1821 53

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ

ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ Ε’

ΩΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΤΗ

ΚΩΝ/ΝΟΥ Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Πρωτοπρεσβυτέρου-Θεολόγου

   Και τώρα μερικά ερωτήματα για όλους εκείνους που αβασάνιστα κατηγορούν τον Γρηγόριον ως τουρκόφιλο και προδότη. Ίσως από ιδεολογική αγκύλωση...

α) Ο Μητροπολίτης Δέρκων, Γρηγόριος και αυτός, ήταν ένας κληρικός που στην καρδιά του εκόχλαζε η αγάπη για την πατρίδα. Συνυπέγραψε το κείμενο τού αφορισμού. Γιατί αυτή η γενναία ψυχή δεν διαμαρτύ­ρεται καθόλου, εάν είχε έστω και υπόνοιες, ότι ο Πα­τριάρχης είναι προδότης; Γιατί ενώ οδηγείται στο μαρ­τύριο δεν αντιδρά, δεν λέει τίποτα; Ήταν και αυτός προδότης;;

β) Ο «Λόγιος Ερμής», όργανο των Ελλήνων Δια­φωτιστών στην Βιέννη, δημοσιεύει το κείμενο τού αφορισμού χωρίς τον παραμικρό σχολιασμό! Γιατί;; Αν εγνώριζαν οι Έλληνες Διαφωτιστές ή αν είχαν υπόνοιες ότι ο Πατριάρχης ήταν προδότης θα έγραφαν πολλά... Γιατί δεν έγραψαν το παραμικρό εναντίον τού Γρηγορίου;

γ) Ο Αλεξ. Υψηλάντης, ο άμεσα θιγόμενος από το αφοριστικόν, όχι μόνον δεν διαμαρτύρεται, αλλά λίγο αργότερα στις 8.6.1821, με ημερήσια διαταγή του απεκήρυξε τους στρατιώτες του που δεν επέμεναν στον αγώνα για να εκδικηθούν το αίμα των κατασφαγέντων... Πατριαρχών.1

Και όχι μόνον δεν διαμαρτύρεται, αλλά και χαρα­κτηρίζει το αίμα τού Πατριάρχου «ιερόν»! Αλλά και κανένας από τους Πελοποννησίους επα­ναστάτες δεν έγραψε τίποτα εναντίον τού Γρηγορίου, ούτε εξέφρασε το παραμικρό παράπονο! Όλοι ήξε­ραν!!!...

Γιατί; Και ακόμη γιατί προσπαθεί να πείσει άλλους, όπως τον Θ. Κολοκοτρώνη, με επιστολή τού 29.1.1821 ότι το αφοριστικό ήταν τέχνασμα και διπλωματικός ελιγμός τού Πατριάρχη;

δ) Ο Βούλγαρος Ιστορικός και ακαδημαϊκός Νικολάϊ Τοντόρωφ (πρεσβευτής της Βουλγαρίας στην Αθήνα, 1977) «μας παρέχει την πληροφορία ότι ο Πατριάρχης είχε στενές σχέσεις και επικοινωνία με Βούλγαρους Φιλικούς, όπως με τον μεγαλέμπορο και επιχειρηματία από το Γκάμπροβο, Χατζή Χρήστο Ράτσκωφ, ο οποίος είχε δανείσει στο Πατριαρχείο 100 χιλιάδες λέβα και είχε κρύψει στο μύλο του 40 φορτία με πυρίτιδα και βόλια για τις ανάγκες της ελληνικής εξεγέρσεως».2 Και ερωτώ: Τι τα ήθελε τόσα χρήματα ο νηστευτής και λιτοδίαιτος Γρηγόριος; Πως συμβιβάζεται να είναι κα­νείς προδότης και τουρκοφάγος και συγχρόνως να επι­χειρεί τέτοια «ανοίγματα», προετοιμάζοντας την εξέγερση των Ελλήνων;

ε) Δύο πρόσωπα, σύγχρονοι τού Γρηγορίου, ο Νικ. Σπηλιάδης και ο Μιχ. Οικονόμου, γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα αυτής της εποχής. Γιατί δεν γράφουν κάτι σχετικώς αν ο Γρηγόριος, όπως διατείνονται με­ρικοί εκτελούντες «διατεταγμένη υπηρεσία» ιστορικοί, ήταν προδότης και τουρκόφιλος;

Και όχι μόνον δεν γράφουν τίποτα, αλλά και εξαί­ρουν «τον πατριωτισμό, το πνεύμα της θυσίας, και την πολιτική ευθυκρισία του».3 Ότι ο αφορισμός δεν εκφράζει την βούληση τού Γρηγορίου, φαίνεται από την πληροφορία τού Μιχ. Οικονόμου για την ανάκλησή του σε μυστική τελετή 12 ημέρες μετά την κοινοποίη­σή του.4

στ) Όσοι αβασάνιστα τον κατηγορούν ως προδότη και τουρκόφιλον, δεν έχουν προσέξει μία κίνηση, ενδεικτική τού Γρηγορίου, ολίγα λεπτά προ τού απαγχονισμού του. Ενώ η αγχόνη είναι περασμένη στο λαι­μό του, αυτός εστράφη προς το δυτικό μέρος τού ορί­ζοντος, προς την πατρίδα του τη Πελοπόννησο και ευλόγησε και με τα δύο του χέρια τον ορίζοντα, δηλ. τους Πελοποννησίους επαναστάτες!!

Έχουμε 10 Απριλίου και ο αγώνας της εθνεγερσίας έχει αρχίσει από τις 25 Μαρτίου. Αυτό για το οποίον αγωνίσθηκε, η έκρηξη της Επαναστάσεως, είναι πραγ­ματικότητα! Την Επανάσταση ευλογεί! Αλήθεια, τι έχουν να πουν οι κατήγοροι τού Γρηγορίου;

ζ) Ο θάνατος του, το μαρτύριο του, αποπνέει μια μεγαλοπρέπεια. Εβάδισε προς το μαρτύριο ήρεμος! Τρόπον τινά το επεζήτησε, ενώ θα μπορούσε να το αποφύγει. Ποθεί το μαρτύριο!... Εγνώριζε πολύ καλά γιατί έχυνε το αίμα του! Μεγάλη καρδιά! ΑΞΙΟΣ ποιμέ­νας! Μπορούν οι κατήγοροι τού Γρηγορίου να μας δεί­ξουν παρόμοια περιστατικά προδοτών που πεθαίνουν γι' αυτό που επρόδωσαν;

η) Τα γεγονότα της Επαναστάσεως στις Ηγεμονίες έγιναν γνωστά στους Τούρκους στην Πόλη την 1η Μαρτίου. Η αποκήρυξη τού Υψηλάντη από τον Τσάρο και η άδειά του να εκστρατεύσει Τουρκικός στρατός στις Ηγεμονίες έγινε στις 14 Μαρτίου. Τελευταίος και μόλις στις 23 Μαρτίου ο Γρηγόριος αποκήρυξε τον Αλεξ. Υψηλάντη. Όπως βλέπουμε, ο αφορισμός εκδό­θηκε με τη μεγαλύτερη καθυστέρηση. Εκδόθηκε δη­λαδή όταν η επανάσταση στις Ηγεμονίες είχε κριθεί, ενώ στην Πελοπόννησο είχε ξεσπάσει! Πιστεύω πως ένας προδότης δεν θα καθυστερούσε. Θα έσπευδε, όπως συνήθως συμβαίνει, να πράξει το... καθήκον του.

Ερωτώ τους κατηγόρους τού Γρηγορίου· έχουν αντιρρήσεις για την τακτική του Γρηγορίου σ' αυτό το σημείον; Αλλά όποιος δεν θέλει να δει, δεν βλέπει. Οι μικροϊδεολογικές σκοπιμότητες φαίνεται πως διαστρέ­φουν και σκοτώνουν την αλήθεια...

θ) Το αφοριστικό εναντίον των κλεφτών, που ο Γ. Τερτσέτης δικαιολογεί, δεν το είχε εκδώσει ο Γρηγόριος. Το είχε εκδώσει, προ του Γρηγορίου, ο Πατριάρ­χης Καλλίνικος Ε' (1801-1806). Όταν εκδόθηκε το αφο­ριστικό εκείνο, ο Γρηγόριος βρισκόταν εξόριστος στο Άγιο Όρος. Και κάτι που θα σοκάρει τους «προοδευ­τικούς». Ο Γρηγόριος όταν ξανάγινε Πατριάρχης, ακύρωσε το αφοριστικό του Καλλίνικου Ε'. Προδότης να σου πετύχει (!) Έγραψε δε επιστολή στο Γέρο του Μω­ρία, που εκείνος τη δέχθηκε με βαθιά συγκίνηση και ευγνωμοσύνη. Αξιοσημείωτον είναι ότι στην επιστολήν αυτήν, όπως γράφει ο Μ. Οικονόμου, γραμματικός τού Θ. Κολοκοτρώνη, έλυε ο Γρηγόριος παντός δε­σμού, όσον αφορά το αφοριστικόν του Καλλινίκου Ε', τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον ευλογούσε! Η απάντηση - επιστολή κατένυξε την καρδιά του Θ. Κολοκοτρώνη!!5  Όσο για τη φράση του Κολοκοτρώνη: «αυτός ο Πα­τριάρχης έκανε ό,τι του έλεγε ο Σουλτάνος», είναι γε­γονός πως δεν την είπε ο Γέρος για τον Γρηγόριο Ε'.6 Πως είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, όπως ο Γρηγόριος, να είναι προδότης τού Αγώνα και τουρκόφιλος; Ένας τουρκόφιλος είναι δυνατόν έτσι να δρα και να ενεργεί;

ι) Εάν ο Σουλτάνος Μαχμούτ προέβαινε σε σφαγές τού Ελληνικού στοιχείου τότε ποιοί θα σήκωναν τ' άρματα; Ποιοί θα έκαναν την Επανάσταση; Δεν αποτελούσε αυτό δίλημμα για τον Γρηγόριον;

ια) Ο Πατριάρχης εργαζόμενος με το δικό του τρόπο, υποκινούσε τον Σουλτάνο σε πόλεμο κατά τού Αλή Πασά. Χρησιμοποιούσε δε γι’ αυτό το σκοπό τον έμπι­στο του Χατζή Ομέρ Εφέντη, ο οποίος επηρέαζε τον σύμβουλο του Σουλτάνου, Χαλέτ Εφέντη.7

Από την άλλη μεριά ο Πατριάρχης, ο Παλαιών Πα­τρών και ο Ιω. Παπαρρηγόπουλος παγίδευσαν τον πα­μπόνηρο Αλή Πασά των Ιωαννίνων σπρώχνοντάς τον σε αντίσταση κατά του Σουλτάνου, με την υπόσχεση ότι μέσω τού Ιω. Καποδίστρια θα επιτύχουν κήρυξη πολέμου της Ρωσίας κατά της Τουρκίας. Το σχέδιο επέτυχε. Ο Αλής βγήκε από τη μέση και ο Μοριάς βρήκε την ευκαιρία να κηρύξει την Επανάσταση8.

Η υπηρεσία αυτή τού Γρηγορίου, γράφει ο Παν. Πα­παθεοδώρου, ήταν εκείνη την στιγμή η μεγαλύτερη που μπορούσε να προσφέρει στον εθνικόν αγώνα.9 Οι επικριτές του Γρηγορίου γνωρίζουν αυτές τις «μικρολεπτομέρειες»;;

ιβ) Μερικοί Ιστορικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι το Πατριαρχείο και οι Φαναριώτες είχαν βάλει σε εφαρμογή «σχέδιο» για το φάγωμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των έσω. Όταν οι εχθροί τού γέ­νους το πήραν χαμπάρι έρριξαν το σύνθημα: «αμέσως τώρα επανάσταση». Έτσι χωρίς προπαρασκευή το Γέ­νος θα ξεμάτωνε γι’ άλλη μια φορά με οδυνηρές συνέ­πειες... Το αν η Επανάσταση τού '21 στάθηκε όρθια, αυτό είναι ένα άλλο γεγονός. Άλλωστε υπήρχαν επιφυλάξεις και δισταγμοί από σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής εκείνης, Καποδίστριας, Κοραής, μέλη της Φι­λικής Εταιρείας κ.α. Αυτό βέβαια δεν φανέρωνε φιλοτουρκισμόν και έλλειψη πατριωτισμού, αλλά εκτίμηση διαφορετική των περιστάσεων!

Το «ίδιο «σχέδιο» είχε μπει σε εφαρμογή και πριν από το 1922. Ήταν εποχή που στους 100 βουλευτές τού Τουρκικού Κοινοβουλίου οι 70 ήταν Έλληνες!

Τότε μέσα στις Μασονικές Στοές εκκολάφθηκε το κίνημα των Νεότουρκων με τον Ταλαάτ Μπέη, το όποιον προώθησε στην εξουσία τον Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Κεμάλ, μασόνος πεφωτισμένος, βοηθήθηκε αποφα­σιστικά από τους Εβραίους Μπολσεβίκους της Ρωσίας και από τα Σιωνιστικά ανδρείκελα της Δύσεως. Είχε βέ­βαια προηγηθεί η ύπουλη «δουλειά» δύο υψηλόβαθ­μων Ελλήνων Τεκτόνων, τού Στεφάνου Σκουλούδη και του Κλεάνθη Σκαλιέρη στις αρχές της δεκαετίας τού 1870. Με την Στοά τού Σκαλιέρη, το «Φως της Ανα­τολής», θα συνεργασθεί ο αρχηγός των Νεότουρκων, Ταλαάτ Μπέης. Έτσι ήλθε η καταστροφή του 1922, μία από τις χειρότερες για τον Ελληνισμό.10

Έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί φθάσαμε στην Μικρασιατική καταστροφή. Οι επικριτές, οι κατή­γοροι και οι υβριστές τού Γρηγορίου ας σκεφθούν.... Είναι αδιανόητον να κατηγορείς κάποιον χωρίς απο­δείξεις. Έτσι δεν γράφεται ιστορία.

ιγ) Και κάτι άλλο που δεν θα το γνωρίζουν οι επικρι­τές και υβριστές του Γρηγορίου: Το λείψανο τού Πα­τριάρχου παρέμεινε 11 ημέρες άταφον(3 ημέρες στην αγχόνη και 8 ημέρες στη θάλασσα). Στις 22 Απριλίου 1821, Παρασκευή της εβδομάδος των Μυροφόρων, ελληνικό πλοίο μετέφερε το ιερόν σκή­νωμα στην Οδησσό της Ρωσίας. Έφθασε εκεί στις 12 Μαΐου 1821, δηλαδή ύστερα από ταξείδι 20 ημερών. Το λείψανο τού Ιερομάρτυρος Γρηγορίου Ε', θείον σημείον της Αγιότητος αυτού, διετηρείτο  ΑΣΗΠΤΟΝ και ΕΥΩΔΕΣΤΑΤΟΝ! Το γεγονός εβεβαιώθη υπό των Ρω­σικών Αρχών και ανεγράφη εις το επίσημο πρωτόκολλον τού Τελωνείου της Οδησσού.11

ιδ) Υπάρχει και μια ισχυρή μαρτυρία, αληθινός κα­ταπέλτης κατά των συκοφαντών τού Γρηγορίου.

Και αυτή είναι η αγόρευση τού βουλευτή Ρήγα Πα­λαμήδη στην Εθνική αντιπροσωπεία στις 3.8.1864. Στην συγκλονιστική, λόγω των αποκαλυφθέντων γεγο­νότων αγόρευσή του, ο Ρ. Παλαμήδης είπε ότι στις 14 Μαρτίου 1821 τον προσκάλεσε ο Πατριάρχης Γρηγό­ριος Ε', και τού έδωσε δύο πατριαρχικά έγγραφα το ένα δια τον Π. Πατρών Γερμανόν και το άλλο δια τον Τριπόλεως Δανιήλ. Ομιλών ο Πατριάρχης μετά παλλούσης καρδίας, ανάγκασε τον Ρ. Παλαμήδην να τα πάρει, κάμπτοντας τις αντιρρήσεις του ένεκα τού κινδυνώδους της αποστολής.

Την διήγηση αυτή τού Ρ. Παλαμήδη επιβεβαιώνει και ο Π. Σούτσος, αρθρογράφος της εφημερίδας «Αιών», ο οποίος δηλώνει ότι ήταν παρών στον διάλο­γο των δύο ανδρών και είδε τον Γρηγόριον με δάκρυα στα μάτια να παρακαλεί τον Παλαμήδη να μεταφέρει τα έγγραφα λέγοντας: «Εξεδώκαμεν αφορισμόν κατά τού ένοπλου Γένους, φοβούμενοι την σφαγήν του. Πορεύεσθε προς την Πελοπόννησον, και αναγγείλατε εις τον Π. Πατρών και τους άλλους Ιεράρχας ότι η ευλο­γία εμού επί τα έργα των χειρών τού Ελληνικού λαού. Πολεμείτε τον Αγαρηνόν»12.

Έχουν ύπ' όψη τους αυτές τις «λεπτομέρειες» οι συκοφάντες τού Γρηγορίου;

 


1. Σπυρ. Τρικούπη, σελ. 128.

2. Παν. Παπαθεοδώρου, ο Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού '21, σελ. 49. Συνιστώ εκθύμως την εργασία αυτή. Είναι μια ολοκληρωμένη θεώρηση τού Γρηγορίου Ε'!!!

3. Παν. Θ. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού '21, σελ. 61.

4. Στο ίδιο, σελ. 62.

5. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές, τόμ. Α', σελ. 210-211.

6. Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», Μάιος 1977, όπου και άρθρον του Αρχιμανδρίτη Μελετίου Καλαμαρά, τώρα Μητροπολίτου Πρεβέζης και Νικοπόλεως.

7. Διον. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α', σελ. 364.

8. Παν. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε’ και η Επανάστασις τού '21, σελ. 50.

9. Στο ίδιο. σελ. 51

10. Κων/νου Καπετανοπούλου, πρεσβυτέρου, Αντιχιλιαστικά - Αντιμασονικά και άλλα κείμενα, σελ. 84

11. Ιω. Βώκου, Γρηγόριος Ε', σελ. 29.

12. Π. Παπαθεοδώρου, ο Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση τού 1821, σελ. 69-71.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε’

ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΙΕΡΟ-ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ 2000


 

1821 52

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ Ή ΕΘΝΙΚΟΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;

Πρωτ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

    Η αναφορά αυτή στα προεπαναστατικά κινήματα και στους οπλαρχηγούς, που σαν κλάδοι εβλάστησαν από την φύτρα τού Βυζαντίου, και ξανάνθισε το δέν­δρο της Ρωμιοσύνης, μας οδηγεί συνειρμικά στην πρώτη παρεξήγηση και παρερμηνεία τού Εικοσιένα, κυρίως από μαρξιστάς και αριστερούς ιστορικούς και δια­νοουμένους, οι οποίοι ισχυρίζονται πως δήθεν η επα­νάσταση τού 1821 δεν είχε εθνικοθρησκευτικό χαρακτή­ρα, δεν απέβλεπε δηλαδή στην εκδίωξη τού αλλοθρήσκου και αλλοεθνούς κατακτητού, δεν ήταν πόλεμος «για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία», αλλά είχε κοινωνικά και υλιστικά κί­νητρα, ήταν μία κοινωνική επανάσταση, ένας εμφύλιος πόλεμος, των πτωχών εναντίον των πλουσίων, των λαϊ­κών τάξεων εναντίον των αρχόντων, Τούρκων και ντόπιων Κοτζαμπάσηδων, και ότι οι πρωταγωνιστές τού αγώνος εμπνεύσθηκαν από τις αρχές της Γαλλικής Επα­νάστασης τού 1789.

Για την τελείως ανιστόρητη αυτή, αντιεπιστημονική, και ιδεολογικά κατασκευασμένη άποψη είναι τόσο βέβαιοι ώστε ισχυρίζονται πως όσοι δεν την δέχονται προδίδουν το εικοσιένα, όπως τιτλοφο­ρεί το σχετικό βιβλίο του ο Γ. Βαλέτας «Το προδομένο Εικοσιένα», με την διαφορά ότι η προδοσία επιστρέφει πίσω σ’ αυτούς που την εφεύραν. Δεν θα απαριθμήσουμε εδώ όσους εκπροσωπούν αυτήν την άποψη, η οποία (συνοδεύεται μάλιστα και από αντιεκκλησιαστική αθεϊστική χροιά, με το επιχείρημα πως η Εκκλησία, ο κλήρος, δεν βοήθησαν την εξέγερση και ήταν με το μέρος των Τούρκων. Χρησιμοποιούν μάλιστα και το όνομα του πρωτομάρτυρος της ελευθερίας, τού πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε', επικαλούμενοι τον γνωστό αναγκαστικό και διπλωματικό αφορισμό της Επαναστάσεως για το καλό των υποδούλων, τον οποίο μάλιστα σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες ο πατριάρχης κρυφά τον ακύ­ρωσε σε κρυφή μυστική ακολουθία30. Οι πιο γνωστοί  ανάμεσα σ’ αυτούς τους στρατευμένους στην μαρξιστική ιδεολογία ιστορικούς είναι ο Γιάννης Κορδάτος και ο Γιάννης Σκαρίμπας, μεταξύ άλλων ευαρίθμων.

Οι Έλληνες όμως, όπως φάνηκε και από την μικρή μας αναφορά στα προεπαναστατικά κινήματα, δεν περίμεναν την Γαλλική Επανάσταση, για να αρχίσουν την εξέγερση εναντίον τού αλλοθρήσκου και αλλοεθνούς κατακτητού. Ο Κωνσταντίνος Νούσκας (υποστράτηγος έ.α) στο μικρό αλλά περιεκτικό και δυνατό σε επιχειρή­ματα βιβλίο του «Η πραγματική όψη τού 1821»31, αριθμεί πάνω από τριάντα προεπαναστατικά κινήματα, στην συντριπτική τους πλειοψηφία πριν από την Γαλλική Επανάσταση, η οποία εκτός από τον ταξικό και κοινωνικό της χαρακτήρα είχε και αντιχριστιανική και αθεϊστική χροιά με σφαγές κληρικών στην επαναστατική γκιλοτίνα.

Ο αγώνας όμως τού 1821 ήταν εθνικός και θρησκευ­τικός, των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, τού Σταυρού εναντίον της ημισελήνου, ευλογημένος μέσα σέ εκκλησιές και μοναστήρια με πρωτοστάτες και μπροστάρηδες τους κληρικούς. Είναι αμέτρητες οι σχετικές πληροφορίες μέσα από τα ίδια τα κείμενα τού αγώνος και έχουν συγκεντρωθή από την σχετική βιβλιογραφία. Με αφθο­νία μάλιστα βρίσκει κανείς πολλές απ’ αυτές στο εξαιρετικό βιβλίο τού αγαπητού συμμαθητού, συναδέλφου στην Θεολογική Επιστήμη, κ. Πέτρου Γεωργαντζή, λα­μπρού εκπαιδευτικού και ιστορικού της Θράκης και ι­διαίτερα της πατρίδος του Ξάνθης, που έχει τον τίτλο «Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα. Αντίδραση ή προσφο­ρά;»32.

    Και μόνο η σαφέστατη γνώμη τού θρυλικού Γέρου τού Μωριά, ανάμεσα από πάμπολλες άλλες άλλων αγωνιστών, αρκεί να συντρίψει το ιδεολογικό κατασκεύα­σμα των αριστερών ιστορικών και διανοουμένων. Λέ­γει λοιπόν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Η επανάστα­ση η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι ε­παναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ιδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος»33. Και στον γνωστό λόγο του στην Πνύκα προς την σπουδάζουσα νεολαία μεταξύ άλλων είπε: «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα... άλλ ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπόν και εκάμαμε την επανάσταση»34.

 Είναι τόσο αστήρικτο το ιδεολογικό κατασκεύασμα για τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης, που κύριο στόχο βέβαια έχει να πλήξει την Εκκλησία, τους κληρικούς, που δήθεν δεν βοήθησαν στον αγώνα, ώστε σοβαροί νεώτεροι αριστεροί ιστορικοί το έχουν απορρίψει. Μνημονεύουμε από αυτούς μόνον την γνώμη που εξέφρασε ο Λέανδρος Βρανούσης, κλείνοντας τις εργα­σίες σχετικού συμποσίου που έγινε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1981 από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (Κ.Μ.Ε.): «Άκουσα ότι έγινε λόγος χτές για τον εθνικο- απελευθερωτικό χαρακτήρα του εικοσιένα και θα είναι νομίζω θετικό απόκτημα, αν με τις εργασίες αυτού τον Συμποσίου εδραιωθεί η διαπίστωση και παγιωθεί ο ορισμός ότι το εικοσιένα ήταν αγώνας πρώτιστα και βασικά εθνικοαπελευθερωτικός. Αγώνας για την εθνική ανε­ξαρτησία. Σ' αυτό έγκειται όλο το μεγαλείο του, γι' αυτό και μόνο είναι σταθμός στην ιστορία, σύμβολο και ο­δηγός. Δόξα λοιπόν στο αθάνατο εικοσιένα».35

Υπάρχει μάλιστα και η πληροφορία, που την οφείλουμε στον γνωστό ιστορικό και βαλκανιολόγο Αχιλλλέα Λαζάρου, ότι ακόμη και ο Γιάννης Κορδάτος «διόρθωσε την αρχική τον άποψη ότι η Επανάσταση τού 1821 ήταν κοινωνική. Παραδέχτηκε ότι ήταν εθνική»36.

    Αυστηρότερος, αλλά αληθινός, ο γνωστός μας χριστιανός λογοτέχνης Γεώργιος Βερίτης είπε σχετικά: «Εκείνοι που ισχυρίστηκαν την θέση αυτή ή είχαν χάσει εντελώς την αίσθηση τού γε­λοίου ή δεν ήλθαν ποτέ στην παραμικρή ψυχική επαφή με τους ήρωες του ΄21... Εποποιίες όπως τού Αρκαδίου, της Αλαμάνας και της Γραβιάς. Ολοκαυτώματα σαν τού Μεσολογγίου δεν βρίσκουν την δικαίωση, αλλ' ούτε και τη γενεσιουργό τους αιτία παρά μονάχα στην πίστη στα μεγάλα ιδανικά».

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«Το αγιασμένο και προδομένο '21»

 

 

1821 50

 ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΤΡΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

ΠΟΥ ΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ‘21

Πρωτ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

    Από αυτήν τη φύτρα τού χριστιανικού βασιλείου εβλάστησαν κατά τον Φώτη Κόντογλου οι Αμαρτωλοί και οι Κλέφτες οι οπλαρχηγοί τού αγώνος στην επανά­σταση τού 1821.

Μνημονεύει κατ’ αρχήν όσα γράφει ο αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης στο έργο του «Εν­θυμήματα στρατιωτικά»: «Από τα διάφορα ιστορικά και εκκλησιαστικά συγγράμματα και από αυτά τα πράγμα­τα γνωρίζοντες ότι η Ελληνική γλώσσα, ο χαρακτήρ και τα έθιμα τού ελληνικού λαού, μετά την πτώσιν τού Βα­σιλείου μας, εδιατηρήθησαν υπό την επαγρύπνησιν τού Κλήρου μας και των διαφόρων πεπαιδευμένων τού Έ­θνους μας και δια της κοινής ευλαβείας προς την αγίαν ημών Θρησκείαν».

Γράψει ο Κασομούλης πως αρχαίο χειρόγραφο στο μοναστήρι του Κλινοβού, στην επαρχία Ασπροποτάμου, έγραψε πως ο αρχαιότερος και περιφανέστερος από όλους τους αρματολούς ήτανε ο Μεγδάνης ή Μεϊντάνης από την Κοζάνη (1660-1690), την ζωγραφιά τού οποίου, συμπληρώνει ο Κόντογλου, «έβαλαν στην εκκλησία της Κατούνας μαζί με τους άγιους, κι ίσως και τ’ άρματά του. Τις ζωγραφιές των Καπετανέων που σκοτωνόντα­νε για τη λευτεριά συνηθίζανε να τις βάζουνε στις εκκλη­σίες, όπως βρισκότανε η ζωγραφιά τού Αντρούτσου, τού πατέρα τού Οδυσσέα, στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, κι άλλων οπλαρχηγών στην Ήπειρο και σε άλλα μέρη»28.

Αναφέρει στη συνέχεια ο Κασομούλης πολλά ονόμα­τα οπλαρχηγών που ηγήθηκαν στα προεπαναστατικά κινήματα, ανάμεσα στους οποίους μνημονεύει και τον Λάζο από τον Όλυμπο.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον παπα-Θύμιο τον Βλαχάβα και στον ηρωϊκό του θάνατο, όπως επίσης και στον Νίκο Τσιάρα, ο οποίος ξεμπαρκά­ρισε στο Λιτόχωρο με τριακόσιους άντρες, περικυκλώθηκε όμως από τον τουρκικό στρατό, μα πολέμησε σαν λιοντάρι και στο τέλος τους νίκησε και τους κυνήγησε. Για να επιταχύνει την εκδίωξή τους όρμησε απροφύλακτα εναντίον τους, τον πυροβόλησαν όμως θανάσιμα και τον πλήγωσαν «εις το υπογάστριον και εις τρία άλλα μέρη, ώστε να χυθούν τα έντερά του κατά γης, βαστών αυτά εις τας χείρας του, και επιστρέψας αταράχως εις το πλοιάριον, μετά μίαν ώραν εξεψύχησε. Απέθανεν όντως ηρωϊκώς ο Νίκος Τσιάρας, τριανταέξ ετών, εις το άνθος της ανδρικής του ηλικίας και άφησε την μεγαλυτέραν λύπην προς όλους τους συναδέλφους του, το 1807, περί τον Φεβρουάριον ή Μάρτιον. Άφησε την σύ­ζυγον με μίαν θυγατέραν και ένα υιόν εις τα σπάργανα».

Και κλείνει ο Κόντογλου με τα εξής:

«Τέτοιοι άντρες, απλοί και ταπεινοί που πεθάνανε για της πατρίδος την ελευθερίαν για τού Χριστού την πίστιν την αγίαν με τέτοια απλά και αληθινά λόγια πρέπει να ιστο­ρηθούν»29.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«Το αγιασμένο και προδομένο '21»


 

1821 51

Η ΕΠΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΒΑΣ

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1826 

Αντιστράτηγος ε.α. Νικόλαος Αθ. Κολόμβας,

Επίτιμος Διοικητής Γ Σώματος Στρατού

«το ενδοξότερο μνημείο της νέας μας ιστορίας»

Κ.Παλαμάς

Η επική μάχη της Κλείσοβας, της ιστορικής μικρονησίδας της λιμνο­θάλασσας του Μεσολογγίου στις 25 Μαρτίου 1826, υπήρξε η ύστατη εκτυφλωτική αναλαμπή, αλλά και η κορυφαία ηρωική πράξη των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», κατά τη διάρκεια της τρίτης πολιορκίας της πόλης (15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826), λίγο πριν τη μεγαλει­ώδη και ανεπανάληπτη Έξοδο της 10ης Απριλίου 1826. Η πρωτοφανών διαστάσεων επονείδιστη και πολυαίμακτη ήττα, που υπέστησαν τότε οι πολυάριθμες ορδές των Τουρκοαιγυπτίων του σκληροτράχηλου Κιουταχή και του αγέρωχου Ιμπραήμ από μια δράκα ηρώων, δεν έχει προηγούμενο, ακόμη και στην Ιστορία των Εθνών. Δυστυχώς, από τότε το συνταρακτικό αυτό γεγονός, δεν έτυχε της ανάλογης αναγνώρισης και προβολής και έχει περάσει στα «ψιλά γράμματα» της Ιστορίας.

Η παρούσα μελέτη συνιστά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια μικρή συμβολή στην ασύγκριτη ιστορία της ιερής πόλης του Μεσολογγίου και γενικότερα της Εθνεγερσίας του 1821 και στοχεύει να ανασύρει από τη λήθη του παρελθόντος το φοβερό αυτό συμβάν και να δώσει έτσι το ερέθισμα να εγκύψουν και άλλοι στην έρευνα των σχετικών πηγών και να καταγράψουν τα επιμέρους στοιχεία που το συνθέτουν, ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστό ιδίως στις μέλλουσες γενιές. Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς με τους εμπνευσμένους στίχους ύμνησε και περιέγραψε παραστατικά όσο και επιγραμματικά, την ανεκτίμητη συμβολή της Κλείσοβας στην ανεπανάληπτη ιστορία του Μεσολογγίου και όχι μόνο, κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας. Ο ίδιος ο Παλαμάς την αποκαλεί «το ενδοξότερο μνημείο της νέας μας ιστορίας». Γιατί δικαιωματικά το απαράμιλλο αυτό κατόρθωμα, αν και επισκιάστηκε από το κορυφαίο μετά από λίγες μέρες γεγονός της ηρωικής Εξόδου στις 10 Απριλίου 1826της αθάνατης φρουράς των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», αξιολογήθηκε σαν το σημαντικότερο περιστα­τικό στην ατελεύτητη σειρά των περίλαμπρων μαχών και «στρατηγημάτων», που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της τελευταίας - της μεγάλης όπως λέγεται - πολιορκίας του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826).

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ - ΤΑ ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΑ

   Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ, αφού το 1825 κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, εκτελώντας τώρα εντολές του Σουλτάνου, έρχεται να συνδράμει τον οικτρά αποτυχόντα επί 8μηνο στην εκπόρθηση του Μεσολογγίου, Κιουταχή. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1825 «υπό τους ήχους σαλπίγγων και τυμπάνων»1, όπως διαβάζουμε στα «Ελληνικά Χρονικά»2 της 13ης Δεκεμβρίου, μετακινεί από τον όρμο του Κρυονερίου επιδεικτικά εν πομπή και εγκαθιστά το στρατόπεδό του στις ΒΑ παρυφές της πόλης. Παράλληλα, δεν παρέλειπε να κομπάζει για τα πρό­σφατα κατορθώματά του στο Μωριά και ταυτόχρονα να χλευάζει τον Κιουταχή, που επί οκτώ μήνες μέχρι τότε, δεν είχε καταφέρει να πάρει «μια φράχτη», όπως περιφρονητικά έλεγε για τα τείχη του Μεσολογγίου, ενώ γι' αυτόν θα αρκούσαν μόνο 15 ημέρες!

Η αιχμή μάλιστα αυτή προκαλεί οξύτατη διαμάχη μεταξύ των δύο αρχηγών, που καταλήγει στη μετάθεση της ευθύνης για την άλωση της πόλης, από τους Τούρκους στους Αιγυπτίους. Αλλά, μετά την υπερήφανη απόρριψη στις αρχές του 1826 από το γενναίο Αρχηγό των Μεσολογγιτών Θανάση Ραζηκότσικα (1798-1826) των νέων προτάσεων του υπερόπτη Ιμπραήμ για συμβιβασμό και αφού οι πρώτες αψιμαχίες καταλήγουν εις βάρος των επιτιθεμένων, ο τελευταίος αιφνιδιάζεται δυσάρεστα. Όταν μάλιστα ευθύς εν συνεχεία στις από 12-16 Φεβρουαρίου πολύ­νεκρες και σφοδρότατες συγκρούσεις, οι αμυνόμενοι υπερισχύουν κατά κράτος των Αράβων, με τις γνωστές όσο και οδυνηρές για τον εχθρό, εκτός των τειχών του Μεσολογγίου, εφόδους τους, ο επηρμένος Αιγύπτιος στρατηλάτης κυριολεκτι­κά θορυβείται. Και συνειδητοποιεί πλέον, ότι οι πύλες του «φράχτη» εκείνου δεν είναι δυνατόν να εκβιασθούν με τα όπλα, εφ' όσον από τη μεριά της θάλασσας θα συνεχιζόταν, έστω και με δυσκολία, ο ανεφοδιασμός της.

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα προσγειώνει τον Ιμπραήμ και τον αναγκάζει να συμφιλιωθεί πρόσκαιρα με τον Κιουταχή, και από κοινού πλέον να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο κατάληψης των στρατηγικής σημασίας νησίδων, που φράσ­σουν από νότια τη λιμνοθάλασσα και ελέγχουν τους φυσικούς διαύλους προς την πόλη, ήτοι της Κλείσοβας, του Βασιλαδιού και του Ντολμά.

 

ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ - ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

   Για την επίτευξη του αντικειμενικού αυτού σκοπού, αποδύονται σε σύντο­νες προσπάθειες, ναυπηγώντας επί τόπου μικρά σκάφη και μεταφέροντας από τα μέσα Φεβρουαρίου τόσο δια ξηράς από το Κρυονέρι στις Άσπρες Αλυκές Φοινικιάς 32 λαντζόνια (μεγάλες κανονιοφόρες βάρκες, χωρίς καρίνα και ξάρτια) όσο και δια θαλάσσης από την Πάτρα στην περιοχή της νησίδας του Αη – Σώστη «εν δίκροτον ατμοκίνητον Ρυμουλκών», όπως αναφέρει ο Λάμπρος Κουτσονίκας3, 50 μεγαλύτερα πλοιάρια και 5 κανονιοφόρες σχεδίες. Παράλληλα, από τις 19 Φεβρουαρίου ο Αιγυπτιακός στόλος, ενισχύοντας τον Τουρκικό, κλείνει όλα τα περάσματα της λιμνοθάλασσας από τον Πατραϊκό κόλπο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν ακόμη και να τα προσχώσουν με άμμο4. Εξάλλου, καταλαμβάνοντας ο εχθρός τα «μάτια» αυτά της λιμνοθάλασσας, δηλαδή τις μικρονησίδες, όπως αναφέρει ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής5 γιος του ξακουστού οπλαρχηγού Δημήτρη Μακρή, «θα απεστέρει τους πολιορκουμένους της νωπής και θρεπτικής τροφής των ιχθύων της λιμνοθαλάσσης».

Οι Έλληνες, έχοντας από τις 18 Φεβρουαρίου ενημερωθεί για τα σχέδια του εχθρού, έλαβαν πρόσθετα μέτρα για τη βελτίωση της υφισταμένης οχύρωσης και την ενίσχυση της επάνδρωσης των νησίδων.

Επίσης ο Δημήτρης Φωτιάδης6 γράφει, ότι για να αντιμετωπίσουν αναμενόμε­νο ντισμπάρκο (απόβαση): «Πήρανε ακόμη την απόφαση για να σιγουράρουνε την πολιτεία από τη μεριά της λίμνης, να φτιάσουνε από τόνα στο άλλο σπίτι, ένα πέτρινο τειχί και να στήσουνε κει τα πιότερα κανόνια...».

Μετά τις αμοιβαίες αυτές προκαταρκτικές ενέργειες, οι Τουρκοαιγύπτιοι προχωρούν τώρα στην υλοποίηση των σχεδίων τους. Και μετά επικό και άπελπι αγώνα των φρουρών, κυριεύουν διαδοχικά το Βασιλάδι στις 25 Φεβρουαρίου, τον Ντολμά και τον Πόρο στις 28 Φεβρουαρίου και εξαναγκάζουν το Αιτωλικό να συνθηκολογήσει την 1η Μαρτίου.

Έτσι, απομένει η Κλείσοβα, το τελευταίο επιθαλάσσιο προπύργιο των πολιορκουμένων. Η κατάληψή της κρίνεται απαραίτητη, τόσο για την εγκατάσταση κανονιοστασίων και προσβολή της πόλης κι από το νότο, όσο και για την αποκοπή της μοναδικής πλέον γραμμής ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τη θάλασσα, μέσω της «φάλσα - μπούκας» (κρυφής εισόδου) που βρίσκεται περίπου 2 χλμ. ανα­τολικά των σημερινών αλυκών Τουρλίδας.

Την Κλείσοβα, της οποίας η στρατηγική αξία -όπως αφηγείται ο Κανέλλος Δεληγιάννης-είχε επισημανθεί από την Α' Πολιορκία (25 Οκτ. - 31 Δεκ. 1822), όπου το Νοέμβριο είχαν συναφθεί φονικότατες μάχες, την είχαν περιβάλλει με πρόχωμα ύψους οργυιάς για να μη κατατρώγει η θάλασσα το νησί. Επίσης, για τη βελτίωση της οχύρωσής της, ο Κασομούλης7 μας λέει: «Εσήκωσεν η φρουρά λοιπόν γύρωθεν της Εκκλησίας οχύρωμα έως 5 πόδας το πλάτος και έως 6 το ύψος. Ο τάφρος γύρωθεν έμεινε τόσον ανοικτός, όσον χώμα έλειψεν... Εστάλησαν και 2 πυροβόλα των 18 λίτρων και 2 μικρά των 6 και τα μεν δύο έστησαν (βλέποντα) κατά τα νησίδια (Ανατολικά), τα δε κατά το Μεσολόγγι».

   Στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος είχαν κατασκευάσει πολεμίστρες ολόγυρα από τη σαμαρωτή κεραμοσκέπαστη στέγη, αλλά και στο μικρό κωδωνοστάσιο, τοποθετώντας πανέρια γεμάτα με χώμα. Ακόμη, όπως ιστορούν ο Γάλλος ιστορικός Αύγουστος Φάμπρ8 και ο Στρατηγός Ιωάν. Ιωαννίδης9, η φρουρά, γύρω σχεδόν από το νησί, είχε μπήξει σειρές πασσάλων λίγο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να παρεμποδίζουν την προσέγγιση στην ακτή των εχθρικών πλοιαρίων, έτσι ώστε ν' αναγκάζονται οι άνδρες τους ν' αποβιβάζονται μέσα στον πηλώδη βυθό (βούρκο) και πελαγωγά «θαλασσοβατούντες», όπως μας λένε οι ιστορικοί, να πλησιάζουν με μεγάλη δυσκολία στη στεριά. Τέλος, στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ανεμόμυλου -ήτανε νησάκι τότε- και Κλείσοβας, είχαν ταχθεί και υποστήριζαν το νησί οι μονοκάνονες Μεσολογγίτικες πάσσαρες του Δήμου Δενδραμή και του Κωνσταντή Τρικούπη, αδελφού του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Υπόψη επίσης, ότι γύρω από την Κλείσοβα τα νερά προς το νότο και τη δύση έχουν κάποιο σχετικό βάθος, ενώ προς τον βορρά και την ανατολή είναι πιο ρηχά και σχεδόν εύκολα, πελαγωτά (θαλασσοβατών) μπορεί κάποιος να κινηθεί. Ακόμη, ανατολικά της πόλης και από τη θέση «Αρμυρικάκι» (στο προπολεμικό πεδίο βολής) εκσπάται σειρά νησίδων που εκτείνονται κατά τη γενική έννοια βορράς - νότος και διέρχονται κοντά από την Κλείσοβα, με ποιο γνωστή τη Μολόχα.

Η Φρουρά του νησιού αποτελείτο από 130 περίπου άνδρες, μεταξύ των οποίων αρκετοί Μεσολογγίτες. Φρούραρχος στις 18 Φεβρουαρίου είχε ορισθεί ο Σωματάρχης - οπλαρχηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος από το Βετέρνικο Τρικάλων με 70 άνδρες του, ο οποίος όμως στις 22 Μαρτίου είχε μεταφερθεί επειγόντως στο Μεσολόγγι με υψηλό πυρετό και οξύτατους ρευματικούς πόνους. Γι' αυτό, καθήκοντα φρουράρχου εκτελούσε ο Υποσωματάρχης Παναγιώτης Σωτηρόπουλος από τα Μεγάλα Λομποτινά, τη σημερινή Άνω Χώρα των Κραβάρων της Ναυπακτίας. Ο Σωτηρόπουλος είχε ήδη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας διακριθεί για την παλληκαριά του. Άλλωστε, κυρίως για να επιμεληθεί της οχύρωσης του νησιού είχε διορισθεί πριν λίγο καιρό με 26 - 30 άνδρες του στην Κλείσοβα, «ζηλωτής της εργασίας αυτής» σύμφωνα με τον Κασομούλη και «τερτιπιτζής εις τον πόλεμον», κατά τον Μακρυγιάννη10. Ήταν δε αυτός ο εμπνευ­στής της τοποθετήσεως των πασσάλων στον υποθαλάσσιο χώρο μπροστά απ' τα κράσπεδα του νησιού, που αποδείχθηκε κατά την εξέλιξη της μάχης σωτήρια.

Ο Ιμπραήμ, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του την άλωση του Βασιλαδιού, του Ντολμά, και του Ανατολικού (Αιτωλικού), συγκατατέθηκε τώρα ν' αφήσει τον Κιουταχή να εκπορθήσει την Κλείσοβα, ο οποίος για το σκοπό αυτό διέθεσε 3.000 άνδρες περίπου.

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

   Αλλά στο σημείο αυτό, ας ακούσουμε τη γλαφυρή όσο και χαρακτηριστική περι­γραφή, που μας δίδει στα απομνημονεύματά του11, ο συμμετέχων στην τελευταία πο­λιορκία του Μεσολογγίου και διασωθείς κατά την Έξοδο ευγενής Ηπειρώτης Αρτέμιος Μίχος, ο οποίος αργότερα θα καθέξει και το αξίωμα του Υπουργού Στρατιωτικών.

«Την 24η λοιπόν Μαρτίου, μίαν ώραν προ της δύσεως του ηλίου, εφάνησαν πλείστα σώματα εξερχόμενα των κατασκηνωμάτων του Κιουταχή και διευθυνόμενα προς την Άσπρην Αλυκήν, κειμένην προς δυσμάς του Μεσολογγίου εις ην ελλιμενίζετο πάντοτε ο εχθρικός στολίσκος και ελάμβανε όλα τα αναγκαία.

Τα σώματα ταύτα ήρχισαν να επιβιβάζονται επί των ελαφροτέρων εχθρικών πλοι­αρίων, των προ ολίγου διευθυνθέντων εκεί, αλλ' η μετ' ολίγον επελθούσα νυξ κατεκάλυψε με βαθύ σκότος τα πέριξ και δεν επέτρεψεν εις την φρουράν του Μεσολογγίου να ιδή τας περαιτέρω κινήσεις του εχθρού. Αλλ' υποπτευθείσα ουχ ήττον επικειμένην εχθρικήν έφοδον, έλαβεν αμέσως όλα τα προς υπεράσπισιν απαιτούμενα μέτρα και ανέμενε θαρραλέως την ημέραν».

«Τω όντι την επιούσαν, μόλις ήρχιζε να γλυκοχαράζει, ο εχθρικός στολίσκος επεφάνη συσσωματωμένος έμπροσθεν του Μεσολογγίου και ήρχισε ζωηρόν κατά της πόλεως κανονιοβολισμόν και βομβαρδισμόν, υποστηριζόμενος μετά της αυτής δραστηριότητος και υπό των κανονοστασίων της ξηράς».

«Τα παράλια κανονοστάσια της πόλεως και κατ' εξοχήν το κανονοστάσιον του Ανεμομύλου αντεπυροβόλησαν τότε ευστόχως, όλοι δε, υποθέσαντες ότι επέκειτο έφοδος κατά του Μεσολογγίου, ετοποθετήθησαν εις τας θέσεις των, περιμένοντες αυτήν μετά καρτερίας, αλλά μετά παρέλευσιν ολίγων στιγμών ο εχθρικός στολίσκος εστράφη αιφνιδίως και διευθύνθη σωρηδόν προς την Κλείσοβαν!».

Συμπληρώνουμε ότι η πρωινή καταχνιά διευκόλυνε τις παραπάνω κινήσεις του εχθρού και ότι ταυτόχρονα εκδηλώθηκαν σοβαρές εχθρικές ενέργειες προς την κατεύθυνση της Κλείσοβας τόσο με πλοιάρια κι από το Βασιλάδι, όσο και πολλών πεζών «θαλασσοβατούντων» από τη θέση Αρμυρικάκι.

Ακολουθεί σφοδρός κανονιοβολισμός του νησιού από τα πλοιάρια, ενώ οι Τούρκοι προσεγγίζουν το νησί και εκτοξεύουν την πρώτη τους έφοδο. Τη στιγμή αυτή, το πρωτοπαλλήκαρο της φρουράς ο φημισμένος Σουλιώτης Στρατηγός Κίτσος Τζαβέλλας12 (1801-1855), σπεύδει με άλλους 6-7 άνδρες (κατά τον Γ. Ζαλοκώστα ήταν 9), και με πλοιάρια οδηγούμενα από αμούστακα Μεσολογγιτόπουλα, αψη­φώντας το καταιγιστικό πυρ του εχθρού και περνώντας ανάμεσα από τον εχθρικό στολίσκο, αποβιβάζεται στο νησί και εμψυχώνει τη φρουρά.

«Μόλις έμβηκεν μέσα (στο νησί)», γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης, «ενέπνευσεν όλο το θάρρος εις τα παλληκάρια εκείνα».

Από κει και πέρα, ο καταξιωμένος Διοικητής της Φρουράς Παναγιώτης Σωτηρόπουλος και ο ανδρείος και έμπειρος εμψυχωτής των μαχητών Κίτσος Τζαβέλλας, σε μια υπέροχη και αρμονική σύζευξη των αναμφισβήτητων ηγετικών τους προσόντων και χάρη στη στενή φιλία που τους συνέδεε, παίρνουν στα στιβαρά τους χέρια την άμυνα του νησιού και χαλυβδώνουν το φρόνημα των υπερασπιστών του, με αποτέλεσμα η μια μετά την άλλη να συντρίβονται οι λυσσώδεις επιθέσεις των αλλοθρήσκων.

Στην πρώτη ορμητική έφοδο του εχθρού δύο αρβανίτες σημαιοφόροι πατούν την Κλείσοβα, οι οποίοι αμέσως σκοτώνονται. Τους ακολουθούν και άλλοι. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το περιμετρικό πρόχωμα κενό, διότι ήδη οι δικοί μας μπροστά στο διαγραφόμενο κίνδυνο να περικυκλωθούν, έχουν καταφύγει στην εκκλησία.

Όμως από εκεί τα βόλια των αμυνομένων είναι τόσο φονικά, ώστε οι εχθροί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να επιστρέψουν στις αρχικές τους θέσεις. Ο Κιουταχής, γενναίος και πείσμων, επιχειρεί ανεπιτυχώς μέχρι το μεσημέ­ρι έξη (6) αλλεπάλληλες επιθέσεις, στη δε τελευταία, μπαίνει επικεφαλής ο ίδιος. Πληγώνεται όμως σοβαρά στο μηρό κι αναγκάζεται ν' αποσυρθεί, γεγονός που διαδίδεται αμέσως και συμπαρασύρει σε άτακτη φυγή και τα στρατεύματά του. Οι ηττημένες φάλαγγές του, ντροπιασμένες και έχοντας εγκαταλείψει στο πεδίο της μάχης πάνω από 1.500 νεκρούς και τραυματίες, συμπτύσσονται με σπουδή κυρίως προς το κείμενο ανατολικότερα νησάκι της Μολόχας.

Κατά τη διάρκεια της άνισης αυτής πάλης, η φρουρά του Μεσολογγίου, παρα­κολουθώντας με αγωνία από την παραλία την εξέλιξη του αγώνα και ανταποκρι­νόμενη σε έκκληση των υπερασπιστών του νησιού, που διαβιβάσθηκε από ένα ατρόμητο Μεσολογγιτόπουλο, το οποίο οδήγησε ριψοκίνδυνα μια γαΐτα μέχρι την ακτή, προσπάθησε να στείλει ενισχύσεις και εφόδια.

«Αλλ' εν τω μεταξύ των πυκνών εχθρικών εφόδων - γράφει στα απομνημονεύματά του ο Αρτέμιος Μίχος (όπ.π.σελ. 52) - ο γενναίος (Μεσολογγίτης) χιλίαρχος Καρακώστας Δροσίνης (αδελφός του Πάππου του Εθνικού μας ποιητού Γεωργίου Δροσίνη), έχων μεθ' εαυτού και τον εξάδελφόν του Γεωργάκην Κ. Βαλτινόν και πέντε στρατιώτες, εισελθών εις πλοιάριον εις το οποίον έθεσε και τίνα βαρέλια ύδατος -κατά τον Κασομούλη και κιβώτια πυρομαχικών- διευθύνθη προς την Κλείσοβαν. Ο εχθρικός στόλος ορμά τότε κατ' αυτών, (και) πυροβολεί δια μυδραλίων και τουφεκισμών». 

«Αλλ'ο ατρόμητος αυτός στρατιώτης, περιφρονών τον εχθρόν, προ­χωρεί ακαταπαύστως εν μέσω της χαλάζης των σφαιρών και πλησιάζει εις το νησίδιον. Τότε σφαίρα (οβίδα) πυροβόλου προσβάλλει το πλοιάριον και διελθούσα από της πρύμνης εις την πρώραν, φονεύει τους τεσσάρας εκ των στρατιωτών και τους κωπηλάτας και βυθίζει το σκάφος. Οι διασωθέντες ρίπτο­νται εις την θάλασσαν, ωθούσι το πλοιάριον και ούτως εισέρχονται θριαμβευτικώς εις την Κλείσοβαν».

Το παράδειγμα του χιλίαρχου Δροσίνη αποπειράθηκαν και πολλοί άλλοι ν' ακολουθή­σουν13, όπως οι Γεώργιος Τζαβέλλας και Ιωάννης Τζαβέλλας ο επονομαζόμενος Μπακατσέλος και επίσης πολλοί από το Επικουρικό Σώμα τη γνωστή «βοήθεια» που είχε πρόσφατα συγκροτηθεί από 250 περίπου άνδρες υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα για να επεμβαίνει γρήγορα όπου παρουσιαζό­ταν ανάγκη, αλλά κι' από το Σώμα των Γελεκτζήδων (φορούσαν μόνο γελέκο για να μη τους βαραίνει η κάπα) που αποτελούσαν 90 περίπου Μεσολογγιτόπουλα 17-18 χρονών. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, επειδή ο εχθρός διέθετε πολλαπλάσιες δυνάμεις κι έτσι, όπως μας λέει ο Αρτ. Μίχος, «έμενον μακρόθεν τουφεκίζοντας, μη δυνάμενοι όμως να δώσωσι την παραμικράν βοήθειαν εις τους εντός του νησιδίου».

Κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση και κατ' άλλους στην εν συνεχεία επέμβαση των Αιγυπτίων, η Μεσολογγίτικη πάσσαρα του Κωνσταντή Τρικούπη, κατατρυπημένη απ' τις εχθρικές οβίδες βυθίζεται, ενώ ο ίδιος ο Τρικούπης τραυματίζεται σοβαρά, κατ' άλλους αρρώστησε βαριά, οι δε διασωθέντες από το πλήρωμα καταφεύγουν στην Κλείσοβα. Στο μεταξύ, ο Ιμπραήμ, βλέποντας με χαιρεκακία την αποτυχία του Κιουταχή, τον οποίο -κατά τον Παπαρρηγόπουλο- «ενέπαιξεν ανηλεώς», θεώρησε πρόσφορη την περίσταση ν' αναλάβει αυτός τη συνέχιση του αγώνα, επωφελούμενος από τον κάματο και τις απώλειες της φρουράς, που μέχρι τότε είχε χάσει περίπου το 1/3 της δύναμής της. Διαλέγει λοιπόν ως επικεφαλής το γαμπρό του, τον τολμηρό Χουσεΐν Μπέη, πορθητή της Κρήτης, της Κάσσου, της Σφακτηρίας, και μόλις προ ολίγου του Βασιλαδιού και Ντολμά και ετοιμάζει 3.000 περίπου Αιγυπτίους, οι οποίοι επιβιβασθέντες σε πλοιάρια αλλά και «θαλασσοβατούντες», περικυκλώνουν την Κλείσοβα και ορμούν να την καταλάβουν.

Αλλά, ας δούμε πώς περιγράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας (Οπ.π.σ.120), την πρώτη έφοδο των Αιγυπτίων: «... ο εχθρός έφθασε με τας Αιγυπτιακάς τακτικάς στήλας, αίτινες ώρμησαν επί του μικρού οχυρώματος και με τας χείρας άδραξαν τους πάλους των οχυρωμάτων και ως εκ τούτου η φρουρά του Μεσολογγίου ενόμισεν, ότι οι εχθροί κατεκυρίευσαν την Κλείσοβαν, αλλ' ο γενναίος αρχηγός (Τζαβέλλας) άφησε τους εχθρούς και επλησίασαν τόσον κοντά ώστε ουδεμία βολή να υπάγη επί ματαίω, διέταξεν αμέσως το πυρ και εξετελέσθη κατακεραυνώσας τους της πρώτης γραμμής πλησιάζοντας, οίτινες ως αστάχυες κατεθερίσθησαν και εστρώθησαν εις το έδαφος· οι εχθροί ιδόντες την φθοράν των εσταμάτησαν επ' ολίγον, αλλ' επήλθε και δεύτερον και τρίτον πυρ επ' αυτών και τους κατεκύλισεν εις την γην».

Επιχειρούν πέντε αλλεπάλληλες εφόδους, αλλά και τις 5 φορές υποχωρούν μπρος στην ακατανίκητη ανδρεία και την ανεξάντλητη καρτερία των μαχητών της Κλείσοβας, οι οποίοι, καθοδηγούμενοι κατάλληλα, πυροβολούν με αξιοσημείωτη επιτυχία, κυρίως εναντίον των αξιωματικών των Αιγυπτίων -ιδίως Γάλλων- που διακρίνονταν από τις χρυσοποίκιλτες στολές τους.

Γύρω στη δύση του ηλίου, οι ηρωικοί υπερασπιστές αναμένοντας νέα σφο­δρότερη έφοδο, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να καταφύγουν στην εκκλησία. Πράγματι σε λίγο οι εχθροί εφορμούν για έκτη φορά, αποφασι­σμένοι τώρα με κάθε θυσία να καταλάβουν το νησί. Ο Αν. Γούδας14 μας δίνει την ακόλουθη ωραία περιγραφή:

«Ότε δε οι εχθροί υπερπλεόνασαν, τότε ο Τζαβέλλας και ο Σωτηρόπουλος απεσύρθησαν εις το εν τω μέσω του νησιδίου ναΐδριον της Αγίας Τριάδος. Ανέβησαν οι υπ' αυτούς άπαντες εις την οροφήν, ένθα ο Σωτηρόπουλος είχε σχηματίσει ενωρίτερον είδος τι προμαχώνος εκ λίθων, ευρεθέντων πέριξ του ναού, εκ κεράμων και αλιευτικών κοφίνων, εμπλέων χώματος. Ωχυρώθησαν όπως κάλλιον εδύναντο όπισθεν αυτών και τόσον ευστόχως και αδιαλείπτως επυροβόλουν, ώστε εφόνευον άπαντας σχεδόν τους προσεγγίζοντας... »

Ο ίδιος ο Χουσεΐν, λαμποκοπώντας μέσα στην πλουμιστή στολή του, «αστράπτων» -κατά τον Στασινόπουλο15- «από τον χρυσόν και τους πολυτίμους λίθους», σηκώ­νεται όρθιος στην πρασινοχρωματισμένη λέμβο του και παροτρύνει τους άνδρες του. Κατά κακή του όμως τύχη, τον επισημαίνουν οι καταφυγόντες στην εκκλησία, απ' όπου κατά την επικρατέστερη εκδοχή (διότι υπάρχει και ή έγκυρη άποψη, την οποία καταγράφει ο Κασομούλης, ότι τον σκότωσε ο Σφήκας, ψυχογιός του Αξ/κού Αποστόλη Καρατζογιάννη, Νιχωρίτου), ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος - «άριστος σκοπευτής ών», όπως γράφει στην ιστορία του ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής – τον πυροβολεί και τον σωριάζει νεκρόν. Η λέμβος αποσύρεται και δίδει έτσι το σύνθημα της γενικής υποχώρησης στις εχθρικές γραμμές. Η φρουρά τους καταπυροβολεί και με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλλα ξιφήρης, εξορμά και τους καταδιώκει, σφάζοντας όσους είχαν βγει στο πρόχωμα και κυνηγώντας τους άλλους μέσα στη λιμνοθάλασσα, οι οποίοι πανικόβλητοι διασκορπίζονται.

Στο σημείο αυτό, συμπληρώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης, μεταφέροντας την αφήγηση του Κασομούλη:

«Μόλις είδαμε από το Μεσολόγγι πως οι δικοί μας στην Κλείσοβα πήδησαν όξω από τα ταμπούρια τους, όρμησε τότες η «βοήθεια», όπου είχε μπει στα πλοιάρια και περίμενε. Λάμνοντας μ' όλη τη βία τράβηξαν γραμμή κατά το νησάκι το πιο κοντινό στην Κλείσοβα. Σκιάζονται οι Αρβανίτες κι οι Αραπάδες που είτανε μαζεμένοι γύρω απ' αυτό, τους πιάνει χαροτρομάρα και τρέχουν άλλοι από δω και άλλοι από εκεί».

Ευτυχώς γι' αυτούς, η νύχτα που άρχισε να πέφτει, διακόπτει την απηνή καταδίωξή τους.

«Την επαύριον οι Έλληνες - γράφει ο Αρτέμιος Μίχος (Όπ.π.σ.54) - περιερχόμενοι τα μικρά νησίδια τα περί την Κλείσοβαν, εύρισκον πολλούς των τακτικών Αράβων οίτινες είχον περιπλανηθεί κατά την μάχην, εκ των οποίων άλλους μεν εφόνευον, άλλους δε ζώντας μετέφερον εις Μεσολόγγιον».

Ο Κασομούλης (Όπ.π.σ. 237) δίνει επίσης μια συνταρακτική εικόνα των σκη­νών που επακολούθησαν την επομένη: «Η φρουρά όλη έτρεχεν και εφιλούσεν τους σωθέντας συναδέλφους των εις την Κλείσοβαν. Όλοι επήγαν δια να ιδούν το τρομερόν θέαμα την αυγήν. Επήγα και μόνος μου, αφού τους εφίλησα επαρατήρησα και είδα γύρωθεν επτά σωρούς φονευμένους και στιβασμένους ένας επάνω στον άλλον, οίτινες ήταν οι φύλακες των σημαιών, φονευόμενοι καθ' ον χρόνον έτρεχαν να φυλάξουν τας σημαίας. Οι σωροί απείχον έως μίαν οργυιά από την τάφρον, τόσον είχαν πλησιάσει. Η λίμνη ήταν σκεπασμένη από τα πτώματα16 έως μίαν βολήν μακράν και πλέοντα εκυμάτιζαν ωσάν φροκαλίδια επάνω εις την ακρογιαλιάν».

Ο Μίχος αναφέρει ακόμη ότι «1500 λογχοφόρα όπλα του τακτικού Αιγυπτιακού Στρατού και υπέρ τας 100 κα­ραμπίνας και άλλα τόσα ξίφη Αξιωματικών, 13 σημαίαι της ημισελήνου και 10 τύμπανα και άλλα πάμπολλα λάφυρα απετέλεσαν το Ελληνικόν Τρόπαιον».

   Ας ακούσουμε επίσης ένα χαρακτηριστικό περιστα­τικό που έλαβε χώρα την επομένη (το ίδιο με μερικές παραλλαγές, αναφέρει και ο Κασομούλης) και που περιλαμβάνει στ' απομνημονεύματά του ο Σπυρο-Μήλιος17.

«Ο Καπετάν Πασιάς, όστις έστεκεν με τον στόλον προ­σορμισμένος και είδε μακρόθεν τας τουρκικάς σημαίας θεμένας επί του προμαχώνος της Κλείσοβας, εσυμπέρανεν, ότι εκυριεύθη· όθεν έστειλεν εν πλοιάριον, εις το οποίον ήτον τριάκοντα Τούρκοι, δια να συγχαρεί εκείνον τον Βεζύρην, όστις έφερε τα νικητήρια· το πλοιάριον επλησίασεν εις την Κλείσοβαν και δεν παρετήρησεν ότι αι σημαίαι ήτον ανάποδα- μάλιστα ο Καπετάν Γιαννάκης Τζαβέλλας, αδελφός τον Στρατηγού, όστις ευαρεστείτο να μη ξουραφίζει τα γένεια του, τους επαρρησιάσθη έξω του προμαχώνος, τους ωμίλησεν Τούρκικα και τους επροσκάλεσεν να εβγούν εκ του πλοίου. Οι Τούρκοι απατηθέντες από την γλώσσαν και από τα γένεια εβγήκαν και ούτως τους εσύλλαβαν οι Έλληνες όλους, πλην δεν κατεδέχθησαν να τους κακοποιήσουν, αλλά μόνον τους αφόπλισαν και τους έστειλαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον δια να παρηγορήσουν τους υπερήφανους Βεζυράδες, οίτινες μετά την αποτυχίαν ήτον πολλά μελαγχολικοί».

Πέντε μέρες πέρασαν και οι ορδές του εχθρού βρίσκονταν στην ίδια παραζάλη και βουβαμάρα. Οι Αραπάδες ολοένα ξετρύπωναν από τη λίμνη κι ούτε αυτός ακόμη ο Μπραΐμης δεν ήξερε την κατάσταση του ασκεριού του. Από τότε πλάστηκε και ο θρύλος πως τις νύχτες βογγάει το αίμα των Αραπάδων στην περιοχή της Κλείσοβας. Θα αντιπαρέλθουμε και άλλα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την πανωλεθρία που υπέστησαν τότε οι Τουρκοαιγύπτιοι και θα μνημονεύσουμε μόνο την εκτίμηση του Στασινόπουλου (Όπ. π.σ. 204) κατά την οποία «οι Τουρκοαιγύπτιοι είχαν καταληφθεί υπό τόσου πανικού, ώστε εάν οι πολιορκούμενοι απεφάσιζαν να κάμουν την Έξοδον την νύκτα εκείνην, όλοι θα εσώζοντο και κανείς δεν θα έπιπτε».

Έτσι έληξε με την βοήθεια της Θεομήτωρος η «πανήμερος», όπως ονομάσθηκε, μάχη της Κλείσοβας, επειδή κράτησε από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο της 25ης Μαρτίου 1826.

Στη μάχη της Κλείσοβας, οι απώλειές μας έφθασαν γύρω στους 60 ηρωικούς νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και αρκετοί Μεσολογγίτες.

Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν, σύμφωνα με τους παρόντες τότε στο Μεσολόγγι απομνημονευματογράφους, κατά μεν τον Ν. Κασομούλη (Όπ.π.σελ. 237) σε 2.500 νεκρούς, «εκτός των όσων εσυνελάμβανον οι πλοιαροκονταρισταί ζώντας την αυγήν, ζητώντας την συμπάθειάν των (τους οποίους εφόνευον)», κατά δε τον Αρτέμιο Μίχο (Όπ.π.σελ. 54) σε 3.500 φονευθέντες και πληγωθέντες. Τέλος, ο Σπυρο-Μήλιος (Όπ.π.σελ. 221), κατά μαρτυρίαν του Παπαλουκά, μνημονεύει 3.500 νεκρούς, εκτός των πληγωμένων.

Η απίστευτη κυριολεκτικά δυσαναλογία μεταξύ των απωλειών που υπέστη η φρουρά της Κλείσοβας και των αντιστοίχων των Τουρκοαιγυπτίων, θα πρέπει, εκτός των άλλων, ν' αποδοθεί και στο γεγονός ότι η μικρή έκταση του νησιού (περίμετρος περίπου 300 βήματα) επέτρεπε μόνο τις κατά κύματα και με μικρή σχετι­κώς δύναμη επιθέσεις του εχθρού, επίσης στο ότι ο λασπώδης βυθός δυσκόλευε σοβαρά τις κινήσεις των επιτιθεμένων, η δε τοποθέτηση υποθαλάσσιων εμποδίων (πασσάλων) μπρος από τα κράσπεδα του νησιού απέτρεπε την προσόρμιση λέμβων.

Για τα πτώματα των Τουρκοαιγυπτίων, ο Φάνης Μιχαλόπουλος18, αναφέρει: «... φρικιαστική πραγματικώς είναι η περιγραφή την οποίαν μας έδωκεν ο ιατρός της φρου­ράς κι ένας από τους σωθέντες μετά την Έξοδον αγωνιστές ο Λευκάδιος Στεφανίτσης εις την «Απλήν και μεμαρτυρημένην έκθεσίν» του (εν Ναυπλίω 1836). Μετά την μάχη της Κλείσοβας, προβλέποντας ούτος μεγαλύτερη έλλειψη τροφών, επρότεινε όπως τα πτώμα­τα των Αιγυπτίων αλατισθούν και δοθούν για τροφή εις τους κατοίκους. Αλλά η πρόταση απορρίφθηκε και μόνη τροφή που τους απόμεινε ήσαν τα χελιδόνια της ανοίξεως».

Θα αντιπαρέλθουμε τον σκόπελο να μνημονεύσουμε ιδιαίτερα διακριθέντες και θ' αρκεσθούμε στη διατύπωση του Μεσολογγίτη ιστορικού και πρώτου Πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Τρικούπη, κατά τον οποίο «ήρως αυτόχρημα ανε­δείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας». Θα επαναλάβουμε, επίσης, ότι παρά το πλευρό των ανδρών πολέμησαν ηρωικά και Μεσολογγίτισσες.

Στο αιματοπότιστο νησί

μια χούφτα παλληκάρια

Το μέγα δένδρο ανάστησε

με τα χρυσά κλωνάρια

Ω! Μεσολόγγι! Ω! Δόξας γη!

Κι΄αστράφτει στον αιώνα

η Κλείσοβα του ολόφωτου

Μετώπου σου Κορώνα!

Κωστής Παλαμάς

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

   Η πολυθρύλητη μάχη της Κλείσοβας, αν θεωρηθεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα τόσα άλλα περίλαμπρα περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη δι­άρκεια της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγίου, αναμφίβολα θα πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές και πολυαίμακτες συγκρούσεις κατά τον ιερό Αγώνα της Φυλής. Η τρομακτική φθορά που υπέστησαν τα λεφούσια των Τουρκοαιγυπτίων, μόνο με τη νίλα της Στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια τον Ιούλιο του 1822 απ' τον Κολοκοτρώνη μπορεί να παραβληθεί. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι έναντι 130 περίπου ηρωικών προμάχων της, η υπεροχή του εχθρού σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικά μέσα ήταν όχι απλώς συντριπτική, αλλά πρωτοφανής (1:25 αναφέρουν οι ιστορικοί), το έπος της Κλείσοβας θα πρέπει χω­ρίς υπερβολή να καταγραφεί ίσως -τηρουμένων των αναλογιών- σαν το μοναδικό νικηφόρο περιστατικό στην πολεμική ιστορία και όχι μόνο την Ελληνική.

Δυστυχώς, η περιφανής αυτή νίκη που έστεψε τα ιερά όπλα των γενναίων υπερασπιστών της, δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια, όπως άλλωστε ο ίδιος ο Μπραΐμης σ' ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας ομολόγησε μετά από λίγο καιρό στον Γάλλο Δεριγνύ: «Βλέπεις πώς λιώνουν τα χιόνια εκείνων των βουνών; Έτσι ακριβώς θα λιώναμε και εμείς αν το Μεσολόγγι είχε τρόφιμα για κάμποσες μέρες».

Ο ελληνικός στόλος, αρκετά αδύνατος τώρα, στις αμέσως επόμενες μέρες, δεν μπόρεσε να διασπάσει τον ασφυκτικό κλοιό του εχθρού και να ανεφοδιάσει με τρόφιμα τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» κι έτσι ό,τι δεν κατόρθωσαν τα πολυ­άριθμα ασκέρια του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, το πέτυχε η πείνα, «αυτή η μαύρη και απαίσια στρίγγλα», κατά το χρονικογράφο, με τα γνωστά επακόλουθα.

Έτσι, για να ξαναγυρίσουμε στην αφήγησή μας, η Κλείσοβα δεν έπεσε. Πατήθηκε από τον εχθρό μετά την Έξοδο, όταν δεν υπήρχε πια Μεσολόγγι.

Θα αποτολμήσουμε, επίσης, μια σύντομη κριτική της Μάχης από καθαρώς στρατιωτικής σκοπιάς μ' όλο το σεβασμό προς τους αθάνατους προγόνους μας.

Θα σημειώσουμε έτσι, από πλευράς προπαρασκευής, την επιτήδεια οχύρωση του νησιού και ιδίως την επινοητικότητα του Σωτηρόπουλου, για την τοποθέτηση πασσά­λων στον υποθαλάσσιο χώρο γύρω από το νησί, που προσομοιάζει με τα μέσα που χρησιμοποιούνται σήμερα κατά την άμυνα των νήσων και περιλαμβάνουν εγκατάσταση υποβρυχίων ναρκοπεδίων και λοιπών κωλυμάτων, εγγύς των ακτών αποβάσεως.

Θα επισημάνουμε ότι οι διατεθείσες δυνάμεις και τα μέσα για την άμυνα του νησιού ήταν μάλλον ανεπαρκή, εν όψει μάλιστα των διαφανέντων πλέον σχεδίων του εχθρού, τόσο με την προηγηθείσα άλωση του Βασιλαδιού και του Ντολμά, όσο κι από τις ενέρ­γειες της προτεραίας της επίθεσης. Η έγκαιρη προώθηση στο νησί επί πλέον 2 έως 4 πυροβόλων και αριθμού μαχητών, καθώς και των απαραιτήτων εφοδίων και πυρομα­χικών, εκτιμάται ότι θα συνέβαλε πλέον αποτελεσματικά στη διεξαγωγή του αγώνα.

Θα διατυπώσουμε την άποψη, ότι ο εχθρός με τις παραπλανητικές του κινήσεις, πέτυχε τακτικό αιφνιδιασμό σε βάρος των αμυνομένων, διότι όλοι πίστεψαν ότι η επίθεση στρεφόταν κατά του Ανεμόμυλου και του Μεσολογγίου. Απόρροια τούτου ήταν, η συνακόλουθη ενίσχυση του νησιού να επιχειρηθεί άκαιρα, ασυντόνιστα και με δυνάμεις μεταγγιζόμενες «στάγδην», με πρωτόβουλες, παράτολμες έως και απέλπιδες, θα λέγαμε, προσπάθειες.

Θα παρατηρήσουμε τη σημειωθείσα έλλειψη κυρίως νερού και πολεμοφοδίων, η οποία είναι εν μέρει δικαιολογημένη, λόγω της σφοδρότητας και διάρκειας της μάχης.

Θα τονίσουμε την παράλειψη εκπόνησης υπό της συλλογικής Κεντρικής Διοικήσεως (μάλλον αυτό ήταν μειονέκτημα) επαρκών όσο και αναγκαίων σχεδίων ενίσχυσης και υποστήριξης με δυνάμεις και πυρά της φρουράς του νησιού, προ και κατά τη διεξαγωγή του αγώνα.

Η Κλείσοβα, όπως θα λέγαμε στη στρατιωτική ορολογία, βρισκόταν «εντός βε­ληνεκούς υποστηρίξεως και αποστάσεως ενισχύσεως», από τις φίλιες γραμμές.

Θα υπενθυμίσουμε ακόμη, ότι κατά τη διεξαγωγή της μάχης δεν εκδηλώθηκε σχέδιο αντιπερισπασμού από τη φρουρά του Μεσολογγίου, τα γνωστά εκτός των Τειχών γιουρούσια της Φρουράς. Μετά δε τη δεινή ήττα του αντιπάλου, δεν επι­διώχθηκε σε ανάλογη έκταση η εκμετάλλευση της επιτυχίας, έναντι ενός εχθρού πλήρως εξουθενωμένου. Ενδεχομένως, η απουσία του Κ. Τζαβέλλα, που πρωτο­στατούσε στα εγχειρήματα αυτά και διοικούσε τη «βοήθεια», ή ακόμη η μεγάλη εξασθένηση του οργανισμού τους απ' την ασιτία, δηλαδή η έλλειψη φυσικών δυνάμεων, να μην επέτρεψαν την εκδήλωσή τους.

Τέλος, θα πρέπει ιδιαιτέρως να εξάρουμε, τόσο την ανεκτίμητη σημασία της Ηγεσίας, όσο και την ανυπολόγιστη αξία των Ηθικών Δυνάμεων της Φρουράς, στοιχεία τα οποία διαδραμάτισαν ακόμη μια φορά τον κυρίαρχο ρόλο στο πεδίο της Μάχης και κατίσχυσαν της, όχι απλώς συντριπτικής, αλλά πρωτοφανούς υπε­ροχής του εχθρού σε δυνάμεις και μέσα.

Και για να συμπληρώσουμε τα σχετικά με τη Φρουρά της Κλείσοβας, σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με το Σχέδιο της Εξόδου, το Σώμα της Κλείσοβας, με τους αρχηγούς του Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, αποχώρησε την ίδια νύχτα (10 Απρ. 1826) με πλοιάρια από το νησί και κατέλαβε το δεξιό πλευρό των εξερχόμενων δίπλα στη φάλαγγα των γυναικόπαιδων, υπέστη δε σοβαρότατες απώ­λειες, αντιμετωπίζοντας, αρχικά το Ιππικό των Αιγυπτίων στον κάμπο του Μποχωριού, και εν συνεχεία την ενέδρα των Τουρκαλβανών, κοντά στον Αη Συμιό.

Ο Κασομούλης (όπ.π.σ. 283) αναφέρει ότι «από τους 76 άνδρες του Χ.Χ. έμειναν μόνον 17-20».

Αξίζει, τέλος, να μνημονευθεί και η σύγκριση που έκανε ο γνωστός οπλαρχηγός Σουρμελής, όταν ύστερα από ένα χρόνο, συμμετέχοντας το 1827 στην πολιορκία της Ακροπόλεως, εξοργισμένος από σχετική ιταμή πρόκληση συναδέλφων του, απάντησε όπως μας περιγράφει ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά»: «Μιας ημέρας μόνον μίαν πράξιν εκείνης της Φρουράς (του Μεσολογγίου), και να μάσης όλαις ταις πράξεις της Φρουράς αυτής (της Ακροπόλεως) και τριών ακόμη χρόνων (καθ' υπόθεσιν), δεν συγκρίνεται. Δεν εννοώ (το κατόρθωμα) της Εξόδου...., αλλά μόνον της Κλείσοβας (την μάχην θα ήρκει) να έχης κατά νουν».

Κλείνοντας την αφήγησή μας, θα προσθέταμε ότι το νησάκι σήμερα έχει πε­ρίπου καταποντιστεί, έρμαιο των κυμάτων και της αδιαφορίας όλων μας και ότι τόσο το ιστορικό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος όσο και ο Τύμβος των Πεσόντων απειλούνται με κατάρρευση. Πολλά λέγονται για την αξιοποίηση της λιμνοθάλασ­σας, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται και η διάσωση του νησιού με την εκτέλεση σειράς έργων. Ας ευχηθούμε, τα σχέδια αυτά σύντομα να υλοποιηθούν, πριν να είναι πολύ αργά και ας ελπίσουμε, μαζί μ' αυτά, ν' αναβιώσουν και τα ωραία έθιμα και οι παραδόσεις μας και ακόμη κατά την επέτειο της Μάχης που συμπίπτει με την Εθνική μας Εορτή της 25ης Μαρτίου, να τελούνται στο νησάκι επιμνημόσυνη δέηση και άλλες εκδηλώσεις, σαν ένδειξη της ελάχιστης ευγνωμοσύνης και φόρου τιμής σ' εκείνους που θυσιάστηκαν τότε, για νάμαστε ελεύθεροι εμείς σήμερα, έχοντας πάντοτε στο νου μας, το γνωστό αξίωμα: «Λαοί που λησμόνησαν την Ιστορία και τις παραδόσεις τους, χάθηκαν στο διάβα του χρόνου».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

* Χ. Αγγελομάτη: «Το Μεσολόγγι στο Σταυροδρόμι της Δόξης». Αθήνα, 1973.

* Κ. Αλεξανδρή: Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος, 1821-29. Αθήναι, 1930..

* Αντ. Αντωνιάδη: «Μεσολογγιάς» Έπος ιστορικόν. Αθήναι, 1876.

* Π. Αργυρόπουλου: «Αι τρεις Πολιορκίαι του Μεσολογγίου και η Έξοδος της Φρουράς αυτού». Αθήναι, 1926.  Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης.

* Ζώη Βλασσοπούλου: «Η Τελευταία Νυξ του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1895.

*  Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ).

* Αν Γούδα: «Βίοι Παράλληλοι». Αθήναι, 1872.

* Σ. Θεοφανίδη: Ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού». Αθήναι, 1932.

* Κανέλλου Δεληγιάννη: «Απομνημονεύματα». Αθήναι, 1854.

* Χρ. Ευαγγελάτου: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.

* Γ. Ζαλοκώστα: «Κλείσοβα» ποίημα. Αθήναι, 1850.

* Ιωαν. Ιωαννίδη: «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου». Μεσολόγγιον, 1926.

* Νικ. Κασομούλη: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων». Αθήνα, 1939-1942.

* Διον. Κόκκινου: «Η Ελληνική Επανάστασις». Αθήναι, 1956 -1960.

* Ν. Κολόμβα: «Η Εποποιία της Κλείσοβας». Αθήνα, 1996.

* Λάμπρου Κουτσονίκα: «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1863.

* Κ. Κώνστα: «Άπαντα» Τόμος 1ος. Αθήνα, 1991.

* Τ. Λάππα: «Δοξασμένη Έξοδος», Αθήνα, 1960.

* Ιωαν. Λούβρου: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Αθήναι, 1955.

* Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ: «Ελληνικά Χρονικά». Αθήναι, 1926.

* Νικ. Μακρή: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.

* Οδυσ. Μαρούλη: «Τελευταία Πολιορκία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1925.

* «Μεσολόγγι» Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Αθήνα, 1976.

* Φάνη Μιχαλόπουλου: «Οι Τελευταίες Στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήναι, 1957.

* Αρτεμίου Μίχου: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1956.

* Κωστή Παλαμά: «Στην Κλείσοβα». Επίγραμμα. Μεσολόγγι, 1894.

* Ευαγ. Παντελίδη: «Πολιορκία και Έξοδος του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1904.

* Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Αθήναι, 1932.

* Κ. Πετροπούλου: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου». Αθήνα 1971.

* Εμμ. Πρωτοψάλτη: «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου». Αθήναι 1964.

* Ι. Ράγκου: «Μελέτη περί της Ιεράς Επαναστάσεως». Αθήναι, 1902.

* Ν. Σπηλιάδου: «Απομνημονεύματα του 21». Αθήναι, 1852-1859.

* Σπυρομήλιου: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1883.

* Κ. Στασινόπουλου: «Το Μεσολόγγι». Αθήναι, 1925.

* Σπυρίδωνος Τρικούπη: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1888.

* Γ. Τσατσάνη: «Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο Ήρωας της Κλείσοβας». Αθήνα, 1960.

* Στεφ. Τσίντζου: «Το Μεσολόγγι Κοιτίς της Ελευθερίας». Αθήνα, 1936.

* Νικήτα Φιλιππόπουλου: «Το Μεσολόγγι στο διάβα του χρόνου». Αγρίνιο, 2003.

* Δημήτρη Φωτιάδη: «Μεσολόγγι». Αθήνα, 1958.

Ξένη

* Spiridion Balbi (De Missolongni): «La Grece Regeneree». Paris, 1833.  

* J. Dimakis: La Presse Frangaise face a la chute de Missolonghk Thessaloniki, 1976.

* Auguste Fabre: «Histoire du Siege de Missolonghi». Paris, 1827.

* Filip Tames Green: «Sketches of the War in Greece». London, 1827.

* Alfonse Nuzzo Mauro: «L Catastrofe di Mesolongi». Napoli, 1830.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 Σύμφωνα με τα «Ελληνικά Χρονικά» αποβιβάστηκαν: «Στρατεύματα τακτικά μετά των πυροβολιστών του Ιμπραήμ, οδηγούμενα από αξιωματικούς Γάλλους 8.600 Στρατεύματα άτακτα του ιδίου, από Κρήτης, Μοθώνης, Λάλα κλπ. 2.400, Αλβανοί μισθωτοί του ιδίου 2.200, Μαμελούκοι 1.200, Κοζάκοι του Τοπάλ 500, Ιατροί, υποϊατροί, υπηρέται των ασθενών και φροντισταί των τροφών 350, το άθροισμα 15.250».

2 Την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ (1798-1826) από 1 Ιαν. 1824 έως 20 Φεβ. 1826, όταν από εχθρική οβίδα καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα του τυπογραφείου.

3 Λάμπρος Κουτσονίκας: «Γενική Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων», Αθήναι 1863, Τ. Β' σ. 115.

4 Ο Ιταλός γιατρός Alfonso Nuzzo Mauro στην υπηρεσία του Ιμπραήμ στο βιβλίο του «La Catastrofe di Mesolongi», Napoli 1830, σχετικά αφηγείται: «Ένας Λόχος γενναίων Τούρκων μπαλτατζήδων (σκαπανέων) γέμισε αυτά τα περάσματα με άμμο κάτω από τα αδιάκοπα πυρά τον φρουρίου (Βασιλαδιού)».

5 Νικόλαος Μακρής: «Ιστορία του Μεσολογγίου», Μεσολόγγιον 1908, σελ. 47.

6 Δημήτρης Φωτιάδης: «Μεσολόγγι», Αθήνα, 1958.

7 Νικόλαος Κασομούλης: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», Αθήνα 1939-1942, τ. Β'. σ. 199, 200.

8 Auguste Fabre: «Histoire du Siege de Missolonghi», Paris 1827.

9 Ιω. Ιωαννίδης: «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου», Μεσολόγγιον 1926.

10 Ι. Μακρυγιάννης: «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1904.

11 Αρτέμιος Μίχος: «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1956, σ. 50.

12 Κατά τον Δίον. Κόκκινο «Η Ελληνική Επανάστασις» Αθήναι 1956-1960, το περιστατικό αυτό συνέβη κατά την επίθεση των Αιγυπτίων, χωρίς όμως και να θεωρείται ως επικρατέστερη αυτή η άποψη, δοθέντος ότι κρίνεται ως εγκυρότερη η γνώμη των παρόντων ιστοριογράφων Ν. Κασομούλη και Α. Μίχου, όπως εκτίθεται παραπάνω.

13 Κατά τον Ν. Κασομούλη (τ. Β'. σελ. 232), η προσπάθεια του Γ. Τζαβέλλα και των υπολοίπων, είχε προηγηθεί της ενέργειας του Κ. Δροσίνη.

14 Αν. Γούδας: «Βίοι Παράλληλοι», Αθήναι 1872.

15 Κ. Στασινόπουλος: «Το Μεσολόγγι», Αθήναι 1926, σ. 204.

16 Ο Αρ. Μίχος (Όπ.π.σ. 54) σχετικά παρατηρεί: «Τα πτώματα ταύτα ήσαν του Αιγυπτιακού στρατού. Εκ του στρατού δε του Κιουταχή μόνα τα πτώματα των δύο αυτού σημαιοφόρων έμειναν εκεί, τα δε άλλα εβλέπομεν ιδίοις οφθαλμοίς ότι διαρκούσης της μάχης, τα μετέφερον οι σύντροφοί των επί των ώμων των μέχρι της ξηράς, εκεί δε τα ανεβίβαζον εις ίππους και τα έπεμπον εις το στρατόπεδόν των, η μετακόμισις δε αύτη ήτο διηνεκής και πυκνή».

17 Σπυρομήλιος: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου», Αθήνα 1883, σ. 221.

18 Φάνης Μιχαλόπουλος: «Οι τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήναι 1957.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ

ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010

 

ag markos

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

   Ο σουλτάνος εξοργισμένος σκέφτηκε στην αρχή να πολιορκήσει την Κωνσταντι­νούπολη και δεν απομακρύνθηκε από την εκτέλεση της απόφασης αυτής παρά μόνο από το μεγάλο βεζίρη Χαλήλ πασά, ο οποίος από τότε επειδή έπαιρνε δώρα από τους δι­κούς μας και γι' αυτό τους υπεράσπιζε, παρατήρησε στον κύριό του ότι, αν παρου­σιαζόταν ο έσχατος εκείνος κίνδυνος, ο βα­σιλιάς με κάθε τρόπο θα συμφωνούσε την ένωση και θα πετύχαινε έτσι τη βοήθεια ολόκληρης της Δύσης, ενώ αν συνεχίσουν να ειρηνεύουν, θα είναι άγνωστη η έκβαση των διαπραγματεύσεων. Και αν μεν κατορ­θωθεί η ένωση, μπορούν να αναβάλουν την προσβολή, αν όχι, μπορούν να την επιχειρή­σουν με περισσότερη ελπίδα επιτυχίας. Γι' αυτό μέχρι σ' ένα σημείο είχε δίκιο ο Φραν­τζής να λέει ότι η υπόθεση αυτή της συνό­δου «ην αιτία πρώτη και μεγάλη, ίνα γένηται η κατά της Κωνσταντινουπόλεως των ασεβών έφοδος, και από ταύτης πάλιν η πο­λιορκία και η αιχμαλωσία και τοσαύτη συμ­φορά ημών». Η πολιορκία και η άλωση θα γίνονταν βέβαια και χωρίς τη σύνοδο και τα σκανδαλώδικα επακολουθήματά της, αλλ' ότι όλα αυτά, όπως έγιναν στο τέλος, επιτά­χυναν την κρίση, είναι αναμφισβήτητο. Απ' την άλλη τα πνεύματα στον ανατολικό χρι­στιανικό κόσμο δεν είχαν διάθεση να θυσιά­σουν ούτε ελάχιστο μέρος της εκκλησιαστι­κής ανεξαρτησίας, έστω και με την ελπίδα να σώσουν την πολιτική ανεξαρτησία. Ο βασι­λιάς Ιωάννης νόμιζε βέβαια αναγκαίο να γί­νουν παραχωρήσεις, αλλ' ήταν άραγε πιθανό ότι θα μπορέσει να επιβάλει τη γνώμη του, αφού ο ίδιος ο αρχηγέτης του οίκου του, που ήταν πολύ ισχυρότερος, έγινε στο τέλος θύμα παρόμοιων επιθυμιών. Και το πιο παρά­ξενο, ο τότε οικουμενικός πατριάρχης Ιωσήφ αν και παιδευόταν από αρρώστια που επρόκειτο μετά από μερικούς μήνες να προ­καλέσει το θάνατό του, αποφάσισε σχεδόν με μεγάλη προθυμία να ακολουθήσει το βα­σιλιά σ' αυτή την κοπιαστική οδοιπορία, όχι για να τον βοηθήσει να πετύχει τη βοήθεια της Ευρώπης, αλλά για να πάρει θέση μάλ­λον ανεξάρτητη απέναντι στην κοσμική εξ­ουσία, φανταζόμενος δηλαδή ότι θα συνθη­κολογήσει με τον πάπα με βάση την ισοτιμία και ότι έτσι θα γυρίσει στην Κωνσταντινού­πολη πολύ ισχυρότερος από άλλοτε.

Ο Έλ­ληνας ιστοριογράφος της συνόδου στη Φλωρεντία Συρόπουλος το βεβαιώνει κατη­γορηματικά, λέγοντας˙ «και δια του πάπα εθάρρει ελευθερώσαι την εκκλησία από της επιτεθείσης αύτη δουλείας παρά του βασι­λέως». Αληθεύει ότι η μεσαιωνική μας βασι­λεία είχε πολλές φορές την αξίωση να κανο­νίζει με δική της γνώμη τα εκκλησιαστικά πράγματα και ότι στην τελευταία της περί­οδο κυρίως, όταν είχε τελείως σταματήσει ο κίνδυνος απ' τις μεγάλες αιρέσεις, η αξίωση εκείνη ήταν παράλογη. Αλλά ήταν άραγε ο καιρός κατάλληλος για τέτοιες γκρίνιες; Και ήταν δυνατό να ελπίσει κανείς ότι η δια­πραγμάτευση θα γινόταν με βάση την ισοτι­μία; Τουλάχιστο ο βασιλιάς Ιωάννης, όπως φαίνεται, δεν είχε ψευδαισθήσεις και έφευγε για να πετύχει με κάθε θυσία περισ­σότερο την ευρωπαϊκή βοήθεια, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στην ολέθρια εντύπωση, που επρόκειτο να προξενήσει η θυσία αυτή στους υπηκόους του και στον ανατολικό κλήρο.

Για να έχει μάλιστα όσο γίνεται περισσό­τερους συμμέτοχους της θυσίας στην οποία ετοιμαζόταν, πήρε μαζί του, εκτός από τον οικουμενικό πατριάρχη Ιωσήφ, πολυάριθ­μους άλλους αρχιερείς και καλόγηρους και κληρικούς λόγιους άντρες. Οι πιο ξεχωριστοί απ' τους αρχιερείς που τον ακολούθησαν στη σοφία και ευγλωττία ήταν οι επίσκοποι Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός, Σάρδεων Διο­νύσιος και Νίκαιας Βησσαρίων, οι οποίοι στην περίσταση αυτοί προβιβάστηκαν σε αρ­χιεπίσκοπους. Εκτός απ' αυτούς συνόδεψαν το βασιλιά οι αρχιεπίσκοποι και επίσκο­ποι Τραπεζούντας, Ηράκλειας, Νικομή­δειας, Κυζίκου, Τουρνόβου, Μονεμβασίας, Λακεδαίμονας, Αμάσειας, Μυτιλήνης, Σταυροπόλεως, Μολδοβλαχίας, Ρόδου, Μελενίκου, Δράμας, Γάνων, Δρίτσας και Αγχιάλου˙ ακόμα δε κι ο μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος, σαν επίτροπος της ρωσικής εκ­κλησίας. Ακολουθούσαν επίσης οι τοποτηρητές των πατριαρχών Αντιόχειας, Αλεξάν­δρειας και Ιεροσολύμων και όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί της μεγάλης εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στους οποίους ο μεγάλος εκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος, που έγραψε και την ιστορία της Φλωρεντινής συνόδου. Δε θ' αναφέρουμε λεπτομερέστερα τους ηγούμενους, τους μοναχούς, τους ψάλτες και τους άλλους κληρικούς που επιβιβάστηκαν στη ναυτική εκείνη μοίρα, για την οποία μπορούμε στ' αλήθεια να πούμε ότι έφερε την τύχη του ελληνικού έθνους, αλλά οφείλουμε να μνη­μονέψουμε ανάμεσα στους λόγιους άντρες, το γνωστό σε μας πια Γεμιστό και το Σχολάριο, που ήταν τότε καθολικός κριτής, και αρ­γότερα αφού άλλαξε όνομα σε Γεννάδιος αναδείχτηκε πρώτος, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οι­κουμενικός πατριάρχης. Για να δοθεί στην Ανατολική Εκκλησία όσο γίνεται μεγαλύ­τερη αξιοπρέπεια, επιβιβάστηκαν στα καρά­βια τα πολυτιμότατα σκεύη της εκκλησίας της Σοφίας του Θεού και τα βασιλικά κειμή­λια και κάθε λείψανο μ' ένα λόγο της αρχαίας λαμπρότητας. Γι' αυτό το σκοπό ο βασιλιάς έδωσε στον κλήρο 6.000 φιορίνια απ' τις 15.000 που πήρε από τους Λατίνους εξ αιτίας των οδοιπορικών εξόδων, και η διανομή τους έδωσε αφορμή σε πολλές αηδιαστικές δια­μάχες, που, όπως δεν έπρεπε, επρόκειτο να ξαναγίνουν λόγω του σιτηρέσιου που αργό­τερα ο πάπας μοίρασε στους δικούς μας ενώ διαρκούσε η σύνοδος. Αλλά από τις εξευτε­λιστικές αυτές περιστάσεις ας δώσουμε την προσοχή μας για παρηγοριά στις δυο ακολουθίες που ψάλθηκαν λίγο πριν την αναχώ­ρηση στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και στο μοναστήρι της Οδηγήτριας, οι οποίες ήταν στ' αλήθεια αξιοπρεπέστατες και όπου κατανυκτικά αντήχησε μαζί με τ' άλλα το «έτι δεόμεθα υπέρ ειρήνης, ευοδώσεως, διορ­θώσεως και ενώσεως των εκκλησιών του Χριστού».

Τελικά η λαμπρή αυτή και πολυάριθμη συνοδεία ταξίδεψε από την Κωνσταντινού­πολη στις 27 Νοεμβρίου 1437 (η, όπως αριθ­μούσαν οι δικοί μας από την κτίση του κό­σμου 6.946). Απ' τις πολλές και ποικίλες πε­ριπέτειες του μεγάλου της ταξιδιού δε θ' αναφέρουμε παρά ότι ο βασιλιάς Ιωάννης απ' τη μια για ν' αποφύγει το γύρο της Πελο­ποννήσου, και απ' την άλλη για να επισκεφ­τεί τ' αδέρφια του που εξουσίαζαν εκεί και να τους παρακινήσει σε ομόνοια, κατέβηκε στις Κεγχρεές και αφού πέρασε τη χερσό­νησο έφιππος έφτασε στην Πύλο, όπου βρήκε το καράβι του. Αφού ανέβηκε αμέσως συνέχισε το ταξίδι για τη Βενετία, όπου έφ­τασε στις 3 Φεβρουαρίου 1438 και τον δέ­χτηκαν πάρα πολύ καλά.

Ανάμεσα όμως στα θαυμάσια που είδαν στην πόλη αυτή οι επίσημοι εκείνοι ξένοι ήταν και τα έργα της τέχνης και οι άλλοι θη­σαυροί που άρπαξαν οι Λατίνοι απ' την Κων­σταντινούπολη στον καιρό της κυριαρχίας τους· ώστε ακεφιά και λύπη κυρίεψε τους δι­κούς μας, όταν πάτησαν τη χώρα εκείνη με τους κάτοικους της οποίας έρχονταν να συ­νεννοηθούν. Στο μεταξύ ο πάπας έτρεξε να κηρύξει οριστικά ότι η νέα σύνοδος θα συνέρθει στη Φερράρα στις 8 Ιανουαρίου 1438. Και η σύνοδος στη Βασιλεία τον κήρυξε αργό στις 24 Φεβρουαρίου, αλλά οι Έλληνες στη Βενετία μάθαιναν όμως ότι στη Βασιλεία επικρατούσαν πολλές διχόνοιες και ότι αρ­κετοί από τους κοσμικούς ηγεμόνες ιδιαί­τερα δεν έβλεπαν ευχάριστα αυτή την εχ­θρική διάθεση για τον πάπα. Απ' την άλλη ο πάπας και γενικά οι Ιταλοί ηγεμόνες, που επιθυμούσαν φυσικά τη συγκρότηση της νέας συνόδου στη χώρα τους, δεν έπαυαν με ποικίλους τρόπους να αγωνίζονται να προ­σελκύσουν τους δικούς μας στη Φερράρα. Δεν ξέρουμε αν οι γύρω απ' το βασιλιά Ιωάννη δίστασαν για κάμποσο ακόμα καιρό.

Αλλά και αν αποφάσιζαν να πάνε στη Βασι­λεία, πιθανότατα θα εμποδίζονταν απ' τους Ιταλούς που απ' τη χώρα τους έπρεπε να περάσουν. Αν υποτεθεί όμως ότι θα περ­νούσαν η ένωση στη Βασιλεία θα είχε συμφωνηθεί πραγματικά με καλύτερους όρους, αλλά όπως κατάντησαν τα πράγματα ήταν αμφίβολο αν οι κοσμικοί ηγεμόνες θα έκα­ναν σύμπραξη και βέβαιο ότι ο πάπας μπο­ρούσε να πετύχει τη ματαίωση κάθε βοή­θειας απ' αυτούς. Τουλάχιστο η σύνοδος στη Βασιλεία, αν και διακήρυξε στις 24 Μαρτίου παράνομο το συνέδριο στη Φερράρα, αν και συνεδρίασε για πολύ καιρό ακόμα, διαλύ­θηκε το Μάιο του 1449, χωρίς στην ουσία να περιορίσει το αξίωμα της παπικής εξουσίας. Και την αδυναμία της αυτή γνωρίζοντας οι δικοί μας και πειθόμενοι συνέχεια απ' τους Ιταλούς και μη θέλοντας, ίσως και μη μπο­ρώντας να γυρίσουν στην πατρίδα τους τε­λείως άπρακτοι, αποφάσισαν να φύγουν στη Φερράρα.

Και πρώτος έφυγε από τη Βενετία, στις 28 Φεβρουαρίου ο βασιλιάς και μπήκε στις 4 Μαρτίου στη Φερράρα, όπου τον υπο­δέχτηκε ο μαρκήσιος της πόλης αυτής «μετά μεγάλης τιμής, των υιών αυτού πεζή πορευομένων, και ουρανόν ύπερθεν του βασι­λέως αιωρούμενον κατεχόντων. Ούτως ουν προέπεμψεν αυτόν εις τον πάπαν, είτ' εκεί­θεν εις το ίδιον παλάτιον αυτόν ήγαγεν». Σαν πρόφαση για το ότι δεν έφτασαν μαζί ο πατριάρχης με το βασιλιά προτάθηκε η φτώ­χια των μικρών καραβιών με τα οποία έπρεπε να περάσουν τον Πάδο˙ αλλ' επειδή η ετοι­μασία του πλοίου με το οποίο επρόκειτο να περάσει τον Πάδο ο πατριάρχης δεν άργησε καθόλου, γιατί ο πατριάρχης έφτασε στις 7 Μαρτίου, άλλη ολοφάνερα ήταν η αληθινή αιτία για την οποία προχώρησε μπροστά ο βασιλιάς.

Ο Ιωάννης Παλαιολόγος ήξερε ότι και οι δυο ιεράρχες, που επρόκειτο να συναντη­θούν για πρώτη φορά, είχαν αλαζονικές αξιώσεις· και επειδή φοβήθηκε μήπως γι' αυτό δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη ρήξη σ' αυτή την πρώτη τους συνομιλία, θεώρησε συνετό να πάει αυτός πρώτος με την ελπίδα να συμβιβάσει τα πράγματα. Εξηγήσαμε ήδη ότι ο Ιωσήφ πήγε στην Ιταλία για να δια­πραγματευτεί με τον αρχιερέα της Ρώμης με ίσους όρους και αφού πετύχει τέτοια ένωση να γίνει στην Κωνσταντινούπολη ανεξάρτη­τος απ' την πολιτική εξουσία. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς προχώρησε μπροστά απ' αυ­τόν στη Φερράρα, έκφρασε τη δυσαρέσκειά του γι' αυτό λέγοντας· «η ομού έδει αφικέσθαι τον βασιλέα και τον πατριάρχην η προηγείσθαι την εκκλησίαν, ου μην κατόπιν ταύτην ακολουθείν». Και ενώ τέτοια πίστευε ο πατριάρχης, ο πάπας αντίθετα απαιτούσε να προσκυνήσει ο Ιωσήφ το πόδι του στην πρώτη δεξίωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι απ' τους δυο πολιτικούς άρχοντες και τους αρ­χιερείς, που πρώτοι απ' όλους πήγαν στη Φερράρα, «οι μεν άρχοντες ησπάσαντο τον πόδα του πάπα και αναδοχής και ευμενείας έτυχον παρ' αυτού, των δε αρχιερέων μη ασπασαμένων τον πόδα του πάπα, αηδώς λίαν διετέθη προς αυτούς».

Πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι ο βασιλιάς που έφτασε μετά απ' αυτούς δεν υπέκυψε σ' αυτόν τον εξευ­τελισμό˙ τουλάχιστο ο Συρόπουλος δε λέει τίποτα γι' αυτό. Και το βέβαιο είναι ότι, όταν ο πατριάρχης πλησίασε στη Φερράρα στις 7 Μαρτίου, αρνήθηκε να κατεβεί προτού να αποφασιστεί οριστικά με ποιο τρόπο θα γίνει η υποδοχή του, και ενώ ο πάπας επέμεινε στον ασπασμό του ποδιού, ο βασιλιάς υπο­στήριζε με κάθε δύναμη τη διαμαρτυρία του πατριάρχη. Τελευταία ο πάπας υποχώρησε σ' αυτό αξιώνοντας ότι «δια το καλόν της ειρή­νης και ίνα μη γένηταί τις εμποδισμός εις το θείον τούτο της ενώσεως έργον από της πα­ρούσης αιτίας, παραιτείται το ίδιον δίκαιον». Αλλά ενώ στην αρχή είχε αποφασίσει να υποδεχτεί τον αρχηγό της Ανατολικής Εκ­κλησίας με πλήθος αρχόντων και παράσταση μεγάλη, μετά την παραχώρηση που αναφέρ­θηκε πριν, μη θέλοντας να τη γνωστοποιήσει στους πολλούς, όρισε ότι θα υποδεχτεί τον πατριάρχη με τους καρδινάλιους μόνο, σε δικό του κελλί, που όμως ήταν αίθουσα ευ­ρύχωρη όπως θα γίνει ολοφάνερο μετά από λίγο. Συμφώνησε στην τροπολογία αυτή ο πατριάρχης και το πρωί της 8 Μαρτίου, αφού βγήκαν απ' το καράβι και ο Ιωσήφ και οι γύρω απ' αυτόν ιεράρχες και άλλοι αξιωματι­κοί της εκκλησίας, έφυγαν έφιπποι και συ­νοδευόμενοι απ' το μαρκήσιο, τέσσερις καρδινάλιους, 25 επίσκοπους και πολλούς άρχοντες, στο παλάτι που κατοικούσε ο πά­πας.

Πρώτος μπήκε στο κελί που προαναφέ­ραμε ο πατριάρχης με 6 αρχιερείς, τον Τρα­πεζούντας, τον Εφέσου, τον Κυζίκου, τον Σάρδεων, τον Νίκαιας και τον Νικομήδειας· ο πάπας τους υποδέχτηκε και τους φίλησε όρθιος. Μετά από σύντομη συνομιλία κάθισαν όλοι και τότε ήρθαν ο ένας μετά τον άλλο για χαιρετισμό οι υπόλοιποι αξιωματικοί της Δυ­τικής Εκκλησίας απ' τους οποίους ο πάπας σ' άλλους πρότεινε το μάγουλο και σ' άλλους το δεξί χέρι. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο πά­πας καθόταν σε θρόνο πολυτελή και δεξιά του οι καρδινάλιοι «εν καθέδραις ίσαις κατά πάντα και ομοίαις τω υποποδίω του πάπα», και αριστερά ο πατριάρχης «εν ενί των δη­λωθέντων υποποδίων» και μαζί μ' αυτούς παρευρίσκονταν δουλοπρεπώς, λέει ο Συ­ρόπουλος, αυτοί που μπήκαν απ' την αρχή και οι προύχοντες απ' τους αρχιερείς. Γι' αυτό, αν οι ιεράρχες μας απέφυγαν το προσ­κύνημα του ποδιού, στα υπόλοιπα όμως απείχαν απ' το να παρασταθούν σαν ίσοι με ίσους. Μετά το τέλος της δεξίωσης ο πα­τριάρχης έφυγε με συνοδεία όλων των γύρω απ' αυτόν Ελλήνων στο σπίτι που ετοιμά­στηκε γι' αυτόν και την ίδια μέρα κάθισαν όλοι σε γεύμα που δόθηκε απ' το μαρκήσιο για να τιμηθεί ο ερχομός τους. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, έκαναν τη θεία λει­τουργία στο σπίτι του πατριάρχη, και όχι σε κάποια εκκλησία, πανηγυρικά όμως και οπωσδήποτε με την άδεια του πάπα, γιατί παραυρέθηκαν στην τελετή οι επισημότατοι πολίτες της Φερράρας και ο ίδιος ο μαρκή­σιος με πολλή ευλάβεια, παίρνοντας το αντίδωρο απ' τα χέρια του πατριάρχη. Μετά 4 μέρες ο πάπας έκφρασε την ευχήν αρχί­σουν οι συνομιλίες για ένωση, αλλά συμφώ­νησε για μικρή αναβολή στην παρατήρηση του βασιλιά ότι ο πατριάρχης αρρώστησε απ' την ταλαιπωρία του ταξιδιού. Στο μεταξύ ο βασιλιάς θύμισε στον πάπα ότι δεν πρόκειται μόνο για εκκλησιαστική σύνοδο, αλλά και για διαπραγματεύσεις με τους κοσμικούς ηγε­μόνες, οι οποίοι καλό ήταν να προσκληθούν στη Φερράρα γι' αυτό το σκοπό. Σ' αυτά ο πάπας αποκρίθηκε ότι το πράγμα έχει κά­ποιες δυσκολίες εξαιτίας των εμφύλιων πο­λέμων που επικρατούν στην Ιταλία, ότι όμως μέσα στους κατοπινούς τέσσερις μήνες θα παρθεί η πρέπουσα και γι' αυτό φροντίδα.

Μέχρι το σημείο αυτό οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων φαίνονταν να πηγαί­νουν οπωσδήποτε καλά. Αλλά μετά από λίγο άρχισαν οι διαμάχες· και πρώτα για την τροφή, που οι Λατίνοι υποσχέθηκαν να δί­νουν στους ξένους που έρχονταν απ' την Ανατολή. Στην αρχή είχε γίνει λόγος να δίνεται η τροφή σε ατόφια προϊόντα, έπειτα όμως αποφασίστηκε να δίνεται σε χρήματα. Και ορίστηκε λοιπόν ότι θα δίνονται το μήνα στο βασιλιά 30 φλουριά, στον πατριάρχη 25, στο δεσπότη 20 και στους υπόλοιπους από 4 και τρία. Πόσο τιποτένια ήταν η τροφή αυτή βγαίνει απ' το ότι ο πάπας μετά από εικοσαε­τία περίπου μόνο στο δεσπότη Θωμά, που κατάφυγε μετά την κατάκτηση της Πελο­ποννήσου στην Ιταλία, πλήρωνε 300 δου­κάτα το μήνα. Αλλά προς το παρόν ο σκοπός του ήταν να πείσει τους δικούς μας μαζί με τ' άλλα και με χρηματική στεναχώρια στο να τελειώσουν όσο είναι δυνατό γρηγορότερα την υπόθεση, και επειδή δεν πληρωνόταν τακτικά το σιτηρέσιο έγιναν αδιάκοπα τα παράπονα των δικών μας εξ αιτίας του ελεει­νού αυτού ζητήματος. Έπασχαν πραγματικά οι άνθρωποι στερήσεις φοβερές και όλοι οι άλλοι και κυρίως οι ακόλουθοι του βασιλιά και των ιεραρχών.

Ο Συρόπουλος βεβαιώνει ότι οι του βασιλέως γιανίτσαροι κατάντησαν να πουλάνε τα όπλα τους και να βάζουν εν­έχυρο τα ρούχα. Σε τέτοιο σημείο έφτασε η αμηχανία των αντρών αυτών, ώστε ο μεγά­λος πρωτοσύγκελλος, του οποίου ιδιαίτερα ζήτησαν τη βοήθεια επειδή είχε μεγάλη επιρροή στο βασιλιά, αφού δυο και τρεις φο­ρές μάταια μίλησε γι' αυτό στον Ιωάννη Πα­λαιολόγο, αφού έδωσε από μόνος του σ' αυ­τούς ένα φλουρί και μετά μερικές μέρες άλλο, κατάντησε να τους δώσει τα ιερά του επιμάνικα, για να τα πουλήσουν και να φάνε. Το γεγονός αυτό αρκεί για να δώσει σε μας το μέγεθος της φρικτής κατάστασης που πέρασαν οι δικοί μας και εξ αιτίας της λίγης τροφής και της καθυστέρησης της πληρω­μής της. Να μην παραλείψουμε να τραβή­ξουμε την προσοχή του αναγνώστη στο όνομα με το οποίο ο ιστοριογράφος της Φλωρεντινής συνόδου χαρακτηρίζει τους σωματοφύλακες του βασιλιά Ιωάννη. Όπως είδαμε, τους ονομάζει γιανιτσάρους. Και σε κανένα άλλο απ' τους δικούς μας δε συναν­τήσαμε το όνομα αυτό να δίνεται σε κάποιο στρατιωτικό σώμα της μοναρχίας στην Κων­σταντινούπολη, επειδή όμως ο Συρόπουλος το μεταχειρίζεται, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το χρησιμοποιούσαν και να υποθέσουμε ότι οι τελευταίοι Παλαιολόγοι, ακούγοντας τη φήμη των οσμανικών γενιτσάρων, φιλοτι­μήθηκαν να δανειστούν τ' όνομα τους, το οποίο όμως δυστυγώς δεν αρκούσε για να κάνει τους γιανιτσάρους στην Κωνσταντι­νούπολη ισάξιους των νικητών του Κοσυφοπέδιου και της Νικόπολης.

Άλλη αφορμή διχόνοιας ανάμεσα στους δικούς μας και τους Λατίνους έδωσε η πάρα πολύ εύλογη απαίτηση του πατριάρχη να του δοθεί μια από τις εκκλησίες της Φερράρας για να λειτουργεί σ' αυτή στις επίσημες γιορτές. Ο πάπας αποκρίθηκε ότι αυτό δεν είναι στο χέρι του, αλλά στον επίσκοπο της πόλης, ενώ ο επίσκοπος είπε ότι οι πιο μεγά­λοι απ' τους ναούς δεν μπορούν ν' αφαιρε­θούν απ' τον πολύ λαό που εκκλησιάζεται σ' αυτούς και οι μικρότεροι δε θα ευχαριστή­σουν τον πατριάρχη. Και με την πρόφαση αυτή δε δόθηκε το ζητούμενο. Αλλά η σπουδαιότερη δυσκολία στο παρόν ήταν να κανονιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι δυο εκ­κλησίες θα παρασταθούν στη σύνοδο. Μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις γι' αυτό αποφασίστηκε τελικά πως και πότε θα συγκεντρωθούν για το ίδιο Έλληνες και Λα­τίνοι.

Στις 9 Απριλίου ανοίχτηκαν οι πύλες της μητρόπολης στη Φερράρα. Δεξιά του ιε­ρού κάθισε ο πάπας σε θρόνο που είχε ου­ρανό και που ήταν ψηλότερος απ' όλους τους υπόλοιπους· πιο κάτω υπήρχε θρόνος κενός που προοριζόταν για τον αυτοκρά­τορα της Γερμανίας· έπειτα κάθισαν στις έδρες οι καρδινάλιοι, οι αρχιεπίσκοποι, οι ηγούμενοι, οι διδάκτορες, οι απλοί ιερωμέ­νοι και τελευταία όσοι παραβρέθηκαν λιγοστοί πρέσβεις των ηγεμόνων, οι πρίγκιπες, οι δούκες, οι μαρκήσιοι και άλλοι αριστοκράτες της Δύσης. Αφού έγινε η λειτουργία στα λα­τινικά, μπήκαν ο αυτοκράτορας της Ανατο­λής και όλα τα μέλη της ελληνικής εκκλη­σίας, ενώ στέκονταν όρθιοι όλοι οι Λατίνοι. Οι δικοί μας, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν κά­νει την ίδια λειτουργία, αφού ήρθαν παρατάχτηκαν αριστερά από το ιερό ως εξής. Απέ­ναντι από τον αυτοκρατορικό θρόνο της Γερμανίας, κάθισε σε θρόνο χωρίς ουρανό ο αυτοκράτορας της Ανατολής, σε θρόνο μι­κρότερο ο αδερφός του αυτοκράτορα, ο δε­σπότης Δημήτριος˙ μπροστά από τον αυτο­κρατορικό θρόνο οι πρέσβεις του αυτοκρά­τορα της Τραπεζούντας, του μεγάλου δούκα της Μοσχοβίας, του ηγεμόνα της Γεωργίας, των δεσποτών της Σερβίας και της Βλαχίας, οι αυλικοί, οι συγκλητικοί και οι λόγιοι άν­τρες. Δίπλα στον αυτοκρατορικό θρόνο στε­κόταν θρόνος λιγότερο ψηλός, προορισμένος για τον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, ο οποίος όμως δεν παραβρέθηκε γιατί συνε­χιζόταν η αρρώστια του˙ γύρω στον πατριαρ­χικό θρόνο στέκονταν οι πέντε διάκοι του˙ σε κατώτερες έδρες κάθισαν οι τοποτηρητές των τριών πατριαρχών Αλεξάνδρειας, Αντι­όχειας και Ιεροσολύμων έπειτα οι αρχιεπί­σκοποι και επίσκοποι και τελευταία οι αξιω­ματικοί της εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, οι ηγούμενοι, οι παπάδες και οι καλόγηροι του όρους Άθω.

Από την αντιπαράταξη αυτή των Λατίνων και των δικών μας έγινε πάλι φανερό ότι παραβρεθήκαμε σαν κατώτεροι· ιδιαίτερα μάλιστα ματαιώθηκε το όνειρο του πα­τριάρχη Ιωσήφ να πετύχει ταυτόχρονα την ισοτιμία με τον πάπα και αναξάρτητη τάξη με το βασιλιά του. Γιατί, ενώ ο θρόνος του βα­σιλιά ήταν και στη θέση και στο ύψος κατώ­τερος απ' τον παπικό, του πατριάρχη ήταν πάλι ταπεινότερος κι απ' το, βασιλικό. Και το φοβερότερο, και άλλοι ιεράρχες από τους δικούς μας μάλωσαν μεταξύ τους για πρωτεία, και αφού αγανάκτησαν για την τάξη που τους δόθηκε, έδωσαν αφορμή σε πολλά σκάνδαλα. Οπωσδήποτε, αφού συ­γκροτήθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω η σύ­νοδος, διαβάστηκε για το ξεκίνημά της διά­ταγμα του πάπα που περιείχε ότι με τη ρητή συγκατάθεση του αυτοκράτορα και του πα­τριάρχη της Κωνσταντινούπολης και όλων των πατέρων που παρευρίσκονταν στη Φερ­ράρα κηρύσσεται η αρχή της συνόδου που συγκλήθηκε στην πόλη αυτή με το σκοπό της συμφιλίωσης των εκκλησιών «και κηρύττομεν», έλεγε το διάταγμα, «και δίδομεν διορίαν από του νυν μήνας τεσσάρας εις όλους τους τόπους και εις όλα τα ρηγάτα των χριστιανών, όπως έλθωσι πάντες και οι λοιποί του κονσιλίου της Βασιλείας και οι της Ρώμης και πας χριστιανός. Όστις βούλεται ουν ελθέτω έως του διωρισμένου καιρού, και όστις καταφρονήσει την αγίαν σύνοδον και ουδέ έλθη έως του διωρισμένου καιρού, ίνα μένη υπό κανόνα αφορισμού, εάν μη στέρξη όσα ποιήσει η σύνοδος αύτη η νενομοθετημένη».

Αλλ' οι τέσσερις μήνες και δυο άλλοι που προστέθηκαν αργότερα, για να λείψει κάθε πρόφαση σ' αυτούς που καθυστερού­σαν, πέρασαν, χωρίς ν’ αποκριθεί κανείς στην πρόσκληση. Οι βασιλιάδες της Γαλλίας, της Καστιλλίας, της Πορτογαλλίας, της Ναυάρας, ο δούκας των Μεδιολάνων και οι ηγεμόνες της Γερμανίας αγωνίστηκαν μάταια να συμφιλιώσουν τον Ευγένιο με τους πατέρες που έδρευαν στη Βασιλεία. Οι τελευταίοι συνέχιζαν να συνεδριάζουν ξεχωριστά και στη Φερράρα ήταν πάρα πολύ λίγοι οι ηγε­μόνες ή πρέσβεις των ηγεμόνων της Δύσης, πράγμα που λυπούσε πάρα πολύ τον Ιωάννη Παλαιολόγο, ο οποίος μέρα με τη μέρα πει­θόταν περισσότερο ότι δεν είχε να ελπίσει μεγάλη πραγματική βοήθεια απ' το διάβημα αυτό, και για να σκορπίσει τη θλίψη του περ­νούσε σε κυνήγια τους έξι αυτούς μήνες.

Οι θεολόγοι στο μεταξύ ετοιμάζονταν για τη συζήτηση των τεσσάρων ζητημάτων για τα οποία διαφωνούσαν οι δυο εκκλησίες, δη­λαδή σχετικά με την προσθήκη που έγινε από τους Λατίνους στο σύμβολο, των λέξεων και εκ του Υιού, για τη φύση των ποινών του καθαρτηρίου και της κατάστασης των ψυχών πριν τη «δευτέρα παρουσία», για τη χρήση των αζύμων στη λειτουργία και επίσης σχε­τικά με την εξουσία του πάπα. Στις 8 Οκτω­βρίου συγκροτήθηκε η δεύτερη συνεδρίαση της συνόδου από την άφιξη των Ελλήνων, σε κάποιο παρεκκλήσι του ανάκτορου στο οποίο κατοικούσε ο πάπας, σύμφωνα με την ίδια τάξη της πρώτης συνεδρίασης· η μόνη διαφορά ήταν ότι στο μεταξύ των δύο αντι­παραταγμένων αντιπροσώπων καθεμιάς από τις εκκλησίες κάθισαν σε δυο βάθρα που ήταν αντίκρυ τοποθετημένα έξι Έλληνες και έξι Λατίνοι θεολόγοι, που είχαν αναλάβει τη συζήτηση για τα παρόντα ζητήματα. Στη μέση αυτών ήταν ο κοινός διερμηνέας τους, ο καταγόμενος απ' την Εύβοια Νικόλαος Σεκονδίκος. Τη συνεδρίαση αυτή την ακολού­θησαν και δεκατρείς άλλες, απ' τις οποίες η τελευταία συγκροτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1438. Όλα τα ζητήματα που αναφέρθηκαν από πριν δεν ήταν βέβαια εξ ίσου σπουδαία˙ σπουδαιότατο απ' όλα ήταν το σχετικά με την προσθήκη του και εκ του υιού και για την κυριαρχία του πάπα. Αλλά αν και για το πρώτο απ' τα δυο τούτα ζητήματα φιλονίκησαν αδιάκοπα σ' όλο αυτό το διάστημα οι ρήτορες των δυο εκκλησιών, σε κανένα συμ­πέρασμα δεν έφτασαν στα τέλη της χρονιάς, όταν αφού ξέσπασε λοιμώδης αρρώστια στη Φερράρα μεταφέρθηκε η σύνοδος στη Φλω­ρεντία.

Εκεί ξανάρχισαν το Φεβρουάριο του 1439 οι συνεδριάσεις της και συνεχίστηκαν οι συζητήσεις γύρω από το ακανθώδες εκείνο θέμα. Ο πατριάρχης δεν παρεβρέθηκε σε καμιά απ' αυτές τις συνεδριάσεις, γιατί ήταν πάντοτε άρρωστος· έπαιρνε όμως μέρος στα πιο πολλά ιδιωτικά μυστικά συμ­βούλια στα οποία προαποφασιζόταν κύρια η λύση των ζητημάτων. Στα μυστικά συμβούλια αυτά ήταν πρωταγωνιστής ο βασιλιάς Ιωάν­νης, ο οποίος με κάθε τρόπο επέσπευδε την ένωση, με την ελπίδα ότι όταν συγκροτηθεί μια φορά αυτή, έτσι κι αλλιώς, θα πετύχει την ευρωπαϊκή βοήθεια. Και το παράξενο εί­ναι ότι και ο ίδιος ο πατριάρχης Ιωσήφ, που φάνηκε τόσο δύσκολος στους εξωτερικούς τύπους της ισοτιμίας, υπήρξε ευκολότατος ως προς την ουσία των πραγμάτων. Και με την κοινή λοιπόν ενέργεια και του βασιλιά και του πατριάρχη ήρθαν τελικά οι δικοί μας με πλειοψηφία στο παρακάτω συμπέρασμα για το ζήτημα της εκπόρευσης· «Επειδή ηκούσαμεν τα ρητά των αγίων πατέρων, των ανατολικών και των δυτικών, τα μεν λέγοντα ως εκπορεύεται το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και του Υιού, τα δε εκ τού Πατρός δι' Υιού, ει και εστί το δια τού Υιού ταυτόν τω εκ του Υιού και το εκ του Υιού ταύτόν τω δια του Υιού, όμως ημείς το εκ τού Υιού αφέντες λέγομεν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύε­ται εκ του Πατρός δια τού Υιού αϊδίως και ουσιωδώς ως από μιας αρχής και αιτίας, της δια ενταύθα σημαινούσης αιτίαν επί της τού Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως».

Όπως προείπαμε, η λύση αυτή δεν έγινε δεκτή παρά μόνο στην πλειοψηφία. Δεκα­τρείς ιεράρχες την ασπάστηκαν. Επίσης οι πρέσβεις της Ηπείρου και της Μολδαβίας είπαν ότι είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν σ' αυτό το ζήτημα τη μητέρα τους εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αλλ' οι επίσκοποι Ηράκλειας, Μονεμβασίας, Αγχιάλου, Τρα­πεζούντας, Εφέσου και οι πρέσβεις της Γεωργίας αντιστάθηκαν ολόψυχα στην παραχώρηση αυτή. Όμως ο βασιλιάς Ιωάν­νης προχώρησε θαρρετά στη λύση και των υπόλοιπων ζητημάτων, έχοντας πάντα συν­εργό πρόθυμο τον πατριάρχη Ιωσήφ, ο οποίος πέθανε βέβαια μετά από λίγο, αλλά προτού να πεθάνει δήλωσε ότι «πάντα άτινα νοεί και άτινα δογματίζει η εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, και αυτός εγώ νοώ και επί τούτοις εμέ συμπειθόμενον αφιερώνω». Αφού άφησε αυτή την ομολογία στα μελλο­θάνατα χείλια του πέθανε ο ιεράρχης εκεί­νος και κηδεύτηκε μεγαλοπρεπέστατα στην εκκλησία της Σάντα Μαρίας Νοβέλλας, όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο τάφος του και η ει­κόνα πάνω στον τάφο, την οποία αμέσως διακρίνει ο Έλληνας περιηγητής απ' όλες τις υπόλοιπες εικόνες της εκκλησίας, για τους τελείως ιδιαίτερους ανατολικούς χαρακτή­ρες του προσώπου του.

Από τα άλλα κεφάλαια όσα συζητήθηκαν μετά το θάνατο του πατριάρχη, σχετικά με το ένζυμο και άζυμο, συμφώνησαν να ιερουργεί κάθε μια εκκλησία σύμφωνα με τη δική της συνήθεια, η μια με το άζυμο, η άλλη με το ένζυμο. Δε διαφώνησαν πολύ ούτε σχε­τικά με το καθαρτήριο ή πουργατόριο, αφού κι ο ίδιος ο Εφέσου είπε, σύμφωνα με το Συρόπουλο, ότι «ολίγην, ευρίσκω την μεταξύ ημών διαφοράν εν τω κεφαλαίω τούτω»· Για την εξουσία όμως του πάπα ξέσπασε φοβε­ρότατη φιλονικεία. Οι γύρω απ' τον πάπα απαιτούσαν να θεωρήσουν οι δικοί μας τον αρχιερέα της Ρώμης κατηγορηματικά σαν διάδοχο του Πέτρου και επίτροπο του Χρι­στού και σαν κριτή και κυβερνήτη της καθολι­κής εκκλησίας, δάσκαλο και ποιμένα της. Οι δικοί μας δεν αρνιούνταν αυτό, αλλ' επέμε­ναν να προστεθεί στην ομολογία εκείνη η φράση κατά τους κανόνας και τα πρακτικά των συνόδων, και ακόμα σωζόμενων των προνομίων και των δικαίων των πατριαρχών της Ανατολής. Εννοείται ότι αυτό δε σύμφερε τους Λατίνους κι από τότε δημιουργή­θηκαν ανάμεσα στις δυο μερίδες εναγώνιες αμφισβητήσεις, ώστε ο βασιλιάς επανειλημ­μένα απείλησε ότι θα φύγει. Ο Ιωάννης Πα­λαιολόγος, που φάνηκε τόσο εύκολος στο ζήτημα για την εκπόρευση του Αγίου πνεύ­ματος, επέμεινε πεισματικά στη διατήρηση των προνομίων της Ανατολικής εκκλησίας, γιατί αισθανόταν ότι ήταν αδύνατο να θυ­σιάσουν τα προνόμια αυτά οι αντιπρόσωποι της εκκλησίας εκείνης. Τότε κατάλαβαν και οι Λατίνοι την ανάγκη να υποσκύψουν σε κά­ποια μικρή παραχώρηση· να παραδεχτούν δηλαδή τους περιορισμούς που πρότειναν οι δικοί μας, αλλά αφού δώσουν στον πάπα τόσο υπερβολικά δικαιώματα, ώστε και οι ίδιοι εκείνοι οι περιορισμοί να φαίνονται ότι εξουδετερώνονται από την παντοδύναμη του εξουσία. Γι' αυτό στο τέλος αποφασί­στηκε από κοινού ότι ο ιερός αποστολικός θρόνος και ο πάπας της Ρώμης έχει το πρω­τείο σ' όλο τον κόσμο, ότι ο πάπας Ρώμης είναι ο διάδοχος του ηγεμόνα των αποστό­λων Πέτρου, ο αληθινός επίτροπος του Χρι­στού, η κεφαλή όλης της εκκλησίας, ο πατέ­ρας και δάσκαλος όλων των χριστιανών και σ' αυτόν μεταδόθηκε με τον άγιο Πέτρο από τον Κύριο η πλήρης εξουσία να είναι ποιμέ­νας, να κυβερνάει και να διοικεί την καθο­λική εκκλησία με τον τρόπο που αναφέρεται και στα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων και στους ιερούς κανόνες. Ανανεώθηκε σύγχρονα η τάξη των λοιπών πατριαρχών που παραδόθηκε απ' τους κανόνες, σύμ­φωνα με την οποία ο πατριάρχης Κωνσταντι­νούπολης είναι δεύτερος μετά τον επίσκοπο της Ρώμης, και μετά απ' αυτόν έρχονται οι πατριάρχες Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, αφού τηρούνται όλα τους τα δίκαια και προνόμια.

Πέτυχαν άραγε με τον ορισμό αυτό οι Λα­τίνοι τη νίκη που με τόσο ζήλο επιδίωκαν; Βέβαια το πρώτο μέρος της δήλωσης ανακήρυττε τον πάπα απόλυτο κύριο όλης της εκ­κλησίας· αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι το δεύτερο μέρος της δήλωσης περιόριζε στην ουσία την απόλυτη εκείνη κυριότητα, γιατί για τον ακριβέστερο προσδιορισμό της, παράπεμπε στα πρακτικά των συνόδων και στους ιερούς κανόνες. Είναι αλήθεια ότι με το να προσθέτει η δήλωση μετά την απαρί­θμηση των υπερβολικών δικαιωμάτων του πάπα «καθ' ον τρόπον και τοις πρακτικοίς των συνόδων και εν τοις ιεροίς κανόσι δια­λαμβάνεται» φαινόταν να ομολογεί ότι οι σύνοδοι και οι κανόνες αναγνώριζαν την τέτοιας λογής κυριαρχία του πάπα. Επειδή όμως είναι αναμφισβήτητο ότι οι κανόνες και οι σύνοδοι ποτέ δεν αναγνώρισαν την κυ­ριαρχία αυτή, το ζήτημα έμεινε πάντα εξαρ­τημένο απ' την ερμηνεία των πρακτικών των συνόδων και των κανόνων, τουλάχιστο των πρακτικών των εφτά οικουμενικών συνόδων κάπων κανόνων που ίσχυαν στην Ανατολή, ερμηνεία που γίνονταν αβίαστα και δεν ήταν δυνατό να έρθει ποτέ σε υποστήριξη των υπερβολικών αξιώσεων του αρχιερέα της Ρώμης. Εκτός απ' αυτό η δήλωση ομολο­γούσε κατηγορηματικά την τήρηση όλων των προνομίων και δικαίων των άλλων πατριαρ­χών αλλά τα δίκαια και προνόμια αυτά, όπως ήταν στην Ανατολική Εκκλησία, δε συμβι­βάζονταν καθόλου με την απόλυτη κυριαρ­χία, που αξίωνε να πάρει σ' αυτή ο αρχιερέας της Ρώμης. Αυτή η δήλωση λοιπόν δεν έλυνε το ζήτημα˙ ήταν απλός συμβιβασμός των δυο μερίδων, του οποίου ολόκληρη η αξία εξαρ­τιόταν από την τέτοιας η άλλης λογής ερ­μηνεία και εφαρμογή του. Απ' την άλλη με­ριά όμως είναι βέβαιο ότι στα υπόλοιπα παραχωρήσαμε τα πάντα σχεδόν και εκτός απ' αυτό οι δικοί μας φοβούνταν μήπως ο βασιλιάς και κάποιοι απ' τους ιεράρχες, που βιάζονταν να πάρουν την προστασία και τη βοήθεια του πάπα, είχαν διάθεση να ερμηνέψουν και να εφαρμόσουν και το σχετικό με την εξουσία του επίσκοπου Ρώμης υπέρ αυ­τού και κατά της Ανατολικής Εκκλησίας. Απ' όλα αυτά εννοεί ο καθένας πως μερικοί απ' το πρώτο ξεκίνημα, και αργότερα όλοι σχεδόν, θεώρησαν το πράγμα σαν προδοσία και καταεπαναστάτησαν κατά της ενώσεως που θυσίαζε όχι μόνο τα δόγματα αλλά και την αυτονομία και την ανεξαρτησία της Ανατολικής Εκκλησίας.

Οπωσδήποτε ο όρος για την ένωση αφού γράφτηκε στο μισό μέρος της ίδιας μεμβρά­νης λατινικά, και στο άλλο μισό ελληνικά, υπογράφτηκε από τους δικούς μας στις 5 Ιουλίου 1439, όταν συγκεντρώθηκαν γι' αυτό το σκοπό στο ανάκτορο που κατοι­κούσε ο βασιλιάς, ο οποίος και πρώτος υπό­γραψε. Η θέση στην οποία επρόκειτο να υπογράψει ο πεθαμένος οικουμενικός πα­τριάρχης έμεινε κενή. Κατόπιν έρχονταν οι υπογραφές των τοποτηρητών των τριών άλ­λων πατριαρχών και ακόμη 14 αρχιεπισκόπων και 12 κατώτερων ιερωμένων, στις οποίες και αυτή του μεγάλου εκκλησιάρχη Σιλβέστρου Συρόπουλου. Ο μητροπολίτης Ηράκλειας νόμισε ότι θα ξεφύγει την υπογραφή προ­βάλλοντας αρρώστια, αλλά αναγκάστηκε να υπογράψει στο κρεββάτι του. Μια μόνο υπο­γραφή έλειψε μέχρι τέλος. Όταν ο πάπας αφού υπόγραψε τον όρο ρώτησε αν υπό­γραψε και ο Μάρκος ο Εφέσου, και άκουσε ότι όχι «λοιπόν, είπε, «εποιήσαμεν ουδέν». Μετά τον πάπα έβαλαν τις υπογραφές τους 8 καρδινάλιοι, 61 επίσκοποι και 46 άλλοι ιερω­μένοι, οι περισσότεροι ηγούμενοι. Και έγιναν τέσσερα όμοια αντίγραφα της συμφωνίας, απ' τα οποία ένα μέχρι σήμερα υπάρχει, το­ποθετημένο σε μια από τις αίθουσες της λαυρεντιανής βιβλιοθήκης στη Φλωρεντία, όπου ο Έλληνας πηγαίνοντας μπορεί να διαβάσει τα γραμμένα με το χέρι ονόματα των ανθρώπων εκείνων που δε δίστασαν ν' αναλάβουν τόσο φοβερή, και τόσο μάταιη ευθύνη.

Τα μετά τη σύνοδο

Μάρκος Εφέσου, Βησσαρίωνας, Γεννάδιος

   Μ' αυτό τον τρόπο έγινε η πολυθρύ­λητη αυτή ένωση. Ποιες άραγε υπήρξαν οι πρακτικές ωφέλειες, που ο βασιλιάς Ιωάν­νης Παλαιολόγος και οι γύρω του Έλληνες καρπώθηκαν από τη θυσία στην οποία μπή­καν; Πήραν τα έξοδα του γυρισμού τους και ακόμα 300 άντρες, των οποίων τη συντήρηση ανάλαβε ο πάπας για όλη τη ζωή, και δυο γαλέρες. Δεν αρνιόμαστε ότι αυτός υποσχέ­θηκε στο βασιλιά να δώσει 20 μεγάλα πολε­μικά πλοία για 6 μήνες ή 10 για ένα χρόνο, και να παρακινήσει όσο μπορούσε τους ηγε­μόνες της Ευρώπης να τρέξουν απ' τη στε­ριά σε βοήθεια της Κωνσταντινούπολης κατά των Τούρκων. Αλλά όλα αυτά ήταν απλές υποσχέσεις, για τις οποίες ομολογούμε ότι ο πάπας αγωνίστηκε, αλλά δεν μπόρεσε να εκπληρώσει ούτε στο ελάχιστο˙ ώστε άκουσμα ελεεινό ˙ όλη η άμεση αμοιβή που πήρε το ελληνικό έθνος για τη θυσία εκείνη των πα­τροπαράδοτων δογμάτων και δικαιωμάτων του περιορίστηκε στη βοήθεια 300 αντρών και 2 γαλέρων. Ποια η απορία λοιπόν ότι, όταν ο βασιλιάς και οι γύρω του μετά από δίχρονη και παραπέρα απουσία γύρισαν την 1 Φεβρουαρίου 1440 στην Κωνσταντινού­πολη, οι πιο πολλοί μετάνιωσαν γι' αυτά που έγιναν και άρχισαν να καταριούνται δημόσια τη διαγραφή τους; «Οι δε αρχιερείς ευθέως από των τριηρών αποβάντες» λέει ο Δούκας, «και οι της Κωνσταντινουπόλεως κατά το σύνηθες ησπάζοντο αυτούς, ερωτώντες πως τα υμέτερα; πως τα της συνόδου; ει άρα ετύχομεν την νικώσαν; Οι δε απεκρίνοντο˙ Πεπράκαμεν την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασέβεια την ευσέβειαν, προδόντες την καθαράν θυσίαν, αζυμίται γεγόναμεν. Ταύτα και άλλα αισχρότερα και ρερυπασμενα λόγια. Και ταύτα τίνες; οι υπογράψαντες εν τω όρω, ο Ηράκλειας Αντώνιος και οι πάντες. Ει γαρ τις προς αυτούς ήρετο˙ και διατί υπεγράφετε, έλεγον φοβούμενοι τους Φράγκους. Και πάλιν ερωτώντες αυτούς ει εβασάνισαν οι Φράγκοι τινά, ει εμαστίγωσαν, ει εις φυ­λακήν έβαλον. Ουχί Αλλά πως; Η δεξιά αύτη υπέγραψεν, έλεγον, κοπήτω˙ η γλώττα ωμολόγησεν εκριζούσθω. Ουκ άλλο τι είχον λέ­γειν και γαρ ήσαν τινές των αρχιερέων εν τω υπογράφειν λέγοντες˙ ουχ υπογράφομεν εάν μη το ικανόν ημίν της προς οδόν παράσχητε. Οι δε έδιδον, και εβάπτετο κάλαμος. Υπέρ αριθμόν γαρ ήσαν τα δαπανηθέντα εις αυτούς νομίσματα και τα εν χερσί μετρηθέντα εκάστου των πατέρων. Είτα μεταμεληθέντες ουδέ τα αργύρια μετέστρεψαν».

Στην εικόνα αυτή του Δούκα υπάρχει βέ­βαια κάποια υπερβολή. Θησαυρούς πολλούς δεν είχε ο πάπας στη διάθεσή του, ενώ διαρ­κούσε η σύνοδος αυτή. Ξέρουμε πόσο φτηνό ήταν το φαγητό που ορίστηκε να δίνεται και στον ίδιο το βασιλιά και στον ίδιο τον πα­τριάρχη και ξέρουμε ακόμα ότι, όταν τέ­λειωσε η σύνοδος, απ' το φαγητό αυτό κα­θυστερούνταν πέντε ολόκληροι μήνες· ώστε το πιθανότερο είναι ότι πολλοί απ' τους δι­κούς μας αρνήθηκαν να υπογράψουν προ­τού να τους δοθούν αυτά που τους χρω­στούσαν και απ' αυτό ίσως βγήκε η φήμη ότι δωροδοκήθηκαν, φήμη που αναφέρεται κι απ' το Συρόπουλο. Γενικά οι αντιπρόσωποι της Ανατολικής Εκκλησίας διαιρέθηκαν στη σύνοδο στη Φλωρεντία σε δυο αντίθετα στρατόπεδα, απ' τα οποία το ένα δε δεχόταν κανένα συμβιβασμό και το άλλο είχε διάθεση να υποκύψει σε κάποιες παραχωρήσεις με την ελπίδα να πετύχει την ποθούμενη βοή­θεια κατά των Οσμανιδών. Στο πρώτο ήταν αρχηγός ο Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος ούτε υπόγραψε καθόλου τον τόμο, και ο Ηράκλειας Αντώνιος, ο οποίος θέλησε επίσης ν' αποφύγει την υπογραφή, τελικά όμως, όπως είδαμε, υπόγραψε. Στο άλλο στρατόπεδο ήταν αρχηγοί, εκτός από το βα­σιλιά Ιωάννη, ο Νικαίας Βησσαρίωνας, ο Κιοβίας Ισίδωρος και ο Γεώργιος Σχολάριος. Αλλά από τους τρεις αυτούς άντρες πρέπει να διακρίνουμε πάλι τους δυο πρώτους απ' τον τελευταίο. Ο Βησσαρίωνας που καταγό­ταν απ' την Τραπεζούντα υπήρξε ένας από τους λογιότερους άντρες των χρόνων εκεί­νων. Και ο Ισίδωρος που καταγόταν απ' την Πελοπόννησο ξεχώρισε αργότερα στην τε­λευταία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Και οι δυο όμως, αν και έβλεπαν ξεκάθαρα ότι δε γινόταν απ' τη Δύση σπουδαία προσ­πάθεια για τη σωτηρία του χριστιανισμού της Ανατολής, επέμεναν σχεδόν στη θυσία της δικής μας εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας, πήραν απ' τον πάπα το καρδιναλικό αξίωμα και αφού ανακηρύχτηκαν μάλιστα ο ένας μετά τον άλλο χωρίς ουσιαστική εξουσία πα­τριάρχες της Κωνσταντινούπολης πέθαναν στην Ιταλία.

Πόσο ελάχιστα ελληνικά βγή­καν τα αισθήματα και τα φρονήματα ιδιαί­τερα του Βησσαρίωνα δηλώνεται εξαιρετικά απ' την επιστολή που έγραψε το 1465 από τη Ρώμη, υπογράφοντας «Καρδινάλις και πα­τριάρχης Κωνσταντινουπόλεως» στον παι­δαγωγό των παιδιών του δεσπότη Θωμά, που κατάφυγε τότε στην Αγκώνα. Η επιστολή αυτή της οποίας το κείμενο περισώθηκε στο χρονικό του Γεώργιου Φραντζή, είναι για πολλούς λόγους αξιομνημόνευτη και πρώτα γιατί είναι πιθανότατα γραμμένη στην κοινή ομιλούμενη τότε στην Κωνσταντινούπολη από λόγιους άντρες, γι' αυτό και τη συστή­νουμε για μελέτη σε καθέναν που ασχολείται με την ιστορία της γλώσσας. Αλλά μαζί με τ' άλλα η επιστολή αυτή είναι άξια για μνήμη, γιατί με δυνατή φωνή κηρύττει πόσο ο Βησ­σαρίωνας έβγαλε κάθε αίσθημα ελληνισμού. «Είναι γαρ χρεία, λέγει, να ζώσι τα παιδία λατινικώς˙ με τον μακαρίτην τον αυθέντην τον πάτερα τους εσυντύχαμεν περί τούτου, και εκείνος εβούλετο να τα ενδύση και να ποιήση να ζουν φράγκικα παντελώς, ήγουν να ακολουθώσι την εκκλησίαν κατά πάντα ωσάν Λατίνοι και ουχί αλλέως, να ενδύωνται λατινικώς, να μάθουν να γονατίζουν τους υπερέχοντας, και πάπαν και καρδιναλίους και τους άλλους αυθέντας... Όταν συμβαί­νουν εις εκκλησίαν λατινικήν, ας γονατίζουν και ας εύχονται ώσπερ οι Λατίνοι», και άλλα πολλά τέτοια. Πόσο διαφορετική υπήρξε η διαγωγή του Γεώργιου Σχολάριου. Και ο Σχολάριος στην αρχή πίστευε ότι η σωτηρία του κράτους από μόνη της ήταν αρκετός λό­γος για την ένωση. Αλλά όταν πείστηκε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί ή δε θέλει ν' αποκρούσει τους Τούρκους, δε δίστασε να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της εκκλησίας μας, και αφού έγινε σε στιγμή κρισιμότατη πατριάρ­χης Κωνσταντινούπολης, αναδείχτηκε θερ­μός υπερασπιστής των δικαιωμάτων της εκ­κλησίας αυτής, γιατί ο Πίχλερ απόδειξε λαμ­πρά, ότι το σύγγραμμα που αποδιδόταν στον άντρα εκείνο, με το οποίο δικαιολογούνται τα διάφορα κεφάλαια του τόμου της ένωσης που υπογράφτηκε στη Φλωρεντία, δεν είναι έργο δικό του, αλλά μάλλον του Βησσα­ρίωνα.

Αλλά ούτε ο βασιλιάς Ιωάννης τόλμησε μετά το γυρισμό του να δημοσιεύσει επίσημα τον τόμο της ένωσης. Αφού ανακήρυξε αντί για τον Ιωσήφ οικουμενικό πατριάρχη τον προηγούμενο μητροπολίτη της Κυζίκου Μη­τροφάνη, αγωνιζόταν μ' αυτόν και με τα όρ­γανά του να κάνει παραδεκτούς στην Ανα­τολή τους όρους που υπογράφτηκαν. Μά­ταια όμως αγωνιζόταν. Οι τρεις πατριάρχες Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύ­μων και ο μητροπολίτης Καισαρείας, έκδοσαν στο χρόνο 1443 συνοδική επιστολή, με την οποία καταδίκασαν τη «ληστρική» συν­οδό στη Φλωρεντία, και είπαν το Μητροφάνη «μητραλοίαν και αιρετικόν» καθαίρεσαν και σε περίπτωση παρακοής αφώρισαν αυτούς που χειροτονήθηκαν απ' αυτόν και έδωσαν την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών στο μη­τροπολίτη Καισαρείας. Μ' άλλη επιστολή απείλησαν αφορισμό κατά του ίδιου του αυ­τοκράτορα, αν επιμείνει να προστατεύει το Μητροφάνη και να πηγαίνει με το μέρος των Λατίνων. Και απ' αυτούς τους πλησιέστατους συγγενείς του μερικοί διαφωνούσαν μ' αυ­τόν σχετικά μ' αυτό το ζήτημα, και ιδιαίτερα ο αδερφός του Δημήτριος, ο οποίος είχε φύγει μ' αυτόν στη Φερράρα και στη Φλωρεν­τία, ήταν όμως αρχηγός, από τότε που γύ­ρισε, των δυσαρεστημένων και κάλεσε μάλι­στα σε βοήθειά του τους Οσμανίδες, οι οποίοι όμως τότε χρειάστηκε να στρέψουν αλλού ολόκληρη την προσοχή τους.

 

 

Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

Κ.Παπαρρηγόπουλου – Καρολίδη – Αναστασιάδη (Εκδόσεις Αγγελάκη)