Η ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ:

ΤΟΠΟΣ Ή ΤΡΟΠΟΣ ;

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ

ΤΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ  ΙΕΡΟΘΕΟΥ

 

Οι άγιοι Πατέρες για τον Παράδεισο και την Κόλαση

Είναι πολύ σημαντικό να δούμε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση, γιατί αυτοί είναι οι απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας, οι φορείς της αμιάντου Παραδόσεως, και γι' αυτό η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθεί έξω από την Θεόπνευστη διδασκαλία τους. Άλλωστε, η Εκκλησία, που είναι το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, γράφει την Αγία Γραφή και την ερμηνεύει. Η γενική διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας είναι ότι ο Παράδεισος και η Κόλαση δεν υπάρχουν εξ επόψεως του Θεού, αλλά εξ επόψεως του ανθρώπου. Βεβαίως, υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση σαν δύο τρόποι ζωής, αλλά δεν είναι ο Θεός που τους δημιούργησε. Στην πατερική παράδοση φαίνεται καθαρά ότι δεν υπάρχουν δύο τόποι, αλλά ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος για τους αγίους και ο ίδιος ο Θεός είναι Κόλαση για τους αμαρτωλούς. Αυτό συνδέεται αναπόσπαστα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την καταλλαγή και την συμφιλίωση, όπως και για την εχθρότητα του ανθρώπου με τον Θεό. Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν φαίνεται ότι Θεός καταλλάσσεται με τους ανθρώπους, αλλά ότι ο  Χριστός καταλλάσσει τον άνθρωπο με τον Θεό.

Άλλωστε, φαίνεται σε όλη την πατερική Παράδοση ότι Θεός ποτέ δεν είναι εχθρός του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος καθίσταται εχθρός του Θεού διότι δεν έχει κοινωνία και μέθεξη με Αυτόν. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται εχθρός του Θεού και όχι ο Θεός του ανθρώπου. Ο άνθρωπος με την αμαρτία που διαπράττει βλέπει τον Θεό οργισμένο και εχθρικό5. Αυτό το θέμα θα το δούμε παρουσιάζοντας την διδασκαλία συγκεκριμένων Πατέρων της Εκκλησίας.

Νομίζω ότι είναι καλό να αρχίσουμε από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, ο οποίος κάνει λόγο για το τι είναι Παράδεισος και τι είναι Κόλαση. Μιλώντας για τον Παράδεισο λέγει ότι Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Και, φυσικά, όταν αναφερόμαστε στην αγάπη, εννοούμε κυρίως και προ παντός την άκτιστη ενέργεια του Θεού. Γράφει: «Παράδεισος εστίν η αγάπη του Θεού, εν η η τρυφή πάντων των μακαρισμών»6. Αλλά αναφερόμενος και στην Κόλαση λέγει σχεδόν τα ίδια πράγματα, ότι, δηλαδή, και η Κόλαση είναι η μάστιγα της αγάπης. Γράφει: «Εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον;»7.

   Έτσι, η Κόλαση είναι το μαρτύριο της αγάπης του Θεού. Άλλωστε, όπως λέγει ο ίδιος, η λύπη στην καρδιά από την αμαρτία, που έγινε σε βάρος της αγάπης του Θεού, «οξυτέρα εστί πάσης κολάσεως γινομένης»8. Πραγματικά, τιμωρία είναι όταν αρνούμαστε και αντιβαίνουμε στην αγάπη κάποιου. Είναι φοβερό να μας αγαπούν και εμείς να συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα. Αυτό αν το συγκρίνουμε με την αγάπη του Θεού, μπορούμε να καταλάβουμε το μαρτύριο της Κολάσεως.

Και συνδέεται με εκείνο που λέγει πάλι ο άγιος Ισαάκ, ότι είναι άτοπο να ισχυρίζεται κανείς «ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού»9. Επομένως, και οι κολασμένοι θα δέχωνται την αγάπη του Θεού. Ο Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, και δικαίους και αμαρτωλούς, αλλά δεν θα αισθάνωνται όλοι κατά τον ίδιο βαθμό και τρόπο αυτήν την αγάπη. Πάντως, είναι άτοπο να ισχυριζόμαστε ότι Κόλαση είναι η απουσία του Θεού. Από αυτά συνεπάγεται ότι η βίωση του Θεού εκ μέρους των ανθρώπων θα είναι διαφορετική. Στον καθένα θα δοθεί από τον Δεσπότη Χριστό «το προς αξίαν», «κατά το μέτρον των αριστευμάτων αυτού». Γιατί εκεί θα καταργηθούν οι τάξεις των διδασκόντων και διδασκομένων και σε καθέναν θα υπάρχει «η οξύτης της εφέσεως παντός». Έτσι, ένας θα είναι εκείνος που θα δώσει την Χάρη Του προς όλους, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός, αλλά οι άνθρωποι θα την δέχωνται ανάλογα με την δεκτικότητα τους.

Η αγάπη του Θεού θα πίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργή κατά διπλούν τρόπο, τους μεν αμαρτωλούς θα κολάζει τους δε δικαίους θα ευφραίνει. Γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκφράζοντας την Ορθόδοξη Παράδοση πάνω στο θέμα αυτό: «Ενεργεί δε η αγάπη εν τη δυνάμει αυτής κατά διπλούν τρόπον τους μεν αμαρτωλούς χολάζουσα, ως και ενταύθα συμβαίνει προς φίλον από φίλου· τους δε τετηρηκότας τα δέοντα, ευφραίνουσα εν αυτή»10.

Επομένως, η ίδια η αγάπη του Θεού, η ίδια ενέργεια θα επιπίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργεί διαφορετικά. Πως όμως θα γίνεται αυτή η διαφορά; Ο Θεός είπε στον Μωυσή: «ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω» (Εξ. λγ', 19). Ο Απόστολος Παύλος, αναφέροντας αυτό το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης, συμπεραίνει: «άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει» (Ρωμ. θ', 18). Χρειάζεται να  ερμηνευθεί αυτό μέσα σε ορθόδοξα πλαίσια. Πως ο Θεός τον ένα θέλει να ελεήσει και τον άλλο θέλει να σκληρύνει; Υπάρχει προσωποληψία στον Θεό;

Κατά την ερμηνεία του Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, αυτό συνδέεται με την φύση του ανθρώπου και όχι με την φύση και την ενέργεια του Θεού. Λέγει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Καθώς ο ήλιος το μεν κηρί, απαλύνει, τον δε πηλόν σκληρύνει, όχι καθ' εαυτόν, αλλά δια την διαφορετική ύλην του κηρού και του πηλού· έτζι και ο Θεός την πηλίνην καρδίαν του Φαραώ λέγεται πως σκληρύνει»11. Επομένως, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου θα ενεργή και η Χάρη του Θεού, δηλαδή η αγάπη Του, η οποία θα ακτινοβολεί σε όλους.

Στην προοπτική αυτή εντάσσεται και ο Μ. Βασίλειος. ερμηνεύοντας το ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», λέγει ότι αυτό το θαύμα πραγματοποιήθηκε στους Τρεις Παίδες στην κάμινο του πυρός. Η φωτιά στην περίπτωση αυτή διακόπηκε στα δύο, και γι' αυτό «ενεπύριζε τους κύκλω πάντας», ενώ «πνεύμα εδέξατο εν εαυτή, ηδίστην αναπνοήν και ανάψυξιν, ώσπερ εν σκιά τινι φυτών, εν ειρηνική καταστάσει παρεχομένη τοις παισίν». Έτσι, ενώ η φωτιά εκείνη κατέκαιε τους έξω από αυτήν, εν τούτοις δρόσιζε τους Παίδες, σαν να βρίσκονταν κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Στην συνέχεια παρατηρεί ότι το πυρ που ετοιμάσθηκε από τον Θεό για τον διάβολο και τους αγγέλους του «διακόπτεται τη φωνή του Κυρίου». Το πυρ έχει δύο δυνάμεις, την καυστική και φωτιστική δύναμη και ενέργεια, γι' αυτό και καίει και φωτίζει. Έτσι, οι άξιοι της φωτιάς θα αισθανθούν την καυστική ιδιότητα της και οι άξιοι του φωτισμού θα αισθανθούν την φωτιστική ιδιότητα του πυρός. Γι' αυτό ολοκληρώνει πολύ χαρακτηριστικά: «Φωνή ουν Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» και μερίζοντας, ως αλαμπές μεν είναι το πυρ της κολάσεως, άκαυστον δε το φως της αναπαύσεως απομείναι»12.

Επομένως, το πυρ της Κολάσεως θα είναι αλαμπές, θα στερήται της φωτιστικής ιδιότητος, ενώ το φως των δικαίων θα είναι άκαυστον, θα στερήται της καυστικής ιδιότητος, και αυτό θα είναι αποτέλεσμα της διαφορετικής ενεργείας του Θεού. Οπωσδήποτε, αυτό υπονοεί ότι ανάλογα με την κατάσταση του ο άνθρωπος θα δέχεται και την άκτιστη ενέργεια του Θεού.

Η ερμηνεία αυτή περί του Παραδείσου και της Κολάσεως δεν είναι μόνον του αγίου Ισαάκ του Σύρου και του Μ. Βασιλείου, αλλά είναι γενική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ερμηνεύουν αποφατικά τα περί του αιωνίου πυρός και της αιωνίου ζωής. Όταν μιλούμε για αποφατισμό δεν εννοούμε ότι οι Πατέρες αλλοιώνουν την διδασκαλία της Εκκλησίας μιλώντας αφηρημένα και στοχαστικά, αλλά ότι ερμηνεύουν τα θέματα αυτά προσπαθώντας να τα αποδεσμεύσουν από κατηγορίες της ανθρωπινής σκέψεως και από εικόνες των αισθητών πραγμάτων13. Και στο σημείο αυτό φαίνεται η διαφορά των Ορθοδόξων - Ρωμηών Πατέρων από τους Φραγκολατίνους, οι οποίοι έλαβαν αυτές τις πραγματικότητες ως κτιστές14.

Έτσι, λοιπόν, και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει την σπουδαία αυτήν αλήθεια, η οποία, όπως θα φανεί, έχει μεγάλη σημασία για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή. Συνιστά στους ακροατές του να δέχωνται τις διδασκαλίες της Εκκλησίας περί της αναστάσεως των σωμάτων, της κρίσεως και της ανταποδόσεως των δικαίων. Και πρέπει να τις δέχωνται μέσα στην προοπτική ότι η μέλλουσα ζωή είναι «φως τοις κεκαθαρμένοις την διάνοιαν», φυσικά, «κατά την αναλογίαν της καθαρότητας», και αυτό ονομάζουμε Βασιλεία των Ουρανών, και σκότος «τοις τυφλώττουσι το ηγεμονικόν», που είναι στην πραγματικότητα αλλοτρίωση Θεού, «κατά την αναλογίαν της εντεύθεν αμβλυωπίας»15. Η αιώνια ζωή είναι φως γι' αυτούς που καθάρισαν τον νου τους, και μάλιστα κατά τον βαθμό της καθάρσεως, και σκότος γι' αυτούς που είναι τυφλοί στον νου, δηλαδή γι' αυτούς που δεν φωτίσθηκαν από την ζωή αυτήν και δεν έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση. Αυτήν την διαφορά μπορούμε να την δούμε και από τις αισθητές πραγματικότητες. Ο ένας και αυτός ήλιος «φωτίζει μεν την υγιαίνουοαν όψιν αμαυροί δε την ασθενούσαν». Οπότε δεν φταίει ο ήλιος, αλλά η κατάσταση του οφθαλμού.

Το ίδιο ακριβώς αναλογικά θα γίνει και κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Ένας είναι ο Χριστός «άλλ' εις πτώσιν κείται και ανάστασιν πτώσιν μεν τοις απίστοις, ανάστασιν δε τοις πιστεύουσι»16. Ο ίδιος και Αυτός Λόγος του Θεού, ακόμη και τώρα, πολύ περισσότερο τότε, «και φοβερός τοις ουκ αξίοις δια την φύσιν και χωρητός δια φιλανθρωπίαν τοις ούτως ηυτρεπισμένοις»17. Γι’ αυτό δεν αξιώνονται όλοι να ευρίσκονται στην ίδια τάξη και στάση, άλλ' ο μεν είναι άξιος για την μία, ο άλλος για την άλλη, «προς μέτρον, οίμαι, της εαυτού καθάρσεως»18. Ανάλογα με την καθαρότητα της καρδιάς και του νου ο άνθρωπος θα γεύεται της μιας και της αυτής άχτιστου ενεργείας του Θεού. Επομένως, και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος και Κόλαση για τον άνθρωπο, αφού ο καθένας γεύεται της ενεργείας του Θεού αναλόγως της ψυχικής του καταστάσεως. Γι' αυτό σε μια δοξολογητική του φράση θα πει: «Ω Τριά ης εγώ κατηξιώθην, και λάτρης είναι, και κήρυξ εκ πλείονος ανυπόκριτος! Ω Τριάς η πάσι ποτέ γνωσθησομένη, τοις μεν τη έλλαμψει, τοις δε τη κολάσει»19. Ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός είναι και έλλαμψη και κόλαση για τους ανθρώπους. Ο λόγος του άγιου είναι ξεκάθαρος και αποκαλυπτικός.  Θα ήθελα όμως να μνημονεύσω και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ο οποίος τονίζει, την ίδια διδασκαλία.

   Αναφερόμενος στον λόγο του Ιωάννου του Προδρόμου περί του Χριστού, «ούτος βαπτίσει υμάς εν πνεύματι αγίω και πυρί», λέγει ότι θέλει να φανερώση αυτήν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα δεχθούν ανάλογα ή την κολαστική ή την φωτιστική ιδιότητα της Χάριτος. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ούτος», φησί, «βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι αγίω και πυρί», τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ' αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον»20.

Βέβαια, είναι ανάγκη να δούμε την διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μέσα σε όλη την ορολογική προοπτική περί της άκτιστου Χάριτος του Θεού. Ο άγιος διδάσκει ότι όλη η κτίση μετέχει της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά όμως όχι κατά τον ίδιο τρόπο και κατά τον ίδιο βαθμό. Έτσι, η μέθεξη της Χάριτος του Θεού από τους αγίους είναι διαφορετική από την μέθεξή της από την άλλη κτίση, θα τονίσει χαρακτηριστικά: «Ει δ' εν ον τοις πάσι μεθεκτόν, ούχ ενιαίως, αλλά διάφορος μετέχεται... ει και μετέχει πάντα του Θεού αλλά της των αγίων μεθέξεως πολλήν και μεγίστην ορώμεν την διαφοράν»21.

Άλλωστε, γνωρίζουμε από την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η άκτιστη Χάρη του Θεού λαμβάνει διάφορα ονόματα από τα αποτελέσματα, από το έργο που επιτελεί. Εάν καθαρίζει τον άνθρωπο λέγεται καθαρτική, εάν τον φωτίζει λέγεται φωτιστική, εάν τον θεώνη λέγεται θεοποιός. Επίσης, άλλοτε λέγεται ουσιοποιός, άλλοτε ζωοποιός και άλλοτε σοφοποιός. Επομένως, όλη η κτίση μετέχει της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά διαφοροτρόπως. Και γι' αυτό δεν πρέπει να κάνουμε σύγχυση μεταξύ της θεοποιού Χάριτος που μετέχουν οι άγιοι και άλλων ενεργειών. Το ίδιο, βέβαια, συμβαίνει και με την Χάρη του Θεού στην αιώνια ζωή. Οι δίκαιοι θα μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας, ενώ οι αμαρτωλοί και ακάθαρτοι θα βιώνουν την καυστική και κολαστική ενέργεια του Θεού.

- Γέροντα, πως είναι η κόλαση;

- Θα σου πω μια ιστορία που έχω ακούσει:

Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση.

Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: «Έλα, να σου δείξω την κόλαση».

Βρέθηκε τότε σε ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στην μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μία πολύ μακριά κουτάλα. Έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…

Μετά άκουσε την ίδια φωνή να τού λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο».

Βρέθηκε τότε σε ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι ίδιο με το προηγούμενο και στην μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλον

Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;

Οποίος κάνει το καλό, αγάλλεται, διότι αμοίβεται με θεϊκή παρηγοριά. Όποιος κάνει το κακό υποφέρει και κάνει τον επίγειο παράδεισο επίγεια κόλαση.

Έχεις αγάπη, καλωσύνη; Είσαι άγγελος και, όπου πας ή σταθείς μεταφέρεις τον Παράδεισο. Έχεις πάθη, κακία; Έχεις μέσα σου τον διάβολο και, όπου πας ή σταθείς, μεταφέρεις την κόλαση.

Από εδώ αρχίζουμε να ζούμε τον Παράδεισο ή την κόλαση.

«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ τ. Ε’΄», ΣΕΛ. 48.

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ,

ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

  Αυτήν την διδασκαλία την συναντούμε και στα ασκητικά συγγράμματα διαφόρων αγίων. Για παράδειγμα αναφέρουμε τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, ο οποίος λέγει ότι το ίδιο πυρ ονομάζεται και «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Πρόκειται για το άγιο και υπερουράνιο πυρ, που είναι η Χάρη του Θεού. Η Χάρη του Θεού, που δέχονται οι άνθρωποι σε αυτήν την ζωή, τους μεν «καταφλέγει, δια το έτι ελλειπές της καθάρσεως», τους άλλους «φωτίζει, δια το μέτρον της τελειότητας»22. Βέβαια, η Χάρη του Θεού δεν θα καθαρίζει τους αμετανόητους αμαρτωλούς στην άλλη ζωή, αλλά αυτό που λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης συμβαίνει τώρα. Και είναι βεβαιωμένο από την ασκητική εμπειρία ότι οι άγιοι στην αρχή αισθάνονται την Χάρη του Θεού σαν φωτιά που κατακαίει τα πάθη και στην συνέχεια, όσο καθαρίζεται η καρδιά, τόσο και αισθάνονται την Χάρη του Θεού ως φως. 

Σύγχρονοι θεόπτες βεβαιώνουν ότι όσο κανείς μετανοεί και εν Χάριτι βιώνει την κόλαση κατά την πορεία της ασκήσεώς του, τόσο και αυτή (η Χάρη), χωρίς καν να το περιμένει ο άνθρωπος, μετατρέπεται σε Άκτιστο Φως. Πρόκειται για την ίδια Χάρη του Θεού, η οποία πρώτα καθαρίζει τον άνθρωπο, και όταν αυτός φθάσει σε μεγάλο βαθμό μετανοίας και καθάρσεως, θεάται ως φως. Επομένως, δεν πρόκειται περί κτιστών πραγμάτων και ανθρωπίνων συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά περί βιώσεως της ακτίστου Χάριτος του Θεού.

Οι θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της αλήθειας

Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα δεν είναι θεωρητικές αλήθειες, αλλά έχουν σχέση με την όλη εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, η διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση είναι ένα κλειδί ερμηνείας τόσο της Αγίας Γραφής και των πατερικών κειμένων όσο και της εκκλησιαστικής ζωής. Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τις συνέπειες της ορθοδόξου θεωρήσεως του Παραδείσου και της Κολάσεως για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή.

α) Παράδεισος και Κόλαση είναι ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού, όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, γι' αυτό και είναι άκτιστα. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν υπάρχει άκτιστος Παράδεισος και κτιστή Κόλαση, όπως διδάσκει η φραγκολατινική παράδοση. Οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, πίστευαν ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, και γι' αυτό εξέλαβαν το πυρ της Κολάσεως ως κτιστό. Είναι γνωστή η Κόλαση του Δάντη και οι περιγραφές των κολασμένων. Έτσι, οι Φράγκοι φαντάστηκαν τον κόσμο ως τριόροφο, που αποτελείται από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, μεταβλητή γη για να δοκιμάζωνται οι άνθρωποι και μεταβλητά καταχθόνια για τους κολαζομένους και καθοριζόμενους. Συνέπεια αυτής της απόψεως είναι και περί καθαρτηρίου πυρός διδασκαλία των Φράγκων23.

   Επομένως, Παράδεισος και Κόλαση υπάρχουν όχι με την μορφή απειλής και τιμωρίας εκ μέρους του Θεού, αλλά με την μορφή ασθενείας και θεραπείας. Οι θεραπευμένοι και κεκαθαρμένοι βιώνουν την φωτιστική ενέργεια της θείας Χάριτος, ενώ οι αθεράπευτοι και ασθενείς βιώνουν την καυστική ενέργεια του Θεού.

Στην Αγία Γραφή η δόξα του Θεού χαρακτηρίζεται με τις αντιθέσεις φως - γνόφος, και πυρ - σκότος ή δόξα - νεφέλη και αστραπή - καπνός. Αυτοί που έχουν ανιδιοτελή αγάπη και είναι φίλοι του Θεού βλέπουν τον Θεό «εν φωτι - γνόφω», ενώ οι ιδιοτελείς και ακάθαρτοι βλέπουν τον Θεό κριτή ως «πυρ - σκότος»24. Έτσι, λοιπόν, ο Παράδεισος καλείται και φως και  γνόφος. Από γλωσσικής πλευράς φαίνεται ότι είναι αντίθετες έννοιες, γιατί το φως είναι αντίθετο από τον γνόφο και ο γνόφος είναι αντίθετος από το φως. Βέβαια, στην πατερική παράδοση ο γνόφος είναι φως «δια την υπερέχουσαν φανότητα». Επίσης, η Κόλαση χαρακτηρίζεται με τις εικόνες πυρ και σκότος. Αλλά και οι δυο αυτές εικόνες είναι αντίθετες. Γι' αυτό η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικότητες αυτές. Και φυσικά ούτε ο Παράδεισος είναι φως και γνόφος,  όπως εμείς γνωρίζουμε αυτές τις πραγματικότητες. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες προτιμούν την αποφατική ορολογία, για να μη γίνεται καμμία σύγχυση.

Το θέμα είναι ότι τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι κτιστές πραγματικότητες, αλλά άκτιστες. Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί θα δουν τον Θεό στην άλλη ζωή, αλλά, ενώ οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη Θεού και κοινωνία, οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη. Αυτό φαίνεται στην παραβολή του άφρονος Πλουσίου. Ο Πλούσιος έβλεπε τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, αλλά δεν είχε μέθεξη του Θεού και γι' αυτό φλεγόταν. Δεχόταν την καυστική ενέργεια της οράσεως του Θεού. Καίτοι είναι παραβολή, εν τούτοις εκφράζει την πραγματικότητα. Η χρησιμοποίηση του είδους της παραβολής γίνεται για να εκφραστούν οι αλήθειες.

β) Εφ' όσον αναλόγως της πνευματικής τους καταστάσεως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική εμπειρία της θείας Χάριτος, άρα απαιτείται κάθαρση από αυτήν ακόμη την ζωή. Η κάθαρση, κατά τους αγίους Πατέρες, γίνεται κυρίως στην καρδιά και στον νου του ανθρώπου. Ο νους είναι το ηγεμονικό της -ψυχής, δια του οποίου ο άνθρωπος έχει μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Ο σκοτασμός του ηγεμονικού λέγεται αλλοτρίωση· όχι ότι αποχωρίζεται ο άνθρωπος τον Θεό αλλά ότι δεν έχει μέθεξη. Με την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία του ο νους σκοτίστηκε και ταυτίστηκε με την λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Τώρα απαιτείται κάθαρση του νου.

Ο άγιος Γρηγόριος τονίζει επιγραμματικά: «Δια τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Αν κανείς θελήση να φθάσει στον Θεό και να αποκτήση την γνώση Του, χωρίς προηγουμένως να περάση από σχετική δοκιμασία, που είναι η κάθαρση της καρδιάς, τότε θα συμβεί το ίδιο με τόσες άλλες περιπτώσεις που συναντούμε στην Αγία Γραφή και τις οποίες αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα συμβεί ο,τι και στον Ισραηλιτικό λαό, που δεν μπορούσε να δη το ελλαμπόμενο πρόσωπο του Μωϋσέως από την Χάρη του Θεού. Ή θα συμβεί ό,τι και στον Μανωέ, που φώναξε: «Απολώλαμεν, ω γύναι, Θεόν εωράκαμεν». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος μετά το θαύμα της θαυματουργικής αλιείας, είπε: «έξελθε απ’ εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχασε την όρασή του, αφού είδε τον διωκόμενο από αυτόν Χριστό, χωρίς προηγουμένως να καθαρθεί από τους διωγμούς. Ακόμη θα συμβεί ο,τι με τον εκατόνταρχο ο οποίος, καίτοι ζήτησε από τον Χριστό την θεραπεία, εν τούτοις Τον παρακαλεί να μην έλθει στο σπίτι του από δειλία, που πάντως επαινείται από τον Χριστό. Λέγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κάνει την εξής παρατήρηση. Αν κάποιος από μας είναι ακόμη εκατόνταρχος δουλεύοντας στον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, και γι' αυτό είναι ακάθαρτος, ας το αισθανθεί και ας πει τον λόγο του εκατοντάρχου: «ουκ είμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Ας μη μείνει όμως σε αυτήν την διαπίστωση. Αλλά αν θέλει να δη τον Χριστό, τότε ας κάνη αυτό που έκανε ο Ζακχαίος. Ας δεχθεί τον Λόγο στο σπίτι του, αφού προηγουμένως όμως ανεβεί επάνω στην συκομορέα, «νεκρώσας τα μέλη τα επί της γης και υπεραναβάς το σώμα της ταπεινώσεως».

Απαιτείται συναίσθηση της ακαθαρσίας μας, αλλά και αγώνας για την κάθαρση και την θεραπεία. Χρειάζεται να καθαρίσουμε και να κοσμήσουμε την ψυχή μας και ακόμη να φωτισθούμε με την δύναμη και την ενέργεια του Χριστού. Διότι, όταν τηρήσουμε την καρδιά μας με κάθε φυλακή, δηλαδή, όταν βάλουμε την νήψη στην καρδιά μας και όταν ετοιμάζουμε την καρδιά μας για αναβάσεις πνευματικές, τότε «φωτισθώμεν εαυτοίς φως γνώσεως- τηνικαύτα λαλώμεν Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην, και τοις άλλοις εκλάμπωμεν». Γι' αυτό επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τέως δε καθαιρώμεθα και προτελώμεθα τω Λόγω, ιν' ότι μάλιστα αυτούς ημάς ευεργετώμεν, θεοειδείς εργαζόμενοι, και ήκοντα τον Λόγον υποδεχόμενοι»25. Έτσι, στην Ορθοδοξία γίνεται συνεχώς λόγος για κάθαρση και μετάνοια, κατά την διδασκαλία του Χριστού: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ', 17). Μόνο μέσα από την μετάνοια γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό εξ εμπειρίας, διότι ο Θεός δεν είναι γνωσιολογική θεωρία η ιδέα, αλλά θέα.

γ) Το βαθύτερο έργο της Εκκλησίας είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο, να καθαρίζει τον νου και την καρδιά. Ο άνθρωπος, αφού καθαρθεί, στην συνέχεια πρέπει να αποκτήσει φωτισμένο νου, ώστε να δη τον Θεό και να γίνει γι' αυτόν Παράδεισος και Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό γίνεται με τα μυστήρια και την άσκηση. Και πραγματικά, αυτά τα δύο πρέπει να συνδυάζονται. Η άσκηση, όπως φαίνεται στην πατερική παράδοση, προηγείται του Βαπτίσματος και ακολουθεί μετά από αυτό, προηγείται της θείας Κοινωνίας και ακολουθεί μετά από αυτήν. Όταν απομονώσουμε τα μυστήρια από την άσκηση και την άσκηση από τα μυστήρια, τότε διαστρέφουμε την εκκλησιαστική ζωή.

  Αν εξετάσει κανείς επισταμένως το ευχολόγιο της εκκλησίας, θα διαπιστώση ότι συνιστά μια θεραπευτική αγωγή. Είναι, θα λέγαμε λίγο παραβολικά, ένα πνευματικό Ιατρικό σύγγραμμα για την θεραπεία της ψυχή του ανθρώπου. Και, βέβαια, αυτή η θεραπεία, όπως φαίνεται καθαρά σε όλες τις ευχές των μυστηρίων, αποβλέπει κυρίως στην θεραπεία του νου, στον φωτισμό του νου. Γι' αυτό ο ιερεύς δεν «κόβει» απλώς εισιτήρια για τον Παράδεισο, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο, ώστε όταν θα δει τον Θεό, να γίνει γι' αυτόν ο Θεός Παράδεισος και όχι Κόλαση, αφού όλοι θα δούμε τον Θεό και δίκαιοι και αμαρτωλοί. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά την φράγκικη «ασκητική», θα διαπιστώσει ότι αποβλέπει να οδηγήση τον άνθρωπο στην θέα του Θεού. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αφού όλοι θα δουν τον Θεό και θα συνομιλήσουν μαζί Του. Άλλωστε, αυτό περιγράφει ο Κύριος στην περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως. Το θέμα είναι να δει ο άνθρωπος τον Θεό θεραπευμένος.

Η Ορθοδοξία έχει μια μέθοδο θεραπείας. Αυτό φαίνεται εκτός των άλλων και στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας. Γράφεται: «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών εν η δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται».

δ) Δεν πρέπει να έχουμε ζωηρή επιθυμία να δούμε την δόξα του Θεού, όπως κάνουν πολλοί περίεργοι, και γι’ αυτό χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους, τον ανατολικό διαλογισμό και άλλες μεθόδους. Τέτοια περιέργεια εκτός του ότι μπορεί να οδηγήση σε πλάνη, μπορεί επίσης να διαγράψει διαφορετική πορεία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή ο Θεός γίνεται Κόλαση για τους ακάθαρτους, γι' αυτό αισθανόμαστε πρωταρχικό έργο το να καθαρθούμε ψυχικά. Η κάθαρση συνδέεται με την θεραπεία του ανθρώπου, και φυσικά, η θεραπεία είναι η απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης.

ε) Κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, όπως συνήθως λέγεται, αλλά η παρουσία και θέα του Θεού ως φωτιάς. Και, φυσικά, όπως αναφέραμε σε άλλη ενότητα, από τώρα μπορούμε να γευθούμε τον Παράδεισο και την Κόλαση, θα μπορούσα να πω καλύτερα ότι από τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε από τώρα τον Θεό εξαρτάται και το πως θα Τον βιώσουμε και στην Δευτέρα Παρουσία Του. Κατά τον όσιο Ηλία τον Πρεσβύτερο, Παράδεισος είναι η θεωρία των νοητών. Σε αυτήν την θεωρία ο γνωστικός, αυτός, δηλαδή, που απέκτησε την γνώση του Θεού, «ως εν οικείω οίκω ένδοθεν εισέρχεται εν ευχή». Ο δε πρακτικός, αυτός, δηλαδή, που βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, «ως παροδίτης οφθήσεται», αφού έχει μεν την επιθυμία να εισέλθει, αλλά εμποδίζεται από τον φραγμό της πνευματικής του ηλικίας26. Ο Παράδεισος είναι η απάθεια, που στην πραγματικότητα, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού της ψυχής. Ο όσιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος λέγει ότι ο Παράδεισος της απάθειας είναι κρυμμένος μέσα μας και αυτός «εικών εστί του μέλλοντος τους δικαίους υποδέχεσθαι»27.

Κατά τον όσιο Γρηγορώ τον Σιναΐτη, πυρ και σκότος και σκώληξ και τάρταρος, δηλαδή Κόλαση, είναι «η γενική ηδυπάθεια και η καθολική του σκότους άγνοια και ο εν πασι γαργαλισμός του στρήνους και ο τρόμος και ο βρώμας ο δυσώδης της αμαρτίας». Έτσι, η ηδυπάθεια, η άγνοια και το σκοτάδι, ο τρόμος και η βρωμιά της αμαρτίας είναι βίωση της Κολάσεως από τώρα. Και όλα αυτά είναι «ως αρραβώνες και απαρχαί των κολάσεων» από την ζωή αυτή28.

Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι η Εκκλησία είναι Νοσοκομείο και θεραπευτήριο, που θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι και το βασικότερο έργο των Ιερέων. Έχοντας αυτήν την προοπτική μπορεί να ασχολείται και με άλλα έργα. Μπορεί, δηλαδή ο ιερεύς να ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα του λαού, για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη κ.λ.π. αλλά το κυριότερο είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι το κατ' εξοχήν φιλάνθρωπο έργο, που θα έχει αιώνιες συνέπειες. Γιατί, τι το όφελος να ενδιαφέρεται μόνον για τις υλικές ανάγκες και να αδιαφορή για το αιώνιο μέλλον του; Μια τέτοια Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί και είναι πραγματικά μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία. Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να εξαντληθεί μόνον στο ενταύθα, αλλά να προχωρήση και στο επέκεινα. Έτσι, η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον όλο άνθρωπο, που αποτελείται από ψυχή και σώμα.

   Υπάρχουν μερικοί που κατηγορούν την Εκκλησία ότι αδιαφορεί για τις κοινωνικές ανάγκες και απουσιάζει από κοινωνικούς και άλλους αγώνες. Κανείς δεν αντιλέγει ότι και σε αυτό το θέμα πρέπει να επεκταθεί η δραστηριότητα της Εκκλησίας. Άλλα τίθεται το ερώτημα. Ο θάνατος δεν είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα; Εκτός του ότι ταλαιπωρείται ο κάθε άνθρωπος με τον δικό του θάνατο, αφού τον κουβαλά μέσα του από την γέννησή του, επειδή γεννιέται για να πεθάνει, συγχρόνως βασανίζεται από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων. Δεν δημιουργεί κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα ο θάνατος; Η Εκκλησία ασχολείται με το φοβερό αυτό πρόβλημα του θανάτου και βοηθά τον άνθρωπο να τον υπερβεί με την εν Χριστώ ζωή.

Ακόμη, όταν ασχολείται η Εκκλησία με την θεραπεία του νου του ανθρώπου, αυτό έχει άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ο θεραπευμένος άνθρωπος είναι ειρηνικός, ειλικρινής, απαθής και επομένως, καλός οικογενειάρχης, καλός πολίτης. Άλλωστε, όπως ένα Νοσοκομείο κατά την διάρκεια κοινωνικών ανωμαλιών εξακολουθεί να θεραπεύει, έτσι και η Εκκλησία κατά την διάρκεια πολλών ανωμαλιών δεν ξεχνά τον θεραπευτικό της χαρακτήρα και θεραπεύει τους ανθρώπους.

Γι' αυτό, ζώντες μέσα στην Εκκλησία, πρέπει να θεραπευόμαστε με όλα τα μέσα που έχει, τα μυστήρια και την άσκηση, με την μέθοδο που διαθέτει, ώστε και από τώρα, αλλά κυρίως τότε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η Χάρη του Θεού να ενεργεί φωτιστικά και σωτήρια και όχι κολαστικά.

 


 

 

5. Βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου: Ρωμιοσύνη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σελ- 96, κ.έ.

6. Ισαάκ Σύρου: Ασκητικά, εκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 282

7. ένθ. ανωτ. σελ. 326

8. ένθ. ανωτ.

9. ένθ. ανωτ.

10. ένθ. ανωτ. σελ. 326-327

11. Νικόδημου Αγιορείτου: ένθ. ανωτ. τόμος Α', σελ. 110

12. Μ. Βασιλείου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 120-122

13. Ιωάννου Ρωμανίδου: ένθ. ανωτ. σελ. 99

14. ενθ. ανωτ. σελ. 96 κ.έ.

15. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 4 ΕΠΕ, σελ. 376

16. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 382

17. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 88

18. ένθ. ανωτ. σελ. 174

19. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 1 ΕΠΕ, σελ. 380

20. Γρηγορίου Παλαμά έργα. 11 ΕΠΕ, σελ. 498

21. Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, τόμος Β', Παναγ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 145

22. Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, έκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1970, σελ. 163

23. Βλ. Ιωάννου Ρωμανίδου, ενθ. ανωτ. σελ. 96

24. Ιω. Ρωμανίδου: ένθ. άνωτ. σελ. 99

25. Γρηγορίου Θεολόγου έργα, 5 ΕΠΕ, σελ. 86-90

26. Φιλοκαλία, εκδ. Παπαδημητρίου, τόμος Β'. σελ. 305, νη'

27. ένθ. ανωτ. σελ. 101. ιβ'

28. Φιλοκαλία, τόμος Δ', σελ. 36, λ6'

 

Από το εκπληκτικό βιβλίο:

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ  ΙΕΡΟΘΕΟΥ

Η΄ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ-Τ.Θ. 107, 32100 Λεβαδειά

τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

«Στὴν Ἁγία Παρασκευὴ καὶ στὸ Δημοτικὸ Κατάστημα σήμερα τὴν 29-04-2013 ἡμέρα Μ. Δευτέρα καὶ ὥρα 21.00 συνῆλθε σὲ Τακτικὴ Συνεδρίαση τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο Ἁγίας Πα­ρα­σκευ­ῆς ὕστερα ἀπὸ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. πρωτ. 15387/25-04-2013 ἔγγραφη πρόσκληση τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ποὺ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ καθέναν ἀπὸ τοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τοῦ Ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α/87/7-6-10).

Ἀφοῦ διαπιστώθηκε ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία δεδομένου ὅτι ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν -33- μελῶν βρέθηκαν παρόντα τὰ -21- ἀρχίζει ἡ συνεδρίαση. Κληθεῖς νόμιμα παρίσταται καὶ ὁ κ. Δήμαρχος».

Αὐτὰ ἀναφέρονταν στὰ πρακτικά τῆς 14/2013 Συνεδρίασης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀτ­τι­κῆς, μιᾶς πραγματικὰ σημαντικῆς Συνεδρίασης.

Ἦταν μιὰ ἐξαιρετικὴ Συνεδρίασης γιὰ μᾶς, γιὰ ὅσους δηλαδὴ ζήσαμε τὸν π. Ἀντώνιο Ἀλεβιζόπουλο ἀπὸ κοντά. Ἦταν ἡ Συνεδρίαση, ποὺ τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο θὰ μετονόμαζε μία ὁδὸ στὸ Δῆμο μας ὡς ὁδὸ «Ἱερέως Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου». Ἡ πρά­ξη αὐτή, ποὺ ἐπιβεβαίωνε τὴν μετὰ θάνατον ἀναγνώριση, ἐκ μέρους τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοίκησης, τοῦ τεράστιου ἔργου τοῦ π. Ἀντωνίου, δρομολογήθηκε ἀπὸ πρόσωπα προσκείμενα στὸ ἔργο τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μὲ προεξάρχοντα τὸν Πρωτοπρεσβύτερο π. Σταῦρο Τρικαλιώτη, ἀλλά καί τόν τότε Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη καὶ νῦν Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν διεβίβασε στὸ Δῆμο καὶ τὸ παρακάτω βιογραφικὸ σημείωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀξίζει νὰ ἐνημερω­θοῦμε, καθὼς λίγα εἶναι γνωστά, στὸ εὐρὺ κοινό, σχετικὰ μὲ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπο­υλου: Ὁ π. Ἀντώνιος, γεννήθηκε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1931 στὰ Δουβρέϊκα - Καζάρμα Μεσσηνίας. Ὑπῆρξε ὁ ἑνδέκατος καὶ τελευταῖος γιὸς πολύτεκνης οἰκογένειας, μεταξὺ ἐννέα γιῶν καὶ δύο θυγατέρων.

Ἔλαβε τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευση στὴν Καζάρμα καὶ τὴ Γυ­μνα­σια­κὴ στὴν Καλαμάτα. Ἀπεφοίτησε ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸ 1957 καὶ ἀπέκτησε διδακτορικὸ δίπλωμα στὴ Φιλοσοφικὴ στὴν πόλη Mainz τῆς Γερμανίας. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς βοηθὸς στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μύνστερ. Ἀσχολήθηκε ἐκτενῶς μὲ τὰ ποιμαντικὰ θέματα τῶν ἑλλήνων μεταναστῶν στὴ Γερμανία καὶ ἐνῶ προδιαγραφόταν λαμπρὴ σταδιοδρομία ὡς Καθηγητὴς στὴ Γερμανία ἀποφάσισε νὰ χαριτώσει τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ χειροτονηθεῖ.

Νυμφεύθηκε τὴν Ἀντωνία, κόρη τοῦ Πάστορα Λέντς, ἡ ὁποία ἔγινε ὀρθόδοξη καὶ μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τρεῖς γιούς.

Χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Θυατείρων καὶ Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρα, τὸ ἔτος 1962, στὴν Στουτγάρδη καὶ ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στὸ Ἀνόβερο καὶ Κολωνία. Στὴ κάτω Σαξονία ὀργάνωσε ἕνα εὐρύτατο ποιμαντικὸ ἔργο, ὅπου ἀξιοποίησε στὸ καλύτερο δυνατὸ βαθμὸ τὸ ἑλληνορθόδοξο λαϊκὸ στοιχεῖο καὶ ἐξέδωσε τὸ περιοδικὸ Γέφυρα, ἐνῶ ὀργάνωνε συνέδρια καὶ συνάξεις ὅπου μεταξύ τῶν ἄλλων ἐπεδίωκε νὰ ἀμβλύνει καὶ τὰ ἔντονα πολιτικὰ πάθη καὶ τὶς διαμάχες μεταξύ των ἑλλήνων μεταναστῶν.

Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1968 ὅπου ἀπέκτησε τὸ διδακτορικὸ δίπλωμα στὴ Θεολογικὴ στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ διορίστηκε ἐφημέριος στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Ἀμπελοκήπων καὶ στὴ συνέχεια στὴν Ἁγία Παρασκευὴ Ἀττικῆς, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς τὴν κοίμησή του.

Συγχρόνως διορίσθηκε Γραμματέας τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποδήμου Ἑλληνισμοῦ καὶ τὸ 1980 Γραμματεὺς τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν αἱρέσεων.

Διοργάνωσε τοὺς ἑξῆς τομεῖς δραστηριότητος: «Φροντιστήριο Στε­λε­χῶν Ἐκκλησιαστικῆς Προνοίας» 1968, «Σχολὴ Ἐθελοντῶν Διακονίας» 1971, «Φροντιστήριο Ἀντιμετωπίσεως Αἱρέσεων» 1976.

Ἐπίσης διετέλεσε, Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου Ποιμαντικῆς Ἀν­τι­με­τω­πί­σε­ως τῶν Αἱρέσεων στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Ὑπηρεσίας Ἐνημερώσεως Διαλόγου καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, Πρόεδρος τοῦ Πνευματικοῦ Συμβουλίου τῆς «Πα­νελ­λη­νί­ου Ἑνώσεως Γονέων γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξου Πολιτισμοῦ τῆς Οἰκογενείας καὶ τοῦ Ἀτόμου», Πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τοῦ «Ὀρθόδοξου Ἐπιμορφωτικοῦ Κέντρου Ἐ­νη­με­ρώ­σε­ως καὶ Διαλόγου», Πρόεδρος τοῦ Πνευματικοῦ Συμβουλίου τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἁγίας Παρασκευῆς, Α΄ Ἀντι­πρόεδρος τοῦ «Διορθοδόξου Συνδέσμου Πρωτοβουλιῶν Γονέων».

Ὡς Γραμματέας τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς διοργάνωσε πληθώρα Κληρικολαϊκῶν Συνάξεων, Συνεδρίων, Σεμιναρίων, Ἡμερίδων, Πανελλαδικῶν καὶ Πανορθοδόξων Συνδιασκέψεων, τὸ «Σεμινάριο Πίστεως», τὸ «Σεμινάριο Οἰκοδομῆς στὴν Ὀρθοδοξία», τὸ «Σε­μι­νά­ριο Ὀρθοδόξου Πίστεως», τὸ «Θεολογικὸν Σεμινάριον».

Συνέγραψε 40 βιβλία ποικίλου ποιμαντικοῦ περιεχομένου, ποὺ καλύπτουν τοὺς τομεῖς τῆς ἐνοριακῆς δραστηριότητας, τὴν ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τῆς ποιμαντικῆς στρα­τη­γι­κῆς της Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ποικίλων αἱρέσεων.

Συνέτασσε μὲ συνεργάτες τὰ Δελτία: «Μαρτυρία», «Πλη­ρο­φο­ρεῖν», «Δελτίον Ἐνημερώσεως», «Δελτίον Ἐπικοινωνίας». Πολλὰ ἄρθρα του δημοσιεύθηκαν στὶς καθημερινὲς ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Μίλησε σὲ πλεῖστες πόλεις τῆς Ἑλλάδας καὶ σὲ Γυμνάσια καὶ Λύκεια. Εἶχε δύο τακτικὲς ἐκπομπὲς στὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Συμμετέσχε σὲ πλεῖστα Διεθνῆ Συνέδρια Πρωτοβουλιῶν Γονέων στὸ Ἐξωτερικό, σὲ συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ Συνεδρίων Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καὶ σὲ συνέδρια ἀντιαιρετικοῦ χαρακτήρα σὲ πολλὲς χῶρες στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.

Ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον τὴν 3η Μαΐου 1996 ἔχοντας ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔχοντας προσφέρει μεγάλες ὑ­πη­ρε­σί­ες στὴ στήριξη τῆς Ἀλήθειας τῆς Πίστεως καὶ στὸ Ποι­μαν­τι­κὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνα περίπου ἔτος ἀργότερα τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν ἐκδημία καὶ ἡ πρεσβυτέρα Ἀντωνία. Ἡ πρεσβυτέρα ὑ­πῆρ­ξε γι' αὐτὸν πολύτιμη σύζυγος, ἀξία μητέρα καὶ ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη βοηθὸς στὴ ζωή, καλύπτοντάς τον σὲ ὅλους τούς τομεῖς, ὥστε ἀπερίσπαστος νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ στὸ πράγματι μεγάλο καὶ οὐσιαστικὸ Ἐκκλησιαστικὸ ἔργο του.

Ἦταν μιὰ ξεχωριστὴ προσωπικότητα, ἄνθρωπος εὐρύτατης παι­δεί­ας καὶ ἤθους. Ἰδιαίτερα τιμᾶ τὸν Δῆμο Ἁγίας Παρασκευῆς, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν ἐκλεκτὸς δημότης[1].

Ἡ ὑπηρεσία ἐξετάζοντας τὸ αἴτημα τῆς μετονομασίας εἶχε μερικὲς σημαντικὲς ἐπισημάνσεις, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο ἐνέκρινε τὴ μετονομασία ὁδοῦ τῆς περιοχῆς Πευκακίων, τοῦ Δήμου Ἁγίας Παρασκευῆς, σὲ ὁδὸ Ἱερέως Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου γιὰ νὰ τιμηθεῖ τὸ ἔργο, ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα καὶ τὸ ἦθος τοῦ Ἱερέως Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπου­λου μὲ τὴν ἀπόφαση 132/2013.

Βασικὸς μοχλὸς τῆς ὅλης προσπάθειας, ὅπως ἤδη αναφέραμε, ὑπῆρξε ὁ ἐφημέριος του Ἱ. Ναοῦ Ἁγίων Ἀναργύρων Πευκακίων, π. Σταῦρος Τρικαλιώτης, ὁ ὁποῖος στὶς 21/3/2013 κατὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Δημάρχου Ἁγίας Παρασκευῆς στὸν χῶρο ἀνέγερσης τοῦ Ἱ. Ναοῦ ὑπενθύμισε τὸ θέμα καὶ ἐπεμελήθη καὶ τῆς φιλοτέχνησης τῆς προτομῆς τοῦ ἀειμνήστου π. Ἀντωνίου, τὰ ἀ­πο­κα­λυ­πτή­ρια τῆς ὁποίας ἔγιναν τὴν 21η Νοεμβρίου 2019 ἀπὸ τὸν Δήμαρχο Ἁγίας Παρασκευῆς.

Βλέπουμε ὅτι ἡ ἀπόδοση τιμῆς ἀπὸ τὴν Πολιτεία κατόπιν ἑορτῆς εἶναι μιὰ συνήθης τυπικὴ διαδικασία πρὸς πρόσωπα ποὺ ἐπιτέλεσαν σημαντικὸ ἔργο. Ὁ π. Ἀντώνιος ἀνάλωσε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὴν ζωή του στὸ ἀντιαιρετικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας· ἔθεσε τὶς βάσεις καὶ ἑτοίμασε συνεργάτες. Καθ' ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του εἰσέπραξε τὴν ἀπαξίωση ἐκ μέρους ἀντι­εκκλησιαστικῶν προσώπων, εἰδικὰ ἀριστεριστῶν δημοσιογράφων, ποὺ ὑπὸ τὴν καθοδήγηση παραθρησκευτικῶν ὀργανώσε­ων -βλέπε: Κ.Ε.Φ.Ε. (Σαηεντολογία), ΠΑΝ.Ι.Φ.Ε. κ.ἄ.-, προσπάθησαν γιὰ τὴν φυσικὴ καὶ πνευματική του ἐ­ξόν­τω­ση, συχνὰ συνεπικουρούμενοι κι ἀπὸ ψευδαδέλφους στοὺς χώρους τῆς ὑπηρεσιακῆς διακονίας του. Στήριξη εἶχε ἀπὸ τὴν Πρεσβυτέρα του, τοὺς Πατέρες στὴν Ἁγία Παρασκευὴ καὶ κάποιους λαϊκοὺς συνεργάτες του -τὰ λίγα τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του κι ἀπ' τὸν μακα­ριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ποὺ ἀντελήφθη, παρ' ὅλες τὶς ἀρνητικὲς εἰσηγήσεις «ἡμετέρων», τὴν πραγματικότητα πε­ρὶ τοῦ ἀνδρός.

Σήμερα, τόν π. Ἀντώνιο τόν «διεκδικοῦν» πολλοί... Κάποιοι, μάλιστα, ἀρέσκονται νά διαδίδουν, μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅτι ὁ π. Ἀντώνιος εἶναι δικός τους· ἀνήκει κληρονομικὰ στὴ δική τους παράταξη... Ὁποία πλάνη! Οὐδείς ἔχει, κληρονομικῶ τῶ τρόπω, κάποια δικαιοδοσία διαδοχῆς ἐπί τοῦ προσώπου τοῦ π. Ἀν­τω­νίου. Κάποιοι δέν μποροῦν νά κατανοήσουν ὅτι ὁ π. Ἀν­τώ­νιος δέν ἀνήκει σέ κανέναν. Ὁ π. Ἀν­τώ­νιος ἀνήκει μόνον στὸν Κύριο, ἀνήκει μόνον στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ σὲ κανέναν ἄλλον!

Ὅσο γι' ἐμᾶς, ἕναν μικρό χῶρο στήν καρ­διά μας, τόν ἔχουμε πραγματικά φυλαγμένο γι' αὐτόν· κάποιοι ἀπό ἐμᾶς· σίγουρα, ὄχι ὅλοι...

Πάτερ Ἀντώνιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμῶν!

 

[1] http://archive.is/wlZpp

Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

(1940-2009)

   Όταν ο Δαβίδ κατώρθωσε να συνενώση τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ σε ενιαίο κράτος με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, ο περιού­σιος λαός γνώρισε πολλά μεγαλεία. Μία από τις δόξες των ημερών εκείνων ήταν και οι «δυνατοί», ένα επίλεκτο σώμα από τριάντα άνδρες, προικισμένους με σπάνια χαρίσματα. Λέγοντας «δυνατοί» ας εννοή­σουμε: πρωτοπαλλήκαρα, ήρωες, γενναίοι, «λοκατζήδες», λεβέντες...

Ο Θεός ευλογούσε πλούσια το δωδεκάφυλο και ανέδειχνε κάθε είδους ταλαντούχα πρόσωπα. Και ο πανέξυπνος Δαβίδ έψαχνε, τα εύρι­σκε και τα αξιοποιούσε κατά τον καλύτερο τρόπο. Οι «δυνατοί» ήταν γι’ αυτόν η προσωπική του φρουρά, το δεξί του χέρι στις πολεμικές επιχει­ρήσεις, το στήριγμά του σε δύσκολες ώρες, η χαρά του και το καύχημά του.

Στα χρόνια που ο Δαβίδ καταδιώκοταν από τον Σαούλ και αναγκαζόταν να ζη στα βουνά και στις ερημιές της Ιουδαίας, ακολουθείτο από τετρακόσιους στρατιώτες. Ήταν βέβαια λίγοι, μα πολύ σκληραγωγημέ­νοι. Η πρώτη «μαγιά» των δυνατών βρέθηκε σ' αυτά τα πρόσωπα. Να, πως τους εγκωμιάζει το Ιερό κείμενο:

«Ισχυροί, δυνατοί άνδρες παρατάξεως πολέμου

αίροντες θυρεούς και δόρατα,

και πρόσωπον λέοντος τα πρόσωπα αυτών,

και κούφοι ως δορκάδες επί των ορέων τω τάχει».

(Α' Παραλ. 12,9)

 Μάλιστα. Γρήγοροι σαν ζαρκάδια! Φοβεροί σαν λιοντάρια! Άνδρες δυνατοί!

Αργότερα μπόρεσε να επιλέξη και από τον ευρύτερο χώρο του Ισραηλιτικού λαού. Ο αριθμός τους έφθανε τους τριάντα. Φαίνεται ότι ήταν διαιρημένοι ανά τρεις: Δέκα τριάδες. Η μεγάλη δόξα ανήκε σ' αυτούς που βρίσκονταν στην πρώτη τριάδα, φαίνεται ότι αν κάποιος απ’ όλους πάθαινε κάτι, αν λ.χ. σκοτωνόταν στον πόλεμο, αν αρρώσταινε, αν γερνούσε... τον αντικαθιστούσαν με άλλον, ώστε ο αριθμός να παραμένη ο ίδιος. Κάποιος που βρισκόταν σε κατώτερη τριάδα, υπήρχε δυνατότητα να ανεβή πιο πάνω. Το μεγάλο όνειρο ήταν ν' αξιωθή κα­νείς να φθάση στην πρώτη τριάδα, στους «τρεις δυνατούς», φαίνεται ότι ωρισμένες φορές μία τριάδα ανελάμβανε κάποια ειδική αποστολή, ανεξάρτητα από τους άλλους. Τα μέλη κάθε τριάδος ωνομάζονταν «τρεις δυνατοί», αλλά κυρίως χαρακτηρίζονταν έτσι αυτοί που ανήκαν στην πρώτη τριάδα.

Αυτά τα συμπεραίνουμε από διάφορες φράσεις της Γραφής, σαν τις επόμενες, οι οποίες ας σημειωθή είναι κάπως δυσνόητες:

«Αυτός —ο Ελεάζαρ— ήταν στους τρεις δυνατούς» (Α' Παραλ. 11, 12). «Αυτά κατώρθωσαν οι τρεις δυνατοί» (Β' Βασιλ. 23, 17). «Και αυτός —ο Αβεσσά— είχε όνομα στους τρεις· ήταν ένδοξος σ' αυτούς και αρχηγός τους, αλλά ως τους τρεις δεν έφθασε» (Β' Βασ. 23,18-19). «Και σ' αυτόν —τον Βαναία— υπήρχε όνομα στους τρεις δυνατούς· ήταν ο ενδοξότερος ανάμεσα στους τριάντα, αλλά δεν ερχόταν στους τρεις» (Α' Παραλ. 11, 24-2'δ).

Σε κρίσιμες πολεμικές ώρες, η επέμβασις των δυνατών υπήρξε αι­τία εθνικής σωτηρίας.

Οι δυνατοί πάλι έσωζαν την αξιοπρέπεια του Ισραηλιτικού λαού από τα ονειδιστικά λόγια των «εκγόνων του Ραφά», των Ραφαΐμ .

Να κάνουμε μία επεξήγησι γι' αυτούς τους τελευταίους. Στην Πα­λαιστίνη εκτός από τις φυλές των Χαναναίων υπήρχε και μία φυλή γι­γάντων —οι Ραφαΐμ — οι οποίοι θεωρούνται αρχαιότεροι από τους Χαναναίους. Αλλά και όταν εξέλιπε αυτή η φυλή, λείψανα εναπόμειναν εδώ κι εκεί. Στους Φιλισταίους λ.χ. συχνά εμφανίζονται γίγαντες. Ο βα­σιλεύς της Βασάν Ωγ που νικήθηκε από τον Μωυσή ανήκε στους γί­γαντες, και το κρεββάτι του είχε μάκρος εννέα πήχεις!

Όταν κάποιος από τους Ραφαΐμ ξεπρόβαλλε εμπρός στο Ισραηλιτικό στρατόπεδο και προσκαλούσε σε μονομαχία και εξαπέλυε εξευτε­λιστικά λόγια και εμποιούσε τρόμο, ποιος μπορούσε να τον αντιμετωπίση; Μόνο ένας από τους δυνατούς.

Στο Α' Παραλειπομένων διαβάζουμε τα εξής: «Μετά ταύτα συνεκροτήθη πόλεμος με τους Φιλισταίους στην Γαζέρ. Τότε επάταξε ο Σοβοχαί ο Χουσαθίτης τον Σαφού, που ήταν απόγονος των γιγάντων και τον εταπείνωσε. Και πάλι έγινε πόλεμος με τους Φιλισταίους και ο Ελλανάν ο γυιός του Ιαΐρ επάταξε τον Λαχμί τον αδελφό του Γολιάθ του Γεθθαίου˙ το ξύλο του δόρατος (του Λαχμί) ήταν σαν το αντί του αργα­λειού. Και πάλι έγινε πόλεμος στην Γεθ, και εμφανίσθηκα άνδρας υπερ­μεγέθης, που είχε τα δάκτυλα έξι-έξι, συνολικά εικοσιτέσσερα, και ήταν απόγονος των γιγάντων είπε λόγια που εξευτέλιζαν τον Ισραήλ. Αυτόν τον κατενίκησε ο Ιωνάθαν που ήταν γυιός του Σαμά, του αδελφού του Δαβίδ» (20, 4-7).

Για να μπορέσουν τώρα ο Σοβοχαί και ο Ελλανάν και ο Ιωνάθαν να συγκρουσθούν με γίγαντες και να τους εξουδετερώσουν, φαντάζε­σθε τι φοβερή δύναμι και παλληκαριά θα διέθεταν.

Από τα χειρότερα που μπορούσαν να συμβούν στον Ισραηλιτικό λαό ήταν να φονευθή ο βασιλεύς στη μάχη. Αλλά οι δυνατοί στέκονταν πλάι του. Και σε κρίσιμες στιγμές επενέβαιναν και του έσωζαν την ζωή του. Σχετικά διαβάζουμε στο Β' Βασιλειών:

«Και έγινε πάλι πόλεμος των Φιλισταίων με τον Ισραήλ. Και κα­τέβηκε ο Δαβίδ με τους στρατιώτες του και επολέμησαν τους Φιλισταίους. Και απέκαμε ο Δαβίδ. Τότε ο Ιεσβί που καταγόταν από τον Ραφά (ήταν δηλ. γίγαντας), με δόρυ που ζύγιζε τριακόσιους σίκλους (*) χαλκού, με μεγάλο σπαθί στην μέση, ήταν έτοιμος να σκοτώση τον Δα­βίδ. Αλλά ο Αβεσσά, ο γυιός της Σαρουΐας του συμπαραστάθηκε· χτύ­πησε τον Φιλισταίο και τον θανάτωσε» (21, 15-17).

Άλλος λοιπόν δυνατός, ο Αβεσσά, έσωσε τον Ισραήλ από μεγά­λη συμφορά. Αυτός μάλιστα ήταν και ανεψιός του Δαβίδ, αφού η Σαρουΐα ήταν αδελφή του βασιλέως.

Όπως κάθε λαός της αρχαιότητος είχε τους ήρωές του (πρβλ. για τον ελληνικό χώρο, Ηρακλή, Θησέα, Οδυσσέα, Αχιλλέα, Μ. Αλέξαν­δρο...) και εξυμνούσε τα μεγάλα κατορθώματά τους, έτσι γινόταν και στον Ισραήλ με τους τριάκοντα δυνατούς. Οι εντυπωσιακές ανδραγαθίες τους φέρονταν από στόμα σε στόμα. Γέμιζε καύχησι ο Ισραηλίτης όταν εγκωμίαζε αυτούς τους ηρωικούς άνδρες. Και τα μικρά παιδιά όπως σήμερα θαυμάζουν κάποιο σπουδαίο αθλητή ή ποδοσφαιριστή, τότε, στον Ισραήλ, καμάρωναν τους «δυνατούς».

Περίφημος ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο Βαναίας (ή Βεναΐας), ο γυιός του Ιωδαέ που καταγόταν από την Καβασεήλ, μία κωμόπολι στα όρια Ιουδαίας και  Ιδουμαίας. «Αυτώ όνομα εν τοίς τρισί τοις δυνατοίς». Έβγαλε μεγάλο όνομα. Ιδιαίτερα μνημονεύονται τρεις ηρωικές του πράξεις. Η πρώτη, ότι μπόρεσε να καταβάλη δύο δυνατούς Μωαβίτες που είχαν την ρώμη λέοντος. «Επάταξε τους δύο αριήλ Μωάβ» (Α' Παραλ. 11,22). Αριήλ σημαίνει λέων(**). Φαίνεται ότι αυτοί oι δύο φο­βεροί Μωαβίτες προκαλούσαν τους Ισραηλίτες, και είχαν γίνει φόβος και τρόμος. Η δύναμίς τους, τρομερή. Και όμως ο Βαναίας τους εφόνευσε και τους δύο, και κατέβαλε την μωαβιτική έπαρσι.

Σ' εκείνα τα χρόνια υπήρχαν πολλά δάση στην Παλαιστίνη, και φιλοξενούσαν άγρια θηρία, λιοντάρια, αρκούδες κλπ. Κάποιες φορές μπο­ρούσε ένα λιοντάρι να πέση σε κατοικημένη περιοχή και να κατασπά­ραζη τους ανθρώπους. Κλείνονταν τότε στα σπίτια τους. Κανένας δεν τολμούσε να ξεμυτίση. Η ζωή μιας ολόκληρης πόλεως νεκρωνόταν. Σε μία τέτοια περίπτωσι ο ηρωικός Βαναίας βγήκε από το σπίτι του και εξουδετέρωσε τον λέοντα. «Επέταξε τον λέοντα εν μέσω του λάκκου εν τη ημέρα της χιονός». Όταν έρριχνε χιόνια, τα λιοντάρια έσπευδαν σε κατοικημένες περιοχές προς αναζήτησι λείας. Ένα λοιπόν απ' αυτά γλύστρησε κι έπεσε σε λάκκο. Μη μπορώντας να βγη από εκεί εβρυχάτο και σκορπούσε τρόμο. Κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάση. Ο γεν­ναίος όμως Βαναίας δεν εδίστασε να κατεβή στον λάκκο παρ’ όλη την ολισθηρότητα του χιονιού και να συγκρουσθή με το άγριο θηρίο. Κατά­φερε να το φονεύση.

Ο ίδιος κατέβαλε και κάποιον «πεντάπηχυν» Αιγύπτιο. Το παρά­στημα και η δύναμις αυτού του Αιγυπτίου ήταν το κάτι άλλο. Πανύψη­λος, πέντε πήχεις ύψος! Ενδεικτικό της ισχύος του ήταν το πελώριο δόρυ που κρατούσε στο χέρι, «ως αντίον υφαινόντων» και ως «ξύλον διαβάθρας», σαν το «αντί» του αργαλειού και σαν ξύλινη γέφυρα που οδηγεί από το πλοίο στην ξηρά! Κι αυτός προκαλούσε την ανδρεία των Ισραηλιτών. Τότε ο Βαναίας ήρθε σε συνάντησί του κρατώντας, παρα­καλώ, σαν όπλο του ένα ραβδί! Κατάφερε όμως ν' αρπάξη από τον Αι­γύπτιο το τεράστιο δόρυ και να τον φονεύση μ’ αυτό· «και απέκτεινεν αυτόν εν τω δόρατι αυτού».

«Ταύτα εποίησε Βαναίας». Παρ' όλο που δεν ανήκε στην πρώτη τριάδα των δυνατών.

Σ' όλη του την βασιλεία ο Δαβίδ τον είχε δεξί χέρι, φρουρό, αρχισωματοφύλακα, μέλος του βασιλικού μυστικοσυμβουλίου. Αλλά και ο Σολομών για να εδραιωθή καλά στον θρόνο βρήκε μεγάλη υποστήριξι από τον Βαναία τον υιόν Ιωδαέ. Το πρόσωπό του υπολογιζόταν όπως του αρχιερέως Σαδώκ και του προφήτου Νάθαν (Πρβλ. Γ’ Βασιλειών, κεφ. 1ον).

Αλλά και ο Αβεσσά διέπραξε εντυπωσιακά ανδραγαθήματα. Τον αναφέραμε και προηγουμένως. Ήταν ανεψιός του Δαβίδ, και στις διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις που έκανε ο βασιλεύς για να στερεώ­ση το δωδεκάφυλο, διέπρεπε. Όταν χρειαζόταν να διαιρεθή το στρά­τευμα σε δύο-τρία μέρη, γιατί έτσι το απαιτούσε κάποια πολεμική ανάγ­κη, στο ένα μέρος επικεφαλής ετοποθετείτο ο Αβεσσά (Β' Βασιλ. 18, 2).

Στα πρώτα χρόνια όταν ο Δαβίδ καταδιωκόταν από τον Σαούλ, ο Αβεσσά αποτελούσε μεγάλο στήριγμα του θείου του. Όταν κάποτε ο Δαβίδ απεφάσισε να μπη μέσα στο στρατόπεδο του Σαούλ, να πλησιά­ση στην σκηνή του, να του πάρη το δόρυ και το παγούρι του νερού και ν' απομακρυνθή για να φωνάξη αργότερα από μακρυά ότι δεν μισεί τον Σαούλ και δεν αφαιρεί την ζωή του παρ' όλο που μπορεί να το κάνη, σ' αυτή τη παράτολμη νυκτερινή επιχείρησι, ο Δαβίδ συντροφευόταν μόνο από τον Αβεσσά (Α' Βασιλ. 26, 6-9). Κανείς άλλος δεν είχε κουρά­γιο να τον ακολουθήση.

Όταν ο Αβεσσαλώμ  έκανε πραξικόπημα κατά τού Δαβίδ, και ο βασιλεύς περνούσε δραματικές ώρες, ο Αβεσσά στεκόταν δίπλα του, έτοιμος να προσφέρη κάθε βοήθεια. Τότε συνέβη κάποιος συγγενής του Σαούλ, ο Σεμεί να υβρίζη και να εξευτελίζη τον Δαβίδ, οπότε ο Αβεσσά πρόβαλε στην μέση να υπερασπισθή τον βασιλέα. Και αν ο μεγαλόψυχος βασιλεύς δεν τον συγκρατούσε, ήταν έτοιμος να αποκε­φαλίση τον υβριστή (Β' Βασιλ. 16, 5-11).

Μεγάλη δόξα απέκτησε ο γενναίος και σκληρός Αβεσσά, σε κάποια μάχη όπου κατώρθωσε να φονεύση με το σπαθί του τριακόσιους εχθρούς! Και αυτό, «εν καιρώ ενί», δηλαδή στην συνέχεια, τον ένα μετά τον άλλο. Τι δύναμι που έκρυβε μέσα του! Μάλιστα! «Εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού επί τριακοσίους».

Δεν ήταν μόνο η σωματική ρώμη που διέκρινε τους δυνατούς, αλλά και το ψυχικό σθένος. Πολλές φορές προέβησαν σε ενέργειες που απαιτούσαν υπερβολικά μεγάλη τόλμη. Αυτό διαφαίνεται στο επόμενο περιστατικό.

Βρισκόμαστε σε περίοδο συγκρούσεων μεταξύ Ισραήλ και Φιλισταίων. Τα αντίπαλα στρατεύματα τα συναντούμε στην περιοχή της Ιουδαίας, σε καιρό θέρους. Ο Ισραηλιτικός στρατός τού οποίου ηγεί­ται ο Δαβίδ έχει στρατοπεδεύσει στην έρημο της Ιουδαίας, σε τόπο που αφθονούσαν βράχοι και σπηλιές, αλλά απουσίαζε το νερό. Σε κά­ποια στιγμή όλες οι προμήθειες του νερού τελείωσαν. Ο βασιλεύς δι­ψούσε. Ο λάρυγγας του στέγνωσε. Και πιεσμένος από αυτή την κατάστασι αναφώνησε:

— Ποιος θα μου φέρη νερό από τον λάκκο που βρίσκεται κοντά στην πύλη της Βηθλεέμ;

Αυτή του η επιθυμία υπό άλλες συνθήκες μπορούσε άνετα να εκπληρωθή. Αλλά τώρα τα πράγματα παρουσίαζαν φοβερά εμπόδια. Διότι για να προχωρήση κάποιος προς την Βηθλεέμ θα έπρεπε να διασχίση την λεγομένη κοιλάδα των Ραφαΐμ (των Γιγάντων), όπου βρισκόταν ο στρατός των Φιλισταίων. Δηλαδή έπρεπε να περάση μέσα από την φω­τιά. Και φυσικά, και στην επάνοδο πάλι από την φωτιά θα περνούσε.

Τότε έτυχε να επισκεφθούν τον Δαβίδ τρεις δυνατοί, από τους «τριάκοντα». Ήρθαν και τον βρήκαν στο σπήλαιο Οδολλάμ. Το σπή­λαιο αυτό υπήρξε προσφιλές στον βασιλέα, γιατί σε δύσκολες περιόδους της ζωής του τον έπαιρνε υπό την προστασία του. «Και κατέβησαν τρεις εκ των τριάκοντα αρχόντων εις την πέτραν προς Δαβίδ εις το σπήλαιον  Οδολλάμ» (Α' Παραλ. 11, 15). Φαίνεται ότι τους είχε αναθέ­σει κάποια άλλη αποστολή, και μετά το τέλος της ήρθαν να τον συναντήσουν. Οπωσδήποτε θα του έφεραν και κάποιες χρήσιμες πληροφο­ρίες.

Άκουσαν κι αυτοί την μεγάλη επιθυμία του αρχηγού. Κατενόησαν πως εξέθεταν σε μέγιστο κίνδυνο την ζωή τους. Παρά ταύτα απε­φάσισαν το παράτολμο εγχείρημα, «και διέρρηξαν οι τρεις την παρεμβολήν των αλλοφύλων». Μάλιστα! Διέσχισαν το στρατόπεδο των Φιλισταίων! Και βγήκαν ζωντανοί. Έφθασαν ως την πηγή της Βηθλεέμ και προμηθεύτηκαν νερό. Και πάλι, μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο έ­φθασαν ζωντανοί στους δικούς των.

Ο Δαβίδ μέχρι να επιστρέψουν οι τρεις δυνατοί φαίνεται ότι αισθανόταν άσχημα˙ είχε έλεγχο από την συνείδησί του. Ποιος ξέρει τι δεήσεις θα απηύθυνε στον Θεό για να τους προστατεύση! Για ένα πα­γούρι νερό να διακινδυνεύσουν τρεις ανθρώπινες ζωές!

Ηρέμησε σαν τους είδε σώους και δόξασε τον Κύριο που άκουσε τις προσευχές του. Και στην συνέχεια προέβη σε μία ενέργεια που τους άφησε όλους κατάπληκτους.

Πήρε το νερό, κοίταξε ψηλά στον ουρανό και το έχυσε προσφέ­ροντας το θυσία στο Θεό.

— Θεέ μου συγχώρησε με. Δεν τολμώ να πιώ νερό που αντλήθη­κε με αίμα. Με κίνδυνο της ζωής τους το έφεραν.

Θυσία θα πη να προσφέρης κάτι πολύ σπουδαίο και πολύτιμο. Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε για τον Δαβίδ πολυτιμότερο πράγμα από το νερό. Το θυσίασε στον Θεό. Θυσία εξιλαστήριος, για να του συγχωρεθή η παράτολμη ενέργεια. Θυσία ευχαριστήριος, γιατί επέστρεψαν ζωντανοί οι τρεις άνδρες.

Οι τρεις δυνατοί δεν διέθεταν μόνο σωματική ρώμη και αντοχή. Ήταν ωπλισμένοι με πρωτοφανές ψυχικό σθένος. Είχαν κατακτήσει την κορυφή του ηρωικού φρονήματος, αφού απεφάσισαν να διακινδυ­νεύσουν έτσι την ζωή τους. Η αφοσίωσίς τους στον βασιλέα μας καταπλήττει. Αφοσίωσις, αγάπη και υπακοή μέχρι θανάτου.

Στους δυνατούς φαίνεται ότι άνηκαν και ωρισμένοι άνδρες από την φυλή του Γαδ. Αυτή η φυλή είχε εγκατασταθή «πέραν του Ιορδα­νού» και λόγω συχνών προστριβών με γειτονικές αραβικές φυλές ήταν φιλοπόλεμη και εμπειροπόλεμη. Οι επόμενοι ένδεκα πολεμιστές, όλοι απόγονοι του Γαδ, αποτελούν καύχημα του Δαβίδ: Αζέρ, Αβδία, Ελιάβ, Μασμανά, Ιερεμίας, Ιεθί, Ελιήλ, Ιωανάν, Ελιαζέρ, Ιερεμίας, Μελχαβαναί. Χαιρόσουν να τους βλέπης με τα δόρατα και τις ασπίδες τους, με τα τολμηρά τους πρόσωπα και τα γοργόφτερα πόδια! Ο κατώ­τερος απ' αυτούς κατανικούσε εκατό και ο ανδρειότερος χίλιους· «εις τοις εκατόν μικρός, και μέγας τοις χιλίοις» (Α' Παραλ. 12, 15).

Γι’ αυτά τα ένδεκα παλληκάρια αναφέρεται ένα σπουδαίο ανδρα­γάθημα, στα χρόνια που ο Δαβίδ συγκρουόταν με τον Σαούλ:

Στις αρχές της ανοίξεως όταν λυώνουν τα χιόνια του Έρμων, ο Ιορδάνης πλημυρρίζει και γίνεται αδιάβατος. Σε κάποια περιοχή της κοιλάδος του, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι προς τον Δαβίδ. Το σημείο αυτό που από γεωγραφικής απόψεως παρουσιαζόταν σημαντικό, ανήκε ατούς αντιπάλους. Οι πλημμύρες τού ποταμού δεν βοηθούσαν την κατάστασι, και ο Δαβίδ ήταν στενοχωρημένος. Οι ένδεκα όμως αυτοί Γαδίτες κατώρθωσαν και τον Ιορδάνη να διαβούν και όλους τους κατοί­κους που ανήκαν στο μέρος του Σαούλ να διώξουν είτε προς ανατολι­κές είτε προς δυτικές περιοχές. «Εξεδίωξαν πάντας τους κατοικούντας αυλώνας» (Α' Παραλ. 12, 16). Αυλώνες — αυλακιές, περιοχές στην κοι­λάδα του Ιορδάνη.

Οι τριάκοντα δυνατοί προέρχονταν κατά κανόνα από τις φυλές του Ισραήλ. Κατ' εξαίρεσι όμως μπορούσε να συγκαταλέγεται σ' αυ­τούς και κάποιος αλλόφυλος, ο οποίος εννοείται αγάπησε το Ισραηλιτικό έθνος και προσχώρησε σ' αυτό ή ένας από τους γονείς του ήταν αλ­λοεθνής, όπως οι Ιεθαμά ο Μωαβίτης και Ουρίας ο Χετταίος.

Σύμφωνα με όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α' προς Κο­ρινθίους επιστολή, τα γεγονότα της Π. Διαθήκης προτυπώνουν κατα­στάσεις της Κ. Διαθήκης.

Ένας λαός, ένας βασιλεύς, τριάκοντα δυνατοί. Πίσω από τον Ισραηλιτικό λαό κρύβεται ο νέος Ισραήλ, δηλ. ο Χριστιανικός λαός, πί­σω από τον Δαβίδ κρύβεται ο βασιλεύς της Κ. Διαθήκης, ο Χριστός. Και πίσω από τους τριάκοντα δυνατούς ποιους θα ενατενίσουμε; Οπωσδή­ποτε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως λ.χ. τον Μέγα Βασί­λειο, τον Μέγα Αθανάσιο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο κλπ. Αυτοί ωπλισμένοι με μεγάλη πνευματική δύναμι φονεύουν κάποιους άλλους λέοντες και λεοντώδεις Μωαβίτες και πεντάπηχεις Αιγυπτίους και Φιλισταίους γίγαντες και απόγονους του γίγαντα Ραφά. Αυτοί θυσιάζουν τα πάντα για τον βασιλέα της Νέας Ιερουσαλήμ, όπως εκείνοι οι τριάκον­τα για τον Δαβίδ, τον βασιλέα της επιγείου Ιερουσαλήμ.

Βλέποντας τον Σαμαία τον Αρουχαΐο να υπερασπίζεται μόνος του τον αγρό με τις καλλιέργειές του, ενώ ο Ισραηλιτικός λαός είχε τραπή σε φυγή, και να κατανικά τους Φιλισταίους (Β' Βασ. 23, 11-12), νομίζω ότι βλέπω τον Μ. Αθανάσιο που μόνος του σώζει τον αγρό της Ορθο­δοξίας και εξουδετερώνει τους Αρειανούς. «Και εστηλώθη εν μέσω της μερίδος και εξείλατο (έσωσε) αυτήν και επάταξε τους αλλοφύλους».

ΟΙ φράσεις των υμνογράφων τονίζουν την γενναιότητα του Πατρός: «Τα λόγια σου ήταν φωτιά και κατέκαψαν σαν φρύγανα τις αιρέσεις» — «υπήρξες πέλεκυς που έκοψες τα δένδρα της αιρέσεως» — «ανεδείχθης, μακάριε, πύργος ακατάβλητος της Εκκλησίας» — «πύργος άσειστος» — «στύλος απερίτρεπτος».

Ας ευχηθούμε να στείλη ο Κύριος και στις ημέρες μας ένδοξα Πατερικά αναστήματα, άνδρας «αίροντας θυρεούς και δόρατα, και πρόσωπον λέοντος τα πρόσωπα αυτών».

(*) Τριακόσιοι σίκλοι ζυγίζουν τριαντατέσσερα κιλά. Μόνο γίγαντας μπορούσε να χρησιμοποιή τέτοιο κοντάρι.

(**) Κατά λέξι το «άριήλ» ερμηνεύεται «λέων του Θεού». Το -ηλ σημαίνει τον Θεό. Π.χ. Δανιήλ = κριτής ο Θεός, Ιεζεκιήλ = δύναμίς μου ο Θεός, Μιχαήλ = ποιος σαν τον Θεό· Ραφαήλ= θεραπεύει ο Θεός κ.λπ.

 

Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ



(Απόσπασμα)

Φανταστικό παραμύθι
Μετάφραση: Σωτήρης Γουνελάς

     Είπα πως είχα αποκοιμηθεί χωρίς να το καταλάβω, τη στιγμή που εξακολουθούσα να σκέφτομαι τα ίδια πράγματα. Ξαφνικά, ονειρεύτηκα πως έπαιρνα το περίστροφο και πως, καθισμένος όπως ήμουνα, το πήγαινα ολόισια στην καρδιά μου - στην καρδιά και όχι στο κεφάλι. Κι' όμως, είχα αποφασίσει να χώσω μια σφαίρα στο αριστερό μου μηνίγγι. Αφού λοιπόν το ακούμπησα στο στήθος μου, περίμενα ένα - δυο δευτερόλεπτα και το κερί μαζί με το τραπέζι και τον απέναντι τοίχο αρχίσανε ξαφνικά να κουνιούνται σα να τρικλίζανε. Πυροβόλησα βιαστικά.

Πολλές φορές τυχαίνει να βλέπης στ' όνειρό σου πως πέφτεις από πολύ ψηλά, πώς σε πληγώνουν ή πως σε δέρνουνε. Μα ποτές δεν νοιώθεις πόνο, εκτός πια αν τύχη να κτυπήσης στο σίδερο του κρεβατιού, οπότε δεν μπορεί παρά να πονέσης.

Όμως εμένα μου φάνηκε πως ένοιωσα κάποιον κλονισμό απ' αυτήν την πιστολιά- και ξαφνικά όλα σβύσανε κι έμεινα βυθισμένος μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Σαν να τυφλώθηκα και να βουβάθηκα. Ύστερα, είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από κάτι σκληρό, χωρίς να βλέπω τίποτα κι' ούτε να μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Γύρω μου περπατάνε, φωνάζουνε, ο λοχαγός ουρλιάζει, η σπιτονοικοκυρά ωρύεται. Και πάλι, γίνεται μια ξαφνική, διακοπή και με μεταφέρουν ξέσκεπο μέσα σ' ένα φέρετρο. Νοιώθω το φέρετρο που σκαμπανεβαίνει, το συλλογιέμαι αυτό, και για πρώτη φορά μούρχεται στο νου μου η ιδέα πως είμαι πεθαμένος, πεθαμένος για τα καλά. Το ξέρω χωρίς καμμιά αμφιβολία, αφού ούτε βλέπω ούτε κουνιέμαι, κι' όμως αισθάνομαι και σκέφτομαι. Αλλά πολύ γρήγορα συνηθίζω, σύμφωνα με τη λογική των ονείρων παραδέχομαι ασυζητητεί την πραγματικότητα.

      Και να που με κατεβάζουν μέσα στη γη. Όλοι φεύγουν, και γω μένω μόνος, ολομόναχος. Δεν κουνάω ούτε ένα μέλος μου. Πριν, στα νυχτέρια μου, όταν συλλογιώμουν πως θα ήμουν μέσα στον τάφο, η μόνη ιδέα που μου ερχόταν είτανε το αίσθημα της υγρασίας και του κρύου. Έτσι και τώρα, ένοιωθα πως κρύωνα πολύ, και προπαντός στην άκρη των δαχτύλων των ποδιών μου, μα δεν ένοιωθα τίποτε άλλο απ' αυτό.

Κειτόμουν, και, παράξενο πράγμα, δεν περίμενα τίποτα, και παραδεχόμουν χωρίς να το αμφισβητώ πως ένας πεθαμένος δεν πρέπει τίποτα να περιμένη. Μα είχε υγρασία. Δεν ξέρω πόσο έμεινα έτσι, μια ώρα, ίσως και μερικές μέρες, μπορεί και πολλές μέρες. Και να που ξαφνικά, πάνω στο κλειστό αριστερό μου μάτι, μέσ' από το σκέπασμα του φέρετρου, έπεσε μια σταγόνα νερό, κι' ύστερα μια άλλη, κι' έτσι συνέχεια, σε κάθε λεπτό της ώρας. Ένα βαθύ πείσμα μούκαψε την καρδιά, κι' ένοιωσα ένα αίσθημα φυσικής αδιαθεσίας: «Είναι από την πληγή μου, σκέφτηκα- είναι η πιστολιά που τράβηξα, και η σφαίρα βρίσκεται αυτού». Κι οι σταγόνες μαζεύονταν μια κάθε λεπτό. Πέφτανε ολόισια πάνω στο κλειστό μου μάτι. Και τότε, ξαφνικά φώναξα, όχι βέβαια με τη φωνή μου αφού ήταν παράλυτη, μα με όλο μου το είναι, τον αυθέντη εκείνον που ήμουν παίγνιό του.

«-Όποιος κι' αν είσαι, αν παρεδεχτώ ότι είσαι και πως υπάρχει κάτι το πιο λογικό απ' αυτά που είμαι παίγνιο του, κι άφησε να γίνη εδώ αυτό. Αν μου επιβάλλης αυτή τη γελοιοποίηση κι' αυτή τη βλακώδη επιβίωση για να με εκδικηθής για τη βλακώδη, αυτοκτονία μου, ποτέ, όσο μεγάλο κι' αν είναι το μαρτύριο που μπορεί να μου επιβληθή, δεν θα φτάση την σιωπηλή περιφρόνηση που θα νοιώσω, έστω κι' αν βαστάξη χιλιάδες χρόνια αυτό το μαρτύριο!»

      Έτσι είπα, και σώπασα. Πέρασα κοντά ένα λεπτό μέσα σε βαθειά σιωπή, και μάλιστα έπεσε άλλη μια σταγόνα, μα ήξερα, ήξερα και πίστευα με απόλυτη κι' ακλόνητη βεβαιότητα πως όλα θ' αλλάζανε την ίδια στιγμή. Και να, που ξαφνικά άνοιξε ο τάφος μου. Δηλαδή, δεν ξέρω αν άνοιξε και άδειασε, μα με άρπαξε ένα σκοτεινό και άγνωστο ον και βρεθήκαμε μέσα στο διάστημα. Ξαφνικά, ξαναβρήκα το φως μου, η νύχτα είτανε βαθειά και ποτέ, ποτέ μου δεν είχα ξαναδή τέτοια σκοτάδια! Πηγαίναμε μέσα στο διάστημα κι' είχαμε κιόλας ξεμακρύνει πολύ από τη γη. Δε ρώτησα τίποτε αυτόν που με μετέφερε. Περίμενα, κλεισμένος αλαζονικά μεσ' στη σιωπή μου, ήμουν βέβαιος πως δεν φοβόμουνα, - κι' αναγάλλιαζα από ενθουσιασμό με τη σκέψη πως δε φοβόμουν. Δε θυμάμαι, κι' ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσο καιρό πετούσαμε• ολ' αυτά γίνονταν όπως γίνεται πάντα στ' όνειρο όταν διασχίζουμε το χρόνο και το χώρο, παραβιάζωντας όλους τους νόμους του είναι και της λογικής, και δε στεκόμαστε παρά μόνο στα σημεία που ποθεί η καρδιά μας.

        Θυμάμαι, πως ξαφνικά είδα εν' αστεράκι μέσ' στο σκοτάδια. - Είν' ο Σύριος; ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρατηθώ, μ' όλο που τόθελα πολύ. -«Όχι, είναι τ' αστέρι που είχες δη μεσ' απ' τα σύννεφα, σα γύριζες σπίτι σου», μου απάντησε το ον που με μετέφερε. Ήξερα πως ήταν ανθρώπινης καταγωγής, μα περίεργο πράγμα, δεν το συμπαθούσα καθόλου αυτό το ον, και μάλιστα μου προκαλούσε βαθειά απέχθεια. Περίμενα πως θάβρισκα το απόλυτο μηδέν, και γι' αυτό έχωσα τη σφαίρα στην καρδιά μου. Και τώρα, να που βρισκόμουν στην αγκαλιά ενός όντος, όχι ανθρώπινου βέβαια, μα που ήταν και υπήρχε.

        «Ώστε υπάρχει λοιπόν πέραν του τάφου ζωή!» σκέφτηκα μ' εκείνη την παράξενη ζαλάδα του ονείρου, μα ωστόσο, η καρδιά μου διατηρούσε κατά βάθος την ουσιαστική αρετή της: «αφού θα ξαναϋπάρξω, έλεγα μέσα μου, και θα ξαναζήσω επειδή το θέλει μια αδυσώπητη βούληση, δε θέλω ούτε να νικηθώ ούτε να ταπεινωθώ!»- «Ξέρεις πως σε φοβάμαι και γι' αυτό με περιφρονείς», είπα ξαφνικά στο σύντροφό μου μη μπορώντας να συγκρατήσω την ταπείνωση αυτής της ερώτησης όπου διαφαινόταν μια ολόκληρη ομολογία, και νοιώθοντας πως αυτή η δειλία μου τρυβέλιζε την καρδιά σα να με τσιμπούσε βελόνα. Εκείνος δεν απάντησε στην ερώτησή μου, μα ξαφνικά ένοιωσα πως δε με περιφρονούσε, πως δε με κορόιδευε κι ούτε καν με λυπόντανε, και πως το ταξείδι μας έτεινε σ' ένα μυστηριώδη κι' άγνωστο σκοπό που μόνο εμένα αφορούσε. Ο τρόμος μεγάλωνε μέσα στην καρδιά μου. Η σιωπή του συντρόφου μου μεταδόθηκε και σε μένα και με διαπότιζε, όχι χωρίς πόνο, με την σιωπηλή παρουσία του. Πηγαίναμε μεσ' από αβυθομέτρητα σκοτάδια. Από καιρό, δεν έβλεπα πια τους γνωστούς μου αστερισμούς. Ήξερα πως στο βάθος τ' ουρανού υπάρχουν αστέρια που οι αχτίνες τους φτάνουνε στη γης μόνο υστέρα από χιλιάδες κι εκατομμύρια χρόνια, ίσως να χαμε περάσει κιόλας αυτά τα χρονικά διαστήματα. Περίμενα κάτι, γεμάτος από ένα νοσταλγικό πόνο που μου ράγιζε την καρδιά. Και ξαφνικά ένα πολύ γνωστό συναίσθημα που μούφερνε βαθιές αναμνήσεις με συγκλόνισε ολόκληρο. Ξανάβλεπα τον ήλιο μας! Ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι ο ήλιος μας, εκείνος που γέννησε τη γη μας, και πως βρισκόμαστε σε άπειρη απόσταση από τον ήλιο μας, μα μέσα μου καταλάβαινα πως ήταν ένας ήλιος απόλυσα όμοιος με τον δικό μας, κάτι σαν αντίλαλος και σαν σωσίας του. Μια απέραντη, τρυφερότητα πλημμύρισε την ψυχή μου, φέρνοντάς της ενθουσιασμό: Το φως εκείνου που με δημιούργησε αντιλαλούσε μεσ' στην καρδιά μου και την ανάσταινε, κι' ένοιωσα για πρώτη φορά από τότε που κατέβηκα στον τάφο το γυρισμό της ζωής, της παλιάς ζωής.

-Αφού είναι ο ήλιος, ακριβώς ο ίδιος ήλιος με τον δικό μας, τότε που είναι η γη;- Κι ο σύντροφος μου μου 'δειξε εν' αστέρι σα σμαράγδι που αστροφτοκόπαγε μέσα στη νύχτα.

Πετούσαμε ολόισια καταπάνω του.
-Μα είναι δυνατόν να γίνωνται τέτοιες επιστροφές μέσα στο σύμπαν, είναι δυνατό να είν' αυτός ο φυσικός νόμος; Κι' αν είναι γης αυτό μπορεί νάναι η ίδια γης με τη δικιά μας;... Εντελώς όμοια, το ίδιο δύστυχη και το ίδιο φτωχιά, κι' όμως αγαπητή, αιώνια αγαπημένη, μια γης που ξέρει ν' αγαπιέται ακόμα και απ' τα πιο αχάριστα παιδιά της;... Φώναξα αναρριγώντας από αβάσταγη, αγάπη γι' αυτή τη γης που γεννήθηκα και που λιποτάχτησα απ' αυτήν. Και εμπρός μου, σαν αστραπή, πέρασε η εικόνα του μικρού κοριτσιού που είχα προσβάλλει.

-Θα τα μάθης όλα, μου απάντησε ο σύντροφός μου, και στα λόγια του, διαφαινόταν ένας θλιμμένος τόνος.

Μα γρήγορα ζυγώναμε στον πλανήτη. Μεγάλωνε μπρος στα μάτια μου, κι άρχισα κι όλας να διακρίνω τον ωκεανό και τα περιγράμματα της Ευρώπης, όταν ξαφνικά ένα παράξενο αίσθημα ζήλειας - μια ευγενική και άγια, ζήλεια - άναψε μεσ' στην καρδιά μου. Πως μπορεί να γίνεται μια τέτοια επανάληψη, είπα μέσα μου, και για ποιο σκοπό; Αγαπώ, και μόνο αυτή τη γης που άφησα μπορώ ν' αγαπήσω, που πάνω της έμμειναν οι στάλες απ' το αίμα μου, όταν, σαν αχάριστος γιός, έβαλα τέλος στη ζωή μου με μια πιστολιά πάνω στην καρδιά μου. Μα ποτέ, όχι, ποτέ δεν έπαψα να την αγαπώ αυτή τη γης, ακόμα και κείνη, τη νύχτα που την αποχαιρέτησα. Να υπάρχη τάχα ο πόνος πάνω σ' αυτή την καινούργια γης; Εκεί - πέρα, στη γης μας, μόνο με πόνο μπορούμε,ν' αγαπήσουμε, και μόνο ,μεσ' απ' τον πόνο. Δεν ξέρουμε ν' αγαπούμε διαφορετικά, κι' ούτε ξέρουμε άλλη αγάπη. Ζητώ τον πόνο για να μπορέσω ν' αγαπήσω, ποθώ, διψώ ν' αγκαλιάσω κλαίγοντας αυτή τη μοναδική γης που παράτησα, και δε θέλω να ζήσω, αρνιέμαι να ζήσω σ' οποιανδήποτε άλλη! ...

         Μα κιόλας, ο σύντροφός μου μ' είχε παρατήσει. Ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα ,σ' αυτή την άλλη γη, μέσα στο εκθαμβωτικό φως μιας λιόλουστης μέρας, όμορφης σαν τον παράδεισο. Μου φαινότανε σα να βρισκόμουν σ' ένα από κείνα τα νησάκια του ελληνικού αρχιπέλαγου της γης μας ή κάπου αλλού στα ερείπια μιας ηπείρου, κοντά στο αρχιπέλαγο. Σ' εκείνα τα μέρη, όλα είτανε ακριβώς όπως και σε μας, κι' όμως όλα αχτινοβολούσανε με μια σοβαρή κι' επίσημη χαρά, πού έφτανε ως το υπέροχο. Μια σμαραγδένια θάλασσα έσκαζε απαλά στην ακρογιαλιά, χαϊδεύοντάς την με φανερή, σαρκική και σχεδόν συνειδητή αγάπη. Δέντρα με θαυμαστά κλωνάρια ορθώνονταν μ' όλο τον οργιώδη χυμό τους, και τ' αναρίθμητα φυλλαράκια τους, κι' είμαι βέβαιος πως με χαιρετούσανε με το γλυκό τους θρόισμα και μοιάζανε σα να ψιθυρίζανε ερωτόλογα. Το λιβάδι αστραφτοκοπούσε με τη φλογερή και χυμώδη άνθησή του. Τα πουλιά σκίζανε σμήνη - σμήνη τον αέρα, κι' έρχονταν άφοβα ν' ακουμπήσουνε στους ώμους και στα χέρια μου με χαρούμενα φτεροκοπήματα. Ύστερα, είδα επιτέλους και τους κατοίκους αυτής της μακάριας γης. Ήρθανε μόνοι τους κοντά μου, με περιτριγύρισαν και με φιλούσαν. Παιδιά του ήλιου, παιδιά του ήλιου τους - ω! τι ωραίοι που ήταν! Ποτές στη γης μας δεν είχα δει τόση, ομορφιά στον άνθρωπο! Μόνο στα παιδιά μας, και μάλιστα στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, μπορούσες να διακρίνης κάτι σα μια μακρυνή ανταύγεια, μα πολύ εξασθενημένη, αυτής της ομορφιάς. Τα μάτια αυτών των μακάρων λάμπανε ολοκάθαρα. Τα πρόσωπα τους αχτινοβουλούσαν τη σοφία και τη συνείδηση, μια συνείδηση που είχε φτάσει στην υπέρτατη, γαλήνη, όμως, αυτά τα πρόσωπα μένανε χαρούμενα και μια παιδιάστικη χαρά αντηχούσε μέσα στα λόγια και στη φωνή αυτών των όντων!

           Ω! τα είχα καταλάβει όλα, όλα από την πρώτη ματιά! Εδώ ήταν η γης, προτού την μολύνη το προπατορικό αμάρτημα. Οι κάτοικοί της, μια και δεν ξέρανε το κακό, ζούσανε στον ίδιο εκείνο παράδεισο όπου, σύμφωνα με τις παραδόσεις της ανθρωπότητας, είχανε ζήσει κι' οι ένοχοι προπάτορές μας, με μόνη τη διαφορά πως εδώ η γης είτανε παντού ένας και ο αυτός παράδεισος. Αυτοί οι άνθρωποι με το χαρούμενο χαμόγελο με περιτριγυρίζανε και μου χάριζαν άφθονα χάδια. Με πήγανε στα σπίτια τους και όλοι τους θέλανε να με ξεκουράσουν. Δε μου κάναν ερωτήσεις, φαίνονταν πως τα ξέρανε όλα, και μόνο ένα πράγμα θέλανε, να διώξουνε το γρηγορώτερο αυτή την οδύνη που είτανε χαραγμένη πάνω στα χαρακτηριστικά μου.



IC044

Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,
τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·
ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.

Εἶναι πολὺ τὸ πέλαγος, πολύ, τῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἡ προσευχή μου εἰς ναὸν φοιτᾷ τὸν ἅγιόν σου·
εἰς κρίσιν μὲ τὸν δοῦλόν σου μὴ θέλῃς νὰ εἰσέλθῃς,
πρὶν ἢ μὲ τὰ ἐλέη σου ἐπὶ τῆς γῆς κατέλθῃς.

Ἡ δόξα σου ὡς οὐρανὸς ἀτέραμνος ἁπλοῦται·
ἐνώπιόν σου, ὁ Θεός, θνητὸς δὲν δικαιοῦται·
τὸ ὄνομά σου ἄπειρον πληροῖ τὴν οἰκουμένην·
σὺ τὴν ψυχήν μου οἴκτειρον τὴν καταβεβλημένην.

Ἡ ὕπαρξίς μου εἰς φθορὰν καὶ σκοτασμὸν κατέβη·
κατέστην τῶν μισούντων με καὶ τῶν ἐχθρῶν μου χλεύη·
οἱ συγγενεῖς μου μ᾿ ὕβριζον, μ᾿ ἐνέπαιζον οἱ φίλοι,
τὰς κεφαλάς των σείοντες, λαλοῦντες μὲ τὰ χείλη.

Καὶ πάντες οἱ θεώμενοι σκληρῶς μὲ κατηρῶντο,
καὶ τόσα βέλη κατ᾿ ἐμοῦ καὶ ξίφη ἡμιλλῶντο·
ὤ, πότε, πότε, Κύριε, θὰ παύσῃς τὴν ὀργήν σου;
πᾶσαν αὐγὴν τὸ στόμα μου λαλεῖ τὴν αἴνεσίν σου.

Ἀνωφελὴς ὁ βίος μου ἐνώπιόν σου ρέει·
πᾶσα πνοὴ καὶ ὕπαρξις τὸ πρόσκαιρόν της κλαίει·
εἷς λίθος εἰς οἰκοδομὴν ἂς ἤμην τοῦ ναοῦ σου
καὶ ἂς ἤμην καίουσα λαμπὰς πρὸ τοῦ σεπτοῦ βωμοῦ σου.

Οἱ οὐρανοὶ τὴν δόξαν σου σιγῶντες διηγοῦνται·
πρὸς αἶνόν σου τὰ χείλη μου τὰ τρέμοντα κινοῦνται·
πῶς ραγισμένη βάρβιτος θὰ βάλῃ ἁρμονίαν;
καὶ πῶς ψυχὴ βαρυαλγὴς θὰ εἴπῃ μελῳδίαν;

Τὸ πνεῦμά μου ἰλιγγιᾷ, ὦ Κτίστα τῶν αἰώνων,
δὲν ἔχω ἀλλ᾿ ἢ δάκρυα νὰ σοὶ προσφέρω μόνον·
ὡς τοῦ ἡλίου ἡ ἀκτὶς τὴν δρόσον καταπίνει,
τὸ ἔλεός σου ἐκπεμφθὲν τὰ δάκρυά μου σβήνει.

Πρὸς σὲ τὸν Πλάστην ἔκραξα ἐν συνοχῇ καρδίας,
σκώληξ τῆς γῆς οἰκτρὸς ἐγὼ καὶ τέκνον ἀσθενείας·
μὴ ἀποβάλῃς προσευχὴν ἐκ βάθους πεμπομένην
καὶ μὴ ἀπώσῃ, ὁ Θεός, ψυχὴν συντετριμμένην.

Ὤ, Κύριε, τίς ἐν Θεοῖς ὑπάρχει ὅμοιός σοι;
καὶ τίς τὸ πλάσμα δύναται τῶν σῶν χειρῶν νὰ σώσῃ;
ἂν παρὰ σοὶ εὐπρόσδεκτος δὲν εἶν᾿ ἡ προσευχή μου,
ἂς ἀναλύσῃ εἰς πηγὰς δακρύων ἡ ψυχή μου.

Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,
τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·
ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.

(1881)

 

http://papadiamantis.net/Ποιήματα-καὶ-Ἄρθρα/Ποιήματα