Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στα 1906,

στον τότε Πασά της Θεσσαλονίκης…

«…. Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν τού ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον τού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον τού Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν' αναχωρήσωμεν δι' Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν' αναχωρήσωμεν.

-       Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ' όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν' αναχωρήσωμεν, άλλ' ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας·

Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.

- Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν' αναχωρήσωμεν.

Την απομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον τού Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος.

Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον τού Αγίου Δημητρίου· πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην τού Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μου  ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην τού Χριστού.

Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν τού ποθού­μενου.

Είπον καθ' εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τίνα και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου. Θα μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν' αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος.  Θα προτιμήσω τον θά­νατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους.  Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ένα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω,

-Θέλω τον Πασά.

-Και τι τον θέλεις;

-Έχω λόγον να του πω, απήν­τησα. Μου λέγει,

-Εγώ είμαι αντιπρόσωπος τού Πασά, είπε μοι ελευ­θέρως τι θέλεις; Τώ λέγω˙

-Αφού είσαι αντιπρόσωπος τού Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Αγ. Όρος;

Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον,

-Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος·

-Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρ­τιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζε­τε και μας στενοχωρείτε;  Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαί­νατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ο,τι σεις κάμνετε εις ημάς;

Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά. Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον.

Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, άλλ' εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι ειπόν τι δια την πίστιν μου. Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον.

Και βαδίζοντες προς την οδόν τού μαρ­τυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερός των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα. Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε με θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον.

Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων. Και του έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλά­δα.

Μη γνωρίζοντας ποιος ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πει, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι τού είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να τού ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θά­νατον.

-Και που με επήγαιναν τού λέγω;

-Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια ν' αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν.

Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρη­νών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον τού μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Εάν δε και αθλητίς, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήσει…» (Β' Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος δια να μαρ­τυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαο. Τον αποχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ' οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν, και φωνήσας λεμβούχον τίνα Εβραίον του είπε να μοι υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.

Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντε­λήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει.

Βλέποντες οι του Τε­λωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αυτοί μας επλησίασαν.  Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον αφήκαν.

Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία τού οποίου εσώθην από τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ… 

Άλλ' επειδή δεν κατάλαβα πως και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό  να το μάθω.

Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο οποίος μετέβη και εύρίσκετο εις το Άγιον Όρος.

Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνηση τού Αγιωνύμου Όρους έλαβον πληροφορίας πως και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε εις την Ελλάδα.

«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μου λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρή­σεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος έξω τού καφενείου τού κάτωθεν τού ξενοδοχείου, (εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυ­χόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά της Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον οποίον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν  Ελληνο-Τουρκικήν επιτροπήν μετά τον άτυχη Ελληνο-Τουρκικόν  πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Αφού μείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίρον­τες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην επί μίαν εβδομάδα.

Ο υπασπιστής τού Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πως ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την άλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μου επιτρέψη να μεταβώ εις Άγιον Όρος.

Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος,  να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μου  παρέχει  πάσαν  προστασίαν και βοήθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:

Ήταν και κάποιος άλλος νέος (που είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος), δια τον οποίον  πρωΐαν τινά, ενώ εκοιμούμην  ησύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο Αγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν:

-Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι, και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθερώσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.

Αφού δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.

Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου που μου είχε πει ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.  Επληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε τελείαν υπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς αντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, αλλά το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιή το θέλημα το Ιδικόν Του, αλλά το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΣΗ

ΥΠΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους και, όταν το πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έ­κρινα καλόν να εξέλθω δια να προσκυνήσω τον τάφον τού Αγίου Δημητρίου, τού προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.

Εξελθών, δεν ηξεύρω πως, πάλιν οι Τούρκοι με εξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό επιτήρησιν αρκετάς ημέρας. Όταν δε απεφάσισα να φύγω και επέρασα από το Τελωνείον με συνέλαβον και με επέρασαν από τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλει­σαν εκεί.

Εύρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον οποίον ηρώτησα·

-Δια ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μου λέγει˙

-Δια να μας φονεύ­σουν, και εγώ είπον,

-Τι κακόν εποιήσαμεν;

-Άφησε, μου είπε, μη ε­ξετάζεις το γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον ερχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς επιβάτας. Μόλις όμως έφθασεν, τις οίδε πως και από ποίαν αιτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, το οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον το φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ηκούοντο και φλόγες ουρανομήκεις ανεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη εγένετο ανά­στατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις την παραλίαν, άλλοι δια να δουν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας επιβάτας με τας λέμβους και τα πλοία. Έφυγον δε και όλοι οι φύλακες από το Τε­λωνείο.

Την στιγμήν εκείνην ο νεανίας εκείνος εξαγαγών ψαλίδιον εκ της τσέπης του έκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής. Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον του είπεν να μας υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το οποίον ευρίσκετο έξω τού λιμένος.

Ενώ ητοιμαζόμεθα να εισέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος που με έκλεισεν εις τα συρ­ματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ' ο νεανίας εκείνος, όστις με ε­ξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Ανήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και εγώ εφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματά μου, αφού δε τα ετοποθέτησα, εστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχα­ριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και από που ήταν.

Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους επιβάτας και τους τού Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοίον ούτε να εξέλθη.

Ποιος ήταν και τι εγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ηλευθερώθη η Θεσ­σαλονίκη και επήγα και ελειτούργησα και εκήρυξα τον λόγον τού Θεού εις τον Ναόν τού Αγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα τού Α­γίου ανεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος που με ελευθέρωσε της φυ­λακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότη­τα με την εικόνα τού Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης!

« Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980»

 

Αναδημοσίευση από:

http://patrablog. Blogspot. Com/2011/10/26-1906. Html

 

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑΣ

Αββά Δωροθέου

Ζ´ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι
(Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας)

 

79. Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε ποιος είναι ο λόγος που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. Ποια είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; ΄Αραγε, έχει μία μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; Εγώ βλέπω ότι έχει μεν πολλές αιτίες, μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. Και εξηγώ πώς ακριβώς. Πρώτα-πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. ΄Αλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον άλλο και γι᾿ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι᾿ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι᾿ αυτόν, ούτε γι᾿ αυτά που λέει και κάνει.

80. Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πώς απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιο λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ᾿ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα.

81. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι᾿ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους. Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι᾿ αυτές. Γι᾿ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι᾿ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ᾿ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ᾿ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του. Ποια δε χαρά, ποια ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν έως εσχάτης αναπνοής»), εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ᾿ αυτή;

82. Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πώς μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου;» Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση. Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλον αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι᾿ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή του με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος.

΄Αλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός. Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιον λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι᾿ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι᾿ αυτό. Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση, όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του. Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε, είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε. Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του. Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει. Να καταλάβει δηλαδή ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό, γιατί μ᾿ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.

83. Διότι κάθε αγωνιστή δεν τον καταβάλλουν και δεν τον επηρεάζουν στο ίδιο μέτρο πάντοτε οι πειρασμοί, αλλά όσο προοδεύει στην πνευματική ζωή, τόσο ελαφρότεροι του φαίνονται. Πραγματικά, όσο προοδεύει η ψυχή, τόσο δυναμώνει και μπορεί να βαστάζει όσα τη βρίσκουν. Όπως ακριβώς, αν ένα ζώο είναι γερό και του φορτώσει κανείς βαρύ φόρτωμα, το σηκώνει εύκολα. Και αν ακόμα τύχει να σκοντάψει, αμέσως σηκώνεται και δεν καταλαβαίνει σχεδόν καθόλου ότι σκόνταψε. Αν όμως είναι ασθενικό και αδύνατο ζώο, τότε και το παραμικρό το γονατίζει. Και αν τύχει να πέσει, έχει ανάγκη από πολλή βοήθεια για να σηκωθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή. Όσο αμαρτάνει, ταλαιπωρείται από την ίδια την αμαρτία. Γιατί η αμαρτία έχει την ιδιότητα να ταλαιπωρεί και να φθείρει αυτόν που την διαπράττει. Επομένως, οτιδήποτε και αν συμβεί, τον καταπονεί. Όταν όμως προκόψει ο άνθρωπος, ξεπερνάει διαρκώς ευκολότερα όλα εκείνα που τον κούραζαν κάποτε. Ώστε το να θεωρούμε αίτιο για όσα μας συμβαίνουν τον εαυτό μας και κανέναν άλλο, μας ευεργετεί πάρα πολύ και μας βοηθά να προκόψουμε και μας αναπαύει. Και πολύ περισσότερο μας βοηθά το να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν παραχωρείται να μας συμβεί χωρίς να είναι κάτω από τη Θεία Πρόνοια.

84. Αλλά λέει κάποιος: «Πώς είναι δυνατόν να μην στενοχωρηθώ αν έχω ανάγκη από ένα πράγμα και δεν μου το δίνουν; Αφού το έχω ανάγκη;» Ούτε τότε δεν δικαιολογείται να κατηγορεί κανέναν ή να θλίβεται. Αλλά, αν πράγματι έχει ανάγκη από κάτι, καθώς λέει, και δεν του το δίνουν, πρέπει να σκέπτεται: Ο Χριστός ξέρει καλύτερα από μένα αν πρέπει να ανακουφισθώ και Αυτός θα συμπληρώσει την έλλειψη αυτού του πράγματος ή αυτής της τροφής». Οι Ισραηλίτες έφαγαν το μάννα στην έρημο σαράντα χρόνια. Και το μεν μάννα ήταν ένα είδος, γινόταν όμως στον καθένα ό,τι είχε ανάγκη. Σ᾿ αυτόν που είχε ανάγκη από γλυκό, γινόταν γλυκό. Σ᾿ αυτόν που είχε ανάγκη από αλμυρό, γινόταν αλμυρό. Και μ᾿ έναν λόγο, γινόταν για τον καθένα ό,τι ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του (Σοφ. Σολ. 16, 21). Έτσι λοιπόν, αν έχει κάποιος ανάγκη από αυγό και δεν του δίνουν παρά λάχανο, πρέπει να πει με τον λογισμό του: «Αν ήταν για το συμφέρον μου, οπωσδήποτε θα μου το έστελνε ο Θεός. Πλην όμως και το ίδιο αυτό το λάχανο μπορεί να το κάνει για χάρη μου θρεπτικό σαν αυγό ο Θεός». Και είμαι βέβαιος ότι στα μάτια του Θεού αυτό ισοδυναμεί με μαρτύριο. Γιατί, πραγματικά, αν κάποιος είναι άξιος να αναπαυθεί, ο Θεός φωτίζει και την καρδιά των Σαρακηνών να τον ελεήσουν κατά την ανάγκη του. (Με την θέση αυτή ο αββάς Δωρόθεος με φυσικότητα και απλότητα υποδηλώνει την πίστη του ότι ο Θεός είναι Κύριος της ιστορίας. Επιμαρτυρεί το «ουδέν απρονόητον και εμελημένον παρά Θεῴ» του Μ. Βασιλείου (Έξ. 7, 5) και φανερώνει τη θετική πλευρά της παρεμβάσεως της Θείας Πρόνοιας στη ζωή του ανθρώπου. Αντίθετα, μας θυμίζει το Γραφικό «Εάν πλανηθή ο προφήτης, εγώ επλάνησα αυτόν» (Ιεζ. 14, 9), που φανερώνει ότι και τότε ο Θεός κινείται και πάλι παιδαγωγικά και παρεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου με τη μορφή της αποκρύψεως της αλήθειας. Πολλές φορές κάνουμε τον εαυτό μας ανάξιο της αλήθειας και τότε παρεμποδίζονται να μας την αποκαλύψουν ακόμη και όσοι είναι αρμόδιοι να το κάνουν. Όποιος όμως είναι άξιος να τύχει της βοήθειας του Θεού, τότε ακόμη και οι εχθροί του τον εξυπηρετούν.

Αν όμως δεν είναι άξιος να αναπαυθεί ή δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής του, και αν ακόμα δημιουργήσει καινούργιο ουρανό και καινούργια γη, δεν βρίσκει ανάπαυση. Φυσικά, άλλες φορές βρίσκει κανείς περισσότερα απ᾿ όσα του χρειάζονται, θέλοντας να του δείξει την υπερβολική αγάπη που έχει προς τον άνθρωπο και να τον διδάξει την ευχαριστία. Όταν όμως δεν του δίνει αυτά που του χρειάζονται, καλύπτει με τον λόγο Του την ανάγκη που θα κάλυπτε το πράγμα που του λείπει και τον μαθαίνει υπομονή. Ώστε, σε κάθε περίσταση, πρέπει να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό. Και είτε ευεργετηθούμε, είτε κακοπάθουμε, να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό και να τον ευχαριστούμε για όσα μας συμβαίνουν, προσπαθώντας πάντοτε να διατηρήσουμε την αυτομεμψία. Και να λέμε, όπως έλεγαν και οι Πατέρες, αν μεν συμβεί κάτι καλό, «είναι οικονομία του Θεού», αν δε συμβεί κάτι κακό, «προέρχεται από τις αμαρτίες μας». Πραγματικά, ό,τι και αν πάθουμε, από τις αμαρτίες μας το παθαίνουμε. Γιατί οι ΄Αγιοι, και όταν ακόμα πάσχουν, υποφέρουν για τη δόξα του Ονόματος του Θεού ή για να φανερωθεί η αρετή τους και να ωφεληθούν πολλοί ή για να πολλαπλασιασθεί η αμοιβή τους από τον Θεό. Για μας όμως τους ταλαίπωρους, πώς μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Αμαρτάνουμε κάθε μέρα τόσο πολύ και επιδιώκουμε την ικανοποίηση των παθών μας με κάθε τρόπο. Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο που χάραξαν οι Πατέρες, δηλαδή την αυτομεμψία, και περπατάμε τους στραβούς δρόμους, κατηγορώντας τον πλησίον. Και ο καθένας ζει με αμέλεια, τίποτα δεν εφαρμόζει και έχει την απαίτηση από τον πλησίον να τηρεί τις εντολές.

85. Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο: «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ᾿ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί». Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι᾿ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες». (Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς, και προς τον Θεό και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι᾿ αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κ.λπ., ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση.)

Προσέξτε πώς ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. ΄Αλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε: «Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι᾿ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες». Ο δε άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι᾿ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πώς διαστράφηκε ο λογισμός τους; Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας. Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πει: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι᾿ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πει: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του, και γι᾿ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι. Ο μεν πρώτος έπρεπε να πει: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι᾿ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου». Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ᾿ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.

86. Να, γι᾿ αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε, γι᾿ αυτό δεν βρίσκουμε ωφέλεια σε τίποτε, αλλά περνάμε όλο τον καιρό μας σαπίζοντας από τους λογισμούς που κάνουμε εναντίον των αδελφών μας και κατατσακιζόμαστε, επειδή καθένας δικαιώνει τον εαυτό του. Καθένας αφήνει τον εαυτό του, όπως είπα, χωρίς να εφαρμόζει τίποτα. Και όλοι μας έχουμε την απαίτηση να τηρούν οι άλλοι τις εντολές του Θεού. Γι᾿ αυτό και δεν μπορούμε να συνετισθούμε να κάνουμε το καλό, γιατί αν ποτέ και το ελάχιστο μάθουμε, αμέσως απαιτούμε από τον αδελφό μας να το εφαρμόσει, κατηγορώντας τον και λέγοντας: «Πρέπει να κάνει αυτό» ή «γιατί αυτό δεν το έκανε έτσι;» Γιατί δεν απαιτούμε καλύτερα από τους εαυτούς μας να εφαρμόζουμε τις εντολές και δεν κατηγορούμε τους εαυτούς μας ως παραβάτες;

Πού είναι εκείνος ο Γέροντας, που, όταν τον ρώτησαν «τι περισσότερο βρήκες σ᾿ αυτόν τον δρόμο, πάτερ;», απάντησε «έμαθα στο καθετί να κατηγορώ τον εαυτό μου»; Πράγμα που έκανε αυτόν που τον ρώτησε να τον επαινέσει και να του πει: «΄Αλλος δρόμος εκτός απ᾿ αυτόν δεν υπάρχει». Όμοια και ο αββάς Ποιμένας είπε αναστενάζοντας: «Όλες οι αρετές μπήκαν σ᾿ αυτό το σπίτι εκτός από μία, και χωρίς αυτή δύσκολα στέκεται ο άνθρωπος». Και τον ρώτησαν: «Ποια είναι αυτή;» Και λέει: «Η αυτομεμψία». Και ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Αυτή είναι η σπουδαιότερη πνευματική εργασία που έχει να κάνει ο άνθρωπος μέσα του. Να επωμίζεται τα λάθη του απέναντι στον Θεό και να προετοιμάζεται για τους πειρασμούς μέχρι την τελευταία του αναπνοή». Και παντού βλέπουμε ότι αυτό τηρούσαν οι Πατέρες και αναπαύονταν, αναφέροντας τα πάντα στον Θεό, ακόμα και τα πιο ασήμαντα.

87. Τέτοιος ήταν ο άγιος Γέροντας που, όταν αρρώστησε, του έβαλε ο αδελφός του στο φαγητό αντί για μέλι λιναρόλαδο, πράγμα που είναι βλαπτικότατο. Και όμως δεν είπε τίποτα, αλλά έφαγε σιωπηλός την πρώτη και τη δεύτερη μερίδα που του χρειαζόταν, χωρίς να κατηγορήσει τον αδελφό του λέγοντας: «Με περιφρόνησε». Και όχι μόνο δεν είπε ότι τον περιφρόνησε, αλλά δεν τον λύπησε ούτε με κανέναν άλλο λυπηρό λόγο. Όταν δε κατάλαβε ο αδελφός τι είχε κάνει, άρχισε να στενοχωριέται και να λέει: «Σε σκότωσα, Γέροντα, κι εσύ μου φόρτωσες την αμαρτία, γιατί δεν είπες τίποτα». Με πόση πραότητα του απάντησε, λέγοντας: «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα έβαζες μέλι». Και αμέσως απέδωσε το γεγονός στο θέλημα του Θεού. «Τι ανακατεύεις τον Θεό, καλόγερε; Ο αδελφός έκανε το λάθος και συ λες αν ήθελε ο Θεός; Τι σημαίνει αυτό;» Και απαντάει: «Ναι, αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα μου ᾿βαζε μέλι ο αδελφός». Και αυτό συνέβη, ενώ ο Γέροντας αρρώστησε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί για πολλές ημέρες να φάει τίποτα. Και όμως, παρόλα αυτά, δεν αγανάκτησε εναντίον του αδελφού, αλλά απέδωσε το λάθος στο θέλημα του Θεού και αναπαύθηκε. Πολύ σωστά έλεγε ο Γέροντας. Γιατί ήξερε καλά ότι, αν ήθελε ο Θεός να φάει μέλι, και το βρωμόλαδο θα το έκανε μέλι.

88. Εμείς όμως για κάθε πράγμα θεωρούμε υπεύθυνο τον αδελφό μας, κατηγορώντας τον ότι μας περιφρονεί και ότι ενεργεί χωρίς συνείδηση. Και, αν ακούσουμε έναν λόγο, αποδίδοντάς τον αμέσως σε κακή πρόθεση, λέμε: «Αν δεν ήθελε να με πληγώσει, δεν θα το έλεγε». Πού να βρεθεί ο άγιος εκείνος προφήτης Δαυίδ, που είπε για τον Σεμέι: «Αφήστε τον να καταρασθεί, γιατί ο Θεός του είπε να καταρασθεί τον Δαυίδ» (Βασ. Α´ 16, 10). Τον φονιά πρόσταξε ο Θεός να καταραστεί τον Προφήτη; Ως σοφός και επειδή ήξερε ότι τίποτε άλλο δεν ελκύει τη Χάρη του Θεού στην ψυχή όπως οι πειρασμοί, και μάλιστα όταν έρχονται επί πλέον σε καιρό δοκιμασίας και δύσκολης περιστάσεως, έλεγε: «Αφήστε τον να καταριέται τον Δαυίδ, γιατί του είπε ο Κύριος να το κάνει». Γιατί; «Μήπως δει ο Θεός την ταπείνωσή μου και μού αποδώσει καλό αντί για την κατάρα του». Βλέπεις με πόση σύνεση ενεργούσε ο Προφήτης; Γι᾿ αυτό και διαφωνούσε με όσους ήθελαν να τον υπερασπισθούν, λέγοντας: «Γιατί ασχολείσθε με μένα, παιδιά της Σαρούιας; Αφήστε τον να καταριέται, γιατί ο Κύριος τον παρακίνησε». Εμείς όμως δεν ανεχόμαστε να πούμε για τον αδελφό μας: «Ο Κύριος τον παρακίνησε».

Αλλά, αν ακούσουμε έναν λόγο, αμέσως νιώθουμε όπως οι σκύλοι. Ρίχνει κανείς επάνω τους πέτρα και αφήνουν αυτόν που τους πετροβόλησε και δαγκώνουν την πέτρα. Έτσι κάνουμε και εμείς. Εγκαταλείπουμε τον Θεό που επιτρέπει να μας βρουν συμφορές, για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες μας, και τα βάζουμε με τον αδελφό μας, λέγοντας: «Γιατί μου το ᾿πε; Γιατί μου το ᾿κανε;» Και ενώ μπορούμε απ᾿ αυτά να έχουμε μεγάλη ωφέλεια, βλάπτουμε τον εαυτό μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι όλα γίνονται με την Πρόνοια του Θεού για το συμφέρον του καθενός. Ο Θεός να μας χαρίσει σύνεση με τις ευχές των Αγίων. Αμήν.


(Πηγή: ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, Ἔργα Ἀσκητικά, Εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱ. Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)

(Ηλεκτρονική πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος, impantokratoros.gr)

ΠΟΙΟΥΣ  ΚΑΙ  ΠΩΣ

ΩΦΕΛΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ;

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ  και τα μετάθάνατον

ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

     Τώρα να επανέλθουμε στο θέμα ποιούς ωφελούν και πως ωφελούν τα μνημόσυνα. Υπάρχει η εξής δυ­σκολία σχετικά με το θέμα των μνημοσύνων. Είπαμε και σε προηγούμενες ενότητες ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων μετά τον χωρισμό τους από το σώμα διακρίνονται βασικώς σε δύο κατηγορίες.

 Πρώτον, στις ψυχές εκείνων που αμάρτησαν θανάσιμα και έφυγαν αμετανόητοι από αυτήν την ζωή, με απιστία, με ασέβεια και με θανά­σιμα αμαρτήματα, οι οποίες ψυχές παραλαμβάνονται από τους δαίμονες και οδηγούνται στην κόλαση.

Και δεύτερον, στις ψυχές των αγίων και των δικαίων, αυτοίν οι οποίοι πέρασαν όλη τους την ζωή εν μετανοία, εν φι­λανθρωπία και εν αγάπη, όλη τους η ζωή ήταν μία αφιέ­ρωση στον Θεό και στους συνανθρώπους, και οι οποίες παραλαμβάνονται από τους αγγέλους και οδηγούνται στον παράδεισο.

Υπάρχει όμως και μία άλλη, μέση τάξη ψυχών.

Με την μέση τάξη των ψυχών σχετίζεται ένας διάλογος που έγινε ανάμεσα στην Ορθόδοξη Ανατολική και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με την μέση αυτή τάξη των ψυχών συνδέεται η διδασκαλία της Ρω­μαιοκαθολικής Εκκλησίας για το καθαρτήριο πυρ.

Ποια είναι αυτή η μέση τάξη;Είναι οι ψυχές εκείνων των ανθρώπων που δεν ήσαν μεγάλοι αμαρτωλοί, αμετανόητοι, ασεβείς και άπιστοι, ζούσαν μέσα στην Εκκλησία, έφυ­γαν μετανοημένοι από αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν πρό­λαβαν να κάνουν έργα μετανοίας. Αυτή λοιπόν η μέση τάξη που δεν πηγαίνει ούτε απευθείας στην κόλαση ούτε απευθείας στον παράδεισο, περνάει ένα διάστημα μετά από τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, μία προσωρινή δοκιμασία, μία προσωρινή ταλαιπωρία, με τελική κατάληξη βέβαια και αυτή τον παράδεισο. Αφού δεν είναι αμετανόητοι αμαρτωλοί και ασεβείς, τελικώς και αυτοί σώζονται.Αυτή λοιπόν η τάξη, στην οποία ίσως υπαγόμαστε όλοι όσοι ζούμε μέσα στην Εκκλησία, η μέση τάξη των ψυχών, που έχει συγγνωστά αμαρτήμα­τα, περνά από τα τελώνια, αλλά γλιτώνει τελικώς από τον έλεγχο και την κρίση των δαιμόνων.Γι’ αυτήν την τάξη υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

ΗΡωμαιοκαθολική Εκκλησία διδάσκει ότι αυτές οι ψυχές παγαίνουν στη καθαρτήριο πυρ, όπου αφού καθαρισθούν, μεταβαίνουν τελικώς στον παράδεισο. Η ορθόδοξη όμως θέση είναι ότι οι ψυχές αυτές των μετανοημένων αμαρτωλών δεν καθαρίζονται και δεν απαλλάσσονται από τα αμαρτήματά τους με την φωτιά. Απαλλάσσονται, όταν περνούν από τα τελώνια, και, ελεγχόμενες για τις αμαρτίες τους, έρχονται σε συναίσθηση τού τι έκαναν σ’ αυτήν την ζωή.Στην φάση δε αυτή της συναισθήσεως και τού τελω­νισμού που υφίστανται αυτές οι ψυχές βοηθούν πολύ τα μνημόσυνα. Όταν στην φάση αυτή εμείς κάνοντας μνημόσυνα και Λειτουργίες παρακαλούμε γι’ αυτές τις ψυχές, τις προσφέρουμε αρωγή στην προσπάθεια που κάνουν οι ίδιες να απαλλαγούν από την ταλαιπωρία των δαιμόνιων και να πάνε κοντά στον Θεό, στους κόλπους τού Αβραάμ.

Μόνον όμως αυτές τις ψυχές βοηθούν τα μνημό­συνα; Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μας κατηγόρησε στην σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας ότι δεν πρέπει να τελούμε μνημόσυνα, εφόσον δεν δεχόμαστε το καθαρ­τήριο πυρ. Γι’ αυτούς τα μνημόσυνα είναι απλώς ένα μέσο που βοηθά να βγουν οι ψυχές από το καθαρτήριο πυρ. Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός και πολλοί άλλοι μεγάλοι θεολόγοι που πήραν μέρος σ’ αυτήν την συζήτηση απάντησαν ότι εμείς οι Ορθόδοξοι τελούμε μνημόσυνα όχι μόνο γι’ αυτούς που βρίσκονται στην μέση τάξη ψυχών, αλλά και για τους δικαίους και για τους αδίκους. Αν κάποιος είναι άγιος, δεν σημαίνει πως δεν έχει ανάγκη των μνημοσύνου. Όταν ευχόμαστε και κάνουμε μνημόσυνο για κάποιον δίκαιο, γίνεται σ’ αυτόν προσθήκη δόξης. Γι’ αυτό άλλωστε και η Εκκλησία εύ­χεται και υπέρ των δικαίων και των προπατόρων και προσφέρει την Θεία Ευχαριστία υπέρ όλων, πατριαρχών, προφητών, ομολογητών, κηρύκων, ευαγγελιστών.

Προσφέρουμε την Θεία Ευχαριστία ακόμα και για τους δικαίους, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει προσθήκη δόξης. Για την μέση τάξη των ψυχών, επαναλαμβάνω, βοηθάει να απαλλαγούν από αυτήν την ταλαιπωρία που υφίστανται από τα τελώνια. Για τους αδίκους όμως που είναι καταδικασμένοι, γιατί τους κάνουμε μνημόσυνο, σε τι τους ωφελεί;

Αυτό είναι όντως ένα μεγάλο θεολογικό πρόβλημα και στα δογματικά μας εγχειρίδια υπάρχει κάποια ασά­φεια στο θέμα αυτό. Η αλήθεια είναι πως δεν έχει γρα­φτεί μέχρι τώρα ένα ειδικό έργο που να ξεκαθαρίζει τα θέματα αυτά και δικαιολογημένα υπάρχει μία σύγχυση. Τι γίνεται με τους αμαρτωλούς; Τους βοηθούν τα μνημόσυνα να φύγουν από την κόλαση και να πάνε στον παράδεισο;Διότι λένε, και δικαιολογημένα, μεγάλοι θε­ολόγοι των καιρών μας, ο Τρεμπέλας, ο Ανδρούτσος και άλλοι, πως αν γινόταν αυτό, τότε θα είχαμε προσ­βολή του δόγματος της μερικής κρίσεως, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει μεταβολή της καταστάσεως στην άλλη ζωή, «εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια», και όπου βρεθεί κανένας την ώρα του θανάτου εκεί παραμένει στην αιωνιότητα. Όσο και να προσεύχονται οι άνθρω­ποι στη γη, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει αυτή η κατάσταση. Αφού λοιπόν δεν αλλάξει αυτή η κατάσταση και, όπως λέγεται στην παραβολή τού πλουσίου και του Λαζάρου, «χάσμα μέγα εστήρικται», ποια λοιπόν είναι η προσ­φορά των μνημοσύνων, αφού ο καθένας μένει στην κα­τάσταση όπου βρέθηκε εξ αρχής;

Διδάσκουν λοιπόν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι την ώρα που εμείς τελούμε μνημόσυνα οι ψυχές των καταδικασμένων στον τόπο της βασάνου νιώθουν κάποια ανακούφιση, κάποια άνεση, κάποιον δροσισμό. Την ώρα εκείνη, θα λέγαμε, χαλαρώνει η ένταση της κολάσεως και της τιμωρίας και νιώθουν μία ανάπαυση. Αυτό το διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας και έχει περάσει και μέσα στις ευχές της Αγίας Πεντηκοστής στην γονυκλισία. Όταν διαβάζουμε τις ευχές της γονυκλισίας την Πεντηκοστή, μνημονεύουμε και πάλι τους νεκρούς, διότι και την παραμονή της Πεντηκοστής έχουμε Ψυχοσάββα­το. Σε μία θαυμάσια ευχή ο ιερέας λέγει ότι πιστεύουμε πως με τις ευχές μας αυτές ο Θεός θα δώσει «άνεσιν τοις κατοιχομένοις των κατεχόντων αυτοίς δεινών», θα τους δώσει κάποια ανάπαυση από τα δεινά τα οποία τους κατέχουν.

Επομένως σε κάθε περίπτωση ωφελούν τα μνημό­συνα. Αν μεν είναι άγιος ο κεκοιμημένος, τότε υπάρχει προσθήκη δόξης και αμοιβής. Αν βρίσκεται στην μέση τάξη ψυχών, βοηθούν τα μνημόσυνα, ιδίως τις πρώτες ημέρες μετά από τον θάνατο, να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τα τελώνια που τον ταλαιπωρούν και να φθάσει γρηγορότερα κοντά στο Θεό και κοντά στους αγίους. Αν δε είναι αμαρτωλός, τότε βοηθούν τα μνημόσυνα ώστε να δοθεί στην ψυχή κατά την ώρα εκείνη κάποια άνεση και κάποιος δροσισμός.

Είναι βέβαια γνωστό ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες συνέβη μεταβολή της καταστάσεως στην άλλη ζωή.Έχουμε στην Παράδοσή μας περιπτώ­σεις που μεγάλοι άγιοι προσευχήθηκαν για μεγάλους αμαρτωλούς, ακόμη και για μη χριστιανούς, και άλλαξε η κατάστασή τους, σώθηκαν, και από την κόλαση πή­γαν στον παράδεισο. Και μνημονεύει η εκκλησιαστική μας ιστορία μερικά παραδείγματα. Όπως την περίπτω­ση τού βασιλέως Τραϊανού, τού ρωμαίου ειδωλολάτρου αυτοκράτορα και διώκτη των χριστιανών, για τον οποίο προσευχήθηκε ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος. Και ο Θεός βέβαια εισήκουσε την προσευχή του, γιατί πάντα ακούει τις προσευχές των αγίων, όταν κάνουν κάποιο επίμονο αίτημα, αλλά αφού όντως γλίτωσε τον Τραϊανό από την κόλαση και τον έφερε στον παράδεισο, έκανε παρατή­ρηση ο Θεός στον Άγιο Γρηγόριο άλλη φορά να μην ευχηθεί υπέρ άσεβών. Υπάρχει επίσης το παράδειγμα με τηνΑγία Θέκλα. Η Αγία Θέκλα, μια μεγάλη γυναικεία μορφή μάρτυρος των αποστολικών ακόμη χρόνων, όταν εδιώκετο, την φρόντισε μία ειδωλολάτρισσα χήρα γυναί­κα. Αυτή δε η χήρα είχε μία κόρη, η οποία παρασύρθη­κε σε πορνείες, μοιχείες και άσωτο βίο. Κάποια στιγμή όμως πέθανε αυτή η κόρη και πήγε ασφαλώς στην κό­λαση. Εμφανίστηκε λοιπόν η κόρη στην μητέρα της και είπε· μητέρα, να παρακαλέσεις την Θέκλα, την οποίαν, όταν ζούσε εκεί, την είχες φροντίσει, να ζητήσει από τον Θεό να με γλιτώσει, γιατί αυτή έχει παρρησία στον Θεό. Έτσι και έγινε. Είναι η περίπτωση της Φαλκονίλας. Και υπάρχει επίσης το γνωστό παράδειγμα τού εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου, για την -ψυχή τού οποίου φρόντισε η αυτοκράτειρα Αγία Θεοδώρα. Υποσχέθηκε η Αγία Θεοδώρα στους πατριάρχες και τους κληρικούς να αναστηλώσει τις εικόνες, αλλά τους ζήτησε μία χάρη· να προσευχηθούν όλοι, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, για να σωθεί η ψυχή τού εικονομάχου Θεοφίλου. Και προσευχήθηκε όντως όλος ο κλήρος και όλος ο λαός υπέρ της ψυχής τού Θεοφίλου, και κατά την παράδοση σώθηκε η ψυχή τού αυτοκράτορα.

Ο Θάνατος 

 και τα μετά θάνατον

Πρωτοπρεσβύτερος

Θεόδωρος Ζήσης

ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ 

Θεολόγου-Καθηγητοῦ

 

ν μελετήσουμε μὲ προσοχὴ τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια θὰ διαπιστώσουμε πῶς οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου σταδιακὰ φωτίζονταν καὶ κατανοούσαν  τὸ τί ἦταν πραγματικὰ ὁ Διδάσκαλός τους. Ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὶς λαθεμένες περὶ Μεσσία ἰουδαϊκὲς προσδοκίες καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὸ συνέβαλλε οὐσιαστικὰ ὁ Κύριος μὲ τὶς κατ' ἰδὶαν διδασκαλίες Του, τὰ θαύματά Του, τὶς συζητήσεις. Σὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως.    

Λίγο πρὶν τὸ πάθος Του ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς ρώτησε τί λέγει ὁ κόσμος γι' Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ τί πιστεύουν καὶ αὐτοὶ γιὰ Ἐκεῖνον. «Τίνα μὲ λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι; Οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν, ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. Εἶπε δὲ αὐτοῖς ὑμεῖς δὲ τίνα μὲ λέγετε εἶναι;» (Λουκ.9:18-19). Ὁ ἐνθουσιώδης Πέτρος ἐξ' ὀνόματος τῶν ἕντεκα ὁμολόγησε εὐθέως στὸν Χριστό: «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ.16:16). Αὐτὴ ἡ σωτήρια ὁμολογία χαροποίησε ἰδιαίτερα τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τοὺς διαβεβαίωσε πὼς πάνω σὲ αὐτὴ τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία γιὰ τὸ πρόσωπό Του θὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ Ἐκκλησία Του.

Ἕξη ἡμέρες μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ Χριστὸς θέλοντας νὰ στηρίξει ἔτι περισσότερο τὴν πίστη τους, ἐν ὄψει τοῦ πάθους Του καὶ τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, πῆρε τοῦ τρεῖς πρόκριτους μαθητὲς Του Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη καὶ ἀνέβηκαν στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ ὑψώνεται περήφανο πάνω ἀπὸ τὴν μαγευτικὴ πεδιάδα Ἐσδρελῶν, σὰν μία τεράστια πυραμίδα, στὰ ὅρια τῆς χώρας Ζαβουλῶν καὶ Νεφθαλείμ. Ὅταν ἔφτασαν στὴν κορυφὴ ὁ Κύριος ἐνῷ προσεύχονταν μεταμορφώθηκε ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν Του. Τὸ πρόσωπό Του ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἐνδύματά Του ἔγιναν στιλπνὰ καὶ λευκὰ σὰν τὸ χιόνι (Μάρκ.9:3). Ταυτόχρονα περιβλήθηκε αἴγλη οὐράνιας ὑπερφυσικῆς λαμπρότητας, σὰν τὸ χιόνι, σὰν τὸ πιὸ λαμπρὸ φῶς ποὺ εἶχαν ἀντικρίσει ποτέ, σὰν τὴν πιὸ φωτεινὴ ἀστραπή. Τὴν ἴδια στιγμή, ἄλλο παράδοξο καὶ θαυμαστὸ θέαμα εἶδαν τὰ μάτια τους. Δυὸ μεγάλες μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης φάνηκαν ἑκατέρωθεν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, «ὀφθέντες ἐν δόξῃ» (Λούκ.9:31). ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, νὰ συνομιλοῦν μὲ Αὐτὸν γιὰ τὰ μέλλοντα, ποὺ θὰ συνέβαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἦταν ὁ τελικὸς προορισμὸς Του (Λουκ.9:31). Οἱ μέγιστες αὐτὲς μορφὲς εἶχαν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο κατὰ τρόπον μυστηριώδη. Ὁ Μωυσῆς ἀπέθανε καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ θάνατό του, οὔτε τὸν τάφο του (Δευτ.34:6). Ὁ Ἠλίας δὲν γεύτηκε θάνατο, διότι ὁ Θεὸς τὸν μετέστησε μὲ πύρινο ἅρμα στὸν οὐρανό, ζῶντα (Δ΄Βασ.2:11). Τὸ ἴδιο μυστηριωδῶς ἐμφανίστηκαν καὶ πάλι στὸ ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα ἐπίσης μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ δυὸ αὐτὲς μεγάλες προσωπικότητες εἶχαν τὴν ὕψιστη τιμὴ νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐνῷ ζοῦσαν. Ὁ Μωυσῆς στὸ ὅρος Σινᾶ «εἰσῆλθεν εἰς τὸν γνόφον, οὐ ἣν ὁ Θεός» (Ἐδοδ.20:21). Ὁ Ἠλίας εἶδε τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ στὴν «φωνὴν αὔρας λεπτῆς» (Γ'Βασιλ.19:12).  Οἱ μαθητὲς ἔτρεφαν, ὡς πιστοὶ Ἰσραηλῖτες μεγάλη ἐκτίμηση σὲ αὐτούς, διότι ὁ Μωυσῆς ἦταν ὁ νομοθέτης τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὁ Ἠλίας ὁ μέγιστος τῶν προφητῶν. Τοὺς ἀνεγνώρισαν προφανῶς ἀπὸ τὸν διάλογό τους μὲ τὸν Κύριο.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς λέγει, πὼς τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς οὐράνιας φωτοχυσίας, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι δυὸ μαθητὲς «ἦσαν βεβαρημένοι ὓπνῳ διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δυὸ ἄνδρας τοὺς συνεστώτας αὐτῷ» (Λουκ.9:32). Τὸ παράδοξο θέαμα τοὺς συντάραξε κυριολεκτικά. Ἡ εὐτυχία ποὺ ἔνοιωθαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Δὲν ἤθελαν μὲ κανένα τρόπο νὰ διαταραχθεῖ ἐκείνη ἡ μακάρια κατάσταση. Γι' αὐτὸ μόλις εἶδαν νὰ ἀποχωροῦν οἱ δυὸ  ἄνδρες, ὁ Πέτρος παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦ νὰ μείνουν γιὰ πάντα ἐκεῖ! «Ἐπιστάτα, καλὸν ἐστιν ἠμᾶς ὧδε εἲναι'καὶ ποιήσωμεν σκηνᾶς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωυσεῖ καὶ μίαν Ἠλία» (Λουκ.9:33). Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς πὼς γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους δὲν ζητοῦσαν κατάλυμα, ἀλλὰ τοὺς ἀρκοῦσε ἡ συγκλονιστικὴ κατάσταση ποὺ βίωναν. Ὅμως συνεχίζει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς «μὴ εἰδῶς ὁ λέγει», συνεπαρμένος ἀπὸ τὴν θεία μακαριότητα δὲν ἤξερε τί ἔλεγε. Ξαφνικά, ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, συνέβη καὶ ἄλλο παράδοξο φαινόμενο. «Ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν  αὐτοῦς ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ ἐκείνους εἰσελθεὶν εἰς τὴν νεφέλην καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκ.9:35). Ὁ Θεὸς Πατέρας ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ ἐπιβεβαίωνε γιὰ μία ἀκόμα φορά, τὴν θεία υἱοθεσία! Ἡ οὐράνια φωνὴ ποὺ ἀκούστηκε μέσα ἀπὸ τὴν φωτεινὴ νεφέλη προξένησε τέτοιο φόβο στοὺς μαθητές, ὥστε αὐτοὶ ἔπεσαν πρηνεῖς στὴν  χλόη καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ σηκώσουν τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴ γῆ.

«Ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος, καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν» (Λουκ.9:36). Ἡ παράδοξη ὀπτασία εἶχε λήξει, ἡ φωτεινὴ νεφέλη εἶχε διαλυθεῖ καὶ οἱ οὐράνιοι ἐπισκέπτες εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Ὁ Χριστὸς ἐνδεδυμένος πλέον τὴν συνήθη μορφή Του, ἐνθαρρύνοντας τοὺς σαστισμένους καὶ φοβισμένους μαθητὲς Του τοὺς εἶπε: «Ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε»(Ματθ.17:8). Ἐνῷ κατηφόριζαν τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ὁ Χριστὸς τοὺς παρακάλεσε νὰ μὴν ἀναφέρουν σὲ κανέναν τὸ γεγονός, «ἕως οὐ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῆ»(Ματθ.17:9, Μάρκ.9:9). Οἱ τρεῖς μαθητὲς πράγματι διαφύλαξαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, μόνο ποὺ τοὺς βασάνιζε τὸ ἐρώτημα: «τί ἔστι τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι» (Μάρκ.9:10). Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Δασκάλου τους, ἀφοῦ εἶχαν τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὅτι «ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν.12:3) ὡς ὁ κραταιὸς ἐγκόσμιος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Ἐπίσης τοὺς προβλημάτιζε τὸ γεγονὸς τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἠλία, διότι γνώριζαν πὼς ἡ δεύτερη ἐμφάνισή του στὸν κόσμο σημαίνει τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ (Μαλαχ.4:5).

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση οἱ τρεῖς μαθητὲς κατανόησαν τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως, ὅταν εἶδαν ξανὰ τὸν Κύριο δοξασμένο. Διηγήθηκαν στοὺς ὑπόλοιπους ἀποστόλους τὴν φοβερὴ ὀπτασία. Οἱ δυὸ μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς κατέγραψαν στὶς ἐπιστολὲς τους τὴν συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὴν Β' Καθολικὴ Ἐπιστολὴ του ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν... ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος, λαβῶν γὰρ παρὰ Θεοῦ Πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιάδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὅ ἐγὼ εὐδόκησα καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθείσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ» (Β΄ Πετρ.1:16-19). Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης στὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου του ἀναφέρει ὅτι «ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν.1:14), ἀναφερόμενος προφανῶς στὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως. Ἐπίσης στὴν Α' Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ ὑπαινίσσεται τὴν ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου γράφοντας ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν  ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι» (Α΄Ιωάν.1:5).

Ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος 

Γνωρίζεις τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου;

 

Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας, διότι τὰ πάθη ἔχουν μεγάλη δύναμη. Μὲ τὴ χάρη ὅμως τοῦ Θεοῦ θὰ νικήσει ὁ γενναῖος ἀθλητὴς ποὺ ἀγωνίζεται μ᾿ ὅλες τὶς δυνάμεις του.

Ὁ σωματικὸς κόπος καὶ ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν φυλᾶνε τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ. Ἀκόμη χρειάζεται καὶ πολλὴ προσευχή, ὥστε νὰ ἐπισκιάσῃ τὸν ἀγωνιστὴ ἡ Θεία Χάρη. Γιὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ κανεὶς τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χρειάζεται μεγάλος πνευματικὸς ἀγώνας, διότι εὔκολα παρασύρεται ὁ ἄνθρωπος στὸ κακὸ καὶ χάνει σὲ μιὰ στιγμὴ αὐτὸ ποὺ ἀπέκτησε ὕστερα ἀπὸ μεγάλους ἀγῶνες..

Στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τὸ δικό μας θὰ ἐξαρτηθεῖ πιὸ ἀπὸ τὰ δύο θὰ ἐπικρατήσει. Ἂν ἀφήσουμε τὸν ἑαυτό μας ἐλεύθερο, χωρὶς νὰ τὸν βιάσουμε, θὰ ἐπικρατήσει τὸ κακό. Ἀντίθετα ὅταν ἀγωνισθοῦμε, θὰ νικήσει τὸ καλὸ καὶ ἡ ἀρετή.

Ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι σκληρός. Θὰ πέσεις καὶ θὰ ξανασηκωθεῖς καὶ πάλι θὰ πέσεις καὶ πάλι θὰ σηκωθεῖς. Εἶναι ἀγώνας ἰσόβιος. Διότι ὁ σατανᾶς δὲν μᾶς ἀφήνει ἀνενόχλητους οὔτε μία στιγμή. Μία στιγμὴ ἀμελείας περιμένει, γιὰ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ καὶ νὰ κάνει ζημιὰ στὴν ψυχή μας.

Ὅπως εἴπαμε καὶ πιὸ πάνω, στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα χρειάζεται ταπείνωση. Διότι μόνο τὴν προσευχὴ τῶν ταπεινῶν ἀκούει ὁ Κύριος. Ἡ προσεύχὴ τοῦ ταπεινοῦ “εἰσέρχεται εἰς τὰ ὦτα τοῦ Κυρίου. Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐπὶ τοὺς ταπεινοὺς κατὰ τὴν καρδίαν”. Μὲ ταπεινὸ φρόνημα φώναξε δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριο καὶ πές Του: “Κύριε ὁ Θεός μου, Σύ, ἐὰν θέλῃς, μπορεῖς νὰ φωτίσῃς τὸ σκότος τῆς ψυχῆς μου”.

Ὅταν ἡ ψυχὴ θερμανθεῖ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, τὰ πάντα τὰ θεωρεῖ σκουπίδια καὶ τιποτένια. Νύχτα καὶ μέρα δὲν σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι πιὸ γλυκειὰ κι ἀπὸ τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ εὔγευστο φαγητό. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, τότε ἔρχονται καὶ τὰ δάκρυα τῆς πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως. Καὶ τὰ δάκρυα αὐτὰ σὲ συνοδεύουν εἴτε τρῶς, εἴτε πίνεις, εἴτε μελετᾶς, εἴτε πρσεύχεσαι, σὰν καρπὸς τοῦ ἀγῶνα τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἐργάτες τῶν ἐντολῶν Του, ποὺ σὰν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους ἔβαλαν τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς τους.

Ὅταν λοιπὸν σ᾿ ἐπισκεφθοῦν τὰ δάκρυα αὐτά, πάρε θάῤῥος καὶ προχώρα μὲ μεγαλύτερη δύναμη, γιὰ νὰ περάσῃς τὴ θάλασσα τῶν παθῶν. Ἀλλὰ πρόσεξε μήπως χάσεις τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ τοῦ ἀγῶνα σου εἴτε ἀπὸ ἐγωϊσμὸ εἴτε ἀπὸ ἀμέλεια.

Ἂν δὲν ἔχεις κοπιάσει στὰ καλὰ ἔργα δὲν πρέπει νὰ μιλᾶς γιὰ τὶς ἀρετές. Διότι κάθε ἀρετὴ ποὺ γίνεται χωρὶς κόπο, λογίζεται σὰν “ἔκτρωμα” μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Οἱ στεναγμοὶ τῆς καρδιᾶς σου, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἀγρυπνίες θὰ σὲ βοηθήσουν ν᾿ ἀποκτήσεις ἀρετή. Ὅσο ὅμως κι ἂν φωνάζεις μὲ προσευχὲς πρὸς τὸν Κύριο, δὲν σὲ ἀκούει, ἂν δὲν συνοδεύονται ἀπὸ ταπεινοφροσύνη. Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν καὶ πρὸ παντὸς ἡ ταπεινοφροσύνη κάνουν τὸν ἄνθρωπο θεὸ ἐπὶ τῆς γῆς. Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τὸν φέρνουν πιὸ γρήγορα στὴν καθαρότητα.

Ὅσοι ἔχουν θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἑλκύονται ἀπὸ τὰ μέλλοντα ἀγαθά. Ὅσοι θερμαίνονται μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὰ κοσμικὰ πράγματα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φτάσῃ κανεὶς σ᾿ αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ κατάσταση χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας. Καὶ θὰ πρέπει ν᾿ ἀρχίσῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ ἁπλᾶ καὶ εὔκολα γιὰ νὰ φτάσῃ στὰ δύσκολα. Θὰ πατήσει κανεὶς πρῶτα τὰ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀρετῆς, μετὰ τὸ δεύτερο κι ἔτσι σιγὰ-σιγὰ θὰ προοδεύσει στὴν πνευματικὴ ζωή.

Μ᾿ ἕνα ἅλμα δὲν φτάνει κανεὶς στὰ ὕψη. Ἂς μάθουμε νὰ ἐφαρμόζουμε πρῶτα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες πολλοὺς καὶ μεγάλους θὰ μᾶς στείλει ὁ Θεὸς τὴ χάρη Του.

Εἶναι εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφάσισαν νὰ βαδίσουν τὸν δρόμο τῶν θλίψεων γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν γύρισαν πίσω. Αὐτοὶ θὰ φτάσουν γρήγορα στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μετὰ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὶς ταλαιπωρίες θ᾿ ἀπολαύσουν ἀνάπαυση καὶ ξεκούραση. Καὶ θὰ εὐφραίνονται αἰώνια μὲ τὴν ἀπόλαυση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

Ὅσοι τρέχουν στὸν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς δὲν γυρίζουν πίσω οὔτε σκέφτονται τὶς δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουν, ἀλλὰ μ᾿ ἐνθουσιασμὸ προχωροῦν στὸν στενὸ καὶ τραχὺ δρόμο, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ τὸν περάσουν. Ὅσοι ὅμως φοβοῦνται καὶ προχωροῦν μὲ δειλία καὶ φόβο, αὐτοὶ ποτὲ δὲν θὰ φτάσουν στὸ τέρμα, καὶ δὲν θὰ πάρουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως.

Ὁ ὀκνηρὸς δὲν βάζει ποτὲ ἀρχὴ μετανοίας καὶ συνεχῶς ἀναβάλλει. Κι ἔτσι φτάνει στὴν ὥρα τοῦ θανάτου του ἀπροετοίμαστος. Ἂν θέλῃς νὰ προκόψῃς στὴν ἀρετή, μὴν ὑπολογίζῃς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ σώματος, διότι τὸ σῶμα εἶναι ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς. Ἔχε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Θεὸ καὶ μὲ ταπεινοφροσύνη προχώρα στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Γνώριζε ὅτι χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ εἶσαι φτωχὸς καὶ γυμνός, στερημένος ἀπὸ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό. Μὴ σὲ πιάνῃ δειλία καὶ φόβος στὸν ἀγῶνα. Ὁ γεωργὸς ποὺ περιμένει νὰ σταματήσουν οἱ ἄνεμοι γιὰ νὰ σπείρῃ, αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ σπείρει. Καλύτερα νὰ πεθάνῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ζῇς μὲ ντροπὴ καὶ ὀκνηρία.

Ὅταν θέλεις νὰ βάλῃς ἀρχὴ στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ πρῶτα πρέπει ν᾿ ἀφήσῃς κάθε ἐλπίδα καὶ στήριγμα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἑτοιμάζεται γιὰ τὸν θάνατο δὲν σκέφτεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ φοβερὸ αὐτὸ γεγονός, ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό, πρέπει νὰ πεθάνῃ γιὰ κάθε κοσμικὸ πρᾶγμα. Σοῦ θυμίζω καὶ πάλι ὅτι θὰ βρεῖς ἐμπόδια, ἀλλὰ μὴ χάσῃς τὴν ἐλπίδα σου.

Νὰ δυναμώνῃς μὲ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι πρόσκαιρα καὶ μάταια καὶ ὅτι ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτὴ τὴν ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς κι ὄχι γιὰ τοὺς ῥάθυμους καὶ ὀκνηρούς. Ν᾿ ἀρχίζῃς τὸν ἀγώνα σου μ᾿ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὄχι μὲ δειλία, διότι καὶ τὸ ὡραιότερο ἔργο εἶναι ἄχρηστο ὅταν γίνεται ἀπὸ ἄνδρα δίψυχο, ποὺ τὸ ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς του εἶναι μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἄλλο μὲ τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς θέλει ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μας.

Νὰ ἔχῃς τὴν ἐλπίδα σου βέβαιη στὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν πάῃ ὁ κόπος σου χαμένος. Ὁ Κύριος εἶναι σπλαγχνικὸς καὶ δίνει τὴ χάρη Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴ ζητᾶνε μ᾿ ἐπιμονή. Τὸν μισθὸ τὸν δίνει ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ δουλειὰ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ δείξαμε. Κάνε ὅ,τι μπορεῖς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Προσευχήσου μὲ δάκρυα, διάβαζε τὶς θεῖες Γραφές, κάνε ἐλεημοσύνες. Ἀρκεῖ νὰ θερμαίνῃς τὴν καρδιά σου μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.

Μὴν ὑπολογίσῃς τὴ φυσικὴ ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ δειλιάσῃς. Διῶξε μακρυὰ τὴ φιλαυτία, τὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Μίσησε τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτωλῆς σάρκας καὶ ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἂν σὰν ἄνθρωπος πέσῃς, πάλι νὰ σηκωθῇς καὶ ποτὲ μὴ γυρίσῃς στὴν προηγούμενη ἁμαρτωλὴ ζωή σου. Πάντα μπροστὰ προχώρα μὲ χαρὰ καὶ προθυμία στὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, κι Αὐτὸς θὰ σ᾿ ἀνεβάσει στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν.