• eli1

Την παραμονή της μεγάλης γιορτής της Μεγαλόχαρης στην Τήνο, τα πλήθη των πιστών συνέρρεαν με τα βαπόρια από διάφορα μέρη της Ελλάδος για να προσκυνήσουν την Παναγιά. Μέσα σ’ αυτήν τη λαοθάλασσα, τριγύριζαν και Ιταλοί πράκτορες προκειμένου να συλλέξουν και να δώσουν πληροφορίες στον Ιταλό Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσου Ντε Βέκι για τη θέση των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως για το καταδρομικό «Έλλη» που ήταν αγκυροβολημένο ανοικτά του λιμανιού.

Ο κόσμος ανύποπτος σηκώθηκε το πρωί της επομένης, ανήμερα της Παναγιάς, για να πάει στην εκκλησία να προσκυνήσει. Την ώρα εκείνη ο Ντε Βέκι δίνει εντολή στον διοικητή του ναυλοχούντος στη Λέρο ιταλικού στόλου να κτυπήσει.

Ο Ιταλός ναύαρχος μεταβιβάζει τη διαταγή στον πλοίαρχο ενός υποβρυχίου που περιπολούσε ανοικτά της Τήνου κι εκείνος επιτίθεται εν καιρώ ειρήνης απροειδοποίητα και χωρίς καμία πρόκληση κατά της «Έλλης».

Η ώρα ήταν 8:30 το πρωί όταν ένας δυνατός κρότος συγκλόνισε το «Έλλη». Ύστερα ένας δεύτερος, ένας τρίτος κρότος, που ακούστηκαν κοντά στην προκυμαία. Ο κόσμος που βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, πανικοβλήθηκε.

Στο «Έλλη», ο κυβερνήτης του σκάφους πλοίαρχος Β.Ν. Άγγελος Χατζόπουλος διέταξε συναγερμό και έτρεξε να δει ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει. Έκπληκτος βλέπει το πλοίο κτυπημένο να γέρνει και στο λιμενοβραχίονα να ακούγονται οι εκρήξεις από δύο άλλες τορπίλες.

eli2
Σαν πίδακας πετάχτηκαν τα νερά στην προκυμαία της Τήνου από την έκρηξη της δεύτερης τορπίλης

Προλαβαίνει και τηλεγραφεί αμέσως στην Αθήνα και αναφέρει το συμβάν. Ο κόσμος στην Τήνο αλλόφρων τρέχει στο Ναό της Παναγίας όπου βρίσκει καταφύγιο και προσεύχεται ζητώντας τη βοήθεια της Μεγαλόχαρης.

Η αντίδραση της Αθήνας και η απόκρυψη της αλήθειας
Στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Μεταξάς καλεί τον υφυπουργό Ναυτικών Ιπποκράτη Παπαβασιλείου και του λέει για το συμβάν: «Γνωρίζουμε τον δράστη, αλλά δεν πρέπει να οξύνουμε την κατάσταση. Ας κάνουμε πως δεν καταλάβαμε τίποτα και ας μην δείξουμε πανικό». Ταυτόχρονα ο υφυπουργός Τύπου Θεολόγος Νικολούδης εκδίδει ανακοίνωση στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «η τορπίλη έπληξε το “Έλλη” στο λεβητοστάσιο, το οποίο εξερράγη και η πυρκαϊά που εκδηλώθηκε μεταδόθηκε στο εσωτερικό του πλοίου και το πλήρωμα αναγκάσθηκε να το εγκαταλείψει».

Λίγο μετά, στις 9:45, το πλοίο βυθίσθηκε. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρθηκε ότι υπήρξε ένας νεκρός, ο κελευστής μηχανικός Παπανικολάου, και 29 τραυματίες. Μεταξύ του αστικού πληθυσμού, «μία γυναίκα αρμενικής καταγωγής εμωλωπίσθη επί της προκυμαίας και ένας άνδρας απέθανε συνεπεία καρδιακής προσβολής».

Η κυβερνητική ανακοίνωση σκοπίμως απέκρυπτε την εθνικότητα του υποβρυχίου που έπληξε το «Έλλη» αν και γνώριζε τον δράστη. Μια Επιτροπή από ανώτατους αξιωματικούς (Καββαδίας, Χατζόπουλος και Δούσης) έβαλε δύτες και ανέσυραν από το βυθό τεμάχια των τορπιλών. Στο πόρισμά τους κατέληγαν ότι «το “Έλλη” εβυθίσθη παρά ιταλικών τορπιλών βληθεισών υπό ιταλικού υποβρυχίου».

eli3
Πώς ανήγγειλε ο Τύπος τον τορπιλισμό της «Έλλης», την ίδια μέρα, με έκτακτο παράρτημα

Οι αδιανόητοι ισχυρισμοί των Ιταλών και οι πραγματικές επιδιώξεις τους
Το θράσος των Ιταλών ήταν απύθμενο. Παρά τις διαβεβαιώσεις που έδινε η κυβέρνηση για την άγνωστη εθνικότητα του υποβρυχίου, για να μην οξύνει την κατάσταση, οι Ιταλοί εγίνοντο περισσότερο επιθετικοί. Σύμφωνα με το υπ. Αριθ. 121/16-8-1940 τηλεγράφημα του πρεσβευτή μας στη Ρώμη Ιωάννη Πολίτη:

«Η Ιταλία επιδιώκει να αναγάγη την Ελλάδα διά τρομοκρατήσεως από τούδε εις την διαδικασίαν των εδαφικών συζητήσεων και παραχωρήσεων εν Ηπείρω ή να επιτύχη ορισμένα στρατηγικά πλεονεκτήματα εν τω θαλασσίω αγώνι ή και αμφότερα...».

Ταυτόχρονα στη Ρώμη ο εκπρόσωπος Τύπου της ιταλικής κυβερνήσεως σε δηλώσεις του προς τους ξένους ανταποκριτές τόνιζε ανερυθρίαστα ότι η βύθιση της «Έλλης» είναι τέχνασμα των Άγγλων για να αναστατώσουν τα Βαλκάνια και να δηλητηριάσουν τις ελληνοϊταλικές σχέσεις! Και έφερε σαν απόδειξη ότι αμέσως μετά το συμβάν έσπευσαν πρώτοι οι Άγγλοι, πριν παρέλθει ο αναγκαίος χρόνος για την εξακρίβωση, και διά του ραδιοφώνου ανακοίνωσαν ότι στην περιοχή της Τήνου δεν βρισκόταν την ημέρα εκείνη δικό τους υποβρύχιο! Υπογράμμιζε επίσης ότι «η Ιταλία πιστή εις τας γνωστάς ιταλικάς παραδόσεις τιμιότητος εχρειάσθη τρεις ημέρας διά να εξακριβώση και να βεβαιώση σήμερον ότι το Επιτελείον ουδεμίαν ενέργειαν τορπιλισμού αναφέρει και ότι ουδέν ιταλικόν υποβρύχιον ευρίσκετο εκεί...».

Στις 18 Αυγούστου το ιταλικό πρακτορείο «Στέφανι» μεταδίδει από τη Ρώμη ότι ο τορπιλισμός της «Έλλης» έξω από το λιμάνι της Τήνου είναι προβοκάτσια των Άγγλων σε βάρος των Ιταλών, οι οποίοι το εβύθισαν! Τι απύθμενο θράσος! Ήθελαν να εμφανισθούν θύματα προβοκάτσιας!

«Έλλη» για πάντα
Το «Έλλη», 2.600 τόνων, ναυπηγήθηκε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το 1912 για λογαριασμό των Κινέζων. Αγοράστηκε από την Ελλάδα το 1914 και εντάχθηκε στον στόλο μας μαζί με το θωρηκτό «Αβέρωφ» το οποίο είχε ναυπηγηθεί στο Λιβόρνο για λογαριασμό των Τούρκων. Ανέπτυσσε ταχύτητα 20 κόμβων.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων παραχώρησε το 1947 στη χώρα μας το ιταλικό πολεμικό «Ευγένιος της Σαβοΐας» υπό μορφή επανορθώσεως.

Το πλοίο, αφού επισκευάστηκε και ανανεώθηκε ο εξοπλισμός και τα οπλικά του συστήματα, εντάχθηκε στο Στόλο μας ως «Έλλη», σε ανάμνηση του βυθισθέντος στην Τήνο εύδρομου πλοίου μας.

 

Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης

 

http://www.pontos-news.gr/article/22962/i-vythisi-tis-ellis-stin-tino

aristidis ostrako     

Ενώ ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, έβαζαν τις βάσεις για το μελλοντικό μεγαλείο της Αθήνας, ο καθένας στον τομέα του, παρουσιάσθηκε στην πολιτική σκηνή ο Κίμων. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Συμπερασματικά βγαίνει ως χρονολογία γεννήσεώς του το έτος 506 π.Χ., με κύριο δεδομένο ότι το 476 εξελέγη στρατηγός, οπότε θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε τριάντα χρόνων.

 Ο Κίμων άνηκε στο μεγάλο γένος των Φιλαΐδων. Ήταν γιος του Μιλτιάδου, του νικητού του Μαραθώνος, και της Ηγησιπύλης, μιας πριγκίπισσας από τη Θράκη, κόρης του βασιλέως Ολόρου  από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνος υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο, το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Το χρέος αυτό θα έπρεπε κάποτε να πληρωθεί, αν μάλιστα ο Κίμων λογάριαζε να αναμιχθεί στην πολιτική.

Η αδελφή του Κίμωνος Ελπινίκη, μία γυναίκα έξυπνη και ενεργητική, που άφησε εποχή στην Αθήνα, χάρη στον γάμο της με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία - από το μεγάλο γένος των Κηρύκων -, είχε την ευχέρεια να τακτοποιήσει την πληρωμή του πατρικού προστίμου, παρ' όλες τις αντιρρήσεις πού προέβαλε ο Κίμων, ώστε να προχωρήσει ύστερα από αυτό ο αδελφός της, απρόσκοπτα πια, στην πραγματοποίηση των πολιτικών του σχεδίων. Οι πληροφορίες για την προσωπικότητα του Κίμωνος είναι πολύ αντιφατικές, αρκετές ωστόσο, όταν ελεγχθούν, να δώσουν μερικά ασφαλή στοιχεία. Ήταν ψηλός, με πυκνά σγουρά μαλλιά και ωραίο πρόσωπο. Η μόρφωσή του δεν ήταν σπουδαία, γιατί στα κρίσιμα χρόνια της νεότητός του έχασε τον πατέρα του πού θα του έδινε την ορθή κατεύθυνση. Ήξερε ιππασία, ποίηση και έπαιζε λύρα, είχε δηλαδή την τυπική εκπαίδευση ενός Αθηναίου γαιοκτήμονας της προπερσικής εποχής. Ως νέος έζησε άτακτη ζωή, γρήγορα όμως, όπως φαίνεται, κυριάρχησε εντός του η λογική, πού τον χαρακτηρίζει σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, και βρήκε τον δρόμο του.

 Ήταν συμπαθητικός και ευπροσήγορος και κατείχε καλά την τέχνη να κερδίζει την αγάπη του κόσμου και με τα φυσικά του χαρίσματα, αλλά και με την ηγεμονική του γενναιοδωρία, όταν απέκτησε και πάλι δική του περιουσία.

Έγινε θρύλος στην  Αθήνα η συμπεριφορά του, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, γκρέμισε τούς φράκτες από τούς κήπους του, για να παίρνουν φρούτα οι συνδημότες του Λακιάδες, προσέφερε φαγητό και χρήματα στους φτωχούς και κάποτε αντήλλασσε τα πλούσια φορέματα των ακολούθων του με τα ενδύματα του πρώτου πρεσβύτου πού θα συναντούσε στον δρόμο του. Δεν διακρινόταν για την ευφράδειά του, είχε όμως την ικανότητα να πείθει τούς πολίτες με τη λογική και να γίνεται συμπαθής με τη σεμνότητά του. Η αριστοκρατική του προέλευση του χάριζε αυτοπεποίθηση, διατηρούσε όμως και την παλαιά αθηναϊκή παράδοση να είναι ευμενής στον αγροτικό κόσμο και να ενδιαφέρεται για τα συμφέροντά του.

Ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία αγωνίσθηκε για να καθιερώσει την ειρηνική συνύπαρξη της Σπάρτης με την Αθήνα.

Ο γάμος του με την Iσoδίκη, κόρη του Ευρυπτολέμου και εγγονή του Μεγακλέους, από το μεγάλο γένος των Αλκμεωνίδων, έγινε αφορμή να σταματήσει η διαμάχη πού υπήρχε μεταξύ των Αλκμεωνίδων και των Φιλαΐδων, με αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ίδιος τα οφέλη αυτής της συμφιλιώσεως. Οι δύο αυτές αριστοκρατικές παρατάξεις της Αθήνας είχαν αρχίσει να βλέπουν, αμέσως μετά τα Μηδικά, πως η ναυτική ανάπτυξη της πόλεως είχε δημιουργήσει μια νέα κατάσταση, που πoλύ σύντομα θα προκαλούσε εσωτερικά προβλήματα. Ήταν γι' αυτό ανάγκη να πάρει τέλος η διάσπαση των αριστοκρατικών και να ενωθούν όλοι υπό μια ισχυρή ηγεσία.

 Το μεγάλο πλήθος των απλών πολιτών, αργά ή γρήγορα, έχοντας συνειδητοποιήσει τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε στους πολέμους και εξακολουθούσε να έχει στην ανάπτυξη της πόλεως, φυσικό θα ήταν να ζήτηση περισσότερα δικαιώματα, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει απρόβλεπτες συνθήκες και να έχει συνέπειες αστάθμητες. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Αττικής, εκπρόσωποι της δωρικής τάξεως και πειθαρχίας, διείδαν καθαρά τον κίνδυνο να χάση η παράταξή τους την πολιτική της σημασία. Την Πρώτη Αθηναϊκή συμμαχία, επειδή ορθά διέκριναν πόσο σημαντικές προοπτικές δημιουργούσε για την πόλη - ταυτόχρονα ικανοποιούσε τις παλαιές διαθέσεις τους για κυριαρχία - την είχαν υποστηρίξει οι αριστοκρατικοί της Αθήνας, αφού ο Αριστείδης την είχε παραδεχθεί τους τρόμαζε όμως τώρα το μέλλον, και, φυσικά, τους κατείχε ο φόβος πως ίσως θα κινδύνευαν να χαθούν κεκτημένα δικαιώματά τους από τις απαιτήσεις των ανερχόμενων λαϊκών στρωμάτων, που ζητούσαν «ισονομία».

Εκφραστής των απόψεων των αριστοκρατικών της Αθήνας έγινε πολύ γρήγορα ο Κίμων, ως αρχηγός τους. Του έδωσε μεγάλο κύρος η ένωση Φιλαΐδων - Αλκμεωνίδων και η παράλληλη υποστήριξή του από τη μεγάλη οικογένεια των Κηρύκων, στην οποία άνηκε ο γαμβρός του Καλλίας.

 Η άλλη παράταξη, η δημοκρατική, άγνωστο γιατί, δεν λειτούργησε διόλου κομματικά μετά τα Μηδικά. Ο αρχηγός της, ο Θεμιστοκλής, ήταν μεγαλόπνοος, εξαιρετικά θαρραλέος και δυναμικός. Συνελάμβανε μεγάλα σχέδια και πάσχιζε να τα εκτελέσει πάση θυσία. Η τακτική του όμως αυτή προξενούσε μεγάλη ανησυχία και καχυποψία και αυτήν ακριβώς εκμεταλλεύθηκαν εναντίον του οι πολιτικοί του αντίπαλοι, εφόσον ποτέ δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν που θα κατέληγαν οι επιδιώξεις του και τι ζημία θα προέκυπτε από τις κινήσεις του, για την ίδια την υπόσταση της τάξεώς τους. Ο Κίμων ήταν σε θέση να πλησιάζει τον πολύ κόσμο και να γίνεται αμέσως αγαπητός. Αντίθετα, ο Θεμιστοκλής, παρά την πληροφορία του Πλουτάρχου, πως «ήταν δημοφιλής, γιατί ήξερε με το όνομά τους πολίτες και ήταν αδέκαστος διαιτητής στις μεταξύ τους διαφορές», δεν έκαμε έργο του, όπως ο Κίμων, να διατηρήσει την κομματική επαφή του με τη μεγάλη μάζα των οπαδών του. Απορροφημένος από τα ριζοσπαστικά σχέδιά του, δεν τους πλησίαζε συστηματικά, έχοντας ίσως την πεποίθηση πώς, όταν ερχόταν η στιγμή για την πραγματοποίησή τους, θα μπορούσε να κερδίσει την Εκκλησία του δήμου αμέσως. Είχε το βλέμμα του περισσότερο στραμμένο στο μέλλον και είχε αφιερώσει την ύπαρξή του σε σχέδια που ξεπερνούσαν τόσο πολύ την εποχή του, ώστε να μην τα καταλαβαίνουν ούτε εκείνοι που θα είχαν όφελος από αυτά. Φυσικά δεν φαίνεται να έκανε καμία προσπάθεια να γίνει κατανοητή στο πλατύτερο κοινό η πολιτική του.

  Χαρακτηριστική για τη νοοτροπία του, την τελείως αδέσμευτη, είναι η μαρτυρία που προκύπτει από στοιχεία που προσέφερε τελευταία μελέτη ορισμένων οστρακοφοριών. Με την Κλεισθένεια νομοθεσία επιδιώχθηκε να λήξη η διάκριση μεταξύ των παλαιών μεγάλων οικογενειών και των νέων δημοτών, με την προσθήκη πλάι στο όνομα του καθενός, μόνο του δημοτικού του (του ονόματος του δήμου όπου άνηκε). Αυτό όμως δεν καθιερώθηκε αμέσως, γιατί όπως δείχνουν τα όστρακα των πρώτων δεκαετιών μετά τη νομοθεσία του Κλεισθένους, συνεχίσθηκε η αναγραφή του πατρωνυμικού πλάι στο όνομα, πράγμα που υπονοεί ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στην καθημερινή ζωή. Από όλα τα όστρακα που βρέθηκαν στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, εκείνα που αναφέρονται στον Θεμιστοκλή διαφέρουν στον τύπο.

 Ο Θεμιστοκλής δεν ενδιαφέρθηκε, όσο ήταν ακόμη καιρός, να εκμεταλλευθεί την αίγλη που του χάρισε η νίκη στη Σαλαμίνα, ούτε και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την προβολή του στον πολύ κόσμο, για να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία που είχε για το μέλλον της πόλεως η ναυτική του πολιτική, που θα προσέφερε στους ίδιους μεγάλη ευημερία.

Στην ανεκδοτολογία της αρχαιότητος γύρω από τους μεγάλους πολιτικούς της Αθήνας, χωρίς αμφιβολία έχουν παρεισφρήσει πολλές διαδόσεις που σκόρπιζαν σε βάρος του Θεμιστοκλέους πολιτικοί του αντίπαλοι, γι' αυτό και έχει παραποιηθεί σε μεγάλο σημείο η εξαιρετική αυτή προσωπικότης. Είναι γεγονός, πάντως, πως ο Θεμιστοκλής δημιουργούσε δυσπιστία στη συνείδηση του μεγάλου πλήθους, όταν, όπως φαίνεται, ήταν γενική η πεποίθηση πως δεν σεβόταν τις απόψεις των άλλων και πώς, αν είχε ισχύ, θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο, χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί για τα πάντα, να πραγματοποιήσει σχέδια που εκείνος πίστευε ότι θα ωφελούσαν μελλοντικά την πόλη του.

 Η μοίρα του Θεμιστοκλέους ήταν παράδοξη, γιατί πολιτικός του αντίπαλος βρέθηκε, ως το 476 π.χ. περίπου, ο Αριστείδης, ο μόνος ίσως πολιτικός που όλοι οι Αθηναίοι σέβονταν και εμπιστεύονταν αναντίρρητα. Όσον καιρό υπήρξε ηγέτης των αριστοκρατικών ο Αριστείδης, σταθμίζοντας το καλό που θα προέκυπτε για την Αθήνα από τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, ενστερνίσθηκε τις γενικές γραμμές της πολιτικής του και εργάσθηκε για την πραγματοποίησή τους. Όταν όμως ο Δίκαιος, καταπιάστηκε με την οργάνωση της συμμαχίας, είχε ήδη προβάλει ο Κίμων, τον οποίο και ο Αριστείδης γρήγορα προώθησε στην κορυφή, αλλά και η αριστοκρατική παράταξη, ενωμένη πια, υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις, σαν μια τελευταία αλλά αποτελεσματική λύση για τον κόσμο της, που κινδύνευε να σαρωθεί.

 Η προοπτική της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ήταν η ανάπτυξη της Αθήνας μέσα στον ελληνικό χώρο, χωρίς όρια, αδιάφορο αν στην πορεία της θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη Σπάρτη, που για τον Θεμιστοκλή αντιπροσώπευε μια στατική, ξεπερασμένη δύναμη, προσηλωμένη, όπως ήταν, στην παραδοσιακή της γραμμή. Ο Κίμων και ή παράταξή του είχαν δεχθεί το ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλέους και την ίδρυση της συμμαχίας. Προτιμούσαν όμως να μην υπερβεί τους αρχικούς της σκοπούς, να μείνει δηλαδή, βασικά, η δύναμη που με το πανίσχυρο ναυτικό της θα απέκρουε αποφασιστικά τους βαρβάρους σε νέα ενδεχόμενη επιθετική τους ενέργεια. Απέκλειαν οπωσδήποτε την ιδέα να θιγεί η Σπάρτη από την άνοδο της Αθήνας, γιατί πίστευαν πως θα αντιδρούσε. Γι' αυτό δεν συμφωνούσαν με τα σχέδια του Θεμιστοκλέους να γίνει η πόλη τους η πρώτη ελληνική δύναμη σε βάρος και της Σπάρτης.

 Οι απόψεις τους ήταν αποκρυσταλλωμένες: η Σπάρτη θα διατηρούσε την ηγεσία στον ελληνικό ηπειρωτικό χώρο. Η Αθήνα πάλι, με την απόλυτη συγκατάθεση των Λακεδαιμονίων, θα μπορούσε να κινείται στον ελληνισμό του Αιγαίου, κατευθύνοντας ως ηγετική δύναμη της συμμαχίας της τον αμυντικό ή επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών. Η Σπάρτη, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, δεν είχε στην αρχή αντίρρηση να διεξαγάγουν οι Αθηναίοι τον επιθετικό πόλεμο εναντίον των Περσών ως ηγέτες της Αθηναϊκής συμμαχίας. Βαθμιαία, όμως, άρχισαν φανερά να ανησυχούν, όσο μεγάλωνε η αθηναϊκή ισχύς και γινόταν φανερό πως η επικράτηση της πολιτικής του Θεμιστοκλέους ίσως μοιραία θα οδηγούσε στον παραμερισμό των Λακεδαιμονίων και στη σταδιακή εξασθένηση της Πελοποννησιακής συμμαχίας.

 Ενώ η πολιτική του Θεμιστοκλέους με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του τρόμαζε τους Σπαρτιάτες, αντίθετα, η γραμμή του Κίμωνος, με τη γνωστή νοοτροπία του και τον σεβασμό που είχε στη Λακεδαίμονα, και, φυσικά, οι απόψεις της παρατάξεως που εκείνος εκπροσωπούσε στην Αθήνα, ήταν μια απόλυτα συμπαθής πολιτική για τη Σπάρτη, επειδή της προσέφερε τη βεβαιότητα ότι ποτέ η Αθήνα, όσο βάδιζε στα πλαίσια της κιμώνειας γραμμής, δεν θα έθιγε τα δικά της συμφέροντα στην Ελλάδα. Γι' αυτό, από τη στιγμή που ο Κίμων ανέλαβε την ηγεσία της αθηναϊκής πολιτικής, δεν παρουσιάσθηκε αντίδραση εκ μέρους των Σπαρτιατών. Ασφαλώς, το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύθηκε η παράταξη του Κίμωνος, προβάλλοντάς το στους Αθηναίους, και έτσι κατόρθωσε με την πολιτικότητά της να δρέψει τους καρπούς της πολιτικής, που ο μεγάλος αντίπαλος των αριστοκρατικών, ο Θεμιστοκλής, είχε χαράξει.

 Εκείνος που δοξάστηκε και σταθεροποίησε τη θέση του και το κόμμα του για 15 χρόνια περίπου στην Αθήνα ήταν ο Κίμων. Από το 476 ως το 462 π.χ. εκλεγόταν συνέχεια στρατηγός και κατηύθυνε την πολιτική της Αθήνας. Ο θρύλος που πλάσθηκε αργότερα, τον παρουσιάζει, στο βιογραφικό δοκίμιο που του αφιερώνει ο Πλούταρχος, να παραδέχεται με όλη του την ψυχή, νεαρός ακόμη (στις παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνος, όταν πολλοί Αθηναίοι στάθηκαν διστακτικοί αν έπρεπε να εκκενωθεί η πόλη) τα σχέδια του Θεμιστοκλέους, που οδήγησαν στην εκπληκτική νίκη της Σαλαμίνος. Μαζί με συνομήλικους φίλους του, μια από τις δύσκολες εκείνες ημέρες, παρουσιάσθηκε στον Κεραμικό και από εκεί οδεύοντας έφθασε στην Ακρόπολη. Αφού αφιέρωσε στη θεά ένα χαλινάρι, πήρε μια από τις ασπίδες - αναθήματα που υπήρχαν στον ναό, προσευχήθηκε και έτρεξε προς τη θάλασσα. Η συμβολική αυτή χειρονομία σήμαινε πως επίστευε ότι ο κρίσιμος αγώνας με τους Πέρσες θα γινόταν στη θάλασσα, όπως υποστήριζε ο Θεμιστοκλής.

 Ο Κίμων διαδέχθηκε στην ηγεσία των αριστοκρατικών τον Αριστείδη. Υπάρχουν  όμως πάρα πολλά σκοτεινά σημεία σε όλη αυτή την περίοδο. Πότε και γιατί αποτραβήχτηκε ο Αριστείδης από την πολιτική σκηνή της Αθήνας; Με τι ασχολήθηκε μετά το 476 π.χ.; Πότε και που πέθανε; Όσες πληροφορίες δίνουν οι αρχαίες πηγές είναι αντιφατικές. Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει τον Αριστείδη ούτε στην αφήγησή του, τη σχετική με την ίδρυση της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ο Κoρνήλιoς Νέπως δίνει την πληροφορία πως ο Δίκαιος πέθανε τέσσερα χρόνια μετά την εξορία του Θεμιστοκλέους. Ο Πλούταρχος πάλι δίνει δύο εκδοχές για το ίδιο γεγονός: σύμφωνα με την πρώτη, ο Αριστείδης πέθανε στον Πόντο, όπου βρισκόταν «πράξεων ένεκα δημοσίων», ενώ, κατά τη δεύτερη, τελείωσε τις ήμέρες του, πoλύ ηλικιωμένος, στην Αθήνα.

 Είναι γεγονός ότι, με το κύρος που είχε αποκτήσει ο Αριστείδης και στους Αθηναίους και στους συμμάχους, θα ήταν αδύνατον να παραμεριστεί από την ηγεσία των αριστοκρατικών. Δύο είναι οι συζητήσιμες περιπτώσεις: η πρώτη πως παραχώρησε τη θέση του στον Κίμωνα, απασχολημένος και μετά το 476 Π.Χ. με τον καταλογισμό του «φόρου» των νέων μελών της συμμαχίας, πράγμα που σημαίνει πως θα ήταν ανάγκη να λείπει πολύ καιρό από την Αθήνα, γιατί θα ταξίδευε συχνά σε διάφορα σημεία του Αιγαίου, για να απόκτηση σαφή ιδέα επί τόπου για την έκταση και τα εισοδήματα κάθε νέου μέλους. Ίσως, μάλιστα, σε κάποια τέτοια μετάβασή του να τελείωσε τις ημέρες του σε μιαν από τις πόλεις του Πόντου. Η δεύτερη περίπτωση είναι να ανέδειξε τον Κίμωνα ως αρχηγό των αριστοκρατικών και ο ίδιος με τη θέλησή του να αποσύρθηκε, πράγμα παράξενο για τη νοοτροπία του, αφού ήταν ακόμη σε θέση να προσφέρει πολλά στο αθηναϊκό κράτος. Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι πιθανή, γιατί εφόσον, όπως δείχνουν τα γεγονότα, οι αριστοκρατικοί κυριαρχούν στην Αθήνα μετά το 476 ο Αριστείδης κανονικά θα έπρεπε να έχει ηγετικό ρόλο στην πολιτική. Υπολογίζεται, εξ άλλου, πως η αρχική οργάνωση της συμμαχίας δεν κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια. Επειδή γίνονταν όμως προσχωρήσεις και νέων μελών διαρκώς, σε ρυθμό μάλιστα άγνωστο σε μας, η απασχόλησή του με τον προσδιορισμό των φόρων θα συνεχίσθηκε.

  Γι' αυτό τον λόγο, η σιωπή των αρχαίων πηγών για τη δραστηριότητά του τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν προκαλεί έκπληξη, και πρέπει να είναι σωστή η πληροφορία του Κορνηλίου Νέπωτος, για το έτος του θανάτου του, με τη διαφορά πως χρειάζεται να συνδυασθεί με τη σχετική πληροφορία του Πλουτάρχου, πως πέθανε στον Πόντο «πράξεων ένεκα δημοσίων». Με τον τρόπο αυτό και η εξαφάνιση του Αριστείδου από την πολιτική σκηνή εξηγείται, αλλά και ερμηνεύεται η κακοδαιμονία που άρχισε από την εποχή αυτή για τον Θεμιστοκλή.

 Οι αρχαίες πήγες σωπαίνουν ταυτόχρονα και για τον πρωτεργάτη της νίκης της Σαλαμίνος. Το όνομά του αναφέρεται και το 476 π.Χ., όταν πήρε το πρώτο βραβείο η τραγωδία του Φρυνίχου «Φοίνισσαι». Χορηγός, εκ μέρους της φυλής του, είχε ορισθεί ο Θεμιστοκλής «Θεμιστοκλής Φρεάρριος εχορήγει, Φρύνιχος εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχεν». Έχει μεγάλη σημασία το θέμα του δράματος, γιατί σ' αυτό γινόταν λόγος για τη μεγάλη νίκη στη Σαλαμίνα, οπότε ο κάθε θεατής ήταν φυσικό να γυρίσει τη σκέψη του στον Θεμιστοκλή και στον ρόλο που είχε παίξει στις δοξασμένες εκείνες ημέρες. Επειδή δεν παρουσιάζεται ο Θεμιστοκλής να έχει οποιαδήποτε δράση την εποχή αυτή, φαίνεται πως το δράμα ήταν μια διακριτική προσπάθεια υπομνήσεως στον αχάριστο δήμο των Αθηναίων του προσώπου, που η μορφή του Κίμωνος, ημέρα με την ημέρα, έριχνε στη σκιά. Από το 476 ως το 471, έτος του εξοστρακισμού του, ο Θεμιστοκλής φαίνεται να έμεινε σε πολιτική αδράνεια, σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό.

 Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν βρισκόταν στην Αθήνα ο  Αριστείδης δεν θα άφηνε να αχρηστευθεί τελείως ένας τόσο μεγαλόπνοος πολιτικός, γιατί, όσο και αν τον θεωρούσαν επικίνδυνο οι πολιτικοί του αντίπαλοι, είχε ο Αριστείδης τη δυνατότητα να στέκεται φραγμός στους απεριόριστους οραματισμούς του και να τον χρησιμοποιεί στα κοινά, μετατρέποντας τα τολμηρά σχέδιά του σε βατά και ωφέλιμα για την πόλη.

Μία ακόμη πληροφορία του Πλουτάρχου επιβεβαιώνει την άποψη του πρόωρου θανάτου του Αριστείδου: πως η πόλη, μετά τον θάνατό του, προίκισε τις θυγατέρες του με τρεις χιλιάδες δραχμές την καθεμία και ότι «εκ του πρυτανείου τοις νυμφίος εκδοθήναι δημοσίω» ενώ στον γιο του Λυσίμαχο προσέφερε γη, 100 «αργυράς μνας» και τέσσερεις δραχμές καθημερινή αποζημίωση. Αν ο Αριστείδης πέθαινε σε βαθύ γήρας, οι κόρες του θα είχαν από καιρό περάσει την ηλικία του γάμου και η πόλη θα τους χορηγούσε απλώς τιμητική σύνταξη.

 Τέλος, αξίζει να σταθεί κανείς σε μιαν άλλη είδηση που δίνει ο Πλούταρχος. Ο Αριστείδης «ήταν ο μόνος, αντίθετα προς τον Αλκμέωνα, τον Κίμωνα και πολλούς άλλους, που ούτε έκαμε, ούτε είπε κάτι κακό, ούτε ευχαριστήθηκε για τη δυστυχία του εχθρού του (του Θεμιστοκλέους), όπως δεν τον είχε φθονήσει, όταν ευημερούσε».

Ο απηνής διωγμός του Θεμιστοκλέους αργότερα δεν θα είχε πάρει ίσως τόσο τραγικές διαστάσεις, αν ο Αριστείδης, ο μόνος που δεν είπε ποτέ κάτι κακό γι' αυτόν, είχε ακόμη πολιτική δραστηριότητα μέσα στην Αθήνα. Δεν θα του είχε μείνει η υστεροφημία του Δικαίου, όταν όλοι οι πρωταγωνισταί της πολιτικής αυτών των χρόνων είχαν λείψει και είχε γίνει φανερή η τεράστια σημασία της πολιτικής του Θεμιστοκλέους, αν είχε ανεχθεί τον φοβερό εξευτελισμό που έγινε στον «αιτιώτατο» της νίκης της Σαλαμίνος.

 Ο Αριστείδης δεν πρέπει να ήταν τελείως «πένης», όσο παρουσιάζεται από τις πηγές, γιατί είχε γίνει άρχων το 489/8 π.Χ. Πιθανόν να καταστράφηκε η περιουσία του με τις λεηλασίες που έγιναν στην Αττική από τους Πέρσες και απορροφημένος με τις στρατηγίες και τα δημόσια καθήκοντά του, μετά τα Μηδικά, να μην είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να καταπιαστεί με την αξιοποίηση των κτημάτων του. Από τη συμμαχική υπόθεση ασφαλώς δεν κέρδισε τίποτε υλικό, όπως και ποτέ στη ζωή του δεν δέχθηκε υλικό όφελος. Ωστόσο, κάτι που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι και τον Αριστείδη βρέθηκε κάποιος να τον κατηγορήσει για δωροδοκία: ένας Διόφαντος από τον δήμο Αμφιτροπή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Καμία σχετική απόδειξη όμως δεν υπάρχει και ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν δέχεται την κατηγορία ως πραγματική.

 Ο Αριστείδης τιμήθηκε από την πόλη του όσο κανείς, ως το τέλος της ζωής του, και εκείνη πλήρωσε τα έξοδα της κηδείας του και του παραχώρησε τάφο στο Φάληρο. Ενώ περνούσε τους τελευταίους μήνες της ζωής του και ο Θεμιστοκλής έπεφτε στην αφάνεια, το αναμφισβήτητο στρατιωτικό δαιμόνιο του Κίμωνος άρχισε να δίνη τα πρώτα του δείγματα.

 

πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών)



RANSIMAN

Ο άνθρωπος που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απαλλάξει την εικόνα του Βυζαντίου από το στίγμα, που την εννοούσε ως περίοδο παρακμής, διαφθοράς και δολοπλοκίας, ο άνθρωπος που συσχέτισε τη μεσαιωνική έκφανση του ελληνισμού με τη σύγχρονη Ελλάδα («δε νομίζω ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι περισσότερο Έλληνες από τους Βυζαντινούς!»), ο άνθρωπος που κέρδισε παγκόσμια φήμη παρουσιάζοντας τους, μέχρι πρότινος «ιππότες», Σταυροφόρους ως «βαρβάρους», που λεητάτησαν την Κωνσταντινούπολη, ήταν Βρετανός.

Ο ιστορικός, συγγραφέας, ακούραστος περιηγητής και σαγηνευτικός αφηγητής σερ Στίβεν Ράνσιμαν γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1903 στη Βόρεια Αγγλία και έζησε 97 χρόνια, για να συνδεθεί και να αγαπήσει όσοι λίγοι τη χώρα μας. Μία από τις πρώτες εικόνες, που θυμάται, ήταν όταν είδε από τη θαλαμηγό του παππού του τον βράχο της Μονεμβασίας να αναδύεται από τη θάλασσα με το βυζαντινό κάστρο στην κορυφή του. Ήταν τότε 21 ετών, σπουδαστής στο Κέιμπριτζ, ήδη γνώστης της ελληνικής, την οποία διδάχθηκε από την ηλικία των επτά χρόνων και αφού είχε μάθει γαλλικά και λατινικά.

Ο γιος των Φιλελεύθερων νομικών με έντονη πολιτική δραστηριότητα (οι γονείς του ήταν το πρώτο ζευγάρι που κάθισε μαζί στη Βουλή των Κοινοτήτων) σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι. Γλωσσομαθής, γοητευτικός, με κοινωνικές γνωριμίες, ο νεαρός Στίβεν γινόταν το επίκεντρο της προσοχής κάθε συντροφιάς. Προτού κλείσει τα 30 του χρόνια ήταν ήδη καθηγητής Πανεπιστημίου στο Κέιμπριτζ ως βυζαντινολόγος. Η καρδιά του όμως ήταν στα ταξίδια και στην έρευνα. Ως «περιπλανώμενος λόγιος» αρχίζει τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο, σε μια εποχή που ο τουρισμός δεν έχει ακόμη εφευρεθεί και συναντά ανθρώπους μυθικούς: από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως τον Που Γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας. Όταν ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τοποθετείται ακόλουθος Τύπου στη Σόφια, φυγαδεύεται εν συνεχεία στο Κάιρο, μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα και ύστερα από πρόσκληση της Τουρκίας πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Σε συνέντευξη του στο «Βήμα» το 1997 διηγήθηκε, πώς βρέθηκε στη πόλη των μελετών του. «Ο πρόεδρος Ινονού περπατούσε στην πόλη και ρωτούσε για διάφορα κτίρια, που έβλεπε και ουδείς γνώριζε να του πει τίποτε περισσότερο πέραν του ότι ήταν Βυζαντινά. Πρόσταξε, λοιπόν, να του βρουν αμέσως έναν καθηγητή. Ο άγγλος πρόξενος στην Τουρκία έτυχε να είναι μαθητής μου και έτσι βρέθηκα να οργανώσω έδρα Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης».

Τρία χρόνια από το 1942 ως το 1945 ο Στίβεν Ράνσιμαν διδάσκει στο λίκνο του μεσαιωνικού ελληνισμού Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη. Το 1945 έρχεται στην Ελλάδα, για να διευθύνει δύο χρόνια το Βρετανικό Συμβούλιο και να γνωρίσει, μεταξύ άλλων, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Δημήτρη Χόρν.
Ο Στίβεν Ράνσιμαν χρίζεται ιππότης το 1958 από τη βασίλισσα Ελισάβετ και δίνει διαλέξεις σε όλα τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου. Όσοι είχαν την τύχη να τον ακούσουν, συμφωνούν, ότι ήταν ένας αξέχαστος ομιλητής, όπως για παράδειγμα όταν διηγούνταν με μελαγχολία αλλά και σπαραγμό τις τελευταίες στιγμές μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, καταδικασμένης να χαθεί, αλλά πολύ περήφανης για να παραδοθεί. Συνεργάζεται επίσης με το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Βικτόρια και Αλμπερτ, τη Βιβλιοθήκη του Λονδίνου και τιμάται με πολυάριθμα πανεπιστημιακά διπλώματα, ενώ και η Ελλάδα του αναγνωρίζει τη συμβολή του στη μετάδοση μιας εικόνας θετικής για την, από πολλούς παραγνωρισμένη, περίοδο της ελληνικής ιστορίας: ο ίδιος έχει τιμηθεί με το χρυσό μετάλλιο της πόλης των Αθηνών (1990), δρόμοι στον Μυστρά και στη Μονεμβασιά φέρουν το όνομά του, ενώ στην απονομή των βραβείων Ωνάση το 1997 ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν μοιράζεται το βραβείο για τον Πολιτισμό με την κυρία Ντόλυ Γουλανδρή. Και με μια κίνηση συμβολική διαθέτει το χρηματικό έπαθλο, που το συνοδεύει, για την αναστήλωση του βυζαντινού πύργου του Πρωτάτου στο Αγιον Όρος.

Ο «προπαγανδιστής» αυτού του κομβικού μέρους της ιστορίας μας ήταν πολυγραφότατος. Την εκπληκτική μονογραφία του για τον «Αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό και τη βασιλεία του» (1929) ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, «Το πρώτο βουλγαρικό κράτος» (1930), «Βυζαντινός πολιτισμός» (1933) και η τρίτομη «Ιστορία των Σταυροφοριών» (19511954), το γνωστότερο έργο του, που άλλαξε την αντίληψη του δυτικού κόσμου για τις Σταυροφορίες, κλίνοντας «σαφώς προς την πλευρά του Βυζαντίου έναντι της μισαλλοδοξίας και του πλιάτσικου στο οποίο επιδιδόταν η Δύση», όπως έγραψε η εφημερίδα «The Times». Σημαντικά έργα του επίσης είναι «Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» (1965), «Βυζαντινή θεοκρατία» (1977) και άλλα.
Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν δεν παντρεύτηκε ποτέ και έφυγε πλήρης ημερών το φθινόπωρο του 2000. Η ζωή του κύλησε περίπου όπως ο ίδιος όρισε την ιστορία. «Δεν είναι μια σειρά λιμνούλες με στάσιμα νερά, αλλά ένας ποταμός που τρέχει ασταμάτητα και ορμητικά».

Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα

Η άλλοτε ξεχασμένη, κι άλλοτε υποτιμημένη, βυζαντινή ιστορία - για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες καθετί βυζαντινό αυτομάτως εντασσόταν στο χώρο του σκοταδισμού - έγινε ευτυχώς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής έρευνας. Οι ιστορικοί, πολλοί μάλιστα απ? αυτούς εντάσσονται στους κύκλους των διανοουμένων, που ανέλαβαν όχι μόνο να γεφυρώσουν το «αναμέσον χάσμα» ανάμεσα στον Αρχαίο και Νέο Ελληνισμό, έτσι χαρακτήριζε το Βυζάντιο ο Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής της Νομικής Σχολής στον 19ο αιώνα, αλλά και να αποκαταστήσουν τη βυζαντινή οικουμένη, αποτελούν σήμερα αξιοσέβαστο πεδίο μελέτης και κατανόησης αυτής της πολυεπίπεδης και σύνθετης ιστορικής διαδικασίας, που επικράτησε να ονομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.

Σήμερα το Βυζάντιο αποτελεί ένα από τα πιο προσφιλή θέματα του επιστημονικού κόσμου. Επιστήμονες διεθνούς κύρους, ιστορικοί, θεολόγοι, ιστορικοί της τέχνης, νομικοί, ομολογούν και τεκμηριώνουν τη σπουδαιότητα και τη γενναία συμβολή του βυζαντινού κοσμοειδώλου, στον σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, αναφερόμενες στην πολιτική, την κοινωνική, τη διοικητική, τη στρατιωτική και εκκλησιαστική ιστορία του, αναιρούν προγενέστερες πλάνες και αναγνωρίζουν τον πολιτισμό των βυζαντινών, ως τον παράγοντα εκείνο, που διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη, τόσο της Ανατολικής, όσο και της Δυτικής Ευρώπης.

Ο Sir Steven Ransiman, τον οποίο η επιστημονική κοινότητα, πριν λίγο καιρό έχασε, αποτέλεσε φωτεινό παράδειγμα, ακραιφνούς και εμβριθέστατου ιστορικού βυζαντινολόγου επιστήμονα. Όλβιος δημιουργός, έγινε για τις διεθνείς ιστορικές σπουδές, το μέγα αγκωνάρι. Ως ένας από τους σημαντικότερους βυζαντινολόγους, κατάφερε κι έσυρε από τη λήθη, ότι θαυμαστό είχε να επιδείξει το Βυζάντιο. Το πολυσχιδές έργο του, πράγματι, αποτελεί μια τεκμηριωμένη καταγραφή, αλλά και ερμηνεία της βυζαντινής ιστορίας. Αν κάτι αφήνουν τα γραφτά του, είναι το γεγονός, ότι είδε το Βυζάντιο ως μια συμπαγή ιστορική ενότητα, την όποια αμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στις επόμενες γενιές των ιστορικών τον τρόπο, ακόμη πιο στοχαστικά να το μελετήσουν.

Πρέπει σοβαρά να λάβουμε υπόψη μας, ότι ο Ransiman μελέτησε το Βυζάντιο υπό το πλαίσιο των τριών συντεταγμένων που οριοθέτησαν τη χιλιετή μοίρα της θεοκρατικής αυτοκρατορίας του: τον Ελληνισμό, τη ρωμαϊκή νομοθεσία και την Ορθοδοξία. Αυτό δηλαδή το περιεχόμενο που ουσιαστικά διαμόρφωσε την πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τη διεργασία, που άρχισε τον 4ο και συνεχίστηκε έως τα μέσα του 15ου αιώνα, ο Ransiman κατάφερε να μας την κληροδοτήσει, δίχως να φαντάζει μακρινή και ξένη.

Με ασκητικό βλέμμα, ο μέγιστος αυτός βυζαντινολόγος, είδε την Ορθοδοξία, η οποία και τον γοήτευσε. Στους κόλπους ανοίχθηκε με διάθεση. Και για αυτήν εμφαντικά υπογράμμιζε: «οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται περήφανοι, μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της ελληνικής ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει το ρόλο της υπογραμμίζοντας το κενό, το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αρχαίου και χριστιανικού κόσμου. Αλλά το χάσμα δεν είναι αγεφύρωτο. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας διέσωσαν πολλά από τα πιο ωραία που είχε η αρχαία ελληνική σκέψη και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τα παρέδωσαν στην Εκκλησία ως αυτήν την ημέρα. Ο εθνισμός μπορεί να γίνει κακό πράγμα. Όμως ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητος που να μη βασίζεται σε φιλόδοξο σωβινισμό αλλά σε μια μακριά παράδοση πολιτιστικών αξιών είναι ζήτημα για νόμιμη καύχηση κα περηφάνια».

Στο πρόσωπο του Ransiman το αγγλόφωνο και κατ' επέκταση το διεθνές επιστημονικό κοινό, ανακάλυψε το Βυζάντιο και αφυπνίστηκε από την κατάκριση που δύο αιώνες πριν ο Edward Gibbon έκανε γι' αυτό, χαρακτηρίζοντας τη χιλιόχρονη ιστορία του ως «θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας». Είναι μακρύς ο κατάλογος των μελετών και των αυτοτελών βιβλίων του, πάνω στα οποία σήμερα, όσοι επιζητούν τη ψηλάφηση του βυζαντινού πολιτισμού μπορούν χωρίς κανένα δισταγμό να προσφύγουν. Και μόνο μια απλή παράθεση των τίτλων, που εύκολα θα μπορούσε κανείς να κάμει, ανατρέχοντας σε ενημερωμένες ιδιωτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, μαρτυρεί την εμμονή του, για εμφάνιση του βυζαντινού πολιτισμού, ως μείγματος διαποτισμένου με κάλλος και θαυμασμό.

Στο σύνολό του το έργο του Ransiman, ιχνογραφεί και διαφωτίζει τη βυζαντινή ιστορία, μέσα από τον χαρακτήρα των ανθρώπων, την ποικιλία των θεσμών, των τρόπων σκέψης και των πολιτισμικών εκφράσεών του. Αρκετό από το συγγραφικό έργο του, μεταφρασμένο στην ελληνική, προσκαλεί κάθε φιλοβυζαντινό αναγνώστη σε μια πραγματική θέαση του επιφανούς μεσαιωνικού κόσμου. Ως κλασικός ιστορικός, ο Ransiman επιμελώς επιστρέφει στις βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μια σύνθετη εικόνα της πολιτιστικής, κοινωνικής, και πολιτικής δομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, οι νεότεροι βυζαντινολόγοι, θα πρέπει να του είναι ευγνώμονες, γιατί δημιούργησε την πιο έγκυρη και περιεκτική ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής περιόδου.

  Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από το σερ Στήβεν Ράνσιμαν, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, στον πατρογονικό πύργο του, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. Για τεχνικούς λόγους,  δεν «βγήκε» ποτέ στον αέρα. Και οι δύο δημοσιογράφοι θεωρούν την συνέντευξη αυτή από τις πιο σημαντικές της καριέρας τους,  μια και ανήκει στο είδος των «συζητήσεων» που σε διαμορφώνουν και δεν ξεχνάς ποτέ. Θεωρούν ότι πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας, έστω και με μια τόσο θλιβερή αφορμή, όπως ο θάνατος του μεγάλου φιλέλληνα.

 

Δημοσιογράφος: Πώς νοιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν εξανεμίστηκε. Όταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολλοί λίγοι άνθρωποι σ' αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν, έστω και ελάχιστα για το Βυζάντιο. Μ' αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα» ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα, είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.

Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια;

Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από το σημερινό.

Καλύτερος ή χειρότερος;

Κοιτάξτε... Δεν είμαι σίγουρος αν θα μου άρεσε να ζήσω στους βυζαντινούς χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Άλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.

Άρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;

Ήταν ένας πολιτισμός, στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.

Και στους έντεκα αυτούς αιώνες;

Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του όπως το θρησκευτικό αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι έτσι, παρ' ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο.

Μιλάμε για θρησκεία κι ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία σχέση είχε με την ηθική.

Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορία που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον, που μελετούσε το Βυζάντιο. Ήρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία, γιατί είναι γεμάτη φόνους, και φαντάζει σαν σχολικό μάθημα (homework). Είχα το τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των αμερικανών προέδρων που είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης των Η.Π.Α. από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν.

Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.

Όντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους χρόνους. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια ανθρώπους στα λιοντάρια, κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο ανθρωπιστική. Και πάντα, απέφευγαν όσο μπορούσαν τη θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου φαίνεται, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ. ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν.

Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοικτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και τίποτε αξιομνημόνευτο».

Νομίζω ότι αυτοί οι Έλληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους αρκεί να δεις τη δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καπαδόκες πατέρες, και πολλοί ακόμη, ως το Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας... Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιοντολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη.

Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Έλληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.

Αρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλουν.

Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε αν ήταν όλες ίδιες αυτό δε θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί.* Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό και δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς.

Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Όμως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Και, τι εννοείτε με τη λέξη «δημοκρατία»; Ήταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Όχι. Θα έλεγα στους Ελληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την ιστορία, ειδικότερα της κλασσικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να κατακρίνουν... Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία». Στα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει να σε κυβερνούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες, η τηλεόραση. Διότι, είναι θεμιτό να έχουμε αυτό που ονομάζεται «λαϊκή ψήφος» αλλά, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν μόνοι τους κι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο που δε σκέφτονται τότε μεταφέρουν την εξουσία στα χέρια όσων κατέχουν τα ΜΜΕ, οι οποίοι, με τη δύναμη που έχουν, θα έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο και να μορφώσουν όλο τον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών, όχι όλοι ευτυχώς, είναι ανεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα υπήρχε δημοκρατία χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σα να το άφηναν στα χέρια του Θεού καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.

Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;

Η Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν υπήρχαν και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Αγιον Όρος ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία κυρίως τα αγόρια γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία διότι «απολάμβαναν» περισσότερη ιδιωτική, προσοχή. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, στο Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Και η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Όμηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών».

Ήταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Άννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Όλα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Όμηρο. Η Άννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Όμηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Αμόρφωτοι, δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;

Άλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ήταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Όχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Θα θέλατε να ζείτε στο Βυζάντιο;

Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. Δε νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά, είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις... Όλα εξαρτώνται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την τάξη στην οποία γεννιέσαι. Θα ήθελα να ζω στη Βρετανία του 18ου αιώνα αν είχα γεννηθεί αριστοκράτης, αλλιώς δε θα μου άρεσε καθόλου. Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας.

Η κατάσταση στη Βαλκανική σας ανησυχεί;

Με ενδιαφέρουν πολύ τα Βαλκάνια, είναι ένα μέρος του κόσμου που με «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι έτσι, φυσικά, και ενδιαφέρομαι και θλίβομαι. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Ενα από τα πράγματα που με ενοχλεί ελαφρώς στα γηρατειά μου, είναι ότι, θα ήθελα να γνωρίσω τι θα συμβεί σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου και κυρίως στα Βαλκάνια σε μερικά χρόνια. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, και από τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες μάλλον και η Βουλγαρία. Αλλά για τη Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία... νοιώθω απελπισμένος όταν σκέφτομαι το μέλλον τους...

Μήπως τα Βαλκάνια πληρώνουν την ιστορία τους, σήμερα;

Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. Διότι, έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης.

Πρόσφατα άνοιξε ένας παγκόσμιος διάλογος και στη χώρα σας για το κατά πόσον ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος θα είναι θρησκευτικός.

Ανησυχώ για συγκεκριμένες θρησκείες, με ανησυχούν οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο για τον πολιτισμό, αλλά η θρησκεία χρειάζεται. Οι άνθρωποι θα νοιώσουν ευτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, με τη θρησκεία σήμερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε μία παγκοσμία θρησκεία, και οι διάφορες θρησκείες ποτέ δε συμπάθησαν ιδιαιτέρως η μία την άλλη. Η φιλανθρωπία δεν καλύπτει και το γείτονα της διπλανής πόρτας, αν αυτός πρεσβεύει άλλη θρησκεία. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η θρησκεία θα είναι η σωτηρία, αλλά δεν γνωρίζω και τίποτε που να μπορεί να είναι η σωτηρία. Με τον πληθυσμό να αυξάνεται, είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν τα δεδομένα της εκπαίδευσης, σε παγκόσμια κλίμακα. Απλώς, ποτέ δε θα υπάρξουν αρκετοί δάσκαλοι στον κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβάμαι πως είμαι απαισιόδοξος.

Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;

Έχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δε μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.

Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο;

Το χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε την διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους τους ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Όλοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση. Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.

Διανόηση, πολιτική και πίστη στα Θεία, λοιπόν, μπορούν να βαδίζουν μαζί;

Αποτελεί παράδειγμα η πόλη σας, η Θεσσαλονίκη. Ήταν πολύ φημισμένη για τους διανοητές της, ειδικά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Αλλά είχε και βοήθεια από τους στρατιωτικούς της που, όπως ο Άγιος Δημήτριος, που έρχονταν να τη σώσουν στη σωστή στιγμή. Η πίστη στους Αγίους σου δίνει κουράγιο να υπερασπιστείς την πόλη από τις επιθέσεις, όπως έκανε κι ο Αη Δημήτρης.

Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες;

Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Ετσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Εχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς και μελετώ εδώ και καιρό το διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι Αγγλικανοί όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι'αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.

Τι γνώμη έχετε για τους νεοέλληνες;

Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Ολα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς, οι νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ' έναν τρόπο που οι βυζαντινοί δεν κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και το Διγενή. Τα μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά.

Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. Όταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου. Ηρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε «Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το θάνατό του... Όταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω... Είχε πει ότι 'Οι Κέλτες είναι οι ρωμιοί του Βορρά', ναι, το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει αρκετό δίκαιο... Ο Καβάφης είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, και μάλιστα πρωτότυπος... Εκείνον που δε μπορώ να διαβάσω είναι ο Καζαντζάκης, τον γνώριζα προσωπικά, αλλά δεν μπορώ να τον διαβάσω, ποτέ δε μου άρεσε για να είμαι ειλικρινής. Μ' αρέσει ο Ελύτης και πότε πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στο Σικελιανό. Τους νεώτερους δεν τους γνωρίζω, σταμάτησα να παρακολουθώ, κι όπως ξέρετε ανήκω σε μια πολύ παλιά γενιά.

Χάρις στην πρόνοια του Θεού η Χριστιανική θρησκεία ήλθε στον κόσμο αυτό σε μια μοναδική στιγμή της ιστορίας του. Οι Ρωμαίοι , είχαν μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση όλου του μεσογειακού κόσμου, προσφέροντας έτσι μία τεράστια έκταση, όπου άνθρωποι και ιδέες μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα. Περισσότερο ίσως σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στην πολιτισμική ζωή αυτής της περιοχής δέσποζαν σοφοί και διδάσκαλοι γαλουχημένοι στις παραδόσεις του Κλασσικού Ελληνικού κόσμου. Ή εξαιρετική εμβρίθεια των φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, πού αρχικώς συναντάμε στις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, απλώθηκε, χάρις στην τόλμη των Ελλήνων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μεγάλες και επιφανείς πόλεις πού είχαν ανθήσει στο πέρασμα των Μακεδόνων, ιδιαιτέρως ή Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς αναθρεμμένους στην Ελληνική παράδοση, πού είχε εμπλουτισθεί και από τις παραδόσεις των παλαιοτέρων αυτοκρατοριών της Ανατολής. Ακόμη και αυτή ή Ρώμη και οι δορυφόροι της προσέβλεπαν στην Ελλάδα για την πολιτισμική υποδομή τους.

Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Ελληνισμού. Τι εννοούμε με τον όρο "Ελληνισμός"; Δεν είναι ταυτόσημος με τον Ελληνικό Εθνισμό, αν και οι σημερινοί Έλληνες δικαίως μπορούν και διεκδικούν την συγγένεια με τους διανοητές και καλλιτέχνες της Κλασσικής Ελλάδος, των οποίων την γλώσσα και την γη κληρονόμησαν. Νομίζω πώς Ελληνισμός είναι βασικώς μία στάση του νου, ή αναζήτηση μιας ερμηνείας του κόσμου στον όποιο ζούμε, ή επιμονή για την γνώση όλων των φαινομένων του και ή ελπίδα πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα λάθη, τις θλίψεις και τις τραγωδίες του, πράγμα πού τελικώς θα μας καταστήσει ικανούς να φθάσουμε στην αρμονία πού το ανθρώπινο γένος πρέπει να ποθεί. Ήταν ένα τρομακτικό καθήκον. Πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι - και πολλοί φιλόσοφοι σήμερα - ήσαν ειλικρινά απαισιόδοξοι. Όμως ο ερχομός του Χριστιανισμού φάνηκε σε άλλους να προσφέρει μια λύση. Η αυστηρή εμμονή του στις ηθικές αξίες, σε συνδυασμό με την έμφαση πού έδινε στην αγάπη και την πίστη του στην τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Αλλά για να γίνει αποδεκτός στον κόσμο της διανοήσεως όφειλε να συνταυτισθεί τρόπον τινά με τον κυρίαρχο Ελληνισμό. Και ήταν το μεγάλο επίτευγμα των πρώτων Χριστιανών Πατέρων, κυρίως, νομίζω, των Καππαδοκών, το ότι μπόρεσαν και εξέφρασαν το Χριστιανικό δόγμα με όρους πού ήσαν αποδεκτοί από τους φιλοσόφους. Οι δε μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν το φιλοσοφικό υπόβαθρο, το όποιο χρειαζόταν ή Εκκλησία.

H συμμαχία με τον Ελληνισμό διασφάλισε το μέλλον της Εκκλησίας. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και την μεγάλη εξάπλωση του Χριστιανισμού, εμφανίζονταν τάσεις πού απέρριπταν την Ελληνική προσέγγιση. Ήσαν οι πιστοί πού έμεναν αποκλειστικά στο εβραϊκό υπόβαθρο του Χριστιανισμού, οι φονταμενταλιστές, πού υπάρχουν μέχρι σήμερα, και πού επέμεναν στην αυστηρή τηρήσει άκαμπτων ηθικών κανόνων και τελετουργικών τυπικών και στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Περισσότερο αξιοσημείωτη και καθοριστική είναι ακόμη η γενική τάση των Εκκλησιών της Δυτικής Ευρώπης και των διαδόχων τους να υιοθετούν μια άκαμπτη στάση στην θεολογία τους. Τούτο οφείλεται στις ιστορικές συγκυρίες.

Όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές καταλήψεις, ήσαν οι δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, επαρχίες, πού έπεσαν πρώτες στα βαρβαρικά χέρια. Κι όταν οι Ρωμαίοι διοικητές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν, η μόνη εναπομείνασα μορφωμένη ταξί ήταν ο κλήρος. Αυτός δεν περιορίσθηκε μόνο στο καθήκον του να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό τους εισβολείς. Επί πλέον προμήθευσε τους νέους άρχοντες με εγγραμμάτους υπαλλήλους και, προ πάντων, νομικούς. Ό νόμος ήταν ή μεγάλη συμβολή των Ρωμαίων στον πολιτισμό. Πλην όμως ή άκαμπτη εφαρμογή του ήταν αντίθετη προς την παράδοση του Ελληνισμού. Οί Ρωμαίοι θεολόγοι απαιτούσαν ακριβείς φόρμουλες και λογικά επιχειρήματα, όπως αναπτύχθηκαν από εκείνον τον αξιόλογο διανοητή, τον Θωμά Ακινάτη.

Στις Ανατολικές επαρχίες όμως, στο Βυζάντιο, οι νομικοί δεν άνηκαν στον κλήρο, ήσαν λαϊκοί, και μια πιο φιλελεύθερη θεολογία ήταν επιτρεπτή, ενώ τηρούνταν ανέπαφα τα θεμελιώδη Χριστιανικά δόγματα, το δόγμα της Ενανθρωπήσεως και το δόγμα της Σωτηρίας. Προ πάντων, ενώ οι Δυτικές Εκκλησίες δεν αισθάνονταν ποτέ άνετα με τους μυστικούς πού εμφανίζονταν στους κόλπους των -αν και δεν ήταν δυνατόν να μην αναγνωρίσουν την αγιότητα κάποιων μορφών, όπως ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού και η Αγια Τερέζα της Αβίλα - , στην Ανατολική Εκκλησία ο μυστικός ήταν ελεύθερος να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία. Εδώ είχε διατηρηθεί ή Ελληνική στάση. Δεν υπήρξε ποτέ καμία σοβαρή προσπάθεια να εμποδιστεί ή προσωπική αναζήτηση του Θεού.

Σε αυτόν τον βαθμό η παράδοση του Ελληνισμού έχει επιζήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. και νομίζω πώς είναι ακόμη απαραίτητη σήμερα. Η προσπάθεια των Δυτικών Εκκλησιών να εκσυγχρονίζουν την θρησκεία περιορίζει το αιώνιο μήνυμα της και η μέριμνα να υποτάξουν την θεολογία στην λογική συμφώνως προς τα σύγχρονα κοσμικά στερεότυπα απλώς οδηγεί τον λαό του Θεού στον αγνωστικισμό ή ακόμη και τον αθεϊσμό. 'Αν όμως οι Ορθόδοξοι διατηρήσουν την συμμαχία τους με τον Ελληνισμό, θα μπορέσουν να διατηρήσουν την πνευματικότητα τους. Ίσως μετά από έναν αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα είναι η μόνη από τις μεγάλες Χριστιανικές Εκκλησίες πού θα έχει επιζήσει, αφού μόνη αυτή θυμάται πώς η θρησκεία είναι μυστήριο, και πώς ο Χριστιανός, βοηθούμενος από τους φιλοσόφους και τους θεολόγους του παρελθόντος και όχι τρομοκρατούμενος από αυτούς, δύναται να ακολουθήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού, και μαζί με τους ομοπίστους αδελφούς του, παραμένοντας ευπειθές τέκνο της Εκκλησίας του, να βρει τον δικό του δρόμο προς την σωτηρία.
 
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ
SIR STEVEN RUNCIMAN

ΠΗΓΕΣ:
Ο μέγιστος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα Sir Stenen Ransiman - Αθαν. Ι. Καλαμάτα Θεολόγου - Καθηγητή
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝIΣΜΟΣ-Του SIR STEVEN RUNCIMAN Βυζαντινολόγου,Μέλους της Βρετανικής Ακαδημίας
Eφημ.«Βήμα» της 8.9.2002



300px Odysseas androutsos

Δημήτρη Φωτιάδη

 

     ΟΤΑΝ φέρανε τον Αντρούτσο στην Αθήνα, τον κλείσανε στο φράγκικο πύργο της Ακρόπολης, την Κούλια όπως τη λέγανε [Βρισκόταν στην είσοδο της Ακρόπολης και τη γκρέμισαν το 1878] , βάζοντάς του βαριά σίδερα στα χέρια και στα πόδια. Για δεσμοφύλακα είχε τον παλιό του οχτρό, τον φοβερό Παπακώστα. Ο Pecchio, που επισκέφτηκε εκείνες τις μέρες την Αθήνα κ' έμαθε πως μέσα στον πύργο βρισκόταν φυλακι­σμένος ο Οδυσσέας, γυρεύει να τον δει μα δεν του δίνουν την άδεια.

Στ' αναμεταξύ ο Γκούρας, παρ' όλα όσα τούλεγε ο Τριανταφυλλίνας, ο άλλος μεγάλος οχτρός του Ανδρούτσου, δίσταζε να τον σκοτώσει. Τον στέλνει, λοιπόν, στ' Ανάπλι για να πάρει την τελική απόφαση της κυβέρνησης. Γυρίζει έπειτα από λίγο στο στρατόπεδο, που βρισκόταν κά­που όξω από την Αράχωβα, φέρνοντας ένα γράμμα του Κωλέτη προς τον Γκούρα, όπου σ' αυτό ο παλιός γιατρός τού Αλήπασα τούγραφε να κά­νει ό,τι θα τού πει ο Τριανταφυλλίνας.

Αφού κάθησαν κάτω από μια ελιά και τα κουβέντιασαν, ο Γκούρας δε φωνάζει το γραμματικό του, μα γράφει ο ίδιος, με τα λιγοστά γράμ­ματα που ήξερε, δυο λόγια σ' ένα χαρτί για τον Μαμούρη, που τον είχε αφήσει φρούραρχο στο κάστρο της Αθήνας. Το διπλώνει και γυρεύει να το σφραγίσει με βουλοκέρι, μα όπως φύσαγε δεν τα καταφέρνει και το δίνει στο Γεωργαντά να πάει σε κάποιο απάγγειο μέρος να το βουλώσει.  Αυτός, που υποψιάστηκε, μπαίνει σ' ένα ξωκκλήσι που είταν παρακεί και πριν το σφραγίσει το ξεδιπλώνει και ρίχνει μια γρήγορη ματιά. Ο Γκούρας πρόσταζε, με τόση μυστικότητα τον Μαμούρη, «να πουλήσει το λάδι γιατί η τιμή του θα πέσει». Κι ο Γεωργαντάς μπαίνει με μιας στο συνθηματικό νόημα τούτης της παραγγελίας και γράφει: «. . . Με συντριβήν της καρδίας μου είδα τα τεκταινόμενα και τον χαϊμόν του Οδυσσέως». [Αθηναϊκών Αρχείον «Ανάμνησις Α. Γεωργαντά», σ. 266].

Παίρνει το σφραγισμένο γράμμα για το «λάδι» ο Τριανταφυλλίνας και φεύγει αμέσως για την Αθήνα. Έπειτα από δυο - τρεις μέρες, τη νύχτα στις 4 με 5 του Ιούνη, ο Μαμούρης, ο Τριανταφυλλίνας κι ο Παπακώστας πνίξανε τον Αντρούτσο μέσα στη φυλακή του. Ο μοναδικός μάρ­τυρας της κολασμένης τούτης πράξης, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, ανι­στόρησε, γέρος πια, όλα τα καθέκαστα στο δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι αυτός, έπειτα από χρόνια, στις 25 του Δεκέμβρη 1898, δημοσίεψε τούτη δω τη δραματική αφήγηση στους «Καιρούς» :

«. . . Ήτο η τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμού­μαι καλώς, την εποχήν την εσημείωσα, διότι μοι επροξένησε βαθείαν αυτή εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ' αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.

»Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγος ταγματάρχης, ο γενναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτικο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηρός σχίνων και κοτίνων ρίζας.

»Μετά τας αμοιβαίας επί ταίς εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ' επειδή, ως εγίνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρακάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησίν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γενναίου του στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε : «Τι τα θέλεις αυτά τώρα, παιδί μου, αυτά πέρα­σαν πλέον ας όψονται οι αίτιοι»˙ εδίσταζε δε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:

»—Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος· από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπό­λεως Κούλιαν˙ του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς˙ τροφήν δεν του έδιδαν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρε­λιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδωμένον από την λέραν.

» Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας η οποία ήτο κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σου, έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με την κάππαν μου, ήσαν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τεσσάρας άνδρας να έρχωνται προς την φυλακήν.

»Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο˙ άλλ' ως εννόησα ήτο ο επί κεφαλής των ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής˙ ήσαν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης και ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.

»Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και άντ' εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ' υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους· ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την ήνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργον οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλα­κής. Άμα είσήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγη προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ' λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη,[τον Μαμούρη] γιατί

»Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δεσμίου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστε­ναγμούς και μούγκρισμα του λεονταργιού εκείνου και η καρδιά μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία. . .

»Μετ' ολίγον είδον τους τεσσάρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος μ' εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.

»Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, άφ' όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρος όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμνον ανακατευόμενοι και μετ' ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντος εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.

»Το πρωί άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσεύς δραπετεύσας την νύκτα και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.

»Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα έξης : Εις το μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο δε εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνετο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα τού άτυχους στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήτο καταματωμένον το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να τα χτύπησε κανείς και να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.

»Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του˙ έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλην [Η ψεύτικη ιατροδικαστική αυτή έκθεση, που το πρωτότυπό της σώθηκε, συντάχτηκε από τον Ιταλό ντόκτορα Vitali, υποπρόξενο τού Βασιλείου της Νάπολης στην Αθήνα. Είναι γραμμένη Ιταλικά και τελειώνει με τούτη δω την ανήκουστη απόνα γιατρό σε πιστοποιητικό θανάτου φράση : «. . . Επέφερον (τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». Τον signor Vitali από τη Νάπολη τον έκαιγε πάρα πολύ η προδοσία τού Αντρούτσου και δε μπορούσε να κρατηθεί, να μην τον πει κακούργο και προδότη! Ε τι κάνει σε τέτοιους ανθρώπους το παραδάκι.]δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού˙ μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειρότερα και τού τελευταίου καταδίκου˙ τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν τού Αγίου Δημητρίου, προς δυσμάς της Ακροπόλεως».

   Αυτό στάθηκε το τέλος τού ήρωα, που στις αρχές της επανάστασης μπήκε, πιάνοντας το μαντήλι και χορεύοντας και τραγουδώντας, στο Χάνι της Γραβιάς.

Τα δυο αυτά εγκλήματα, της Μαύρης Τρούπας και της Κούλιας της Ακρόπολης, δεν τα ιστορήσαμε βέβαια μονάχα για τη δραματικότητά τους. Πολλοί είναι εκείνοι, ξέχωρα οι πιο επίσημοι από τους ιστορικούς μας, που για το φόνο τού Αντρούτσου ρίχνουν όλα τα βάρη στον Γκούρα. Άλλοι πάλι παραδέχουνται την ευθύνη τού Κωλέτη, όχι όμως και τού Μαυροκορδάτου. Τον Αντρούτσο, πολιτικάντηδες και προύχοντες, το ίδιο όλοι τον μισούσαν. Πολλές φορές θέλησαν να τον σκοτώσουν και στο τέλος το πέτυχαν. Όχι μονάχα ο Κωλέτης κι ο Μαυροκορδάτος, μα και πολλοί άλλοι, από καιρό προετοίμασαν, για τούτη την πράξη, τον Γκούρα.

Τα δυο αυτά εγκλήματα, του Τρελώνη και τού Αντρούτσου, σε τόσο λίγο καιρό τόνα άπ' τ' άλλο, μας δείχνουν πως είταν συνταιριασμένα. Για τη δολοφονία τού Τρελώνη δε χρησιμοποιήθηκαν Έλληνες μα Εγ­γλέζοι, έπειτα από υπόδειξη της κυβέρνησης, όπως παραδέχεται κι αυτός ο Τρικούπης.  Και την υπόδειξη αυτή δεν είχε τη δύναμη να την κάνει από μόνος του ο Κωλέτης. Ποτέ ο Φαίντων κι ο Ουάϊτκομπ δε θα εχτελούσαν μια τέτοια προσταγή τού Κωλέτη, αρχηγού της Γαλλικής φατρίας. Μοναχά ο Μαυροκορδάτος μπορούσε νάχει τόση επιρροή πάνω τους, για να τους σπρώξει να σκοτώσουν ένα συμπατριώτη τους. Κι ούτε κι αυτός θ' αποτολμούσε να βάλει Εγγλέζους να δολοφονήσουν Εγγλέζο, δίχως την υπόδειξη ή τουλάχιστο την έγκριση της μυστικής υπηρεσίας στην Ελλάδα.

Τη δολοφονία του Αντρούτσου την οργάνωσαν ο  Μαυροκορδάτος κι ο Κωλέτης και την απόπειρα ενάντια στον Τρελώνη οι Εγγλέζοι με τον Μαυροκορδάτο, γιατί ενώ τον στείλανε για πράκτορα, είχε την αποκοτιά να επηρεαστεί από τον αγώνα τού λαού μας για τη λευτεριά του κι αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι τους.

 

Από το βιβλίο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ

ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - Β' ΕΚΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 1957

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

 

 Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

 

1. Ο διπλός κίνδυνος· Τούρκοι και Φράγκοι 

Η παρουσίαση των θέσεων του πατριάρχου Γενναδίου Σχολαρίου για την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453 έχει μέγιστο ιστορικό, εθνικό και πνευματικό ενδιαφέρον, για πολλούς και σημαντικούς λόγους. Εν πρώτοις διότι η ζωή του συνεκτυλίσσεται μαζί με τις τελευταίες δραματικές δεκαετίες της βασιλεύουσας και τις πρώτες της άδοξης δουλείας και υποταγής της στον βάρβαρο και αλλόθρησκο κα­τακτητή. Και το σημαντικότερο, διότι δεν είναι απλός θεατής των δρω­μένων, ένας από τους πολλούς που απλώς υφίστανται παθητικά τις τροπές των καιρών και των χρόνων, αλλά ένας από τους ολίγους που ενεργητικά έλαβαν μέρος και συνδιαμόρφωσαν τις ιστορικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες πορεύθηκε η Ρωμιοσύνη κατά τα κρίσιμα έτη πριν από την άλωση και μετά από αυτήν. Κατηύθυνε ο ίδιος και προσδιό­ρισε σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. 

Η αποφασιστική μάλιστα αυτή συμμετοχή του στην χάραξη της ιστορικής πορείας του Γένους, με την οποία ακύρωσε τα καταστροφικά σχέδια άλλων ισχυρών δυνάμεων, προκάλεσε, όπως συμβαίνει συνήθως, την ισχυρή τους αντίδραση, η οποία, εν όσω ζούσε ακόμη, εκδηλώθηκε ως προσπάθεια δυσφημήσεως και απομονώσεως, μετά δε τον θάνατό του ως προσπάθεια κακοποιήσεως και συγχύσεως των ιστορικών πληρο­φοριών, που έφθασε μέχρι και την νόθευση των συγγραμμάτων του, ώστε να πληγεί η υστεροφημία του και να παύσει να αποτελεί αξιόπι­στο μάρτυρα και εκφραστή της ιστορικής συνειδήσεως της Ρωμιοσύνης. 

Ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μαζί με ολίγους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτας του 15ου αιώνος με προφητική δύναμη και ενόραση, διείδαν, ότι κίνδυνος για την αυτοκρατορία δεν ήσαν μόνον από την Ανατολή οι Τούρκοι, αλλά και από την Δύση οι Φράγκοι υπό τον πά­πα, και ότι εν μέσω των δύο αυτών κινδύνων έπρεπε το Γένος να πορευ­θεί με πολλή προσοχή. Ο κίνδυνος των Τούρκων ήταν καθημερινή αγωνία, ante portas, προ των θυρών, αλλά και ο κίνδυνος από την Δύση δεν ήταν υποθετικός, αλλά βιωθείσα και βιουμένη πραγματικότης. Όσοι συνιστούσαν επαγρύπνηση και απέναντι των Δυτικών δεν εκινούντο από θρησκευτική μισαλλοδοξία, αλλά από εκτίμηση των ιστορι­κών δεδομένων του παρελθόντος και από την θλιβερή εμπειρία του παρόντος. Η αποδυνάμωση και η εξασθένηση της αυτοκρατορίας, ώστε να αποτελεί εύκολη λεία για τους Τούρκους, σύμφωνα με κοινή εκτίμηση των ιστορικών, οφείλεται στις περίφημες σταυροφορίες, τις οποίες υπό την έμπνευση και καθοδήγηση των παπών διεξήγαγαν οι ηγεμόνες της Δύσεως. Υπό το πρόσχημα θρησκευτικών στόχων οργανώ­θηκαν κατακτητικές εκστρατείες, οι οποίες από το σώμα της Ρωμιοσύ­νης δημιούργησαν φραγκικά κρατίδια στον νησιωτικό και ηπειρωτικό χώρο και τεράστια οικονομικά και εμπορικά οφέλη, με αποκορύφωμα την πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204. Απαλλάχθηκε βέβαια η βασιλεύουσα από την σκληρή ξενική κατοχή των Λατινο-φράγκων μετά από εξήντα έτη (1261), κολοβωμένη όμως τώρα και κουτσουρεμένη, χωρίς επαρκή ενδοχώρα, αφού εξακο­λούθησαν οι Φράγκοι να κατέχουν τις άλλες περιοχές- έμοιαζε ως κεφα­λή χωρίς σώμα. Επί πλέον διαπιστώθηκαν τώρα και οι προθέσεις των αδελφών Χριστιανών της Δύσεως. Τα μέτρα των νέων λατινικών αρχών δεν περιορίσθηκαν στην οργάνωση της διοικήσεως μόνο, αλλά και στην πολιτιστική και θρησκευτική αφομοίωση των Ορθοδόξων, σε πλήρη δηλαδή εκλατινισμό, ο οποίος μάλιστα επιβαλλόταν διά της βίας. Ακόμη και σήμερα πολλοί Έλληνες «καθολικοί», των Κυκλάδων κυρίως, είναι καρποί αυτής της φραγκικής κατακτήσεως. 

Έχουν γραφή πολλά για τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που κυριάρχησαν στην Ανατολή κατά τον 15ο αιώνα, πριν από την άλωση, και για τα πρόσωπα που ετέθησαν επί κεφαλής των αντιπάλων παρατάξε­ων. Βασικώς διαμορφώθηκαν δύο ομάδες· η ομάδα με ηγέτη τον Βησ­σαρίωνα, ο οποίος τελικώς ενσωματώθηκε πλήρως στον Παπισμό και έγινε καρδινάλιος, πρότεινε την συμμαχία με την Δύση προς απόκρου­ση του τουρκικού κινδύνου· επηρέασε αποφασιστικά τον αυτοκράτο­ρα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο, που αγωνιούσε για την τύχη της αυτοκρα­τορίας, και τον παρέσυρε στην ταπεινωτική υπογραφή του ενωτικού όρου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρό­νια πριν από την άλωση. Η άλλη ομάδα, με ηγέτη τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, αγωνιζόταν να αποτρέψει την ένωση με τον Παπισμό και επηρέαζε το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου και του λαού· ήθελε το Έθνος να διασώσει προ παντός την πολιτιστική του οντότη­τα και αυτοσυνειδησία, γιατί εγνώριζε την αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους οντό­τητα, αλλά όταν χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, την ψυχή τους. Εφ' όσον η οποιαδήποτε βοήθεια της Δύσεως στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τον εκλατινισμό των Ορθοδόξων, έπρε­πε το Έθνος να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις. Και μολονότι προ­έβλεπαν ως αναπότρεπτη την υποταγή στους αλλοθρήσκους, πίστευαν ότι θα εδημιουργούντο οι συνθήκες της αναβιώσεως, της παλιγγενεσίας.

Υπό το πρόσχημα της βοηθείας οι Δυτικοί ουσιαστικώς θα κατακτούσαν και πάλι την Κωνσταντινούπολη. Κατάκτηση και η μία κατάκτηση και η άλλη· στην υπό τους Τούρκους όμως κατάκτηση θα παρέμενε το πλεονέκτημα της εθνικής αξιοπρεπείας, το ότι δηλαδή το Έθνος δεν επρόδιδε οικειοθελώς τις παραδόσεις του, δεν θυσίαζε την Ορθοδοξία, η οποία αποτελούσε το ουσιαστικώτερο στοιχείο της εθνικής του ταυτό­τητος. Και επί πλέον η μεγάλη πολιτιστική υπεροχή έναντι των Τούρ­κων και το παντελώς ανόμοιο του θρησκεύματος αποτελούσαν δυσμε­νείς παράγοντες για τον πλήρη εξισλαμισμό, ενώ αντίθετα με τους ομοπίστους Φράγκους ο εκλατινισμός ήταν ευκολώτερος. Αυτό εξέφρασε με απλό αλλά απόλυτα πειστικό τρόπο, μετά από τρεις αιώνες, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αγωνιζόμενος να διασώσει την πολιτιστική αυτο­συνειδησία και το αίσθημα υπεροχής των υποδούλων έναντι των αλλοθρήσκων κατακτητών:«Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε διά εδικόν μας καλόν... Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχη βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε διά το καλόν μας. Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, όπου ήτον τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μάς βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μάς βλάπτει, άσπρα δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μάς φυλάη»[1]. 

Κατά τις εκτιμήσεις άλλωστε αυτής της ομάδος, οι οποίες κρίνονται ιστορικώς ως ορθές, ακόμη και αν θυσιαζόταν η Ορθοδοξία και απο­φάσιζε η ηγεσία ότι ήταν προτιμώτερος ο εκλατινισμός από τον εξι­σλαμισμό, και τότε ακόμη θα επρόκειτο περί ανωφελούς θυσίας· οι Δυ­τικοί δεν ημπορούσαν να αντιπαραταχθούν προς τους Τούρκους απο­τελεσματικά και να τους νικήσουν, λόγω των μεταξύ τους διαφορών και διενέξεων. Αυτό φάνηκε και στη μάχη της Νικοπόλεως του 1396 και στη μάχη της Βάρνας το 1444, επτά μόλις χρόνια πριν από την άλω­ση. Στην πρώτη ήττα της Νικοπόλεως αναφερόμενος ο Ιωσήφ Βρυέννιος προβαίνει σε θλιβερές διαπιστώσεις για το αξιόμαχο των Δυτικών, το οποίο ευρίσκει πολύ κατώτερο από τις δυνατότητες της εξασθενη­μένης και κατακερματισμένης ανατολικής αυτοκρατορίας: «Ημείς, γράφει, τόσα έτη πολιορκούμενοι στέργομεν έτι· υμείς δε μετά πάσης υμών της παρατάξεως και μεθ' όσης των όπλων παρασκευής άπαξ τοις  Αγαρηνοίς επιόντες κατά κράτος ηττήθητε»[2]. Η θέση αυτή επιβεβαι­ώνει την αναντίρρητη επίσης ιστορική αλήθεια και εκτίμηση ότι το Βυζάντιο, εκτός από την άλλη πολύτιμη και πολύπλευρη προσφορά του, στάθηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια ο προμαχώνας, το κά­στρο, πάνω στο οποίο αναχαιτίζονταν όλες οι από Ανατολής επιθέσεις των ασιατικών λαών. Αν αυτός ο προμαχώνας απουσίαζε, και τους βαρβάρους του Βορρά διαδέχονταν στην Δύση οι βάρβαροι της Ανα­τολής, η εικόνα του δυτικού κόσμου, η εικόνα της ανθρωπότητος θα ήταν σήμερα τελείως διαφορετική. 

Στην ομάδα λοιπόν του Αγίου Μάρκου Ευγενικού ανήκει ο Γεν­νάδιος Σχολάριος, όχι ως ένας απλός οπαδός ή σημαντικό μέλος. Είναι η ενσάρκωση του ιδίου του Ευγενικού, η απαράλλακτη εικόνα του·  γι' αυτό και τον επέλεξε επισήμως λίγο πριν αποθάνει ως συνεχιστή των αγώνων του. Πίστευε μάλιστα, και δικαιώθηκε, ότι ο Γεννάδιος θα διεξήγαγε επιτυχέστερα τον αγώνα, λόγω των πολλών και αναμ­φισβητήτων προσόντων του, της μεγάλης πολιτικής και διοικητικής εμπειρίας, και της δυνατότητος να επηρεάζει τον αυτοκράτορα, ως ανώτατος κρατικός αξιωματούχος και σύμβουλος. 

Υπήρξεν ευτυχώς κατ' αυτήν την κρίσιμη περίοδο τριάδα σπουδαί­ων προσώπων, που συνδέονται κατά σειρά μεταξύ τους με σχέση μαθητού και δασκάλου· ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Μάρκος Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος. Και οι τρεις συνεχίζουν την έναντι της Δύσεως στάση του Μεγάλου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την διδασκαλία του οποίου ερμήνευσαν και ανέπτυξαν. Αποτελούν τους τρεις νέους διδασκάλους και υπερμάχους της Ορθοδοξίας στους έσχατους της αυτοκρατορίας καιρούς. Ο «διδάσκαλος Ιωσήφ», όπως τον αποκαλούσαν, κατενόησε τον κίνδυνο από τον Παπισμό και με πολλή δύναμη τον εξέφρασε· ο Άγιος Μάρκος, μόνος και αβοήθητος, αντιπαρατάχθηκε κατά την διάρκεια της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας προς την «επηρμένην οφρύν των Δυτικών», κατά την έκφραση του Μ. Βασιλείου, ο οποίος πολύ ενωρίς διεπίστωσε τις αυταρχικές και αντισυνοδικές διαθέσεις στο πρόσωπο του πάπα Δαμάσου. Και ο Γεννάδιος Σχολάριος με τους σθεναρούς και επίμονους αγώνες του κατέστησε στην πράξη ανεφάρμοστο τον ενωτικό όρο της συνόδου, επηρεάζοντας τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και εκφράζον­τας την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. 

Η «ένωση» επεβλήθη εκ των άνω και είχε κίνητρα πολιτικά, τελείως ξένα προς τον πνευματικό στόχο της αληθινής ειρήνης και της αληθινής ενώσεως. Γι' αυτό και ανετράπη εκ των κάτω και είναι πλέον, όπως παρατηρεί ο Κ. Heussi, ένα άπλό χαρτί[3]. Οι Ορθόδοξοι, λόγω της κατεπείγουσας και αγωνιώδους ανάγκης να λάβουν βοήθεια, σύρθηκαν σε μία σύνοδο ασυνήθους διαδικασίας και διαρκείας, υποχώρησαν σε όλες τις απαιτήσεις των Παπικών, και προσέφεραν στον Παπισμό ανε­κτίμητη βοήθεια και αναγνώριση, χωρίς να λάβουν τα συμφωνηθέντα ανταλλάγματα. Ενίσχυσαν εν πρώτοις με την συμμετοχή τους το κύρος του πάπα Ευγενίου του Δ', τον οποίο η μεταρρυθμιστική σύνοδος της Βασιλείας είχε καθαιρέσει, και συνετέλεσαν έτσι στη διάλυση αυτής της συνόδου, αλλά και στη διάλυση των ελπίδων για εκδημοκρατισμό της απολυταρχικής μοναρχίας του πάπα. Νομιμοποίησαν κατόπιν με απόφαση «οικουμενικής» συνόδου τις επιδιώξεις των παπών, περί πρωτείου και κυριαρχίας επί της καθόλου Εκκλησίας. Κυρίως όμως πρόσφεραν στον Παπισμό την βάση, πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι σύνοδοι του Τριδέντου (1545-1563) και η Α' Βατικανή (1870) για την δογματοποίηση του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα. Αυτό που επί αιώνες επεδίωκε να επιτύχει ο Παπισμός με συστηματική νόθευ­ση κειμένων, το προσέφεραν οι Ορθόδοξοι στην ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας. 

Αυτήν λοιπόν την μεγάλη προσφορά προς τον Παπισμό αγωνίσθηκαν και επέτυχαν να ακυρώσουν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεννά­διος Σχολάριος. Είναι γνωστή η φράση του πάπα Ευγενίου Δ', όταν πληροφορήθηκε ότι ο Εφέσου δεν υπέγραψε την ένωση· «λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν». Την ευθύνη στη συνέχεια για την μη εφαρμογή του όρου ανέλαβε ο Γεννάδιος Σχολάριος, αντιπαραταχθείς επί έτη με την παπική θεολογία. Μετά τον Μέγα Φώτιο, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον Άγιο Μάρκο Εφέσου δεν υπάρχει στην Ανατολή άλλος θεολόγος που να αποδυνάμωσε την παπική θεολογία και να εζημίωσε τον Παπισμό τόσο όσο ο Σχολάριος. Γι' αυτό και επλήρωσε πολύ ακριβά αυτήν την προσφορά προς την Ορθοδοξία· έγινε στόχος σχεδιασμένης και αποτελε­σματικής κακοποίησης και συκοφάντησης εκ μέρους της παπικής και φιλοπαπικής ιστοριογραφίας και γραμματείας, ώστε να ακυρωθούν στο διηνεκές οι εναντίον του Παπισμού αγώνες του. Θα αφήσουμε τα όσα μυθώδη και ανιστόρητα σχεδιάσθηκαν και γράφτηκαν για τον δήθεν αρχικό λατινισμό και φιλενωτισμό του και την δήθεν σύγκρουση και αντίθεσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, που δυστυχώς περνούν και μέχρι σήμερα στη δική μας θεολογική και ιστορική γραμμα­τεία, ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια, και θα περιορισθούμε στην κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας, σχετικά με τα όσα έπραξε ή παρέ­λειψε να πράξει κατά την περίοδο προ της αλώσεως, αλλά και κατά την άλωση.
  

2. Προκατειλημμένη η ιστορική έρευνα 

Οι ιστορικοί της αλώσεως σχεδόν στο σύνολό τους δεν μας δίνουν πληροφορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο. Μοναδική εξαίρεση ο λατινόφρων Δούκας, ο οποίος επί αρκετά έτη λείπει από την Κωνσταντινού­πολη· παρακολουθεί από μακρυά την αγωνία της και εν ασφαλεία, ως γραμματεύς ή πολιτικός σύμβουλος του Γενουάτη Giovanni Adurno, της οικογενείας των Γατελούζων, οι οποίοι είχαν υπό την κατοχή τους την Λέσβο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Εκφράζει λοιπόν τις θέσεις του φραγκολατινικού περιβάλλοντος, οι οποίες ήσαν εναντίον των αγώνων του Σχολαρίου για την αποτροπή της ενώσεως. Δεν γνωρί­ζει εκ του σύνεγγυς τις απόψεις αλλά και τις ενέργειες του Σχολαρί­ου για την σωτηρία της Πόλεως και τον κατηγορεί για παθητική αντί­σταση έναντι των Τούρκων και για επηρεασμό του «χυδαίου και αγο­ραίου» όχλου, όπως λέγει, ώστε να μην αγωνισθεί εναντίον των Τούρ­κων αλλά να περιμένει μόνον από τον Θεό και την Θεοτόκο την σω­τηρία τους. Αυτό όμως από πουθενά δεν προκύπτει, ούτε από το γρα­πτό κείμενο που εθυροκόλλησε ο Γεννάδιος στην πόρτα του κελλιού του, στο οποίο αναφέρεται ο Δούκας· αντίθετα ήταν από τους λίγους που συνεβούλευε και έπραττε το παν, όπως θα δούμε, για να σωθεί η Πόλη και να αποφευχθούν η αιχμαλωσία και η καταστροφή.

 Αυτή λοιπόν η μοναδική και όχι αξιόπιστη πληροφορία του λατινόφρονος Δούκα έγινε σημαία στα χέρια δυτικών ιστοριογράφων, ευτυχώς όχι όλων, και υιοθετήθηκε από μαρξιστές ιστορικούς, όπως ο Γιάννης Κορδάτος, με στόχο να δυσφημισθούν οι φανατικοί καλόγεροι και η Εκκλησία, και να τους επιρριφθεί η ευθύνη για την άλωση. Δυστυχώς υιοθετήθηκε και από απρόσεκτους νεώτερους Έλληνες ερευνητές, οι οποίοι δεν βασάνισαν τις πηγές και τις πληροφορίες, ούτε έψαξαν να βρουν και να διασταυρώσουν άλλες, με συνέπεια αυτή η εικόνα του προδότη και τουρκόφιλου Γενναδίου Σχολαρίου, όπως τόλμησε να τον αποκαλέσει ο κατά τα άλλα αείμνηστος καθηγητής Κωνσταντίνος Μπόνης, ο οποίος μάλιστα εκπλήσσεται και απορεί πώς δεν ενεκλήθη εισέτι ο Γεννάδιος επί δοσιλογισμώ, αυτή λοιπόν η εικόνα σχεδόν κυ­ριαρχεί στην νεώτερη ελληνική βιβλιογραφία, και εκ του γεγονότος ότι η μελέτη αυτή του Μπόνη, ειδικού γραμματολόγου, πανεπιστημιακού δασκάλου και ακαδημαϊκού, δημοσιευμένη και στην γνωστή «Θρη­σκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» αποτελεί το πρώτο χρηστικό και έγκυρο βοήθημα για οποιονδήποτε θελήσει να αντλήσει πληρο­φορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο[4]. Ακόμη και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο ιστορικό του μυθιστόρημα «Γεννήθηκα στο 1402» αποδέχθηκε τις αφελείς αυτές μυθοπλασίες και γράφει ότι ο Γεννά­διος κατά την άλωση σωπαίνει ή ησυχάζει σε κάποιο μοναστήρι ή τον προστατεύει κάποιος Τούρκος έξω από τα τείχη της Πόλεως και ότι ο ρόλος του κατά την άλωση ήταν σκοτεινός[5].

 Ευτυχώς δεν παρασύρθηκε το σύνολο της νεώτερης ελληνικής ιστοριογραφίας από τις προκατειλημμένες και ομολογιακές θέσεις των δυτικών ιστοριογράφων. Έτσι τις ιστορικά αθεμελίωτες και ιδεολογικά ή ομολογιακά κατευθυνόμενες θέσεις ανήρεσε με ιδιαίτερη ιστορική πραγματεία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος που είναι καταχωρισμέ­νη στην πολύτομη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[6]. Ο επιφανής επί­σης βυζαντινολόγος γραμματολόγος αείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης σε ειδική μελέτη του για τις πολιτικές αντιλήψεις του Γενναδίου[7] αναφέρεται σε δύο άρθρα-μελέτες που γράφτηκαν το 1954, με αφορμή τη συμπλήρωση 500 ετών από την άλωση της Πόλης. Λέγει ότι δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τον Γιάννη Κορδάτο γιατί διαστρέ­φει την ιστορία, ώστε να συμφωνεί με την ιδεολογική γραμμή του. Επαινεί το άρθρο του Θεοδοσίου Νικολάου που δημοσιεύθηκε στην «Κιβωτό»[8] των Κόντογλου και Μουστάκη γιατί αποπνέει το άρωμα της οφειλομένης ευλάβειας προς μία προσωπικότητα, όπως αυτή του Γενναδίου, και επικρίνει την μνημονευθείσα μελέτη του Κ. Μπόνη για την οποία λέγει ότι αδικεί τον Γεννάδιον αποτελεί την πρώτη προσπά­θεια από ορθοδόξου πλευράς να καταβιβασθεί από τον θρόνο της φή­μης και της δόξης, εκτιμών ότι αυτό είναι ακατόρθωτο, γιατί ο Γεννάδι­ος είναι «μέγα και ανεκτίμητον εθνικόν κεφάλαιον μη τόσον ευκόλως αναλώσιμον».

 Αξίζει πάντως κανείς να παρατηρήσει ότι στο θέμα αυτό, για την στάση, τις ενέργειες ή τις παραλείψεις του Γενναδίου Σχολαρίου κα­τά την άλωση, γίνεται επίκληση μιας μαρτυρίας ιστορικού, που ήταν μάλιστα απών και εσχημάτισε γνώμη από ακούσματα ή παρακούσματα ή ομολογιακά πλάσματα τρίτων, και αγνοούνται μαρτυρίες του ιδίου του Γενναδίου που ευρίσκονται σε αφθονία στα ιστορικά του έργα ή είναι κατεσπαρμένες στο σύνολο των συγγραμμάτων του. Έχομε την γνώμη ότι το θαυμάσιο έργο του Ν. Τωμαδάκη «Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Συναγωγή κειμένων μετά προλόγου και βιογραφικών μελετημάτων περί των τεσσάρων ιστοριογράφων, Δούκα-Κριτοβούλου-Σφραντζή-Χαλκοκονδύλη»[9], πρέπει να συμπληρω­θεί με την δημοσίευση και των σχετικών ιστορικών κειμένων του Γεν­ναδίου Σχολαρίου. Και μόνον δύο του κείμενα, ο «Θρήνος επί τη αλώ­σει της Πόλεως», ως και η «Εγκύκλιος επί τη αλώσει της Πόλεως και τη παραιτήσει εκ της πατριαρχείας», αρκετά εκτενή και πλούσια σε πληροφορίες, προερχόμενες μάλιστα από ανώτατο κρατικό και εκκλησιαστικό αξιωματούχο που έζησε και προσδιόρισε τις ιστορικές εξελίξεις, δίνουν διαφορετική εικόνα από την κατασκευασμένη και προκατειλημμένη των δυτικών γραμματολόγων και ιστορικών και δικαιολογούν την υψηλή θέση που πάντοτε είχε ο μεγάλος αυτός φιλόσο­φος, θεολόγος και ηγέτης των ύστατων χρόνων του Βυζαντίου στην διαχρονική συνείδηση του Γένους. Η απουσία αυτών των κειμένων από την εκτίμηση των γεγονότων της αλώσεως, τα οποία και αυτός ο Τωμαδάκης αγνοεί, γράφων ότι «είναι δυστύχημα ότι ο Γεώργιος Σχο­λάριος δεν έγραψε ο ίδιος διά του καλάμου του ιστορίαν»[10], οφείλεται μάλλον στην έλλειψη παλαιών εκδόσεων, και στην ανεπαρκή χρήση και εκμετάλλευση της οκτάτομης έκδοσης των Απάντων του (1928-1936)[11], από την νεώτερη ιστορική και θεολογική έρευνα.

Εμείς είχαμε την σπουδαία ευκαιρία και ευλογία στα μέσα της δε­καετίας του 1970 να ασχοληθούμε με τον Γεννάδιο Σχολάριο και όλη την ορθόδοξη γραμματεία πάνω στην οποία στηρίζεται η θεολογική του σκέψη από τον Μέγα Φώτιο μέχρι τον δάσκαλό του Άγιο Μάρκο Εφέσου Ευγενικό. Η ενασχόλησή μας αυτή κατέληξε στην σύνταξη μεγάλης μονογραφίας με τίτλο «Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία»[12], στην οποία τον παρουσιάσαμε ως τον τε­λευταίο μεγάλο διδάσκαλο και συγγραφέα της ελληνικής ανατολικής αυτοκρατορίας και τον πρώτο μεγάλο προφήτη, παιδαγωγό και εθνάρχη του νεωτέρου Ελληνισμού και αποκαλύψαμε τις σκόπιμες συγχύσεις της δυτικής και της ιδικής μας ιστοριογραφίας, ιδιαίτερα ως προς τον δήθεν φιλολατινισμό του και την δήθεν σύγκρουσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ως και για τον δήθεν σκοτεινό και ύποπτο ρόλο του κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Η ενασχόληση μας αυτή προ της ενάρξεως του επισήμου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών μάς εφοδίασε με τη γνώση των κριτηρίων, βάσει των οποίων εκινούντο οι Άγιοι Πατέρες στην αντιμετώ­πιση του Παπισμού, ώστε, όταν ορισθήκαμε μέλος της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, για να εκπροσωπήσουμε την Εκκλησία της Ελλάδος, κινηθήκαμε πάνω στην μακραίωνα αυτή παράδοση «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι». Η Ρώμη όμως προφανώς ενοχλημένη από την συνέ­χιση αυτής της Ορθοδόξου γραμμής και παραδόσεως των μεγάλων μορφών της Ορθοδοξίας και συσκευάζουσα πάλι μετά των ημετέρων νέα Φερράρα-Φλωρεντία, αξίωσε την αποπομπή μας από τον διάλογο και στη συνέχεια μέσω των ενταύθα φίλων και υπηρετών της την δυσ­φήμησή μας ως ακραίων και φονταμενταλιστών, ωσάν να μην είναι ο Παπισμός ο μεγαλύτερος επί αιώνες και αποτελεσματικότερος κο­σμικός οργανισμός καταπιέσεως και ασκήσεως βίας και εξουσίας στη ζωή ασθενών και αδυνάτων, προσώπων και λαών. 

3. Η δράση του Σχολαρίου πριν και κατά την άλωση. Πολύτιμες πληροφορίες 

Ας δούμε όμως τώρα σύντομα πώς παρουσιάζει ο Γεννάδιος τα της δράσεώς του την περίοδο της αλώσεως. Σημειώνουμε ότι έκτος από τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό, που άντεξε στους εξευτελισμούς και στις πιέσεις και δεν υπέγραψε τον ενωτικό όρο, τρία ακόμη πρόσωπα έφυ­γαν κρυφά λίγο πριν από την υπογραφή για να μη δεχθούν πιέσεις· ο αδελφός του αυτοκράτορος δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ο γνω­στός φιλόσοφος του Μυστρά Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός και ο Γεν­νάδιος Σχολάριος. Θα περίμενε κανείς ότι μετά την επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη ο Γεννάδιος θα έπιπτε στη δυσμένεια του βασιλέως και θα έχανε τα υψηλά διοικητικά αξιώματα που κατείχε, ως καθολικός σεκρετάριος του βασιλέως, γενικός γραμ­ματεύς δηλαδή των ανακτορικών υπηρεσιών, και καθολικός κριτής των Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλαδή, κάτι σαν πρόεδρος του Αρεί­ου Πάγου ή του Συμβουλίου Επικρατείας. Συνέβη όμως το αντίθετο· εκράτησε ακόμη και την θέση του ως επισήμου ομιλητού κάθε Παρα­σκευή σε αίθουσα των ανακτόρων, επί θεολογικών και ηθικών θεμά­των, με την παρουσία του βασιλέως και της συγκλήτου. 

Η ευμενής αυτή στάση του βασιλέως και η διατήρηση του Γεννα­δίου στις υψηλές του θέσεις, ακόμη και όταν μετά τον θάνατο του Αγί­ου Μάρκου Ευγενικού (1444) ανέλαβε επισήμως ως διάδοχός του τον αγώνα για την μη εφαρμογή του ενωτικού όρου και την αποτροπή της ενώσεως, δείχνει ότι ο βασιλεύς εσωτερικώς ουδέποτε δέχθηκε τα όσα ταπεινωτικά έγιναν στην Φλωρεντία, απλώς ως υπεύθυνος πολιτικά για την τύχη του απειλουμένου από τους Τούρκους έθνους βρέθηκε στριμωγμένος και σε αδιέξοδο. Η εσωτερική του αυτή αντίδραση ενι­σχύθηκε μετά την διαπίστωση της γενικής κατακραυγής εναντίον της ενώσεως, όταν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη.

Προκύπτει μάλιστα  από τις πηγές, ακόμη και από τα λατινίζοντα «Πρακτικά» της συν­όδου, ότι μπροστά στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των Λατίνων ο βασιλεύς ήταν ανυποχώρητος και είχε αποφασίσει να αναχωρήσει διασώζοντας την υπερηφάνεια της αυτοκρατορίας, αντί να υποταγεί δουλικά στον πάπα. Για κάποια από τις πολλές περιπτώσεις δια­πραγματεύσεων και αδιεξόδων γράφουν τα «Πρακτικά»: «Απεκρίθη ο βασιλεύς· ημείς άλλο ουδέν γράφομεν ουδέ λέγομεν, ει μη ότι, εάν δέχησθε όσον εδώκαμεν, ενωθησόμεθα· ει δε μη, απελευσόμεθα»[13]. Και όταν ο πάπας τον επίεζε να εκβιάσει, να υποχρεώσει τους συνοδικούς να υπογράψουν, ο βασιλεύς έδωσε την εξής ενδιαφέρουσα απάντηση, που δείχνει και την διαφορά του απολυταρχικού παπικού πρωτείου απέναντι στην συνοδική ελευθερία των Ορθοδόξων: «Εγώ γαρ ουκ ειμί αυθέντης της συνόδου, άλλ' ουδέ τυραννικώς βούλομαι ποιήσαι την σύνοδόν μου ειπείν τι. Λοιπόν ου δύναμαι βοηθήσαι εις τα ρήματα, α ώρισεν η αγιότης σου»[14].  Ό,τι όμως δεν έκανε ο αυτοκράτωρ, το έ­καναν οι περί τον λατινίσαντα Βησσαρίωνα αρχιερείς, oι οποίοι εξεβίασαν τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι θα διασπάσουν την ενότητα των Ορθοδόξων, θα προκαλέσουν σχίσμα και θα ενωθούν με τον πά­πα: «Εάν η βασιλεία σου ου θέλει ενωθήναι, ημείς ενούμεθα· ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εδειλίασε την στάσιν ημών και δη ήρξατο την ορμήν της ενώσεως και ώρισεν εις την αύριον συναχθήναι»[15]. 

Όταν απέθανεν ο βασιλεύς Ιωάννης Η' (1448) και ανέλαβεν ο αδελ­φός του, ο τελευταίος αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, ο ήρωας της αλώσεως, ο Γεννάδιος διετήρησε επί ένα περίπου έτος τις θέσεις του και συνεργαζόταν αρμονικά με τον νέο αυτοκράτορα, ο οποίος συνέχιζε την τακτική του αδελφού του Ιωάννου στο εκκλη­σιαστικό πρόβλημα, την μη εφαρμογή δηλαδή της ενώσεως. Αυτήν όμως την περίοδο και συγκεκριμένα το 1450, ικανοποιώντας νεανική του επιθυμία ο Γεννάδιος, αποφασίζει να εγκαταλείψει τα κοσμικά αξιώματα και τις πολιτικές ενασχολήσεις και να γίνει μοναχός σε ηλι­κία πενήντα ετών, θέλοντας ειλικρινά να ησυχάσει και να επιδοθεί στην πνευματική άσκηση και τελείωση. Προσέρχεται στον μοναχισμό σε περίοδο γενικής εύνοιας και αποδοχής, πλην των λατινοφρόνων, οι οποίοι, όπως γράφει, μέμφονται την καλή μας παρρησία, ουσιαστι­κώς όμως μέμφονται τους προγόνους μας, ότι επί τόσα χρόνια εκείνοι έκαναν λάθος, ενώ τώρα αυτοί είναι ανώτεροι από εκείνους: «Ο βασι­λεύς ευμενής ημίν· η σύγκλητος εύνους· η πόλις ημίν εάλωκεν άπασα, πλην των μεμφομένων την καλήν ημών παρρησίαν, μάλλον δε τους προγόνους αιτιωμένων, ότι τοσούτοις έτεσιν ελήρονν τε και ημάρτανον, ως αυτοί αμείνους όντες εκείνων»[16]. 

Δυστυχώς μετά την παραίτηση του Γενναδίου από την αυλή και την εγκαταβίωσή του σε μοναστήρι, ο νέος αυτοκράτωρ εν όψει και του διαρκώς εγγίζοντος την βασιλεύουσα κινδύνου άλλαξε τακτική στο εκκλησιαστικοπολιτικό πρόβλημα και θέλησε να προχωρήσει σε νέες διαπραγματεύσεις με τον πάπα, πιστεύοντας ότι ο πάπας θα δεχό­ταν να επανεξετάσουν τα συμφωνηθέντα στη Φλωρεντία με σύνοδο που θα γινόταν στην Κωνσταντινούπολη. Η κυνική απάντηση του πά­πα ήταν ότι πρέπει να αναγνωρίσει άνευ όρων τις αποφάσεις της Φλω­ρεντίας, αν θέλει να βοηθηθεί από την Δύση. Η απάντηση αυτή, που χαρακτηρίσθηκε προσφυώς από τον Σπ. Λάμπρο[17] ως «τελεσίγραφον της Δύσεως προς το Βυζάντιον», προκλητικά ερμήνευε και την δεινή θέση των Ελλήνων, λέγοντας ότι τους τιμωρεί ο Θεός, γιατί εμμένουν στο σχίσμα και δεν ενώνονται με τον πάπα. 

Ο μοναχός πλέον Γεννάδιος μπροστά στις ιταμές παπικές απαιτήσεις, και για να προλάβει νέα αποστασία στην πίστη, αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα. Απευθύνεται με επιστολές στον βασιλέα, στον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά και προς τον λαό, για να τους εξηγήσει ότι η Πόλη μπορεί να σωθεί, χωρίς την προδοσία της πίστεως, οπότε θα πρό­κειται για διπλή σωτηρία, από τους Τούρκους και από τους Λατίνους. Απαιτείται τόνωση του φρονήματος του λαού και όχι μοιρολατρική εγκαρτέρηση και ηττοπάθεια· εάν χρειασθεί, πρέπει να είναι έτοιμοι και την ζωή τους ακόμη να θυσιάσουν. Όσες φορές η Πόλη εναπέθεται τις ελπίδες στο Θεό και όχι σε δυσσεβείς συμμαχίες ανθρώπων έσώζετο. Ο Θεός θα βοηθήσει, εάν και οι πολίτες συνεργήσουν στην άμυνα της Πόλεως, αν προσφέρουν χρήματα, αν αδειάσουν τα βαλάντιά τους, αν προσφέρουν προσωπική εργασία στην ενίσχυση των τειχών. Προδότης δεν είναι εκείνος που αποκρούει την αμφίβολη και με επαχθή ανταλλάγμα­τα βοήθεια των ξένων, αλλά αυτός που δεν πράττει ό,τι μπορεί για να σώσει την πατρίδα. Κανένα έθνος δεν θέλησε ποτέ να προδώσει την θρησκεία του, για να ευημερεί· αντίθετα πολλά έθνη εγκατέλειψαν τις παλαιές θρησκευτικές δοξασίες, μέσα σε διωγμούς και βασανιστήρια, για να ασπασθούν την αληθινή θρησκεία. Όχι μόνον δεν αποθαρρύνει τον λαό και δεν συνιστά μοιρολατρική αντιμετώπιση του κινδύνου, αλλά γράφει προς τον Λουκά Νοταρά, ότι οι ηγέτες πρέπει να ξυπνήσουν την Πόλη που φαίνεται ότι κοιμάται, ότι δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο, τον οποίο μπορούν να αποφύγουν με θυσίες υλικές, ακόμη και της ζωης τους· οι περισσότεροι όμως νομίζουν ότι θα σωθούν χωρίς θυσίες, γιατί πιστεύουν στην σκιά και στο παραμύθι της παπικής βοήθειας, αφού προηγηθεί η προδοσία της πίστεως. Και μόνον αυτό το χωρίο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, συντρίβει τα μυθεύματα περί μοιρολατρικής αντιμετωπίσεως του κινδύνου και αποθαρρύνσεως του λαού: «Εξυπνίσαι την πόλιν άπασαν δεινώς υπνώτουσαν και το δεινόν επιόν ουκ αισθανομένην, ου την απαλλαγήν και σώμασι και χρήμασι και πάσι τρόποις εξωνησάμενοι αν, ως οι απανταχού σωφρονούντες, τοις μεν εντρυφώσιν ως απόνως σφίσι σωθησομένοις, σκιαίς δέ τισι και μύθοις υπερορίοις την σωτηρίαν πιστεύουσιν, ων το μάλιστα προύργου η με­τά την προδοσίαν της αληθείας εκ των παπικών χρημάτων ελπίς εστιν»[18]. 

Οι προτροπές αυτές του Σχολαρίου και οι προτεινόμενες λύσεις, για την διάδοση των οποίων ομιλούσε διαρκώς από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, είχαν μεγάλη απήχηση στο λαό, στην εκκλησιαστική και σε μέρος της πολιτικής ηγεσίας. Όλη η Πόλη ήταν έτοιμη να αποθάνει, αν η ηγεσία στεκόταν στο ύψος της και κρατούσε ενωμένο το λαό. Για την επίδραση πάντως που είχαν οι θέσεις του Σχολαρίου επί της πολιτι­κής ηγεσίας και για να φανεί ο πατριωτισμός της μερίδος που ακολου­θούσε τον Σχολάριο, αρκεί να λεχθεί ότι ο στενότατα προς αυτόν συνδεό­μενος και κατά πάντα ομόφρων Λουκάς Νοταράς διέθεσε το σύνολο σχεδόν της μεγάλης περιουσίας του για την άμυνα της Πόλεως και διακρίθηκε για την ευψυχία και γενναιότητά του κατά τις τραγικές στιγμές της αλώσεως· εσφάγη δε αγρίως από τον κατακτητή μαζί με τα παιδιά του, την επομένη της αλώσεως.
Αν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, οι λόγιοι, οι πλούσιοι άρχοντες ανελάμβα­ναν τις ευθύνες τους, τις τύχες της πόλεως στα χέρια τους, και δεν την εγκατέλειπαν αβοήθητη, φυγάδες οι περισσότεροι στις αυλές της Δύσε­ως με τις περιουσίες τους και τις ανέσεις τους, απ’ όπου δήθεν φρόντιζαν να στείλουν βοήθεια, η Πόλη θα είχε σωθή. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για την αποθάρρυνση του λαού, και όχι αυτοί που έμειναν κοντά στο λαό και στην Πόλη, αγωνίσθηκαν και συμμερίσθηκαν ηρωικά τις τελευταίες στιγμές της. Πώς να κρατήσει το θάρρος του ο λαός και να πιστεύσει στην σωτηρία της Πόλεως, όταν έβλεπε τους δυνατούς και μορφωμένους να φεύγουν στη Δύση και στις αυλές των Φράγκων ηγεμόνων, όπως ο ιστορικός Δούκας, που ασκεί εκ του ασφαλούς την κακόβουλη κριτική του για τον Γεννάδιο. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο ίδιος ο Γεννάδιος γράφοντας προς τον Βησσαρίωνα, που δικαιολογούσε την φυγή του στην παπική αυλή λέγοντας ότι φροντίζει να συγκεντρώσει χρήματα για να βοηθήσει την Πόλη. Του γράφει ότι η προσωπική του παρουσία στην Κωνσταντινούπολη θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη από τα χρήματα που υποσχέθηκε να στείλει από την Δύση·  με τα προσόντα του και το κύρος του θα καθοδηγούσε τον λαό και θα επηρέαζε τους άρχοντες· η άξια ηγετικής προσωπικότητας δεν ισοσταθμίζεται με χρήματα: «ανδρός γαρ αρετήν ουκ έστιν όσον τις αν ευ φρονών τιμήσαιτο χρήμα­τος»[19]. Ευτυχώς βρέθηκε ο Σχολάριος, ο οποίος, ενώ θα μπορούσε εύκο­λα να ακολουθήσει τον δρόμο της ανέσεως εκλατινιζόμενος ή λατινί­ζων, προτίμησε να επωμισθεί το βάρος της συντηρήσεως της Ορθοδοξίας μέσα σε σκληρές και αντίξοες συνθήκες. 

Δικαιολογημένα γι' αυτό ο Κ. Παπαρρηγόπουλος κρίνει με αυστη­ρότητα τους φυγάδες λογίους, γιατί δεν μπορούσε το έθνος να τους αναπληρώσει εύκολα. Επαινετή είναι επίσης και η ευαισθησία του Τωμαδάκη, ο οποίος με δύο δημόσιες διαλέξεις τάχθηκε υπέρ αυτών που παρέμειναν για να συμπαρασταθούν το έθνος, των αληθών αυτών μαρτύρων, με κορυφαίο τον Σχολάριο, ενώ ο Τ. Γριτσόπουλος λέγει ότι μόνος σχεδόν ο Σχολάριος έφερε το βάρος και την ευθύνη της δια­τηρήσεως και τονώσεως των λειψάνων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ενώ οι περισσότεροι των άλλων λογίων άφηναν στο σκότος και στην αμάθεια την πατρίδα τους και πήγαιναν στην Δύση, όπου κατά το πλείστον εξελατινίζοντο[20]. 

Οι συμβουλές και οι προτροπές του Γενναδίου για αφύπνιση του λαού και προσφορά των πάντων, ακόμη και της ζωης των, για την σω­τηρία της πατρίδος και την ταυτόχρονη σωτηρία από τον εκλατινισμό δυστυχώς δεν εισακούσθηκαν. Μετά την άφιξη του παπικού λεγάτου, του αποστατήσαντος δηλαδή από την Ορθοδοξία Ισιδώρου Ρωσίας και τώρα καρδιναλίου, και τις μυστικές διαβουλεύσεις των παρασκη­νίων, όπου κυριαρχούσαν οι λατινόφρονες, άρχισε να μεταβάλλεται η κατάσταση. Παρουσιάσθηκε στον λαό, που ζούσε μέσα στον φόβο και στην αγωνία, ότι ο μόνος τρόπος για την σωτηρία της Πόλεως ήταν η βοήθεια εκ μέρους του πάπα, και ότι το θέμα της πίστεως δεν θα συνεζητείτο τώρα αλλά αργότερα. Κατορθώθηκε έτσι η αλλαγή των φρο­νημάτων του λαού που τον έστρεψαν εναντίον του Γενναδίου, μέχρι σημείου να απειλείται ακόμη και η ζωή του, γιατί αντιδρούσε στην σωτηρία της Πόλεως. Διέκοψε γι' αυτό τις δημόσιες εμφανίσεις, ανήρτησε την 1η Νοεμβρίου του 1452 στην πόρτα του κελλιού του ελεγκτι­κό λίβελλο εν είδει διαμαρτυρίας και απολογίας και στις 27 Νοεμβρί­ου το έστειλε σε τριάντα αντίγραφα στα ανάκτορα, στην αγορά και στα μιοναστήρια της Πόλεως. Είναι φοβερό κείμενο ορθοδόξου παρ­ρησίας και ομολογίας, αντάξιο μεγάλων πατερικών μορφών, που το διέστρεψε ο λατινόφρων Δούκας για να τον διαβάλει. Προκύπτει από το κείμενο ότι όχι μόνο δεν επηρέαζε τον λαό τους τελευταίους μήνες προ της αλώσεως, αλλά εκινδύνευε ο ίδιος από τον λαό.

Γράφει στο κείμενο: «Ω πτωχοί πολίται, όλα εχάσατε· και νυν παραιτείσθε και την ευσέβειαν; Αισχρώς και ασυνειδήτως, αντί του να καταφύγητε εις τον Θεόν εν τη περιστάσει, καθώς υμίν ο Θεός δι' εμού του αναξίου Γενναδίου συνεβούλευσεν, χωρίζεσθε του Θεού; Εγώ αθώος· έχω τον Θεόν μάρτυρα και τους αγίους, και υμάς πάντας, ότι ουδέ τίποτε ημέλησα. Και νυν μαρτύρομαι τον Θεόν, κακήν ένωσιν ποιείτε· απόλλυσθε. Βλασφημείτε κατ' εμού και απειλείτε; Αλλά καν φονεύσητέ με, ως απειλείτε, εγώ και εις θάνατον έτοιμος. Τι μοι όφελος του ζην, ίνα ίδω την καθ' υμών εγκατάλειψιν; Κύριε, μη αφής τους ανθρώπους τού­τους το πτώμα τούτο πεσείν μη δικαιωθήτω η ορθόδοξος πίστις, και εν τη ανατολή και εν τη δύσει, και εν ταις νήσοις, εκ της ημετέρας απωλείας· διότι ημείς αθετήσαντες αυτήν και σε απολούμεθα· δικαίωσον μάλλον αυτήν, χωρίς του απολέσθαι ημάς· δος αυτοίς ακοάς, ίνα ακούσωσιν· επειδή εστιν ο λαλήσας και λαλών το σόν θέλημα. Ειδέ μη, Κύ­ριε, άρπασόν με από της παρούσης ζωής συντόμως, πριν ίδω τρυγώντας τους καρπούς της τοσαύτης αναισχυντίας. Ουκ αρνήσομαί σε, φίλη ορθοδοξία· ου ψεύσομαί σε πατροπαράδοτον σέβας, έως αν το εμόν πνεύμα εν τώδε μένη τω σώματι. Μηδέν με πειράζετε πλέον, άνθρω­ποι· ότι εγώ τοιαύτης ενώσεως ου κοινωνήσω ποτέ· ούτε γαρ μετά των Λατίνων ενωθήσεσθε ούτως, και του Θεού χωρισθήσεσθε και της αυτού επισκέψεως, και αδοξίαν αΐδιον υποστήσεσθε»[21]. 

Η μοναδική αυτή προφητική φωνή δυστυχώς και πάλι δεν εισα­κούσθηκε· στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, στον ναό της Αγίας Σοφίας επικυρώθηκε η ένωση με το συλλείτουργο Ορθοδόξων και Παπικών, στο οποίο μνημονεύθηκαν ο πάπας Νικόλαος και ο εξόριστος στην Ρώμη λατινόφρων πατριάρχης Γρηγόριος. Έτσι δεκατρία έτη μετά την υπογραφή του ενωτικού όρου της Φλωρεντίας εφαρμοζόταν στην πράξη η ένωση σε λατρευτική εκδήλωση των Ορθοδόξων. Πικραμέ­νος από την εξέλιξη αυτή γράφει ο Γεννάδιος επιστολή στον Δημή­τριο Παλαιολόγο στις 25 Δεκεμβρίου του 1452, όπου εκθέτει τα γενό­μενα, και τον Ιανουάριο του 1453 θρηνεί σε σωζόμενο έργο του «επί τη δι' εγκατάλειψιν του Θεού ματαία και αλόγω και ασυνειδήτω και­νοτομία της πίστεως». Έκτοτε σιωπά παντελώς όπως προκύπτει από τα κείμενα αυτά. Παρέμεινε στο κελλί του «μηδένα ορώντες μηδενί συγγινόμενοι πλην ολίγων, ους ίσμεν καθαρώς φρονούντας και τηρούντας τα πρότερα»[22]. Προσευχόταν μόνον για τη σωτηρία του Γέ­νους, χωρίς καθόλου να αναμιγνύεται. Είναι γι' αυτό κακόβουλη η άποψη του Δούκα, που την υιοθέτησαν άκριτα και μερικοί μεταγενέ­στεροι, ότι δήθεν μέχρι και την παραμονή της αλώσεως ο Σχολάριος εφανάτιζε τα πλήθη και με το να παρουσιάζει αναπότρεπτη την άλω­ση αποθάρρυνε τον λαό. 

Πρόκειται για έντεχνη μετάθεση και επίρριψη ευθυνών στους ώμους ανευθύνων. Έπρεπε μετά την ανανέωση της ενώσεως και το ενωτικό συλλείτουργο στην Αγία Σοφία να αποστείλει ο πάπας βοήθεια επαρκή για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Τα γεγονότα όμως εδικαίωσαν δυστυχώς τον Σχολάριο, ο οποίος ήταν πεπεισμένος, όπως και οι δι­δάσκαλοί του Ιωσήφ Βρυέννιος και Μάρκος Ευγενικός, ότι η ελπιζόμενη βοήθεια ήταν σκιά και όνειρο, διότι ο πάπας και να ήθελε δεν μπορούσε να βοηθήσει· αυτό που έμενε στους Ορθοδόξους από την ένωση ήταν η προδοσία της πίστεως και η ταπεινωτική αποδοχή δο­γμάτων και αιρέσεων, τα οποία επί αιώνες κατεδίκαζαν οι Άγιοι Πα­τέρες. Γράφει προσφυώς για την ελπιζόμενη βοήθεια ο Παπαρρηγόπουλος: «Άκουσμα ελεεινόν· πάσα η άμεσος αμοιβή ην έλαβε το ελληνικόν έθνος διά την θυσίαν εκείνην των πατροπαράδοτων δογμάτων περιωρίσθη εις την επικουρίαν τριακοσίων ανδρών και δύο γαλερών[23]. 

Κατά την νύκτα της αλώσεως ο Γεννάδιος, όπως διηγείται με συγ­κίνηση στον επιτάφιο που εξεφώνησε στη Μονή Βατοπαιδίου στον ανεψιό του Θεόδωρο Σοφιανό, περίμενε με αγωνία την έκβαση του αγώνος. Ο ανεψιός του μαχόταν με γενναιότητα εναντίον αυτών που από τη θάλασσα του Κερατίου επιχειρούσαν να ανέλθουν στο τείχος. Όταν όμως από το μέρος της ξηράς βρέθηκε σε κάποιο μέρος αφρούρητο το τείχος, ώρμησαν οι Τούρκοι σκυλεύοντες τα πάντα. Ο Γεννάδιος ομιλεί για προδοτική φυγή αυτών που ανέλαβαν να φρουρούν το τμήμα εκείνο του τείχους. Και οι ξένοι στους οποίους ανετέθη η φύλαξη του πιο ευπαθούς τμήματος των τειχών, αλλά και οι δικοί μας, τράπηκαν αδικαιολόγητα σε φυγή[24]. Καταδεικνύεται έτσι και πάλι το μυθώδες και σκόπιμο του διηγήματος, ότι ανθενωτικοί καλόγηροι άνοιξαν κρυφά κάποια θύρα για να εισέλθουν οι Τούρκοι. Πληγωμένος στα χέρια και στο πρόσωπο ο ανεψιός του Σχολαρίου βρήκε τον θείο του και την επομένη της αλώσεως στην προσπάθειά τους να διαφύγουν συνελήφθη­σαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στην Αδριανούπολη για να υπηρε­τήσουν εκεί ως δούλοι Τούρκο αξιωματούχο. Εκεί τον ενετόπισε ο πορθητής, μετά από ολίγους μήνες, και του ανέθεσε την ευθύνη της ανασυστάσεως και αναδιοργανώσεως της Εκκλησίας και του Γένους, καθιστώντας τον πρώτο μετά την άλωση πατριάρχη και εθνάρχη. 

Επίλογος

Η υπερχιλιετής ένδοξη χριστιανική αυτοκρατορία, την οποία εθεμελίωσε ο Μ. Κωνσταντίνος, εξέπνευσε μαζί με την τελευταία πνοή ενός άλλου Κωνσταντίνου, του Παλαιολόγου, που την υπερασπίσθηκε γεν­ναία σε παντελώς άνισο αγώνα. Ήταν συγκλονιστική η προκληθείσα στον τότε γνωστό κόσμο εντύπωση και απερίγραπτη η οδύνη των Ελλη­νορθοδόξων, όχι μόνο γιατί θα εδούλευαν σε σκληρό κατακτητή, αλλά και διότι θα εστερούντο την ξακουσμένη και μοναδική πολιτεία τους· πλήθος από θρήνους, λαϊκούς και λογίους, διαζωγραφούν αυτήν την οδύνη. Η Ορθοδοξία διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. Θα επεβίωνε άρα­γε αυτή η πίστη που αποτελούσε την ψυχή, το πνεύμα του Βυζαντίου, έστω και αν ο κρατικός φορεύς έπαυσε πλέον να υπάρχει; 

Είναι συγκλονιστικό και θαυμαστό να διαπιστώνει κανείς ότι την επί αιώνες συγκεντρωμένη δύναμη και εμπειρία αυτού του πολιτισμού έκλεινε μέσα του ο Σχολάριος. Η ψυχή ενός ολοκλήρου πολιτισμού είχε εγκαταβιώσει σε ένα ηγέτη. Έπρεπε να συντηρήσει και να θρέ­ψει την ασθενήσασα φύση της, να μην αφήσει την συνείδηση του Γένους να ταφεί κάτω από την συμφορά και την δουλεία. Όταν παραλύσει από τα εξωτερικά κτυπήματα το σώμα, είναι δύσκολο να παραμείνει όρθια και ανεπηρέαστη η ψυχή. Την υψηλή αυτή και υπεύθυνη απο­στολή στη νέα κρίσιμη για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία περίο­δο της δουλείας έφερε με επιτυχία σε πέρας ο Σχολάριος. Θα χρεια­ζόταν μία άλλη διάλεξη για να παρουσιασθεί το έργο του ως πατριάρχη και εθνάρχη. Συνοπτικά αποδίδει με εικόνα την συμβολή του ο Θεό­δωρος Αγαλλιανός· ήταν, λέγει, η μεγάλη προφητική φυσιογνωμία, άλλος Μωυσής, που ανέλαβε να οδηγήσει το Γένος στην έξοδο από την πικρή δουλεία στον νέο Φαραώ[25]. Ο ίδιος ο Γεννάδιος έβλεπε και έκρινε οτι το Γένος παρήκμασε, γιατί οι ηγέτες του δεν θέλησαν στο τέλος να τηρήσουν τους νόμους της «θείας κυβερνητικής», ότι πριν από την πτώση των τειχών της βασιλεύουσας, είχε πέσει η εμπιστοσύ­νη, η πίστη στον Θεό, με συνέπεια την θεία εγκατάλειψη·«Προ της καθαιρέσεως των τειχών την άγρυπνόν σου φνλακήν απωλέσαμεν, η και αντί πάσης ασφαλείας τοιαύτης ημίν ην τον έμπροσθεν χρόνον»[26]. Τα τείχη της πίστεως, της ευσεβείας έπρεπε τώρα με υπομονή και τα­πείνωση να ενισχυθούν. Ο κεκρυμμένος ανδριάντας της πίστεως έπρε­πε να αναστηλωθεί. Με προφητική όντως ενόραση ο μέγας πατριάρ­χης διείδε ότι οι κληρικοί και οι μοναχοί επωμίζονταν το βάρος της συντηρήσεως και αναζωογονήσεως του Γένους, όπως πράγματι και συνέβη: «Όθεν, ει μέλλει ποτέ το δείλαιον ημών γένος, τον ήλιον ευτυχέστερον οράν αυτοίς επιλάμποντα, εξ ημών αύθις των ιερωμένων και μοναχών ανατείλαι δει την της πνευματικής υγείας αρχήν, ερρωμένως και μετά σπουδής την τοιαύτην αναλαβομένων προαίρεσιν, και πολ­λή ελπίς εστιν επί τη θεία φιλανθρωπία το γένος ημών άπαν παντοίως αναρρωσθήσεσθαι»[27]. 

Η παλλιγγενεσία του 1821 αποτελεί εκπλήρωση αυτής της προφη­τείας. Το Γένος θεραπεύθηκε, βρήκε την υγειά του. Η ιστορική άλω­ση δεν κατέληξε σε αληθινή άλωση. Φοβούμαι ότι αυτήν την αληθινή άλωση, ζούμε τώρα επί πολλές δεκαετίες. Τα συμπτώματα είναι προφα­νή και ευδιάκριτα. Ξεπουλήσαμε και ξεπουλάμε τα πάντα αντί πινα­κίου φακής, για τα λαμπυρίζοντα ευρωαργύρια· βλασφημούμε και προσβάλλουμε τα ιερά και τα όσια, στη λογοτεχνία, στην τέχνη, στον κινηματογράφο· νομιμοποιούμε τις ηθικές παρεκτροπές και προβάλ­λουμε τους αναίσχυντους και τους πόρνους ως πνευματικά πρότυπα. Οι πολιτικοί μας καυχώνται, γιατί τον οικουμενικό Ελληνισμό του Μ. Αλεξάνδρου και του Μ. Κωνσταντίνου τον κατήντησαν φτωχή επαρ­χία της Ευρώπης, φραγκικό κρατίδιο και ρηγάτο, χωρίς και πάλι βοή­θεια ουσιαστική απέναντι στους Τούρκους. Πολλοί από τους εκκλησια­στικούς ηγέτες αποδέχονται πως η Ορθοδοξία δεν είναι πλέον η Μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, αλλά εκκλησίες, και μά­λιστα αδελφές και ισότιμες, είναι τα σχίσματα και οι αιρέσεις. Ποιος επαναλαμβάνει σήμερα, εκτός του πιστού λαού, τον όρκο-ομολογία των μεγάλων ανδρών εκείνης της εποχής, του Ιωσήφ Βρυεννίου, του Μάρκου Εύγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου «ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψενσόμεθά σε πατροπαράδοτον σέβας», αλλά αν χρειασθεί θα πεθάνουμε χίλιες φορές για σένα;
Ας ελπίσουμε ότι το Γένος αντί των ασεβών νόμων και της ασε­βούς παιδείας θα επανέλθει στους νόμους της «θείας κυβερνητικής», για να αποφύγουμε την θεία εγκατάλειψη, για να μη υποστούμε αυτή τη φορά εκουσίως την αληθινή, την οριστική άλωση.



[1] Ιωαννου Μενουνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία), εκδ. Τήνος Αθήνα 1979, Διδαχή Ε’ 105-106, σελ. 269-270.
[2] Ιωσήφ μοναχού του Βρυεννιου, Τα ευρεθέντα, εκδ. Ευγενίου Βουλγάρεως, Λει­ψία 1768, τόμ. Α', σελ. 447.
[3]  K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σελ 280.
[4] Κ. Μπονη, «Γεννάδιος ο Β' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», ΘΗΕ 4, 274-289.
[5] Π. Κανελλοπούλου, Γεννήθηκα στο 1402, ΆΟήνα 1957, σελ. 559, 648ε.
[6] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', σελ. 351ε.
[7] Ν. Τωμαδακη, «Γεώργιος ο Σχολάριος και αι πολιτικαί του αντιλήψεις», Εκκλη­σία 31 (1954) 257-261,292-295.
[8]  Θεοδ. Νικολαου, «Γεννάδιος Σχολάριος ο σοφώτατος», Κιβωτός 2 (1953) 214-216.
[9] Αθήναι 1953.
[10] Αυτόθι, σελ. 17.
[11]  Σχολαριου Γεωργιου-Γενναδιου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. L. Petit-X.Siderides-M. Jugie, Oeuvre Complètes de Georges Scholarios, τόμοι I-VIII, Paris 1928-1936.
[12] Θ. Ζηςη, Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, Θεσσαλο­νίκη 1988 (Ανάλεκτα Βλατάδων 30).
[13]  Concilium Florentinum, Series B Vol. Vi, I, έκδ. J. Gill, σελ. 407 και 420.
[14]  Αυτόθι 421.
[15]  Αυτόθι 425.
[16]  Γεννάδιου Σχολαριου, Άπαντα IV, 472.
[17] Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Β', σ. ι'.
[18]  Άπαντα  IV, 499.
[19]  Άπαντα ΙΙΙ, 112.
[20] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', μέρος β', Αθήναι 1925, σελ. 27. Ν. Τωμαδακη, «Ετούρκευσεν ο Γεώργιος Αμιρούτζης;»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948) 100. Τ. Γριτςοπουλου, Πατριαρχι­κή Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμ. Α', Αθήναι 1966, σελ. 37, 43-44, 57ε.
[21]  Άπαντα III, 165-166.
[22]  Άπαντα ΙΙΙ, 178.
[23]  Ένθ. ανωτ., σελ. 276.
[24]  Άπαντα Ι, 279-280 και IV, 216.
[25] Βλ. Χρ. Πατρινελη, Ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ταυτιζόμενος προς τον Θεοφά­νη Μηδείας και οι ανέκδοτοι λόγοι του. Μία νέα ιστορική πηγή περί του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τους πρώτους μετά την άλωσιν χρόνους, Αθήναι 1966, σελ. 98.
[26]  Άπαντα IV, 221. 
[27]  Άπαντα Ι, 182.

Πηγή: Θεόδρομία - Έτος Η' -Τεύχος 2 - Απρίλιος Ιούνιος 2006

Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr/geannadios-sxolarios-alosh.el.aspx