Μεταγλώττιση στην Νεοελληνική

Υπό

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα, δφ, δθ, δθ.

Κεφάλαιον 3ο 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 

 

1. Τι ονομάζεται κόσμος (δηλ. κόσμημα);

            Κόσμος ονομάζεται το σύνολο της Δημιουργίας, εξ αιτίας της τάξης και αρμονίας που επικρατούν μέσα σ’ αυτήν. Η Δημιουργία διαιρείται στον ορατό και στον αόρατο κόσμο. Ο ορατός κόσμος είναι η υλική φύση. Ο αόρατος κόσμος είναι η άυλη φύση, δηλαδή οι άγγελοι και η ψυχή του ανθρώπου.[1]

2. Τι διδάσκει η Εκκλησία για τη Δημιουργία του κόσμου;

            Η Εκκλησία διδάσκει ότι τον κόσμο τον έκτισε ο Θεός[2] σε έξι ημέρες[3] από το μηδέν,[4] εξ αιτίας της υπερβολικής του αγαθότητας και βούλησης.[5] Και το έκανε αυτό ο Θεός με μόνο το Λόγο Του,[6] επειδή είπε και έγινε. Ώστε λοιπόν ο κόσμος είναι έργο της θείας δύναμης και σοφίας αποκλειστικά.[7]

3. Σε πόσο χρόνο λέει η Γραφή ότι έκτισε ο Θεός τον κόσμο;

            Η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι ο Θεός έκτισε τον κόσμο σε έξι ημέρες.[8] Λέει επίσης ότι την πρώτη ημέρα έπλασε ο Θεός τον ουρανό και τη Γη. Και ότι η Γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη και ότι το Πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω στο ύδωρ. Και είπε ο Θεός, «Να γίνει φως, και έγινε φως».[9] Τη δεύτερη ημέρα έγινε το στερέωμα, δηλ. η έκταση του ουρανού «και κάλεσε ο Θεός το στερέωμα ουρανό».[10] Την Τρίτη ημέρα ξεχώρισε ο Θεός τα ύδατα συγκεντρώνοντάς τα σε ένα μέρος και φάνηκε η ξηρά, η οποία βλάστησε φυτά και δένδρα. Την τέταρτη ημέρα έκτισε ο Θεός τον ήλιο, τη σελήνη και τους αστέρες.[11] Την πέμπτη ημέρα έκτισε τα ψάρια της θάλασσας και τα πτηνά του ουρανού, και κάθε έμψυχο ζώο ερπετό ανάλογα με το γένος τους. Την έκτη ημέρα έκτισε τα τετράποδα και τα ερπετά και τα θηρία της γης ανάλογα με το γένος τους. Μετά τη δημιουργία όλων αυτών έπλασε ο Θεός και τον άνθρωπο.[12]

4. Τι λέει η Γραφή για τη Δημιουργία;

            Λέει ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα «καλά λίαν».

5. Που έβαλε ο Θεός τον Αδάμ και την Εύα;

            Τους έβαλε στον παράδεισο.[13]

 Κεφάλαιον 4ον 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ 

1. Εκτός από τη δημιουργία του αισθητού κόσμου και τη δημιουργία του ανθρώπου, δημιούργησε ο Θεός και άλλα λογικά όντα;

            Μάλιστα. Ο Θεός δημιούργησε και έναν άλλο κόσμο, πνευματικό, που υπερβαίνει τον αισθητό, και άλλα όντα, νοερά, λογικά και αυτεξούσια.

2. Από που γνωρίζουμε για τον υπεραισθητό κόσμο;

            Μαθαίνουμε για αυτόν και την ύπαρξη των αγγέλων από τις Άγιες Γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

3. Που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη η ύπαρξη των αγγέλων;

            α) Στη Γένεση, και συγκεκριμένα στο εδάφιο 16:78 κτλ., αναφέρεται ότι φανερώθηκε άγγελος στην Άγαρ. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά σε αγγέλους, ακολουθούν, όμως, και διάφορες άλλες αναφορές σε αγγέλους στο βιβλίο της Γένεσης.

            β) Στο Δευτερονόμιο, εκεί που μιλάει ο Μωϋσής για αγγέλους, διαβάζουμε, ότι «όταν ξεχώριζε ο Κύριος τα έθνη, διασπείροντας τα παιδιά του Αδάμ, καθόρισε όρια για τα έθνη που αντιστοιχούσαν σε αριθμό με τους αγγέλους του Θεού» (Δευτ. 32:8-9).

            γ) Επίσης σε όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής υπάρχουν αναφορές σε αγγέλους. Στο βιβλίο του Ιώβ λέγονται τα εξής αξιοσημείωτα: «Ιδού ήλθαν οι άγγελοι του Θεού και παρουσιάστηκαν ενώπιον του Κυρίου, και ήλθε μαζί τους και ο Διάβολος» (Ιώβ 1:6), και πιο κάτω, «όταν έγιναν τα άστρα, τότε οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή» (38:7, παράβαλε και 40:14). Επίσης υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο των Βασιλειών, των Αριθμών, κτλ.[14]

4. Που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη η δημιουργία του υπεραισθητού κόσμου;

            Υπάρχουν πολλά σημεία στην Καινή Διαθήκη που αναφέρουν αγγέλους ή αγαθά πνεύματα, όπως επίσης και διαβόλους και πονηρά πνεύματα. Ιδιαίτερα για τη δημιουργία των αγγέλων μας αναφέρει ο απόστολος Παύλος τα εξής: ότι «Στον Υιό βασίστηκε η κτίση όλων των κτισμάτων που βρίσκονται στον ουρανό και στη γη, των ορατών και των αοράτων, δηλ. οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, όλα έγινα για Εκείνον και με αναφορά σε Εκείνον» (Κολ. 1:16).

5. Γιατί οι άγγελοι ονομάζονται πνεύματα;

            Ονομάζονται πνεύματα επειδή η φύση τους είναι πνευματική και επειδή είναι άϋλοι και ασώματοι.

6. Που αναφέρεται στην Αγία Γραφή ότι οι άγγελοι είναι ασώματοι;

            Στον Ευαγγελιστή Λουκά αναφέρονται τα εξής: «Ψηλαφίστε με και δείτε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως με βλέπετε να έχω εγώ» (Λουκ. 24:39). Επίσης, ο απόστολος Παύλος, όταν παραινεί τους Εφεσίους να ενδυθούν ολόκληρη την πανοπλία του Θεού για να μπορέσουν να αντισταθούν στις μεθοδίες του διαβόλου, λέει τα εξής: «ότι η πάλη αυτή δεν είναι ενάντια σε αίμα και σάρκα, αλλά στις αρχές και εξουσίες, στους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, δηλ. στα πνευματικά (όντα) της πονηρίας που βρίσκονται στα επουράνια» (Εφ. 6:12-13).

7. Τι λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας για την πνευματική φύση των αγγέλων;

            Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε, ότι οι άγγελοι δεν μετέχουν στην παχυλή γήινη ύλη. Η γνώμη αυτή των Πατέρων διατυπώθηκε στην 7η Οικουμενική Σύνοδο (787) που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας και έχει ως εξής: «Αυτές λοιπόν τις πολύτιμες και σεπτές εικόνες, όπως προελέχθη, τις τιμούμε, τις ασπαζόμαστε και τις προσκυνούμε τιμητικά, δηλ. τις εικόνες των ... και των αγίων και ασωμάτων αγγέλων» (Βλ. Ιερούς Κανόνες). Ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει στους αγγέλους ένα σώμα που είναι αέρινο και πύρινο. Στο 16ο κεφάλαιο του συγγράμματός του Περί του Αγίου Πνεύματος αναφέρει τα εξής: «Οι Άγγελοι έχουν ένα πάρα πολύ λεπτό σώμα, διότι δεν είναι εντελώς ασώματοι όπως είναι ο Θεός. Για αυτό το λόγο βρίσκονται σε κάποιο τόπο, και γίνονται ορατοί με το είδος του δικού τους σώματος όταν φανερώνονται στους αγίους». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρούν τους αγγέλους ασώματους σε σύγκριση με τον άνθρωπο. «Λέγονται ασώματοι και άυλοι σε σύγκριση με εμάς, γιατί κάθε τι το κτιστό που συγκρίνεται με τον Θεό, ο οποίος είναι ο μόνος ασύγκριτος, βρίσκεται να είναι κάπως παχύ και υλικό, αφού μόνο το Θείο είναι πραγματικά άυλο και ασώματο».[15] Ο άγιος Ιλάριος λέει, ότι «κάθε τι το κτιστό είναι κατ ανάγκη και σωματικό».[16] Ο Ωριγένης θεωρεί τους αγγέλους λεπτοσώματους[17] και το ίδιο ισχύει και με πολλούς άλλους Πατέρες.[18]

8. Υπόκειντο οι άγγελοι στην αμαρτία;

            Μάλιστα, υπόκειντο, επειδή κάθε λογικό και ηθικά ελεύθερο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα, υπόκειται στην αμαρτία. Κατά συνέπεια αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Ο Δαμασκηνός αναφέρει τα εξής: «είναι λοιπόν η φύση των αγγέλων λογική, νοερά και αυτεξούσια, τρεπτή κατά τη γνώμη, δηλαδή εθελότρεπτη, αφού κάθε τι το κτιστό είναι και τρεπτό».[19]

9. Τι λέει η Αγία Γραφή γι αυτό;

              Η Αγία Γραφή λέει, ότι μερικά από τα αγγελικά τάγματα έπεσαν σε αμαρτία. Ο απόστολος Ιούδας λέει «ότι τους αγγέλους που δεν τήρησαν την αρχή τους, αλλά εγκατέλειψαν το κατοικητήριό τους, τους επιφυλάσσει αιώνια δεσμά σε ζοφερό σκοτάδι την ημέρα της μεγάλης κρίσης» (Ιούδας 6). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός λέει, ότι «έβλεπε το Σατανά[20] να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκάς 4:18).

10. Πως ονομάζονται οι άγγελοι που τήρησαν την αρχή τους;

            Οι άγγελοι αυτοί ονομάζονται αγαθά πνεύματα, αντίθετα μ’ εκείνους που δεν τήρησαν την αρχή τους και ονομάζονται πονηρά πνεύματα και διάβολοι.

11. Υπόκεινται τώρα πλέον οι αγαθοί άγγελοι στην αμαρτία;

            Όχι δεν υπόκεινται, διότι η εμμονή τους στην αγάπη και κοινωνία προς το Θεό, και η ελεύθερη ροπή τους προς το αγαθό, αλλά και η (αγαθή) εκλογή τους απέβη για αυτούς κατά κάποιο τρόπο φυσική και ηθική αναγκαιότητα. Έτσι η εκλογή τους είναι πάντα το αγαθό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος τους αγιάζει και τους διατηρεί πάντοτε αγαθούς. Συνεπώς οι άγγελοι αυτοί έχουν αποβεί άτρεπτοι. Ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης λέει: ότι «Οι άγγελοι είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι. Μετά την Ανάσταση του Χριστού έγιναν ολοκληρωτικά ακίνητοι, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη. Για αυτούς σωτηρία είναι η ατρεψία, που τους κάνει να μη φοβούνται την μεταβολή προς το χειρότερο και την απώλεια που επακολουθεί με αυτήν. Έτσι λοιπόν έλαβαν οι άγγελοι την ατρεψία, δηλ. από αυτό που πήραν από το Δεσπότη έμπρακτα, δηλ. τη γνώση της οδού προς την σωτηρία, την εξύψωση και την ομοίωση με Αυτόν, δηλ. την ταπείνωση που είναι αντίθετη από την έπαρση».

12. Υπάρχει τώρα πλέον στα πονηρά πνεύματα η δυνατότητα επιστροφής τους στο Θεό;

         Όχι δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή, και πρώτα-πρώτα γιατί η βούλησή τους ταυτίστηκε με το κακό, για αυτό και πάντοτε σκέπτονται και εκλέγουν το κακό. Έπειτα, γιατί έγινα και παραμένουν εχθροί του Θεού. Και τρίτον, γιατί αποχωρίστηκαν από το Θεό, και ο χωρισμός τους αυτός σημαίνει αιώνιος θάνατος. Αυτό που είναι θάνατος για τον αμαρτωλό είναι η πτώση από την αρχή τους για τους πονηρούς αγγέλους.

13. Πόσα είναι τα αγγελικά τάγματα, δηλ. τα τάγματα της ουράνιας ιεραρχίας;    

            Τα αγγελικά τάγματα είναι εννέα, και υποδιαιρούνται σε τρεις τριαδικές διακοσμήσεις. Η πρώτη τριάδα είναι: τα Σεραφείμ, τα Χερουβίμ και οι Θρόνοι. Η δεύτερη τριάδα είναι: οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις και οι Εξουσίες. Η Τρίτη τριάδα είναι: οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι.

14. Τι λένε οι Γραφές για τον αριθμό των αγγέλων;

            Οι Γραφές λένε ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι πολύ μεγάλος: «χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων» (Δανιήλ 7:10). Ότι υπάρχουν «περισσότερες από δέκα λεγεώνες αγγέλων» (Ματθ. 6:33). Ότι αποτελούν «πλήθος ουρανίου στρατιάς» (Λουκάς 2:13). Ότι υπάρχουν «μυριάδες αγγέλων» (Προς Εβραίους 12:22).

15. Τι λένε οι Γραφές για τη δύναμη των αγγέλων;

            Οι Γραφές λένε ότι η δύναμη των αγγέλων είναι πολύ μεγάλη και ενεργεί και στον πνευματικό και στον υλικό κόσμο. Μέσα στη Γραφή αναφέρονται ως «άγγελοι ισχυροί» και ως «εξέχοντες σε δύναμη» (Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 1:7, Ψαλμός 103:20, Βασιλειών 19:35).

16. Ποίες είναι οι ενασχολήσεις των αγγέλων;

            Οι άγγελοι βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και Τον λατρεύουν, αλλά και διακονούν τις βουλές της Θείας Πρόνοιας (Ματθ. 18:10, Αποκ.  5:11, Α Πετρ. 1:12, Γεν. 28:12, Πράξεις 12:7,23, Ψαλμός 91:10-12, Βασιλειών Β 19:35, Χρονικών Β 16, Ματθ. 13:30-39 και 25:17).

17. Είναι οι άγγελοι αθάνατοι κατά φύση;

            Όχι, δεν είναι. Οι άγγελοι είναι αθάνατοι κατά χάρη, αφού είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο Δαμασκηνός λεει ρητά: «άγγελος είναι ουσία νοερά … αθάνατη, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη, γιατί κάθε τι που έχει αρχή έχει κατά φύση και τέλος. Μόνον ο Θεός που υπάρχει πάντοτε καί που υπερβαίνει και το ‘πάντοτε’ κτλ., είναι κυριολεκτικά αθάνατος».[21]

18. Ποιές είναι οι διάφορες σημασίες που έχει η λέξη άγγελος στην Αγία Γραφή;

            Σημαίνει απλούς απεσταλμένους (Ιώβ 1:14, Λουκάς 7:24, 9:52), Προφήτες (Ησ. 42:19, Μαλαχ. 3:1), Ιερείς (Μαλαχ. 2:7), ιεροκήρυκες της Νέας Διαθήκης (Αποκάλ. 1:20), απρόσωπους πράκτορες, όπως π.χ. ένας στύλος νεφέλης (Εξ. 14:9), μιά πανώλη (Β Σαμ. 24:16,17), ανέμους (Ψαλμ. 104:4), Λοιμούς – ένα όνομα που προσδίδεται στους κακοποιούς αγγέλους (Ψαλμ. 78:49), σκόλοπα εις την σάρκα του Παύλου, δηλ. σκόλοπα ‘άγγελο σατάν’ (Βν Κορ. 12:7), το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος: “Άγγελον του προσώπου αυτού” και “Άγγελον της Διαθήκης” (Ησ. 63:9, Μαλαχ. 3:1). Η λέξη όμως άγγελος κυρίως εφαρμόζεται στα λογικά και ουράνια όντα (Ματθ. 25: 31).

 

19. Τι ήσαν τα Χερουβίμ;

            Τα Χερουβίμ ήσαν ιδανικά πλάσματα που συνίσταντο από τέσσερα μέρη, δηλ. από άνθρωπο, βου, λέοντα και αετό. «Η υπερέχουσα όψη ήταν η όψη του ανθρώπου, αλλά ο αριθμός των προσώπων, ποδών και χειρών διέφερε ανάλογα με τις περιστάσεις. (Ιεζεκ. 1:6, πρβλ. και Ιεζεκ. 41:18, 19, και Έξοδ. 25:20).

20. Ποιά είναι η ετυμολογία της λέξης Σεραφείμ, και τι λένε οι Γραφές περί αυτών;

            Η λέξη σημαίνει κάτι που καίειλάμπει, θαμπώνει και αναφέρεται στην Γραφή μόνο μία φορά (Ης. 6:2,6).

21. Υπάρχει απόδειξη ότι οι άγγελοι ανήκουν σε διάφορες τάξεις;

            Μάλιστα υπάρχει· 1ον) από τη διατύπωση της Γραφής: ο Γαβριήλ διακρίνεται από το ότι στέκεται ενώπιον του Θεού (Λουκ. 1:9) με την έννοια ότι κατέχει κάποια υψηλή θέση. Ο Μιχαήλ διακρίνεται ως ένας από τους άρχοντες (Δανιήλ 10:13). Επίσης τα επίθετα αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, κυριότητες, δυνάμεις (Ιούδ. 9, Εφ. 1:21) μαρτυρούν την ύπαρξη τάξεων.

Κεφάλαιον 5ον 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 

1. Πως εξιστορεί η Παλαιά Διαθήκη την πλάση του ανθρώπου;

            Η Παλαιά Διαθήκη εξιστορεί ότι ο Θεός, αφού συντελέστηκαν τα πάντα, και είδε ότι ήσαν όλα πολύ καλά, είπε: «Ας πλάσουμε τον άνθρωπο κατά την εικόνα μας και κατά την ομοίωσή μας και ας γίνουν κυρίαρχοι πάνω στα ψάρια της θάλασσας, στα πτηνά του ουρανού και στα κτήνη ολόκληρης της γης, ως και σε όλα τα ερπετά που σέρνονται πάνω στη γη. Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Κατά την εικόνα του Θεού τον έπλασε. Αρσενικό και θηλυκό τους έκανε, και τους ευλόγησε λέγοντάς τους: Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τη γη και κατακυριεύσατε αυτής... κτλ.» (Γεν. 1:26-29).

2. Γιατί έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο;

            Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, «επειδή δεν ήταν αρκετό για το Θεό να κινείται μονάχα γύρω από την θεωρία του εαυτού Του, αλλά έπρεπε η αγαθότητά Του να ξεχυθεί στα πολλά κτίσματα Του που παρέλαβαν την ευεργεσία Του».

3. Από τι έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο;

            Η αγία Γραφή λέει, ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα της γης και ότι ενεφύσησε στο πρόσωπό του την πνοή της ζωής, και έτσι έγινε ο άνθρωπος ζώσα ψυχή» (Γεν. 2:7).

4. Που αναφέρεται το κατ’ εικόνα σύμφωνα με το οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος, στο σώμα ή στην ψυχή;

            Το κατ’ εικόνα αναφέρεται στην ψυχή, διότι ο Θεός είναι ασώματος και απερίγραπτος. Η εικόνα του Θεού εντυπώθηκε στη φύση της ψυχής του ανθρώπου, δηλ. έγινε ο άνθρωπος όμοιος με τον Θεό με την έννοια ότι έχει νοερή και αυτεξούσια ενέργεια (ελευθερία βούλησης). Η νοερή ενέργεια έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι ιδιότητες της ψυχής σχετίζονται με τις ιδιότητες του Θεού. Η αυτεξουσιότητα έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ανθρώπου να εξομοιωθεί με το Θεό με μέσο την αρετή. Δηλαδή, όπως ο Θεός είναι πνεύμα λογικό, έτσι προίκισε και τον άνθρωπο με πνευματικό λόγο, ο οποίος όμως είναι σχετικός και περιορισμένος· όπως ο Θεός είναι αγαθός, έτσι προίκισε και τον άνθρωπο με βούληση του αγαθού. Όπως ο Θεός είναι αυτεξούσιος, έτσι έδωσε και στον άνθρωπο το αυτεξούσιο. Όπως είναι ο Θεός Δεσπότης πάνω σε όλα, έτσι έδωσε και στον άνθρωπο τη δύναμη να είναι ο αρχηγός πάνω σε όλα τα κτίσματα της γης. Με τον ίδιο τρόπο κατανοούνται και τα υπόλοιπα ιδιώματα του ανθρώπου, τα οποία οφείλει να αναπτύξει χρησιμοποιώντας το αυτεξούσιό του, ώστε να αποβεί εικόνα και ομοίωμα του Θεού.[22]

            Αυτό ακριβώς εννοεί η Γραφή όταν λέει: «Ενδυθείτε τον καινούργιο άνθρωπο που έχει κτισθεί σύμφωνα με το Θεό, με τη δικαιοσύνη και την αγιότητα της αλήθειας» (Εφ. 4:24)· και κάπου αλλού, «Ενδυθείτε το νέον άνθρωπο που ανακαινίζεται ώστε να αποκτήσει τέλεια γνώση σύμφωνα με την εικόνα του Κτίστη του» (Κολ. 3:10). Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν, ότι το κατ’ εικόνα το λάβαμε από το Θεό αμέσως, ενώ το καθ’ ομοίωση εξαρτάται από εμάς αν το αποκτήσουμε. Όπως το λέει ο Γρηγόριος Νύσσης: «Το να είμαστε κατ’ εικόνα Θεού είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρώτης δημιουργίας μας. Το καθ’ ομοίωση Θεού, όμως, εξαρτάται από τη δική μας θέληση, γιατί υπάρχει μέσα μας σαν δυνατότητα και αποκτιέται όταν ενεργοποιείται».[23] Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός το θέτει ως εξής: «Το κατ’ εικόνα αναφέρεται στη νοερή και αυτεξούσια δύναμη της ψυχής, ενώ το καθ’ ομοίωση αναφέρεται στην αρετή και στη δυνατότητα της εξομοίωσης».[24]

 


[1] Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει τα εξής: «Ο Θεός δημιουργεί τα πάντα από το μη είναι στο είναι, τα ορατά και τα αόρατα, και τον άνθρωπο που συνίσταται από ορατή και αόρατη φύση (Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως, II,17).

[2] Γεν. 1:1, Ψαλμ. 145:5-6, Ης. 2:5, 45:18, Ιερ, 9:12, Μάρκος 13:19, Πράξεις 4:24, 17:24, Αποκ. 10:6, 14:7, Εβρ. 3:4, Ρωμ. 1:19, Α Κορ. 11:12, Εφ. 3:9, Δαμασκηνός, Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως, I:3, Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις XI:4, Πολιτεία του Θεού XI:4.

[3] Γεν. 1:1, Ψαλμ. 17:5, 58:2, 101:26, Μαρκ.1:6, Ιωάννης 1:1, Εφεσ. 1:34, Κολ. 1:17, Εβρ.1:2, Αθηναγόρας Πρεσβεία 16, Κύριλλος Αλεξανδρείας Εις το Κατά Ιωάννην 6, Αυγουστίνος Πολιτεία του Θεού XI:4, XII:15, Εξολμολογήσεις XI:10.

[4] Β Μακκαβ. 7:28, Ιωάν. 1:3, Ρωμ. 4:17, Εβρ. 11:3, Τατιανός Προς Έλληνας 5, Αθηναγόρας Πρεσβεία 4, 15, 19, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:10, IV:20, Τερτυλλιανός Επίκριση των Αιρετικών 13, Εφραίμ ο Σύρος Εις την Γένεσιν 1:1, Ιωάννης ο Χρυσόστομος Εις την Γένεσιν Ομιλία 2, Λακτάντιος Divine Institutes II:9. Οι οπαδοί του Ερμογένη πίστευαν ότι ο κόσμος κτίστηκε από προϋπάρχουσα ύλη (Τερτυλλιανός Κατά Ερμογένους II, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 5:21). Ο Σίμων Μάγος, ο Μένανδρος, ο Βασιλείδης, ο Καρποκράτης και άλλοι δίδασκαν ότι οι άγγελοι έπλασαν τον κόσμο από προαιώνια ύλη (Τερτουλλιανός  Επίκρισις των Αιρετικών 46, Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων I:24, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 4:7); Για τον Κήρυνθο ο κόσμος πλάστηκε από κατώτερες δυνάμεις εν αγνοία του Θεού! (Ειρηναίος, Κατά Αιρέσεων III:11, Αυγουστίνος Περί Αιρέσεων 8), και για τους Οφίτες τους Μανιχαίους και τους Πρισκιλλιανούς πλάστηκε από το δαίμονα. Ο Ωριγένης θεωρούσε τον κόσμο ως αναγκαία και αναπόφευκτη συνέπεια της παντοδυναμίας του Θεού, και συνεπώς τον έλεγε αιώνιο. Όλες αυτές οι αιρέσεις καταδικάστηκαν στο παρελθόν από την Εκκλησία. Μερικές όμως από αυτές ξαναεμφανίστηκαν στο μεσαίωνα. Έχουμε την περίπτωση των Παυλικιανών και των Βογομίλων που απόδιδαν την κτίση του κόσμου στο δαίμονα Σαταναήλ (Φώτιος,  Κατά Μανιχαίων 2:5, Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πανοπλία Δογματική 27).

[5] Ψαλμ. 103:11, 134:6, Αποκ. 4:11, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:1, Θεοδώρητος Απορροίαι εις την Γένεσιν 3, Δαμασκηνός Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως II:2).

[6] Γεν.1:3, 6, 7, 9, Ψαλμ. 147:5, Αποκ. 1:11, Ιερεμ. 32:17.

[7] Ψαλμ. 134:5, Παροιμ. 3:19, 8:23-30, Ιερ. 10:12, Ειρηναίος Κατά Αιρέσεων II:2, Ωριγένης Περί Αρχών 1:2, Ευσέβιος, Ευαγγελική Προπαρασκευή 11:10, Κύριλλος Αλεξανδρείας Εις το Κατά Ιωάννην 16, Δαμασκηνός Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως I:9.

[8] Γένεσις κ. 1.

[9] Γέν. 1:3.

[10] Γεν. 1:14.

[11] Ο Δαμασκηνός λέει, ότι «ο Δημιουργός έβαλε μέσα σε αυτούς τους αστέρες το πρωτόκτιστο φως, όχι διότι δεν είχε κάποιο άλλο, αλλά για να μη μείνει αχρησιμοποίητο εκείνο το φως. Ο αστέρας ή φωστήρας δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά το δοχείο του φωτός (Έκδ. της Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙ, 22).  

[12] Yπάρχουν πολλοί, από παλιά (όπως οι Γνωστικοί, οι Μανιχαίοι, οι οπαδοί του Μαρκίωνα, κ.αλ.) και τώρα, που θεωρούν τον κόσμο πάρα πολύ ατελή και γεμάτο με ελλείψεις και κακά. Την αιτία γι αυτό την αποδίδουν ή στο Θεό ή σε κάποια άλλη αντίθετη και αντίπαλη αρχή του κακού. Την άποψη αυτή πάντοτε την καταδίκασε η Εκκλησία. Άλλοι πάλι πίστεψαν και πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι τόσο τέλειος και καλός, ώστε να ξεχάσουν τον Κτίστη και να θεοποιήσουν την κτίση, και μάλιστα την υλική. Και τα δύο αυτά αντίθετα άκρα είναι εσφαλμένα, γι αυτό και ο Ορθόδοξος χριστιανός οφείλει να απορρίπτει τις βλασφημίες αυτές των υλιστών και των ψευδο-πνευματικών (Πρβλ. Χρυσοστόμου Εις την Β Κορινθ. Ομιλία 11).

[13] Ο άγιος Νεκτάριος έχει ένα εκτενές παράρτημα για τη σημασία των ονομάτων «Αδάμ», «Εύα», «Παράδεισος», όπου εξηγεί ότι Αδάμ σημαίνει Γεννηθείς, Εύα σημαίνει ζωή και Παράδεισος είναι μια περιοχή στην Αρμενία.

[14] Ο Μωυσής δεν αναφέρει στη Γένεση και μάλιστα στα κεφάλαια περί δημιουργίας του κόσμου τίποτε το σχετικό με τη δημιουργία των αγγέλων, επειδή ο σκοπός του είναι μα παρουσιάσει τη δημιουργία του ορατού κόσμου (Βλ. Χρυσόστομο και Ψαλμ. 8:4, Ιώβιο Μοναχό στου Φωτίου την Βιβλιοθήκη, κώδ. 222, σ. 591). Ο Αθανάσιος (ερώτ. 4) λέει: για ότι το έκανε αυτό ο Μωυσής για να μη δώσει αφορμή ειδωλολατρείας στους Ιουδαίους (Βλ. Θεοδωρ., ερώτ. 2 Εις την Γένεσιν και Χρυσοστόμου Εις την Γένεσιν Ομιλ. 1). Οσο αφορά στο χρόνο κατά τον οποίον δημιουργήθηκαν οι άγγελοι οι γνώμες των θεολόγων διχάζονται. Ο Ωριγένης πίστευε ότι η δημιουργία των αγγέλων προηγήθηκε από τη δημιουργία των ανθρώπων και του αισθητού κόσμου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης, ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες διδάσκουν ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τα ορατά κτίσματα. Ο Θεοδώρητος δέχεται ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν την πρώτη ημέρα, όπως λέγεται στην αρχή της Γενέσεως, ότι δηλ. ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη την πρώτη ημέρα. Ο άγιος Επιφάνιος συμφωνεί με τη γνώμη αυτή. Από το εδάφιο Ιώβ 38:1 εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι άγγελοι υπήρχαν την τέταρτη ημέρα, διότι λέει ο Κύριος στον Ιώβ: «Όταν έγιναν τα άστρα, τότε όλοι οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή». Τη διάκριση του πλήθους των αγγέλων σε τάξεις ή τάγματα (Δαν. 7:10, Ματθ. 26:53, Λουκάς 2:13, Εβρ. 12:22, Αποκ. 5:11) την μαρτυρούν εκτός από τους Πατέρες (Κλήμης Ρώμης 6:1, 6:16, 7:2, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις 6:6, 7:11, 11:11, 17:23, Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος 34, Δαμασκηνός Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως II:3, και ιδιαιτέρως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο Περί Ουρανίου Ιεραρχίας 6 και άλλοι) και η Αγία Γραφή η οποία διακρίνει:  Αγγέλους (Α Πέτρ. 3:22ff), Αρχαγγέλους (Α Θεσσ. 10:16, Ιούδας 9), Χερουβίμ (Γεν. 3:24, Αποκ. 4, 5, 6), Σεραφείμ (Ησ. 6:2,1), Δυνάμεις (Εφ. 1:21, Ρωμ. 8:31), Θρόνοι, Αρχές, Εξουσίες και Κυριότητες (Εφ. 1:21, Κολ. 1:16, Ρωμ. 8:31, Δαν. 10:13); Γι αυτί και η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ωριγένη που είπε μεταξύ άλλων ότι όλοι οι άγγελοι είχαν την ίδια φύση και δύναμη, και μόνο εκείνοι από αυτούς που αποστάτησαν διακρίθηκαν σε τάξεις (Βλ. 5η Οικουμ. Σύνοδος κανόνες 2 και 14). Βλ. Επίσης Δαν. 7:10, Ψαλμ. 96:1, 102:20, 148:2, Αποκ. 4:1, 7:11-12, Βασιλείου του Μεγ. Εις τον Ψαλμόν 27Εις τον Ησαΐαν 6, Γρηγόριος Θεολόγος Λόγος 34, Θεοδωρήτου Επιτομή θείων δογμάτων 7, Ιωάννου Δαμασκηνού  Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙ,10. Ψαλμ. 101:20.

[15]  Δαμασκηνός, Έκδοση Ὀρθοδόξου Πίστεως, 2:18.

[16]  Βλ. Εἰς το Κατά Ματθαίο, κεφ. 2.

[17]  Περί Αρχών, Ι.1.7 και ΙΙ..

[18]  Βλ. Πηδάλιο Νικοδήμου, σελ. 131 σημ. 1.

[19]  Δαμασκηνός, Έκδοση Ορθοδόξου Πίστεως, 2:18.

[20] Σατανάς σημαίνει εχθρός, εχθρός του Θεού και των ανθρώπων, της αγαθότητας και κάθε είδους αρετής, ως και πηγή κάθε είδους κακίας μέσα στον κόσμο. Η λέξη Σατανάς αναφέρεται 5 φορές στην Παλαιά Διαθήκη και 25 φορές στην Καινή. Επίσης ισάριθμες είναι και οι αναφορές στη λέξη διάβολος.  

[21]  Δαμασκηνός, Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως, ΙΙ,16.

[22] Οι Αφθαρτομορφίτες που αρχικά ονομάζονταν και Αυδιανοί από τον αιρετικό Αυδίου, ο οποίος ήταν Σύρος το γένος, πίστευαν, όπως μας πληροφορεί ο Θεοδώρητος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, ότι «ο Θεός είναι ανθρωπόμορφος και ότι αυτό συμπεριλαμβάνει και τα μόρια του ανθρώπινου σώματος τα οποία αναφέρονται κατά συγκατάβαση στην αγ. Γραφή. Η αίρεση εμφανίστηκε γύρω στο 338 μ.Χ. και έλαβε το όνομα Ανθρωπομορφίτες ή Ανθρωπομορφιανοί γύρο στο 370 μ.Χ. 

[23]  Λόγος εις το Ποιήσωμεν άνθρωπον....

[24]  Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως, ΙΙ.24.

Aναδημοσίευση από εδω όπου υπάρχει και στα αγγλικά

 

Αν ίσως, αγαπητοί μου Πατέρες και αδελφοί, ήθελε δοθή εις έμέ τον ταπεινόν το χάρισμα τούτο, το να αποκτήσω δηλαδή μίαν γλώσσαν από έκείνας όπου έχουσιν οι Άγγελοι, ως λέγει ο του Χριστού Απόστολος Παύλος, “εάν τάς γλώσσας των Αγγέλων λαλώ”, βέβαιον και ακόλουθο ήταν ότι με την άγγελικήν αυτήν γλώσσαν ήθελε δυνηθώ να εγκωμιάσω κατ’ αξία τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ, τους Αρχαγγέλους του Κυρίου· διότι φυσικώ τω τρόπω, κάθε όμοιον με το όμοιον πάλιν δύναται να επαινεθή και εις τους άλλους να παρασταθή.

Αν ίσως και είχα μίαν από τάς πύρινους και άϋλους έκείνας γλώσσας όπου εδόθησαν εις τους ιερούς και θείους Αποστόλους, πρεπόντως ήθελε λαλήσω τα υπερφυσικά εγκώμια των πύρινων και άύλων Αρχιστρατήγων. Άνίσως -καν το ελάχιστον- ήθελε έχω καθαρισμένη την γλώσσαν μου, ωσάν ο Ησαΐας από την Σεραφική εκείνη λαβίδα, ήταν έλπίς ότι ήθελε ειπώ κάποιον τι άξιον της των Ταξιαρχών μεγαλοπρέπειας. Άλλ’ επειδή είμαι στερημένος όλων τούτων των καλών και γλώσσαν έχω όχι άγγελικήν, άλλ’ ανθρώπινη όχι πύρινη, αλλά πήλινη όχι άυλον, άλλα υλική όχι καθαράν, άλλ’ ακάθαρτον και προς τούτοις όχι ρητορική και ευμέθοδον, άλλ’ αμαθή και αμέθοδο -τι πρέπει να προσμένητε; Το να ακούσητε δηλαδή ολίγα τινά και ευτελή περί των ιερών Αρχαγγέλων.

Αφήνων λοιπόν εις ένα μέρος το να εξετάσω οποία είναι η φύσις των Αρχαγγέλων και πότε δημιουργήθησαν, και πώς και πού και τίνι τρόπω νοούσι, και πώς μεταβαίνουσιν από τόπου εις τόπον, και τα άλλα αγγελοπρεπή αυτών ιδιώματα, περί των οποίων οι Θεολόγοι διδάσκουσι, και μάλιστα η φιλάγγελος και μεγαλόδοξος γλώσσα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, θέλω αποδείξει μόνον εις το παρόν εγκώμιο ότι ο θείος Μιχαήλ και ο ιερός Γαβριήλ εστάθησαν οι εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Παντοδυνάμου Θεού! Και προσέχετε δια να το καταλάβητε.

Δύο είναι κατά τους Θεολόγους αί κυριώτεραι ενέργειαι και τα εξαίρετα προσόντα και ιδιώματα του αγίου Θεού: το εν η δικαιοσύνη, ήτις και απονομία και κρίσης ονομάζεται, και το άλλο η Αγαθότης, ήτις και χρηστότης και ευσπλαχνία και έλεος ονομάζεται. Περί ων λέγει ο Δαβίδ: έλεον και κρίσιν ασομαί σοι Κύριε. Με την δικαιοσύνην ο Θεός κρίνει και παιδεύει τους ανθρώπους, όταν αμαρτάνωσι και δεν φυλάττωσι τάς eντολάς του και με την αγαθότητα πάλιν τους ελεεί και ευσπλαγχνίζεται.

Τώρα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έρχεται να είναι ο εξαίρετος Άγγελος της του Θεού δικαιοσύνης, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη εις το να παιδεύη μεν και να σωφρονίζη τους κακούς, να φυλάττη δε και να υπερασπίζηται τους καλούς: καθώς τούτο είναι φανερό και από πολλά άλλα μέρη της θείας Γραφής και μάλιστα από τον θάνατον μεν όπου έδωκεν ο Μιχαήλ εις τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, διαφύλαξιν δε και ζωήν εις τα πρωτότοκα των Εβραίων.

Ο δε Αρχάγγελος Γαβριήλ φαίνεται να είναι ο εξαίρετος Άγγελος της αγαθότητος και ευσπλαχνίας του Θεού, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη, όταν έχη να κάμη εις τινας καμμιάν εξαίρετων εύσπλαγχνίαν και έλεος: καθώς και τούτο ομοίως είναι φανερό και από άλλα πολλά, μάλιστα δε από τα αγαθά ευαγγέλια οπού έφερε εις τον κόσμον ο Γαβριήλ, του μεγάλου ελέους της ελεύσεως του Χριστού.

Τρία είναι τα εξαίρετα και μεγαλύτερα έργα οπού έκαμε ο Θεός: πρώτον η δημιουργία του νοητού κόσμου, δεύτερον η δημιουργία του αισθητού κόσμου και τρίτον η ένσαρκος οικονομία του Θεού Λόγου. Και εις τα τρία ταύτα πρώτους και εξαίρετους υπηρέτας μεταχειρίζεται τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ. Δημιουργεί πρώτον ο Θεός τον νοητό κόσμο εκ του μη όντος εις το είναι, ήτοι τον εμπύρινον λεγόμενον ουρανόν, και τον γεμίζει, ωσάν από τόσα λαμπρότατα άστρα, από τα μυριάριθμα πλήθη των άυλον Αγγέλων, τον στολίζει από τάς τρεις τριαδικάς Ιεραρχίας: των Θρόνων, Χερουβείμ και Σεραφείμ· των Κυριοτήτων, Δυνάμεων και Εξουσιών των Άρχων, Αρχαγγέλων και Αγγέλων και επάνω εις όλα ταύτα τα εννέα τάγματα κατασταίνει πρώτους ηγεμόνας και διδασκάλους τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ.

Και τίνι τρόπω; Ακούσατε: Ο Μιχαήλ, με το να εστάθη ευγνωμονέστατος δούλος του Θεού Παντοκράτορος, έκαμε νοητό πόλεμον εις τον Ούρανόν με τον αποστάτη διάβολο και τους αγγέλους του, όταν υπερηφανεύθηκαν κατά του Θεού του ζώντος και εκρήμνισεν αυτούς εις τα καταχθόνια της γης, καθώς είναι γεγραμμένον εις την Ιεράν Αποκάλυψιν: Και έγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ: ο Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτόν πολέμησαν μετά του δράκοντος… και εβλήδη ο δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος διάβολος και ο σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην, εβλήθη εις την γήν, και οί άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν. Όθεν δια την μεγάλην ανδραγαθία ταυτην όπου έκαμε, κατεστάθη πρώτος επάνω εις όλα τα εννέα τάγματα των Αγγέλων και τους δίδαξε να φυλάττουν προς τον Θεόν ευγνωμοσύνη, υπακοή, ταπείνωσιν και διαμονή μετ’ αυτού παντοτινήν και αχώριστο.

Ο δε Γαβριήλ, με το να ενεπιστεύθη μόνος από όλους τους άλλους Αγγέλους το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας, καθώς λέγει ο θείος Χρυσόστομος -συν αύτω δε και οί εις τον Ευαγγελισμόν μελωδοί: σοι μόνω θαρρών το μυστήριον, και έγινε ο πρώτος και εξαίρετος τούτου υπηρέτης από την αρχήν έως τέλους, κατεστάθη και ο πρώτος ηγεμών και διδάσκαλος όλων των αγγελικών ταγμάτων, έως και αυτών των ανωτάτων Χερουβείμ και Σεραφείμ, και τους δίδαξε όλους τους απόκρυφους λόγους και γνώσεις οπού μέσα εις το βάθος του μυστηρίου τούτου σκεπάζονται. Και αν ο Παύλος λέγει ότι δια της Εκκλησίας εγνωρίσθη ταίς Αρχαίς και ταίς Εξουσίαις η πολυποίκιλος σοφία του Θεού, τούτο πρέπει να νοήται ότι έγινε δια μεσιτείας του θείου Γαβριήλ, ο οποίος καθώς έμαθε αμέσως παρ’ αυτού του σαρκωθέντος Λόγου και του τούτω συνόντος Αγίου Πνεύματος την πολυποίκιλο ταυτην σοφία -ήτις είναι κατά τον Νύσσης Γρηγόριο το να νικήση ο Θεός τα εναντία με τα εναντία: την ύπερηφάνειαν με την ταπείνωσιν, την δόξαν με την άτιμίαν, την δύναμιν με την
άσθένειαν, την σοφία με την μωρίαν- και ούτω μετέδωκε την πολυποίκιλον ταυτην σοφίαν και εις όλας τάς τάξεις των Αγγέλων, χωρίς να φθονήση, λέγων εις αύτάς εκείνο του Σολομώντος: αδόλως έμαθον, αφθόνως μεταδίδωμι.

Ότι δε ο Γαβριήλ εστάθη πρώτος εις όλα τα εννέα τάγματα και εκ τούτου είναι φανερό: Είναι κοινή δόξα της Εκκλησίας και μάλιστα και του Άββά Ισαάκ ότι από τον Χριστόν λαμβάνουσι κάθε φωτισμό όλαι αϊ τάξεις των Αγγέλων, αναβαίνοντας κατά Παύλον υπεράνω πάσης Αρχής και Εξουσίας και Δυνάμεως και παντός ονόματος εν τω μέλλοντι αίώνι ονομαζόμενου. Ομοίως είναι κοινή δόξα ότι από την Θεοτόκο, ανωτέρα ούσα των Σεραφείμ ασυγκρίτως, πάσαι φωτίζονται αϊ Αγγελικέ τάξεις, ως μάλιστα τούτο λέγει ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (λόγω πρώτο εις τα ΕΙΣΟΔΙΑ και λόγω εις την Κοίμησιν). Επειδή δε πλησιέστερος του Χριστού και της Θεοτόκου άλλος δεν είναι από τον Γαβριήλ, λοιπόν δι` αυτού φωτίζονται πασαι αί των Αγγέλων τάξεις. Ει γαρ και ο θείος Διονύσιος λέγει ότι πρώτη τάξις είναι η των Θρόνων και ογδόη η των Αρχαγγέλων, αλλά τούτο νοείται προ της ενανθρωπήσεως. Μετά την ενανθρώπισιν γαρ ανεστράφη η τάξις κατά τον άγιον Ισαάκ και οι πρώτοι έγιναν έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι.

Και τοιουτοτρόπως και οι δύο ομού Αρχάγγελοι, ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ, με το ιερόν αυτό και τελειοποιόν μάθημα της αγίας ταπεινώσεως όπου παρέδωκαν εις όλους τους Αγγέλους, τους τελείωσαν και τους έκαμαν να είναι όχι μόνον δυσκίνητοι εις το κακόν, καθώς ήταν προτήτερα κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο , αλλά και πάντη ακίνητοι εις την κακίαν και άτρεπτοι, ως λέγει ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος και ο ιερός Νικήτας και ο σχολιαστής Γρηγορίου του Θεολόγου .

Δημιουργεί δεύτερον ο Θεός εις εξ ημέρας τον αισθητόν τούτον κόσμον, στολίζει τον ούρανόν με τα πολυποίκιλα άστρα και τους φωστήρας, καλλωπίζει την γήν με τα διάφορα φυτά και ζώα, γεμίζει τον αέρα από τα γλυκύτατα των πετεινών κελαδήματα, τελευταίον δημιουργεί τον άνθρωπον και τον βάλλει εις τον Παράδεισον και τον διορίζει να φύλαξη την παρά πάντων εγνωσμένη θείαν του εντολή. Άλλ’ ο άνθρωπος -οίμοι!- γίνεται παραβάτης της εντολής και εξορίζεται από τον Παράδεισον της τρυφής εις ταύτην την πολύδακρυν γήν. Καί εδώ πάλιν μεταχειρίζεται ο Θεός τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ, εξαίρετους ύπηρέτας της προνοίας και κρίσεως όπου έδειξεν εις τον άνθρωπον, εν διαστήματι πέντε και ήμισυ χιλιάδων χρόνων. Δια τούτο ο μεν θείος Μιχαήλ, ευθύς οπού εξωρίσθη ο Αδάμ, συμπόνεσε την συμφορά του και τον δίδαξε -ως άπειρον έτι όντα- πώς να γεωργή την γήν, πώς να σπείρη, πώς να θερίζη και απλώς πώς να κυβερνά την πολύμοχθο του ζωήν από τροφήν έως ενδύματα, καθώς είναι γνώμη τινών ιεροδιδασκάλων της Εκκλησίας. Αυτός ο ίδιος Μιχαήλ δεν
έλειπε από το να προνοείται και να διαφυλάττει όλους τους προ Νόμου Προπάτορας: τον Σήθ, τον Ένώς, τον Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και τους δώδεκα Πατριάρχες. Τώρα μεν οδηγών αυτούς εις την έπίγνωσιν του μόνου αληθινού θεού, τώρα δε παιδεύων και τιμωρών όλους εκείνους οπού ήθελε του εναντιωθούν. Αυτός έστάθη ο παιδαγωγός και δημαγωγός όλου του Ισραηλιτικού λαού, προπορευόμενος και συμπορευόμενος με αυτόν, νικών τα αλλόφυλα έθνη όπου τον πολεμούν και οδηγών αυτούς εις την γήν της επαγγελίας.

Και εδώ είναι άξιον να θαυμάσωμεν την μεγαλειότητα του θείου Μιχαήλ. Διότι, τα μεν έθνη τα διεμοιράσθησαν οι Άγγελοι και επεστάτει ένας εις ένα έθνος και άλλος εις άλλο, τον δε Ισραηλιτικό λαόν δεν επήρε Άγγελος εις την μερίδα του, άλλ’ αυτός ο ίδιος ο Θεός, καθώς λέγει ο Μωυσής εις την ωδήν: Έστησε όρια εθνών κατά αριθμόν Αγγέλων Θεού, και εγεννήθη μερίς Κυρίου λαός αυτόν Ιακώβ. Και όμως αυτός ο Θεός λέγει πολλαίς φοραίς εις τον Μωϋσή, ότι αντί εαυτού θέλει δώσει επιστάτη εις τον Ισραήλ τον Άγγελόν του, ήτοι τον θείον Μιχαήλ, καθώς ερμηνεύουσιν οι διδάσκαλοι. Διό και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος λέγει ότι η
θεολογία άρχοντα του Ιουδαίων λάου τον Μιχαήλ ονομάζει. Βλέπετε προνόμια; Βλέπετε πώς ο Μιχαήλ έστάθη ο αόρατος μεσίτης και διάκονος δια μέσου του οποίου έδωκεν ο Θεός τον Νόμον εις τον Μωϋσή εν τω ορει τω Σινά; Διότι, αν ο νόμος εδόθη δια των άλλων Αγγέλων, ως λέγει ο Παύλος: ει ο δι’ Αγγέλων λαληθείς λόγος και πάλιν: τι ούν ο νόμος;.., διαταγής δι’ Αγγέλων εν χειρι μεσίτου , πόσο μάλλον εδόθη δια του Αρχαγγέλου αυτών Μιχαήλ;

Ο δε θειος Γαβριήλ δεν έλειπε και αυτός: τώρα μεν να ευαγγελίζηται τα χαροποιά μηνύματα της γεννήσεως πολλών στείρων προ νόμου και μετά τον νόμον, τώρα δε να σαφηνίζη εις τους Προφήτας τάς αποκαλύψεις και οράματα όπου εβλεπον και δια τούτων πάντων να τους οδηγή εις την πίστιν του ελευσομένου Μεσσίαου, καθώς και ονομαστί φέρεται ο Γαβριήλ εις την θείαν Γραφήν, ότι συνέστησε φανερότατα εις τον Προφήτη Δανιήλ όχι μόνον πώς έχει να γεννηθεί και να σταυρωθεί ο Χριστός, αλλά και εις πόσους χρόνους έχουν ταύτα να γίνουν.

Και οί δύο ομού Αρχάγγελοι φαίνονται φανερώς ηνωμένοι εις την προφητείαν του Δανιήλ, την αναγνωσθείσαν άφ’ εσπέρας, έχουσα ούτως: ο Δανιήλ νήστευσε είκοσι μίαν ημέρας εις την Βαβυλώνα, και παρακαλεί τον Θεόν δια να ελευθέρωση τους Εβραίους από την αιχμαλωσία των Περσών και Βαβυλωνίων. ο Αρχάγγελος Γαβριήλ πρόσφερε του Δανιήλ την δέησιν έμπροσθεν του Θεού. ο δε Άγγελος όπου ήταν άρχων εις εκείνα τα έθνη, αντεστέκετο και μπόδιζε την ελευθερία των Εβραίων -όχι με κακόν σκοπό, αλλά διότι πολλοί από τους ειδωλολάτρας, συναναστρεφόμενοι με τους Εβραίους, πίστευον εις τον αληθή Θεόν, καθώς ερμηνεύει ο Ιερώνυμος· ίσως δε μπόδιζε και διότι δεν απεκαλύφθη θεόθεν η των Εβραίων ελευθερία- άλλ’ ο άρχων Μιχαήλ ήλθε και βοήθησε εις τον Γαβριήλ και ούτω δια των δύο Αγγέλων ηλευθερώθησαν οί Ιουδαίοι.

Τέλος πάντων ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, οτε έμελλε να έλθη εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού δια να τελείωση το μέγα και εξαίρετων έργον της σωτηρίας των ανθρώπων. Και εδώ πάλιν εξαίρετους ύπηρέτας του μεταχειρίζεται τους δύο Αρχαγγέλους· με ταύτην όμως την διαφοράν: ότι ο Γαβριήλ γίνεται πρώτος και Ο Μιχαήλ δεύτερος: διότι έπρεπε ο Γαβριήλ, όστις δήλοι “Θεός και άνθρωπος” κατά τον άγιον Πρόκλον, να γίνη και πρώτος λειτουργός του Θεανθρώπου Λόγου. Όθεν αυτός ο θεοειδέστατος Γαβριήλ μόνος αποκαλύπτεται το μυστήριον τούτο, ως είπωμεν. Αυτός και αποστέλλεται προς την Παντοβασίλισσαν και Αειπάρθενο Μαριάμ και της φέρει τα της χαράς ευαγγέλια, λέγων εις αυτήν τον κοσμοσωτήριο ασπασμό, το Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου. Αυτός ο ίδιος Γαβριήλ ευαγγελίζεται εις τους ποιμένας τα χαρμόσυνα γενέθλια του σαρκωθέντος Δεσπότου, οδηγεί δι’ αστέρος τους μάγους, μηνύει κατ’ όναρ εις τον Ιωσήφ να καταβή εις Αίγυπτο ν και εκείθεν πάλιν να άναβή εις γήν Ισραήλ, ευαγγελίζεται εις τάς Μυροφόρους την Ανάστασιν του Σωτήρος και εν τη Ανάληψη καταβάς προλέγει εις τους Αποστόλους την δευτέραν έλευσιν του αναληφθέντος Χριστου.

Ομοίως και ο θείος Μιχαήλ, θέλουσιν τίνες ότι αυτός να ήταν ο Άγγελος όπου ενίσχυσε και δυνάμωσε τον Ιησούν αγωνιώντα δια το πάθος, ως λέγει ο ιερός Λουκάς: ήλθε άπ’ ουρανού Άγγελος ενισχύων αυτόν, συμπεραίνοντας τούτο από την ονομασία του, επειδή Μιχαήλ θέλει να ειπεί “δύναμις Θεού”· δύναμις δε και ισχύς είναι το αυτό. Αυτός συν τω Γαβριήλ ευηγγέλισε την Άνάστασιν εις τάς Μυροφόρους, ως λέγει ο Δαμασκηνός Ιωάννης εις τον των Αρχαγγέλων κανόνα. Αυτός συν τω Γαβριήλ προείπε εις τους Μαθητάς την ελευσιν Χριστού του αναληφθέντος. Αυτός λέγουσι να λύτρωσε τον Απόστολο Πέτρο από την φυλακήν και επέταξε τον Ηρώδη και έγινε σκωληκόβρωτος.

Είδετε τώρα πώς ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ έστάθησαν οί δύο εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Θεού, καθώς ήταν η πρότασίς μας;

Και λοιπόν ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ είναι οί δύο φωτεινότατοι οφθαλμοί του παντεπόπτου Θεού, με τους οποίους βλέπει και φωτίζει όλον τον ορατόν και αόρατον κόσμον. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι αϊ δύο κραταιόταται χείρες του Παντοκράτορος, με τάς οποίας διοικεί όλα τα πάντα, ουράνια και επίγεια. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι οί δύο ταχύτατοι και μυριόπτεροι πόδες του πανταχού παρόντος Κυρίου, με τους οποίους περιέρχεται και εμπεριπατεί όχι μόνον την οικουμένη όλην, άλλ’ έως και αύτάς τάς άϋλους ψυχάς των ανθρώπων, έως και αύτάς τάς σκοτεινοτάτας αβύσσους. Δια τούτο εις μίαν στιγμήν βλέπεις αυτούς να εύρίσκωνται εις το ένα άκρον του κόσμου, και εις την άλλην στιγμήν να εύρίσκωνται εις το άλλο άκρον, τώρα να θαυματουργούσιν εις την στεριά και τώρα να αρπάζωσιν από τα βάθη της αβύσσου τους καταβυθισθέντας.

Μιχαήλ, Ο Άγγελος του θείου φόβου. Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας χαράς. Μιχαήλ, η παιδευτική δεξιά του Δικαίου. Γαβριήλ, η ελεημονητική δεξιά του Φιλάνθρωπου. Μιχαήλ, ο επί των δυνάμεων: Γαβριήλ, ο εξ απορρήτων. Μιχαήλ, το βλοσυρό όμμα του Κριτου. Γαβριήλ, το ήμερων βλέμμα του Προνοητού. Μιχαήλ, αί φοβεραι φωναί και βρονταί και αστραπαί καί σάλπιγγες της καταβάσεως του Θεού εν τω Όρει Σινά. Γαβριήλ, αί γαληναί αύραι, οί ήμεροι ασπασμοί, τα ιλαρά φώτα καί αί αψοφητί επί πόκον ερχόμενε σταγόνες της καταβάσεως του Θεού Λόγου εις την κοιλίαν της Μαριάμ. Μιχαήλ, ο έξοχος διάκονος του Παλαιού Νόμου. Γαβριήλ, ο εκλεκτός υπηρέτης της νέας χάριτος του Ευαγγελίου.

Ο Μιχαήλ είχε λόγον της εισαγωγικής πράξεως, διότι υπηρετεί εις τον Νόμον, όστις κατά Παύλον παιδαγωγός γέγονεν ημίν εις Χριστόν. Ο Γαβριήλ είχε λόγον τελειωτικής θεωρίας, διότι υπηρετήσεν εις το μυστήριον του Χριστού, όστις ήτο το τέλος του Νόμου καί το συμπέρασμα. ο Μιχαήλ ήταν αρχή καί ο Γαβριήλ τέλος. ο Μιχαήλ προπαιδευτής και ο Γαβριήλ τελειωτής. ο Μιχαήλ Άλφα καί ο Γαβριήλ Ωμέγα. Άλλα δεν ήταν ενάντιοι η ασύμφωνοι αναμεταξύ των, μη γένοιτο. Αλλ’ ως ούτε πράξης είναι χωρίς την θεωρίαν ούτε η θεωρία χωρίς την πράξιν κατά τους Πατέρας, τοιουτοτρόπως ούτε ο Μιχαήλ είναι χωρίς τον Γαβριήλ ούτε ο Γαβριήλ χωρίς τον Μιχαήλ. Καθώς ο Νόμος περιέχεται εν τω Ευαγγελίω καί το Εύαγγέλιον εν τω Νόμω, τοιουτοτρόπως εν τω Μιχαήλ ευρίσκεται ο Γαβριήλ καί εν τω Γαβριήλ ευρίσκεται ο Μιχαήλ καί ένας με τον άλλον είναι ηνωμένοι περισσότερον παρά όπου είναι η ψυχή με το σώμα. Δια τούτο, οπού ο Μιχαήλ εκεί καί ο Γαβριήλ καί οπού ο Γαβριήλ εκεί καί ο Μιχαήλ. Πάντοτε καί πανταχού οί δύο αχώριστοι. Αχώριστοι εις τον
Ούρανόν,αχώριστοι εις την Πάλαιαν Διαθήκην, αχώριστοι εις την Νέαν. Καί εις τάς θαυματουργίας αχώριστοι. Καί αν ο Μιχαήλ παιδεύη τους κακούς, τους παιδεύει προς σωφρονισμόν, δια να φοβώνται την δύναμιν καί μεγαλειότητα του Θεού καί μη καταφρονούν αυτήν από την πολλήν αυτού αγαθότητα. Καί αν ο Γαβριήλ πάλιν τους ευσπλαγχνίζεται, τούτο το κάμνει, δια να ελπίζουν καί μη έλθουν εις απελπισμό από τον πολύν φόβον.

Καί οί δύο ομού ένα σκοπό έχουν: την σωτηρίαν των ανθρώπων καί το να πληρώσουν το του Θεού πανάγαθο θέλημα, ως τούτου αγαθοί Αγαθάγγελοι. Δεν είναι ανάμεσα εις τους δύο Αρχαγγέλους κανένας πρώτος, όχι! Διότι η υπερβάλλουσα αγάπη οπού έχουν τους αναγκάζει να γίνεται ο εις τον άλλον δεύτερος. Δεν είναι ανάμεσα εις αυτούς δεύτερος, διότι η ίση αρχαγγελική αξία οπού έχουν τους θέλει να είναι ο καθείς πρώτος. Ώστε καί οί δύο είναι καί οί πρώτοι, καί οί δύο είναι καί οί δεύτεροι. Καί ποίοι άλλοι είναι οί δύο λαμπρότατοι φωστήρες, με τους οποίους εστόλισεν ο Θεός τον εμπύρινον ούρανόν του αγγελικού διακόσμου, ίσοι εις το μέγεθος, ίσοι εις την αξία, ίσοι εις την λαμπρότητα, ίσοι εις την ταχύτητα, παρά οί δύο Αρχάγγελοι; Ποίοι άλλοι είναι οί δύο ουράνιοι πόλοι, ο αρκτικός και ο ανταρκτικός, ο βόρειος και ο νότιος, επάνω εις τους οποίους κυκλογυρίζει ο Θεός το νοητό της Εκκλησίας στερέωμα, παρά οι δύο Αρχάγγελοι;

Ποίοι άλλοι είναι οί δύο εκείνοι περιφανείς στύλοι, τους οποίους Έστησε ο Σολομών έμπροσθεν του οίκου Κυρίου (και Σολομών εποίησε δύο στύλους έμπροσθεν του οίκου), ειμή οί δύο Αρχάγγελοι, τους οποίους Έστησε ο ειρηνικός “Σολομών” Χριστός έμπροσθεν του άνω καί κάτω κόσμου, δια να τους βλέπουν όλοι οί εισερχόμενοι καί να θαυμάζουν την μεγαλειότητα των καί να επικαλώνται την βοήθειάν των; Της οποίας δια να έχομεν πολλήν χρείαν διώρισεν η Εκκλησία, να τελήται η Σύναξις των Αρχαγγέλων κάθε Δευτέραν.

Καί λοιπόν, αν κατά τους Θεολόγους οί Θρόνοι κρίνωσι, τα Σεραφείμ μας θερμαίνωσι, τα Χερουβείμ μας σοφίζωσιν, αί Κυριότητες κελεύωσιν, αί Δυνάμεις ενεργώσιν, αί Εξουσίαι διατηρώσιν, αί Αρχαί εθναρχώσιν, οί Αρχάγγελοι τα της πίστεως διοικώσι καί οί Άγγελοι λειτουργώσιν, όμως ο Μιχαήλ καί ο Γαβριήλ, ως τούτων πάντων ταξιάρχαι, περισσότερον μας κρίνουσι, μας θερμαίνουσι καί μας σοφίζουσι, περισσότερον μας κελεύουσι, μας ενεργούσι καί μας διατηρούσι, περισσότερον εθναρχούσι, διοικούσι την πίστιν καί μας λειτουργούσι.

Καί αν, κατά τον αγιον Νικήταν, αί ανώτεραι τρεις τάξεις των Αγγέλων δοξολογούσιν απαύστως την Αγίαν Τριάδα με τον ύμνον: Γέλ, Γέλ, όπερ δήλοι “ανακυκλισμός” (καί “ανακάλυψης” κατά τον κρυφιομύστην Διονύσιο) καί αι μέσαι τρεις τάξεις με το Άγιος, Άγιος, Άγιος, καί αί ύστερε τρεις τάξεις με το Αλληλούια, αλλά της τοιαύτης ακαταπαύστου δοξολογίας προεξάρχοντες καί συμμελωδοί καί συν-θεολογούντες είναι ο Μιχαήλ καί ο Γαβριήλ.

Κατά άλήθειαν απορώ, αδελφοί, καί δεν ήξεύρω τι να ειπώ περί των θαυμαστών Αρχαγγέλων! Βλέπω εικονισμένο τον θειότατο Μιχαήλ, όλον φοβερόν εις το είδος, όλον αστραπόμορφο εις την όψιν, όλον αρματωμένο εις τάς χείρας, καί από τον φόβον μου καθηλούνται κατά τον Προφήτη αϊ σάρκες μου, αφήνω τον κόσμον καί μελετώ την ώρα όπου έχω να αποθάνω. Βλέπω καί τον θείον Γαβριήλ, όλον ημερότατων εις το είδος, όλον χαριέστατον εις την θέαν, όλον γαληνότατον εις όλα τα μέλη, καί παρευθύς λησμονώ τον θάνατον, λησμονώ τον φόβον, καί όλος ένθους από την χαράν καί την ηδονή γίνομαι. Στοχάζομαι από το εν μέρος τα φοβερά θαυμάσια του Μιχαήλ, εδώ να θερίζη με την σπάθη του χιλιάδας ανθρώπων, εκεί να ανασπά ψυχάς αμαρτωλών ανελεήμονας, καί έμφοβος γίνομαι καί την δικαίαν κρίσιν του Θεού δειλιώ καί παρ’ ολίγον απογινώσκομαι. Στοχάζομαι από το άλλο μέρος καί τα κοσμοχαρμόσυνα ευαγγέλια του ωραιότατου Γαβριήλ, καί πληρούμαι όλος από ελπίδας, καί του Κριτου την φιλανθρωπίαν εννοώ, καί παρ’ ολίγον ένδον της βασιλείας των ουρανών
γίνομαι.

Βλέπω καί τους δύο Αρχαγγέλους ομού, καί μοί φαίνεται ότι βλέπω τους δύο εκείνους ουρανομήκης στύλους, όπου οδηγούν τους Ισραηλίτας εις την κάτω Ιερουσαλήμ, τον Μιχαήλ ωσάν τον στύλων του πυρός και τον Γαβριήλ ωσάν τον στύλων της Νεφέλης, οίτινες οδηγώσι συμφώνως τους Χριστιανούς εις την άνω Ιερουσαλήμ, την επουράνιον πόλιν.

τι να πολυλογώ, αδελφοί; Θέλετε να ειπώ περί των Αρχαγγέλων ένα μεγάλον, άλλα αρμόδιο νόημα; Οι δύο Αρχάγγελοι έχουν εικόνα των δύο φύσεων του Χριστού, της Θεότητος λέγω και ανθρωπότητος. ο Μιχαήλ έχει εικόνα της Θεότητος, διότι έστάθη ταύτης ένδικος υπερασπιστής, και ο Γαβριήλ της ανθρωπότητος, διότι έστάθη ταύτης υπηρέτης και ευαγγελιστής. Να ειπώ ακόμη και μεγαλύτερον; ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ έχουν αναλογία με τον ενυπόστατον Λόγον του Πατρός και με το Πανάγιον Πνεύμα αυτού. ο Μιχαήλ ομοιάζει τρόπον τινά με τον ενυπόστατον Λόγον, διότι καθώς δι’ αυτού ο Πατήρ διέκρινε και διεχώρισεν όλα τα όντα και απέδωκε εις το καθ’ ένα εκείνο το είδος και την εικόνα οπού του έπρεπε, ούτω δια του θείου Μιχαήλ, Αγγέλου όντος της δικαιοσύνης, διέκρινε τους καλούς από τους κακούς, όσον Αγγέλους τόσον και ανθρώπους, και απέδωκε εις τον καθ’ ένα το δίκαιον οπού του έπρεπε. ο δε Γαβριήλ ομοιάζει με το Αγιον Πνεύμα, διότι καθώς δι’ αυτού ο Πατήρ τελείωσε την πλάσιν του κόσμου, ούτω δια των ευαγγελίων του Γαβριήλ τελείωσε την του Κόσμου ανάπλασιν. Ω δόξαι! Ώ λαμπρότητες, ω μεγαλεία των Αρχαγγέλων!

Καί λοιπόν δεν σε φοβούμεθα, διάβολε: όχι, δεν σε φοβούμεθα. Δεν δειλιάζομεν πλέον τάς επιβουλάς σου. Δεν βάνομεν εις τον νουν μας τους λυπηρούς λογισμούς οπού μας προσβάλλεις. Καταφρονούμεν ως βέλη νηπίων τα βέλη και τα τόξα σου. Εχομεν γαρ, εχομεν βοηθούς και άγρυπνους ημών φύλακας τους δύο μέγιστους Αρχαγγέλους. Εχομεν τον ηλιόμορφο Μιχαήλ, ο όποιος σε κατεκρήμνισεν από τους ουρανούς εις τα καταχθόνια! Έχομεν τον ιεροπρεπέστατον Γαβριήλ, ο όποιος με της χαράς του τα ευαγγέλια, διέλυσεν ως αράχνην την πρώτη λύπην και κατάρα όπου προξένησες εις το γένος μας. Έμαθες με την δοκιμήν, αρχέκακε δράκον, πόσον είσαι ασθενέστατος έμπροσθεν του κραταιοτάτου μας Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όταν ωσάν εν κυνάριον ή ζωύφιον σε απεδίωξε από το νεκρό σώμα του Μωϋσέως, ειπών σοι μόνον: επιτίμησε σοι Κύριος. Αυτός και τώρα ομού με τον συναρχιστράτηγόν του Γαβριήλ θέλει σε επιτιμήσει και θέλει σε φυγαδεύσει από ημάς, τους επικαλούμενους πάντοτε το όνομα των δύο τούτων. Όπου δε το όνομα αυτών επικαλεσθεί, εκείθεν διώκεται και
καταργείται η δύναμίς σου, διότι οΰτως απεφάσισε ο Θεός εις τον Ιώβ, να περιπαίζησαι ως ένα ουδέν από τους Αγγέλους του, λέγων περί σου ουκ εστίν όμοιον αντω επί της γης πεποιημένον, εγκαταπαίζεσθαι υπό των Αγγέλων μου.

Εάν όμως άγαπώμεν, πατέρες και αδελφοί, να διαμένωσιν αχώριστοι από ημάς οι Αρχάγγελοι, πρέπει όσον το δυνατόν να άπέχωμεν από κάθε κακίαν, επειδή λέγει ο μέγας Βασίλειος ότι, καθώς ο καπνός διώκει τάς μέλισσας, ούτω και η πολύδακρυς αμαρτία διώκει από ημάς τους αγαθούς αγγέλους. Και ομού με το όνομα του Μιχαήλ ας ένθυμώμεθα και την ώραν του θανάτου και της φοβέρας κρίσεως και κολάσεως, ομού δε με το όνομα του Γαβριήλ ας ένθυμώμεθα και της βασιλείας των ουρανών την χαράν και απόλαυσιν.

Άλλ’ ω υπερένδοξοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, τα γλυκύτατα παρά πάσιν Άγγέλοις και άνθρώποις και πράγματα και ονόματα, οί της δικαιοσύνης του Θεού και αγαθότητος Άγγελοι, οί των εξαίρετων έργων του Θεού ύπηρέται εξαίρετοι, οί δύο άργυροχρυσοπτέρυγοι αετοί, οί της ζωαρχικής Τριάδος δύο μέγιστοι Αρχιστράτηγοι, οί με όμμα ακλινές βλέποντες το άκτιστον φως της τρισηλίου Θεότητος, οί του Βασιλέως των βασιλέων και Κυρίου των κυρίων δύο αρχισατράπαι και πρώτο σύμβουλοι, οί του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού σωματοφύλακες άμεσοι, ζεύγος αρχαγγελικό και ηγαπημένον, δυάς κοσμοπόθητε και παντοπόθητε, των Αγγέλων απάντων τα αγλαίσματα- των Χριστιανών τα καυχήματα· κατ’ εξοχήν δε και εξαιρέτως οδηγοί και υπερασπισταί του Μοναχικού τάγματος των μιμούμενων ως δυνατόν την άγγελικήν υμών πολιτείαν!

Προσδέξασθε το παρόν εφύμνιον οπού σας προσφέρομεν ημείς άπαντες οί συναθροισθέντες σήμερον, προς δοξολογίαν του Παντοκράτορος και Φιλάνθρωπου Θεού και εις μνήμην της ιεράς Υμών Συνάξεως. Προσδέξασθε ως δώρον τούτο και σημείον ελάχιστον ευχαριστίας, ανθ’ ων καθ` έκάστην ημάς τους ευτελείς ευεργετείτε, περιθάλπετε και πολυτρόπως εκ παντός κακού διασώζετε. Και σας παρακαλούμεν δουλικός να μη λήψη άφ’ ημών η πατρική πρόνοια σας, άλλ’ ως συμπαθέστατοι και ευσπλαγχνικώτατοι, πλησιάζετε πάντοτε εις ημάς και περιτειχίζετε μας, δια να μας γεμίζητε από θεωρίας αγίας και πνευματικάς εννοίας και δια να φεύγωσιν από ημάς εξ αίτιας του πλησιασμού σας όλοι οί πονηροί και αισχροί λογισμοί και απλώς όλοι οί αόρατοι και ορατοί εχθροί οπού μας πειράζουσιν, επειδή τοιαύτας χάριτας προξενείτε, οπού και αν πλησιάσετε. Λέγει γαρ ο άγιος Μάρκος ο ασκητής ούτως: Όταν οί άγιοι Άγγελοι πλησιάσωσιν ημίν, πληρούσιν ημάς θεωρίας πνευματικής. Ομοίως και ο Άββάς Ισαάκ. Οτε οί άγιοι Άγγελοι σε πλησιάσωσι περιτειχίζοντες, πάντες οί
πειράζοντες αποστήσονται. Και επειδή οί θεολογούντες λέγουσι ότι εξ τίνα χαρίζουσιν οί Άγγελοι εις τους ανθρώπους εν τη παρούση ζωή, μη λείπετε, ω θείοι Αρχάγγελοι, από του να χαρίζητε ταύτα και σεις εις ημάς, τα όποια είναι ταύτα: πρώτον, το να διώκετε από τα σώματα και ψυχάς μας όλας έκείνας τάς βλάβας οπού ημπορούν να μας ακολουθήσουν από έσωθεν και έξωθεν. Δεύτερον, το να μας παρακινείτε πάντοτε εις τα καλά, φωτίζοντες τον μεν νουν μας με τάς θείας εκλάμψεις, γλυκαίνοντες δε την θέλησιν και τάς καρδίας μας με τάς θείας χάριτας. Τρίτον, το να εμποδίζητε από ημάς τάς ορμάς και επιβουλάς των δαιμόνων. Τέταρτον, το να προσφέρητε τάς προσευχάς μας εις τον Θεόν, ως ο Άγγελός
Ραφαήλ πρόσφερε την προσευχήν του Τωβίτ και οι εν τη Αποκαλύψει Άγγελοι τάς προσευχάς των Αγίων. Πέμπτον, το να πρεσβευήτε πάντοτε εις τον Θεόν υπέρ ημών και έκτον, να μας παιδεύητε πατρικώς ενίοτε, όταν ατακτώμεν, όχι δι’ εκδίκησιν, καθώς μας παιδεύουν οι πονηροί δαίμονες, αλλά δια διόρθωσιν και σωφρονισμόν: και τούτο γαρ χάρις λογίζεται εις ημάς.

Και αύθις παρακαλούμεν, επακούσατε της δεήσεως ημών, φιλανθρωπότατοι του θεού Αρχιστράτηγοι, και παύσατε με τάς αέναους πρεσβείας σας την καθ’ ημών του θεού αγανάκτησιν, πείθοντες τούτον να παράβλεψη ως Πολυέλεος τα πταίσματα ημών άπαντα, με όσα εν έργω ή εν λόγω ή εν διάνοια αυτόν καθ’ έκάστην παραπικραίνομε. Ναι, αμαρτωλοί είμεθα -το ομολογούμεν- και παραβάται των αγίων αυτού εντολών, αλλά πλην αυτού Θεόν άλλον ου γινώσκομεν. Αξιώσατε ημάς, ω Παρθένοι και έφοροι των παρθένων Αρχάγγελοι, να διαπερνώμεν την ζωήν μας εν σωφροσύνη και παρθενία, καθώς υπεσχέθημεν, όταν φορέσαμε το Αγγελικόν τούτο Σχήμα. Φανείτε προστάται και άγρυπνοι φύλακες, τόσον ημών, όσον και πάντων των εορταζόντων την πανάγια σας Σύναξιν. Και εν όσο μεν ευρισκόμεθα εις την παρούσαν ζωήν, διώκετε άφ’ ημών τα σκάνδαλα, ως είπωμεν, και μηχανάς πάντων των ορατών και αοράτων εχθρών. Εν δε τη ώρα του θανάτου παρασταθείτε εις ημάς τους αμαρτωλούς βοηθοί, ο εις από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά, σκεπάζοντας ημάς με τάς χρυσάς πτέρυγας σας,
ίνα μη δη η ψυχή μας την ζοφεράν όψιν των πονηρών δαιμόνων. Και ούτω παραλαβόντες ημάς, οδηγήσατε εις τάς αιωνίους και φωτεινάς της των ουρανών βασιλείας σκηνάς, ίνα δοξολογώμεν αεί μεθ’ υμών την μίαν εν Τριάδι Θεότητα, η πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ.

Από το περιοδικό: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”, Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου.

ΠΗΓΗ: ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ.

grhgorios Theologos 2

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έστειλε σε μια πνευματική του θυγατέρα, (την Ολυμπιάδα), την κατωτέρω επιστολή σα «δώρο» για τον γάμο της, που μόλις τέλεσε. Η κατωτέρω επιστολή έχει βάθος Θεολογίας και ψυχολογίας. Και πάνω απ’ όλα δίνει στη σύζυγο πολύτιμες συμβουλές για έναν πετυχημένο γάμο. Γράφει:

 

«Ο Θεός γαρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ τής ευδοκίας» (Φιλιπ. 2:13)

«Με φόβον και τρόμον να εργάζεσθε δια να επιτύχετε την σωτηρίαν σας». Δεν είπε, να εργάζεσθε, αλλά «να κατεργάζεσθε», δηλαδή, με πολύν ζήλον, με πολλήν επιμέλειαν. Επειδή δε είπε, «με φόβον και τρόμον», πρόσεχε πως καταπραΰνει την αγωνίαν. Τι λοιπόν λέγει; «Ο Θεός είναι που εργάζεται μέσα σας». Μη φοβείσαι, διότι είπα, «με φόβον και τρόμον», δεν είπα δια τούτο, να αποκάμης, να νομίσης ότι η αρετή είναι κάτι που κατορθώνεται δυσκόλως, αλλά δια να προσέχης, δια να μη έχης τον ε­αυτόν σου παραλελυμένον. Αν τούτο συμβαίνη, ο Θεός θα ενεργήση τα πάντα, συ να έχης θάρρος. «Διότι ο Θεός είναι που ενεργεί μέσα σας». Εάν λοιπόν αυτός ενεργή, ημείς πρέπει να έχωμεν την προαίρεσιν συνεχώς ητοιμασμένην, αδιάχυτον.

«Διότι ο Θεός είναι που ενεργεί μέσα σας και το να θέλετε και το να ενεργήτε». Εάν αυτός ενεργή εις ημάς την θέλησιν, πως μας προτρέπει; Διότι αν αυτός κάμνη και το να θέλωμεν, άδικα μας λέγεις, ότι υπηκούσατε διότι δεν υπακούομεν, άδικα λέγεις με φόβον και τρόμον, διότι το παν είναι ο Θεός. Δεν είπα δια τούτο, «Διότι αυτός είναι που εργάζεται και το να θέλετε και το να ενεργήτε», αλλ’ επειδή επιθυμώ να διαλύσω την αγω­νίαν σας.

Εάν θελήσης, τότε θα ενεργήση η θέλησις. Μη φοβηθής, καθόλου δεν καταπονείσαι. Αυτός μας δίδει και την προθυμίαν και την εργασίαν. Διότι όταν θελήσωμεν, αυξάνει η θέλησίς μας εις την συνέχειαν, όπως, επιθυμώ να πράξω ένα αγαθόν, ενήργησεν αυτό το αγαθόν, ενήργησε με αυτό και η θέλησις. Ή λέγει τούτο από πολλήν ευσέβειαν, όπως όταν λέγη ότι τα ιδικά μας κατορθώματα είναι χαρίσματα.

Όπως ακριβώς λοιπόν ονομάζει αυτά χαρίσματα, δεν μας στερεί το αυτεξούσιον, αλλ' αφήνει μέσα μας το αυτεξούσιον, έτσι όταν λέγη, ότι ενεργεί μέσα μας η θέλησις, δεν μας αφαιρεί το αυτεξούσιον, αλλά δεικνύει, ότι από τα κατορθώματα λαμβάνομεν πολλήν προθυμίαν εις το να θέλωμεν. Διότι όπως ακριβώς το έργον γίνεται από την πράξιν, έτσι και από την απραξίαν δεν υπάρχει έργον. Έδωσες ελεημοσύνην; περισσότερον παρεκινήθης να δώσης. Δεν έδωσες; περισσότερον αργά έγινες.

Έδειξες σωφροσύνην μίαν ημέραν; έχεις την προτροπήν και δια την άλλην. Έγινες ράθυμος; επηύξησες την ραθυμίαν. «Διότι ο ασεβής», λέγει, «όταν έλθη εις το βάθος των κα­κών περιφρονεί». Όπως ακριβώς λοιπόν, όταν έλθη εις το βάθος των κακών, περιφρονεί, έτσι όταν έλθπ εις το βάθος των αγαθών, βιάζεται. Διότι όπως εκείνος που περιήλθεν εις απόγνωσιν γίνεται ραθυμότερος, έτσι αυτός που κατανοεί το πλήθος των αγαθών γίνεται ταχύτερος, φοβού­μενος μήπως απολέση το παν. «Δια να πληρωθή η αγαθή του διάθεσις», λέγει. Δηλαδή, δια την αγάπην, δια την αρέσκειάν του, δια να γίνουν αυτά που φαίνονται καλά εις αυτόν, δια να γίνουν συμφώνως προς την θέλησίν του. Εδώ αποδεικνύει, και μας δίδει θάρρος, ότι ενεργεί οπωσδήποτε. Διότι θέλει να ζώμεν, όπως αυτός επιθυμεί. Εάν δε επιθυμή και επί πλέον και ο ίδιος ενεργεί, και αυτό οπωσδήποτε θα ενεργήση, διότι θέλει να ζώμεν ορθώς. Βλέπεις πως δεν αφαιρεί το αυτεξούσιον;



ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ   21
ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΛΟΓΟΣ Θ’  - ΕΠΕ - ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1980

https://www.impantokratoros.gr/1E1E79B9.el.aspx

 

 

 

xrusostomos 222

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ για την διόρθωσι των παθών. Για σκεφθήτε τι άσχημο πράγμα είναι να βλέπη κανείς το σπίτι του σε κακή κατάστασι και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν, και αντί να το διορθώση, κάθεται και κατασκευάζει αυλές και προαύλια. Ή να είναι άρρωστο το σώμα και αντί να φροντίζη γι' αυτό, κάθεται και υφαίνει χρυσά φορέματα.

Έτσι γίνεται τώρα. Ενώ η ψυχή μας βρί­σκεται σε κακή και αθλία κατάστασι˙ ενώ κυριεύεται από τον θυμό, από την κακολογία, από αισχρές επι­θυμίες, από επίδειξι και κενοδοξία, από ατίθασες και επαναστα­τικές κινήσεις, ενώ σύρεται στο χώμα και σπαράζεται από τόσα θηρία, αντί να κοιτάξουμε να την απαλλάξουμε από τα πάθη, ασχολούμεθα με σωματικές ανέσεις και καλλωπισμούς.

Όταν μία αρκούδα ξεφύγη από εκεί που την φυλάνε και γυρίζη ελεύθερη στους δρόμους, κλείνουμε τα σπίτια μας και βαδίζουμε από στενά δρομάκια για να μη πέσουμε επάνω σ' αυτό το θηρίο. Και τώρα που όχι ένα θηρίο, αλλά πολλά σπαράζουν τον ψυχικό μας κόσμο ούτε είδησι παίρνουμε.

Για την ασφάλεια της πόλεως φροντίζουμε πολύ και κλεί­νουμε τα θηρία σε απόμερα μέρη και σε σιδερένια κλουβιά. Και τα φυλάμε όχι κοντά στην Βουλή ούτε στα δικαστήρια ούτε στα ανάκτορα, αλλά πολύ μακρυά. Απ’ εναντίας όμως στην ψυχή μας όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή και κάποια άλλα ανάκτορα και δικαστήρια, αφίνουμε τα θηρία να ανεβαίνουν μέχρι τον νου, δηλαδή τον θρόνο τον βασιλικό, και να ωρύωνται και να θορυβούν.

Αυτή είναι η αιτία που όλα γίνονται άνω-κάτω και όλα γεμίζουν από ταραχή και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά, και καθόλου δεν διαφέρουμε από πόλι που την αναστήλωσε βαρβα­ρική επιδρομή. Και ομοιάζει η κατάστασις σαν να επετέθη ένας δράκοντας σε φωλιά με νεοσσούς, και οι νεοσσοί με φωνές τρόμου πετούν κατατρομαγμένοι εδώ κι' εκεί μη ξέροντας πως να απαλλαγούν από την αγωνία τους.

Γι' αυτό σας παρακαλώ, ας φονεύσουμε τον δράκοντα, ας δεσμεύσουμε τα θηρία, ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε. Κάθε πονηρία που υπάρχει μέσα στο νου μας ας την εξοντώσουμε με την «μάχαιραν του Πνεύματος».

Έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε κι' εμείς λέοντες που έχουν φοβερά δόντια και όποιος πέσει σ' αυτά τον κομματιάζουν. Τέ­τοιοι λέοντες είναι ο θυμός, η σαρκική επιθυμία... Κοίταξε λοιπόν να ομοιάσης με τον προφήτη Δανιήλ και μη επιτρέψης σ' αυτά τα πάθη να εμπήξουν τα δόντια τους μέσα στην ψυχή σου.

Μερικά άγρια θηρία, όταν είναι εύσωμα και καλοθρεμμένα, νικούν τους αντιπάλους των. Όταν όμως τα υποβάλη κανείς σε πείνα και τα αδυνατήση, τους εκοίμισε το θυμό και τους αφή­ρεσε την δύναμι, ώστε και ένας ασήμαντος αντίπαλος να τα βάζη μαζί τους.

Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα πάθη της ψυχής. Όποιος τα αδυνατίζει, τα καθιστά υποχείρια στο λογικό. Όποιος τα καλοτρέφει, καθιστά την πάλη μαζί τους δυσκολώτερη, με αποτέλεσμα να τα τρέμη και να καταντήση δούλος των για πάντα.

Κάποιος σοφός έλεγε: «Η αμαρτία ξεκινά από την υπε­ρηφάνεια». Δηλαδή η υπερηφάνεια είναι ρίζα και πηγή και μητέρα της αμαρτίας.

Εξ αιτίας αυτής ο πρωτόπλαστος έχασε την μακαρία εκείνη ζωή στον παράδεισο, και ο διάβολος που τον εξηπάτησε, έχασε το τόσο υψηλό αξίωμά του. Γνωρίζοντας ο ακάθαρτος διάβολος ότι η υπερηφάνεια μπορεί και από τον ουρανό να γκρεμίζη, την σκέφθηκε ενώ επιχειρούσε να ρίξη κάτω τον Αδάμ από την τιμημένη θέσι του. Αφού τον «εφούσκωσε» με την υπόσχεσι πως θα γίνη ίσος με τον Θεόν, τον συνέτριψε και τον κατέβασε στα βάραθρα του άδη.

Τίποτε δεν αποξενώνει από την φιλανθρωπία του Θεού και τίποτε δεν παραδίνει στην φωτιά της κολάσεως, όσο το τυραννικό πάθος της υπερηφάνειας. Όταν υπάρχη μέσα μας αυτή, όλη η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω και αν διαθέτουμε καθαρότητα ή παρθενία ή νηστεία ή ευχές ή ελεημοσύνη ή ο,τιδήποτε άλλο. Διότι, όπως λέγει η Γραφή, «είναι ακάθαρτος στα μάτια του Κυρίου κάθε υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. ιστ', 5).

Όχι μόνο η πορνεία ή η μοιχεία μολύνει τους ανθρώπους, αλλά και η υπερηφάνεια και μάλιστα πολύ περισσότερο από αυ­τές. Γιατί; Διότι η ανηθικότης αν και είναι ασυγχώρητο κακό, άλλ' όμως ξεκινά από την αιτία της επιθυμίας. Στην αλαζονεία όμως δεν μπορείς να βρης κάποια αιτία ή κάποια πρόφασι, ώστε να έχης κάποιο ίχνος δικαιολογίας και συγγνώμης. Τίποτε άλλο δεν είναι αυτή, παρά διαστρέβλωσις της ψυχής και αρρώστεια βαρύτατη που δεν γεννάται από τίποτε άλλο παρά από την ανοη­σία. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από τον αλα­ζονικό άνθρωπο.

Οι δόξες και οι λαμπρότητες του κόσμου είναι ασταθείς. Τίποτε δεν διαφέρουν τα λαμπρά πράγματα του κόσμου από τις θεατρικές παραστάσεις και από την ομορφιά των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Πριν ακόμα εμφανισθούν, αναχωρούν. Αλλά και αν παραμείνουν λίγο καιρό, αμέσως υποκύπτουν στην φθορά.

Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι πιο μηδαμινό, από την τιμή και την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους; Ποιος είναι ο καρπός της; Ποια η ωφέλειά της; Σε ποιο χρήσιμο αποτέλε­σμα καταλήγει; Και είθε να ήταν μόνο αυτό το άσχημο! Αλλά τώρα, εκτός τού ότι δεν προσφέρει κέρδος, προξενεί και ζημίες.

Όποιος υπακούει σ' αυτήν την τόσο σκληρή και άσχημη «δέσποινα», είναι υποχρεούμενος να υποφέρη συνεχώς πολλά λυπηρά και επιβλαβή πράγματα. Είναι πράγματι «δέσποινα» σε όσους την έχουν και όσο πιο πολύ κολακεύεται από τους δού­λους της, τόσο περισσότερο σηκώνει το ανάστημά της και τους βασανίζει με σκληρότερες διαταγές. Αντιθέτως, αυτούς που την περιφρονούν και την απορρίπτουν, δεν μπορεί καθόλου να τους αντισταθή.

Είναι δηλαδή χειρότερη και από κάθε τύραννο και από κάθε θηρίο. Διότι ο τύραννος και τα θηρία, αν τους καλοπιάση και τους θωπεύση κανείς, πολλές φορές ημερεύουν, ενώ αυτή όσο περισσότερο πάμε με τα νερά της, τόσο πιο πολύ αγριεύει. Και όταν βρη κάποιον που υποτάσσεται σε όλα, τίποτε δεν δι­στάζει να τον διάταξη.

Έχει και κάποια σύμμαχο, που δεν σφάλλουμε αν την ονομάσουμε θυγατέρα της. Δηλαδή, όταν τραφή και αυξηθή και ριζώση καλά μέσα μας, γεννά την «απόνοιαν», που όχι λιγώτερο από την ίδια καταστρέφει και κατακρημνίζει την ψυχή τού ανθρώπου.

Πως λοιπόν θα μπορέσουμε να νικήσουμε το πάθος της κενοδοξίας; Αν στην μια δόξα αντιτάξουμε άλλη δόξα. Πολλές φορές καταφρονούμε τον υλικό πλούτο, όταν ατενίσουμε προς κάποιον άλλο πλούτο. Επίσης περιφρονούμε και την ίδια μας την ζωή, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ ανώτερη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την δόξα. Μπορούμε να περιφρονήσουμε εντελώς την δόξα τούτου τού κόσμου, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ πιο σπουδαία, η πραγματική δόξα.

Η δόξα τούτου τού κόσμου είναι άδεια και άχρηστη και διατηρεί το όνομα χωρίς περιεχόμενο. Η άλλη όμως δόξα είναι η αληθινή. Προέρχεται από τον ουρανό και έχει ως εγκωμιαστάς όχι ανθρώπους, αλλά αγγέλους και αρχαγγέλους και τον Δε­σπότη των αρχαγγέλων.

Εάν λοιπόν στραφής προς εκείνη την ομήγυρι, εάν καταλάβης τι στεφάνια υπάρχουν εκεί, εάν κοιτάξης προς τα χειρο­κροτήματα που υπάρχουν εκεί, ποτέ δεν θα μπορέσουν να σε κυριεύσουν τα εδώ ένδοξα πράγματα˙ και ούτε όταν τα απολαμβάνης θα τα θεωρής σπουδαία ούτε όταν σου λείπουν θα τα αναζητής.

Άλλωστε και στα ανάκτορα κανείς από τους δορυφόρους τού βασιλέως δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να είναι αρεστός σ' αυτόν που φορεί το στέμμα και κάθεται επάνω στον θρόνο, και αντ' αυτού να περιεργάζεται τις φωνές από τα σαλιγγάρια ή τον βόμβο από τις μυΐγες και τα κουνούπια που πετούν γύρω. Πράγματι οι έπαινοι των ανθρώπων δεν είναι πολύ σπουδαιότε­ροι από αυτά. Ας καταλάβουμε λοιπόν πόσο φτηνά είναι τα ανθρώπινα και ας συγκεντρώνουμε ό,τι καλό έχουμε στα ασύλητα ταμεία τού ουρανού και ας επιζητούμε την δόξα που είναι μόνιμη και αμετακίνητη.

Πες μου γιατί δεν μπορείς να νικήσης τον πειρασμό της δόξας, την στιγμή που άλλοι άνθρωποι τον νικούν. Μήπως αυτοί δεν έχουν την ίδια ψυχή, το ίδιο σώμα, την ίδια μορφή, την ίδια ζωή;

Σκέψου τον Θεόν. Σκέψου την δόξα τού ουρανού. Σύγκρινέ την με τα παρόντα, και γρήγορα θα διώξης μακρυά την επίγεια δόξα.

Εάν ποθής δόξα, να ποθής την πραγματική. Τι δόξα είναι αυτή που προξενεί ατιμίες; Τι δόξα είναι αυτή που σε αναγκάζει να επιθυμής ασήμαντες τιμές και να τις θεωρής απαραίτητες; Τιμή πραγματική είναι το να δοξάζεσαι από σπουδαία πρόσωπα, όχι από ασήμαντα. Εάν λοιπόν αγαπάς με πάθος την δόξα, να ποθής την δόξα που προέρχεται από τον Θεόν. Εάν συμβή αυτό, θα καταφρόνησης την επίγεια δόξα, και θα την ιδής άτιμη.

Εάν όμως δεν αντικρύσης την δόξα τού Θεού, ούτε θα κατανόησης ότι η εδώ δόξα είναι αισχρή και καταγέλαστη. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την φιλία μιας κακής και άσχημης γυναίκας. Όσο κανείς συνδέεται μαζί της με πάθος, δεν μπορεί να ιδή την δυσμορφία της, διότι το πάθος σκοτίζει την ορθή κρίσι.

Τι είναι η δόξα; Δώσε μου έναν ορισμό της. Είναι, θα ειπή κάποιος, το να θαυμάζεσαι από όλους. Πως να θαυμάζεσαι δίκαια ή άδικα; Εάν άδικα, τότε δεν πρόκειται για θαυμασμό, αλλά για κατηγορία και κολακεία και κατηγορία. Εάν δίκαια, τούτο είναι κάτι αδύνατο. Διότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν ορθά, αλλά θαυμάζουν όσους τους εξυπηρετούν στις επιθυμίες τους. Και αν αμφιβάλλετε, κοιτάξτε αυτούς που αφιερώνουν τα πρά­γματά τους και τα χρήματά τους στις ανήθικες γυναίκες, στους ηνιόχους, στους χορευτές.

Εάν κάποιος πεθαίνη για επαίνους, ενεργεί όχι όπως θέλει ο ίδιος, αλλά σύμφωνα με την όρεξι των άλλων. Έτσι γρήγορα ξεφεύγει από τον δρόμο της αρετής.

Τι θα είχαμε να συμβουλεύαμε σ' αυτό το ζήτημα; Τι άλλο παρά να κοιτάμε προς τον Θεόν, να πράττουμε όλα όσα Εκείνος υιοθετεί, να εφαρμόζουμε το καλό και να μη χάσκουμε προς τα ανθρώπινα πράγματα και τον ανθρώπινο έπαινο. Ο υπολογισμός στον ανθρώπινο έπαινο φθείρει και την νηστεία και την προσευ­χή και την ελεημοσύνη· και όλο μας τον πνευματικό πλούτο τον αδειάζει. Για να γλυτώσουμε από όλα αυτά, ας φύγουμε μακρυά από το πάθος της φιλοδοξίας. Και πάντοτε να κοιτάμε ένα πράγμα, τον έπαινο του Θεού, την ιδική Του γνώμη, την επευφημία αυτού που είναι Δεσπότης όλων μας. Έτσι θα δια­νύσουμε ενάρετα την επίγεια ζωή μας και θα αξιωθούμε μαζί με όλους τους φίλους τού Θεού των μελλοντικών αγαθών.

Εκείνος που έχει μάθει να μη πέφτη σε πορνεία, ούτε σε μοιχεία θα πέση, ενώ εκείνος που έχει παραδοθή στο πρώ­το, γρήγορα θα κατάληξη και στο δεύτερο.

Τι έχω να σάς συμβουλεύσω; Θα σάς συμβουλεύσω κάτι για να κόψουμε τις ρίζες του κακού.

Όσοι έχετε νέα παιδιά και πρόκειται να τα οδηγήσετε στον κοσμικό βίο, να τα παρακινήτε γρήγορα για τον γάμο. Στους νέους είναι εξημμένες και ενοχλητικές οι σαρκικές επιθυμίες. Γι' αυτό στον προ του γάμου καιρό να τους συγκρατήτε με συμβουλές, με απειλές, με φόβους, με υποσχέσεις, με αναρί­θμητα άλλα. Όταν όμως είναι καιρός γάμου, να μη αναβάλλετε να τους στεφανώνετε.

Μόλις το παιδί μεγαλώση, πριν πάη στρατιώτης, πριν από τις άλλες βιωτικές υποθέσεις, φρόντιζε για τον γάμο του. Και όταν εκείνο ιδή ότι γρήγορα τού φέρνεις την νύμφη και ότι είναι σύντομος ο χρόνος, θα μπόρεση να δαμάση την φλόγα. Αν όμως ιδή ότι αμελείς και αργείς και περιμένεις πότε θα αυξηθή η περιουσία, θα απελπισθή από το μακρό χρονικό διά­στημα και θα γλυστρήση στην ανηθικότητα. Αλλά αλλοίμονο! Και εδώ ρίζα τού κακού η φιλαργυρία!

Κανένας δεν ενδιαφέρεται πως το παιδί θα αποκτήση σεμνότητα, σωφροσύνη, επιείκεια, αλλά κοιτούν με μανία πως να συγκεντρώσουν χρήματα. Χάριν τού χρυσού παραγκωνίζονται όλα τα άλλα.

Σάς παρακαλώ λοιπόν να φροντίζετε πρώτα για τις ψυχές των παιδιών σας.

Αν το παιδί σας πλησίαση αγνό τη νύφη, τότε η χαρά θα είναι πιο ευλογημένη, ο φόβος τού Θεού μεγαλύτερος και ο γάμος πραγματικά τίμιος, αφού θα υποδέχεται σώματα κα­θαρά και αμόλυντα, και τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι γε­μάτα από πολλή ευλογία, και μεταξύ τους οι σύζυγοι θα ομο­νοούν.

Όταν όμως ο νέος αρχίζη να διαπράττη ασέλγειες και συνηθίση στην ζωή της ανηθικότητος, τότε και όταν παντρευθή τα ίδια θα κάνη. Η γυναίκα του την πρώτη και την δεύτερη ημέρα θα τού φανή καλή και επαινετή. Αμέσως θα επανέλθη στην προηγούμενη ασέλγεια, στα ασύδοτα και άσεμνα γέλια, στα αισχρά λόγια, στα σχήματα και στις κινήσεις της μαλθακότητος και σ' όλη την άλλη απρέπεια, που δεν μας επιτρέπεται να την περιγράψουμε.

Η σοβαρή και αξιοπρεπής γυναίκα του δεν εκθέτει τον εαυτό της σε τέτοιες απρέπειες. Διότι εδόθηκε στον άνδρα για να ζήσουν μαζί, να αποκτήσουν παιδιά, όχι για ασχημίες και γέλια· για να παραμένη στο σπίτι και να το τακτοποιή, για να τον διδάσκη να είναι σεμνός και εγκρατής.

Αλλά σου φαίνονται γλυκά τα κινήματα της αμαρτωλής γυναίκας; Το ξέρω κι' εγώ. Το διακηρύσσει και η Γραφή: «Από τα χείλη της ανήθικης γυναίκας στάζει μέλι» (Παροιμ. ε', 3). Για αυτό σου ομιλώ έτσι, για να μη γευθής εκείνο το μέλι, διότι αμέ­σως μετατρέπεται σε χολή. Και αυτό το τονίζει η Γραφή: «Αυτή η γλυκύτητα για λίγο ευχαριστεί τον φάρυγγά σου, και έπειτα το μέλι γίνεται πικρότερο από την χολή και σφάζει περισσότερο απ’ ό,τι το ακονισμένο δίκοπο μαχαίρι» (Παροιμ. ε', 4).

Είπα προς τους πατέρες σας ότι πρέπει γρήγορα να σας οδηγούν στον γάμο, αλλά όμως και εσείς οι νέοι δεν είσθε ανεύ­θυνοι. Δεν φταίει το νεαρό της ηλικίας, διότι θα έπρεπε τότε όλοι οι νέοι να είναι ανήθικοι, αλλά εσείς οι ίδιοι σπρώχνετε τον εαυτό σας στην φωτιά.

Όταν πας στο θέατρο και αφήσης τα μάτια σου να χορ­ταίνουν με τα άσεμνα και τα γυμνά, για λίγο αισθάνθηκες ηδονή, αλλά κατόπιν απεκόμισες από εκεί πολλή έξαψι και φλό­γα. Όταν παρακολουθής θεάματα και τραγούδια που δεν έχουν κανένα άλλο θέμα παρά τον παράνομο έρωτα... πως θα μπόρεσης να δείξης σωφροσύνη και εγκράτεια; Αυτά τα διηγήματα, αυτά τα θεάματα, αυτά τα τραγούδια σου κυρίευσαν την ψυχή. Και το βράδυ που θα κοιμηθής θα τα ιδής και στα όνειρά σου, διότι συνήθως η ψυχή φαντάζεται στα όνειρα ό,τι σκέπτεται και επι­θυμεί κατά την ημέρα.

Όταν λοιπόν πηγαίνης σ' αυτά τα θεάματα, και βλέπης αισχρά πράγματα και ακούς λόγια αισχρότερα, και τραυματί­ζεσαι, χωρίς έπειτα να χρησιμοποιής φάρμακα, πως δεν θα αυξηθή η σήψις; Πως δεν θα χειροτέρευση η αρρώστεια; Όταν λοιπόν επισωρεύουμε επάνω μας αυτά που βλάπτουν, και καθό­λου δεν φροντίζουμε γι' αυτά που ωφελούν, πως μπορεί να έχουμε κάποια υγεία;

Εύκολο είναι να αποκτήση κανείς εγκράτεια και σωφροσύνη, αρκεί να το θελήση, αρκεί να απομακρύνεται από τις επι­βλαβείς αιτίες.

Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να περιπατή ο άνθρωπος. Και όμως και αυτό γίνεται κουραστικό και δύσκολο σε μερικές γυναίκες, αλλά και σε άνδρες, από την ζωή της χλι­δής, της ανέσεως και της μαλθακότητος.

Όταν θελήσουμε κάτι, δεν υπάρχει καμμιά δυσκολία. Και όταν δεν το θελήσουμε, δεν υπάρχει καμμιά ευκολία. Όλα εξαρ­τώνται από εμάς. Από το εάν θέλουμε ή εάν δεν θέλουμε.

Ο Παύλος γράφοντας προς τους Εβραίους ομιλεί και συμβουλεύει ως εξής: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα ιδή το πρόσωπον τού Κυρίου» (Εβρ. ιβ', 14). Εδώ λέγοντας αγιασμό εννοεί την σωφροσύνη, να αρκήται δηλαδή ο καθένας στην ιδική του γυ­ναίκα και να μη πηγαίνη σε άλλη.

Όποιος δεν αρκείται στην ιδική του, δεν υπάρχει τρόπος να σωθή, αλλά οπωσδήποτε θα απολεσθή, έστω κι' αν έχη αναρί­θμητα καλά έργα. Εξ αιτίας της πορνείας δεν πρόκειται να εισέλθη στην βασιλεία των ουρανών. Αλλά δεν πρέπει αυτό να το ονομάσουμε πορνεία, θα το ονομάσουμε μοιχεία. Όπως η συζευγμένη γυναίκα, αν πάη με άλλον άνδρα, γίνεται μοιχαλίδα, έτσι και ο συζευγμένος με γυναίκα, αν πλησιάζη σε άλλη, γί­νεται μοιχός.

Ο μοιχός δεν θα κληρονομήση την βασιλεία, αλλά θα πέση στην κόλασι. Άκου τι λέγει γι' αυτούς ο Χριστός: «Το σκουλήκι που θα τους τρώγη δεν θα πεθαίνη, και η φωτιά που θα τους καίη, δεν θα σβήση» (Μαρκ. θ', 45). Καμμιά συγχώρησι δεν έχει αυτός που έχοντας τόση ανάπαυση στην γυναίκα του παρανομεί με άλλη. Αυτό είναι ακράτεια. Εάν τόσοι άνδρες απέχουν και από την ιδική τους γυναίκα, όταν είναι καιρός νη­στείας, όταν είναι καιρός προσευχής, τι να ειπούμε γι' αυτόν που ούτε στην ιδική του αρκείται, αλλά και άλλη πλησιάζει; Πόση φωτιά επισωρεύει επάνω του;

Ο άνδρας που θα απομακρύνη και θα διώξη την ιδική του γυναίκα, δεν επιτρέπεται να πλησίαση άλλη, γιατί αυτό αποτελεί μοιχεία. Για σκεφθήτε τώρα τι αμάρτημα είναι, να έχη κανείς την ιδική του και να εισάγη και άλλη. Κανείς ας μη αφήση αυτό το νόσημα στην ψυχή του, αλλά ας το ξερριζώση αμέσως. Γιατί δεν ζημιώνει τόσο την γυναίκα του, όσο τον εαυτό του. Πρόκει­ται για πολύ βαρύ και ασυγχώρητο αμάρτημα. Γι' αυτό, αν μία γυναίκα έχη ειδωλολάτρη σύζυγο και τον χωρίση παρά την θέ­λησή του, τιμωρείται από τον Θεόν. Εάν όμως χωρίση αυτόν που την εξαπατά, δεν τιμωρείται.

«Εάν μια γυναίκα Χριστιανή έχη άνδρα άπιστο (ειδωλο­λάτρη), και αυτός συγκατανεύει να συγκατοική μαζί της, ας μη τον αφίνη» (Α' Κορ. ζ',15). Όταν όμως έχουμε στην μέση πορνεία, η Γραφή ομιλεί διαφορετικά: «Εάν κάποιος διώξη την γυναίκα του, χωρίς να υπάρχη λόγος πορνείας, την κάνει να γίνη μοιχαλίδα» (Ματθ. ε', 32).

Εκείνος που θα συνέλθη με πόρνη, θα γίνη κατ' ανάγκη ένα σώμα μαζί της. Πως λοιπόν η σεμνή σύζυγός που είναι μέ­λος τού σώματος τού Χριστού, θα τον δεχθή; Πως θα ενωθή με αυτόν που έγινε μέλος τού σώματος της πόρνης;

Και πρόσεξε τι άλλο αναφέρει η Γραφή: Αυτή που έχει σύζυγο ειδωλολάτρη δεν είναι ακάθαρτη, «διότι έχει αγιασθή ο σύζυγος δια της γυναικός» (Α' Κορ. ζ',14). Ενώ για την πόρνη ομιλεί διαφορετικά: «Να πάρω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης»; (Α' Κορ. στ',15). Στην πρώτη περίπτωσι, παρά την συνοίκησι με ειδωλολάτρη, ο αγιασμός παραμένει και δεν απομακρύνεται, ενώ στην δεύτερη περίπτωσι φεύγει.

Φοβερό λοιπόν αμάρτημα η πορνεία. Φοβερό και πρόξενο αθανάτου κολάσεως. Αλλά και σ' αυτήν την ζωή επιφέρει αναρίθμητα κακά, διότι αυτός που πορνεύει, αναγκάζεται να κάνη ζωή κουραστική, αγωνιώδη και ταλαίπωρη. Μπαίνοντας στο ξένο σπίτι, κατέχεται από υποψία, υποψιάζεται τους υπηρέ­τες, υποψιάζεται τους υπολοίπους, ζει μια ζωή που δεν είναι κα­λύτερη από τη ζωή των κολασμένων.

Γι' αυτό σάς παρακαλώ, φροντίστε να απαλλαγήτε από το νόσημα αυτό. Διαφορετικά μη εισέρχεσθε στον ιερό χώρο της Εκκλησίας. Τα γεμάτα ψώρα πρόβατα δεν πρέπει να είναι μαζί με τα υγιή, αλλά μακρυά, μέχρις ότου θεραπευθούν. Έχουμε γίνει μέλη τού Χριστού. Ας μη γίνουμε μέλη της πόρνης. Εδώ δεν είναι οίκημα αμαρτίας, αλλά Εκκλησία. Εάν εσύ έχης καταστήση τον εαυτό σου μέλος της πόρνης, μη στέκεσαι στην Εκ­κλησία, για να μη μολύνης τον τόπο.

Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλασις, εσύ έπειτα από την ιερή συμφωνία, από τις λαμπάδες τού γάμου, από τον νόμιμο δεσμό, από την παιδοποιία, από τον σύνδεσμο, πως θα το ανεχθής να προσκολλάσαι σε άλλη γυναίκα; Και πως δεν ντρέ­πεσαι; Πως δεν κοκκινίζεις; Αγνοείς ότι πολλοί άνθρωποι κατα­δικάζουν και αυτούς που μετά τον θάνατο της συζύγου των παίρνουν άλλη, παρ' όλο που το πράγμα δεν είναι κολάσιμο. Εσύ όμως, εισάγεις άλλη γυναίκα, ενώ ακόμη ζει η ιδική σου! Αυτά όλα πόση ακράτεια και σαρκικότητα δείχνουν!

Μάθε πως για όλα αυτά έχει λεχθή: «Το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μάρκ. θ',45). Ας φρίξης την απειλή, ας φοβηθής την κόλασι. Η εδώ ηδονή δεν συγκρί­νεται με την εκεί κόλασι.

Πιο βλαβερή από όλες τις δαιμονικές ενέργειες είναι η υπερβολική αθυμία και μελαγχολία. Όποιους ο δαίμονας έχει δεμένους με αυτές, κυριαρχεί πλήρως επάνω τους. Αν όμως απαγκιστρωθούν, δεν μπορεί να τους κάνη κανένα κακό.

Την αθυμία και μελαγχολία τις τοποθέτησε ο Θεός μέσα στην ανθρώπινη φύσι όχι για να τις χρησιμοποιούμε αντικανο­νικά και απάνθρωπα και να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας, αλλά για να ωφελούμεθα. Και πως μπορεί να ωφελούμεθα; Όταν τις χρησιμοποιούμε τότε που πρέπει. Όχι τότε που μας βλάπτουν οι άλλοι, αλλά τότε που βλάπτουμε εμείς τους άλλους. Εμείς όμως αντιστρέψαμε τους όρους και ενώ διαπράττουμε τόσες κακίες δεν στενοχωρούμεθα καθόλου. Αν τύχη όμως και μας βλάψη κανείς στο παραμικρό, τα παραδίνουμε όλα, απογοη­τευόμαστε, μας πιάνει ίλιγγος, είμαστε έτοιμοι να αυτοκτονή­σουμε, να πεθάνουμε. 

Ο θυμός είναι φοβερή φωτιά που κατατρώγει τα πάντα. Καταστρέφει το σώμα. Διαφθείρει και κάνει κακόμορφη και αηδιαστική την ψυχή. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αισχρό, πιο άτιμο, πιο φοβερό, πιο αποκρουστικό, πιο βλαβερό από τον θυμό. Αν μπορούσε ο οργίλος να παρατηρούσε τον εαυτό του την ώρα της οργής, δεν θα χρειαζόταν άλλη νουθεσία. Δεν υπάρχει τίποτε πιο άσχημο από το ωργισμένο πρόσωπο.

Η οργή είναι μια μέθη ή καλύτερα κάτι χειρότερο από την μέθη και αθλιώτερο από τον διάβολο. Εκείνος που κατα­λαμβάνεται από το πάθος της οργής είναι σαν μεθυσμένος. Το πρόσωπο του φουσκώνει, η φωνή του τραχύνεται, τα μάτια του κοκκινίζουν, το μυαλό του σκοτεινιάζει, ο νους του καταποντί­ζεται, η γλώσσα του τρέμει, τα μάτια του αναταράζονται, τα αυτιά του ακούνε άλλα άντ' άλλων, τα μηνίγγια του κτυπώνται από την οργή πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αν τα κτυπούσε το πιο δυνατό κρασί. Και επικρατεί επάνω του τέτοια ζάλη και ανατα­ραχή και τρικυμία που χειρότερες δεν γίνονται.

Αν όμως συγκρατούμε τον εαυτό μας να μη ξεσπά σε κραυγές, θα βρούμε μια σπουδαία και φιλοσοφημένη αντιμετώπισι. Γι' αυτό και ο Παύλος μαζί με την οργή απαγορεύει και την κραυγή: «Κάθε οργή και κραυγή ας φύγη μακρυά σας» (Εφεσ. δ',31).

Πρέπει να φεύγουμε μακρυά από την οργή, και στις συ­ζητήσεις μας να δείχνουμε την ειλικρίνειά μας όχι μόνο με την αποφυγή της οργής αλλά και της κραυγής. Η κραυγή είναι το υλικό της οργής. Ας δέσουμε το άλογο, για να εξοντώσουμε και τον καβαλάρη. Ας κόψουμε τα φτερά τού θυμού, και δεν πρόκειται να ανεβή προς τα ύψη το κακό. Η οργή ανήκει στα πάθη που χαρακτηρίζονται για ταχύτητα και οξύτητα, και μπορεί

με πολλή ευκολία να ληστέψη τις ψυχές μας. Γι' αυτό πρέπει από παντού να της κλείνουμε την πόρτα. Γιατί οπωσδήποτε δεν στέκει, τα μεν άγρια θηρία να κατορθώνουμε να τα εξημερώ­νουμε, ενώ την ψυχή μας να την αφίνουμε σε κατάστασι αγριότητος.

Μερικές φορές ο θυμός είναι χρήσιμος. Πότε; Όταν επιτίθεται εναντίον των εχθρών μας. Αν μπόρεσες και κυριάρ­χησες επάνω του, τότε συντήρησέ τον, γιατί θα είναι χρήσιμος σαν άλλος σκύλος που δεν θα γαυγίζη τα πρόβατα ή τους ιδικούς μας, αλλά τους λύκους, τους πειρατές, τον λήσταρχο (διάβολο).

Σ' εκείνον που αρχίζει να λέγη για τους άλλους, πες του: «Έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης κάποιον; Τότε, ανοίγω τα αυτιά μου, για να δεχθώ τα αρώματα. Εάν όμως πρόκειται να τον κακολογήσης, κλείνω την είσοδο. Δεν δέχομαι κόπρο και βόρβορο. Τι ωφέλεια θα έχω εγώ, αν μάθω ότι ο τάδε είναι κακός; Αντιθέτως θα βλαβώ και θα ζημιωθώ υπερβολικά».

Πες του: «Ας κοιτάξουμε τα ιδικά μας, ας ενδιαφερθούμε για τις αμαρτίες μας και την ενοχή μας. Ας δείξουμε περιέργεια και φροντίδα για την ιδική μας ζωή. Τι απολογία θα έχουμε, τι συγχώρησι θα βρούμε, την στιγμή που τα ιδικά μας ούτε καν τα σκεπτόμαστε και ασχολούμεθα με πάθος για τα ξένα; Όπως είναι αυθάδεια περνώντας να σκύψουμε σ' ένα ξένο σπίτι και να κοιτάμε μέσα, έτσι ακριβώς είναι κατωτερότης να περιεργαζώμεθα την ζωή τού άλλου».

Αν, βαδίζοντας στον δρόμο, ανακατέψη κάποιος βόρβο­ρο, δεν τον παρατηρείς και δεν τον ελέγχεις για την πράξι του; Αυτό χρειάζεται να κάνουμε και σε όσους κουτσομπολεύουν και κατηγορούν τους άλλους.

Ο βόρβορος που θα ανακατευθή δεν χτυπάει στο κε­φάλι με την δυσωδία του τόσο πολύ, όσο λυπούν και βλάπτουν την ψυχή των ακροατών ακάθαρτες διηγήσεις για την ζωή των άλλων.

Προσοχή στα λόγια σου. Μη κακολογής, για να μη μολύνης τον εαυτό σου. Να μη αναμειγνύης τον βόρβορο με την λάσπη και τους πλίνθους, αλλά να πλέκης στεφάνια από τριαν­τάφυλλα και μενεξέδες και άλλα άνθη.

Να μη βάζης κόπρο στο στόμα σου, όπως οι κάνθαροι. (Κάνθαροι είναι αυτοί που ομιλούν άπρεπα. Και γεύονται πρώ­τοι την δυσωδία αυτοί οι ίδιοι). Αλλά να πλησιάζης το στόμα σου στα άνθη σαν τις μέλισσες και να κατασκευάζης κηρύθρες όπως εκείνες, και σε όλους να είσαι ευγενής και γλυκομίλητος.

Τον άνθρωπο που κακολογεί όλοι τον αποστρέφονται σαν κάτι σάπιο που αναδίδει δυσοσμία, σαν την βδέλλα που πίνει αίμα και σαν τον κάνθαρο που τρέφεται με κόπρο, με ό,τι δηλαδή ακάθαρτο υπάρχει στους άλλους.

Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στην ημέρα της Κρίσεως θα δώσουμε λόγο για κάθε μας «αργόν λόγον» (Ματθ. ιβ', 36), πολύ δε περισσότερο για κάθε μας ύβρι και κακολογία.

Μη μου ειπής ότι δεν κάνεις ανήθικες πράξεις. Τι το όφελος αν δεν είσαι ανήθικος, αλλά είσαι φιλάργυρος; Το πουλί και αν δεν πιασθή ολόκληρο στην παγίδα, αλλά μόνο από το ένα του πόδι, όλο είναι πιασμένο και καταδικασμένο. Και τίποτε δεν το ωφελούν τα φτερά, αφού είναι πιασμένο από το πόδι.

Στον ψυχικό μας κόσμο, ο θυμός, η επιθυμία και τα άλλα, εάν ξεπεράσουν το όριό τους επιφέρουν φθορά. Έτσι συμβαίνει και με το φαγητό. Εάν υπερβή το κανονικό όριο, προξενεί στο σώμα αρρώστεια. Από που προέρχονται οι πόνοι στα πόδια, οι παραλυσίες, οι τρομώδεις κινήσεις;

Εάν ο οφθαλμός θελήση να καταλάβη περισσότερο χώρο στο σώμα ή να ιδή περισσότερο από ό,τι μπορεί ή να αποκτήση περισσότερο φως, οπωσδήποτε αντί για καλό ζημιώθηκε. Σκέψου μάλιστα να θελήση να αντικρύση δυνατώτερο φως!

Το αυτί, εάν δεχθή ισχυρό ήχο, μας δημιουργεί αναστάτωσι.

Το μυαλό, εάν σκεφθή όσα υπερβαίνουν την δύναμί του, σαστίζει και δεν κερδίζει τίποτε.

Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά πλεονεξία.

Όταν θελήσουμε να αποκτήσουμε πολλά χρήματα, χωρίς να το καταλάβουμε, τρέφουμε μέσα μας ένα θηρίο. Τότε έχουμε πολλά, μας λείπουν πολλά, βάζουμε τον εαυτό μας σε αναρί­θμητες φροντίδες, προσφέρουμε στον διάβολο πολλές λαβές. Γι' αυτό ο διάβολος δεν κουράζεται πολύ με τους πλουσίους. Εξ αιτίας τού πλούτου μπορεί εύκολα και τους καταβάλλη, όπως αντίθετα δυσκολεύεται πολύ με τους πτωχούς. Γι' αυτό, σας παρακαλώ, φεύγετε μακρυά από την φιλοχρηματία.

Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τον φιλάργυρο. Και τον εαυτό του βλάπτει και με όλο τον κόσμο και την κτίσι κα­ταντά εχθρός. Υποφέρει που δεν βγάζουν χρυσάφι αντί για στάχυα η γη και αντί για νερό οι βρύσες και αντί για πέτρες τα βουνά.

Σε κάθε καλή κατάστασι, σε κάθε κοινωφελή προσπάθεια παρουσιάζεται διστακτικός και αντίθετος και διώχνει κάθε τι που δεν πρόκειται να τού αποφέρη χρήματα. Αντίθετα υπομένει τα πάντα, προκειμένου να αποκτήση έστω και δύο δεκάρες.

Όλους τους ανθρώπους τους μισεί, και τους φτωχούς και τους πλουσίους. Τους φτωχούς μη τυχόν και τού ζητήσουν χρήματα. Τους πλουσίους γιατί δεν έχει τα χρήματά τους. Κατά την γνώμη του όσα έχουν οι άλλοι είναι ιδικά του. Γι' αυτό και με όλους διάκειται δυσμενώς, σαν να τον έχουν αδικήσει.

Χορτασμό δεν γνωρίζει, ικανοποίησι δεν ξέρει, απ’ όλους είναι αθλιώτερος. Καθώς πάλι ο απηλλαγμένος από αυτό το πάθος είναι πιο αξιοζήλευτος από όλους τους φιλοσόφους.

Ας μη σκεπτώμαστε ότι είναι τυραννικό πάθος η φιλο­χρηματία, αλλά ότι εκείνο που μας τυραννεί είναι η αμέλεια και η ραθυμία μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ούτε καν γνωρίζουν τα χρήματα. Δεν πρόκειται για μία φυσική επιθυμία. Οι φυσικές επιθυμίες τοποθετήθηκαν στον άνθρωπο από την δημιουργία του. Εξ αρχής. Το χρυσάφι όμως και το ασήμι, μέχρι πολλού χρόνου ήταν εντελώς άγνωστα.

Πως λοιπόν εμφανίσθηκε έντονη η φιλοχρηματία; Από υπερβολική κενοδοξία και αμέλεια και ραθυμία.

Υπάρχουν επιθυμίες αναγκαίες, φυσικές, ουδέτερες. Αναγκαίες είναι όσες επιφέρουν τον θάνατο, εάν δεν ικανοποιη­θούν. Αυτές είναι φυσικές και αναγκαίες, όπως λ. χ. το φαγητό, το ποτό, ο ύπνος. Η σαρκική επιθυμία είναι φυσική, αλλά δεν είναι αναγκαία, διότι πολλοί την ενίκησαν, χωρίς να πάθουν τίποτε. Ενώ ο πόθος της φιλοχρηματίας ούτε φυσικός είναι ούτε αναγκαίος, αλλά περιττός. Γι' αυτό από την θέλησί μας εξαρτάται αν θα υποκύψουμε σ' αυτήν.

Ο Χριστός ομιλώντας για την παρθενία λέγει: «Ο δυνά­μενος χωρείν χωρείτω» (Ματθ. ιθ',12). Δηλαδή «όποιος μπορεί να νιώση και να εφαρμόση τον λόγο περί παρθενίας, ας τον νιώση και ας τον εφαρμόση». Ενώ για τα χρήματα δεν ωμίλησε έτσι, αλλά διαφορετικά: «Όποιος δεν απαρνηθή όλα τα υπάρ­χοντά του, δεν μου είναι άξιος» (Λουκ. ιδ', 33).

Εκείνο δηλαδή που ήταν εύκολο, το επρότεινε, ενώ εκείνο που ήταν για λίγους, το άφινε στην εκλογή τού καθενός.

Ας προσέξουμε λοιπόν και ας μη καταστήσουμε τους εαυτούς μας αναπολόγητους. Γιατί εκείνος που θα νικηθή από το σκληρότερο πάθος, δεν θα τιμωρηθή πολύ, ενώ εκείνος που θα νικηθή από το μικρό, θα είναι αναπολόγητος.

Τι θα Τού απαντήσουμε τότε, όταν μας ειπή: «Με είδατε πεινασμένο και δεν με εθρέψατε»; (Ματθ. κε',35). Τι θα Τού απολογηθούμε; Θα Τού προβάλουμε την φτώχεια μας; Αλλά δεν πρόκειται να είμαστε πιο φτωχοί από εκείνη την χήρα που έδωσε τους δύο οβολούς και τους ξεπέρασε όλους (Μαρκ. ιβ',42).

Άκου τι λέγει ο Παύλος: «Όσοι επιθυμούν να πλουτήσουν, πέφτουν μέσα σε πειρασμούς» (Α' Τιμοθ. στ',9). Ας πει­σθούμε λοιπόν σ' αυτόν, διότι και εκείνοι (οι συνταξιδιώτες του από την Κρήτη ως την Μάλτα — Πράξ., κεφ. κζ') που δεν επείσθηκαν, είδατε τι κακό έπαθαν... Ας νομίζουμε ότι η οικουμένη είναι ένα πλοίο, όπου υπάρχουν οι κακούργοι και ελεεινοί, οι άρχοντες, οι φύλακες, οι δίκαιοι, όπως ο Παύλος, οι δέσμιοι, οι δεσμευμένοι από τις αμαρτίες. Εάν υπακούσουμε στον Παύλο, δεν θα χαθούμε δέσμιοι, αλλά και θα απαλλαγούμε από τα δεσμά. Προς χάριν του ο Θεός θα μας σώση κι' εμάς (Πράξ. κζ', 24).

Μήπως νομίζεις ότι οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι δεσμός βαρύς και άσχημος; Γιατί σ' αυτήν την περίπτωσι δεν είναι μόνο τα χέρια δεμένα, αλλά ολόκληρος ο άνθρωπος.

Πες μου, όταν κάποιος έχη στην κατοχή του πολλά χρή­ματα και δεν τα εξοδεύη, αλλά τα φυλάη, αυτός δεν δεσμεύεται με αδιάσπαστα δεσμά και δεν καταντά χειρότερος από κάθε δέσμιο;

Εάν κάποιος άλλος πιστεύη στην μοίρα, δεν παραδίνει τον εαυτό του σε δεσμά;

Εάν πάλι παραδίνη τον εαυτό του σε σαρκικές επιθυμίες και έρωτες;

Και ποιος θα μπόρεση να μας σπάση αυτά τα δεσμά;

Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε την βοήθεια τού Θεού, για να μπορέσουμε να τα σπάσουμε.

Μερικά πράγματα που φαίνονται αδιάφορα, πλην όμως γεννούν αμαρτίες, ας τα διώξωμε από τη διάνοιά μας. Υπάρχουν πράγματα που είναι αμαρτήματα, και υπάρχουν άλλα που δεν είναι, αλλά προκαλούν. Π. χ. τα γέλια δεν είναι κατ' ουσίαν αμαρτία, αλλά όταν προχωρήσουν πολύ, καταλήγουν. Δηλαδή από τα γέλια προέρχονται τα ευτράπελα, από τα ευτράπελα τα αισχρόλογα, από τα αισχρόλογα οι αισχρές πράξεις, και από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Εξουδετέρωσε λοιπόν από την αρχή τη ρίζα, και έτσι εξοντώνεις όλη την αρρώστεια.

Εάν προφυλασσώμεθα από αυτά που είναι αδιάφορα, δεν πρόκειται να φθάσουμε ποτέ σ' αυτά που είναι απηγορευμένα. Το να κοιτάξη κανείς γυναίκες φαίνεται στους πολλούς αδιάφορο. Αλλά από το κοίταγμα δημιουργούνται ανήθικες επιθυ­μίες, από τις επιθυμίες ανήθικες πράξεις και από αυτές κόλασις και τιμωρία.

Δεν βλέπετε τους ηνιόχους με πόση ακρίβεια και εξά­σκηση, και κούρασι αγωνίζονται, και πως εγκρατεύονται από φαγητά και από όλα τα άλλα, ώστε να μη καταβληθούν και πέσουν κάτω από τα άρματα. Βλέπεις πόση τέχνη χρειάζεται. Και υπάρχουν ανδρείοι ηνίοχοι που αντί για έναν, αναλαμ­βάνουν δύο ίππους και τους ηνιοχούν με ευκολία.

Αναφέρεται ότι στην Ινδία το μεγάλο και φοβερό θηρίο που λέγεται ελέφαντας είναι δυνατόν να πειθαρχή φρόνιμα ακό­μη και σε παιδί δεκαπέντε ετών. Και γιατί τα είπα όλα αυτά; Για να μάθουμε να φροντίζουμε όχι πως να δαμάζουμε τούς ελέ­φαντες και τους ίππους, αλλά τα πάθη που έχουμε μέσα μας.

Όταν κάποιος σε ταράζη και σε ενοχλή, μη κοιτάζης αυτόν, αλλά τον δαίμονα ο οποίος τον σπρώχνει, και όλη σου την οργή ας την στρέψης εναντίον του. Τον άνθρωπο που γίνεται όργανο τού δαίμονος λυπήσου τον και δείξε του ευσπλαγχνία. Ο Χριστός λέγει ότι το ψεύδος προέρχεται από τον διάβολο (Ιωάν. η',44). Πολύ περισσότερο η αναίτιος οργή.

Όταν κάποιος σε περιγελά, σκέψου ότι ο διάβολος τον σπρώχνει. Αυτό δεν προέρχεται από τους Χριστιανούς. Διότι ο Χριστιανός έχει εντολή να πενθή, και ακούει τον Χριστόν να τού λέγη: «Αλλοίμονο σ' αυτούς που γελούν» (Λουκ. στ', 25). Εάν παρ' όλα αυτά ονειδίζη και περιγελά και εξάπτεται, εμείς δεν πρέπει να τον περιγελούμε, αλλά να τον θρηνούμε.

Ο Απόστολος συνιστά: «Νεκρώσατε τα μέλη σας τα επί της γης» (Κολ. γ',5). Ας σβήσουμε λοιπόν την κακή επιθυμία, ας φονεύσουμε τον θυμό, ας θανατώσουμε τον φθόνο. Αυτό σημαίνει «θυσία ζωντανή» (Ρωμ. ιβ',1). Αυτή η θυσία δεν κατα­λήγει σε στάχτη, δεν σκορπίζεται σε καπνό, δεν έχει ανάγκη από ξύλα και φωτιά και μαχαίρι. Για φωτιά και μαχαίρι έχει το Άγιον Πνεύμα.

Χρησιμοποίησε και συ αυτό το μαχαίρι και κάνε περιτομή της καρδιάς σου. Κόψε από την καρδιά σου ό,τι περιττό και ξένο. Άνοιξε και ό,τι κλειστό υπάρχει στην ακοή σου. Διότι τα πάθη και οι αμαρτωλές επιθυμίες φράζουν την είσοδο τού λόγου τού Θεού. Όταν εμφανισθή επιθυμία για χρήματα, δεν μας αφίνει να ακούσουμε τον λόγο για την ελεημοσύνη. Όταν εμφανισθή φθόνος, εμποδίζει να ακούσουμε διδασκαλίες περί αγάπης. Και όταν παρουσιασθή κάποιο άλλο πάθος, φέρνει νωθρότητα στην ακοή για κάθε καλή διδασκαλία. Ας φονεύ­σουμε λοιπόν τις πονηρές επιθυμίες. Ας το θελήσουμε. Αν το θελήσουμε, αυτό είναι αρκετό· όλα τα πάθη θα σβήσουν.

Εκείνος μόνο είναι ελεύθερος και εκείνος μόνο είναι άρχοντας και πιο βασιλικός από τους βασιλείς, ο απηλλαγμένος από τα πάθη.

Αφού το γνωρίζουμε αυτό, ας επιζητήσουμε την αληθινή ελευθερία και ας απαλλάξουμε τον εαυτό μας από την κακή δουλεία. Και ας μη νομίσουμε τίποτε πιο αξιομακάριστο, ούτε τα μεγάλα αξιώματα ούτε τα τυραννικά πλούτη, αλλά μόνο την αρετή.

Τόσο πολύ απέχει από την υποδούλωσι σ' ένα πάθος αυτός που αγαπά τον Χριστόν, όσο απέχει από το να δεχθή κηλίδες το καθαρό χρυσάφι που πυρακτώνεται στην φωτιά. Όπως ακριβώς οι μυΐγες δεν τολμούν να πέσουν μέσα στις φλόγες, αλλά φεύγουν μακρυά, έτσι και τα πάθη δεν τολμούν ούτε καν να πλησιάσουν σ' έναν τέτοιο άνθρωπο.

ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι.Μ.ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ