θεολογικός σχολιασμός στο Εφεσ. 5, 33

Αγίου Νεκταρίου
 Μητροπολίτου Πενταπόλεως,

Αθήνα 1902

 

    Περί του τις η αληθής ερμηνεία


     Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ' ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν εαυτού σάρκα, συνιστά καθ' ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν .
Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε . Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης · «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα».


     Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον ) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν . Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.

      Περί φόβου. Ο φόβος είνε έμφυτον συναίσθημα τω ανθρώπω.
     

    Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ως δειλία, ως δέος, ως τρόμος εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται κίνδυνος ζωής. Επίσης εκδηλούται το συναίσθημα τούτο ως ταραχή και ανησυχία εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται η προσβολή της τιμής η περιουσίας του ανθρώπου δικαίως η αδίκως.
      Ο βαθμός της μείζονος η ελάσσονος εκδηλώσεως του φόβου η της ταραχής και ανησυχίας είνε ανάλογος η τω μεγέθει του πραγματικού κινδύνου η τω μεγέθει της διεγερθείσης φαντασίας. Το συναίσθημα του φόβου ενίοτε εκδηλούται και εν περιστάσεσι, καθ' ας ουδέν μεν το πραγματικώς απειλούμενον η διακινδυνεύον καθ' ην ώραν ο άνθρωπος κατέχεται υπό του συναισθήματος τούτου, προκύπτει όμως εξ ενδεχομένου εν τω μελλόντι κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εξ αμελείας ημών εις τι των προσφιλών ημίν υποκειμένων. Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται η ως άκρα αγάπη προς τι η ως άκρα ευλάβεια η ως άκρα φροντίς η ως αδιάλειπτη μέριμνα.
Κατά ταύτα ο φόβος, ως διαφόρως εκδηλούμενος κατά τας διαφόρους περιστάσεις και κατά διάφορα γεννώνται αυτόν αίτια, ανάγκη και διαφόρως να χαρακτηρίζηται . Όθεν ο μεν φόβος ο εκδηλούμενος ως δέος η δειλία η τρόμος, δύναται να ονομασθή φυσικός, ο δε φόβος ο εκδηλούμενος ως ταραχή και ανησυχία, ως και ο φόβος ο εκδηλούμενος ως αγάπη και ευλάβεια, δύναται να κληθή ηθικός. 'ρα ο φυσικός φόβος διαφέρει του ηθικού φόβου κατά τα διεγείροντα αυτόν αίτια.


      Ο φυσικός φόβος είνε πάντοτε αδιαβλήτων παθών, ως μια μόνην έχων αφορμήν το κίνδυνο της απώλειας της ζωής. Ο ηθικός φόβος δεν είνε πάντοτε αδιάβλητο· διότι είνε διπλούς ως προερχόμενος από διάφορα κατά το ποιόν ηθικά αίτια της αγάπης και του μίσους. Ως δε εναντιώτατα τα γεννώντα αυτόν αίτια, εναντιώτατοι και οι χαρακτήρες αυτών. Ο μεν φόβος ο εκ της αγάπης γεννώμενος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και εκδηλούται ως ευαισθησία ψυχής υπέρ του αγαπωμένου προσώπου, ως μέριμνα, ως πρόνοια και ως περί αυτού φροντίς . Ο ιερός ούτος φόβος ορίζεται υπό του Θεοφυλάκτου ως επίτασις ευλαβείας λέγοντος «ο φόβος ( ο ιερός ) επίτασις εστιν ευλαβείας ώσπερ και ευλάβεια συνεσταλμένος φόβος»· και αύθις «φόβος εστίν αιδώς και ευλάβεια και επιτεταμένη τιμή». Ο Οικουμένιος λέγει περί του φόβου τούτου τα εξής: «Φόβος τελειωτικός δέους μεν απήλλακται, διο και αγνός είρηται και διαμένων εις αιώνα αιώνος»· και εν τη Αγία Γραφή η λέξη φόβος πολλάκις λαμβάνεται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας και δι ' αυτής εκφράζεται ο πόθος προς τελείαν επίγνωσιν και οικείωσιν του θείου. Ο φόβος ο εκ του μίσους είνε φόβος εναγής και εκδηλούται ως αποστροφή και απέχθεια προς τινα, ως αδιαφορία και εχθροπάθεια. Περί του φόβου τούτου ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Το έτερον είδος του φόβου μετά μίσους γίνεται ω δούλοι δεσπόταις κέχρηνται χαλεποίς».


      Ο ιερός φόβος είνε ο φόβος ο προς τον Θεόν, ο φόβος ο προς τους γονείς, ο φόβος ο προς τον σύζυγον και ο φόβος προς τους θείους και ανθρώπινους νόμους, και πηγάζει εκ της αγάπης.
Ο εναγής φόβος είνε φόβος κολάσεως. Αυτόν φονούνται οι παραβάται των θείων και ανθρωπίνων νόμων. Ούτος πηγάζει εκ του πονηρού συνειδότος . Η Εκκλησία συνιστά τοις εαυτής τέκνοις τον ιερόν, τον αγνόν και τον άγιον φόβον . Τούτο τον φόβο συνιστά και προς την ερχόμενην εις γάμου συζυγίαν, και υπό νέον ηθικόν νόμον τεθειμένην γυναίκα· ζητεί δε τούτο δια την ευτυχίαν αυτής της γυναικός.


      Ο ιερός φόβος απαθής ων ουδέν επαπειλεί το δεινόν . Ο φόβος ούτος ως συναίσθημα ταυτίζεται τη αγάπη ευλάβειαν επί τη ψυχή εμποιών, ίνα μη δια την της αγάπης παρρησίαν εις καταφρόνησιν του ανδρός έλθη, ως λέγει πατήρ τις. Ο ηθικός αγνός φόβος είνε εν εκ των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ον η Αγία Γραφή ονομάζει φόβον Θεού. Εν τη Αγία Γραφή η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως φόβος Θεού· «ανήρ δίκαιος φοβούμενος τον Κύριον». Ο φόβος του Θεού είνε αρχή σοφίας. Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου οίόν τι πρώτον σπάργανον · και σοφία τον φόβον υπερβάσα και εις αγάπην αναβιβάσασα Θεού φίλους ημάς και υιούς αντιδούλων εργάζεται»· και ο Σειράχ λέγει «Στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου αναθάλλων ειρήνην και υγείαν ιάσεως» ( κεφ. α΄ 15).
Τον φόβον του Θεού οι άγιοι πατέρες καλούσιν αγάπην προς τον Θεόν · «φόβος Θεού αγάπην προς αυτόν εστιν · αγάπη δε σειρά τις, ης η μεν των αρχών εξαρτάται της του ανθρώπου καρδίας, η δε ετέρα άπτεται της του Θεού χειρός έλκοντος αυτόν αεί προς τον αυτού φόβον». Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει «σωτήριος ο φόβος και Αγιασμού ποιητικός εστι».

      Ο ιερός ούτος φόβος εν τη Αγία Γραφή ταυτίζεται προς την ευλάβειαν και την αγάπην προς τινα. Ούτως εννόησαν και ερμήνευσαν οι ερμηνευταί και μεταφρασταί της Καινής Διαθήκης. Εν τη εν Οξωνίω εκδοθείση ελληνιστί μεταφράσει της Αγίας Γραφής ο εν κεφ. ε΄ 33 στιχ . της προς Εφεσίους επιστολής μετεφράσθη «Πλήν και σεις οι καθ' ένα, έκαστος την εαυτού γυναίκα ούτως ας αγαπά ως εαυτόν · η δε γυνή ας σέβηται τον άνδρα». Εν τη λατινική μεταφράσει φέρεται ως εξής· «uxor autem videto, ut timeat virum». Το timeo ενταύθα, ως εξάγεται εκ της μεταφράσεως των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει την σημασία του ευλαβείσθαι. Εν τη γαλλική μεταφράσει των Παρισίων μεταφράζεται «que la femme respecte son mari». Εν τη ιταλική μεραφράσει «ed altresi la moglie riverisca il marito». Υπό ταύτην την έννοιαν τον στίχον τούτον άπασαι αι ευρωπαϊκαί γλώσσαι μετέφρασαν. Και εν τη αρχαία εβραϊκή γλώσση ο φόβος προς τον Θεόν ερμηνεύεται υπό των ερμηνευτών φόβος εκ σεβασμού, εξ ευλαβείας· ως ο εν τω Λευτικώ ιθ΄ 3 στιχ .: «θέλετε φοβείσθαι έκαστος την μητέρα αυτού και τον πατέρα αυτού» ερμηνεύεται, θέλετε σέβεσθαι και ευλαβείσθαι · καθώς και ο εν χωρίω Ιησού Ναυή δ΄ 14 στιχ . «και εφοβούντο αυτόν (τον Ιησούν Ναυή) καθώς εφοβούντο τον Μωϋσήν, πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού» ερμηνεύεται υπό των λεξικογράφων του εβραιοελληνικού λεξικού M . N . Ph . Sauder και M. I. Trenel "comme ils avaient respecté Moise". Υπό αυτήν την σημασίαν απαντά και εν άλλοις χωρίοις του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Υπό ταύτη τη σημασία εχρήσατο τη λέξει και ο Απόστολος Παύλος, καθ' ου επιτίθενται λίαν αδίκως αι κυρίαι, τας οποίας ούτος εις μεγάλην υψώνει περιωπήν. Ώστε τα αίτια των διαζυγίων ουχί εκ τούτου του φόβου του υπό του Παύλου διδασκομένου προέρχονται, αλλ' αλλαχού δέον να ζητηθώσιν· ίσως ίσως εις την έλλειψιν του ιερού τούτου φόβου.


Από την ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ

Λουκ. ΙΒ’ 51

ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στους «αγαπολόγους»

που αγαπάνε περισσότερο από τον Χριστό…

 

Στίχ. 51. «Νομίζετε ότι ήρθα να φέρω ειρήνη στη γη;».

Μολονότι ο Χριστός είναι η ειρήνη μας, σύμφωνα με τις Γραφές, γιατί «Αυτός ένωσε τους δύο λαούς σε ένα κοινόν άνθρωπο, φέρνοντας ειρήνη και συμφιλιώνοντας και τους δύο σε ένα σώμα με τον Πατέρα»˙, αυτός ένωσε τα επίγεια με τα ουράνια, πως τότε είπε, «Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη»; Τι λες, Δέσποτα; Δεν ήρθες να φέρεις ειρήνη; Αν και έγινες ειρήνη για μας, κατάργησες τον διαχωριστικό τοίχο τού φραγμού, εξαφάνισες την αμαρτία που μας χώριζε, κήρυξες το ευχάριστο μήνυμα σ’ αυτούς που βρίσκονταν μακριά και κοντά, ένωσες τα πλήθη των εθνών με τα πλήθη των Ιουδαίων, έφερες ειρή­νη με τον σταυρό στα ουράνια και στα επίγεια12, όπως είναι γραμμέ­νο, έγινες σε μας συμφιλιωτής και μεσολαβητής, και αφού εξαφάνι­σες την αμαρτία που υπήρχε ανάμεσα μας, μας ένωσες μέσω τού εαυτού σου με τον Θεόν και Πατέρα.

 Είπες επίσης ότι η ειρήνη είναι δική σου, λέγοντας· «Σας δίνω τη δική μου ειρήνη»11. Πως λοιπόν δεν ήρθες να φέρεις ειρήνη, αλλά μάχαιρα; Προς ποίους είναι η μάχη μας; Και πως θα γίνη από εμάς ο τρόπος τού πολέμου, ώστε να είναι ατιμώρητος και να αρέσει σε σένα, ο οποίος λέγεις ότι είσαι η ίδια η ειρήνη και την οποία έδωσες και σε μας; Λοιπόν ας λύσει το ζητούμε­νο ο Παύλος, ο οποίος είπε˙ «Εάν κάποιος αδελφός είναι πόρνος», και τα λοιπά, «με αυτόν ούτε να συντρώγετε»14. Γιατί νομίζω ότι πρέπει να αποφεύγομε τους πόρνους, και να θεωρούμε ότι η ειρήνη με αυτούς προκαλεί ζημία- γιατί λέγει, «Οι κακές συναναστροφές δια­ φθείρουν τα καλά ήθη»15, και όπως λέγει ο Δαβίδ «Με τον ευσεβή θα γίνεις ευσεβής, και με τον διεστραμμένο θα διαστραφείς»16.

 Θέλεις να δεις και άλλους, προς τους οποίους η σύναψη ειρήνης είναι επιζήμια; Άκουσε τι γράφει ένας από τους άγιους μαθητές˙ «Εάν κάποιος έρχεται σε σας και δεν αποδέχεται αυτή τη διδασκα­λία, αυτόν ούτε και να τον χαιρετάτε»17. Και ποια διδασκαλία, παρά εκείνην οπωσδήποτε που μας παρέδωσαν εκείνοι που έγιναν από την αρχή αυτόπτες; Οι αρχηγοί των αιρέσεων μοιάζουν με λύκους. Πως λοιπόν θα βρεθεί σε ειρήνη το πρόβατο με τον λύκο; Και εκείνοι βέβαια είναι σκοτεινοί (γιατί λέγει˙ «Ο Θεός τού αιώνα αυτού τύ­φλωσε τους λογισμούς των απίστων»18, εμείς όμως είμαστε υιοί τού φωτός· γιατί σ’ εμάς έλαμψε η χάρη τού Πνεύματος. «Ποια λοιπόν σχέση υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι;»19.

 Ας αγαπήσομε λοιπόν την ειρήνη προς τους αδελφούς και ομο­πίστους μας, και ας αποφεύγομε τη σχέση μας προς εκείνους. Γιατί είναι φανερό ότι η ειρήνη είναι πράγμα καλό, όμως κάθε ειρήνη δεν είναι οπωσδήποτε αξιόμεμπτη, αλλά πολλές φορές είναι επικίνδυνη, και μας απομακρύνει από την αγάπη προς τον Θεό. Γιατί η ειρήνη προς εκείνους που πιστεύουν διαφορετικά είναι ανώφελη, ως προς το να πιστεύομε τα ίδια με εκείνους. Γι' αυτό ακριβώς οι πιστοί απομα­κρύνονται από αυτά που αγαπούν στη γη και αγνοούν τους συγγε­νείς, και ο πατέρας απαρνείται την αγάπη τού υιού του, και ο υιός αγνοεί την τιμή προς τον πατέρα, και μητέρα απέρριψε την αγάπη της θυγατέρας της. Γιατί πρέπει εκείνοι που έχουν πλανηθεί να ακο­λουθούν αυτούς που είναι υγιείς στον νου, και όχι να προτιμούν εκεί­νους αυτοί που πιστεύουν ορθά. Αυτό ο Χριστός μας το είπε και με άλλο τρόπο˙ «Αυτός που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του πε­ρισσότερο από εμένα δεν είναι άξιός μου»20. Άρα, αν εξαιτίας της ευ­σέβειας προς τον Χριστό αρνηθείς τον επίγειο πατέρα σου, τότε θ αποκτήσεις Πατέρα αυτόν που είναι στους ουρανούς, κι αν απαρ­νηθείς αδελφό που ατιμάζει τον Θεό, επειδή θέλεις να λατρεύεις αυ­τόν, θά σε αποδεχθεί ο Χριστός ως αδελφό. Γιατί μαζί με τα άλλα μας έδωσε και τούτο καθόσον λέγει˙ «θα αναγγείλω το όνομά σου στους αδελφούς μου»21, θα βρεις γένος λαμπρό και μεγάλο, το πλήθος των αγίων, και θα γίνεις μαζί με αυτούς κληρονόμος των χαρισμάτων του. Στίχ. 54. «Όταν θα δείτε το σύννεφο ν’ ανατέλλει από τη δύση», κ.τ.λ.

 

14. Α Κορ. 5,11.  

 15. Α' Κορ. 15,33.      

16. Ψαλμ. 17,26-27. Β' Βασ. 22,26-27.

17. Β' Ιω. 10

18. Β' Κορ. 4,4.

19. Β' Κορ. 6,14

20. Ματθ. 10,37.

21. Ψαλμ. 21.23.

 

 

ΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ.

Η ΕΝΔΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

 α.   Ότι δια την υπερβολικήν αγάπην όπου έχει ο Θεός εις τους ανθρώπους έβαλεν αυτούς εις πολλά, και διάφορα περιστατικά.

β'.  Και ότι η ένδεια είναι η ευεργεσία του Αγίου Θεού.

γ'.  Και ότι εκείνος οπού φεύγει την ένδειαν, αποβάλλει τον χριστιανισμόν, και δεν θέλει να είναι χριστιανός.

δ'.  Και ότι ανάγκη είναι να έχουν οι χριστιανοί θλίψεις και βάσανα.

       Α’. Ο Θεός ο φιλάνθρωπος εσυγχώρησε να περικυκλώσουν τον άνθρωπον, άφ' ου εξέπεσεν από την χάριν του, φόβοι πολ­λοί, και διάφορα περιστατικά, και θλίψεις, και βάσανα. Και τον άφησε να ενοχλήται, και να ταράττεται από όλα τα μέρη, και να πολεμήται από τον ίδιον τον εαυτόν του. Η δε αιτία όπου το έκαμεν αυτό, είναι θαυμαστή, και γεμάτη από αγάπην, και αγαθότητα. Ότι καθώς ένας υπέρπλουτος άνθρωπος όπου να έχη υιόν αγαπητόν, και δια την πολλήν αγάπην όπου έχει εις αυτόν, δεν θέλει να ευρίσκη, ή να πέρνη άλλοθεν ο υιός του, μήτε φαγητά, μήτε πιοτά, μήτε φορέματα, μήτε υποδήματα, μήτε καμμίαν άλλην απόλαυσιν, και άνεσιν, αλλά θέλει να λαμβάνη όλα αυτά από τον πατέρα του μόνον, δια να ευρίσκεται πάντοτε κοντά του, και να ανα­παύεται εις τα γόνατά του.

 Και αν ίσως καμμίαν φοράν συμβή να φύγη από τον πατέρα του ο υιός, και θελήση να πάρη από άλλον όλα του τα χρειαζόμενα, κάνει τρόπον ο πατήρ του, ή να μη τα ευρίσκη τελείως ο υιός του, ή αν τα ευρίσκη να τα λαμβάνη με κόπον, και πόνον, και θλίψιν. Μάλιστα παραγγέλλει ο πατήρ όλους όσοι είναι εις την εξουσίαν του, εάν ίδουν τον υιόν του όπου να περιπατή εδώ και εκεί μακριά από τον πατέρα του, να τον διώχνουν, και να τον λυπούν εις κάθε πράγμα, δια να γυρίση εξ ανάγκης, και μη θέλωντας εις τον πατέρα του, και να αναπαύετε εις αυτόν όπου τον ηγάπησε πολλά, μη ευρίσκωντας την ανάπαυσίν του εις άλλο μέρος.

 Τοιουτωτρόπως έκαμε και ο Θεός εις τον άνθρωπον, δια να μην ευρίσκη ανάπαυ­σιν εις την παρούσαν ζωήν, και εις τα πράγματα του κόσμου, (ότι όλα αυτά είναι ματαιότης) και να αναγκάζεται να γυρίζη πάλιν προς τον αγαθόν Θεόν, και κύριον, και δεσπότην, και πατέρα, και προνοητήν, και κηδεμόνα, και λυτρωτήν, και σωτήρα του, και να ευρίσκε­ται κοντά του. Ώστε και αυτός ο άνθρωπος να ευρίσκη ανάπαυσιν, και ο Θεός, και πατήρ του να απολαμβάνη πάντοτε τον υιόν του, και να χαί­ρεται εις ούτον.

 Ότι ο άνθρωπος πριν της παρα­βάσεως ήτον εις κάθε ευτυχίαν, και είχε μεγάλην ανάπαυσιν, και εχαίρετο μέσα εις τον παράδεισον,  χωρίς καμμίαν θλίψιν, και λύπην, και μήτε ίξευρε παντελώς τι πράγμα είναι η λύπη. Όμως από την απροσεξίαν όπου είχε δια την μεγάλην ευτυχίαν του, ήλθεν εις επιθυμίαν να απολαύση εκείνα όπου ήσαν ανώτερα από λόγου του, και υπέρ την δύναμίν του, και ηθέλησε να γένη Θεός κατά την συμβουλήν του διαβόλου.

 Δια τούτο παρευθύς, όπου ηθέλησε να επιχειρισθή τα αδύνατα, έχασεν εκείνην την μεγάλην ευτυχίαν, και ανάπαυσιν όπου είχε, και έγινεν ενδεής εις πολλά, και όσην πλουσιότητα είχε πρώτον, εις άλλην τόσην ένδειαν, και πτωχείαν εκατήντησεν ύστερον, και έλαβε την παίδευσιν της υπερηφανίας, από την οποίαν επαρακινήθη, και αυθαδίασε να επιχειρισθή εκείνο το μεγάλον, και τολμηρόν επιχείρημα. Ότι τρόπον τινά ωσάν να εχόρτασεν από την ευτυχίαν εκείνην όπου του εχάρισεν ο Θεός, και την εκαταφρόνησε πλέον, και ηθέλησε το ανώτερον.

 Αφ' ου δε έγινεν ενδεής, δοκιμάζει κόπους πολ­λούς, και πόνους και μόχθους δια την χρείαν, και ένδειάν του, και μην έχωντας τα χρειαζόμενα, καθώς θέλει, λυπείται, και θλίβεται, και αδημονεί, και θέλωντας να μην ευρίσκεται εις ένδειαν, κάμνει μεγάλους αγώνας, δια να ζη πλουσιοπάροχα, και άπ' αυτήν την αιτίαν πα­ρακινούμενος, γίνεται κλέπτης, ή κρυφός, ή φα­νερός, και αδιάντροπος, πέρνωντας τα ξένα πράγματα, και πλεονέκτης, και άδικος, και άρπαξ, και ζηλεύει, και προδίδει, και κατηγορεί, και μάχεται, και φυλάττει έχθραν, και πολεμεί, και επιβουλεύεται, και κάνει εκοίκησιν, και φιλονεικά, και ψεύδεται, και κάνει όρκους, και φο­νεύει, και καταφρονεί και αυτόν τον Θεόν όπου του εδιώρισεν εις την παρούσαν ζωήν δια προσωρινήν κόλασιν, την ένδειαν, την οποίαν επροξένησεν εις το ανθρώπινον γένος η παράβασις του Αδάμ.

 Και τοιουτωτρόπως κάμνωντας γί­νεται εχθρός του Θεού, και εναντιώνεται εις την προσταγήν του, όπου εδιώρισε να είναι ενδεής, και αυτός γίνεται πλούσιος, και ευτυχισμένος. Και δια τα πλούτη του γίνεται κενόδοξος, και υπερήφανος. Έπειτα τι ακολουθεί; το Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, και καταντά το τέλος του εις την ομοίαν καταδίκην όπου ήλθε και ο διάβολος ο αποστάτης, του Θεού.

       Β’. Πρέπει λοιπόν να ιξεύρωμεν, ότι την ένδειαν την έδωκεν ο Θεός δικαίως εις ημάς δια τιμωρίαν προσωρινήν, και δια τούτο πρέπει να την υπομένωμεν με ευχαριστίαν, δια να σύρωμεν εις τον εαυτόν μας με τούτο την ευσπλαγχνίαν, και το έλεος, και την πρόνοιαν του Θεού. Ότι εκείνον όπου αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, δια να ταπεινωθή με την παίδευσιν εκείνην της έν­δειας, και να μακρύνη από την υπερηφάνιαν.

 Και μαστιγοί πάντα υιόν, ον παραδέχεται, με δια­φόρους αρρώστιας, και θλίψεις, δια να τον συμμαζώξη κοντά του, και να τον έχη μαζή του. Και δια τους αγώνας, και πόνους όπου υπομέ­νει με ευχαριστίαν, να τον στεφανώση με τον στέφανον της υπομονής, και να τον κάμη υιόν του θετόν. Διότι η παράβασις του Αδάμ δεν ακολούθησεν από άλλο τίποτε, παρά με το να είχεν όλα τα αγαθά με πλουσιότητα, και χωρίς κόπον. Δια τούτο κάθε ένας όπου σπουδάζει να αποφύγη την ένδειαν (την οποίαν δεν είναι δυ­νατόν να την αποφύγη τινάς ποτέ) φαίνεται πως εναντιώνεται εις τον Θεόν, και τρόπον τινά α­γωνίζεται να χαλάση την απόφασιν του Θεού όπου επρόσταξε να τρώγωμεν το ψωμί μας με τον ιδρώτα του προσώπου μας, έως όπου να αποθάνωμεν.

  Επειδή λοιπόν εις την παρούσαν ζωήν εδόθη εις όλους τους ανθρώπους η ένδεια, ωσάν μία πρόσκαιρος κόλασις φυσική, εκείνος όπου αγωνίζεται να την αποφύγη θέλει καταντήσει εις την αιώνιον κόλασιν (1) ότι δεν είναι δυνατόν να αποφυγή τινάς με άλλον τρόπον την ένδειαν της παρούσης ζωής, έξω μόνον με αρ­παγάς, και αδικίας, και πλεονεξίας. Και η ευτυ­χία, και τα πλούτη, φυσικά προξενούν την υπερηφάνειαν, όπου είναι η αρχή της αμαρτίας, και δια να πέση κάτω να κρημνισθή η υπερηφάνια, πέρνει τον υπερήφανον εις την εξουσίαν της η αισχρουργία, ήγουν τον κυριεύουν τα σαρκικά πάθη, τα οποία προέρχονται από ανοησίαν και διαφθοράν ορθού λογισμού.

       Γ’. Όθεν   κάθε   χριστιανός  όπου πάσχει να αποφυγή την ένδειαν, είναι φανερόν πως δεν θέ­λει να είναι αληθινός χριστιανός. Ότι ο αλη­θινός χριστιανός είναι αδύνατον να είναι χωρίς, ένδειαν. Διατί ο Υιός και ο Λόγος του Θεού, και Θεός όπου έγινεν Άνθρωπος όμοιος με ημάς, δια να αναπλάση την ανθρωπίνην φύσιν, δεν εχάλασεν απλώς και ως έτυχε ταις απόφασές του, ήγουν την φθοράν, και τον θάνατον όπου έδωκε δια τιμωρίαν του Αδάμ, όπου παρέβη την εντολήν του· ότι και το, εν ιδρώτι του προ­σώπου σου φαγή τον άρτον σου· και το, γη, ει, και εις γην απελεύση, μένουν δια πάντα εις τους ανθρώπους. Άλλα κάνωντας εκείνους όπου πιστεύουν εις την ένσαρκον οικονομίαν του, κοι­νωνούς μετόχους της εδικής του δυνάμεως, ως Θεού δυνάμεως, και της εδικής του σοφίας, ως Θεού σοφίας, τοιουτωτρόπως εχάλασε ταις απόφασες όπου είπαμεν δια μέσου πολλών παθημά­των και θλίψεων, έως και δια του σταυρού ά­τιμου θανάτου, γενόμενος εις ημάς τύπος και παράδειγμα αυτός πρώτος ο Κύριος ημών Ιη­σούς Χριστός.

 Ομοίως και οι Απόστολοι, και όλοι οι αληθινοί χριστιανοί λαμβάνοντες με την χάριν του Χριστού μεγάλην δύναμιν, υπομένουν μετά χαράς τας θλίψεις, και τους πειρασμούς, και καρποφορούν με πολλήν υπομονήν. Δια τούτο και οι Μάρτυρες δεν επαρακαλούσαν τον Χριστόν, να τους γλυτώση από τα παιδευτήρια, και τα βάσανα του μαρτυρίου, ούτε οι Ασκηταί εζητούσαν να τους ελευθερώση από τους πόνους, και μόχθους της ασκήσεως, αλλά επαρακαλούσαν να τους δώση υπομονήν πολλήν, και με υπομονήν μεγάλην αγωνίσθησαν τον αγώνα του μαρ­τυρίου, και της ασκήσεως, δια να λάβουν εις την μέλλουσαν ζωήν τον μισθόν κατά τον κόπον τους, δια τούτο και ο Θεός λέγεται Θεός της υπομονής και της μακροθυμίας.

      Δ’. Λοιπόν εις κάθε θεοσεβή είναι αναγκαία κάθε θλίψις, και στενοχώρια, και λύπη. Ότι προ του  να δοκιμάση τινάς  τους πειρασμούς δεν ημπορεί να τους καταλάβη, και να τους γνωρίση, καθώς πρέπει, αλλά όταν τους δοκιμάση, και τους γνωρίση, και ελευθερωθή από αυτούς, τότε ευχαριστεί εκείνον όπου τον ελευ­θέρωσε. Διατί εκείνος όπου είναι απείραστος, και δεν εδοκίμασε πειρασμούς, είναι αμελής εις το να ευχαριστή τον Θεόν, από τον οποίον φυλάττεται, και μένει απείραστος. Αμή οπόταν πέση εις πειρασμούς, και ελευθερωθή, τότε του ευχα­ριστεί πολλά. Ει δε και ευρεθή τινάς όπου να ευχαριστή τον Θεόν πάντοτε, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς, όμως δεν τον ευχαριστεί τόσον πολλά, και με τόσην προθυμίαν, με όσην τον ευχαριστεί εκείνος όπου ελευθερωθή από θλίψεις, και πειρασμούς.

 Ώστε όπου αναγκαίον, και χρειαζόμενον είναι, να πέση κάθε χριστιανός εις πει­ρασμούς και θλίψες, και στενοχωρίαις, και λύπαις, δια να γνωρίση την δύναμιν του Θεού, και να τον ευχάριστη εξ όλης του της ψυχής, και εξ όλης του της διανοίας, και εξ όλης του της δυνάμεως. Και μάλιστα εκείνος όπου έχει άνεσιν, και δεν έχει πειρασμόν, είναι υποκείμε­νος εις δύω μεγάλα κακά. Το ένα όπου δεν ευ­χαριστεί τον Θεόν εξ όλης του ψυχής και καρ­δίας, και το άλλο όπου καταγίνεται ο νους του εις φροντίδας ματαίας, και ανωφελείς. Αν ίσως ο Αδάμ ευχαριστούσε τον Θεόν εις καιρόν, ό­που ευρίσκετο εις μεγαλωτάτην ανάπαυσίν, και ανεκλάλητον χαράν, βέβαια δεν ήθελε πλανηθή, μήτε ήθελε δεχθή ποτέ εκείνην την πονηράν συμβουλήν του διαβόλου, μήτε ήθελε επιθυμήση να γένη Θεός.

 Δια τούτο και ημείς καθώς χρειαζόμεθα την αναπνοήν του αέρος, τοιουτωτρόπως χρειαζόμεθα και την ευχαριστίαν του Θεού, εάν θέλωμεν να μη πέσωμεν εις πειρασμούς, και θλί­ψεις, και λύπας. Όθεν ας ευχαριστούμεν, αδελ­φοί μου, εις όλα τον Θεόν, και ας υπομένωμεν αγογγύστως κάθε πειρασμόν, και θλίψιν, εν Χρι­στώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας.

Αμήν

(1) Το αυτό λέγει και» ο μέγας Αθανάσιος εις τον περί παρθενίας λόγον. Ο έχων ανάπαυσιν εν τω κόσμω τούτω, την αιώνιον ανάπαυσιν μη ελπιζέτω λαβείν˙ η βασιλεία γαρ των ουρανών ουκ εστι των αναπαυομένων ενθάδε, άλλ' εκείνων εστί των εν θλίψη πολλή, και στενοχωρία διαξάντων τον βίον τούτον.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

α'. Ποία είναι η αληθινή γνώσις˙ και ότι η γνώσις του Θεού δεν προξενείται εις τους ενάρετους από μάθησιν, αμή από καθαριότητα ψυχής, και από την θείαν χάριν.

β'. Ότι κακόν πράγμα είναι η κατάκρισις.

γ'. Και έλεγχος εκείνων όπου νομίζουν, πως ιξεύρουν τα μυστήρια του Πνεύματος, χωρίς να έχουν την χάριν του Πνεύματος.

δ'. Περί της αγιωσύνης του Πνεύματος.

ε'. Τι λογής αγαθόν είναι η πίστης, ποίος είναι ο καρπός της, και πως αυξάνει,

ς'. Ότι εκείνοι όπου έχουν τον θησαυρόν του Πνεύματος μέσα τους, τον γνωρίζουν όταν είναι και εις άλλους˙ και ποια είναι τα σημεία των Αγίων.

ζ'. Και ότι εκείνος όπου δεν γεννηθή άνωθεν, δεν δύναται να ιδή τον Θεόν, ουδέ, να γνωρίση εκείνον όπου έφθασεν εις τούτο δια του Πνεύματος.

 

α' Τώρα είναι αρμόδιος καιρός να ειπώ και εγώ μαζή με τον Προφήτην Δαβίδ. «Κύριος εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους Υιούς των ανθρώπων, του ιδείν ει έστι συνιών, η εκζητών τον Θεόν, πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν ουκ εστί ποιών χρηστότητα, ουκ εστίν έως ενός». Διατί που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τού­του, με το να μη δύναται τινάς δια μέσου αυτής να γνωρίσει την αληθινήν σοφίαν, τον όντως όντα Θεόν; Διατί ανίσως, αδελφοί, έμελλε να μας δίδεται η επίγνωσις της αληθινής σοφίας, και της γνώσεως του Θεού με τα γράμματα, και με την μάθησιν, και με την έξω σοφίαν, τι εχρειάζετο πλέον η πίστις; ή το θείον βάπτισμα; ή η κοινωνία των αχράντων Μυστηρίων; δεν εχρειάζετο βέβαια. Μα επειδή δια της έξω σοφίας ουκ έγνω ο κόσμος τον Θεόν, ηυδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος, σώσαι τους πιστεύοντας. Και τούτο το λέγει ο θείος Παύλος. Εγώ όμως δίκαιον έχω να θρη­νήσω, και να κλαύσω δια την σύντριψιν των ε­δικών μου μελών, ήγουν των σαρκικών, και Πνευματικών μου αδελφών. Ότι ημείς όπου ενδυθήκαμεν τον Χριστόν δια μέσου του θείου Βαπτίσματος, με το να μη στοχαζώμεθα δια τίποτε τα Μυστή­ρια του Χριστού, λογιάζομεν πως λαμβάνομεν την επίγνωσιν της αληθείας του Θεού δια μέσου της έξω σοφίας, και με την ανάγνωσιν μοναχά των θεοπνεύστων συγγραμμάτων των Αγίων όπου κάμνομεν, νομίζομεν πως καταλαμβάνομεν και την Ορθοδοξίαν, και πως έχομεν ακριβή, και βεβαίαν είδησιν της Αγίας Τριάδος. Και όχι μόνον τούτο, αμή και οι πλέον σεμνότεροι από τους άλλους, λογιάζουν ανοήτως, πως εκείνα τα νοήματα όπου πλάττουν μέσα εις τον νουν τους, είναι η θεωρία όπου γίνεται εις τους άξιους δια της ελλάμψεως μόνον του Παναγίου Πνεύμα­τος, (αλλοίμονον εις την μωρίαν τους, και εις την τύφλωσίν τους)

Άλλοι δε πάλιν όπου χω­ρίς καθαρότητα καρδίας θέλουν να βαθύνουν τον νουν τους μέσα εις τα βάθη του Θεού, και να θεολογούν, όταν ακούσουν περί Θεού, ότι κα­θώς εις τρεις Ήλιους είναι μία σύγκρασις φω­τός, έτζι και εις την Παναγίαν Τριάδα είναι έλλαμψις μιας θεότητος, ευθύς οι τοιούτοι πλάττουν με τον νουν τους τρεις Ήλιους όπου να είναι ενωμένοι κατά το φως, ήγουν κατά την ουσίαν, και χωρισμένοι κατά τας υποστάσεις· και λογιάζουν ανοήτως, πως βλέπουν αυτήν την ι­δίαν θεότητα, και πως η Αγία, και ομοούσιος, και αδιαίρετος Τριάς είναι πορομοία με το πα­ράδειγμα.

Αμή δεν είναι έτζι, δεν είναι επειδή δεν δύναται τινάς να εννοήση, και να ειπή κα­λώς, και ορθώς τα περί της Αγίας Τριάδος, από την ανάγνωσιν μοναχά των γραφών, αμή δεχόμενος αυτά με πίστιν μοναχά, εμμένει εις τα ξεγραμμένα, και δεν περιεργάζεται πλέον τί­ποτε, αλλά και έξω από τα γεγραμμένα, και από εκείνα όπου εδιδάχθη, δεν δύναται τελείως να ειπή άλλο τίποτε εις εκείνους όπου είναι πε­ρίεργοι, και αποτολμούν με αυθάδειαν να περιεργάζωνται τα θεία· και ότι αυτό όπου λέγω εί­ναι αληθινόν, άκουσε τι λέγει ο Χριστός. «Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν, ειμή ο Πατήρ· ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ειμή ο Υιός, και ίφ εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι.» Με αυτά λοιπόν και αλλά παρόμοια λόγια φράζει τα α­διάντροπα, και απύλωτα στόματα εκείνων όπου λέγουν, και λογιάζουν, πως γνωρίζουν την Όντως αλήθειαν, αυτόν λέγω τον Θεόν, με την έξω σοφίαν, και με την μάθησιν των γραμμάτων, και πως με αυτά αποκτούν την επίγνωση των κεκρυμμένων μυστηρίων του Θεού, τα οποία α­ποκαλύπτονται δια μόνου του Πνεύματος. Διατί εάν ουδείς επιγινώσκη τον Υιόν, ειμή ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ειμή ο Υιός, και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι τα βάθη τούτου, και τα μυστήρια. Διατί το Μυστήριόν μου, λέγει, εμοί, και τοις εμοίς.

Λοι­πόν ποιος από τους σοφούς, ή ρήτορας, ή μα­θηματικούς (έξω από εκείνους όπου είναι κεκαθαρμένοι κατά τον νουν από άκραν φιλοσοφίαν, και άσκησιν, και έχουν τας αισθήσεις της ψυ­χής τους αληθώς γεγυμνασμένας) ήθελε δυνηθή χωρίς την αποκάλυψιν όπου γίνεται άνωθεν δια του Κυρίου να γνωρίση από μόνην την ανθρωπίνην σοφίαν τα απόκρυφα μυστήρια του Θεού; τα οποία αποκαλύπτονται δια της νοεράς θεω­ρίας όπου ενεργείται από το θείον Πνεύμα, εις εκείνους όπου εδόθη, και δίδεται πάντοτε να γνωρίζουν αυτά δια της θείας χάριτος˙ η γνώ­σις τούτων των Μυστηρίων, είναι εκείνων των ανθρώπων, των οποίων ο νους φωτίζεται κάθε ημέραν από το Άγιον Πνεύμα δια την καθαρό­τητα της ψυχής τους· εκείνων είναι, των οποίων τα μάτια ανοίχθησαν καλά από τας ακτίνας του ηλίου της δικαιοσύνης· εκείνων είναι, εις τους οποίους εδόθη ο λόγος της γνώσεως, και ο λό­γος της σοφίας δια μόνου του Πνεύματος· εκεί­νων είναι, από τους οποίους εφυλάχθη η σύνεσις, και ο φόβος του Θεού δια μέσου της αγάπης, της ειρήνης, της αγαθωσύνης, της χρηστότητος των τρόπων, της εγκράτειας, και της πίστεως, τούτων είναι η γνώσις των θείων και εις αυτούς όπου μιμούνται τον Χριστόν, λέγει ο Χρι­στός, καθώς είπε και εις τους Αποστόλους, «υμίν δέδοται γνώναι τα Μυστήρια του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς».

Αυτοί λοιπόν κινού­μενοι από θείον Πνεύμα, γνωρίζουν την ισοτιμίαν, και την ένωσιν όπου εχει ο Υιός με τον Πατέρα, επειδή βλέπουν εν τω Πατρί τον Υιόν, και εν τω Υιώ τον Πατέρα δια του Πνεύμα­τος, καθώς είναι γεγραμμένον εις το Ευαγγέλιον. «Εγώ εν τω Πατρί  και ο Πατήρ εν εμοί, όντας δηλονότι και το Πνεύμα μαζή με τον Πατέρα»· Ότι επειδή το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός, ο δε Πατήρ είναι όλος εν όλω τω Υιώ, λοιπόν, και το Πνεύμα το Άγιον είναι ό­λον εν τω Πατρί, και τω Υιώ· ό Πατήρ δε και ό Υιός, και το Άγιον Πνεύμα, είναι ένας Θεός όπου προσκυνείται από πάσαν πνοήν. Και πως είναι δυνατόν να ειπής ένα τους τρεις Ήλιους˙ Διατί αν τους ενώσης και ειπής τους τρεις ένα, θέλει ενωθούν οι τρεις, και θέλει είναι εις ένα ήλιον, ει δε και δεν τους ενώσης, αλλά ειπής πως είναι τρεις, χάνεις πάλιν την ενότητα των τριών Πατέρα δε χωρίς Υιόν, και Πνεύμα δεν είναι δυνατόν να εύρης κατ' ουδένα τρόπον, ουδέ Υιόν χωρίς Πατέρα, και Πνεύμα˙ ουδέ Πνεύμα χωρίς Πατέρα, και Υιόν δια τούτο πίστευε εν τω Πνεύματι τον Πατέρα, και τον Υιόν και εν τω Υιώ τον Πατέρα δια του Πνεύματος και εν τω Πατρί τον Υιόν συναϊδίως αεί όντα και μένοντα, και έχοντα συνεκλάμπον το Πνεύμα το Άγιον και αυτά τα τρία πρόσωπα δεν είναι τρεις θεοί, αλλά ένας Θεός εν τρισίν υποστάσεσιν ανυμνούμενος από άπειρους Αγγέλους ο ων, και αεί ων, και ωσαύτως ων με μίαν συμφυίαν, και βασιλείαν και θεότητα. Διατί αγκαλά και εις κάθε ένα από τα τρία πρόσωπα κατανοούνται τα συμφυή της θείας ιδιότητος όμως είναι ένας Θεός τα τρία πρόσωπα· και το εν, ήτοι ο ένας Θεός είναι είναι Τρία· το οποίον είναι αδύνατον να γένη εις τρεις Ήλιους.

β'. Εγώ ήθελα να ειπώ και κανένα παράδειγ­μα, όπου να φανερώνη ολίγον τι το νόημα των λεγομένων εις εκείνους όπου καυχώνται με αυθάδειαν, πως ιξεύρουν δια μέσου μόνης της ψευ­δωνύμου γνώσεως, και χωρίς την χάριν του Αγίου Πνεύματος όπου ερευνά τα βάθη, και τα μυστήρια του Θεού. Όμως φοβούμαι τον Θεόν ό­που επρόσταξε να μη δίδωμεν τα Άγια εις τους αναίσχυντους, και αυθάδεις, μηδέ να ρίπτωμεν τους Μαργαρίτας έμπροσθεν εις εκείνους όπου λογιάζουν τα θεια, ως κοινά και ακάθαρτα, και τρόπον τινά καταπατούν, και ατιμάζουν αυτά με τα ταπεινά, και γήινα νοήματα τους, και με τας περιέργους ψυχάς τους των οποίων τον νουν τον ετύφλωσεν ο Θεός, καθώς λέγει ο Προφή­της. «Και εσκότισε την καρδίαν τους, ίνα βλέ­ποντες μη βλέπωσι, και ακούοντες μη συνιώσι˙ και με δίκαιον τρόπον επειδή έκαμαν τον εαυ­τόν τους αναξίους δια μέσου της υπερηφανίας, και των κακών τους πράξεων, και δια τούτο α­φέθησαν από τον Θεόν να πορεύωνται εις το σκότος της απιστίας, και της ιδίας κακίας τους, καθώς λέγει ο Δαβίδ, «Εξαπέστειλα αυτούς κατά τα επιτηδεύματα των καρδιών αυτών, πορεύσονται εν τοις επιτηδεύμασι των καρδιών αυτών». Διατί εκείνοι όπου έχουν τόσα πολλά παραδείγματα της εκπληρώσεως των εντολών του Θεού, (τα οποία τελειώνοντές τα οι πατέρες μας με τα έργα, τα έβαλαν εμπρός εις ημάς τους πιστούς εις μίμησιν της αρετής) και δεν ηθέλησαν να τα στοχασθούν αυτά, ουδέ να μιμη­θούν εκείνους τους πατέρας, αμή κάμνουν όλον το έναντίον, και κατηγορούν αυτούς, και την ζωήν εκείνων όπου αγωνίσθησαν κατά Θεόν, και λέγουν πως η ζωή τους δεν είναι κατά Θεόν.

Οι τοιούτοι, λέγω, είναι όχι μόνον ανάξιοι θείας γνώσεως, ωσάν όπου είναι Υιοί απωλείας, και α­πείθειας, αμή είναι και υπόδικοι πάσης τιμωρίας και κατακρίσεως· Διατί αλησμόνησαν να εξετά­ζουν τον εαυτόν τους, εάν και ευρίσκωνται εις την πίστιν, και περιεργάζονται τα ξένα, και ε­ξετάζουν αστόχαστα εκείνα όπου είναι υπέρ την δύναμίν τους, χωρίς να φοβηθούν τελείως τον Θεόν όπου προστάζει. «Μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε, και εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε». Και χωρίς να ευλαβηθούν τον μαθητήν του Χριστού Παύλον, όπου λέγει. «Μένουν γε ω άνθρωπε συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; τω ιδίω Κυρίω στήκει, ή πίπτει και, μη κρίνετε αλλήλους, και μη καταλαλείτε αλλήλων.»

Λοι­πόν πως είναι δυνατόν να γνωρισθούν οι τέτοιοι, ότι είναι πιστοί, και χριστιανοί, όπου παρακούουν, και αθετούν τα λόγια του Χριστού, και των Αποστόλων του; και δεν φυλάττουν τας νομο­θεσίας όπου ώρισεν εκείνος, και οι μαθηταί του; ουδέ περιπατούν, ή ακολουθούν εις τα ίχνη του Διδασκάλου ημών Χριστού ; Πως είναι δυνατόν να ίδουν τελείως το φως των εντολών, εκείνοι όπου παραβαίνουν φανερά τας θείας εντολάς; όχι δεν είναι δυνατόν ας μη σας απατά τινάς (λέγει ο Απόστολος) με ματαίας διδασκαλίας, αδελφοί· και μας ονομάζει ο θείος Παύλος αδελφούς δια την αναγέννησιν, και Πνευματικήν συγγένειαν όπου έχομεν με αυτόν από το θείον βάπτισμα· επειδή από τα έργα μας, καθώς βλέ­πω είμεσθε πολλά απεξενωμένοι από την αδελ­φότητα των Αγίων και τούτο θέλει τα παρα­στήσω από αυτά τα πράγματα, ή να ειπώ καλλίτερα αυτά τα ίδια μας έργα, και τα λό­για θέλει μας ελέγξουν.

Δια τούτο και κάμνωντας την ερώτησίν μου ωσάν εις ένα, λέγω˙ αρνήθης τον κόσμον, και τα κοσμικά, αδελφέ; Έγινες ακτήμων, και υποτακτικός, και ξένος τού εδικού σου θελήματος; απόκτησες πραότητα, και ταπείνωσιν ; εκατόρθωσες εις άκρον νηστείαν, και προσευχήν, και αγρυπνίαν; απόκτησες τελείαν αγάπην εις τον Θεόν, και έχεις τον πλησίον σου ωσάν και τον εαυτόν σου; παρακαλείς με δάκρυα, και εξ όλης σου της ψυχής δια εκεί­νους όπου σε μισούν, και σε αδικούν, και σε εχθρεύονται, δια να συγχωρηθούν τα αμαρτήματά τους ; έφθασες εις αυτό το ύψος των αρετών, η ακόμι ; είπε μου ; ειδέ και εντρέπεσαι να ειπής το όχι, ή πάλιν από την ταπεινοφροσύνην σου δεν θέλεις να ειπής το ναι, εγώ θέλει σου ειπώ ακόμι τα δέοντα, αδελφέ, και θέλει σου δείξω με ποια έργα και κατορθώματα έρχεται εις αυτό το ύψος των αρετών κάθε αγωνιστής αληθινός με πολλήν αληθινά σύνεσιν, και αγιότητα.

Ανίσως λοιπόν, καθώς προείπα, και έφθασες εις όλα τα προειρημένα, και ηγάπησες τους εχθρούς σου, και εδάκρυσες δια αυτούς πολλαίς φοραίς από καρδίας, και επαρακάλεσες τον Θεόν δια την επιστροφήν, και μετάνοιάν τους, είναι φανερόν, ότι εκατόρθωσες προτήτερα όλα τα επίλοιπα˙ ήγουν από τους αγώνας όπου έκαμες, έγινες α­παθής, και απόκτησες την καρδίαν σου καθαράν από τα πάθη, και μέσα εις αυτήν, και δι’ αυ­τής εθεώρησες τον απαθή Θεόν. Επειδή κατά άλλον τρόπον δεν είναι δυνατόν να προσευχηθή τινάς δια τους εχθρούς του με συμπαθητικήν καρδίαν, και με αγάπην, πάρεξ εάν αποκτήση τον εαυτόν του καθαρόν από κάθε μολυσμόν σαρκός, και Πνεύματος, με την ένωσιν και θεωρίαν του Θεού δια της συνεργείας του αγαθού Πνεύματος. Λοιπόν ανίσως με την χάριν του  Σωτήρος Θεού, έφθασες, αδελφέ, εις αυτά μα­ζή με χρηστότητα, και ταπεινοφροσύνην, διατί απιστείς, και φθονείς τους συνασκητάς σου όπου έφθασαν εις τα ίδια, και τους κατηγορείς, και τους διαβάλλεις, δια να χαλάσης την καλήν τους υπόληψιν; Δεν ιξεύρεις, ό τι εκείνοι όπου ε­πήγαν από την πρώτην ώραν εις τον αμπελώνα, με το να εφθόνησαν εκείνους όπου επήγαν εις την ενδεκάτην, Διατί έλαβαν τον μισθόν ίσια με εκείνους, απερρίφθησαν εις το πυρ το εξώτε­ρον; και πως εσύ όπου κάμνεις και λέγεις τα ίδια, και χειρότερα από αυτά έναντίον των Α­γίων (των οποίων η ενάρετος ζωή, και η σύνεσις λάμπει ωσάν τον ήλιον) λογιάζεις πως δεν θέλει καταδικασθής εις την ιδίαν, και χειροτέραν κόλασιν, και τιμωρίαν ; Δεν ιξεύρεις ότι οι Άγιοι δεν φθονούν ποτέ τους Αγίους, καθώς είναι γεγραμμένον ; Διατί εκεί όπου εί­ναι ο φθόνος, εκεί κατοικεί και ο πατήρ του φθό­νου διάβολος, και όχι ο της αγάπης Θεός. Λοι­πόν ανίσως έχης μέσα σου τον φθόνον, πως νο­μίζεις ότι είσαι Άγιος, εσύ όπου δεν γνωρίζε­σαι πως είσαι ουδέ καν πιστός, ή χριστιανός από την αγάπην του Θεού, και του αδελφού σου ; Και ότι είναι έτζι η αλήθεια, και εκείνος όπου έχει τον φθόνον, έχει τον διάβολον, και δεν δύναται να είναι του Χριστού, με το να μην έχη αγάπην εις τον πλησίον του, τούτο είναι φανερόν υς κάθε ένα όπου ακούει τας θείας γραφάς.

γ'. Ειδέ και δεν ηξιώθης ακόμι να λάβης τα τέτοια χαρίσματα, ουδέ έφθασες εις τόσον ύψος των θεοποιών αρετών, πως τολμάς καθό­λου να ανοίξης το στόμα σου, και να λάλησες; πως θέλεις να διδάσκης εσύ όπου χρειάζεσαι να κατηχηθής, και να διδαχθής από άλλους; και πως επιχειρίζεσαι να περιεργάζεσαι εκείνα όπου δεν ιξεύρεις, ουδέ τα ήκουσες; και πως αυθαδιάζεις να διαλέγεσαι δια τέτοια υψηλά πράγματα, ωσάν να ιξεύρης τα θεία; Δεν ιξεύρεις ότι πρέπει να στέκεσαι έξω από την πόρταν της εκκλησίας, ωσάν κατηχούμενος, αγκαλά και εσύ από την αυθάδειάν σου στέκεσαι μαζή με όλους τους πιστούς, και καθαρούς ό­που προσεύχονται μέσα εις την εκκλησίαν, παραβαίνωντας τους αποστολικούς κανόνας; Επει­δή κατηχούμενος λέγεται όχι μόνον ο άπιστος, αμή και εκείνος όπου δεν βλέπει την δόξαν του Κυρίου με ανακεκλυμμένον πρόσωπον του νοός του. Εγώ όμως κλαίω δια την αγνωσίαν σου, διότι δεν πιστεύεις καθόλου, πως είναι και τώρα τινάς τέτοιος Άγιος, ωσάν τους παλαιούς, αμή συναριθμείς τον εαυτόν σου με τους πολλούς, ωσάν κοινόν με τους κοινούς ανθρώπους, και εις τον ίδιον καιρόν πάλιν ωσάν να ήσουν κανένας Άγιος, και θεοφόρος άνθρωπος, και να ελαλούσες με το Πνεύμα το Άγιον, εξηγείς εκεί­να όπου ηναγκάσθης από τους λόγους μου, και ωμολόγησες, ότι δεν τα ιξεύρεις παντελώς˙ και εκείνα όπου είπες, ότι μηδέ τα είδες, μηδέ τα ήκουσες, μηδέ ηξιώθης να λάβης εις την ψυχήν σου, αυτά, λέγω, δεν εντρέπεσαι παντε­λώς να τα ερμηνεύης, και να τα εξηγής, ωσάν να τα ίξευρες με Πνεύμα Άγιον, ουδέ  αισχύνεσαι εις τον γέλωτα των ανθρώπων οπού σου κάμνουν.

δ'. Διατί εάν δεν έγινες απαθής, ως είπαμεν, ουδέ ηξιώθης να λάβης Πνεύμα Άγιον, ουδέ είσαι Άγιος, πως λέγεις, ότι ιξεύρεις τα μυ­στήρια του Πνεύματος, ωσάν να ήσουν Άγιος; τα οποία καθώς είναι γραμμένον οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν χοϊκού ανθρώπου ουκ ανέβη τα αγαθά, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. Διότι αυτά αποκα­λύπτονται από τον Θεόν δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος εις εκείνους όπου έγιναν μέ­τοχοι της αγιωσύνης του Πνεύματος, δια να ιδούν τα θεια χαρίσματα όπου δίδονται εις τους άξιους καθώς λέγει ο θείος Παύλος. «Ίνα ίδωμεν τα υπό Θεού χαρισθέντα ημίν το γαρ Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού˙ ημείς δε (λέγει) ουκ ελάβομεν το Πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, και δι' αυτού απεκαλύφθη, και ανεγνώσθη ημίν αμαρτωλοίς ουσι, και ταπεινοίς ο Θεός, και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και Σωτήρος, του μεγάλου Θεού, εν αυτώ Χριστώ τω θεώ· ον ουδείς των ανθρώπων είδεν, ουδέ ιδείν δύναται· ο γαρ Θεός ο ειπών φως λάμψαι εκ σκότους, αυτός είναι όπου έλαμψε και μέσα εις τας καρδίας ημών» Δηλονότι ο παν­τελώς απερίγραπτος, και απερίληπτος περιέχε­ται ωσάν θησαυρός μέσα εις τα οστράκινα σκεύη των σωμάτων ημών και ο άμορφος και ανείδεος μορφώνεται μικρός μέσα εις ημάς, πλη­ροί δε τα σύμπαντα απεριγράπτως, ως ων υ­περμεγέθης, και υπερπλήρης. Το δε να μορφώ­νεται μέσα μας ο Θεός, τι άλλο είναι ; πάρεξ το να μας μεταποιή, και να μας αναπλάττη, και να μας μεταμορφώνη εις την εικόνα της θεότητός του.

έ. Ό,τι λογής εγνωρίσαμεν πως έγινε και ο Άγιος Συμεών οευλαβής όπου ασκήτευσεν εις την μονήν των Στουδίου, και εβεβαιωθήκα μεν τα περί τούτου με την δοκιμήν. Διατί με την αποκάλυψιν του Πνεύματος όπου ήτον εις αυτόν, εστερεώσαμεν την εις αυτόν πίστιν ημών, και φυλάττομεν αυτήν αναντιρρήτως, ή δια να ειπώ καλλίτερα, ανάψαμεν από το φως αυτού ωσάν από μίαν λαμπάδα τον λύχνον της ψυχής μας και τον διαφυλάττομεν άσβεστον, φυλαττόμενοι με τας ευχάς, και μεσιτείας εκείνου˙ από τας οποίας ποτιζομένη η ψυχή μας αυξά­νει την εις αυτόν πίστιν, και ακόμι (θαρρώντας εις τον Θεόν το λέγω) θέλει την αυξήσει, συνεργούντος του Θεού, όπου να φέρη τον καρπόν εκατονταπλασίονα με αυτό το θείον φως. Διατί καρπός της πίστεως είναι το Άγιον, και ανέσπερον φως, και φως πάλιν Άγιον, είναι προσθήκη, και αύξησις πίστεως. Διότι όσον αναβλύζει το φως, τόσον αυξάνει η πίστις, και αναβαίνει εις ύψος. Και πάλιν όσον αυξάνει η πίστις, τόσον πληθαίνει φανερά ο καρπός του Πνεύματος˙ ο δε καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια, τα οποία ε­κείνος όπου τα έχει, ιξεύρει το κάθε ένα. Δι­ότι καθώς εκείνος όπου έχει μαργαρίτας, και λίθους λαμπρούς, σάπφειρον, λέγω, αμέθυσον, και άλλους παρομοίους, ιξεύρει (ανίσως εχη εμπειρίαν εις αυτά) του κάθε ενός το είδος, και το μέγεθος˙ έτζι και εκείνος όπου εφύτευσε μέσα του τας αρετάς με πόνους, και με πολλά δάκρυα, και εβλάστησε τους καρπούς του Πνεύματος, ιξεύρει, και το είδος, και την δύναμιν του κάθε ενός από αυτά, και γεύεται από την γλυκύτητα όλων αυτών.

ς'. Και το πλέον θαυμαστότερον είναι οπού γνωρίζει αυτόν τον ίδιον καρπόν, όταν είναι και εις άλλους. Επειδή καθώς τα έθνη γνωρί­ζονται από την φορεσίαν τους, και ταις περισσότεραις φοραίς γνωρίζονται από την φωνήν, και την γλώσσαν τους. τοιουτωτρόπως και οι Άγιοι γνωρίζονται από την σεμνότητα τους, και την ευταξίαν τους, και από τα λοιπά εξωτε­ρικά τους σχήματα. Το ξεχωριστόν όμως, και τέλειον, και αληθινόν γνώρισμά τους είναι ο λό­γος όπου γεννάται από αυτούς˙ διατί εκείνο ό­που δεν έχει η καρδία δεν δύναται να το λαλήση το στόμα, είδε και το προφέρει, ευθύς ελέγχεται από αυτούς τους εδικούς του λόγους, πως δεν το λέγει καλά. «Ότι αγαθός (λέγει) άνθρωπος, εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας προφέρει τα αγαθά˙ ο δε πονηρός εκ του πονηρού θησαυρού της καρδίας, προφέρει τα πονηρά». Και στοχάσου τα βάθη του Πνεύματος, πως δεν ειπεν ο Κύριος μόνον, ότι από την αγαθήν καρδίαν προφέρει τα αγαθά, αμή είπεν ακόμι εκ του θησαυρού της καρδίας˙ δια να μάθης ότι δεν ημπορεί κανένας από ημάς να εχη καρδίαν εύκαιρην, αμή κάθε ένας μας έχει μέ­σα εις την καρδίαν του ένα από τα δύω, ή την χάριν του Αγίου Πνεύματος δια μέσου της πίστεως, και των καλών έργων, ή τον πονηρόν διάβολον δια μέσου της απιστίας, και  αμελείας των θείων εντολών, και της εργασίας των κακών.

Και δια να μη νόμισες, ότι λέγει πως έχουν τον θησαυρόν του Αγίου Πνεύματος ε­κείνοι όπου φυλάττουν μερικάς εντολάς του Θεού μόνον, και όχι όλας με κάθε ακρίβειαν, δια τού­το είπεν. «Ο έχων τας εντολάς μου, όλας δηλ. και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με˙ και ο αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν, και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν, εγώ και ο Πατήρ μου ελευσόμεθα, και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν». Βλέπεις πως εκείνος όπου απόκτησεν αγαθήν καρδίαν με κόπους πολλούς, και με την εργασίαν των εντολών, έχει εγκάτοικον μέσα του όλην την Θεότητα, η οποία είναι ο αγαθός θησαυρός ˙, Και ότι πάλιν αυτός ο θησαυρός δεν κατοικεί εις εκείνον όπου παραβαίνει, ή αμελεί μίαν εντολήν, αν τύχη και την παραμικράν, και δεν την κάμνει. Άκουε πάλιν τι λέγει. «Ο λύσας μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων, και διδάξας τους ανθρώπους ούτω ποιείν, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών». Και ωνόμασε τας εντολάς ελαχίστους, και παραμικράς, όχι πως είναι τη αληθεία ελάχιστοι, και παραμικραί, αλλά διατί ημείς τας νομίζομεν πως είναι παραμικραί, και ελάχιστοι.

Διατί το να αργολογούμεν, ή το να επιθυμούμεν κανένα πράγμα του αδελφού μας, ή να κοιτάζωμεν εμπαθώς, ή να καταφρονούμεν, και να υβρίζωμεν κανένα, αυτά λέ­γω, κι τα παρόμοια τα λογιάζομεν πως δεν είναι τίποτε, και τα έχομεν δια παραμικρά, και τα αμελούμεν, και είμεσθε αδιάφοροι εις αυτά, και δεν έχομεν καμμίαν φύλαξιν, και επιμέλειαν δια αυτά. Διατί αλησμονήσαμεν τον Κύριον όπου τα καταδικάζει, λέγωντας. «Περί παντός αργού λόγου, ον εάν λαλήσωσιν oι άνθρωποι λόγον δώσουσιν εν ημέρα κρίσεως». Και, «ουκ επιθυμήσεις τι του πλησίον σου»˙ και «ο εμβλέψας προς το επιθυμήσαι, ήδη εμοίχευσεν εν τη καρδία αυτού». Και, «όστις ειπή τω αδελφώ αυτού ρακά, ένοχος έσται τω συνεδρίω· ο δε μωρόν, ένοχος   εσταί τη γεέννη του πυρός».

Θέλωντας δε και ο Α­πόστολος να δείξη, οτι ο διάβολος ενεργεί εις εκείνους όπου κάμνουν τα τοιαύτα, λέγει. «Το δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία». Επειδή λοιπόν και η αμαρτία δεν είναι άλλο τίποτε, παρά η παράβασις της εντολής του Θεού, και η εντολή του Θεού είναι το να μην επιθύ­μησες, και το να μη ψευσθής, και το να μη κλέψης, μηδέ να αργολογήσης, μηδέ να κακο­λόγησης τον αδελφόν σου. Κάθε ένας όπου τα κάμνει αυτά, πληγώνεται από το κεντρί του θα­νάτου, ήγουν από την αμαρτίαν και μέσα εις αυτήν την πληγήν, και εις το δάγκασμα της αμαρτίας εμβαίνει παρευθύς ο διάβολος, ωσάν σκωλήκι, και κατοικεί εκεί μέσα. Βλέπεις πά­λιν πως εκείνοι όπου δεν έκαμαν τας καρδίας τους καθαράς με δάκρυα, και με μετάνοιαν, έ­χουν τον διάβολον εγκάτοικον μέσα τους, ο ο­ποίος είναι ο πονηρός θησαυρός;

Έτζι ο αγαθός άνθρωπος ευγάζει τα αγαθά από τον αγαθόν θησαυρόν της καρδίας του, ομοίως και ο πονηρός τα πονηρά. Αμή η αληθινή μετάνοια με την εξομολόγησιν, και με τα δάκρυα, ωσάν με κάποια έμπλαστρα, και ιατρικά, αποπλύνει, και καθαρίζει την πληγήν της καρδίας, ακόμι και την ουλήν, το σημάδι, λέγω της ιατρευθείσης πληγής, την οποίαν την άνοιξεν εις την καρδίαν το κεντρί του νοητού θανάτου, έπειτα ευγάζει έξω τον σκώληκα όπου έκαμε φωλεάν μέσα του και εκατοίκησε, και τον θανατώνει, και ιατρεύει την πληγήν, και την κάμνει  τελείως γερήν χωρίς να μείνη ουδέ το σημάδι της πληγής. Και αυτό όπου είπα το γνωρί­ζουν, πως ενεργείται εις τον εαυτόν τους εκεί­νοι μόνον όπου έχουν καρδίαν όπου να ζητή την υγείαν με πόνον πολύν, και δάκρυα, και μετάνοιαν. Διατί οι επίλοιποι αισθάνονται και ηδονήν εις αυτάς τας πληγάς, και ξύοντές τας ακόμι τας αφορμίζουν ; και μάλιστα σπουδάζουν να προσθέσουν και αλλάς πληγάς επάνω εις αυτάς, και τούτο μόνον λογιάζουν υγείαν, το να εκπληρώσουν το πάθος, και την επιθυμίαν τους. Δια τούτο και καυχώνται, όταν κάμουν κανένα άτοπον αμάρτημα, και νομίζουν την αισχύνην τους δια δόξαν και διατί το παθαίνον αυτό; Διατί δεν ιξεύρουν την Πνευματικήν ηδονήν, και την χαράν όπου προξενεί η τελεία κάθαρσις ή να ειπώ καλλίτερα, διατί απιστούν εις τούτο, και καταπείθουν τον εαυτόν τους, ότι είναι αδύ­νατον να καθαρισθή τελείως ο άνθρωπος από τα πάθη, και να δεχθή μέσα του όλην την ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος.

 Δια τούτο λοι­πόν και λέγουν, και κάμνουν πάντοτε εναντία της σωτηρίας τους, και μοναχοί τους κλειούν εις τον εαυτόν τους τας θύρας της βασιλείας των ουρανών, και εμποδίζουν και εκείνους όπου θέ­λουν να εμβούν. Και αν τύχη να ακούσουν που­θενά δια κανένα άλλον όπου ηγωνίσθη νομίμως εις τας εντολάς του Κυρίου, και έγινε ταπεινός εις την καρδίαν, και εις το φρόνημά του, και είναι καθαρός από τα πάθη, και κηρύττει εις ό­λους τα θαυμάσια του Θεού, ήγουν όσα έκαμεν εις αυτόν ο Θεός, κατά τας αψευδείς υποσχέσεις του. Και αν τον ακούσουν να λέγη δια ωφέλειαν των ακροατών, πως εκαταξιώθη να ιδή φως Θεού, και αυτόν τον Θεόν με φως δόξης, και πως εγνώρισεν εν γνώσει εις τον εαυτόν του την παρουσίαν, και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος, και έγινεν Άγιος δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, εάν, λέγω, ακούσουν τα τοιαύτα, παρευθύς ωσάν λυσσασμένοι σκύλλοι, γαυγίζουν κατεπάνω του, και σπουδάζουν, αν είναι δυνατόν, να καταφάγουν εκείνον όπου λέγει αυ­τά˙ λέγοντες του, παύσαι πλανεμένε και υπηρήφανε. Ποιος έγινε τέτοιος εις τους τωρινούς χρό­νους, καθώς έγιναν οι παλαιοί Πατέρες; ή ποιος δύναται να ιδή τον Θεόν, καν ολίγον τι; ποιος έλαβε την χάριν του Αγίου Πνεύματος τόσον πολλά, όπου να αξιωθή να ιδή δι' αυτού τον Πατέρα, και τον Υιόν , παυσαί, δια να μη σε καταλιθοβολήσωμεν εις τους οποίους μου φαί­νεται πως πρέπει να ανταποκριθώ αξίως, καθώς πρέπει εναντίον εις την αγνωσίαν τους·

Επειδή λέγει ο σοφός Σολομών. «Μη αποκρίσου άφρονι κατά την εκείνου αφροσύνην, ίνα μη όμοιος γένη αυτώ, αλλά αποκρίνου άφρονι προς την αφροσύνην αυτού, ίνα μη φαίνηται σοφός παρ'  εαυτώ» Ω αδελφοί, βέβαια κανένας από εσάς καθώς λέγετε, δεν είδε τον Θεόν αλλά από εκείνους όπου θέλουν να ασυκώσουν τον σταυρόν του Κυρίου, και να περιπατήσουν  την στενήν στράταν, και να απολέσουν και την ιδίαν τους ψυχήν δια την αιώνιον ζωήν, από αυτούς πολλοί είδαν τον Θεόν και προτήτερα, και τώ­ρα, καθώς λογιάζω, τον βλέπουν περισσότεροι, και θέλει τον ιδή και κάθε ένας από εκείνους όπου θέλουν, αγκαλά και εσείς από την διαστρεμμένην σας γνώμην, και από τον φθόνον σας δεν ημπορείτε να ιδήτε τους τέτοιους ­ανθρώπους˙ και άκουε τι λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. «Όσοι ελαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι. Οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, άλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν».

ζ'. Ανίσως λοιπόν συ δεν εγεννήθης από τον Θεόν, φανερόν είναι, ότι ουδέ είσαι τέκνον του, ουδέ εδέχθης αυτόν προτήτερα, ουδέ έλαβες αυτόν μέσα σου. Και δια τούτο ούτε σου έδωκεν εξουσίαν, ούτε δύνασαι να γένης τέκνον Θεού˙ και εάν δεν έγινες τέκνον του Θεού, πως λοιπόν εί­ναι δυνατόν να ίδης τον ουράνιον Θεόν, και Πα­τέρα σου; Κανένας ποτέ δεν είδε τον πατέρα του, προ του να γεννηθή· και κανένας από τους ανθρώπους δεν θέλει ιδή τον Θεόν, αν δεν γεν­νηθή προτήτερα από αυτόν. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν. «Εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών». Και πάλιν «το γεννώμενον εκ της σαρκός, σαρξ έστι, το δε γεννώμενον εκ του Πνεύματος, Πνεύμα έστί δηλονότι εξ Αγίου Άγιον το δε Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού». Αμή εσύ επειδή εγεννήθης από σάρ­κα μόνον, και δεν εγνώρισες ακόμι την πνευματικήν γέννησιν, όπου γίνεται από το Ά­γιον Πνεύμα, ουδέ εγεννήθης από αυτό, ουδέ έγινες και εσύ Πνεύμα, λοιπόν πως ημπορείς να ερευνάς τα βάθη του Θεού; ή να ειπώ καλ­λίτερα, πως δύνασαι να βλέπης τον Θεόν; βέ­βαια δεν δύνασαι˙ συ ο ίδιος, και μη θέλωντας, αδελφέ, θέλει το ομολογήσεις˙ τι λοι­πόν λέγει εκείνος; αμή εσύ τέτοιος είσαι ; και από που να σε γνωρίσωμεν πως είσαι τέ­τοιος; εγώ δεν δύναμαι   να ειπώ πως είμαι τέτοιος χωρίς την χάριν του Θεού, αλλά, κα­θώς λογιάζω, ουδέ ο ίδιος Απόστολος Παύλος ουδέ ο Ιωάννης ημπορούν να το ειπούν.

Στενά­ζω όμως δια την ψυχικήν τύφλωσιν εκείνων ό­που λέγουν αυτά, και ζητούν να μάθουν πόθεν να γνωρίσουν εκείνον όπου έφθασεν εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του Ιησού. Όμως αν θέλης να μάθης πόθεν, σου λέγω· όθεν οι τυφλοί γνωρίζουν τους άλλους ανθρώπους· όθεν ο Ι­σαάκ εγνώρισε τον Υιόν του τον Ιακώβ, όπου ήτον ενδεδυμένος την στολήν του αδελφού του Ησαύ˙ διατί το ιξεύρετε όλοι σας, πως ο Ισαάκ είχεν απορίαν, και έλεγεν, αι μεν χείρες, χείρες Ησαύ˙ η δε φωνή, φωνή Ιακώβ. Και από εδώ φαίνεται ότι τον δόλον της στολής δεν τον εγνώρισεν, επειδή ήτον τυφλός, την δε συνηθισμένην φωνήν του Υιού του του Ιακώβ την εγνώρισεν , όμως αν ήτον και κωφός, βέβαια ουδέ την φωνήν του ήθελε δυνηθή να την γνωρίση. Έτζι και εσείς· (όποιοι και αν είσθε όπου απο­ρείτε τοιουτωτρόπως) εάν είσθε όχι μόνον τυφλοί, αμή και κωφοί, πως ημπορείτε να γνωρίσετε Πνευματικόν άνδρα; αδύνατον είναι˙ και ότι τού­το είναι αληθινόν, και εκείνοι όπου δεν βλέπουν Πνευματικά, δεν ημπορούν να ακούουν και Πνευματικά, άκουσε τον Κύριον όπου λέγει εις τους άπιστους Ιουδαίους. «Διατί την λαλιάν την εμήν ου γινώσκετε; διότι ου δύνασθε ακούειν των λόγων των εμών» Και παρακάτω λέγει. «Ο ων εκ του Θεού, τα ρήματα του Θεού ακούει˙ δια τούτο υμείς ουκ ακούετε, ότι εκ του Θεού ουκ εστέ˙ υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν.»

Ανίσως λοιπόν και εσείς από την άπιστίαν, και πονηρίαν σας, και από την αμέλειαν, και παράβασιν των εντολών του Θεού, είσθε σάρκες, παχείς λέγω κατά την καρδίαν, και έχετε κλεισμένας τας ακοάς της, και τον οφθαλμόν της ψυχής, τον νουν, σκεπασμένον από τα πάθη, αρά γε πως θέλει δυνηθήτε να γνωρί­σετε Πνευματικόν, και Άγιον άνδρα ; Άλλ' ω πατέρες, και αδελφοί μου, παρακαλώ ας αγωνισθούμεν με κάθε τρόπον ο κάθε ένας μας να γνωρίσωμεν πρώτον τον εαυτόν μας, δια να δυνηθουμεν καμμίαν φοράν να γνωρίσωμεν από τα καθ' ημάς και εκείνα όπου είναι υψηλότερα από ημάς. Διατί εκείνος όπου δεν εγνώρισε προτήτερα τον εαυτόν του,  ώστε να ημπορή να λέγη με τον Δαβίδ, εγώ ειμί σκώληξ, και ουκ άνθρω­πος˙ και με τον Αβραάμ, εγώ είμαι, γη, και σπονδός, ο τοιούτος αδύνατον είναι να γνωρίση κανένα από τα Πνευματικά, και θεία λόγια Πνευματικώς, και αξίως, καθώς πρέπει εις το υπερφυές, και σοφόν Πνεύμα.

Ας μη σας απατά τινάς με μάταια, και απατηλά λόγια, λέγωντας, ότι δύναται, τινάς να καταλάβη τα θεία μυ­στήρια της πίστεώς μας, χωρίς το Άγιον Πνεύ­μα όπου διδάσκει, και φωτίζει˙ αλλά ουδέ χω­ρίς πραότητα και ταπεινοφροσύνην δύναται τι­νάς να γένη δοχείον των χαρισμάτων του Πνεύ­ματος. Διατί πρέπει χωρίς άλλο όλοι μας να θεμελιώσωμεν πρώτον καλά και ασάλευτα το θεμέλιον της πίστεως εις τα βάθη της ψυχής μας˙ έπειτα να κτίσωμεν την εσωτερικήν ευσέβειαν της ψυχής, και να την υψώσωμεν ωσάν τείχος στερεόν με τα διάφορα είδη της αρετής. Και έτζι, άφ' ου τειχισθή η ψυχή από όλα τα μέρη, και άφ' ου πήξη, τρόπον τινά, και στερεωθή η αρετή επάνω εις αυτήν, ωσάν επάνω εις ένα άσειστον θεμέλιον, τότε να βάλωμεν και την σκέπην αυτής της οικοδομής, η οποία είναι γνώσις του Θεού, και να κατασκευάσωμεν ολόκληρον, και τέλειον τον οίκον του Πνεύματος.

Διότι οπόταν καθαρισθή η ψυχή με τα δάκρυα, κατά αναλογίαν της μετανοίας όπου δείξη, και της εκπλη­ρώσεως των εντολών όπου κάμη, τότε ο άνθρω­πος πρώτον μεν αξιώνεται από την χάριν του Πνεύματος να γνωρίση την κατάστασίν του, και όλον τον εαυτόν του˙ έπειτα, ύστερα από την πολλήν, και πολυκαιρινήν κάθαρσιν, και την βαθείαν ταπείνωσιν, αρχίζει κατ˙ ολίγον ολίγον, και τρό­πον τινά σκοτεινά, να εννοή, και τα περί Θεού, και των θείων και όσον νοεί τόσον θαυμάζει, και αποκτά περισσοτέραν ταπείνωσιν, στοχαζόμενος τον εαυτόν του, πως είναι παντελώς ανά­ξιος δια την γνώσιν και αποκάλυψιν των τοι­ούτων μυστηρίων.

Δια τούτο και φυλαττόμενος από την τοιαύτην ταπείνωσιν, ωσάν να ήτον μέσα από στερεόν τείχος, μένει απλήγωτος από λο­γισμούς κενοδοξίας, και αυξάνει κάθε ημέραν εις την πίστιν, και εις την ελπίδα, και εις την αγάπην του Θεού, και βλέπει καθαρά την προκοπήν του όπου γίνεται με προσθήκην γνώσεως, και αναβάσεως, και όταν καταντήση εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος και της γνώσεως του Χριστού, και αποκτήση αληθινά αυτόν Χριστόν, και τον νουν του Χριστού, τότε έρχεται εις τέ­τοιαν καλήν κατάστασιν ταπεινώσεως, ώστε ό­που νομίζει, πως δεν ιξεύρει, ή έχει παντάπασι τίποτε, και λογιάζει τον εαυτόν του αχρείον δούλον, και ευτελή.

Και το θαυμαστόν, και όπερ φύσιν, ή καλλίτερα να ειπώ, κατά φύσιν είναι, όπου συλλογίζεται πως δεν ευρίσκεται ύς όλον τον κόσμον κανένας άλλος άνθρωπος πλέον κα­τώτερος, ή αμαρτωλότερος, από τον εαυτόν του˙ και πως το συλλογίζεται τούτο δεν δύναμαι να το ειπώ, πάρεξ τούτο, και μόνον εδυνήθηκα να καταλάβω εις τούτο το επαινετόν πάθος της τα­πεινοφροσύνης. Ότι άφ' ου έλθη εις τέτοιαν κα­λήν κατάστασιν η ψυχή, και βαφή ο νους της δια του Πνεύματος εις το βάθος της ταπεινο­φροσύνης με την δύναμιν Χριστού του Θεού, και αλησμονήση πλέον όλον τον κόσμον, και τα του κόσμου, και στοχάζεται μόνον τον εαυτόν της πάντοτε, και τα ιδικά της, και πολλυκαιρίση εις τέτοιαν μελέτην, και έλθη πλέον εις έξιν της τοιαύτης μελέτης, τότε αληθινά βλέπει μο­ναχά τον εαυτόν της εξουθενημένην, και ευτελεστάτην, και πληροφορείται, ότι εις όλους τους· ανθρώπους του κόσμου δεν είναι κανένας άλλος τέτοιος, ωσάν τον εαυτόν της.

Έτζι λοιπόν, όσον έχει τινάς με αίσθησιν ψυχής τον εαυτόν του ευτελέστερον, και κατώτερον από όλους τους αν­θρώπους, τόσον θέλει γένη πρώτος, και ανώτε­ρος από όλους τους άλλους, καθώς το ορίζει, και ο Κύριος ημών, και Θεός. «Ο θέλων είναι  πρώτος πάντων, έστω πάντων διάκονος.» Ας αγωνισθουμεν λοιπόν και ημείς, αδελφοί, δια να φθάσωμεν εις τέτοιαν τάξιν, και κατάστασιν, και τότε θέλει γνωρίσωμεν με ευκολίαν τους Αγίους όπου έφθασαν εις τούτο, και θέλει επιτύχωμεν και τα παρόντα, και τα μέλλοντα αγαθά, χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

 



xrysostomos33

    Όπως ακριβώς δεν έχουν καμιά ωφέλεια οι γεωργοί που σπέρνουν το σπόρο στο δρόμο, έτσι ούτε κι εμείς έχο­με κανένα όφελος από το να μας ονομάζουν Χριστιανούς, αν τα έργα μας δεν είναι σύμφωνα με το όνομά μας. Και αν θέλετε να σάς παρουσιάσω αξιόπιστο μάρτυρα τον αδελφόθεο Ιάκωβο που λέγει˙ η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή (Ιακ. 2,17). Άρα λοιπόν παντού είναι ανα­γκαία και η εκτέλεση των έργων γιατί όταν απουσιά­ζουν αυτά, δεν μπορεί να μας ωφελήσει η ονομασία του Χριστιανού. Και μη απορήσεις. Γιατί, πες μου, ποιο κέρ­δος έχει ο στρατιώτης από την κατάταξη του στο στρα­τό, αν δεν είναι άξιος για την εκστρατεία και δεν πολεμά για τον βασιλιά από τον οποίο τρέφεται; Ίσως, αν και είναι φοβερό το λεγόμενο, θα ήταν προτιμότερο να μη στρατευθεί, παρά να στρατευθεί και ν' αμελεί για την τι­μή του βασιλιά γιατί, πως δεν θα τιμωρηθεί αυτός που τρέφεται από το βασιλιά, αλλά δεν αγωνίζεται για το βασιλιά; Και τι λέγω για το βασιλιά; μακάρι να φροντί­ζαμε έστω και για τις ψυχές μας.

Και πως, λέγει, μπορώ να ζω μέσα στον κόσμο και ανάμεσα στα κοσμικά πράγματα και να σωθώ; Τι λες, άνθρωπε; Θέλεις με συντομία να σου δείξω ότι δεν είναι ο τόπος που σώζει, αλλά ο σωστός τρόπος ζωής και η προ­αίρεση; Ο Αδάμ έπαθε το ναυάγιο σαν σε λιμάνι μέσα στον παράδεισο (Γεν. 3) ο Λωτ πάλι διασώθηκε σαν σε πέλαγος μέσα στα Σόδομα (Γεν. 19)· ο Ιώβ πέτυχε τη δικαίωση επάνω στην κοπριά (Ιώβ 2), ενώ ο Σαούλ, αν και ζούσε μέσα στους θησαυρούς, έχασε και την εδώ βα­σιλεία και την εκεί (Α' Βασ. 18)...

Γνωρίζοντας αυτά και φέρνοντας στη μνήμη μας τη φοβερή ημέρα και σκεπτόμενοι το πυρ εκείνο και τα φο­βερά κολαστήρια, ας επιστρέψομε από το πλανεμένο δρό­μο μας. Γιατί θα ρθεί ώρα που θα διαλυθεί το θέατρο του κόσμου αυτού δεν είναι δυνατό μετά το πέρας αυτής της ζωής να κάνει κανείς κάτι, δεν είναι δυνατό να στεφανω­θεί μετά τη διάλυση του θεάτρου. Αυτός είναι ο καιρός μετανοίας, ενώ εκείνος κρίσεως˙ αυτός είναι ο καιρός των αγώνων, ενώ εκείνος των στεφάνων˙ αυτός είναι ο καιρός του κόπου, ενώ εκείνος της ανέσεως˙ αυτός ο καιρός των καμάτων, ενώ εκείνος της ανταποδόσεως. Συνέλθετε, πα­ρακαλώ, αφυπνισθείτε και ας ακούσομε με προθυμία τα λεγόμενα. Ζήσαμε για τη σάρκα, ας ζήσομε και για το πνεύμα˙ ζήσαμε για τις ηδονές, ας ζήσομε και για τις αρε­τές˙ ζήσαμε με αδιαφορία, ας ζήσομε και με μετάνοια. Γιατί υπερηφανεύεται το χώμα και η στάχτη; (Εκκλ. 10, 9). Τι φουσκώνεις από αλαζονεία, άνθρωπε; γιατί μεγαλοφρονείς για τον εαυτό σου; τι ελπίζεις από τη δό­ξα του κόσμου και τον πλούτο;

Ας πάμε, παρακαλώ, στους τάφους και ας δούμε τα εκεί μυστήρια˙ ας δούμε τη φύση την ανθρώπινη κατασκορπισμένη, τα κόκκαλα σαπισμένα, τα σώματα σάπια˙ κι αν ακόμη είσαι σοφός, σκέψου, κι αν είσαι φρόνιμος, πες μου, ποιος είναι εκεί ο βασιλιάς και ποιος ο ιδιώτης, ποιος είναι ο ευγενής και ποιος ο δούλος, ποιος ήταν ο σοφός και ποιος ο άσοφος; Που είναι εκεί η ομορφιά της νεότητας; που το χαρούμενο πρόσωπο; που τα όμορφα μάτια; που η καλοκαμωμένη μύτη; που τα φλογερά χεί­λη; που τα κάλλη των παρειών; που το λαμπερό μέτω­πο; δεν είναι όλα σκόνη; δεν είναι όλα σκουλήκια και δυσωδία; δεν είναι όλα βρωμιά;

Σκεπτόμενοι, αδελφοί, αυτά και φέροντας στη μνή­μη μας την τελευταία ημέρα, όσο ακόμη έχομε καιρό, ας επιστρέψομε από τον πλανεμένο δρόμο μας. Με τίμιο αίμα αγορασθήκαμε (Α' Πέτ. 1,2). Γι' αυτό ο Θεός φα­νερώθηκε επάνω στη γη.

Ο κριτής οδηγείται στο δικαστήριο για τους κατα­δικασμένους˙ η ζωή γεύεται θάνατο˙ ο πλάστης ραπίζεται από το πλάσμα˙ εκείνος που δεν τον βλέπουν τα σεραφείμ, φτύνεται από το δούλο, γεύεται ξύδι και χολή, κεντάται με τη λόγχη, τοποθετείται στον τάφο, και συ, πες μου, αδιαφορείς και κοιμάσαι και τα περιφρονείς, άνθρωπε, όλα αυτά; Δεν γνωρίζεις, ότι κι αν ακόμη χύ­σεις το αίμα σου για Εκείνον, ούτε έτσι έκαμες εκείνο που πρέπει; Και τούτο γιατί άλλο είναι το αίμα το δε­σποτικό και άλλο το αίμα του δούλου. Πρόλαβε με τη μετάνοια και τη μεταστροφή την έξοδο της ψυχής, μή­πως έρθει ο θάνατος και δεν καταστεί δυνατή η θεραπεία με τη μετάνοια˙ γιατί στη γη έχει τη δύναμη της η μετά­νοια, και μόνο στον άδη αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί.

Ας ζητήσομε τον Κύριο όσο έχομε καιρό· ας κάνομε το καλό, ώστε και από τη μέλλουσα αθάνατη γέεννα ν' απαλλαγούμε και ν' αξιωθούμε την ουράνια βασιλεία, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν.

 

 ...Εκείνον ο οποίος δεν αδικεί τον εαυτόν του, δεν θα ημπορέση να τον ζημιώση κανείς άλλος..., και συ αν κάνης κάθε τι που εξαρτάται από εσένα, οπωσδήποτε θα επακολούθηση η βοήθεια από τον Θεόν... αν, όμως, κα­νείς ζημιώνεται και αδικήται, προέρχεται αυτό οπωσ­δήποτε από τον εαυτόν του, όχι από τους άλλους, έστω και αν είναι αναρίθμητοι αυτοί που τον αδικούν και τον βλάπτουν. Διότι, αν δεν πάθη αυτό από τον εαυτόν του, όλοι μαζί όσοι κατοικούν εις ολόκληρον την γην και αν τον κτυπήσουν ούτε κατ' ελάχιστον δεν θα ημπορέσουν να βλάψουν αυτόν που γρηγορεί και προσέχει εν Κυρίω....

(Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

 

(Από την έκδοση ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Θες/κης).