Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στα 1906,

στον τότε Πασά της Θεσσαλονίκης…

«…. Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν τού ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον τού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον τού Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν' αναχωρήσωμεν δι' Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν' αναχωρήσωμεν.

-       Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ' όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν' αναχωρήσωμεν, άλλ' ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας·

Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.

- Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν' αναχωρήσωμεν.

Την απομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον τού Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος.

Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον τού Αγίου Δημητρίου· πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην τού Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μου  ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην τού Χριστού.

Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν τού ποθού­μενου.

Είπον καθ' εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τίνα και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου. Θα μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν' αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος.  Θα προτιμήσω τον θά­νατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους.  Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ένα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω,

-Θέλω τον Πασά.

-Και τι τον θέλεις;

-Έχω λόγον να του πω, απήν­τησα. Μου λέγει,

-Εγώ είμαι αντιπρόσωπος τού Πασά, είπε μοι ελευ­θέρως τι θέλεις; Τώ λέγω˙

-Αφού είσαι αντιπρόσωπος τού Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Αγ. Όρος;

Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον,

-Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος·

-Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρ­τιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζε­τε και μας στενοχωρείτε;  Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαί­νατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ο,τι σεις κάμνετε εις ημάς;

Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά. Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον.

Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, άλλ' εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι ειπόν τι δια την πίστιν μου. Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον.

Και βαδίζοντες προς την οδόν τού μαρ­τυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερός των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα. Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε με θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον.

Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων. Και του έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλά­δα.

Μη γνωρίζοντας ποιος ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πει, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι τού είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να τού ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θά­νατον.

-Και που με επήγαιναν τού λέγω;

-Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια ν' αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν.

Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρη­νών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον τού μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Εάν δε και αθλητίς, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήσει…» (Β' Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος δια να μαρ­τυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαο. Τον αποχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ' οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν, και φωνήσας λεμβούχον τίνα Εβραίον του είπε να μοι υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.

Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντε­λήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει.

Βλέποντες οι του Τε­λωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αυτοί μας επλησίασαν.  Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον αφήκαν.

Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία τού οποίου εσώθην από τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ… 

Άλλ' επειδή δεν κατάλαβα πως και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό  να το μάθω.

Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο οποίος μετέβη και εύρίσκετο εις το Άγιον Όρος.

Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνηση τού Αγιωνύμου Όρους έλαβον πληροφορίας πως και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε εις την Ελλάδα.

«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μου λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρή­σεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος έξω τού καφενείου τού κάτωθεν τού ξενοδοχείου, (εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυ­χόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά της Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον οποίον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν  Ελληνο-Τουρκικήν επιτροπήν μετά τον άτυχη Ελληνο-Τουρκικόν  πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Αφού μείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίρον­τες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην επί μίαν εβδομάδα.

Ο υπασπιστής τού Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πως ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την άλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μου επιτρέψη να μεταβώ εις Άγιον Όρος.

Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος,  να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μου  παρέχει  πάσαν  προστασίαν και βοήθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:

Ήταν και κάποιος άλλος νέος (που είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος), δια τον οποίον  πρωΐαν τινά, ενώ εκοιμούμην  ησύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο Αγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν:

-Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι, και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθερώσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.

Αφού δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.

Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου που μου είχε πει ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.  Επληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε τελείαν υπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς αντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, αλλά το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιή το θέλημα το Ιδικόν Του, αλλά το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΣΗ

ΥΠΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους και, όταν το πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έ­κρινα καλόν να εξέλθω δια να προσκυνήσω τον τάφον τού Αγίου Δημητρίου, τού προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.

Εξελθών, δεν ηξεύρω πως, πάλιν οι Τούρκοι με εξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό επιτήρησιν αρκετάς ημέρας. Όταν δε απεφάσισα να φύγω και επέρασα από το Τελωνείον με συνέλαβον και με επέρασαν από τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλει­σαν εκεί.

Εύρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον οποίον ηρώτησα·

-Δια ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μου λέγει˙

-Δια να μας φονεύ­σουν, και εγώ είπον,

-Τι κακόν εποιήσαμεν;

-Άφησε, μου είπε, μη ε­ξετάζεις το γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον ερχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς επιβάτας. Μόλις όμως έφθασεν, τις οίδε πως και από ποίαν αιτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, το οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον το φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ηκούοντο και φλόγες ουρανομήκεις ανεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη εγένετο ανά­στατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις την παραλίαν, άλλοι δια να δουν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας επιβάτας με τας λέμβους και τα πλοία. Έφυγον δε και όλοι οι φύλακες από το Τε­λωνείο.

Την στιγμήν εκείνην ο νεανίας εκείνος εξαγαγών ψαλίδιον εκ της τσέπης του έκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής. Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον του είπεν να μας υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το οποίον ευρίσκετο έξω τού λιμένος.

Ενώ ητοιμαζόμεθα να εισέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος που με έκλεισεν εις τα συρ­ματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ' ο νεανίας εκείνος, όστις με ε­ξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Ανήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και εγώ εφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματά μου, αφού δε τα ετοποθέτησα, εστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχα­ριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και από που ήταν.

Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους επιβάτας και τους τού Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοίον ούτε να εξέλθη.

Ποιος ήταν και τι εγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ηλευθερώθη η Θεσ­σαλονίκη και επήγα και ελειτούργησα και εκήρυξα τον λόγον τού Θεού εις τον Ναόν τού Αγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα τού Α­γίου ανεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος που με ελευθέρωσε της φυ­λακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότη­τα με την εικόνα τού Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης!

« Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980»

 

Αναδημοσίευση από:

http://patrablog. Blogspot. Com/2011/10/26-1906. Html