorios5th

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’

 ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 Η επιχειρηθείσα αλλοίωση της ιστορίας

 

1. Ο Σταυρός του Χριστού 

Τον Σταυρό του Κυρίου προβάλλει σήμερα η Εκκλησία εις προσκύνησιν για να μας ενισχύσει στην πορεία προς το Πάσχα. Από την εξουθένωση και την καταισχύνη του Σταυρού επήγασε το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Συντρίβονται τα ανθρώπινα κριτήρια, οι ανθρώπινες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις με το Σταυρό του Χριστού. ό,τι φαίνεται σκάνδαλο, μωρία και ανοησία και καταφρόνια αποδεικνύεται δύναμη, σοφία, αγιασμός και δόξα. Το ξύλο της ντροπής και της αισχύνης, πάνω στο οποίο άφηναν την τελευταία τους πνοή οι μεγαλύτεροι λησταί και κακούργοι, μεταβάλλεται σε σύμβολο και όργανο αγιασμού και δόξης. Μ’ αυτόν εκφράζουμε οι Χριστιανοί την πίστη μας σημειώνοντάς τον στο στήθος μας, αυτόν δίνουμε σαν φυλακτό στα αγαπημένα μας πρόσωπα, αυτός κοσμούσε και κοσμεί τα σκήπτρα των βασιλέων και τις μίτρες των αρχιερέων, αυτός θρονιάζεται στις κορυφές των ναών. Είναι το ακαταμάχητο όπλο εναντίον των αντιθέων δυνάμεων, η δόξα των αγίων της Εκκλησίας.

Σε όλα τα τοπικά εθνικά σύμβολα που είχαν διάφοροι αγωνισταί του 1821 ο Σταυρός ή ήταν κυριαρχικά μόνος ή απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε σχετικής παραστάσεως. Και στο εθνικό σύμβολο που τελικώς επεκράτησε, στην γαλανόλευκη σημαία μας, επί δεκαετίες «λαμπύριζε στην ψηλή της κορυφή», κατά τον ποιητή, μέχρι που κάποια ατυχής έμπνευση επεχείρησε να τον καταβιβάσει, χωρίς να επικρατήσει όμως η ρύθμιση. Γιατί στις γενιές όλων των Ορθοδόξων το όραμα του θεμελιωτού της Ανατολικής Ελληνικής αυτοκρατορίας, του Μ. Κωνσταντίνου, που είδε στον ουρανό σχηματισμένο τον Τίμιο Σταυρό με την φράση «εν τούτω νίκα», έχει περάσει μέσα στα κύτταρα της εθνικής αυτοσυνειδησίας, έχει συνδεθή με τους μηχανισμούς του εθνικού συναγερμού σε περιόδους πολέμων. Στον Σταυρό και στην Εκκλησία καταφεύγει το Έθνος για να επιβιώσει και να κατατροπώσει τους εχθρούς του, από το Χριστό ζητά βοήθεια για τις νίκες εναντίον των βαρβάρων. «Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα».

2. Ο σταυρός του πατριάρχου 

Δεν πρόκειται όμως σήμερα να ασχοληθούμε με τη σημασία του Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας και του Έθνους. Αυτό γίνεται πολύ συχνά, διότι και οι σχετικές με το Σταυρό γιορτές είναι πολλές, αλλά και διότι το μυστήριο της σωτηρίας και της αναστάσεως είναι αδιάλυτα δεμένο με το Σταυρό και το Πάθος. επομένως για το Σταυρό του Χριστού γίνεται συχνά λόγος. Το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας δίνει σήμερα μία σπάνια ευκαιρία να ασχοληθούμε, σύντομα βέβαια, με το σταυρό και τη δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’, του οποίου σήμερα, 10 Απριλίου, τιμά η Εκκλησία τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο. Ήταν και τότε 10 Απριλίου του 1821, πριν από 162 χρόνια, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, το αιώνιο και καλύτερο για τον εθνομάρτυρα πατριάρχη Πάσχα. μετά τη μαρτυρική Μεγάλη Εβδομάδα που πέρασε εισήλθε με όργανο το σχοινί της αγχόνης και μετά από πολλούς ονειδισμούς και εμπτυσμούς, ως γνήσιος μαθητής του εσταυρωμένου Χριστού, στο ανέσπερο φως της θεϊκής βασιλείας, και τιμήθηκε από τον Ελληνισμό με πρωτοφανείς τιμές και δόξες, επάξιες του μαρτυρίου και της μεγάλης του προσφοράς. Και υπάρχει λόγος επιτακτικός που επιβάλλει να παρουσιασθούν ο σταυρός και η δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου, λόγος που συνδέεται όχι μόνο με την εθνική μας φιλοτιμία και ταυτότητα, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του Γένους μας, του ελλη­νορθοδόξου πολιτισμού μας.

3. Πότε εξαφανίζεται ένα έθνος; 

Δύο είναι στην μακραίωνα εκτίμηση των ιστορικών του πολιτισμού τα στοιχεία που προαγγέλουν την επερχόμενη καταστροφή ενός έθνους. η έλλειψη ικανών ηγετών και η αποξένωση του λαού από τα ιερά και τα όσια της φυλής. Όταν παρατηρείται το ένα από τα δύο μόνον, υπάρχει ελπίς αποφυγής του αφανισμού. Εμπνευσμένοι ηγέται μπορούν και μόνοι τους, όταν δεν είναι απλοί δημαγωγοί, να εκφράσουν την εθνική αυτοσυνειδησία, να κλείσουν μέσα τους όλο το παρελθόν και να το ζωντανέψουν στις καρδιές ενός λαού που έχει ξεχάσει την ιστορία του, έχει ισοπεδώσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα με τη μέριμνα της καθημερινότητας, του γλεντιού και των απολαύσεων. Αυτό δεν έκαναν οι προφήται και οι κριταί του Ισραήλ με τον καυστικό και θαρραλέο τους λόγο, εναντίον των επιθυμιών και των θελήσεων των αρχόντων και του λαού; Αυτό δεν έκαναν οι μεγάλες και ηρωικές μορφές των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, που σαν άλλοι προφήται οδήγησαν με δριμείς ελέγχους σε αυτοσυνειδησία και επίγνωση; Όταν πάλι ο λαός βρίσκεται σε σωστή πορεία, και οι άρχοντες τον παραπλανούν, γρήγορα τους απομονώνει και τους απορρίπτει, αναδεικνύοντας μέσα από τα σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους και ικανούς ηγέτας. Αλλοίμονο, όμως, αν συμβεί ηγεσία και λαός να βρεθούν σε καταστροφική για το Γένος πορεία. Τότε η σωτηρία από τον Θεό μόνο πρέπει να ελπίζεται.

4. Το εικονοστάσι του Γένους ξηλώνεται από νέους εικονομάχους 

Οι περισσότεροι σήμερα συμφωνούμε στη χώρα μας ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορείται στο σώμα και πιο πολύ στο πνεύμα του πολιτισμού μας. Δεν γονιμοποιείται πλέον από υγιείς δυνάμεις ο πνευματικός μας βίος. ξέφραγο αμπέλι η παιδεία μας ταλανίζεται από εκθεμελιωτικές και καταστροφικές δυνάμεις. Υβρίζεται και παραχαράσσεται η εθνική μας ιστορία, σπιλώνονται και συκοφαντούνται μεγάλες μορφές, δεν διαβάζεται πια το συναξάρι του Γένους, στην ιερή μνήμη των προγόνων μας δεν τελούμε μνημόσυνα. Μία αδίστακτη εικονοκλαστική κίνηση κατεβάζει από το εικονοστάσι του Γένους τις τιμημένες μορφές μαρτύρων και ηρώων. Βεβηλώνονται οι μνήμες των διδασκάλων. και αυτή η ιεροσυλία και τυμβωρυχία είναι πιο βδελυρές από τις βεβηλώσεις των τάφων, γιατί προσβάλλουν και εξευτελίζουν το πνεύμα τους, μα και γιατί δεν γίνονται από αλλοεθνείς, αλλά από ομοθρήσκους γενιτσάρους. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τα συναντούμε σε πολλές εφημερίδες και σε φθηνές εκδόσεις βιβλίων που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία. Μπαίνουν, χωρίς την άδειά μας, στα σχολικά των παιδιών μας βιβλία, αλλά χωρίς ντροπή και μέσα στα σπίτια μας με την τηλεόραση, παραβιάζοντας την πανάρχαια ιερότητα της οικογενειακής εστίας, το οικογενειακό άσυλο. Και ανεχόμαστε όλους αυτούς τους βιαστάς και διαφθορείς της εθνικής μας μνήμης, της εθνικής μας ταυτότητος, των ιερών και οσίων της φυλής μας, χωρίς καμμία αντίδραση.

5. Θα ξαναζωντανέψει το κρυφό σχολειό 

Ανεχόμαστε να υβρίζεται περισσότερο των άλλων η ιερή μνήμη του κορυφαίου πρωτομάρτυρος της Εκκλησίας και του Γένους στην εθνική εξέγερση του 1821, του πατριάρχου και εθνάρχου Γρηγορίου του Ε’. Επιχειρούν ασύστολα να πλήξουν στο πρόσωπό του την Εκκλησία, να μειώσουν την επίδρασή της, να την τοποθετήσουν, αν μπορέσουν, στο περιθώριο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του έθνους, ώστε ανενόχλητοι να οικοδομήσουν τα δικά τους πολιτιστικά μοντέλα. Και είναι αυτή η μεθοδευμένη εναντίον της Εκκλησίας επίθεση απ’ όλους τους Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες και Σκαρίμπες η μεγαλύτερη απόδειξη ότι την φοβούνται και την υπολογίζουν σαν την μόνη ικανή, συγκροτημένη και οργανωμένη, με αιώνων πείρα και θεϊκή ισχύ, δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Να καλέσει το λαό σε επαγρύπνηση, να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της, για να καταφύγει εκεί μέσα πάλι των ελεύθερων πολιτικά Ελλήνων το δουλωμένο πνεύμα, να ξαναλειτουργήσει τα κρυφά σχολειά, για να αποδείξει στην πράξη στους ανιστόρητους ιστορικούς ότι δεν είναι θρύλος και παραμύθι το κρυφό σχολειό, όπως το παρουσιάζουν τελευταία, αλλά αναμφίβολη πραγματικότης, που την διέσωσε η λαϊκή συνείδηση στο τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό κ.τ.λ.», την έψαλε ο ποιητής μας Ιωάννης Πολέμης στο θαυμάσιο ομώνυμο ποίημά του «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...» και την απεικόνισε ο μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στη γνωστή παράσταση του Κρυφού Σχολειού, με τους μαθητές γύρω από τον δάσκαλο Καλόγηρο.

6. Από τον πολιτικό εκμηδενισμό στα πρόθυρα νέας αυτοκρατορίας 

Ευγνώμονες όμως εμείς προσκυνηταί σήμερα της μνήμης του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ ας παρακολουθήσουμε σε σύντομη εξιστόρηση το σταυρό και τη δόξα του, για να τονώσουμε τα αντισώματα απορρίψεως, απομονώσεως των διαστροφέων της ιστορίας μας.

Γεννημένος από φτωχική οικογένεια στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου το 1746 κατόρθωσε λόγω της ευφυΐας του ο μικρός Γεώργιος Αγγελόπουλος, Γρηγόριος είναι το κληρικό του όνομα, να διακριθεί στα γράμματα και να υποστηριχθεί από την Εκκλησία. Φοιτά μετά από τη Δημητσάνα στα φημισμένα σχολεία της Σμύρνης, της οποίας σε λίγο θα γίνει μητροπολίτης. Το πέρασμά του από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη θα συνδεθεί με ένα εκπαιδευτικό φούντωμα, με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ενίσχυση δασκάλων και μαθητών, που δεν τολμούν ούτε οι αντικληρικό πνεύμα έχοντες Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού να το αμφισβητήσουν1. Η προπαρασκευή και το ξέσπασμα της επαναστάσεως του 1821 βρίσκουν τον Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επί κεφαλής όχι μόνον της Εκκλησίας αλλά και του Γένους, εκκλησιαστικό και πολιτικό συγχρόνως αρχηγό των Ορθοδόξων, εθνάρχη, υπεύθυνο νομικά απέναντι του κατακτητού για ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ των υποδούλων.

Κουβαλούσε ο Γρηγόριος στο μεγάλο και υπεύθυνο αυτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση που τη θεμελίωσε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γεννάδιος Β’ Σχολάριος με τα προνόμια που του παρεχώρησε ο Μωάμεθ, από θαυμασμό προς τη σοφία και την ακτινοβολία του.

Προδομένο και τότε το Γένος, το 1453, από τους συμμάχους και αποκοιμισμένο από τους πολιτικούς του ηγέτας βρήκε στήριγμα και στέγη στην Εκκλησία, που το παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο από τα χέρια των πολιτικών ηγετών, στο χείλος της αβύσσου και της καταστροφής2, του εγιάτρεψε τις πληγές και το κατέστησε πρώτη πνευματική και οικονομική δύναμη της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κατήντησε να κυβερνάται από τους ευφυείς και δραστήριους Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι δεν διέφυγαν και αυτοί τη λασπολογία στρατευμένων ιστορικών3. Ο Ελληνισμός των χρόνων του Γρηγορίου ήταν ακμαιότερος υλικά και πνευματικά του σημερινού Ελληνισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία του έχει συρρικνωθή γεωγραφικά στα όρια της μητροπολιτικής Ελλάδος, στη δυτική μόνο πλευρά του Αιγαίου πελάγους, πνευματικά δε είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί απομόνωσε και κατέστησε δυσχερή την τονωτική επίδραση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στις νέες γενιές.

Επισυμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων μας ένας πνευματικός εξανδραποδισμός των νέων μας, μια μεθοδευμένη από ξένα κέντρα αποφάσεων εθνική απονεύρωση. Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές θα νοιώθουν ξένες και αλλοτριωμένες από τα ιδανικά που πυρπολούσαν μέχρι τώρα τους Έλληνες και εξασφάλιζαν την εθνική τους επιβίωση. Ελπίζουμε ότι θα συνέλθουν γρήγορα η πολιτική ηγεσία και οι πολυπραγμονούντες λόγιοι, και δεν θα χρειασθεί αυτοί μεν ακινδύνως να πάρουν το δρόμο προς τη Δύση, όπως έκαναν και τότε πριν και μετά την άλωση, να πληρώσουν δε τα λάθη ο λαός και η εκκλησιαστική ηγεσία, η οποία πάντοτε μένει κοντά στο ποίμνιό της και πρώτη γεύεται τα μαρτύρια και το σταυρό.

7. Οι αποτυχίες προηγουμένων κινημάτων επιβάλλουν φρόνηση 

Έχοντας λοιπόν την ευθύνη για τη ζωή και την ύπαρξη του Γένους ο πατριάρχης Γρηγόριος αντιμετώπισε με σπάνια σύνεση και παραδειγματικό ηρωισμό το ξέσπασμα της επαναστάσεως κατ’ αρχήν μεν στην Μολδοβλαχία με ηγέτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κατόπιν δε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ευλόγησε τους οπλαρχηγούς και το λάβαρο του αγώνος στην Αγία Λαύρα, ήταν ιδικός του προστατευόμενος και συγγενής.

Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις επαναστατικές αυτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί η παρουσία του Υψηλάντη ερμηνευόταν ως προστασία και υποκίνηση του κινήματος από τη Ρωσία. Διεδόθη ότι πρόκειται για γενικό ξεσηκωμό των Ρωμηών στον οποίο μετείχε επίσημα και η ηγεσία, ο πατριάρχης, πράγμα που επέτρεπε στον σουλτάνο να διατάξει γενική σφαγή των Χριστιανών. Ο πατριάρχης αναμέτρησε τις ευθύνες του για τον άοπλο πληθυσμό, που θα αφηνόταν ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία του όχλου και των Γενιτσάρων. Είχαν καταγραφή άλλωστε στην εθνική μνήμη οι φοβερές σφαγές που ακολούθησαν μετά από αποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, του Διονυσίου του Φιλοσόφου π.χ. στη Θεσσαλία, και πιο πρόσφατα στα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο.

Στο πρώτο μάλιστα ο λαός με δημοτικό τραγούδι επέρριψε, κατά κάποιο τρόπο, την ευθύνη για τον άκαιρο ξεσηκωμό στο δεσπότη, στον μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο Φιλόσοφο ή Σκυλόσοφο, που τόλμησε στις αρχές του 17ου αιώνος να ξεσηκώσει τους σκλάβους στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο:

Δεσπότη μου τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι
και ρήμαξαν τα Γιάνενα και ρήμαξεν ο τόπος,
μείναν τα σπίτια αδειανά, γέμισαν τα χαντάκια
κι’ ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη;

Εδώ αρπάζουν κόρακες κι' εκεί οι Γιαουντήδες.
Δεν έχ’ η μάννα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους.
Κι’ εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη,
να τρών’ οι κόττες πίττουρα να νταβουλάν οι γύφτοι,
για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι.

8. Δεν μοιάζει με τη Γαλλική η Ελληνική Επανάσταση 

Δεν ήταν η πρώτη φορά το 1821 που ξεσηκωνόταν το σκλαβωμένο Γένος, αλλά μία από τις πολλές. Αποδεικνύει και αυτό εναντίον των απόψεων των σημερινών διαστροφέων της ιστορίας μας ότι οι Έλληνες δεν περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση, για να διδαχθούν και να εμπνευσθούν από τις αρχές της. Η επανάσταση του 1821, αποκορύφωμα σε σειρά παρομοίων εξεγέρσεων, δεν έχει σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί επρόκειτο περί εμφυλίου πολέμου με κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ενώ εδώ περί κοινού εθνικού αγώνος των αρχόντων, του κλήρου και του λαού εναντίον ξένου και αλλοθρήσκου κατακτητού.

Η Γαλλική Επανάσταση εμπνευσμένη από τις αρχές του αθεϊστικού Διαφωτισμού ήταν αντιχριστιανική και φανατικά αντικληρική. Εκατοντάδες κληρικών και μοναχών πέρασαν από την γκιλοτίνα με την κατηγορία ότι ήσαν δήθεν μοναρχικοί, βασιλικοί4. Αντίθετα η Ελληνική Επανάσταση, όπως το βεβαιώνουν στις απλοϊκές τους γραφές οι πρωταγωνισταί του αγώνος, οι στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Μακρυγιάννης, αλλά και τα πολεμικά συνθήματα, είχε σαν κίνητρο πρώτα τη θρησκευτική ελευθερία, τη θρησκεία, και κατόπιν την εθνική απελευθέρωση, την πατρίδα: «Για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία»5.

Στις τάξεις των πρωτεργατών στα διάφορα κινήματα τα πιο επίλεκτα στελέχη οι κληρικοί, όπως ο Διονύσιος Φιλόσοφος, και στη συνέχεια ο παπα-Βλαχάβας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, ο ηγούμενος με τους καλογήρους στο Αρκάδι της Κρήτης αργότερα6. Άφηναν συχνά το αγιοπότηρο, για να πιάσουν το καριοφίλι που είναι αγιασμένο στη συνείδηση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου αυτό που διασώζει ο ποιητής Ι. Πολέμης σαν απάντηση κάποιας γιαγιάς προς τον εγγονό της, που απορούσε γιατί την έβλεπε κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό, μαζύ με τα εικονίσματα να θυμιατίζει και το καριοφίλι. Δεν αμφιβάλλουμε ότι θα βρεθούν οι γνωστοί «Ειρηνιστές», που σίγουρα δεν έχουν μεγαλύτερη ωριμότητα από του μικρού εγγονού, να κατακρίνουν την εκκλησία που συντηρούσε την εθνική συνείδηση και εξαγίαζε την εξέγερση εναντίον των αλλοθρήσκων. Η απάντηση της ώριμης γερόντισας, είναι απάντηση της γηραιάς ελληνικής ιστορίας στους ανώριμους μελετητάς της:

Το καριοφίλι που θωρείς
ψηλά στον τοίχο να σκουριάζη,
παιδάκι μου, μην απορείς,
αγιολιβάνι του ταιριάζει.
γιατί χωρίς αυτό, χωρίς-
χωρίς το φλογερό του στόμα
θάμαστε σκλάβοι σκλάβοι ακόμα.

9. Απειλείται γενική σφαγή, ιερός πόλεμος. Ο πατριάρχης αρνείται να φύγει 

Ας επανέλθουμε όμως στον εθνομάρτυρα πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή εις τον σεϊχούλ-ισλάμην, τον Τούρκον δηλαδή πρωθιερέα, να εκδώσει φετφά, το σχετικό δηλαδή έγγραφο, με το οποίο θα εκηρύσσετο ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων, των ραγιάδων που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Θα ημπορούσε κάλλιστα ο πατριάρχης να φύγει και να σωθεί, όπως του συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντας και οι ξένες πρεσβείες, που πάντοτε είναι καλά ενημερωμένες. Η απάντησή του είναι το αντάξιο, το κατάλληλο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας που σε λίγο θα γραφόταν με το μαρτυρικό του θάνατο:

Μη με προτρέπετε εις φυγήν. μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των χειρών των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθύες θα μας φάγωσι... Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγυιών, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες. Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης. Αν δε το έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου.

Δεν έφυγε λοιπόν ο ηρωικός πατριάρχης και αρνήθηκε την προσφορά των ξένων να τον φυγαδεύσουν ή να τον κρύψουν. Έμεινε ορθός να αντιμετωπίσει παλληκαρίσια την κατάσταση. να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον σεϊχούλ-ισλάμην και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια που παρεχώρησε ο πορθητής. Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί του ότι δεν συμμετέχει όλο το έθνος εις το κίνημα. Ο Τούρκος πρωθιερεύς, δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα έγγραφα που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο πατριάρχης με τους προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. εκδίδει τον γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμμία επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέται της επαναστάσεως ότι ο αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η γενική σφαγή.

10. Ο αφορισμός της Επαναστάσεως ήταν εικονικός. Η άρση του αφορισμού 

Αυτός λοιπόν ο εικονικός της επαναστάσεως αφορισμός είναι το μεγάλο επιχείρημα των σημερινών στρατευμένων πολεμίων της Εκκλησίας καιτά του Γρηγορίου. Όλοι εκατάλαβαν ότι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού ελιγμού. ότι ο πατριάρχης άλλα επίστευε και άλλα έγραφε. Όλοι εκατάλαβαν και καταλαβαίνουν, εκτός εκείνων που οι δογματικές αντιεκκλησιαστικές θέσεις της ιδεολογίας των τους εμποδίζουν να σκέφτονται ελεύθερα. Εκατάλαβε αμέσως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και δεν έλαβε καθόλου ύπ’ όψιν τον αφορισμό, όπως φαίνεται από όσα έγραφε στις 19 Ιανουαρίου προς τον Κολοκοτρώνη και προς τους Σουλιώτες:

Ο μεν πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρήτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου.

Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει όχι μόνον ο Υψηλάντης, ο έμπειρος διπλωμάτης, αλλά και ο οποιοσδήποτε, ο πλέον αγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει στη λαϊκή σοφία η τακτική αυτή των κληρικών, όπως φαίνεται από την παροιμία:

Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι απόγραφε.

Υπάρχουν άλλωστε και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν τον εικονικό χαρακτήρα του αφορισμού, μπροστά στα οποία κλείνουν τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο, οι μαρξισταί ιστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.

Σε άρθρο που δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης με θέμα «Η Εκκλησία και ο ιερός αγών» αποκαλύπτει ότι υπέγραφαν μεν ο πατριάρχης και οι συνοδικοί το αφοριστικό έγγραφο, «διότι ευρίσκοντο προ του φοβερού διλήμματος ή να αποδοκιμάσωσι και αφορίσωσι έργον άγιον και ιερόν εις ο και αυτοί ήσαν μεμυημένοι και συνεργάται ή να απολέσωσι όχι εαυτούς, άπαγε, περί αυτών ουδείς λόγος, ως το απέδειξαν ολίγον βραδύτερον, αλλά το ταλαίπωρον έθνος, εναντίον του οποίου θα εστρέφετο, ως ηπείλει, η σουλτανική οργή και λύσσα». Στη συνέχεια δε κατά τον καθηγητή Βιζουκίδη, την ίδια νύκτα μετά την υπογραφή του αφορισμού, ο πατριάρχης μαζύ με τους δώδεκα συνοδικούς αρχιερείς κατέβηκαν στον πατριαρχικό ναό και σε ειδική μυστική τελετή, εν μέσω λυγμών και δακρύων έλυσαν και ακύρωσαν τον αφορισμό «επευλογούντες νοερώς τα όπλα των υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών»7.

Υπάρχει επίσης επιστολή του ιδίου του πατριάρχου Γρηγορίου προς το δραστήριο μέλος της φιλικής Εταιρείας, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, στην οποία του συνιστά να τηρεί απέναντι του τυράννου την διπλωματική αυτή τακτική. Το κείμενο της επιστολής, όπου φαίνεται επίσης ότι ο πατριάρχης ετέλει εν γνώσει των προετοιμασιών διά την εξέγερση έχει ως εξής:

Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, διά του αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα. οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχε­μυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ’ ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι. Η του Παπανδρέα πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς εγγύς δε έστι του Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεώργια δώσει σοι ο Πανύψιστος.

Καλύτερα όμως από κάθε άλλον τον εικονικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του αφοριστικού εγγράφου αντε­λήφθη η Υψηλή Πύλη, η οποία εκτός του ότι εξόρισε και τελικώς εφόνευσε τον ατυχή πρωθιερέα των Τούρκων, διότι επίστευσε τους απίστους ραγιάδες, οδήγησε τελικώς μετά από πολλά μαρτύρια πολλούς αρχιερείς στον θάνατο, κορυφαίο δε και πρώτο μεταξύ αυτών τον πατριάρχη Γρηγόριο, αμέσως μετά τη λειτουργία του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821. Απηγχονίσθη στη μεσαία πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου. Επάνω στο στήθος «ην η αιτία αυτού γεγραμμένη», κρεμάσθηκε το εκτενές καταδικαστικό έγγραφο, ο γιαφτάς, που και μόνο αρκεί να συντρίψει σε χίλια κομμάτια τις γραφίδες των στρατευμένων διαστροφέων της ιστορίας μας. Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής:

Ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του... Αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του όχι μόνο δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν Πελοποννήσω και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι αίτιος του παντελούς αφανισμού τον οποίον μέλλουν διά της θείας βοηθείας να πάθωσιν οι αποπλανηθέντες ραγιάδες. Επειδή δε εβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον του ιδίου έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων.

11. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου επιδρά ευνοϊκά στον αγώνα 

Η σύγχυση και το μίσος του σουλτάνου τον οδήγησαν στην πράξη του απαγχονισμού του πατριάρχου, που έφερε ευνοϊκά για τον αγώνα αποτελέσματα, όπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ο ηρωικός εθνομάρτυς. Η επίσημη Ευρώπη, που εκυριαρχείτο από τον μισελληνισμό του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, αρχίζει για πρώτη φορά να βλέπει με συμπάθεια το ελληνικό ζήτημα. ο φιλελληνισμός φουντώνει. Οι Έλληνες αντί να καμ­φθούν και να σωφρονισθούν, ξεσηκώθηκαν και αγρίεψαν περισσότερο ζητώντας εκδίκηση, γιατί στο πρόσωπο του πατριάρχου θεώρησαν ότι ατιμάζεται και περιφρονείται το Γένος. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «εις την κόψιν του ελληνικού σπαθιού ήτο γραμμένον το όνομα του πατριάρχου και εθέριζε». Αυτό δε το πάθος της ιεράς εκδικήσεως απέδωσε θαυμάσια ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όταν το 1872, μπροστά στον νεότευκτο ανδριάντα του Γρηγορίου, στα προπύλαια του Πανεπιστημίου, στον ίδιο ανδριάντα τον οποίον σήμερα ασεβείς και αγνώμονες απόγονοι, κάτω από μία παράξενη ανοχή, σπάζουν, μουντζουρώνουν και υβρίζουν, απήγγειλε μέσα σε νεκρική από τη συγκίνηση σιγή, παρουσία της κυβερνήσεως, του κλήρου και του λαού, το θαυμάσιο, το αριστουργηματικό εκείνο ποίημα8:

Πώς μας θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου
Τα φτερωτά σου όνειρα, γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές ελπίδες
όσες μας δίδει η όψις σου παρηγοριές κι’ ελπίδες;
Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου.
Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο
τ’ ανάστησε η αγάπη μας, κι’ εδώ μαρμαρωμένο
θα στέκη ολόρθο, ακλόνητο και αιώνια θε να ζήση
νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ ανατολή και δύση.

Στο μοναδικό λοιπόν αυτό και συγκλονιστικό ποιητικό αριστούργημα, που δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο τον σεβασμό του έθνους προς τον ηρωικό πατριάρχη και κάνει έτσι να φαίνεται πιο απαίσια η σημερινή ασέβεια των παρασυρμένων νέων μας, που έφθασαν μέχρι του σημείου να σπάσουν από τον ανδριάντα μέρος της ράβδου, παρουσιάζει ο ποιητής ένα κυνηγημένο πουλί, προφανώς τον δικέφαλο αετό, σαν έκφραση του Γένους, να σκοτεινιάζει τον ουρανό με τα φτερά του,

Και με φωνή που ξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του
εφώναξε και εμούγκρισε. Χτυπάτε, Πολεμάρχοι,
απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός. Κρεμούν τον πατριάρχη.

Η ίδια ιερή μανία να εκδικηθεί το Γένος τον άδικο και προσβλητικό θάνατο του πατριάρχου εκφράζεται και από τον εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό, στον εθνικό μας ύμνο, τον οποίον τουλάχιστον έπρεπε να μη τολμούν να ψάλλουν οι υβρισταί της μνήμης του:

Όλοι κλαύστε. αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς,
κλαύστε, κλαύστε. κρεμασμένος
ωσάν νάτανε φονιάς
Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα
λες πως δε θα ξαναβγή
η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν αδικηθή
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμή.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγος, εις την γη
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνια αστραπή.

Και δεν ήταν δυνατόν να γίνει άλλως, παρά να αποδώσουν οι δύο εθνικοί μας ποιηταί το εμπεδωμένο στη συνείδηση του λαού υψηλό αίσθημα εκτιμήσεως της θυσίας του πατριάρχου, το οποίο περιέργως παρασιωπούν οι δήθεν εν ονόματι του λαού αγωνιζόμενοι, σε άλλους όμως κυρίους δουλεύοντες κονδυλοφόροι.

12. Οι τιμές της Ρωσίας και της Ελλάδος προς το λείψανο του πατριάρχου 

Μετά τον απαγχονισμό επί τρεις ημέρες έμεινε το άγιο σκήνωμα του εθνομάρτυρος στα χέρια του αγρίου όχλου και των Εβραίων, μέχρις ότου στις 13 Απριλίου το έρριξαν στη θάλασσα του Κερατίου κόλπου. Το Σάββατο του Θωμά, 16 Απριλίου, ανέλπιστα προσκολλήθηκε στο πλοίο του εκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου και μέσα στη γενική του πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στην Οδησσό. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η θαυμαστή ιστορία της αποδόσεως πρωτοφανών στο λείψανο του πατριάρχου τιμών. Ο Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον από τα πλαίσια των ανθρωπίνων νόμων, της ανθρωπίνης εκτιμήσεως, και εισάγεται από την πρόνοια του Θεού στα άγια των αγίων του Γένους. Αντί των χλευασμών και της καταφρόνιας που εδοκίμασε ζων, απολαμβάνει τώρα νεκρός τις τιμές που του άξιζαν.

Συνεγείρεται η Οδησσός στο άκουσμα ότι έρχεται το λείψανο του πατριάρχου. Η αυτοκρατορική Ορθόδοξη Ρωσία σε συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα οργάνωσε την υποδοχή και ετίμησε το λείψανο, όπως ταίριαζε στον οικουμενικό της Ορθοδοξίας πατριάρχη. Στην Οδησσό εξεφώνησε δύο θαυμασίους προς τον πατριάρχη λόγους, επικήδειο και μετά ένα χρόνο επιμνημόσυνο, ο μεγάλος ρήτωρ και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων9. Ο πρώτος αρχίζει ως εξής:

Έμελλες άρα, Παναγιώτατε Πατριάρχα Γρηγόριε, αφ’ ου μοι έδωκας πολλάς πολλών λόγων υποθέσεις και αφορμάς, έμελλες τέλος να κινήσης την ασθενή μου γλώσσαν και εις επιτάφιον λόγον σου.

Πενήντα χρόνια αργότερα, το ελεύθερο πλέον ελληνικό κράτος ενέκρινε με απόφαση της Βουλής αίτημα του μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου, το 1871, να μεταφερθούν από τη Ρωσία τα λείψανα του πατριάρχου στην ελεύθερη πατρίδα, διότι, όπως εγράφετο, «η εθνική ευγνωμοσύνη επιβάλλει ημίν το ιερόν καθήκον να εκπληρώσωμεν ήδη τον αγνόν και φυσικόν τούτον πόθον της αγίας εκείνης ψυχής»10.

Πολυμελής αντιπροσωπεία επιβιβασθείσα στο πλοίο «Βυζάντιον» έφθασε στην Οδησσό, όπου επί τη αναχωρήσει του λειψάνου επανελήφθησαν οι λαμπρές τελετές, που έλαβαν χώρα κατά την άφιξή του. Στην Αθήνα ήταν συγκινητική στο έπακρο και πάνδημη η υποδοχή. Είχαν φθάσει στον Πειραιά στις 14 Απριλίου του 1871. Οι βασιλείς, η ιερά σύνοδος, η κυβέρνηση, και πλήθη παραληρούντος λαού απέδωσαν τιμές και υποδέχθηκαν σε ελεύθερο έδαφος τον πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, όπως προφητικά και πάλι είχε προβλέψει. Το λείψανο τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, το επόμενο δε έτος επανελήφθησαν οι τιμητικές εκδηλώσεις, όταν έγινε η αποκάλυψη του ανδριάντος στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε απήγγειλε, το συγκλονιστικό του ποίημα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Έτσι όπως παρατηρεί στην εξαίρετη για τον πατριάρχη μονογραφία του ο Τάκης Κανδηλώρος:

Τον πατριάρχην εστέγασε νεκρόν η αγάπη συμπάσης της Ορθοδοξίας. τους εμπτυσμούς του σεπτού προσώπου του εκάθηρε το αίμα τόσων χιλιάδων Τούρκων, πεσόντων εν τω ελληνικώ αγώνι. Η πανελλήνιος Μούσα τω έψαλλε τόσα θούρια, μία μεγάλη αυτοκρατορία τω απένειμεν υπερόχους επι­κηδείους τιμάς, το δε ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος τον υπεδέχθη και τον ενεθρόνισε εσαεί εις το άφθιτον Πάνθεον των ελληνικών καρδιών11.

Επιστέγασμα δε αυτής της τιμής ήταν η απόφαση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνελθούσα στις 8 Απριλίου του 1921 εις έκτακτον συνεδρίαν αποφάσισε την ένταξη του Γρηγορίου εις το αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας12 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ το ίδιο έτος ο σοφός καθηγητής Χρ. Ανδρούτσος εξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό που τον δημοσιεύσαμε στο ανθολόγιο του σχετικού με τον πατριάρχη έργου μας. Η πράξη της ιεράς συνόδου μεταξύ άλλων λέγει:

Ορθώς έγνω συνευδοκούντος και του συμπαρισταμένου κατ’ αυτήν πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου καθιερωθήναι από του νυν και επισήμως την έως τούδε αυθορμήτως αναφερομένην τιμήν τω αοιδίμω Αρχιεπισκόπω Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικώ Πατριάρχη Γρηγορίω τω δι’ αγχόνης υπέρ Χριστού και του ποιμνίου μεμαρτυρηκότι τη ι’ Απριλίου του σωτηρίου έτους ,αωκα’ και συντετάχθαι του λοιπού το ιερόν αυτού όνομα εν ταις μνήμαις των κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, ιερομαρτύρων, ως αγίου εορταζομένου εν πάσι τοις ιεροίς ναοίς της ανά την Ελλάδα πάσαν Εκκλησίας αυτή δε τη ημέρα του μαρτυρίου, τη δεκάτη δήλον ότι Απριλίου παντός έτους, εις αιώνα τον άπαντα εις δόξαν του αγιάσαντος αυτόν ουρανίου της Εκκλησίας Νυμφίου, μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Επίλογος 

Οι υβρισταί και χλευασταί της ζωής και της μνήμης του αγίου πατριάρχου και άλλων μορφών της Εκκλησίας και του γένους δεν είναι πλέον εκ των ξένων και αλλοτρίων αλλά ιδικοί μας, ομόφυλοι και ομόθρησκοι. Η ευθύνη όλων μας είναι τώρα μεγαλυτέρα. Είναι τόση η διάβρωση, υπό το πρόσχημα μιας προοδευτικής και φωτισμένης και ανεξάρτητης δήθεν επιστήμης, ώστε, ενώ δεν είχε κοπάσει ακόμη ο απόηχος από τις εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια από την εθνεγερσία, που οργανώθηκαν το 1971, βρέθηκε δυστυχώς καθηγητής Θεολογικής Σχολής, ο οποίος συνέγραψε δυσφημιστικόν και ασεβές έργο για τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’13.

Ήσαν σπάνιοι παλαιότερα οι υβρισταί της Εκκλησίας και του κλήρου, τόσο δε αποκομμένοι από το κοινό αίσθημα, ώστε ούτε το όνομά τους τολμούσαν να θέσουν στις άκριτες και εμπαθείς συγγραφές τους. Η «Ελληνική Νομαρχία», ένα εμπαθές και αναξιόπιστο κείμενο, προβάλλεται τελευταία φορτικά από τα μέσα ενημερώσεως, ενώ αγνοούνται δεκάδες συγγραφών και απομνημονευμάτων των αγωνιστών του 21. Ένας λόγιος παλαιότερα, ο Ροΐδης, ετόλμησε να χλευάσει την Εκκλησία, εισέπραξε όμως την γενική του λαού και των λογίων κατακραυγή. Για τον εμποτισμένο από το πνεύμα της αρνήσεως λόγιο γράφει χαρακτηριστικά ο Σπ. Μελάς, στη Νεοελληνική του Λογοτεχνία (σ. 277):

«Ένας λαός, που μόλις έβγαινε από μια επανάσταση, που επιχείρησε με θρησκευτικό αίσθημα και την εκκλησία του επί κεφαλής, σωστό ραχοκόκκαλο του εθνικού σώματος, από κάθε άλλο είχε ανάγκη, παρά από τους σαρκασμούς και τις ειρωνείες του Ροΐδη κατά της θρησκείας και της Εκκλησίας».

Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ευδοκιμήσουν η ύβρις, η αγνωμοσύνη και η προδοσία. Η δόξα του εθνομάρτυ­ρος Γρηγορίου, δόξα και τιμή του ίδιου του έθνους, πρέπει να προστατευθεί από τους λασπολόγους αρνητάς, γιατί έτσι προστατεύεται και η ιστορία. Είναι καιρός να αναστήσουμε την ιστορική αλήθεια, να αποκαταστήσουμε, μαζύ με τους θραυσμένους ανδριάντας, τις ιερές μνήμες των μεγάλων μορφών της εθνικής μας ιστορίας.


 

[1]. Βλ. σχετικώς τη μελέτη της Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, που αναφέρεται σε ένα συνεργάτη του πατριάρχου στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη, και δίνει συγχρόνως μία γενική εικόνα της καταστάσεως για την παιδεία. Ο τίτλος της μελέτης είναι. Ιλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Η ζωή και το έργο αυτού, Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εικόνα για τη συμβολή της Εκκλησίας και του Γρηγορίου Ε’ στην οργάνωση της Παιδείας του Γένους δίδει ο Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ιη’ και ιθ' αιώνα, Αθήνα 1976. Απογοητευτική είναι η εικόνα που δίδει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, διότι στηρίζεται η ανάλυση στις απόψεις των «διαφωτιστών», των παλαιών και νέων οπαδών του Αδαμ. Κοραή. Γράφει ο Μ. Γεδεών (ενθ’ ανωτ., σελ. 292-223). «Την υπέρ των γραμμάτων και σχολείων φροντίδα και εποπτείαν ταύτην η Μ. Εκκλησία ήσκει ουχί συνιστώσα μόνον, ουχί την ίδρυσιν ευλογούσα, αλλά και παρακελευομένη προς σπουδήν των γραμμάτων και παρορμώσα προς επανίδρυσιν εκπαιδευτηρίου τινός υπό χρονικής επηρείας εις νάρκωσιν περιπεσόντος. Ούτως εφρόντισε περί της ανασυστάσεως της εν τω παρελθόντι αιώνι τοσούτον κλέος αραμένης αθωνιάδος ακαδημίας, τω μεν 1800 διά της εις Άγιον Όρος εξαρχικής αποστολής του επισκόπου Σταγών Παϊσίου του Θεσσαλού, προ πεντήκοντα δε σχεδόν ετών επί της πρώτης πατριαρχείας του αειμνήστου Γερμανού Δ’ του από Δέρκων, διά γραμμάτων ιδιωτικών και επισήμων. Διά τοιούτων εγκυκλίων ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ο από Σμύρνης εν τε τη δευτέρα και τη τρίτη αυτού πατριαρχεία συνεβούλευε και προέτρεπε και προς ίδρυσιν εκπαιδευτηρίων, και προς ορθήν εκπαίδευσιν, νουθετών μετά της περί αυτόν ιεράς συνόδου, όπως αποφεύγωσιν οι μαθηταί και διδάσκαλοι τας τότε επιπολαζούσας ετεροδιδασκαλίας, αποτρέπων από της μακράς σπουδής επιστημών τίνων, ας εδίδασκον άνθρωποι, η σπουδάσαντες επιπολαίως εν τη Δύσει, ή παρασυρόμενοι υπό του διασυρίζοντος ηδέως πνεύματος της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως». Διά τον επιθυμούντα να μελετήση τα της Τουρκοκρατίας και της συμβολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου απαραίτητες είναι οι πολλές αμερόληπτες ιστορικές μελέτες του Τ. Γριτσοπούλου.

2. Ανάλυση κριτική για την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της τότε εποχής βλ. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος, Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 186 κ.ε.

3. Περί των Φαναριωτών γράφει με θαυμασμό ο Επαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων του Οθωμανικού Κράτους, Αθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, υπό Π. Πουρναρά, σελ. 14-15. «Φαναριώται! όνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων αγνοούντων ή μη επισταμένως μελετησάντων την πάτριον ιστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! όνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλών ως συνώνυμον της χαμερπείας, ιταμότητος και πάσης κακοηθείας. Και όμως, αν ήμεθα δίκαιοι, οφείλομεν να θαυμάσωμεν τους μεγάλους εκείνους άνδρας, οίτινες ενώ όλη η Ελλάς εκοιμάτο τον βαρύν της δουλείας και απαιδευσίας ύπνον, μόνοι αντεπροσώπευον την ελληνικήν ευφυΐαν, εκράτουν εν τη παλάμη των την τύχην αχανούς αυτοκρατορίας, εκόλαζον τας κατά των ομογενών των αγρίας ορέξεις του φανατισμού και της βαρβαρότητος, εκαλλιέργησαν τας Μούσας διά τρόπου αξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, και διά του αίματος αυτών εξηγίασαν βίον εθνικόν και αμώμητον. Ίσως και μεταξύ αυτών ευρέθησάν τινες έχοντες ελλείψεις (και τις άνθρωπος ο μη έχων τοιαύτας!) αλλ’ αι ελλείψεις αύται εξαφανίζονται εν τη πληθύι των αρετών, ουδέ δύναται να μη συνομολογήση τις ότι μέρος της εθνικής της υπάρξεως οφείλει η Ελλάς εις τους λεγομένους Φαναριώτας».

4. Δημοσιεύθηκε πρόσφατα στον τύπο ότι ο πάπας Παύλος ο ΣΤ’ αποκατέστησε επί τέλους στη συνείδηση των Ρωμαιοκαθολικών τα θύματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, ανακηρύσσοντας σε οσίους και μάρτυρες πολλούς κληρικούς και μοναχούς που σφαγιάσθηκαν από τους επαναστάτες.

Συμπληρώνοντας σήμερα (2002) τα όσα τότε (1983) γράφαμε για τη Γαλλική Επανάσταση παραθέτουμε όσα γράφει ο Russel Le­wis σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal επ’ ευκαιρία της 14ης Ιουλίου, επετείου της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το άρθρο είχε τίτλο «Δεν υπάρχει τίποτε να γιορτάσουμε την ημέρα της κατάληψης της Βαστίλλης». Αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 14 Ιουλίου 2002. Καταλήγει με τα εξής: «Πολιτικά το κύριο δημιούργημα της Επανάστασης ήταν ένα κράτος πολύ πιο απολυταρχικό από αυτό του Λουδοβίκου ΙΔ’. Οι αγρότες πραγματικά απηλλάγησαν από τις φεουδαρχικές οφειλές και τη δεκάτη και πολλοί από αυτούς έγιναν κύριοι της γης τους, έχασαν όμως και τα φεουδαρχικά δικαιώματά τους στο σιτηρέσιο και στον θερισμό. Οι πλουσιώτεροι αγρότες και οι κερδοσκόποι κέρδισαν, οι πιο φτωχοί αγρότες έγιναν φτωχότεροι από ποτέ. Και βέβαια όλες οι τάξεις υπέφεραν εξίσου με τις επιστρατεύσεις, που πήραν τους γιους τους για να μη γυρίσουν ποτέ πίσω ή για να γυρίσουν ανάπηροι. Αυτό ήταν ένα βάρος πολύ πιο τυραννικό από τα όσα είχε επιβάλει το σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς και αναπαρήχθη από πολλά κράτη, επιταχύνοντας έτσι τον κατήφορο στον καθολικό πόλεμο. Η απεχθέστερη κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν ωστόσο αυτή. ήταν η αντίληψη ότι τα δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά της βίας. Στη χειρότερη μορφή της είναι η θεωρία ότι μια ενάρετη ή πεφωτισμένη ελίτ έχει το δικαίωμα -για το καλό του λαού- να επιβάλλει τις απόψεις της με την τρομοκρατία. Είναι μια κληρονομιά για την οποία μετανιώνουμε όλοι σήμερα. Καλή επέτειο!»

5. Είναι κατηγορηματικός για το θέμα αυτό ο γέρος του Μωρηά στο λόγο του προς τους φοιτητάς πάνω στην Πνύκα και είναι απορίας άξιο πώς ξεπερνούν τη γνώμη του όσοι θέλουν την Ελληνική Επανάσταση επηρεασμένη από τη Γαλλική, ταξικό και κοινωνικό κίνημα των πτωχών εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Λέγει ο Κολοκοτρώνης. «Η επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος. ήταν έθνος με άλλο έθνος, ήταν με ένα λαόν όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος ούτε να ορκισθή παρά μόνο ό,τι έκανε η βία. Ούτε ο σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν, αλλ’ ως σκλάβους... Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα" αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετανέοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την επανάστασι». Και ο στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται απλοϊκά γιατί αποφάσισε να αναμειχθεί στον αγώνα με τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Όχι βέβαια για να κάνει κοινωνικό και ταξικό αγώνα. Αλλ’ ας ακούσουμε τον ίδιο, να διηγείται πώς τον εμύησε στην Εταιρεία ο φίλος του ιερεύς. «Κατεβάζει τις εικόνες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον... Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες -θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα. "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.. Και η ευχή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ' άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβηξα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός...». Και μετά από αυτό είναι απορίας αλλά και δακρύων άξιον πώς βρίσκονται εκπαιδευτικοί, οι οποίοι στο επίσημο δελτίο της ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983) σε κύριο άρθρο με τίτλο «25 Μαρτίου 1821: εθνική λαϊκή εξέγερση» διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως λέγοντας ότι «το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών, με πρωτοπορία την εξεγερμένη αγροτιά, που κύριος στόχος της ήταν η αναδιανομή της γης, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους. Εμπόδιο στα αιτήματα αυτά ήταν όχι μόνο η Τουρκική κυριαρχία, αλλά και τα ντόπια φεουδαρχικά δεσμά των κοτζαμπάσηδων, που αντιστρατεύονται οποιαδήποτε κοινωνική εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τα προνόμιά τους. Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό». Πώς θα αναλύσουν στα παιδιά τα κείμενα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη και όλες τις επίσημες διακηρύξεις του αγώνος; Ας παρουσιάσουν ένα κείμενο που να λέγει για εμφύλιο πόλεμο, για ταξικό αγώνα, για πάλη των τάξεων, για αντικληρικό πνεύμα.

6. Από το μοναστήρι, από τον ηγούμενο μαθαίνει ο λαός το μυστικό του ξεσηκωμού, όπως τραγουδά ο ίδιος σε δημοτικό τραγούδι. Στόχος δεν είναι να διώξουν τους Κοτζαμπάσηδες και τους δεσποτάδες, αλλά τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή:

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια

κρυφά το λέει ο Γούμενος από την Άγια Λαύρα.

Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,

δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας,

μας ήρθ’ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,

γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους.

Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι.

7. Περικλή Βιζουκίδη, καθηγητού Παν/μίου Θεσ/νίκης, «Η Εκκλησία και ο ιερός άγων», εν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.

8. Ολόκληρο το ποίημα δημοσιεύεται στο ανθολόγιο των κειμένων στο μνημονευθέν έργο μας.

9. Τα κείμενα δημοσιεύονται στο ανθολόγιο του μνημονευθέντος έργου μας.

10. Βλέπε το κείμενο στο ανθολόγιο.

11. Το Κανδηλώρου, ένθ’ ανωτ., σελ. 247-248.

12. Ολόκληρον το κείμενο της συναριθμήσεως του Γρηγορίου μετά των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, βλ. στο ανθολόγιο κειμένων του προαναφερθέντος έργου μας. Πολύ συγκροτημένο είναι το αγιολογικό άρθρο του Μπεκατώρου, στην Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, όπου βρίσκει κανείς τις σχετικές πληροφορίες.

13. Πρόκειται περί του έργου του καθηγητού του Θεολογικού Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε’. Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974. Εις το τέλος του προαναφερθέντος έργου μας μεταξύ των κειμένων δημοσιεύομε συντριπτική κριτική του γνωστού Ιστορικού Τ. Γριτσοπούλου, για το απαράδεκτο πράγματι αυτό βιβλίο ενός καθηγητού Θεολογικής Σχολής, που τολμά να εξευτελίζει εθνομάρτυρες και αγίους της Εκκλησίας. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπεν ο γράφων (Θ. Ζήσης) στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής και δείγματα γραφής του Ν. Ζαχαροπούλου. Βλ. Ανθολόγιο. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπε στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής του Ν. Ζαχαροπούλου ως καθηγητού της Θεολογικής Σχολής ο εκ των εισηγητών σεβασμιώτατος μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος.

“ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΘΝΑΡΧΕΣ”
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΚΑΘ. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ
Εκδόσεις Βρυέννιος


Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr/E980125B.el.aspx



1821 kruptoxr 2

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Ι.Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ

 

Χαρατσώματα

     Όταν θέλομε σήμερα να πούμε ότι επιβλήθηκε υπερβολι­κή φορολογία ή ότι το ποσό που ζητήθηκε για μια υπηρεσία ή για μια κοινωνική εκδήλωση ήταν πολύ μεγάλο χρησιμο­ποιούμε συνήθως τη λέξη «χαράτσωμα». Η λέξη αυτή προέρ­χεται από τον προσωπικό, κεφαλικό φόρο, που πλήρωναν οι υπόδουλοι και λεγόταν «χαράτσι». Ανάλογα με την οικονο­μική κατάσταση, αλλά και την ηλικία κλιμακωνόταν. Με τον καιρό διαμορφώθηκαν τρία επίπεδα. Xαράτσι δεν πλήρωναν οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι, και οι ανάπηροι. Επρόκει­το για τακτικό φόρο, επιβάλλονταν όμως και άλλοι φόροι σε έκτακτες περιστάσεις για τους δρόμους, τα γεφύρια, τις δα­πάνες του στρατού, των δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ. Ακόμη πλήρωναν φόρους εκείνοι που είχαν τη νομή και κατοχή γαιών, των λεγομένων άφθαρτων, γιατί κυριότητα των φθαρτών ονομαζόμενων γαιών είχαν μόνο μουσουλμάνοι. Εκτός από τις ιδιωτικές εκτάσεις (μούλκια), υπήρχαν δημόσιες που παρα­χωρούνταν με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικών υπηρε­σιών στους μπέηδες, ζαΐμηδες και σπαχήδες και εκείνες που ανήκαν σε θρησκευτικά ιδρύματα (τα βακούφια). Η είσπρα­ξη των φόρων από αυτούς γινόταν μέσω των βοεβόδων. Τα 13 μικρά νησιά του Αρχιπελάγους, όπως είδαμε, είχαν δοθεί στον Αρχιναύαρχο του τουρκικού στόλου (Καπουδάν πασά). Οι φόροι όμως που πλήρωναν οι Ρωμιοί δεν τελειώνουν εδώ, καθώς υπήρχαν έγγειοι φόροι, η δεκάτη και τα δοσίματα. Από προϊόντα, όπως το βαμβάκι, το λάδι, ο καπνός, το σιτάρι και το κριθάρι, έδιναν το ένα δέκατο. Υπήρχαν, εξ άλλου, φόροι για τα βοσκοτόπια, τα αμπέλια, ταχυδρομικά τέλη, τελωνεια­κοί δασμοί κ.λπ.

«Η γη που αφέθηκε στους χριστιανούς, γράφει ο Σβορώνος (όπ. παρ., σελ. 41), περιοριζόταν στις ορεινές περιοχές της Μακεδονίας και της Δυτικής Θεσσαλίας, στην Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά. Στις περιοχές αυτές, που κατακτήθηκαν αργότερα και όταν οι Τούρκοι εφοδιασμένοι ήδη με γαίες, ήταν πολύ λίγοι, ακόμα και εύφορες πεδιάδες αφήνονται στους χριστιανούς και Έλληνες, μεγαλο-γαιοκτήμονες εισέρχονται στην τουρκική ιεραρχία».

Όταν καταργήθηκε το παιδομάζωμα της πρώτης περιόδου, επιβλήθηκε στα παιδιά από ηλικίας 9 έως 18 χρόνων, η οπέντζα, που την εισέπρατταν κι αυτήν οι σπαχήδες. Όπως γί­νεται αντιληπτό, το φορολογικό σύστημα ποίκιλλε και δε λει­τουργούσε πάντοτε. Στα Δωδεκάνησα, που λέγονταν Νότιες Σποράδες, είχε επιβληθεί ένα προνομιακό καθεστώς. Πλήρω­ναν κάθε χρόνο ένα χρηματικό ποσό, που λεγόταν «μακτού» και ήταν απαλλαγμένο από κάθε άλλο φόρο πού κατέβαλλαν οι κάτοικοι των άλλων διαμερισμάτων της Αυτοκρατορίας.

Εκτός από τη δεκάτη σε είδος, κάθε πέντε και αργότερα κάθε τέσσερα χρόνια, οι υπόδουλοι Έλληνες απέδιδαν την αποκληθείσα από τον Babinger «ανθρώπινη δεκάτη» ή αλ­λιώς «δεκάτη του αίματος», το φοβερό παιδομάζωμα που στε­ρούσε από το σκλαβωμένο γένος τους ανθούς και τις ελπίδες της ανάκαμψης του, αφού στρατολογούνταν για το σώμα των γενιτσάρων οι «από 15 έως 20 ετών καλλίμορφοι, αρτιμελείς και προς πόλεμον κατάλληλοι νέοι των απίστων», όπως όιέ-τασσε το 1601 ο σουλτάνος τον μπεηλέρμπεη της Ρούμελης. Ο επιφανής λόγιος Κωνσταντίνος Κούμας στο έργο του "Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων" (τόμος 12ος, Βιέννη 1832) διεκτραγωδώντας τα δεινά των Ελλήνων κατά την Τουρκο­κρατία σημειώνει:

«Εκ μέρους της εξουσίας δεν εδοκίμαζαν πολλά βάρη. Οι φόροι ήσαν μέτριοι και πολλαχού μετά το ετήσιον χαράτσιον μικρότατη ποσότης γροσιών ήτο το επίλοιπον δόσιμον. Αλλ' οι άγριοι Γενίτσαροι κατέτρωγαν τους πτωχούς Χριστιανούς ασπλάγχνως. Εζήτουν κρασιά, φαγητά, ενδύματα, αργύριον, στέλλοντες το ρινόμακτρόν των με δύο σφαιρίδια πιστόλας εγκομβωδεμένον. Τις ηδύνατο να αντισταθή εις τοιούτους απαι­τητός; Πολλοί έπιπταν θύματα των Γιανιτσάρων ατιμωρητί εις τους δρόμους, διότι δεν ηδυνήθησαν να εκπληρώσωσι τα ζη­τήματά των».

Μπροστά στην οδυνηρή αυτή κατάσταση οι υπόδουλοι αναγκάζονταν, όταν δεν ήταν σε θέση να δώσουν όσα τους ζητούσαν, να φυγαδεύουν τα παιδιά τους, στα οποία ξεσπού­σαν οι γενίτσαροι ή να μεταναστεύουν οι ίδιοι. Δεν έλειψαν όμως και ξεσηκωμοί, όπως το 1705 στη Νάουσα, που οι κάτοικοί της πήραν τα όπλα αρνούμενοι να ανταποκριθούν στο παιδομάζωμα. Σε έγγραφο του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης προς τις τοπικές αρχές αναφέρεται:

«... οι άπιστοι κάτοικοι της ειρημένης πόλεως, επαναστατήσαντες και λέγοντες, ημείς δεν παραδίδομεν τους υιούς μας εις τους μουσουλμάνους, απετόλμησαν να φονεύσουν δημοσία και εν μέση σουλτανική οδώ, τον οιλιχτάρην μετά των δύο συνο­δών του μουσουλμάνων, εν τέλει δε σχηματίσαντες συμμορίαν δι εκατόν και πλέον κακούργων, οι άπιστοι ούτοι φονείς και ίχοντες επικεφαλής τον αρματολόν Ζήσην Καραδήμον και τους δυο αυτού υιούς ύψωσαν την σημαίαν της ανταρσίας και διατρέχοντες ήδη τα όρη και τας πεδιάδας των καζάδων Βέροιας και Ναούσης μύρια διέπρατταν και εξακολουθούν να διαπράττουν κακουργήματα, ήτοι φόνους και ληστείας εις βάρος των μουσουλμάνων πιστών του Ισλάμ».

Η έδρα του «Υψηλού Διβανίου» του μπεηλέρμπεη της Ρού­μελης, από όπου εξαπολύθηκε η διαταγή αυτή, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη (βλ. I. Κ. Βασδραβέλλη: Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονίαν, Θεσσαλονίκη 1948, σσ. 69-71).

Το «νέφος» των νεομαρτύρων

     Ένα άλλο πολύ σοβαρό φαινόμενο που παρατηρείται τους πρώτους χρόνους μετά την Άλωση είναι οι βίαιοι εξισλαμισμοί, που έχουν συχνά ομαδικό χαρακτήρα, περισσότερο στον μικρα­σιατικό παρά στον σημερινό ελλαδικό χώρο. Την ελεεινότατη κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει τότε, με όσα εις βάρος του διέπραττε ο κατακτητής, το Γένος οδηγώντας το σε συρ­ρίκνωση, περιγράφει ο πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος το 1460:

«Οίμοι' τι πρώτον οδύρωμαι; την εν τοις σώμασι δουλείαν Ελλήνων, ή την εν ταις ψυχαίς φθοράν και ταις έτι τετηρείσθαι δοκούσαις; την παντελή των παρ' ημίν σεβασμίων απώλειαν, ή των έτι μενόντων την ατιμίαν; τας κατά της πίστεως ύβρεις των βαρβάρων, ή τα ταις ψυχαίς των πιστών εμβασιλεύσαντα σκάνδαλα; τους αφισταμένους οσημέραι της πίστεως, παντα­χού, ή τους την αποστασίαν ωδίνοντας; την εσχάτην της Εκ­κλησίας ταπείνωσιν και συντριβήν» (εκδ. L. Petit - Χ.Α. Sideri-des - Martin Jugie, Γεωργίου του Σχολαρίου άπαντα τα ευρι­σκόμενα, τόμ. α', Παρίσι 1928, σελ. 285).

Στους εξισλαμισμούς αντιστάθηκαν και οδηγήθηκαν στο μαρτύριο απλοί άνθρωποι του λαού είτε γιατί αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν είτε γιατί μετά τον βίαιο εξισλαμισμό τους δεν δίστασαν να ομολογήσουν, να διακηρύξουν την πίστη τους στον Χριστό και να απαγχονισθούν ή αποκεφαλισθούν μετά από φρικτά βασανιστήρια. Άλλους τους κάρφωναν, τους τύφλω­ναν, τους έκοβαν τα αφτιά, τη μύτη, τους προκαλούσαν κα­κώσεις σε όλο το σώμα και τους οδηγούσαν σταδιακά στο θάνατο, χωρίς να κάμψουν το φρόνημα τους. Δεν έλειψαν όμως κι εκείνοι που ασπάσθηκαν τον μουσουλμανισμό για να προ­στατέψουν τις ιδιοκτησίες και άλλα συμφέροντα τους. Αυτοί επί το πλείστον προέρχονταν από τη βυζαντινή αριστοκρατία. Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης Μουράτ ήταν γόνος των Πα­λαιολόγων, όπως και ο μεγάλος βεζύρης Μαχμούτ πασάς γό­νος των Αγγέλων, ακόμη κι ένας μητροπολίτης, ο Ρόδου Με­λέτιος εξισλαμίσθηκε, ονομάσθηκε Ασλάνης και μπήκε στην Υψηλή Πύλη. Η περίπτωση είναι ασυνήθης. Θανατώθηκε, όμως, από τους Οθωμανούς το 1661.

Στην εξαίρετη εργασία του «Ετούρκευσεν ο Γεώργιος Αμιρούτζης;» που δημοσιεύθηκε στον 18ο τόμο (1948) της Επετηρίδας της Εταιρίας Βυζαντινών Σπουδών (σσ. 39-143) ο καθηγητής Ν.Β. Τωμαδάκης έδειξε ότι αυτό δεν συνέβη, οι γιοι του εντούτοις εξισλαμίσθηκαν (ένας από αυτούς, ο Μεχμέτμπεης, εθεωρείτο «λογιώτατος και ελληνικώς και αραβικώς» και είχε κάνει πολλές μεταφράσεις από τα ελληνικά στα αραβικά). Ξεφυλλίζοντας κανείς το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου (Βενε­τία 1799) διαπιστώνει πόσο αθώο αίμα έρρευσε για την πίστη του Χριστού. Εγκωμιάζοντας τους νεομάρτυρες ο Φώτης Κόντογλου (Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, 1976, σσ. 226-228) έγραφε:

«Κανένας λαός δεν έχασε τόσο αίμα για την πίστη του Χριστού όσο έχυσε ο δικός μας από καταβολή του χριστιανι­σμού ίσαμε σήμερα. Κι αυτός ο ματωμένος ποταμός είναι μια πορφύρα που φόρεσε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας και που θάπρεπε να την έχουμε για το μεγαλύτερο καύχημα... Οι δικοί μας άγιοι, που μαρτυρήσανε στον καιρό που είμαστε σκλάβοι στους Τούρκους είτανε ταπεινοί, απλοί, λιγομίλητοι, με τη φωτιά της πίστης στα στήθια τους, απονήρευτοι και αγράμματοι, αφού το μόνο που γνωρίζανε να λένε μπροστά στον αγριεμένο τον κριτή ήτανε: «Χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θ' αποθά­νω». Νέοι άνθρωποι, παλληκάρια απάνω στ' άνθος της νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερά να παραδοθούνε για τ' όνομα του Χριστού, σφαζόντανε σαν τ' αρνιά ή κρεμαζόντανε με τη θε­λιά στον λαιμό τους».

Αρκετοί από εκείνους που είχαν αλλαξοπιστήσει, δοκίμα­ζαν τόσο μεγάλες τύψεις, που το ψυχικό τους μαρτύριο τελείωνε μόνο με το σωματικό. Προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πέσουν στα νύχια του δυνάστη, που τους επιφύλασσε την πιο απάν­θρωπη μεταχείριση. Δεν τους αρκούσε η αφαίρεση της ζωής, αλλά ένιωθαν ιδιαίτερη ευχαρίστηση να τους συνθλίψουν, ανασκολοπίσουν κ.λπ. Γάλλος περιηγητής, που το όνομα του δεν είναι γνωστό, περιγράφει το παλούκωμα που είδε το 1739 ως εξής:

«Ξαπλώνουν το μελλοθάνατο καταγής μπρούμυτα κι ο δήμιος ανοίγει το κάτω μέρος του σώματος μ' ένα ξουράφι. Ύστερα μπήγουν στην πληγή ένα μυτερό παλούκι μακρύ οχτώ πόδια και αρκετά χοντρό χτυπώντας την άκρη με ξύλινο κό­πανο. Όταν η μυτερή άκρη βγει από το δεξιό ώμο του θύματος δένουν τα χέρια στο παλούκι και το καρφώνουν όρθιο στο χώμα» (Πρβλ. Κυριάκου Σιμόπουλου: Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, Αθήνα 1973, σελ. 399).

Όπως είναι γνωστό, η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρ­κων από το 1645 (Χανιά, το Ρέθυμνο έπεσε το 1646) ως το 1669, που κατέλαβαν τον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Τότε άρχισαν στη μεγαλόνησο οι εξισλαμισμοί των Χριστιανών. «Οι λόγοι», γράφει ο Μανόλης Γ. Πεπονάκης, «που τους προκά­λεσαν ήταν αρχικά: τα δικαιώματα που παρείχε το Ισλάμ στους αρνησίθρησκους, η οικονομική εξουθένωση μέρους τον πληθυ­σμού από τις μακροχρόνιες πολεμικές επιχειρήσεις, η προσπά­θεια της Πύλης να οργανώσει ισχυρό ντόπιο στρατό, είτε μέσω παιδομαζώματος είτε με προσφορά χρηματικών ποσών στους νεοφώτιστους μουσουλμάνους, οι νίκες των Οθωμανών και το ιεραποστολικό έργο των μπεκτασήδων δερβίσηδων. Στους λό­γους αυτούς προστέθηκαν μετά την ολοκλήρωση της κατάκτη­σης οι φορολογικές καταπιέσεις, που έφτασαν στο αποκορύφω­μα τους στην περίοδο 1770-1821» (Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899), Ρέθυμνο 1997, σελ. 161).

Κρυφοί παπάδες

     Το μαρτύριο των κρυπτοχριστιανών δηλ. των εξισλαμισθέντων Ελλήνων, που υποκρίνονταν στα φανερά ότι ακολου­θούσαν τη μουσουλμανική θρησκεία και στα κρυφά λάτρευαν τον Ιησού Χριστό είναι δυσπερίγραπτο (βλ. γενικά Γ.Θ. Πρίντζιπα: Οι Κρυπτοχριστιανοί, Αθήνα 1997). Ο ίδιος δυνάστης, που αναγνώριζε το Πατριαρχείο, κυνηγούσε την ορθόδοξη χριστια­νική θρησκεία με πραγματική μανία και όποτε του δινόταν η ευκαιρία, εξεδήλωνε το μένος και την απέχθεια τους. Για τις ανάγκες των κρυπτοχριστιανών η Εκκλησία χρησιμοποιούσε και κρυφούς παπάδες. Ο Νίκος Ε. Μηλιώρης στο βιβλίο του «Οι Κρυπτοχριστιανοί» γράφει:

«Κρυφοί παπάδες ήσαν ακόμη δερβίσηδες -ιεραπόστολοι μυστικοί-, που περιοδεύανε στα κέντρα των κρυπτοχριστιανών και τελούσαν τα χριστιανικά μυστήρια. Ήσαν απεσταλμένοι κάποιων μοναστηριών. Ειδική και επιμελημένη ήταν η επιλο­γή και προετοιμασία από τα μεγάλα μοναστήρια του Πόντου των περιοδευόντων αυτών μυστικών ιεραποστόλων και μακρο­χρόνια και γεμάτη από απρόοπτους και θανάσιμους συχνά κινδύνους η αποστολή τους. Διαλέγανε όσους από τους καλό­γερους παρουσιάζανε τα περισσότερα για τον προορισμό, που θα αναλαμβάνανε, προσόντα. Τους διδάσκανε τα τούρκικα, τους μυούσαν στους τύπους της μουσουλμανικής λατρείας και στις θρησκευτικές τελετές της κι ύστερα τους ντύνανε ντερδίσηδες και τους εξαποστέλνανε στον Πόντο. Μπαίνανε στα χωριά των κρυ­πτοχριστιανών σαν κήρυκες του Μωάμεθ. Τη νύχτα λειτουργούσανε μέσα σε κατακόμβες και κρύπτες. Μήνες ολόκληρους οδοιπορούσανε και χρόνια ολόκληρα πολλές φορές, ταλαιπωρούμενοι και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο σε κάθε τους βήμα. Πολ­λοί υποκύπτανε στις κακουχίες, άλλοι αναγνωρίζονταν και τότε τελειώνανε με μαρτυρικό θάνατο. Μερικοί είχανε την καλή τύχη να γυρίσουν πίσω στο μοναστήρι τους αλλά και πάλι, αφού κάνανε εκεί την αναφορά τους, σύντομα ξαναφεύγανε σε και­νούρια αποστολή. Σε τέτοια μοναστήρια του Πόντου κρατούσαν και κρυπτογραφικούς κώδικες- καταγράφανε σ'αυτούς συνθη­ματικά την κίνηση των κρυπτοχριστιανών της δικαιοδοσίας ή της περιοχής των» (Πρβλ. Νίκου Ε. Μηλιώρη: Οι Κρυπτοχριστια­νοί, έκδοση Ενώσεως Σμυρναίων, Αθήναι 1962, σο. 47-48).

Oι Κρυπτοχριστιανοί τους περίμεναν με προσδοκία και υπο­μονή. Μόλις έφταναν, όπως περιγράφει ο Μηλιώρης, έπαιρναν τις δέουσες προφυλάξεις και τους οδηγούσαν στο υπόγειο, όπου μέσα σε καλά σφαλισμένα σεντούκια είχαν κρυμμένα τα εικο­νίσματα που είχαν κληρονομήσει από τους παπούδες και τους πατεράδες τους. Οι κρυφοί αυτοί παπάδες έβγαζαν τα ρούχα των χοτζάδων, έβαζαν το πετραχήλι που είτε το φύλαγαν οι κρυπτοχριστιανοί είτε οι ίδιοι το είχαν καλά κρυμμένο στις απο­σκευές τους και τελούσαν όλα τα μυστήρια, γάμους, βαφτίσια, ακόμη και τρισάγια για εκείνους που έφυγαν χωρίς χριστιανι­κή κηδεία.

Τέτοια περιστατικά αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης με πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες:

«Εκεί βγάλανε από τα κεφάλια τα φέσια και του φιλήσανε με σεβασμό το χέρι. Σε λίγο μπήκανε και οι δυο χανούμισσες. Η πεθερά και η νύφη. Η νύφη κρατούσε στην αγκαλιά της κι ένα νεογέννητο μωρό, που παρακάλεσε τον παπά να της το ευλογήσει. Τον βάλανε πρόχειρο τραπέζι να φάγει, ενώ εν τω μεταξύ μαζεύτηκαν στο σπίτι και αρκετοί συγχωριανοί, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Όλοι τους φιλήσανε το χέρι του παπά και κατόπιν καθήσανε γύρω-γύρω. Αρχίσανε να μιλάνε όχι πια τούρκικα, αλλά ελληνικά, στην ποντιακή διάλεκτο. Και οι πε­ρισσότερες κουβέντες ήταν σχετικές με τον Χριστό, την Παναγία και γενικά τη χριστιανική θρησκεία. Ο παπάς κατάλαβε πως είχε να κάνει με κρυπτοχριστιανούς. Μες στην κουβέντα του ήλθε η έμπνευση κι έκανε το σταυρό του. Στη στιγμή τους είδε όλους αδίσταχτα να σταυροκοπιούνται με μεγάλη ευλάβεια. Κι έτσι φανερωθήκανε καθαρά και τότε τον παρακαλέσανε να βαφτίσει το μωρό».

Ξέθαψαν στη στιγμή τα εικονίσματα, τα άμφια που είχαν κρυμμένα και με πολλή κατάνυξη παρακολούθησαν το μυστή­ριο. Δεν πρόκειται για θρύλους κι ας μοιάζουν. Επιβεβαιώνονται τα τραγικά αυτά περιστατικά από σοβαρότατα ιστορικά στοιχεία, από τη μέριμνα της Εκκλησίας για τους λαθρόβιους αυτούς Ορθοδόξους, όπως τους αποκαλεί ο Μανουήλ Γεδεών, από τους κρυπτοχριστιανούς που φανερώθηκαν με την ανα­γνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας στα 1856.

Πολύ σωστά, η Εκκλησία πρεσβεύοντας ότι «ου τα σχήματα κρίνεται, αλλ' η προαίρεσις», περιέβαλε τους κρυπτοχριστιανούς με την αγάπη της. Πολύ πρώιμα, πριν πέσει η Πόλη, είχε δημιουργηθεί ζήτημα με τον εξισλαμισμό Ελλήνων της Νικαίας. Να τι τους έγραφε ανάμεσα σε άλλα ο τότε Οικουμενικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας:

«Ει γάρ και κυριεύουσιν υμών οι εχθροί, αλλά των οικείων ψυχών και της γνώμης αυτοί εαυτών εστέ κύριοι, και της προαι­ρέσεως υμών εστι, φυλάξαι το καλόν και μη φύλαξαν πλην ως μάθομεν παρά του κριτού, συντηρείσθε και φυλάσσετε τα της χριστιανικής υμών καταστάσεως, εις ο και ασάλευτους και πα­γίους μένειν ευχόμεθα, ίνα και των επηγγελμένων επιτύχητε αγαθών, ά ητοίμασε ο Θεός τοις αγαπήσασιν αυτόν εκ ψυχής, και τα σωτηρίους αυτού φυλάξασιν εντολάς, ου η χάρις διαφυλάξαι υμάς». 

Και κρυφοί ναοί

     Όπως υπήρχαν κρυφοί παπάδες, υπήρχαν και κρυφοί ναοί. Τέτοιοι ναοί είχαν δημιουργηθεί από πλούσιους κρυπτοχριστιανούς στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μανουήλ Γεδεών αναφέρει την πληροφορία ότι «εις τινα των ιδιωτικών μεγάρων της πρωτευού­σης ταύτης σώζονται βυζαντινοί ναοί υπό γην, ους οι κάτοχοι των μεγάρων, οθωμανοί εις το φανερόν, χριστιανοί δε εις το κρυπτόν, περιποιούνται διατηρούντες και ιερέα προς επιτέλεσιν των ιερουργιών». Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τους ναούς αυτούς καταθέτει ο Μελανοφρύδης στην «Ποντιακή Εστία» και θησαυρίζεται στο παραπάνω βιβλίο του Μηλιώρη:

«Στην Παναγία του Γαλατά εφημέρευε ο γέρων παπά Με­λέτιος. Πλησιάζουν αι ημέραι του Πάσχα. Μεσάνυχτα, το Σάβ­βατο τον Λαζάρου έξαφνα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Δυο νεαροί καλοενδεδυμένοι και ευπρεπείς εμπήκαν εχαιρέτησαν με σεβασμόν και τους είπαν:

-Πάτερ, έχομε έναν άρρωστον ετοιμοθάνατο και σε παρα­καλούμε να κάμεις τον κόπον να πας να τον μεταλάβεις.

Στην πόρτα, επερίμενεν αμάξι, εμπήκαν και οι τρεις και εξεκίνησαν. Το αμάξι επέρασε τη γέφυρα και χώθηκε στον δαίδαλο των στενών δρόμων της Σταμπούλ, έκαμεν αρκετήν διαδρομήν και εσταμάτησε στην πόρτα ενός μεγαλοπρεπούς μεγάρου. Σε μια πολυτελή αίθουσα τον υποδέχτηκε ένας σεβά­σμιος μολλάς. Του προσέφερε καφέ και κατόπιν τον ένευσε να τον ακολουθήσει. Κατέβηκαν πολλές σκάλες και τελευταία εμπήκαν σε μια υπόγεια εκκλησία με καντήλες ολόχρυσες, πολυελαίους, μανουάλια, εικόνες, τέμπλον θαυμάσιον και μέσα ένα πλήθος παρδαλό. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, αξιωματικοί, ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, πασάδες και μπέηδες, σαρικοφόροι σεβάσμιοι γέροντες. Κατάπληκτος ο Μελέτιος προχώρησε προς την Ωραίαν Πύλην. Τότε ο οδηγός του μολλάς του είπε εις άπταιστον ελληνικήν:

-Πάτερ, μην ανησυχείς. Ξέρεις από την ιστορία ότι η συνοι­κία αυτή έχει εποικισθεί από ελληνικάς οικογενείας κυρίως της αριστοκρατίας του γένους και των γραμμάτων, οι οποίοι εξισ­λαμίσθηκαν βιαίως. Έκτοτε διετήρησαν αυτοί θέσεις υψηλές εις το Οθωμανικόν Κράτος. Δεν ελησμόνησαν όμως την καταγωγήν των ως Ελλήνων και την θρησκείαν των Πατέρων των. Κρυφά όσο μπορούμε, εξακολουθούμε να λατρεύουμε τον Ιησούν Χριστόν και να εκτελούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα Βοηθούμε και το Πατριαρχείο σε στιγμές κρίσιμες. Αυτό λίγοι το ξέρουν. Κάθε χρόνο μαζευόμεθα εδώ να εορτάσουμε το Πάσχα. Εφέτος συ θα είσαι ο εφημέριος μας και μαζί θα εορτάσωμεν τα Πάθη και την Ανάστασιν του Χριστού»...

    Να πώς αντιμετώπιζε ο Ελληνισμός τους εξισλαμισμούς της Τουρκοκρατίας, πως επιβίωσε το γένος. Η τραγωδία ήταν και το μεγαλείο του. Το κεφάλαιο κρυπτοχριστιανοί, τεράστιο και βαρυσήμαντο, έχει πολλά να ιστορήσει και πολλά να φανερώσει.

 

 

1821 53

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ

ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ Ε’

ΩΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΤΗ

ΚΩΝ/ΝΟΥ Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Πρωτοπρεσβυτέρου-Θεολόγου

   Και τώρα μερικά ερωτήματα για όλους εκείνους που αβασάνιστα κατηγορούν τον Γρηγόριον ως τουρκόφιλο και προδότη. Ίσως από ιδεολογική αγκύλωση...

α) Ο Μητροπολίτης Δέρκων, Γρηγόριος και αυτός, ήταν ένας κληρικός που στην καρδιά του εκόχλαζε η αγάπη για την πατρίδα. Συνυπέγραψε το κείμενο τού αφορισμού. Γιατί αυτή η γενναία ψυχή δεν διαμαρτύ­ρεται καθόλου, εάν είχε έστω και υπόνοιες, ότι ο Πα­τριάρχης είναι προδότης; Γιατί ενώ οδηγείται στο μαρ­τύριο δεν αντιδρά, δεν λέει τίποτα; Ήταν και αυτός προδότης;;

β) Ο «Λόγιος Ερμής», όργανο των Ελλήνων Δια­φωτιστών στην Βιέννη, δημοσιεύει το κείμενο τού αφορισμού χωρίς τον παραμικρό σχολιασμό! Γιατί;; Αν εγνώριζαν οι Έλληνες Διαφωτιστές ή αν είχαν υπόνοιες ότι ο Πατριάρχης ήταν προδότης θα έγραφαν πολλά... Γιατί δεν έγραψαν το παραμικρό εναντίον τού Γρηγορίου;

γ) Ο Αλεξ. Υψηλάντης, ο άμεσα θιγόμενος από το αφοριστικόν, όχι μόνον δεν διαμαρτύρεται, αλλά λίγο αργότερα στις 8.6.1821, με ημερήσια διαταγή του απεκήρυξε τους στρατιώτες του που δεν επέμεναν στον αγώνα για να εκδικηθούν το αίμα των κατασφαγέντων... Πατριαρχών.1

Και όχι μόνον δεν διαμαρτύρεται, αλλά και χαρα­κτηρίζει το αίμα τού Πατριάρχου «ιερόν»! Αλλά και κανένας από τους Πελοποννησίους επα­ναστάτες δεν έγραψε τίποτα εναντίον τού Γρηγορίου, ούτε εξέφρασε το παραμικρό παράπονο! Όλοι ήξε­ραν!!!...

Γιατί; Και ακόμη γιατί προσπαθεί να πείσει άλλους, όπως τον Θ. Κολοκοτρώνη, με επιστολή τού 29.1.1821 ότι το αφοριστικό ήταν τέχνασμα και διπλωματικός ελιγμός τού Πατριάρχη;

δ) Ο Βούλγαρος Ιστορικός και ακαδημαϊκός Νικολάϊ Τοντόρωφ (πρεσβευτής της Βουλγαρίας στην Αθήνα, 1977) «μας παρέχει την πληροφορία ότι ο Πατριάρχης είχε στενές σχέσεις και επικοινωνία με Βούλγαρους Φιλικούς, όπως με τον μεγαλέμπορο και επιχειρηματία από το Γκάμπροβο, Χατζή Χρήστο Ράτσκωφ, ο οποίος είχε δανείσει στο Πατριαρχείο 100 χιλιάδες λέβα και είχε κρύψει στο μύλο του 40 φορτία με πυρίτιδα και βόλια για τις ανάγκες της ελληνικής εξεγέρσεως».2 Και ερωτώ: Τι τα ήθελε τόσα χρήματα ο νηστευτής και λιτοδίαιτος Γρηγόριος; Πως συμβιβάζεται να είναι κα­νείς προδότης και τουρκοφάγος και συγχρόνως να επι­χειρεί τέτοια «ανοίγματα», προετοιμάζοντας την εξέγερση των Ελλήνων;

ε) Δύο πρόσωπα, σύγχρονοι τού Γρηγορίου, ο Νικ. Σπηλιάδης και ο Μιχ. Οικονόμου, γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα αυτής της εποχής. Γιατί δεν γράφουν κάτι σχετικώς αν ο Γρηγόριος, όπως διατείνονται με­ρικοί εκτελούντες «διατεταγμένη υπηρεσία» ιστορικοί, ήταν προδότης και τουρκόφιλος;

Και όχι μόνον δεν γράφουν τίποτα, αλλά και εξαί­ρουν «τον πατριωτισμό, το πνεύμα της θυσίας, και την πολιτική ευθυκρισία του».3 Ότι ο αφορισμός δεν εκφράζει την βούληση τού Γρηγορίου, φαίνεται από την πληροφορία τού Μιχ. Οικονόμου για την ανάκλησή του σε μυστική τελετή 12 ημέρες μετά την κοινοποίη­σή του.4

στ) Όσοι αβασάνιστα τον κατηγορούν ως προδότη και τουρκόφιλον, δεν έχουν προσέξει μία κίνηση, ενδεικτική τού Γρηγορίου, ολίγα λεπτά προ τού απαγχονισμού του. Ενώ η αγχόνη είναι περασμένη στο λαι­μό του, αυτός εστράφη προς το δυτικό μέρος τού ορί­ζοντος, προς την πατρίδα του τη Πελοπόννησο και ευλόγησε και με τα δύο του χέρια τον ορίζοντα, δηλ. τους Πελοποννησίους επαναστάτες!!

Έχουμε 10 Απριλίου και ο αγώνας της εθνεγερσίας έχει αρχίσει από τις 25 Μαρτίου. Αυτό για το οποίον αγωνίσθηκε, η έκρηξη της Επαναστάσεως, είναι πραγ­ματικότητα! Την Επανάσταση ευλογεί! Αλήθεια, τι έχουν να πουν οι κατήγοροι τού Γρηγορίου;

ζ) Ο θάνατος του, το μαρτύριο του, αποπνέει μια μεγαλοπρέπεια. Εβάδισε προς το μαρτύριο ήρεμος! Τρόπον τινά το επεζήτησε, ενώ θα μπορούσε να το αποφύγει. Ποθεί το μαρτύριο!... Εγνώριζε πολύ καλά γιατί έχυνε το αίμα του! Μεγάλη καρδιά! ΑΞΙΟΣ ποιμέ­νας! Μπορούν οι κατήγοροι τού Γρηγορίου να μας δεί­ξουν παρόμοια περιστατικά προδοτών που πεθαίνουν γι' αυτό που επρόδωσαν;

η) Τα γεγονότα της Επαναστάσεως στις Ηγεμονίες έγιναν γνωστά στους Τούρκους στην Πόλη την 1η Μαρτίου. Η αποκήρυξη τού Υψηλάντη από τον Τσάρο και η άδειά του να εκστρατεύσει Τουρκικός στρατός στις Ηγεμονίες έγινε στις 14 Μαρτίου. Τελευταίος και μόλις στις 23 Μαρτίου ο Γρηγόριος αποκήρυξε τον Αλεξ. Υψηλάντη. Όπως βλέπουμε, ο αφορισμός εκδό­θηκε με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση. Εκδόθηκε δη­λαδή όταν η επανάσταση στις Ηγεμονίες είχε κριθεί, ενώ στην Πελοπόννησο είχε ξεσπάσει! Πιστεύω πως ένας προδότης δεν θα καθυστερούσε. Θα έσπευδε, όπως συνήθως συμβαίνει, να πράξει το... καθήκον του.

Ερωτώ τους κατηγόρους τού Γρηγορίου· έχουν αντιρρήσεις για την τακτική του Γρηγορίου σ' αυτό το σημείον; Αλλά όποιος δεν θέλει να δει, δεν βλέπει. Οι μικροϊδεολογικές σκοπιμότητες φαίνεται πως διαστρέ­φουν και σκοτώνουν την αλήθεια...

θ) Το αφοριστικό εναντίον των κλεφτών, που ο Γ. Τερτσέτης δικαιολογεί, δεν το είχε εκδώσει ο Γρηγόριος. Το είχε εκδώσει, προ του Γρηγορίου, ο Πατριάρ­χης Καλλίνικος Ε' (1801-1806). Όταν εκδόθηκε το αφο­ριστικό εκείνο, ο Γρηγόριος βρισκόταν εξόριστος στο Άγιο Όρος. Και κάτι που θα σοκάρει τους «προοδευ­τικούς». Ο Γρηγόριος όταν ξανάγινε Πατριάρχης, ακύρωσε το αφοριστικό του Καλλίνικου Ε'. Προδότης να σου πετύχει (!) Έγραψε δε επιστολή στο Γέρο του Μω­ρία, που εκείνος τη δέχθηκε με βαθιά συγκίνηση και ευγνωμοσύνη. Αξιοσημείωτον είναι ότι στην επιστολήν αυτήν, όπως γράφει ο Μ. Οικονόμου, γραμματικός τού Θ. Κολοκοτρώνη, έλυε ο Γρηγόριος παντός δε­σμού, όσον αφορά το αφοριστικόν του Καλλινίκου Ε', τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον ευλογούσε! Η απάντηση - επιστολή κατένυξε την καρδιά του Θ. Κολοκοτρώνη!!5  Όσο για τη φράση του Κολοκοτρώνη: «αυτός ο Πα­τριάρχης έκανε ό,τι του έλεγε ο Σουλτάνος», είναι γε­γονός πως δεν την είπε ο Γέρος για τον Γρηγόριο Ε'.6 Πως είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, όπως ο Γρηγόριος, να είναι προδότης τού Αγώνα και τουρκόφιλος; Ένας τουρκόφιλος είναι δυνατόν έτσι να δρα και να ενεργεί;

ι) Εάν ο Σουλτάνος Μαχμούτ προέβαινε σε σφαγές τού Ελληνικού στοιχείου τότε ποιοί θα σήκωναν τ' άρματα; Ποιοί θα έκαναν την Επανάσταση; Δεν αποτελούσε αυτό δίλημμα για τον Γρηγόριον;

ια) Ο Πατριάρχης εργαζόμενος με το δικό του τρόπο, υποκινούσε τον Σουλτάνο σε πόλεμο κατά τού Αλή Πασά. Χρησιμοποιούσε δε γι’ αυτό το σκοπό τον έμπι­στο του Χατζή Ομέρ Εφέντη, ο οποίος επηρέαζε τον σύμβουλο του Σουλτάνου, Χαλέτ Εφέντη.7

Από την άλλη μεριά ο Πατριάρχης, ο Παλαιών Πα­τρών και ο Ιω. Παπαρρηγόπουλος παγίδευσαν τον πα­μπόνηρο Αλή Πασά των Ιωαννίνων σπρώχνοντάς τον σε αντίσταση κατά του Σουλτάνου, με την υπόσχεση ότι μέσω τού Ιω. Καποδίστρια θα επιτύχουν κήρυξη πολέμου της Ρωσίας κατά της Τουρκίας. Το σχέδιο επέτυχε. Ο Αλής βγήκε από τη μέση και ο Μοριάς βρήκε την ευκαιρία να κηρύξει την Επανάσταση8.

Η υπηρεσία αυτή τού Γρηγορίου, γράφει ο Παν. Πα­παθεοδώρου, ήταν εκείνη την στιγμή η μεγαλύτερη που μπορούσε να προσφέρει στον εθνικόν αγώνα.9 Οι επικριτές του Γρηγορίου γνωρίζουν αυτές τις «μικρολεπτομέρειες»;;

ιβ) Μερικοί Ιστορικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι το Πατριαρχείο και οι Φαναριώτες είχαν βάλει σε εφαρμογή «σχέδιο» για το φάγωμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των έσω. Όταν οι εχθροί τού γέ­νους το πήραν χαμπάρι έρριξαν το σύνθημα: «αμέσως τώρα επανάσταση». Έτσι χωρίς προπαρασκευή το Γέ­νος θα ξεμάτωνε γι’ άλλη μια φορά με οδυνηρές συνέ­πειες... Το αν η Επανάσταση τού '21 στάθηκε όρθια, αυτό είναι ένα άλλο γεγονός. Άλλωστε υπήρχαν επιφυλάξεις και δισταγμοί από σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής εκείνης, Καποδίστριας, Κοραής, μέλη της Φι­λικής Εταιρείας κ.α. Αυτό βέβαια δεν φανέρωνε φιλοτουρκισμόν και έλλειψη πατριωτισμού, αλλά εκτίμηση διαφορετική των περιστάσεων!

Το «ίδιο «σχέδιο» είχε μπει σε εφαρμογή και πριν από το 1922. Ήταν εποχή που στους 100 βουλευτές τού Τουρκικού Κοινοβουλίου οι 70 ήταν Έλληνες!

Τότε μέσα στις Μασονικές Στοές εκκολάφθηκε το κίνημα των Νεότουρκων με τον Ταλαάτ Μπέη, το όποιον προώθησε στην εξουσία τον Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Κεμάλ, μασόνος πεφωτισμένος, βοηθήθηκε αποφα­σιστικά από τους Εβραίους Μπολσεβίκους της Ρωσίας και από τα Σιωνιστικά ανδρείκελα της Δύσεως. Είχε βέ­βαια προηγηθεί η ύπουλη «δουλειά» δύο υψηλόβαθ­μων Ελλήνων Τεκτόνων, τού Στεφάνου Σκουλούδη και του Κλεάνθη Σκαλιέρη στις αρχές της δεκαετίας τού 1870. Με την Στοά τού Σκαλιέρη, το «Φως της Ανα­τολής», θα συνεργασθεί ο αρχηγός των Νεότουρκων, Ταλαάτ Μπέης. Έτσι ήλθε η καταστροφή του 1922, μία από τις χειρότερες για τον Ελληνισμό.10

Έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί φθάσαμε στην Μικρασιατική καταστροφή. Οι επικριτές, οι κατή­γοροι και οι υβριστές τού Γρηγορίου ας σκεφθούν.... Είναι αδιανόητον να κατηγορείς κάποιον χωρίς απο­δείξεις. Έτσι δεν γράφεται ιστορία.

ιγ) Και κάτι άλλο που δεν θα το γνωρίζουν οι επικρι­τές και υβριστές του Γρηγορίου: Το λείψανο τού Πα­τριάρχου παρέμεινε 11 ημέρες άταφον(3 ημέρες στην αγχόνη και 8 ημέρες στη θάλασσα). Στις 22 Απριλίου 1821, Παρασκευή της εβδομάδος των Μυροφόρων, ελληνικό πλοίο μετέφερε το ιερόν σκή­νωμα στην Οδησσό της Ρωσίας. Έφθασε εκεί στις 12 Μαΐου 1821, δηλαδή ύστερα από ταξείδι 20 ημερών. Το λείψανο τού Ιερομάρτυρος Γρηγορίου Ε', θείον σημείον της Αγιότητος αυτού, διετηρείτο  ΑΣΗΠΤΟΝ και ΕΥΩΔΕΣΤΑΤΟΝ! Το γεγονός εβεβαιώθη υπό των Ρω­σικών Αρχών και ανεγράφη εις το επίσημο πρωτόκολλον τού Τελωνείου της Οδησσού.11

ιδ) Υπάρχει και μια ισχυρή μαρτυρία, αληθινός κα­ταπέλτης κατά των συκοφαντών τού Γρηγορίου.

Και αυτή είναι η αγόρευση τού βουλευτή Ρήγα Πα­λαμήδη στην Εθνική αντιπροσωπεία στις 3.8.1864. Στην συγκλονιστική, λόγω των αποκαλυφθέντων γεγο­νότων αγόρευσή του, ο Ρ. Παλαμήδης είπε ότι στις 14 Μαρτίου 1821 τον προσκάλεσε ο Πατριάρχης Γρηγό­ριος Ε', και τού έδωσε δύο πατριαρχικά έγγραφα το ένα δια τον Π. Πατρών Γερμανόν και το άλλο δια τον Τριπόλεως Δανιήλ. Ομιλών ο Πατριάρχης μετά παλλούσης καρδίας, ανάγκασε τον Ρ. Παλαμήδην να τα πάρει, κάμπτοντας τις αντιρρήσεις του ένεκα τού κινδυνώδους της αποστολής.

Την διήγηση αυτή τού Ρ. Παλαμήδη επιβεβαιώνει και ο Π. Σούτσος, αρθρογράφος της εφημερίδας «Αιών», ο οποίος δηλώνει ότι ήταν παρών στον διάλο­γο των δύο ανδρών και είδε τον Γρηγόριον με δάκρυα στα μάτια να παρακαλεί τον Παλαμήδη να μεταφέρει τα έγγραφα λέγοντας: «Εξεδώκαμεν αφορισμόν κατά τού ένοπλου Γένους, φοβούμενοι την σφαγήν του. Πορεύεσθε προς την Πελοπόννησον, και αναγγείλατε εις τον Π. Πατρών και τους άλλους Ιεράρχας ότι η ευλο­γία εμού επί τα έργα των χειρών τού Ελληνικού λαού. Πολεμείτε τον Αγαρηνόν»12.

Έχουν ύπ' όψη τους αυτές τις «λεπτομέρειες» οι συκοφάντες τού Γρηγορίου;

 


1. Σπυρ. Τρικούπη, σελ. 128.

2. Παν. Παπαθεοδώρου, ο Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού '21, σελ. 49. Συνιστώ εκθύμως την εργασία αυτή. Είναι μια ολοκληρωμένη θεώρηση τού Γρηγορίου Ε'!!!

3. Παν. Θ. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού '21, σελ. 61.

4. Στο ίδιο, σελ. 62.

5. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές, τόμ. Α', σελ. 210-211.

6. Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», Μάιος 1977, όπου και άρθρον του Αρχιμανδρίτη Μελετίου Καλαμαρά, τώρα Μητροπολίτου Πρεβέζης και Νικοπόλεως.

7. Διον. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α', σελ. 364.

8. Παν. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε’ και η Επανάστασις τού '21, σελ. 50.

9. Στο ίδιο. σελ. 51

10. Κων/νου Καπετανοπούλου, πρεσβυτέρου, Αντιχιλιαστικά - Αντιμασονικά και άλλα κείμενα, σελ. 84

11. Ιω. Βώκου, Γρηγόριος Ε', σελ. 29.

12. Π. Παπαθεοδώρου, ο Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού 1821, σελ. 69-71.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε’

ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΙΕΡΟ-ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ 2000