Ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος 

Γνωρίζεις τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου;

 

Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας, διότι τὰ πάθη ἔχουν μεγάλη δύναμη. Μὲ τὴ χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ θὰ νικήσει ὁ γενναῖος ἀθλητὴς ποὺ ἀγωνίζεται μ᾿ ὅλες τὶς δυνάμεις του.

Ὁ σωματικὸς κόπος καὶ ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν φυλᾶνε τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ. Ἀκόμη χρειάζεται καὶ πολλὴ προσευχή, ὥστε νὰ ἐπισκιάσῃ τὸν ἀγωνιστὴ ἡ Θεία Χάρη. Γιὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ κανεὶς τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χρειάζεται μεγάλος πνευματικὸς ἀγώνας, διότι εὔκολα παρασύρεται ὁ ἄνθρωπος στὸ κακὸ καὶ χάνει σὲ μιὰ στιγμὴ αὐτὸ ποὺ ἀπέκτησε ὕστερα ἀπὸ μεγάλους ἀγῶνες..

Στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τὸ δικό μας θὰ ἐξαρτηθεῖ πιὸ ἀπὸ τὰ δύο θὰ ἐπικρατήσει. Ἂν ἀφήσουμε τὸν ἑαυτό μας ἐλεύθερο, χωρὶς νὰ τὸν βιάσουμε, θὰ ἐπικρατήσει τὸ κακό. Ἀντίθετα ὅταν ἀγωνισθοῦμε, θὰ νικήσει τὸ καλὸ καὶ ἡ ἀρετή.

Ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι σκληρός. Θὰ πέσεις καὶ θὰ ξανασηκωθεῖς καὶ πάλι θὰ πέσεις καὶ πάλι θὰ σηκωθεῖς. Εἶναι ἀγώνας ἰσόβιος. Διότι ὁ σατανᾶς δὲν μᾶς ἀφήνει ἀνενόχλητους οὔτε μία στιγμή. Μία στιγμὴ ἀμελείας περιμένει, γιὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ καὶ νὰ κάνει ζημιὰ στὴν ψυχή μας.

Ὅπως εἴπαμε καὶ πιὸ πάνω, στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα χρειάζεται ταπείνωση. Διότι μόνο τὴν προσευχὴ τῶν ταπεινῶν ἀκούει ὁ Κύριος. Ἡ προσεύχὴ τοῦ ταπεινοῦ “εἰσέρχεται εἰς τὰ ὦτα τοῦ Κυρίου. Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐπὶ τοὺς ταπεινοὺς κατὰ τὴν καρδίαν”. Μὲ ταπεινὸ φρόνημα φώναξε δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριο καὶ πές Του: “Κύριε ὁ Θεός μου, Σύ, ἐὰν θέλῃς, μπορεῖς νὰ φωτίσῃς τὸ σκότος τῆς ψυχῆς μου”.

Ὅταν ἡ ψυχὴ θερμανθεῖ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, τὰ πάντα τὰ θεωρεῖ σκουπίδια καὶ τιποτένια. Νύχτα καὶ μέρα δὲν σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι πιὸ γλυκειὰ κι ἀπὸ τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ εὔγευστο φαγητό. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, τότε ἔρχονται καὶ τὰ δάκρυα τῆς πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως. Καὶ τὰ δάκρυα αὐτὰ σὲ συνοδεύουν εἴτε τρῶς, εἴτε πίνεις, εἴτε μελετᾶς, εἴτε πρσεύχεσαι, σὰν καρπὸς τοῦ ἀγῶνα τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἐργάτες τῶν ἐντολῶν Του, ποὺ σὰν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους ἔβαλαν τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς τους.

Ὅταν λοιπὸν σ᾿ ἐπισκεφθοῦν τὰ δάκρυα αὐτά, πάρε θάῤῥος καὶ προχώρα μὲ μεγαλύτερη δύναμη, γιὰ νὰ περάσῃς τὴ θάλασσα τῶν παθῶν. Ἀλλὰ πρόσεξε μήπως χάσεις τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ τοῦ ἀγῶνα σου εἴτε ἀπὸ ἐγωϊσμὸ εἴτε ἀπὸ ἀμέλεια.

Ἂν δὲν ἔχεις κοπιάσει στὰ καλὰ ἔργα δὲν πρέπει νὰ μιλᾶς γιὰ τὶς ἀρετές. Διότι κάθε ἀρετὴ ποὺ γίνεται χωρὶς κόπο, λογίζεται σὰν “ἔκτρωμα” μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Οἱ στεναγμοὶ τῆς καρδιᾶς σου, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἀγρυπνίες θὰ σὲ βοηθήσουν ν᾿ ἀποκτήσεις ἀρετή. Ὅσο ὅμως κι ἂν φωνάζεις μὲ προσευχὲς πρὸς τὸν Κύριο, δὲν σὲ ἀκούει, ἂν δὲν συνοδεύονται ἀπὸ ταπεινοφροσύνη. Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν καὶ πρὸ παντὸς ἡ ταπεινοφροσύνη κάνουν τὸν ἄνθρωπο θεὸ ἐπὶ τῆς γῆς. Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τὸν φέρνουν πιὸ γρήγορα στὴν καθαρότητα.

Ὅσοι ἔχουν θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἑλκύονται ἀπὸ τὰ μέλλοντα ἀγαθά. Ὅσοι θερμαίνονται μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὰ κοσμικὰ πράγματα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φτάσῃ κανεὶς σ᾿ αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ κατάσταση χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας. Καὶ θὰ πρέπει ν᾿ ἀρχίσῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ ἁπλᾶ καὶ εὔκολα γιὰ νὰ φτάσῃ στὰ δύσκολα. Θὰ πατήσει κανεὶς πρῶτα τὰ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀρετῆς, μετὰ τὸ δεύτερο κι ἔτσι σιγὰ-σιγὰ θὰ προοδεύσει στὴν πνευματικὴ ζωή.

Μ᾿ ἕνα ἅλμα δὲν φτάνει κανεὶς στὰ ὕψη. Ἂς μάθουμε νὰ ἐφαρμόζουμε πρῶτα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες πολλοὺς καὶ μεγάλους θὰ μᾶς στείλει ὁ Θεὸς τὴ χάρη Του.

Εἶναι εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφάσισαν νὰ βαδίσουν τὸν δρόμο τῶν θλίψεων γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν γύρισαν πίσω. Αὐτοὶ θὰ φτάσουν γρήγορα στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μετὰ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὶς ταλαιπωρίες θ᾿ ἀπολαύσουν ἀνάπαυση καὶ ξεκούραση. Καὶ θὰ εὐφραίνονται αἰώνια μὲ τὴν ἀπόλαυση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

Ὅσοι τρέχουν στὸν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς δὲν γυρίζουν πίσω οὔτε σκέφτονται τὶς δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουν, ἀλλὰ μ᾿ ἐνθουσιασμὸ προχωροῦν στὸν στενὸ καὶ τραχὺ δρόμο, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ τὸν περάσουν. Ὅσοι ὅμως φοβοῦνται καὶ προχωροῦν μὲ δειλία καὶ φόβο, αὐτοὶ ποτὲ δὲν θὰ φτάσουν στὸ τέρμα, καὶ δὲν θὰ πάρουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως.

Ὁ ὀκνηρὸς δὲν βάζει ποτὲ ἀρχὴ μετανοίας καὶ συνεχῶς ἀναβάλλει. Κι ἔτσι φτάνει στὴν ὥρα τοῦ θανάτου του ἀπροετοίμαστος. Ἂν θέλῃς νὰ προκόψῃς στὴν ἀρετή, μὴν ὑπολογίζῃς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ σώματος, διότι τὸ σῶμα εἶναι ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς. Ἔχε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεὸ καὶ μὲ ταπεινοφροσύνη προχώρα στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Γνώριζε ὅτι χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ εἶσαι φτωχὸς καὶ γυμνός, στερημένος ἀπὸ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό. Μὴ σὲ πιάνῃ δειλία καὶ φόβος στὸν ἀγῶνα. Ὁ γεωργὸς ποὺ περιμένει νὰ σταματήσουν οἱ ἄνεμοι γιὰ νὰ σπείρῃ, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ σπείρει. Καλύτερα νὰ πεθάνῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ζῇς μὲ ντροπὴ καὶ ὀκνηρία.

Ὅταν θέλεις νὰ βάλῃς ἀρχὴ στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ πρῶτα πρέπει ν᾿ ἀφήσῃς κάθε ἐλπίδα καὶ στήριγμα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἑτοιμάζεται γιὰ τὸν θάνατο δὲν σκέφτεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ φοβερὸ αὐτὸ γεγονός, ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό, πρέπει νὰ πεθάνῃ γιὰ κάθε κοσμικὸ πρᾶγμα. Σοῦ θυμίζω καὶ πάλι ὅτι θὰ βρεῖς ἐμπόδια, ἀλλὰ μὴ χάσῃς τὴν ἐλπίδα σου.

Νὰ δυναμώνῃς μὲ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι πρόσκαιρα καὶ μάταια καὶ ὅτι ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτὴ τὴν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς κι ὄχι γιὰ τοὺς ῥάθυμους καὶ ὀκνηρούς. Ν᾿ ἀρχίζῃς τὸν ἀγώνα σου μ᾿ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὄχι μὲ δειλία, διότι καὶ τὸ ὡραιότερο ἔργο εἶναι ἄχρηστο ὅταν γίνεται ἀπὸ ἄνδρα δίψυχο, ποὺ τὸ ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς του εἶναι μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἄλλο μὲ τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς θέλει ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας.

Νὰ ἔχῃς τὴν ἐλπίδα σου βέβαιη στὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν πάῃ ὁ κόπος σου χαμένος. Ὁ Κύριος εἶναι σπλαγχνικὸς καὶ δίνει τὴ χάρη Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴ ζητᾶνε μ᾿ ἐπιμονή. Τὸν μισθὸ τὸν δίνει ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ δείξαμε. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Προσευχήσου μὲ δάκρυα, διάβαζε τὶς θεῖες Γραφές, κάνε ἐλεημοσύνες. Ἀρκεῖ νὰ θερμαίνῃς τὴν καρδιά σου μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.

Μὴν ὑπολογίσῃς τὴ φυσικὴ ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ δειλιάσῃς. Διῶξε μακρυὰ τὴ φιλαυτία, τὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Μίσησε τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτωλῆς σάρκας καὶ ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς, πάλι νὰ σηκωθῇς καὶ ποτὲ μὴ γυρίσῃς στὴν προηγούμενη ἁμαρτωλὴ ζωή σου. Πάντα μπροστὰ προχώρα μὲ χαρὰ καὶ προθυμία στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, κι Αὐτὸς θὰ σ᾿ ἀνεβάσει στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν.

Ἄγγελος Θεοῦ Παντοκράτορος εἶναι ὁ Ἱερεύς 
(Ἐπιστολὴ γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου, 5-2-1958)

 

...Ἔχεις δίκαιον νὰ φοβῆσαι νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν Ἱερωσύνην. Τὸν φόβον αὐτὸν τὸν εἶχον ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ ἔφευγον τὴν ἱερωσύνην ταπεινούμενοι, στοχαζόμενοι ἀφ᾿ ἑνὸς τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης, τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητα τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ ἱερεύς, ἀφ᾿ ἑτέρου τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης. Πολλοὶ δὲ ἐκ τῶν Ἁγίων καὶ ἐκρύπτοντο διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἱερωσύνην καὶ τότε ἐδέχοντο, ὅταν ὁ Κύριος τοὺς ἀπεκάλυπτε, ἢ ὅλος ὁ δῆμος τοὺς πρότεινε ὡς ἀξίους, δι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπεκράτησε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τό, ἢ θεόκλητος ἢ δημόκλητος.

Ἀλλὰ κατὰ τοὺς σημερινοὺς χρόνους, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐπικρατεῖ ἡ δαιμονόκλητος (δαιμονοπρόβλητος) ἢ ὑπερηφανοεαυτοπρόβλητος, ὃ ἐστὶ πολλούς, αἰσχρούς, φαύλους, ἀσεβεῖς, ἁμαρτωλούς, ἀναξίους, τοὺς προτείνει, τοὺς προβάλλει ὁ διάβολος εἰς ἱερωσύνην καὶ ἀρχιερωσύνην, πολλοὶ δὲ μόνοι τους προτείνουν ἑαυτοὺς ἐξ ἑωσφορικῆς ὑπερηφανείας καὶ οἰήσεως κατεχόμενοι, μὴ στοχαζόμενοι οἱ ἄφρονες, ὅτι ὁ ἱερεύς, ὁ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ ὀφείλει νὰ εἶναι σώματι καὶ ψυχῇ καθαρότερος καὶ λαμπρότερος τῶν ἡλιακῶν ἀκτινῶν, καὶ ἀνώτερος καὶ ὑψηλώτερος καὶ ἁγιώτερος πάντων τῶν ἀνθρώπων. Ἄγγελος Θεοῦ Παντοκράτορος εἶναι ὁ Ἱερεύς, ἀλλὰ στοχαζόμενοι οἱ ματαιόφρονες, οἱ γηϊνόφρονες, οἱ κουφοὶ καὶ ἐπηρμένοι, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ἡ τιμή των, ἡ δόξα των, καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ τοὺς φιλοῦν τὸ χέρι παντοῦ, θὰ τοὺς θαυμάζουν, ὅταν θὰ λειτουργοῦν ἐνδεδυμένοι χρυσοΰφαντα ἱερά, θὰ αὐξήσουν τὰ ὑλικὰ συμφέροντά των, ... καὶ ἀφοῦ θησαυρίσουν ἐπὶ τῆς γῆς, τότε θὰ εἰποῦν εἰς τὴν ψυχήν των, ὡς ὁ ἄφρων του Εὐαγγελίου· «ψυχὴ ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά, φάγε, πίε, εὐφραίνου, ἀναπαύου».

Αὐτὰ στοχαζόμενοι καὶ διανοούμενοι ἐν ἑαυτοῖς, οἱ δαιμονόκλητοι καὶ ὑπερηφανοαυτόκλητοι, κινοῦν πάντα λίθον, τρέχουν ἄνω κάτω, βάζουν μεσίτας, πρωθυπουργούς, ὑπουργούς, βουλευτάς, πολιτικούς, μητροπολίτας κ.λπ., διὰ νὰ λάβουν τὴν Ἱερωσύνην καὶ Ἀρχιερωσύνην. Καὶ ὅταν τὴν λάβουν, ἐπειδὴ ἀναξίως τὴν ἔλαβον, τοὺς ἐγκαταλείπει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται σκότος ἀντὶ φωτὸς καὶ μεταδίδουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀντὶ φωτὸς σκότος καὶ γίνονται αἰτία νὰ βλασφημῆται τὸ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Ἡ σημερινὴ ἀθλιωτάτη καὶ οἰκτροτάτη κατάστασις τῆς κοινωνίας ὀφείλεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἀναξίους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, διότι ὅταν τὸ φῶς γίνῃ σκότος, τὸ σκότος πόσον; Διὰ τοὺς τοιούτους ἐσκοτισμένους καὶ τετυφλωμένους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς λέγει ὁ σοφὸς Νεῖλος· «Ῥαδίως ἡ τῶν ποιμένων καὶ προεστώτων ἀσέβεια καὶ ἀμέλεια ἀπόλυσι τοὺς ποιμαινομένους», καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «Οὐ πάντας χειροτονεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, (ἐννοῶν τοὺς ἀναξίους) ἀλλὰ διὰ πάντων ἐνεργεῖ», ἐννοῶν ὅτι τὰ Μυστήρια τελοῦνται καὶ ὑπὸ ἀναξίων, ὄχι διὰ τὴν ἀναξιότητά των, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν πιστῶν. Τελειοῦν δὲ αὐτὰ ὄχι οἱ ἀνάξιοι, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον...

Ὁ νῦν Μακαριώτατος Θεόκλητος εἰς τὰς χειροτονίας ποὺ κάμνει εἶναι προσεκτικὸς καὶ διακριτικός. Ἐφ᾿ ὅσον σὲ προτείνει ὁ Μακαριώτατος δὲν εἶσαι αὐτόκλητος, ἔχεις δὲ καὶ συναίσθησιν καὶ φόβον διὰ τὸ ὕψιστον ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης καὶ τὰς εὐθύνας, καὶ ἐπειδὴ ζητᾷς τὴν γνώμην μου, ἡ γνώμη μου καὶ συμβουλή μου εἶναι: Ἐάν, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἐμόλυνες τὸν ἑαυτόν σου μὲ θανάσιμον τινὰ ἁμαρτίαν σαρκικὴν καὶ λοιπάς, νὰ κάμῃς ὑπακοὴν καὶ νὰ δεχθῇς τὴν Ἱερωσύνην· καὶ ἐάν, ὡς ἄνθρωπος, ἔχῃς τινὰς ἀτελείας καὶ ἀδυναμίας, ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου, ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, θὰ τὰ ἀναπληρώσῃ· ὅταν δὲ τὴν διακονίαν σου ἐκπληρώσῃς μὲ ἐπιμέλειαν, μὲ προθυμίαν, μὲ ζῆλον καὶ μὲ πίστιν, τότε θὰ λάβῃς τὸν ἐν οὐρανοῖς ἁμαράντινον στέφανον, τὸν ὁποῖον θὰ σοὶ ἀποδώσῃ ὁ δίκαιος Κριτὴς εἰς τὴν ἡμέραν τῆς ἀνταποδόσεως...

(Περιοδικὸν «ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ», τ. 14)

ΤΟ ΟΡΑΜΑ TOY

ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΑΡΜΑΤΟΣ

(Ιεζεκ. κεφ. 1ον )

Υπό αγίου Νικολάου Καβάσιλα*

+Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

 

     1.   Εξήγησις στην όρασι του προφήτου Ιεζεκιήλ, κατά την οποία πάνω στα τέσσερα ζώα υπήρχε ένα ομοίωμα θρόνου και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε ένα ομοίωμα σαν είδος ανθρώπου.

Κάθε προφητεία και θεωρία και όρασις αποτελούσαν εικόνες του ερχομού του Σωτήρος στην γη. Και ολόκληρη η παλαιά Γραφή προς αυ­τό έχει την αναφορά της, σαν στο τέλος της. Άλλωστε και ολόκληρη η Γραφή λέγεται ότι παραλήφθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και σωτηρία των ανθρώπων αποτελεί μόνο ο Χριστός, διότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων προέρχεται» (Ιωάν. 4, 22) όπως είπε ο Κύριος, ονομάζοντας τον εαυτό του σωτηρία.

Όλους αυτός μας έσωσε. Τους παλαιούς με τις προτυπώσεις και εικόνες της παρουσίας του, και τους νεωτέρους όντας ο ίδιος παρών και καθαρίζοντας. «Δεν μας έσωσε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος» (Ης. 63, 9), είπε κάποιος από εκείνους που έζησαν στον πα­λαιό Νόμο. Και ο Συμεών όταν είδε τον Κύριο είπε: «Είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (= την σωτηρία σου)» (Λουκ. 2, 30). Και γενικά πολλές φορές στην Γραφή ο Χριστός ονομάζεται σωτήριον και σωτη­ρία.

Επίσης ο Κύριος λέγει, «σεις ερευνάτε τις Γραφές, διότι νομίζετε ότι μ αυτές θα έχετε αιώνια ζωή» (Ιωάν. 5, 39). Αιώνια ζωή ονομάζει την δική του επίγνωσι. «Διότι αύτη είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν σένα τον μόνο αληθινό Θεό και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 7, 3) λέγει ο Κύριος στον Πατέρα του.

Ώστε από αυτά γίνεται φανερό, ότι κάθε τμήμα της Γραφής εγράφθηκε για την παρουσία του Σωτήρος. Από το ένα μέρος έχουμε τις προφητείες, οι οποίες προέλεγαν μόνο γι' αυτόν, πράγμα που και ο Κύ­ριος το δήλωσε, λέγοντας· «όλοι οι προφήτες επροφήτευσαν ως τον Ιωάννη» (Ματθ. 11,13), εμφανίζοντας έτσι τον εαυτό του ως υπόθεσι των προφητών. Από το άλλο μέρος, έχουμε τον Νόμο, τις Ιστορίες και τις παραινέσεις που και επαίδευαν ηθικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους άξιους να υποδεχθούν τον Σωτήρα, και έδειχναν μυστικά κάποιες εικόνες από τον ερχομό Εκείνου στην γη.

Έχουμε ακόμη και τα οράματα των προφητών που ζωγράφισαν πιο τέλεια την ενανθρώπησι του Θεού και την επιστροφή των ανθρώ­πων με την πίστι προς αυτόν. Από αυτά δεν υπολείπεται καθόλου το δ­ράμα του Ιεζεκιήλ, που έδειξε τον Σωτήρα να έρχεται στους ανθρώ­πους, καθώς και τον δρόμο που έκαναν οι Απόστολοι για το Ευαγγέλιο και την δύναμι του κηρύγματος. Εννοώ το δράμα που είδε, κατά τον χρόνο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ, στον ποταμό Χοβάρ. Σ' αυτό μυήθηκε σχεδόν σ' όλα τα σχετικά με τον Σωτήρα, όπως θα φανή καθώς θα εξετάζουμε ένα - ένα αυτά που είδε.

 

      2.«Συνέβη κατά το τριακοστό έτος μου, την πέμπτη ημέρα του τετάρτου μήνα, ενώ ήμουνα ανάμεσα στους αιχμαλώτους στον ποταμό Χοβάρ, ν' ανοιχθούν οι ουρα­νοί˙ και αντίκρυσα δράσι Θεού, κατά την πέμπτη ημέρα του μήνα. Αυτό το έτος είναι το πέμπτο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ» (στ. 1).

Όλο αυτό το όραμα δίδαξε στον προφήτη την οικονομία(«Οικονομία» εδώ σημαίνει την σάρκωσι του Υιού του Θεού και όλο το επί γης κοσμοσωτήριο έργο του) του Σωτήρος.

Το ότι είδε το δράμα «εν μέσω της αιχμαλωσίας», «ανάμεσα στους αιχμαλώτους», τον δίδαξε ότι ο ερχόμενος Σωτήρ επεδήμησε για να απαλλάξη τους ανθρώπους από την αιχμαλωσία, και όπως το είπε ο προφήτης «για να κηρύξη στους αιχμαλώτους την άφεσι» (Ησ. 61, 1). Αλλά και ο χρόνος της αιχμαλωσίας, κατά τον οποίο αντίκρυσε αυτά ο προφήτης κρύβει μία εικόνα των καιρών κατά τους οποίους ήρθε ο Σωτήρ στους ανθρώπους που ήταν ακόμη δούλοι της αμαρτίας. Ο χρόνος «ήταν το πέμπτο έτος». Και ο Κύριος, τους ανθρώπους που ήδη επί πέντε χιλιάδες και πεντακόσια πέντε έτη περιπλανιόνταν μακρυά από την πατρίδα (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο.) και ήταν σκλαβωμένοι στην κακία, τους επισκέφθηκε στην γη, τους ελευθέρωσε και τους έδωσε την αρχαία πόλι (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο).

Η αιχμαλωσία των Εβραίων εικονίζει την πνευματική αΙχμαλωσία όλων των ανθρώπων, και ο χρόνος της μιας τον χρόνο της άλλης. Εκείνο δε που είδε ο προφήτης στο δράμα εικονίζει τον Σωτήρα και όλη του την πρόνοια για τους ανθρώπους.

«Στον ποταμό». Ο ποταμός σημαίνει το ότι με το νερό (Δηλαδή με το νερό του βαπτίσματος) βρήκα­με την ελευθερία.

«Συνέβη ν' ανοιχθούν οι ουρανοί». Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι στον ουρανό θα επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι θα κληρονομήσουν την άνω Ιερουσαλήμ. Διότι ο ερχόμενος Σωτήρ θα εγκαινίαση αυτοπροσώπως τους δρόμους- και αυτούς που από τους αγγέλους κατεβάζουν στους ανθρώπους και αυτούς που από μας ανε­βάζουν σ' εκείνους. Αυτό έγινε καθώς κατέβηκε τον ένα δρόμο με την ενσάρκωσί του, και καθώς τον ανέβηκε πάλι ένδοξα μαζί με την σάρκα που προσέλαβε. Γι' αυτό ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον προφήτη για να εικονίζουν τον ερχομό του Σωτήρος στην γη. «Διότι ο Κύριος θα κα­τάργηση το μεσότοιχο» (Εφ. 2, 14) και δεν θα υπάρχη κανένας τοίχος ανάμεσα στον Θεό και σε μας.

       3. «Και μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ, τον γυιό του Βουζεί τον Ιερέα, στην χώρα των Χαλδαίων, στον πο­ταμό Χοβάρ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου, και είδα» (στ. 2).

Ο ίδιος ο Κύριος έδειξε τον εαυτό του στον προφήτη σύμφωνα με την υπόσχεσι που έδωσε σ' όσους τον αγαπούν. Διότι αφού είπε, «εκείνος που με αγαπά θ' αγαπηθή από τον πατέρα μου, και εγώ θα τον αγαπήσω», πρόσθεσε, «και θα εμφανίσω σ' αυτόν τον εαυτό μου» (Ιωάν. 14, 21). Γι' αυτό, λέει, «εγένετο λόγος Κυρίου», «μίλησε ο Κύ­ριος προς τον Ιεζεκιήλ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου». Αυτά φανέρωναν τον Σωτήρα, ο οποίος είναι και ο Λόγος του Πατρός και δύναμις. Διότι μ' αυτόν δημιούργησε τα πάντα. Και γι' αυτό ο Σωτήρ ονο­μάζεται «χέρι του Κυρίου» και «βραχίονας» και «δεξιό χέρι» κττ.

      4. «...Και ξαφνικά, ένα πνεύμα, δηλ. ένας ανεμοστρό­βιλος, ερχόταν από τον βορρά και μέσα σ' αυτόν σύννεφο μεγάλο και λάμψις γύρω του και φωτιά που έβγαζε αστρα­πές. Στην μέση του ανεμοστρόβιλου υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο! (Το ήλεκτρο είναι μείγμα χρυσού και αργύρου, τέσσερα μέρη χρυσού και ένα αργύρου. Κατά τον Σουΐδα το ήλεκτρο είναι «άλλος τύπος χρυσού αναμειγμένου με γυαλί και λιθεία». Κατά την εγκυκλοπαίδεια της Υδρίας είναι «χρυσός με αργυροειδείς ραβδώσεις». Και «έχει χρώμα χλωμό κίτρινο έως κιτρινόλευκο».) που ήταν στην μέση της φωτιάς και φεγγοβολούσε» (στ. 4).

«Ένα πνεύμα, δηλαδή ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν», ο οποίος κινούσε αυτό που φαινόταν στο όραμα. Τούτο αντιστοιχεί μ' εκείνο που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο- «εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχε­ται από το Άγιον Πνεύμα» (Ματθ. 1, 20).

«Από τον βορρά». Αυτό αναφέρεται στον Υιό του Θεού, που βρί­σκεται στα δεξιά του Πατρός, αφού ο Πατήρ ονομάζεται «ανατολή» (Ψαλμ. 67, 33). Ο Θεός Πατήρ νοείται ότι βρίσκεται στην ανατολή και βλέπει προς την δύσι εποπτεύοντας τα ταπεινά. Κατά συνέπεια το βό­ρειο μέρος νοείται στα δεξιά.

«Και σύννεφο γύρω του». Το σύννεφο υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά μέρη της Γραφής το Άγιο Πνεύμα δηλώνεται με νε­φέλη. Αυτό δημιούργησε το άγιο εκείνο σώμα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου. Αυτό ήταν μαζί με τον Σωτήρα αφανώς μέχρι την ημέρα της δημοσίας εμφανίσεώς του, και φανερώτερα αργότερα, τότε που τον εδόξαζε επιτελώντας έργα που μόνο σε Θεό ταιριάζουν. Και γι' αυτό φαινόταν άλλοτε μεν σαν πνεύμα και άλλοτε σαν σύννεφο γύρω από το εμφανισθέν στο δράμα. Και το σύννεφο ήταν «μεγάλο». Το μέγεθος της νεφέλης υποδηλώνει την θεότητα, την οποία όμοια φανερώνει και η λάμψις και η φωτιά που βγάζει αστραπές.

«Στην μέση αυτής της φωτιάς, που υπήρχε γύρω από το σύννεφο υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο». Το ήλεκτρο εικονίζει το σώμα του Σωτήρος που είναι όλο λάμψι και καθαρότητα και αντάξιο του μο­νογενούς Υιού. Το φεγγοβόλημα του ήλεκτρου εικονίζει την θεότητα την κρυμμένη στην ανθρώπινη φύσι.

      5.«Και στην μέση της νεφέλης υπήρχε ομοίωμα τεσ­σάρων ζώων. Όλα έμοιαζαν με άνθρωπο (κατά το σώμα). Το καθένα είχε τέσσερα πρόσωπα και το καθένα είχε τέσ­σερα φτερά. Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια, και τα πόδια τους ήταν φτερωτά και σπινθηροβολούσαν σαν αστραφτερός χαλκός» (στ. 5-7).

Αυτό που υπήρχε στην μέση της νεφέλης, το ομοίωμα των τεσ­σάρων ζώων, εικονίζει τους κήρυκες του Ευαγγελίου οι οποίοι «έφεραν κι εβάσταζαν το όνομα του Σωτήρος ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Είπαμε «έφεραν κι εβάσταζαν», διότι πάνω σ' αυτά είδε ο προφήτης ότι καθόταν ο Κύριος. Ο αριθμός «τέσσερα» σημαίνει ότι με το κήρυγμα περιώδευσαν όλη την οικουμένη. Το ότι φαίνονταν «στην μέση της νεφέλης» σημαίνει ότι οδηγούνταν από το Πνεύμα του Θεού. Τα «φτερά» δηλώνουν το πνεύμα της σοφίας που έκανε γρήγορο σ' αυ­τούς τον δρόμο του Ευαγγελίου. Το γεγονός ότι τα φτερά ήταν «τέσσε­ρα» δηλώνει ότι «σ' ολόκληρη την γη διαδόθηκε ο φθόγγος τους και στις άκρες της οικουμένης τα λόγια τους» (Ψαλμ. 18, 5). Για το ότι ήταν «τέσσερα» αυτά που μιλούσαν για τον Σωτήρα, πράγμα που δηλωνόταν με τα πρόσωπα των ζώων, θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

«Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια». Μ' αυτό δηλώνεται ότι οι διδασκαλίες τους ήταν ίσιες και αληθινές. Επίσης σημαίνεται ότι δεν κάμφθηκαν και δεν υποβαθμίσθηκαν στον ζήλο του κηρύγματος, παρ' όλο που τους βρήκαν πολλές δυσχέρειες. Επίσης δηλώνεται ότι το ήθος τους ήταν ανώτερο κι ελεύθερο. Δεν εργάσθηκαν από φόβο ούτε προσκύνησαν τους άρχοντες της γης, οι οποίοι «μπορούν μόνο να φονεύσουν το σώμα, ενώ την ψυχή δεν μπορούν να την βλάψουν» (Ματθ. 10, 28).

«Και τα πόδια τους ήταν φτερωτά». Αυτό θέλει να πη ότι σε σύν­τομο χρόνο περιώδευσαν ολόκληρη την οικουμένη. Και θέλει να πη ακόμη, πως λίγο λογάριαζαν την ανάγκη γήινης βοήθειας, στον δρόμο του κηρύγματος, αφού τα φτερά της θείας Χάριτος τους ξαλάφρωναν, και μόνα αυτά τους ήταν αρκετά για τον δρόμο τους.

«Και σπινθηροβολούσαν όχι σαν φως ή σαν φωτιά, αλλά «σαν αστραφτερός χαλκός». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτά το φως, όπως το λέει και η Γραφή, αλλά ήταν μόνο οι κήρυκες του φωτός (πρβλ. Ιωάν. 1, 8).

     6. «Και τα φτερά τους ήταν ελαφρά. Και κάτω από τα φτερά τους υπήρχαν χέρια ανθρώπινα στα τέσσερα μέρη τους. Και τα πρόσωπά τους που ήταν το ένα δίπλα στο άλ­λο και τα φτερά τους που ακουμπούσε το ένα πάνω στο άλλο δεν έκαναν στροφή όταν προχωρούσαν, διότι το κα­θένα προχωρούσε με την βοήθεια του προσώπου που αν­τιστοιχούσε στην νέα κατεύθυνσι της πορείας» (στ. 7-9).

«Τα φτερά των ζώων ήταν ελαφρά». Αυτό θέλει να δείξη: Πρώ­τον, ότι το κήρυγμα προχωρούσε άνετα και γρήγορα. Δεύτερον, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είχε τίποτε το γήινο, τίποτε που να κοιτάζη προς τα κάτω. Και τρίτον, ότι οι μακάριοι Απόστολοι καθορίζοντας τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων δεν επρόβαλλαν κάτι το σκληρό και βαρύ, διότι όπως λέει ο Κύριος, «οι εντολές μου δεν είναι βαρείες και ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11, 30).

Τα ανθρώπινα χέρια κάτω από τα φτερά των ζώων υποδηλώ­νουν ότι η ανθρώπινη δύναμις δεν συμβάλλει καθόλου στο να διανυθή ο δρόμος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι καλύπτεται από την θεϊκή δύναμι. Γι' αυτό οι Απόστολοι με την σοφία του Αγίου Πνεύματος που εί­χαν και με τα υπερφυσικά έργα που επιτελούσαν, δεν έδειχναν για ανθρωττοι. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο Παύλος και ο Βαρνά­βας ήταν θεοί (Πράξ. 14, 11). Αλλά και τους άλλους Αποστόλους τους πρόσεχαν σαν να ήταν κάτι περισσότερο από άνθρωποι.

«Και τα φτερά τους ακουμπούσαν το ένα στο άλλο και ενώνον­ταν». Με αυτό υποδηλωνόταν:

Πρώτον, ότι τα λόγια γύρω από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού συνενώνονται και αναφέρονται στο ένα πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και όχι σε δύο, όπως ενόμισε ο Νεστόριος (Ενώ η ορθόδοξος διδασκαλία δέχεται ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις η θεϊκή και η ανθρώπινη, και ότι οι δύο αυτές φύσεις ενώνονται στο ένα πρόσωπο του Θεού - Λόγου, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο Νεστόριος, ο οποίος στις αρχές του Ε' μ.Χ. αιώνος ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε διαφορετικά: δύο φύσεις και δύο πρόσωπα. Την μητέρα του Χριστού δεν την δεχόταν σαν Θεοτόκο. Η αίρεσίς του καταδικάσθηκε από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο που συ­νήλθε στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).

Δεύτερον, ότι οι Απόστολοι κήρυτταν στους ανθρώπους την ειρήνη και σ' αυτήν τους παιδαγωγούσαν. Από το ένα μέρος εκήρυτταν ότι ο Θεός συμφιλιώθηκε με τους ανθρώπους. «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν», λέει ο Απόστολος, «με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5, 10). Και από το άλλο μέρος παιδαγωγούσαν τους ανθρώπους στην ειρήνευσι με τον εαυτό τους και με τους άλλους. «Επιδιώκετε ειρήνη», λέει ο Απόστολος, «και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα δη τον Κύριο» (Εβρ. 12, 14). Αυτά βέβαια φέρουν την διπλή ειρήνη, αυτήν που εγκαθίσταται μέσα μας και αυτήν που έχουμε στην σχέσι μας με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι βέβαια διέταξε ο Σωτήρ. «Να ειρηνεύετε μέσα σας και να έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Πρβλ. Μαρκ. 9, 50). Επίσης λέγοντας ο Απόστολος, «επιδιώκετε ειρήνη», μας διδά­σκει για την ειρήνη μεταξύ μας· «και τον αγιασμόν», για την ειρήνη με τον εαυτό μας. Ο αγιασμός θέλει να δείξη καθαρό και εγκρατή και άγιο βίο, ενώ η ειρήνη της ψυχής δηλώνει ότι τα κατώτερα που έχουμε μέσα μας δεν επαναστατούν στα ανώτερα.

Τρίτον, ότι οι Απόστολοι είχαν «μία καρδιά και μία ψυχή», όπως ακριβώς και όλοι οι πιστοί, καθώς είναι γραμμένο στις Πράξεις (4, 32).

Και τέταρτον, ότι αυτό που κηρύττεται είναι ένα και απλούν, εφ' όσον αυτό είναι ο Θεός.

«Και όταν προχωρούσαν δεν έκαναν στροφές, δεν επέστρεφαν», διότι (οι Απόστολοι) δεν άφηναν εκτεθειμένα τα νώτα στους εχθρούς˙  και διότι δεν τους νίκησε η κακία, ώστε να τους κάνη να στραφούν προς τα πίσω, αλλά «το καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέ­ναντι του προσώπου του» (στ. 9).

      7. «Να, οι μορφές των ομοιωμάτων των προσώπων τους. Ήταν και στα τέσσερα πρόσωπο ανθρώπου και δεξιά του πρόσωπο λιονταριού και στα τέσσερα˙ αριστερά του πρόσωπο μόσχου και στα τέσσερα˙ και κατόπιν πρό­σωπο αετού και στα τέσσερα (στ. 10). Τα πρόσωπα τους και τα φτερά τους ήταν και στα τέσσερα υψωμένα και απλωμένα προς τα πάνω. Στο καθένα δύο φτερά ακουμ­πούσαν στις άκρες των φτερών των άλλων και ενώνονταν, και τα άλλα δύο φτερά συμμαζεμένα σκέπαζαν το σώμα τους (στ. 11). Και καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέναντι του προσώπου του. Εκεί που κατευθυνό­ταν ο ισχυρός άνεμος, πορεύονταν κι αυτά, χωρίς να στρέφουν τις κεφαλές τους» (στ. 12).

Τα πρόσωπα των ζώων έχουν να μας παρουσιάσουν αλληγορικά, λόγια και νοήματα για τον Χριστό. Με την κεφαλή συμβολίζεται ο νους, ο οποίος ονομάζεται ηγεμών, αφού η Γραφή την κεφαλή την χα­ρακτηρίζει σαν αρχηγό και ηγεμόνα˙ «θα αφαιρέσω από την Ιερουσα­λήμ κεφαλή και ουρά» (Ης. 9, 14), δηλαδή αρχηγό και υπήκοο. Συμβο­λίζει επίσης η κεφαλή τον νου, επειδή μ' αυτήν ενεργεί ο νους. Συνηθί­ζει βέβαια πολλές φορές η Γραφή, από τα όργανα, να ονομάζη εκείνο που ενεργεί μ' αυτά. Παράδειγμα ο Δαβίδ, ο οποίος το συναισθηματικό μέρος της ψυχής και το επιθυμητικό τα ονομάζει καρδιά και νεφρά -«ο Θεός που έρευνα την καρδιά και τα νεφρά» (Ψαλμ. 7, 10).

Με το πρόσωπο συμβολίζεται το φανέρωμα του νου, δηλαδή ο λόγος που προφέρεται και φανερώνει τις κρυπτόμενες σκέψεις, αφού βέβαια ο λόγος αποτελεί εξεικόνισμα της σκέψεως, καθόσον την τυπώ­νει κατά κάποιο τρόπο με την ομιλία και της δίνει φόρμα και σχήμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα πρόσωπα των ζώων συμβολίζουν τους λόγους που είπαν οι Απόστολοι για τον Χριστό. Έλεγαν βέβαια γι' αυ­τόν όσα γνώριζαν και γνώριζαν όσα έπρεπε.

Και έπρεπε να γνωρίζουν για τον Κύριο:

Πρώτον, ότι (δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά) και άνθρωπος. Αυτό δη­λωνόταν στο δράμα, με το πρόσωπο του άνθρωπου.

Δεύτερον, ότι αυ­τός ήταν ο αναμενόμενος απόγονος του Δαβίδ που θα ερχόταν για να ελευθέρωση τους ανθρώπους, πράγμα που το δήλωνε το πρόσωπο του λιονταριού. Η Γραφή αναφέρει σχετικά: «Είσαι σκύμνος (Σκύμνος σημαίνει λιονταρόπουλο, νεαρό λιοντάρι. Το νεαρό λιοντάρι είναι γε­μάτο ζωτικότητα και δύναμι. Έτσι συμβολίζεται εδώ στην προφητεία του γέροντος Πα­τριάρχου Ιακώβ ο Μεσσίας.) λιονταριού˙ από βλαστόν, υιε μου, ανεβλάστησες» (Λιοντάρι ο Δαβίδ και σκύμνος λιονταριού, ο Χριστός. Βλαστός ο Δαβίδ και αναβλάστημά του ο Χριστός. Πρβλ. και Ησαΐα, «και θα εξέλθη ραβδί από την ρίζα του Ιεσσαί, και άνθος από την ρίζα θ' αναβλαστήση» (11, 1). Ιεσσαί είναι ο πατέρας του Δαβίδ. Σύμφωνα με το μασσωριτικό κείμενο της Π. Διαθήκης το «από βλαστόν, υιέ μου αναβλάστησες» έχει διαφορετικά: «από το θήραμα, υιέ μου, ανέβηκες».) (Γεν. 49, 9).

Τρίτον, ότι ο Χριστός είναι βασιλεύς, και μάλιστα ανώτερος όλων των βασιλέων της γης. Αυτό συμβολιζόταν στο δράμα με το πρόσωπο του αετού. Επί πλέον με το πρόσωπο του αετού θα λέγαμε ότι υποδη­λώνεται (ότι ο Χριστός όλα τα γνωρίζει και τα βλέπει). Επειδή ιδιαίτερα ο αετός έχει απ' όλα τα ζώα το οξύτερο βλέμμα, συμβολίζει επιτυχώς την ανώτερη από όλα Σοφία (Η «Σοφία» αποτελεί όνομα του Υιού του Θεού.) του Πατρός, την θεότητα του Σωτή­ρος. Άλλωστε και το όνομα «Θεός», όπως ισχυρίζονται οι θεολόγοι, προέρχονται από το «θεώμαι» (Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο έργο του «Περί του μη είναι τρεις Θεούς, προς Αβλάβιον» σημειώνει: «Μία από τις ενέργειες του Θεού, είναι η εποπτική και ορατική, θα την λέγαμε θεατική. Μ' αυτήν παρατηρεί τα πάντα και εποπτεύει τα πάν­τα. Βλέπει τις σκέψεις και διεισδύει με την παρατηρητική του δύναμι στα αθέατα. Γι' αυτό έχουμε την γνώμη ότι ο Θεός ωνομάσθηκε έτσι από την θέα... Αυτά που βλέπον­ται λέγονται θεατά, και αυτός που τα βλέπει λέγεται Θεός».).

Και τέταρτον, ότι ο Χριστός είναι Ιερεύς και ότι θυσιάσθηκε. Αυ­τός ο ίδιος πρόσφερε τον εαυτό του θυσία και καθάρισε με το δικό του αίμα τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτά τα έδειχνε το πρόσωπο του μόσχου.

Με το νου τους βέβαια οι Απόστολοι εγνώριζαν ποιος ήταν ο Κύ­ριος. Αυτό συμπεραίνεται και από τον λόγο που είπε ο μακάριος Παύ­λος- «εμείς έχουμε νου Χριστού» (Α' Κορ. 2, 16). Και η γλώσσα τους με τα λόγια έδινε σχήμα και μορφή στο περιεχόμενο του νου. Έτσι εμφά­νιζε στους ανθρώπους ποια ιδέα είχαν αυτοί για τον Σωτήρα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα πρόσωπα των ζώων δίδαξαν στον προφήτη τα λόγια που οι Απόστολοι είπαν για τον Σωτήρα.

Δύο φτερά σκέπαζαν τα σώματα των ζώων. Αυτά δήλωναν στον καθένα εκείνο που είπα και για (τα φτερά που ήταν κάτω από) τα χέρια, ότι δηλαδή οι Απόστολοι φαίνονταν ανώτεροι από την ανθρώπι­νη φύσι, γιατί η θεϊκή δύναμις (που εικονίζεται με τα φτερά) απέκρυβε την ανθρώπινη αδυναμία (που εικονίζεται με τα σώματα των ζώων).

«Και πορεύονταν όπου πορευόταν το πνεύμα, (δηλ. ο άνεμος)» (στ. 12), διότι «ωδηγούντο από το Πνεύμα του Θεού»( Δηλαδή: Τα τέσσερα ζώα δεν καθώριζαν αυτά την πορεία τους, αλλά το πνεύμα, ο άνεμος, για να συμβολίζεται έτσι ότι οι κήρυκες του Ευαγγελίου δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι την Ιεραποστολική τους πορεία, αλλά το Άγιο Πνεύμα. Αυτό εμπνέει και οδηγεί τα βήματα τους.) (Ρωμ. 8, 14).

      8. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα, κάτι που έμοιαζε με φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν στην μέση των ζώων και φαινόταν φεγγοβόλημα φωτιάς και από την φωτιά ξεπετά­γονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές» (στ. 13). «Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ» (=σαν την αστραπή) (Ο στίχος αυτός απουσιάζει από το κείμενο των Ο'. Υπάρχει όμως σε άλλα, όπως στο μασσωριτικό και στην Βουλγάτα.) (στ. 14).

(Εδώ συμβολίζεται) το έργο των Αποστόλων, το οποίο ήταν ν' ανάβουν την φωτιά εκείνη που ήρθε ο Κύριος ν' ανάψη στην γη. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα». (Αυτή η φωτιά δεν τα έκαιε τα ζώα), γιατί δεν ήταν φωτιά που κατα­στρέφει και αφανίζει, αλλά που ζωοποιεί και φωτίζει. Φαίνονταν λοιπόν φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν με αστραφτερό φεγγοβόλημα φωτιάς- και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες Ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές- και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ, που σημαίνει ταχύτατα σαν αστραπή. Μ' αυτό οπωσδήποτε δη­λώνεται το έργο των Αποστόλων, ότι δηλαδή θα γυρίσουν όλη την γη για να κηρύξουν τον λόγο- και ότι αυτό θα γίνη με ταχύτητα˙ και ότι πουθενά δεν θα πτοηθούν από τους αντίθετους που αντιστέκονται (στον λόγο του Ευαγγελίου).

      9. «Και κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη που βρισκόταν άμεσα συνδεδεμένος μετά τέσσερα ζώα(Είναι οι τροχοί του χερουβικού άρματος. Και με τους τροχούς αυτούς παρι­στάνονται άγγελοι). Η εμφάνισις και η κατασκευή των τροχών έμοιαζε με θαρσίς (Πρόκειται για πολύτιμο πετράδι, μάλλον για χρυσόλιθο. Η ονομασία οφείλε­ται στην Θαρσίς, αποικία των Φοινίκων στην Ισπανία, απ' όπου κουβαλούσαν στην Τύ­ρο χρυσό, χρυσαφικά και ασημικά). Οι τέσσερις τροχοί ήταν όμοιοι. Φαίνονταν κατα­σκευασμένοι σταυρωτά, ο ένας δηλαδή μέσα στον άλλο. Και πορεύονταν στις τέσσερις διευθύνσεις, χωρίς να κά­νουν στροφή, όταν άλλαζε η πορεία τους˙ ούτε η στεφάνη των τροχών έκανε στροφή» (στ. 15-18α).

  Οι τροχοί που προστέθηκαν τώρα στο όραμα υποδηλώνουν την ευδρομία, (την καλή πορεία δηλαδή) του κηρύγματος. Επί πλέον συμ­βολίζουν τι μορφή είχαν τα λόγια των Αποστόλων, ότι άλλα δηλαδή από τα λόγια του κηρύγματος τους για τον Χριστό ήταν θεοπρεπή και άλλα ανθρώπινα. Αναφέρονταν σ' όλη την θεϊκή του και ανθρώπινη ενέργεια. Και σύμφωνα μ' αυτά τα λόγια έπαιρνε μορφή και σχήμα η κίνησις του κηρύγματος. Οι τροχοί έκαναν δύο κινήσεις, μια κυκλική (γύ­ρω από τον εαυτό τους) και μία κατ' ευθείαν (όταν προχωρούσε και πε­τούσε το άρμα).

Η κατ' ευθείαν κίνησις δηλώνει την ανθρώπινη ενέργεια, η οποία αρχίζει με τον δικό της (ανθρώπινο) λόγο και τελειώνει μ' αυτόν. Η κυ­κλική δηλώνει την θεϊκή ενέργεια.

Ο κύκλος μάλιστα εικονίζει από πολλές πλευρές τον Θεό και τα θεϊκά πράγματα. Πρώτον, διότι είναι ένα σχήμα εντελώς ξεχωριστό από όλα τα άλλα σχήματα. Έπειτα από το ότι κλίνει και νεύει προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο νους (Ο νους στον άνθρωπο είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Εικονίζει τον Θεό περισ­σότερο από κάθε άλλο. Οι Πατέρες ομιλούν για «κυκλική κίνησι του νου» που γίνεται στην αυτοσυγκέντρωσι και στην νοερά προσευχή). Επίσης, διότι η κυ­λινδρική στεφάνη των τροχών εξ αίτιας του κυκλικού της σχήματος κι­νείται ταχύτατα, ακουμπώντας μόνο σε μία ευθεία. Όταν βέβαια η κίνησις γίνεται δια μιας και εκτός χρόνου, αυτό είναι ίδιον του Θεού. Ό­ταν όμως γίνεται ταχύτατα, σε ελάχιστο χρόνο (όπως στην κυλινδρική στεφάνη των τροχών), αυτό είναι πράγμα που πλησιάζει αρκετά στον Θεό. Επίσης όταν η κίνησις γίνεται (πάνω από την γη και) πάνω από την ύλη, αυτό είναι εντελώς του Θεού. Όταν όμως γίνεται με το περισ­σότερο μέρος πάνω από την γη (όπως στον κύλινδρο των τροχών, αυτό πλησιάζει πάρα πολύ στα θεϊκά πράγματα.

«Και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι τροχοίς», δηλαδή ήταν όμοιοι με­ταξύ τους και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε οι τέσσερις να χαρακτηρίζωνται σαν ένας: «Κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη». (Εδώ εικονίζεται το έργο των Αποστόλων, στο οποίο) παντού συναντούμε μία και ό­μοια δραστηριότητα, συναντούμε ενότητα και σύνδεσμο που οφείλεται στην σύμπνοια, στην ειρήνη και στο ότι όλοι κηρύττουν τον Θεό. Τούτο το δήλωσε ο προφήτης και με τα επόμενα λόγια: «Και η όρασις των τροχών και η κατασκευή τους και το έργο τους», δηλαδή η κίνησίς τους, «ήταν σε σχήμα σταυρωτό, ο ένας δηλαδή τροχός μέσα στον άλλο» (στ. 16). Έτσι η κίνησις των τροχών ήταν μία, όπως συμβαίνει όταν οι τροχοί έχουν το ίδιο κέντρο -«ομόκεντροι»- και παίρνουν στροφή από ένα άξονα(Και οι Απόστολοι είχαν τον ίδιο άξονα και το ίδιο κέντρο κινήσεως, που ήταν ο Χριστός· και το Άγιο Πνεύμα, που τους έστειλε την Πεντηκοστή. Και η σταυρωτή εμφάνισις των τροχών υποδηλώνει το κεντρικό κήρυγμα περί «Χριστού Εσταυρωμένου»). Αυτό σημαίνει «ο ένας τροχός μέσα στον άλλο».

«Και πορεύονταν προς τις τέσσερις διευθύνσεις τους» (στ. 17), που σημαίνει ότι «το κήρυγμα (των Αποστόλων) έφθασε ως τα πέρατα της οικουμένης» (Ψαλμ. 18, 5).

      10. «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί. Κοίταξα και τους είδα. Και η κάθε στεφάνη στους τέσσερις τροχούς ήταν γύρω -γύρω γεμάτη μάτια. Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύον­ταν μαζί τους και οι τροχοί. Και καθώς πετούσαν προς τα πάνω τα ζώα, πετούσαν μαζί τους και οι τροχοί. Σε οποίο σημείο κατευθυνόταν η νεφέλη, προς τα εκεί ήταν η πορεία (του άρματος). Πορεύονταν τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν πετώντας μαζί τους, γιατί οι τροχοί ήταν ζωντανά πλάσματα. (Οι τροχοί εικόνιζαν αγγελικές δυνάμεις, τα «πολυόμματα» Χερουβίμ. Αρκετές φορές στην Γραφή οι άγγελοι εικονίζονται με ίππους και με άρματα)» (στ. 18-20).

«Και οι τροχοί ήταν υψηλοί», (που σημαίνει άτι οι Απόστολοι ή­ταν υψηλοί), διότι αυτό που κήρυτταν είχε μέγεθος και ύψος, διότι κή­ρυτταν τον Ύψιστο.

«Ήταν και φοβεροί» ( Η φράσις αυτή απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο'. Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό κείμενο και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 18) (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) μερικές φορές χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν τιμω­ρίες και πληγές σε ανθρώπους πολύ αναίσθητους και αχάριστους, όπως λ.χ. στον Ανανία.

«Και η κυλινδρική στεφάνη τους ήταν γεμάτη μάτια» (που σημαί­νει ότι οι Απόστολοι) εγνώριζαν και τα πράγματα του μέλλοντος και του παρελθόντος. (Η γνώσις αυτή των Αποστόλων αποτελεί χάρισμα του Αγίου Πνεύματος). Και ο (προφήτης) Ζαχαρίας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα ονομάζει «μάτια του Κυρίου Σαβαώθ που επο­πτεύουν όλη την γη» (4, 5).

Όλα όσα εμφανίσθηκαν στο όραμα, και τα ζώα και οι τροχοί ακο­λουθούσαν μία και την αυτή πορεία, και συμβόλιζαν έτσι την μια πορεία του «ευαγγελίου της ειρήνης» (Εφ. 6, 15). «Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Όταν σταματούσαν εκείνα, σταματούσαν κι αυτοί. Και όταν εκείνα πετούσαν προς τα πάνω, πετούσαν μαζί τους κι αυτοί», διότι ένα ήταν αυτό που τους έδινε την κίνησι, το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο δηλώθηκε με την φράσι, «διότι στους τρο­χούς υπήρχε πνεύμα ζωής» (στ. 20).

     11. «Πάνω από τις κεφαλές των ζώων υπήρχε κάτι πού έμοιαζε με στερέωμα ουρανού, και φαινόταν σαν φοβερό κρύσταλλο, απλωμένο πάνω από τα ανυψωμένα φτερά τους. Έτσι από κάτω από το ουράνιο αυτό στερέωμα απλώνονταν τα φτερά τους, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ δύο φτερά στο καθένα ζώο ήταν συνεπτυγμένα και σκέ­παζαν τα πρόσωπα τους (Η παραδεδεγμένη μετάφρασις είναι «σκέπαζον το σώμα τους» ή «σκέπαζαν τα σώματά τους». Στο όραμα των Σεραφίμ, του προφήτου Ησαΐα, γίνεται λόγος για σκέπασμα προσώπων (6, 2)). Και. άκουα τον ήχο από τα φτερά τους, ενώ πετούσαν, σαν βροντερό ήχο καταρράκτου, σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ, δηλαδή του Ικανού»( Σύμφωνα με τις παλαιές μεταφράσεις - Β' μ.Χ. αι.- του Ακύλα και του Συμ­μάχου το «Σαδδαΐ» μεταφράζεται «Ικανός». Άλλοι όμως το μεταφράζουν «παντοδύνα­μος») (στ. 22-24).

Το στερέωμα του ουρανού σημαίνει ότι αυτός που κάθεται πάνω του είναι Θεός, διότι «ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο, ενώ την γη την έδωσε στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 113, 24).

Ο κρύσταλλος και το ζαφείρι(Λίγο πιο κάτω (στ. 26) αναφέρει ο προφήτης ότι είδε «ομοίωμα θρόνου», ο οποίος φαινόταν φτιαγμένος από ζαφείρι) συμβολίζουν τον Χριστό. (Πολύ­τιμοι λίθοι, αυτά, αλλά και) ο Χριστός ονομάζεται από την Γραφή λίθος ακρογωνιαίος. Ο κρύσταλλος (σαν διαφανής) συμβολίζει την μία πλευ­ρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι φανερός και γνώριμος στους αν­θρώπους. Πλην όμως και ως προς αυτήν την πλευρά είναι φοβερός. Επειδή είναι προσιτός και κατανοητός, δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιφρονήται.

Και το ζαφείρι (με το θαλασσί χρώμα του) συμβολίζει την άλλη πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι βαθύς και μυστηριώδης και ακατανόητος στους ανθρώπους.

Τα πρόσωπα των ζώων, κατά το ένα μέρος φαίνονταν και κατά το άλλο καλύπτονταν από τα φτερά. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Υιός του Θεού ήρθε κοντά μας και ότι ήταν άνθρωπος και πέθανε για μας και αναστή­θηκε - η φανερή πλευρά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγιναν αυτά είναι εντελώς απόκρυφος και συγκαλυμμένος και ξεπερνάει την Ικανότη­τα των ανθρώπων να τον γνωρίσουν. Γι' αυτό τα πρόσωπα των ζώων που συμβόλιζαν τα λόγια (των Αποστόλων) για τον Σωτήρα, και φαί­νονταν και σκεπάζονταν από τα φτερά.

Και ο ήχος των φτερών στο πέταγμα «ως φωνή ύδατος πολλού». Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται ύ­δωρ. Και χαρακτηρίζεται ως «πολύ», για να υποδηλωθή η θεότητά του, χάρις στην οποία τα πάντα περιέχει και συγκρατεί˙ και είναι πάνω από κάθε ανάγκη, πράγμα που δηλώθηκε με τα επόμενα˙ «ως φωνήν Θεού Σαδδαΐ», δηλαδή σαν φωνή Θεού Ικανού. Αυτό το «Ικανός» ισοδυναμεί με το «πολύς» και «χωρίς ανάγκες».

      12. «Και καθώς πορεύονταν τα ζώα ακουόταν ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου· και όταν σταματού­σαν, έπαυε ο ήχος των φτερών» (Η φράσις «ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου» απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο', όπως επίσης και η φράσις «σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ». Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 24).

«Και ξαφνικά ακούσθηκε φωνή πάνω από το στερέω­μα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφα­λές τους» (στ. 25). «Όταν σταματούσαν τα ζώα, συμμα­ζεύονταν τα φτερά τους» (στ. 24). «Και πάνω από το στε­ρέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κε­φαλές τους, φαινόταν κάτι σαν το πολύτιμο πετράδι ζα­φείρι, και πάνω σ' αυτό φαινόταν ομοίωμα θρόνου» (στ. 25-26).

Η φωνή του λόγου προς τα ζώα συμβολίζει την φωνή του Σωτήρος προς τους Αποστόλους, αυτήν που είπε τελευταία καθώς ανέβαινε προς τον Πατέρα: «Πορευθήτε σ'όλον τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο σ' όλη την κτίσι» (Μάρκ. 16, 1 5). Αυτή η φωνή όχι μόνο τότε τους ώθησε σ' εκείνο τον δρόμο και τον καλόν αγώνα, αλλά επί πλέον συνεργούσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, και βοηθούσε στην περάτωσι της πορείας. Βέβαια μία φορά ειπώθηκε από τον Κύριο, αλλά συνεχώς δρα με την δύναμι Αυτού που την είπε.

Συνέβη δηλαδή ότι και με το «ας βλάστηση η ξηρά χορτάρι» (Γέν. 1, 11), και «ας βγάλουν τα νερά ερπετά» (Γεν. 1, 20), που είπε η φωνή του Θεού, η οποία δημιουργεί και φέρει εις πέρας τα έργα.

Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι φωνή του Λόγου είναι και το σωτήριο όνομα του Κυρίου, που ακουόταν συνεχώς στο κήρυγμα των Αποστόλων, οι οποίοι πάντοτε επικαλούνταν τον Κύριο. Και όταν βέ­βαια δίδασκαν και όταν θαυματουργούσαν και όταν επιτελούσαν όλα τα άλλα, είχαν στο στόμα τον Χριστό. Αναφωνώντας αυτό το όνομα, δοκίμασαν πολλές στενοχώριες και πιέσεις για να πεισθούν να μη το κηρύττουν. «Τους παρήγγειλαν», σημειώνει η Γραφή, «να μην ομιλούν γι' αυτό το όνομα» (Πράξ. 4, 18). Αυτοί όμως περισσότερο το διατυμ­πάνιζαν. Και ήταν γι' αυτούς το όνομα του Κυρίου φάρμακο για τα τραύματα, και άξιζε όσο όλα τ' αγαθά της γης.

Γι' αυτό λέγει ο προφήτης, «όταν πορεύονταν αυτά» (που σημαί­νει, όταν πορεύονταν οι Απόστολοι) στον δρόμο του Ευαγγελίου, «ά­κουαν την φωνή του Λόγου(Λόγος εδώ είναι ο Υιός του Θεού - «μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού». Ο Πατέρας εικονίζεται με τον νου και ο Υιός με τον λόγο που γεννάται από τον νου), και μάλιστα σαν θόρυβο στρατοπέδου», αφού βέβαια έτσι η φωνή προκαλεί θαυμασμό και ταιριάζει στην μεγα­λοπρέπεια του Λόγου. Μ' αυτό όμως σημαίνεται και κάτι άλλο: Όλα τα θεϊκά του χαρακτηριστικά ενώ καθ' εαυτά είναι ολοφώτεινα, στους αν­θρώπους όμως είναι σκοτεινά και ακατανόητα. Αυτά τα δύο παρατη­ρούνται αντίστοιχα στην βουή του όχλου, η οποία από το ένα μέρος πα­ρουσιάζεται μεγαλειώδης, άλλ' από το άλλο μέρος ελάχιστα ευδιάκριτη και κατανοητή, επειδή ξεφεύγει από τα όρια της ακριβούς ακοής και αποτελείται από ποικίλους και διαφορετικούς ήχους και φωνές.

Πολλές φορές τα ζώα σταματούσαν να πετούν και στέκονταν ακί­νητα. Αυτό για να δείξουν ότι δεν συμβολίζουν την ακάματη φύσι (του Θεού), αλλά ανθρώπους. Ακόμη, για να δείξουν ότι τα λόγια (του ευαγγελικού κηρύγματος) είναι στερεά και αμετακίνητα. Ακόμη, για να φανή η καλή πρόθεσις και ο σταθερός ζήλος στο Αποστολικό έργο, ότι δηλαδή οι Απόστολοι δεν ήταν ευμετάβολοι και δεν τους εσάλεψαν τα κύματα της κακίας. Επίσης για να δηλωθή ότι μετά την κίνησι χρειαζό­ταν σταμάτημα και ηρεμία, για να μη φανή μάταιη η πορεία των Απο­στόλων, αφού δεν κατέληγε κάπου. Όχι δεν ήταν μάταιη η πορεία των Αποστόλων. Δεν εκήρυτταν μάταια. Αντίθετα (καρποφορούσε), αφού ο μακάριος Λουκάς αριθμεί τόσους και τόσους που συνεχώς επίστευαν.

Ακόμη, η κίνησις φανερώνει την φροντίδα των Αποστόλων για τους ανθρώπους, ενώ η στάσις την στροφή τους προς τον Θεόν και την ένωσί τους μ' Αυτόν, ένωσι που προερχόταν από την στροφή τους προς Αυτόν, αφού η στάσις εικονίζει την αληθινή ειρήνη και το κυρίως ένα, τον Θεό.

«Και όταν στέκονταν, σταματούσε ο βροντερός ήχος των φτερών τους». Αυτό δείχνει ότι η κίνησις των ζώων προερχόταν από τα φτερά τους, που συμβολίζει το ότι η δύναμις των Αποστόλων προερχόταν μό­νο από το Άγιον Πνεύμα. Δεν εκήρυτταν βασιζόμενοι σε «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας» (Α' Κορ. 2, 4). Γι' αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων (ερωτά ο Πέτρος)· «Γιατί ατενίζετε σε μας, ωσάν να το κάναμε αυτό με την δική μας δύναμι και ευσέβεια;» (Πράξ. 3, 12).

Και ο μακάριος Παύλος απαριθμώντας όσα κατώρθωσε στο κή­ρυγμα, πρόσθεσε- «όχι εγώ, αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α' Κορ. 15, 10), και «πάντα Ισχύω εν τω ενδυναμουντί με Χριστώ» (Φιλιπ. 4, 13).

«Και πάνω από τις κεφαλές τους, κάτι που έμοιαζε (με το πολύτι­μο πετράδι) ζαφείρι». Πρώτα είδε κάτι σαν κρύσταλλο και έπειτα βλέ­πει κάτι σαν ζαφείρι. Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάει από τις πιο σαφείς και γνώριμες έννοιες του Θεού και προχωρεί στις βαθύτερες. Τούτο βέ­βαια αποτελεί νόμο στην ανθρώπινη γνώσι. Πάνω στο στερέωμα του ουρανού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με θρόνο και πάνω στον θρόνο είδε τον Σωτήρα «με εικόνες»( Δηλαδή κατά συγκατάβασι ο Σωτήρ έλαβε κάποια μορφή· εδώ μορφή άνθρω­που, ο οποίος είναι τυλιγμένος με υπέρλαμπρη ουράνια δόξα. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποίησε άλλη «εικόνα». Έτσι στον Μωυσή, στην βάτο, πήρε την μορφή φωτιάς, «εν πυρί φλογός» (Εξοδ. 3, 2).).

Όταν βλέπουμε και θεωρούμε την απόκρυφη γνώσι του Θεού, όσο βέβαια είναι δυνατόν, βρισκόμαστε πλησιέστερα σ' Αυτόν. Στον Θεό ασφαλώς ταιριάζει περισσότερο κατανόησις, που ξεπερνάει την ανθρώπινη κατανόησι και γνώσι. Και γι' αυτό το μεν ζαφείρι φαινόταν τόσο πολύ κοντά, ενώ το κρύσταλλο φαινόταν πιο μακρυά από τον θρόνο.

     13. «Και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε κά­ποιος που από πάνω έμοιαζε με άνθρωπο. Από την μέση και πάνω έμοιαζε με ήλεκτρο, σαν φωτιά που έβγαινε από μέσα του σε σχήμα κύκλου (τελευταίες φράσεις, «σαν φωτιά... κύκλου» απουσιάζουν από την μετάφρασι των Ο'). Και από την μέση και κάτω φαινόταν σαν φωτιά που φεγγοβολούσε γύρω - γύρω, κυκλικά. Το φεγγοβόλημα γύρω - γύρω έμοιαζε με το ουρά­νιο τόξο που βγαίνει όταν βρέχη. Τούτο το θέαμα ήταν ομοίωμα της δόξης του Κυρίου! (Είναι αδύνατο να συλλαβή το μυαλό μας την απερίγραπτη ομορφιά που είχε αυτό το ομοίωμα του ουρανίου τόξου. Η λάμψις του υπερέβαινε κάθε ωραιότητα του κτιστού κόσμου. Πρόκειται για «υπερκαλλή αγλαΐα» κατά την φράσι των αρεοπαγιτικών συγραμμάτων. Θεϊκή ομορφιά! «Δεν λέγονται καθόλου και δεν διηγούνται οι αστρα­φτερές λάμψεις του θεϊκού κάλλους». «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί», τονίζει ο Μ. Βασίλειος. Από την στιγμή αυτή ο προφήτης Ιεζε­κιήλ δεν είχε τίποτε ανώτερο και γλυκύτερο ν' αντικρύση στην ζωή του. Και ποτέ δεν ξεχνάει αυτήν την ημέρα, την πέμπτη του τετάρτου μήνα) (στ. 26-28).

Εκείνος που καθόταν στο ομοίωμα του θρόνου και έμοιαζε με άνθρωπο ήταν ο Κύριος, «ο γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Εφεσ. 2, 7). Το ότι καθόταν, σημαίνει ότι είναι «ο μακάριος και μόνος Εξουσιαστής» (Α' Τιμ. 6, 1 5) και ότι «αναπαύεται στους αγίους του»( Εδώ κρύβεται μια ωραία έννοια. Οι ευσεβείς, οι ενάρετοι, οι άγιοι άνθρωποι είναι «θρόνοι» πάνω στους οποίους κάθεται ο Θεός. Στην Κ. Διαθήκη τονίζεται και η έννοια ότι είναι «ναοί του Θεού» (Πρβλ. Α' Κορ. 3, 16)) (Ης. 57, 17).

Το ότι έμοιαζε με ήλεκτρο δηλώνει την ανθρώπινη φύσι του Κυ­ρίου. Το ήλεκτρο το ανέφερε και στην αρχή του οράματος, αλλά τώρα η αναφορά σ' αυτό γίνεται πιο τέλεια και σαφής. Η ανθρώπινη φύσις του Σωτήρος και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους ήταν (σαν το ή­λεκτρο) λαμπρή και ηλιόμορφη και όπως ταίριαζε σε Θεό. Δεν είχε τί­ποτε το φοβερό, αλλά ήταν όλος φιλανθρωπία.

Η φωτιά που είχε μέσα του δηλώνει την φοβερή θεότητά του. Αυτή, η φωτιά, σχημάτιζε κύκλο διότι η εικόνα του κύκλου είναι η πιο ταιριαστή στον Θεό, και διότι έτσι διδασκόταν πως όσα αντίκρυζε ήταν υπερφυσικά. Γι' αυτό, την φωτιά που κινείται ευθύγραμμα την έβλεπε να διαγραφή κύκλο, για να μάθη ότι όσα εμφανίζονται δεν εμφανίζον­ται για τον εαυτό τους, αλλά αποβλέπουν σε άλλα και εικονίζουν άλλα που είναι υπερφυσικά.

Εκείνο που φαινόταν στον Σωτήρα σαν ήλεκτρο, το έβλεπε από την μέση και μέχρι πάνω. Αυτό συμβολίζει την πρώτη παρουσία Του, που ήταν φιλάνθρωπη χωρίς κανένα φοβερό πράγμα. «Δεν ήρθα, λέγει, να καταδικάσω τον κόσμο» (Ιωάν. 12,47). Εκείνο που φαινόταν σαν φωτιά ήταν από την μέση και κάτω, δηλαδή το τελευταίο μέρος. Αυτό συμβολίζει την δευτέρα παρουσία του Χριστού που θα είναι φοβερή, που θα αφανίση τους φαύλους και θα διαχώριση το κακό από το καλό. Κατ' αυτήν την ημέρα απειλείται φωτιά για όσους αμαρτάνουν. Σχετικά τονίζει και ο Παύλος˙ «μας αναμένει φοβερή κρίσις και σφοδρή φωτιά που θα καταφάγη όσους εναντιώνονται στον Θεό» (Εβρ. 10,27).

«Και φεγγοβολούσε σαν ουράνιο τόξο». Το τόξο αυτό αποτελεί σημείο συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, καθώς αναφέρεται στην Γραφή˙ «θα θέσω το τόξο μου στα νέφη και θα είναι σημείο της υποσχέσεως μου» (Γέν. 9,13) και «δεν θα απολέσω πάλι (με κατακλυσμό) όλη την γη» (Γέν. 8,21). Δείχνει λοιπόν η πέριξ κυκλι­κή λάμψις ότι αυτός που φανερώνεται από την λάμψι θα γίνη Παράκλητος(Δηλαδή συμπαραστάτης, συνήγορος, παρηγορητής, βοηθός. Εδώ Παράκλητος είναι ο Χριστός. Συνήθως Παράκλητος ονομάζεται το Άγιον Πνεύμα) για μας στον Θεό και «θα συμφιλίωση τα ουράνια και τα επίγεια» (Κολ. 1,20). «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5,10). Και δηλώνεται γενικά ότι αυτός, (ο Υιός), αποτελεί την ειρήνη μας και την συμφιλίωσί μας με τον Θεό.

Μπορεί όμως το ουράνιο τόξο (του οράματος) να υποδηλώνη και τον Σταυρό, διότι και αυτός είναι σημείο της νέας διαθήκης, δηλαδή της συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, αφού ονομάζεται από τον Σωτήρα «σημείον»· «θα δουν το σημείον του υιού του άνθρωπου» (Ματθ. 24,30). Επειδή όμως ο Σωτήρ είναι «η ειρήνη μας» (Εφ. 2,14) μπορούμε να πούμε˙ «θα δουν το σημείον της ειρήνης». Και αυτό θα παρουσιασθή την ημέρα της βροχής, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, αφού στην Γραφή ονομάζεται βροχή και η ημέρα του Κυρίου (Ίσως να αναφέρεται στο 71ο ψαλμό. «Θα κατεβή σαν βροχή στον πόκο (=τουλούπα μαλλιού)» (στ. 6). Πιο πιθανό να αναφέρεται στον προφήτη Ιωήλ˙ «ημέρα Κυρίου... ημέρα νεφέλης και ομίχλης» (2,2). Παρόμοια έκφρασις συναντάται και στον Σοφονία, (1,15)), η τε­λευταία εκείνη ημέρα «η μεγάλη και επιφανής, η οποία έρχεται», όπως λέγει ένας προφήτης ομιλώντας για την παρουσία του Χριστού (Ιωήλ 3,4).

Επίσης το φεγγοβόλημα αυτό (το όμοιο με ουράνιο τόξο) θέλει να υποδηλώση κάποια δόξα του Χριστού˙ και δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός όπως το συμπεραίνουμε από τα λόγια του Κυρίου: «Όταν δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το Ιωαν. 1 7,1, «πάτερ ελήλυθεν η ώρα˙ δόξασαν σου τον υιόν...» παρατηρεί ότι ο Χριστός την σταύρωσί του την ονομάζει δόξα και αιτία δόξας· «δεν έρχεται ακούσια στον σταυρό. Αντίθετα προσεύχεται να γί­νη αυτό και «δόξαν το πράγμα καλεί» (Υπόμν. εις το κατά Ιωάννην, ομιλία 80η)) (Ιωάν. 12,23).

     14. Αφού είδε αυτά ο προφήτης πρόσθεσε: «Αυτή είναι η όρασις του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου» (στ. 28) που σημαίνει ότι αυτά εικονίζουν το επί γης σωτήριο έργο του Κυρίου. Δική του δόξα ο Κύ­ριος ονομάζει και τον σταυρό, και όλο το σωτήριο έργο του, γιατί όταν περάτωσε όλο το έργο του για μας και ετοιμαζόταν να αναχώρηση προς τον Πατέρα έλεγε προς τους Αποστόλους, «τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του άνθρωπου». Σ' αυτόν αρμόζει δόξα αιώνια.

Αμήν

*Ο Νικόλαος Καβάσιλας ή Χαμαετός, Θεσσαλονικεύς, υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία του 14ου αιώνος, μοναχός, ίσως και κληρικός, σύμβουλος πατριαρχών και αυτοκρατόρων, από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγγραφεύς υπέροχων συγγραμμάτων, τα οποία ξεχωρίζουν για την ζωντάνια και εκ­φραστική δύναμι, για την πειθώ, για το θεολογικό βάθος και την θερμότητα της πίστεως. Χαρακτηρίστηκαν σαν άριστα προϊόντα της εν γένει θρησκευτικής γραμματείας. Εσχάτως η Εκκλησία μας τον κατέταξε επίσημα στην χορεία των Αγίων.

 

Από το βιβλίο του π.ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

εὐλογημένος Συμεὼν ὁ Μικρασιάτης

 

Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.

Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:

«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».

Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:

«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».

Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.

Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.

Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:

-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ἦρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;

-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.

-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;

-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».

Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.

Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:

-Μήπως εἶναι φαντασία σου;

-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.

-Ἦρθε καὶ σήμερα;

-Ἦρθε.

-Καὶ τί σου εἶπε;

-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.

Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.

Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351,
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς).

 

Η ΑΝΩ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Αρχιμανδρίτου ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ  

 «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου, η πόλις του Θεού»

 (Ψαλμ. 86ος)


 
      Θα επισκεφθούμε μία πόλη. Μία ασύγκριτη και υπερθαύμαστη πόλη. Αν συνεργάζονταν οι καλύτεροι αρχιτέκτονες και μηχανικοί της γης και  αν χρησιμοποιούνταν τα εκλεκτότερα οικοδομικά υλικά και αν διατίθενταν κολοσσιαία χρηματικά ποσά, τέτοια πόλις δεν θα χτιζόταν.
 
Αν την γέμιζαν με τα πιο ωραία οικοδομήματα, τους πιο όμορφους κήπους, με θαυμαστά πάρκα και άλση, με ονομαστά μουσεία, με βιβλιοθήκες, με αγορές, με τόπους ψυχαγωγίας, δεν θα έλεγε τίποτε μπροστά στην πόλι πού εμείς θα επισκεφθούμε.
 
Πώς ονομάζεται αυτή η απαράμιλλη πόλις; Έχει διάφορες ονομασίες: Πόλις αγία, πόλις του Θεού, μέλλουσα πόλις, σκηνή του Θεού, νέα Σιών, νέα Ιερουσαλήμ, «καινή» (καινούργια) Ιερουσαλήμ.
 

Ονομάζεται και άνω πόλις, άνω μητρόπολις, άνω Ιερουσαλήμ. Ξεχωρίζει από κάθε γνωστή μας πόλη, γιατί δεν σχεδιάσθηκε και δεν χτίσθηκε από ανθρώπους, αλλά από τον Ίδιο τον Θεό. Τι ωραία πού το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή!
 
«Εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πάλιν ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός»...πού σημαίνει: «Περίμενε ο Αβραάμ να κατοικήση κάποτε στην πόλη με τα γερά θεμέλια, την οποία τεχνούργησε και δημιούργησε ο Θεός», (11,10).
 
Συγκλονιστικό και να το σκεφθεί κανείς. Ο αιώνιος Θεός με την ανεξιχνίαστη σοφία του, την απεριόριστη δύναμί του και τον άπειρο πλούτο του κατασκεύασε μια πόλη. Πώς να συλλάβη ανθρώπινο μυαλό το μεγαλείο, τον πλούτο, την δόξα της, τα κάλλη της.
 
Το χρυσό στόμα της Εκκλησίας μας, ο Ιερός Χρυσόστομος στην 25η ομιλία του στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο νουθετεί: «Ας φροντίσουμε να γίνουμε πολίτες της «άνω πόλεως». Μέχρι πότε θα μένουμε στην εξορία»; Και ερμηνεύοντας τον 47ο ψαλμό σημειώνει; «Συνεχώς και πάντοτε να στρέφουμε το νου μας προς την πόλι μας, την Ιερουσαλήμ και να φανταζόμαστε πάντα τις ομορφιές της - «αυτής τα κάλλη διαπαντός φανταζόμενοι».
 
Είναι η μητρόπολις του βασιλέως των αιώνων. Σ' αυτήν υπάρχουν τα πνεύματα των δικαίων, οι χοροί των Πατριαρχών, των Αποστόλων και όλων των αγίων. Σ' αυτήν όλα είναι  σταθερά και αμετακίνητα. Σ' αυτήν υπάρχουν οι ομορφιές πού δεν φθείρονται και πού δεν φαίνονται - «τα άφθαρτα και αθέατα κάλλη».
 
Πόλις πανέμορφη, πόλις με άφθαρτα και αθέατα κάλλη. Η ωραιότερη πόλις των αιώνων, των εθνών, του σύμπαντος. Εμπρός λοιπόν να την γνωρίσουμε.

Με ξεναγούς πρώτα τους Αγίους της Π. Διαθήκης και στην συνέχεια της Κ. Διαθήκης. Με την βοήθεια των πρώτων θα την αντικρίσουμε θαμπά, «σκιωδώς», ενώ με των δεύτερων καθαρώτερα.
 
Αρχίζουμε με τον μεγάλο Αβραάμ. Στην χώρα της Παλαιστίνης όπου μετώκησε με εντολή του Θεού δεν ήθελε να εγκατασταθεί κάπου μόνιμα. Περιφρονούσε κώμες και πόλεις. Γυρνούσε πότε εδώ και πότε εκεί μαζί με τους πολυάριθμους δούλους του και τα ποίμνια του. Κάθε τόσο έλεγε «πάροικος και παρεπίδημος εγώ ειμί». Το ίδιο ισχύει και για τους διαδόχους του Πατριάρχες Ισαάκ και Ιακώβ. Όταν έλεγε ο Αβραάμ στους Χαναναίους ότι είναι πάροικος και παρεπίδημος νόμιζαν ότι οφειλόταν αυτά στην απομάκρυνση από την πατρίδα του. Αλλά εκείνος εννοούσε το ότι βρισκόταν μακριά από την πόλη του Θεού. Ο Αβραάμ δεν σκεφτόταν την επίγεια πατρίδα του, αλλά την επουράνια.
 
Οπωσδήποτε ο Θεός του την είχε δείξει σε όραμα. Μαγεύτηκε ο νους του και δεν έβλεπε τον καιρό να εγκαταλείψη την γη για να κληρονομήσει την ουρανιά πόλη.
 
«Ομολόγησαν - γράφει ο Απόστολος Παύλος - ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι πάνω στην γη. Με αυτά τα λόγια δείχνουν ότι επιζητούν πατρίδα. Και αν βέβαια είχαν στον νου τους εκείνη από όπου έφυγαν, είχαν τον χρόνο να ξαναγυρίσουν. Αλλά τώρα λαχταρούν καλύτερη πατρίδα, δηλαδή επουράνια. Γι' αυτό και ο Θεός δεν ντρέπεται να ονομάζεται δικός τους Θεός.  Και τους έχει ετοιμάσει πόλη» (Έβρ. 11,13-16).

Οι Πατριάρχες λοιπόν της Π. Διαθήκης το γνώριζαν πολύ καλά πώς υπάρχει στον ουρανό μία θεοκατασκεύαστη πόλη, πού τους περιμένει. Η ομορφιά της Ουρανίας αυτής πατρίδας έσβηνε κάθε πόθο προς την επίγεια. Και ο Δαβίδ επίσης είδε την άνω Ιερουσαλήμ. Και μάλιστα αντίκρισε κι ένα ποτάμι να κυλάει ανάμεσά της. Άκουσε και τον ευχάριστο ήχο των ζωηρών υδάτων του:

«Του πόταμου τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού» (ψαλμ, 45ος)

Ας μη νομίσει κανείς ότι πρόκειται για την κάτω Ιερουσαλήμ, γιατί απ' αυτήν δεν περνάει κανένας ποταμός με ορμητικά ύδατα. Σχετικά παρατηρεί ο αδελφός του Μ. Βασιλείου άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Τα ορμητικά νερά του θεϊκού ποταμού, δηλαδή τα διάφορα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος ευφραίνουν την επουράνια πόλη του Θεού...».

Αλλά και ο Δαβίδ και η πόλις του έχουν να μας μιλήσουν για την άνω Ιερουσαλήμ. Μετέβαλε μία άσημη πόλη την Ιεβούς σε Ιερουσαλήμ, σε πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του Ισραηλιτικού λάου. Την έκανε πρωτεύουσα πού ένωσε το δωδεκάφυλο. Εβασίλευσε σ' αυτήν με δικαιοσύνη, «ποιών κρίμα και δικαιοσύνην επί πάντα τον λαόν αυτού» (Β' Βασ. 8,15). Την περιέβαλε με επιβλητικά τείχη και ισχυρές πύλες. Και η τοποθεσία, άκρως κατάλληλη. Μέρος υψηλό και απόρθητο. Ο δρόμος προς αυτήν, ανηφορικός. Πορεία ανοδική. Όλα αυτά με μυστικό τρόπο μιλούν για την άνω Ιερουσαλήμ. Μυστικές προεικονίσεις.
 
Το ύψος της κάτω Ιερουσαλήμ εικονίζει το ουράνιο ύψος της άνω πόλεως. Η ανάβασις προς αυτήν, την ιερή άνοδο προς τις αρετές, τον Θεό, την Ουρανία πατρίδα. Τα ισχυρά τείχη της μίας, τα αντίστοιχα απόρθητα τείχη της άλλης. Η δίκαιη βασιλεία του Δαβίδ, τον βασιλέα της άνω Ιερουσαλήμ πού «αγάπησε την δικαιοσύνη και εμίσησε την ανομία». Τι ωραίο πού ήταν στο χρόνια του Δαβίδ να βλέπεις να συρρέουν στην Ιερουσαλήμ όλες οι φυλές του Ισραήλ, και μάλιστα στις ωραίες θρησκευτικές τελετές. Αυτό αινιγματικά προτυπώνει την μελλοντική συγκέντρωση όλων των κατά πνεύμα Ισραηλιτών από όλα τα έθνη στην ουράνια πόλη.

Υπέροχα λόγια για την άνω Ιερουσαλήμ σημειώνει ο προφητάναξ στον 86ο ψαλμό. Την αντιδιαστέλλει από την κάτω Ιερουσαλήμ, την αποκλειστική κατοικία των Εβραίων. Σ' αυτήν θα συγκεντρωθούν σεσωσμένοι από όλα τα έθνη. Χαναναίοι πού αντιπροσωπεύονται από την Ραάβ. Ανατολικοί λαοί πού εκπροσωπούνται από τους Βαβυλωνίους. Λαοί των περιοχών της Μεσογείου πού υποδηλώνονται από την φοινικική Τύρο. Φυλές της Αφρικής πού επισημαίνονται με τους Αιθίοπες.

Για όλους αυτούς η πόλις του Θεού θα είναι μητέρα. Ο καθένας, θα αναφωνεί: «Μητέρα μου, Σιών»! («Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος» - στ. 51.)

Γίνεται λόγος σ' αυτόν τον Ψαλμό για την υψηλή θέση της πόλεως και για τα ισχυρά θεμέλια της πού κατασκευάσθηκαν από τον ίδιο τον Θεό: «Οι θεμέλιοι αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις... Αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος» (στ. 1 και 5).
 
Όλοι οι κάτοικοί της θα πλέουν σε πέλαγος ευτυχίας. «Ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί» (στ. 7). Ορισμένες έννοιες αυτού του Ψαλμού αναφέρονται στην Εκκλησία. Μεταξύ όμως της Εκκλησίας και της άνω Ιερουσαλήμ δεν υπάρχουν διαφορές, αφού η δεύτερη αποτελεί την φυσική κατάληξη της πρώτης. Πόλις του θεού είναι η Εκκλησία και «δεδοξασμένα ελαλήθη περί αυτής». Όμοια και η άνω Ιερουσαλήμ είναι Εκκλησία, «Εκκλησία πρωτοτόκων» όπως το λέει ο Απόστολος Παύλος.
 
Αλλά και ο Τωβίτ μας ομιλεί για την ένδοξη πόλη. Βρέθηκε αιχμάλωτος των Ασσυρίων στην Νινευή, μετά την καταστροφή του βορείου βασιλείου των Εβραίων. Πόσο εντυπωσιακά είναι τα λόγια του στην δοξολογητική του προσευχή! Πόσο περίλαμπρη οραματίζεται την πόλη του Θεού!

«Ας δοξάζη η ψυχή μου των Θεό
τον μεγάλο βασιλέα,
διότι θα οικοδομηθή η Ιερουσαλήμ
με ζαφείρι και σμαράγδι·
τα τείχη σου με πολύτιμα πετράδια·
και οι πύργοι και οι προμαχώνες με καθαρό χρυσάφι.
Και οι πλατείες της Ιερουσαλήμ
θα κατασκευασθούν με πολύτιμα πετράδια,
βήρυλλο, άνθρακα και λίθο από το Σουφείρ».
(Τωβίτ, 13,15-18)

Αυτά δείχνουν την μελλοντική δόξα, όχι της επίγειας αλλά της άνω Ιερουσαλήμ και μας φέρνουν στο νου τα οράματα του θεολόγου, στην Πάτμο. Ακόμη στα μάτια του Τωβίτ η Ιερουσαλήμ προβάλλει σαν ένας απέραντος ναός πού αντηχεί από δοξαστικές υμνωδίες:

«Και θ' αναφωνούν όλοι οι δρόμοι της,
αλληλούια,
και θ' ακούγωνται τα δοξολογικά λόγια:
Ευλογητός ο Θεός
πού ύψωσε όλους τους αιώνες».
(13,18)

Πιο ενθουσιαστικά μας ομιλεί για την Θεοκατασκεύαστη πόλη ο προφήτης Ησαΐας:

«Να φωτίζεσαι, να φωτίζεσαι, ω Ιερουσαλήμ,
διότι ήρθε το φως σου.
και η δόξα του Κυρίου
ανέτειλε σε σένα».
(60,1)


Ποιος δεν θα ζήλευε τα μάτια του μεγάλου προφήτη πού αντίκρισαν το υπέρλαμπρο φως της αχειροποίητης πόλεως! Την αντίκρισαν μέσα σε αστραφτερή θεϊκή δόξα, μέσα σε Ιερή φωτοπλημμύρα. Τέτοια υπερβολή φωτός αχρηστεύει κάθε ανάγκη υλικού φωτισμού:

«Και δεν θα έχεις τον ήλιο
για να σε φωτίζει την ημέρα
ούτε το φεγγάρι
για να σε φωτίζει τη νύκτα,
αλλά θα είναι για σένα ο Κύριος
φως αιώνιον».
(60,19)

Γεμάτη φως, αλλά και γεμάτη πλούτη. Χάνεται το μυαλό του ανθρώπου από τον πλούτο και την πολυτέλεια της ουράνιας πόλεως. Τα πλούτη της Νινευή ή της Βαβυλώνας δεν δέχονται την παραμικρή σύγκριση. Αυτή είναι η πλουσιότερη πόλη του σύμπαντος. Σ' αυτήν θα συρρέουν όλα τα πλούτη της οικουμένης, οι στίχοι του προφήτου είναι πολύ εκφραστικοί:
 
«θα θηλάζεις από τα έθνη γάλα, και θα τρως τον πλούτο των βασιλέων» (60,16). «Ο πλούτος της θάλασσας θα έρθει σε σένα, και ο πλούτος των εθνών και των λαών... θα κουβαλήσουν χρυσάφι και λιβάνι και πολύτιμους λίθους» (60,5-6). Αντί για χαλκό θα σου φέρω χρυσάφι, και αντί για σίδερο ασήμι» (60,17). «θα κάνω τα θεμέλια σου με ζαφείρι. θα κάνω τις επάλξεις σου με ίασπι (διαμάντι πού κρυσταλλίζει, συνήθως κόκκινο), τις πύλες σου με κρυστάλλινες πέτρες και το τείχος σου με εκλεκτά πετράδια (54, 1 1-12).

Οι εχθροί της θα έχουν νικηθεί και θα υπάρχει τέτοια ασφάλεια πού οι πύλες της θα παραμένουν συνεχώς ανοιχτές: «Και θα ανοιχθούν οι πύλες σου για πάντα. Ημέρα και νύχτα δεν θα κλείνουν» (60,11).
 
Απερίγραπτη χαρά θα βασιλεύει εκεί, «Θα έρθουν στην Σιών με ευφροσύνη και με αιωνία αγαλλίαση. Πάνω στο κεφάλι τους θα υπάρχει μεγάλη χαρά και δοξολογία, θα τους καταλάβει ευφροσύνη. Έφυγαν η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός» (51,11). «θα σε καταστήσω γεμάτη αιωνία αγαλλίαση και γεμάτη ευφροσύνη σ' όλες τις γενεές (60,15). «Θα είσαι στεφάνι ομορφιάς στο χέρι του Κυρίου και βασιλικό στέμμα στο χέρι του Θεού σου» (62,3). «Όπως ακριβώς ευφραίνεται ο νυμφίος με τη νύφη, έτσι θα ευφρανθεί ο Κύριος με σένα» (62,5). Θα είναι η πόλις του Θεού παγκοσμία μητέρα. Απ' όλα τα μέρη της οικουμένης θα ξεκινήσουν γι' αυτήν τα παιδιά της. Θα πετάνε προς αυτή όπως τα περιστέρια και θα τρέχουν όπως τα σύννεφα. «Σήκωσε γύρω τα μάτια σου και δες συγκεντρωμένα τα παιδιά σου. Να, έφθασαν όλοι οι γιοί σου από μακριά» (60,4).
 
Ας έρθουμε στην Καινή Διαθήκη. Ο Κύριος έμμεσα ομιλεί για την άνω Ιερουσαλήμ όταν λέει το βράδυ του Μυστικού Δείπνου: «Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής. Αν δεν υπήρχαν θα σας το έλεγα. Πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Και αφού θα πάω και θα σας ετοιμάσω τόπο, θα έρθω πάλι για να σας παραλάβω κοντά μου, ώστε να βρισκόσαστε και σεις οπού βρίσκομαι εγώ. (Ιωάν.14,2-3).
 
Μ' αυτά τα λόγια η άνω Ιερουσαλήμ χαρακτηρίζεται σαν «οικία του Πατρός». Εκεί θα κατοικεί ο μόνος φυσικός Υιός αλλά και οι μυριάδες κατά χάριν υιοί. Όλα τα παιδιά του Θεού στο σπίτι του Πατέρα. Το πατρικό σπίτι βρίσκεται στην πατρίδα. Και η πατρίδα είναι για τον καθένα μια άλλη μητέρα. Αυτήν την αλήθεια την τονίζει ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Γαλατάς, όταν συγκρίνει τις δύο διαθήκες και τις δύο Ιερουσαλήμ:

«Η δε άνω Ιερουσαλήμ
ελευθέρα εστίν,
ήτις εστί μήτηρ πάντων ημών».
(Γαλάτ. 4.26)

Μητέρα όλων των Χριστιανών, όλων των ευσεβών. Μητέρα πού προεικονίζεται όχι από την Άγαρ, αλλά από την Σάρρα, όχι δηλαδή από την δούλη αλλά από την ελεύθερη. Η δούλη Άγαρ εικονίζει την επίγεια Ιερουσαλήμ. Κι αυτό σημαίνει ότι εκεί στην ουρανιά πατρίδα θα  απελευθερωθούμε από κάθε κακό, κάθε πειρασμό, κάθε εχθρό κάθε στεναγμό. Όλα τα δεσμά, της αμαρτίας, της φθοράς, του θανάτου θα σπάσουν. Ελεύθεροι στην αγκαλιά της μητέρας μας. Σαν τον Ισαάκ στην αγκαλιά της Σάρρας κάτω από την σκέπη του μεγάλου Αβραάμ. Σάρρα η άνω Ιερουσαλήμ και Αβραάμ ο οικοδεσπότης και πατέρας Θεός. Έτσι παρουσιάζει τα πράγματα ο ουρανοβάμων Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή.
 
Στην προς Εβραίους κάνει εκτενέστερο λόγο, καθώς αναφέρεται στους Πατριάρχες της Π. Διαθήκης πού είχαν στραμμένο το βλέμμα τους προς την επουράνια πόλη και πατρίδα. Πολύ ενθουσιαστικά ομιλεί γι' αυτήν όταν παραλληλίζει τα δύο όρη (11,18-22). Το ένα, το Σινά, και το άλλο, την ουράνια Σιών:

«Προσήλθατε στην Σιών,
στο όρος και στην πόλη του ζωντανού θεού
στην επουράνια Ιερουσαλήμ
και στους αναρίθμητους αγγέλους,
στο πανηγύρι και στην εκκλησία των πρωτοτόκων
πού είναι γραμμένοι στους ουρανούς,
και στον θεό τον κριτή όλων,
και στα αγιασμένα πνεύματα των δικαίων».
(12, 22-23)

Στην ίδια επιστολή ξεπροβάλλει και άλλη αλήθεια. Ο Χριστιανός δεν μπορεί να συνδέεται με κάποια επίγεια πόλη και πατρίδα. Ο Εβραίος σκέπτεται την Ιερουσαλήμ στην Παλαιστίνη. Ο Χριστιανός όμως στρέφεται προς την πόλη πού θα εμφανιστεί σε χρόνο μελλοντικό.

«Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν,
αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν».

 
«Δεν έχουμε εδώ πόλη πού μένει, αλλά λαχταρούμε την μελλοντική πόλη» (13,14)

Και τώρα ταξιδεύουμε στην Πάτμο, για να πληροφορηθούμε από  ένα γέροντα Απόστολο με μεγαλύτερη ακρίβεια για την πόλη των επιθυμιών μας. Δύο φορές την αντίκρισε ο άγιος Ιωάννης.  Την πρώτη -πράγμα παράδοξο - σαν πόλη και συγχρόνως σαν νύμφη. Πόλις - νύμφη! Τέτοια παράδοξα μόνο στην Αγία Γραφή υπάρχουν. «Είδα την πόλι την αγία, την Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνη από τον ουρανό από τον Θεό ετοιμασμένη σαν νύμφη, στολισμένη για τον άνδρα της» (21,2).  Θαυμαστό το όραμα. Μεγαλειώδες και το άκουσμα: «Και άκουσα δυνατή φωνή από τον ουρανό να λέει: Ιδού η σκηνή του Θεού και των ανθρώπων. Θα σκηνώση μαζί τους. Αυτοί θα είναι ο λαός του. Και αυτός ο Θεός θα είναι μαζί τους» (21,3).
 
Νύμφη η αγία Ιερουσαλήμ. Νυμφίος ο Χριστός. Και η νύμφη «κεκοσμημένη». Με τι στολίδια; Με καθαρότητα, με πραότητα, με εγκράτεια, με ταπείνωση, με αγάπη, με κάθε αρετή, με αγώνες, με νίκες, με αίματα, με θυσίες. Η ώρα του Ιερού γάμου πλησιάζει.  Μας έρχονται στον νου τα λόγια κάποιας παραβολής: «Παρομοιάσθηκε η βασιλεία των ουρανών με άνθρωπο βασιλέα πού έκανε γάμους στον γιό του» (Ματθ. 22,2).
 
Ο Θεός και οι  άνθρωποι στην ίδια σκηνή! Ο Θεός ομόσκηνος μ' εμάς! Πλήρης Θεοκοινωνία. Θεία και θεοποιός μέθεξις. Στο δεύτερο όραμα της Νέας Ιερουσαλήμ διευκρινίζονται καλύτερα τα πράγματα. Παρέχονται λεπτομέρειες, και πολλά σημεία θυμίζουν τον προφήτη Ησαΐα.  Ένας άγγελος παίρνει τον ηγαπημένο μαθητή και τον ανεβάζει ψηλά για να του δείξη την γυναίκα του Αρνίου - «δεύρο δείξω σοι την νύμφην την γυναίκα του Αρνίου» (21,9). Ανέβασμα σε μεγάλο και ψηλό βουνό. Και να! Από τα βάθη του ουρανού ξεπροβάλλει η αγία πόλις και κατεβαίνει. Και όλο και καθαρότερα φαίνεται. Ολόκληρη αστράφτει από θεϊκή δόξα. Η λάμψις της μοιάζει με διαμαντιού πού κρυσταλλίζει. Περιβάλλεται με ψηλό και με μεγάλο τείχος. Οι πύλες της, δώδεκα, τρεις σε κάθε πλευρά. Σε κάθε μία, και το όνομα μιας φυλής του Ισραήλ. Άλλα δώδεκα ονόματα βλέπουμε στα δώδεκα θεμέλια του τείχους. Των δώδεκα Αποστόλων.
 
Ο άγγελος πού συνόδευε τον Ιωάννη κρατούσε ένα χρυσό καλάμι για μέτρο, για να μετρήση την πόλη και τις πύλες της και το τείχος της. Η πόλις είναι τετράγωνη, με ίσα το μήκος, το πλάτος. Και το υψηλότερο της σημείο, εκεί πού είναι ο θεϊκός θρόνος έχει πάλι την ίδια διάσταση. Το μέτρο έδειξε ότι κάθε πλευρά της ανερχόταν στα 12.000 στάδια. (Το στάδιο αντιστοιχεί με 185 μέτρα. Έτσι έχουμε 2.220 χιλιόμετρα). Πόλις υπερμεγέθης. Πλούσια σε άνεση χώρου. Να σημειώσουμε ότι της Βαβυλώνας της μεγαλύτερης πόλεως του αρχαίου κόσμου κάθε πλευρά είχε μήκος 120 στάδια. Μετρήθηκε και το ύψος του τείχους και βρέθηκε 144 πήχεις. Σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με το ύψος της πόλεως, αλλά δεν χρειαζόταν περισσότερο, και γιατί η πόλις δεν θέλει προστασία και για να μη κρύβεται η θέα της. Και το υλικό του τείχους, ίασπις.
 
Καθώς κατερχόταν η αγία πόλις, ο θεολόγος την διέκρινε πιο καθαρά. Τώρα ξεχώριζε και το υλικό των οικοδομών της. Όχι πλίνθοι, Όχι πέτρες, αλλά χρυσάφι. Τα πάντα ολόχρυσα. Και το χρυσάφι, εκλεκτής ποιότητος, ανάλαφρο, στιλπνό, διαυγές σαν γυαλί:

«Και η πόλις χρυσίον καθαρόν,
όμοιον υάλω καθαρώ».
(21,18)

 Ω, τι ανείπωτο μεγαλείο! Μία απέραντη πόλις να πλέει μέσα στο χρυσάφι. Τι θα ένοιωσε ο άγιος Ευαγγελιστής σαν την αντίκρισε. Τώρα διακρίνεται καλύτερα το τείχος της. Και πρώτα απ' όλα οι πελώριοι θεμέλιοι λίθοι. Ο καθένας έχει μήκος 3.000 στάδια, δηλαδή 555 χιλιόμετρα. Κι' ο καθένας ξεχωριστή λάμψη και ομορφιά. Δώδεκα γιγαντιαία πολύτιμα πετράδια: ίασπις, ζαφείρι, χαλκηδών, σμαράγδι, σαρδόνυχας, σάρδιο, χρυσόλιθος, βήρυλλος, τοπάζιο, χρυσόπρασος, υάκινθος και αμέθυστος.

Πω, πω! Τι ομορφιές, τι χρώματα! Από το ζαφείρι και τον υάκινθο γαλάζιες λάμψεις, από τον βήρυλλο πρασινογάλαζες. από τον χρυσόπρασο χρυσοπράσινες, από τον χαλκηδόνα (=αχάτη) καφετιές και άσπρες και άλλες, από τον ίασπι διαμαντένιες, από τον σαρδόνυχα καστανοκόκκινες, από τον χρυσόλιθο χρυσοκίτρινες, από τον αμέθυστο μενεξεδένιες. Χάρμα Οφθαλμών! Και από το τοπάζιο πάλι, τι λάμψεις!  Αυτό το πολύτιμο πετράδι διαθέτει την χάρη του κρυστάλλου, την διαύγεια του νερού και χρώματα άλλοτε κίτρινο, άλλοτε γαλάζιο, υπέρυθρο, κόκκινο. Αλλά και το σάρδιο; Πολύτιμο πετράδι πού έβγαινε στις Σάρδεις, με κοκκινωπό χρωματισμό σαν της φωτιάς και του αίματος - «πυρωπόν και αιματοειδή». Λες και ξεχύθηκαν πανέμορφα ουράνια τόξα. «Οι θεμέλιοι του τείχους της πόλεως παντί λίθω τιμίω κεκοσμημένοι» (21,19)
 
Ανεκλάλητα κάλλη. Διαχύσεις και αντανακλάσεις λάμψεων και χρωμάτων. Μαγευτική χρωματοφωτοπλημμύρα. Ξεχείλισμα Ουρανίας ομορφιάς και δόξας. Τα δώδεκα πανέμορφα θεμέλια εικονίζουν τους Αποστόλους.
 
«Επάνω σ' αυτά είναι τα δώδεκα ονόματα των δώδεκα Αποστόλων του Αρνίου» (21,14). Αν ήθελε κανείς να περιγράφη την πνευματική χάρη των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής, καθώς κι εκείνη πού απέκτησαν αργότερα με την δράση τους και τα παθήματά τους, δεν θα εύρισκε καλύτερη εικόνα απ' αυτή, θεϊκές λάμψεις από ουράνια πολύτιμα πετράδια είναι οι αρετές, η σοφία, η δύναμις, η αξία, τα χαρίσματα, η δόξα των Αποστόλων. «Έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον μεν αποστόλους» (Α' Κορ. 12.28).
 
Και κάτι για τους ετεροδόξους: Τα δώδεκα θεμέλια όλα ίσα. Δεν ξεχωρίζει κανένα πάνω από τα άλλα. Ισότης μεταξύ των Αποστόλων πού σημαίνει ισότητα και μεταξύ των διαδόχων των Αποστόλων. Ίση χάρις και εξουσία και δόξα. Διαφορετική πίστις «εκ του πονηρού εστίν». Κύριε, «ρύσαι ημάς από του πονηρού».
 
Και να, τώρα ξεχωρίζουν και οι πύλες της θεοκατασκεύαστης πόλεως. Γεμάτες κάλλος, στιλπνότητα και διαύγεια. Μαργαριταρένιες. «Και οι δώδεκα πυλώνες δώδεκα μαργαρίται» (21,21). Κάθε πύλη κι ένα θεόρατο μαργαριτάρι. Σύμβολο πνευματικής καλλονής. Μακάριοι όσοι αξιωθούν να περάσουν τις λαμπρές μαργαριταρένιες πύλες.

Τώρα φαίνεται και το κέντρο της πόλεως. Μια πλατειά με παραμυθένια ομορφιά, ολόχρυση, με χρυσάφι καθαρό και διαυγές σαν το γυαλί. «Και η πλατεία της πόλεως χρυσίον καθαρόν ως ύαλος διαυγής»(21,21). Αλλά περίεργο πράγμα! Εκεί στο κέντρο θα έπρεπε να ανυψώνεται περίλαμπρος Ναός. Πουθενά όμως Ναός. Ούτε σε άλλα σημεία της πόλεως. Παράδοξο! Αντί η πόλις να διαθέτη Ναό, δηλαδή κατοικία του Θεού, συμβαίνει το αντίθετο, ο Θεός και ο Χριστός αποτελούν το κατοικητήριο της πόλεως. Όλη η πόλις είναι βουτηγμένη μέσα στον Θεό. Όλη η πόλις, ένας υπερμεγέθης Ναός. «Ο γαρ Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ ναός αυτής εστί, και το Αρνίον» (21,22).
 
Η πόλις, όπως το σημείωσε και ο προφήτης Ησαΐας, δεν χρειάζεται ήλιο και φεγγάρι για να φωτίζουν. Φωτίζεται από την δόξα του Θεού, και για λάμπα της έχει τον Χριστό - «ο λύχνος αυτής το Αρνίον» (21,23). Το φως πού πάνω στο Θαβώρ ξεχύθηκε από το σώμα του Χριστού και ξεπέρασε σε λάμψη το φως του ήλιου, αυτό το θαβώριο φως σε μεγαλύτερη ένταση καταυγάζει τα μήκη, τα πλάτη και τα ύψη της Ουρανίας πόλεως.  Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ονόμασε το θαβώριο φως «καλλονήν του μέλλοντος αιώνος». Και αυτήν την υπερκαλλή ωραιότητα αντίκρισαν τα μάτια του Ιωάννου σκορπισμένη στην πόλη του Θεού. Το υψηλότερο σημείο της πόλεως φθάνει τα δώδεκα χιλιάδες στάδια. Εκεί είναι στημένος ο θρόνος του Κυρίου. Από εκεί ξεπηγάζουν οι χάριτες οι δωρεές και οι ευλογίες του Αγίου Πνεύματος. Σ' αυτήν την πόλη τελείται μια διαρκής Πεντηκοστή. Το πράγμα παρουσιάζεται συμβολικά, με την εικόνα του ποταμού. Για τον ίδιο ποταμό μίλησε, όπως αναφέραμε, και ο Δαβίδ. Τα νερά του πόταμου σκορπίζουν την ζωή, είναι γεμάτα φως, λάμπουν, διασχίζουν χαρούμενα την πόλη και την πλατεία. Η μέση της πλατείας συμπίπτει με την μέση του πόταμου.
 
Εκεί ακριβώς στο κέντρο του ξεπροβάλλει το μυριοπόθητο, το αξιομακάριστο και πολυύμνητο δένδρο της ζωής. Τα νερά του Ιερού ποταμού το χτυπούν, το χαϊδεύουν και το δροσίζουν απ' όλες τις πλευρές. Η γονιμότητα του πρωτοφανής και ακατάπαυστος. Όχι μία αλλά δώδεκα φορές το έτος καρποφορεί. Κάθε μήνα νέα φρουτοπαραγωγή. Και τα φύλλα του θεραπεύουν κάθε αρρώστια. Μακάριος όποιος γευθεί τους γλυκύτατους, τους μυρωδάτους, τους ζωοποιούς και θεοποιούς καρπούς του. Μακάριος κι όποιος τους προγεύθηκε εδώ κάτω στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Υπάρχουν και κάποιες σπάνιες περιπτώσεις πού στο στόμα των πιστών η θεία Κοινωνία πήρε την γλυκύτητα και την ευωδιά ουρανίου καρπού.  «Μακάριοι όσοι εφαρμόζουν τις εντολές του θεού. Αυτοί θα έχουν δικαίωμα να γεύωνται το δένδρο της ζωής. Αυτοί θα έχουν δικαίωμα να περάσουν από τις πύλες μέσα στην πόλη» (22,14).

Χωρίς τήρηση των θείων εντολών, ας μη περιμένουμε μελλοντική μακαριότητα. Φορτωμένοι με κακίες δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στην ουρανιά πόλι. «Δεν πρόκειται να μπει σ' αυτήν τίποτε το μολυσμένο και όποιος πράττει βδελυκτά πράγματα και ακολουθεί το ψεύδος» (21,27). «Έξω τα σκυλιά και οι μάγοι και οι ανήθικοι και οι φονιάδες και οι ειδωλολάτρες» (22,15).

Η άνω Ιερουσαλήμ είναι γεμάτη φως και ζωή. Όποιος ζει αμαρτωλά, βρίσκεται μέσα στο σκοτάδι και τον θάνατο. Πώς να συνταιριάξουν αυτά; Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, στην 30η πνευματική του ομιλία σημειώνει σχετικά: «Όπως ο νεκρός σε μία πόλη είναι εντελώς άχρηστος και τον βγάζουν έξω και τον θάβουν, έτσι και η ψυχή πού δεν έχει επάνω της την επουράνια εικόνα του θεϊκού φωτός, πού είναι η ζωή της, είναι αποτυχημένη και απόβλητη. Δεν μπορεί σε τίποτε απολύτως να χρησιμεύσει στην πόλη εκείνη των αγίων, αφού δεν φορεί την φωτεινή και θεϊκή χάρη του Πνεύματος. Είναι γι' αυτούς νεκρή και άχρηστη».
 
Εκεί όλα είναι φωτεινά και ένδοξα. Καμιά φορά ταξιδεύοντας έτυχε ν' αντικρίσω σε ώρες δειλινού προς την δύση κάποια φαντασμαγορικά ηλιοβασιλέματα με διάχυτες φωτεινόχρωμες ομορφιές. Κι αυτά τα ουράνια κάλλη μου θύμισαν τις ένδοξες φωτοχυσίες της άνω Ιερουσαλήμ. «Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο».

       Εκεί, αν με ελεήσει ο Θεός, αναλογίζομαι πώς θα συναντήσω τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα ντυμένα με ηλιοειδή ενδύματα. Τους μεγάλους πατριάρχες της Π. Διαθήκης με την αλύγιστη πίστη. Τούς θαυμαστούς προφήτες, κι ανάμεσά τους τον ευλογημένο εκ κοιλίας μητρός Σαμουήλ και τον χαριτωμένο Ελισαίο πού κάποτε είχα αποστηθίσει τα θαύματά του. Τον σοφώτατο Δανιήλ πού αναξίως φέρω το όνομά του. Τον ηγαπημένο Ιωάννη με τις θεολογίες του και τα συγκλονιστικά του οράματα. Τον πεφιλημένο Απόστολο Παύλο πού έχει γίνει ένα κομμάτι της ζωής μου. Τον τρισευλογημένο άγιο Ιγνάτιο πού τόσο με γοήτευσαν τα λόγια των θεσπέσιων επιστολών του. Εκεί και τον Γρηγόριο τον θεολόγο, την συμπάθειά μου, πού κάποτε στον επιτάφιο της αδελφής του είχε πει:

«Γοργονία,
πατρίς μεν η ανω Ιερουσαλήμ,
η μη βλεπομένη
νοούμενη δε πόλις,
εν ή πολιτευόμεθα
και προς ην επεινόμεθα»
 

Εκεί και την οσιομάρτυρα Παρασκευή, πού βασανίσθηκε και απετμήθη την κεφαλήν για τον Κύριο, ιδιαιτέρως προστάτιδά μου. Εκεί και την νεαρή μεγαλομάρτυρα Αγία Μαρίνα, πού αξιωθήκαμε να της φτιάξουμε ένα όμορφο εξωκλήσι. Εκεί και τον σεβάσμιο Ρώσο ερημίτη π. Τύχωνα, πού τον γνώρισα σε ηλικία εικοσιέξι ετών σε ερημικό κελί του Αγίου Όρους - εκείνος ήταν ογδόντα, ο πρώτος θεοφόρος πού συνάντησα στην ζωή μου.  Δίπλα του στεκόταν ένα μικρό αγρίμι, μία νυφίτσα, πού του συμπεριφερόταν σαν ήμερη γάτα. Σε ερώτηση γιατί όλοι οι χριστιανοί δεν έχουν την ίδια χάρη από το Άγιο Πνεύμα, ενώ αυτό είναι το ίδιο, έδωσε σοφή απάντηση: «Στην Εκκλησία πού πας ν' ανάψεις κερί, αν δώσεις δέκα δραχμές παίρνεις μικρό, αν δώσεις είκοσι, μεγαλύτερο. Κι αν δώσεις εκατό, παίρνεις λαμπάδα. Έτσι γίνεται και με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, όσο πιο πολλά δίνεις, τόσο πιο πολλά παίρνεις».

Εκεί ο κάθε πιστός θ' αντικρίσει τους προσφιλείς αγίους και προστάτες, τους πνευματικούς του πατέρες και καθοδηγητές, σαν λαμπερά αστέρια να περιχορεύουν γύρω από τον Ήλιο της δικαιοσύνης.

Ας οπλιστούμε λοιπόν με θάρρος κι ας αγωνισθούμε να κατακτήσουμε τις άγιες αρετές του Χριστού, την εγκράτεια, την υπομονή, την ταπείνωση, την αγάπη και μέσα σ' αυτές θα βρούμε τον δρόμο προς τις μαργαριταρένιες πύλες της άνω Ιερουσαλήμ, όπου ο υπέρφωτος θρόνος του Θεού και το ύδωρ της αθανάτου ζωής και οι καρποί του Ιερού δένδρου και το ανέσπερο φως της θεϊκής δόξης - «φως ιλαρόν αγίας δόξης».

Ω Ουρανία Πατρίδα, μη μας απορρίψης από τις μητρικές σου αγκάλες. Αξίωσέ μας να βαδίσουμε υπομονετικά και αθλητικά την στενή οδό για να καταλήξουμε στην αιθέρια απλοχωριά και απεραντοσύνη σου.

 Αμήν

 Και όποιος ακούει ας πει «γένοιτο»!

  

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ