Το παρακάτω κείμενο είναι μια απόδοση στα νέα Ελληνικά τμήματος εκ του πρωτοτύπου κειμένου. Αφού διαβάσετε την απόδοση στα νέα Ελληνικά, διαβάστε μετά και το πρωτότυπο κείμενο που δίνεται στις φώτος, μιας και είναι πολύ περιγραφικό και απλό.

Ω τι ξένα και παράδοξα πράγματα αδελφοί. Ο Ληστής μαζί με τον Χριστό και ο μαθητής Ιούδας μαζί με τον διάβολο. Το φως έγινε σκοτάδι και το σκοτάδι μεταβλήθηκε σε φως, το αρνί έγινε Λύκος και ο Λύκος αρνί, ο Ληστής τρυπημένος με καρφιά στα χέρια φιλά τον Δεσπότη λέγοντας  με πίστη, Μνήσθητι μου Κύριε, εν τη Βασιλεία σου. 

Χρυσοστόμου 1a

…. Όταν λοιπόν είδε ο διάβολος ότι όλα έγιναν κατ’ οικονομία , τα σημεία που έγιναν πάνω στο Σταυρό, ο ήλιος να σκοτίζεται, η γη να σείεται, το καταπέτασμα του Ναού να γκρεμίζεται, πέτρες να σχίζονται, απελπισμένος έφυγε προς τον Άδη και λέει σε αυτόν «αλλοίμονο στον ταλαίπωρο, εμπαίχθηκα, βοήθησε με. Να κλείσουμε τις πόρτες για να μην έρθει και εδώ, ασφάλισε με μοχλούς και με όλη τη δύναμη να αντισταθούμε, ώστε αυτόν να μην τον δεχθούμε». Έτρεξε δε ο Άδης και έκλεισε τις πόρτες και τις ασφάλισε με μοχλούς. Και αμέσως ο Χριστός έρχεται προς στον Άδη καταδιώκοντας τον διάβολο και οι Δυνάμεις προέτρεχαν, και να οι πόρτες αποκλεισμένες και οι Δυνάμεις φώναζαν λέγοντας «Ανοίξτε πόρτες, οι άρχοντες και να σηκωθούν οι αιώνιες πύλες για να μπει ο Βασιλέας της Δόξας».

Απαντώντας ο Άδης είπε «Ποιος είναι αυτός, αναφέρετε»; Και αν είναι τόσο μεγάλος τι γυρεύει εδώ;

Και απαντούν οι Αγγελικές Δυνάμεις «Επειδή αυτός είναι Βασιλέας της Δόξας, ήρθε εδώ να δέσει τον αντάρτη διάβολο, να παραδώσει εσένα και τους δικούς του στρατιώτες από σένα να αποσπάσει και να ελέγξει».

Αποκρίθηκε τότε ο Άδης και λέει στον διάβολο «τρικέφαλε Βεελζεβούλ, πτώμα των δαιμόνων, άρρωστε, απρόσωπε, δεν σε είπα να μην πολεμήσεις με αυτόν»; «Να λοιπόν, αυτά που σε προείπα, βρίσκεται πλησίον σου και τι θα πράξεις άθλιε; Γιατί δεν άκουσες τα λόγια μου; Να, ήλθε και σε ζητά να σε δέσει και εξ’ αιτίας σου γίνομαι αιχμάλωτος», «βγες αν είσαι και απάντησε του. Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω».

Και ο διάβολος προς αυτόν αποκρίθηκε κλαίγοντας και οδυρόμενος «συμπάθησε με τέως, μην ανοίξεις. Κάποτε με αποστρέφεται, πιο μπροστά έκανε αγώνα για μένα και έτσι εμπαίχθηκα, ποιος δεν εμπαίζεται από τα φερσίματα αυτού»; Πότε φοβούμενος τον θάνατο έλεγε «Λυπημένη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου». Άλλοτε προσευχή στον πατέρα έκανε λέγοντας «Πάτερ, αν είναι δυνατόν να φύγει το πικρό ποτήρι του θανάτου από επάνω μου». Αυτά όλα τα λόγια με ξεγέλασαν.Εκείνος αποκρινόμενος είπε «Από αυτά και εγώ ο άθλιος μπερδεύτηκα, ότι είχε λύπη φοβούμενος το θάνατο».

Αυτά συνδιαλέγοντας αυτοί, οι δε Δυνάμεις επέμεναν λέγοντας «Ανοίξτε πόρτες οι άρχοντες, και σηκωθείτε αιώνιες πύλες  για να μπει ο Βασιλέας της Δόξας». Και οι προφήτες άκουσαν τις φωνές για τον βασιλέα της Δόξας χαιρόταν και αγάλλονταν. Ο Ιωάννης έλεγε «Δεν σας είπα ότι έρχεται να μας βγάλει από εδώ μέσα»; Όλοι ευχαριστιόταν και έλεγαν στον Άδη «άνοιξε τις πόρτες για να μπει ο Βασιλέας της Δόξας».

Ο Άδης αυτό δεν το ανεχόταν και απαντώντας ο προφήτης Δαυίδ είπε «πρέπει να εκπληρωθεί η δικιά μου προφητεία. Όταν κατοικούσα στη γη προείδα τα γενόμενα ότι από μόνος του (ο Άδης) δεν θα ανοίξει  και ανέφερα ‘Ο Κύριος έσπασε τις χάλκινες πόρτες και τους σιδερένιους μοχλούς διέλυσε’».

Και αμέσως ερχόμενος ο Κύριος τις πόρτες θρυμμάτισε και τους μοχλούς έσπασε, την εξουσία του Άδη καταπάτησε και έλυσε τους βασανισμένους του θανάτου, εξαφάνισε τα κέντρα του Άδη και εκπληρώθηκε η προφητεία «Πού το κεντρί σου θάνατε; Που σου Άδη το εξουσιαστικό»; Τον προϋπάντησαν Αυτόν οι προφήτες χαίροντας και αγαλλόμενοι με ύμνους και ευχές «Να είναι ευλογημένος Αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, Δόξα στον ύψιστο».

Τότε πήρε ο Χριστός τον διάβολο, τον έδεσε με άλυτα δεσμά και τον έθεσε κάτω από άσβεστη φλόγα, σκουλήκια που δεν κοιμούνται και βρίσκεται εκεί κλεισμένος κλαίοντας και στενάζοντας.

Ο δε Χριστός παίρνοντας όλους τους προφήτες τους έβγαλε έξω από τον Άδη για να μεταβούν στον Παράδεισο. Αυτοί δε, μετά χαράς πήδηξαν έξω από τον Άδη, πρώτος δε ο Δαυίδ παίζοντας της κιθάρα έλεγε γεμάτος χαρά «Ελάτε όλοι να χαρούμε στον Κύριο, να φωνάξουμε στον Θεό των Σωτήρα μας, ότι ο Βασιλέας μας πολεμώντας νίκησε» και όλοι συμφώνησαν με το Αλληλούια. Και πάλι ο ίδιος «όλα τα έθνη χειροκροτείτε, φωνάξτε στον Θεό με χαρούμενη φωνή, ότι ο Βασιλέας μας για μας πολέμησε και νίκησε».

Και έτσι χαρούμενοι έτρεχαν στον παράδεισο και μόλις μπήκαν μέσα βρήκαν τον ληστή, και θαύμασαν και έλεγαν σε αυτόν «Ποιος σε έβαλε εδώ;  Ποιος σου άνοιξε τις πόρτες; Τι έκανες και πιο μπροστά μπήκες από εμάς; Μήπως και εδώ μπήκες για να ληστέψεις; Μήπως ήρθες για να κλέψεις τα υπάρχοντα του Παραδείσου; Δεν αρκέστηκες στις επίγειες κλεψιές, αλλά θέλεις να αρπάξεις και τα επουράνια; Πες μας, ποιος σε έβαλε εδώ μέσα; Δεν σε φθονούμε γιατί μπήκες αλλά γυρεύομε την αιτία». 

Χρυσοστόμου 3a

Ο ληστής αποκρινόμενος τους είπε «Για τα έργα μου δεν είμαι άξιος να μπω εδώ μέσα, αλλά ο Θεός όντας φιλάνθρωπος και ελεήμων με έβαλε εδώ. Κανένα καλό δεν έχω επάνω μου, γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι με καταδίκασαν στο σταυρό μαζί με τον Αθάνατο Βασιλέα και θέλοντας να με καταστρέψουν, την ζωή μου έθεσαν πάνω στον Σταυρό μαζί με τον Χριστό». «Και όταν είδα τα σημεία που έγιναν πάνω στον Σταυρό κατάλαβα ότι ο Υιός ήταν του Θεού και μεγάλη φωνή φώναξα λέγοντας. Να με θυμηθείς Κύριε και εμένα στην Βασιλεία Σου. Και αμέσως δέχθηκε την παράκληση μου και μου είπε ‘εσύ λέω αλήθεια, σήμερα μαζί μου θα είσαι στον Παράδεισο, και μου έδωσε το σημείο του Σταυρού λέγοντας, πάρε αυτό και πήγαινε στον Παράδεισο και αν σε εμποδίσει η Φλόγινη Ρομφαία να μπεις δείξε εσύ το Βασιλικό σημάδι και θα σου ανοίξει τις πόρτες’» Και πήγα και αμέσως αυτός που φύλαγε με τη φλόγινη ρομφαία τον Παράδεισο, έκλεισε τις πόρτες, εγώ δε είπα ότι ο Βασιλεύς ο τώρα σταυρωθείς, αυτός με έστειλε και έδειξα το σημείο και αμέσως μου άνοιξε. Και μπαίνοντας δεν βρήκα κανέναν και παραξενεύτηκα και έλεγα από μέσα μου  που είναι ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, Ιακώβ και το πλήθος των προφητών; Και ενώ αυτά σκεφτόμουν και θαύμαζα, φάνηκαν από τα δεξιά μέρη της Ανατολής δύο άντρες αρχαίοι, θαυμαστοί στο είδος και όμορφοι και με ρωτούσαν λέγοντας «Ποιος είσαι εσύ; Ο Αβραάμ δεν είσαι, το σχήμα εκείνου Ιερέως ήταν, ο Μωϋσής δεν είσαι εκείνος ήταν χαμηλόφωνος και τραυλός, η δική σου φωνή είναι δυνατή, σαν ληστής φαίνεσαι»

Και ομολόγησα ότι ήμουν ληστής και ότι ο Δεσπότης του Παραδείσου με εισήγαγε εδώ, επειδή ήμουν κοντά Του στον θάνατο, τον οποίο για μας υπέμεινε. Και τους είπα «εσείς ποιοι είστε; σας παρακαλώ;» Ένας από αυτούς αποκρίθηκε και μου είπε «Εγώ είμαι ο Ηλίας ο Θεσβίτης και με πύρινο άρμα ανέβηκα εδώ, και δεν γνώρισα θάνατο σωματικό. Και αυτός είναι ο Ενώχ που μετατέθηκε εδώ με λόγο Θεού».

Οι προφήτες όταν άκουσαν αυτά δόξασαν τον Θεό για τη δωρεά αυτή που δόθηκε στους αμαρτωλούς. Ο δε Χριστός λαφυραγωγήσας τον θάνατο και αφού πάτησε τον Άδη και έδεσε τον διάβολο ελευθέρωσε τον άνθρωπο, όλους στους ουρανούς μετέφερε όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς. Αυτού η Δόξα και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.  

Χρυσοστόμου 4a


Πηγή: Ελληνική Πατρολογία J.-P.Migne, John Chrysostom 

http://gnosesthe.blogspot.com/2012/04/blog-post_6711.html

[Ιω. 11, 1-45]

[Υπομνηματισμός των εδαφίων 11, 1-17]

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας, καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς (: Ήταν τότε κάποιος που λεγόταν Λάζαρος, ο οποίος είχε αρρωστήσει. Αυτός καταγόταν από τη Βηθανία, το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας της αδελφής της). Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ, καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει (: Και ήταν η Μαρία εκείνη που αργότερα, λίγο πριν από τον θάνατο του Κυρίου, Τον άλειψε με το μύρο και σκούπισε τα πόδια Του με τα μαλλιά της. Και ο Λάζαρος που ασθενούσε, ήταν αδελφός της)» [Ιω. 11, 1-2].

Πολλοί από τους ανθρώπους όταν δουν κάποιους, που είναι αρεστοί στον Θεό, να πάσχουν από κάποιο κακό (όπως για παράδειγμα να έχουν αρρωστήσει ή να πάσχουν από φτώχεια ή από κάποιο άλλο παρόμοιο) σκανδαλίζονται, μη γνωρίζοντας ότι γνώρισμα των κατεξοχήν φίλων του Θεού είναι το να πάσχουν από αυτά· και ο Λάζαρος λοιπόν ήταν ένας από τους φίλους του Χριστού και ήταν ασθενής. Αυτό λοιπόν έλεγαν και εκείνοι που στάλθηκαν: «Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ (: Κύριε, να, ο φίλος Σου που τόσο πολύ αγαπάς είναι άρρωστος)». Αλλά ας εξετάσουμε από την αρχή την περικοπή. «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας (: Ήταν τότε κάποιος που λεγόταν Λάζαρος, ο οποίος είχε αρρωστήσει. Αυτός καταγόταν από τη Βηθανία)». Δεν ανέφερε έτσι απλά και τυχαία από πού καταγόταν ο Λάζαρος, αλλά για κάποια αιτία, την οποία θα αναφέρει στη συνέχεια· τώρα ας εξετάσουμε το παρόν χωρίο. Και τις αδελφές του μας τις αναφέρει προς μεγάλη ωφέλεια, και ακόμη, αυτό που επιπλέον είχε η Μαρία, προσθέτοντας και λέγοντας: «Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ, καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει (: Η Μαρία πάλι ήταν εκείνη που αργότερα, λίγο πριν από τον θάνατο του Κυρίου, Τον άλειψε με το μύρο και σκούπισε τα πόδια Του με τα μαλλιά της. Και ο Λάζαρος που αρρώστησε ήταν αδελφός της)».

Εδώ μερικοί απορώντας λένε: «Πώς», λένε, «ανεχόταν ο Χριστός γυναίκα να ενεργεί με τέτοιον τρόπο;». Κατά πρώτον λοιπόν πρέπει να μάθουμε εκείνο, ότι δεν είναι αυτή η πόρνη που αναφέρει ο Ματθαίος [Ματθ. 26, 7-13], ούτε αυτή που αναφέρει ο Λουκάς [Λουκ. 7, 37-48], διότι άλλη είναι αυτή· καθόσον εκείνες μεν ήσαν πόρνες και γεμάτες από πολλά κακά, ενώ αυτή ήταν σεμνή και σπουδαία· διότι φρόντιζε για την υποδοχή του Χριστού. Δείχνει επίσης ο ευαγγελιστής ότι και οι αδερφές του Λαζάρου αγαπούσαν τον Κύριο και όμως επέτρεψε να πεθάνει ο Λάζαρος.

Και γιατί δεν άφησαν τον ασθενή αδελφό τους και να μεταβούν προς Αυτόν για να Τον παρακαλέσουν αυτοπροσώπως, όπως ακριβώς έκανε ο εκατόνταρχος [βλ. Ματθ. 8, 5-6: «Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων·. Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος (: Κι όταν ο Ιησούς μπήκε στην Καπερναούμ, ήλθε κοντά του ένας εκατόνταρχος, ο οποίος τον παρακαλούσε και του έλεγε: ’’Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους’’)»] και εκείνος ο άνθρωπος που ανήκε στη βασιλική αυλή του Ηρώδη [βλ. Ιω. 4, 47: «οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱὸν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνήσκειν (: Αυτός λοιπόν, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς είχε έλθει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, έφυγε από την Καπερναούμ και πήγε να τον συναντήσει˙ κι άρχισε να τον παρακαλεί να κατεβεί από την Κανά στην Καπερναούμ και να θεραπεύσει το γιο του˙ διότι ήταν βαριά άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει)»], αλλά στέλνουν άλλους; Είχαν πάρα πολύ θάρρος προς τον Χριστό και πολλή οικειότητα. Άλλωστε και γυναίκες αδύναμες ήσαν και κατέχονταν από το πένθος· διότι, το ότι δεν το έκαναν αυτό από περιφρόνηση, το απέδειξαν στη συνέχεια.

Το ότι λοιπόν δεν ήταν αυτή εκείνη η πόρνη [Λουκά 7, 37-38: «καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου, καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ (: Και ιδού, στην πόλη αυτή ζούσε μία γυναίκα που ήταν αμαρτωλή. Αυτή όταν πληροφορήθηκε ότι ο Ιησούς είναι καθισμένος και τρώει στο σπίτι του Φαρισαίου, έφερε ένα αγγείο από αλάβαστρο γεμάτο από μύρο, κι αφού στάθηκε κοντά στα πόδια Του, πίσω από το τραπέζι, όπως ήταν καθισμένος ο Κύριος, καθώς σκεπτόταν τις αμαρτίες της, ξέσπασε σε κλάματα. Και άρχισε να βρέχει τα πόδια Του με τα άφθονα δάκρυά της και τα σκούπιζε με τα μαλλιά της. Συγχρόνως μάλιστα φιλούσε με ευλαβική αγάπη τα πόδια Του και τα άλειφε με το μύρο)»] είναι ολοφάνερο.

«Αλλά και εκείνη την πόρνη που αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, «για ποιο λόγο τη δέχτηκε ο Χριστός;» Για να την απαλλάξει από την κακία, για να δείξει τη φιλανθρωπία Του, για να μάθεις ότι δεν υπάρχει νόσημα, που να νικά την αγαθότητά Του. Μη λοιπόν βλέπεις μόνο αυτό, το ότι τη δέχτηκε ο Κύριος, αλλά και εκείνο να προσέξεις, δηλαδή το πώς τη μετέβαλε. Και για ποιο λόγο μας υπενθυμίζει ο ευαγγελιστής αυτήν την ιστορία; Και επιπλέον τι θέλει να μας διδάξει με τους λόγους «Ἠγάπα δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν Μάρθαν, καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον (: Ο Ιησούς μάλιστα αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της, καθώς και τον Λάζαρο. Και δεν έφυγε βέβαια αμέσως για να επισκεφθεί και να θεραπεύσει τον Λάζαρο˙ αυτό όμως δεν το έκανε από αδιαφορία, αλλά διότι απέβλεπε στη φανέρωση της δόξας και της δυνάμεως του Θεού)»; Για να μην αγανακτούμε ποτέ, ούτε να δυσανασχετούμε, εάν κάποια ασθένεια συμβεί στους σπουδαίους άνδρες και φίλους του Θεού.

«Ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν, λέγουσαι· Κύριε, ἴδε, ὃν φιλεῖς, ἀσθενεῖ (: Έστειλαν λοιπόν οι δύο αδελφές του ανθρώπους να ειδοποιήσουν τον Ιησού, και του είπαν: ‘’Κύριε, να, ο φίλος Σου που τόσο πολύ αγαπάς είναι άρρωστος’’)». Ήθελαν να αποσπάσουν την ευσπλαχνία του Χριστού· διότι ακόμη σαν άνθρωπο Τον πρόσεχαν και είναι φανερό από όσα λέγουν: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει· (: Όταν λοιπόν η Μάρθα συνάντησε τον Ιησού, του είπε: ‘’Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα είχε πεθάνει ο αδελφός μου)» και από το ότι δεν είπαν «Να, ο Λάζαρος ασθενεί», αλλά «Να, ο φίλος Σου που τόσο πολύ αγαπάς, είναι ασθενής».

Τι λέει λοιπόν ο Χριστός; «Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς (: Αυτή η ασθένεια δεν θα καταλήξει σε ανεπανόρθωτο θάνατο, αλλά εμφανίστηκε για να εκλάμψει η δόξα και η δύναμη του Θεού. Εμφανίστηκε δηλαδή για να δοξασθεί με την ασθένεια αυτή ο Υιός του Θεού, διότι θα Του δοθεί η ευκαιρία να δείξει την υπερφυσική Του δύναμη και να επιβεβαιώσει περίτρανα τη θεϊκή Του φύση και αποστολή)».

Πρόσεχε πως πάλι λέγει ότι μία είναι η δόξα Αυτού και του Πατέρα· διότι αφού είπε «τοῦ Θεοῦ», πρόσθεσε: «ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς. Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον». Επειδή δηλαδή επρόκειτο να μείνει εκεί δύο ημέρες, καταρχήν αποστέλλει αυτούς να αναγγείλουν τη θανάσιμη ασθένεια του Λαζάρου.

Για τον λόγο αυτόν πρέπει να θαυμάσουμε τις αδελφές του Λαζάρου, πώς, αν και άκουσαν ότι η ασθένεια αυτή «οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον» και όμως είδαν τον αδερφό τους ότι πέθανε, δεν σκανδαλίστηκαν που συνέβη το αντίθετο από αυτό που είπε, αλλά και πάλι προσήλθαν προς τον Χριστό και δεν νόμισαν ότι διαψεύστηκε. Επίσης, το «ἵνα» εδώ δε δηλώνει αιτιολογία, αλλά το αποτέλεσμα· διότι συνέβη μεν η αρρώστια από άλλη αιτία, χρησίμευσε όμως αυτή προς δόξαν του Θεού.

«Ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας (: Όταν λοιπόν άκουσε ότι ο Λάζαρος είναι άρρωστος, τότε παρέμεινε δύο ακόμη ημέρες στον τόπο που βρισκόταν, ενώ όλοι όσοι ήξεραν την αγάπη Του γι’ Αυτόν θα περίμεναν να αναχωρήσει αμέσως)». Γιατί έμεινε; Για να πεθάνει και να ενταφιαστεί στο μεταξύ ο Λάζαρος, για να μην μπορεί κανείς να πει ότι τον ανέστησε πριν ακόμη πεθάνει· ότι ήταν νάρκη, ότι ήταν ατονία, ότι ήταν επαναφορά από την κατάσταση αυτήν και όχι θάνατος. Για τον λόγο αυτόν και μένει ο Κύριος τόσο χρόνο προτού μεταβεί στη Βιθυνία, ώστε και να έχει προχωρήσει η σήψη και η φθορά στο σώμα του νεκρού Λαζάρου και να πουν: «ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι (: Κύριε, τώρα πια μυρίζει άσχημα˙ διότι είναι τέσσερις μέρες νεκρός’’)» [Ιω. 11, 39].

«Ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς Μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν πάλιν (: Κι έπειτα, αφού πέρασαν οι δύο ημέρες, είπε στους μαθητές Του: ‘’Ας πάμε πάλι στην Ιουδαία’’)». Γιατί λοιπόν, τέλος πάντων, ενώ ποτέ άλλοτε δεν προείπε πού θα πάνε, εδώ το προλέγει; Οι μαθητές Του φοβούνταν τότε πάρα πολύ· και επειδή βρίσκονταν σε αυτήν την κατάσταση, το προλέγει για να μην τους ταράξει το ξαφνικό. Τι λένε λοιπόν οι μαθητές; «Λέγουσιν αὐτῷ οἱ Μαθηταί· Ῥαββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ ᾿Ιουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; ( :Οι μαθητές Του όμως, που είχαν φοβηθεί από την αντίδραση που συνάντησε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, του είπαν: ‘’Διδάσκαλε, μόλις πριν λίγο ζητούσαν οι Ιουδαίοι να Σε λιθοβολήσουν, κι εσύ θέλεις να πας πάλι εκεί;’’)». Φοβούνταν βέβαια και γι΄Αυτόν, περισσότερο όμως μάλλον φοβούνταν για τους εαυτούς τους· διότι δεν ήσαν ακόμη πνευματικά καταρτισμένοι. Για τον λόγο αυτόν συγκλονιζόμενος ο Θωμάς από τον φόβο λέγει: «Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾿ αὐτοῦ (: Αφού θέλει να επιστρέψει στο μέρος που οι εχθροί Του ζητούν να Τον σκοτώσουν, ας πάμε κι εμείς εκεί για να πεθάνουμε μαζί του)», διότι ήταν πνευματικά ασθενέστερος από τους άλλους και περισσότερο δύσπιστος.

Αλλά πρόσεχε πώς ο Ιησούς ενθαρρύνει αυτούς με αυτά που λέγει. «Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· ἐὰν δέ τις περιπατεῖ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ (: Δώδεκα ώρες δεν έχει η ημέρα; Εάν κανείς περπατάει την ημέρα, δεν σκοντάφτει, αλλά βαδίζει με ασφάλεια, διότι βλέπει τον ήλιο, που φωτίζει τον υλικό αυτόν κόσμο. Έτσι κι εγώ έχω τον χρόνο της επίγειας αποστολής μου επακριβώς καθορισμένο από τον Πατέρα μου. Και οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να μου αφαιρέσουν ούτε δευτερόλεπτο από τον χρόνο αυτό. Δεν διατρέχω λοιπόν κανένα κίνδυνο από τους Ιουδαίους, αφού ακολουθώ τον δρόμο που φωτίζεται απ’ το θέλημα του Πατρός μου. Αλλά και σεις, εφόσον με ακολουθείτε, δε διατρέχετε μαζί μου κανέναν κίνδυνο. Διότι εγώ, που είμαι ο ήλιος της δικαιοσύνης, θα φωτίζω τον δρόμο σας και θα ασφαλίζω την πορεία σας. Εάν όμως κανείς περπατάει τη νύχτα, σκοντάφτει, διότι δεν υπάρχει σε αυτόν το φως για να τον φωτίζει. Έτσι κι εκείνοι που δεν θα μείνουν στο φως του Υιού του Θεού, θα σκοντάψουν και θα πέσουν)». Ή λοιπόν εννοεί αυτό, ότι αυτός που δε νιώθει για τον εαυτό του τίποτε το πονηρό δε θα πάθει κανένα κακό, ενώ αυτός που πράττει κακά έργα, θα πάθει («και επομένως εμείς δεν πρέπει να φοβούμαστε, διότι δεν κάναμε τίποτε άξιο θανάτου»), ή ότι αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, είναι ασφαλής. «Εάν λοιπόν είναι ασφαλής αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, πολύ περισσότερο αυτός που είναι μαζί μου, εάν δεν φύγει από κοντά μου».

Αφού τους έδωσε θάρρος με αυτά τα λόγια, προσθέτει και την αναγκαία αιτία της αφίξεώς Του εκεί και για να δείξει ότι δεν πρόκειται να μεταβούν στα Ιεροσόλυμα, αλλά στη Βηθανία, λέγει: «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν (: Ο φίλος μου Λάζαρος έχει κοιμηθεί. Αλλά πηγαίνω να τον ξυπνήσω)»· δηλαδή «δεν πηγαίνω προς αυτούς για να συνομιλήσω πάλι με αυτούς και να συγκρουστώ με τους Ιουδαίους, αλλά για να ξυπνήσω τον φίλο μου». Λέγουν οι μαθητές: «Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται (: Κύριε, εάν έχει κοιμηθεί, ο οργανισμός του με την ανάπαυση του ύπνου θα ανακτήσει τις σωματικές του δυνάμεις και συνεπώς θα γίνει καλά. Γιατί λοιπόν να τον ξυπνήσουμε;)». Αυτό δεν το είπαν έτσι τυχαία, αλλά θέλοντας να εμποδίσουν τη μετάβασή Του εκεί. «Λέγεις», λέγουν, «ότι κοιμάται; Επομένως δεν είναι αναγκαία η μετάβαση εκεί»· αν και βέβαια ο Κύριος για τον λόγο αυτόν είπε τη φράση: «ο φίλος μου», για να δείξει αναγκαία την παρουσία Του εκεί.

«Εἰρήκει δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν, ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει (: Ο Ιησούς όμως το είχε πει αυτό εννοώντας τον θάνατο του Λαζάρου˙ ενώ εκείνοι νόμισαν ότι μιλάει για τον συνηθισμένο ύπνο)». Όταν λοιπόν φάνηκαν διστακτικότεροι, τότε λέγει σε αυτούς «παρρησίᾳ» (: καθαρά)»: «Λάζαρος ἀπέθανε (: Τότε λοιπόν ο Ιησούς τους είπε καθαρά: ‘’Ο Λάζαρος πέθανε’’)». Τα προηγούμενα βέβαια λόγια τα έλεγε θέλοντας να δείξει την έλλειψη καυχήσεως, επειδή όμως δεν το αντιλήφτηκαν, προσθέτει: «καὶ χαίρω δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ᾿ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν (: και χαίρομαι για σας, για να στηριχθείτε περισσότερο στην πίστη. Χαίρομαι, διότι δεν ήμουν εκεί πριν πεθάνει. Διότι τότε θα τον θεράπευα προτού πεθάνει και δεν θα γινόταν το θαύμα της αναστάσεώς του, που θα σας στηρίξει στην πίστη. Αλλά ας πάμε κοντά του’’)».

Τι σημαίνει η φράση «για εσάς»; Διότι «το προείπαν χωρίς να είμαι παρών και ότι όταν τον αναστήσω, δε θα υπάρχει καμία υποψία». Βλέπεις πως ακόμη βρίσκονταν σε ατελή πνευματική κατάσταση οι μαθητές και δεν γνώριζαν την δύναμή Του όπως έπρεπε; Αυτό το δημιουργούσαν οι φόβοι που τους διακατείχαν, που τάρασσαν τις ψυχές τους και τις ανησυχούσαν. Και όταν μεν είπε: «Έχει κοιμηθεί», προσθέτει: «Πηγαίνω για να τον ξυπνήσω», όταν όμως είπε «Πέθανε» δεν πρόσθεσε ακόμη το «Πηγαίνω για να τον αναστήσω»· διότι δεν ήθελε με τα λόγια να προλέγει αυτά που επρόκειτο με τα έργα να τα επιβεβαιώσει, για να μας διδάξει να αποφεύγουμε πάντοτε την κενοδοξία και το ότι δεν πρέπει απλώς να δίνουμε υποσχέσεις. Και αν το έκανε αυτό στην περίπτωση του εκατοντάρχου που ήλθε και Τον παρακάλεσε (διότι είπε: «ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν (: Θα έλθω εγώ στο σπίτι σου και θα τον θεραπεύσω)» [Ματθ. 8, 7], το είπε αυτό για να δείξει την πίστη εκείνου του ανθρώπου.

Εάν όμως έλεγε: «Από πού νόμισαν οι μαθητές ότι πρόκειται περί ύπνου και δεν αντιλήφτηκαν από αυτά τα λόγια, ότι πρόκειται περί θανάτου (εννοώ τα λόγια: ‘’Πηγαίνω για να τον ξυπνήσω’’)», καθόσον θα ήταν ανοησία, εάν περίμεναν αυτόν να βαδίσει δεκαπέντε στάδια για να τον ξυπνήσει, εκείνο θα μπορούσαμε να πούμε ότι νόμιζαν ότι πρόκειται για κάποια αινιγματική φράση σαν κάποια από τους πολλές εκείνες που τους έλεγε.

Βέβαια όλοι είχαν φοβηθεί την επίθεση των Ιουδαίων, περισσότερο όμως από τους άλλους ο Θωμάς, για τον λόγο αυτόν και έλεγε: «Ας πάμε για να πεθάνουμε μαζί Του». Και ορισμένοι λένε ότι επιθυμούσε και ο ίδιος να πεθάνει, αλλά αυτό δεν είναι σωστό· μάλλον δηλαδή ήταν λόγος φόβου. Αλλά όμως δεν επιτιμήθηκε· διότι ο Κύριος ανεχόταν ακόμη την πνευματική αδυναμία του· αργότερα όμως είχε γίνει ο ισχυρότερος και ο ασυναγώνιστος. Το άξιο θαυμασμού λοιπόν είναι αυτό, ότι αυτός που ήταν τόσο πνευματικά ατελής προ του σταυρού, τον βλέπουμε μετά τον σταυρό και την πίστη του στην ανάσταση του Κυρίου θερμότερο από όλους· τόση είναι η δύναμη του Χριστού· διότι αυτός που δεν τολμούσε να έλθει με τον Χριστό στη Βιθυνία, ο ίδιος αργότερα και χωρίς να βλέπει πια τον Χριστό, διέτρεξε σχεδόν όλη την οικουμένη και κινείτο μεταξύ πλήθους που διψούσε για αίμα και ήθελε να τον φονεύσει.

Εάν όμως απείχε η Βηθανία δεκαπέντε στάδια, πράγμα που ισοδυναμεί με δύο μίλια [: περίπου 3.070 μέτρα], πώς ο Λάζαρος ήταν νεκρός πριν από τέσσερεις μέρες; Έμεινε δύο ημέρες και πριν από αυτές τις δύο μέρες ήλθε κάποιος και τους έφερε αγγελία την ημέρα ακριβώς που πέθανε και κατά συνέπεια έφτασε κατά την τέταρτη ημέρα. Για τον λόγο αυτόν και περίμενε να Τον καλέσουν και δε μετέβη χωρίς την πρόσκληση, για να μη δημιουργηθεί από κανέναν υποψία για το γεγονός. Και ούτε οι ίδιες οι αγαπητές στον Κύριο αδελφές του Λαζάρου ήλθαν για να Του ανακοινώσουν τον θάνατο του φίλου Του, αλλά αποστέλλονται άλλοι.

[Υπομνηματισμός των εδαφίων 11, 18-29]

«Ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν ῾Ιεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε (: Η Βηθανία μάλιστα ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε απόσταση περίπου δεκαπέντε παλαιών σταδίων, δηλαδή τεσσάρων χιλιομέτρων)» [Ιω. 11, 18]. Από αυτό γίνεται φανερό ότι φυσικό ήταν να βρίσκονταν εκεί πολλοί από τα Ιεροσόλυμα. Αμέσως λοιπόν πρόσθεσε ο ευαγγελιστής ότι βρίσκονταν πλησίον τους πολλοί Ιουδαίοι, παρηγορώντας τις δύο αδελφές για τον θάνατο του Λαζάρου. Και πώς παρηγορούσαν αυτές που αγαπώνταν από τον Χριστό, τη στιγμή που είχαν αποφασίσει ότι εάν κάποιος πιστέψει στον Χριστό, θα τον απομάκρυναν από τη συναγωγή; Ή εξαιτίας της συμφοράς, ή επειδή εκτιμούσαν την ευγένειά τους, ή ήσαν παρόντες άνθρωποι χωρίς κακία· διότι πολλοί από αυτούς πίστεψαν. Αυτά επίσης τα λέγει ο Ευαγγελιστής, για να βεβαιώσει ότι ο Λάζαρος είχε πεθάνει.

Και γιατί τέλος πάντων η Μάρθα δεν παίρνει την αδελφή της μαζί της ερχόμενη να συναντήσει τον Χριστό; Θέλει κατ’ ιδίαν να συναντήσει τον Χριστό και να Του αναγγείλει το γεγονός. Όταν όμως της έδωσε καλές ελπίδες, τότε πηγαίνει και καλεί και τη Μαρία και συνάντησε Αυτόν, ενώ ακόμη το πένθος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Βλέπεις πόσο θερμή ήταν η αγάπη της; Αυτή είναι εκείνη για την οποία έλεγε: «ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς (: Ένα είναι χρήσιμο και αναγκαίο, η ακρόαση της διδασκαλίας μου. Αυτή είναι η αναγκαία πνευματική τροφή για την ψυχή. Αυτήν την τροφή διάλεξε η Μαρία, την καλή και ωφέλιμη μερίδα, που δεν θα της αφαιρεθεί ποτέ. Διότι οι ωφέλειες της πνευματικής αυτής τροφής δεν είναι προσωρινές και φθαρτές, αλλά πνευματικές και αιώνιες)» [Λουκά 10, 42].

Πώς λοιπόν τώρα φαίνεται θερμότερη η Μάρθα; Όχι θερμότερη, αλλά επειδή η Μαρία δεν είχε μάθει ακόμη τον ερχομό του Κυρίου· και επειδή ήταν η Μάρθα πνευματικά ασθενέστερη· καθόσον, αν και άκουσε τόσα πολλά περί του Χριστού, ομιλεί ακόμη με ταπεινά φρονήματα: «Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος, Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι (: Του λέει η Μάρθα, η αδελφή του νεκρού: ‘’Κύριε, τώρα πια μυρίζει άσχημα˙ διότι είναι τέσσερις μέρες νεκρός’’)». Ενώ η Μαρία, αν και δεν άκουσε τίποτε, δεν είπε τίποτε το παρόμοιο, αλλά αμέσως πίστεψε και λέγει: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός (:Κύριε, εάν ήσουν εδώ, δεν θα μου πέθαινε ο αγαπημένος μου αδελφός, αλλά θα τον θεράπευες)».

Βλέπετε πόση είναι η φιλοσοφία των γυναικών, αν και η γνώμη τους είναι πνευματικά ατελής; Διότι μόλις είδαν τον Χριστό δεν ξεσπούν αμέσως σε θρήνους ούτε σε κραυγές, ούτε σε ολολυγμούς (πράγμα που πάσχουμε εμείς όταν δούμε κάποιους γνωστούς να μας επισκέπτονται κατά την ώρα του πένθους), αλλά αμέσως θαυμάζουν τον Διδάσκαλο. Πίστεψαν βέβαια και οι δύο στον Χριστό, αλλά όχι όπως έπρεπε· διότι ακόμη δεν γνώριζαν ακριβώς, ούτε ότι ήταν Θεός, ούτε ότι με δική Του δύναμη και εξουσία κάνει αυτά, πράγματα που και τα δύο της τα δίδαξε.

Επίσης το ότι δεν το γνώριζαν γίνεται φανερό από τα λόγια που και οι δύο είπαν μόλις αντίκρισαν τον Κύριο: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει (: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα είχε πεθάνει ο αδελφός μου)», και από αυτό που πρόσθεσαν, «ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα, ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός (: Ξέρω όμως ότι και τώρα που ο αδελφός μου είναι πεθαμένος, ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα Σου το δώσει ο Θεός’’)», σαν δηλαδή να ομιλούσαν για κάποιον ενάρετο και διακεκριμένο άνθρωπο.

Πρόσεχε όμως και τι λέγει ο Χριστός: «Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου (: Θα αναστηθεί ο αδελφός σου)». Καταρχήν ανατρέπει εκείνο, το «ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν (: ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό όσα αν ζητήσεις)»· διότι δεν είπε «Ζητώ», αλλά τι; «Θα αναστηθεί ο αδελφός σου». Το να πει δηλαδή «Γυναίκα, ακόμη κάτω βλέπεις; Δεν έχω ανάγκη από άλλη βοήθεια, αλλά μόνος μου τα κάνω όλα» ήταν πάρα πολύ βαρύ και θα στενοχωρούσε τη γυναίκα, τώρα όμως με το να πει: «Θα αναστηθεί», μετρίασε κατ’ ανάγκην τον λόγο, και με τα όσα λέγει στη συνέχεια υπαινίχτηκε αυτά που προανέφερα· διότι όταν η Μάρθα είπε «Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ (: Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί όταν γίνει η ανάσταση, την τελευταία ημέρα του πρόσκαιρου αυτού αιώνα. Ύστερα απ’ αυτήν θα ακολουθήσει ο μελλοντικός ένδοξος και ατελείωτος αιώνας)», για να δείξει σαφέστερα την εξουσία Του, λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή (: Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εγώ έχω τη δύναμη να ανασταίνω, διότι είμαι η πηγή της ζωής)», φανερώνουν με αυτό, ότι δεν έχει ανάγκη από άλλο βοηθό, εφόσον Αυτός είναι η ζωή. Εάν όμως έχει ανάγκη άλλου, πώς θα ήταν ο Ίδιος η ανάσταση και η ζωή; Όμως δεν το είπε τόσο φανερά, αλλά το υπαινίχτηκε απλώς. Όταν πάλι εκείνη είπε «Όσα θα ζητήσεις», Αυτός πάλι λέγει: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται (: Εκείνος που πιστεύει σε μένα, ακόμη κι αν πεθάνει σωματικώς, όπως πέθανε ο αδελφός σου, θα ζήσει. Διότι εκτός από την ουράνια και πνευματική ζωή, την οποία από τώρα θα μεταδώσω στην ψυχή του, αργότερα θα τον αναστήσω και σωματικώς)», δείχνοντας με αυτό, ότι Αυτός είναι ο χορηγός των αγαθών και από Αυτόν πρέπει να τα ζητεί.

«Καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις τοῦτο; (: Και κάθε άνθρωπος που δεν έχει ακόμη πεθάνει, αλλά ζει εδώ στη γη, εφόσον πιστεύει σε μένα, θα αντιμετωπίσει γεμάτος αφοβία τον πρόσκαιρο θάνατο, τον οποίο τρέμουν και φοβούνται οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά από μένα. Κι επειδή θα μένει πάντοτε ενωμένος με μένα, δεν θα υποστεί ποτέ τον πνευματικό θάνατο, που είναι και ο πραγματικός και ανεπανόρθωτος θάνατος. Το πιστεύεις αυτό;)». Πρόσεχε πώς την εξυψώνει πνευματικά· διότι δε ήταν αυτός μόνο ο σκοπός του, να αναστήσει τον Λάζαρο, αλλά έπρεπε και αυτήν και αυτούς που παρευρίσκονταν με αυτήν να μάθουν την ανάσταση. Για τον λόγο αυτόν τους διδάσκει πριν από την ανάσταση με λόγια. Εάν λοιπόν Αυτός είναι η ανάσταση και η ζωή, δεν περιορίζεται σε ένα τόπο, αλλά ευρισκόμενος παντού, γνωρίζει να θεραπεύει.

Εάν βέβαια Του έλεγαν όπως ο εκατόνταρχος «μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου (: πες αυτό που θέλεις μόνο με έναν απλό λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου)» [Ματθ. 8, 8], θα μπορούσε να το κάνει αυτό, επειδή όμως Τον κάλεσαν στην οικία τους και ζήτησαν να έλθει, εξαιτίας αυτού έρχεται, ώστε να απαλλάξει αυτές από την ταπεινή σκέψη γι΄Αυτόν και έρχεται στο μέρος εκείνο. Όμως αν και έρχεται, δείχνει και με αυτό ότι μπορεί και απών ακόμη, να θεραπεύσει· για τον λόγο λοιπόν αυτόν και αργοπορεί· διότι δε θα φαινόταν η χάρη να έχει δοθεί αμέσως, εάν δεν προχωρούσε και η δυσωδία του νεκρού.

Και από πού γνώριζε η γυναίκα την ανάσταση που επρόκειτο να γίνει; Άκουσε πολλά από τον Χριστό να λέγει περί αναστάσεως, αλλά όμως εκείνη επιθυμούσε τώρα να τη δει. Και πρόσεχε πώς ακόμη σκέπτεται γήινα· διότι όταν άκουσε ότι «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή», δεν είπε «Ανάστησέ τον», αλλά τι λέγει; «Ναί, Κύριε· ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος (: Ναι, Κύριε. Εγώ πριν από πολύ καιρό έχω πιστέψει ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που περιμέναμε να έλθει στον κόσμο σύμφωνα με τις θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες. Κι εφόσον έχω τη βεβαιότητα ότι Εσύ είσαι ο Χριστός, πιστεύω και σε όσα τη στιγμή αυτή λες και διακηρύττεις για τον εαυτό Σου’’)».

Τι λέει λοιπόν ο Χριστός προς αυτήν; «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται (: Εκείνος που πιστεύει σε μένα, ακόμη κι αν πεθάνει σωματικώς, όπως πέθανε ο αδελφός σου, θα ζήσει. Διότι εκτός από την ουράνια και πνευματική ζωή, την οποία από τώρα θα μεταδώσω στην ψυχή του, αργότερα θα τον αναστήσω και σωματικώς)», εννοώντας τον προσωρινό σωματικό θάνατο, «καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα (: Και κάθε άνθρωπος που δεν έχει ακόμη πεθάνει, αλλά ζει εδώ στη γη, εφόσον πιστεύει σε μένα, θα αντιμετωπίσει γεμάτος αφοβία τον πρόσκαιρο θάνατο, τον οποίο τρέμουν και φοβούνται οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά από μένα. Κι επειδή θα μένει πάντοτε ενωμένος με μένα, δεν θα υποστεί ποτέ τον πνευματικό θάνατο, που είναι και ο πραγματικός και ανεπανόρθωτος θάνατος)», φανερώνοντας τον πνευματικό και αληθινό θάνατο τον οποίο δε θα γνωρίσουν ποτέ όσοι πιστεύουν σε Αυτόν.

«Αφού λοιπόν εγώ είμαι η ανάσταση, μη θορυβηθείς, αν και πέθανε ήδη, αλλά πίστευε· διότι αυτό δεν είναι θάνατος». Πρώτα παρηγόρησε αυτή για το συμβάν και της έδωσε ελπίδες και με το να πει ότι «Θα αναστηθεί» και με το να πει «Εγώ είμαι η ανάσταση», και ότι θα αναστηθεί, και αν ακόμη πεθάνει, δε θα πάθει τίποτε. Ώστε δεν πρέπει να νιώθει φρίκη για αυτόν τον θάνατο. Αυτό επίσης που λέγει, σημαίνει το εξής, ότι «ούτε αυτός έχει πεθάνει, ούτε εσείς θα πεθάνετε)». «Το πιστεύεις αυτό;». Λέγει εκείνη: «Πιστεύω ότι Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που επρόκειτο να έλθει στον κόσμο». Έχω τη γνώμη ότι η γυναίκα δεν αντιλήφτηκε το νόημα των λόγων του Χριστού. Αλλά ότι μεν σήμαινε κάτι το σπουδαίο το αντιλήφτηκε, δεν αντιλήφτηκε όμως το όλο νόημα αυτού· για τον λόγο αυτόν, άλλο ρωτήθηκε και άλλη απάντηση δίνει. Καταρχήν λοιπόν εκείνο ήταν το κέρδος της, η κατάπαυση του πένθους της· διότι τέτοια είναι η δύναμη των λόγων του Χριστού. Για τον λόγο αυτόν και εκείνη πρόλαβε και αυτή ακολούθησε· διότι η ευνοϊκή τους διάθεση απέναντι στον Διδάσκαλο, δεν επέτρεπε να σκέπτονται το συμβάν και να βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα γι’ αυτό σε μεγάλο βαθμό. Ώστε μαζί με τη χάρη του Θεού και η σκέψη των γυναικών ήταν φιλοσοφημένη και η διάνοιά τους καρτερική.

[Υπομνηματισμός των εδαφίων 11, 30-40] «Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρα, εἰποῦσα· Ὁ Διδάσκαλος πάρεστι, καὶ φωνεῖ σε(:Αφού είπε αυτά τα λόγια, έφυγε και ειδοποίησε κρυφά την αδελφή της Μαρία να έλθει, λέγοντας: ‘’Ο Διδάσκαλος είναι εδώ και σε φωνάζει’’). Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ, καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν (: Εκείνη, αμέσως μόλις το άκουσε αυτό, σηκώθηκε και ξεκίνησε να Τον συναντήσει). Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ᾿ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα (: Στο μεταξύ όμως ο Ιησούς δεν είχε έλθει ακόμη μέσα στο χωριό, αλλά ήταν στο μέρος που τον είχε υποδεχθεί η Μάρθα˙ διότι ήθελε να επισκεφθεί τον τάφο του Λαζάρου μόνος Του, μαζί με τους μαθητές Του και τις δύο αδελφές του Λαζάρου)».

Είναι μεγάλο αγαθό η φιλοσοφία· και λέγοντας «φιλοσοφία» εννοώ τη δική μας φιλοσοφία· διότι τα διδάγματα των ειδωλολατρών, τα φιλοσοφήματά τους είναι μόνο λόγια και μύθοι· και ούτε και αυτοί οι μύθοι περιέχουν κάποιο δείγμα φιλοσοφίας, διότι όλα εκ μέρους εκείνων γίνονται για δόξα. Μέγα λοιπόν αγαθό είναι η φιλοσοφία και μας αμείβει και στην εδώ ζωή· διότι και αυτός που περιφρονεί τα χρήματα, ήδη καρπούται την ωφέλεια στην εδώ ζωή, απαλλασσόμενος από τις περιττές και ανόητες φροντίδες, και εκείνος που καταπατεί την κοσμική δόξα λαμβάνει ήδη τον μισθό στην εδώ ζωή, διότι δεν είναι δούλος κανενός, αλλά είναι πραγματικά ελεύθερος· και αυτός που επιθυμεί τα ουράνια αγαθά λαμβάνει την ανταπόδοση στην εδώ ζωή, διότι θεωρεί τα παρόντα πράγματα χωρίς καμία αξία και εύκολα νικά την όλη λύπη.

Να λοιπόν και αυτή η γυναίκα, η Μαρία, με τη φιλοσοφικότητα που επέδειξε, έλαβε τον μισθό στην εδώ ζωή· καθόσον ενώ όλοι κάθονταν πλησίον της και αυτή πενθούσε και θρηνούσε, δεν περίμενε να έλθει πρώτος ο Διδάσκαλος προς αυτήν, ούτε τα προσχήματα τήρησε, ούτε κατανικήθηκε από το πένθος· καθόσον μαζί με την άλλη ταλαιπωρία, αυτές που πενθούν έχουν και αυτήν την ασθένεια, θέλουν να τιμώνται από όσους βρίσκονται εκεί. Όμως αυτή τίποτε παρόμοιο δεν έπαθε, αλλά μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Διδάσκαλος, σηκώθηκε και ξεκίνησε η ίδια αμέσως να Τον συναντήσει.

«Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν κώμην (: Στο μεταξύ όμως ο Ιησούς δεν είχε έλθει ακόμη μέσα στο χωριό)»· βάδιζε δηλαδή αργά, για να μη φανεί ότι έρχεται με σκοπό να κάνει το θαύμα, αλλά έρχεται επειδή κλήθηκε από εκείνους. Ή λοιπόν είπε ο ευαγγελιστής για τη Μαρία ότι «ἐγείρεται ταχὺ (: σηκώνεται αμέσως)», θέλοντας να υποδηλώσει αυτό, ή θέλει να δείξει ότι έτσι έτρεξε, ώστε να προφτάσει Αυτόν καθώς ερχόταν. Έρχεται μάλιστα όχι μόνη της, αλλά έχοντας μαζί της και τους Ιουδαίους που βρίσκονταν στην οικία της. Με πάρα πολλή σύνεση για τον λόγο αυτόν και κρυφά κάλεσε αυτήν η αδελφή της, ώστε να μην ανησυχήσει αυτούς που είχαν συγκεντρωθεί εκεί· και ούτε την αιτία είπε, διότι οπωσδήποτε πολλοί θα αναχωρούσαν. Ενώ τώρα την ακολουθούσαν όλοι, με την σκέψη ότι απέρχεται για να κλάψει· και με αυτό μάλιστα πάλι επιβεβαιώνεται ότι ο Λάζαρος πέθανε [βλ. Ιω. 18, 31: «Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι, οἱ ὄντες μετ᾿ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν, ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες· ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ (: Οι Ιουδαίοι λοιπόν που ήταν μαζί με τη Μαρία στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν την είδαν να σηκώνεται βιαστική, να φεύγει από το σπίτι και να κατευθύνεται έξω από το χωριό, την ακολούθησαν λέγοντας ότι πηγαίνει στο μνημείο για να κλάψει εκεί)»].

«Ἡ οὖν Μαρία, ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ (: Όταν λοιπόν η Μαρία ήλθε εκεί που ήταν ο Ιησούς, καθώς Τον αντίκρισε, έπεσε στα πόδια Του)». Ήταν θερμότερη αυτή από την αδελφή της· ούτε το πλήθος ντράπηκε, ούτε την υπόνοια που είχε γι΄Αυτόν (διότι ήσαν πολλοί και από τους εχθρούς, που έλεγαν βέβαια «οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; (: Δεν είχε τη δύναμη αυτός που άνοιξε τα μάτια του τυφλού να κάνει εγκαίρως ό,τι χρειαζόταν για να μην πεθάνει κι αυτός;)»), αλλά απομάκρυνε όλα τα ανθρώπινα προ του διδασκάλου, και για ένα μόνο ενδιαφερόταν, για να αποδώσει τιμή στον Διδασκάλο.

Και τι λέγει; «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός (: “Κύριε, εάν ήσουν εδώ, δεν θα μου πέθαινε ο αγαπημένος μου αδελφός, αλλά θα τον θεράπευες’’)». Τι κάνει λοιπόν ο Χριστός; Καταρχήν δε λέγει τίποτε σε αυτήν, ούτε λέγει αυτά που είπε προς την αδελφή της (διότι παρευρισκόταν πολύ πλήθος και δεν ήταν καιρός για εκείνα τα λόγια), αλλά μόνο δείχνει μετριοφροσύνη και συγκατάβαση και επιβεβαιώνοντας την ανθρώπινη φύση Του, δακρύζει ήρεμα και αναβάλλει προς το παρόν το θαύμα. Επειδή δηλαδή το θαύμα ήταν μέγα και τέτοιο, που λίγες φορές έκανε, και επρόκειτο πολλοί να πιστέψουν σε Αυτόν μέσω αυτού, για να μην προβάλλει το πλήθος την πρόφαση ότι έκανε το θαύμα αυτό χωρίς την παρουσία εκείνων και δεν αποκομίσουν καμία ωφέλεια από το μέγεθος του θαύματος, αποσπά πολλούς μάρτυρες με τη συγκατάβασή Του αυτή, για να μη χάσει το θήραμα, και φανερώνει αυτό που ήταν γνώρισμα της ανθρώπινης φύσεως· δακρύζει δηλαδή και νιώθει ταραχή· διότι γνωρίζει ότι το πάθος προκαλεί συνήθως πένθος.

Έπειτα, αφού επέδειξε τη συγκίνησή Του για το πάθος (διότι το «ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν (:συγκράτησε με δριμύτητα το συναίσθημα της βαθιάς λύπης μέσα στην ψυχή Του και αντέδρασε έντονα για να επιβληθεί σε αυτό)» αυτό σημαίνει), συγκράτησε την ταραχή Του και ρωτά με τον τρόπο αυτόν: «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; (: Πού τον έχετε ενταφιάσει;)», ώστε να μην ρωτήσει με θρήνους. Και γιατί τέλος πάντων ρωτά; Επειδή δε θέλει να φανεί ότι το κάνει από μόνος Του, αλλά να φανεί ότι όλα τα πληροφορείται από εκείνους και τα κάνει παρακαλούμενος από εκείνους, ώστε να απαλλάξει το θαύμα από κάθε υποψία.

«Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς (: Όσοι ήταν εκεί Του είπαν: ‘’Κύριε, έλα να δεις’’. Και καθώς πήγαινε στον τάφο, δάκρυσε ο Ιησούς από συμπάθεια για τη θλίψη των δύο αδελφών)». Βλέπεις ότι δεν είχε ακόμη δείξει κανένα σημείο για την ανάσταση, και ούτε ότι πηγαίνει με τέτοιο σκοπό, να αναστήσει δηλαδή, αλλά ωσάν για να κλάψει; Το ότι βέβαια φαινόταν ότι πήγαινε με τέτοιο σκοπό, σαν για να θρηνήσει και όχι ωσάν για να αναστήσει, το φανερώνουν οι Ιουδαίοι, που και έλεγαν ως γνωστό: «Ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν (: Όταν λοιπόν οι Ιουδαίοι Τον είδαν να δακρύζει, έλεγαν: ‘’Δες πόσο τον αγαπούσε!’’). Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; (: Μερικοί όμως απ’ αυτούς πήραν αφορμή να εκδηλώσουν την αρνητική τους διάθεση και είπαν: ‘’Δεν είχε τη δύναμη αυτός που άνοιξε τα μάτια του τυφλού να κάνει εγκαίρως ό,τι χρειαζόταν για να μην πεθάνει κι αυτός;’’)».

Ούτε και κατά τις συμφορές εγκαταλείπουν την πονηρία τους, μολονότι βέβαια ήταν πολύ πιο θαυμαστό αυτό που πρόκειται να κάνει· διότι από το να σταματήσει τον θάνατο καθώς επέρχεται, πολύ μεγαλύτερο είναι το να νικήσει αφού έλθει και να τον απομακρύνει. Από αυτά δηλαδή για τα οποία έπρεπε να θαυμάζουν τη δύναμή Του, από αυτά Τον διαβάλλουν. Κατ’ αρχήν ομολογούν ότι άνοιξε τους οφθαλμούς του τυφλού και ενώ πρέπει να Τον θαυμάζουν για εκείνο, με αυτό και εκείνο διαβάλλουν, σαν να μη συνέβη. Και δεν αποδεικνύονται μόνο από αυτό ότι όλοι ήσαν διεφθαρμένοι, αλλά και από το ότι, πριν ακόμη έλθει και πριν δείξει τη δύναμή Του, Τον κατηγορούν εκ των προτέρων, και δεν περιμένουν την έκβαση της υποθέσεως. Είδες πώς είναι διεφθαρμένη και κακόβουλη η σκέψη τους;

Έρχεται λοιπόν στο μνήμα και πάλι αντιδρά και επιτιμά το δυσάρεστο αυτό συναίσθημα που Τον κατέβαλε. Και γιατί τέλος πάντων ο ευαγγελιστής τονίζει συνέχεια με τόση επιμονή και λέγει ότι δάκρυσε και ότι ένιωσε συγκίνηση; Για να μάθεις ότι πραγματικά έφερε τη δική μας φύση. Επειδή δηλαδή είναι φανερό ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος διηγείται περί του Κυρίου και κατά πολύ περισσότερο από τους άλλους ευαγγελιστές τα πολύ σπουδαία έργα και λόγια Αυτού, ομιλεί και εδώ για τα σωματικά γνωρίσματά Του με πολύ ανθρώπινες εκφράσεις.

Τίποτε δηλαδή παρόμοιο δεν είπε για τον θάνατό Του, από αυτά που είπαν οι άλλοι ευαγγελιστές, όπως ότι έγινε περίλυπος [Ματθ. 26, 38: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ (: Η ψυχή μου είναι τόσο πολύ λυπημένη, ώστε να κινδυνεύω να πεθάνω απ’ τη λύπη. Μείνετε εδώ άγρυπνοι μαζί μου)» και Μάρκ. 14, 34: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε (: Είναι καταλυπημένη η ψυχή μου τόσο πολύ, που να κινδυνεύω να πεθάνω. Μείνετε εδώ και μείνετε άγρυπνοι)»], ότι καταλήφθηκε από αγωνία, αλλά εντελώς το αντίθετο, ότι δηλαδή τους έριξε υπτίους [Ιω. 18, 6: «ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί (: Όταν λοιπόν είπε στους στρατιώτες που είχαν έρθει για να Τον συλλάβουν: «εγώ είμαι», αυτοί, επειδή κυριεύθηκαν από φόβο μπροστά στη θεϊκή Του δύναμη, οπισθοχώρησαν κι έπεσαν κάτω στη γη)»].

Αυτό λοιπόν που παρέλειψε ο ευαγγελιστής Ιωάννης να τονίσει στις περιπτώσεις εκείνες, το συμπλήρωσε εδώ με το πένθος· διότι ομιλώντας για τον θάνατό Του, λέγει: «οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου (: Κανείς δεν έχει τη δύναμη να πάρει τη ζωή μου και να με θανατώσει εάν δεν το θελήσω εγώ. Αλλά εγώ από μόνος μου την παραδίδω. Έχω εξουσία να προσφέρω τη ζωή μου κι έχω εξουσία πάλι να την πάρω πίσω. Αυτή την εντολή πήρα από τον Πατέρα μου, να θυσιάσω τη ζωή μου πάνω στον σταυρό και να την πάρω πάλι με την Ανάσταση. Έτσι θα αναδειχθώ ο αιώνιος αρχιερέας και μεσίτης για τη σωτηρία των προβάτων μου)» [Ιω. 10, 18] και δεν αναφέρει εκεί τίποτε το ταπεινό. Για τον λόγο αυτόν και κατά το σταυρικό πάθος Του αναφέρουν πολύ το ανθρώπινο στοιχείο Του, για να φανερώσουν με αυτό ότι είναι αληθής η κατ΄οικονομία ενσάρκωσή Του. Και ο μεν Λουκάς το επιβεβαιώνει αυτό από την αγωνία και την ταραχή και τον ιδρώτα Του [Λουκά 22, 43-44: «ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν. καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν (: Εμφανίστηκε τότε σε Αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό, και ενίσχυε τις σωματικές Του δυνάμεις, που είχαν εξαντληθεί μέχρι λιποθυμίας. Στο μεταξύ Τον κατέλαβε αγωνία και γι’ αυτό προσευχόταν τώρα θερμότερα και με περισσότερη επιμονή. Και ο ιδρώτας Του έγινε άφθονος και πηχτός σαν κομμάτια πηγμένου αίματος που πέφτουν στη γη)»], ενώ ο Ιωάννης επιβεβαιώνει και την ανθρώπινη φύση του Κυρίου από το πένθος Του αυτό μπροστά από τον τάφο του Λαζάρου: «᾿Ιησοῦς οὖν πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾿ αὐτῷ (: Ο Ιησούς λοιπόν, ενώ πάλι προσπαθούσε να συγκρατήσει μέσα Του τη συγκίνηση, ήλθε στο μνημείο. Το μνημείο αυτό ήταν μια σπηλιά ανοιγμένη σε βράχο, που την είσοδό της την έφραζε μια μεγάλη πέτρα)» [Ιω. 18, 38]. Δε θα κυριευόταν δηλαδή από το πένθος μία και δυο φορές, εάν δεν έφερε τη δική μας φύση.

Τι κάνει λοιπόν ο Ιησούς; Για μεν τις κατηγορίες τους δεν δίνει καμία απάντηση (διότι τι χρειαζόταν να αποστομώνει αυτούς με λόγια, αφού επρόκειτο αμέσως να το πάθουν αυτό με έργα, πράγμα που ήταν λιγότερο ενοχλητικό και ικανό να καταντροπιάσει αυτούς περισσότερο;), λέγει όμως: «ἄρατε τὸν λίθον (: Σηκώστε τον λίθο)». Γιατί τέλος πάντων δεν κάλεσε τον Λάζαρο να αναστηθεί όσο Εκείνος δεν ήταν ακόμη παρών και δεν τον παρουσίασε; Και πόσο μάλλον γιατί δεν τον ανάστησε ενώ ο λίθος βρισκόταν επάνω στον τάφο; (καθόσον Αυτός που μπορούσε να θέσει σε κίνηση σώμα νεκρό δια της φωνής Του και να το παρουσιάσει πάλι με ζωή, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να κινήσει λίθο με τη φωνή Του· αυτός που έδωσε με τη φωνή Του την ικανότητα να βαδίσει εκείνος που ήταν δεμένος με σπάργανα και που εμποδιζόταν από αυτά, πολύ περισσότερο θα μπορούσε λίθο να κινήσει. Τι λέω; Θα μπορούσε να το κάνει αυτό και απών).

Γιατί λοιπόν τέλος πάντων δεν το έκανε; Για να κάνει αυτούς μάρτυρες του θαύματος, για να μη λέγουν αυτό που έλεγαν και για τον τυφλό [Ιω. 9, 8-9: «Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι (: Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: ‘’Δεν είναι αυτός που καθόταν και ζητούσε από τους διαβάτες ελεημοσύνη;’’. Μερικοί έλεγαν: ‘’Αυτός είναι’’. Άλλοι όμως έλεγαν ότι δεν είναι αυτός, αλλά κάποιος άλλος που του μοιάζει. Ο ίδιος όμως έλεγε ότι ‘’εγώ είμαι ο τυφλός που παλαιότερα ζητούσα ελεημοσύνη’’)»]· διότι τα χέρια και το γεγονός ότι ήλθε στο μνημείο επιβεβαίωναν ότι Αυτός ήταν.

Ώστε εάν δεν μετέβαιναν στο μνημείο, θα τον θεωρούσαν και φάντασμα ή θα νόμιζαν ότι βλέπουν άλλον αντί άλλου. Τώρα όμως με το να έλθουν στον τόπο του μνημείου και να σηκώσουν τον λίθο και το να δώσει εντολή να λύσουν από τα δεσμά τον σπαργανωμένο νεκρό [Ιω. 11, 43-44: «καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν (: Και αφού τα είπε αυτά, δείχνοντας την κυριαρχική εξουσία Του και πάνω στον ίδιο τον θάνατο, κραύγασε: ‘’Λάζαρε, βγες έξω’’. Και ο νεκρός βγήκε από το μνημείο με τα πόδια και τα χέρια του δεμένα με επιδέσμους, και το πρόσωπό του περιτυλιγμένο και σκεπασμένο με ένα πλατύ ύφασμα. Τότε είπε ο Ιησούς σε εκείνους που παρευρίσκονταν εκεί: ‘’Λύστε τον και αφήστε τον μόνο και χωρίς βοηθό να πάει στο σπίτι του’’)] και το να αναγνωρίσουν αυτόν οι φίλοι του από τα σπάργανα και να πουν, ότι αυτός είναι και το να μην τον εγκαταλείψουν οι αδελφοί του και το να πει η μία αδελφή: «Ήδη μυρίζει· διότι τέσσερις ημέρες είναι νεκρός», όλα αυτά πλέον ήσαν ικανά να αποστομώσουν τους αγνώμονες, με το να γίνουν οι ίδιοι μάρτυρες του θαύματος.

Για τον λόγο αυτόν τους λέγει να σηκώσουν τον λίθο από τον τάφο, για να δείξει ότι ανασταίνει αυτόν· για τον λόγο αυτό και ρωτάει: «Πού τον έχετε θέσει;», ώστε αυτοί που είπαν: «Έλα και δες», και Τον οδήγησαν εκεί, να μην μπορούν να πουν ότι άλλον ανέστησε, ώστε και η ίδια η φωνή τους και τα χέρια τους να γίνουν μάρτυρες (η μεν φωνή τους που έλεγε «Έλα και δες», ενώ τα ίδια τα χέρια τους με το να αρπάξουν τον λίθο και να λύσουν τα σπάργανα), και οι οφθαλμοί τους και η ακοή τους (η μεν ακοή τους που άκουσε τη φωνή του Κυρίου προς τον νεκρό Λάζαρο: ’’Λάζαρε, δεῦρο ἔξω’’, οι δε οφθαλμοί τους που τον είδαν να εξέρχεται αναστημένος από τον τάφο) και η όσφρησή τους, με το ότι αντιλήφθηκε τη δυσωδία· διότι λέγει: «Ήδη μυρίζει· διότι είναι τέσσερις ημέρες νεκρός». Ώστε είχαν δίκιο που έλεγαν ότι η γυναίκα δεν αντιλήφθηκε τίποτε από εκείνα που είπε ο Χριστός, ότι «και αν ακόμη πεθάνει, θα ζήσει».

Πρόσεχε λοιπόν τι λέγει εδώ, επειδή φαινόταν πλέον αδύνατο το πράγμα εξαιτίας του χρόνου που πέρασε· καθόσον ήταν παράξενο το να αναστήσει νεκρό τεσσάρων ημερών και αποσυνθεμένο. Και στους μεν μαθητές είπε: «αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς (: Όταν όμως το άκουσε αυτό ο Ιησούς είπε: ‘’Αυτή η ασθένεια δεν θα καταλήξει σε ανεπανόρθωτο θάνατο, αλλά εμφανίστηκε για να λάμψει η δόξα και η δύναμη του Θεού. Εμφανίστηκε δηλαδή για να δοξασθεί με την ασθένεια αυτή ο Υιός του Θεού, διότι θα Του δοθεί η ευκαιρία να δείξει την υπερφυσική Του δύναμη και να επιβεβαιώσει περίτρανα τη θεϊκή Του φύση και αποστολή’’)» [Ιω. 11, 4], δηλώνοντας με αυτό τον εαυτό Του, ενώ στη γυναίκα είπε: «Οὐκ εἶπόν σοι, ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψεις τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; (: ‘’Δεν σου είπα ότι εάν πιστέψεις, θα δεις τον ένδοξο θρίαμβο της παντοδυναμίας του Θεού εναντίον του θανάτου με την ανάσταση του αδελφού σου; Αυτή θα είναι το σύμβολο και το προμήνυμα της κοινής αναστάσεως όλων των ανθρώπων’’)», ομιλώντας για τον Πατέρα. Βλέπεις ότι η πνευματική αδυναμία των ακροατών γίνεται αιτία να διαφέρουν τα λόγια που τους απευθύνει κάθε φορά; Υπενθυμίζει εκείνα που είπε προς αυτήν, σχεδόν επιτιμώντας την, σαν να τα λησμόνησε. Ή επειδή δεν ήθελε από την αρχή να εκπλήξει τους παρευρισκόμενους, της λέει με ηρεμία: «Δεν σου είπα, ότι εάν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;».

[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 11, 41-42]

«Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω, καὶ εἶπε· Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου (: Μετά λοιπόν από την παρατήρηση αυτή του Κυρίου έβγαλαν την πέτρα από την είσοδο του σπηλαίου, όπου βρισκόταν ο νεκρός. Ο Ιησούς τότε ύψωσε τα μάτια Του στον ουρανό και είπε: ‘’Πάτερ, είμαι βέβαιος ότι θα συντελεσθεί αμέσως το θαύμα και σε ευχαριστώ που με άκουσες). Ἐγὼ δὲ ᾔδειν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις, ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς. Αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουσθώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα’’)» [Ιω. 11, 41-42].

Αυτό που πολλές φορές είπα, αυτό και τώρα θα πω, ότι ο Χριστός δεν αποβλέπει τόσο προς τη δική Του αξία, όσο προς τη σωτηρία τη δική μας, ούτε πώς να πει κάτι το σπουδαίο, αλλά κάτι που να μπορεί να μας προσελκύσει κοντά Του. Για τον λόγο αυτόν τα μεν υψηλά και μεγάλα νοήματα είναι λίγα στους λόγους Του και αυτά συγκεκαλυμμένα, ενώ τα ταπεινά και ασήμαντα νοήματα καταπλημμυρίζουν τους λόγους Του. Επειδή δηλαδή με αυτά συγκινούνταν περισσότερο, αυτά και προτιμά, και ούτε αυτά τα φανερώνει εξ ολοκλήρου ώστε να μη βλαφτούν όσοι θα πίστευαν στο μέλλον, ούτε τα αποσιωπά, ώστε να μη σκανδαλισθούν οι τότε πιστοί· διότι εκείνοι μεν που εξήλθαν από την ταπεινότητα θα μπορέσουν και από ένα υψηλό δόγμα να αντιληφθούν το παν, ενώ εκείνοι που εξακολουθούν να ζουν στην ταπεινότητα, εάν δεν τα άκουγαν αυτά πολλές φορές, δε θα ήταν δυνατόν ούτε καν να Τον πλησιάσουν.

Όταν λοιπόν ούτε και μετά από τα τόσα βλέπουν και ακούνε δε μένουν κοντά Του, αλλά και Τον λιθοβολούν και Τον εκδιώκουν και προσπαθούν να Τον φονεύσουν και Τον ονομάζουν βλάσφημο, και όταν μεν εξισώνει τον εαυτό Του με τον Θεό, λέγουν τα εξής: «τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; (: Γιατί ο άνθρωπος αυτός μιλάει έτσι και ξεστομίζει βλασφημίες; Ποιός άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ένας, ο Θεός;» [Μαρκ. 2, 7], ενώ όταν λέγει: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου (: έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου)» [Ματθ. 9, 2], Τον αποκαλούν ακόμη και δαιμονισμένο, όπως ακριβώς πάλι και όταν λέγει ότι αυτός που ακούει τα λόγια Του δεν έχει να φοβηθεί τον θάνατο, ή και όταν λέγει «ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι (: εγώ είμαι αχώριστα ενωμένος με τον Πατέρα μου, και γι’ αυτό είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι και μένει μέσα μου)» [Ιω. 14, 10], Τον εγκαταλείπουν, και σκανδαλίζονται πάλι, όταν λέγει ότι έχει κατεβεί από τον ουρανό, τότε λοιπόν καμία απολογία δε θα έχουν ενώπιον του φοβερού βήματος του Κυρίου κατά την ημέρα της τελικής κρίσεως.

Εάν λοιπόν δεν υπέφεραν αυτά που σπανίως λέγονταν, με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσαν να Τον προσέχουν και εάν όλος ο λόγος Του ήταν γεμάτος από υψηλά νοήματα και εκφράζονταν με αυτόν τον τρόπο. Όταν λοιπόν λέγει «καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ (: σύμφωνα με την εντολή που μου έδωσε ο Πατέρας, ο οποίος θέλει με το θάνατό μου να σωθούν οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς κάνω)» [Ιω. 14, 31] και ότι «κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα ἀλλ᾿ ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε (: Και εμένα γνωρίζετε και από πού κατάγομαι ξέρετε. Αλλά η γνώση σας αυτή δεν είναι πλήρης. Εσείς γνωρίζετε μόνο ότι είμαι από τη Ναζαρέτ. Κι όμως δεν έχω έλθει από μόνος μου, όπως εσείς υποθέτετε, αλλά η αποστολή μου είναι γνήσια και αληθινή, διότι είναι πραγματικός και αληθινός ο Θεός που με έστειλε, αλλά εσείς δεν τον γνωρίζετε)» [Ιω. 7, 28], τότε πιστεύουν. Και το ότι τότε γίνεται φανερό από το ότι το επισήμανε αυτό ο Ευαγγελιστής με τα λόγια, «Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν (: Και καθώς τα έλεγε αυτά ο Ιησούς, πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν ότι είναι ο Μεσσίας)» [Ιω. 8, 30].

Εάν λοιπόν οι μεν ταπεινοί λόγοι προσείλκυαν στην πίστη, οι δε υψηλοί απομάκρυναν, πώς δεν αποτελεί μεγίστη ανοησία να μη θεωρούμε ότι οι ταπεινοί λόγοι ειπώθηκαν εξαιτίας των ακροατών; Διότι και σε άλλη περίπτωση, θέλοντας να πει κάτι το σπουδαίο, σιώπησε, αφού πρόσθεσε αυτήν την αιτία και είπε: «ἵνα δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον (: Για να μην τους σκανδαλίσουμε όμως και παρεξηγώντας το παράδειγμά μας παρακινηθούν απ’ αυτό να περιφρονούν τον ναό, πήγαινε στη θάλασσα και ρίξε το αγκίστρι)» [Ματθ. 17, 27], πράγμα λοιπόν που κάνει και εδώ· διότι μετά τα λόγια: «Ἐγὼ δὲ ᾔδειν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς)», πρόσθεσε «ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν (: αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουσθώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα)». Μήπως είναι δικά μας τα λόγια; Μήπως είναι ανθρώπινη σκέψη; Όταν λοιπόν κανείς δεν ανέχεται από τα γραμμένα να πειστεί, διότι σκανδαλίζονταν με τα υψηλού περιεχομένου λόγια, ακούγοντας τον Χριστό να λέγει ότι γι’ αυτό ομιλεί με ταπεινά λόγια, για να μη σκανδαλισθούν, πώς λοιπόν θα σκεφτεί ότι είναι λόγια ευτελή εκ φύσεως και όχι εκ συγκαταβάσεως;

Έτσι και σε άλλη περίπτωση, όταν ακούστηκε φωνή από τον ουρανό, έλεγε: «οὐ δι᾿ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι᾿ ὑμᾶς (: Δεν έγινε η φωνή αυτή για μένα, που γνωρίζω πόσο πολύ με αγαπά ο Πατέρας μου, αλλά για σας˙ για να πληροφορηθείτε ότι αυτός με έχει αποστείλει στον κόσμο)» [Ιω. 12, 30], αν και βέβαια εκείνος που διαθέτει πνευματικό ύψος μπορεί να χρησιμοποιεί πολλές ταπεινές εκφράσεις για τον εαυτό του, ενώ ο ταπεινός δεν επιτρέπεται να λέγει για τον εαυτό του κάτι το ανώτερο και το υψηλό. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται αυτό από συγκατάβαση και έχει ως αιτία την πνευματική αδυναμία των διδασκομένων, και πόσο μάλλον να τους προτρέψει στο να αποβλέπουν προς την ταπεινοφροσύνη και να τους υπενθυμίσει ότι περιβάλλονται από σάρκα και να διδάξει τους ακροατές να μη λένε τίποτε το μεγάλο για τον εαυτό τους· επίσης να ήθελε στην προκειμένη περίπτωση ο Κύριος να δείξει το ότι Τον θεωρούσαν αντίθετο από τον Θεό και το ότι δεν γινόταν πιστευτό ότι είχε έλθει από τον Θεό και το ότι Τον υποπτεύονταν ότι τάχα κατέλυε τον νόμο και ότι Τον φθονούσαν οι ακροατές και το ότι είχαν εχθρική διάθεση απέναντί Του (διότι έλεγε ότι είναι ίσος με τον Θεό). Στη δεύτερη περίπτωση, αντίθετα, το να είναι κανείς ταπεινός και να λέγει για τον εαυτό του κάτι το υψηλό, δεν έχει πραγματικά καμία αιτία ούτε εύλογη ούτε παράλογη, αλλά είναι μόνο ανοησία, αναίδεια και τόλμη ασυγχώρητη.

Για ποιο λόγο λοιπόν ομιλεί με ταπεινές εκφράσεις ο Κύριος, ενώ προέρχεται από την απερίγραπτη και μεγάλη εκείνη ουσία; Και εξαιτίας των όσων ειπώθηκαν και για να μη θεωρηθεί αγέννητος· καθόσον ο Παύλος φαίνεται να φοβάται κάτι παρόμοιο. Για τον λόγο αυτόν έλεγε: «πάντα γὰρ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ. ὅταν δὲ εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ πάντα (: διότι, όπως διακηρύσσεται στους ψαλμούς, ο Πατήρ υπέταξε κάτω από τα πόδια του Χριστού τα πάντα, άρα λοιπόν και τον θάνατο. Όταν λοιπόν ο Θεός και Πατήρ πει στον Χριστό ότι «όλα πλέον έχουν υποταχθεί σε Εσένα» θα είναι φανερό ότι από την υποταγή αυτή θα εξαιρείται ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος υπέταξε στον Χριστό τα πάντα)» [Α΄ Κορ. 15, 27]· διότι αυτό θα ήταν ασέβεια και το να το σκεφτεί κανείς.

Εάν λοιπόν ήταν κατώτερος από τον Πατέρα Του και είχε διαφορετική ουσία και θεωρείτο ίσος, δε θα έκανε τα πάντα, ώστε να μη σχηματιστεί αυτή η γνώμη; Ενώ τώρα Αυτός κάνει το αντίθετο, λέγοντας: «εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι (: Εάν δεν κάνω τα υπερφυσικά έργα που μου ζητά ο Πατέρας μου και με βοηθά να τα εκτελώ, και ουσιαστικά αυτά είναι τα ίδια τα έργα του Πατέρα μου, μην πιστεύετε στη μαρτυρία του στόματός μου και στις δικές μου διαβεβαιώσεις)» [Ιω. 10, 37]· και με το να λέγει δε ότι «ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι (: είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι και μένει μέσα μου)» [Ιω. 14, 10].

Έπρεπε επίσης, εάν ήταν βέβαια κατώτερος, με πολλή σφοδρότητα να εξαλείψει αυτήν την σκέψη, και ούτε καν να πει: ««ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι (: είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι και μένει μέσα μου)» ή ότι «ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν (: εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα κι έχουμε την ίδια φύση και την ίδια δύναμη και θέληση και εξουσία˙ όλα τα έχουμε κοινά)» [Ιω. 10, 30] ή ότι «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα (: Εκείνος που έχει δει εμένα κι έχει εκτιμήσει κατάλληλα την αλήθεια της διδασκαλίας μου, την αγιότητα της ζωής μου και τη θαυματουργική δράση μου, είδε και τον Πατέρα. Διότι εγώ είμαι ο φυσικός Υιός του, και μέσα από την ανθρώπινη φύση μου εκλάμπει η αλήθεια και η δόξα και η αγιότητα του Πατρός μου)» [Ιω. 14, 9].

Καθόσον και όταν μιλούσε για τη δύναμη έλεγε: «ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» [Ιω. 10, 30]· και όταν ομιλούσε για την εξουσία, πάλι έλεγε: «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ (: Ο Υιός ακόμη και νεκρούς θα αναστήσει. Διότι, όπως ο Πατήρ ανασταίνει τους νεκρούς και τους δίνει ζωή, έτσι και ο Υιός έχει απεριόριστη εξουσία και δύναμη ώστε να δίνει ζωή όχι μόνο φυσική αλλά και πνευματική. Και την πνευματική αυτή ζωή την μεταδίδει σ’ όποιον θέλει και σε όποιον κρίνει άξιο να την μεταδώσει)» [Ιω. 5, 21], πράγμα που δεν ήταν δυνατόν να το κάνει εάν ήταν από άλλη ουσία. Και αν ακόμη ήταν δυνατό αυτό, δεν έπρεπε να το πει, για να μη σκεφτούν ότι είναι Αυτός και ο Πατήρ μία και η ίδια ουσία· διότι, εάν για να μην υποπτευτούν ότι είναι αντίθετος με τον Θεό, πολλές φορές λέγει και αυτά που δεν ταιριάζουν σε Αυτόν, πολύ περισσότερο έπρεπε τότε.

Τώρα όμως με το να λέγει «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα (: Κι έδωσε ο Πατήρ όλη αυτή την εξουσία στον Υιό, για να τιμούν και να λατρεύουν όλοι τον Υιό όπως τιμούν και λατρεύουν τον Πατέρα. Εκείνος που δεν τιμά τον Υιό, δεν τιμά ούτε τον Πατέρα, που τον απέστειλε στον κόσμο) [Ιω. 5, 23], καθώς επίσης, «ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ (: Αληθινά σας βεβαιώνω ότι υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ του Υιού και του Πατρός. Γι’ αυτό ο Υιός είναι φυσικώς αδύνατο να κάνει από τον εαυτό Του τίποτε, εάν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει αυτό. Είναι που ενεργεί ο Πατήρ, αυτά κάνει και ο Υιός ακριβώς όπως τα κάνει ο Πατήρ. Διότι είναι κοινή και μία η θέληση, η δύναμη και η ενέργεια Πατρός και Υιού)» [Ιω. 5, 19], και το να ονομάζει τον εαυτό Του ανάσταση και ζωή και φως του κόσμου, αποδεικνύουν ότι εξισώνει τον εαυτό Του με τον Πατέρα και φανερώνουν τη γνώμη που είχαν εκείνοι.

Είδες πως λέγει τόσα πολλά και απολογείται ότι δεν καταργεί τον νόμο, ενώ τη γνώμη της ισότητάς Του προς τον Πατέρα όχι μόνο δεν απορρίπτει, αλλά και την επιβεβαιώνει: Έτσι και όταν είπαν ότι «περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν (: Δεν θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για κάποιο καλό έργο από εκείνα που λες ότι έκανες. Αλλά θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για τη βλασφημία που ξεστόμισες, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό και λες ότι είσαι ένα με τον Θεό)»[Ιω. 10, 33], το επιβεβαίωσε αυτό από την ισότητα των έργων Του.

Και γιατί λέγω ότι ο Υιός το έκανε αυτό, την στιγμή που και ο Πατέρας που δεν έλαβε σάρκα, κάνει το ίδιο; Καθόσον και Αυτός ανεχόταν να λέγονται πολλά ταπεινά για αυτόν χάριν της σωτηρίας των ακροατών· διότι το «Ἀδάμ, ποῦ εἶ; (: Αδάμ, πού είσαι;)» [Γεν. 3, 9] και το «εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ (: θα κατεβώ λοιπόν εκεί, για να δω εάν πράγματι οι αμαρτίες τους είναι όπως οι κραυγές που ανέρχονται προς εμένα ή όχι. Οπωσδήποτε θέλω να μάθω)» [Γεν. 18, 21] και το «νῦν γὰρ ἔγνων, ὅτι φοβῇ σὺ τὸν Θεὸν (: διότι τώρα κατάλαβα καλά ότι εσύ σέβεσαι και λατρεύεις τον Θεό)» [Γεν. 22, 12] και το «ἐὰν ἄρα ἀκούσωσι (: ίσως και να υπακούσουν)»» [Ιεζ. 3, 11] και το «ἐὰν ἄρα ἐνδῶσι (: ίσως και συνετιστούν)» και «τίς δώσει εἶναι οὕτω τὴν καρδίαν αὐτῶν ἐν αὐτοῖς (: ποιος θα δώσει σε αυτούς μία τέτοια καρδιά ώστε να με ευλαβούνται;)» [Δευτ. 5, 29] και οι λόγοι «οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι ἐν θεοῖς, Κύριε (: κανένας από τους θεούς των ειδωλολατρικών λαών δεν μπορεί να συγκριθεί με Εσένα, Κύριε)» [Ψαλμ. 85, 8] και πολλά άλλα παρόμοια εάν ήθελε κάποιος να εκλέξει από την Παλαιά Διαθήκη, θα τα βρει να είναι ανάξια της αξίας του Θεού.

Και στην περίπτωση του Αχαάβ έχει λεχθεί: «τίς ἀπατήσει τὸν Ἀχαὰβ (: ποιος και με ποιο τρόπο θα εξαπατήσει τον Αχαάβ;)» [Β΄Παραλ. 18, 19]. Και το να συγκρίνει αυτόν συνεχώς με τους ειδωλολατρικούς θεούς, όλα αυτά είναι ανάξια του Θεού, υπό άλλη όμως σκοπιά γίνονται άξια· καθόσον τόσο φιλάνθρωπος είναι, ώστε χάριν της σωτηρίας μας να παραβλέπει και τους λόγους εκείνους που αρμόζουν στην αξία Του· διότι και το ότι έγινε άνθρωπος είναι ανάξιο, και το ότι έλαβε μορφή δούλου και μιλούσε με ταπεινά λόγια και περιβαλλόταν τα ταπεινά, είναι μεν ανάξια γι΄Αυτόν , εάν κάποιος ήθελε να συγκρίνει προς τη θεία εκείνη αξία, άξια δε, εάν αναλογιστεί κανείς τον απερίγραπτο πλούτο της φιλανθρωπίας Του.

Υπάρχει επίσης και άλλη αιτία της ταπεινότητας των εκφράσεων που χρησιμοποιεί. Ποια είναι αυτή; Το ότι τον μεν Πατέρα και Τον γνώρισαν και Τον ομολογούσαν, ενώ Αυτόν δεν Τον γνώρισαν. Για τον λόγο αυτόν καταφεύγει συνεχώς σε Εκείνον που έχει ομολογηθεί, επειδή Αυτός δεν ήταν ακόμη αξιόπιστος. Όχι λόγω της δικής Του ευτέλειας, αλλά εξαιτίας της αφροσύνης των ακροατών και της πνευματικής αδυναμίας τους. Για τον λόγο αυτόν και προσεύχεται και λέγει: «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου (: Πάτερ, είμαι βέβαιος ότι θα συντελεσθεί αμέσως το θαύμα και σε ευχαριστώ που με άκουσες)». Διότι, εάν ζωοποιεί εκείνους που θέλει και ζωοποιεί όπως και ο Πατήρ, για ποιο λόγο παρακαλεί τον Πατέρα;

[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ιω. 11, 41-48]

Όμως είναι ώρα πλέον να εξετάσουμε αυτό το χωρίο. «Ἦραν οὖν τὸν λίθον, οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω, καὶ εἶπε· (: Μετά λοιπόν από την παρατήρηση αυτή του Κυρίου έβγαλαν την πέτρα από την είσοδο του σπηλαίου, όπου βρισκόταν ο νεκρός. Ο Ιησούς τότε ύψωσε τα μάτια Του στον ουρανό και είπε:) «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου (: Πάτερ, είμαι βέβαιος ότι θα συντελεσθεί αμέσως το θαύμα και σε ευχαριστώ που με άκουσες). Ἐγὼ δὲ ᾔδειν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις, ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς. Αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουσθώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα’’)».

Ας ρωτήσουμε λοιπόν τον όποιον αιρετικό: «Από την προσευχή έλαβε τη δύναμη και ανέστησε τον νεκρό; Πώς λοιπόν έκανε τα άλλα θαύματα χωρίς προσευχή, λέγοντας:’’ τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν (: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, βγες απ’ αυτόν και μην ξαναμπείς ποτέ πια μέσα του)» [Μαρκ. 9, 25] και «θέλω, καθαρίσθητι (: θέλω, καθαρίσου από τη λέπρα)» [Μαρκ. 1, 41] και «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην (: Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο σου και περπάτα)» [Ιω. 5, 8] και «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου (: έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου)» [Ματθ. 9, 2] και στη θάλασσα: «σιώπα, πεφίμωσο (: Σώπα, φιμώσου)» [Μαρκ. 4, 39];

Και τι περισσότερο έχει από τους αποστόλους, εάν και ο Ίδιος κάνει τα θαύματα κατόπιν προσευχής; Ή μάλλον ούτε εκείνοι έκαναν όλα τα θαύματα κατόπιν προσευχής, αλλά πολλές φορές και χωρίς προσευχή, επικαλούμενοι μονάχα το όνομα του Ιησού. Και αν το όνομα Αυτού είχε τόσο μεγάλη δύναμη, πώς θα είχε Αυτός ανάγκη προσευχής; Εάν είχε ανάγκη προσευχής, δε θα είχε δύναμη το όνομά Του. Όταν επίσης στην αρχή δημιουργούσε τον άνθρωπο, ποια προσευχή χρειάστηκε; Μήπως δεν υπήρξε εκεί πλήρης ισοτιμία; Διότι λέγει: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον (: ας δημιουργήσουμε άνθρωπο)» [Γεν. 1, 26]. Τι δεν θα υπήρχε ασθενέστερο, εάν είχε ανάγκη προσευχής;

Ας δούμε δε και ποια ήταν η προσευχή Του. «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου (: Πάτερ, είμαι βέβαιος ότι θα συντελεσθεί αμέσως το θαύμα και σε ευχαριστώ που με άκουσες)». Ποιος λοιπόν προσευχήθηκε ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο; Διότι, πριν να πει κάτι, λέγει: «Σε ευχαριστώ», καθιστώντας φανερό με αυτό ότι δεν έχει ανάγκη προσευχής. «Ἐγὼ δὲ ᾔδειν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς)». Αυτό το είπε όχι επειδή ο Ίδιος δεν είχε τη δύναμη, αλλά επειδή είναι μία η θέληση Αυτού και του Πατρός. Και για ποιο λόγο προσέδωσε μορφή προσευχής; Όχι εμένα, αλλά άκουσε τον Ίδιο, που λέγει: «ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουσθώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα’’)».

Διότι όλα αυτά προβάλλονται ως προσευχή, εάν την εκλάβουμε από τη γενική άποψη. Δεν είπε: «απέστειλες εμένα τον ανίσχυρο, αυτόν που γνώρισε τη δουλεία, αυτόν που δεν εκτελεί τίποτε από τον εαυτό του», αλλά αφού άφησε όλα αυτά, για να μη σκεφτείς τίποτε από αυτά, αναφέρει την πραγματική αιτία της προσευχής. «Για να μη με θεωρήσουν αντίθεο, για να μη λέγουν: ‘’Δεν προέρχεται από τον Θεό’’, για να δείξω ότι αυτό που κάνω είναι σύμφωνο με τη θέλησή Σου, σαν δηλαδή να λέγει ότι εάν ήμουν αντίθεος, δε θα ήταν δυνατό να συμβεί αυτό που συνέβη». Επίσης το «με άκουσες», λέγεται και επί φίλων και επί ισότιμων ανθρώπων. «Εγώ το γνώριζα ότι πάντοτε με ακούς»· δηλαδή «δε χρειάζομαι προσευχή για να γίνει αυτό που θέλω, αλλά για να πείσω το πλήθος, ότι έχουμε Εσύ και Εγώ μία θέληση». Γιατί λοιπόν προσεύχεσαι; Για τους πνευματικά αδύνατους και προσκολλημένους στην ύλη.

«Καὶ ταῦτα εἰπὼν, φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω (: Και αφού τα είπε αυτά, δείχνοντας την κυριαρχική εξουσία Του και πάνω στον ίδιο τον θάνατο, κραύγασε: ‘’Λάζαρε, βγες έξω’’)». Γιατί δεν είπε «εν ονόματι του Πατρός μου έλα έξω»; Γιατί δεν είπε «Πατέρα, ανάστησε αυτόν», αλλά αφού τα άφησε όλα αυτά και έλαβε θέση προσευχόμενου, φανερώνει την εξουσία Του δια των ίδιων των πραγμάτων. Διότι και αυτό είναι δείγμα της σοφίας Του, να επιδεικνύει δια μεν των λόγων Του συγκατάβαση, δια δε των έργων Του εξουσία· επειδή δηλαδή δεν μπορούσαν να Τον κατηγορήσουν για τίποτε άλλο, παρά μόνο ότι δεν προέρχεται από τον Θεό, και έτσι εξαπατούσαν πολλούς, για τούτο με υπερβολή αποδεικνύει αυτό το ίδιο και με όσα λέγει και όπως το απαιτούσε η πνευματική τους αδυναμία.

Διότι μπορούσε και με άλλο τρόπο να δείξει τη συμφωνία Του με τον Πατέρα, με την αξία Του, αλλά δεν μπορούσε να ανεβεί το πλήθος σε τόσο πνευματικό ύψος. Και λέγει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω (: Λάζαρε, βγες έξω)». Δηλαδή είναι αυτό που έλεγε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται (: Αληθινά, αληθινά σας λέω ότι έρχεται ώρα, και η ώρα αυτή ήλθε τώρα, οπότε οι άνθρωποι που είναι νεκροί πνευματικώς εξαιτίας της αμαρτίας θα ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού να τους προσκαλεί ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του. Κι όσοι ακούσουν τη φωνή του αυτή με προθυμία, έχοντας ανοιχτά τα πνευματικά τους αισθητήρια, και εγκολπωθούν όσα αυτή διδάσκει και ζητά, θα ζήσουν την αιώνια ζωή)» [Ιω. 5, 25]. Για να μη νομίσεις, λοιπόν, ότι από άλλον έλαβε αυτή τη δύναμη, σου το δίδαξε αυτό προηγουμένως και το απέδειξε δια των έργων. Και δεν είπε ‘’Αναστήσου’’, αλλά ‘’Βγες έξω’’, συνομιλώντας με τον αποθανόντα, σαν να ήταν ζωντανός.

Τι θα μπορούσε να εξισωθεί με αυτήν την εξουσία; Εάν λοιπόν δεν το κάνει αυτό με τη δική Του δύναμη, τι περισσότερο θα έχει από τους Αποστόλους, που λένε «τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ἡμῖν τί ἀτενίζετε ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν; (: γιατί μας θαυμάζετε για τη θεραπεία του ανθρώπου αυτού και γιατί έχετε καρφώσει τα μάτια σας πάνω μας, λες και με δική μας δύναμη ή λόγω της δικής μας ευσέβειας έχουμε κατορθώσει να περπατά αυτός;)» [Πράξ. 3, 12].

Διότι εάν χωρίς να το κάνει με τη δική Του δύναμη, δεν πρόσθετε αυτό που οι απόστολοι έλεγαν για τον εαυτό τους, τότε θα βρεθούν εκείνοι να δίνουν κάπως μεγαλύτερη σημασία στην απομάκρυνση της δόξας. Και σε άλλη περίπτωση: «ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι (: Άνθρωποι, τι είναι αυτά που κάνετε; Κι εμείς άνθρωποι είμαστε, με την ίδια ασθενική και θνητή φύση που έχετε κι εσείς)» [Πράξ. 14, 15]. Έπειτα, οι μεν Απόστολοι, επειδή δεν έπρατταν τίποτε από μόνοι τους, τα έλεγαν αυτά, ώστε να τους πείσουν ως προς αυτό, ενώ ο Ιησούς, εάν είχε τέτοια γνώμη για τον εαυτό Του, δε θα διέλυε την υποψία αυτήν, εάν δεν τα έπραττε με τη δική Του εξουσία; Και ποιος θα μπορούσε να το πει αυτό; Και όμως ο Χριστός κάνει το αντίθετο, λέγοντας: «είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουσθώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα». Ώστε εάν πίστευαν, δεν χρειαζόταν η προσευχή.

Εάν όμως δεν ήταν γι΄Αυτόν το να προσεύχεται, γιατί αποδίδει σε αυτούς την αιτία; Γιατί δεν είπε «για να πιστέψουν ότι δεν είμαι ίσος με Εσένα» (διότι έπρεπε, εξαιτίας της γνώμης που υπήρχε, αυτό να πει), αλλά, όταν μεν υπήρχε η υποψία εκ μέρους του πλήθους ότι καταλύει τον νόμο, ανέφερε αυτή τη λέξη (χωρίς εκείνοι να πουν τίποτε): «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι (: Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών. Δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)» [Ματθ. 5, 17] , ενώ εδώ αποδέχεται την επικρατούσα γνώμη; Και γενικά τι χρειάζονταν τόσο μεγάλες εκφράσεις και αινίγματα; Διότι ήταν αρκετό να πει «Δεν είμαι ίσος» και να απαλλαγεί από αυτή τη γνώμη.

Τι λοιπόν; «Δεν είπε», λέγει ίσως κάποιος, «ότι: δεν κάνω το θέλημα το δικό μου»; Αλλά και αυτό το είπε συγκεκαλυμμένα, και εν σχέσει με την πνευματική αδυναμία εκείνων και λαμβάνοντας αφορμή από την ίδια αιτία από την οποία έγινε και η προσευχή. Τι επίσης σημαίνει η φράση «ὅτι ἤκουσάς μου (: διότι με ακούσες)»; Δηλαδή «δεν αντιτίθεμαι καθόλου προς Εσένα». Όπως ακριβώς λοιπόν το «ότι με άκουσες» δε φανερώνει αυτό, ότι δηλαδή δεν μπόρεσε Αυτός (διότι εάν συνέβαινε αυτό, δε θα ήταν μόνο αδυναμία, αλλά και άγνοια, εφόσον πριν από την προσευχή δε γνώριζε ότι πρόκειται να συγκατανεύσει ο Θεός· εάν λοιπόν δεν τον γνώριζε, πώς έλεγε «πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν (: πηγαίνω για να τον ξυπνήσω)» [Ιω. 11, 11] και δεν είπε «Πηγαίνω για να προσευχηθώ στον Πατέρα μου για να τον ξυπνήσει»;).

Όπως ακριβώς λοιπόν αυτό δεν φανερώνει αδυναμία, αλλά συμφωνία, έτσι και το «πάντοτέ μου ἀκούεις (: πάντοτε με ακούς)». Ή λοιπόν μπορούμε να πούμε αυτό, ή ότι ειπώθηκε εξαιτίας της γνώμης εκείνων. Εάν πάλι δεν το είπε ούτε από άγνοια ούτε από αδυναμία, είναι ολοφάνερο, ότι για τον λόγο αυτόν ομιλεί με ταπεινά λόγια, ώστε και από την υπερβολή αυτών να πειστείς και να αναγκαστείς να ομολογήσεις ότι αυτά δεν είναι λόγια της αξίας Του αλλά της συγκαταβάσεώς Του.

Τι λένε λοιπόν οι εχθροί της αλήθειας; «Δεν το είπε», λένε, «το ‘’με άκουσες’’ εξαιτίας της αδυναμίας των ακροατών του, αλλά για να δείξει την υπεροχή του». Και όμως αυτό δεν ήταν κάτι που φανέρωνε την υπεροχή Του, αλλά που μπορούσε να ταπεινώσει πάρα πολύ τον εαυτό Του και να δείξει ότι δεν έχει τίποτε περισσότερο από τον άνθρωπο· διότι η προσευχή δεν είναι γνώρισμα του Θεού, ούτε αυτού που κάθεται στον ίδιο θρόνο. Βλέπεις ότι για καμιά άλλη αιτία δεν κατέφυγε σε αυτό, παρά για την απιστία εκείνων;

Πρόσεχε λοιπόν και το έργο που επιβεβαιώνει και την αυθεντία Του. Τον κάλεσε και ο νεκρός εξήλθε δεμένος με τα σπάργανα. Έπειτα, για να μη θεωρηθεί το πράγμα φάντασμα (διότι το να εξέλθει δεμένος δεν φαινόταν λιγότερο παράδοξο από το να αναστηθεί) έδωσε εντολή να τον λύσουν, ώστε πλησιάζοντάς τον και ερχόμενοι κοντά του, να διαπιστώσουν ότι πράγματι εκείνος είναι ο πρώην τετραήμερος νεκρός Λάζαρος και λέγει: «Λύσατε αὐτὸν, καὶ ἄφετε ὑπάγειν (: ’Λύστε τον και αφήστε τον μόνο και χωρίς βοηθό να πάει στο σπίτι του’’)». Είδες που αποφεύγει την καύχηση; Δε συνοδεύει τον αναστημένο Λάζαρο, ούτε τον διατάζει να μείνει μαζί Του, ώστε να μη δώσει την εντύπωση σε μερικούς ότι επιδεικνύεται· έτσι γνώριζε να δείχνει την ταπεινοφροσύνη Του. Μετά την επιτέλεση του θαύματος, άλλοι μεν θαύμαζαν, άλλοι δε προσήλθαν και είπαν αυτό στους Φαρισαίους.

Τι κάνουν λοιπόν εκείνοι; Ενώ έπρεπε να εκπλήττονται και να θαυμάζουν, συνεδριάζουν και αποφασίζουν να φονεύσουν Αυτόν που ανέστησε τον νεκρό. Πόσο μεγάλη ανοησία! Εκείνον που κατανίκησε τον θάνατο στα σώματα των άλλων, νόμιζαν ότι θα Τον παραδώσουν στον θάνατο και λένε: «τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ; (: Τι θα κάνουμε; Ο κίνδυνος που μας παρουσιάζεται είναι μεγάλος, διότι αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα)» [Ιω. 11, 47]. «Άνθρωπο» ακόμη ονομάζουν Αυτόν εκείνοι που έλαβαν τόσο μεγάλη απόδειξη της θεότητάς Του. «Τι να κάνουμε;». Έπρεπε να πιστέψουν και να Τον λατρεύσουν και να Τον προσκυνήσουν και να μην Τον θεωρούν πλέον άνθρωπο.

«ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ῥωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος (: Αν τον αφήσουμε ελεύθερο, όπως τον είχαμε μέχρι τώρα, όλοι θα πιστέψουν σε αυτόν ότι είναι ο Μεσσίας, και είναι επόμενο να γίνει κάποια επανάσταση. Και τότε θα επέμβουν οι Ρωμαίοι και θα μας πάρουν και τον άγιο τόπο του ναού και θα καταλύσουν την ανεξαρτησία του έθνους μας’’)» [Ιω. 11, 48]. Τι είναι αυτό που σκέπτονται να κάνουν; Θέλουν στη συνέχεια να εξεγείρουν τον λαό ότι τάχα πρόκειται να κινδυνεύσουν με τη σκέψη ότι θα εγκαθιδρύσει τυραννικό καθεστώς. «Διότι», λένε, «εάν μάθουν οι Ρωμαίοι ότι ξεσηκώνει τον λαό, θα υποπτευθούν εμάς και θα έλθουν και θα κατακυριεύσουν την πόλη μας».

Για ποιο λόγο, πες μου, μήπως δηλαδή δίδασκε αποστασία; Δεν επέτρεψε να πληρώσουν φόρο στον Καίσαρα; Δε θελήσατε να Τον κάνετε βασιλιά και έφυγε; Δεν επιδείκνυε τον άσημο και απλό τρόπο ζωής, χωρίς να έχει ούτε οικία, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο; Αυτά βέβαια τα έλεγαν όχι αναμένοντας αυτά, αλλά από φθόνο. Και συνέβη, χωρίς να το περιμένουν αυτοί, και το έθνος τους κυρίευσαν οι Ρωμαίοι και την πόλη τους, επειδή φόνευσαν Αυτόν· καθόσον τα συμβαίνοντα ήσαν απαλλαγμένα από κάθε υποψία· διότι Εκείνος που θεράπευε τους ασθενείς και δίδασκε άριστο τρόπο ζωής και έδινε εντολή να υπακούουν στους άρχοντες δεν εγκαθιστούσε τυραννική εξουσία, αλλά την καταργούσε.

«Αλλά αυτό», λέει ίσως κάποιος, «το συμπεραίνουμε από τα προηγούμενα». Και όμως εκείνοι δίδασκαν αποστασία, ενώ Αυτός το αντίθετο. Βλέπεις ότι ήσαν υποκρισία όσα έλεγαν; Διότι τι παρόμοιο επέδειξε; Είχε μαζί Του δορυφόρους επιδεικτικούς; Έσυρε μαζί Του οχήματα; Δεν επιδίωκε τους έρημους τόπους; Αλλά για να μη φανούν ότι τα λέγουν αυτά από μοχθηρία λέγουν ότι κινδυνεύει η πόλη και ότι ο Ιησούς επιβουλεύεται την πολιτεία και ότι φοβούνται μήπως βρεθούν στον έσχατο κίνδυνο.

Δεν υπήρξαν αυτά αίτια της αιχμαλωσίας σας, αλλά τα αντίθετα, και αυτής της αιχμαλωσίας και της αιχμαλωσίας στη Βαβυλώνα και αυτής που συνέβη στη συνέχεια επί της εποχής του Αντίοχου. Σας παρέδωσε στους εχθρούς σας αιχμαλώτους, όχι επειδή υπήρχαν μεταξύ σας άνθρωποι που λάτρευαν τον Θεό, αλλά επειδή υπήρχαν μεταξύ σας άνθρωποι που διέπρατταν αδικίες και παρόργιζαν τον Θεό.

Αλλά τέτοιος είναι ο φθόνος· άπαξ και τυφλώσει την ψυχή κάποιου δεν τον αφήνει να δει τίποτε από όσα πρέπει. Δε δίδασκε να είμαστε επιεικείς; Δε δίδασκε όταν δεχόμαστε ραπίσματα στο δεξιό μας μάγουλο να στρέφουμε και το άλλο; Δε δίδασκε να υπομένουμε τις αδικίες που μας γίνονται; Δε δίδασκε να επιδεικνύουμε μεγαλύτερη προθυμία στα κακοπαθήματα, από εκείνη που άλλοι επιδεικνύουν στο να διαπράττουν την κακία; Αυτά λοιπόν, πες μου, δεν είναι δείγματα κάποιου που καταργεί μάλλον την τυραννική εξουσία παρά που τη συνιστά; _____________________

https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΒ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 14, σελίδες 176-185. • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΒ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 14, σελίδες 186-193. • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΓ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 14, σελίδες 202-213. • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΔ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 14, σελίδες 224-233. • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλία ΞΔ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 14, σελίδες 233-245. • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 74, σελ. 167-179, σελ. 185-193. https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLRjBhYVFMMTJuekU/view. • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014. • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009. • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005. • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016 • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.htmlhttp://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htmhttp://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

 

https://alopsis.gr/%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%ac%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%85-%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b7%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%85%ce%b1/

%MCEPASTEBIN%

«Έξι ημέρες πριν από το Πάσχα πήγε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος», στον οίκο της Μαρίας και της Μάρθας, «και του παρατέθηκε δείπνο από αυτούς»· η Μάρθα υπηρετούσε και ο Λάζαρος έτρωγε. Και αυτό ήταν απόδειξη της αληθινής αναστάσεως, το ότι μετά από πολλές ημέρες και ζούσε και έτρωγε. Άρα είναι φανερό, ότι το γεύμα γινόταν στην οικία της Μάρθας· δέχονται δηλαδή τον Ιησού επειδή ήταν φίλοι και αγαπώνταν από αυτόν. Κάποιοι όμως λένε, ότι αυτό γινόταν σε ξένη οικία. Η Μαρία υπηρετούσε γιατί ήταν μαθήτρια. Πάλι αυτή εδώ επιτελεί πνευματικότερη διακονία· δεν διακονούσε όμως σαν προς καλεσμένο, ούτε ήταν κοινή η υπηρεσία της, αλλά σ’ αυτόν μόνο παρείχε την τιμή, και απέδιδε αυτήν, όχι ως προς άνθρωπο, αλλ’ ως προς Θεό. Γιατί γι’ αυτό έχυσε μύρο και το σκούπισε με τα μαλλιά της κεφαλής της, πράγματα που έδειχναν, ότι η υπόληψή της προς αυτόν δεν ήταν τέτοια, τέτοια που του απέδιδαν οι πολλοί. Αλλά την επετίμησε ο Ιούδας με πρόσχημα δήθεν την ευλάβεια. Τί λέγει λοιπόν ο Χριστός; «Άφησέ την· αυτό το έκανε προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Γιατί τέλος πάντων δεν ήλεγξε τον μαθητή για την επιτίμηση της γυναίκας, ούτε είπε αυτό το οποίο είπε ο ευαγγελιστής, ότι επετίμησε τη γυναίκα επειδή ο ίδιος ήταν κλέφτης; Ήθελε με την πολλή μακροθυμία του να του προκαλέσει ντροπή και να τον αποτρέψει από το σχέδιό του. Γιατί, το ότι γνώριζε, ότι ήταν προδότης, φαίνεται από το ότι τον ήλεγξε στην αρχή λέγοντας πολλές φορές• «Δεν πιστεύουν όλοι», και, «Ένας από σας είναι διάβολος». Δήλωσε δηλαδή ότι γνώριζε πως αυτός θα είναι ο προδότης, δεν τον ήλεγξε όμως φανερά, αλλά τον συγχώρησε, θέλοντας να τον αποτρέψει από το σχέδιό του.

Πώς τότε άλλος λέγει, ότι όλοι οι μαθητές το είπαν αυτό; Και όλοι και εκείνος· αλλ’ οι υπόλοιποι όχι με την ίδια προαίρεση. Αν όμως κάποιος θελήσει να εξετάσει, γιατί τέλος πάντων, ενώ ήταν κλέφτης, παρέδωσε σ’ αυτόν το χρηματοκιβώτιο των φτωχών και τον έκανε οικονόμο, ενώ ήταν φιλάργυρος, εκείνο θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τον απόρρητο λόγο τον γνωρίζει ο Ιησούς· αν όμως πρέπει εμείς στοχαζόμενοι να πούμε κάτι, το έκανε για να του αποκόψει κάθε πρόφαση. Γιατί δεν μπορούσε να πει, ότι το έκανε αυτό από έρωτα για τα χρήματα (καθόσον είχε από το χρηματοκιβώτιο ικανή παρηγοριά της επιθυμίας του), αλλά από μεγάλη κακία, την οποία αν ήθελε να τη συγκρατήσει, δεν θα παρέδιδε τον ευεργέτη. Ο Χριστός όμως, δείχνοντας πολλή συγκατάβαση προς αυτόν, τον ανεχόταν μακροθυμώντας. Γι’ αυτό δεν τον επιτιμούσε που έκλεβε, μολονότι βέβαια το γνώριζε, εμποδίζοντας την πονηρή επιθυμία του και αφαιρώντας του κάθε απολογία. Γι’ αυτό και έλεγε, «Άφησέ την· το έκανε αυτό προνοητικά για την ημέρα του ενταφιασμού μου». Πάλι τον προδότη υπενθύμισε, αναφέροντας τον «ενταφιασμό». Αλλά δεν άγγιζε ο έλεγχος την ψυχή του, ούτε τον μαλάκωσε ο λόγος, μολονότι ήταν ικανός να δημιουργήσει μέσα του οίκτο· ήταν σαν να του έλεγε, είμαι μισητός και φορτικός, αλλά περίμενε λίγο και θα φύγω. Καθόσον και αυτό προετοίμαζε και προμήνυε με το να λέγει, «Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε». Αλλά τίποτε από αυτά δεν έκανε τον θηριώδη και μαινόμενο εκείνον ν’ αλλάξει γνώμη, μολονότι βέβαια πολύ περισσότερα και είπε και έκανε, και τα πόδια του ένιψε την ίδια αυτή νύχτα, και του πρόσφερε τροφή από την ίδια τράπεζα.

«Πολλοί από τους Ιουδαίους έμαθαν ότι ο Ιησούς βρίσκεται στη Βηθανία, και πήγαν, όχι μόνο γι’ αυτόν, αλλά και για να δουν τον Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς». Και εδώ βλέποντας το θαύμα πίστεψαν πολλοί. Οι άρχοντες όμως δεν αρκούνταν μόνο στα δικά τους κακά, αλλ’ επιχειρούσαν και τον Λάζαρο να φονεύσουν. Γιατί λέγει, «Οι αρχιερείς αποφάσισαν και τον Λάζαρο να θανατώσουν, επειδή εξαιτίας αυτού πολλοί από τους Ιουδαίους έφευγαν και πίστευαν στον Ιησού». Έστω, ήθελαν να θανατώσουν τον Χριστό, ότι καταργούσε το Σάββατο, ότι έκανε ίσο τον εαυτό του με τον Πατέρα, και εξαιτίας των Ρωμαίων, όπως λένε, για να μη καταστρέφουν και τον τόπο και το έθνος αυτών, τον Λάζαρο ποιά κατηγορία είχαν εναντίον του και επιχειρούσαν να τον θανατώσουν, παρά μόνο την κατηγορία ότι ευεργετήθηκε; Βλέπεις πώς η προαίρεσή του ήταν φονική; Μολονότι βέβαια πολλά θαύματα έκανε, αλλά κανένα δεν κατέστησε αυτούς τόσο πολύ θηρία, ούτε ο παράλυτος, ούτε ο τυφλός. Γιατί αυτό και από τη φύση του ήταν θαυμαστότερο, και είχε γίνει μετά από πολλά, και ήταν παράδοξο, να δουν νεκρό τετραήμερο να περπατά και να μιλάει. Πόση μεγάλη αλήθεια η αφροσύνη των δήθεν αρχιερέων! καθόσον κατόρθωμά τους ήταν ν’ αναμιγνύουν την πανήγυρη της εορτής των με φόνους. Αλλωστε, εκεί βέβαια νόμιζαν ότι κατηγορεί το Σάββατο και απομακρύνει τα πλήθη με την πλάνη, ενώ εδώ, επειδή δεν είχαν κανένα ψέμα να προβάλουν, επιχειρούν το φονικό έργο τους εναντίον αυτού που έχει θεραπευτεί. Γιατί εδώ δεν μπορούσαν ούτε αυτό να πουν, ότι εναντιώνεται στον Πατέρα· γιατί η προσευχή τούς αποστόμωνε.

Επειδή λοιπόν και αυτό για το οποίο τον κατηγορούσαν πάντοτε ανατράπηκε και το θαύμα ήταν λαμπρό, ορμούν στο φόνο. Αρα λοιπόν και στην περίπτωση του τυφλού αυτό θα έκαναν, αν δεν είχαν να τον κατηγορήσουν για το Σάββατο. Εξάλλου, εκείνος ήταν άσημος και τον έβγαλαν έξω από τον ναό, ενώ αυτός ήταν επισημότερος· και γίνεται φανερό από το ότι πολλοί πήγαν προς παρηγοριά των αδελφών, και ότι το θαύμα έγινε μπροστά στα μάτια όλων και με πολύ παράδοξο τρόπο· γι’ αυτό όλοι έτρεχαν να τον δουν. Αυτό λοιπόν τους πλήγωνε, το ότι, ενώ η εορτή διαρκούσε ακόμη, αφήνοντας τους πάντες, έτρεχαν να πάνε στη Βηθανία. Επεχείρησαν λοιπόν να τον θανατώσουν, και δεν πίστευαν ότι είναι φαύλο αυτό που τολμούν να κάνουν· τόσο πολύ φονικοί ήταν. Γι’ αυτό αρχίζοντας ο νόμος τις εντολές από αυτό αρχίζει, λέγοντας, «Δεν θα φονεύσεις». Και ο προφήτης αυτό κατηγορεί λέγοντας• «Τα χέρια τους είναι γεμάτα από αίμα».

«Την επόμενη ημέρα το μεγάλο πλήθος που είχε μεταβεί στην εορτή, ακούοντας ότι ο Ιησούς έρχεται στα ’Ιεροσόλυμα, πήραν κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν προς προϋπάντηση αυτού και κραύγαζαν· Ωσαννά, ευλογημένος να είναι αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς του Ισραήλ». Πώς λοιπόν, ενώ δεν περπατούσε με παρρησία στα μέρη της Ιουδαίας και έφευγε στην έρημο, πάλι μπαίνει με παρρησία στα Ιεροσόλυμα; Αφού έσβησε τον θυμό τους με την αναχώρηση, έρχεται σ’ αυτήν έχοντας παύσει ο θυμός τους· άλλωστε, το πλήθος που προηγείτο και εκείνο που ακολουθούσε ήταν ικανό να τους οδηγήσει σε αγωνία. Γιατί κανένα θαύμα δεν τους απέσπασε τόσο πολύ, όσο το θαύμα του Λαζάρου. Και άλλος επίσης ευαγγελιστής λέγει, ότι «έστρωναν τα ενδύματά τους στα πόδια του», και ότι «όλη η πόλη σείσθηκε», με τόση μεγάλη τιμή εισήλθε. «Βρίσκοντας τότε ο Ιησούς έναν μικρό όνο, κάθισε πάνω σ’ αυτόν, όπως έχει γραφεί, μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών να ο βασιλιάς σου έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου». Το έκανε βέβαια αυτό, από τη μια εκπληρώνοντας προφητεία, και από την άλλη προτυπώνοντας άλλη προφητεία· και το ίδιο πράγμα της μιας γινόταν αρχή, και της άλλης τέλος. Το, «μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών, να χαίρεσαι γιατί, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα πράος», ήταν ασφαλώς προφητεία που εκπληρωνόταν, το να καθίσει όμως πάνω σε όνο, προτύπωνε μελλοντικό γεγονός, ότι το ακάθαρτο γένος των εθνών επρόκειτο να γίνει υποχείριο αυτού.

Πώς όμως οι ευαγγελιστές λένε, ότι έστειλε μαθητές και είπε, «λύσατε την όνο και το πουλάρι», ενώ αυτός τίποτε τέτοιο δεν λέγει, αλλ’ ότι «βρίσκοντας έναν μικρό όνο κάθισε πάνω σ’ αυτόν»; Ότι φυσικό ήταν να συμβούν και τα δύο, και μετά το λύσιμο του όνου, αφού ήρθαν οι μαθητές που βρήκαν το πουλάρι, κάθισε πάνω σ’ αυτό. Τα κλαδιά πάλι των φοινίκων και των ελιών και τα ενδύματά τους τα έστρωσαν κάτω, για να δείξουν, ότι είχαν πλέον μεγαλύτερη γνώμη γι’ αυτόν, παρά για προφήτη, και έλεγαν· «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου». Βλέπεις ότι αυτό προπάντων κατέπνιγε, τους αρχιερείς και γραμματείς, το ότι πίστευαν όλοι, ότι δεν είναι αντίθεος; Και αυτό προπάντων δίχαζε τον λαό, το να λέγει αυτός ότι ήρθε από τον Πατέρα. Το, «μη φοβάσαι, αλλά να χαίρεσαι υπερβολικά, θυγατέρα Σιών», το λέγει ο προφήτης, επειδή όλοι οι βασιλείς αυτών κατά το πλείστον ήταν άδικοι και πλεονέκτες, και παρέδωσαν αυτούς στους εχθρούς, και διέστρεφαν το πλήθος, και τους καθιστούσαν υπόλογους στους εχθρούς. Έχε θάρρος, λέγει· αυτός δεν είναι τέτοιος, αλλ’ είναι πράος και επιεικής· και γίνεται φανερό από την όνο· γιατί δεν εισήλθε σύροντας από πίσω του στρατεύματα, αλλ’ έχοντας μόνο όνο. «Αυτά όμως που συνέβηκαν τότε», λέγει, «δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν».

Βλέπεις ότι τα περισσότερα τα έκαναν αγνοώντας; Αλλ’ όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, «τότε θυμήθηκαν, ότι αυτά είχαν γραφεί γι’ αυτόν, και τα έκαναν αυτά γι’ αυτόν», και αυτός δεν τα απεκάλυψε. Και πράγματι όταν είπε, «γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον ανοικοδομήσω», ούτε αυτό το κατάλαβαν οι μαθητές. Και άλλος όμως ευαγγελιστής λέγει, ότι ήταν κρυμμένος ο λόγος από αυτούς και δεν γνώριζαν ότι πρέπει αυτός ν’ αναστηθεί από τους νεκρούς. Αλλ’ αυτό βέβαια εύλογα κρυβόταν γι’ αυτό και άλλος ευαγγελιστής λέγει, ότι ακούοντας καθημερινά για το πάθος στεναχωρούνταν και ήταν λυπημένοι· και αυτό συνέβαινε από το ότι δεν γνώριζαν τον λόγο της αναστάσεως. Αυτό λοιπόν εύλογα κρυβόταν, επειδή ήταν ανώτερο από τις πνευματικές δυνάμεις τους, το νόημα όμως της όνου γιατί δεν φανερώθηκε σ’ αυτούς; ’Επειδή και αυτό ήταν μεγάλο. Και πρόσεχε τη φιλοσοφία του ευαγγελιστή, πως δεν ντρέπεται να διαπομπεύει την προηγούμενη άγνοιά τους γιατί, το ότι βέβαια είχε γραφεί το γνώριζαν, το ότι όμως ήταν γραμμένο γι’ αυτόν, δεν το γνώριζαν· καθόσον θα μπορούσε να τους σκανδαλίσει, αν επρόκειτο ο βασιλιάς να πάθει τέτοια. Και εξάλλου, δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν αμέσως τη γνώση της βασιλείας για την οποία έλεγαν. Και πράγματι άλλος ευαγγελιστής λέγει πως νόμιζαν, ότι αυτά λέγονται για τη βασιλεία αυτή.

«Ο κόσμος λοιπόν που ήταν μαζί του διαβεβαίωνε, ότι φώναξε τον Λάζαρο από το μνημείο και τον ανέστησε από τους νεκρούς. Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε ο κόσμος, επειδή άκουσαν, ότι αυτός έκανε αυτό το θαύμα». Γιατί δεν θα άλλαζαν γνώμη, λέγει, ξαφνικά τόσοι πολλοί, αν δεν είχαν πιστέψει στο θαύμα. «Οι Φαρισαίοι τότε είπαν μεταξύ τους• Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε καθόλου μ’ αυτά που κάνετε; Να ο κόσμος έτρεξε πίσω του». Νομίζω ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν από εκείνους που ήταν βέβαια υγιείς πνευματικά, δεν τολμούσαν όμως να εκφράζουν τη γνώμη τους με θάρρος. Και ο Παύλος μιλώντας για την ανάσταση, αυτόν τον λόγο ανέφερε. Ποιά απολογία λοιπόν θα έχουν αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση;

Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί, για να μη σας απασχολήσομε μάταια και καταστήσομε τον λόγο λαβύρινθο, αφήνοντας αυτά, εκείνο θα πούμε. Να φροντίζετε για την ακρόαση των θείων Γραφών, και να μη λογομαχείτε για τίποτε το μη χρήσιμο προς καταστροφή αυτών που σας ακούνε. Γιατί και ο Παύλος συμβούλευε τον Τιμόθεο, μολονότι βέβαια ήταν γεμάτος από πολλή σοφία και είχε και τη δύναμη να επιτελεί θαύματα. Ας δείχνομε λοιπόν υπακοή σε εκείνον, και αφήνοντας τις φλυαρίες, ας καταγινόμαστε με τα έργα, εννοώ τη φιλαδελφία και τη φιλοξενία, και ας δείχνομε πολύ ενδιαφέρον για την ελεημοσύνη, ώστε και τα αγαθά που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός να επιτύχουμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα πρέπει η δόξα συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΛΓ΄, Εις την αγίαν εορτήν των Βαΐων, Ε.Π.Ε τ. 40, σ. 311-321)

https://alopsis.gr/%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%b5%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b2%ce%b1%ce%90%cf%89%ce%bd-%ce%b1%ce%b3-%ce%b9%cf%89%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-%cf%87/

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: στ’ 14 – 21.
Είπεν ο Κϋριος: Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος” Εάν δέ μή αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών.
Όταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί’ αφανίζουσι γάρ τα πρόσωπα αυτών, όπως φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες. Αμήν λέγω υμίν, ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. Σύ δέ νηστεύων, άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μή φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, αλλά τω Πατρί σου τω εν τω κρυπτώ. Και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ.
Μή θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επι της γής, όπου σής και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διαρύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δέ υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σής ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν’ όπου γάρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών.
Απόδοση:
Είπε ο Κύριος: «Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα. Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις• και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά. Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας».
(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)
 
Ομιλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ και ότι εάν μετανοούσε δεν θα εξωρίζετο από τον Παράδεισον.
 
Αδελφοί και πατέρες. Είναι καλόν πράγμα η μετάνοια και η ωφέλεια που προέρχεται από αυτήν. Αυτό γνωρίζοντας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Θεός μας, ο οποίος όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, είπε: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Θέλετε δε να μάθετε ότι χωρίς μετάνοια, και μάλιστα μετάνοιαν από το βάθος της ψυχής και τοιαύτην όπως ο Λόγος την ζητεί από εμάς, είναι αδύνατον να σωθούμε; Ακούστε τον ίδιον τον Απόστολο που λέγει «… πάσα αμαρτία εκτός του σώματος εστίν. Ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει…». Και πάλιν. «Παραστήναι δει ημάς έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα απολήψεται έκαστος τα διά του σώματος προς ει έπραξε, είτε αγαθά είτε φαύλα». Ημπορεί λοιπόν πολλές φορές λαμβάνοντας κάποιος αφορμήν από αυτά να ειπή: «ευχαριστώ τον Θεόν, διότι δεν εμόλυνα κανένα μέλος του σώματός μου με κάποιαν πονηρά πράξη», και έχει δήθεν παρηγορία από αυτό, επειδή είναι ξένος από σωματικήν αμαρτία. Αλλά αποκρίνεται ο Δεσπότης λέγοντας την παραβολήν περί των δέκα παρθένων, και δεικνύει σε όλους μας και μας βεβαιώνει ότι καθόλου δεν ωφελούμεθα από την καθαρότητα του σώματος, εάν δεν συνυπάρχουν σ’ εμάς και οι υπόλοιπες αρετές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος πάλιν ο Παύλος μαζί με τον Δεσπότην φωνάζει: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τoν αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τoν Κύριον». Γιατί όμως είπε «διώκετε»; Διότι δεν είναι δυνατόν σε μίαν ώρα να γίνωμε και να είμεθα άγιοι, αλλά πρέπει αρχίζοντας από τα μικρά, να φθάσωμε προοδευτικώς στον αγιασμόν και την καθαρότητα, και διότι ακόμη και χίλια χρόνια εάν ζήσωμε στην ζωήν αυτήν, ουδέποτε θα ημπορέσωμε να τα αποκτήσωμε αυτά σε τέλειον βαθμό, αλλά βάζοντας αρχήν καθημερινώς, οφείλουμε να αγωνιζώμεθα συνεχώς. Αυτό εφανέρωσε πάλιν ο ίδιος λέγοντας, «Διώκω δε ει και καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδή) εφ’ ω και κατελήφθην (εκείνο δηλαδή για το οποίον και ο Χριστός με έφερε κοντά του)». Διότι κάθε άνθρωπος που έχει αμαρτήσει, όπως εγώ ο κατακεκριμένος, και έκλεισε με τoν βόρβορο των ηδονών τις αισθήσεις της ψυχής του, ακόμη και αν όλην την περιουσία του την διεμοίρασε στους πτωχούς, και εγκατέλειψε όλην την δόξα και λαμπρότητα των αξιωμάτων και πολυτέλειαν οίκου και ίππων, ποιμνίων και δούλων, και αυτούς τους ίδίους του φίλους και τους συγγενείς του όλους, και ήλθε πτωχός και ακτήμων και έγινε μοναχός, παρ’ όλα αυτά χρειάζεται τα δάκρυα της μετανοίας, ως αναγκαία για την ζωήν του. Και αυτό για να αποπλύνη τον βόρβορο των αμαρτημάτων του, και ακόμη περισσότερον εάν είναι καλυμμένος, όπως εγώ, με την αιθάλη και τον βόρβορο των πολλών του κακών, όχι μόνον στο πρόσωπο και στα χέρια, αλλά σε όλον γενικώς το σώμα του. Πράγματι, δεν αρκεί για την κάθαρσιν της ψυχής μας η διανομή των υπαρχόντων, αδελφοί, εάν παραλλήλως δεν κλαύσωμε και δεν θρηνήσωμε από τα βάθη της ψυχής μας. Διότι νομίζω ότι εάν δεν καθαρίσω ο ίδιος τον εαυτόν μου με κάθε δυνατήν προσπάθεια και με τα δάκρυα από τον μολυσμόν των αμαρτημάτων μου, αλλά εξέλθω από τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θα γελάση και ο Θεός εις βάρος μου και οι άγγελοί του, και θα εκβληθώ στο πυρ το αιώνιον με τους δαίμονες. Ναι, πράγματι, έτσι είναι αδελφοί. Διότι τίποτε δεν εφέραμε μαζί μας στον κόσμο, για να το δώσωμε στoν Θεόν ως αντίλυτρον για τις αμαρτίες μας.
Είναι λοιπόν δυνατόν αδελφοί, σε όλους, όχι μόνον στους μοναχούς αλλά και στους λαϊκούς, το να μετανοούν πάντοτε και διαρκώς, και να κλαίουν και να παρακαλούν τον Θεόν, και δι’ αυτών των πράξεων να αποκτήσουν και όλες τις υπόλοιπες αρετές.
 
Ότι αυτό είναι αληθές το επιβεβαιώνει μαζί μου και ο Χρυσόστομος Ιωάννης, ο μέγας στύλος και διδάσκαλος της Εκκλησίας, στους λόγους του περί του Δαυίδ, εξηγώντας εκεί τον πεντηκοστόν ψαλμό. Λέγει ότι είναι δυνατόν κάποιος που έχει γυναίκα και δούλους και δούλες και πλήθος υπηρετών και περιουσίαν πολλήν, και διαπρέπει στα κοσμικά πράγματα, να ημπορή όχι μόνον αυτό, το να κλαίη δηλαδή καθημερινώς και να προσεύχεται και να μετανοή, αλλά και να φθάση στην τελειότητα της αρετής εάν θέλη, και να λάβη Πνεύμα Άγιον και να γίνη φίλος του Θεού και να απολαμβάνη την θέαν του, όπως υπήρξαν πριν από την παρουσίαν του Χριστού ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ και στα Σόδομα ο Λωτ και, για να αφήσω τους άλλους, επειδή είναι πολλοί, ο Μωυσής και ο Δαυίδ. Στην δε νέαν χάρη και επιφάνειαν του Θεού και Σωτήρος μας, ο αλιεύς και αγράμματος Πέτρος, ο οποίος μαζί με την πενθερά του και τους άλλους εκήρυττε τον Θεόν που τότε εφανερώθη. Τους δε άλλους ποίος θα τους απαριθμήση, που είναι περισσότεροι από τις σταγόνες της βροχής και από τους αστέρες του ουρανού; Βασιλείς, αρχιερείς, εξουσιαστάς, για να μην ειπώ τους πτωχούς και όσους έζησαν μόνο με τα απαραίτητα, των οποίων οι πόλεις και οι οικίες και οι ναοί που εκείνοι φιλοτίμως ανήγειραν, τα γηροκομεία και τα ξενοδοχεία, σώζονται και υπάρχουν μέχρι τώρα; Όλα αυτά και όταν ήσαν ακόμη εκείνοι στην ζωή τα κατείχαν και τα χρησιμοποιούσαν ευσεβώς, όχι ως κύριοί των, αλλά ως δούλοι του Δεσπότου μετεχειρίζοντο αυτά τα οποία τους έδωσε ο Κύριος, όπως ήταν αρεστόν σ’ Εκείνον, «χρησιμοποιώντας μεν τω κόσμω, ου καταχρώμενοι δε», σύμφωνα με τον Παύλον. Γι’ αυτό και τώρα, στην παρούσα ζωή, έγιναν ένδοξοι και λαμπροί, και στους ατελευτήτους αιώνας, στην Βασιλείαν του Θεού, θα γίνουν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι. Και μάλιστα εάν δεν ήμασταν οκνηροί και ράθυμοι και καταφρονηταί των εντολών του Θεού, αλλά πρόθυμοι και άγρυπνοι και προσέχαμε τον εαυτόν μας, ουδεμίαν ανάγκη θα είχαμε αποταγής ή κουράς ή της φυγής από τον κόσμο. Και για να σε βεβαιώσω γι’ αυτό άκουσε!
Ο Θεός από την αρχήν έκαμε τον άνθρωπο βασιλέα όλων όσων υπάρχουν επάνω στην γην, αλλά και αυτών που ευρίσκονται κάτω από τoν θόλον του ουρανού. Διότι βέβαια ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, για τoν άνθρωπον εδημιουργήθησαν. Τι λοιπόν; Άραγε επειδή ήταν βασιλεύς όλων αυτών των ορατών, εβλάπτετο από αυτά στην απόκτηση της αρετής; Όχι, καθόλου, αλλά εάν εζούσε ευχαριστώντας τον Θεόν, ο οποίος τα εδημιούργησε και του τα έδωσε όλα, ακόμη περισσότερο θα ευδοκιμούσε. Διότι εάν δεν παρέβαινε την εντολήν του Δεσπότου, δεν θα έχανε αυτήν την Βασιλεία, δεν θα στερούσε τoν εαυτόν του από την δόξαν του Θεού. Επειδή όμως το έκαμε αυτό, δικαίως εξεδιώχθη, εξωρίσθη, έζησε και απέθανε. Και θα σας ειπώ ένα πράγμα το οποίον, νομίζω, κανείς δεν το απεκάλυψε σαφώς, αλλά έχει λεχθεί σκιωδώς. Ποίον; Άκου την Θείαν Γραφή που λέγει: «Και είπεν ο Θεός τω Αδάμ (μετά την παράβασιν εννοώ). Αδάμ πού ει;». Γιατί το είπεν αυτό ο ποιητής του παντός; Οπωσδήποτε θέλοντας να τον φέρη σε συναίσθηση, και καλώντας τον σε μετάνοια, λέγει «Αδάμ πού ει;». Εξέτασε τον εαυτόν σου, διαπίστωσε την γύμνωσή σου! Κοίτα ποίον ένδυμα, ποίαν δόξαν εστερήθης. «Αδάμ πού ει;». Σαν να τον παρακαλή και να του λέγη: «Ναι, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, άφησε τον τόπον όπου είσαι κρυμμένος. Από εμένα νομίζεις ότι κρύβεσαι; Ειπέ «Ήμαρτον!». Αλλά δεν το λέγει αυτό, ή μάλλον εγώ ο άθλιος δεν το λέγω, διότι ιδικό μου είναι το πάθος! Αλλά τι λέγει; «Της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω, και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην». Και τι του απήντησε ο Θεός; «Και τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει, ει μη εκ του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Βλέπεις, αγαπητέ, μακροθυμίαν Θεού; Διότι όταν είπε: «Αδάμ, πού ει:», και εκείνος δεν ωμολόγησε ευθύς την αμαρτίαν, αλλά είπε «της φωνής σου ήκουσα, Κύριε και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην», ο Θεός δεν ωργίσθη, δεν τον απεστράφη αμέσως και οριστικώς, αλλά του δίδει ευκαιρίαν να αποκριθή και δευτέραν φορά, και λέγει: «τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει; Ει μη εκ του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων της σοφίας του Θεού: «Τι λέγεις, ότι είσαι γυμνός, του λέγει, κρύβεις όμως την αμαρτίαν σου; Μήπως νομίζεις ότι μόνον το σώμα σου βλέπω και δεν βλέπω την καρδίαν και τους λογισμούς σου;». Διότι ο Αδάμ, επειδή απατήθη, ήλπιζεν ότι ο Θεός δεν εγνώριζε την αμαρτίαν του, και έλεγε μέσα του κάπως έτσι: «εάν ειπώ ότι είμαι γυμνός, τότε επειδή ο Θεός δεν γνωρίζει, θα μου ειπή: και γιατί είσαι γυμνός; Τότε εγώ θα του απαντήσω αρνητικά και θα του ειπώ: δεν γνωρίζω, και έτσι θα του διαφύγω, και θα απολαύσω πάλι την πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δεν θα με εκδιώξη, τουλάχιστον δεν θα με εξορίση!». Ενώ συλλογίζετο αυτά, όπως και τώρα κάμουν πολλοί και πρώτος εγώ ο ίδιος, και κρύπτουν τα αμαρτήματά τους, ο Θεός, επειδή δεν ήθελε να πολλαπλασιάση το κρίμα του, λέγει: «Και πόθεν έγνως ότι γυμνός ει, ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Σαν να λέγη. «Πράγματι, νομίζεις ότι κρύπτεσαι από εμέ; Δεν γνωρίζω εγώ τι έπραξες; Δεν λέγεις το «Ήμαρτον»; Ειπέ, πτωχέ: Ναι, αλήθεια, Κύριε, παρέβην την εντολήν σου, έπταισα ακούοντας την συμβουλή της γυναικός, έσφαλα πολύ ακολουθώντας τον λόγο της και παρακούοντας τον ιδικόν σου, ελέησόν με! Αλλά δεν λέγει τούτο, δεν ταπεινώνεται. Νεύρον από σίδερον ο αυχένας της καρδίας του, όπως ακριβώς είναι και ο ιδικός μου. Διότι εάν έλεγε αυτό, θα έμενε στον Παράδεισο, και όλον εκείνον τον κύκλο των μυρίων κακών, τον οποίον υπέστη όταν εξωρίσθη και έμεινε κάτω στον Άδη τόσους πολλούς αιώνες, θα τον είχε αποφύγει τότε με έναν μόνον λόγο.
 
Αυτό είναι λοιπόν εκείνο για το οποίο έχω υποσχεθή να ομιλήσω. Και άκου την συνέχεια, για να γνωρίσης ότι τα λόγια μου είναι αληθινά, και τίποτε δεν είναι ψεύδος από όλα αυτά. Είπεν ο Θεός στον Αδάμ. «Ην ώραν φάγεσθε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν τούτου μόνον μη φαγείν, θανάτω αποθανείσθε», δηλαδή τον ψυχικόν θάνατο, πράγμα που και έγινε την ιδίαν ώρα, γι’ αυτό και εγυμνώθη από την αθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δεν είπεν ο Θεός και τίποτε περισσότερον δεν έγινε. Διότι προγνωρίζοντας ο Θεός ότι ο Αδάμ πρόκειται να αμαρτήση, και θέλοντας να τον συγχωρήση, όταν αυτός μετανοούσε, με τίποτε περισσότερον, όπως είπαμε, δεν τον απείλησε. Επειδή όμως ηρνήθη την αμαρτίαν του, και δεν μετενόησε ούτε όταν ηλέγχθη από τον Θεόν (διότι είπε: «Η γυνή, ην δέδωκάς μοι, αύτη με ηπάτησεν», σαν δηλαδή να λέγη στον Θεόν. «Σύ έπταισες. Η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αύτη με εξηπάτησε»), γι’ αυτό και ο Θεός του λέγει: «Εν κόπω και ιδρώτι φαγή τον άρτον σου, και ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι η γη» και τελευταία ότι «γη ει και εις γην απελεύση». Ήθελα να μετανοήσης, λέγει, και να επανέλθης στην προηγουμένην σου διαγωγή. Επειδή όμως είσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπόν από κοντά μου, και η απομακρυνσή σου θα σου είναι αρκετή για παιδαγωγία, επειδή είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψης.
 
Γνωρίζεις λοιπόν τώρα ότι, επειδή μετά την παράβαση δεν μετενόησε να ειπή «Ήμαρτον», εξορίζεται και προστάσσεται να ζη με κόπο και ιδρώτα. Γι’ αυτό και κατεδικάσθη να επιστρέψη στην γην από την οποίαν ελήφθη. Και αυτό γίνεται φανερόν από την συνέχεια. Αφήνοντας λοιπόν αυτόν, έρχεται στην Εύα, θέλοντας να δείξη ότι δικαίως και αυτή θα εξορισθή, αφού δεν θέλει να μετανοήση, και της λέγει: «Τι τούτο εποίησας;» για να ειπή τουλάχιστον αυτή το «Ήμαρτον». Διότι ποία άλλη ανάγκη έκαμε τον Θεόν να της απευθύνη αυτά τα λόγια, παρά μόνον για να ειπή: «Από την αφροσύνη μου, Δέσποτα, το έπραξα αυτό, η ταπεινή και αθλία, και παρήκουσα εσέ τον Κυριόν μου. Ελέησόν με!». Αλλά δεν είπε αυτό. Και τι είπε; «Ο όφις εξηπάτησέ με». Ω τι αναισθησία! Και συνωμίλησες με τον όφιν, ο οποίος σου ωμιλούσε κατά του Δεσπότου, και προτίμησες αυτόν αντί του Θεού που σε έπλασε, και εθεώρησες προτιμοτέραν και αληθεστέραν την συμβουλήν εκείνου από την εντολήν του Δεσπότου; Και επειδή ούτε αυτή ημπόρεσε να ειπή το «Ήμαρτον», εκβάλλονται από την τρυφήν, εξορίζονται από τον Παράδεισο και από τον Θεόν. Αλλά πρόσεχε, παρακαλώ, το βάθος του μυστηρίου του φιλανθρώπου Θεού, και μάθε και διδάξου από αυτά ότι, εάν μετανοούσαν, δεν θα είχαν εκδιωχθή, δεν θα είχαν κατακριθή, δεν θα είχαν καταδικασθή να επιστρέψουν στην γην από την οποία προήλθαν. Και τι έγινε έπειτα; Ακουσε!
 
Όταν εξεδιώχθησαν και έπεσαν ήδη από την αρχή μέσα στους ιδρώτες και τους σωματικούς κόπους, ήρχισαν δε να πεινούν και να διψούν, και συγχρόνως να ριγούν και να τρέμουν και να πάσχουν αυτά τα οποία και εμείς πάσχουμε σήμερα, αισθάνθησαν περισσότερο την δυστυχία και το κατάντημά τους, αλλά και την ιδίαν την κακοφροσύνη τους, και την ανέκφραστον φιλανθρωπία του Θεού. Περιπατώντας λοιπόν και καθήμενοι έξω από τον Παράδεισο, μετανοούσαν, έκλαιαν, εθρηνούσαν, εκτυπούσαν το πρόσωπο, εξερρίζωναν τα μαλλιά τους, καταδικάζοντας με οδυρμούς την σκληροκαρδία τους, και αυτό όχι μόνον μίαν ημέραν ούτε δύο ή δέκα, αλλά, πιστέψετέ το, σε όλην τους την ζωή. Και πώς δεν θα έκλαιαν πάντοτε και διαρκώς, ενθυμούμενοι εκείνον τον πράον και ήρεμον Δεσπότην, εκείνην την τρυφήν την ανέκφραστο, τα απερίγραπτα κάλλη των ανθέων εκείνων, την αμέριμνον εκείνην και ακοπίαστον ζωή, τις ανόδους και τις καθόδους των αγγέλων προς αυτούς; Διότι όπως εκείνοι που είχαν εκλεγή από κάποιον άρχοντα του παρόντος κόσμου ως προσωπικοί του υπηρέτες, όσον μεν διατηρούν ανόθευτον τον σεβασμό και την τιμή και την δουλεία προς τον κύριόν τους και αγαπούν αυτόν και τους ομοδούλους των, απολαμβάνουν και την προς αυτόν παρρησία και την εύνοια και την αγάπη του, ζώντας μέσα σε πολλήν άνεση και τρυφή και σπατάλη. Εάν όμως αλαζονευθούν κατά του κυρίου τους, και αποθρασυνθούν και αυθαδιάσουν εναντίον των συνδούλων τους, τότε εκπίπτουν από την προς αυτόν παρρησία και την αγάπη και την εύνοιάν του, εξορίζονται σε χώρα μακρινήν, και υποβάλλονται κατόπιν διαταγής του σε μυρίους πειρασμούς, μέσα σε κόπους και σε μεγάλες ταλαιπωρίες. Έτσι όλο και περισσότερον συνειδητοποιούν την άνεση την οποίαν απελάμβαναν, και πόσον εζημιώθησαν από την στέρησιν τόσων αγαθών.
 
Το ίδιο έπαθαν και οι πρωτόπλαστοι, οι οποίοι όσον ήσαν στον Παράδεισον, απελάμβαναν όλα εκείνα τα αγαθά, έπειτα όμως εξέπεσαν από αυτά και εξωρίσθησαν. Όταν αισθάνθησαν από πού έπεσαν, πάντοτε θρηνούσαν, πάντοτε έκλαιαν, επικαλούμενοι την ευσπλαγχνίαν του Κυρίου τους. Αλλά Αυτός τι κάνει, ο πλούσιος σε έλεος και βραδύς σε τιμωρίες; Επειδή είδε ότι εταπεινώθησαν, την μεν απόφαση που είχε λάβει δεν την ματαιώνει εντελώς —αυτό το έκαμε προς σωφρονισμόν ιδικόν μας, και για να μην υπερηφανεύεται κανείς κατά του ποιητού των όλων— προγνωρίζοντας δε ως Θεός και την πτώση τους και την μετάνοιαν, είχε ορίσει από την αρχήν, οπωσδήποτε πριν να δημιουργήση τα πάντα, και τον καιρόν και τον χρόνον και πώς και πότε θα τους ανακαλέση από την εξορία, με τρόπο μυστικόν και από κάθε κτίσμα ανεξιχνίαστο. Πράγματι, ακόμη και αν όλα τα μυστήρια της Θείας αυτής οικονομίας αποκαλυφθούν σε κάποιους, και θελήσουν να τα γράψουν, δεν θα φθάση ούτε ο χρόνος ούτε το χαρτί ούτε το μελάνι, ούτε ο κόσμος όλος θα χωρέση τα βιβλία αυτά που θα γραφούν. Όπως λοιπόν από ευσπλαγχνίαν είχεν ειπεί και προορίσει από πριν, έτσι ακριβώς και έπραξε. Και αυτούς τους οποίους για την αναίδειάν τους και για την αμετανόητο καρδία και γνώμην εξεδίωξε από τον Παράδεισον, όταν μετενόησαν όπως έπρεπε, και εταπεινώθησαν αξίως, και έκλαυσαν, και εθρήνησαν, Αυτός ο ίδιος, ο μόνος Μονογενής Υιός και Λόγος, από μόνον τον προάναρχον Πατέρα, κατήλθεν, όπως όλοι γνωρίζετε, και όχι μόνον έγινε άνθρωπος όμοιος με εκείνους, αλλά και να αποθάνη όπως αυτοί κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον και επονείδιστον θάνατο. Κατήλθε δε και στον Άδη, και από εκεί τους ανέστησε. Αυτός λοιπόν ο οποίος τόσα έπαθε γι’ αυτούς, για να τους ανακαλέση από την μακράν εκείνην εξορίαν, εάν μετανοούσαν στον Παράδεισο, δεν θα τους συμπαθούσε; Και πώς όχι, αφού είναι από την φύση του φιλάνθρωπος, και τους εδημιούργησε ακριβώς γι’ αυτό, για να απολαμβάνουν δηλ. τα αγαθά του μέσα στoν Παράδεισο και να δοξάζουν τoν ευεργέτην τους; Ναι, πράγματι αδελφοί, αυτό, όπως φρονώ, θα εγίνετο. Για να μάθης δε και τα υπόλοιπα, και να πιστεύσης περισσότερο στoν λόγον, άκου και τα εξής! Εάν είχαν μετανοήσει όταν ακόμη ήσαν μέσα στoν Παράδεισον, εκείνον τον ίδιον Παράδεισο θα απελάμβαναν και τίποτε περισσότερο. Επειδή δε για την αμετανοησία τους εξεβλήθησαν, μετά ταύτα ζώντας μέσα στις θλίψεις, μετενόησαν και έκλαυσαν πολύ. Αυτά, όπως είπα, δεν θα τα επάθαιναν, εάν είχαν μετανοήσει μέσα στoν Παράδεισον. Για τους πόνους λοιπόν αυτούς και τους ιδρώτες και τους κόπους, και για την καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ο Δεσπότης Θεός να τους τιμήση και να τους δοξάση, αλλά και να τους κάνη να λησμονήσουν όλα εκείνα τα δεινά, τι κάνει; Πρόσεξε, παρακαλώ, το μέγεθος της φιλανθρωπίας! Όταν κατήλθε στον Άδη και τους ανέστησε, δεν τους αποκατέστησε πάλι στον Παράδεισον από όπου εξέπεσαν, αλλά τους ανέβασε σ’ αυτόν τον ίδιον τον ουρανόν του ουρανού. Και αφού ο Κύριος εκάθισε εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός του και Θεού, τι λέγεις ότι τον έκαμε αυτόν, ο οποίος ήταν κατά φύσιν δούλος του; Τον έκαμε κατά χάριν πατέρα του! (αφού ο ίδιος αυτοαποκαλείται Υιός του ανθρώπου). Είδες σε ποίον ύψος τον ανέβασε ο Δεσπότης, για την μετάνοια και την ταπείνωση και τους θρήνους και τα δάκρυά του;
 
Ω δύναμις της μετανοίας και των δακρύων! Ω πέλαγος ανεκφράστου φιλανθρωπίας και ανεξιχνιάστου ελέους, αδελφοί! Διότι όχι μόνον εκείνον, αλλά και όλους τους απογόνους του, εμάς δηλαδή τα τέκνα του, οι οποίοι μιμούμεθα την εξομολόγησιν εκείνου, την μετάνοια, τον θρήνο, τα δάκρυα και τα άλλα τα οποία προείπαμε, τους ετίμησε και τους εδόξασε, τόσον όσον και εκείνον, όσους μέχρι σήμερα κάνουν όπως έκανε εκείνος, και όσους θα τον μιμηθούν από σήμερα, είτε κοσμικοί είναι είτε μοναχοί. «Αμήν», είπεν ο αψευδής Θεός, «ουκ εγκαταλείψω αυτούς ποτέ, αλλ’ ως αδελφούς μου και φίλους και πατέρας και μητέρας και συγγενείς και συγκληρονόμους μου αναδείξω αυτούς, και εδόξασα και δοξάσω. Και εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω, και της ζωής αυτών και ευφροσύνης και δόξης ουκ έσται τέλος ποτέ».
 
Τί ωφέλησε, ειπέ μου αδελφέ, τους πρωτοπλάστους η ακοπίαστος και αμέριμνος ζωή μέσα στον Παράδεισον, αφού εραθύμησαν, και από απιστίαν προς τον Θεόν κατεφρόνησαν και παρέβησαν την εντολή του; Διότι εάν τον είχαν πιστεύσει, δεν θα εθεωρούσε η Εύα τον όφι πλέον αξιόπιστον, ο δε Αδάμ την Εύα πλέον αξιόπιστον από Εκείνον, αλλά θα είχαν φυλαχθή να μη φάγουν από το φυτόν. Επειδή όμως έφαγαν και δεν μετενόησαν, εξεβλήθησαν. Από την εξορίαν πάλι καθόλου δεν εβλάβησαν, αλλά και πάρα πολύ ωφελήθησαν, και αυτό συνετέλεσε στην σωτηρίαν όλων μας. Διότι αφού κατήλθεν από τους ουρανούς ο Κύριός μας, κατετρόπωσε τον εχθρό μας, τον θάνατον, παραδίδοντας ο ίδιος τον εαυτόν Του, και έτσι εματαίωσεν εντελώς την καταδίκην που προήλθε από την παράβαση του προπάτορος. Και αναγεννώντας και αναπλάττοντας και απαλλάσσοντάς μας τελείως από αυτήν με το άγιον βάπτισμα, μας καθιστά εντελώς ελευθέρους στον κόσμον αυτόν, και μη ενεργουμένους τυραννικώς από τον εχθρόν. Αλλά τιμώντας μας με το αυτεξούσιον με το οποίον μας είχε προικίσει απ’ αρχής, μας δίδει περισσοτέραν δύναμιν εναντίον του, ώστε όποιοι θέλουν να τον νικούν με ευχέρειαν μεγαλυτέραν από όλους τους προ της παρουσίας του Χριστού αγίους. Και μετά τον θάνατόν τους να μην οδηγούνται και αυτοί όπως εκείνοι κάτω στον Άδη, αλλά στον ουρανό και στην τρυφή και την απόλαυση που επικρατεί εκεί, και να αξιώνωνται: να απολαμβάνουν τώρα μεν σε μέτριον βαθμό, μετά δε την εκ νεκρών ανάσταση, πλήρως όλην την αιωνίαν χαρά.
 
Να μη προφασίζωνται λοιπόν αυτοί που επιζητούν προφάσεις, ούτε να λέγουν ότι είναι πλήρης η επιρροή της παραβάσεως του Αδάμ επάνω μας, και ότι αυτό είναι που μας ελκύει πρός τα κάτω, προς την αμαρτία. Διότι όποιοι το σκέπτονται και το λέγουν αυτό, νομίζουν ότι ανωφελώς και ματαίως έγινε η παρουσία του Κυρίου και Θεού μας, πράγμα που μόνον οι αιρετικοί λέγουν, όχι οι πιστοί. Πράγματι, για ποίον άλλον λόγο κατήλθε και εγεύθη τον θάνατο, παρά μόνον βεβαίως για να καταργήση την καταδίκη που προήλθε από την αμαρτία, και να ελευθερώση το γένος μας από την δουλεία και ενέργειαν του εχθρού που το πολεμεί; Διότι αυτό είναι η πραγματική αυτεξουσιότης, δηλαδή το να μην εξουσιαζώμεθα με οποιονδήποτε τρόπον από κάποιον άλλον. Επειδή εμείς μεν ως τέκνα εκείνου που ημάρτησε είμεθα μέχρι τότε αμαρτωλοί, ως τέκνα εκείνου που παρέβη την εντολήν παραβάτες, ως τέκνα εκείνου που έγινε δούλος της αμαρτίας δούλοι κι εμείς της αμαρτίας, ως τέκνα εκείνου που εδέχθη την κατάραν και ενεκρώθη επικατάρατοι και εμείς και νεκροί, ως τέκνα εκείνου που επηρεάσθη από την συμβουλήν του πονηρού και υπεδουλώθη σ’ αυτόν, και έχασε το αυτεξούσιον, είχαμε κι εμείς δεχθεί την επήρειαν αυτού, και είχαμε καταδυναστευθή από την τυραννικήν του εξουσίαν. Ο Θεός όμως κατήλθε και εσαρκώθη, έγινε άνθρωπος όπως εμείς χωρίς όμως την αμαρτία, και έλυσε την αμαρτίαν, ηγίασε δε την σύλληψη και την γέννηση, και επειδή ανετράφη ολίγον κατ’ ολίγον, ευλόγησε κάθε ηλικίαν. Και όταν έγινε τέλειος άνδρας, τότε ήρχισε το κήρυγμα, διδάσκοντάς μας να μη προτρέχωμε σε ο,τιδήποτε, και να μη προλαμβάνωμε εκείνους που ελευκάνθησαν στην σύνεση και στην αρετήν, όσοι μάλιστα είμεθα νέοι στην φρόνηση και δεν έχουμε ανδρωθή. Εδέχθη επάνω του όσα ήσαν προς το συμφέρον μας, και αφού εφύλαξε όλες τις εντολές του Θεού και Πατρός αυτού, έλυσε την παράβαση, και ελευθέρωσε τους παραβάτες από την καταδίκην. Έγινε δούλος αναλαμβάνοντας μορφήν δούλου, και επανέφερε εμάς τους δούλους στο δεσποτικόν αξίωμα, αναδεικνύοντάς μας δεσπότες του πρώην τυράννου. Και το μαρτυρούν αυτό οι άγιοι, οι οποίοι και μετά θάνατον αποδιώκουν ως αδυνάμους και αυτόν και τους υπασπιστάς του. Με την σταύρωσίν του ο ίδιος έγινε κατάρα, και έλυσε όλην την κατάρα του Αδάμ. Απέθανε, και με τον θάνατόν του κατετρόπωσε τον θάνατον. Ανέστη, και εξηφάνισε την δύναμη και την ενέργειαν του εχθρού, ο οποίος διά μέσου του θανάτου και της αμαρτίας έχει την εξουσίαν εναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στο θανατηφόρο δηλητήριο και στο φαρμάκι της αμαρτίας την ανέκφραστον ενέργειαν της Θεότητος και την ζωοποιόν ενέργεια του σώματός του, ελύτρωσε τελείως όλον το γένος μας από την ενέργειαν του εχθρού. Καθαίροντας δε και ζωοποιώντας μας με το άγιον βάπτισμα και με την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων, του τιμίου σώματος και του αίματός του, μας αποκαθιστά αγίους και αναμαρτήτους. Αλλά και μας αφήνει την τιμήν του αυτεξουσίου, για να μη φανούμε ότι υπηρετούμε τον Δεσπότην με την βία, αλλά με την προαίρεση. Και όπως ο Αδάμ ήταν στον Παράδεισον εξ αρχής ελεύθερος, ξένος προς την αμαρτία και την βία, υπήκουσε δε στoν εχθρόν με το αυτεξούσιον θέλημά του, εξηπατήθη και παρέβη την εντολή του Θεού, έτσι και εμείς, αναγεννώμενοι με το άγιον βάπτισμα, απαλλασσόμεθα από την δουλεία και γινόμεθα αυτεξούσιοι, και εάν δεν υπακούσωμε στoν εχθρόν με την ιδικήν μας θέληση, δεν ημπορεί με άλλον τρόπο να ενεργήση κάτι εναντίον μας.
 
Πράγματι, εάν πριν από τον νόμο και την παρουσία του Χριστού, χωρίς όλα αυτά τα βοηθήματα, πολλοί και αναρίθμητοι ευηρέστησαν τον Θεόν και ανεδείχθησαν άμεμπτοι, όπως ο δίκαιος Ενώχ, τον οποίον μετέθεσε τιμώντας τον με τον τρόπον αυτό, και ο Ηλίας τον οποίον παρέλαβε στoν ουρανόν με άρμα πύρινον, τι θα απολογηθούμε εμείς, οι οποίοι μετά την χάρη και την τοιαύτη και τόσο μεγάλην ευεργεσίαν, ούτε ίσοι με τους προ της χάριτος ευρισκόμεθα, αλλά ζούμε μέσα στην ραθυμία, και καταφρονούμε τις εντολές του Θεού και τις παραβαίνουμε; Και αυτό μετά την κατάργηση του θανάτου και της αμαρτίας, μετά την αναγέννηση του βαπτίσματος και την προστασία των αγίων αγγέλων και την επισκίαση και επέλευση του ιδίου του Αγίου Πνεύματος. Ότι θα τιμωρηθούμε, εάν επιμένωμε στο κακόν, περισσότερον από εκείνους που ημάρτησαν όταν επικρατούσε ο νόμος, το εδήλωσε ο Παύλος λέγοντας. «Ει γάρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;».
 
Ας μη αποδίδη λοιπόν την ευθύνην και ας μη κατηγορή τον Αδάμ, αλλά τoν εαυτόν του καθένας από εμάς, ο οποίος περιπίπτει σε οποιαδήποτε αμαρτίαν, και ας επιδεικνύη αξίαν μετάνοια όπως εκείνος, εάν βεβαίως θέλη να επιτύχη την αιωνίαν εν Χριστώ ζωήν…

Εκείνος που συλλογίζεται πάντοτε τις αμαρτίες του, και συνεχώς βλέπει εμπρός του την μέλλουσαν κρίσιν, και μετανοεί, και κλαίει θερμώς, αυτός υπερβαίνει όλα μαζί τα πάθη και τα αμαρτήματα, και τα υπερνικά ανυψούμενος από την μετάνοιαν, ώστε να μην ημπορή ούτε ένα από αυτά να φθάση και να προσεγγίση την ψυχή του στο ύψος εκείνο που πετά. Εάν δε ο νους μας, πτερωμένος από την μετάνοια και τα δάκρυα, και από την πνευματικήν ταπείνωση που γεννάται από αυτά, δεν ανυψωθή στο ύψος της απαθείας, δεν θα ημπορέσωμε να ελευθερωθούμε, δεν θα παύσουν να μας κεντούν πότε το ένα, πότε το άλλο πάθος, και να μας κατασπαράσσουν σαν άγρια θηρία.

Μετά δε τoν θάνατον, εξ αιτίας αυτών, θα χάσωμε την Βασιλείαν των Ουρανών, και από αυτά πάλι θα τιμωρηθούμε αιωνίως. Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, πνευματικοί μου πατέρες και αδελφοί, και ποτέ δεν θα παύσω να παρακαλώ την αγάπη σας, να μην αμελήσετε την σωτηρία σας, αλλά με κάθε τρόπο να προσπαθήσετε να ανυψωθήτε ολίγον από την γη. Και όταν γίνη αυτό το θαύμα, το οποίο θα σας καταπλήξη, το να ανυψωθήτε δηλαδή από την γη και να υπερίπτασθε στον αέρα, δεν θα θελήσετε πλέον να κατέλθετε ούτε καν για λίγο και να σταθήτε στην γην. Λέγοντας δε «γην» εννοώ το σαρκικόν, και «αέρα» το πνευματικόν φρόνημα. Διότι εάν ο νους ελευθερωθή από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη, και δι’ αυτού αντικρύσωμε την ελευθερίαν την οποία μας εχάρισεν ο Χριστός, δεν θα καταδεχθούμε πλέον να κατέλθωμε στην προηγουμένην δουλεία της αμαρτίας και του σαρκικού φρονήματος, αλλά συμφώνως με τους λόγους του Κυρίου, δεν θα παύσωμε να γρηγορούμε και να προσευχώμεθα, έως ότου μεταβούμε προς την εκείθεν μακαριότητα και τύχωμε των αιωνίων αγαθών, «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιωνων. Αμήν».
 
 

(10ος – 11ος αιών. Απαντα του Αγίων Πατέρων, εκδ. Ωφελίμου βιβλίου. Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, τόμ. 1, Κατήχ. Ε΄, σελ. 1-41, 87, 470 και 1054-1085. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 485 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)