pasxa22

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΤΗΣΙΟΥ ΠΑΣΧΑ

(α’ αιώνας)

 Χρίστος Βασιλειάδης

 Θεολόγος Φιλόλογος Εκπαιδευτικός

 

   Σήμερα όλοι οι Χριστιανοί συνη­θίσαμε να γιορτάζουμεν το χριστιανικόν Πάσχα σαν μίαν ετήσιαν εορτήν, πάντοτε βέβαια κατά Κυριακήν ημέραν. Λέγοντας δε «Πάσχα» σήμερον εννοούμεν όλοι σαφώς και σαν κάτι το αυτονόητον ότι γιορτάζομεν την Ανάσταση τού Κυρίου.

Δεν φαίνεται, όμως, να συνέβαινεν αυτό πάντα έτσι στο παρελ­θόν. Υπήρχε, δηλαδή, ένα μπέρδεμα ως προς ορισμένα σημεία και ούτε πάντα, ούτε παντού, ούτε και από όλους με το ετήσιον χριστιανικόν Πάσχα γιορταζόταν ειδικά η Ανά­σταση, ούτε και το χριστιανικόν Πάσ­χα γιορταζόταν μόνον ημέραν Κυρια­κήν, αλλ' ούτε υπό την ονομασίαν «Πάσχα» εννοούσαν πάντα το ίδιον πράγμα. Η σύγχυση, μάλιστα, γύρω απ’ αυτά τα σημεία διεδόθη ευρύτερα, διήρκεσε δε επί αιώνες και, ως μη ώφελεν, εταλάνισεν την Εκκλησίαν.

Ωστόσο, πιστεύομεν ότι πρω­ταρχικά, δηλαδή απ’ την εποχήν κι' όλας τού ίδιου τού Ιησού αλλά και των Αποστόλων, η γραμμή, που έδωσε στους τελευταί­ους αυτούς ο Κύριος και την οποίαν αυτοί ετήρησαν απαρέγκλιτα, ήταν ακριβώς η στενότατη, ή μάλλον πλήρης σύνδεση και εξίσωση: Πάσχα = Ανάσταση — Κυριακή.

Μόλις δε στα κατοπινά χρόνια (από το β' αιώνα) και μάλ­λον από παρανόηση προήλθεν η διάσταση και διάσπαση των τριών αυτών στοιχείων, που τόσον πολύ ταλαιπώρησεν την αρχαίαν Εκκλησίαν κατά το δεύτερον, τρίτον και τέταρτον αιώνα κυρίως, αλλά και μετέπειτα.

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, στην σύντομην αυτή μελέτη να υποστηρίξουμεν κάτι, κατά τα άλλα, πολύ γνώριμον στην ορθόδοξην Εκκλησίαν, ότι, δηλαδή, η αρχική πρακτική, που ο ίδιος ο Ιησούς υπέδειξεν στους μαθητές του και που αυ­τοί ορθά αντιλήφθηκαν και την έθε­σαν ευθύς εξ αρχής σε εφαρμογήν, ήταν ακριβώς αυτή η λογικά εξίσωση και ιστορικά σύγκλιση και ταύτιση Πάσ­χα - Ανάστασης - Κυριακής.

Σε προηγούμενον άρθρον μας ισχυρισθήκαμεν και το διατυπώσαμεν ήδη. Σήμε­ρον θα επιχειρήσουμεν επί πλέον και να το θεμελιώσουμεν προσεγγίζοντας προσεκτικά τα σωζόμενα αρχαία κείμενα και περιοριζόμενοι εις τον α' αιώνα.

Πως συνδέεται η Ανάσταση με την «Κυριακήν»;

Ιστορικά μαρτυρείται και επεκράτησεν η άποψη ότι ο Ιησούς σταυρώθηκεν στις 14 τού εβραϊκού μήνα Νισάν, την παραμονήν ενός Σαββάτου και ότι αναστήθηκεν την επόμενην τού ίδιου Σαββάτου1. Συγ­κεκριμένα, τα Ευαγγέλια μας πληρο­φορούν ότι η Ανάσταση είχεν ήδη λάβει χώραν «τη μια των Σαββάτων πρωί σκοτίας ετι ούσης»2, πράγμα, που επιβεβαιώνει και ο Λουκάς: «τη δε μια των Σαββάτων όρθρου βαθέ­ως... ευρον τον λίθον αποκεκυλισμένον από τού μνημείου, και εισελθούσαι ούχ εύρον το σώμα τού Κυρίου Ιησού»3. Άλλα και ο Ματθαίος λέ­γει τα ίδια4.

ποια, όμως, ημέρα της εβδομά­δας είναι αυτή, που οι Ευαγγε­λιστές ονομάζουν «μία (των) Σαββάτων»; Και γιατί την ονομά­ζουν έτσι; Δια το ιστορικόν της ονο­μασίας αυτής ας συγκρατήσουμεν τα εξής στοιχεία:

Είναι ήδη γνωστόν, ότι οι Χρι­στιανοί μέχρι περίπου το έτος 90 μ.Χ., για να δηλώσουν την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, δεν διέθεταν στο λεξιλόγιόν τους δικήν τους ειδική λέξη. Δηλαδή, η ειδική λέξη «Κυριακή» δεν υπήρχεν ακόμη σαν ονομασία της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, όπως τουλάχιστο δείχ­νουν τα αρχαιότερα κείμενα. Έτσι, π.χ. στις επιστολές τού Παύλου5, στα Ευαγγέλια6 και στις Πράξεις Άποστόλων7, που τα περισσότερα απ’ αυτά γράφτηκαν αρκετά πριν από το 90 μ.Χ., χρησιμοποιείται ένας εβραϊκός τρόπος έκφρασης προς δήλωση αυτής της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Οι Εβραίοι, λοιπόν, την ονόμαζαν: «μία (των) Σαββάτων». Και για να καταλάβουμεν σωστά, για ποιάν ακριβώς ημέραν της εβδομάδας πρόκειται, όταν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης μας μιλάνε για «μίαν (των) Σαββάτων», θα πρέπει να έχουμε ύπ' όψει τα επόμενα δύο σημεία:

α) Η εβραϊκή λέξη «Σάββατον» ή «Σάββατα», που σημαίνει στα ελλη­νικά «παύση, κατάπαυση, στάση, σταμάτημα, αργία, ανάπαυση», ήταν και η ονομασία της έβδομης, δηλαδή, της τελευταίας ημέρας της εβδομά­δας, όπως, άλλωστε, και σημέρα. Αποτελούσε δε η έβδομη αυτή ημέ­ρα, ως γνωστόν, την αργίαν των Εβραίων, σε ανάμνηση ακριβώς της ανάπαυσης τού Θεού, ο οποίος, μετά την εξαήμερη δημιουργίαν τού κόσ­μου, τρόπον τινά ξεκουράστηκεν την έβδομη μέρα, όπως ανθρωπομορφικά μας το αφηγείται το βιβλίον της Γέ­νεσης. Έτσι, δηλαδή, θα έπρεπε να κάνουν και οι Εβραίοι κάθε βδομάδα την ιδίαν ημέρα: να σταματούν κάθε εργασία, να αναπαύονται και να λα­τρεύουν το Θεόν. Η λέξη «Σάββα­τον», όμως, εκτός απ’ την έβδομη μέραν, εσήμαινεν επίσης και ολόκληρην την εβδομάδα. Έτσι, για παράδειγ­μα, στο Λκ. ιη', 12 ο Ιησούς παρου­σιάζει στην σχετικήν παραβολήν το Φαρισαίον καυχώμενο να διατυμ­πανίζει: «νηστεύω δις τού Σαββά­του», δηλαδή: «νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα»8. Άρα, «Σάββατον» σημαίνει και ολόκληρην την εβδομά­δα.

β) Σημειωτέον, δεύτερον, για την εβραϊκήν έκφραση «μία (των) Σαββάτων», ότι το αριθμητικό «μία» στην εβραϊκή γλώσσα δεν είναι μόνον απόλυτον αριθμητικόν επίθετον, αλλά και τακτικόν τοιούτον και, επομένως, σημαίνει όχι απλα και μόνον η «μία», αλλά και η «πρώτη». Συνεπώς η έκφραση «μία (των) Σαββάτων» εσήμαινεν: ή «η πρώτη (ημέρα) μετά το Σάββατον», ή «η πρώτη ημέρα της εβδομάδας». Αλλά και στις δύο αυτές περιπτώσεις ση­μαίνει στην ουσίαν το ίδιον πράγμα, ό,τι, δηλαδή, εμείς λέμε σημέρα: «Κυριακή», ήτοι «η πρώτη ημέρα της εβδομάδας».

Ότι δε «μία (των) Σαββάτων» σημαίνει την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, δη­λαδή την Κυριακή, φαίνεται και από τον Ευαγγελιστή Μάρκον, ο οποίος, αφού είπεν: «και διαγενομένου του Σαββάτου» (Μκ. ιστ', 1), συνεχίζει: «και λίαν πρωί της μιας Σαββάτων» (Μκ. ιστ', 2). Άρα, αφού μίλησεν ήδη για παρέλευση («διαγενομέ­νου») του Σαββάτου, ομιλεί μετά και για τη «μία Σαββάτων», την επόμενη δηλαδή τού Σαββάτου, την πρώτην ημέραν της εβδομάδας, την Κυρια­κήν. Πάντως, αν επιμείναμεν περισσότερον στην σημασίαν της ευαγγε­λικής έκφρασης: «μία (των) Σαββά­των», είναι επειδή και σήμερα ακόμη κάποιοι προτεστάντες, αιρετικοί εξ Αμερικής, οι λεγόμενοι Αντβεντιστές της έβδομης ημέρας θέλουν λαθεμένα να υποστηρίζουν και να επι­μένουν ότι δήθεν η «ημέρα τού Κυρίου» (Κυριακή) είναι ακριβώς το Σάββατον (!), δηλαδή η τελευταία και όχι η πρώτη ημέρα της εβδομάδας.

Ωστόσο, για λόγους εγκυκλοπαιδικούς σημειώνομεν συμπληρωματικώς και τις εξής λεπτομέρειες: Η ονομασία της πρώ­της ημέρας της εβδομάδας «Κυρια­κή» είναι δημιούργημα καθαρά χριστιανικόν. Γραμματικά μεν η λέξη αυτή είναι βέβαια ουσιαστικοποιημένον επίθετο, δηλαδή προέρχεται από την έκφραση: «Κυριακή ημέρα» και συντομότερον: «Κυριακή», οπότε δηλαδή το «ημέρα» ως εύκολα εννοούμενον παραλείπεται και μένει το ουσιαστικοποιηθέν επίθετον «Κυρια­κή». Περιττό δε να πούμεν ότι η έκ­φραση «Κυριακή ημέρα» σημαίνει «ημέρα τού Κυρίου», η κατ' εξοχήν, δηλαδή η σπουδαιότερη ημέρα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, γιατί κατ' αυτήν την ημέραν ο Κύριος Ιησούς, κατά την Καινή Διαθήκην, αναστήθηκεν, όπως θα δούμεν και παρακάτω.

Πάντως, η πρώτη γνωστή μας χρήση της έκφρασης αυτής γίνεται στην Αποκάλυψη Ιωάννου9, όπου διαβάζομεν: «εγενόμην εν πνεύματι εν τη κυριακή ημέρα». Είναι, λοιπόν, η αρχαιότερη (γύρω στο 90 μ.Χ.)10 σωζόμενη μαρ­τυρία για τη χρήση της ονομασίας «Κυ­ριακή» σε περιβάλλον χριστιανικόν.

Κατά δε τον Swete, «φαίνεται ότι η υιοθέτηση αυτής της ονομα­σίας από τις χριστιανικές κοι­νότητες έλαβε χώραν ακριβώς στα χρόνια, που ο Ευαγγελιστής Ιωάν­νης συνέθεσεν την Αποκάλυψή του. Η εκ μέρους, μάλιστα, των Χριστια­νών χρήση αυτού τού όρου είχε προσλάβει χαρακτήρα ανταπάντησης και αντεπίθεσής τους κατά τού επίση­μου ύφους τού παγανισμού, ο οποίος ειχεν ήδη ονομάσει «Σεβαστήν» μίαν ημέραν της εβδομάδας αφιερωμένην στον αυτοκράτορα και προς τιμήν του11.

Τέλη, λοιπόν, τού α’ και αρχές τού β’ αιώνα ήταν γενικευμένη μέσα στους χριστιανικούς κύ­κλους η χρήση της ονομασίας «Κυ­ριακή»12 προς δήλωσή της πρώτης ημέρας της εβδομάδας.

Αν κάνουμε δε λόγο για «χρι­στιανικούς κύκλους», είναι διότι οι ίδιοι οι Χριστιανοί μιλώντας προς τους έξω, τους εκτός της χριστιανικής Εκκλησίας, δηλαδή τους εθνικούς - ειδωλολάτρες, χρησιμοποιούσαν, προς δήλωση της πρώ­της ημέρας της εβδομάδας, την παγανιστικήν ονομασίαν της ημέρας αυτής, δηλαδή την ονόμαζαν «ημέραν τού Ηλίου»13. Αλλ' αυτή η ευστρο­φία των Χριστιανών, να δανείζονται το λεξιλόγιον τού συνομιλητή τους, προ­κειμένου να γίνονται καταληπτοί απ’ αυτόν, δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι οι Χριστιανοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν την ονομασίαν «ημέρα τού Ηλίου», ούτε ότι τη χρησιμοποιούσαν και μέσα στο δικόν τους περι­βάλλον. Αφού, λοιπόν, συμπεράναμεν εκ των ανωτέρω ότι η ονομασία της πρώτης ημέρας της εβδομάδας «Κυριακή» έχει χριστιανικήν προέλευση θα πρέπει να διακρατήσουμεν ότι αυτό συνέβη με την Κυριακήν, όχι μόνον σαν ονομασίαν της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, αλλά και σαν θεσμόν, είτε, δηλαδή, σαν χριστιανι­κήν εορτήν, είτε, αργότερα επί Με­γάλου Κωνσταντίνου και σαν αργίαν.

Όμως, η χριστιανική Κυριακή στην ιστορικήν της καταγωγήν, σαν θεσμός, δεν προήλθεν, όπως κάποιοι παλαιότερον υποστήριξαν, από την σύγκρουση Χριστιανισμού - Ιουδαϊσμού, δηλα­δή Εκκλησίας και Συναγωγής. Η Κυριακή αρχικά δεν ήταν ο δήθεν καρπός της επιθυμίας των νεοσύστα­των χριστιανικών κοινοτήτων να αποκτήσουν κι' αυτές μία δικήν τους «ιεράν ημέραν», για να την αντιθέ­σουν και αντιπαρατάξουν στην εβραϊκή «ιεράν ημέραν τού Σαββάτου». Όχι, λοιπόν, αρχικά, αλλά μόνον στους μετέπειτα αιώνες η Κυριακή περιεβλήθη αμφίεση αντι-ιουδαϊκή.

Αλλ' ούτε και, αντίστροφα, μπορούμε να ισχυρισθούμεν, όπως έχει ήδη υποστηριχθεί ότι η Κυριακή προήλθεν από το Σάββατον και την σαββατική λατρείαν και ότι δήθεν στην αρχήν της η Κυριακή δεν ήταν παρά «η απλή πα­ράταση και προέκταση τού Σαββάτου εν τη νυκτί».

Πάντως, δεν θα πρέπει να αποσιωπήσουμεν, ή να αντιπαρέλθουμεν και το γεγονός ότι ορι­σμένες τάσεις, παραδόσεις και ομάδες μέσα στον σεκταριστικόν Ιουδαϊσμό ετόνιζαν την ιδιαίτερην σημασίαν και της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Και μολονότι η Κυριακή εμφανίζεται στην Ιστορία σαν ένας καθαρά και ακραιφνώς χριστιανικός θεσμός, πρωτότυπος μάλιστα και αυτόνομος, όμως η εβραϊκή προϊστορία της της προσέδιδε μίαν ανεπαίσθητην εβραϊκή προδιάθεση.

Συνεπώς, μολονότι κάποιοι ερευνητές, όπως προαναφέραμεν, έφθασαν στο σημείο να διαβλέπουν στη χριστιανικήν Κυρια­κήν τον αντιιουδαϊκό δάκτυλον, το χριστιανικόν αντίβαρον και αντιστάθ­μισμα στο εβραϊκόν Σάββατον και, ακόμη περισσότερον, είδαν στην Κυριακήν «το χριστιανικόν αντίδοτον κατά τού Σαββάτου», όμως κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί ιστορικά, διότι σύμφωνα με αρχαιότατα κείμενα, ούτε οι Εβραίοι φαίνονται παντελώς άμοιροι και ενδεείς σε διδασκαλίαν και θεωρία γύρω απ’ την σημασίαν και το ρόλον της «μιας των Σαββά­των» (της Κυριακής), αλλ' ούτε και οι Χριστιανοί, μέχρι τουλάχιστον τα τέλη τού β' μ.Χ. αιώνα, αλλά και μετά, απαξίωναν παντελώς το εβραϊκόν Σάββατον. Αλλ' αυτό που προέ­χει για το θέμα μας είναι να δούμεν ποιάν σπουδαιότητα απέδιδαν οι Χριστιανοί στην Κυριακήν καθώς και την αιτίαν αυτού τού φαινόμενου.

Οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι τονίζομεν την σπου­δαιότητα και σημασίαν της Κυριακής, επειδή ημέραν Κυριακήν αναστήθηκεν ο Κύριος. Η Ανάστα­ση, δηλαδή, είχε ήδη λάβει χώραν πριν τα ξημερώματα εκείνης της Κυριακής, της πρώτης μετά το θάνα­τον τού Κυρίου. Μαρτυρείται, λοιπόν, ότι, όταν οι μαθήτριες τού Κυρίου τη­ρώντας νεκρικά έθιμα και εκτελώντας τα καθήκοντα των ζώντων προς τους προσφιλείς νεκρούς, πήγαν στον τάφο να μυρώσουν το νεκρόν σώμα τού λα­τρευτού διδάσκαλου τους14, ο Κύριος είχε ήδη αναστηθεί. Το ίδιον επιβε­βαιώνει και ο Λουκάς15, αλλά και ο Ματθαίος16, ως προείπαμεν.

Ο ίδιος ο Κύριος συνέδεσεν το Πάσχα (θείαν Εύχαριστίαν) με την Κυριακήν της Ανάστασης:

Κατά τα Ευαγγέλια, λοιπόν, ο Ιησούς σταυρώθηκεν την παραμονήν ενός Σαββάτου17 και αναστήθηκεν την επόμενην τού ίδιου Σαββάτου18. Την τρίτη δε ημέρα μετά τον σταυρικό θάνατον τού Κυρί­ου, όπως οι μυροφόρες εξ αγάπης και εκ καθήκοντος πήγαν να μυρώσουν το σώμα Του, έτσι και οι μαθητές Του ήσαν «συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων»19, αλλ' όχι μόνον20.

Ωστόσον, όπως θα λέγαμεν σήμερον, οι μαθητές ήθελαν να τελέσουν εκείνην την πρώ­την μετά την Σταύρωση Κυριακήν, και τα «τριημέρα» τού διδάσκαλου τους. Αλλά με τι τρόπον; Ασφαλώς μ' εκείνον, που ο ίδιος τους είχε διδά­ξει και υποδείξει μόλις πριν από τέσσαρες ημέρες, κατά τη διάρκειαν τού τελευταίου τους δείπνου, τού Μυ­στικού Δείπνου21. Τους είχε εξηγή­σει εκεί με τι τρόπο θα τον θυμούνται έκτοτε. Δηλαδή, λίγο προ τού θανά­του Του τους παρέδωσεν τη θείαν Ευχαριστίαν και τους είπεν: «τούτο ποιείτε εις την εμήν αναμνησιν»22. Ότι δε το καινόν, το χριστιανικόν, το αληθινόν Πάσχα είναι ακριβώς η θεία Ευχαριστία, ιδέ σχετικόν άρθρο μας. Πως, αλλιώς, λοιπόν, θα τον ενεθυμούντο οι μαθη­τές του παρά με τη θείαν Ευχαριστίαν; Έχομεν, λοιπόν, τη γνώμην ότι κατ' εκείνην την σύναξη της ίδιας Κυριακής, που έγινεν η Ανά­σταση, οι μαθητές επανέλαβαν για πρώτη φοράν το Μυστικό Δείπνον, ότι, δηλαδή, τότε και εκεί επρόκειτο κυρίως για ευχαριστιακήν σύναξη των μαθητών προς τέλεση της θείας Ευχαριστίας εις «ανάμνησίν» Του. Έτσι, δεν θυμήθηκαν αυτοί μόνοι τον Κύριόν τους, αλλά και Αυτός, επί πλέον, τους εμφανίσθηκεν αισθητώς, ορατώς, απτώς.

Το ίδιο μάλιστα βράδυ είχε εμφανισθεί κατά παρόμοιον τρόπον και στους δύο μαθητές, που επορεύονταν προς Εμμαούς. Και εκεί συγκεκριμένα παρατίθεται δείπνον στον άγνωστόν τους συνοδοιπόρον, ο οποίος τελικά «εγνώσθη αυτοίς εν τη κλάσει τού άρτου»23. Επρόκειτο, λοιπόν, περί θείας Ευ­χαριστίας κατά το δείπνον αυτό των δύο μαθητών με τον άγνωστον συνταξειδιώτην τους, όταν έφθασαν εις Εμμαούς; Δεχόμεθα ότι επρόκειτο ακριβώς περί Ευχαριστιακού Δεί­πνου και έχομεν σύμφωνον το δυτικόν πατέρα, τον ιερόν Αυγουστίνον, ο οποίος λέγει ότι «ο άρτος αυτός (εις Εμμαούς) είναι το μυστήριον (της θείας Ευχαριστίας), το οποίο μας συνάζει εις τη γνώση τού Χριστού»24, καθώς και τον ανατολικόν πατέρα, τον Θεοφύλακτον, ο οποίος, ερμηνεύων το Δείπνον εις Εμμαούς, παρα­τηρεί: «τοις μεταλαμβάνουσι δε τού ευλογημένου άρτου, διανοίγονται οι οφθαλμοί εις το επιγνώναι αυτόν. Μεγάλην δε και άφατον δύναμιν έχει η τού Κυρίου σαρξ».

Έτσι, απ’ την πρώτην κι' όλας ημέραν της Ανάστασης συνδέθηκεν και ταυτίσθηκεν η θεία Ευχαριστία, δηλαδή ο αληθής πασχάλιος αμνός, το αληθές χριστιανικόν Πάσχα με τον αναστημένον Κύριον. Συνεπώς, την ιδίαν ημέραν: πρώτον, έγινε η Ανάσταση· δεύτε­ρον, πληροφορήθησαν οι μαθητές τη χαρμόσυνην είδηση της Ανάστασης· τρίτον, ετέλεσαν οι μαθητές για πρώ­τη φορά μετά το θάνατόν Του τη θείαν Εύχαριστίαν, για να Τον θυμηθούν τέταρτον, Εκείνος τους εμφα­νίσθηκεν και Τον είδαν αναστημένον.

Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον, εβιώσαν οι μαθητές το πρώτο μετά το θάνατον τού Κυρίου, χριστιανικόν Πάσχα, διότι, ως είπομεν, η θεία Ευχαριστία είναι το αληθινό χριστιανικόν Πάσχα. Αλλά και στην συνέχειαν, την επόμενη δηλαδή Κυριακήν και πάλιν οι μαθη­τές ήσαν συνηγμένοι. Γιατί; Ασφα­λώς επρόκειτο περί ευχαριστιακής σύναξης και όχι πια «δια τον φόβον των Ιουδαίων». Και αύθις τους εμφανίζεται ο αναστημένος Κύριος25. Αλλά και τέταρτη εμφάνιση τού Ιησού μαρτυρειται26 , κατά την οποί­αν και πάλιν συνέφαγε μαζί τους. Τέλος, άλλη, πολλοστή ευχαριστια­κή σύναξη των μαθητών, επίσης ημέραν Κυριακήν, είναι η της Πεντηκο­στής27.

Έπειτα, άξιον παρατήρησης και ιδιαίτερης μνείας είναι και η διαπίστωση ότι ο Λουκάς στις Πράξεις Αποστόλων δεν τονίζει μόνον ότι ο αναστημένος Ιησούς παρουσιάζετο εις τους μαθητές Του κατά διαλείμματα επί 40 ημέρες («δι' ημερών τεσσαράκοντα»)28, αλλά υπογραμμίζει ότι τις εμφανίσεις του αυτές τις έκανεν ο Ιησούς «συνα-λιζόμενος»29, δηλαδή συντρώγοντας μαζύ τους. Αυτή δε η διευκρίνηση, λεπτομέρεια και έμφαση, που κάνει ο Λουκάς, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στις περιπτώσεις αυτές επρόκειτο μάλλον για επαναλήψεις του Μυστι­κού Δείπνου και ότι μ' αυτόν τον τρό­πον ο Ιησούς τους υποδείκνυεν ακρι­βώς να τελούν τη θείαν Ευχαριστίαν. Και επειδή μαρτυρείται ρητώς και σαφώς ότι τουλάχιστον οι τέσσαρες απ’ αυτές τις εμφανίσεις έγιναν ημέραν Κυριακήν («μίαν (των) Σαββά­των»), θα πρέπει σ' αυτές να διακρίνουμεν την υπόδειξη τού ίδιου τού Κυρίου προς τους μαθητές να συνά­ζονται ακριβώς κατά Κυριακήν δια δείπνον συνοδευόμενον όμως με τέλε­ση της θείας Ευχαριστίας. Φαίνεται δε ότι έτσι ακριβώς το εννόησαν και οι μαθητές ευθύς εξ αρχής και εκ τού ότι, όπως διαπιστώνομεν απ’ την ευαγγελική διήγηση, απ’ την ιδίαν ήδη την ημέραν της Ανάστασης, δηλαδή απ’ την Κυριακήν εκείνην, αλλά και κατά τις επόμενες Κυρια­κές, συναθροίζονταν ευχαριστιακά οι μαθητές και, επί πλέον, ανέμεναν την εμφάνιση τού διδάσκαλου τους. Αυτό, εξ άλλου, αποδεικνύεται κι' από την συνήθειαν, που επικράτησεν αμέσως κατόπιν να συναθροίζονται δηλαδή τις Κυριακές οι Χριστιανοί για να τελούν τότε τη θείαν Ευχαριστίαν30.

Βέβαια, την πρώτην Κυριακήν, που τους εμφανίσθηκεν ο Κύ­ριος, επειδή αυτοί δεν ανέμεναν κάτι τέτοιο, ξαφνιάσθηκαν. Κατά τις επόμενες δε Κυριακές και κατά την τέλεση της θείας Ευχαριστίας, το ήλ­πιζαν και μ' αυτήν την έννοιαν Τον ανέμεναν να τους εμφανισθεί. Όχι, πάντως, με την έννοιαν ότι οι μαθη­τές, όποτε αυτοί ήθελαν, προκαλού­σαν την εμφάνιση τού Κυρίου, τρόπον τινά μαγικώς ή πνευματιστικώς, ότι δηλαδή τον ανάγκαζαν να εμφανισθεί σαν σε πνευματιστική συνεδρίαση. Αλλ' αυτό το σημείον, αν και παρου­σιάζει πολύ απολογητικόν ενδιαφέ­ρον και θα άξιζε να το αναλύσουμε δια πλειόνων, όμως σκοπεύομεν να το πραγματευθούμεν άλλοτε σαν ξεχω­ριστό θέμα, όποτε το επιτρέψει ο Θεός.

Επομένως, απ’ την εποχήν των Αποστόλων μέχρι και σήμερον αδιάλειπτα η Κυριακή θα είναι η ημέρα, που θα θυμίζει στους χριστιανούς την Ανάσταση τού Χρι­στού, αλλά και θα τους ενώνει μέσω της θείας Ευχαριστίας και θα τους προσανατολίζει επί πλέον και προ παντός προς την αναμονήν της δεύτε­ρης και ένδοξης παρουσίας Του31.

Ιδού πως εννοούμεν την σύνδεση της θείας Ευχαριστίας, δηλαδή τού μόνου αληθινού πασχάλιου αμνού και του μόνου αληθινού χρι­στιανικού Πάσχα, με την Ανάσταση και, επομένως, με την Κυριακήν.

Πάντως και μετά την Πεντηκοστή και μάλιστα κατά πάσαν Κυριακήν εξακολουθητικώς θα ετελείτο οπωσδήποτε το χριστια­νικόν Πάσχα (η θεία Ευχαριστία) μέσα στην έντονα αναστάσιμην ατμόσφαιραν της Κυριακής, διότι δεν είχαν οι μαθητές κανένα λόγο να σταματήσουν να τελούν ό,τι μέχρι τό­τε τελούσαν. Αντιθέτως, είχαν πολύ περισσότερους λόγους τώρα, όσον πέρναγε ό καιρός, να Τον ενθυμούν­ται ευχαριστιακά, μάλιστα μετά την Ανάληψη και Πεντηκοστήν, οπότε τους ήταν μεν παρών, αλλ' αοράτως. Αυτό, λοιπόν, θα πρέπει να ετηρείτο καθ' όλην την υπόλοιπην εκείνην πρώτη χρονιάν της Ανάστασης τού Ιησού: οι μαθητές, δηλαδή, γιόρτα­ζαν καθ' όλον εκείνον το έτος και κατα πάσαν Κυριακήν του την Ανάστα­ση τού Κυρίου ευχαριστιακά, δηλαδή σαν Πάσχα Κυρίου, μέχρι που κύλησεν η πρώτη χρονιά και ήλθεν η 14η τού μήνα Νισάν, δηλαδή τού εβραϊκού Πάσχα, τού επόμενου έτους. Τό­τε μόνον μπορούσε να γεννηθεί, αλλά και τότε, ως φαίνεται, γεννήθηκεν το θέμα για ένα ετήσιον εορτασμόν τού χριστιανικού Πάσχα (είτε σαν Μυστικού Δείπνου, είτε σαν σταυρικού θανάτου) σε σχέση όμως με το εβραϊκό Πάσχα.

Οι Χριστιανοί βέβαια θα πρέπει, πρώτον, να είχαν σαφή και ξεκάθαρη αντίληψη της δια­φοράς τού χριστιανικού από το εβραϊκό Πάσχα. Επειδή όμως ιστορικώς τα γεγονότα της Σταύρωσης και Ανάστασης τού Κυρίου έγιναν κατά τις ημέρες ενός εβραϊκού Πάσχα, είναι λογικόν και ανθρώπινον κάποιοι να ένοιωθαν και να ήθελαν να συνεορ­τάζουν και την πρώτην και τις μετέ­πειτα επετείους τού θανάτου τού Κυρίου την ίδιαν ημέραν, που οι Εβραίοι γιόρταζαν το δικόν τους Πάσχα, όπως θα δούμεν εκτενέστερα κατωτέρω. Έτσι, μάλλον ήθελαν, επί πλέον, να προβάλουν το χριστια­νικόν Πάσχα σαν το μόνον αληθινόν και το οποίον ήλθε να υποκαταστήσει το εβραϊκόν σαν εφήμερον και ξεπερασμένον.

Βλέποντας, λοιπόν, οι Χριστια­νοί να κλείνει χρόνος απ’ το θά­νατον τού Κυρίου και να πλη­σιάζουν οι μέρες τού επόμενου εβραϊκού Πάσχα, κατά τις οποίες ένα χρόνον πριν είχε σταυρωθεί και αναστη­θεί ό Κύριος, ήθελαν, όπως θα λέγαμεν σήμερα, να τελέσουν και το ετή­σιο μνημόσυνον προς τιμήν τού διδά­σκαλου τους, την επετειακή, δηλαδή, ανάμνησή Του. Και αυτό ασφαλώς θα έγινεν από τους μαθητές κατά το μόνον χριστιανικόν τρόπο, δηλαδή με ευχαριστιακή σύναξη στην Ιερουσαλήμ τουλάχιστον. Ένα τέτοιο χρι­στιανικόν εορτασμόν τού Χριστιανι­κού Πάσχα στις 14 Νισάν φαίνεται ότι τον αποδέχθηκαν και οι Απόστολοι, αφού αυτός ήταν τρόπον τινά βαθειά ψυχολογική ανάγκη και ηθική υποχρέωση, αλλά γιατί όχι και απαί­τηση της χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων.

Φαίνεται δε ότι παράλληλα ξεχώρισεν και η αμέσως μετά τις 14 Νισάν Κυριακή για λό­γους καθαρά ιστορικούς, σαν η ιστο­ρική επέτειος της Ανάστασης. Αυτός δε ο πιθανά ιδιαίτερος τονισμός ειδικά της πρώτης μετά την 14ην Νισάν Κυριακής τού επόμενου αυτού έτους αποτελεί και τα πρώτα ίχνη ενός ετήσιου κατά Κυριακήν Πάσχα, που φαίνεται ότι έβαινε παράλληλα με το άλλον εκείνο Χριστιανικόν Πάσχα (επέτειον της Σταύρωσης),  που αυτό συνεορταζόταν με το εβραϊκόν στις 14 Νισάν. Το δεύτερο δε αυτό Χριστιανικόν Πάσχα, το συνεορταζόμενο με το εβραϊκόν στις 14 Νισάν ήταν ό,τι λέμε σημέρα: η Μεγάλη Παρασκευή (Σταύρωση), προ της Κυριακής της Ανάστασης (Πάσχα), επειδή τη χρονιάν που σταυρώθηκεν ό Ιησούς, η 14η Νισάν όντως έπεφτε ημέρα Παρασκευήν.

Δεχόμεθα δε όλες αυτές τις πιθα­νότητες όχι βέβαια παντελώς ή απλώς υποθετικά και αστήρι­κτα, αλλά βασισμένοι στο γεγονός ότι ένα αιώνα μετά, δηλαδή τον β' αιώνα μ.Χ., έχομεν ήδη διαμορφω­μένες δύο εξ ίσου διαφορετικές και ανόμοιες χριστιανικές παραδόσεις σχετικές με την ορθήν ημερομηνίαν τέλεσης τού Χριστιανικού Πάσχα, που συνάμα οι φορείς τους τις διεκήρυσσαν και ως γνήσια αποστολικές. Αυτή δε ακριβώς η αναμφισβήτητα διφυής ημερομηνία, αλλά και η επίσης αναντίρρητα αποστολική προ­έλευση της μας οδήγησε να αναπαραστήσουμε κατ' αυτόν τον τρόπον τα ανωτέρω γεγονότα. 

Κοντολογής, λοιπόν, δεν εχρειάζετο αρχικά η θέσπιση ειδικής ετήσιας κατά Κυριακήν Πασ­χαλιάς εορτής, διότι, όπως είδαμεν, αναστάσιμη ήταν ήδη η κάθε Κυρια­κή τού έτους, κι' αυτή είναι το αρχαιότερο χριστιανικό αναστάσιμον Πάσχα.

Ετήσιον και εβδομαδιαίον Πάσχα:

Αναλυτικότερον τα πράγματα διεξήχθησαν ως εξής:

Σύμφωνα με το επίσημον ιουδαϊκό ημερολόγιο της εποχής τού Χριστού και των Αποστό­λων, το εβραϊκόν Πάσχα, που γιορ­ταζόταν στις 14 τού εβραϊκού σελη­νιακού μήνα Νισάν, ήταν δυνατό να πέσει οιανδήποτε ημέραν της εβδο­μάδας. Το δε Χριστιανικόν Πάσχα, που γινόταν σε ανάμνηση τού σταυρι­κού θανάτου τού Ιησού (σταυρώσι­μον Πάσχα), ήταν όχι τόσο μία ανε­ξάρτητη πανηγυρική εορτή, όσον κυρίως μία νηστεία και μία προπαρα­σκευή - προετοιμασία για την επίσης ετήσιαν αναστάσιμην Κυριακήν (αναστάσιμον Πάσχα) και γιορταζό­ταν, με σύμφωνη γνώμην των Αποστόλων, την ίδια μέρα με το εβραϊκόν, οποιανδήποτε, δηλαδή, ημέραν της εβδομάδας κι' αν έπεφτεν αυτό32. Συγκεκριμένα, τη χρονιάν του θανάτου τού Ιησού αυτό το επίσημον εβραϊκόν Πάσχα, αλλά και η Σταύ­ρωση τού Ιησού είχαν συμπέσει μεταξύ τους και συνέβησαν μάλιστα ημέραν Παρασκευήν. Την επόμενην όμως χρονιάν, όσοι Χριστιανοί ήθελαν να γιορτάσουν την επέτειον τού θανάτου τού Ιησού, επειδή η 14 Νισάν, κατά την οποίαν ένα χρόνον πριν είχεν σταυρωθεί, δεν έπεφτεν υποχρεωτικά την ιδίαν ημέραν της βδομάδας, δηλαδή Παρασκευήν, θα έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δυνατότητες: είτε να γιορτάσουν το Χριστιανικόν Πάσχα την 14ην Νισάν της νέας αυτής χρονιάς οποίαν ημέραν της βδομάδας κι' αν έπεφτεν αυτή, είτε την Παρασκευήν της. Έπρεπε να διαλέξουν δηλαδή: ή να προτιμήσουν να προσκολληθούν στην ημέραν τού μήνα (14 Νισάν) της επόμενης αυτής χρονιάς, ή συγκεκρι­μένα στην ιδίαν ημέραν της εβδομά­δας (Παρασκευήν), η οποία όμως δεν ήταν την επόμενην αυτή χρονιάν η 14η τού Νισάν. Αλλά το ίδιον συνέ­βη και με τον εορτασμόν της ετήσιας αναστάσιμης Κυριακής, η οποία, ενώ τη χρονιάν της Ανάστασης τού Κυρί­ου, ήταν η τρίτη ημέρα μετά την Σταύρωση της Παρασκευής 14ης Νισάν, τις επόμενες χρονιές δεν συνέβαινεν κάτι τέτοιον. Κι' όμως η Ανά­σταση παγιώθηκεν στην Κυριακήν, που σημαίνει ότι επεκράτησε γι' αυτήν το αρχαίον εβραϊκόν ιερατικόν ημερολόγιον, κατά το οποίον οι μέρες τού μήνα (ημερομηνίες) έπεφταν πάντα τις ίδιες ημέρες της εβδομάδας.

Είναι ήδη κεκτημένον από την επιστημονικήν ιστορικήν έρευναν το ότι στην ημέραν τού μή­να προσεκολλάτο ο επίσημος - φαρισαϊκός - ραββινικός Ιουδαϊσμός, τού οποίου το ημερολόγιον χρησιμοποιεί στο Ευαγγέλιό του ο Ιωάννης, ενώ στην ημέραν της εβδομάδας προσε­κολλάτο το ανεπίσημον, αλλά αρ­χαίον ίερατικόν εβραϊκόν ημερολόγιον - εορτολόγιον, που μάλλον αυτό μεταχειρίζονται οι τρείς συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς). Αυτός μάλιστα πρέπει να είναι και ο λόγος (δηλαδή, η χρήση άλλου ημερολογίου), για τον οποίον, φαινομενικά μόνον, «διαφωνούν» ως προς τον πραγματικό χρόνον οι τρείς συνοπτικοί Ευαγγελιστές προς τον τέταρτον Ευαγγελιστήν, τον Ιωάννην.

Την ετήσιαν αναστάσιμην Κυ­ριακήν φαίνεται ότι πρώτος ο Ωριγένης την ονόμασεν «Πάσ­χα». Αλλά αυτή η ονομασία, που διατηρείται μέχρι σήμερα για την Ανάσταση, επιφέρει σύγχυση, αφού και το εβραϊκόν Πάσχα ονομάζεται με την ιδίαν ονομασίαν, αλλά και το Χριστιανικόν Πάσχα, που κι' αυτό γιορταζόταν στις 14 Νισάν, μαζύ δηλαδή με το εβραϊκόν, ονομαζόταν κι' αυτό Πάσχα. Για να μη μπερδευό­μαστε, λοιπόν, για ποιο Πάσχα πρό­κειται και για λόγους πρακτικούς εί­ναι δυνατόν το μεν εβραϊκόν Πάσχα να το λέμε όχι Πάσχα, αλλά Φάσκα, όπως στην Ανατολήν ονομάζεται, το δε Χριστιανικόν, που γιορταζόταν στις 14 Νισάν και που σήμερα το εορτάζομεν σαν Μεγάλην Παρασκευήν να το αποκαλούμεν «σταυρώσιμον Πάσχα», όρος αδόκιμος αλλά βολι­κός. Τέλος, την ετήσιαν πρώτη μετά τις 14 Νισάν αναστάσιμην Κυριακήν να την ονομάζουμεν «αναστάσιμον Πάσχα», που ήταν και το δικό μας Πάσχα.

Ωστόσο, είναι κατ’ αρχήν ακ­ριβές, ότι οι πρώτοι - πρώτοι Χριστιανοί τηρούσαν μόνον την εβδομαδιαίαν Κυριακήν σαν αναστάσιμην, αλλ' αυτό, καθώς προαναφέραμεν, διήρκεσε μόνον την πρώτην χρονιάν, που κύλησε μετά το γεγονός της Ανάστασης τού Κυρίου, μέχρι που ήλθεν η πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκόν Πάσχα της 14ης Νισάν τού επόμενου έτους. Μόνον τότε ήταν δυνατόν να εορτασθεί η Κυριακή σαν επέτειος τού γεγονότος της Ανάστασης και μόνον τότε μπορούσε να γεννηθεί σχετικόν ζήτη­μα.

Βέβαιον είναι, λοιπόν, ότι η Κυ­ριακή κάθε βδομάδας ολό­κληρου τού έτους, ως είπομεν, είχε για τους Χριστιανούς αναστάσι­μο χαρακτήρα. Έχομεν όμως και σχετική μαρτυρίαν από τα αρχαία κείμενα ότι εκτός των υπόλοιπων αναστάσιμων Κυριακών ολόκληρου τού έτους, οι πρώτοι Χριστιανοί τόνι­ζαν ιδιαίτερα εκείνην ειδικά την ετήσιαν Κυριακή, την μετά τις 14 Νισάν;

Ας προσεγγίσουμεν το εδάφιον της Αποκάλυψης Ιωάννου34, όπου ο μαθητής αυτός τού Κυρίου, λέγει ότι ήλθεν σε έκσταση ημέραν Κυριακήν. Το ζήτημα είναι: άραγε η Κυριακή αυτή ήταν απλά μία απ’ τις εβδομαδιαίες αναστάσιμες Κυριακές, ή, μήπως ήδη ήταν η ετήσια αναστάσιμη Κυριακή, οπότε και έχομεν την αρχαιότατη ρητή μαρτυρίαν ετήσιας αναστάσιμης Κυριακής; Είμεθα υποχρεωμένοι να παρατηρήσουμεν ότι ακριβώς οι εικόνες, που χρησιμοποιούνται στην Αποκάλυψη Ιωάννου συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η εν λόγω «Κυριακή ημέρα» ήταν μάλλον η ετήσια αναστάσιμη Κυριακή, δηλαδή η πρώτη μετά το εβραϊκόν Πάσχα της 14ης Νισάν, διότι αυτή η Κυριακή ήταν και η πρώτη της πεντηκοντάδας ημερών, που κατέληγεν στην εορτήν της Πεντηκοστής, που κι' αυτή ήταν Κυριακή.

Επειδή, δηλαδή, η πρώτη ημέρα (Κυριακή) αυτής της πεντηκοντάδας ημερών ήταν για τους Εβραίους η πρώτη ημέρα τού θερισμού, που άρχιζεν ο θερισμός αλλά συνάμα προσεφέρετο στον Θεόν το πρώτο δράγμα, σαν δείγμα ευχαριστίας κι' ευγνωμοσύνης για την καρποφορίαν, ή, όπως αλλοιώς λέγεται, «η απαρχή», δηλαδή η πρώ­τη σοδειά, η πρώτη συγκομιδή και επειδή ο θερισμός και η «απαρχή» εί­ναι ανάμεσα στις πρώτες εικόνες, που βλέπει ο Ιωάννης και μας τις περι­γράφει35, αγόμεθα εις το συμπέρασμα ότι η εν λόγω Κυριακή θα πρέπει να ήταν η ετήσια αναστάσιμη, η πρώτη της πεντηκοντάδας. Επίσης, λίγο πρίν36 απ’ αυτήν την εικόνα τού θερισμού, όσοι εκ των ανθρώπων αγορά­στηκαν από το Αρνίον, ονομάζονται «απαρχές δια το Αρνίον και δια τον Θεόν»37.

Συμπέρασμα: Η εικόνα τού θερισμού ταιριάζει με την ημέραν, που αναφέρεται στην αρ­χήν της Αποκάλυψης: την «Κυρια­κήν ημέρα», εάν αυτή η ημέρα σημαί­νει την πρώτην της πεντηκοντάδας ημερών τού θερισμού, δηλαδή την ετήσιαν εορτήν της κυριακάτικης Ανάστασης. Και οι αρχαίοι χριστια­νοί συνέδεσαν την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού με το θερισμόν και μας παρουσιάζουν τον αναστημένον Ιησούν σαν την «απαρχήν», που προσφέρθηκεν στο Θεόν37.

Κατά δε τον J. van Goudoever38 είναι δυνατόν οι πρώτοι χρι­στιανοί να εόρταζαν την ανά­μνηση της Ανάστασης τού Κυρίου σε ετήσιον κύκλον, δηλαδή την πρώτην Κυριακήν μετά το σταυρώσιμον Πάσχα, αλλά ο εβδομαδιαίος κύκ­λος, ο κατά πάσαν Κυριακήν εορτα­σμός ήταν γι' αυτούς κατά πολύ σπουδαιότερος. Αλλ' ακόμη πιο σπου­δαίος ήταν ο εορτασμός της Ανάστα­σης ειδικά κατά τις Κυριακές της περιόδου της Πεντηκοστής. Αυτή, πάντως η παράλληλη συνύπαρξη δύο κύκλων εορτασμού της Ανάστασης, δηλαδή ενός ετήσιου και ενός εβδο­μαδιαίου δεν πρέπει να μας εκπλήσ­σει, γιατί έχομεν και άλλα παρόμοια παραδείγματα τέτοιου παράλληλου εορτασμού σε δύο κύκλους39.

Βάσει όσων προαναφέραμεν κάποιοι40 συμπεραίνουν ότι τόσον το σταυρώσιμον όσον και το αναστάσιμον Πάσχα έχουν την αρχική ρίζαν τους στο ισραηλιτικόν ημερολόγιον. Η χριστιανική γιορτή τού αναστάσιμου Πάσχα θεωρείται έτσι ότι αποτελεί ημερολογιακώς -εορτολογικώς συνέχειαν τού εβραϊκού Πάσχα. Βέβαια, η πρώτη ημέρα της πεντηκοντάδας ημερών στο ισραηλιτικόν ημερολόγιον δεν είναι ημέρα αληθινής γιορτής για τους Εβραίους. Μνημονεύεται όμως σαν γιορτή στη λίσταν εορτών τού Φίλωνα41, αλλά και στο εσσαϊκόν ημερολόγιον τού Qumran.

Συμπερασματικά καταλήγομεν στις εξής διαπιστώσεις:

Τα τέσσαρα κανονικά Ευαγγέ­λια συμφωνούν μεταξύ τους ως προς την ημέραν της εβδομά­δας, κατά την οποίαν εσταυρώθη (Παρασκευή) και αναστήθηκεν (Κυ­ριακή) ο Ιησούς. Φαίνονται όμως ότι διαφέρουν ως προς την ημερομηνίαν (ημέραν τού μήνα), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τοποθετούν τα γεγο­νότα τού Πάθους και της Ανάστασης στον ίδιον και στον πραγματικό χρόνον των γεγονότων αυτών. Αυτό, λοιπόν, είναι δυνατό να έχει συμβεί και να εξηγείται μόνον ως εξής: Κα­τά μεν τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην, αυτή η ημέρα (ημέρα της Ανάστασης και συνάμα πρώτη μέρα της περιόδου της Πεντηκοστής) ήταν η 16η τού Νισάν, ενώ κατά τους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, ήταν η 17η Νισάν. Αλλ' εάν, κατά τα τέσσαρα Ευαγγέ­λια, η μετά τις 14 Νισάν Κυριακή είναι η πρώτη ημέρα τού θερισμού, προκύπτει ότι οι συνοπτικοί Ευαγγε­λιστές χρησιμοποιούσαν για τη χρο­νολόγηση των γεγονότων άλλον ημερολόγιον, το αρχαίον ιερατικόν τοι­ούτον, εις το οποίον οι πενήντα ημέρες μέχρι και την Πεντηκοστήν υπολο­γίζονται από Κυριακήν σε Κυριακήν.

Το δε ημερολόγιον, που χρησι­μοποιεί ο Ιωάννης, φαίνεται σαν ένας συμβιβασμός μεταξύ τού συστήματος υπολογισμού, που μεταχειρίζονταν οι Φαρισαίοι απ’ τη μιαν και οι Σαδδουκαίοι από την άλλην. Κατά τον Ιωάννη, λοιπόν, η μετά το εβραϊκόν Πάσχα Κυριακή πέφτει στις 16 Νισάν. Αυτή είναι η ημέρα τού μήνα, κατά την οποίαν έπρεπε να προσφερθεί στο Θεόν το πρώτο δράγμα.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμεν ότι η υπό των πρώτων Χριστιανών χρήση τού αρχαί­ου εβραϊκού ιερατικού ημερολογίου δεν μας εκπλήσσει, αν λάβουμεν υπ' όψει μας ότι από το έτος 24 π.Χ. μέχρι το 65 μ.Χ. οι Μεγάλοι Αρχιε­ρείς τού Ναού των Ιεροσολύμων ήσαν μέλη της οικογένειας τού Βοήθιου. Γι' αυτούς, λοιπόν, τους Βοηθουσιανούς γίνεται λόγος στη Mishnah, όπου αναφέρεται ότι αυτοί υπολόγιζαν την περίοδον της Πεντη­κοστής από Κυριακής μέχρι και Κυριακήν42. Βέβαια, τα Ευαγγέλια δεν δείχνουν καμίαν προτίμηση προς τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι εξ ίσου με τους Φαρισαίους πολεμούσαν τον Ιησούν και τους μαθητές του. Ούτε αυτό σημαίνει πως οι πρώτοι Χρι­στιανοί έβλεπαν με καλό μάτι τους Σαδδουκαίους. Γι' αυτό ακολουθού­σαν μάλλον την αρχαίαν ιερατικήν σαδοκικήν παράδοση, την οποία μό­νον εν μέρει είχαν κληρονομήσει οι Σαδδουκαίοι.

 


1. Ιδέ άρθρο μας ΟΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ «ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ» ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

2. Ιω.κ', 1.

3. Λκ. κδ', 1-2.

4. Μτ. κη', 1.

5. Α' Κορ.ιστ',2.

6. Μτ. κη', 1. Μκ. ιστ', 2. Λκ. κδ', 1-2. Ιω. κ',1,19.

7. Πρ.κ',7.

8. Πράγματι, δύο ήσαν οι εβδομαδιαίες όχι όμως υποχρεωτικές, αλλ' υπέρτακτες νηστείες πολλών εκ των Φαρισαίων, τις οποίες, δηλαδή, αυτοί τηρούσαν σαν έργον περισσεύουσας αξιομισθίας: η μία τη Δευτέραν και η άλλη την Πέμπτην

9. Απ. α', 10.

10. Η αντίστοιχη λατινική έκφραση, do-minica dies, άπαντα στις αρχές τού γ' αιώνα, για πρώτη φοράν στον Τερτυλλιανόν και συγκεκρι­μένα στο έργον του De oratione, 23, το οποίον και εγράφη μεταξύ των ετών 200 - 206 μ.Χ.

11. Α. Deissmann, Licht vom Osten, γ' έκδ., Tubingen, 1909, σελ. 363 - 364.

12. Διδαχή, ιδ', 1. Ιγνάτιος Αντιόχειας (Προς Μαγνησ., δ', 1). Διονύσιος Κορίνθου (Προς Ρωμ.) παρά τω Ευσεβίω (Εκκλ. Ιστο­ρία, ιδ', 23). Ευαγγέλιον Πέτρου (θ', 11). Αλλά και ο Μελίτων Σάρδεων είχε συγγράψει πραγματείαν, απολεσθείσαν όμως, υπό τον τίτλον: «Ο περί Κυριακής λόγος». Και εξ αυτού τού τίτλου φαίνεται ότι η λέξη Κυριακή είχεν ουσιαστικοποιηθεί και εχρησιμοποιείτο ως terminus technicus, ήδη κατά το δεύτερον αι­ώνα. Η έκφραση δε «Κυριακή ημέρα» απαντά επίσης και στο τεσσαρασκαιδεκατιτικόν κείμενον «η Επιστολή των Αποστόλων (Επιστολή Αποστόλων, 17. Ιδέ Fragmenta Polycarpiana VI, 2, εκδ. Funk, Patres Apostolici, τόμ. II, 400).

13. Τερτυλλιανός, Apol. XVI, 11. Ad. nat. I, 13. Ιουστίνος A' Απολ. ξn'.

14. Ιω.κ', 1.

15.Λκ. κδ', 1-2.

16. Μτ. κη'. 1.

17. Μκ. ιε', 12. Ιω. ιθ', 31.

18. Μκ. ιστ', 2.

19. Ιω.κ', 19.

20. Εφοβούνταν βέβαια οι μαθητές τους Ιουδαίους και εκρύβονταν. Αλλά ο ασφαλέστε­ρος τρόπος να προστατευθούν θα ήταν να φύγουν αμέσως από τα Ιεροσόλυμα και να διασκορπισθούν. Εξ' άλλου, είχεν προφητευθεί: «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβα­τα» (Μκ. ιδ', 27). Αλλ' οι μαθητές δεν οδηγούντο μόνον από το φόβον, είχαν και άλλους λόγους να μείνουν στα Ιεροσόλυμα, και άλλα κίνητρα.

21. Λκ. κδ', 30, 42. Μκ. ιστ, 14. Ιω. κ', 19-26,κα', 1-14. Πρ. α',4.

22. Λκ. κβ', 19. Α' Κορ. ια', 25-26.

23. Λκ. κδ', 35.

24. Migne, P.L. XXX. 644.

25. Ιω.κ', 26.

26. Λκ. κδ', 41.

27. Πρ. β', 23-33

28. Πρ. α'. 3.

29. Πρ. α',4.

30. Πρ.κ'.7.Α' Κορ.ιστ'.2.

31. Α' Κορ.ια', 26.

32. Πιονίου, Βίος Πολυκάρπου, II, 3. ΨευδοΧρυσοστ., Πασχαλιά Ομιλία, 8, Sources Chretiennes 48. 119. Πρβλ. Ε. Schwarz, Christl. und Jud. Ostcrtafeln (Abhandl. der Konigl. Geselschaft dcr Wissen. Gottingen, Phil. Hist. KL. N.F. Bd. VIII. 6 (4905). 331

33. Annie Jaubert, La date de la Cene, Paris 1957.

34. Απ.α', 10.

35. Απ.ιδ', 14-16 και 18.

36. Απ. ιδ', 4.

37. Α' Κορ. ιε', 20,23.

38. Fetes et Calendriers Bibliques, σελ. 238.

39. Έτσι, π.χ. οι ισραηλίτες, ως γνωστόν, γιόρταζαν την Έξοδον εκ της Αιγύπτου σε ένα ετήσιον κύκλον, δηλαδή το Πάσχα τους. Εν τούτοις, στην Πεντάτευχο διευκρινίζεται ότι η εντολή περί τήρησης τού Σαββάτου δόθηκεν όχι μόνο για να αναπαύονται οι Εβραίοι απ’ την εβδομαδιαίαν εργασίαν, αλλά και εις ανάμνηση της Εξόδου από την Αίγυπτον (Εξ. κ', 11. Δευτ. ε', 15). Και η Συναγωγή, λοιπόν, τηρούσεν ένα εβδομαδιαίον, κατά Σάββατον, και ένα ετήσιον εβραϊκόν Πάσχα.

40. J. van Goudoever, ένθ. άνωτ. 238.

41. Φίλων, De Spec. Leg. II, 41.

42. Men. 10, 3.

 

Το κείμενο είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέως κ.Χρίστου Βασιλειάδη και υπόκειται στο νόμο περί προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (Ν. 2121/1993). Για αναδημοσιεύσεις επικοινωνήστε με την ιστοσελίδα μας

 

 

 

roupel flag

Πολεμική σημαία του Ρούπελ μετά τη μάχη. Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΟΧΥΡΑ

(6-10 Απριλίου 1941)

Άγγελος Τερζάκης

 

     Δεν ξεκινούσαν με πολύ ελαφρύ συνείδηση οι Γερμανοί για τη νέα τους βιαιοπραγία. Οιραδιοφωνικοί τους σταθμοί, σα σε συναγερμό. Έδιναν από το πρωί αδιάκοπα διακοινώσεις πάνω σε διακοινώσεις, προκηρύξεις πάνω σε προκηρύξεις. Ο Γκαίμπελς είχε διαβάσει στο ραδιόφωνο ο ίδιος την προκή­ρυξη του Χίτλερ προς το γερμανικό λαό και την ημερησία διαταγή του προς τα στρατό. Δοκίμαζαν να δικαιολογήσουν την ανανδρία.Ο Ρίμπεντροπ κάλεσε αργότερα τους ξένους δημοσιογράφους και τους διάβασε τη διακοίνωση που είχε επιδοθεί στην ελληνική κυβέρνηση.

Αλλά στο μεταξύ ο λόγος είχε δοθεί στα όπλα. Στο πλατύ ελληνικό μέ­τωπο βροντούσε από τα χαράματα τα κανόνι. Η επίθεση εκδηλώθηκε κατά του Μπέλες στις πέντε και τέταρτο τα πρωί, δηλαδή πριν ο πρεσβευτής Έρ­μπαχ επιδώσει τη διακοίνωση της χώρας του.Οι Γερμανοί χτύπησαν στο αδύνατο σημείο της γραμμής, ανάμεσα στο Τριεθνές και στο πρώτο οχυρό της σειράς, την Παποτλίβιτσα, που η κατασκευή της δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί. Σε λίγο η επίθεση γενικευόταν, έφτανε ίσαμε τα βόρεια της Κομοτινής.Η κύρια προσπάθεια του εχθρού ωστόσο γινόταν στο αριστερά του με­τώπου, στο Μπέλες και στ’ οχυρό Ρούπελ.Τα ενδιάμεσα οχυρά της γραμμής είταν πέντε: από δυτικά προς τ’ ανατολικά η Παποτλίβιτσα, το Ιστίμπεη, το Αρπαλούχι, τα Κελκαγιά και οι Παλιουριώνες. Τα τρία μεσαία είναι κοντύτερα μεταξύ τους, σχηματίζουν τρίγωνο.

Το Μπέλες, από τις εφτά η ώρα τα πρωί καιγόταν.Τα αεροπλάνα καθέ­του εφορμήσεως, βλέποντας τον ελληνικά στρατό απροστάτευτο από τον αέρα χαμήλωσαν, άρχισαν να βουτάνε και να πολυβολούν ξυστά. Τα δάση πάνω στο Μπέλες είχανε πιάσει φωτιά από τις πολλές βόμβες, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες είχαν κοπεί, το δίκτυο εξαρθρώθηκε.

Τα φυλάκια, στην προκάλυψη, έκαναν στα μεταξύ αγώνα απεγνωσμένο. Στο 162, που αντιστάθηκε ως το μεσημέρι, σκοτώθηκαν όλοι χωρίς εξαίρεση οι άντρες, μαζί κι’ ο υπολοχαγός διοικητής.Αλλά των Γερμανών η υπεροχή είταν εξουθενωτική, τα αριστερό του υποτομέως Ροδοπόλεως, με τα δυο του μοναδικά τάγματα, είχε μείνει ακάλυπτο από τις εφτάμιση η ώρα κιόλας. Τα υπολείμματα του ενός από τα τάγματα είχανε πιάσει το ύψωμα 1120 και αγωνίζονταν εκεί απάνω κρατώντας τους Γερμανούς σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Από τους εφτακόσιους άντρες του τάγματος τα ένα τρίτο είταν πια εκτός μάχης.

Στο σκυρόδετο πολυβολείο Π9 η αντίσταση κράτησε ως την εφτάμιση το βράδι. Τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του προσωπικού εξαντλήθηκαν.Ο Γερμανός διοικητής του τμήματος που έκανε την επίθεση, βλέπον­τας τις πολλές απώλειες του, είχε οργιστεί. Όταν τέλος το πολυβολείο υπέ­κυψε, ο Γερμανός συνεχάρη τον αρχηγό του λοχία Δημήτρη Ίντζοκι’ έπειταέβαλε και τον τουφέκισαν. Είναι ο νόμος του πολέμου αυτός; Ας το κρίνουν όσοι πιστεύουν ακόμα στην αρετή του ανδρισμού.

Αλλά το βάρος της κύριας γερμανικής προσπάθειας έπεφτε βέβαια στα οχυρά, αρχίζοντας από το δεξί της XVIII Μεραρχίας, τον υποτομέα θύλακος. Εδώ, το Ιστίμπεησφυροκοπήθηκε ανελέητα από το γερμανικό πυροβολικό, ενώ πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, από μιαν απόσταση μικρή, μόλις διακόσια ή εξακόσια μέτρα, χτυπούσαν με άμεση, οριζόντια βολή τα φατνώματα του Οχυρού.Στις εφτά η ώρα, το πεζικό του εχθρού χύμηξε σε πυκνές μάζες. Το Ιστίμπεη αντιστεκόταν. Έσπασε το πρώτο κύμα του εχθρού, καθώς και άλλα, που τ’ ακολούθησαν αμέσως. Κατά τις οχτώ η ώρα όμως, οι Γερμανοί κατόρθωσαν να επικαθήσουν στην επιφάνια του οχυρού, που είταν σκαμμένο μέσα στη γη. Από εκεί και πέρα, έγινε ένας αγώνας τυφλός, οι απ’ έξω να πα­σχίζουν να μπούνε μέσα, οι από μέσα ν’ αμύνονται με ό,τι όπλο τους απόμενε. Τέλος οι Γερμανοί βάλθηκαν να φράζουν τ’ ανοίγματα του οχυρού με πέτρες και χώματα, για να κάνουν τη φρουρά του να παραδοθεί από ασφυξία.

Στο Κελκαγιάίδια κατάσταση. Τα πτώματα των Γερμανών στιβάζονταν μπροστά στο οχυρό, αλλά η επιμονή των άλλων, που έρχονταν ξοπίσω, δεν λυγίζει. Στη μία η ώρα έχουν ανέβει στην επιφάνεια του οχυρού. Με χειρο­βομβίδες και δυναμίτες που ρίχνουν από τ’ ανοίγματα του, προσπαθούν να το αποκαταστρέψουν. Τότε κάνουν μιαν απόπειρα να μπούνε μέσα, αλλά στις υπόγειες στοές βροντάει ο θάνατος∙ κανένας απ’ όσους μπήκανε δεν ξαναβγήκε. Με το βράδι, θ’ αρχίσουν κι’ εδώ την απόφραξη των ανοιγμάτων, για να σκάσουν μέσα τη φρουρά ή να την αναγκάσουν να παραδοθεί.

Δεξιά από τη XVIII Μεραρχία είταν η XIV (υποστράτηγος Κ. Παπακωνσταντίνου). Το μέτωπο της έπιανε από το Στρυμώνα ίσαμε το Κάτω Νευροκόπι, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα φάρδος. Εκεί, οι Γερμανοί χτύπησαν με μεγάλη σφοδρότητα δύο κυρίως οχυρά: στ’ αριστερά το Ρούπελ, στο δεξί το Περιθώρι.

Η επίθεση κατά του Ρούπελ είναι από τις μεγάλες στιγμές αυτού του πολέμου, που έμπαινε πια στο τελευταίο του στάδιο. Το Ρούπελ βρίσκεται στην ανατολική Όχθη του Στρυμώνος, απαγορεύει τα στενά του ποταμού σε συνδυασμό με τ’ Οχυρό Παλιουριώνες από τη δυτική Όχθη. ΟΙ Γερμανοί έρριξαν πάνω στο Ρούπελ όλο το βάρος τους. Βομβαρδισμός πυροβολικού άρχισε στις πέντε και τέταρτο το πρωί, στις έξη χύθηκαν από ψηλά τα Στούκας. Είχαν ειδικές σειρήνες, που ούρλιαζαν απαίσια καθώς γίνονταν οι βουτιές, για να σπάζουν τα νεύρα των αμυνομένων.Η τοποθεσία ολόκληρη είταν μέσα στις φλόγες, ο αέρας έτρεμε, σκιζόταν από τις λάμψεις. Το θέαμα και το ά­κουσμα έπαιρνε ένα τρομαχτικό μεγαλείο καθώς το σύστημα πυρός του οχυρού απαντούσε τώρα σύσσωμο κι’ από αντίκρυ ζύγωναν τ’ άρματα μάχης του εχθρού και οι μοτοσυκλέττες. Πυκνές μάζες πεζικό τ’ ακολουθούσαν. Στο Στρυ­μώνα κατέβαιναν βάρκες από λάστιχο, ξέχειλες από γερμανικό στρατό, αμφίβια τέρατα με μυριάδες κεφαλές από πρασινωπό ατσάλι.

Ο εχθρός είχε κατεύθυνση κατά κύριο λόγο προς τα δύο από το σύστημα οχυρών του Ρούπελ: το Ούσιτα και το Μολών Λαβέ. Όμως η αντίσταση τους δειχνόταν αποτελεσματική: δυο άρματα χτυπήθηκαν, έμειναν στο δρόμο της Κούλας, δύο άλλα αχρηστεύθηκαν στη διασταύρωση με το δρόμο που κατε­βαίνει από την Τοπόλνιτσα. Μια γερμανική πυροβολαρχία, που πήγαινε κι’ αυτή στην Τοπόλνιτσα, χτυπήθηκε, διαλύθηκε. Αλλά οι Γερμανοί φαίνονταν να την περιμένουν την αντίσταση του Ρούπελ κι αδιαφορούσαν για τις απώ­λειες. Συνέχιζαν τις επιθέσεις του σε κύματα απανωτά, ακάλυπτοι.

Στο μεταξύ, δεκαοχτώ βάρκες είχανε μπλέξει στο υποβρύχιο δίχτυαπό σύρμα, στο Στρυμώνα, βούλιαζαν χτυπημένες από το πυροβολικό των Ο­χυρών. Βούλιαζαν μαζί με το έμψυχο φορτίο τους. Εκατόν είκοσι αεροπλάνα βούιζαν, ούρλιαζαν αδιάκοπα πέρα – δώθε στον ουρανό. Οι υπερασπιστές του Ρούπελ έδειχναν θαυμαστή ψυχραιμία. Η αναμέτρηση φιλοπατρίας και σιδερένιας δύναμης είταν εδώ σκληρή, αποφασισμένη. Σ’ όλο το διάστημα της η­μέρας, οι Γερμανοί, τεχνίτες πια στην επίθεση, στέλνουν τα κύματα τους το ένα πίσω από τ’ άλλο, ακούραστα, ανεξάντλητα, διαλύονται, άλλα προβαίνουν πίσω, με τους ίδιους πυκνούς σχηματισμούς, με την ίδια όρμή. Κάθε μισή ώρα κύματα από Στούκας ξεχύνονται από πέρα, αυλακώνουν αφηνιασμένα τον ου­ρανό.Την τοποθεσία των οχυρών Παλιουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς, τη χτυ­πάνε ογδονταδύογερμανικές πυροβολαρχίες. Το σύμπαν, κάτω κι’ απάνω, φαίνεται να έχει πνιγεί στη φλόγα.

roupel11

Ανατολικά, στη ζώνη της VII (υποστράτηγος Χρ. Ζωιόπουλος) δύο είταν τα οχυρά: το Λίσσεκαι το Πυραμιδοειδές. Εδώ oι Γερμανοί έρριξαν λιγότερο βάρος από το Ρούπελ, το Λίσσεόμως χτυπήθηκε από συνδυασμένες δυνάμεις, άρματα μάχης, πυροβόλα αυτοκινούμενα και πυκνούς σχηματισμούς πεζικού. Η άμυνα του οχυρού είταν καλομελετημένη.Άφησε τον εχθρό να φτάσει ανενόχλητος στα οχτακόσια ως χίλια μέτρα, και τότε, ολόξαφνα, άρ­χισε ολόκληρο ν’ αστράφτει και να βροντάει. Ο φραγμός που εξαπολύθηκε έτσι από πεζικό μαζί και πυροβολικό, με δεξιά το Πυραμιδοειδές να βοηθάει, κεραυνοβόλησε τους Γερμανούς που προχωρούσαν σ’ ανοιχτό χώρο. Σκόρ­πισαν παλαβωμένοι, αφήνοντας χάμω σωρούς τους χτυπημένους.

Νέα επίθεση, με πεζικό, τσακίστηκε από το φράγμα του οχυρού. Ξαπό­στειλαν τότε καταπάνω του τ’ άρματα μάχης. Η φρουρά του Λίσσε είχε εν­θουσιαστεί, πολεμούσε σα μεθυσμένη. Άφησαν τα’ άρματα να φτάσουν στα πεντακόσια μέτρα, ύστερα τα σημάδεψαν καλά με τ’ αντιαρματικά πυροβόλα, τους έριξαν. Τρία από τα τέσσαρα άρματα έγιναν κόσκινο. Οι Γερμανοί έ­καναν νέα προσπάθεια, με βαρύτερα άρματα μάχης, αστόχησαν, έχασαν άλλα δυο.

Από εκεί και πέρα, άρχισαν τις υπερκερωτικές κινήσεις, πάτε ανάμεσα Περιθώρι και Λίσσε, πάτε προς τα υψώματα Ουσόγια. Ανατολικότερα ακόμα, στη ζώνη της Ταξιαρχίας Νέστου, η γερμανική επίθεση θα προσκρούσει στ’ οχυρό Εχίνος, πάνω από την Ξάνθη. Ακόμα πιο ανατολικά, στα μακρύτατο-ελληνικά μέτωπο, είταν η Ταξιαρχία Έβρου και τ’ οχυρό Νυμφαίο, πάνω από την Κομοτηνή. Αυτό βρέθηκε περικυκλωμένο σχεδόν από τους Γερμανούς, που είχαν απωθήσει τα ελαφρά τμήματα προκαλύψεως. Πυροβόλα όλων των τύπων και διαμετρημάτων, στημένα γύρω του, τα σφυροκοπούσαν, και η αεροπορία του έριχνε από ψηλά.

Η αεροπορία! Ο μεγάλος καημός του ελληνικού στρατού, που άντεχε στην επίθεση, αλλά που δεν είχε την ηθική ανακούφιση να βλέπει τα δικά του αεροπλάνα να τον προστατεύουν. Τη συντριπτική υπεροπλία των Γερμανών στον αέρα θα την δοκιμάσουν, την ίδια εκείνη νύχτα, κοντά χαράματα, oι Έλληνες στην πρωτεύουσα τους και στον Πειραιά. Βρόντος τρομερός συγκλό­νισε το λεκανοπέδιο της Αττικής και το λιμάνι: Μια νάρκη μαγνητική, ριγμέ­νη από γερμανικά αεροπλάνο, είχε ανατινάξει ένα αγγλικά μεταγωγικό γε­μάτο εκρηκτικές ύλες. Κομμάτια της προκυμαίας, αποβάθρες, βούλιαξαν, τινάχτηκε στον αέρα μια αμαξοστοιχία φορτωμένη πυρομαχικά, γκρεμίστηκαν σπίτια, αποθήκες.Η Γερμανία έκανε την παρουσία της αισθητή με τρόπο κεραυνοβόλο. Προσωποποιημένος όλεθρος.

roupel 333

[…]  Ξημέρωνε η 9ηΑπριλίου κι’ ο αγώνας δεν είχε σταματήσει στα οχυρά που έμεναν ακόμα άπαρτα. Στο Περιθώρικαι στη Μαλιάγκαγινόταν αντεπί­θεση με συνδυασμένες δυνάμεις των δύο οχυρών, ξανάπαιρνε το υψωμό Σύλλα κι’ έπιανε αιχμαλώτους, μαζί κι’ ένα λοχαγό. Στην περιοχή Παρταλούσκα άλλη αντεπίθεση ανέτρεπε τον εχθρό κι’ έπιανε πάνω από εκατό αιχμαλώτους καθώς και το διοικητή ενός τάγματος. Στην κάτω Βρόντου εξαναγκαζόταν σε παράδοση μια γερμανική διλοχία που είχε καταλάβει τη νύχτα το ύψωμα Άγιος Κωνσταντίνος. Είταν διακόσιοι πενήντα άντρες μ’ έναν αντι­συνταγματάρχη επικεφαλής.

Στο Ρούπελ, ύστερα από βομβαρδισμό που κράτησε ως τις τρεις τ’ απόγευμα, παρουσιάστηκαν κήρυκες με λευκή σημαία να πούνε πως η Θεσσαλονίκη είχε παρθεί και κάθε αντίσταση στο εξής είναι μάταιη.Ο διοικητής του οχυρού απάντησε πως τα οχυρά δεν παραδίνονται παρά μόνον όταν κατορθώσει ο αντίπαλος να τα πάρει. Oι κήρυκες έδωσαν το λόγο της τιμής τους πως δεν, λένε ψέμματα κι’ έφυγαν αφού δήλωσαν πως θα ξανάρθουν τ’ άλλο πρωί.

Στη Γκολιάναμε τους περιχαρακωμένους Γερμανούς, ο αγώνας συνεχιζόταν. Το ίδιο και στ’ οχυρό Παλιουριώνες, που βομβαρδιζόταν από πυροβολικό κι’ αεροπορία. Ήρθαν κι’ εδώ κήρυκες, τα’ απόγευμα, έδωσαν το λόγο τους πως παραδόθηκε η Θεσσαλονίκη. Στις έξη η ώρα σταμάτησε η φωτιά κι’  έτσι ένα από τα τελευταία προπύργια της αγωνιζόμενης ελληνικής Μακε­δονίας είπε την τελευταία του λέξη.

Από τα χαράματα, ο στρατηγός διοικητής της 29ηςθωρακισμένης γερ­μανικής Μεραρχίας στρατηγός Φάιελ είχε πάει με αεροπλάνο να συναντήσει κοντά στη Σόφια το στρατάρχη φόν Λίστ, διοικητή της Δωδέκατης Στρατιάς. Είχε γυρίσει πίσω στις εννιά, απάντησε στον Έλληνα απεσταλμένο πως οι όροι για συνθηκολόγηση γίνονται κατ’ αρχήν δεκτοί και πως από τις δέκα η ώρα θα δινόταν το πρόσταγμα «παύσατε πυρ».

Η συνάντηση του στρατηγού Φάιελ με τον στρατηγό Μπακόπουλο έγινε το μεσημέρι, στο γερμανικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Επακολούθησε η υπογραφή Πρωτοκόλλου, με χρονολογία 9 Απριλίου και ώρα δύο μετά το μεσημέρι. Οι Γερμανοί, κατά την επαφή τους με τους διαφόρους Έλληνες ηγήτορες, τόνισαν το θαυμασμό τους για την αντίσταση του ελληνικού στρατού και για την πολεμική του αξία. Είναι πολλές αυτές οι μαρτυρίες, πήρανε θέση πια στην Ιστορία και θα είταν ίσως μάταιο να τις παραθέσει κανένας εδώ. Ας συγκρατήσουμε ωστόσο, ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες, τις ακόλουθες μόνο. Συνοψίζουν τα πάντα.

  •   Στους Παλιουριώνες, ο εκεί Γερμανός συνταγματάρχης παρέταξε, τιμής ένεκεν, ένα γερμανικό τάγμα μπροστά στ’ οχυρό και κάλεσε τον Έλληνα διοι­κητή να το επιθεωρήσει.
  • Ο στρατάρχης φον Λιστ, στην ημερησία διαταγή του δήλωνε ότι «οι Έλληνες υπερησπίσθησαν την πατρίδα τους γενναίως».
  •  Στο Ρούπελ ο εντεταλμένος για την παραλαβή του Γερμανός αξιωματικός, αφού συνεχάρη τον Έλληνα διοικητή του οχυρού, του δήλωσε πως είναι τιμή και περηφάνεια για τους Γερμανούς να έχουν τέ­τοιους αντιπάλους.
  •  Ο στρατηγός Πάουλ Χάσσε, σ’ ένα του άρθρο σε γερμανική εφημερίδα, με τίτλο: «Οι ανδρείοι Έλληνες», έγραφε: «Τα επιτεθέντα συντάγ­ματα είχον ήδη πείραν διασπάσεως ωχυρωμένων γραμμών εκ προηγουμένων εκστρατειών εις τας οποίας είχον λάβει μέρος. Οι Έλληνες όμως φρουροί των οχυρών ημύνθησαν, παρά τα φλογοβόλα και τας χειροβομβίδας, μετά σκληρού φανατισμού, αναλόγου του οποίου δεν είχον συναντήσει οι Γερμανοί στρατιώται εις ουδεμίαν των προηγουμένων εκστρατειών των. Εφ’ όσον και ένας ακόμη στρατιώτης ηδύνατο να παραμείνη εις το Οχυρόν του, πυροβολούσε».
  •  Και τέλος, στις 4 Μαΐου, σε λόγο του προς το Ράιχσταγ, ο Χίτλερ θα πει: «Η ιστορική δικαιοσύνη όμως με υποχρεώνει να διαπιστώσω, ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμεν, ο Έλλην στρατιώτης ιδίως επολέμησε με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν. Εσυνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθησις της αντιστάσεως δεν ήτον πλέον δυνατή και δεν είχε κανένα λόγον».

Η ελληνική ψυχή άρχιζε να μπαίνει στο πένθος της κατοχής. Στο μέ­τωπο της, πάνω στα αίματα, είχε σκαλώσει ένα κλωνάρι δάφνης.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

%MCEPASTEBIN%

εοκα111

 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΟΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 

 1955-59

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

    Στην Π.Δ. ,και συγκεκριμένα στο βιβλίο του Δευτερονομίου, ο Θεός δίνει εντολή στον Ισραηλιτικό λαό να μη λησμονεί πώς εσώθη από τη δουλεία της Αιγύπτου: «Μνήσθητε την ημέραν της εξόδου υμών εκ γης Αιγύπτου....», και παρακάτω «ον τρόπον ελυτρώσατο υμάς Κύριος». Ήταν ανάγκη να θυμούνται με ποιο τρόπο απέκτησαν την ελευθερία τους, προκειμένου και την ίδια την ελευθερία να εκτιμήσουν αλλά και όσους συνέβαλαν σ’ αυτό το κατόρθωμα να ευγνωμονούν. Η μνήμη είναι απαραίτητο συστατικό της επιβίωσης ενός λαού.

Κάτω απ’ αυτό τον φακό είδα κι εγώ την πρόταση της Ακαδημίας Ιστορικών Σπουδών του Ιδρύματος Απελευθερωτικού  Αγώνα  ΕΟΚΑ 1955-1959, για να μιλήσω για τον απελευθερωτικό μας αγώνα, με αναφορά στον ρόλο της Εκκλησίας σ’αυτόν. Και έκρινα πως ιδιαίτερα σήμερα που η μακροχρόνια πλύση εγκεφάλου κατεδάφισε τα πρότυπα αρετής που ανέδειξαν οι ανά τους αιώνες αγώνες του Κυπριακού Ελληνισμού, κυρίως δε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τώρα που οι ήρωες θεωρούνται από πολλούς  «κορόιδα» και οι αγώνες «μωρία», η ιστορική μνήμη αποτελεί ουσιωδέστατο στοιχείο της επιβίωσής μας ως Ελλήνων στον χώρο τούτο. Αυτή χαράσσει τα εθνικά πλαίσια στα οποία οφείλει να κινηθεί σήμερα ο Κυπριακός Ελληνισμός. Αυτή θεριεύει την εθνική συνείδηση, οδηγώντας στην επίγνωση του χρέους προς την πατρίδα. Αν οι Έλληνες της Κύπρου δεν είχαμε ιστορική συνείδηση και επίγνωση της εθνικής αποστολής μας, πράματα που τροφοδοτούνται από την ιστορική μνήμη, θα είχαμε, από πολλού σβήσει οριστικά και για πάντα, κάτω από τα ανελέητα πλήγματα της θηριωδίας των αλλεπάλληλων κατακτητών. Κι από την άλλη, όπως κι οι Εβραίοι, θα πρέπει να μνημονεύουμε με ευγνωμοσύνη όσους συντέλεσαν στην απελευθέρωση μας από τον Αγγλικό ζυγό. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνούμε ότι τα μεγάλα γεγονότα εις την Ιστορία, και τέτοιο γεγονός ήταν ο απελευθερωτικός μας αγώνας, ουδέποτε παύουν να επηρεάζουν τους μεταγενέστερους. Είναι οι οδηγοί των λαών προς ένα καλύτερο αύριο και προς ένα ευτυχέστερο μέλλον. Γι’αυτό κι έχουμε χρέος να τα μνημονεύουμε.

Ομολογώ πως αισθάνομαι άβολα, εγώ που, λόγω ηλικίας, δεν πήρα μέρος στον μεγάλο εκείνο αγώνα, να μιλήσω γι’αυτόν μπροστά σε τιμημένους αγωνιστές που μετουσίωσαν τα λόγια σε πράξεις, που έπαιξαν τότε τη ζωή τους «κορώνα –γράμματα», που στερήθηκαν τα πάντα περιπλανώμενοι  «εν σπηλαίοις και όρεσι και ταις οπαίς της γης», κατά την εκκλησιαστική μας ορολογία. Θα προσπαθήσω, όμως, «συνεχόμενος φόβω», να ανταποκριθώ στην υποχρέωση που ανέλαβα, επικαλούμενος την επιείκειά σας.

Το ’55 δεν ήταν, ασφαλώς, η πρώτη φορά κατά την οποία ο Κυπριακός ελληνισμός εξηγέρθη για την ανάκτηση της ελευθερίας του. Σχεδόν από την επαύριον της κάθε υποδούλωσης άρχιζαν τα απελευθερωτικά κινήματα. Γράφει ο Νικόλαος Σαρίπολος πως «η ελευθερία, δύναμις ούσα της ψυχής απονεκρούται εάν μη διηνεκώς περί ταύτην ασχολούμεθα». Και οι ΄Ελληνες της Κύπρου δεν έπαψαν ούτε στιγμή να ασχολούνται μ’αυτή. Το κίνημα του Ονήσιλου, το κίνημα του Ευαγόρα του Α΄, του βασιλιά της Σαλαμίνας, είχαν προηγηθεί αιώνες πολλούς πριν. Μα και όλα τα άλλα, μέχρι το τελευταίο κίνημα, του Οκτωβρίου του 1931, δηλώνουν ότι η εθνική συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου ουδέποτε εσίγησε, ακόμα και κάτω από τις πιο καταθλιπτικές συνθήκες της δουλείας. Όλες οι επαναστάσεις, ακόμα και οι αποτυχημένες, συντήρησαν αναμμένη τη φλόγα. Κι ήταν αυτό και σπουδαίο και απαραίτητο.

Η ειρήνη είναι, μέγα αγαθόν, αλλά μόνον ως αποτέλεσμα ελευθερίας είναι επιθυμητή και πρόξενος αξίου βίου στους Έλληνες. Πάνω από την ειρήνη οι Έλληνες έθεταν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την ελευθερία. Γι’αυτό και συνεχώς αγωνίζονταν για την ανάκτησή της, όσες φορές την έχαναν.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, όμως, το θαύμα του έπους του ’55, δεν ήταν μια από τις πολλές εξεγέρσεις των Κυπρίων. Υπήρξε μια μοναδική και εξόχως δυναμική εξόρμηση του Κυπριακού Ελληνισμού από την ταπείνωση δουλείας αιώνων στα υψηλά επίπεδα των εθνικών του πόθων. Υπήρξε ένας θρίαμβος της ελληνικής αρετής. Ήταν η συνισταμένη όλων των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού.

Από το 1191, που βίαια απεσπάσθη από την Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Κυπριακός λαός, που είχε διακριθεί στην Ιστορία και στον πολιτισμό, δεν έπαυσε να αγωνίζεται με κάθε τρόπο και να επιδιώκει την ενσωμάτωσή του στον Ελληνικό κορμό. Τον χαρακτήρα των Ελλήνων της Κύπρου δεν ίσχυσαν να αλλάξουν ούτε οι αιώνες, ούτε και οι ξένοι κατακτητές. Η ιερότητα του αγώνα τού Κυπριακού Ελληνισμού και το δίκαιο του πόθου του για ένωση με την Ελλάδα αναγνωρίστηκε κι από τους ίδιους τους άγγλους κατακτητές όταν η Κύπρος προσεφέρθη στην Ελλάδα, το 1915, έναντι του τιμήματος της εξόδου της χώρας από την ουδετερότητα, κατά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο. Αν οι Άγγλοι δεν αναγνώριζαν την εθνική ταυτότητά μας και το δίκαιο των αιτημάτων μας, δεν θα έκαναν εκείνη την προσφορά. Η παρασπονδία τους έδειξε, απλώς, πως οι κατακτητές είναι πάντα οι ίδιοι . Αλλάζουν φυλή και γλώσσα, κάποτε και θρησκεία, μα οι μεθοδεύσεις παραμένουν οι ίδιες. Ίδιοι, όμως,κι απαράλακτοι και αιώνιοι και ακατάλυτοι σαν βράχος έμειναν ανά τους αιώνες,  οι  αγωνιστές της ελευθερίας, φύτρα της ίδιας φυλής. Γι’αυτό και μιμούμενος τους προγόνους του, όταν όλες οι άλλες μέθοδοι απέτυχαν, ο Ελληνικός Κυπριακός λαός απεφάσισε, το κλειστό για τον κυρίαρχο, ζήτημα, να το ανοίξει διά των όπλων, έχοντας καθοδηγητή την Εκκλησία του και επί κεφαλής τού αγώνα του τον Εθνάρχη Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον τότε συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα Διγενή. Ήταν η απάντηση σε κάθε είδους τεθλασμένες διαδρομές με τις οποίες επιχειρούσε να παραπλανήσει ο κατακτητής και να διαιωνίσει την κυριαρχία του.

Αιώνιο πρόβλημα της φυλής ήταν η ανέκαθεν αριθμητική μειονεξία της μέσα σ’ένα κατακλυσμό βαρβάρων: Περσών στην αρχαιότητα, Τούρκων αργότερα, μιας ολόκληρης Αγγλικής αυτοκρατορίας στο τέλος. Κι η σύγκριση μεγεθών ήταν, εκ των πραγμάτων,αναπόφευκτη.Υπήρξαν ασφαλώς και τότε φωνές ότι είμαστε λίγοι και αδύναμοι κι ότι δεν θά’πρεπε να τα βάλουμε με μιαν αυτοκρατορία. Μα ήταν κι η απάντηση διαχρονική: Η Ιστορία λέει ότι δεν νικούν πάντοτε οι πολλοί. Κι η ιστορική εμπειρία το απέδειξε πολλές φορές. Μ’αυτό το συλλογισμό ούτε το ’21 θά’πρεπε να γίνει ,ούτε το ’40, ούτε άλλες εξεγέρσεις για την ελευθερία των λαών. Πάντοτε,σχεδόν, εκείνοι που αγωνίζονταν για την ελευθερία ήταν οι λίγοι. Κάτω από την άνιση σχέση των αριθμών, όμως, βρίσκεται η ισορροπημένη σχέση των αξιών που σαν γενεσιουργές αιτίες διαμορφώνουν γεγονότα και αποτελέσματα σύμφωνα με τον αιτιοκρατικό νόμο της Ιστορίας. Οι λίγοι, ο Κυπριακός Ελληνισμός, ήταν αξία, οι πολλοί-οι αποικιοκράτες-ήταν απλό άθροισμα μονάδων. Οι λίγοι ανυψώθησαν σε αξία γιατί τους ένωνε δυναμικά το ιδανικό της ελευθερίας. Οι πολλοί ήσαν οι ίδιοι δούλοι, αφού δουλείαν υπηρετούσαν. Η πείρα είχε διδάξει τον  Κυπριακό Ελληνισμό  πως στη διεθνή σκηνή κανείς δεν χαρίζει. Παίρνεις όταν έχεις δύναμη, ή όταν μπορείς να προκαλέσεις υπολογίσιμη ζημιά στον εχθρό.

 Τότε είχαν εξεγερθεί άλλοι λαοί, εντελώς άγνωστοι στον πολιτισμό και στην Ιστορία, απαιτώντας την ελευθερία τους. Θα μπορούσαν οι Έλληνες της Κύπρου να σιωπήσουν; Να ζήσουν σε μια ζωώδη ευημερία; Όποιος δέχεται το όνειδος που υφίσταται, χωρίς να νιώθει έντονα την ανάγκη να το αποπλύνει, μένει για πάντα στην εθνική καταισχύνη, ανήμπορος να πραγματώσει τα ανώτερα ιδανικά για τα οποία είναι πλασμένη η ανθρώπινη φύση. Τέτοιοι δεν ήσαν οι Έλληνες.

Παράδοση αιώνων δείχνει πως για τους Έλληνες η Ελευθερία είναι η ύψιστη αξία χωρίς την οποία δεν νοείται ζωή. Γι’αυτό και το τίμημα για την κατάκτηση και τη διατήρησή της είναι η ίδια η ζωή. Ή ζεις ελεύθερος, ή δεν είσαι άνθρωπος. Ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που κρατά μέσα του τη φλόγα της ελευθερίας και την επιδιώκει ακατάπαυστα, έστω κι αν είναι αλυσοδεμένος. Γι’αυτό κι ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ο αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου, δεν ήταν αγώνας για καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής, ή την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Δεν ήταν εξέγερση για απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων και εξασφάλιση κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ζητούμενο ήταν η εθνική ελευθερία που αποτελούσε το κύριο φυλετικό γνώρισμα του έθνους και τη σπονδυλική στήλη της ιστορικής του ζωής.

Και αφού τέτοια ήταν η επιδίωξη του επικού εκείνου αγώνα, ποιο ήταν το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχτηκε και ποιες οι δυνάμεις που τον οιστρηλάτησαν;

Από τότε που η Χριστιανική θρησκεία έγινε η μόνη θρησκεία των Ελλήνων, αφού εκτόπισε την πολυθεΐα του Ολύμπου και αφού προσέλαβε πάμπολλα στοιχεία του Ελληνικού πολιτισμού, όπως τη γλώσσα, τους φιλοσοφικούς όρους, το δημοκρατικό πολίτευμα στην εκκλησιαστική διοίκηση, την εξεικόνιση του Θείου και άλλα εδημιουργήθη νέος χαρακτήρας του ελληνικού πολιτισμού ο οποίος δεν νοείται χωρίς τον Χριστιανισμό, ούτε και μακριά από την Εκκλησία. Ο Χριστιανισμός εβοηθήθη τα μέγιστα από τον Ελληνισμό, ως προς το εξωτερικό ασφαλώς περίβλημά του και τη δυνατότητα έκφρασης και διάδοσής του. Μα κι ο Ελληνισμός ωφελήθη το ίδιο, αν όχι περισσότερο, από αυτή τη σύζευξη. Φτάνει να θυμηθούμε ότι όλη η πνευματική παραγωγή των Ελλήνων σταματά τον 3ον π.Χ.αιώνα. Για τρεις και πλέον αιώνες δεν έχουμε ούτε καν υπομνημάτιση των παλαιοτέρων έργων φιλοσοφικών ή άλλων. Έρχεται ο Χριστιανισμός, όμως, και με το νέο πνεύμα και τις νέες έννοιες που φέρει στον κόσμο δίνει νέαν ώθηση στα Ελληνικά γράμματα. Η Κ.Δ. εγράφη,  αλλά και ερμηνεύθη και ανελύθη από τους Πατέρες της Εκκλησίας  στην Ελληνική. Γι αυτό κι οι Έλληνες εταύτισαν την Ορθόδοξη πίστη και την Ελληνική εθνική συνείδηση. Η ταύτιση αυτή απετέλεσε τη νέα πνευματική δύναμη την οποία το «Ελληνικόν»  αντέταξε στην πίεση των οιωνδήποτε κατακτητών. Η Εκκλησία κατέστη, έτσι, η προστάτις του έθνους σε κάθε στιγμή. Και το έθνος εσώθη πάντοτε δι’ αυτής. Στρέφοντας σήμερα το βλέμμα μας προς τα πίσω διαπιστώνουμε ότι η Ιστορία της Εκκλησίας είναι η Ιστορία του Έθνους μας. Οι τύχες της είναι και τύχες του, οι θυσίες της είναι και θυσίες του, η χαρά της πάντοτε χαρά του.

Αναφερόμενος στην προσφορά της Εκκλησίας στον αγώνα της ΕΟΚΑ θα επικεντρωθώ σε τρεις επί μέρους πτυχές της:

α) Στα ιδανικά του αγώνα και στις αξίες στις οποίες στηρίχτηκε και που ήταν έντονα θρησκευτικές και μάλιστα χριστιανικές,

β) Στη βίωση των Χριστιανικών αρχών και αληθειών από τους μαχητές της Ελευθερίας και στη στρατολόγησή τους μέσα από την Εκκλησία, και

γ) Στο γεγονός ότι όλα τα εκκλησιστικά Ιδρύματα, η Αρχιεπισκοπή, οι Μητροπόλεις και οι Μονές είχαν γίνει προπύργια του αγώνα και στο ότι όλοι, σχεδόν, οι κληρικοί κάθε βαθμού, είχαν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο σ’αυτόν.

α) Στη δισχιλιόχρονη ιστορία του Χριστιανισμού, η έννοια της πατρίδος όχι μόνον αναγνωρίζεται αλλά και ευλογείται και καθαγιάζεται από την Εκκλησία. Ήδη στην Π.Δ. είναι γνωστός ο θρήνος των Εβραίων που βρίσκονται στην αιχμαλωσία για την Ιερουσαλήμ, καθώς και οι όρκοι αφοσίωσης προς αυτήν: «Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου∙ κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ»(Ψαλμ. 136ος). Κι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί γι’αυτούς που αιχμαλωτίζονται και δεν θα ξαναδούν την πατρίδα τους: «Κλαύσατε κλαυθμώ τον εκπορευόμενον, ότι ουκ επιστρέψει έτι, ουδέ όψεται την γην της πατρίδος αυτού»(Ιερ.22,20).

Στην Κ.Δ. ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ως άνθρωπος, δεν απαρνείται την αγάπη προς την πατρίδα του. Έτσι «έκλαυσεν επί την Ιερουσαλήμ», προβλέποντας την καταστροφή της. Ο Απ.Παύλος, μιλώντας στον Άρειο Πάγο, διδάσκει ότι η ύπαρξη εθνών και επίγειων πατρίδων ανάγεται στον Θεόν: «Εποίησεν, (ο Θεός), εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών»(Πρ.17,26).

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Ουδέν πατρίδος γλυκύτερον», ο δε Μέγας Αθανάσιος θεωρεί ότι το «εν τοις υπέρ πατρίδος πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον». Είναι γι’αυτό το λόγο και με βάση αυτή τη διδασκαλία που η Εκκλησία επαινεί τον υγιή πατριωτισμό και εύχεται όπως ο Θεός ευλογεί τους άρχοντας «νίκας χορηγών αυτοίς κατά των πολεμίων» και όπως διαφυλάσσει τας χριστιανικάς πόλεις «εκ βαρβαρικής αλώσεως» και «εκ παντοίων κινδύνων». Στη Θεία Λειτουργία του Μ.Βασιλείου προσευχόμαστε όπως ο Θεός «επισκιάζει επί την κεφαλήν αυτών (των πιστών βασιλέων ή αρχόντων) εν ημέρα πολέμου…και υποτάσσει αυτοίς πάντα τα βάρβαρα έθνη τα τους πολέμους θέλοντα».

Το ότι εις την άλλην ζωήν θα καταργηθεί η έννοια της πατρίδος,  δεν συνεπάγεται κατάργηση αυτής της ιδέας από τώρα. Στην άλλη ζωή δεν θα υπάρχει ούτε οικογένεια, χωρίς να σημαίνει ότι από τώρα θα πρέπει να καταργήσουμε τον θεσμόν αυτόν.

«Να ζεις χωρίς πατρίδα δεν μπορείς. Ύστερα από την αγάπη στον Θεό, είναι η αγάπη της πατρίδος», γράφει κι ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς.

Η επίγεια πατρίδα για μάς τους έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς είναι συντονισμένη στο πνεύμα της ουράνιας πατρίδας. Οι δρόμοι της είναι αποστολοβάδιστοι. Το χώμα της είναι ποτισμένο με το αίμα των μαρτύρων της πίστεως και αγιασμένο από τους τάφους που δέχτηκαν τα τίμια λείψανά τους. Τα βουνά και οι κάμποι της είναι στολισμένοι με μοναστήρια και εκκλησίες, τα σκηνώματα της πίστης μας. Η Ιστορία της είναι γραμμένη με τα διδάγματα και τις θυσίες των αγίων. Έτσι η επίγεια πατρίδα ανάγει τον άνθρωπο προς τα άνω, συντελεί στη δημιουργία μιας κοινωνίας της οποίας οι πολίτες γίνονται ουρανοπολίτες.

Έντονα διαποτισμένη με θρησκευτικό χαρακτήρα, λοιπόν, η έννοια της πατρίδος. Κι ήταν φυσικό να’ναι έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Κύριο σύνθημα του αγώνα εκείνου ήταν το «υπέρ πίστεως και πατρίδος» όχι μόνον το «υπέρ πατρίδος». Η επίκληση του Θεού και της βοήθειάς του ήταν αυτονόητη. Η πρώτη επαναστατική προκήρυξη του Διγενή ξεκινά με τη φράση: «Με την βοήθειαν του Θεού και πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας». Ο όρκος για τη μύηση στην οργάνωση γινόταν «εις το όνομα της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος». Η «Θεολογία της απελευθέρωσης» που διατρανώθηκε ξεκάθαρα με τη διακήρυξη της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως του 1827 εξάλλου ήταν και είναι καθοδηγητικός φάρος όλων των μετέπειτα αγώνων του Ελληνισμού. «Κάλλιον να μην υπάρχει Έλληνας στον κόσμον παρά να ατιμάζει το κατ’εικόνα Θεού και ομοίωσιν, υπάρχων ανδράποδον του αναισθήτου Τούρκου, ενώ επλάσθη από τον Θεόν ελεύθερος», έλεγε εκείνη η διακήρυξη, που συνδέει, έτσι, το αγαθόν της ελευθερίας με την Θεολογία της Εκκλησίας. Η ελευθερία είναι γνώρισμα του Θεού που δωρήθηκε και στον άνθρωπο, αφού δημιουργήθηκε «κατ’εικόνα» αυτού. Απεμπόλησή της οδηγεί στην απάρνηση της ιδιότητας του ανθρώπου.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε έντονο τον θρησκευτικό χαρακτήρα όχι μόνο από τη σύνδεση αυτή. Η μετουσίωση του χριστιανικού πνεύματος της θυσίας και της εγκαρτέρησης σε πράξη, ήταν άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Το να υποφέρουν το θεωρούσαν πολύ φυσικό οι αγωνιστές. Έτσι είναι οι άνθρωποι που δημιουργούν Ιστορία. Αντικρύζουν θαραλλέα το μέλλον όπως και οι μάρτυρες της θρησκείας. Πολλές φορές οι πρόγονοί μας ταύτισαν την ιστορική τους πορεία με τη μαρτυρική επίγεια ζωή του Χριστού. Γι’αυτό και πάντα πίστευαν πως πίσω από την σταύρωση υπάρχει και για την πατρίδα η ανάσταση.

 Η σύνθεση των εννοιών «Θεός» και «Εκκλησία» με τις έννοιες «αγώνας» και «ελευθερία» είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του έπους της ΕΟΚΑ. Απόδειξη και η πηγαία ευσέβεια του Κυπριακού λαού. Στη διάρκεια του αγώνα όλα τα καφενεία και τα καταστήματα ήσαν κλειστά όλες τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές μέχρι τις 10 το πρωί για να μπορούν οι άνθρωποι απερίσπαστα να πηγαίνουν στην εκκλησία. Θυμάμαι έντονα, παρά το μικρόν, τότε, της ηλικίας μου, τις παρακλήσεις και τις γονυκλισίες που γίνονταν κάθε Κυριακή σ’όλους τους ναούς της Κύπρου για εκζήτηση της Θείας βοηθείας προς ευόδωση του απελευθερωτικού αγώνα καθώς και για απελευθέρωση των εξορίστων στις Σεϋχέλλες. Κι, ακόμα, την κατάληξη στην εκκλησία των παρελάσεων που γίνονταν όσες φορές είχαμε κάποιο νεκρό του αγώνα, όπου γινόταν και τρισάγιο υπέρ της ψυχής του.

Η ελευθερία, λοιπόν, ελληνική αρετή, πήρε στον Χριστιανισμό την υψηλότερη της έννοια. Συνδέθηκε με τη δικαιοσύνη, την ισότητα όλων των ανθρώπων, με τον ίδιο τον Θεό. Γι’αυτό και λατρεύτηκε από τους έλληνες ως ισόθεη.

β) Έχοντας αυτό το υπόβαθρο, ο δαυλός της 1ης Απριλίου άναψε από την ακοίμητη κανδήλα της πίστεως την οποία συντηρούσε άσβεστη ανά τους αιώνες η Εκκλησία. Οι ήρωες του ’55 είναι πρωτίστως ήρωες της πατρίδος. Γι’αυτήν θυσιάστηκαν και χάριν αυτής κατεφρόνησαν των γήινων απολαύσεων. Είναι, όμως, συνάμα και μάρτυρες της πίστεως και της Εκκλησίας με τα νάματα της οποίας εγαλουχήθησαν και από την οποίαν προήλθαν. Πρωτοπόροι στους υπέρ ελευθερίας αγώνες των Κυπρίων στα 800 χρόνια της δουλείας υπήρξαν πάντοτε οι κληρικοί. Έγιναν, πολλάκις, τα εξιλαστήρια θύματα για να γλυτώσει το ποίμνιο από τον εξανδραποδισμό, την εξορία , το θάνατο. Ο Μ.Βασίλειος γράφει πως ο ιδεώδης ποιμήν της Εκκλησίας πρέπει να είναι κοντά στ’αλλα και «έρεισμα πατρίδος».

Στον υπόδουλο Κυπριακό ελληνισμό δεν υπήρχε άλλος οργανωμένος θεσμός εκτός από την  Εκκλησία. Κι όταν, μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο συνειδητοποιήθηκε από όλους ότι χωρίς ένοπλο αγώνα ουδέποτε η Κύπρος θα αποκτούσε την ελευθερία της, είναι από την Εκκλησία που άρχισαν οι προετοιμασίες. Μετά το Δημοψήφισμα του 1950, την επέτειο του οποίου γιορτάσαμε προχθές 15 Ιανουαρίου, σημαντικότατο ρόλο στην προετοιμασία του αγώνα διεδραμάτισε η ίδρυση των ΟΧΕΝ  (Ορθόδοξος Χριστιανική Ένωσις Νέων ή Νεανίδων). Η ΟΧΕΝ πρωτοπαρουσιάστηκε το 1946 (μόνο στη Λεμεσό υπήρχε πριν το 1946 με εμπνευστή τον Παπα –Σολομώντα Παναγίδη). Το 1947 πήρε τη μορφή κανονικής οργάνωσης και από το 1948 άρχισε να απλώνεται σ’όλη την Κύπρο. Υπό την ευθύνη εμπνευσμένων κληρικών που ήταν ταυτόχρονα και φλογεροί πατριώτες, οι ΟΧΕΝ  έγιναν το εκκολαπτήριον των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Οι χριστιανικές αρχές που υπηρετούσε η ΟΧΕΝ συνδυάζονταν άριστα, όπως είδαμε, με τη φιλοπατρία και την ιδέα της ελευθερίας. Γι’αυτό και κληρικοί, όπως ο π.Φώτιος Καλογήρου, εφημέριος της Φανερωμένης, που βρίσκεται εν ζωή και σήμερα, αλλά και οι μακαριστοί πλέον Παπα Σταύρος Παπαγαθαγγέλου, εφημέριος επίσης στον ίδιο ναό, ο αρχιμανδρίτης Κωνσταντίνος Λευκωσιάτης, ο αρχιμανδρίτης Ανάργυρος Σταματόπουλος και άλλοι πολλοί, δεν δυσκολεύτηκαν να ενσταλάξουν στις καρδιές των νέων τον πόθο για απελευθέρωση της πατρίδος. Όλοι οι πρώτοι αγωνιστές, αλλά και οι περισσότεροι από εκείνους που στελέχωσαν κατόπιν τα δημιουργούμενα κενά της ΕΟΚΑ, στρατολογούνταν από την ΟΧΕΝ. Η ΟΧΕΝ περιλάμβανε τα κατηχητικά, τα στελέχη ή ομαδάρχες των κατηχητικών, τις χριστιανικές κατασκηνώσεις και ένα ευρύτερο φιλανθρωπικό και κοινωνικό δίκτυο της Εκκλησίας. Έτσι όλοι, σχεδόν, οι μαχητές της ΕΟΚΑ πέρασαν από την ΟΧΕΝ είτε ως μέλη των κατηχητικών σχολείων, είτε ως κατηχητές, ή ομαδάρχες χριστιανικών συγκεντρώσεων παιδιών των Ελληνικών σχολείων μας. Ενδεικτικά μόνον αναφέρω  τον Μάκη Γιωργάλλα, τον Ιάκωβο Πατάτσο, τον άγιο του απελευθερωτικού μας αγώνα, όπως λέγεται, το Μάρκο Δράκο, τον Στυλιανόν Λένα, που είχε γίνει μέλος από το 1947 και που είχε άναπτύξει έντονη αντιαιρετική δράση, κι είχε αντιταχθεί στους Χιλιαστές, τον Τουμάζο Τουμάζου που είχε ιδρύσει την ΟΧΕΝ στην Αθηένου, τον Χρίστο Σαμάρα, τον ήρωα του αχυρώνα  κ.ά.

Υπό την αιγίδα της Εκκλησίας λειτουργούσε και η ΠΕΟΝ(Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νέων) που ιδρύθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ΄, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, και από την οποίαν προήλθαν άλλα σημαντικά στελέχη της ΕΟΚΑ όπως ο Ανδρέας Κάρυος, και ο άλλος ήρωας του αχυρώνα, ο Ηλίας Παπακυριακού, ο Αρτέμος Φραντζέσκου κλπ.

Μεγάλη συνεισφορά της Εκκλησίας στον αγώνα συνιστούσε και η στήριξη και ενδυνάμωση του ηθικού των αγωνιστών. Προς τούτο είχε ιδρυθεί «Υπηρεσία Πνευματικού Ανεφοδιασμού» με υπεύθυνο τον αρχιμ. Κωνσταντίνο Λευκωσιάτη. Αυτή προμήθευε, συν τοις άλλοις, θρησκευτικού και εθνικού περιεχομένου βιβλία στους αντάρτες και στους κρατουμένους εξυψώνοντας το ηθικό τους  και προστατεύοντας τους από την ανία και την πλήξη. Μα και από τις επιστολές των αγωνιστών, των κρατουμένων και ιδιαίτερα των μελλοθανάτων φαίνεται η ευεργετική επίδραση που εξασκούσε σ’αυτούς η Εκκλησία. Έτσι ο Ιάκωβος Πατάτσος γράφοντας στη μητέρα του την προτεραία του θανάτου του λέγει ανάμεσα σ’άλλα: «Μη κλαίεις για ν’ακούσεις την αγγελική φωνή μου ,που ψάλλει Άγιος,Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε και συ μαζί μου. Ψάλλε,προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σ’ολη σου την ζωήν….».

Κι ο Ανδρέας Παναγίδης γράφοντας στα πεθερικά του από τα «προπύλαια του θανάτου», όπως σημειώνει, λέει και τα εξής: «...Ας ευχαριστήσουμε όλοι τον Θεό και ας γίνει το θέλημά του. Ίσως ο Θεός με αγάπησε από τώρα και θέλει να με πάρει κοντά του. Αργά ή γρήγορα θα δώσουμε την ψυχή μας στον Θεό, γιατί όχι τώρα;...Ο Χριστός είναι πάντα συντροφιά στα κελλιά μας. Ο Χριστός μάς γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά...». Και μόνον αυτό το ενθουσιαστικό στοιχείο που πρόσφερε στους αγωνιστές θά’ταν αρκετό για να εκτιμηθεί η μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας στον αγώνα.

γ) Πέραν όμως από τη στρατολόγηση των αγωνιστών, πέραν από την εμψύχωση και την ηθική στήριξη τους αλλά και πέραν από την καθοδήγηση ολόκληρου του Κυπριακού λαού, η εμπλοκή της Εκκλησίας στον τιτάνιο εκείνο αγώνα ήταν και πρακτική και άμεση. Οι υπηρεσίες της υπήρξαν κυρίως υπηρεσίες πράξεων. Πολλών και ποικίλων, χωρίς τέλος πράξεων. Γράφει χαρακτηριστικά ο Διγενής στο «Χρονικόν» του αγώνος της ΕΟΚΑ: «Όπως εις όλους τους υπέρ ελευθερίας αγώνας του έθνους, ούτω και εις τον Κυπριακόν, η Κυπριακή Εκκλησία εστάθη εις το ύψος της εθνικής αποστολής της και εβοήθησε κατά τρόπον αντάξιον προς τας παραδόσεις της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον σκληρόν τετραετή αγώνα. Η συμμετοχή του Κυπριακού κλήρου εις αυτόν υπήρξε καθολική και ανεπιφύλακτος, κατ’αυτόν δε εδοξάσθη άπαξ έτι το τιμημένο ράσον. Η συμβολή των κληρικών δεν περιορίσθη μόνον εις βοηθητικάς υπηρεσίας , αλλά πλείστοι τούτων συμμετέσχον ενεργώς εις τον αγώνα, λαμβάνοντες μέρος εις ενέδρας και ενόπλους συγκρούσεις μετά του αντιπάλου....»

Τη σημασία της ενεργού ανάμιξης του Κλήρου τονίζει και η αντίδραση του εχθρού: Προσπάθησε αμέσως να εξοντώσει τους επί κεφαλής. Η σύλληψη και η εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, και του Μητροπολίτου Κυρηνείας Κυπριανού, καθώς και του Παπασταύρου Παπαγαθαγγέλου, οι περιορισμοί που επέβαλλαν συχνά στον τότε εθναρχεύοντα Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο και τον Χωρεπίσκοπο Σαλαμίνος Γεννάδιο, καθώς και η σύλληψη άλλων σημαινόντων κληρικών, σ’αυτό αποσκοπούσε: Στη διάλυση του αγώνα. Ήταν εφαρμογή του «κτυπήστε την κεφαλή για να παραλύσει το σώμα».

Τα Μοναστήρια, από την άλλη, είχαν καταστεί τα καταφύγια των ανταρτών. Πολλοί από τους μοναχούς είχαν γίνει οι αγγελιαφόροι, τροφοδότες, φρουροί, οδηγοί των ορεινών ομάδων. Αναφέρω, και πάλιν ενδεικτικά, την Ιερά Μονή Μαχαιρά και τις υπηρεσίες που προσέφερε σε πολλούς αγωνιστές, ιδιαίτερα όμως στον Γρηγόρη Αυξεντίου ο οποίος με την μοναδική θυσία του ανταπέδωσε στο μυριοπλάσιο τις υπηρεσίες της Μονής. Την κατέστησε παγκόσμιο προσκύνημα. Το όνομά του μετέφερε την αίγλη της Μονής στα πέρατα του κόσμου.

Μα και η Μονή του Κύκκου δεν υστέρησε σε προσφορά στον αγώνα. Πέραν από την οικονομική στήριξη του αγώνα (ως γνωστόν το οικονομικό βάρος του αγώνα, την αγορά οπλισμού αλλά και τη βοήθεια προς τα θύματα και τα εξαρτώμενα των νεκρών του αγώνα ανέλαβαν κατά κύριο λόγο η Αρχιεπισκοπή και η Μονή Κύκκου, που είχαν και τη δυνατότητα), ανεκτίμητες ήταν οι υπηρεσίες της Μονής ως καταφυγίου των αγωνιστών. Γράφει  ο Διγενής: «...Αύτη προσέφερεν εις εμέ προσωπικώς και τας εκεί ανταρτικάς ομάδας, επί μήνας,τροφήν, καταφύγιον το δε προσωπικόν της συνδέσμους και πληροφοριοδότας..»

Η Μονή του Αγίου Νεοφύτου φιλοξένησε και απέκρυψε πολλάκις τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, την ομάδα του Χρίστου Κκέλη και άλλους αγωνιστές της περιοχής Πάφου. Με τους δοκίμους της, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος, τροφοδοτούσε τις ομάδες των αγωνιστών στα γύρω χωριά.

Κάνω μνείαν και μιας ειδικής αναφοράς του Διγενή για την Ιερά Μονή Τροοδιτίσσης : «Όταν εφθάσαμεν την 13ην/06/1956 παρά την Μονήν Τροοδιτίσσης, κατάκοποι από συνεχή εξαήμερον αγώνα διολισθήσεως, εστερημένοι τροφής, και απέστειλα εις τον Ηγούμενον αυτής τον Αντώνιον Γεωργιάδην, ούτος τον εδέχθη με ενθουσιασμόν, καίτοι δε έξωθεν της Μονής διήρχοντο τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, μάς εφωδίασε με τροφάς και ιματισμόν, ο δε μοναχός Συνέσιος ανέλαβε να μεταβή πεζή δια των ορέων, διότι διά των οδών απηγορεύετο η κυκλοφορία, μέχρι της Τριμίκλινης, ίνα με συνδέση με το εν Λευκωσία Κέντρον της Οργανώσεως».

Μα και οι άλλες Μονές, όλες οι Μητροπόλεις και όλα τα εκκλησιαστικά ιδρύματα είχαν συμβάλει τα μέγιστα στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Ιωάννης Κασίνης στο βιβλίο του «Απομνημονεύματα του αγώνα της ΕΟΚΑ», για την Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας»: «Η Ιερατική σχολή ήταν το κέντρο της ΕΟΚΑ . Εκεί έρχονταν πολλές φορές στελέχη και αντάλλασαν σκέψεις με τον διευθυντή της. Εκεί κατέφευγαν κυνηγημένοι αγωνιστές και από εκεί στέλλονταν σε ασφαλείς τόπους..» Κι αλλού γράφει: «Από την αρχή του αγώνα μέχρι τον Ιούνιο του 1956, όλα τα φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στην Κύπρο τυπώνονταν στην Ιερατική Σχολή... Η Ιερατική Σχολή δεν ήταν μόνον ο τόπος όπου τυπώνονταν οι προκηρύξεις της ΕΟΚΑ. Κοντά στη σχολή και ύστερα από υποδείξεις του διευθυντή της Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη, έγινε η κεντρική αποθήκη του οπλισμού της ΕΟΚΑ...»

Αξίζει τον κόπο να γίνει και μια φευγαλέα αναφορά σε μερικούς κληρικούς που συνέβαλαν αποφασιστικά στο έργο της ΕΟΚΑ και που γι’αυτό το λόγο διώχθηκαν και υπέφεραν από τον Άγγλο κατακτητή. Εκτός από τους στρατολόγους της ΕΟΚΑ που αναφέραμε πιο πάνω, σημαντική ήταν η συμβολή κι άλλων: Ο Κωνσταντίνος Λευκωσιάτης είχε σημαίνουσα θέση στην ΕΟΚΑ. Ο Διγενής του είχε αναθέσει την οργάνωση της υπαίθρου. Ο Ι.Κασίνης, που ως γραμματέας στην Ιερατική Σχολή τον γνώριζε πολύ καλά, γράφει γι’αυτόν: «Ήταν άνθρωπος δραστήριος κι αεικίνητος. Βοηθήθηκε πολύ τότε από τους παλιούς μαθητές του, που πολλοί ήταν ήδη ιερείς στα χωριά τους, όσο και από τους μαθητές που φοιτούσαν τότε στη Σχολή. Πολλοί αρχηγοί των ομάδων των χωριών ήταν ιερείς. Ο Κ.Λευκωσιάτης όλο τον χρόνο του, εκτός από τον διδακτικόν στη Σχολή, τον διέθετε για την Οργάνωση: μύηση νέων στελεχών, απόκρυψη οπλισμού, οργάνωση συνδέσμων για τη μεταφορά αλληλογραφίας...». Τον Μάιο του 1956 -αρχιμανδρίτης τότε, γιατί λίγο πριν την εξορία του Μακαρίου χειροτονήθηκε από αυτόν- αποφάσισε να διασπάσει τον Αγγλικό κλοιό γύρω από την κεντρική Μονή Κύκκου και να επικοινωνήσει με τον Αρχηγό, πράγμα το οποίο και πέτυχε. Στις 13/06/1956 συνελήφθη μαζί με πέντε μαθητές της Σχολής και κλείστηκε στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς. Εκεί συνέχισε τη δράση του, ενισχύοντας, διδάσκοντας, εξομολογώντας και λειτουργώντας στους συγκρατουμένους του.

Σημαντική ήταν και η προσφορά του Ηγουμένου της Μονής Κύκκου Χρυσοστόμου. Γνώριζε τα πάντα, κατά τον Κασίνη, και είτε από το Μετόχι είτε από την Κεντρική Μονή συνεισέφερε  τα μέγιστα στον αγώνα.

Ανεκτίμητες ήταν και οι υπηρεσίες του αρχιμανδρίτη Ανάργυρου Σταματόπουλου από την αδελφότητα Θεολόγων  «ΖΩΗ» που ως ιεροκήρυκας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής όργωνε κυριολεκτικά  ολόκληρη την Κύπρο, κήρυσσε, εξομολογούσε και ετοίμαζε αγωνιστές. Απελάθη από την Κύπρο τον Ιούλιο του 1955 ως «επικίνδυνος ταραξίας και υποκινητής της νεολαίας της Κύπρου εις βιαιοπραγίας» κατά  τον υφυπουργό Αποικιών Χένρι Χόπκινσον. Είχαν προηγηθεί οι απελάσεις λαϊκών θεολόγων εξ Ελλάδος, ανάμεσα στους οποίους γνωστότερος ήταν ο Λουκάς Κοκολιός.

Στις πόλεις αλλά και στα χωριά οι ιερείς ήσαν υπεύθυνοι και για τη διεξαγωγή εράνων για παροχή βοήθειας στις χήρες και στα ορφανά όσων έπεφταν στον αγώνα αλλά και στις οικογένειες των κρατουμένων και των ανταρτών. Στα σπίτια των κληρικών κατέφευγαν πολλάκις καταζητούμενοι αγωνιστές. Ο στρατηγός Γρίβας-Διγενής αναφέρει ονομαστικώς αρκετούς από αυτούς.

Πολλοί κληρικοί συνελήφθησαν, κακοποιήθηκαν, εγκλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Στην Πάφο ο νεαρός τότε διάκονος και σήμερα Ηγούμενος Χρυσορρογιατίσσης Διονύσιος κακοποιήθηκε βάναυσα από Άγγλους αστυνομικούς και Τούρκους επικουρικούς, χωρίς να αποκαλύψει οτιδήποτε. Ήταν επιφορτισμένος με την μεταφορά της αλληλογραφίας της Οργάνωσης. Ο διατελέσας αρχιμανδρίτης στην Πάφο μ.Μάξιμος Κουρσουμπάς καθώς και ο αρχιμανδρίτης Φώτιος Κωνσταντινίδης συνελήφθησαν για τη δράση τους και εγκλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο μ.Π΄΄Σάββας Στυλιανού από την Γιόλου, ο Π΄΄Θεοφύλακτος από την Θελέτρα, ο Π//Σάββας από τον Κάθηκα, ο Π΄΄Δημήτρης από τη Φιλούσα, ο Κώστας και μετέπειτα Π΄΄Κώστας Λεωνίδα, από τη Χλώρακα, ο Π΄΄Γεώργιος από την Παναγιά κι άλλοι πολλοί είχαν συλληφθεί και εγκλειστεί στα κρατητήρια για την εθνική δράση τους. Εντύπωση ιδιαίτερη μού είχε προξενήσει ο θάνατος του Π΄΄Αθανασίου Κωνσταντίνου από την γειτονική προς τη γενέτειρα μου, Τύμπου, που συνέβη την ημέρα της απόλυσής του από τα κρατητήρια. Δεν άντεξε στα φρικτά και παρατεταμένα βασανιστήρια κι επειδή οι Άγγλοι δεν ήθελαν να πεθάνει στα κρατητήρια υπέγραψαν προηγουμένως την απόλυσή του. Ήταν όμως αργά...

Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία της Κύπρου που σε καιρούς κατακλυσμών στάθηκε η κιβωτός της σωτηρίας του λαού μας,  η καταφυγή και το στήριγμα στους κινδύνους, έγινε και το δόρυ και η εμπροσθοφυλακή και ο καθοδηγητής στον εθνικό απελευθερωτικό μας αγώνα. Κι όχι τυχαία ή ανεξήγητα. Την αποστολή της Εκκλησίας μας την καθορίζει η παράδοση. Μια παράδοση είκοσι αιώνων που μαρτυρεί ότι αυτή δεν ηγείται μόνον πνευματικά του Εκκλησιαστικού πληρώματος αλλά και πρωταγωνιστεί, ταυτόχρονα, στους αγώνες του λαού για την ελευθερία και την εθνική του αποκατάσταση.

Τέσσερα χρόνια ηρωικού αγώνα και αντίστασης υπήρξαν, ίσως, τα λαμπρότερα της Ιστορίας της μαρτυρικής πατρίδας μας. Η διψασμένη για ελευθερίαν Κυπριακή γη δέχτηκε άφθονο Κυπριακό αίμα. Κι αν τα αποτελέσματα του επικού εκείνου αγώνα δεν ήταν τα αναμενόμενα, δεν φταίει ούτε ο αγώνας ούτε ο λαός μας. Άμοιροι πολιτικής παιδείας, χωρίς την στήριξη του εθνικού κέντρου και υπό την πίεση των ισχυρών της γης, συρθήκαμε στα πλοκάμια της Αγγλικής διπλωματίας και στα νύχια της Τουρκικής βουλιμίας. Είναι παγκόσμιο αξίωμα στην Ιστορία των αγώνων των λαών πως ένας απελευθερωτικός αγώνας δεν κινδυνεύει τόσο από τα κτυπήματα του αντιπάλου, όσο κινδυνεύει όταν ο αντίπαλος αρχίζει να συζητά. Οι τμηματικές παραχωρήσεις διασπούν το στρατόπεδο  των αγωνιστών υπέρ του δυνάστου. Έτσι, δυστυχώς, συνέβη και μ’εμάς. Δεν πρέπει όμως και να μηδενίζουμε ούτε και να υποτιμούμε τα αποτελέσματα  του αγώνα. Ο αγώνας εκείνος τερμάτισε την αποικιοκρατία. Κι άφησε ανοικτή την προοπτική της μελλοντικής βελτίωσης της ελευθερίας που επιτεύχθηκε.

 Δεν επιδείξαμε, δυστυχώς, τις αρετές που έπρεπε για περιφρούρηση και ολοκλήρωση αυτής της ελευθερίας. Ο Έλληνας ενώ ξέρει να γίνεται ολοκαύτωμα στον πόλεμο για την υπεράσπιση της γης, του την περιφρούρηση, ή την ανάκτηση της ελευθερίας του, δεν ξέρει, ακόμα, να διαφυλάττει, σε καιρούς ειρήνης, ό,τι πέτυχε και να ολοκληρώνει τα επιτεύγματά του. Εμφιλοχωρεί μέσα του η διχόνοια και καταστρέφει ,πολλές φορές, όσα με τόσες θυσίες και τόσους αγώνες πέτυχε.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ συνιστά, ωστόσο, για μας τους Έλληνες Κυπρίους, ό,τι ωραιότερο και ό,τι υψηλότερο έχουμε επιδείξει σε όλη τη μακρά Ιστορία μας. Σ’αυτόν θα βρούμε τα στέρεα βάθρα και του σημερινού μας αγώνα, που με αγωνία αναζητούμε. Μέσα στις τραγικές και κρίσιμες για το μέλλον του τόπου μας συνθήκες, προβάλλει για όλους μας επιτακτικά το χρέος να αναβαπτισθούμε στο πνεύμα της θυσίας εκείνου του αγώνα, να αντλήσουμε πίστη και δύναμη για την πάρα πέρα πορεία μας, για τη δικαίωση του αγώνα μας. Όπως πιστεύουμε και διακηρύσσουμε ότι η ελευθερία δεν δωρίζεται αλλά κατακτάται, έτσι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το μέλλον δεν προσφέρεται αλλά διαγράφεται από τον κάθε λαό. Κι εδώ έγκειται η ευθύνη μας.

Από τον Ονήσιλλο και τον Ευαγόρα ως τον άγιο Δημητριανό και το Νεόφυτο τον Έγκλειστο, και μέχρι τη Μαρία τη Συγκλητική, τον εθνομάρτυρα  Κυπριανό και τον Νικόδημο Μυλωνά, τον Αυξεντίου και τον Μάτση, αναρίθμητοι είναι οι  Έλληνες ήρωες και μάρτυρες, κληρικοί και λαϊκοί που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του ελληνισμού της Κύπρου. Η αλυσίδα αυτή άντεξε τρισήμισυ χιλιάδες χρόνια. Οφείλουμε να μην παραμελήσουμε την ποιότητα του ευγενούς μετάλλου της. Να μην το νοθεύσουμε με ξένες προσμίξεις που αναγκαστικά θα προκαλέσουν σκούριασμα και κόπωση σ’αυτό. Από μας σήμερα, τη σημερινή γενιά των Ελλήνων της Κύπρου, που απέχει μόνο μια γενιά από τους ημιθέους του έπους του’55, πολλοί από τους οποίους ζουν και μας παρακολουθούν, από τη διάθεσή μας για αγώνα, εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνισμού στην Κύπρο, όχι μόνον για άλλα τρισήμισυ χιλιάδες χρόνια, αλλά μέχρι τη συντέλεια των αιώνων.

Δεκατέσσερις αιώνες πριν τον Χριστό, η Κύπρος ήταν ελληνική. Και έκτοτε, από τα πανάρχαια χρόνια, αγωνίζεται να κρατήσει την ελληνική της ψυχή μέσα στα αλλεπάλληλα κύματα των βαρβάρων που ξέσπαζαν πότε από τα βάθη της Ανατολής με την άγρια δίψα του φόνου και της αρπαγής και πότε από τη Δύση, με τις ίδιες αφελληνιστικές διαθέσεις , που κάποτε καλύπτονταν, είτε με το δόλωμα του εμπορίου,είτε και με το έμβλημα του Σταυρού.

Αφότου η Κύπρος δέχτηκε τον Χριστιανισμό, πρωτοπόρος των Κυπριακών αγώνων υπήρξε πάντοτε η Κυπριακή Εκκλησία. Αυτή ένωσε τους Έλληνες της Κύπρου, μεταξύ τους με αρραγείς , ακατάλυτους δεσμούς. Κι είναι δόξα της αδιαφιλονίκητη ότι σ’όλους τους δύσκολους καιρούς, στους πολλούς και ασέληνους αιώνες της δουλείας, στάθηκε η αληθινή κιβωτός της εθνικής ψυχής. Αυτή συντήρησε μέχρι σήμερα τον Κυπριακό Ελληνισμό και τον προστάτεψε από όλους τους φοβερούς ανέμους που τον απειλούσαν. Κρατώντας στους ώμους τον σταυρό του εθνικού μαρτυρίου και προκινδυνεύοντας υπέρ της ελευθερίας της δούλης πατρίδος, δεν δίστασε η Κυπριακή Εκκλησία να προσφέρει, ως θυσία, τα τέκνα της, κληρικούς και λαϊκούς. Φορέας και προασπιστής των αξιών της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας δεν μπορούσε να συναινέσει με κανένα τρόπο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες στη δουλεία των τέκνων της. Κι αν η ανάμειξη της στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ ήταν άμεση και καθοριστική, δεν μπορεί ούτε και σήμερα, παρά την ύπαρξη υπεύθυνης κυβέρνησης, οργανωμένων θεσμών και δομημένου κράτους, στις δύσκολες συνθήκες κατοχής και μπροστά στο διαφαινόμενο δυσκολότερο μέλλον, να σιγήσει. Μέχρις ότου το εθνικό μας πρόβλημα βρει δικαίωση και επομένως ,οριστική λύση, η Εκκλησία δεν μπορεί ν απαρνηθεί την Εθναρχική της αποστολή και ιδιότητα. Και μ’αυτή την ιδιότητα θα συνεργάζεται και θα βοηθεί, ενίοτε και θα ελέγχει και θα καυτηριάζει την εκάστοτε νόμιμη κυβέρνηση με στόχο την εξασφάλιση της επιβίωσης, της ελευθερίας και της δικαίωσης του Κυπριακού ελληνισμού. Οι καθημερινές επισημάνσεις της έχουν στόχο να κρατήσουν το εθνικό αισθητήριο σε εγρήγορση και να επισημαίνουν τους ελλοχεύοντες κινδύνους.

Καιρός, όμως, να τελειώνω. Καταχράστηκα, ήδη, τον χρόνο σας. Και θα’θελα πρώτα να υποκλιθώ στους παρόντες αγωνιστές του έπους του’55 και να αποτίσω φόρο τιμής προς τους ηρωικούς πεσόντας ή ειρηνικώς προαπελθόντας. Και ύστερα να διαβεβαιώσω όλους ότι η Εκκλησία, μακριά από σωβινισμούς και ηρωικές μωρίες, αλλά και μακριά από αδικαιολόγητη δειλία και ηττοπάθεια, θα παραμείνει στις επάλξεις των εθνικών αγώνων μέχρι την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων, μέχρι την απελευθέρωση της πατρίδος μας και την επικράτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλο το γηγενή πληθυσμό της.

Τελειώνω με δυο σύντομες αναφορές δυο κορυφαίων πνευματικών ανθρώπων, που γράφηκαν μεν το 1959 όταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ βρισκόταν προς το τέλος του, έχουν όμως άμεση ισχύ και για τα τεκταινόμενα σήμερα.

Κακίζοντας την ανεξήγητη υποχωρητικότητα και τις εκπτώσεις στα εθνικά θέματα των τότε κυβερνώντων στην Ελλάδα, που διαπραγματεύονταν τις συμφωνίες της Ζυρίχης, η Ρόζα Ιμβριώτη διερωτάτο: «Πώς άνθρωποι που βρέθηκαν στην εξουσία για 3-4 χρόνια μπορούν να θάψουν τις νόμιμες διεκδικήσεις ενός λαού εις το διηνεκές;»  Ισχύει σε υπερθετικό βαθμό και σήμερα αυτή η επισήμανση.

Κι ο Λουκής Ακρίτας έγραφε τότε: «....εις την ψυχήν παντός Έλληνος, παντός ελευθέρου ανθρώπου, πλανάται το πένθος. Υπάρχει το πικρό αίσθημα της συνθηκολογήσεως εις ένα από τους πλέον σκληρούς και πλέον δραματικούς αγώνας ελευθερίας...» Θα πρόσθετα ότι υπάρχει, δυστυχώς, το αίσθημα του ξεπουλήματος της πατρίδος. Γι’ αυτό κι ας αγωνιστούμε. Δεν είμαστε ούτε στο παρά πέντε, ούτε στο παρά ένα. Είμαστε στο μεταίχμιο της Τουρκοποίησης της πατρίδας μας. Το χρέος είναι δικό μας.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.impaphou.org/news_article/207.aspx

 

 

εοκα πατ

ΨΑΛΛΟΝΤΑΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ,

Ο ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΕΟΚΑ

ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ

Β. Χαραλάμπους

θεολόγου

«Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σ’ όλη σου τη ζωή»,

  έγραφε στην τελευταία του επιστολή στη μητέρα του

«Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σ’ όλη σου τη ζωή», έγραφε στην τελευταία επιστολή στη μητέρα του. Αυτός ήταν ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Ιάκωβός μας. Ο Ιάκωβος Πατάτσος, ήταν από τους πρώτους ήρωες που οδηγήθηκαν στην αγχόνη, μετά τους ήρωες Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου.

Ο Ιάκωβος Πατάτσος, πολεμώντας για τη Λευτεριά της Κύπρου και την Ένωση της με την Μητέρα Ελλάδα, συνελήφθηκε σε επίθεση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό Σεραγίου στη Λευκωσία.   Μετά την αποτυχημένη εκείνη επίθεση, ο Ιάκωβος έπεσε από το ποδήλατό του, και ένας Τουρκοκύπριος αστυνομικός τον άρπαξε. Ο σύντροφος του Ιάκωβου πυροβόλησε θανάσιμα τον Τουρκοκύπριο αστυνομικό. Ο Ιάκωβος όμως για λίγο μόνο ελευθερώθηκε, γιατί κάποιοι Τουρκοκύπριοι τον συνέλαβαν.  Κατηγορήθηκε ακολούθως για την εκτέλεση του Τουρκοκυπρίου αστυνομικού, αποδεχόμενος να κατηγορηθεί εις θάνατο, αντί άλλου. Το άλλο μεγαλείο του Ιάκωβου Πατάτσου.

eoka patasos

«Επήρα την αγαπητήν σου επιστολήν με επικεφαλίδα το χριστιανικό μας σύνθημα ‘’Χαίρε’’. Ναι, αδελφέ μου, χαίρω. Ο Θεός με κάνει και χαίρω. Η συναίσθησις ότι σύντομα η ψυχή μου θα φτερουγίζει γύρω από τον ένδοξο θρόνο Του, με κάνει και χαίρω», έγραφε σε φίλο του πριν οδηγηθεί στην αγχόνη.  

«Το πνεύμα μου φτερουγίζει γύρω από τον θρόνο του Κυρίου. Θέλω να χαίρης όπως κι εγώ», «Η χαρά μου είναι μεγάλη γιατί σύντομα αι δοκιμασίαι και αι θλίψεις θα σβήσουν και τότε θα μείνη ο ‘’καρπός του Πνεύματος’’», «Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σ’ όλη σου τη ζωή», έγραφε τις τελευταίες του στιγμές από τη φυλακή στην τελευταία επιστολή στη μητέρα του, πριν οδηγηθεί στην αγχόνη.

 Ιάκωβος Πατάτσος 6n

Κι όταν πριν πολλά χρόνια, κοντά στο έτος 1985, γνώρισα τη μητέρα του στο δρόμο για την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού στην παλιά Λευκωσία, το μόνο κατόρθωμα που βρήκε να μου πει, ήταν ότι «αγαπούσε πολύ την Εκκλησία ο Ιάκωβος γιέ μου. Κάθε Κυριακή πήγαινε στην Εκκλησία.  Κοινωνούσε κάθε Κυριακή».

Κι ως τελευταία του επιθυμία, ζήτησε να χαριστούν κάπου όλα τα βιβλία του με τα εξής λόγια: «Το ξεύρω, ότι με αγαπάς και είμαι βέβαιος ότι θα χαρίσης τα βιβλία μου χωρίς να πάρης χρήματα.  Για χρήματα μη σκέπτεσαι, διότι ο Θεός θα σου στείλει ευσπλαχνικά πρόσωπα να σε βοηθήσουν». Αυτός ήταν ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Ιάκωβός μας.

Κι όταν ρώτησε τον πατέρα Αντώνιο, τον ιερέα των φυλακών, μετά που εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Αχράτων Μυστηρίων, «Όταν μας παίρνουν (στην αγχόνη) τι να ψάλλομε Ο Ιάκωβος, γνώριζε Βυζαντινή Μουσική. Κι έτσι οδεύοντας προς την αγχόνη, οι συγκρατούμενοι του τραγούδησαν μαζί του τον Εθνικό Ύμνο, έψαλλαν μαζί του το «Τη Υπερμάχω» κι ο ήρωας Ιάκωβος συνέχισε να ψάλλει «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον», «Έκστηθι φρίττων ουρανέ» και το «Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν». Αυτός ήταν ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Ιάκωβός μας.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΛΕΒΑΝΤΟΥ

 

 

eoka222
Ε. Ο. Κ. Α

Έναρξη του Αγώνα την 1η Απριλίου 1955

(Δεν ήταν Πρωταπριλιάτικο ψέμα)

      Στις 15 Ιανουαρίου 1950, η Εθναρχούσα Εκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στο οποίο ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σε ποσοστό 95,7%. Οι Άγγλοι, όμως, τήρησαν και πάλι αρνητική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1954, ο Υφυπουργός Αποικιών, Χένρυ Χόπκινσον, ανέφερε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η Κύπρος είναι περιοχή με στρατηγική αξία, και γι' αυτό ουδέποτε θα τύχει αυτοδιάθεσης. Η Ελλάδα, με αίτησή της στον Ο.Η.Ε., το 1954, ζήτησε, από τον Οργανισμό, την «Εφαρμογήν, της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών, στην περίπτωσιν του λαού της Κύπρου». Στις 17 Δεκεμβρίου 1954, η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. απέρριψε την αίτηση της Ελλάδας. Έτσι, την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε τη δράση της η Ε.Ο.Κ.Α. Όπως προανέφερα, πολιτικός αρχηγός της υπήρξε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, και Στρατιωτικός ο Γεώργιος Γρίβας, με το ψευδώνυμο Διγενής. Σκοπός της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωσή της με την Ελλάδα. Ο Αγώνας αγκαλιάστηκε απ' όλο το λαό της Κύπρου, κι ανέδειξε αγωνιστές, οι οποίοι με αυταπάρνηση προσέφεραν τη ζωή τους στην πατρίδα, είτε πέφτοντας νεκροί στα πεδία των μαχών, είτε ξεψυχώντας από τα βασανιστήρια, ή δι' απαγχονισμού.

  Ανάλογες αγωνιστικές κινητοποιήσεις κι εκδηλώσεις γινόντουσαν και στην Ελλάδα, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα λειτούργησε σχέδιο αποστολής όπλων, στην Κύπρο, με επιβατικά πλοία της γραμμής Πειραιά-Λεμεσού. Άλλα όπλα έφταναν με το ταχυδρομείο της Πάφου, μα κι αλλιώς. Στις 29 Ιανουαρίου 1956, ο οπλισμός της Ε.Ο.Κ.Α. εμπλουτίστηκε με 800 περίπου κυνηγετικά όπλα Ελληνοκυπρίων, τα οποία πήραν, απ' αυτούς, μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο βρίσκονταν όπλα, ήταν οι επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και από νεκρούς Άγγλους στρατιώτες. Μερικά όπλα ήταν ντόπιας κατασκευής, φτιαγμένα σε ειδικά εργαστήρια, στα οποία κατασκευάζονταν, επίσης, ωρολογιακές βόμβες, νάρκες και άλλο πολεμικό υλικό. Στις 9/3/1956, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, από το οποίο θα μετέβαινε στην Αθήνα, για συνομιλίες με την Ελληνική Κυβέρνηση.

Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν και οι Κύπριοι: Μητροπολίτης Κερύνειας, Παπασταύρος Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπος Ιωαννίδης. Και οι τέσσερις εξορίστηκαν στις Σεϋχέλλες. Στις 10 Μαΐου 1956, οι: Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου απαγχονίστηκαν στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, για τη δράση τους, ως μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Ενταφιάστηκαν στις κεντρικές φυλακές. Στον ίδιο χώρο, αργότερα, θα ταφούν άλλα έντεκα μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Στις 9 Αυγούστου 1956 απαγχονίζονται τρία, ακόμα, μέλη της, οι: Ανδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαήλ και Ιάκωβος Πατάτσος. Άλλοι τρεις αγωνιστές απαγχονίζονται στις 21 Σεπτεμβρίου, οι: Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ανδρέας Παναγίδης και Στέλιος Μαυρομάτης. Ακολούθησε η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου (3 Μαρτίου 1957), στη μονή Μαχαιρά, όταν οι Άγγλοι έριξαν βενζίνη κι εμπρηστικές βόμβες στο κρησφυγετό του, οπότε ο ήρωας έγινε ολοκαύτωμα. Ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957 απαγχονίστηκε και ο 19χρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στις 22/10/1957, ο Χάρντινγκ υπέβαλε την παραίτησή του, κι αναχώρησε από την Κύπρο στις 4/11. Στις 3/12 ανέλαβε τα καθήκοντα του ο νέος Κυβερνήτης, Σερ Χιου Φουτ. Στις 5/7/58, οι Άγγλοι συνέλαβαν ένα παιδί, στο χωριό Αυγόρου, και πυροβόλησαν εναντίον των αμάχων του χωριού. Φονεύθηκαν οι: Παναγιώτης Ζαχαρία και Λουκία Παπαγεωργίου, έγκυος και μητέρα έξι παιδιών. Στις 2/9/1958, στο Λιοπέτρι, Άγγλοι στρατιώτες περικύκλωσαν τέσσερις αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. Οι: Ανδρέας Κάρυος, Φώτης Πίττας, Ηλίας Παπακυριακού και Χρίστος Σαμαράς, έπεσαν νεκροί. Στις 19 Νοεμβρίου 1958, οι Άγγλοι σκότωσαν και τον Κυριάκο Μάτση, στο Κάτω Δίκωμο. 


Συνολικά, από τους Άγγλους σκοτώθηκαν:

Γρηγόριος Αυξεντίου - Μάρκος Δράκος - Πέτρος Γιαλλούρος -Ανδρέας Κάρυος - Γεώργιος Κάρυος - Στυλιανός Λένας - Κυριάκος Μάτσης - Χαράλαμπος Μούσκος - Ηλίας Παπακυριακού - Φώτιος Πίττας - Χρήστος Σαμάρας.

Κύπριοι απαγχονισθέντες υπό των Άγγλων:

Μιχαήλ Καραολής, ετών 23, 10-5-56.
Ανδρέας Δημητρίου, ετών 22, 10-5-56.
Ανδρέας Ζάχος, ετών 24, 9-8-56.
Ιάκωβος Πατάτσος, ετών 22, 9-8-56.
Χαρίλαος Μιχαήλ, ετών 22, 9-8-56.
Μιχαήλ Κουτσόφτας, ετών 22, 21-9-56.
Στέλιος Μαυρομάτης, ετών 20, 21-9-56.
Ανδρέας Παναγίδης, ετών 22, 21-9-56.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ετών 19, 13-3-57.

eoka3

ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955 
 

Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μάς κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: «‘Η τάν ή επί τάς».

Αδελφοί Κύπριοι,
Από τα βάθη των αιώνων μάς ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν Ιστορίαν διά να διατηρήσουν τήν ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι τού Λεωνίδα και οι νεώτεροι τού Αλβανικού έπους. Μάς ατενίζουν οι αγωνισταί τού 1821, οι οποίοι και μάς εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μάς ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μάς παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν. ‘Ας απαντήσωμεν με έργα, ότι θά γίνωμεν «πολλώ κάρρονες» τούτων. 

Είναι καιρός να δείξωμεν εις τον κόσμον, ότι εάν η διεθνής διπλωματία είναι άδικος και εν πολλοίς άνανδρος, η Κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Εάν οι δυνάσται μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να την διεκδικήσωμεν με τα ίδια μας τα χέρια και με το αίμα μας. Ας δείξωμεν εις τον κόσμον ακόμη μιά φορά ότι και τού σημερινού Έλληνος «ο τράχηλος ζυγόν δέν υπομένει». Ο αγών θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμόν. Ημείς διαθέτομεν τήν ψυχήν, έχομεν και το δίκαιον με το μέρος μας. Γι’ αυτό και θα νικήσωμεν.

Διεθνείς διπλωμάται, ατενίσατε το έργον σας. Είναι αίσχος εν εικοστώ αιώνι, οι λαοί να χύνουν το αίμα των διά να αποκτήσουν την λευτεριά των, το θείον αυτό δώρον, για το οποίον και εμείς επολεμήσαμεν παρά τό πλευρόν των λαών σας, και για το οποίον σείς τουλάχιστον διατείνεσθε ότι επολεμήσατε εναντίον τού ναζισμού και τού φασισμού.

Έλληνες, όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνήν μας: Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας.

afxentiou 2

Πρώτο θύμα του Αγώνα, σκοτωμένος σε ατύχημα, καθώς προσπαθούσε, τα μεσάνυκτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955, να βοηθήσει τον Ανδρέα Κάρυο να προκαλέσει βραχυκύκλωμα, λίγο έξω από το Αυγόρου, για να συσκοτισθεί η Αμμόχωστος την ώρα που θα ρίχνονταν οι πρώτες βόμβες της Ε.Ο.Κ.Α., υπήρξε ο Μόδεστος Παντελή. Γεννήθηκε στο χωριό Λιοπέτρι, της επαρχίας Αμμοχώστου, στις 16 Δεκεμβρίου 1923.

afxentiou

Με τη σειρά μου, στον ποιητή κι αγωνιστή Ευαγόρα Παλληκαρίδη και σ' όλους τους ήρωες οι οποίοι θυσιάστηκαν για τη Λευτεριά της Κύπρου μας από την Αγγλοκρατία, αφιερώνω το ποίημά μου:

ΠΟΡΕΙΑ


Φορώντας τ' άρματα του Δίκιου

πάλεψες για τη Λευτεριά.

Με τα τσαπράζια των Ιδανικών σου πολέμησες.

Ξυπόλυτα όνειρα -μικρά, αθώα παιδιά,

μόρτες τ' "ανέφικτου"- σ' άνοιγαν δρόμο.

Πέταξες στο φως μ' ανοιχτά φτερούγια,

να κυνηγήσεις τ' "άπιαστο" ως τα περβόλια του Ήλιου. 

Εκεί που δάκρυα έχουν μόνο οι κρίνοι

και πεπτωκότες άγγελοι.

Νίκος Μπατσικανής, συγγραφέας - ποιητής.

Μελετητής Ελληνικής Γλώσσας & Ιστορίας.

 
eoka4 
Η 1η Απριλίου 1955

Ο αγώνας εκράγηκε στις 0.30΄ το πρωί της lης Απριλίου 1955, ξημερώματα Παρασκευής. Η Κύπρος μετατράπηκε ξαφνικά σε ένα κοχλάζον ηφαίστειο που με τη φωτιά του καταύγαζε τον κόσμο και με τις υποχθόνιες δονήσεις του έσειε τα θεμέλια της γης. 'Ήταν απίστευτο. Ο εχθρός αλαφιάστηκε. Ο λαός ένιωσε να του θερμαίνει την καρδιά η άγια φωτιά. Η νιότη πυρπολήθηκε. Τα λάβαρα των αιώνων υψώθηκαν στα κάστρα. Ολόκληρο το νησί έγινε μια απέραντη γαλανόλευκη σημαία. Κι η μπαρουτοκαπνισμένη ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε από τα πολεμικά τροπάρια του Γένους και τα εμβατήρια του ξεσηκωμού.

Το έθνος ξύπνησε, έστησε αυτί κατά το νότο, η μνήμη της Αγίας Λαύρας φύσηξε σαν πνοή ζωογόνα για να φλογίσει την Ψυχή και να Θεριέψει το εθνικό όνειρο. Εκείνη την πρώτη νύχτα χτύπησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου με την ομάδα των Αμμοχωστιανών στη Δεκέλεια. με αποστολή να προκαλέσουν διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και συσκότιση σ' όλο το νησί. Ο Μάρκος Δράκος με την ομάδα "Αστραπή" ανατίναξαν το Ραδιοφωνικό σταθμό. Άλλες ομάδες ανάλαβαν αποστολές σε προκαθορισμένα σημεία σε διάφορες περιοχές. Την αφετηρία της ιστορίας της δόξας, οριοθέτησε με τη θυσία του ο πρώτος νεκρός. Ο Μόδεστος Παντελή. Ο ήρωας πέθανε από ηλεκτροπληξία ενώ επιχειρούσε να καταστρέψει τα ηλεκτροφόρα Καλώδια. Χρησιμοποίησε σχοινί που είχε υγρανθεί από τη νυχτερινή ανοιξιάτικη νοτιά. Την 1η Απριλίου 1955, η Κύπρος ξύπνησε αναστατωμένη πριν να ροδίσει η αυγή. βγήκε στους δρόμους απορώντας. Το μυστικό της το αποκάλυψε ο Αυγερινός της ελευθερίας που μεσουράνησε μετά τις πρώτες εκρήξεις. Η πατρίδα φόρεσε τα γιορτινά της κι έκανε το σταυρό της. Το πανηγύρι του αγώνα άρχιζε. Ο άγγελος του λυτρωμού φτεροκοπούσε και μετέδιδε από πόρτα σε πόρτα το άγγελμα του ξεσηκωμού. Κι ο Διγενής κυκλοφορούσε την προκήρυξή του.


eoka35 
ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955 


ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ 

Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μάς κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: "'Η τάν ή επί τάς".

Αδελφοί Κύπριοι, 
Από τα βάθη των αιώνων μάς ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν Ιστορίαν διά να διατηρήσουν τήν ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι τού Λεωνίδα και οι νεώτεροι τού Αλβανικού έπους. Μάς ατενίζουν οι αγωνισταί τού 1821, οι οποίοι και μάς εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μάς ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μάς παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν. 'Ας απαντήσωμεν με έργα, ότι θά γίνωμεν "πολλώ κάρρονες" τούτων. 

Είναι καιρός να δείξωμεν εις τον κόσμον, ότι εάν η διεθνής διπλωματία είναι άδικος και εν πολλοίς άνανδρος, η Κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Εάν οι δυνάσται μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να την διεκδικήσωμεν με τα ίδια μας τα χέρια και με το αίμα μας. Ας δείξωμεν εις τον κόσμον ακόμη μιά φορά ότι και τού σημερινού Έλληνος "ο τράχηλος ζυγόν δέν υπομένει". Ο αγών θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμόν. Ημείς διαθέτομεν τήν ψυχήν, έχομεν και το δίκαιον με το μέρος μας. Γι' αυτό και θα νικήσωμεν. 

Διεθνείς διπλωμάται, ατενίσατε το έργον σας. Είναι αίσχος εν εικοστώ αιώνι, οι λαοί να χύνουν το αίμα των διά να αποκτήσουν την λευτεριά των, το θείον αυτό δώρον, για το οποίον και εμείς επολεμήσαμεν παρά τό πλευρόν των λαών σας, και για το οποίον σείς τουλάχιστον διατείνεσθε ότι επολεμήσατε εναντίον τού ναζισμού και τού φασισμού. 

Έλληνες, όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνήν μας: Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας. 

eoka33
Ε.Ο.Κ.Α
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ

    Αρχικά η ΕΟΚΑ ιδρύθηκε με σκοπό τη διενέργεια μικρής εκτάσεως στρατιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως δε ενεργειών δολιοφθοράς σε άψυχους αγγλικούς στόχους στην Κύπρο, για δημιουργία θορύβου που ενδεχομένως θα υποβοηθούσε τις πολιτικές ενέργειες του αρχιεπισκόπου Μακαρίου για τη λύση του Κυπριακού ζητήματος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στους αρχικούς σκοπούς της ΕΟΚΑ δεν περιλαμβανόταν το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, πράγμα που δεν αναφερόταν ούτε στην πρώτη προκήρυξη του Γρίβα που κυκλοφόρησε την 1/4/1955, μέρα έναρξης του ένοπλου αγώνα. Και τούτο, γιατί οι πολιτικοί χειρισμοί ανήκαν στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον οποίο ο Γρίβας αναγνώριζε αρχικά ως ανώτερο του και ως τον άνθρωπο εκείνο ο οποίος του ενεπιστεύθη την διεξαγωγή του αγώνος ( Η τρομοκρατία εν Κύπρω - Το ημερολόγιον του Γρίβα, έκδοση 1957 από τους Άγγλους του ανευρεθέντος ημερολογίου, καταχώρηση ημερ. 2/4/1955). 

Στη συνέχεια όμως, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων του αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον κυβερνήτη Χάρτιγκ (τέλος 1955 - αρχές 1956), της εξορίας του πρώτου από τον δεύτερο (9/3/1956) και των μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων του Χάρτιγκ κατά της ΕΟΚΑ, η οργάνωση ξέφυγε από τις αρχικές δραστηριότητές της (δολιοφθορές) και ανταπέδωσε τα πλήγματα, αναγκασμένη πια να αναμετρηθεί με τους Βρετανούς. Ο ίδιος ο Γρίβας (Απομνημονεύματα/ διαχωρίζει τον τετραετή αγώνα της ΕΟΚΑ στις ακόλουθες φάσεις:

α) Από την έναρξή του μέχρι την άφιξη του Χάρτιyκ (1/4/1955 - 3/10/1955).
β) Από την άφιξη του Χάρτιγκ μέχρι την εξορία του Μακαρίου (3/10/1955 - 9/3/1956).
γ) Από την εξορία του Μακαρίου μέχρι την πρώτη εκεχειρία (9/3/1956 - 16/8/1956).
δ) Από την πρώτη μέχρι την δεύτερη εκεχειρία ( 17/8/1956 - 14/3/1957).
ε) Από τη δεύτερη εκεχειρία μέχρι την αντικατάσταση του Χάρτιγκ (15/3/1957 - 6/11/1957).
στ) Από την αναχώρηση του Χάρτιγκ μέχρι την ανακοίνωση του σχεδίου Μακμίλλαν (7/11/1951 - 19/7/1958).
ζ) Από την ανακοίνωση του σχεδίου μέχρι τη συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ (20/7/1958 - 25/11/1958).
η) Από την συζήτηση στον ΟΗΕ μέχρι την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου (25/11/1958- 19/2/1959). 

εοκα23

Κατά την πρώτη φάση, η δράση της ΕΟΚΑ ήταν κυρίως δολιοφθορές, μια απόπειρα κατά της ζωής του Άγγλου κυβερνήτη και σποραδικές επιθέσεις, ταυτόχρονα δε διαδηλώσεις και παναπεργίες.

Κατά τη δεύτερη φάση, στήνονται ενέδρες και διεξάγεται η μεγάλη μάχη στην περιοχή του χωριού Σπήλια, συνεχίζονται οι δολιοφθορές, οργανώνεται η νεολαία και αναδιοργανώνεται η ΕΟΚΑ. 

Κατά την τρίτη φάση, εφαρμόζονται μεγάλης κλίμακας τρομοκρατικά μέτρα του αγγλικού στρατού και επιχειρήσεις του Χάρτιγκ κατά της ΕΟΚΑ, κυρίως στην περιοχή Κύκκου. Η ΕΟΚΑ αντεπιτίθεται, γίνεται ακόμη και απόπειρα κατά του Χάρτιγκ, ενώ φθάνει στην Κύπρο ο συνταγματολόγος λόρδος Ράντκλιφ που αποτυγχάνει να προωθήσει την ιδέα εφαρμογής ενός συντάγματος. Μαζική συμμετοχή του λαού σε διαδηλώσεις και παναπεργίες.

Κατά την τέταρτη φάση, η ΕΟΚΑ επαναλαμβάνει τις επιθέσεις της μετά την αποτυχία της προσπάθειας για εκεχειρία. Δημοσιεύεται από τους Βρετανούς το ημερολόγιο του Γρίβα που ανευρέθη και το οποίο, μεταξύ άλλων, ενοχοποιούσε και τον Μακάριο. Η Κύπρος χρησιμοποιείται ως ορμητήριο των Αγγλογάλλων κατά της Αιγύπτου (εισβολή στο Σουέζ). Η ΕΟΚΑ προπαρασκευάζεται για μακρόχρονη δράση. Οι επιθέσεις των Άγγλων και οι αντεπιθέσεις της ΕΟΚΑ συνεχίζονται. Οι Τουρκοκύπριοι αρχίζουν να προβάλλουν έντονα το αίτημα για διχοτόμηση της Κύπρου. Σε μάχες σκοτώνονται ο Μάρκος Δράκος, ο Μιχαήλ Γεωργάλλας και ο Γρηγόρης Αυξεντίου. 

Κατά την πέμπτη φάση, αρχίζει η παθητική αντίσταση του λαού. Η ΕΟΚΑ περιορίζει τη δράση της προκειμένου να δημιουργηθεί ευνοϊκό κλίμα για απελευθέρωση του Μακαρίου που κρατείται στις Σεϋχέλλες. Ο Μακάριος απελευθερώνεται. Αναπτύσσεται στην Κύπρο δράση εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων που συνεργάζονται με τους Βρετανούς.

Κατά την έκτη φάση, η δράση της ΕΟΚΑ περιορίζεται και πάλι, κυρίως σε ενέργειες δολιοφθορών. Στην Κύπρο αναλαμβάνει νέος κυβερνήτης ο σερ Χιού Φούτ, που ζητά να συναντηθεί με τον Γρίβα. Το Κυπριακό ζήτημα συζητείται σε πολλά παρασκηνιακά επίπεδα. Εκδηλώνεται μεγάλης κλίμακας οργανωμένη επίθεση των Τουρκοκυπρίων κατά των Ελληνοκυπρίων και των περιουσιών τους. H ΕΟΚΑ επαναρχίζει την δράση της, ενώ επαναρχίζουν και οι μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις των Βρετανών κατά της ΕΟΚΑ.

afxent 3

Κατά την έβδομη φάση, συνεχίζονται οι επιθέσεις των Τουρκοκυπρίων, τους οποίους τώρα κτυπά η ΕΟΚΑ. Οι Άγγλοι κατορθώνουν να δημιουργήσουν στην Κύπρο συνθήκες διακοινοτικής διαμάχης. Σε μάχη σκοτώνονται οι τέσσερις ήρωες του αχυρώνα του Λιοπετρίου. Η ΕΟΚΑ διενεργεί μεγάλες επιθέσεις κατά των Βρετανών. Στο Δίκωμο σκοτώνεται ο Κυριάκος Μάτσης. Αρχίζει η διαφωνία ως προς το πολιτικό μέλλον της Κύπρου, μεταξύ Μακαρίου και Γρίβα.

Κατά την όγδοη και τελευταία φάση του αγώνα, η ΕΟΚΑ περιορίζει τη δράση της, όπως την περιορίζουν και οι Βρετανοί και οι Τούρκοι. Οι παρασκηνιακές ζυμώσεις οδηγούν στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στη Ζυρίχη, που προσυπογράφεται προσυπογράφεται και από τους λοιπούς ενδιαφερομένους (Ελληνοκυπρίους, Τουρκοκυπρίους και Βρετανούς) στο Λονδίνο. Η Κύπρος καθίσταται πια ανεξάρτητη Δημοκρατία.
 

Ποτέ δεν θα πεθάνουνε, όσοι πέθαναν σήμερα. Και της σκλαβιάς τα σίδερα, θα σπάσουν κάποια μέρα, και θ' ακουστούν ελεύθερα, τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί...

eoka222

ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ

Από τον Καραβά Κυρήνειας. Οργανωμένος στην ΟΧΕΝ Λευκωσίας, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα στελέχη της πρωτεύουσας, σχεδιάζοντας και εκτελώντας πληθώρα επιχειρήσεων. Ο Ι. Πατάτσος είχε συμμετάσχει στο εγχείρημα δολοφονίας του Χάρντιγκ, όταν η ΕΟΚΑ τοποθέτησε ωρολογιακή βόμβα στο σπίτι του. Συνελήφθη στις 23 Απριλίου 1956, στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας, για τον φόνο του τούρκου αστυνομικού Νιχάτ Βασίφ. Τρεις μήνες αργότερα, καταδικάστηκε σε θάνατο, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί η ενοχή του, αφού δεν υπήρχαν αποδείξεις. Η ψυχική δύναμη του ήρωα, φαίνεται από τα γραπτά του, όταν γνώριζε ήδη ότι θα εκτελούνταν. Στις 24 Ιουλίου 1956, γράφει: «Αίσχος στους Άγγλους!!! Αίσχος !!! Οι Άγγλοι είναι αιμοχαρείς δυνάσται. Οι Άγγλοι είναι κτήνη. Θα τολμήσουν τα τέρατα να βάψουν ακόμη μίαν φοράν τα χέρια τους με αίμα αθώων... Όπως φαίνεται, πολύ σύντομα θα αρχίσουν οι εκτελέσεις. Ήρθε ο Ζάκος μαζί με τον Χαρίλαον. Τότε αρχίσαμε να ζητωκραυγάζομεν υπέρ της ΕΟΚΑ... Τέλος, μαζί εψάλλαμε τον Εθνικόν Ύμνον». Ο Ιάκωβος Πατάτσος, σαν γνήσιος Έλληνας της Κύπρου, βάδισε προς τον θάνατο με ψηλά το κεφάλι. Κοινώνησε από τα χέρα του ιερέα Αντωνίου Ερωτοκρίτου και έψαλε, ενώ του περνούσαν τη θηλειά στο λαιμό (όπως βεβαιώνει ο συγκρατούμενός του Χρυσ. Παναγής), το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» . Ηταν 22 χρονών ...

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ

Από τη Λινού Σολέας. Με πλούσια και πολυσχιδή δραστηριότητα. Από τους πρώτους που εντάχθηκαν στην ΕΟΚΑ και από τα σημαντικά στην περιοχή Σολέας. Απαγχονίστηκε μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο στις 9 Αυγούστου του 1956. Στην τελευταία του επιστολή, απευθύνεται στον αδελφό του Γεώργιο, παραμονή της εκτέλεσής του: «Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία.. Μόνο με την εκτέλεση θα μπορέσω να μείνω πάντα νέος και αθάνατος... Πρώτα, ή ύστερα έπρεπε να διαθέσω την ζωή μου». Τα σχόλια φαντάζουν περιττά μπροστά σε τέτοιες καταθέσεις. Ο Ανδρέας Ζάκος έδωσε τη ζωή του για Ένωση και λευτεριά. Ήταν 25 ετών...

ΜΑΡΚΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Από τη Λεύκα της βορειοδυτικής από μέρα της εξέγερσης, στο ραδιοφωνικό σταθμό Λευκωσίας, όργανα προπαγάνδας των δυναστών. Πιάστηκε μετά από τέσσερις μήνες, αιχμάλωτος (30 Ιουλίου 1955) και κλείστηκε στο μεσαιωνικό φρούριο Κυρηνείας. Έμεινε εκεί αυστηρά φρουρούμενος, για σχεδόν δύο μήνες και δραπέτευσε με μυθιστορηματικό τρόπο, μαζί με 15 συγκρατούμενους. Αναπτύσσει ένοπλη δραστηριότητα στους ορεινούς όγκους του Τροόδους και συνεργάζεται άμεσα με τον Γ. Γρίβα. Στις 15 Δεκεμβρίου 1955, τραυματίζεται σε μάχη με τους Άγγλους, μα καταφέρνει να διαφύγει, αφήνοντας πίσω έναν σύντροφό του νεκρό και δύο αιχμαλώτους. Επικηρύσσεται με το ποσό των 5.000 λιρών, αλλά συνεχίζει να επιζητεί τη σύγκρουση με τους Άγγλους αποικιοκράτες, προκαλώντας τους σημαντικές απώλειες. Τον Ιανουάριο του 1957, σε μάχη στην περιοχή Τεμπριάς, ο Μάρκος Δράκος σκοτώθηκε από ριπή πολυβόλου. «Δεν απέθανεν όμως... Ίνδαλμα ευγενές, ζει και Θα ζει πάντοτε εις την ψυχήν των Ελλήνων της Κύπρου. Αγέραστος η μορφή του, Θα πλανάται από τον τόπον της Θυσίας του... δια να υπενθυμίζει ότι ο αγών δεν έληξεν, ότι το χρέος θα εξακολουθήσει να υφίσταται, μέχρις ότου πραγματοποιηθούν οι ιεροί σκοποί...». Ο Μάρκος Δράκος ήταν 25 χρονών . Ο ανδριάντας του, στην «Πύλη Πάφου», στην Λευκωσία, θυμίζει τη θυσία του και τις υποθήκες που άφησε σε όλους μας... 

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΛΕΝΑΣ

Από τα Χαντριά, χωριό σκαρφαλωμένο στις ψηλότερες βουνοκορφές του Τροόδους. Από μικρός, εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία και το 1947, μπήκε στην ΟΧΕΝ. Στη συνέχεια, βρέθηκε για ένα χρόνο στα Δωδεκάνησα, υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης, στην « Τεχνική Σχολή Λέρου». Επιστρέφει και ανοίγει μηχανουργείο στη Λευκωσία, όμως ο νους και η ψυχή είναι ήδη δοσμένα στον αγώνα και την υπόθεση της Ενώσεως. Είναι από τα πρώτα 5 ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚΑ. Μετά το ξέσπασμα του κινήματος, καταφεύγει στον κυπριακό 'Όλυμπο, διότι οι Άγγλοι ήδη τον καταζητούσαν, έχοντας προβεί σ' επικήρυξή του. Ο Στυλιανός Λένας, εξ αιτίας των γνώσεων που είχε, ασχολήθηκε με την κατασκευή των βομβών που χρησιμοποιούσε η ΕΟΚΑ. Εντάσσεται στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου και η δράση του αποκτά γρήγορα διαστάσεις. Οι βομβιστικές του ενέργειες Θα κάνουν τους Άγγλους να τον αποκαλούν από ένα σημείο και μετά, «Κρούππ», ενώ ο Γ. Γρίβας του προσέδωσε το ψευδώνυμο «Γίγαντας». Τον Φεβρουάριο του 1957, στις μεγάλης έκτασης εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Άγγλων σε όλη την ορεινή Κύπρο, ο Στυλιανός Λένας τραυματίστηκε, αφού σκότωσε με τους μαχητές του 4 Άγγλους στρατιώτες, έξω από το χωριό Πελένδρι. Την προσπάθεια του να διαφύγει, πρόδωσαν οι κηλίδες του αίματός του, που οδηγούσαν τους διώκτες από πίσω του. Τον μετέφεραν στην αγγλική βάση Ακρωτηρίου και παρ' όλο που αιμορραγούσε ακατάσχετα, τον βασάνιζαν άγρια επί μέρες. Eτσι, σε λίγες μέρες έσβησε. Και η μητέρα του Αθηνά, θυμάται: «...τον Στυλλή μου δεν τον ξεχνώ ποτέ. Νομίζω πως κάποτε θα γυρίσει... τον φαντάζομαι να κτυπά δειλά την πόρτα μας... στέκομαι στο παραθύρι και προσμένω την ώρα την μεγάλη, που Θα εκπληρωθεί ο πόθος του παιδιού μου: η Ένωση». Ο Στυλιανός Λένας ήταν 25 χρονών... 

εοκα24

ΤΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ

 

«Είναι καιρός να καμαρώσεις για το παιδί σου. Ευρίσκεται εκεί ψηλά όπου ψάλλουν οι άγγελοι Χαίρε αγαπημένη μου μητέρα. Μη κλαίεις για να ακούσεις την αγγελική φωνή μου που ψάλλει Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε και εσύ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σε όλην σου την ζωήν». 

Ιάκωβος Πατάτσος

 

 «Δεν εκτελούμαι σαν ένας κοινός εγκληματίας, αλλά σαν ένας τιμημένος Κυπραίος. Τώρα που ξέρω ότι σε μία ημέρα θα αντικρύσω την αγχόνη, εχω διπλάσιο θάρρος από πρίν. Ο Χριστός είναι πάντα συντροφιά στα κελλιά μας. Ο Χριστός μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά. Παρακαλούμε τον Θεό να μας σώσει όχι το σώμα, αλλά την ψυχή».

Ανδρέας Παναγίδης

  

«Είμαστε Χριστιανοί και ο αντικειμενικός μας σκοπός πρέπει να είναι η Ουράνια Βασιλεία. Πεθαίνουμε απόλυτα ήρεμοι. Εζήτησα να δω μερικούς από σας, μα δεν μου επέτρεψαν. Γεια σας και ο Θεός μαζί σας». 

Ανδρέας Ζάκος

 

 «Είμαι, αγαπητέ μου αδελφέ, πολύ στενοχωρημένος που θα σε λυπήσω με τα νέα μου, αλλά αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτο ποτήριον «ου μη πιω αυτό»; Γενηθήτω το θέλημα του Παντοδυνάμου. Το Εκτελεστικόν Συμβούλιον απεφάσισεν ότι θα εκτελεσθώ».

Μιχαήλ Καραολής

  

«Δεν είναι θαύμα η εξύψωσις των ταπεινών, των χωρίς ιδανικά ανθρώπων σε αγωνιστάς; Αυτός είναι ο Έλληνας. Την λευτεριά την έχει μέσα του, την έχει στο υποσυνείδητό του, μπορεί να πει κανείς, μα σαν έλθη η κρίσιμη στιγμή, τότε ξεπετάγεται, την κάνει συνείδηση του και ζωή του, κι ο ταπεινός ο μικρόχαρος μεταβάλλεται σε μαχητή ακατάβλητο»! 

Γρηγόρης Αυξεντίου

  

Αποσπάσματα από το άρθρο:

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΩΝ

ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΤΟΥ 1955 – 1959

Κωνσταντίνου Ι. Χολέβα

εοκα22

 ΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΑΛΛAΣ

Ήταν από το Μαραθόβουνο Αμμοχώστου. Από τα εφηβικά του χρόνια, ξεχώριζε για την ευγενική του μορφή και τις ελληνοκεντρικές του ιδέες. Μαθητής ακόμα, στην έκτη τάξη του Παγκύπριου Γυμνασίου, γράψει (λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η θύελλα της ΕΟΚΑ): «Μένομεν πιστοί στην Εθναρχία μας. Εάν μας καλέσει για τον μεγάλο αγώνα, είμαστε έτοιμοι... έτοιμοι και διά Θυσίας. Ζήτω η Ενωσις». Μυείται στην οργάνωση και συμμετέχει στην ομάδα κρούσης του Γρηγόρη Αυξεντίου. 'Έπεσε νεκρός στη μάχη της Ζωοπηγής, από εχθρικές σφαίρες, στις 31 Δεκεμβρίου 1956. Ξεψυχώντας στα χέρια του αρχηγού του, ψιθύρισε: «Μάστρε μου, πεθαίνω, ζήτω η Ελλάδα». Ο Μάκης Γεωργάλλας ήταν 21 ετών.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ

Εξάδελφος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Απαγχονίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1956. Στο κύκνειο άσμα του, ένα γράμμα προς την οικογένεια του λίγες ημέρες πριν τον κρεμάσουν , λέει μεταξύ άλλων: «Δεν θέλω μοιρολόγια και Θρήνους... θέλω να ξέρετε πως ο γιος και αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, κρατώντας μέχρι τέλους τον όρκο τον ιερό που έδωσε: να θυσιαστεί για χάρη της ελευθερίας της Κύπρου». Ο Στέλιος Μαυρομμάτης «έφυγε» στα 23 του, δίνοντας και αυτός τη ζωή του για το σμίξιμο της μικρής του πατρίδας με τη μάνα Ελλάδα. 

 ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑΣ

Εργάτης απλός, χωρίς μόρφωση και υψηλή παιδεία, μα με μεγάλη ψυχή. Οι επιστολές του προς τα αγαπημένα του άτομα μέσα από τη φυλακή, είναι μνημείο παρρησίας και δύναμης ψυχής. Απαγχονίστηκε τη νύχτα της 21ης Σεπτεμβρίου μαζί με τον Στέλιο Μαυρομμάτη. Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας ήταν μόλις 20 χρονών. 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓIΔHΣ

Εργάτης, παντρεμένος και πατέρας τριών μικρών παιδιών. Είναι συγκινητική, όσο λίγα κείμενα της περιόδου, η αποχαιρετιστήρια επιστολή του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Γι' αυτό παρατίθεται στο μεγαλύτερο μέρος της: «Aξιολάτpευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, Χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω αναμεταξύ στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινήτε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν... ...Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστής και το δικό μου όνομα. Βλέπεις ότι η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη μια αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό, τι σου έφταιξα Γιαννούλα. ...'Έχετε γεια, μια και για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγος σου και ο αγαπητός σας πατέρας Ανδρέας Σ. Παναγίδης» Στις 21 Σεπτεμβρίου, ο Ανδρέας Παναγίδης, πατέρας τριών παιδιών , απαγχονιζόταν. Ήταν 22 χρονών ... 

 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Ο θρυλικός τομεάρχης της ΕΟΚΑ, ο αϊτός του Μαχαιρά. Από την κατεχόμενη σήμερα Λύση της επαρχίας Αμμοχώστου. Από τα εφηβικά του χρόνια, εκδηλώνει με τη μαθητική του δράση την παθολογική του αγάπη προς την Ελλάδα, αφήνοντας να διαφανεί από τότε τι θα επακολουθούσε. Στα 21 του, βρίσκεται στην Αθήνα και δίνει εξετάσεις στη σχολή Ευελπίδων, χωρίς επιτυχία. Μπαίνει τότε, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κορίνθου, αποφοιτεί και υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Το 1952, γυρίζει πίσω στο νησί. Μυείται στην ΕΟΚΑ και με το ξέσπασμα του αγώνα, παίρνει τα όπλα από τους πρώτους. Την 1η Απριλίου 1955, επιτίθεται με ομάδα κρούσης, στις πετρελαιοαποθήκες της αγγλικής βάσης Δεκέλειας. Συνεχίζει την ένοπλη δράση του, γινόμενος το δεξί χέρι του Γ.Γρίβα - Διγενή. Διωκόμενος από τους Άγγλους, κρύβεται σε βουνά και μοναστήρια. Σ' ένα από αυτά, την Αχειροποίητο (στην περιοχή του Πενταδάκτυλου), νυμφεύεται κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες την ως τότε μνηστή του Βασιλεία Παναγή, τον Ιούνιο του 1955. Χτυπά διαρκώς αγγλικούς στόχους στις βορινές, αλλά και τις νότιες πλαγιές του Πενταδακτύλου.

     Οι μάχες διαδέχονται η μια την άλλη: Αγύρτα, Λάπηθος, Πεδουλάς, Δευτερά. Στη μάχη των Σπηλιών, στις 11 Δεκεμβρίου 1955, οι Άγγλοι άφησαν πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Πολλά και τα κουφάρια που οι αποικιοκράτες αναγκάστηκαν να μετρήσουν στα Χανδριά, το Μάρτιο του 1956. Εκεί έπεσε ένας από τους καλύτερους πολεμιστές του Αυξεντίου, ο Χρήστος Τσιάρτας. Το Πάσχα του 1956 βρίσκει τον ήρωα ν' αναρρώνει στο ιστορικό (ιδρύθηκε το 1148) μοναστήρι του Μαχαιρά, μετά από εγχείρηση. Εκεί συνέβη και το πρωτοφανές της εμφάνισής του ενώπιον των διωκτών του, όταν πάνω από 100 Άγγλοι αξιωματικοί και στρατιώτες έζωσαν το μοναστήρι Μεταμφιεσμένος σε καλόγερο, με γενειάδα και ράσο, ο Γρηγόρης Αυξεντίου παρουσιάστηκε και συστήθηκε στον Άγγλο επικεφαλής αξιωματικό ως ο «πάτερ-Xρύσανθος».

Στις 31 Δεκεμβρίου του 1956, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κυκλώνεται μαζί με τα παλικάρια του στο χωριό Ζωοπηγή και ακολουθεί σφοδρή σύγκρουση. Ο Αυξεντίου τραυματίζεται, αλλά διαφεύγει, αφήνει όμως νεκρό πίσω, τον συναγωνιστή του Μάκη Γεωργάλλα. Την 1η Μαρτίου του 1957, οι Άγγλοι ξαναεισβάλλουν στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Υποβάλουν σ' εξαντλητική ανάκριση τον αγωγιάτη της Μονής και τον αναγκάζουν ν' αποκαλύψει ότι ο Αυξεντίου έχει κατασκευάσει καταφύγιο - κρύπτη ένα χιλιόμετρο πιο κάτω. Έτσι οι Άγγλοι, με ισχυρές δυνάμεις, οδηγούνται στο κρησφύγετο και το περικυκλώνουν. Ο άνδρας, θρύλος της ΕΟΚΑ, προαισθανόμενος το τέλος, διατάζει τους 4 μαχητές του να βγουν έξω και να παραδοθούν. Εκείνοι αρνούνται: Οι στιγμές είναι δραματικές. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ξαναπροστάζει: «εβγάτε έξω». Υπακούουν και μένει μόνος του. Ακολουθεί τιτανομαχία. Ένας Έλληνας μέσα σε μια σπηλιά, αμύνεται ηρωικά εναντίον ενός σχεδόν συντάγματος πεζικού με βαρύ οπλισμό. Οι Άγγλοι αρχίζουν να μετρούν νεκρούς. Ρίχνουν χειροβομβίδες και τραυματίζουν το παλικάρι Στέλνουν τον Αυγουστή Ευσταθίου για να τον μεταπείσει και εκείνος αποφασίζει να μείνει μέσα και να πεθάνει πλάι στον αρχηγό του. Στις εκκλήσεις των Άγγλων να παραδοθεί, Γρηγόρης Αυξεντίου απαντά: «Μολών λαβέ». Και ο Λεωνίδας ανασταινόταν πάνω στα βουνά της μαρτυρικής Κύπρου...

Περνούν δέκα ώρες. Οι σφαίρες πέφτουν σαν χαλάζι. Πάνω από 40 οι νεκροί Άγγλοι. Βρέχουν την περιοχή του σπηλαίου με βενζίνη και βάζουν φωτιά. Κόλαση πυρός. Ο Ευσταθίου επιχειρεί έξοδο και συλλαμβάνεται. Οι εμπρηστικές βόμβες των μισελλήνων του Λονδίνου, λαμπαδιάζουν τα πάνα. Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος, Κυριακή 3 Μαρτίου 1957. Ήταν 28 χρονών... 

 ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ

 Γεωργός, από το ηρωικό Λιοπέτρι της Αμμοχώστου. Έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών. Συμμετείχε στην ομάδα που οργάνωσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου και στην πρώτη επίθεση αυτής στην αγγλική βάση Δεκελείας, όπου και έπεσε. Έγινε έτσι, ο πρώτος νεκρός, ο πρώτος ήρωας του αγώνα. Ήταν 33 ετών .. 

 ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΥΟΣ

Από το χωριό Αυγόρου. Αγρότης και ηγετικό στέλεχος της Π.Ε.Κ.6, εντάσσεται στην ΕΟΚΑ, συλλαμβάνεται και κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δραπετεύει και επαναδραστηριοποιείται, για να έρθει τραγικό το τέλος, όταν οι Άγγλοι κατέκαυσαν τον αχυρώνα του Λιοπετριού (Σεπτέμβριος 1958), όπου είχαν ταμπουρωθεί αυτός και οι 3 συμμαχητές του. Από τους πλέον αγνούς ιδεολόγους, ο Ανδρέας Κάρυος υπήρξε και ποιητής. Σημειώνει κάπου, ανάμεσα στα πολλά γραπτά που άφησε: «Eίμαι αγρότης, πόσον ωραία να πέσω με σφαίρα στα στήθια, πολεμώντας για την αλήθεια, για τα συμφέροντα τα εθνικά». Αξίζει να τονιστεί η Θυσία και του αδελφού του Γεωργίου Κάρυου. Από τους πλέον δυνατούς μαχητές του αγώνα, ο τελευταίος τραυματίστηκε σε μάχη, στο χωριό Αστρομερίτης και πέθανε λίγες μέρες αργότερα. Και η οικογένεια Κάρυου, έδινε προσφορά στην πατρίδα και την ελευθερία τα δυο της παιδιά. 

ΦΩΤΗΣ ΠΗΤΤΑΣ

Δάσκαλος, από το Φρέναρος Αμμοχώστου. Από την αρχή του αγώνα, προσχωρεί στην ΕΟΚΑ. Επικεφαλής ομάδας κρούσης, προσβάλλει επιτυχώς τον αστυνομικό σταθμό Άχνας. Στις αρχές του 1957, συλλαμβάνεται. Ξυλοκοπείται και βασανίζεται ανηλεώς. Τον Μάρτιο του 1958, δραπετεύει με μυθιστορηματικό τρόπο. Θα πεθάνει τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν Θα κλειστεί στον αχυρώνα του Λιοπετριού, μαχόμενος για ώρες μαζί με τους συντρόφους του εναντίον των Άγγλων κατακτητών. Γράφει, λίγες μέρες πριν τον Θάνατό του: «Από την ίδια ύλη είναι φτιαγμένη η καρδιά της Κύπρου, από την οποία τράφηκε και η καρδιά των μαραθωνομάχων, των Σπαρτιατών, των κλεφτών του '21 και των παλικαριών του '40... Οι Θυσίες οδηγούν προς την Λευτεριά». Γι' αυτή τη λευτεριά έδωσε τη ζωή του ο Φώτης Πήττας, στα 24 του χρόνια...

 ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ

Από το χωριό Λυθράγκωμη Αμμοχώστου. Περισσότερο γνωστός ως «Μακρής», γίνεται το 1957, ο φόβος και τρόμος των Άγγλων στα χωριά της Αμμοχώστου. Τον Ιούλιο του 1958, τραυματίστηκε στο πόδι, σε συμπλοκή με Άγγλους στρατιώτες, αφού φόνευσε δύο από αυτούς. Λίγο αργότερα, σκοτώθηκε στη μάχη του Λιοπετριού. Κατόπιν πολύωρης μάχης, με δεκάδες στρατιώτες τους νεκρούς, οι Άγγλοι έριξαν από τη στέγη βενζίνη στον αχυρώνα, αναγκάζοντας τους έγκλειστους να κάνουν έξοδο Θανάτου. Ο Ηλίας Παπακυριακού ήταν 22 χρονών...

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Αγρότης και βοσκός, από το χωριό Λιοπέτρι. Από την πρώτη στιγμή του αγώνα εντάσσεται στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου και παίρνει μέρος σε αλλεπάλληλες μάχες. Καθίσταται στόχος των οργάνων της αποικιοκρατίας, γι' αυτό, λίγους μήνες κατόπιν ,εγκαταλείπει την οικογένειά του και φεύγει στο βουνό. Θυσιάστηκε και αυτός στη Θρυλική μάχη του αχυρώνα του Λιοπετριού, αντιμετωπίζοντας με τους 3 συντρόφους του πάνω από 200 Άγγλους. Ήταν 33 ετών... 

 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ

Από το Παλαιχώρι Λευκωσίας. Φοιτητής στη Γεωπονική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αρθρογραφεί στη «Μακεδονία» για τα εθνικά δίκαια του Κυπριακού Ελληνισμού. Μπαίνει στην ΕΟΚΑ, κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γ. Γρίβα και οργανώνει τις διαβιβάσεις. Συλλαμβάνεται και βασανίζεται άγρια, δίχως να ομολογήσει. Είναι αυτός που στην προσφορά του Χάρντιγκ (500.000 κυπριακές λίρες, ποσό τεράστιο για τότε, για ν' αποκαλύψει πού κρυβόταν ο Γρίβας), ανταπάντησε: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής». Τον Νοέμβριο του 1956, ο «Μιλτιάδης» αποδρά μαζί με 6 συναγωνιστές του από το στρατόπεδο κρατουμένων Κοκκινοτριμιθιάς και αναλαμβάνει δράση στην περιοχή Κυρηνείας. Στρατολογεί νέους, ενισχύει το ηθικό του λαού και μεταλαμπαδεύει τους ενωτικούς πόθους... Στις 19 Νοεμβρίου 1958, σ' εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Άγγλων, εντοπίσθηκε το κρησφύγετό του, κατόπιν προδοσίας. Εκεί, στις βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου, κάτω από το μεσαιωνικό κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, γράφτηκε το ηρωϊκό του τέλος. Πρόσταξε τους δύο άντρες του να βγουν και να παραδοθούν , ενώ ο ίδιος έμεινε και πολέμησε. Οι Άγγλοι τον σκότωσαν, ρίχνοντας στην υπόγεια κρύπτη χειροβομβίδες. Ο Κυριάκος Μάτσης ήταν 32 χρονών...

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ

Ο νεότερος σε ηλικίας μάρτυρας. Από την Τσάδα της Πάφου. Πριν ακόμα ενταχθεί στην ΕΟΚΑ, έφηβος, οργανώνει αντι βρεταννικές εκδηλώσεις στην Πάφο και κινητοποιεί τους συμμαθητές του. Πλάι στον δυναμικό Ευαγόρα, διαφαίνεται και η άλλη του πλευρά, η συναισθηματική. Γράφει ακατάσχετα. Ποιήματα που αναβλύζουν μια ευγενική μελαγχολία και παράλληλα εθνική έξαρση9. 'Όταν απαγχονίστηκαν οι Μαυρομμάτης, Παναγίδης και Κουτσόφτας, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, χωρίς να φαντάζεται πως θα έχει το ίδιο τέλος, γράφει: «Ποτέ δεν θα πεθάνουνε, όσοι πέθαναν σήμερα. Και της σκλαβιάς τα σίδερα, θα σπάσουν κάποια μέρα, και θ' ακουστούν ελεύθερα, τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί...». Το Νοέμβριο του 1955, φεύγει στο βουνό, καταζητούμενος από τους Άγγλους. Ενεργοποιείται στις ομάδες της ΕΟΚΑ στην ορεινή Πάφο. Συνελήφθη στα τέλη του 1956 και βασανίστηκε για να καταδώσει συντρόφους του. Ακολούθησε η δίκη του στη Λευκωσία, με τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη ν' αποκρίνεται στον Άγγλο δικαστή, ενώπιον αυτήκοων μαρτύρων. «Γνωρίζω ότι θα καταδικαστώ σε θάνατο. Ο, τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος που ζητά την λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος που θ' αντικρίσει την αγχόνη: Ζήτω η Ενωσις της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα. Τίποτε άλλο!!!».Οι εκκλήσεις Αθηνών και Λευκωσίας για να μην απαγχονιστεί ο νέος (προς τις δυτικές κυβερνήσεις, τον ΟΗΕ, τη βασίλισσα της Αγγλίας), μένουν αναποτελεσματικές. Έτσι, στις 13 Μαρτίου 1957, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγήθηκε στην αγχόνη. Στα 19 του χρόνια... 

Η

ιστορία των νέων της Κύπρου που θυσιάστηκαν, δεν τελειώνει εδώ. Αναφέραμε κάποιους, τους -ίσως- περισσότερο γνωστούς. Δεν χωράνε στις σελίδες ενός άρθρου, είναι αδύνατο να χωρέσουν μορφές σαν αυτές του Μιχάλη Καραολή, του Ανδρέα Δημητρίου του Χαρίλαου Μιχαήλ και δεκάδων άλλων παλικαριών που φάνηκαν αντάξιοι συνεχιστές του '21 και του '40. Ο αγώνας κράτησε και ο κυπριακός λαός άντεξε, χάρη στις ηρωικές Θυσίες των παιδιών του. Η συνεισφορά της Εκκλησίας στην τιτάνια προσπάθεια ήταν καθοριστική. 

Εδώ σημειώνεται εν συντομία, ότι η ΟΧΕΝ ήταν ο προθάλαμος εισόδου στην ΕΟΚΑ και πολλοί αγωνιστές ξεκίνησαν από εκεί. Η ΟΧΕΝ ξεκινώντας από τη Λεμεσό, είχε εξαπλωθεί στα τέλη της δεκαετίας του '40 εξαπλωθεί παντού στην Κύπρο. Τη μεταλαμπάδευση της εξέγερσης στις νεανικές ψυχές, είχε αναλάβει η ΑΝΕ («Αλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ» ). Με προκηρύξεις που κυκλοφορούσαν παράνομα, χέρι με χέρι, καθώς και το έντυπο «Εγερτήριον Σάλπισμα» που εξέδιδε, η ΑΝΕ βοήθησε με τον δικό της τρόπο στην εξάπλωση και διάδοση του ιδεολογικού υποβάθρου και εξέγερσης.

Οι θυσίες του κυπριακού Ελληνισμού δεν ευοδώθηκαν. Το νησί, εξ αιτίας των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και των λαθών των ελληνικών κυβερνήσεων, έμεινε εκτός ελληνικού κράτους. Τα διδάγματα, όμως, οι αγώνες και οι Θυσίες των νέων της Ε.Ο.Κ.Α. συνέθεσαν ισχυρές και απαράγραπτες παρακαταθήκες πέρα και πάνω από το εφήμερο και το ιδιοτελές.

Όπως ακριβώς το έγραψε ένας πατριώτης από τη Λευκωσία:

eoka heroes 
«Η ΕΝΩΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ.
ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΕΝΩΤΙΚΟΙ,
ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΗΘΙΚΑ ΩΡΑΙΟΙ, ΣΑΝ ΜΥΘΟΣ...»


ΠΗΓΗ:

Βασική πηγή η εργασία περί Αγγλοκρατίας του κ. Νίκου Μπατσικανή, συγγραφέα - ποιητή. Μελετητή Ελληνικής Γλώσσας & Ιστορίας. Τον ευχαριστώ για την άδεια.

 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com