2019 11 07 165702

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη

 

        Η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση φιλοξενούν πολυάριθμες μαρτυρίες σχετικά με την ύπαρξη και τη δράση των αγγέλων. Μετά από τη πτώση των πρωτοπλάστων άγγελοι φυλάσσουν το Παράδεισο, άγγελοι διδάσκουν στον Αδάμ τον τρόπο καλλιέργειας της γης, ενώ άγγελοι εμφανίζονται στον Αβραάμ, στον Λωτ, κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και σε πολλούς από τους προφήτες. Στο κείμενο της Καινής Διαθήκης οι άγγελοι μνημονεύονται σε πολλά χωρία, εκ των οποίων τα ενδεικτικότερα είναι κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και καθ΄ όλη την πορεία του Ιησού από την Γέννηση μέχρι και την Ανάληψή του.


Δημιουργία και σκοπός ύπαρξης των αγγέλων

Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο, αφού στο βιβλίο της Π.Δ. «Ιώβ» παρουσιάζεται ο Θεός να μιλά και να ομολογεί, ότι μόλις δημιούργησε τα άστρα, όλοι οι άγγελοι τον ύμνησαν με δοξολογίες.

Ενώ και ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι πριν τη δημιουργία του υλικού κόσμου υπήρχε υπέρχρονη και πρεσβύτερη κατάσταση, που είναι ο κόσμος των αγγέλων.

Ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκαν από το Θεό δεν μας είναι γνωστός. Ωστόσο μπορούμε να λάβουμε μία εικόνα γι΄ αυτόν μέσα από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος λέγει ότι οι αγγελικές δυνάμεις δημιουργήθηκαν μόλις ο Θεός συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας τους. Δηλ., η απόφαση του Θεού να δημιουργήσει τον αγγελικό κόσμο σήμανε ταυτόχρονα και τη δημιουργία του.

Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων δεν έχει να κάνει με κάποια ανάγκη του Θεού. Δεν είναι δυνατό ο υλικός ή ακόμη και αυτός ο πνευματικός κόσμος να μπορεί να προσφέρει κάτι επιπλέον στη δόξα του Θεού. Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων φανερώνεται από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος λέγει, ότι ο Θεός τους έδωσε ύπαρξη και ζωή γι΄ αυτούς τους ίδιους, με κίνητρο την «εκστατική» του αγάπη και αγαθότητα και με σκοπό να συμμεριστούν ως λογικά όντα τη μακαριότητά του. Μετέχουν στη Θεία μακαριότητα και τρέφονται με τη διαρκή θέα του προσώπου του Θεού. Ωστόσο αυτή η συμμετοχή στη θεία μακαριότητα ωθεί τις αγγελικές δυνάμεις σε μία συνεχή ανοδική πορεία, σε μία πορεία προς τη πνευματική τελειότητα.

Φύση και Χαρακτηριστικά των αγγέλων

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός προσπαθώντας να δώσει έναν ορισμό περί των αγγέλων λέγει ότι είναι φύσεις νοερές, αεικίνητες, αυτεξούσιες, ασώματες. Υπηρετούν το Θεό και είναι κατά χάριν αθάνατες. Η φύση των αγγέλων είναι πνευματική. Επειδή όμως, απολύτως άυλος και ασώματος νοείται μόνο ο Θεός, γι΄ αυτό το αγγελικό σώμα νοείται ως αιθέριο, πυροειδές, ταχύτατο και πολύ λεπτότερο από τη γνωστή μας ύλη.

Οι άγγελοι ως προς τη προαίρεση είναι ελεύθεροι και τρεπτοί, έχοντας δυνατότητα να προκόπτουν στο αγαθό, αλλά και να τρέπονται στο κακό. Οι νοερές δυνάμεις διαθέτουν, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, νου και λόγο, δίχως όμως «πνεύμα ζωοποιό», επειδή δεν έχουν σώμα. Γι΄ αυτό δεν συνάγουν τη θεία γνώση μέσα από τις αισθήσεις ή από αναλύσεις λογισμών, αλλά μένοντας καθαροί από κάθε υλικό στοιχείο συλλαμβάνουν τα νοητά νοερώς και αϋλως. Παρ΄ όλη τη καθαρότητα και απλότητα της αγγελικής φύσης, οι άγγελοι είναι δεκτικοί της κακίας. Έτσι μπορούν να επιλέξουν την συνεχή προαγωγή στην άνωθεν Γνώση και την κοινωνία της Αγάπης ή την άρνηση αυτής της Αγαθότητας. 

Αποτέλεσμα της ελευθερίας τους είναι και η πτώση του τάγματος του Εωσφόρου. Αυτό το αγγελικό τάγμα δεν αρκέστηκε στη θαυμαστή λαμπρότητά του, αρνήθηκε την ιεραρχημένη πρόοδο της θείας γνώσης και θέλησε τη πλήρη και άμεση εξομοίωσή του με το Θεό. Γι΄ αυτό το λόγο, ηθελημένα δόθηκε στη κακία, στερήθηκε την αληθινή ζωή, την οποία μόνο του (το τάγμα των δαιμόνων) αρνήθηκε. Κατ΄ αυτό τον τρόπο έγιναν πνεύματα νεκρά, αφού απέβαλαν την αληθινή ζωή και δεν αισθάνονται κόρο από την ορμή τους προς τη κακία προσθέτοντας με άθλιο τρόπο διαρκώς κακία επάνω στην ήδη υπάρχουσα.

Οι άγγελοι όμως που δεν ακολούθησαν τον Εωσφόρο στην αποστασία του, απέκτησαν το χάρισμα της τέλειας ατρεψίας και ακινησίας προς το κακό. Αυτό συνέβη με την ενανθρώπηση, τη σταυρική θυσία και την ανάσταση του Χριστού, αφού έμαθαν, ότι ο δρόμος που οδηγεί στην ομοίωση με το Θεό δεν είναι η έπαρση, αλλά η ταπείνωση.

Η ακινησία των αγγέλων προς το κακό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται το αυτεξούσιό τους, αλλά, ότι εξαγιάζεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Οι άγγελοι έχουν μεγαλύτερες και ανώτερες γνωστικές ικανότητες από τους ανθρώπους. Βέβαια δεν είναι ούτε παντογνώστες, ούτε παντοδύναμοι, όπως ο Θεός.

Δεν προ-γνωρίζουν τα μέλλοντα, παρά μόνο αν τους τα αποκαλύψει ο Θεός, ούτε γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβεται στη καρδιά κάθε ανθρώπου. Δεν γνωρίζουν πότε θα γίνει η συντέλεια του κόσμου και η Δευτέρα παρουσία του Χριστού. Η μετακίνησή τους γίνεται ταχύτατα, αλλά δεν είναι πανταχού παρόντες. Κάθε φορά βρίσκονται σε συγκεκριμένο τόπο, δίχως να γνωρίζουν το τι συμβαίνει αλλού.

Δεν έχουν φύλο, γιατί η φύση τους είναι πνευματική, ενώ δεν χρειάζονται τροφή για να ζήσουν, ή ανάπαυση για να ξεκουραστούν, αλλά ούτε πεθαίνουν και ούτε πολλαπλασιάζονται. Η αθανασία τους δεν πηγάζει από τη φύση τους, αλλά επειδή μετέχουν «κατά χάριν» στην αγιότητα του Θεού.

Διάταξη των αγγέλων

Ο αριθμός των αγγελικών όντων είναι ανυπολόγιστος και απροσμέτρητος. Ο ίδιος ο Ιησούς ομιλεί στη Γεσθημανή για περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων, ενώ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρεί ότι είδε και άκουσε γύρω από το Θεϊκό θρόνο χορωδία από μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων αγγέλων.

Όλοι αυτοί οι αναρίθμητοι άγγελοι είναι οργανωμένοι σε τάγματα ή αλλιώς σε τάξεις. Συγκεντρώνοντας τις αναφορές σε αυτό το θέμα του Προφήτη Ησαϊα, του προφήτη Ιεζεκιήλ, του αποστόλου Παύλου, του αγίου Διονυσίου του αρεοπαγίτη και του Οσίου Νικήτα Στηθάτου, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής:

Τα τάγματα των αγγέλων είναι εννέα, τα οποία ταξινομούνται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες, κατά τον ακόλουθο τρόπο: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι - Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες - Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.

Ιδίωμα της πρώτης ιεραρχίας είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων, ενώ έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «γελ». Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος». Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους αποτελεί ο ύμνος «Αλληλούϊα».

Πέρα από τα ονόματα των εννέα τάξεων, η Αγία Γραφή μας φανερώνει και τα προσωπικά ονόματα ορισμένων αγγέλων. Γνωρίζουμε το Γαβριήλ, που σημαίνει «ήρωας του Θεού», από την εμφάνισή του στο προφήτη Δανιήλ, στο προφήτη Ζαχαρία και στη Θεοτόκο. Γνωρίζουμε το Μιχαήλ, που σημαίνει «τις ως ο Θεός ημών», ενώ εμφανίζεται πολλές φορές στη Παλαιά Διαθήκη. Ο Ραφαήλ είναι ο τρίτος άγγελος που γνωρίζουμε, το όνομά του σημαίνει «ο Κύριος θεραπεύει» και εμφανίζεται στον Τωβίτ μεταφέροντας τις ανθρώπινες προσευχές στο θρόνο του Θεού. Τέλος, γνωστός από την εβραϊκή παράδοση είναι και ο Ουριήλ.

Έργο των αγγέλων

Οι άγγελοι πραγματοποιούν τριπλό έργο. 
Πρώτα απ΄ όλα δοξολογούν ακατάπαυστα το Θεό. Αυτή η δοξολογία δεν τους έχει επιβληθεί ως εντολή, αλλά είναι τελείως αυθόρμητη, που ξεπηγάζει από τους ίδιους, όταν αντικρύζουν το κάλλος του Θεϊκού προσώπου και τα μεγαλεία της δημιουργίας του. Τη νύχτα των Χριστουγέννων π.χ., εμφανίσθηκε πλήθος στρατιάς ουρανίου που αινούσε τον Θεό για το γεγονός της θείας ενσαρκώσεως.


Το δεύτερο έργο τους είναι η διακονία στη Θεία Οικονομία. Νιώθουν τόση αγάπη και ευγνωμοσύνη προς το Πλάστη τους και σφοδρή επιθυμία για τη δική τους πρόοδο, ώστε να διακονούν τα μυστήρια της Θείας Οικονομίας. Τα αγγελικά τάγματα μεταδίδουν ιεραρχικά το φωτισμό και τη γνώση το ένα στο άλλο. Τις αποκαλύψεις του Θεού τις διδάσκουν οι ανώτερες τάξεις στις κατώτερες και όταν επιτρέψει ο Θεός να αποκαλυφθεί κάποιο μυστήριο σε νου αγίου ανθρώπου, αυτό θα γίνει ιεραρχικά.

Το τρίτο έργο των αγγελικών δυνάμεων αφορά τη σωτηρία των ανθρώπων. Με αυτό επιφορτίσθηκαν μετά την δημιουργία του ανθρώπου και το επιτελούν με ιδιαίτερη προθυμία και χαρά, αφού κάθε φορά που μετανοεί ένας άνθρωπος για τις αμαρτίες του, πανηγυρίζουν και χαίρονται στον ουρανό.

Στο αρχαιότατο έργο «ποιμήν» του Ερμά, γίνεται λόγος για τον προσωπικό φύλακα άγγελο κάθε ανθρώπου. Αυτός μάλιστα είναι τρυφερός, σεμνός, πράος, διδάσκει στην ανθρώπινη καρδιά τη δικαιοσύνη και το δρόμο προς το αγαθό. Και άλλοι πατέρες της εκκλησίας μας διδάσκουν ότι απαραίτητη προϋπόθεση παραμονής του φύλακα αγγέλου δίπλα στον άνθρωπο, είναι ο άγιος βίος, διαφορετικά απομακρύνεται εξ΄ αιτίας των πονηρών και αμαρτωλών έργων. Ο άγγελος αυτός παρηγορεί στις θλίψεις, βοηθά στους πόνους, συμπάσχει με τον άνθρωπο, τον οδηγεί στη μετάνοια και τον προστατεύει από ορατούς και αόρατους εχθρούς.

Εκτός όμως από το φύλακα άγγελο του κάθε ανθρώπου, υπάρχουν και οι φύλακες άγγελοι των εθνών, των πόλεων και των κατά τόπους εκκλησιών. Στη Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο του Δευτερονομίου, ο Θεός διαμοιράζει τα έθνη και τοποθετεί τα όρια των εθνών σύμφωνα με τον αριθμό των αγγέλων Του. Έπειτα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Θεός έχει εγκαταστήσει σε κάθε πόλη στρατόπεδα αγγέλων που αναχαιτίζουν τις επιθέσεις των δαιμόνων. Ενώ τέλος, ο άγιος Ιππόλυτος είναι ιδιαίτερα σαφής, όταν παρομοιάζει την εκκλησία με πλοίο που έχει ναύτες τους αγγέλους.

Τιμή των αγγέλων

Η ορθόδοξη εκκλησία τιμούσε πάντοτε τους αγγέλους. Η δε τιμητική τους προσκύνηση διακηρύχθηκε επίσημα από τη Ζ΄ οικουμενική σύνοδο, σε αντιδιαστολή προς τη λατρεία που αφορά μόνο το πρόσωπο του Θεού.

Στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο των ακολουθιών, η Δευτέρα αφιερώνεται στις αγγελικές δυνάμεις. Δύο παρακλητικοί κανόνες αφορούν το φύλακα άγγελο και τις επουράνιες Δυνάμεις.

Ο ετήσιος λειτουργικός κύκλος σηματοδοτείται από έξι εορτές αφιερωμένες στον αγγελικό κόσμο, με κυρίαρχη εκείνη της 8ης Νοεμβρίου, κατά την οποία εορτάζεται η σύναξη των αγγέλων υπό τον αρχάγγελο Μιχαήλ, ως αντίσταση κατά της αποστασίας του Εωσφόρου.

Αλλά η κατεξοχήν τιμή των αγγέλων γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Εκεί, ο λαός του Θεού στη γη και οι στρατιές του ουρανού με ένα στόμα, σε μία κοινή λειτουργική σύναξη προσφέρουν στο Θεό δοξολογία. Μαζί με τους ιερείς συνέρχονται στο θυσιαστήριο και συλλειτουργούν τη θεϊκή αγαθότητα. Μαζί κυκλώνουν την αγία Τράπεζα και τα τίμια δώρα, διά χειρός αγγέλου αναφέρονται εις οσμήν ευωδίας πνευματικής στο υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο.

Ωστόσο, εκείνοι που τιμούν ιδιαίτερα τους αγγέλους είναι οι μοναχοί. Μέσα από την διαρκή προσευχή τους, την υπεράνθρωπη άσκησή τους, αγωνίζονται να ομοιάσουν στους αγγέλους και να αναπληρώσουν το εκπεσόν τάγμα των δαιμόνων. Γι΄ αυτό και η ακολουθία της μοναχικής κουράς φέρει το όνομα: «Ακολουθία του μεγάλου και αγγελικού Σχήματος».



Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Τατάρνης Εὐρυτανίας

 

Μετὰ τὰ Σεπτεμβριανὰ τοῦ ‘55 λειτουργοῦσε στὸ ναὸ τῆς Παναγίας στὸ Νιχώρι τοῦ Βοσπόρου ὁ- μακαρίτης τώρα - μητροπολίτης Χαλδίας Κύριλλος. Ὁ διάκονος - ποὺ ζῆ καὶ μοῦ τὸ διηγήθηκε - φόρεσε γαλάζια στολή, γιατὶ αὐτὴν εἶχε. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Λειτουργίας κάποιοι τραμποῦκοι μπῆκαν στὸ Ναό. Εἶδαν τὸ διάκο μὲ τὰ μπλέ, ἐφρύαξαν. Δημιούργησαν ἐπεισόδιο. Νὰ βγάλη ὁ διάκος τὰ γαλάζια γιατὶ θὰ τὰ κάνουμε γυαλιά-καρφιά. Τὰ ἔβγαλε. Φόρεσε ἄμφια ἄλλου χρώματος καὶ ἡ Λειτουργία συνεχίσθηκε.

Ἡρωισμὸς εἰς πράξεις δύο

Γράφει ὁ σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πέργης κ. Εὐάγγελος στὸ θαυμάσιο βιβλίο του .Ἐκ Φαναρίου.:

Μὰ καὶ κάποιος ἄλλος μοῦ μίλησε γιὰ τὸ τότε τοῦ ναοῦ τῆς Βλάγκας. Ὁ Ἰωάννης Καλαμάρης, ὁ ἐκπαιδευτικός. Ὕστερα ἀπὸ σαραντατρία χρόνια (1955-1997). Πῶς τόκρυψε ὣς τώρα; Εἶχε καταλάβει τὸ χῶρο ὁ στρατὸς γιὰ φύλαξη καὶ προστασία του, μετὰ τὴν καταστροφή. Ἀνάμεσά του κι ὁ Γιάννης Καλαμάρης. Ἔφεδρος τότε ἀξιωματικός. Ὅπου μιὰ μέρα βλέπει τὸν ἱερέα πατέρα μου νὰ στέκεται μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια του στὸ χῶρο τῆς καμένης ἁγιατράπεζας, μὲ στημένες σκηνὲς γύρω της καὶ σ’ ὅλο τὸ χῶρο τοῦ Ἱεροῦ. Τὸν πλησίασε καὶ μιλώντας του στὴ γλώσσα μας, τὸν παρηγόρησε, λέγοντάς του πὼς ὅλα μὲ τὸν καιρὸ θὰ σιάξουν. Κι ὁ ναὸς θὰ ξαναγίνει. Κι ὁ ἴδιος θὰ ξαναλειτουργήσει στοὺς Ἁγίους Θεοδώρους, πατώντας, μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ δύναμη, στὸ ἴδιο σημεῖο, ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ περίλυπος, καὶ μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, ὀπτασιαζότανε τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Δὲν ἀμφέβαλλε γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ὁ πατέρας μου. Μόνο τὸν ἐντυπωσίασαν δυὸ πράγματα. Πῶς ἕνας τοῦρκος ἀξιωματικὸς τοῦ μίλησε τὴ γλώσσα του, καὶ πῶς ἀμέσως ἐκπληρώθηκε ἡ παράκλησή του. Νὰ διαλυθοῦν τὰ τσαντίρια. (σκηνές) ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ Ἱεροῦ. Γιὰ τὸ πρῶτο μᾶς εἶχε κάνει λόγο ἐκεῖνον τὸν καιρό, ὄχι φυσικὰ ἐπώνυμα. Τὸ δεύτερο ἔμεινε κρυφὸ σαραντατρία χρόνια..

Εἶμαι στὴν εὐχάριστη θέσι νὰ συμπληρώσω τὰ γραφόμενα. Εἶναι ἡ δευτέρα πράξις ἑνὸς ἀγνώστου ἡρωισμοῦ. 6 Ἰουλίου τοῦ 2000 σ.ἔ. Σαράντα πέντε χρόνια μετά. Ταξιδεύω μὲ τοὺς Πολίτες ἐκδρομεῖς ἀπὸ Μυτιλήνη γιὰ Χίο. Κάθομαι μόνος σ’ ἔνα πάγκο τοῦ πλοίου καὶ κοιτάζω κατὰ τὰ Μικρασιατικὰ παράλια. Ρεμβάζω κι ἀναπολῶ. Προσπαθῶ νὰ μαντέψω ποιά εἶναι τὰ βουνὰ ποὺ σιγά-σιγὰ περνοῦν μπροστὰ στὰ μάτια μου καὶ χάνονται.

Ποιά εἶναι τὰ χωριά. Μὲ πλησιάζει ἕνας κύριος, μέλος τῆς ἐκδρομῆς. Συστήνεται. Ἰωάννης Καλαμάρης, συνταξιοῦχος διδάσκαλος. Μένει στὴν Ἀσιατικὴ πλευρά. Στὴν Χαλκηδόνα; Στὸ Μόδι; Δὲν θυμᾶμαι καλά. Μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχα διαβάσει τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Πέργης. Θυμήθηκα ἀμέσως τὴν περίπτωσι. Τὸν ἐρωτῶ λοιπόν:

Καὶ πῶς καταφέρατε νὰ διώξετε τοὺς Τούρκους στρατιῶτες ἀπ’ τὸν καμένο ναό;..

Θὰ τὸ πῶ τώρα σὲ σένα, πάτερ, ὕστερα ἀπὸ 45 χρόνια. Δὲν τὸ ἔχω πῆ ποτὲ σὲ κανένα. Ἤμουν ἔφεδρος ἀξιωματικός. Προϊστάμενός μου ἦταν ἕνας Τοῦρκος λοχαγός, μέθυσος στὸ ἔπακρον. Τὸν λέγω. Σᾶς παρακαλῶ, βγᾶλτε τοὺς στρατιῶτες ἀπ’ τὸν ναό. Εἶναι ἀσέβεια. Εἶναι χῶρος ἱερὸς γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Ἄρχισε νὰ μὲ βρίζη. Θὰ μείνουν ἐκεῖ. Ἐγὼ διατάζω. Ἔφυγε νευριασμένος. Λέγω στοὺς στρατιῶτες. Κατὰ διαταγὴν τοῦ λοχαγοῦ, θὰ βγῆτε ὅλοι ἔξω. Ὑπάκουσαν. Ἔβαλα καὶ φρουρὸ στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ πρωὶ ἔρχεται ὁ λοχαγός. Βλέπει τὴν ἐκκλησία ἄδεια, τὰ τσαντίρια μαζεμένα, βάζει τὶς φωνές. Μὲ καλεῖ ὠργισμένος στὸ γραφεῖο του. Μὲ ἐπιπλήττει. Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ δὲν σέβεσαι τὶς διαταγές μου; Θὰ σὲ τιμωρήσω, θὰ σὲ στείλω στὴν Ἀνατολή, θὰ σοῦ ξηλώσω τὰ γαλόνια. Μὰ ἐγώ, πάτερ, ἐγνώριζα ἕνα μυστικό του. Κάποτε μεθυσμένος, τύφλα, μπῆκε σ’ ἕνα συνεργεῖο αὐτοκινήτων καὶ ἔκαμε μὲ τὸ στανιὸ περιτομὴ σ’ ἕνα ἀρμενάκι. Ἡ πληγὴ κακοφόρμησε καὶ τὸ παιδὶ ἀρρώστησε βαρειὰ καὶ μᾶλλον πέθανε.

Μοῦ τὸ εἶχε ἐξομολογηθῆ ὅταν βρισκόταν στὴ συνήθη του κρασοκατάνυξι. Τοῦ λέγω λοιπόν. Ἂν διάταξης νὰ μποῦν καὶ πάλι στρατιῶτες στὴν Ἐκκλησία θὰ σὲ καταγγείλω γι’ αὐτὸ ποὺ ἔχεις κάνει. Αὐτὴ ἡ ἀπειλὴ ἔσωσε τὴν κατάστασι. Ἀναλογίσθηκε τὴν θέσι του. Καὶ οἱ στρατιῶτες δὲν ξαναμπήκαν στὸ ναό, μέχρι ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Βλάγκα. Αὐτὸ καὶ γιὰ ὅσους μιλοῦν γιὰ ρωμηοὺς προδότες ἐπειδὴ ὑπηρετοῦν στὸν Τούρκικο στρατό. Γιατὶ ὅλα τὰ ἀνισόρροπα ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα λέγονται καὶ γράφονται.

 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μιὰ γοργόνα στὸν Κεράτιο», ἐκδ. Ἱ. Μ. Τατάρνης Εὐρυτανίας.

 

Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στα 1906,

στον τότε Πασά της Θεσσαλονίκης…

«…. Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν τού ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον τού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον τού Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν' αναχωρήσωμεν δι' Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν' αναχωρήσωμεν.

-       Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ' όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν' αναχωρήσωμεν, άλλ' ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας·

Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.

- Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν' αναχωρήσωμεν.

Την απομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον τού Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος.

Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον τού Αγίου Δημητρίου· πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην τού Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μου  ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην τού Χριστού.

Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν τού ποθού­μενου.

Είπον καθ' εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τίνα και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου. Θα μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν' αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος.  Θα προτιμήσω τον θά­νατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους.  Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ένα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω,

-Θέλω τον Πασά.

-Και τι τον θέλεις;

-Έχω λόγον να του πω, απήν­τησα. Μου λέγει,

-Εγώ είμαι αντιπρόσωπος τού Πασά, είπε μοι ελευ­θέρως τι θέλεις; Τώ λέγω˙

-Αφού είσαι αντιπρόσωπος τού Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Αγ. Όρος;

Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον,

-Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος·

-Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρ­τιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζε­τε και μας στενοχωρείτε;  Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαί­νατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ο,τι σεις κάμνετε εις ημάς;

Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά. Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον.

Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, άλλ' εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι ειπόν τι δια την πίστιν μου. Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον.

Και βαδίζοντες προς την οδόν τού μαρ­τυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερός των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα. Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε με θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον.

Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων. Και του έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλά­δα.

Μη γνωρίζοντας ποιος ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πει, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι τού είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να τού ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θά­νατον.

-Και που με επήγαιναν τού λέγω;

-Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια ν' αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν.

Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρη­νών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον τού μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Εάν δε και αθλητίς, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήσει…» (Β' Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος δια να μαρ­τυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαο. Τον αποχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ' οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν, και φωνήσας λεμβούχον τίνα Εβραίον του είπε να μοι υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.

Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντε­λήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει.

Βλέποντες οι του Τε­λωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αυτοί μας επλησίασαν.  Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον αφήκαν.

Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία τού οποίου εσώθην από τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ… 

Άλλ' επειδή δεν κατάλαβα πως και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό  να το μάθω.

Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο οποίος μετέβη και εύρίσκετο εις το Άγιον Όρος.

Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνηση τού Αγιωνύμου Όρους έλαβον πληροφορίας πως και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε εις την Ελλάδα.

«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μου λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρή­σεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος έξω τού καφενείου τού κάτωθεν τού ξενοδοχείου, (εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυ­χόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά της Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον οποίον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν  Ελληνο-Τουρκικήν επιτροπήν μετά τον άτυχη Ελληνο-Τουρκικόν  πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Αφού μείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίρον­τες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην επί μίαν εβδομάδα.

Ο υπασπιστής τού Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πως ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την άλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μου επιτρέψη να μεταβώ εις Άγιον Όρος.

Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος,  να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μου  παρέχει  πάσαν  προστασίαν και βοήθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:

Ήταν και κάποιος άλλος νέος (που είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος), δια τον οποίον  πρωΐαν τινά, ενώ εκοιμούμην  ησύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο Αγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν:

-Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι, και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθερώσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.

Αφού δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.

Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου που μου είχε πει ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.  Επληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε τελείαν υπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς αντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, αλλά το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιή το θέλημα το Ιδικόν Του, αλλά το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΣΗ

ΥΠΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους και, όταν το πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έ­κρινα καλόν να εξέλθω δια να προσκυνήσω τον τάφον τού Αγίου Δημητρίου, τού προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.

Εξελθών, δεν ηξεύρω πως, πάλιν οι Τούρκοι με εξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό επιτήρησιν αρκετάς ημέρας. Όταν δε απεφάσισα να φύγω και επέρασα από το Τελωνείον με συνέλαβον και με επέρασαν από τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλει­σαν εκεί.

Εύρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον οποίον ηρώτησα·

-Δια ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μου λέγει˙

-Δια να μας φονεύ­σουν, και εγώ είπον,

-Τι κακόν εποιήσαμεν;

-Άφησε, μου είπε, μη ε­ξετάζεις το γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον ερχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς επιβάτας. Μόλις όμως έφθασεν, τις οίδε πως και από ποίαν αιτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, το οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον το φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ηκούοντο και φλόγες ουρανομήκεις ανεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη εγένετο ανά­στατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις την παραλίαν, άλλοι δια να δουν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας επιβάτας με τας λέμβους και τα πλοία. Έφυγον δε και όλοι οι φύλακες από το Τε­λωνείο.

Την στιγμήν εκείνην ο νεανίας εκείνος εξαγαγών ψαλίδιον εκ της τσέπης του έκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής. Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον του είπεν να μας υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το οποίον ευρίσκετο έξω τού λιμένος.

Ενώ ητοιμαζόμεθα να εισέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος που με έκλεισεν εις τα συρ­ματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ' ο νεανίας εκείνος, όστις με ε­ξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Ανήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και εγώ εφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματά μου, αφού δε τα ετοποθέτησα, εστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχα­ριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και από που ήταν.

Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους επιβάτας και τους τού Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοίον ούτε να εξέλθη.

Ποιος ήταν και τι εγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ηλευθερώθη η Θεσ­σαλονίκη και επήγα και ελειτούργησα και εκήρυξα τον λόγον τού Θεού εις τον Ναόν τού Αγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα τού Α­γίου ανεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος που με ελευθέρωσε της φυ­λακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότη­τα με την εικόνα τού Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης!

« Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980»

 

Αναδημοσίευση από:

http://patrablog. Blogspot. Com/2011/10/26-1906. Html

 

Ἀμέλεια καί λειψή πίστη

Ἔκπληκτος ἄκουσα ἀπό ἄνθρωπο πού δέν λείπει ἀπό τίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ πολιτικός καί ὁ θρησκευτικός γάμος εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Ὁ ἴδιος δέν εὐλόγησε τόν γάμου του στήν Ἐκκλησία, ἀλλά τόν τέλεσε στό Δημαρχεῖο. Τήν πράξη του αὐτή τήν στήριζε στήν πληροφόρηση πού εἶχε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νομοθέτησε τόν πολιτικό γάμο!

Ἐξήγησα ὅτι ἡ Ἐκκλησία τόν ἀποδέχθηκε, δέν τόν νομοθέτησε. Ἡ Βουλή νομοθετεῖ, ὄχι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία βέβαια τόν θέλει, ἀλλά γιά τούς ἀθέους, ὄχι γιά τούς πιστούς. Δυστυχῶς ὅμως κάποιοι παραπληροφοροῦνται ἀπό δημοσιογράφους ἤ καί «φιλελεύθερους» κληρικούς καί ἐξισώνουν στήν συνείδησή τους τό μυστήριο μέ τήν ὑπογραφή μιᾶς σύμβασης οἰκογενειακοῦ δικαίου στό Δημαρχεῖο.

Ἡ ἀμέλεια καί ἡ λειψή πίστη ὁδηγεῖ πολλούς στόν πολιτικό γάμο καί στήν παραθεώρηση τοῦ θρησκευτικοῦ. Ἔτσι, στεροῦνται τήν Ἐκκλησία, ἀλλά τό πιό στενάχωρο γι’ αὐτούς εἶναι τό ὅτι δέν γίνονται δεκτοί ὡς ἀνάδοχοι σέ Βάπτιση ἤ παράνυμφοι σέ Γάμο.

Σέ πολλούς αὐτό φαίνεται σκληρό. Αὐτή ὅμως εἶναι ἡ καυτερή ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας, πού θέλει τούς ἀνθρώπους της νά ἔχουν καθαρή, εἰλικρινῆ καί ὁλοκάρδια σχέση μαζί της.

«Δὲν κολάζω τὸν νονό μου»

Ὁ Καπετάνιος Κωνσταντής, στό διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ἡ χήρα τοῦ Νεομάρτυρος», μᾶς διδάσκει τήν μεγάλη ἀξία καί τήν βαθιά σημασία τοῦ ἀναδόχου στήν Βάπτιση. Ὁ ἀνάδοχος, ὁ νονός, δέν εἶναι τυχαῖο πρόσωπο. Εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγηση τοῦ νεοφωτίστου. Δέν εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε φίλος τῶν γονέων του.

Ὁ Κωνσταντής κατηγορήθηκε ἄδικα γιά φόνο. Ἦταν ἀθῶος, ἀλλά οἱ πιό πολλές ὑποψίες τῶν Τούρκων ἀστυνομικῶν τόν ἔδειχναν γιά ἔνοχο. Γιά νά πειστοῦν ὅτι λέει ἀλήθεια τοῦ ζήτησαν νά γίνῃ μουσουλμάνος. Τό ἀρνήθηκε. Ἔτσι τόν καταδίκασαν σέ θάνατο.

Γράφει ὁ Παπαδιαμάντης:

«Τὸν ἔφεραν εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης. Ἡτοίμασαν τὴν ἀγχόνην.

–Ἐσκότωσες τὸν ἄνθρωπον!
–Ὄχι!
–Γίνε Τοῦρκος!
–Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ!

Τόν παρακινοῦσαν νά ἀλλάξη πίστη θυμίζοντάς τον τούς γονεῖς, τήν γυναίκα του, τά παιδιά του:

–Παντρεμένος εἶσαι; Δὲν λυπᾶσαι τὰ παιδιά σου;

Ὁ Κωσταντὴς εἶχεν ὀλιγοψυχήσει καὶ πάλιν. Ἐκρατήθη ἡ φωνή του.

–Θὰ γίνης; Τ᾿ ἀπεφάσισες;
–Ὄχι! Δὲν κολάζω τὴν ψυχὴ τοῦ νονοῦ μου, ποὺ μ᾿ ἐβάφτισε.

Ὁ δήμιος ἔσυρε τὸ σχοινίον.

–Θὰ γίνῃς Τοῦρκος;
–Ἡ τελευταία ὥρα σου!
–Ὄχι! Δὲν κολάζω τὸν νονό μου!

Ὁ δήμιος ἡτοίμασε τὴν θηλειάν.

–Σῦρε λοιπὸν εἰς τὸν ᾍδην, ἄπιστε!
–Μνήσθητί μου, Κύριε!

Καὶ μετ᾿ ὀλίγα λεπτά, ὁ νέος ἤσπαιρε κρεμάμενος εἰς τὴν ἀγχόνην».

Στήν πιό κρίσιμη ὥρα, μπροστά στήν ἀγχόνη, ἡ πίστη τοῦ Κωνσταντῆ ἦταν συνδεδεμένη μέ τόν νονό του. Εἶχε φιλότιμο. Δέν ἤθελε νά φανῇ ὅτι δέν τόν μύησε σωστά στήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μνήμη τῆς πίστης πού ἐνστάλαξε στήν ψυχή του τόν ἀνέδειξε νεομάρτυρα. Μετά ἀπό τρία χρόνια, ὅταν κάποιοι ναυτικοί «ἐπῆγαν κρυφίως εἰς τὸ νεκροταφεῖον τῶν καταδίκων» καί ἔσκαψαν τόν τάφο του, «τὰ κόκκαλα τοῦ Κωσταντῆ, κατακίτρινα, ἐμοσχοβολοῦσαν ὡσὰν ἀπὸ ρόδα καὶ βασιλικόν».

Αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τῶν ἀναδόχων. Νά ἔχουν καί νά μεταδίδουν ὁλόκληρη καί ὄχι περικεκομμένη τήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

π.Θ.Α.Β.

http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-278/5929-2019-278-05

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑΣ

Αββά Δωροθέου

Ζ´ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι
(Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας)

 

79. Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε ποιος είναι ο λόγος που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. Ποια είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; ΄Αραγε, έχει μία μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; Εγώ βλέπω ότι έχει μεν πολλές αιτίες, μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. Και εξηγώ πώς ακριβώς. Πρώτα-πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. ΄Αλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον άλλο και γι᾿ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι᾿ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι᾿ αυτόν, ούτε γι᾿ αυτά που λέει και κάνει.

80. Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πώς απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιο λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ᾿ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα.

81. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι᾿ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους. Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι᾿ αυτές. Γι᾿ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι᾿ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ᾿ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ᾿ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του. Ποια δε χαρά, ποια ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν έως εσχάτης αναπνοής»), εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ᾿ αυτή;

82. Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πώς μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου;» Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση. Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλον αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι᾿ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή του με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος.

΄Αλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός. Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιον λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι᾿ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι᾿ αυτό. Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση, όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του. Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε, είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε. Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του. Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει. Να καταλάβει δηλαδή ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό, γιατί μ᾿ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.

83. Διότι κάθε αγωνιστή δεν τον καταβάλλουν και δεν τον επηρεάζουν στο ίδιο μέτρο πάντοτε οι πειρασμοί, αλλά όσο προοδεύει στην πνευματική ζωή, τόσο ελαφρότεροι του φαίνονται. Πραγματικά, όσο προοδεύει η ψυχή, τόσο δυναμώνει και μπορεί να βαστάζει όσα τη βρίσκουν. Όπως ακριβώς, αν ένα ζώο είναι γερό και του φορτώσει κανείς βαρύ φόρτωμα, το σηκώνει εύκολα. Και αν ακόμα τύχει να σκοντάψει, αμέσως σηκώνεται και δεν καταλαβαίνει σχεδόν καθόλου ότι σκόνταψε. Αν όμως είναι ασθενικό και αδύνατο ζώο, τότε και το παραμικρό το γονατίζει. Και αν τύχει να πέσει, έχει ανάγκη από πολλή βοήθεια για να σηκωθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή. Όσο αμαρτάνει, ταλαιπωρείται από την ίδια την αμαρτία. Γιατί η αμαρτία έχει την ιδιότητα να ταλαιπωρεί και να φθείρει αυτόν που την διαπράττει. Επομένως, οτιδήποτε και αν συμβεί, τον καταπονεί. Όταν όμως προκόψει ο άνθρωπος, ξεπερνάει διαρκώς ευκολότερα όλα εκείνα που τον κούραζαν κάποτε. Ώστε το να θεωρούμε αίτιο για όσα μας συμβαίνουν τον εαυτό μας και κανέναν άλλο, μας ευεργετεί πάρα πολύ και μας βοηθά να προκόψουμε και μας αναπαύει. Και πολύ περισσότερο μας βοηθά το να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν παραχωρείται να μας συμβεί χωρίς να είναι κάτω από τη Θεία Πρόνοια.

84. Αλλά λέει κάποιος: «Πώς είναι δυνατόν να μην στενοχωρηθώ αν έχω ανάγκη από ένα πράγμα και δεν μου το δίνουν; Αφού το έχω ανάγκη;» Ούτε τότε δεν δικαιολογείται να κατηγορεί κανέναν ή να θλίβεται. Αλλά, αν πράγματι έχει ανάγκη από κάτι, καθώς λέει, και δεν του το δίνουν, πρέπει να σκέπτεται: Ο Χριστός ξέρει καλύτερα από μένα αν πρέπει να ανακουφισθώ και Αυτός θα συμπληρώσει την έλλειψη αυτού του πράγματος ή αυτής της τροφής». Οι Ισραηλίτες έφαγαν το μάννα στην έρημο σαράντα χρόνια. Και το μεν μάννα ήταν ένα είδος, γινόταν όμως στον καθένα ό,τι είχε ανάγκη. Σ᾿ αυτόν που είχε ανάγκη από γλυκό, γινόταν γλυκό. Σ᾿ αυτόν που είχε ανάγκη από αλμυρό, γινόταν αλμυρό. Και μ᾿ έναν λόγο, γινόταν για τον καθένα ό,τι ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του (Σοφ. Σολ. 16, 21). Έτσι λοιπόν, αν έχει κάποιος ανάγκη από αυγό και δεν του δίνουν παρά λάχανο, πρέπει να πει με τον λογισμό του: «Αν ήταν για το συμφέρον μου, οπωσδήποτε θα μου το έστελνε ο Θεός. Πλην όμως και το ίδιο αυτό το λάχανο μπορεί να το κάνει για χάρη μου θρεπτικό σαν αυγό ο Θεός». Και είμαι βέβαιος ότι στα μάτια του Θεού αυτό ισοδυναμεί με μαρτύριο. Γιατί, πραγματικά, αν κάποιος είναι άξιος να αναπαυθεί, ο Θεός φωτίζει και την καρδιά των Σαρακηνών να τον ελεήσουν κατά την ανάγκη του. (Με την θέση αυτή ο αββάς Δωρόθεος με φυσικότητα και απλότητα υποδηλώνει την πίστη του ότι ο Θεός είναι Κύριος της ιστορίας. Επιμαρτυρεί το «ουδέν απρονόητον και εμελημένον παρά Θεῴ» του Μ. Βασιλείου (Έξ. 7, 5) και φανερώνει τη θετική πλευρά της παρεμβάσεως της Θείας Πρόνοιας στη ζωή του ανθρώπου. Αντίθετα, μας θυμίζει το Γραφικό «Εάν πλανηθή ο προφήτης, εγώ επλάνησα αυτόν» (Ιεζ. 14, 9), που φανερώνει ότι και τότε ο Θεός κινείται και πάλι παιδαγωγικά και παρεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου με τη μορφή της αποκρύψεως της αλήθειας. Πολλές φορές κάνουμε τον εαυτό μας ανάξιο της αλήθειας και τότε παρεμποδίζονται να μας την αποκαλύψουν ακόμη και όσοι είναι αρμόδιοι να το κάνουν. Όποιος όμως είναι άξιος να τύχει της βοήθειας του Θεού, τότε ακόμη και οι εχθροί του τον εξυπηρετούν.

Αν όμως δεν είναι άξιος να αναπαυθεί ή δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής του, και αν ακόμα δημιουργήσει καινούργιο ουρανό και καινούργια γη, δεν βρίσκει ανάπαυση. Φυσικά, άλλες φορές βρίσκει κανείς περισσότερα απ᾿ όσα του χρειάζονται, θέλοντας να του δείξει την υπερβολική αγάπη που έχει προς τον άνθρωπο και να τον διδάξει την ευχαριστία. Όταν όμως δεν του δίνει αυτά που του χρειάζονται, καλύπτει με τον λόγο Του την ανάγκη που θα κάλυπτε το πράγμα που του λείπει και τον μαθαίνει υπομονή. Ώστε, σε κάθε περίσταση, πρέπει να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό. Και είτε ευεργετηθούμε, είτε κακοπάθουμε, να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό και να τον ευχαριστούμε για όσα μας συμβαίνουν, προσπαθώντας πάντοτε να διατηρήσουμε την αυτομεμψία. Και να λέμε, όπως έλεγαν και οι Πατέρες, αν μεν συμβεί κάτι καλό, «είναι οικονομία του Θεού», αν δε συμβεί κάτι κακό, «προέρχεται από τις αμαρτίες μας». Πραγματικά, ό,τι και αν πάθουμε, από τις αμαρτίες μας το παθαίνουμε. Γιατί οι ΄Αγιοι, και όταν ακόμα πάσχουν, υποφέρουν για τη δόξα του Ονόματος του Θεού ή για να φανερωθεί η αρετή τους και να ωφεληθούν πολλοί ή για να πολλαπλασιασθεί η αμοιβή τους από τον Θεό. Για μας όμως τους ταλαίπωρους, πώς μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Αμαρτάνουμε κάθε μέρα τόσο πολύ και επιδιώκουμε την ικανοποίηση των παθών μας με κάθε τρόπο. Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο που χάραξαν οι Πατέρες, δηλαδή την αυτομεμψία, και περπατάμε τους στραβούς δρόμους, κατηγορώντας τον πλησίον. Και ο καθένας ζει με αμέλεια, τίποτα δεν εφαρμόζει και έχει την απαίτηση από τον πλησίον να τηρεί τις εντολές.

85. Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο: «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ᾿ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί». Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι᾿ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες». (Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς, και προς τον Θεό και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι᾿ αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κ.λπ., ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση.)

Προσέξτε πώς ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. ΄Αλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε: «Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι᾿ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες». Ο δε άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι᾿ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πώς διαστράφηκε ο λογισμός τους; Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας. Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πει: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι᾿ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πει: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του, και γι᾿ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι. Ο μεν πρώτος έπρεπε να πει: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι᾿ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου». Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ᾿ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.

86. Να, γι᾿ αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε, γι᾿ αυτό δεν βρίσκουμε ωφέλεια σε τίποτε, αλλά περνάμε όλο τον καιρό μας σαπίζοντας από τους λογισμούς που κάνουμε εναντίον των αδελφών μας και κατατσακιζόμαστε, επειδή καθένας δικαιώνει τον εαυτό του. Καθένας αφήνει τον εαυτό του, όπως είπα, χωρίς να εφαρμόζει τίποτα. Και όλοι μας έχουμε την απαίτηση να τηρούν οι άλλοι τις εντολές του Θεού. Γι᾿ αυτό και δεν μπορούμε να συνετισθούμε να κάνουμε το καλό, γιατί αν ποτέ και το ελάχιστο μάθουμε, αμέσως απαιτούμε από τον αδελφό μας να το εφαρμόσει, κατηγορώντας τον και λέγοντας: «Πρέπει να κάνει αυτό» ή «γιατί αυτό δεν το έκανε έτσι;» Γιατί δεν απαιτούμε καλύτερα από τους εαυτούς μας να εφαρμόζουμε τις εντολές και δεν κατηγορούμε τους εαυτούς μας ως παραβάτες;

Πού είναι εκείνος ο Γέροντας, που, όταν τον ρώτησαν «τι περισσότερο βρήκες σ᾿ αυτόν τον δρόμο, πάτερ;», απάντησε «έμαθα στο καθετί να κατηγορώ τον εαυτό μου»; Πράγμα που έκανε αυτόν που τον ρώτησε να τον επαινέσει και να του πει: «΄Αλλος δρόμος εκτός απ᾿ αυτόν δεν υπάρχει». Όμοια και ο αββάς Ποιμένας είπε αναστενάζοντας: «Όλες οι αρετές μπήκαν σ᾿ αυτό το σπίτι εκτός από μία, και χωρίς αυτή δύσκολα στέκεται ο άνθρωπος». Και τον ρώτησαν: «Ποια είναι αυτή;» Και λέει: «Η αυτομεμψία». Και ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Αυτή είναι η σπουδαιότερη πνευματική εργασία που έχει να κάνει ο άνθρωπος μέσα του. Να επωμίζεται τα λάθη του απέναντι στον Θεό και να προετοιμάζεται για τους πειρασμούς μέχρι την τελευταία του αναπνοή». Και παντού βλέπουμε ότι αυτό τηρούσαν οι Πατέρες και αναπαύονταν, αναφέροντας τα πάντα στον Θεό, ακόμα και τα πιο ασήμαντα.

87. Τέτοιος ήταν ο άγιος Γέροντας που, όταν αρρώστησε, του έβαλε ο αδελφός του στο φαγητό αντί για μέλι λιναρόλαδο, πράγμα που είναι βλαπτικότατο. Και όμως δεν είπε τίποτα, αλλά έφαγε σιωπηλός την πρώτη και τη δεύτερη μερίδα που του χρειαζόταν, χωρίς να κατηγορήσει τον αδελφό του λέγοντας: «Με περιφρόνησε». Και όχι μόνο δεν είπε ότι τον περιφρόνησε, αλλά δεν τον λύπησε ούτε με κανέναν άλλο λυπηρό λόγο. Όταν δε κατάλαβε ο αδελφός τι είχε κάνει, άρχισε να στενοχωριέται και να λέει: «Σε σκότωσα, Γέροντα, κι εσύ μου φόρτωσες την αμαρτία, γιατί δεν είπες τίποτα». Με πόση πραότητα του απάντησε, λέγοντας: «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα έβαζες μέλι». Και αμέσως απέδωσε το γεγονός στο θέλημα του Θεού. «Τι ανακατεύεις τον Θεό, καλόγερε; Ο αδελφός έκανε το λάθος και συ λες αν ήθελε ο Θεός; Τι σημαίνει αυτό;» Και απαντάει: «Ναι, αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα μου ᾿βαζε μέλι ο αδελφός». Και αυτό συνέβη, ενώ ο Γέροντας αρρώστησε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί για πολλές ημέρες να φάει τίποτα. Και όμως, παρόλα αυτά, δεν αγανάκτησε εναντίον του αδελφού, αλλά απέδωσε το λάθος στο θέλημα του Θεού και αναπαύθηκε. Πολύ σωστά έλεγε ο Γέροντας. Γιατί ήξερε καλά ότι, αν ήθελε ο Θεός να φάει μέλι, και το βρωμόλαδο θα το έκανε μέλι.

88. Εμείς όμως για κάθε πράγμα θεωρούμε υπεύθυνο τον αδελφό μας, κατηγορώντας τον ότι μας περιφρονεί και ότι ενεργεί χωρίς συνείδηση. Και, αν ακούσουμε έναν λόγο, αποδίδοντάς τον αμέσως σε κακή πρόθεση, λέμε: «Αν δεν ήθελε να με πληγώσει, δεν θα το έλεγε». Πού να βρεθεί ο άγιος εκείνος προφήτης Δαυίδ, που είπε για τον Σεμέι: «Αφήστε τον να καταρασθεί, γιατί ο Θεός του είπε να καταρασθεί τον Δαυίδ» (Βασ. Α´ 16, 10). Τον φονιά πρόσταξε ο Θεός να καταραστεί τον Προφήτη; Ως σοφός και επειδή ήξερε ότι τίποτε άλλο δεν ελκύει τη Χάρη του Θεού στην ψυχή όπως οι πειρασμοί, και μάλιστα όταν έρχονται επί πλέον σε καιρό δοκιμασίας και δύσκολης περιστάσεως, έλεγε: «Αφήστε τον να καταριέται τον Δαυίδ, γιατί του είπε ο Κύριος να το κάνει». Γιατί; «Μήπως δει ο Θεός την ταπείνωσή μου και μού αποδώσει καλό αντί για την κατάρα του». Βλέπεις με πόση σύνεση ενεργούσε ο Προφήτης; Γι᾿ αυτό και διαφωνούσε με όσους ήθελαν να τον υπερασπισθούν, λέγοντας: «Γιατί ασχολείσθε με μένα, παιδιά της Σαρούιας; Αφήστε τον να καταριέται, γιατί ο Κύριος τον παρακίνησε». Εμείς όμως δεν ανεχόμαστε να πούμε για τον αδελφό μας: «Ο Κύριος τον παρακίνησε».

Αλλά, αν ακούσουμε έναν λόγο, αμέσως νιώθουμε όπως οι σκύλοι. Ρίχνει κανείς επάνω τους πέτρα και αφήνουν αυτόν που τους πετροβόλησε και δαγκώνουν την πέτρα. Έτσι κάνουμε και εμείς. Εγκαταλείπουμε τον Θεό που επιτρέπει να μας βρουν συμφορές, για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες μας, και τα βάζουμε με τον αδελφό μας, λέγοντας: «Γιατί μου το ᾿πε; Γιατί μου το ᾿κανε;» Και ενώ μπορούμε απ᾿ αυτά να έχουμε μεγάλη ωφέλεια, βλάπτουμε τον εαυτό μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι όλα γίνονται με την Πρόνοια του Θεού για το συμφέρον του καθενός. Ο Θεός να μας χαρίσει σύνεση με τις ευχές των Αγίων. Αμήν.


(Πηγή: ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, Ἔργα Ἀσκητικά, Εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱ. Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)

(Ηλεκτρονική πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος, impantokratoros.gr)