1 77

      Ήταν ημέρα των Αγίων Θεοδώρων στις 21‐2‐1971, Ψυχοσάββατο. Είχα γράψει για πρώτη φορά τον βίο του από τα στοιχεία που είχα τότε και τον διάβαζα, μην τυχόν έκανα κανένα λάθος στην μετάφραση της Φαρασιώτικης που άκουγα από τους γέρους.

Ήθελε δύο ώρες ο ήλιος να βασιλέψη κι ενώ διάβαζα με επισκέφθηκε ο Πατήρ Αρσένιος και, όπως ο καθηγητής χαϊδεύει τον μαθητή που έγραψε καλά το μάθημα, το ίδιο μου έκανε και αυτός. Παράλληλα με άφησε με μία ανέκφταστη γλυκύτητα και αγαλλίαση ουράνια στην καρδιά μου, που ήταν αδύνατο να την αντέξω. Έτρεχα έξω  μετά στην περιοχή του Καλυβιού μου σαν τρελλός και τον φώναζα, γιατί νόμιζα ότι θα τον εύρισκα. Ευτυχώς που δεν είχε έρθει κανένας επισκέπτης, διότι και αυτός θα ανησυχούσε και εγώ δεν θα μπορούσα να του πω την αιτία εκείνης της θείας τρέλλας για να τον καθησυχάσω. Άλλοτε φώναζα δυνατά: «Πάτερ μου, Πάτερ μου!», και άλλοτε φώναζα σιγότερα: «Θεέ μου, Θεέ μου, κράτησε λίγο σφιχτά την καρδιά μου,μέχρι να ιδώ τί θα απογίνη απόψε!», διότι την μεγάλη εκείνη Παραδεισένια γλυκύτητα ήταν αδύνατο να την αντέξη η πήλινη καρδιά μου, αν δεν βοηθούσε ο Θεός.

Όταν είχε νυχτώσει πια και οι ελπίδες μου είχαν κοπή – γιατί νόμιζα ότι θα τον εύρισκα –, κοίταζα πια στον Ουρανό. Αυτό που μ’ έκανε να συμμαζευθώ στο κελλί μου ήταν, όταν θυμήθηκα την ημέρα της Αναλήψεως του Κυρίου. Ενώ επί σαράντα ημέρες επισκεπτόταν ο Χριστός την Παναγία με τους μαθητάς Του, για μια στιγμή, την ημέρα της Αναλήψεως, Τον βλέπουν να χάνεται στους Ουρανούς μπροστά στα μάτια τους. Αφού μπήκα στο κελλί μου μετά, την γλυκύτητα εκείνη πάλι την ένιωθα και στην συνέχεια της νυκτός.

Αυτό όμως με έβαλε σε λογισμούς:

«Μήπως ο Καλός και Δίκαιος Θεός έστειλε τον Πατέρα Αρσένιο, για να μου ξοφλήση σ’ αυτή την ζωή για τα πέντε‐έξι κομποσχοίνια που έκανα σαν καλόγηρος, με αυτή την Παραδεισένια γλυκύτητα, επειδή οι αμαρτίες μου είναι πολλές και μεγάλες;». Δεν ξέρω, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, εύχεσθε για την αγάπη του Χριστού να με ελεήση ο Θεός.

Μου παρουσιάσθηκε και δεύτερη φορά ο καλός Πατέρας, με την διαφορά πως ήταν νύκτα, σε αγρυπνία. Ήταν 29η Μαρτίου 1971, μνήμη των Οσιομαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά, παραμονή Βαΐων. Ενώ έλεγα την ευχή καθιστός, τα μεσάνυχτα,δεν κατάλαβα εάν με είχε πάρει ο ύπνος ή ήμουν ξυπνητός! Είδα έναν απέραντο κάμπο με σιτάρι έτοιμο για θέρο και πολλοί εργάτες να θερίζουν προαιρετικά, χωρίς να επιστατή κανείς. Απέναντι δε ήταν ένας κοινός τάφος από την μια άκρη μέχρι την άλλη άκρη του μεγάλου κάμπου. Στην άλλη επίσης πλευρά του κάμπου ήταν ένα κτίριο, που έμεναν ασυρματιστές, και ένας Αξιωματικός ήταν εκεί και επέβλεπε.

Ο Αξιωματικός αυτός έβγαινε και έξω κάπου‐κάπου και έκανε παρατηρήσεις σ’ αυτούς που δεν θέριζαν με τα εξής λόγια: «Αφού θα σας πληρώση ο Χριστός, γιατί δεν θερίζετε;». Στο μεγάλο εκείνο χωράφι είχα και εγώ ένα μικρό κομμάτι, για να θερίζω, όπως επίσης και στο κτίριο των Διαβιβάσεων ένα μικρό γραφείο με υπεύθυνη εργασία. Γι’ αυτό, πότε θέριζα λίγο και πότε έτρεχα στο γραφείο, για να διαβιβάσω τα σήματα που συγκεντρώνονταν. Όποτε όμως πήγαινα στο γραφείο, εύρισκα τον Αξιωματικό εκείνον να κάθεται και να διαβιβάζη αυτός τα σήματα μου. Αυτό μ’ έφερε σε δύσκολη θέση, γιατί ούτε τολμούσα να του πω να σηκωθή, για να συνεχίσω εγώ,ούτε πάλι έβλεπα σωστό να φύγω και να αφήσω αυτόν να κουράζεται για τις δικές μου δουλειές. Θεωρούσα πιο σωστό να στέκωμαι όρθιος με σεβασμό, μέχρι να τελειώση, και μετά να φύγω πάλι για θέρο. Αυτό γινόταν πολλές φορές. Μία φορά πάλι που έτρεχα για τις Διαβιβάσεις, είδα τον Αξιωματικό αυτόν έξω να κάνη πάλι παρατηρήσεις σ’ αυτούς που δεν θέριζαν με τα ίδια λόγια: «Αφού θα σας πληρώση ο Χριστός, γιατί δεν θερίζετε;».

Επειδή είχα φοβηθή, μη με μαλώση και εμένα, του είπα φοβισμένος:
‐ Με συγχωρείτε, μισό πνεύμονα έχω και δεν μπορώ να εργασθώ περισσότερο.
Αυτός μου απάντησε:
‐ Το ξέρω που έχεις μισό πνεύμονα, και αυτό που με κάνει να σε αγαπώ περισσότερο είναι που δεν δέχεσαι επιταγές (ταχυδρομικές). Εγώ σε παρακολουθώ και στο Ταχυδρομείο.

Εν συνεχεία με παίρνει ο Αξιωματικός εκείνος μέσα σ’ ένα παράξενο όχημα, το οποίο έτρεχε αστραπιαία πάνω από την γη, χωρίς να έχη ούτε ρόδες ούτε φτερά.Ενώ στεκόμαστε κοντά όρθιοι μέσα στο όχημα, με ρώτησε από πού είμαι και πώς λέγομαι. Επειδή ήταν Αξιωματικός, θεώρησα καλό να του πω τα κοσμικά μου στοιχεία ταυτότητος και του απάντησα:
‐ Λέγομαι Αρσένιος και γεννήθηκα στα Φάρασα της Καππαδοκίας.
Εκείνος μου είπε:
‐ Και εγώ από τα Φάρασα είμαι, από το γένος Τσάπαρη (παρατσούκλι του επιθέτου Φράγκου ή Φραγκοπούλου).
Με ρώτησε ξανά:
‐ Τον Χατζεφεντή τον γνωρίζεις;
Και εγώ του είπα:
‐ Πώς δεν τον γνωρίζω;

Και με την λέξη που είπα αυτή, αμέσως εκείνος ο Αξιωματικός άλλαξε την μορφή του και έγινε ο Χατζεφεντής (δηλαδή ο Πατήρ Αρσένιος) και με αγκάλιασε και με φιλούσε. Ενώ δεν πρόλαβα καλά‐καλά να τον χορτάσω, φώναξε δυνατά: «Στάση,στάση!», και το όχημα εκείνο σταμάτησε και μου είπε ο Πατήρ Αρσένιος:
‐ Εσύ θα κατεβής εδώ· εγώ θα κατεβώ στην Θεσσαλονίκη, διότι εκεί κοντά μένω.

 

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης 

 

 

 

124073066 2070494416425515 6062851413203240931 o
 
"Κυριακάτικη φλυαρία"...
του π. Χρηστου
Ιερός Ναός Αγ. Στυλιανού
 
 
Σήμερα απ το πρωί ένοιωθες μια ψυχρα...
το πρωινό βαρύ...
 
Ο ιερέας βγήκε απ την πόρτα του σπιτιού του, σταυροκοπηθηκε, τυλίχθηκε πιο καλά στην μαλινη ζακέτα του,
έπρεπε το συντομότερο να φτάσει στην εκκλησία του, στον τόπο λατρείας...
Έφτασε...
 
η σιδερενια πόρτα του ναού πάλι... κλειστη...
 
Μα είναι Κυριακή σκέφτηκε, κατόπιν θυμήθηκε...
τέτοια ώρα οι πιστοί θα είχαν φτάσει, η θα έρχονταν σιγά σιγά...
 
Σταυροκοπηθηκε, φορεσε το πετραχηλι του, έβαλε το "ευλογητός", η ψυχρα συνεχιζόταν.
 
Ο Ναός τώρα που είναι άδειος είναι πραγματικά πιο ψυχρός...
Ας είναι,για ότι επιτρέπει ο Θεός, έχει τον λόγο του.
 
Ομως τι περίεργο, το θερμόμετρο δεν δικαιολογεί αυτή την ψυχρα, τότε κατάλαβε ο φτωχός ιερέας, πως η ψυχρα δεν είναι στο σώμα, μα στην καρδιά....
 
Διαβηκαν όλα τα βήματα του ορθρου, είπε "την Θεοτόκο και μητέρα του Φωτός", θύμιασε, πέρασαν οι "αινοι" , έφτασε στην μεγάλη Δοξολογία.
 
Ο νεωκορος χτύπησε πανηγυρικά την καμπάνα,
άραγε για ποιον; αφού κάνεις δεν θα ρθει σήμερα;
 
Ας είναι, οι χριστιανοί μας από κει που είναι θα σταυρώσουν το κεφάλι και τα μέλη τους, σε πολλούς στέκει παρηγοριά οτι γίνεται η αναίμακτος θυσία στην καρδιά της ενορίας τους, στον ναό μας.
 
Έφτασε και το "Ευλογημένη η Βασιλεια", ο άδειος ναός αντιλαλουσε πιο πολύ λες και ήθελε να τονίσει το... λεία, λεία, λειααααα, άρχισαν οι αιτήσεις για τον λαό, τον επίσκοπο, υπέρ υγείας, ειρήνης, για τα χριστιανα μας τέλη... κλπ.κλπ.
Περνούσε η ώρα, η ψυχρα έμοιαζε να έχει λίγο μειωθεί.
 
Ο Απόστολος σήμερα είπε τα δικά του, ομοίως και ο Λουκάς για κείνη την ταλαιπωρη γυναίκα που δεν έβρισκε 12 χρόνια γιατρια σε κανέναν "ειδικό" της εποχής εκείνης, άραγε μήπως βρίσκει σήμερα;
 
Και ο μεγάλος Γιατρός, ο Χριστός, της είπε
"θαρσει θυγατερ"!
 
Και ο Λουκάς παίρνει τον λόγο και συνεχίζει για μια κορούλα που πέθανε, τον έλεγαν λέει Ιαειρο τον πατέρα της, και πάλι ο διδάσκαλος του είπε του πονεμενου πατερα
"μη φόβου, αλλά μόνο πιστευε"
και η κορούλα αναστήθηκε!!!
 
Πάει και πιο πέρα η Θεια Λειτουργία....έφτασε στη μεγάλη ωρα, στο "Μεταβαλων τω πνεύματι Σου τω Αγιω, το ψωμί σε Σώμα, το κρασί σε Αίμα"!!!!
Κύριε των Δυναμεων!!!
 
Τώρα η ψυχρα έγινε θερμη, ο άδειος ναός σαν να γεμισε αόρατες, πολλές μα πολλες παρουσίες! Κοίτα που βγήκε και ήλιος φθινοπωρινός,
μα τώρα σαν να είναι πολλοί, εδώ, εκεί, παντού....
 
Μα βέβαια σκέφθηκε ο ιερέας μας, μα ειναι σήμερα των Αρχαγγελων, ο χρόνος έτρεξε βιαστικά έφτασε το Κοινωνικό και ο ψάλτης με την μελωδική, βραχνή, κατανυκτικη φωνή του εψαλλε:
 
"Ὅπου ἐπισκιάση ἡ χάρις σου Ἀρχάγγελε,
ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις·
οὐ φέρει γὰρ τῷ φωτί σου προσμένειν,
ὁ πεσῶν Ἑωσφόρος·
Διό αἰτοῦμέν σε τὰ πυρφόρα αὐτοῦ βέλη,
τὰ καθ' ἠμῶν κινούμενα ἀπόσβεσον,
τὴ μεσιτεία σου λυτρούμενος ἠμᾶς,
ἐκ τῶν σκανδάλων αὐτοῦ,
ἀξιΰμνητε Μιχαὴλ Ἀρχάγγελε"!!!
 
Μα βέβαια, γονάτισε ο ιερέας σεμνά και ταπεινά, έτσι εξηγούνται (είπε κρυφά μέσα του) τα ανεξήγητα, έτσι ερμηνεύονται τα ανερμηνευτα!!!
 
Εκλινε την λευκασμενη κεφαλή του ο παππουλης μας, γονατιστός έλεγε, ξαναλεγε, μονολογουσε
Δόξα σοι Κύριε, Δόξα σόι,
"τα πυρφορα βελη αποσβεσον Αρχαγγελε", οποια και αν είναι, όπου κι αν προέρχονται,
Δόξα σοι, Κύριε Δόξα σοι!!!!
 
Καλή Κυριακή!!!
 
 
 
 
 
 
 
 
papaslepra1
 
 
Ἔγινε πολὺς λόγος γιὰ τὸ νησὶ τῆς Σπιναλόγκα.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ πληροφορούμαστε εἶναι ὅτι οἱ χανσενικοὶ ποὺ κατοικοῦσαν στὴ Σπιναλόγκα ἦταν ὀργισμένοι μὲ τὸν Θεό, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ἡ ἀσθένειά τους ἦταν μία μεγάλη καὶ ἀφόρητη δοκιμασία. Ἕνας Γεραπετρίτης παπὰς τόλμησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ κάποτε καὶ νὰ λειτουργήσει στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, ποὺ ὑπῆρχε καὶ ρήμαζε στὸ νησί, συντροφιὰ μὲ τοὺς νέους του κατοίκους. Λένε πὼς στὴν πρώτη Λειτουργία δὲν...πάτησε ψυχή. 
Οἱ λεπροὶ ἄκουγαν πεισμωμένοι ἀπὸ τὰ κελιὰ τους τὴν ψαλμῳδία, κι ἄλλοτε τὴν σκέπαζαν μὲ τὰ βογκητά τους κι ἄλλοτε μὲ τὶς κατάρες τους. 
Ὁ ἱερέας ὅμως ξαναπῆγε. Στὴν δεύτερη τούτη ἐπίσκεψη ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς πρόβαλε θαρρετὰ στὸ κατῶφλι τοῦ ναοῦ. 
Παπά, θὰ κάτσω στὴν Λειτουργία σου μ’ ἕναν ὄρο ὅμως. Στὸ τέλος θὰ μὲ κοινωνήσεις. Κι ἂν ὁ Θεός σου εἶναι τόσο παντοδύναμος, ἐσὺ μετὰ θὰ κάμεις τὴν κατάλυση καὶ δὲν θὰ φοβηθεῖς τὴ λέπρα μου. 
Ὁ ἱερέας ἔγνευσε συγκαταβατικά. Στὰ κοντινὰ κελιὰ ἀκούστηκε ἡ κουβέντα κι ἄρχισαν νὰ μαζεύονται διάφοροι στὸ πλάι τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἕνα μικρὸ χάλασμα, μὲ λιγοστὴ θέα στὸ ἱερό. Παραμόνευσαν οἱ χανσενικοὶ στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας κι εἶδαν τὸν παπὰ δακρυσμένο καὶ γονατιστὸ στὴν Ἱερὴ Πρόθεση νὰ κάνει τὴν κατάλυση. 
Πέρασε μῆνας. Οἱ χανσενικοὶ τὸν περίμεναν. Πίστευαν πὼς θὰ 'ρθεῖ τούτη τὴ φορὰ ὡς ἀσθενὴς κι ὄχι ὡς ἱερέας. Ὅμως ὁ παπὰς ἐπέστρεψε ὑγιὴς καὶ ροδαλὸς κι ἄρχισε μὲ ἠθικὸ ἀναπτερωμένονα χτυπᾶ τὴν καμπάνα τοῦ παλιοῦ ναΐσκου. Ἔκτοτε καὶ γιὰ δέκα τουλάχιστον χρόνια ἡ Σπιναλόγκα εἶχε τὸν ἱερέα της. Οἱ χανσενικοὶ ἀναστύλωσαν μόνοι τους τήν ἐκκλησία καὶ συνάμα ἀναστύλωσαν καὶ τὴν πίστη τους. Κοινωνοῦσαν τακτικὰ καὶ πάντα κρυφοκοίταζαν τὸν παπὰ τοὺς τὴν ὥρα τῆς κατάλυσης, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν πὼς τὸ “θαῦμα τῆς Σπιναλόγκα” συνέβαινε ξανὰ καὶ ξανά. 
To 1957, μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῶν ἀντιβιοτικῶν καὶ τὴν ἴαση τῶν λεπρῶν, τὸ λεπροκομεῖο ἔκλεισε καὶ τὸ νησὶ ἐρημώθηκε. Μόνο ὁ ἱερέας ἔμεινε στὸ νησὶ ὡς τὸ 1962, γιὰ νὰ μνημονεύει τοὺς λεπροὺς μέχρι 5 χρόνια μετὰ τὸ θάνατό τους. Ἰδού, λοιπόν, ἕνας σύγχρονος ἀθόρυβος ἥρωας, ποὺ δὲν τιμήθηκε γιὰ τὸ ἔργο του ἀπὸ κανέναν, καὶ ποὺ -ἂν προσέξατε- δὲν παραθέσαμε τὸ ὄνομά του γιατί ἁπλὰ δὲν τὸ γνωρίζουμε! Τὸ γνωρίζει ὅμως -σίγουρα- ὁ Θεός! Κι αὐτὸ μας ἀρκεῖ!
 
 
 
 
 
 
 
22089518 728757267308557 5587996923423399466 n
 
Ο πατέρας του Αγίου Παϊσίου, Πρόδρομος Εζνεπiδης!
Πρόκειται για ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Βαρασού
ο οποίος έδωσε αμέτρητες μάχες ενάντια στους τσέτες τούρκους .
Εδω στην μοναδική αυτή φωτογραφία, 
ο πατέρας του Αγίου μας γέροντα με την αυθεντική του φορεσιά,
επιδεικνύει τα άρματα του.
 
 
 
Η φωτογραφία με ό,τι αυτή συμβολίζει αφιερώνεται
στον Ποντιακό Ελληνισμό και στον μαρτυρικό λαό της Αρμενίας