STEVEN RUNSIMAN

    Από την εποχή του χαλίφη Ομάρ και των πρώτων μεγάλων κατακτήσεων για την πίστη, η ισλαμική παράδοση έχει καθορίσει το είδος της μεταχείρισης που πρέπει να επιφυλάσσεται στους κατακτημένους λαούς. Εάν μια πόλη ή περιοχή παραδίνεται στον κατακτητή με τη θέλησή της δεν πρέπει να λεηλατείται, αν και ίσως χρειαστεί να καταβάλει μια αποζημίωση. Οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι κάτοικοί της μπορούν να διατηρήσουν τους τόπους λατρείας τους, υποκείμενοι σε συγκεκριμένους κανονισμούς σχετικά με τα ίδια τα κτίρια. Ακόμη και αν η συνθηκολόγηση οφείλεται σε αναπότρεπτη ανάγκη, επειδή η άμυνα δεν μπορεί να αντέξει άλλο, ο κανόνας εξακολουθεί να θεωρείται ότι ισχύει, αν και ο κατακτητής τώρα μπορεί να επιμείνει σε σκληρότερους όρους, επιβάλλοντας βαρύτερα πρόστιμα και απαιτώντας την τιμωρία των πιο αμετανόητων εχθρών του.

Όταν όμως μια πόλη καταληφθεί εξ εφόδου, οι κάτοικοι της δεν έχουν δικαιώματα. Στο στρατό των κατακτητών δίνεται το δικαίωμα τριών ημερών απεριόριστης λαφυραγωγίας, και οι πρώην τόποι λατρείας, μαζί με κάθε άλλο κτίριο, καθίστανται περιουσία του κατακτητή ηγέτη, που μπορεί να τα διαθέσει όπως θέλει.

Ο σουλτάνος Μωάμεθ είχε υποσχεθεί στους στρατιώτες του τις τρεις ημέρες της λαφυραγωγίας στις οποίες είχαν δικαίωμα. Εκείνοι ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη. Μετά τη διάσπαση των τειχών από τα πρώτα στρατεύματά του επέμεινε σε μια συγκεκριμένη πειθαρχία. Τα συντάγματα βάδιζαν μέσα το ένα μετά το άλλο, με τη μουσική να παίζει και τις σημαίες να κυματίζουν. Μόλις όμως βρίσκονταν μέσα στην πόλη, όλοι συμμετείχαν στο άγριο κυνήγι της λείας. Στην αρχή δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η άμυνα είχε τελειώσει. Έσφαζαν όποιον συναντούσαν στους δρόμους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, αδιάκριτα. Το αίμα έτρεχε σε ποτάμια στους κατηφορικούς δρόμους από τα υψώματα της Πέτρας προς τον Κεράτιο. Αλλά σύντομα η δίψα για αίμα κατευνάστηκε. Οι στρατιώτες αντιλήφθηκαν ότι οι αιχμάλωτοι και τα πολύτιμα αντικείμενα θα τους προσπόριζαν μεγαλύτερο κέρδος.

 Από τους στρατιώτες που πέρασαν μέσα από το φράχτη ή από την Κερκόπορτα πολλοί στράφηκαν να λεηλατήσουν το αυτοκρατορικό παλάτι στις Βλαχέρνες. Κατέβαλαν τη βενετική φρουρά του και άρχισαν να αρπάζουν όλους τους θησαυρούς του, καίγοντας βιβλία και εικόνες μόλις αποσπούσαν τα καλύμματα και τα πλαίσια με τα κοσμήματα, και σπάζοντας τα ψηφιδωτά και τα μάρμαρα στους τοίχους. Άλλοι κατευθύνθηκαν στις μικρές αλλά υπέροχες εκκλησίες κοντά στα τείχη, τον Άγιο Γεώργιο κοντά στη Χαρίσια πύλη, τον Άγιο Ιωάννη στην Πέτρα και τη χαριτωμένη εκκλησία της μονής του Σωτήρα στη Χώρα, για να τις απογυμνώσουν από τα άφθονα καλύμματά τους, τα άμφια και ότι άλλο ήταν δυνατό να αφαιρεθεί από αυτές.

Στη Χώρα άφησαν απείραχτα τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες αλλά κατέστρεψαν την εικόνα της Θεομήτορος, της Οδηγήτριας, της ιερότερης εικόνας σε όλο το Βυζάντιο, την οποία, όπως έλεγαν οι άνθρωποι, είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Άγιος Λουκάς. Την είχαν μεταφέρει εκεί από την εκκλησία της πλάι στο παλάτι στην αρχή της πολιορκίας, ώστε η ευεργετική της παρουσία να είναι διαθέσιμη για να εμπνέει τους αμυνόμενους επάνω στα τείχη. Την έβγαλαν από τη βάση της και την έσπασαν σε τέσσερα κομμάτια. Έπειτα άλλοι από τους στρατιώτες έσπευσαν να μπουν στα κοντινά σπίτια, άλλοι προς τις αγορές και τα μεγάλα κτίρια στην ανατολική απόληξη της πόλης. Οι ναύτες από τα πλοία στον Κεράτιο είχαν ήδη εισέλθει από την Πλατεία πύλη και άδειαζαν τις αποθήκες κατά μήκος των τειχών. Σύντομα μερικοί από αυτούς συνάντησαν μια συγκινητική λιτανεία γυναικών που πήγαιναν προς την εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας, για να προσευχηθούν για την προστασία της αυτή την ημέρα, της γιορτής της. Οι γυναίκες περικυκλώθηκαν και μοιράστηκαν από τους άνδρες που τις συνέλαβαν, οι οποίοι στη συνέχεια προχώρησαν για να λεηλατήσουν την ανθοστόλιστη εκκλησία και να πιάσουν τους πιστούς εκεί.

Άλλοι ανέβηκαν στο λόφο για να συνενωθούν με τους στρατιώτες από τα χερσαία τείχη στην απογύμνωση της τριπλής εκκλησίας του Παντοκράτορα και των μοναστικών κτισμάτων που ήταν προσαρτημένα σ' αυτό, όπως και της γειτονικής εκκλησίας του Παντεπόπτη. Άλλοι, που είχαν μπει από την Ωραία Πύλη, σταμάτησαν για να λεηλατήσουν τη συνοικία της αγοράς προτού ανεβούν στο λόφο προς τον Ιππόδρομο και την ακρόπολη. Στο μεταξύ οι ναύτες από τα πλοία στην Προποντίδα είχαν ανοίξει δρόμο μέσα από το παλιό Ιερό Παλάτιο. Οι διάδρομοί του ήταν εγκαταλελειμένοι και μισοερειπωμένοι, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν λαμπρές εκκλησίες εκεί, όπως η Νέα Βασιλική την οποία είχε κτίσει ο Βασίλειος Α' περίπου πέντε αιώνες νωρίτερα. Λεηλατήθηκαν όλες εντελώς. Έπειτα οι ναύτες και από τους δύο στόλους και τα πρώτα στίφη στρατιωτών από τα χερσαία τείχη συνέκλιναν στη μεγαλύτερη εκκλησία του Βυζαντίου, τη μητρόπολη της Αγίας Σοφίας.

Η εκκλησία εξακολουθούσε να είναι γεμάτη με κόσμο. Η Θεία Λειτουργία είχε τελειώσει και έψαλλαν τη λειτουργία του Όρθρου. Με τους θορύβους της φασαρίας απέξω οι τεράστιες μπρούντζινες πόρτες του κτιρίου έκλεισαν. Μέσα το εκκλησίασμα προσευχόταν για το θαύμα που μόνο αυτό μπορούσε να τους σώσει. Προσεύχονταν μάταια. Δεν πέρασε πολλή ώρα προτού γκρεμιστούν οι πόρτες από τα σφυροκοπήματα. Οι πιστοί είχαν παγιδευτεί. Μερικοί από τους γέρους και τους ανήμπορους σκοτώθηκαν επιτόπου, αλλά οι περισσότεροι δέθηκαν ή αλυσοδέθηκαν μαζί. Τα πέπλα και τα μαντήλια των γυναικών σκίστηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως σχοινιά. Πολλές από τις ωραιότερες κοπέλες και νέους και πολλοί από τους πιο πλούσια ντυμένους ευγενείς σχεδόν κατασπαράχθηκαν καθώς οι δεσμώτες τους τσακώνονταν γι' αυτούς. Σύντομα μια μακριά πομπή από αταίριαστες μικροομάδες ανδρών και γυναικών δεμένων σφιχτά μεταξύ τους συρόταν προς τους καταυλισμούς των στρατιωτών, για να γίνουν εκεί για μία ακόμη φορά αντικείμενα φιλονικιών. Οι ιερείς συνέχισαν να ψάλλουν στο Ιερό μέχρις ότου συνελήφθησαν και εκείνοι. Αλλά την τελευταία στιγμή, έτσι πίστευαν οι πιστοί, μερικοί από αυτούς άρπαξαν τα πιο ιερά σκεύη και κινήθηκαν προς το νότιο τοίχο του Ιερού. Εκείνος άνοιξε γι' αυτούς και έκλεισε πίσω τους, και εκεί θα παραμείνουν μέχρις ότου το ιερό κτίριο ξαναγίνει πάλι εκκλησία.

Η λεηλασία συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια παραβιάστηκαν και οι κάτοικοι τους συνελήφθησαν. Μερικές από τις νεώτερες καλόγριες προτίμησαν το μαρτύριο από την ατίμωση και ρίχτηκαν σε πηγάδια, αλλά οι μοναχοί και οι πιο ηλικιωμένες καλόγριες συμμορφώθηκαν τώρα με την παλιά παράδοση παθητικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν προέβαλαν αντίσταση. Τα ιδιωτικά σπίτια λεηλατήθηκαν συστηματικά. Κάθε ομάδα λεηλασίας άφηνε στην είσοδο μια μικρή σημαία για να δείχνει πότε ένα σπίτι είχε εκκενωθεί εντελώς. Οι ένοικοι μεταφέρονταν μαζί με τα υπάρχοντά τους. Όποιος κατέρρεε από αδυναμία σφαζόταν, μαζί με έναν αριθμό παιδιών που θεωρήθηκε ότι δεν είχαν αξίαΓενικά όμως τώρα δεν θυσίαζαν τις ζωές των αιχμαλώτων. Υπήρχαν ακόμη σπουδαίες βιβλιοθήκες στην πόλη, μερικές κοσμικές και πολύ περισσότερες σε μοναστήρια. Τα περισσότερα βιβλία κάηκαν, υπήρξαν όμως Τούρκοι αρκετά οξυδερκείς για να αντιληφθούν ότι αποτελούσαν αντικείμενα με εμπορική αξία και διέσωσαν έναν αριθμό ο οποίος αργότερα πουλήθηκε για λίγα νομίσματα σε όποιον ενδιαφερόταν.

Στις εκκλησίες γίνονταν σκηνές αίσχους. Πολλοί εσταυρωμένοι με πολύτιμες πέτρες μεταφέρθηκαν με τουρκικά σαρίκια να τους περιβάλλουν έκλυτα. Πολλά κτίρια έπαθαν ανεπανόρθωτες ζημιές.  Το βράδυ δεν υπήρχαν πολλά για να λεηλατηθούν και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν ο σουλτάνος κήρυξε ότι η λεηλασία έπρεπε πια να σταματήσει. Οι στρατιώτες είχαν πολλά για να τους κρατούν απασχολημένους για τις επόμενες δύο ημέρες, με το να μοιράζονται τη λεία και να μετρούν τους αιχμαλώτους. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι υπήρχαν περίπου πενήντα χιλιάδες από αυτούς, από τους οποίους μόνο πεντακόσιοι ήταν στρατιώτες. Ο υπόλοιπος χριστιανικός στρατός είχε χαθεί, με εξαίρεση τους λίγους άνδρες που είχαν ξεφύγει δια θαλάσσης. Οι νεκροί, συμπεριλαμβανομένων των αμάχων θυμάτων της σφαγής, λέγεται ότι έφθαναν τους τέσσερις χιλιάδες.

Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από τους εκλεκτότερους γενίτσαρους της φρουράς του και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του προχώρησε αργά μέσα από τους δρόμους προς την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις πόρτες της αφίππευσε και έσκυψε να πάρει μια χούφτα χώμα το οποίο έχυσε επάνω από το σαρίκι του ως πράξη ταπεινοφροσύνης προς το Θεό του. Μπήκε στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Έπειτα, καθώς προχωρούσε προς το Ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε να σπάσει ένα κομμάτι από το μαρμάρινο δάπεδο. Γύρισε σ' αυτόν θυμωμένα και του είπε ότι στην άδεια για λεηλασία δεν συμπεριλαμβανόταν η καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα κρατούσε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμη μερικοί Έλληνες που κρύβονταν σε γωνίες και τους οποίους οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμη δέσει για να τους πάρουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε στα σπίτια τους με την ησυχία τους. Έπειτα βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το Ιερό και ζήτησαν το έλεός του. Κι αυτούς τους απομάκρυνε υπό προστασία. Επέμεινε όμως ότι η εκκλησία θα έπρεπε να μετατραπεί αμέσως σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και προσκύνησε το νικηφόρο Θεό του.

 Φεύγοντας από τη μητρόπολη ο σουλτάνος πήγε στην απέναντι πλευρά της πλατείας, στο παλιό Ιερό Παλάτιο. Καθώς περνούσε από τους μισοερειπωμένους διαδρόμους και τις αίθουσές του λέγεται ότι μουρμούρισε τα λόγια ενός Πέρση ποιητή: «Η αράχνη υφαίνει τις κουρτίνες στο παλάτι των Καισάρων, η κουκουβάγια κρώζει στις περιπόλους, στους πύργους του Αφρασιάμπ».  Με την περιοδεία του σουλτάνου μέσα από την πόλη η τάξη αποκαταστάθηκε. Ο στρατός του είχε κορεσθεί από λάφυρα και η στρατονομία του μερίμνησε ώστε οι άνδρες να επιστρέψουν στους καταυλισμούς τους. Ο ίδιος επέστρεψε στο στρατόπεδό του μέσα από έρημους δρόμους.

 Την επομένη διέταξε να παρουσιαστούν ενώπιόν του όλα τα λάφυρα και από αυτά διάλεξε το ποσοστό που εδικαιούτο ως αρχηγός. Μερίμνησε να δοθεί επίσης ένα δίκαιο μερίδιο στους στρατιώτες του τα καθήκοντα των οποίων δεν τους είχαν επιτρέψει να λάβουν μέρος στη λεηλασία. Για τον εαυτό του κράτησε όλα τα αιχμάλωτα μέλη των μεγάλων οικογενειών του Βυζαντίου και όσους από τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους είχαν διαφύγει από τη σφαγή. Απελευθέρωσε αμέσως τις περισσότερες από τις ευγενείς αρχόντισσες, παρέχοντας σε πολλές από αυτές χρήματα ώστε να μπορέσουν να απελευθερώσουν τις οικογένειές τους. Αλλά κράτησε τους πιο όμορφους από τους νεαρούς γιους και τις κόρες τους για το σεράι του. Σε πολλούς άλλους νέους δόθηκε ελευθερία και αξιώματα στο στρατό του, υπό τον όρο ότι θα αποκήρυσσαν τη θρησκεία τους. Μερικοί από αυτούς αποστάτησαν, αλλά το μεγαλύτερο μέρος προτίμησε να δεχθεί την ποινή για την πίστη στο Χριστό.

Μεταξύ των Ελλήνων αιχμαλώτων ανακάλυψε το Λουκά Νοταρά, το Μέγα Δούκα, καθώς και περίπου εννέα άλλους υπουργούς του αυτοκράτορα. Τους απελευθέρωσε ο ίδιος από τους δεσμώτες τους και τους δέχθηκε ευγενικά, απελευθερώνοντας το Μέγα Δούκα και δύο ή τρεις άλλους. Πολλοί όμως από τους άλλους αξιωματούχους του Κωνσταντίνου, μεταξύ των οποίων και ο Φραντζής, δεν αναγνωρίστηκαν και παρέμειναν στην αιχμαλωσία. Στους Ιταλούς αιχμαλώτους δεν επιδείχθηκε παρόμοιος οίκτος. Ο Μινόττο, ο Βενετός βάιλος, θανατώθηκε μαζί με έναν από τους γιους του και επτά από τους κυριότερους συμπατριώτες του. Μεταξύ τους ήταν ο Καταρίνο Κονταρίνι, ο οποίος είχε ήδη εξαγοραστεί από τα στρατεύματα του Ζαγανός πασά, αλλά ο οποίος συνελήφθη και πάλι και ζητήθηκαν άλλες επτά χιλιάδες χρυσά νομίσματα για την απελευθέρωσή του. Αυτό ήταν ένα ποσό το οποίο δεν μπορούσε να πληρώσει κανείς από τους φίλους του. Ο Καταλανός πρόξενος, ο Περέ Χούλια, επίσης εκτελέστηκε, μαζί με πέντε ή έξι συμπατριώτες του. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος είχε αιχμαλωτιστεί, αλλά δεν αναγνωρίστηκε και σύντομα εξαγοράστηκε από εμπόρους του Πέραν οι οποίοι είχαν σπεύσει στο τουρκικό στρατόπεδο για να σώσουν Γενοβέζους συμπατριώτες τους. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος ήταν ακόμη πιο τυχερός. Είχε πετάξει τα εκκλησιαστικά του άμφια, δίνοντάς τα σε ένα ζητιάνο και φορώντας αντί γι' αυτά τα ράκη του ζητιάνου. Ο ζητιάνος συνελήφθη και θανατώθηκε, και το κεφάλι του επιδεικνυόταν ως το κεφάλι του καρδιναλίου, ενώ ο Ισίδωρος πουλήθηκε για ένα μηδαμινό ποσό σε έναν έμπορο του Πέραν που τον είχε αναγνωρίσει. Ο Τούρκος πρίγκιπας Ορχάν είχε επίσης προσπαθήσει να διαφύγει μεταμφιεσμένος. Είχε δανειστεί το ράσο ενός Έλληνα μοναχού, ελπίζοντας ότι η τέλεια γνώση του των Ελληνικών θα τον γλίτωνε από υποψίες. Αλλά αιχμαλωτίστηκε, προδόθηκε από ένα συγκρατούμενό του και αποκεφαλίστηκε επιτόπου. Η γενοβέζικη γαλέρα στην οποία είχε μεταφερθεί ο τραυματισμένος Τζουστινιάνι ήταν μία από εκείνες που κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον Κεράτιο. Ο Τζουστινιάνι αποβιβάστηκε στη Χίο και πέθανε εκεί μία ή δύο ημέρες αργότερα. Για τους οπαδούς του παρέμεινε ήρωας, αλλά οι Έλληνες και οι Βενετοί, όσο και αν είχαν θαυμάσει πολύ την ενεργητικότητα, τη γενναιότητα και την ηγεσία του σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, θεώρησαν ότι στο τέλος είχε φανεί λιποτάκτης. Θα έπρεπε να είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει τον πόνο και το θάνατο παρά να διακινδυνεύσει την ολοκληρωτική κατάρρευση της άμυνας με τη φυγή του. Πολλοί, ακόμη και μεταξύ των Γενοβέζων, αισθάνονταν ντροπή γι' αυτόν. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος τον κατηγόρησε σφοδρά για τον άκαιρο τρόμο του.

Η τύχη των Ελλήνων αιχμαλώτων ποίκιλε. Μετά από τρεις ημέρες, όταν η επίσημη περίοδος της λεηλασίας είχε τελειώσει, ο σουλτάνος εξέδωσε μία προκήρυξη που έλεγε ότι όσοι Έλληνες είχαν ξεφύγει από την αιχμαλωσία ή είχαν εξαγοραστεί μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους, όπου η ζωή και η περιουσία τους θα παρέμεναν πλέον ανενόχλητα. Αλλά δεν υπήρχαν πολλοί από αυτούς, ούτε πολλά από τα σπίτια τους ήταν κατοικήσιμα. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ έστειλε τετρακόσια Ελληνόπουλα ως δώρα σε καθέναν από τους τρεις κυριότερους μωαμεθανούς δυνάστες της εποχής, το σουλτάνο της Αιγύπτου, το βασιλιά της Τυνησίας και το βασιλιά της Γρανάδας.

Πολλές ελληνικές οικογένειες δεν επρόκειτο να ξαναενωθούν. Ο Ματθαίος Καμαριώτης, στο θρήνο του για την πόλη, αφηγείται την απεγνωσμένη έρευνα που έκαναν αυτός και οι φίλοι του για να βρουν τους συγγενείς τους. Ο ίδιος έχασε γιους και αδελφούς. Για μερικούς έμαθε αργότερα ότι είχαν σκοτωθεί. Άλλοι απλά εξαφανίστηκαν, ενώ ένοιωσε τη ντροπή της ανακάλυψης ότι ο ανιψιός του είχε επιζήσει αποκηρύσσοντας την πίστη του. Η καλοσύνη που είχε δείξει ο Μωάμεθ στους επιζώντες υπουργούς του αυτοκράτορα είχε μικρή διάρκεια. Είχε αναφέρει ότι θα έκανε το Λουκά Νοταρά κυβερνήτη της κατακτημένης πόλης. Εάν αυτή ήταν η πραγματική του πρόθεση, σύντομα άλλαξε γνώμη. Η γενναιοδωρία του πάντοτε ελαττωνόταν από καχυποψία, και κάποιοι σύμβουλοι τον προειδοποίησαν να μην εμπιστεύεται το Μέγα Δούκα. Έθεσε λοιπόν την πίστη του σε δοκιμασία. Πέντε ημέρες μετά την άλωση της πόλης παρέθεσε ένα συμπόσιο. Στη διάρκειά του, όταν είχε βαρύνει για τα καλά από το κρασί, κάποιος του ψιθύρισε ότι ο δεκατετράχρονος γιος του Νοταρά ήταν ένα παιδί με εξαιρετική ομορφιά. Αμέσως ο σουλτάνος έστειλε έναν ευνούχο στο σπίτι του Μέγα Δούκα απαιτώντας το παιδί να του σταλεί για την ευχαρίστησή τουΟ Νοταράς, του οποίου οι δύο μεγαλύτεροι γιοι είχαν σκοτωθεί μαχόμενοι, αρνήθηκε να θυσιάσει το παιδί σε μια τέτοια τύχη. Στη συνέχεια στάλθηκε η αστυνομία να φέρει το Νοταρά με το γιο του και το νεαρό γαμπρό του, το γιο του Μεγάλου Δομέστιχου Ανδρόνικου Καντακουζηνού, ενώπιον του σουλτάνου. Όταν ο Νοταράς εξακολούθησε να αψηφά το σουλτάνο, δόθηκαν διαταγές να αποκεφαλιστούν επιτόπου ο ίδιος και τα δύο αγόρια. Ο Νοταράς ζήτησε απλά να εκτελεστούν πριν από εκείνον, μήπως το θέαμα του θανάτου του τα έκανε να λιποψυχήσουν. Όταν χάθηκαν και τα δύο, ξεσκέπασε το λαιμό του στο δήμιο. Την επομένη συνελήφθησαν άλλοι εννέα Έλληνες ευγενείς και στάλθηκαν στο ικρίωμα. Αργότερα λέγεται ότι ο σουλτάνος μετάνιωσε για τους θανάτους τους και ότι τιμώρησε τους συμβούλους που είχαν εγείρει τις υποψίες του. Είναι όμως πιθανό ότι η μετάνοιά του ήταν επίτηδες καθυστερημένη. Είχε αποφασίσει να εξοντώσει τους κυριότερους κοσμικούς αξιωματούχους της παλαιάς αυτοκρατορίας .  Οι γυναίκες τους περιέπεσαν και πάλι στην αιχμαλωσία και αποτέλεσαν τμήμα της μακράς πομπής των αιχμαλώτων που συνόδευσε την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η χήρα του Νοταρά πέθανε καθ' οδόν στο χωριό Μεσσήνη. Ήταν από αυτοκρατορική γενιά και η σπουδαιότερη δέσποινα στο Βυζάντιο μετά το θάνατο της βασιλομήτορος, ενώ απολάμβανε βαθύτατου σεβασμού ακόμη και από τους αντιπάλους του άνδρα της για την αξιοπρέπεια και τη φιλανθρωπία της. Μία από τις κόρες της, η Άννα, είχε ήδη διαφύγει στην Ιταλία με μερικούς από τους θησαυρούς της οικογένειας.

Ο Φραντζής, του οποίου το μίσος για το Μέγα Δούκα δεν είχε κατευναστεί ούτε από τις αμοιβαίες δυστυχίες τους και ο οποίος παρέθεσε μια πικρόχολη, σκληρή και αναληθή περιγραφή του θανάτου του, χρειάστηκε να υποστεί ο ίδιος μια παρόμοια τραγωδία. Ήταν σκλάβος επί δεκαοκτώ μήνες στο υπηρετικό προσωπικό του επικεφαλής των αλόγων του σουλτάνου, προτού κατορθώσει να απελευθερώσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του. Τα δύο παιδιά του όμως, και τα δύο βαφτισμένα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλείστηκαν στο σεράι του σουλτάνου. Το κορίτσι, η Θάμαρ, πέθανε εκεί σε παιδική ηλικία, ενώ το αγόρι θανατώθηκε από το σουλτάνο επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις ακόλαστες επιθυμίες του.

Steven Runciman 

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453

Μετάφραση – Επιμέλεια Νίκος Νικολούδης

Τρίτη έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΑ ΑΘΗΝΑ 2005



Στήβεν Ράνσιμαν

Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας - Ερμείας, 2004


     Τον 5ο ήδη αιώνα ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης, χωρίς τα προάστειά της, πρέπει να ήταν περίπου ένα εκατομμύριο και ο αριθμός αυτός διατηρήθηκε κατά προσέγγιση ως τη λατινική κατάκτηση. Μετά τη λατινική κατάκτηση όμως άρχισε να λιγοστεύει με γρήγορο ρυθμό, ώσπου το 1453 αυτοί που έμεναν δεν ήταν ούτε εκατό χιλιάδες.

     Η έκταση της Πόλης ήταν πολύ πιο μεγάλη και από όσο θα δικαιολογούσε ένας τέτοιος αριθμός. Η βάση του Τριγώνου, όπου ήταν χτισμένη, είχε περίπου εφτάμιση χιλιόμετρα μήκος και εκεί, σε διπλή γραμμή, από τον Μαρμαρά ως τον Κεράτιο κόλπο, εκτείνονταν τα χερσαία τείχη, που είχε χτίσει ο Θεοδόσιος Β', με τις έντεκα πύλες τους, εκ περιτροπής μια στρατιωτική και μια πολιτική. Από τις δύο άκρες τους άρχιζαν τα θαλάσσια τείχη, που το καθένα είχε δέκα περίπου χιλιόμετρα μήκος, για να συναντηθούν στην αμβλεία κορυφή του τριγώνου στο Βόσπορο.

Μέσα στα τείχη υπήρχαν διάφορες πολυάνθρωπες πόλεις και χωριά, που τα χώριζαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και κήποι. Όπως η παλιά Ρώμη έτσι και η Κωνσταντινούπολη μπορούσε να υπερηφανεύεται για τους εφτά της λόφους. Οι λόφοι αυτοί ορθώνονταν απότομοι πάνω από το Βόσπορο και τον Κεράτιο κόλπο, προς τη θάλασσα όμως του Μαρμαρά οι πλαγιές ήταν πιο μαλακές και οι χώροι ανάμεσά τους πιο μεγάλοι.

     Ο ταξιδιώτης που ερχόταν από τη θάλασσα, από το νότο ή από τη δύση, καθώς πλησίαζε την Πόλη, έβλεπε στο δεξί του χέρι τους θόλους και τις σκεπασμένες με κεραμίδια στοές του Μεγάλου Παλατίου, την Αγία Σοφία να υψώνεται από πίσω και κήπους να απλώνονται ως κάτω στο Βόσπορο. Ύστερα έβλεπε τον πελώριο κυρτό τοίχο, που ακόμα και σήμερα υποστηρίζει το νότιο άκρο του ιπποδρόμου, να υψώνεται πάνω από το κομψό λιμάνι του παλατιού, την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, και πιο χαμηλά μια συνοικία με παλάτια μικρότερα. Στα αριστερά το θαλάσσιο τείχος, με τους αραιούς πύργους του, ήταν κατά διαστήματα κομμένο, και στα σημεία αυτά υπήρχαν μικρά τεχνητά λιμάνια για τα πλοία που δεν ήθελαν να κάμουν το γύρο ως τον Κεράτιο κόλπο. Γύρω από τα λιμάνια αυτά ήταν ένα πλήθος σπίτια πυκνοχτισμένα.

Από πίσω, κυρίως στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Λύκου, υπήρχαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, ακόμα και χωράφια με σιτάρι, στην κορυφή όμως του λόφου δέσποζε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και άλλα μεγάλα κτίρια. Λίγο αριστερώτερα το τοπίο γινόταν πιο ομαλό. Στην όχθη βρισκόταν η πολυάνθρωπη συνοικία του Στουδίου με το ξακουστό μοναστήρι της. Από πίσω έβλεπε κανείς το απάνω μέρος των χερσαίων τειχών καθώς κατέβαιναν προς τη θάλασσα. Και έξω όμως από τα τείχη τα σπίτια των προαστείων ήταν πυκνά σε μια απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής.

     Από την πλευρά του Κερατίου κόλπου η όψη της Πόλης ήταν τελείως διαφορετική. Εκεί, μπρος από τα τείχη, έβλεπε κανείς μια ακτή που, με την πάροδο των αιώνων, συνεχώς μεγάλωνε, γεμάτη προβλήτες, αποθήκες και αποβάθρες, όπου ήταν αγκυροβολημένα τα εμπορικά πλοία, και λίγο πιο πέρα έβλεπε κανείς και σπίτια χτισμένα μέσα στο νερό απάνω σε πασσάλους. Από πίσω ένα πλήθος πύλες έβγαζαν στις εμπορικές συνοικίες. Εκεί δεν έβλεπε κανείς πολλή πρασινάδα. Οι πιο απότομες πλαγιές, που ανέβαιναν στην κεντρική κορυφή, ήταν γεμάτες σπίτια, εκτός από τη συνοικία του φρουρίου στην ανατολική άκρη και την ακόμα μεγαλύτερη περιοχή των Βλαχερνών, στο ακρότατο δυτικό σημείο, όπου ένα αυτοκρατορικό παλάτι και μια πολύ ιερή εκκλησία έδιναν σε όλη τη συνοικία έναν τόνο αρχοντιάς.

      Στον ενδιάμεσο χώρο βρισκόταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας της Πόλης, τα γραφεία των πλοιοκτητών και των εξαγωγέων και τα καταστήματα των ξένων εμπόρων. Σ' αυτό το μέρος επιτρέψανε στους Ιταλούς εμπόρους να εγκατασταθούν για πρώτη φορά.
Η συνοικία με τα κομψά μαγαζιά βρισκόταν στο εσωτερικό. Ξεκινώντας από την είσοδο του παλατιού και του Ιπποδρόμου η οδός που λεγόταν Μέση, ο κυριότερος δρόμος, προχωρούσε κατά μήκος του κεντρικού λόφου σε μια απόσταση τριών χιλιομέτρων προς τα αριστερά. Ήταν δρόμος πλατύς με στοές και από τις δύο πλευρές, και περνούσε μέσα από δύο φόρους ή αγορές (forum) - μεγάλες εκτάσεις στολισμένες με αγάλματα - το φόρο του Κωνσταντίνου κοντά στο παλάτι και τον ακόμα μεγαλύτερο του Θεοδοσίου. Τελικά χωριζόταν σε δύο μεγάλους δρόμους, που ο ένας, περνώντας από το φόρο του Βοός και του Αρκαδίου, πήγαινε στη συνοικία του Στουδίου, στη Χρυσή Πύλη και στην πύλη των Πηγών, ενώ ο άλλος περνούσε μπρος από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και έφτανε στις Βλαχέρνες και στη Χαρισία πύλη ή πύλη του Πολυανδρίου.

Στις στοές της Μέσης ήταν τα πιο σπουδαία μαγαζιά, κατά ομάδες, ανάλογα με τα εμπορεύματα που πουλούσαν - Τα χρυσοχοεία και δίπλα τους τα αργυροχοεία, τα καταστήματα των υφασμάτων, τα επιπλοποιεία κ.ο.κ. Τα πολυτελέστερα ήταν κοντά στο παλάτι, στα λουτρά του Ζευξίππου. Εκεί ήταν τα καταστήματα των μεταξωτών, στη μεγάλη αγορά που την έλεγαν Λαμπτήρα ή Λαμπτήρων Οίκο γιατί τα παράθυρά της ήταν φωτισμένα τη νύχτα.

     Ιδιαίτερη αριστοκρατική συνοικία δεν υπήρχε. Παλάτια, καλύβες και σπιτάκια ήταν όλα στριμωγμένα κοντά - κοντά. Οι πλούσιοι έχτιζαν τα σπίτια τους κατά τον παλιό ρωμαϊκό τρόπο: διώροφα, με πρόσοψη γυμνή, και με μια εσωτερική αυλή που πότε - πότε ήταν σκεπασμένη και που συνήθως την στόλιζαν με καμιά δεξαμενή, αλλά και με ό,τι άλλο εξωτικό στολίδι τους περνούσε από τη φαντασία τους. Τα φτωχότερα σπίτια είχαν μπαλκόνια ή παράθυρα, που εξείχαν πάνω από το δρόμο, και από κει οι πιο αργόσχολες νοικοκυρές παρακολουθούσαν την καθημερινή ζωή των γειτόνων τους. Οι δρόμοι αυτοί με τις κατοικίες είχαν χτιστεί κυρίως από ιδιώτες και εργολάβους, ένας νόμος όμως του Ζήνωνος προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη.

     Οι δρόμοι έπρεπε να έχουν 3,60 μέτρα πλάτος, τα μπαλκόνια έπρεπε να απέχουν τουλάχιστον 3 μέτρα από τον απέναντι τοίχο και να βρίσκονται σε 4,50 μέτρα ύψος από το έδαφος. Οι εξωτερικές σκάλες απαγορεύονταν και εκεί που οι δρόμοι ήταν κιόλας χτισμένοι και ήταν στενώτεροι από 3,60 μέτρα, δεν επιτρέπανε μεγάλα παράθυρα για θέα, μονάχα δικτυωτά για αερισμό. Αυτός ο νόμος έμεινε ως το τέλος ο καταστατικός χάρτης της βυζαντινής πολεοδομίας. Υπήρχαν αυστηροί κανονισμοί για τους υπονόμους, που όλοι έβγαζαν στη θάλασσα. Κανένας, εκτός από πρόσωπα αυτοκρατορικά, δεν μπορούσε να ταφεί μέσα στην Πόλη. Σε κάθε ενορία υπήρχαν υγειονομικοί υπάλληλοι που η δουλειά τους ήταν να φροντίζουν με κάθε λεπτομέρεια για τη δημοσία υγεία.


    Σε αντίθεση με τους δρόμους που ήταν στενοί, υπήρχαν μεγάλα δημόσια πάρκα που τα συντηρούσε με έξοδά του ο δήμος. Το Μέγα Παλάτιον και ο περίβολός του έπιαναν ολόκληρη την νοτιοανατολική γωνία της Πόλης και τα διάφορα κτίριά του ήταν απλωμένα σε μια έκταση σχεδόν ενάμιση χιλιομέτρου. Δίπλα ήταν το παλάτι του πατριάρχη με τα παραρτήματά του και σε όλη την Πόλη υπήρχαν και πολλά άλλα αυτοκρατορικά παλάτια. Σε κάθε σχεδόν γωνία έβλεπε κανείς εκκλησίες. Υπήρχαν οι μεγάλες εκκλησίες της Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων και η Νέα του Βασιλείου Α' και πλήθος άλλες μικρότερες. Σε πολλές άπ' αυτές ήταν προσαρτημένα μοναστήρια, μέσα σε πελώριους σκυθρωπούς περιβόλους, καθώς και νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και πανδοχεία. Υπήρχαν τα κτίρια του πανεπιστημίου, βιβλιοθήκες, υδραγωγεία, δεξαμενές, δημόσια λουτρά, και πάνω από όλα ο μεγάλος ιππόδρομος. Ένα άγαλμα της Αφροδίτης έδειχνε το μοναδικό οίκο ανοχής της Πόλης, στη συνοικία που λεγόταν Ζεύγμα, στον Κεράτιο κόλπο.

Οι κυριότεροι δρόμοι, και προπαντός οι φόροι, ήταν αληθινά μουσεία, όπου ήταν τοποθετημένα τα ωραιότερα έργα της αρχαίας γλυπτικής. Στους πρώτους αιώνες υπήρχε ένα πραγματικό μουσείο, το σπίτι του Lausus, κάηκε όμως μαζί με όλους τους θησαυρούς του το 476. Τα αγάλματα ωστόσο των δρόμων επιζήσανε ώσπου τα κατάστρεψαν ή τα έκλεψαν οι Λατίνοι σταυροφόροι.

Γύρω από την Πόλη ήταν τα προάστεια, που άλλα, όπως η Χαλκηδών και αργότερα ο ιταλικός Γαλατάς, ήταν πολυάσχολες εμπορικές πόλεις, και άλλα, όπως το Ιερόν, όπου η Θεοδώρα είχε το αγαπημένο της παλάτι, και τα χωριά του Βοσπόρου, ήταν κυρίως έξοχές όπου πήγαιναν το καλοκαίρι οι πλούσιοι. Στις Πηγές, έξω ακριβώς από τα τείχη, υπήρχε μια ονομαστή εκκλησία της Παναγίας. Στο Έβδομον, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από το μίλιον, τον χιλιομετρικό δείχτη της πύλης του Μεγάλου Παλατίου, υπήρχε ένας περίφημος χώρος παρελάσεων, όπου διαδραματίστηκαν πολλά σημαντικά επεισόδια της βυζαντινής ιστορίας.

      Για την εξωτερική όψη της Πόλης, την εποχή της ακμής της, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Οι φανταστικοί θόλοι και τα αετώματα και οι χρωματιστές αψίδες, που αποτελούν το φόντο στις μικρογραφίες των ιστορημένων χειρογράφων, μας δίνουν μια εικόνα πιο λαμπρή άπ' την πραγματική, γιατί οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες τις ωραιότερες δημιουργίες τους τις φύλαγαν για τα εσωτερικά. Ακόμα όμως και επί Παλαιολόγων, όταν τεράστιες εκτάσεις της Πόλης κείτονταν σε ερείπια και το ίδιο το Μέγα Παλάτιον δεν ήταν πια κατοικήσιμο, εξακολουθούσε και τότε να κάνει εντύπωση στους ταξιδιώτες η μεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης.

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα e-ΙΣΤΟΡΙΑ



Σπυρ. Λάμπρος

       Επί αιώνας μακρούς αλησμόνητος είχε μείνει παρά τοις αρχαίοις Ρωμαίοις η θλιβερά εκείνη 18 Ιουλίου του 390 π.Χ. καθ' ην οι Γαλάται υπό τον Βρέννον επόρθησαν και επυρπόλησαν την Ρώμην. Η απαισία εκείνη Αλλιάς ημέρα ετάσσετο μεταξύ των αποφράδων και εν αυτοίς τοις χρόνοις, καθ' ους η Αιωνία Πόλις, εκπλύνασα παλαιάς ήττας, εκοσμείτο δια των δαφνών των μεγάλων εκείνων νικών, διών η Ρώμη είχεν αναδειχθή κυρία τών ηπείρων. Τα έθνη, όσα ενθυμούνται και σέβονται το παρελθόν αυτών, εκείνα και μόνα είναι άξια να παρασκευάσωσι το μέλλον. Το δε παρελθόν δεν σύγκειται μόνον εκ νικών και δόξης, αλλά και εκ συμφορών, ων η ανάμνησις είναι ακόμη επιβλητικωτέρα. Αν η αίγλη της δόξης λαμπρύνη αλλ' η αναπόλησις παρελθούσης κακοδαιμονίας διδάσκει τα έθνη· και προς αποτέλεσιν της εθνικής ευτυχίας προαπαιτείται, πλήν αγώνος μακρού και εργασίας ανενδότου, διδασκαλία πολλή και συνεχής.

Τοιαύτας σκέψεις φέρει και οφείλει να φέρη εις τον νουν παντός Έλληνος η σημερινή Αλλιάς ημέρα του Ελληνισμού, καθ' ην έπεσε προ της πύλης του Αγίου Ρωμανού ο τελευταίος του Βυζαντίου βασιλεύς και επορθήθη των πόλεων η πόλις και η Βασιλίς. Εληξεν αληθώς, την αποφράδα εκείνην Τρίτην, το μαρτύριον της Κωνσταντινουπόλεως, ως τελευτά ο βίος ετοιμοθανάτου φθισιώντος, καθ' ας ημέρας διανοίγεται η φύσις προς το έαρ και την ζωήν. Η πόλις, ην ο αυτοκράτωρ, ολίγας προ της μοιραίας τελευτής ώρας, προσφωνών τα θύματα της αύριον, απεκάλει βοηθόν και σκέπην της πατρίδος, καταφύγιον των Χριστιανών, ελπίδα και χαράν απάντων των Ελλήνων και καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν, έγινε λεία των βαρβάρων. Οι ολίγοι γενναίοι, οίτινες δεν περιωρίσθησαν εις το να περιφέρουν την εικόνα της Οδηγητρίας περί τα τείχη του Βυζαντίου, αλλ' ηγωνίσθησαν αγώνα υπεράνθρωπον «υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», ως αυτοί εφώνουν, δεν ηδυνήθησαν να σώσουν την Πόλιν από του επικειμένου κινδύνου, ως ήλπισαν μεν αυτοί, ήλπισε δε και ο Αυτοκράτωρ. Ο ναός ο ιερός, όστις είχε παραστή μάρτυς τόσης δόξης και τόσης λαμπρότητος των ευκλεών ημερών της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, η μητρόπολις του Βυζαντίου, η μεγάλη εκκλησία του Ελληνισμού, εμολύνθη υπό ποδός βαρβαρικού· και το κονίαμα του βαρβάρου νικητού απέσβεσε τας αγίας εικόνας και μεγάλα μεγαλωστί ηπλώθησαν επί των εσωτερίκών τοίχων τα ρητά του Κορανίου, υψηλότερος δε και αυτού του τρούλλου του Ανθεμίου και του Ισιδώρου ήρθη έξωθεν της Αγίας Σοφίας, εν μέσω παντοίων βαρβαρικών προσαρτημάτων, ο μιναρές του Μωαμεθανού. Τέλος ο ύστατος των Παλαιολόγων έπεσε μάρτυς μετά της πόλεως, ην είχεν εμπιστευθή εις αυτόν ο Ελληνισμός, ως βασιλεύς Ελλην και Χριστιανός.

Εν τω μαρτυρίω του Κωνσταντίνου είναι φανεροί και ευδιάκριτοι οι δύο ούτοι χαρακτήρες, εμφαινόμενοι προδηλότατα κατά τας τελευταίας ώρας της πόλεως και της βασιλείας. Εν τη τελευταία νυκτί τη προ της αλώσεως, ο βασιλεύς, πορευθείς εις τον μέγαν της Αγίας Σοφίας ναόν, έκλινε το γόνυ προσευχόμενος, και εκοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, οίονεί καθιερώνων εαυτόν εν τη υψίστη εκείνη ώρα εις τον Θεόν των Χρίστιανών. Αλλ' εν τη αυτή νυκτί, ηκούσθη από των βασιλικών χειλέων του προωρισμένου θύματος εξερχομένη η λέξις «Ελληνες », δι' ης προσεφώνησεν ο αυτοκράτωρ τους συναγωνιστάς και συμμάρτυρας. Αι δύο αύται πράξεις του Κωνσταντίνου, η κοινωνία εν τη τελευταία εκείνη λειτουργία της Αγίας Σοφίας και το γλυκύ όνομα δί' ου εκάλεσε τους περί αυτόν, είναι η αλησμόνητος διαθήκη της πιπτούσης Αυτοκρατορίας, ήτις εχαρακτήριζεν εαυτήν ως χριστιανικήν άμα και ελληνικήν. Το Βυζάντιον δεν έσχεν ίσως πάντοτε σαφή, σαφεστάτην, την έννοιαν του Ελληνικού του χαρακτήρος· η βασιλεία του επί μακρόν επωνομάζετο βασιλεία των Ρωμαίων. Αλλά τα χείλη των μελλοθανάτων δεν ψεύδονται· και ο Κωνσταντίνος δια των τελευταίων αυτού πράξεων εκείνων και λόγων, απέπλυνε πάσαν παραγνώρισιν και επέθηκεν επί του βίου του Βυζαντίου την επίσημον σφραγίδα του αψευδούς αυτού χαρακτήρος. Εξήνεγκε την τελευταίαν λέξιν του βυζαντιακού προγράμματος και ανεπέτασε την αληθή σημαίαν του Βυζαντίου, εφ' ης συνηδελφωμένα αναγνωρίζονται τα ονόματα Ελλάς και Χριστός.

Ζοφερά και καυσώδης ήτο, συμφώνως προ το επ' εσχάτων ανακαλυφθέν Σλαβονικόν χρονικόν, η εσπέρα της 28ης Μαίου. Οταν δε επροχώρησεν η νυξ, βαρέα και μελανά νέφη ηθροίσθησαν άνω της πόλεως δίκην επιταφίου σαβάνου, επικρεμαμένου από του ουρανού επί την μητρόπολιν των Παλαιολόγων. Άγρυπυος και ανήσυχος ο Μωάμεθ κατελήφθη υπό δέους επισκοπήσας από της σκηνής αυτού τον ουρανόν. Καλέσας δε προς εαυτόν ένα των δοκιμωτάτων του ουλεμάδων, είπερ τινά και άλλον ειδότα τα μυστήρια των ουρανών, ηρώτησεν αν τα πυκνά νέφη τα σωρευόμενα ύπερθεν της πόλεως προεμήνυόν τι.

- Ναί! απεκρίθη ο ουλεμάς. Είναι μέγα προμάντευμα. Προμηνύουν την πτώσιν της Σταμπούλ.

«Και τότε- προσθέτει το χρονικόν- από των συννέφων δεν προήλθεν υετός, αλλά κατέρρευσαν μεγάλαι σταγόνες ύδατος, ων εκάστη είχε μέγεθος σχεδόν οφθαλμού ταύρου». Επειτα δε, ως διηγούντο τινέζ των επιζησάντων εις το τραγικόν τέλος της Κωνσταντινουπόλεως, βροχή αίματος ερράντισε την πόλιν, μικρόν προ της ενάρξεως του τελευταίου κρισίμου αγώνος. Ούτως η παράδοσις των μεταγενεστέρων παρελάμβανεν εις τας διηγήσεις αυτής την ανάμνησιν της καταπλήξεως και των δειμάτων, άτινα είχον καταλάβει την ψυχήν των ατυχών υπερασπιστών της βασιλευούσης.

Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως συνεκίνησε μεν βεβαίως την Χριστιανικήν Ευρώπην, αλλά και δεν εκίνησεν αυτήν. Εν δε τη αυλή των Παπών, εις μάτην χάριν του έθνους, περιβαλλόμενος την πορφύραν του Καρδιναλίου, ο Τραπεζούντιος Βησσαρίων ηγωνίζετο να μετατρέψη εις όπλα τας ευλογίας των Ποντιφίκων και μεταβάλη εις στρατευομένην υπέρ της χριστιανίκής ιδέας την θεολογούσαν Εκκλησίαν. Ενώ δε, τέλος, η μέλλησις της Δύσεως μετεβάλλετο εις αδιαφορίαν, ο ήδη δουλεύων Ελληνισμός, πληγείς καιρίως και στένων, εθρηνώδει βαρύθυμος την άλωσιν της Πόλεως. «Μακάριοι νυν οι τεθνηκότες, ελεεινοί δε οι ζώντες και θρήνων άξιοι» ανεβόα Ανδρόνικος ο Κάλλιστος. Ο δε ανώνυμος ποιητής του θρήνου της Κωνσταντινουπόλεως εγίνετο εν τοις στίχοις αυτού η ηχώ των πενθίμων σκέψεων, εις ας είχεν εμβάλει το ελληνικόν σύμπαν η αποφράς Τρίτη της 29ης Μαίου 1453: Εκείν' η μέρα, η σκοτεινή και αστραποκαημένη της Τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης, της θεοκαρβουνόκαυτης, πουμπαρδοχαλασμένης. Αργότερον, εθρήνει την Άλωσιν δια στίχων αρχαϊκών Αντώνιος ο Επαρχος και, εν τη δημώδει, ο Σερραίος Παπα Συναδινός. Αλλά πολύ ανωτέρα των ποιητικών τούτων θρήνων, ους έγραψαν λόγιοι και ημιλόγιοι, υπήρςξεν η οδύνη, ην εξεδήλωσεν ο ελληνικός λαός, όστις εθρήνησεν την Άλωσιν ποιητικώτατα, οιονεί ραντίσας τους αυτομάτους αυτού στίχους δια του ιδίου εκείνου αίματος, όπερ περιέβρεξε την Κωνσταντινούπολιν την τελευταίαν νύκτα, κατά την παράδοσιν, ην διεφύλαξεν εις ημάς ο χρονογράφος του Σλαβονικού χρονικού. Αυτοσχέδιοι ποιηταί, ων το όνομα ελησμονήθη, τέκνα γνήσια του Ελληνικού λαού, υψωθέντος εις ποιητικόν Ιερεμίαν της εθνικής καταστροφής εθρήνησαν συγκινητικώς την μνήμην της βασιλίδος των πόλεων και έρρανον την πορφύραν του τελευταίου αυτοκράτορος.

Ο Ελληνικός λαός, ψάλλων ακόμη εκείνους τους στίχους, ενωτιζόμενος ακόμη εκείνων των θρύλων, οιονεί ακροάταί της απηχήσεως των τελευταίων εν κινδύνω κρουομένων σημάντρων και κωδώνων της Αγίας Σοφίας. Η δημώδης παράδοσις και η ποίησις του λαού περιέβαλον, ως έγραφον και άλλοτε, τον τελευταίον μάρτυρα δια μυστηριώδους τινός αίγλης και την ώραν της πτώστως δια τραγικής τινος περιπαθείας. Τις δεν ενθυμείται την παράδοσιν περί της καλογραίας, ήτις « εμαγείρευε ψαράκια στο τηγάνι»; Παρορμουμένη να παύση το έργον, διότι αλίσκεται η Πόλις, απεκρίθη: Οταν τα ψάρια πεταχτούν και βγούν και ζωντανέψουν, τότε κι ο Τούρνος θέ να μπή κι η Πόλη θα τουρκένη. Αλλ' εν τούτοις: τα ψάρια πεταχτήκανε, τα ψάρια ζωντανέψαν κι ο αμηράς εισέρηκεν ατός του καβαλάρης.

 

Περιοδικόν «Εστία», 29 Μαΐου 1894



ΝΙΚΟΛΟ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟ

     Στις 27 Μαΐου, πάλι αυτοί οι λυσσασμένοι ειδω­λολάτρες άναψαν όλη τη νύχτα τόσο μεγάλες φω­τιές όσο και την προηγούμενη και τις κράτησαν αναμμένες μέχρι τα μεσάνυχτα. Οι τρομερές φω­νές και οι άγριες ιαχές τους ακούγονταν μέχρι την πλευρά της Ανατολίας, που βρίσκεται δώδεκα μί­λια μακριά από το στρατόπεδο. Και όλος αυτός ο χαλασμός, για να τρομοκρατήσουν εμάς τους χρι­στιανούς. Αυτή η αλλοφροσύνη κράτησε μέχρι το πρωί. Αλλά όλη τη μέρα δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να σφυροκοπούν με τα κανόνια τους τα ά­μοιρα τείχη, ενώ σήμερα γκρέμισαν αρκετά κομμά­τια και μας έβαλαν σε πολλή δουλειά. Στη θάλασ­σα δεν είχαμε κανένα επεισόδιο. Τίποτε άλλο δε συνέβη αυτή τη μέρα, ούτε και τη νύχτα.

Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε δια­ταγή με σάλπισμα σ' όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα σης θέσεις τους, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ' αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκε­φαλισμού. Μόλις δόθηκε η διαταγή σ' όλο το στρατόπεδο, έτρεξαν όλοι και με μεγάλη μάλιστα σπουδή να καταλάβουν τις θέσεις τους. Αλλά, όλη τη μέρα, από την ώρα που ξημέρωσε μέχρι που έπεσε η νύχτα, οι Τούρκοι άλλο δεν έκαναν παρά να φέρνουν πανύψηλες κλίμακες κοντά στα τείχη για να αναρριχηθούν σ' αυτές την επομένη, που θα ήταν η κρίσιμη μέρα της μάχης. Αυτές οι σκάλες ήταν περίπου δύο χιλιάδες.

     Έπειτα έφεραν μεγά­λες ποσότητες πλεγμάτων από φρύγανα και λυγα­ριές για να καλύψουν αυτούς που θα σκαρφάλωναν με τις σκάλες απάνω στα τείχη. Όταν το έκα­ναν κι αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να ηχούν σάλπιγ­γες σ' όλο το στρατόπεδο και ταμπούρλα και τύ­μπανα για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, κραυγάζοντας: «Γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει η καρδιά σας από χαρά γιατί αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους χριστιανούς, τους οποίους θα τους πουλήσουμε για δούλους ένα δουκάτο τους δύο και θα αποκτήσουμε τόσα πλούτη που όλοι θα γεμίσουμε χρυσάφι. Από τα γένια των Γραικών θα κάνουμε λουριά για να δένουμε τα σκυλιά μας, και οι γυναίκες τους και οι θυγατέρες τους θα γίνουν σκλάβες μας. Ναι, γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει από χαρά η καρδιά σας κι ετοιμαστείτε με χαρά να πεθάνετε για την αγάπη του Μωάμεθ μας».

Μαυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες εμψύχωναν τα στρατεύματά τους. Όταν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωνή σ' όλο το στρατόπεδο ότι κάθε Τούρκος επί ποινή αποκεφαλισμού έπρεπε να σταθεί στη θέση του και να υπάγει πράξει ό,τι θα τον διέτασσαν οι αρχηγοί του. Το βράδυ, όλοι οι Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη κατέβηκαν στις θέσεις τους με όλα τους τα όπλα και πολύ μεγάλα φορ­τία από σαΐτες. Όταν νύχτωσε, όλοι έστεκαν στις θέσεις τους χαρούμενοι με την απόφαση να δώσουν τη μάχη και όλοι παρακαλούσαν τον Μωά­μεθ τους να τους δώσει νίκη και βοήθεια.

Αυτή όμως την ημέρα οι Τούρκοι τόσο πολύ βομβάρδι­σαν τα αξιολύπητα τείχη, που ήταν κάτι από άλλο κόσμο, κι αυτό το έκαναν επειδή ήταν η μέρα που έβαζαν τέλος στους κανονιοβολισμούς. Σήμερα, εμείς οι χριστιανοί φτιάξαμε εφτά σκεπαστά άρ­ματα με πορτόνια, για να τα στήσουμε πίσω από τις επάλξεις από την πλευρά της στεριάς. Όταν κατασκευάσαμε αυτά τα άρματα, τα κατεβάσαμε στην πλατεία και ο άρχοντας Βάιλος έδωσε διατα­γή στους Γραικούς να τα μεταφέρουν γρήγορα στα τείχη. Οι Έλληνες όμως δεν ήθελαν να τα μεταφέ­ρουν, αν δεν πληρώνονταν πρώτα, κι έτσι στήθηκε μια διαμάχη που κράτησε σχεδόν όλο το βράδυ, επειδή εμείς οι Ενετοί έπρεπε να πληρώσουμε αγώΐ σε όποιους τα μετέφεραν, αλλά οι Έλληνες δεν ήθελαν να πληρώσουν τίποτα.

 Όταν πια τ' άρματα έφτασαν στα τείχη, είχε ήδη νυχτώσει και δε βλέ­παμε να τα τοποθετήσουμε καλά στις επάλξεις. Κι όλα αυτά, εξαιτίας της φιλαργυρίας των Ελλήνων. Επίσης, σήμερα, την ώρα της μεσημβρίας, ο άρχο­ντας Βάιλος έδωσε διαταγή σε όλους τους Βενε­τσιάνους να πάνε να σταθούν στα χερσαία τείχη, πρώτα για την αγάπη του Κυρίου κι έπειτα για το καλό της Πόλης και για την τιμή όλης της χριστια­νοσύνης, κι όλοι ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους και να μείνουν στις θέσεις τους. Υπα­κούοντας λοιπόν όλοι φιλότιμα στον άρχοντα Βάιλο, αρματωθήκαμε όσο πιο καλά μπορούσαμε και ταυτόχρονα εξοπλίσαμε το στόλο και κυρίως τις ολκάδες και τις γαλέρες που βρίσκονταν στην ά­λυσο του λιμανιού.

Σήμερα, ο Τούρκος αυθέντης έφτασε έφιππος με δέκα χιλιάδες άλογα στο στόλο του, που είναι στις Κολόνες, για να δει αν ο στό­λος του ήταν έτοιμος για μάχη και να δώσει δια­ταγές για την αυριανή επίθεση. Πολλή ώρα ο Τούρκος αμηράς έδινε διαταγές στο ναύαρχό του, λέγοντάς του με ποιο τρόπο δηλαδή έπρεπε να επιτεθεί στο στόλο μας. Όταν τέλειωσε, ο αυ­θέντης έστησε γλέντι με το ναύαρχό του και άλ­λους αξιωματούχους κι όλοι μαζί μέθυσαν, σύμ­φωνα με το έθιμο τους. Έπειτα ο αυθέντης γύρισε στο στρατόπεδο και συνέχισε εκεί το γλέντι. Όλη αυτήν την ημέρα στην Πόλη χτυπούσαν οι καμπά­νες, για να κατέβουν όλοι στις θέσεις τους. Γυναί­κες και παιδιά μετέφεραν λίθους στα τείχη για να εξοπλίσουν τις επάλξεις κι εκείνοι που ήταν επά­νω να τις πετούν στους Τούρκους. Όλοι στην Πό­λη θρηνούσαν από το μεγάλο φόβο τους.

 Όταν έφτασε η πρώτη ώρα της νύχτας, οι Τούρκοι άνα­ψαν πάλι σ' όλο το στρατόπεδο τους τρομερές φωτιές, πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που είχαν ανάψει τις δυο προηγούμενες νύχτες. Κι ήταν τό­σο δυνατά τα ουρλιαχτά τους, που εμείς οι χρι­στιανοί δεν μπορούσαμε να τα υποφέρουμε, ενώ συγχρόνως εξαπέλυαν πολλούς λίθους με τις βομ­βάρδες τους και μολύβδινες σφαίρες με τα τούφεκα. Σχεδόν νομίζαμε ότι βρισκόμασταν στην ίδια την Κόλαση. Αυτή η αλλοφροσύνη κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα κι έπειτα οι φωτιές σβήστηκαν, αλ­λά αυτοί οι ειδωλολάτρες ολημερίς κι ολονυχτίς δεν έκαναν άλλο παρά να παρακαλούν τον Μωάμεθ να τους δώσει νίκη να κυριεύσουν την Κων­σταντινούπολη. Εμείς οι χριστιανοί μέρα και νύ­χτα ικετεύαμε το Θεό μαζί με τη μητέρα Του Πα­ναγία Μαρία και όλους τους αγίους και τις αγίες που βρίσκονται στον ουρανό. Με μεγάλους θρή­νους τους παρακαλούσαμε ευλαβικά να μας δώ­σουν τη νίκη για να γλιτώσουμε από τη μανία αυτού του λυσσαλέου ειδωλολάτρη. Έχοντας πα­ρακαλέσει η μια πλευρά και η άλλη το Θεό της να δώσει νίκη -εκείνοι το δικό τους κι εμείς τον εδικό μας- ο Κύριος και Θεός ημών όρισε στον ουρανό μαζί με τη μητέρα Του ποιοι θα έβγαιναν νικητές από αυτήν τη σκληρή μάχη, της οποίας αύριο θα δούμε την κατάληξη.

Η 29η Μαΐου είναι η τελευταία μέρα της πο­λιορκίας, κατά την οποία ο Κύριος και Θεός η­μών έδωσε την καταδικαστική απόφαση εναντίον των Γραικών, και με θέλημά του σήμερα η Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ, διάδοχου του Τούρ­κου Μουράτ, όπως θα πληροφορηθείτε στη συνέ­χεια. Κι ακόμα, ο αιώνιος Θεός ήθελε να δοθεί αυτή η σκληρή απόφαση για να επαληθευθούν όλες οι παλιές προφητείες και κυρίως η πρώτη, εκείνη που έκανε ο Αγιος Κωνσταντίνος, που στέ­κει στο άλογό του πάνω σε μια στήλη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και προφητεύει με το χέρι και λέει: Από εδώ θα έρθει εκείνος που θα με αφανίσει, δείχνοντας την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Η άλλη προφητεία λέει πως όταν σ' αυ­τήν την αυτοκρατορία βρεθεί ένας αυτοκράτορας που θα έχει το όνομα Κωνσταντίνος γιος της Ελέ­νης, η Κωνσταντινούπολη θα χαθεί. Και η άλλη λέει πως όταν η σελήνη δώσει σημείο στον ουρανό, μέσα σε λίγες μέρες οι Τούρκοι θα πάρουν την Κωνσταντινούπολη.

Και οι τρεις αυτές λοιπόν προφητείες έχουν εκπληρωθεί, δηλαδή οι Τούρκοι πέρασαν στην Ελλάδα, βρέθηκε ο αυτοκράτορας που ακούει στο όνομα Κωνσταντίνος και είναι γιος της Ελένης και το φεγγάρι έδωσε σημάδι στον ου­ρανό. Όλες λοιπόν οι προφητείες επαληθεύτηκαν και ο Θεός αποφάσισε να δώσει τη μοιραία απόφα­ση κατά των χριστιανών και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, όπως θα δείτε στη συνέχεια. Σήμε­ρα, την 29η Μαΐου του έτους 1453, την τρίτη ώρα πριν την ημέρα, ο Μωάμεθ, γιος και διάδοχος του Τούρκου Μουράτ, έρχεται αυτοπροσώπως στα τεί­χη για να κάνει τη γενική επίθεση, με την οποία καθαίρεσε την Πόλη.

Ο Τούρκος αυθέντης είχε ορ­γανώσει τους άντρες του σε τρία ασκέρια , και κάθε ασκέρι διέθετε πενήντα χιλιάδες άντρεςΤο ένα ασκέρι απαρτιζόταν από χριστιανούς, εκείνοι που εκρατούντο με τη βία στο στρατόπεδο. Το δεύ­τερο ασκέρι αποτελείτο από ανθρώπους των κατώ­τερων στρωμάτων, απολίτιστους αγρότες και όλα τα κατακάθια , και το τρίτο ασκέρι ήταν όλοι γενί­τσαροι που φορούσαν τα λευκό φέσια. Οι γενίτσα­ροι ήταν όλοι στρατιώτες του αυθέντη, που τους πλήρωνε μέρα με την ημέρα, όλοι δε άντρες διαλεγ­μένοι και ανδρείοι στη μάχη. Πίσω από αυτούς ή­ταν όλοι οι αξιωματούχοι και πίσω από τους αξιω­ματούχους ήταν ο Τούρκος αυθέντης.

Το πρώτο ασκέρι, οι χριστιανοί, ήταν εκείνοι που μετέφεραν τις σκάλες, κι αυτές τις σκάλες ήθελαν να σηκώσουν και να τις στήσουν πάνω στα τείχη. Οι δικοί μας όμως τις γκρέμιζαν αμέσως μαζί με όλους αυτούς που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη κι εκείνοι αμέσως τσακίζονταν. Kι ακόμα, οι δικοί μας που βρίσκονταν ψηλά στις επάλξεις έριχναν κατά πάνω τους μεγάλες πέτρες, και λίγοι κατόρθωναν να σώσουν τη ζωή τους. Όλοι όσοι έφταναν κάτω από τα τείχη, εφονεύοντο. Όταν αυτοί που ανέβαι­ναν πάνω στις σκάλες έβλεπαν στη γη τόσους νε­κρούς, ήθελαν να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο για να μη σκοτωθούν κι εκείνοι από τις πέτρες. Αλ­λά καθώς οι άλλοι Τούρκοι που ήταν από πίσω τους έβλεπαν να τρέπονται σε φυγή, αμέσως με τους ακίνάκες τους έκοβαν κομμάτια κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν στα τείχη, αφού έτσι ή αλλιώς θα πέθαιναν.

Kι όταν απ' αυτό το πρώτο ασκέρι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και τσακίστη­καν, άρχισε με μεγάλη ορμή να έρχεται το δεύτερο ασκέρι. Αλλά το πρώτο είχε σταλεί για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν επειδή οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθάνουν πρώτοι αυτοί που ήταν χριστιανοί παρά οι ίδιοι, και ο άλλος λόγος που τους είχαν στείλει εκεί ήταν για να καταπονήσουν εμάς που ήμασταν στην Πόλη. Όταν, όπως σας είπα, εφονεύθηκαν και τσακίστηκαν οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ρίχνονται οι δεύτεροι σαν μανιασμένα λιοντάρια προς τα τείχη, από την πλευρά του Αγίου Ρωμα­νού.

 Εμείς, μόλις είδαμε το φοβερό εκείνο θέαμα, αρχίσαμε αμέσως να χτυπούμε δυνατά τις καμπά­νες σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τει­χών. Κι όλοι ζητούσαμε να μας δώσει ο αιώνιος Κύριος μας έλεος και βοήθεια εναντίον του Τούρ­κου σκύλου. Όλοι οι άντρες έτρεξαν στις θέσεις τους και πολεμούσαν τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αρχίσει πάλι να εμφανίζονται έξω από τα σταυρώματα. Σ' αυτήν τη δεύτερη στρατιωτική γραμμή βρίσκονταν όλοι οι εμπειροπόλεμοι άντρες, οι οποίοι, όπως σας είπα, ήρθαν στα τείχη και καταπόνησαν πολύ εκείνους που υπερασπίζο­νταν την Πόλη, με τη σφοδρότητα τους. Κι αυτό το δεύτερο ασκέρι δοκίμασε με κάθε προσπάθεια να σκαρφαλώσει με τις σκάλες στα τείχη, αλλά εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη κρατερά κατέστρεφαν τις κλίμακες γκρεμίζοντάς τες στη γη και πολλοί Τούρ­κοι εύρισκαν το θάνατο.

Ταυτόχρονα οι βομβάρδες και οι βαλλίστρες μας έβαλλαν εναντίον τους και σκότωναν τόσους Τούρκους, που ήταν ένα θέαμα απίστευτο. Μόλις έφτασε το δεύτερο ασκέρι κι έκα­νε τη δική του προσπάθεια να εισέλθει στην Πόλη, χωρίς επιτυχία, μπαίνει το τρίτο, που ήταν οι γενί­τσαροι, οι μισθοφόροι του αυθέντη. Μαζί τους ήταν οι αξιωματούχοι και οι άλλοι μεγάλοι αρχηγοί, ό­λοι άντρες γενναίοι, και πίσω απ' όλους αυτούς ο Τούρκος αμηράς.

Το τρίτο ασκέρι ξεχύθηκε στα τείχη της δύσμοιρης πόλης όχι σαν Τούρκοι, αλλά σαν λέοντες, με τόσο αλλόφρονες αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, που νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν στον άλλο κόσμο. Οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι την Ανατολία, που είναι δώδεκα μίλια μακριά από το στρατόπεδο. Οι πιο γενναίοι λοιπόν άντρες του Τούρκου βρίσκουν τους δικούς μας πάνω στα τείχη πολύ καταπονημένους, από τη μάχη με το πρώτο και το δεύτερο ασκέρι. Αλλά, αυτοί οι ειδωλολά­τρες ήταν θαρραλέοι και ξεκούραστοι στη μάχη, και οι δυνατές ιαχές των Τούρκων σ' όλο το στρα­τόπεδο τρομοκρατούσαν το λαό της Πόλης, ενώ οι τυμπανοκρουσίες τους μας έπαιρναν την ψυχή.

Οι άμοιροι κάτοικοι της Πόλης, βλέποντας πως ήταν πλέον χαμένοι, άρχισαν να χτυπούν δυνατά τις κα­μπάνες και τα σήμαντρα σ' όλη την Πόλη και σ' όλες τις θέσεις των τειχών κι όλοι φώναζαν δυνατά: «Έλεος, έλεος. Κύριε από τους Ουρανούς, στείλε βοήθεια σ' αυτήν την αυτοκρατορία του Κωνστα­ντίνου, για να μην την κυβερνήσουν οι ειδωλολάτρες». Σ' όλη την Πόλη οι γυναίκες αλλά και οι άντρες γονατιστοί θρηνούσαν πικρά και ικέτευαν ευλαβικά τον Παντοδύναμο Θεό και τη μητέρα Του Παναγία Μαρία, και όλους τους αγίους και τις αγίες της Ουράνιας Αυλής να νικήσουμε τους ειδωλολάτρες Τούρκους, λυσσασμένους εχθρούς της χριστιανικής πίστης.

 Κι ενώ εκείνοι παρακα­λούσαν το Θεό, οι Τούρκοι συνέχιζαν να πολεμούν άγρια από την πλευρά της ξηράς, γύρω από τον Άγιο Ρωμανό, όπου βρισκόταν και η σκηνή του γα­ληνότατου αυτοκράτορα με όλους τους ευγενείς και τους καλύτερους ιππότες του κι όλους τους αξιωμα­τούχους του που του συμπαραστέκονταν πολεμώ­ντας γενναία. Αποφασισμένοι να μπουν στην Πόλη οι Τούρκοι, όπως είπα, πολεμούσαν έξω από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, από την πλευρά της ξη­ράς δηλαδή, κι έριχναν οι ειδωλολάτρες πολλούς λίθους με τα κανόνια τους, αμέτρητες τουφεκιές και μυριάδες σαΐτες. Οι ιαχές τους ήταν τόσο τρο­μαχτικές που νόμιζε κανείς ότι θα σκίζονταν οι ου­ρανοί. Μ' εκείνη τη μεγάλη βομβάρδα, που η πέτρα της ζύγιζε χίλιες διακόσιες λίβρες, και με τόξα σε όλο το μήκος των τειχών που ήταν έξι μίλια, χτυ­πούσαν μέσα από τα σταυρώματα, και θα μπορού­σαν να φορτωθούν τουλάχιστον ογδόντα καμήλες με τις σαΐτες που έριχναν μέσα, ενώ από εκείνες που έπεφταν μέσα στην τάφρο τουλάχιστον άλλες είκο­σι. Αυτή η τόσο σκληρή μάχη κράτησε μέχρι την αυγή της μέρας.

Οι δικοί μας έκαναν θαύματα για την άμυνα, και όταν λέμε δικοί μας εννοούμε εμάς τους Ενε­τούς. Στο σημείο που ήταν ο τούρκικος πύργος, εκεί οι Τούρκοι πολεμούσαν άγρια. Η άμυνά μας όμως δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο αιώνιος Θεός είχε ήδη πάρει την απόφαση του ότι αυτή η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων κι επειδή ήταν θέλημά Του, τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κά­νουμε. Όλοι εμείς οι χριστιανοί που εκείνες τις στιγμές βρισκόμασταν σ' αυτήν την περιθρηνούμενη πόλη, παρακαλούσαμε τον ελεήμονα Ιησού Χριστό μας και τη μητέρα Του Παρθένο Μαρία να ευσπλαγχνιστούν τις ψυχές μας, γιατί σήμερα, σ' αυτήν τη σκληρή μάχη, θα πεθαίναμε.

Και για να μάθετε, μία ώρα πριν ξημερώσει ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να πυροδοτήσουν τη με­γάλη βομβάρδα του, κι αυτός ο λίθος πέφτει μέσα από τα οχυρώματα που είχαμε κατασκευάσει τα οποία ρήμαξε. Από το μεγάλο καπνό που σήκωσε αυτή η βομβάρδα, δε βλέπαμε σχεδόν τίποτα, αλ­λά οι Τούρκοι άρχισαν να διαβαίνουν διαμέσου του καπνού και ήταν σχεδόν τριακόσιοι εκείνοι που πέρασαν μέσα από τα τείχη. Γραικοί κι Ενε­τοί τους πετάξαμε έξω από το σταύρωμα και με­γάλο μέρος αυτών βρήκαν το θάνατο. Όλοι σχεδόν σκοτώθηκαν πριν μπορέσουν να περάσουν το σταύρωμα. Εκείνη τη στιγμή, οι Γραικοί, έχοντας πετύχει αυτό το κατόρθωμα, πίστεψαν πραγματι­κά ότι νικούσαν τους ειδωλολάτρες κι όλοι εμείς οι χριστιανοί πήραμε μεγάλη ανακούφιση. Όταν τους διώξαμε από το σταύρωμα, αμέσως οι Τούρ­κοι πυροδότησαν για άλλη μια φορά τη μεγάλη τους βομβάρδα και πάλι αυτοί οι ειδωλολάτρες αρχίζουν σαν σκυλιά να έρχονται μέσα από τον καπνό της βομβάρδας γρήγορα, σπρώχνοντας και πατώντας ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία.

Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας είχαν περάσει πά­νω από τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα από το σταύρωμα με τόσους αλαλαγμούς, που νόμιζε κα­νείς πως βρισκόταν στην ίδια την Κόλαση, οι δε αλαλαγμοί τους αντιλαλούσαν μέχρι την Ανατο­λία. Μόλις ήρθαν μέσα, αμέσως κατέλαβαν την πρώτη μπάρα του σταυρώματος. Πριν όμως την καταλάβουν, αρκετοί απ' αυτούς εφονεύθηκαν από εκείνους που υπερασπίζονταν τα τείχη με τις πέτρες. Και ήταν τόσοι πολλοί οι Τούρκοι, που ο καθένας εφόνευε όσους ήθελε. Έχοντας κα­ταλάβει τώρα την πρώτη μπάρα, οι Τούρκοι μαζί με τους γενίτσαρους οχυρώθηκαν πίσω απ' αυτή. Μετά απ' αυτό πέρασαν μέσα από το σταύρωμα σχεδόν εβδομήντα χιλιάδες, μέσα σε τέτοια αλλοφροσύνη, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην Κόλαση. Αμέσως τα σταυρώματα γέμισαν με Τούρκους από τη μια μέχρι την άλλη του άκρη, που ήταν έξι μίλια.

Αλλά, όπως σας είπα, εκείνοι που βρίσκονταν επάνω στα τείχη σκότωναν πολ­λούς απ' αυτούς με πέτρες, αφήνοντας τους να έρθουν από κάτω και πετώντας τις ασταμάτητα πάνω τους. Τόσοι ήταν οι νεκροί που τουλάχι­στον σαράντα άμαξες δε θα μπορούσαν να μετα­φέρουν τα πτώματα των Τούρκων αυτών, που σκο­τώθηκαν πριν μπουν στην Πόλη. Τώρα, οι δικοί μας, οι χριστιανοί, εφοβούντο τα μέγιστα και ο γαληνότατος αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να χτυπήσουν τις καμπάνες σ' όλη την Πόλη και το ίδιο να κάνουν από όλες τις θέσεις των τειχών. Έτσι όλοι άρχισαν να φωνάζουν. «Κύριε ελέησον». Έτσι φώναζαν άντρες και γυναίκες και πε­ρισσότερο οι μοναχές και οι κοπέλες. Τόσος ήταν ο θρήνος, που θα αισθανόταν οίκτο κάθε σκληρός Ιουδαίος.

Βλέποντας αυτό, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, Γενουάτης από τη Γένουα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη θέση του και τρέχει στο πλοίο του που ήταν αραγμένο κοντά στην άλυσο. Αυτόν τον Ιωάννη Ιουστινιάνη ο αυτοκράτορας τον είχε ορίσει γενικό διοικητή ξηράς. Και τρεπόμενος σε φυγή ο στρατηγός, περνώντας μέσα από την Πόλη, φώναζε: «Οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη». Και εψεύδετο ασύστολα, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει. Ακούγοντας ο λαός τα λόγια αυτά από εκείνον ειδικά το στρατηγό, ότι δηλαδή οι Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη. όλοι άρχισαν να τρέπονται σε φυγή κι αμέσως όλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και όρμησαν τρέχοντας προς την ακτή για να μπο­ρέσουν να διαφύγουν με τα πλοία και τις γαλέρες. Μέσα στο χρόνο που ήθελε ο ήλιος ν' ανατείλει, ο παντοδύναμος Θεός είχε δώσει την καταδικαστική του απόφαση κι ήταν θέλημά Του να επαληθευ­θούν όλες οι προφητείες.

Με το πρώτο φως της αυγής, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Κωνσταντι­νούπολη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν γκρεμιστεί τα τείχη από τις βομβάρδες τους. Πριν όμως μπουν μέσα στην Πόλη, τσακί­στηκαν πολλοί Τούρκοι και χριστιανοί που έτρε­ξαν να τους εμποδίσουν. Τόσοι πολλοί σκοτώθη­καν, που θα φορτώνονταν το λιγότερο είκοσι άμαξες με τα πτώματα τους. Τότε, το δεύτερο ασκέρι άρχισε να έρχεται ξοπίσω από τους πρώτους, που σκορπίζονταν μέσα στην Πόλη.

Όσους έβρισκαν στους δρόμους τους περνούσαν από τη λεπίδα της χαντζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτωςΑυτή η σφαγή κράτησε από την ανατολή του ηλίου μέχρι την ώρα της μεσημβρίας, κι όσοι βρέθηκαν μπροστά τους πήγαν από χαντζά­ρα. Όσοι από τους δικούς μας εμπόρους διέφυγαν, κρύφτηκαν μέσα στις υπόγειες σπηλιές. Όταν πέρα­σε η μανία τους, οι Τούρκοι τους ευρήκαν, κι όλοι πιάστηκαν και πουλήθηκαν σκλάβοι. Όταν έφτα­σαν οι λυσσασμένοι Τούρκοι στην πλατεία που είναι πέντε μίλια μακριά από το σημείο που έκαναν την έφοδο, δηλαδή τον Άγιο Ρωμανό, ανέβηκαν σ' έναν πύργο, όπου ήταν υψωμένη η σημαία του Α­γίου Μάρκου και η σημαία του γαληνότατου αυτοκράτορα. Τότε, οι ειδωλολάτρες έσχισαν αμέσως τη σημαία του Αγίου Μάρκου και έπειτα έσχισαν τη σημαία του γαληνότατου αυτοκράτορα και πάνω σ' εκείνο τον ίδιο πύργο ύψωσαν τη σημαία του Τούρκου αυθέντη. Όταν αφαιρέθηκαν εκείνες οι δυο σημαίες, δηλαδή του Αγίου Μάρκου και του αυτοκράτορα και υψώθηκε η σημαία του Τούρκου σκύλου, εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς οι χριστιανοί που βρισκόμασταν στην Πόλη χύσαμε πικρά δά­κρυα. Βλέποντας τη σημαία του να ανεμίζει πάνω στον πύργο, καταλάβαμε ότι η Πόλη είχε πέσει στα χέρια του Τούρκου και δεν υπήρχε ελπίδα να την επανακτήσουμε.

ΝΙΚΟΛΟ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟ

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Εκδόσεις «νεα συνορα» - Α.Α. Λιβάνη

Αθήνα 1993



 

    Eίχαν περάσει δέκα περίπου χρόνια από την Άλωση, οι σχέσεις της Kαθολικής Eκκλησίας με την (ανθενωτική) Eκκλησία της Aνατολής είχαν στην πραγματικότητα διακοπεί, όταν ο τότε πάπας της Pώμης Πίος ο B΄, ο κατά κόσμο Aeneas Sylvius Piccolomini, αποφασίζει να συντάξει μια επιστολή στα λατινικά, αποδέκτης της οποίας ήταν ο Mεχμέτ, ο Πορθητής της Kωνσταντινουπόλεως

Nα σημειωθεί αμέσως πως δεν είναι βέβαιο αν στάλθηκε τελικά το επιστολικό αυτό κείμενο στην Kωνσταντινούπολη, καθώς μάλιστα στα 1464 πέθανε ο επιστολογράφος, αλλά κανείς στην έρευνα δεν αμφισβητεί πως η επιστολή γράφτηκε (πιθανότατα στα τέλη του 1461) και πως αποτελεί ένα κείμενο που απηχεί τις απόψεις τού τότε πάπα· και ακόμα είναι εξακριβωμένο πως το κείμενο της επιστολής τυπώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, πριν πάντως πεθάνει ο Πορθητής, στην Kολωνία, στο Tρεβίζο και στη Pώμη. Kατά συνέπεια τα περιεχόμενά της, ακόμα και αν η επιστολή δεν επιδόθηκε στον υπαρκτό παραλήπτη της, έγιναν -μπορούσαν να γίνουν- γνωστά στην Kωνσταντινούπολη με μια από τις πολλές εκδόσεις που γνώρισε το κείμενο της επιστολής. Διότι είναι δύσκολο να φανταστούμε πως ένα έντυπο με τον βαρύγδουπο τίτλο Pii Secundi Pontificis Maximi: Ad Illustrem Mahumetem, Turcorum Imperatorem, Epistula (Πίος ο B΄, Mέγας Ποντίφικας, προς τον Eκλαμπρότατον Mωάμεθ, αυτοκράτορα των Tούρκων, Eπιστολή), όπως τιτλοφορείται η επιστολή στην έκδοση για παράδειγμα του Tρεβίζο του 1475, δεν προκάλεσε το ενδιαφέρον κάποιου· και αυτός ο κάποιος, είτε ήταν πρεσβευτής είτε μέλος της κοινότητας των καθολικών που ζούσαν στην Kωνσταντινούπολη είτε υπέρμαχος των συμφερόντων της Πύλης, δεν θέλησε να προσφέρει αυτό το έντυπο -ή απλώς να το καταστήσει γνωστό- στον δηλούμενο αποδέκτη της περιεχόμενης επιστολής. Mε άλλα λόγια, μοιάζει απίθανο ο Πορθητής να μην έμαθε την πρόταση της Kαθολικής Eκκλησίας, έστω και αν ο πάπας που την συνέταξε είχε στο μεταξύ πεθάνει.

H πρόταση της Kαθολικής Eκκλησίας

H Oρθόδοξη Eκκλησία μέσω της εμπλοκής του Πορθητή στα της επαναλειτουργίας του Πατριαρχείου Kωνσταντινουπόλεως του είχε προσφέρει, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, μια έμμεση νομιμοποίηση στις συνειδήσεις τουλάχιστον των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας. H Kαθολική Eκκλησία ήταν περισσότερο ριζοσπαστική στις υποσχέσεις της αλλά και λίγο, ίσως, ουτοπική στον οραματισμό της.

Mολονότι το κείμενο της επιστολής είναι μακρότατο (στην έκδοση του Tρεβίζο κατελάμβανε 56 τυπωμένα φύλλα, 112 σελίδες), αξίζει να παρακολουθήσουμε εδώ τα κύρια σημεία, εκείνα τουλάχιστον που έχουν σχέση με τη νομιμοποίηση του Πορθητή και τις αναφορές στην Oρθόδοξη Eκκλησία, για να δικαιολογήσουμε και τους παραπάνω χαρακτηρισμούς.

Aποκάλεσα την πρόταση της Kαθολικής Eκκλησίας «λίγο, ίσως, ουτοπική», διότι ζητούσε από τον χαλίφη Πορθητή να βαπτιστεί και να γίνει χριστιανός, να αλλάξει το θρήσκευμά του χάνοντας έτσι τη νομιμοποιητική βάση της εξουσίας του για τους μουσουλμάνους υπηκόους του - οραματιζόμενη μάλιστα την πράξη του αυτή να την ακολουθούσαν και οι άλλοι μη χριστιανικοί λαοί της Aνατολής. Kαι ήταν «ριζοσπαστική», διότι η νομιμοποίησή του από την Kαθολική Eκκλησία θα ήταν άμεση και ανεπιφύλακτη: θα σε εγκαταστήσουμε νόμιμο ηγεμόνα όλων αυτών των λαών, «θα σε ονομάζουμε αυτοκράτορα των Eλλήνων και της Aνατολής» («Nos te Graecorum et Orientis imperatorem appellabimus»), του υπόσχεται ο πάπας Πίος B΄, και δεν θα προσφέρουμε πλέον τη βοήθειά μας σε όλους εκείνους τους χριστιανούς που φεύγουν από το κράτος σου και έρχονται σε μας.

Στο εύλογο ερώτημα: βάσει ποιας νομιμότητας η Kαθολική Eκκλησία θα έχριζε και θα εγκαθιστούσε τον, χριστιανό πλέον, Πορθητή της Kωνσταντινούπολης σαν νόμιμο ηγεμόνα των Eλλήνων και της Aνατολής; Η απάντηση ούτε απλή είναι, ούτε στην πραγματικότητα αφορούσε τον Πορθητή· έχει να κάνει με τα πολιτικά ιδεολογήματα του δυτικού κόσμου για τους νόμιμους διαδόχους του ρωμαϊκού κράτους.

H Kαθολική Eκκλησία, που τον 8ο αιώνα είχε εμφανιστεί σαν κληροδόχος μετά την πτώση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους του imperium romani, κληροδόχος ενός δικαιώματος που το παραχώρησε, τα Xριστούγεννα του 800 μ.X., στον Kαρλομάγνο, θέλησε τον 15ο αιώνα, μετά την πτώση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, του βυζαντινού κράτους, να εμφανιστεί και πάλι σαν νόμιμη διάδοχος του αντίστοιχου imperium και διαπραγματευόταν να το παραχωρήσει, υπό όρους, στον νέο κυρίαρχο της Kωνσταντινούπολης.

Το δέλεαρ της νομιμοποίησης

O πρώτος όρος που έθετε ο επικεφαλής της Kαθολικής Eκκλησίας ήταν ο Πορθητής να γίνει χριστιανός, το δεύτερο που έπρεπε να υποσχεθεί ήταν ότι θα προσέφερε τον ισχυρό βραχίονά του, προκειμένου να τιμωρηθούν όλοι εκείνοι που πλήττουν τα δικαιώματα της Kαθολικής Eκκλησίας και επαναστατούν εναντίον της μητέρας Eκκλησίας τους. Σαφής νομίζω αναφορά στους ανθενωτικούς που δεν ήθελαν να εφαρμόσουν όσα αποφασίστηκαν στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και τώρα συνεργάζονταν μαζί του. Θα ζητήσουμε τη βοήθειά σου, γράφει ο Πίος ο B΄ στην επιστολή του συνοψίζοντας στο σημείο αυτό όλα όσα αναφέραμε πιο πάνω, όπως έκαναν οι προκάτοχοί μου, οι πάπες Στέφανος, Aδριανός και Λέων που ζήτησαν βοήθεια από τον Πεπίνο και τον Kαρλομάγνο εναντίον των Λομβαρδών· και όταν τους ελευθέρωσαν τους μεταβίβασαν το imperium που κρατούσαν από τους Έλληνες. H αναφορά που υποθέσαμε πιο πάνω πως γίνεται στους ανθενωτικούς, σε άλλο σημείο της επιστολής είναι ρητή: «Oι Έλληνες είχαν εγκαταλείψει την Ένωση με την Eκκλησία της Pώμης, όταν εσύ κατέκτησες την Kωνσταντινούπολη», γράφει επί λέξει ο πάπας στον Πορθητή, «δεν αποδέχονταν πλέον τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας και έμεναν μέσα στην πλάνη. Oι απόψεις τους για το Άγιο Πνεύμα και το Kαθαρτήριο δεν είναι σύμφωνες με την αληθινή πίστη».

H ιστορική σημασία της επιστολής

H επιστολή όπως είπαμε δεν επιδόθηκε ίσως ποτέ στον υπαρκτό αποδέκτη της· η συγγραφή της όμως και το δημοσιευμένο κείμενό της έμειναν ως ένα τεκμήριο των απόψεων, των αντιδράσεων καλύτερα, της Kαθολικής Eκκλησίας στο modus vivendi που λίγους μήνες μετά την Άλωση βρέθηκε στην Aνατολή ανάμεσα στον Πορθητή και εκείνους (τους ανθενωτικούς) που επάνδρωσαν την Oρθόδοξη Eκκλησία. Έμεινε ως μια αντιπρόταση της Kαθολικής Eκκλησίας στην πολιτική λύση της έμμεσης νομιμοποίησης που η Oρθόδοξη Eκκλησία προσέφερε στον νέο, μη χριστιανό, κυρίαρχο της Aνατολής. Aν όμως η επιστολή, μολονότι δεν επιδόθηκε, έγινε γνωστή, όπως υποθέσαμε, στον Πορθητή, ιστορική σημασία έχει και η σιωπή του. Δεν έγινε χριστιανός και φαίνεται πως δεν τον συγκλόνισε το γεγονός που του επισήμανε ο πάπας, ότι οι χριστιανοί υπήκοοί του είχαν λανθασμένες απόψεις για το «Άγιο Πνεύμα και το Kαθαρτήριο». Aρκέστηκε προφανώς στην πολιτική λύση που είχε σχεδιαστεί μετά την Άλωση, η οποία του επέτρεπε να διατηρεί το θρήσκευμά του -νομιμοποιητική βάση της εξουσίας του για τους μουσουλμάνους υπηκόους του- και του έδινε μιαν έμμεση νομιμοποίηση, με την εμπλοκή του στα εκκλησιαστικά της Oρθόδοξης Eκκλησίας, για τους χριστιανούς υπηκόους του. Έχασε έτσι την ευκαιρία να γίνει ένας νέος Kαρλομάγνος, «αυτοκράτορας των Eλλήνων και της Aνατολής» με τις ευλογίες της Kαθολικής Eκκλησίας, και αρκέστηκε στον διττό ρόλο του χαλίφη αυτοκράτορα, με την Oρθόδοξη Eκκλησία -και ό,τι αυτή εξέφραζε, δηλαδή την κοινωνία των ορθόδοξων Pωμιών- να επιβιώνει, με πολλές είναι αλήθεια θυσίες, στην Aνατολή μέσα στον κλοιό της νέας αυτοκρατορίας.


http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_22/01/2006__170575