εὐλογημένος Συμεὼν ὁ Μικρασιάτης

 

Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.

Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:

«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».

Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:

«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».

Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.

Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.

Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:

-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ἦρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;

-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.

-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;

-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».

Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.

Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:

-Μήπως εἶναι φαντασία σου;

-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.

-Ἦρθε καὶ σήμερα;

-Ἦρθε.

-Καὶ τί σου εἶπε;

-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.

Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.

Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351,
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς).

ΤΟ ΟΡΑΜΑ TOY

ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΑΡΜΑΤΟΣ

(Ιεζεκ. κεφ. 1ον )

Υπό αγίου Νικολάου Καβάσιλα*

+Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη

 

     1.   Εξήγησις στην όρασι του προφήτου Ιεζεκιήλ, κατά την οποία πάνω στα τέσσερα ζώα υπήρχε ένα ομοίωμα θρόνου και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε ένα ομοίωμα σαν είδος ανθρώπου.

Κάθε προφητεία και θεωρία και όρασις αποτελούσαν εικόνες του ερχομού του Σωτήρος στην γη. Και ολόκληρη η παλαιά Γραφή προς αυ­τό έχει την αναφορά της, σαν στο τέλος της. Άλλωστε και ολόκληρη η Γραφή λέγεται ότι παραλήφθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και σωτηρία των ανθρώπων αποτελεί μόνο ο Χριστός, διότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων προέρχεται» (Ιωάν. 4, 22) όπως είπε ο Κύριος, ονομάζοντας τον εαυτό του σωτηρία.

Όλους αυτός μας έσωσε. Τους παλαιούς με τις προτυπώσεις και εικόνες της παρουσίας του, και τους νεωτέρους όντας ο ίδιος παρών και καθαρίζοντας. «Δεν μας έσωσε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος» (Ης. 63, 9), είπε κάποιος από εκείνους που έζησαν στον πα­λαιό Νόμο. Και ο Συμεών όταν είδε τον Κύριο είπε: «Είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (= την σωτηρία σου)» (Λουκ. 2, 30). Και γενικά πολλές φορές στην Γραφή ο Χριστός ονομάζεται σωτήριον και σωτη­ρία.

Επίσης ο Κύριος λέγει, «σεις ερευνάτε τις Γραφές, διότι νομίζετε ότι μ αυτές θα έχετε αιώνια ζωή» (Ιωάν. 5, 39). Αιώνια ζωή ονομάζει την δική του επίγνωσι. «Διότι αύτη είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν σένα τον μόνο αληθινό Θεό και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 7, 3) λέγει ο Κύριος στον Πατέρα του.

Ώστε από αυτά γίνεται φανερό, ότι κάθε τμήμα της Γραφής εγράφθηκε για την παρουσία του Σωτήρος. Από το ένα μέρος έχουμε τις προφητείες, οι οποίες προέλεγαν μόνο γι' αυτόν, πράγμα που και ο Κύ­ριος το δήλωσε, λέγοντας· «όλοι οι προφήτες επροφήτευσαν ως τον Ιωάννη» (Ματθ. 11,13), εμφανίζοντας έτσι τον εαυτό του ως υπόθεσι των προφητών. Από το άλλο μέρος, έχουμε τον Νόμο, τις Ιστορίες και τις παραινέσεις που και επαίδευαν ηθικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους άξιους να υποδεχθούν τον Σωτήρα, και έδειχναν μυστικά κάποιες εικόνες από τον ερχομό Εκείνου στην γη.

Έχουμε ακόμη και τα οράματα των προφητών που ζωγράφισαν πιο τέλεια την ενανθρώπησι του Θεού και την επιστροφή των ανθρώ­πων με την πίστι προς αυτόν. Από αυτά δεν υπολείπεται καθόλου το δ­ράμα του Ιεζεκιήλ, που έδειξε τον Σωτήρα να έρχεται στους ανθρώ­πους, καθώς και τον δρόμο που έκαναν οι Απόστολοι για το Ευαγγέλιο και την δύναμι του κηρύγματος. Εννοώ το δράμα που είδε, κατά τον χρόνο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ, στον ποταμό Χοβάρ. Σ' αυτό μυήθηκε σχεδόν σ' όλα τα σχετικά με τον Σωτήρα, όπως θα φανή καθώς θα εξετάζουμε ένα - ένα αυτά που είδε.

 

      2.«Συνέβη κατά το τριακοστό έτος μου, την πέμπτη ημέρα του τετάρτου μήνα, ενώ ήμουνα ανάμεσα στους αιχμαλώτους στον ποταμό Χοβάρ, ν' ανοιχθούν οι ουρα­νοί˙ και αντίκρυσα δράσι Θεού, κατά την πέμπτη ημέρα του μήνα. Αυτό το έτος είναι το πέμπτο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ» (στ. 1).

Όλο αυτό το όραμα δίδαξε στον προφήτη την οικονομία(«Οικονομία» εδώ σημαίνει την σάρκωσι του Υιού του Θεού και όλο το επί γης κοσμοσωτήριο έργο του) του Σωτήρος.

Το ότι είδε το δράμα «εν μέσω της αιχμαλωσίας», «ανάμεσα στους αιχμαλώτους», τον δίδαξε ότι ο ερχόμενος Σωτήρ επεδήμησε για να απαλλάξη τους ανθρώπους από την αιχμαλωσία, και όπως το είπε ο προφήτης «για να κηρύξη στους αιχμαλώτους την άφεσι» (Ησ. 61, 1). Αλλά και ο χρόνος της αιχμαλωσίας, κατά τον οποίο αντίκρυσε αυτά ο προφήτης κρύβει μία εικόνα των καιρών κατά τους οποίους ήρθε ο Σωτήρ στους ανθρώπους που ήταν ακόμη δούλοι της αμαρτίας. Ο χρόνος «ήταν το πέμπτο έτος». Και ο Κύριος, τους ανθρώπους που ήδη επί πέντε χιλιάδες και πεντακόσια πέντε έτη περιπλανιόνταν μακρυά από την πατρίδα (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο.) και ήταν σκλαβωμένοι στην κακία, τους επισκέφθηκε στην γη, τους ελευθέρωσε και τους έδωσε την αρχαία πόλι (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο).

Η αιχμαλωσία των Εβραίων εικονίζει την πνευματική αΙχμαλωσία όλων των ανθρώπων, και ο χρόνος της μιας τον χρόνο της άλλης. Εκείνο δε που είδε ο προφήτης στο δράμα εικονίζει τον Σωτήρα και όλη του την πρόνοια για τους ανθρώπους.

«Στον ποταμό». Ο ποταμός σημαίνει το ότι με το νερό (Δηλαδή με το νερό του βαπτίσματος) βρήκα­με την ελευθερία.

«Συνέβη ν' ανοιχθούν οι ουρανοί». Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι στον ουρανό θα επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι θα κληρονομήσουν την άνω Ιερουσαλήμ. Διότι ο ερχόμενος Σωτήρ θα εγκαινίαση αυτοπροσώπως τους δρόμους- και αυτούς που από τους αγγέλους κατεβάζουν στους ανθρώπους και αυτούς που από μας ανε­βάζουν σ' εκείνους. Αυτό έγινε καθώς κατέβηκε τον ένα δρόμο με την ενσάρκωσί του, και καθώς τον ανέβηκε πάλι ένδοξα μαζί με την σάρκα που προσέλαβε. Γι' αυτό ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον προφήτη για να εικονίζουν τον ερχομό του Σωτήρος στην γη. «Διότι ο Κύριος θα κα­τάργηση το μεσότοιχο» (Εφ. 2, 14) και δεν θα υπάρχη κανένας τοίχος ανάμεσα στον Θεό και σε μας.

       3. «Και μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ, τον γυιό του Βουζεί τον Ιερέα, στην χώρα των Χαλδαίων, στον πο­ταμό Χοβάρ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου, και είδα» (στ. 2).

Ο ίδιος ο Κύριος έδειξε τον εαυτό του στον προφήτη σύμφωνα με την υπόσχεσι που έδωσε σ' όσους τον αγαπούν. Διότι αφού είπε, «εκείνος που με αγαπά θ' αγαπηθή από τον πατέρα μου, και εγώ θα τον αγαπήσω», πρόσθεσε, «και θα εμφανίσω σ' αυτόν τον εαυτό μου» (Ιωάν. 14, 21). Γι' αυτό, λέει, «εγένετο λόγος Κυρίου», «μίλησε ο Κύ­ριος προς τον Ιεζεκιήλ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου». Αυτά φανέρωναν τον Σωτήρα, ο οποίος είναι και ο Λόγος του Πατρός και δύναμις. Διότι μ' αυτόν δημιούργησε τα πάντα. Και γι' αυτό ο Σωτήρ ονο­μάζεται «χέρι του Κυρίου» και «βραχίονας» και «δεξιό χέρι» κττ.

      4. «...Και ξαφνικά, ένα πνεύμα, δηλ. ένας ανεμοστρό­βιλος, ερχόταν από τον βορρά και μέσα σ' αυτόν σύννεφο μεγάλο και λάμψις γύρω του και φωτιά που έβγαζε αστρα­πές. Στην μέση του ανεμοστρόβιλου υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο! (Το ήλεκτρο είναι μείγμα χρυσού και αργύρου, τέσσερα μέρη χρυσού και ένα αργύρου. Κατά τον Σουΐδα το ήλεκτρο είναι «άλλος τύπος χρυσού αναμειγμένου με γυαλί και λιθεία». Κατά την εγκυκλοπαίδεια της Υδρίας είναι «χρυσός με αργυροειδείς ραβδώσεις». Και «έχει χρώμα χλωμό κίτρινο έως κιτρινόλευκο».) που ήταν στην μέση της φωτιάς και φεγγοβολούσε» (στ. 4).

«Ένα πνεύμα, δηλαδή ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν», ο οποίος κινούσε αυτό που φαινόταν στο όραμα. Τούτο αντιστοιχεί μ' εκείνο που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο- «εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχε­ται από το Άγιον Πνεύμα» (Ματθ. 1, 20).

«Από τον βορρά». Αυτό αναφέρεται στον Υιό του Θεού, που βρί­σκεται στα δεξιά του Πατρός, αφού ο Πατήρ ονομάζεται «ανατολή» (Ψαλμ. 67, 33). Ο Θεός Πατήρ νοείται ότι βρίσκεται στην ανατολή και βλέπει προς την δύσι εποπτεύοντας τα ταπεινά. Κατά συνέπεια το βό­ρειο μέρος νοείται στα δεξιά.

«Και σύννεφο γύρω του». Το σύννεφο υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά μέρη της Γραφής το Άγιο Πνεύμα δηλώνεται με νε­φέλη. Αυτό δημιούργησε το άγιο εκείνο σώμα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου. Αυτό ήταν μαζί με τον Σωτήρα αφανώς μέχρι την ημέρα της δημοσίας εμφανίσεώς του, και φανερώτερα αργότερα, τότε που τον εδόξαζε επιτελώντας έργα που μόνο σε Θεό ταιριάζουν. Και γι' αυτό φαινόταν άλλοτε μεν σαν πνεύμα και άλλοτε σαν σύννεφο γύρω από το εμφανισθέν στο δράμα. Και το σύννεφο ήταν «μεγάλο». Το μέγεθος της νεφέλης υποδηλώνει την θεότητα, την οποία όμοια φανερώνει και η λάμψις και η φωτιά που βγάζει αστραπές.

«Στην μέση αυτής της φωτιάς, που υπήρχε γύρω από το σύννεφο υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο». Το ήλεκτρο εικονίζει το σώμα του Σωτήρος που είναι όλο λάμψι και καθαρότητα και αντάξιο του μο­νογενούς Υιού. Το φεγγοβόλημα του ήλεκτρου εικονίζει την θεότητα την κρυμμένη στην ανθρώπινη φύσι.

      5.«Και στην μέση της νεφέλης υπήρχε ομοίωμα τεσ­σάρων ζώων. Όλα έμοιαζαν με άνθρωπο (κατά το σώμα). Το καθένα είχε τέσσερα πρόσωπα και το καθένα είχε τέσ­σερα φτερά. Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια, και τα πόδια τους ήταν φτερωτά και σπινθηροβολούσαν σαν αστραφτερός χαλκός» (στ. 5-7).

Αυτό που υπήρχε στην μέση της νεφέλης, το ομοίωμα των τεσ­σάρων ζώων, εικονίζει τους κήρυκες του Ευαγγελίου οι οποίοι «έφεραν κι εβάσταζαν το όνομα του Σωτήρος ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Είπαμε «έφεραν κι εβάσταζαν», διότι πάνω σ' αυτά είδε ο προφήτης ότι καθόταν ο Κύριος. Ο αριθμός «τέσσερα» σημαίνει ότι με το κήρυγμα περιώδευσαν όλη την οικουμένη. Το ότι φαίνονταν «στην μέση της νεφέλης» σημαίνει ότι οδηγούνταν από το Πνεύμα του Θεού. Τα «φτερά» δηλώνουν το πνεύμα της σοφίας που έκανε γρήγορο σ' αυ­τούς τον δρόμο του Ευαγγελίου. Το γεγονός ότι τα φτερά ήταν «τέσσε­ρα» δηλώνει ότι «σ' ολόκληρη την γη διαδόθηκε ο φθόγγος τους και στις άκρες της οικουμένης τα λόγια τους» (Ψαλμ. 18, 5). Για το ότι ήταν «τέσσερα» αυτά που μιλούσαν για τον Σωτήρα, πράγμα που δηλωνόταν με τα πρόσωπα των ζώων, θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

«Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια». Μ' αυτό δηλώνεται ότι οι διδασκαλίες τους ήταν ίσιες και αληθινές. Επίσης σημαίνεται ότι δεν κάμφθηκαν και δεν υποβαθμίσθηκαν στον ζήλο του κηρύγματος, παρ' όλο που τους βρήκαν πολλές δυσχέρειες. Επίσης δηλώνεται ότι το ήθος τους ήταν ανώτερο κι ελεύθερο. Δεν εργάσθηκαν από φόβο ούτε προσκύνησαν τους άρχοντες της γης, οι οποίοι «μπορούν μόνο να φονεύσουν το σώμα, ενώ την ψυχή δεν μπορούν να την βλάψουν» (Ματθ. 10, 28).

«Και τα πόδια τους ήταν φτερωτά». Αυτό θέλει να πη ότι σε σύν­τομο χρόνο περιώδευσαν ολόκληρη την οικουμένη. Και θέλει να πη ακόμη, πως λίγο λογάριαζαν την ανάγκη γήινης βοήθειας, στον δρόμο του κηρύγματος, αφού τα φτερά της θείας Χάριτος τους ξαλάφρωναν, και μόνα αυτά τους ήταν αρκετά για τον δρόμο τους.

«Και σπινθηροβολούσαν όχι σαν φως ή σαν φωτιά, αλλά «σαν αστραφτερός χαλκός». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτά το φως, όπως το λέει και η Γραφή, αλλά ήταν μόνο οι κήρυκες του φωτός (πρβλ. Ιωάν. 1, 8).

     6. «Και τα φτερά τους ήταν ελαφρά. Και κάτω από τα φτερά τους υπήρχαν χέρια ανθρώπινα στα τέσσερα μέρη τους. Και τα πρόσωπά τους που ήταν το ένα δίπλα στο άλ­λο και τα φτερά τους που ακουμπούσε το ένα πάνω στο άλλο δεν έκαναν στροφή όταν προχωρούσαν, διότι το κα­θένα προχωρούσε με την βοήθεια του προσώπου που αν­τιστοιχούσε στην νέα κατεύθυνσι της πορείας» (στ. 7-9).

«Τα φτερά των ζώων ήταν ελαφρά». Αυτό θέλει να δείξη: Πρώ­τον, ότι το κήρυγμα προχωρούσε άνετα και γρήγορα. Δεύτερον, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είχε τίποτε το γήινο, τίποτε που να κοιτάζη προς τα κάτω. Και τρίτον, ότι οι μακάριοι Απόστολοι καθορίζοντας τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων δεν επρόβαλλαν κάτι το σκληρό και βαρύ, διότι όπως λέει ο Κύριος, «οι εντολές μου δεν είναι βαρείες και ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11, 30).

Τα ανθρώπινα χέρια κάτω από τα φτερά των ζώων υποδηλώ­νουν ότι η ανθρώπινη δύναμις δεν συμβάλλει καθόλου στο να διανυθή ο δρόμος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι καλύπτεται από την θεϊκή δύναμι. Γι' αυτό οι Απόστολοι με την σοφία του Αγίου Πνεύματος που εί­χαν και με τα υπερφυσικά έργα που επιτελούσαν, δεν έδειχναν για ανθρωττοι. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο Παύλος και ο Βαρνά­βας ήταν θεοί (Πράξ. 14, 11). Αλλά και τους άλλους Αποστόλους τους πρόσεχαν σαν να ήταν κάτι περισσότερο από άνθρωποι.

«Και τα φτερά τους ακουμπούσαν το ένα στο άλλο και ενώνον­ταν». Με αυτό υποδηλωνόταν:

Πρώτον, ότι τα λόγια γύρω από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού συνενώνονται και αναφέρονται στο ένα πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και όχι σε δύο, όπως ενόμισε ο Νεστόριος (Ενώ η ορθόδοξος διδασκαλία δέχεται ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις η θεϊκή και η ανθρώπινη, και ότι οι δύο αυτές φύσεις ενώνονται στο ένα πρόσωπο του Θεού - Λόγου, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο Νεστόριος, ο οποίος στις αρχές του Ε' μ.Χ. αιώνος ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε διαφορετικά: δύο φύσεις και δύο πρόσωπα. Την μητέρα του Χριστού δεν την δεχόταν σαν Θεοτόκο. Η αίρεσίς του καταδικάσθηκε από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο που συ­νήλθε στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).

Δεύτερον, ότι οι Απόστολοι κήρυτταν στους ανθρώπους την ειρήνη και σ' αυτήν τους παιδαγωγούσαν. Από το ένα μέρος εκήρυτταν ότι ο Θεός συμφιλιώθηκε με τους ανθρώπους. «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν», λέει ο Απόστολος, «με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5, 10). Και από το άλλο μέρος παιδαγωγούσαν τους ανθρώπους στην ειρήνευσι με τον εαυτό τους και με τους άλλους. «Επιδιώκετε ειρήνη», λέει ο Απόστολος, «και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα δη τον Κύριο» (Εβρ. 12, 14). Αυτά βέβαια φέρουν την διπλή ειρήνη, αυτήν που εγκαθίσταται μέσα μας και αυτήν που έχουμε στην σχέσι μας με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι βέβαια διέταξε ο Σωτήρ. «Να ειρηνεύετε μέσα σας και να έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Πρβλ. Μαρκ. 9, 50). Επίσης λέγοντας ο Απόστολος, «επιδιώκετε ειρήνη», μας διδά­σκει για την ειρήνη μεταξύ μας· «και τον αγιασμόν», για την ειρήνη με τον εαυτό μας. Ο αγιασμός θέλει να δείξη καθαρό και εγκρατή και άγιο βίο, ενώ η ειρήνη της ψυχής δηλώνει ότι τα κατώτερα που έχουμε μέσα μας δεν επαναστατούν στα ανώτερα.

Τρίτον, ότι οι Απόστολοι είχαν «μία καρδιά και μία ψυχή», όπως ακριβώς και όλοι οι πιστοί, καθώς είναι γραμμένο στις Πράξεις (4, 32).

Και τέταρτον, ότι αυτό που κηρύττεται είναι ένα και απλούν, εφ' όσον αυτό είναι ο Θεός.

«Και όταν προχωρούσαν δεν έκαναν στροφές, δεν επέστρεφαν», διότι (οι Απόστολοι) δεν άφηναν εκτεθειμένα τα νώτα στους εχθρούς˙  και διότι δεν τους νίκησε η κακία, ώστε να τους κάνη να στραφούν προς τα πίσω, αλλά «το καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέ­ναντι του προσώπου του» (στ. 9).

      7. «Να, οι μορφές των ομοιωμάτων των προσώπων τους. Ήταν και στα τέσσερα πρόσωπο ανθρώπου και δεξιά του πρόσωπο λιονταριού και στα τέσσερα˙ αριστερά του πρόσωπο μόσχου και στα τέσσερα˙ και κατόπιν πρό­σωπο αετού και στα τέσσερα (στ. 10). Τα πρόσωπα τους και τα φτερά τους ήταν και στα τέσσερα υψωμένα και απλωμένα προς τα πάνω. Στο καθένα δύο φτερά ακουμ­πούσαν στις άκρες των φτερών των άλλων και ενώνονταν, και τα άλλα δύο φτερά συμμαζεμένα σκέπαζαν το σώμα τους (στ. 11). Και καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέναντι του προσώπου του. Εκεί που κατευθυνό­ταν ο ισχυρός άνεμος, πορεύονταν κι αυτά, χωρίς να στρέφουν τις κεφαλές τους» (στ. 12).

Τα πρόσωπα των ζώων έχουν να μας παρουσιάσουν αλληγορικά, λόγια και νοήματα για τον Χριστό. Με την κεφαλή συμβολίζεται ο νους, ο οποίος ονομάζεται ηγεμών, αφού η Γραφή την κεφαλή την χα­ρακτηρίζει σαν αρχηγό και ηγεμόνα˙ «θα αφαιρέσω από την Ιερουσα­λήμ κεφαλή και ουρά» (Ης. 9, 14), δηλαδή αρχηγό και υπήκοο. Συμβο­λίζει επίσης η κεφαλή τον νου, επειδή μ' αυτήν ενεργεί ο νους. Συνηθί­ζει βέβαια πολλές φορές η Γραφή, από τα όργανα, να ονομάζη εκείνο που ενεργεί μ' αυτά. Παράδειγμα ο Δαβίδ, ο οποίος το συναισθηματικό μέρος της ψυχής και το επιθυμητικό τα ονομάζει καρδιά και νεφρά -«ο Θεός που έρευνα την καρδιά και τα νεφρά» (Ψαλμ. 7, 10).

Με το πρόσωπο συμβολίζεται το φανέρωμα του νου, δηλαδή ο λόγος που προφέρεται και φανερώνει τις κρυπτόμενες σκέψεις, αφού βέβαια ο λόγος αποτελεί εξεικόνισμα της σκέψεως, καθόσον την τυπώ­νει κατά κάποιο τρόπο με την ομιλία και της δίνει φόρμα και σχήμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα πρόσωπα των ζώων συμβολίζουν τους λόγους που είπαν οι Απόστολοι για τον Χριστό. Έλεγαν βέβαια γι' αυ­τόν όσα γνώριζαν και γνώριζαν όσα έπρεπε.

Και έπρεπε να γνωρίζουν για τον Κύριο:

Πρώτον, ότι (δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά) και άνθρωπος. Αυτό δη­λωνόταν στο δράμα, με το πρόσωπο του άνθρωπου.

Δεύτερον, ότι αυ­τός ήταν ο αναμενόμενος απόγονος του Δαβίδ που θα ερχόταν για να ελευθέρωση τους ανθρώπους, πράγμα που το δήλωνε το πρόσωπο του λιονταριού. Η Γραφή αναφέρει σχετικά: «Είσαι σκύμνος (Σκύμνος σημαίνει λιονταρόπουλο, νεαρό λιοντάρι. Το νεαρό λιοντάρι είναι γε­μάτο ζωτικότητα και δύναμι. Έτσι συμβολίζεται εδώ στην προφητεία του γέροντος Πα­τριάρχου Ιακώβ ο Μεσσίας.) λιονταριού˙ από βλαστόν, υιε μου, ανεβλάστησες» (Λιοντάρι ο Δαβίδ και σκύμνος λιονταριού, ο Χριστός. Βλαστός ο Δαβίδ και αναβλάστημά του ο Χριστός. Πρβλ. και Ησαΐα, «και θα εξέλθη ραβδί από την ρίζα του Ιεσσαί, και άνθος από την ρίζα θ' αναβλαστήση» (11, 1). Ιεσσαί είναι ο πατέρας του Δαβίδ. Σύμφωνα με το μασσωριτικό κείμενο της Π. Διαθήκης το «από βλαστόν, υιέ μου αναβλάστησες» έχει διαφορετικά: «από το θήραμα, υιέ μου, ανέβηκες».) (Γεν. 49, 9).

Τρίτον, ότι ο Χριστός είναι βασιλεύς, και μάλιστα ανώτερος όλων των βασιλέων της γης. Αυτό συμβολιζόταν στο δράμα με το πρόσωπο του αετού. Επί πλέον με το πρόσωπο του αετού θα λέγαμε ότι υποδη­λώνεται (ότι ο Χριστός όλα τα γνωρίζει και τα βλέπει). Επειδή ιδιαίτερα ο αετός έχει απ' όλα τα ζώα το οξύτερο βλέμμα, συμβολίζει επιτυχώς την ανώτερη από όλα Σοφία (Η «Σοφία» αποτελεί όνομα του Υιού του Θεού.) του Πατρός, την θεότητα του Σωτή­ρος. Άλλωστε και το όνομα «Θεός», όπως ισχυρίζονται οι θεολόγοι, προέρχονται από το «θεώμαι» (Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο έργο του «Περί του μη είναι τρεις Θεούς, προς Αβλάβιον» σημειώνει: «Μία από τις ενέργειες του Θεού, είναι η εποπτική και ορατική, θα την λέγαμε θεατική. Μ' αυτήν παρατηρεί τα πάντα και εποπτεύει τα πάν­τα. Βλέπει τις σκέψεις και διεισδύει με την παρατηρητική του δύναμι στα αθέατα. Γι' αυτό έχουμε την γνώμη ότι ο Θεός ωνομάσθηκε έτσι από την θέα... Αυτά που βλέπον­ται λέγονται θεατά, και αυτός που τα βλέπει λέγεται Θεός».).

Και τέταρτον, ότι ο Χριστός είναι Ιερεύς και ότι θυσιάσθηκε. Αυ­τός ο ίδιος πρόσφερε τον εαυτό του θυσία και καθάρισε με το δικό του αίμα τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτά τα έδειχνε το πρόσωπο του μόσχου.

Με το νου τους βέβαια οι Απόστολοι εγνώριζαν ποιος ήταν ο Κύ­ριος. Αυτό συμπεραίνεται και από τον λόγο που είπε ο μακάριος Παύ­λος- «εμείς έχουμε νου Χριστού» (Α' Κορ. 2, 16). Και η γλώσσα τους με τα λόγια έδινε σχήμα και μορφή στο περιεχόμενο του νου. Έτσι εμφά­νιζε στους ανθρώπους ποια ιδέα είχαν αυτοί για τον Σωτήρα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα πρόσωπα των ζώων δίδαξαν στον προφήτη τα λόγια που οι Απόστολοι είπαν για τον Σωτήρα.

Δύο φτερά σκέπαζαν τα σώματα των ζώων. Αυτά δήλωναν στον καθένα εκείνο που είπα και για (τα φτερά που ήταν κάτω από) τα χέρια, ότι δηλαδή οι Απόστολοι φαίνονταν ανώτεροι από την ανθρώπι­νη φύσι, γιατί η θεϊκή δύναμις (που εικονίζεται με τα φτερά) απέκρυβε την ανθρώπινη αδυναμία (που εικονίζεται με τα σώματα των ζώων).

«Και πορεύονταν όπου πορευόταν το πνεύμα, (δηλ. ο άνεμος)» (στ. 12), διότι «ωδηγούντο από το Πνεύμα του Θεού»( Δηλαδή: Τα τέσσερα ζώα δεν καθώριζαν αυτά την πορεία τους, αλλά το πνεύμα, ο άνεμος, για να συμβολίζεται έτσι ότι οι κήρυκες του Ευαγγελίου δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι την Ιεραποστολική τους πορεία, αλλά το Άγιο Πνεύμα. Αυτό εμπνέει και οδηγεί τα βήματα τους.) (Ρωμ. 8, 14).

      8. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα, κάτι που έμοιαζε με φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν στην μέση των ζώων και φαινόταν φεγγοβόλημα φωτιάς και από την φωτιά ξεπετά­γονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές» (στ. 13). «Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ» (=σαν την αστραπή) (Ο στίχος αυτός απουσιάζει από το κείμενο των Ο'. Υπάρχει όμως σε άλλα, όπως στο μασσωριτικό και στην Βουλγάτα.) (στ. 14).

(Εδώ συμβολίζεται) το έργο των Αποστόλων, το οποίο ήταν ν' ανάβουν την φωτιά εκείνη που ήρθε ο Κύριος ν' ανάψη στην γη. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα». (Αυτή η φωτιά δεν τα έκαιε τα ζώα), γιατί δεν ήταν φωτιά που κατα­στρέφει και αφανίζει, αλλά που ζωοποιεί και φωτίζει. Φαίνονταν λοιπόν φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν με αστραφτερό φεγγοβόλημα φωτιάς- και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες Ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές- και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ, που σημαίνει ταχύτατα σαν αστραπή. Μ' αυτό οπωσδήποτε δη­λώνεται το έργο των Αποστόλων, ότι δηλαδή θα γυρίσουν όλη την γη για να κηρύξουν τον λόγο- και ότι αυτό θα γίνη με ταχύτητα˙ και ότι πουθενά δεν θα πτοηθούν από τους αντίθετους που αντιστέκονται (στον λόγο του Ευαγγελίου).

      9. «Και κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη που βρισκόταν άμεσα συνδεδεμένος μετά τέσσερα ζώα(Είναι οι τροχοί του χερουβικού άρματος. Και με τους τροχούς αυτούς παρι­στάνονται άγγελοι). Η εμφάνισις και η κατασκευή των τροχών έμοιαζε με θαρσίς (Πρόκειται για πολύτιμο πετράδι, μάλλον για χρυσόλιθο. Η ονομασία οφείλε­ται στην Θαρσίς, αποικία των Φοινίκων στην Ισπανία, απ' όπου κουβαλούσαν στην Τύ­ρο χρυσό, χρυσαφικά και ασημικά). Οι τέσσερις τροχοί ήταν όμοιοι. Φαίνονταν κατα­σκευασμένοι σταυρωτά, ο ένας δηλαδή μέσα στον άλλο. Και πορεύονταν στις τέσσερις διευθύνσεις, χωρίς να κά­νουν στροφή, όταν άλλαζε η πορεία τους˙ ούτε η στεφάνη των τροχών έκανε στροφή» (στ. 15-18α).

  Οι τροχοί που προστέθηκαν τώρα στο όραμα υποδηλώνουν την ευδρομία, (την καλή πορεία δηλαδή) του κηρύγματος. Επί πλέον συμ­βολίζουν τι μορφή είχαν τα λόγια των Αποστόλων, ότι άλλα δηλαδή από τα λόγια του κηρύγματος τους για τον Χριστό ήταν θεοπρεπή και άλλα ανθρώπινα. Αναφέρονταν σ' όλη την θεϊκή του και ανθρώπινη ενέργεια. Και σύμφωνα μ' αυτά τα λόγια έπαιρνε μορφή και σχήμα η κίνησις του κηρύγματος. Οι τροχοί έκαναν δύο κινήσεις, μια κυκλική (γύ­ρω από τον εαυτό τους) και μία κατ' ευθείαν (όταν προχωρούσε και πε­τούσε το άρμα).

Η κατ' ευθείαν κίνησις δηλώνει την ανθρώπινη ενέργεια, η οποία αρχίζει με τον δικό της (ανθρώπινο) λόγο και τελειώνει μ' αυτόν. Η κυ­κλική δηλώνει την θεϊκή ενέργεια.

Ο κύκλος μάλιστα εικονίζει από πολλές πλευρές τον Θεό και τα θεϊκά πράγματα. Πρώτον, διότι είναι ένα σχήμα εντελώς ξεχωριστό από όλα τα άλλα σχήματα. Έπειτα από το ότι κλίνει και νεύει προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο νους (Ο νους στον άνθρωπο είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Εικονίζει τον Θεό περισ­σότερο από κάθε άλλο. Οι Πατέρες ομιλούν για «κυκλική κίνησι του νου» που γίνεται στην αυτοσυγκέντρωσι και στην νοερά προσευχή). Επίσης, διότι η κυ­λινδρική στεφάνη των τροχών εξ αίτιας του κυκλικού της σχήματος κι­νείται ταχύτατα, ακουμπώντας μόνο σε μία ευθεία. Όταν βέβαια η κίνησις γίνεται δια μιας και εκτός χρόνου, αυτό είναι ίδιον του Θεού. Ό­ταν όμως γίνεται ταχύτατα, σε ελάχιστο χρόνο (όπως στην κυλινδρική στεφάνη των τροχών), αυτό είναι πράγμα που πλησιάζει αρκετά στον Θεό. Επίσης όταν η κίνησις γίνεται (πάνω από την γη και) πάνω από την ύλη, αυτό είναι εντελώς του Θεού. Όταν όμως γίνεται με το περισ­σότερο μέρος πάνω από την γη (όπως στον κύλινδρο των τροχών, αυτό πλησιάζει πάρα πολύ στα θεϊκά πράγματα.

«Και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι τροχοίς», δηλαδή ήταν όμοιοι με­ταξύ τους και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε οι τέσσερις να χαρακτηρίζωνται σαν ένας: «Κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη». (Εδώ εικονίζεται το έργο των Αποστόλων, στο οποίο) παντού συναντούμε μία και ό­μοια δραστηριότητα, συναντούμε ενότητα και σύνδεσμο που οφείλεται στην σύμπνοια, στην ειρήνη και στο ότι όλοι κηρύττουν τον Θεό. Τούτο το δήλωσε ο προφήτης και με τα επόμενα λόγια: «Και η όρασις των τροχών και η κατασκευή τους και το έργο τους», δηλαδή η κίνησίς τους, «ήταν σε σχήμα σταυρωτό, ο ένας δηλαδή τροχός μέσα στον άλλο» (στ. 16). Έτσι η κίνησις των τροχών ήταν μία, όπως συμβαίνει όταν οι τροχοί έχουν το ίδιο κέντρο -«ομόκεντροι»- και παίρνουν στροφή από ένα άξονα(Και οι Απόστολοι είχαν τον ίδιο άξονα και το ίδιο κέντρο κινήσεως, που ήταν ο Χριστός· και το Άγιο Πνεύμα, που τους έστειλε την Πεντηκοστή. Και η σταυρωτή εμφάνισις των τροχών υποδηλώνει το κεντρικό κήρυγμα περί «Χριστού Εσταυρωμένου»). Αυτό σημαίνει «ο ένας τροχός μέσα στον άλλο».

«Και πορεύονταν προς τις τέσσερις διευθύνσεις τους» (στ. 17), που σημαίνει ότι «το κήρυγμα (των Αποστόλων) έφθασε ως τα πέρατα της οικουμένης» (Ψαλμ. 18, 5).

      10. «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί. Κοίταξα και τους είδα. Και η κάθε στεφάνη στους τέσσερις τροχούς ήταν γύρω -γύρω γεμάτη μάτια. Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύον­ταν μαζί τους και οι τροχοί. Και καθώς πετούσαν προς τα πάνω τα ζώα, πετούσαν μαζί τους και οι τροχοί. Σε οποίο σημείο κατευθυνόταν η νεφέλη, προς τα εκεί ήταν η πορεία (του άρματος). Πορεύονταν τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν πετώντας μαζί τους, γιατί οι τροχοί ήταν ζωντανά πλάσματα. (Οι τροχοί εικόνιζαν αγγελικές δυνάμεις, τα «πολυόμματα» Χερουβίμ. Αρκετές φορές στην Γραφή οι άγγελοι εικονίζονται με ίππους και με άρματα)» (στ. 18-20).

«Και οι τροχοί ήταν υψηλοί», (που σημαίνει άτι οι Απόστολοι ή­ταν υψηλοί), διότι αυτό που κήρυτταν είχε μέγεθος και ύψος, διότι κή­ρυτταν τον Ύψιστο.

«Ήταν και φοβεροί» ( Η φράσις αυτή απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο'. Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό κείμενο και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 18) (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) μερικές φορές χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν τιμω­ρίες και πληγές σε ανθρώπους πολύ αναίσθητους και αχάριστους, όπως λ.χ. στον Ανανία.

«Και η κυλινδρική στεφάνη τους ήταν γεμάτη μάτια» (που σημαί­νει ότι οι Απόστολοι) εγνώριζαν και τα πράγματα του μέλλοντος και του παρελθόντος. (Η γνώσις αυτή των Αποστόλων αποτελεί χάρισμα του Αγίου Πνεύματος). Και ο (προφήτης) Ζαχαρίας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα ονομάζει «μάτια του Κυρίου Σαβαώθ που επο­πτεύουν όλη την γη» (4, 5).

Όλα όσα εμφανίσθηκαν στο όραμα, και τα ζώα και οι τροχοί ακο­λουθούσαν μία και την αυτή πορεία, και συμβόλιζαν έτσι την μια πορεία του «ευαγγελίου της ειρήνης» (Εφ. 6, 15). «Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Όταν σταματούσαν εκείνα, σταματούσαν κι αυτοί. Και όταν εκείνα πετούσαν προς τα πάνω, πετούσαν μαζί τους κι αυτοί», διότι ένα ήταν αυτό που τους έδινε την κίνησι, το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο δηλώθηκε με την φράσι, «διότι στους τρο­χούς υπήρχε πνεύμα ζωής» (στ. 20).

     11. «Πάνω από τις κεφαλές των ζώων υπήρχε κάτι πού έμοιαζε με στερέωμα ουρανού, και φαινόταν σαν φοβερό κρύσταλλο, απλωμένο πάνω από τα ανυψωμένα φτερά τους. Έτσι από κάτω από το ουράνιο αυτό στερέωμα απλώνονταν τα φτερά τους, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ δύο φτερά στο καθένα ζώο ήταν συνεπτυγμένα και σκέ­παζαν τα πρόσωπα τους (Η παραδεδεγμένη μετάφρασις είναι «σκέπαζον το σώμα τους» ή «σκέπαζαν τα σώματά τους». Στο όραμα των Σεραφίμ, του προφήτου Ησαΐα, γίνεται λόγος για σκέπασμα προσώπων (6, 2)). Και. άκουα τον ήχο από τα φτερά τους, ενώ πετούσαν, σαν βροντερό ήχο καταρράκτου, σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ, δηλαδή του Ικανού»( Σύμφωνα με τις παλαιές μεταφράσεις - Β' μ.Χ. αι.- του Ακύλα και του Συμ­μάχου το «Σαδδαΐ» μεταφράζεται «Ικανός». Άλλοι όμως το μεταφράζουν «παντοδύνα­μος») (στ. 22-24).

Το στερέωμα του ουρανού σημαίνει ότι αυτός που κάθεται πάνω του είναι Θεός, διότι «ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο, ενώ την γη την έδωσε στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 113, 24).

Ο κρύσταλλος και το ζαφείρι(Λίγο πιο κάτω (στ. 26) αναφέρει ο προφήτης ότι είδε «ομοίωμα θρόνου», ο οποίος φαινόταν φτιαγμένος από ζαφείρι) συμβολίζουν τον Χριστό. (Πολύ­τιμοι λίθοι, αυτά, αλλά και) ο Χριστός ονομάζεται από την Γραφή λίθος ακρογωνιαίος. Ο κρύσταλλος (σαν διαφανής) συμβολίζει την μία πλευ­ρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι φανερός και γνώριμος στους αν­θρώπους. Πλην όμως και ως προς αυτήν την πλευρά είναι φοβερός. Επειδή είναι προσιτός και κατανοητός, δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιφρονήται.

Και το ζαφείρι (με το θαλασσί χρώμα του) συμβολίζει την άλλη πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι βαθύς και μυστηριώδης και ακατανόητος στους ανθρώπους.

Τα πρόσωπα των ζώων, κατά το ένα μέρος φαίνονταν και κατά το άλλο καλύπτονταν από τα φτερά. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Υιός του Θεού ήρθε κοντά μας και ότι ήταν άνθρωπος και πέθανε για μας και αναστή­θηκε - η φανερή πλευρά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγιναν αυτά είναι εντελώς απόκρυφος και συγκαλυμμένος και ξεπερνάει την Ικανότη­τα των ανθρώπων να τον γνωρίσουν. Γι' αυτό τα πρόσωπα των ζώων που συμβόλιζαν τα λόγια (των Αποστόλων) για τον Σωτήρα, και φαί­νονταν και σκεπάζονταν από τα φτερά.

Και ο ήχος των φτερών στο πέταγμα «ως φωνή ύδατος πολλού». Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται ύ­δωρ. Και χαρακτηρίζεται ως «πολύ», για να υποδηλωθή η θεότητά του, χάρις στην οποία τα πάντα περιέχει και συγκρατεί˙ και είναι πάνω από κάθε ανάγκη, πράγμα που δηλώθηκε με τα επόμενα˙ «ως φωνήν Θεού Σαδδαΐ», δηλαδή σαν φωνή Θεού Ικανού. Αυτό το «Ικανός» ισοδυναμεί με το «πολύς» και «χωρίς ανάγκες».

      12. «Και καθώς πορεύονταν τα ζώα ακουόταν ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου· και όταν σταματού­σαν, έπαυε ο ήχος των φτερών» (Η φράσις «ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου» απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο', όπως επίσης και η φράσις «σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ». Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 24).

«Και ξαφνικά ακούσθηκε φωνή πάνω από το στερέω­μα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφα­λές τους» (στ. 25). «Όταν σταματούσαν τα ζώα, συμμα­ζεύονταν τα φτερά τους» (στ. 24). «Και πάνω από το στε­ρέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κε­φαλές τους, φαινόταν κάτι σαν το πολύτιμο πετράδι ζα­φείρι, και πάνω σ' αυτό φαινόταν ομοίωμα θρόνου» (στ. 25-26).

Η φωνή του λόγου προς τα ζώα συμβολίζει την φωνή του Σωτήρος προς τους Αποστόλους, αυτήν που είπε τελευταία καθώς ανέβαινε προς τον Πατέρα: «Πορευθήτε σ'όλον τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο σ' όλη την κτίσι» (Μάρκ. 16, 1 5). Αυτή η φωνή όχι μόνο τότε τους ώθησε σ' εκείνο τον δρόμο και τον καλόν αγώνα, αλλά επί πλέον συνεργούσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, και βοηθούσε στην περάτωσι της πορείας. Βέβαια μία φορά ειπώθηκε από τον Κύριο, αλλά συνεχώς δρα με την δύναμι Αυτού που την είπε.

Συνέβη δηλαδή ότι και με το «ας βλάστηση η ξηρά χορτάρι» (Γέν. 1, 11), και «ας βγάλουν τα νερά ερπετά» (Γεν. 1, 20), που είπε η φωνή του Θεού, η οποία δημιουργεί και φέρει εις πέρας τα έργα.

Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι φωνή του Λόγου είναι και το σωτήριο όνομα του Κυρίου, που ακουόταν συνεχώς στο κήρυγμα των Αποστόλων, οι οποίοι πάντοτε επικαλούνταν τον Κύριο. Και όταν βέ­βαια δίδασκαν και όταν θαυματουργούσαν και όταν επιτελούσαν όλα τα άλλα, είχαν στο στόμα τον Χριστό. Αναφωνώντας αυτό το όνομα, δοκίμασαν πολλές στενοχώριες και πιέσεις για να πεισθούν να μη το κηρύττουν. «Τους παρήγγειλαν», σημειώνει η Γραφή, «να μην ομιλούν γι' αυτό το όνομα» (Πράξ. 4, 18). Αυτοί όμως περισσότερο το διατυμ­πάνιζαν. Και ήταν γι' αυτούς το όνομα του Κυρίου φάρμακο για τα τραύματα, και άξιζε όσο όλα τ' αγαθά της γης.

Γι' αυτό λέγει ο προφήτης, «όταν πορεύονταν αυτά» (που σημαί­νει, όταν πορεύονταν οι Απόστολοι) στον δρόμο του Ευαγγελίου, «ά­κουαν την φωνή του Λόγου(Λόγος εδώ είναι ο Υιός του Θεού - «μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού». Ο Πατέρας εικονίζεται με τον νου και ο Υιός με τον λόγο που γεννάται από τον νου), και μάλιστα σαν θόρυβο στρατοπέδου», αφού βέβαια έτσι η φωνή προκαλεί θαυμασμό και ταιριάζει στην μεγα­λοπρέπεια του Λόγου. Μ' αυτό όμως σημαίνεται και κάτι άλλο: Όλα τα θεϊκά του χαρακτηριστικά ενώ καθ' εαυτά είναι ολοφώτεινα, στους αν­θρώπους όμως είναι σκοτεινά και ακατανόητα. Αυτά τα δύο παρατη­ρούνται αντίστοιχα στην βουή του όχλου, η οποία από το ένα μέρος πα­ρουσιάζεται μεγαλειώδης, άλλ' από το άλλο μέρος ελάχιστα ευδιάκριτη και κατανοητή, επειδή ξεφεύγει από τα όρια της ακριβούς ακοής και αποτελείται από ποικίλους και διαφορετικούς ήχους και φωνές.

Πολλές φορές τα ζώα σταματούσαν να πετούν και στέκονταν ακί­νητα. Αυτό για να δείξουν ότι δεν συμβολίζουν την ακάματη φύσι (του Θεού), αλλά ανθρώπους. Ακόμη, για να δείξουν ότι τα λόγια (του ευαγγελικού κηρύγματος) είναι στερεά και αμετακίνητα. Ακόμη, για να φανή η καλή πρόθεσις και ο σταθερός ζήλος στο Αποστολικό έργο, ότι δηλαδή οι Απόστολοι δεν ήταν ευμετάβολοι και δεν τους εσάλεψαν τα κύματα της κακίας. Επίσης για να δηλωθή ότι μετά την κίνησι χρειαζό­ταν σταμάτημα και ηρεμία, για να μη φανή μάταιη η πορεία των Απο­στόλων, αφού δεν κατέληγε κάπου. Όχι δεν ήταν μάταιη η πορεία των Αποστόλων. Δεν εκήρυτταν μάταια. Αντίθετα (καρποφορούσε), αφού ο μακάριος Λουκάς αριθμεί τόσους και τόσους που συνεχώς επίστευαν.

Ακόμη, η κίνησις φανερώνει την φροντίδα των Αποστόλων για τους ανθρώπους, ενώ η στάσις την στροφή τους προς τον Θεόν και την ένωσί τους μ' Αυτόν, ένωσι που προερχόταν από την στροφή τους προς Αυτόν, αφού η στάσις εικονίζει την αληθινή ειρήνη και το κυρίως ένα, τον Θεό.

«Και όταν στέκονταν, σταματούσε ο βροντερός ήχος των φτερών τους». Αυτό δείχνει ότι η κίνησις των ζώων προερχόταν από τα φτερά τους, που συμβολίζει το ότι η δύναμις των Αποστόλων προερχόταν μό­νο από το Άγιον Πνεύμα. Δεν εκήρυτταν βασιζόμενοι σε «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας» (Α' Κορ. 2, 4). Γι' αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων (ερωτά ο Πέτρος)· «Γιατί ατενίζετε σε μας, ωσάν να το κάναμε αυτό με την δική μας δύναμι και ευσέβεια;» (Πράξ. 3, 12).

Και ο μακάριος Παύλος απαριθμώντας όσα κατώρθωσε στο κή­ρυγμα, πρόσθεσε- «όχι εγώ, αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α' Κορ. 15, 10), και «πάντα Ισχύω εν τω ενδυναμουντί με Χριστώ» (Φιλιπ. 4, 13).

«Και πάνω από τις κεφαλές τους, κάτι που έμοιαζε (με το πολύτι­μο πετράδι) ζαφείρι». Πρώτα είδε κάτι σαν κρύσταλλο και έπειτα βλέ­πει κάτι σαν ζαφείρι. Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάει από τις πιο σαφείς και γνώριμες έννοιες του Θεού και προχωρεί στις βαθύτερες. Τούτο βέ­βαια αποτελεί νόμο στην ανθρώπινη γνώσι. Πάνω στο στερέωμα του ουρανού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με θρόνο και πάνω στον θρόνο είδε τον Σωτήρα «με εικόνες»( Δηλαδή κατά συγκατάβασι ο Σωτήρ έλαβε κάποια μορφή· εδώ μορφή άνθρω­που, ο οποίος είναι τυλιγμένος με υπέρλαμπρη ουράνια δόξα. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποίησε άλλη «εικόνα». Έτσι στον Μωυσή, στην βάτο, πήρε την μορφή φωτιάς, «εν πυρί φλογός» (Εξοδ. 3, 2).).

Όταν βλέπουμε και θεωρούμε την απόκρυφη γνώσι του Θεού, όσο βέβαια είναι δυνατόν, βρισκόμαστε πλησιέστερα σ' Αυτόν. Στον Θεό ασφαλώς ταιριάζει περισσότερο κατανόησις, που ξεπερνάει την ανθρώπινη κατανόησι και γνώσι. Και γι' αυτό το μεν ζαφείρι φαινόταν τόσο πολύ κοντά, ενώ το κρύσταλλο φαινόταν πιο μακρυά από τον θρόνο.

     13. «Και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε κά­ποιος που από πάνω έμοιαζε με άνθρωπο. Από την μέση και πάνω έμοιαζε με ήλεκτρο, σαν φωτιά που έβγαινε από μέσα του σε σχήμα κύκλου (τελευταίες φράσεις, «σαν φωτιά... κύκλου» απουσιάζουν από την μετάφρασι των Ο'). Και από την μέση και κάτω φαινόταν σαν φωτιά που φεγγοβολούσε γύρω - γύρω, κυκλικά. Το φεγγοβόλημα γύρω - γύρω έμοιαζε με το ουρά­νιο τόξο που βγαίνει όταν βρέχη. Τούτο το θέαμα ήταν ομοίωμα της δόξης του Κυρίου! (Είναι αδύνατο να συλλαβή το μυαλό μας την απερίγραπτη ομορφιά που είχε αυτό το ομοίωμα του ουρανίου τόξου. Η λάμψις του υπερέβαινε κάθε ωραιότητα του κτιστού κόσμου. Πρόκειται για «υπερκαλλή αγλαΐα» κατά την φράσι των αρεοπαγιτικών συγραμμάτων. Θεϊκή ομορφιά! «Δεν λέγονται καθόλου και δεν διηγούνται οι αστρα­φτερές λάμψεις του θεϊκού κάλλους». «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί», τονίζει ο Μ. Βασίλειος. Από την στιγμή αυτή ο προφήτης Ιεζε­κιήλ δεν είχε τίποτε ανώτερο και γλυκύτερο ν' αντικρύση στην ζωή του. Και ποτέ δεν ξεχνάει αυτήν την ημέρα, την πέμπτη του τετάρτου μήνα) (στ. 26-28).

Εκείνος που καθόταν στο ομοίωμα του θρόνου και έμοιαζε με άνθρωπο ήταν ο Κύριος, «ο γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Εφεσ. 2, 7). Το ότι καθόταν, σημαίνει ότι είναι «ο μακάριος και μόνος Εξουσιαστής» (Α' Τιμ. 6, 1 5) και ότι «αναπαύεται στους αγίους του»( Εδώ κρύβεται μια ωραία έννοια. Οι ευσεβείς, οι ενάρετοι, οι άγιοι άνθρωποι είναι «θρόνοι» πάνω στους οποίους κάθεται ο Θεός. Στην Κ. Διαθήκη τονίζεται και η έννοια ότι είναι «ναοί του Θεού» (Πρβλ. Α' Κορ. 3, 16)) (Ης. 57, 17).

Το ότι έμοιαζε με ήλεκτρο δηλώνει την ανθρώπινη φύσι του Κυ­ρίου. Το ήλεκτρο το ανέφερε και στην αρχή του οράματος, αλλά τώρα η αναφορά σ' αυτό γίνεται πιο τέλεια και σαφής. Η ανθρώπινη φύσις του Σωτήρος και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους ήταν (σαν το ή­λεκτρο) λαμπρή και ηλιόμορφη και όπως ταίριαζε σε Θεό. Δεν είχε τί­ποτε το φοβερό, αλλά ήταν όλος φιλανθρωπία.

Η φωτιά που είχε μέσα του δηλώνει την φοβερή θεότητά του. Αυτή, η φωτιά, σχημάτιζε κύκλο διότι η εικόνα του κύκλου είναι η πιο ταιριαστή στον Θεό, και διότι έτσι διδασκόταν πως όσα αντίκρυζε ήταν υπερφυσικά. Γι' αυτό, την φωτιά που κινείται ευθύγραμμα την έβλεπε να διαγραφή κύκλο, για να μάθη ότι όσα εμφανίζονται δεν εμφανίζον­ται για τον εαυτό τους, αλλά αποβλέπουν σε άλλα και εικονίζουν άλλα που είναι υπερφυσικά.

Εκείνο που φαινόταν στον Σωτήρα σαν ήλεκτρο, το έβλεπε από την μέση και μέχρι πάνω. Αυτό συμβολίζει την πρώτη παρουσία Του, που ήταν φιλάνθρωπη χωρίς κανένα φοβερό πράγμα. «Δεν ήρθα, λέγει, να καταδικάσω τον κόσμο» (Ιωάν. 12,47). Εκείνο που φαινόταν σαν φωτιά ήταν από την μέση και κάτω, δηλαδή το τελευταίο μέρος. Αυτό συμβολίζει την δευτέρα παρουσία του Χριστού που θα είναι φοβερή, που θα αφανίση τους φαύλους και θα διαχώριση το κακό από το καλό. Κατ' αυτήν την ημέρα απειλείται φωτιά για όσους αμαρτάνουν. Σχετικά τονίζει και ο Παύλος˙ «μας αναμένει φοβερή κρίσις και σφοδρή φωτιά που θα καταφάγη όσους εναντιώνονται στον Θεό» (Εβρ. 10,27).

«Και φεγγοβολούσε σαν ουράνιο τόξο». Το τόξο αυτό αποτελεί σημείο συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, καθώς αναφέρεται στην Γραφή˙ «θα θέσω το τόξο μου στα νέφη και θα είναι σημείο της υποσχέσεως μου» (Γέν. 9,13) και «δεν θα απολέσω πάλι (με κατακλυσμό) όλη την γη» (Γέν. 8,21). Δείχνει λοιπόν η πέριξ κυκλι­κή λάμψις ότι αυτός που φανερώνεται από την λάμψι θα γίνη Παράκλητος(Δηλαδή συμπαραστάτης, συνήγορος, παρηγορητής, βοηθός. Εδώ Παράκλητος είναι ο Χριστός. Συνήθως Παράκλητος ονομάζεται το Άγιον Πνεύμα) για μας στον Θεό και «θα συμφιλίωση τα ουράνια και τα επίγεια» (Κολ. 1,20). «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5,10). Και δηλώνεται γενικά ότι αυτός, (ο Υιός), αποτελεί την ειρήνη μας και την συμφιλίωσί μας με τον Θεό.

Μπορεί όμως το ουράνιο τόξο (του οράματος) να υποδηλώνη και τον Σταυρό, διότι και αυτός είναι σημείο της νέας διαθήκης, δηλαδή της συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, αφού ονομάζεται από τον Σωτήρα «σημείον»· «θα δουν το σημείον του υιού του άνθρωπου» (Ματθ. 24,30). Επειδή όμως ο Σωτήρ είναι «η ειρήνη μας» (Εφ. 2,14) μπορούμε να πούμε˙ «θα δουν το σημείον της ειρήνης». Και αυτό θα παρουσιασθή την ημέρα της βροχής, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, αφού στην Γραφή ονομάζεται βροχή και η ημέρα του Κυρίου (Ίσως να αναφέρεται στο 71ο ψαλμό. «Θα κατεβή σαν βροχή στον πόκο (=τουλούπα μαλλιού)» (στ. 6). Πιο πιθανό να αναφέρεται στον προφήτη Ιωήλ˙ «ημέρα Κυρίου... ημέρα νεφέλης και ομίχλης» (2,2). Παρόμοια έκφρασις συναντάται και στον Σοφονία, (1,15)), η τε­λευταία εκείνη ημέρα «η μεγάλη και επιφανής, η οποία έρχεται», όπως λέγει ένας προφήτης ομιλώντας για την παρουσία του Χριστού (Ιωήλ 3,4).

Επίσης το φεγγοβόλημα αυτό (το όμοιο με ουράνιο τόξο) θέλει να υποδηλώση κάποια δόξα του Χριστού˙ και δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός όπως το συμπεραίνουμε από τα λόγια του Κυρίου: «Όταν δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το Ιωαν. 1 7,1, «πάτερ ελήλυθεν η ώρα˙ δόξασαν σου τον υιόν...» παρατηρεί ότι ο Χριστός την σταύρωσί του την ονομάζει δόξα και αιτία δόξας· «δεν έρχεται ακούσια στον σταυρό. Αντίθετα προσεύχεται να γί­νη αυτό και «δόξαν το πράγμα καλεί» (Υπόμν. εις το κατά Ιωάννην, ομιλία 80η)) (Ιωάν. 12,23).

     14. Αφού είδε αυτά ο προφήτης πρόσθεσε: «Αυτή είναι η όρασις του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου» (στ. 28) που σημαίνει ότι αυτά εικονίζουν το επί γης σωτήριο έργο του Κυρίου. Δική του δόξα ο Κύ­ριος ονομάζει και τον σταυρό, και όλο το σωτήριο έργο του, γιατί όταν περάτωσε όλο το έργο του για μας και ετοιμαζόταν να αναχώρηση προς τον Πατέρα έλεγε προς τους Αποστόλους, «τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του άνθρωπου». Σ' αυτόν αρμόζει δόξα αιώνια.

Αμήν

*Ο Νικόλαος Καβάσιλας ή Χαμαετός, Θεσσαλονικεύς, υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία του 14ου αιώνος, μοναχός, ίσως και κληρικός, σύμβουλος πατριαρχών και αυτοκρατόρων, από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγγραφεύς υπέροχων συγγραμμάτων, τα οποία ξεχωρίζουν για την ζωντάνια και εκ­φραστική δύναμι, για την πειθώ, για το θεολογικό βάθος και την θερμότητα της πίστεως. Χαρακτηρίστηκαν σαν άριστα προϊόντα της εν γένει θρησκευτικής γραμματείας. Εσχάτως η Εκκλησία μας τον κατέταξε επίσημα στην χορεία των Αγίων.

 

Από το βιβλίο του π.ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

pavlos glifadas

Ομιλία της κ. Ελένης Ανδρουλάκη 
στο Αντιαιρετικό Σεμινάριο
της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, τον Μάρτιο 2019

Την Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019, της Αγίας Φιλοθέης, εκοιμήθη εν Κυρίῳ ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κυρός Παύλος. Ένας επίσκοπος αληθινός Πατέρας και ένας σπάνιος αγωνιστής. Για το πολυσχιδές έργο, τα χαρίσματα και τις αρετές του μακαριστού Ποιμενάρχου μας ομίλησε κατά την εξόδιο ακολουθία ο άγιος Πρωτοσύγγελος.

Εγώ θα σταθώ στο αντιαιρετικό έργο του μακαριστού, παρουσιάζοντας στην αγάπη σας γνωστές και άγνωστες πτυχές της αντιαιρετικής μαρτυρίας και δράσης του κοιμηθέντος Σεβασμιωτάτου, όπως η χάρις του Θεού επέτρεψε να τις ζήσω από πρώτο χέρι. Η σημερινή συνάντησή μας, λοιπόν, θα είναι ένα μικρό, καρδιακό αφιέρωμα σε έναν αγιασμένο, αληθινά Ορθόδοξο αγωνιστή επίσκοπο, ο οποίος με άγγιξε και εμένα, όπως και πολλούς άλλους νομίζω, βαθύτατα, λόγω της καθαρότητας της καρδιάς και της πίστεώς του.

Το αντιαιρετικό έργο της Εκκλησίας αποτελεί ένα κατεξοχήν δύσκολο έργο, μη επιθυμητό από πολλούς. ΄Ακρως αναγκαίο, σήμερα μάλιστα περισσότερο αναγκαίο από ποτέ, εντούτοις απεχθές για τους πολέμιους της Εκκλησίας, αλλά και για κάποιους Ορθοδόξους, λόγω της ίδιας της φύσης του. Για να το πω απλά, «γιατί να ασχολείται εκείνος που κατέχει θησαυρό, με τα σκουπίδια; Και τι θα πάθει ο θησαυρός;» λένε. Ο θησαυρός της Ορθοδοξίας φυσικά δεν παθαίνει κάτι, αλλά αν δεν υπάρξει οριοθέτηση της Ορθοδόξου πίστεως, οι άνθρωποι κινδυνεύουν και οι κίνδυνοι φτάνουν μέχρι την ίδια την απώλεια των ψυχών. Το Ορθόδοξο φρόνημα σταδιακά αλλοιώνεται, οι άνθρωποι ζουν μια ελλιπή, διεστραμμένη ζωή, ψυχές χάνονται. Τι χειρότερο από αυτό;

Έχουμε λοιπόν όλοι χρέος να γνωρίζουμε την Ορθόδοξη πίστη και Παράδοσή μας, να κατηχούμαστε, αλλά και να γνωρίζουμε τις μορφές της πλάνης, η οποία έχει πολυάριθμες εκφάνσεις και μεθοδεύσεις. Ούτε η Ορθόδοξη κατήχηση επαρκεί από μόνη της, ούτε και ο καταρτισμός περί των αιρέσεων είναι από μόνος του αρκετός. Διότι αντιαιρετικό έργο χωρίς στέρεα Ορθόδοξη βάση δεν υφίσταται. Αλλά και η γνώση της Ορθόδοξης πίστης και Παράδοσης δεν επαρκεί για να προφυλαχθούμε από τις πολυποίκιλες αιρετικές και παραθρησκευτικές ομάδες και τη δράση τους, η οποία είναι ιδιαιτέρως ύπουλη και παραπλανητική. Όσο έξυπνοι ή μορφωμένοι και αν είμαστε.

Η τοπική Εκκλησία, με κεφαλή τον εκλιπόντα Επίσκοπό μας, ξεκίνησε το 2005 αυτό το αντιαιρετικό σεμινάριό μας, ακριβώς για αυτό το λόγο. Για να καταρτιστούν κληρικοί και λαϊκοί ώστε να μπορούν να προφυλάσσονται και να προφυλάσσουν από τις πάμπολλες αιρετικές και παραθρησκευτικές ομάδες, οι οποίες συχνά δρουν κάτω από διάφορα προσωπεία, να μπορούν να τις αναγνωρίζουν, να μην πέφτουν στις παγίδες τους, να ενημερώνονται και να ενημερώνουν και έτσι να αντιμετωπίζεται το οξύτατο πρόβλημα των αιρέσεων. Αυτό τον σκληρό και ανελέητο πόλεμο αντιμετώπιζε καθημερινά ο μακαριστός επίσκοπός μας για να προφυλάξει τις ψυχές που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος, με όλες του τις δυνάμεις. Ανύστακτο το ενδιαφέρον του για το αντιαιρετικό σεμινάριο, τον θυμάστε εδώ σχεδόν πάντα παρόντα, ακόμα και κατάκοπο από το φορτωμένο πρόγραμμά του ή ασθενούντα ‒ ακόμα και με χίλιες δυσκολίες ερχόταν ‒ τον θυμάστε να λέει αυστηρά: «Πού είναι οι υπόλοιποι;» Και όταν καμιά φορά αδυνατούσε λόγω ασθενείας να παρευρεθεί, μου τηλεφωνούσε για να μάθει πώς πήγε. Και γνωρίζω ότι προσευχόταν αδιάκοπα και αγρυπνούσε για να προφυλάξει το ποίμνιό του από λύκους βαρείς.

Έτσι ήταν ο αγιασμένος επίσκοπός μας, έβαζε μπροστά το στήθος του, για να προστατέψει το λογικό ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Και εκεί που οι άλλοι σώπαιναν, είτε γιατί δεν καταλάβαιναν είτε επειδή δεν τολμούσαν, εκείνος ορμούσε μπροστά. Σήμερα που τόσο συχνά βλέπουμε αμβλυμένο το Ορθόδοξο αισθητήριο, εκείνος «έπιανε» στον αέρα το μη Ορθόδοξο, το μη Πατερικό. Είχε μια Ορθόδοξη ευαισθησία που ακόμα και εάν επρόκειτο για κάποια μη γνωστή, νεοφανή αίρεση, εκείνος και με μία μόνο κουβέντα, αντιλαμβανόταν το πρόβλημα. «Νέο φρούτο», σχολίαζε. Και πονούσε με όλα αυτά που μάθαινε καθημερινά για τη δράση των αιρέσεων και των σεκτών. Πονούσε για την αλλοίωση του Ορθοδόξου φρονήματος, επεδίωκε την ενημέρωση και όριζε πορεία δράσης. Χτυπούσε το τηλέφωνό μου πολλές φορές στις 12, στη 1 και στις 2 τη νύχτα. «Κοιμάσαι;» με ρωτούσε. Εγώ είχα πάρει τον δέκατο πλάγιο. «Πάλι κοιμάσαι;» ΄Αλλες φορές ζητούσε συγγνώμη. «Τώρα, παιδί μου άδειασα και διαβάζω αυτά που μου έστειλες». Εγώ κατάκοπη, θαύμαζα τις αντοχές του, αλλά και τον αντιαιρετικό ζήλο του και το πολύτιμο ενδιαφέρον του για την διατήρηση της ανόθευτης Ορθόδοξης πίστης. Μία, δύο, τρεις, δεν τα γλιτώνω τα βραδινά, είπα και οργανώθηκα. Είχα πάντα δίπλα μου χαρτιά και μολύβι, διότι ποτέ δεν ήξερες πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνο και άντε μες τον ύπνο να μπορέσεις να κάνεις εξειδικευμένες αντιαιρετικές συζητήσεις. Κάποιες μέρες που ήμουν κατάκοπη ή υπερφορτωμένη ευχόμουν να μου τηλεφωνήσει νωρίς ή να με καλέσει την επομένη. Λυπάμαι τώρα για αυτή την αδυναμία μου. Κάποιες φορές με καλούσε από το εξωτερικό ή από το νοσοκομείο. Τα αντιαιρετικά, βλέπετε, δεν έχουν ωράρια. Αλίμονο αν μας πιάσουν στον ύπνο. Σε όλη τη διάρκεια των τηλεφωνημάτων μας ένιωθα τη δύναμη των προσευχών του και την πατρική στήριξή του. Μοιραζόμαστε τον πόνο για τη δράση των αιρετικών, την παραπλάνηση, τους πνευματικούς κινδύνους, τη γενικευμένη σύγχυση. Και όταν κάποιες φορές εγώ μπορεί να έσκαγα από τη στενοχώρια και την αγωνία μου, εκείνος έβαζε μπροστά τον Χριστό και το στήθος του, προσευχόταν και πάλευε σαν λιοντάρι. Με τις προσευχές του και τη φωτισμένη καθοδήγησή του έγινε ό,τι έγινε στον αντιαιρετικό τομέα την περίοδο της αρχιερατείας του. «Χορεύει ο διάβολος», μου έλεγε συχνά. «Αλλά δεν θα τους περάσει». Και σταματούσε ό,τι άλλοι δεν μπορούσαν ή και, κατά τραγικό τρόπο, εισήγαγαν. Δεν θα πω περισσότερα. «Θα δώσουμε λόγο στον Χριστό», έλεγε χαρακτηριστικά. «Όσο ζω, αυτά δεν θα περάσουν», τόνιζε. Και πάντα με ανέπαυαν οι λόγοι του. Οι λόγοι ενός αληθινού Πατέρα που δεν λογάριαζε τίποτε, πραγματικά τίποτε, για το καλό του ποιμνίου του.

Και τον πολέμησαν σκληρά έξωθεν αλλά και έσωθεν. Τον κατηγόρησαν, τον λασπολόγησαν, τον συκοφάντησαν. Δεν θα πω περισσότερα. Και όταν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν την αντιαιρετική του δράση, προσπαθούσαν να τον γελοιοποιήσουν. «Δεν με πειράζει», μου έλεγε. «Είμαι μαθημένος». Και τα σήκωνε όλα αυτά για χάρη της αλήθειας και του Χριστού. Και δεν έκανε πίσω.

Και όταν αντιμετωπίζαμε νομικές απειλές από αιρετικούς και παραθρησκευτικούς, εκεί που οι άλλοι έκαναν πίσω, εκείνος με συμβούλευε. «Εμείς δεν θα κάνουμε πίσω! Θα λέμε την αλήθεια». Και πρόσθετε «Δεν με πειράζει να πάω φυλακή για τον Χριστό». «Εμένα όμως με πειράζει», του απαντούσα χαμογελώντας. Αλλά αφού έμπαινε εκείνος μπροστά, συμφωνούσα και έκανα υπακοή σε ό,τι μου έλεγε. Και δεν κάναμε πίσω και ας ήταν δύσκολα τα πράγματα κάποιες φορές. Και εκεί που οι άλλοι ‒ τους καταλαβαίνω, δεν τους κρίνω ‒ φοβόντουσαν και έκαναν πίσω και υπέκυπταν στην τρομοκρατία κάποιων αιρετικών και παραθρησκευτικών, εκείνος τραβούσε μπροστά, μη υπολογίζοντας κανένα κόστος. Τίποτα δεν τον σταματούσε, όταν χρειαζόταν να δοθεί μαρτυρία Χριστού.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα ένα σοβαρό αντιαιρετικό θέμα. Όλοι οι άλλοι είχαν κάνει πίσω. Εμείς επιμέναμε. Αυτή ήταν η καθοδήγησή του. Ήταν η πρώτη ‒ και ελπίζω τελευταία ‒ φορά στη ζωή μου που ακόμα και ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας παρεκάμφθησαν χάριν του αντιαιρετικού. Με τις ευχές του ολοκληρώθηκε αυτό που έπρεπε να ολοκληρωθεί και συναντηθήκαμε Μεγαλοβδομαδιάτικα για επείγουσα αντιαιρετική συνεργασία. Καταλαβαίνετε το εξαντλητικό πρόγραμμα ενός επισκόπου τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν μια συγκλονιστική συνάντηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα έναν επίσκοπο να κλαίει.

Είχαμε έναν μοναδικό Πατέρα και Ποιμενάρχη, ταπεινό, γεμάτο αγάπη για όλους, με την αθωότητα μικρού παιδιού και την μαχητικότητα άγριου λιονταριού όταν κινδύνευαν τα παιδιά του. Τέτοιον επίσκοπο είχαμε, για αυτό και η θλίψη μας μεγάλη. Πονούσε βαθύτατα για την εξάπλωση της πλάνης, της εκκοσμίκευσης και την αλλοίωση του Ορθοδόξου φρονήματος. Προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να διαφυλάξει την Ορθόδοξη πίστη και Παράδοση. Κάποιοι δεν τον καταλάβαιναν ή και τον πολεμούσαν. «Να κοιτάς τα της Μητροπόλεώς σου», του έλεγαν. Και εκεί που έβλεπες τα σκοτάδια, εκείνος ήταν ένα φως. «Φως Χριστού φαίνει πάσι».

Με τον ίδιο μπροστάρη, με τις προσωπικές του μάχες, κάτω από τις ευλογίες του και με την πολύτιμη στήριξη ή παρακίνησή του, η ευλογημένη αυτή Μητρόπολη ανέπτυξε σημαντική αντιαιρετική δράση. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια σοβαρά θέματα που αντιμετωπίστηκαν κατά την περίοδο της αρχιερατείας του: η δωρεά οργάνων από εγκεφαλικά νεκρούς, αλλά στην πραγματικότητα ζωντανούς δότες, η προσπάθεια επιβολής της δήθεν ύπαρξης πολλών Εκκλησιών, της λεγομένης μεταπατερικής θεολογίας, των ψυχοθεραπειών μέσα στην Εκκλησία, η διεστραμμένη αναφυόμενη θεολογία περί ομοφυλοφιλίας, η εισαγωγή της ομοφυλοφιλίας στα σχολεία, η αλλοίωση του Μαθήματος των Θρησκευτικών, η νευροθεολογία, οι εναλλακτικές ψευδοθεραπείες, η γιόγκα, οι πολεμικές τέχνες, η αλατοθεραπεία, οι Αλκοολικοί Ανώνυμοι, ο σαμανισμός, τα εναλλακτικά σχολεία, η σφαιρική αντιληπτικότητα, οι «Φωτισμένες», οι Σοροπτιμίστριες, τα προγράμματα «συγχώρεσης», οι αιρέσεις στο χώρο της οικολογίας, τα σεμινάρια «προσωπικής ανάπτυξης και αυτοβελτίωσης» και πολλά άλλα. Ο ίδιος έκανε καίριες παρεμβάσεις για πολύ σημαντικά θέματα.

Πάλευε τα θέματα με όλες του τις δυνάμεις και μέσα στη Σύνοδο. Κάποιοι τον εκτιμούσαν βαθύτατα και τον στήριζαν στον αγώνα του κατά της πλάνης, άλλοι δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά και άλλοι ενοχλούνταν. Κάποιοι χαίρονταν που εδώ αντιμετωπίζονταν δύσκολα θέματα που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα αλλού και που άνοιγε ο δρόμος για το αναγκαίο ξεκαθάρισμα. Έτσι γινόταν οριοθέτηση της Ορθοδόξου πίστεως, η οποία είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στη σημερινή εποχή της σύγχυσης. Ενημερωνόταν και ο λαός του Θεού και με πολυάριθμες αντιαιρετικές ανακοινώσεις. Ο ίδιος καιγόταν για την ανάρτηση αντιαιρετικών κειμένων στην ιστοσελίδα της Μητροπόλεως. «Να πάει επάνω!», έλεγε χαρακτηριστικά. «Πήγε πάνω;», ρωτούσε. Και ήθελε να γίνονται οι αναρτήσεις την ίδια μέρα, ή την ίδια στιγμή ει δυνατόν. Και μην έβλεπε πουθενά ορθογραφικό λάθος! Σ᾿ αυτό μοιάζαμε και τον καταλάβαινα, πρέπει να πω. Και είχε και μεγάλη αδυναμία στα σημεία στίξης. Έπρεπε να τον δείτε στις Συνδιασκέψεις πώς σταματούσε τους πάντες, για να μπει ένα κόμμα. Τσαπατσοδουλειές δεν ήθελε. Υπέφερε με την κακοποίηση της γλώσσας σήμερα.

΄Αλλες μάχες δίνονταν με τις εκδόσεις αντιαιρετικών τόμων, τους οποίους χαιρόταν πολύ να μοιράζει ο ίδιος.

Ως τακτικό μέλος της Συνοδικής Επιτροπής επί των Αιρέσεων έδωσε για πολλά χρόνια πάμπολλες μάχες. Για τους έξωθεν κινδύνους αλλά και για τα προβλήματα εντός των τειχών. Ο ίδιος μετείχε και στις ετήσιες Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις για θέματα αιρέσεων και παραθρησκείας. Διευκόλυνε καθοριστικά τους αγώνες εκεί. Μάλιστα ήταν από τους λίγους, για να μην πω ο μοναδικός, που, παρόλο το εξαντλητικό πρόγραμμα, νοιαζόταν αποκλειστικά για τα θέματά μας. «Ας μην διακόψουμε τώρα», έλεγε. «Μα είναι η ώρα του γεύματος», του έλεγαν. «Να περιμένει το γεύμα, πάτερ μου!»έλεγε έντονα. «Σύμφωνα με το πρόγραμμα έχουμε διάλειμμα τώρα» του έλεγαν. «Να περιμένει το διάλειμμα», έλεγε. Απίστευτες αντοχές. Αλλά τι αντοχές να έχει ένας ηλικιωμένος, ασθενής επίσκοπος; ΄Αλλο πράγμα ήταν. Ήταν ο απαράμιλλος ζήλος του για τα αντιαιρετικά θέματα, η αγάπη του για τον Χριστό, τους ανθρώπους και τη σωτηρία τους, που δεν λογάριαζε τίποτα. Ήταν η καιγόμενη καρδιά του.

Ανύστακτη ήταν η έννοια του για κάθε ψυχή που μπλεκόταν στο δαίδαλο της αίρεσης και της παραθρησκείας. Προσέγγιζε ποιμαντικά τα θύματα της πλάνης, επικοινωνούσε ακόμα και με αιρεσιάρχες, για να τους βοηθήσει να καταλάβουν και να μετανοήσουν. Γιατί αυτή είναι η βάση του αντιαιρετικού αγώνα: η οριοθέτηση της Ορθοδόξου πίστεως, το μίσος για την αίρεση, για την πλάνη και η αγάπη για τον πλανεμένο άνθρωπο, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού.

Το αφανές έργο του ήταν πολύ μεγάλο. Λίγα λέγονται σήμερα. Είμαι σίγουρη ότι έκανε περισσότερα από όσα εγώ γνωρίζω. Και κάποιοι ιερείς σίγουρα γνωρίζουν και άλλα. Έβαζε μπροστά το στήθος του για να προστατεύσει το λογικό ποίμνιο. Ενδιαφερόταν και προσπαθούσε να βοηθήσει τους πάντες, ακόμα και ανθρώπους εκτός ορίων Μητροπόλεως που ζητούσαν τη στήριξή του, όταν διώκονταν από αιρετικούς. Έσπευδε με ανιδιοτέλεια να τους βοηθήσει, να τους ενισχύσει, να τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν τον αγώνα τους.

Με τις καταλυτικές ενέργειες και παρεμβάσεις του ματαιώνονταν εκδηλώσεις αιρετικών και παραθρησκευτικών ή γλιτωνόταν η διεξαγωγή τους σε δημόσιους χώρους. Κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο, είχε φυσικά χαρά μεγάλη. «Δόξα τῳ Θεῴ! Δόξα τῳ Θεῴ!», έλεγε ταπεινά. Αγρυπνούσε, προσευχόταν, πάλευε. Και όλος αυτός ο αντιαιρετικός αγώνας απέδιδε καρπούς, που ο Κύριος γνωρίζει. Ο καταρτισμός του κλήρου και του λαού του σε θέματα αιρέσεων και παραθρησκείας, οι δυναμικές παρεμβάσεις του σε φλέγοντα θέματα, μια πλούσια αντιαιρετική, ηλεκτρονική βιβλιοθήκη με πλήθος αντιαιρετικών κειμένων, που είναι συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα της Μητροπόλεώς μας. Η παρακαταθήκη που μας άφησε. Μια πολύτιμη παρακαταθήκη που ας ευχηθούμε να διαφυλαχθεί.

«Πάλι μιλάει ο Γλυφάδας; Γιατί δεν κοιτάει τα της Μητροπόλεώς του;», σχολίαζαν. «Τι θέλεις και ανακατεύεσαι;», του έλεγαν. «Η Εκκλησία είναι μία», τόνιζε. «Κάνω το χρέος μου». Ο Επίσκοπος, ευρισκόμενος εις τύπον και τόπον Χριστού έχει την ευθύνη για μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά ταυτόχρονα είναι εγγυητής της μεταδόσεως της Ιεράς Παραδόσεως.

Θα αναφερθώ τώρα σε μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης μας ήταν πολύ ευαισθητοποιημένος στο θέμα της Ουνίας. Το 2008 είχε στείλει επιστολή στους συνοδικούς της Ρωμαιοκαθολικής ομολογίας στην Ελλάδα, με την αφορμή εκλογής νέου επισκόπου των Ελληνορρύθμων Καθολικών, δηλαδή των Ουνιτών.

«Ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ καί ἐν πνεύματι ἀληθείας, ἐξ ἀφορμῆς τῆς χειροτονίας - ἐνθρονίσεως νέου Ἐπισκόπου τῶν Ἑλληνορρύθμων Καθολικῶν Ἑλλάδος, κοινοποιεῖται Ὑμῖν ἡμετέρα ἐπιστολή πρός τόν ἐν λόγῳ Οὐνίτην Ἐπίσκοπον, εἰς τήν ὁποίαν ἐκθέτομεν, μέ τήν παρρησίαν ἑνός Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου τῆς καθ᾿ Ἑλλάδα Ἐκκλησίας, σκέψεις προσωπικάς. Εἰς τήν ἀποστολήν ταύτην προέβημεν, αἰσθανόμενοι τοῦτο ὡς χρέος ἔναντι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καί ἔχοντες τήν πεποίθησιν ὅτι ἡ Οὐνία, ἡ εὐστόχως ἀποκληθεῖσα “λῦκος ὑπό δοράν προβάτου”, εἶναι τό μέγιστον ἐμπόδιον διά τόν εἰρηνικόν Θεολογικόν Διάλογον μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν.

Ἐπισημαίνομεν ὅτι θά ἦτο μία ἔνδειξις καλῆς θελήσεως ἐκ μέρους τοῦ Πάπα, διά τήν πρόοδον τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, νά μή ὁρίζῃ πλέον Ἐπίσκοπον Οὐνίτην - Ἀποστολικόν Ἔξαρχον τῶν Ἐλληνορρύθμων Καθολικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπορίας (;) ἀξιον τό διατί αὕτη ἡ ἐμμονή τοῦ Πάπα, διά τήν Οὐνίαν; Οὕτω θά εὐδοκιμήσῃ ἡ Ἑνότης; Ἐφ᾿ ὅσον ἡ Οὐνία παρακωλύει τήν εἰρηνευτικήν πορείαν πρός Ἕνωσιν, ἐρωτῶμεν: Διατί ὁ Πάπας δέν καταργεῖ τελείως τήν Οὐνίαν εἰς ὅλας τάς Ἀνατολικάς Ἐκκλησίας;[1].

Επίσης, σε συνέντευξή του[2] το 2014, τόνιζε:

«Κατά τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας οἱ αἱρετικοί θεωροῦνται ὅτι εἶναι ἐκτός τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Μέ αὐτούς δηλαδή δέν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία. Θά μποροῦσε νά συνεχισθεῖ ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἐφόσον ἡ Παπική Ἐκκλησία καταργοῦσε τήν Οὑνία, πού ἀποτελεῖ τόν Δούρειο Ἵππο γιά τήν ἅλωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σωστό σέ αὐτούς τούς διαλόγους νά παρίστανται καί Οὑνίτες ἐκπρόσωποι; Στην Ἑλλάδα, δεκαετίες τώρα, ὑπάρχει ἡ ἐκκλησία τῶν Οὑνιτών καί δύσκολα μπορεῖ κανείς νά ἀναγνωρίσει αὐτή τήν αἱρετική ἐκκλησία, αὐτή τήν πλάνη. Σε τί βοηθᾶ ἡ ὕπαρξις τῆς Οὑνίας; Ἀκόμη: Ἄν δέν ὠφελοῦν οἱ διάλογοι Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, πολύ περισσότερο δέν θά πρέπει νά ὑπάρχουν οἱ διάλογοι Χριστιανῶν καί ἑτεροθρήσκων».

Καθάριο Ορθόδοξο λόγο ύψωνε και για το θέμα της ίδρυσης Ισλαμικών Σπουδών στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δήλωνε ευθαρσώς:

«Θεωρώ αδιανόητο κάτω από τη στέγη στην οποία διδάσκεται η Ορθόδοξη Δογματική, η Ερμηνεία της Αγίας Γραφής, η Εκκλησιαστική ιστορία που περιλαμβάνει και τις επί αιώνας διώξεις των Ορθοδόξων Χριστιανών από το Ισλάμ, να διδάσκεται και η θρησκεία του Ισλάμ.

Θέτω επίσης τέσσερα ερωτήματα:

Πρώτον: Θα υπάρξη κάτι ανάλογο από ισλαμικής πλευράς και στα κράτη που κυριαρχεί η θεοκρατία του Ισλάμ; Θα ιδρυθούν δηλαδή και εκεί Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές;

Δεύτερον: Πότε επιτέλους θα επαναλειτουργήσει η υπάρχουσα Θεολογική Σχολή της Χάλκης;

Τρίτον: Το κοράνιο, δηλαδή το βιβλίο του Ισλάμ, στην χώρα μας κυκλοφορεί ελεύθερα. Στις χώρες που επικρατεί η θρησκεία του Κορανίου θα υπάρξει ελεύθερη διακίνηση της Αγίας Γραφής;

Τέταρτον: Γιατί η Πολιτεία δεν δίνει δωρεάν και την Καινή Διαθήκη (ιδιαίτερα στις Εκκλησιαστικές Σχολές) όπως πράττει και με το Κοράνιο το οποίο διαθέτει δωρεάν στους μουσουλμάνους;

Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος με κάθε προσπάθεια ίδρυσης τμήματος Ισλαμικών Σπουδών».

«Ο πόλεμος κατά της Εκκλησίας», έλεγε, «είναι εμφανής... Εμείς ως Εκκλησία προσευχόμαστε υπέρ της σωτηρίας της Πατρίδος και του λαού μας. Εκτιμώ πως η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλοι οι μητροπολίτες, αλλά και όλοι οι κληρικοί μας, αυξάνουμε καθημερινώς τους ρυθμούς της διακονίας μας, ώστε να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις ανάγκες του ποιμνίου μας. Και θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στους κληρικούς, στους παπάδες μας, τονίζοντας πως δίνουν καθημερινά μεγάλο αγώνα και πολλές φορές κάτω από αντίξοες κοινωνικές συνθήκες»[3].

Το 2010 ο μακαριστός Ποιμενάρχης μας απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο το μνημειώδες Υπόμνημα «Συναφειακές, Μεταπατερικές και άλλες Θεολογικές Αναζητήσεις σε Συνέδριο της Θεολογικής Ακαδημίας του Βόλου»[4]. Το 2013, με εγκύκλιό του για τις μεταμοσχεύσεις, ενημέρωνε με παρρησία το Χριστεπώνυμο πλήρωμα για την αλήθεια περί του λεγομένου «εγκεφαλικού θανάτου». Σας διαβάζω τα λόγια του: «Καί γιατί καθιέρωσαν δύο ὁρολογίες θανάτου, “ἐγκεφαλικός” καί “κλινικός” θάνατος; Γιά τόν λόγο ἀκριβῶς αὐτόν: Γιά νά λαμβάνουν τά ὄργανα κάποιου πού θά τόν ἀποκαλοῦν “νεκρό”, ἐνῶ δέν θά εἶναι νεκρός, προκειμένου νά λάβουν τά ὄργανα του, πρίν νά εἶναι ἄχρηστα, πρᾶγμα πού θά συμβεῖ ὅταν πραγματικά πεθάνει. Ὁ δότης ἐνημερώθηκε, ἄραγε, ὅταν εὑρισκόταν σέ πλήρη ψυχοσωματική έγρήγορση, ὅτι ἡ ἀφαίρεση τῶν ὀργάνων του θά πραγματοποιηθεῖ πρίν ἀπό τόν κλινικό του θάνατο;... Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Ἐπειδή ἡ Μητρόπολίς μας (ὅπως καί πολλοί ἄλλοι φορεῖς), ἔχει ἐκφράσει κατ᾿ ἐπανάληψιν τήν ἀντίθεσή της πρός τήν ἔννοια τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου, σᾶς προσκαλοῦμε, ἐφ᾿ ὅσον τό ἐπιθυμεῖτε, νά δηλώσετε ἐγγράφως τήν ἀντίθεσή σας στήν ἐφαρμογή τοῦ Νόμου. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα πού ἀπορρέει ἀπό τόν ἴδιο τό Νόμο καί θωρακίζει νομικά τόν κάθε πολίτη, ὥστε νά μήν λογίζεται ὑποψήφιος δότης»[5].

Τον Ιούλιο του ιδίου έτους με επιστολή του προς τον Μακαριώτατο ζητούσε έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας για την αργία της Κυριακής, τα Θρησκευτικά και τις μεταμοσχεύσεις[6].

Το 2016 πήρε θέση για το θέμα της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η σχετική εισήγησή του παρουσιάστηκε στη θεολογική ημερίδα της Μητροπόλεως Πειραιώς: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος – Μεγάλη Προετοιμασία χωρίς προσδοκίες». Σε ένα κατάμεστο Στάδιο παρουσίασε το θέμα «Ερωτήματα περί την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο». Ομίλησε, όπως τόνισε «ὡς Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν εὐθύνη πού μᾶς ἀναλογεῖ ἀπέναντι στούς Χριστιανούς τῆς Μητροπολιτικῆς μας περιφερείας, ἀλλά καί πρός ὁλόκληρον τόν λαό τοῦ Θεοῦ». Σας διαβάζω από την εισήγησή του «Ἐπισημαίνουμε ἐπίσης ὅτι, ἄν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀποδειχθεῖ ὄντως Ἱερά Σύνοδος Ἁγίων Πατέρων, θά τήν ἀποδεχθοῦμε. Ἄν ὅμως ἐπιχειρηθεῖ ἀναίρεση ἤ “διόρθωση” ἀποφάσεων προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ Τοπικῶν Συνόδων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν οἰκουμενικό κύρος, τότε ἡ μόνη ἐπιλογή μας θά εἶναι νά τήν ἀπορρίψουμε». Και κατέληξε: «Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Δογματικῆς, Ἰωάννης Καρμίρης, κάποια μέρα καθώς δίδασκε μᾶς εἶπε: “Ἕνωσις μέ τούς Παπικούς δέν γίνεται. Ἑνότης, μπορεῖ, μόνον μέ τήν προϋπόθεσιν τῆς φιλίας καί ὄχι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δέν μπορεῖ ὁ Πάπας, χίλια χρόνια ἔπειτα ἀπό τό Σχίσμα τοῦ 1054, νά ἀναιρέσει τά ὅσα εἶπε μέχρι σήμερα. Εἶναι θέμα ἐγωϊσμοῦ. Θά τοῦ ποῦν οἱ ὁπαδοί του: Τόσα χρόνια μᾶς κορόϊδευες; Μᾶς ὁδηγοῦσες σέ λάθος δρόμο;”. ... Καταγόμενος ἐκ πατρός ἀπό τήν ἔνδοξη Σμύρνη, γεννήθηκα καί ἔζησα εἰς τήν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου, ὅπου ἔχω κακίστην ἐμπειρίαν ἀπό τόν φανατισμό τῶν Παπικῶν. Ἡ πλειονότης τῶν κληρικῶν ὅλων τῶν βαθμίδων τῆς παπικῆς κοινότητας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀπό τήν Σῦρον καί τούς γνωρίζω πολύ καλά. Γνώρισα ἐπίσης τόν συνταξιοδοτηθέντα Οὑνίτη Ἐπίσκοπο τῶν Ἀθηνῶν Δημήτριο Σαλάχα καί τόν Οὑνίτη Καρδινάλιο Pierre Dibre, μέ τούς ὁποίους εἶχα συνομιλήσει ἐπανειλημμένως στήν Ἀθήνα καί στό Βατικανό. Ποῖος εἶναι, ἀδελφοί μου, ὁ σκοπός τῆς Οὑνίας; Ἡ προπαγάνδα καί ὁ προσηλυτισμός. Πόσα μέλη ἔχει ἡ Οὑνία στήν Ἑλλάδα; Ἐλάχιστα. Καί δικαιολογοῦν Ἐπίσκοπο καί τόν μεγαλοπρεπῆ Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος στό κέντρο τῆς Ἀθήνας; Ἀφοῦ αὐτοί εἶναι «λύκοι ὑπό δοράν προβάτου», γιατί νά ὑπάρχει διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν;»[7].

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τις έντονες διαμαρτυρίες του για τα νέα προγράμματα του ραδιοφωνικού σταθμού της Εκκλησίας; Έκανε τότε καταγγελίες για τα ποικίλα ατοπήματα του σταθμού. «Με ποιο δικαίωμα ο Σταθμός της Εκκλησίας πλανά τον πιστό λαό του Θεού; Απαντώντας σε παράπονα ακροατών, υπεύθυνος εκπομπής δήλωσε στον αέρα ότι “ο Σταθμός της Εκκλησίας δεν εκπροσωπεί την Εκκλησία”. Ποιον εκπροσωπεί τότε, αν δεν εκπροσωπεί την Εκκλησία; Μήπως κάποια αιρετική ομάδα; Αυτά τα πράγματα είναι ανεπίτρεπτα, όταν ομιλούμε για τον Σταθμό της Εκκλησίας. Αν ο σταθμός δεν εκπροσωπεί την Εκκλησία, τότε οφείλει να αλλάξει όνομα. Αν εκπροσωπεί την Εκκλησία, τότε έχει χρέος να βαδίζει σύμφωνα με το ήθος και τα δόγματα της Εκκλησίας, κάνοντας φυσικά «άνοιγμα στον κόσμο» και όχι άνοιγμα σε κακοδοξίες και αιρέσεις...»[8].

Ο μακαριστός ποιμενάρχης μας ήταν αντίθετος με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων για πολλούς λόγους και για τον λόγο ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει απόδοση των δογματικών όρων, χωρίς τον κίνδυνο αιρετικής αποκλίσεως. Το 2010 μάλιστα είχε στείλει και επιστολή στον Μακαριώτατο «διά την τέλεσιν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἐν τῇ καθομιλουμένῃ καί οὐχί ἐν τῇ κεκανονισμένη λειτουργικῇ γλώσσῃ, διαμαρτυρόμενοι ἐντόνως» και «παρακαλοῦμεν θερμῶς, διά τήν ἐφαρμογήν τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῇ ὑπ᾽ ἀριθμόν 2897/1951 της 19-05-2010 Ἐγκυκλίῳ τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἵνα μή γενώμεθα ἀνακόλουθοι τῶν Συνοδικῶν Ἀποφάσεων καί προκαλεῖται ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ».

Ήταν αντίθετος και με το Facebook και απέτρεπε από τη χρήση του, επισημαίνοντας τους κινδύνους της χρήσης αυτού του διάτρητου συστήματος. Έγραφε χαρακτηριστικά[9]: «Δὲν ὑποστηρίζουμε μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης ποὺ διαδίδουν ψευδεῖς εἰδήσεις, ποὺ ἐξαπατοῦν καὶ ἐκμεταλλεύονται, ποὺ συμβάλλουν στὴν παραπληροφόρηση καὶ τὴ χειραγώγηση τῆς κοινῆς γνώμης, ποὺ καλλιεργοῦν τὸν ἀπομονωτισμὸ καὶ τὴν ὑποκρισία, ποὺ δημιουργοῦν ἐθισμό, ποὺ καλλιεργοῦν τὰ πάθη, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ πολυποίκιλη κακοποίηση τῶν παιδιῶν, στὴ διάλυση οἰκογενειῶν, στὴν παραπλάνηση καὶ στὸν προσηλυτισμὸ ἀπὸ αἱρέσεις καὶ παραθρησκευτικὲς ὁμάδες.

Δὲν συμφωνοῦμε μὲ τὸ ἐπιφανειακό, τὸ ρηχό, τὸ κενόδοξο, μὲ ὁτιδήποτε ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ στὴν ἀλλοίωση τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ φρονήματος.

Ἡ Ἐκκλησία ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο. Προσεύχεται καὶ διακονεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσὴ του. Κάθε τὶ ὠφέλιμο τὸ δέχεται καὶ τὸ εὐλογεῖ. Ὅταν κάτι εἶναι ἀλλότριο μὲ τὸ ἦθος της καὶ ἐγκυμονεῖ πνευματικοὺς κινδύνους, δὲν τὸ ἀποδέχεται. Ἐνημερώνει καὶ περιφρουρεῖ τοὺς πιστοὺς της».

Αυτό ήταν το κριτήριό του καθ᾿ όλη τη διάρκεια της αρχιερατικής διακονίας του. Κάποιοι δεν τον καταλάβαιναν, κάποιοι μπορεί να τον αδικούσαν. Ο μακαριστός ποιμενάρχης μας ήταν ένας αυθεντικός, παραδοσιακός ιεράρχης, με σπάνιο ιεραποστολικό και ομολογιακό φρόνημα. Είχε διάκριση πνευμάτων. Στενοχωριόταν με την αλλοίωση του Ορθοδόξου φρονήματος και μάλιστα εντός των τειχών. Συχνά δεχόταν επιθέσεις. «Αυτός είμαι. Δεν αλλάζω», έλεγε και πορευόταν με ανιδιοτέλεια, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων.

Πολυάριθμες ανακοινώσεις διαμαρτυρίας για παρεισφρήσεις αιρετικών προσώπων, καθώς και πλανεμένων διδασκαλιών σε εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, εκδηλώσεις και συνέδρια. Αυτά δεν ήταν βέβαια αντιπαραθέσεις απόψεων ή ιδεολογίας, δεν ήταν αντιπάθεια απέναντι σε πρόσωπα. Ήταν η ζώσα καρδιά του Χριστού που οδηγούσε στην καταγγελία της αίρεσης και της πλάνης, στην περιφρούρηση των δογμάτων και στη σθεναρή αντίσταση στο πνεύμα του συγκρητισμού, της εκκοσμίκευσης, της αυτοεκτίμησης και της αυτοσωτηρίας. Με εγκύκλιό του προέτρεπε στην επιστροφή των αλλοιωμένων βιβλίων των Θρησκευτικών. Σας διαβάζω από την εγκύκλιο: «Τα βιβλία αυτά είναι αντισυνταγματικά, αντιπαιδαγωγικά και αντορθόδοξα ως προς το περιεχόμενό τους... Είναι καιρός, πλέον, να αντιδράσουμε εν Χριστῴ και να περιφρουρήσουμε τις ψυχές των παιδιών μας από τα “άθεα γράμματα”, όπως έλεγε ο μέγας Διδαχός του Γένους μας, ΄Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός»[10].

Με άλλη ανακοίνωση η Μητρόπολη ενημέρωνε περί των λεγομένων εναλλακτικών σχολείων. ΄Αλλη μία έκφραση της «Νέας Εποχής», δηλαδή της ενσωμάτωσης μυστικιστικών μεθόδων και πρακτικών των ανατολικών θρησκειών και του αποκρυφισμού στον χώρο της αγωγής των παιδιών. Τότε, μεταξύ άλλων, είχε γίνει ενημέρωση και για τα σχολεία Μοντεσσόρι. Σας διαβάζω από την ανακοίνωση: «Προσοχή επίσης χρειάζονται και τα Μοντεσσοριανά Σχολεία. Η Μαρία Μοντεσσόρι, Ιταλίδα γιατρός και παιδαγωγός, είχε στενή σύνδεση με τη Θεοσοφική Εταιρεία, η οποία και χρηματοδότησε την εργασία της τα χρόνια που έζησε στην Ινδία. Η Μοντεσσόρι μιλούσε για την ύπαρξη ενός “συμπαντικού σχεδίου”, έγραφε ότι “μέσα στο παιδί βρίσκεται μια κρυμμένη συμπαντική ενέργεια” και πρότεινε μια “συμπαντική εκπαίδευση”»[11]. Κατόπιν της ενημέρωσης, πολλοί κατάλαβαν, αλλά υπήρξαν και κάποιοι Ορθόδοξοι οι οποίοι, άγνωστο για ποιους σκοπούς, μας επιτέθηκαν δια του τύπου. Ο Σεβασμιώτατος ήταν κατηγορηματικός «Εμείς εμμένουμε στις θέσεις μας! Δεν κάνουμε πίσω!».

΄Αλλη έντονη διαμαρτυρία αφορούσε την προώθηση της ομοφυλοφιλίας στα σχολεία, μέσω θεματικής εβδομάδας[12]. Και άλλη ανακοίνωση περί συνεδρίου προώθησης της ομοφυλοφιλίας στους εκπαιδευτικούς[13].

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Ανακοίνωση περί γιόγκα σε σχολείο της Γλυφάδας, διαμαρτυρία για την είσοδο των πολεμικών τεχνών στα σχολεία, ανακοίνωση για την Παγκόσμια Ημέρα Γιόγκα, ενημέρωση περί της Ουνέσκο, ανακοίνωση για φεστιβάλ διαλογισμού, ανακοινώσεις περί ειδωλολατρικών τελετών, σεμιναρίων σαμανισμού, αποκρυφιστικών δρωμένων, βουδιστικών εργαστηρίων, ανακοινώσεις για εναλλακτικά και αποκρυφιστικά φεστιβάλ. Ξεσκέπασμα πλήθους ανατολικο-θρησκευτικών και αποκρυφιστικών ομάδων και πρακτικών. Μιλούσε χωρίς φόβο, χωρίς πάθος, με αγάπη για την αλήθεια και τον Χριστό.

Λίγα παρουσιάστηκαν σήμερα και οι λέξεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν αυτά που ζήσαμε. Ευχαριστώ τοn Θεό και αισθάνομαι ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη που βρέθηκα τόσα χρόνια κοντά σε έναν τέτοιο φωτισμένο, ομολογητή Επίσκοπο-Πατέρα.

Θα κλείσω με τα λόγια του.

«Αυτό που χρειάζεται είναι να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Κάνω πρώτα στον εαυτό μου το ερώτημα: το κάνω εγώ ως Επίσκοπος; Τον ακολουθώ; Τηρώ όσα μας λέγει δια των Ευαγγελιστών και των Πατέρων της Εκκλησίας μας;

Ας κάνουμε όλοι μας το ερώτημα αυτό. Να γίνουμε υπεύθυνα πρόσωπα πίστεως, ελπίδος και αγάπης στον Χριστό μας. Ας παρακαλέσουμε τον ΄Αγιο (εννοεί τον ΄Αγιο Λουκά τον Ιατρό) να πρεσβεύει για τον καθένα μας, να δώσει λύση στα άλυτα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα.

Και ας γίνει η ζωή μας, όπως ήταν η ζωή του Αγίου, ζωή πίστεως, θυσίας, αγάπης και υπομονής».

Ο Θεός να αναπαύει τον μακαριστό Ποιμενάρχη μας. Αιωνία του η μνήμη και την ευχή του να έχουμε!


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=E28187D4-ACD5-404A-A15E-C9B5216EA48B

[2]. Στο Αγιορείτικο Βήμα, στις 13 Δεκεμβρίου 2014.

[3]. Ένθ. ανωτέρω.

[4]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=F71A6D5F-BA54-439D-AE57-46D06BC9BB29

[5]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=816C40B6-3DD8-4290-B230-2279B53810B8

[6]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=E235957E-1A39-4C61-8A47-F619531A983B

[7]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=67EA94E2-AD2F-4973-937C-3EF87681D8DE

[8]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=C43895B5-8756-4E9D-A29E-87D98EAD486B

[9]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=CDC94008-942B-4A10-B44F-E756461AC0D8

[10]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=8D617315-5475-44CD-937E-E26FA5BBC340

[11]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=99AB293F-3302-42FD-8085-720BC737436E

[12]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=22CB9F4C-471F-496C-B0D8-298E96FE8C4C

[13]. http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro=31ADFF5A-313F-49CB-8F6F-357CB5263F74


(Διεύθ.http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro={2C2EF1E4-19AF-41E7-9D48-5CAA2E15D309})

 

Η ΑΝΩ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Αρχιμανδρίτου ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ  

 «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου, η πόλις του Θεού»

 (Ψαλμ. 86ος)


 
      Θα επισκεφθούμε μία πόλη. Μία ασύγκριτη και υπερθαύμαστη πόλη. Αν συνεργάζονταν οι καλύτεροι αρχιτέκτονες και μηχανικοί της γης και  αν χρησιμοποιούνταν τα εκλεκτότερα οικοδομικά υλικά και αν διατίθενταν κολοσσιαία χρηματικά ποσά, τέτοια πόλις δεν θα χτιζόταν.
 
Αν την γέμιζαν με τα πιο ωραία οικοδομήματα, τους πιο όμορφους κήπους, με θαυμαστά πάρκα και άλση, με ονομαστά μουσεία, με βιβλιοθήκες, με αγορές, με τόπους ψυχαγωγίας, δεν θα έλεγε τίποτε μπροστά στην πόλι πού εμείς θα επισκεφθούμε.
 
Πώς ονομάζεται αυτή η απαράμιλλη πόλις; Έχει διάφορες ονομασίες: Πόλις αγία, πόλις του Θεού, μέλλουσα πόλις, σκηνή του Θεού, νέα Σιών, νέα Ιερουσαλήμ, «καινή» (καινούργια) Ιερουσαλήμ.
 

Ονομάζεται και άνω πόλις, άνω μητρόπολις, άνω Ιερουσαλήμ. Ξεχωρίζει από κάθε γνωστή μας πόλη, γιατί δεν σχεδιάσθηκε και δεν χτίσθηκε από ανθρώπους, αλλά από τον Ίδιο τον Θεό. Τι ωραία πού το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή!
 
«Εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πάλιν ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός»...πού σημαίνει: «Περίμενε ο Αβραάμ να κατοικήση κάποτε στην πόλη με τα γερά θεμέλια, την οποία τεχνούργησε και δημιούργησε ο Θεός», (11,10).
 
Συγκλονιστικό και να το σκεφθεί κανείς. Ο αιώνιος Θεός με την ανεξιχνίαστη σοφία του, την απεριόριστη δύναμί του και τον άπειρο πλούτο του κατασκεύασε μια πόλη. Πώς να συλλάβη ανθρώπινο μυαλό το μεγαλείο, τον πλούτο, την δόξα της, τα κάλλη της.
 
Το χρυσό στόμα της Εκκλησίας μας, ο Ιερός Χρυσόστομος στην 25η ομιλία του στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο νουθετεί: «Ας φροντίσουμε να γίνουμε πολίτες της «άνω πόλεως». Μέχρι πότε θα μένουμε στην εξορία»; Και ερμηνεύοντας τον 47ο ψαλμό σημειώνει; «Συνεχώς και πάντοτε να στρέφουμε το νου μας προς την πόλι μας, την Ιερουσαλήμ και να φανταζόμαστε πάντα τις ομορφιές της - «αυτής τα κάλλη διαπαντός φανταζόμενοι».
 
Είναι η μητρόπολις του βασιλέως των αιώνων. Σ' αυτήν υπάρχουν τα πνεύματα των δικαίων, οι χοροί των Πατριαρχών, των Αποστόλων και όλων των αγίων. Σ' αυτήν όλα είναι  σταθερά και αμετακίνητα. Σ' αυτήν υπάρχουν οι ομορφιές πού δεν φθείρονται και πού δεν φαίνονται - «τα άφθαρτα και αθέατα κάλλη».
 
Πόλις πανέμορφη, πόλις με άφθαρτα και αθέατα κάλλη. Η ωραιότερη πόλις των αιώνων, των εθνών, του σύμπαντος. Εμπρός λοιπόν να την γνωρίσουμε.

Με ξεναγούς πρώτα τους Αγίους της Π. Διαθήκης και στην συνέχεια της Κ. Διαθήκης. Με την βοήθεια των πρώτων θα την αντικρίσουμε θαμπά, «σκιωδώς», ενώ με των δεύτερων καθαρώτερα.
 
Αρχίζουμε με τον μεγάλο Αβραάμ. Στην χώρα της Παλαιστίνης όπου μετώκησε με εντολή του Θεού δεν ήθελε να εγκατασταθεί κάπου μόνιμα. Περιφρονούσε κώμες και πόλεις. Γυρνούσε πότε εδώ και πότε εκεί μαζί με τους πολυάριθμους δούλους του και τα ποίμνια του. Κάθε τόσο έλεγε «πάροικος και παρεπίδημος εγώ ειμί». Το ίδιο ισχύει και για τους διαδόχους του Πατριάρχες Ισαάκ και Ιακώβ. Όταν έλεγε ο Αβραάμ στους Χαναναίους ότι είναι πάροικος και παρεπίδημος νόμιζαν ότι οφειλόταν αυτά στην απομάκρυνση από την πατρίδα του. Αλλά εκείνος εννοούσε το ότι βρισκόταν μακριά από την πόλη του Θεού. Ο Αβραάμ δεν σκεφτόταν την επίγεια πατρίδα του, αλλά την επουράνια.
 
Οπωσδήποτε ο Θεός του την είχε δείξει σε όραμα. Μαγεύτηκε ο νους του και δεν έβλεπε τον καιρό να εγκαταλείψη την γη για να κληρονομήσει την ουρανιά πόλη.
 
«Ομολόγησαν - γράφει ο Απόστολος Παύλος - ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι πάνω στην γη. Με αυτά τα λόγια δείχνουν ότι επιζητούν πατρίδα. Και αν βέβαια είχαν στον νου τους εκείνη από όπου έφυγαν, είχαν τον χρόνο να ξαναγυρίσουν. Αλλά τώρα λαχταρούν καλύτερη πατρίδα, δηλαδή επουράνια. Γι' αυτό και ο Θεός δεν ντρέπεται να ονομάζεται δικός τους Θεός.  Και τους έχει ετοιμάσει πόλη» (Έβρ. 11,13-16).

Οι Πατριάρχες λοιπόν της Π. Διαθήκης το γνώριζαν πολύ καλά πώς υπάρχει στον ουρανό μία θεοκατασκεύαστη πόλη, πού τους περιμένει. Η ομορφιά της Ουρανίας αυτής πατρίδας έσβηνε κάθε πόθο προς την επίγεια. Και ο Δαβίδ επίσης είδε την άνω Ιερουσαλήμ. Και μάλιστα αντίκρισε κι ένα ποτάμι να κυλάει ανάμεσά της. Άκουσε και τον ευχάριστο ήχο των ζωηρών υδάτων του:

«Του πόταμου τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού» (ψαλμ, 45ος)

Ας μη νομίσει κανείς ότι πρόκειται για την κάτω Ιερουσαλήμ, γιατί απ' αυτήν δεν περνάει κανένας ποταμός με ορμητικά ύδατα. Σχετικά παρατηρεί ο αδελφός του Μ. Βασιλείου άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Τα ορμητικά νερά του θεϊκού ποταμού, δηλαδή τα διάφορα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος ευφραίνουν την επουράνια πόλη του Θεού...».

Αλλά και ο Δαβίδ και η πόλις του έχουν να μας μιλήσουν για την άνω Ιερουσαλήμ. Μετέβαλε μία άσημη πόλη την Ιεβούς σε Ιερουσαλήμ, σε πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του Ισραηλιτικού λάου. Την έκανε πρωτεύουσα πού ένωσε το δωδεκάφυλο. Εβασίλευσε σ' αυτήν με δικαιοσύνη, «ποιών κρίμα και δικαιοσύνην επί πάντα τον λαόν αυτού» (Β' Βασ. 8,15). Την περιέβαλε με επιβλητικά τείχη και ισχυρές πύλες. Και η τοποθεσία, άκρως κατάλληλη. Μέρος υψηλό και απόρθητο. Ο δρόμος προς αυτήν, ανηφορικός. Πορεία ανοδική. Όλα αυτά με μυστικό τρόπο μιλούν για την άνω Ιερουσαλήμ. Μυστικές προεικονίσεις.
 
Το ύψος της κάτω Ιερουσαλήμ εικονίζει το ουράνιο ύψος της άνω πόλεως. Η ανάβασις προς αυτήν, την ιερή άνοδο προς τις αρετές, τον Θεό, την Ουρανία πατρίδα. Τα ισχυρά τείχη της μίας, τα αντίστοιχα απόρθητα τείχη της άλλης. Η δίκαιη βασιλεία του Δαβίδ, τον βασιλέα της άνω Ιερουσαλήμ πού «αγάπησε την δικαιοσύνη και εμίσησε την ανομία». Τι ωραίο πού ήταν στο χρόνια του Δαβίδ να βλέπεις να συρρέουν στην Ιερουσαλήμ όλες οι φυλές του Ισραήλ, και μάλιστα στις ωραίες θρησκευτικές τελετές. Αυτό αινιγματικά προτυπώνει την μελλοντική συγκέντρωση όλων των κατά πνεύμα Ισραηλιτών από όλα τα έθνη στην ουράνια πόλη.

Υπέροχα λόγια για την άνω Ιερουσαλήμ σημειώνει ο προφητάναξ στον 86ο ψαλμό. Την αντιδιαστέλλει από την κάτω Ιερουσαλήμ, την αποκλειστική κατοικία των Εβραίων. Σ' αυτήν θα συγκεντρωθούν σεσωσμένοι από όλα τα έθνη. Χαναναίοι πού αντιπροσωπεύονται από την Ραάβ. Ανατολικοί λαοί πού εκπροσωπούνται από τους Βαβυλωνίους. Λαοί των περιοχών της Μεσογείου πού υποδηλώνονται από την φοινικική Τύρο. Φυλές της Αφρικής πού επισημαίνονται με τους Αιθίοπες.

Για όλους αυτούς η πόλις του Θεού θα είναι μητέρα. Ο καθένας, θα αναφωνεί: «Μητέρα μου, Σιών»! («Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος» - στ. 51.)

Γίνεται λόγος σ' αυτόν τον Ψαλμό για την υψηλή θέση της πόλεως και για τα ισχυρά θεμέλια της πού κατασκευάσθηκαν από τον ίδιο τον Θεό: «Οι θεμέλιοι αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις... Αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος» (στ. 1 και 5).
 
Όλοι οι κάτοικοί της θα πλέουν σε πέλαγος ευτυχίας. «Ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί» (στ. 7). Ορισμένες έννοιες αυτού του Ψαλμού αναφέρονται στην Εκκλησία. Μεταξύ όμως της Εκκλησίας και της άνω Ιερουσαλήμ δεν υπάρχουν διαφορές, αφού η δεύτερη αποτελεί την φυσική κατάληξη της πρώτης. Πόλις του θεού είναι η Εκκλησία και «δεδοξασμένα ελαλήθη περί αυτής». Όμοια και η άνω Ιερουσαλήμ είναι Εκκλησία, «Εκκλησία πρωτοτόκων» όπως το λέει ο Απόστολος Παύλος.
 
Αλλά και ο Τωβίτ μας ομιλεί για την ένδοξη πόλη. Βρέθηκε αιχμάλωτος των Ασσυρίων στην Νινευή, μετά την καταστροφή του βορείου βασιλείου των Εβραίων. Πόσο εντυπωσιακά είναι τα λόγια του στην δοξολογητική του προσευχή! Πόσο περίλαμπρη οραματίζεται την πόλη του Θεού!

«Ας δοξάζη η ψυχή μου των Θεό
τον μεγάλο βασιλέα,
διότι θα οικοδομηθή η Ιερουσαλήμ
με ζαφείρι και σμαράγδι·
τα τείχη σου με πολύτιμα πετράδια·
και οι πύργοι και οι προμαχώνες με καθαρό χρυσάφι.
Και οι πλατείες της Ιερουσαλήμ
θα κατασκευασθούν με πολύτιμα πετράδια,
βήρυλλο, άνθρακα και λίθο από το Σουφείρ».
(Τωβίτ, 13,15-18)

Αυτά δείχνουν την μελλοντική δόξα, όχι της επίγειας αλλά της άνω Ιερουσαλήμ και μας φέρνουν στο νου τα οράματα του θεολόγου, στην Πάτμο. Ακόμη στα μάτια του Τωβίτ η Ιερουσαλήμ προβάλλει σαν ένας απέραντος ναός πού αντηχεί από δοξαστικές υμνωδίες:

«Και θ' αναφωνούν όλοι οι δρόμοι της,
αλληλούια,
και θ' ακούγωνται τα δοξολογικά λόγια:
Ευλογητός ο Θεός
πού ύψωσε όλους τους αιώνες».
(13,18)

Πιο ενθουσιαστικά μας ομιλεί για την Θεοκατασκεύαστη πόλη ο προφήτης Ησαΐας:

«Να φωτίζεσαι, να φωτίζεσαι, ω Ιερουσαλήμ,
διότι ήρθε το φως σου.
και η δόξα του Κυρίου
ανέτειλε σε σένα».
(60,1)


Ποιος δεν θα ζήλευε τα μάτια του μεγάλου προφήτη πού αντίκρισαν το υπέρλαμπρο φως της αχειροποίητης πόλεως! Την αντίκρισαν μέσα σε αστραφτερή θεϊκή δόξα, μέσα σε Ιερή φωτοπλημμύρα. Τέτοια υπερβολή φωτός αχρηστεύει κάθε ανάγκη υλικού φωτισμού:

«Και δεν θα έχεις τον ήλιο
για να σε φωτίζει την ημέρα
ούτε το φεγγάρι
για να σε φωτίζει τη νύκτα,
αλλά θα είναι για σένα ο Κύριος
φως αιώνιον».
(60,19)

Γεμάτη φως, αλλά και γεμάτη πλούτη. Χάνεται το μυαλό του ανθρώπου από τον πλούτο και την πολυτέλεια της ουράνιας πόλεως. Τα πλούτη της Νινευή ή της Βαβυλώνας δεν δέχονται την παραμικρή σύγκριση. Αυτή είναι η πλουσιότερη πόλη του σύμπαντος. Σ' αυτήν θα συρρέουν όλα τα πλούτη της οικουμένης, οι στίχοι του προφήτου είναι πολύ εκφραστικοί:
 
«θα θηλάζεις από τα έθνη γάλα, και θα τρως τον πλούτο των βασιλέων» (60,16). «Ο πλούτος της θάλασσας θα έρθει σε σένα, και ο πλούτος των εθνών και των λαών... θα κουβαλήσουν χρυσάφι και λιβάνι και πολύτιμους λίθους» (60,5-6). Αντί για χαλκό θα σου φέρω χρυσάφι, και αντί για σίδερο ασήμι» (60,17). «θα κάνω τα θεμέλια σου με ζαφείρι. θα κάνω τις επάλξεις σου με ίασπι (διαμάντι πού κρυσταλλίζει, συνήθως κόκκινο), τις πύλες σου με κρυστάλλινες πέτρες και το τείχος σου με εκλεκτά πετράδια (54, 1 1-12).

Οι εχθροί της θα έχουν νικηθεί και θα υπάρχει τέτοια ασφάλεια πού οι πύλες της θα παραμένουν συνεχώς ανοιχτές: «Και θα ανοιχθούν οι πύλες σου για πάντα. Ημέρα και νύχτα δεν θα κλείνουν» (60,11).
 
Απερίγραπτη χαρά θα βασιλεύει εκεί, «Θα έρθουν στην Σιών με ευφροσύνη και με αιωνία αγαλλίαση. Πάνω στο κεφάλι τους θα υπάρχει μεγάλη χαρά και δοξολογία, θα τους καταλάβει ευφροσύνη. Έφυγαν η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός» (51,11). «θα σε καταστήσω γεμάτη αιωνία αγαλλίαση και γεμάτη ευφροσύνη σ' όλες τις γενεές (60,15). «Θα είσαι στεφάνι ομορφιάς στο χέρι του Κυρίου και βασιλικό στέμμα στο χέρι του Θεού σου» (62,3). «Όπως ακριβώς ευφραίνεται ο νυμφίος με τη νύφη, έτσι θα ευφρανθεί ο Κύριος με σένα» (62,5). Θα είναι η πόλις του Θεού παγκοσμία μητέρα. Απ' όλα τα μέρη της οικουμένης θα ξεκινήσουν γι' αυτήν τα παιδιά της. Θα πετάνε προς αυτή όπως τα περιστέρια και θα τρέχουν όπως τα σύννεφα. «Σήκωσε γύρω τα μάτια σου και δες συγκεντρωμένα τα παιδιά σου. Να, έφθασαν όλοι οι γιοί σου από μακριά» (60,4).
 
Ας έρθουμε στην Καινή Διαθήκη. Ο Κύριος έμμεσα ομιλεί για την άνω Ιερουσαλήμ όταν λέει το βράδυ του Μυστικού Δείπνου: «Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής. Αν δεν υπήρχαν θα σας το έλεγα. Πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Και αφού θα πάω και θα σας ετοιμάσω τόπο, θα έρθω πάλι για να σας παραλάβω κοντά μου, ώστε να βρισκόσαστε και σεις οπού βρίσκομαι εγώ. (Ιωάν.14,2-3).
 
Μ' αυτά τα λόγια η άνω Ιερουσαλήμ χαρακτηρίζεται σαν «οικία του Πατρός». Εκεί θα κατοικεί ο μόνος φυσικός Υιός αλλά και οι μυριάδες κατά χάριν υιοί. Όλα τα παιδιά του Θεού στο σπίτι του Πατέρα. Το πατρικό σπίτι βρίσκεται στην πατρίδα. Και η πατρίδα είναι για τον καθένα μια άλλη μητέρα. Αυτήν την αλήθεια την τονίζει ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Γαλατάς, όταν συγκρίνει τις δύο διαθήκες και τις δύο Ιερουσαλήμ:

«Η δε άνω Ιερουσαλήμ
ελευθέρα εστίν,
ήτις εστί μήτηρ πάντων ημών».
(Γαλάτ. 4.26)

Μητέρα όλων των Χριστιανών, όλων των ευσεβών. Μητέρα πού προεικονίζεται όχι από την Άγαρ, αλλά από την Σάρρα, όχι δηλαδή από την δούλη αλλά από την ελεύθερη. Η δούλη Άγαρ εικονίζει την επίγεια Ιερουσαλήμ. Κι αυτό σημαίνει ότι εκεί στην ουρανιά πατρίδα θα  απελευθερωθούμε από κάθε κακό, κάθε πειρασμό, κάθε εχθρό κάθε στεναγμό. Όλα τα δεσμά, της αμαρτίας, της φθοράς, του θανάτου θα σπάσουν. Ελεύθεροι στην αγκαλιά της μητέρας μας. Σαν τον Ισαάκ στην αγκαλιά της Σάρρας κάτω από την σκέπη του μεγάλου Αβραάμ. Σάρρα η άνω Ιερουσαλήμ και Αβραάμ ο οικοδεσπότης και πατέρας Θεός. Έτσι παρουσιάζει τα πράγματα ο ουρανοβάμων Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή.
 
Στην προς Εβραίους κάνει εκτενέστερο λόγο, καθώς αναφέρεται στους Πατριάρχες της Π. Διαθήκης πού είχαν στραμμένο το βλέμμα τους προς την επουράνια πόλη και πατρίδα. Πολύ ενθουσιαστικά ομιλεί γι' αυτήν όταν παραλληλίζει τα δύο όρη (11,18-22). Το ένα, το Σινά, και το άλλο, την ουράνια Σιών:

«Προσήλθατε στην Σιών,
στο όρος και στην πόλη του ζωντανού θεού
στην επουράνια Ιερουσαλήμ
και στους αναρίθμητους αγγέλους,
στο πανηγύρι και στην εκκλησία των πρωτοτόκων
πού είναι γραμμένοι στους ουρανούς,
και στον θεό τον κριτή όλων,
και στα αγιασμένα πνεύματα των δικαίων».
(12, 22-23)

Στην ίδια επιστολή ξεπροβάλλει και άλλη αλήθεια. Ο Χριστιανός δεν μπορεί να συνδέεται με κάποια επίγεια πόλη και πατρίδα. Ο Εβραίος σκέπτεται την Ιερουσαλήμ στην Παλαιστίνη. Ο Χριστιανός όμως στρέφεται προς την πόλη πού θα εμφανιστεί σε χρόνο μελλοντικό.

«Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν,
αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν».

 
«Δεν έχουμε εδώ πόλη πού μένει, αλλά λαχταρούμε την μελλοντική πόλη» (13,14)

Και τώρα ταξιδεύουμε στην Πάτμο, για να πληροφορηθούμε από  ένα γέροντα Απόστολο με μεγαλύτερη ακρίβεια για την πόλη των επιθυμιών μας. Δύο φορές την αντίκρισε ο άγιος Ιωάννης.  Την πρώτη -πράγμα παράδοξο - σαν πόλη και συγχρόνως σαν νύμφη. Πόλις - νύμφη! Τέτοια παράδοξα μόνο στην Αγία Γραφή υπάρχουν. «Είδα την πόλι την αγία, την Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνη από τον ουρανό από τον Θεό ετοιμασμένη σαν νύμφη, στολισμένη για τον άνδρα της» (21,2).  Θαυμαστό το όραμα. Μεγαλειώδες και το άκουσμα: «Και άκουσα δυνατή φωνή από τον ουρανό να λέει: Ιδού η σκηνή του Θεού και των ανθρώπων. Θα σκηνώση μαζί τους. Αυτοί θα είναι ο λαός του. Και αυτός ο Θεός θα είναι μαζί τους» (21,3).
 
Νύμφη η αγία Ιερουσαλήμ. Νυμφίος ο Χριστός. Και η νύμφη «κεκοσμημένη». Με τι στολίδια; Με καθαρότητα, με πραότητα, με εγκράτεια, με ταπείνωση, με αγάπη, με κάθε αρετή, με αγώνες, με νίκες, με αίματα, με θυσίες. Η ώρα του Ιερού γάμου πλησιάζει.  Μας έρχονται στον νου τα λόγια κάποιας παραβολής: «Παρομοιάσθηκε η βασιλεία των ουρανών με άνθρωπο βασιλέα πού έκανε γάμους στον γιό του» (Ματθ. 22,2).
 
Ο Θεός και οι  άνθρωποι στην ίδια σκηνή! Ο Θεός ομόσκηνος μ' εμάς! Πλήρης Θεοκοινωνία. Θεία και θεοποιός μέθεξις. Στο δεύτερο όραμα της Νέας Ιερουσαλήμ διευκρινίζονται καλύτερα τα πράγματα. Παρέχονται λεπτομέρειες, και πολλά σημεία θυμίζουν τον προφήτη Ησαΐα.  Ένας άγγελος παίρνει τον ηγαπημένο μαθητή και τον ανεβάζει ψηλά για να του δείξη την γυναίκα του Αρνίου - «δεύρο δείξω σοι την νύμφην την γυναίκα του Αρνίου» (21,9). Ανέβασμα σε μεγάλο και ψηλό βουνό. Και να! Από τα βάθη του ουρανού ξεπροβάλλει η αγία πόλις και κατεβαίνει. Και όλο και καθαρότερα φαίνεται. Ολόκληρη αστράφτει από θεϊκή δόξα. Η λάμψις της μοιάζει με διαμαντιού πού κρυσταλλίζει. Περιβάλλεται με ψηλό και με μεγάλο τείχος. Οι πύλες της, δώδεκα, τρεις σε κάθε πλευρά. Σε κάθε μία, και το όνομα μιας φυλής του Ισραήλ. Άλλα δώδεκα ονόματα βλέπουμε στα δώδεκα θεμέλια του τείχους. Των δώδεκα Αποστόλων.
 
Ο άγγελος πού συνόδευε τον Ιωάννη κρατούσε ένα χρυσό καλάμι για μέτρο, για να μετρήση την πόλη και τις πύλες της και το τείχος της. Η πόλις είναι τετράγωνη, με ίσα το μήκος, το πλάτος. Και το υψηλότερο της σημείο, εκεί πού είναι ο θεϊκός θρόνος έχει πάλι την ίδια διάσταση. Το μέτρο έδειξε ότι κάθε πλευρά της ανερχόταν στα 12.000 στάδια. (Το στάδιο αντιστοιχεί με 185 μέτρα. Έτσι έχουμε 2.220 χιλιόμετρα). Πόλις υπερμεγέθης. Πλούσια σε άνεση χώρου. Να σημειώσουμε ότι της Βαβυλώνας της μεγαλύτερης πόλεως του αρχαίου κόσμου κάθε πλευρά είχε μήκος 120 στάδια. Μετρήθηκε και το ύψος του τείχους και βρέθηκε 144 πήχεις. Σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με το ύψος της πόλεως, αλλά δεν χρειαζόταν περισσότερο, και γιατί η πόλις δεν θέλει προστασία και για να μη κρύβεται η θέα της. Και το υλικό του τείχους, ίασπις.
 
Καθώς κατερχόταν η αγία πόλις, ο θεολόγος την διέκρινε πιο καθαρά. Τώρα ξεχώριζε και το υλικό των οικοδομών της. Όχι πλίνθοι, Όχι πέτρες, αλλά χρυσάφι. Τα πάντα ολόχρυσα. Και το χρυσάφι, εκλεκτής ποιότητος, ανάλαφρο, στιλπνό, διαυγές σαν γυαλί:

«Και η πόλις χρυσίον καθαρόν,
όμοιον υάλω καθαρώ».
(21,18)

 Ω, τι ανείπωτο μεγαλείο! Μία απέραντη πόλις να πλέει μέσα στο χρυσάφι. Τι θα ένοιωσε ο άγιος Ευαγγελιστής σαν την αντίκρισε. Τώρα διακρίνεται καλύτερα το τείχος της. Και πρώτα απ' όλα οι πελώριοι θεμέλιοι λίθοι. Ο καθένας έχει μήκος 3.000 στάδια, δηλαδή 555 χιλιόμετρα. Κι' ο καθένας ξεχωριστή λάμψη και ομορφιά. Δώδεκα γιγαντιαία πολύτιμα πετράδια: ίασπις, ζαφείρι, χαλκηδών, σμαράγδι, σαρδόνυχας, σάρδιο, χρυσόλιθος, βήρυλλος, τοπάζιο, χρυσόπρασος, υάκινθος και αμέθυστος.

Πω, πω! Τι ομορφιές, τι χρώματα! Από το ζαφείρι και τον υάκινθο γαλάζιες λάμψεις, από τον βήρυλλο πρασινογάλαζες. από τον χρυσόπρασο χρυσοπράσινες, από τον χαλκηδόνα (=αχάτη) καφετιές και άσπρες και άλλες, από τον ίασπι διαμαντένιες, από τον σαρδόνυχα καστανοκόκκινες, από τον χρυσόλιθο χρυσοκίτρινες, από τον αμέθυστο μενεξεδένιες. Χάρμα Οφθαλμών! Και από το τοπάζιο πάλι, τι λάμψεις!  Αυτό το πολύτιμο πετράδι διαθέτει την χάρη του κρυστάλλου, την διαύγεια του νερού και χρώματα άλλοτε κίτρινο, άλλοτε γαλάζιο, υπέρυθρο, κόκκινο. Αλλά και το σάρδιο; Πολύτιμο πετράδι πού έβγαινε στις Σάρδεις, με κοκκινωπό χρωματισμό σαν της φωτιάς και του αίματος - «πυρωπόν και αιματοειδή». Λες και ξεχύθηκαν πανέμορφα ουράνια τόξα. «Οι θεμέλιοι του τείχους της πόλεως παντί λίθω τιμίω κεκοσμημένοι» (21,19)
 
Ανεκλάλητα κάλλη. Διαχύσεις και αντανακλάσεις λάμψεων και χρωμάτων. Μαγευτική χρωματοφωτοπλημμύρα. Ξεχείλισμα Ουρανίας ομορφιάς και δόξας. Τα δώδεκα πανέμορφα θεμέλια εικονίζουν τους Αποστόλους.
 
«Επάνω σ' αυτά είναι τα δώδεκα ονόματα των δώδεκα Αποστόλων του Αρνίου» (21,14). Αν ήθελε κανείς να περιγράφη την πνευματική χάρη των Αποστόλων την ημέρα της Πεντηκοστής, καθώς κι εκείνη πού απέκτησαν αργότερα με την δράση τους και τα παθήματά τους, δεν θα εύρισκε καλύτερη εικόνα απ' αυτή, θεϊκές λάμψεις από ουράνια πολύτιμα πετράδια είναι οι αρετές, η σοφία, η δύναμις, η αξία, τα χαρίσματα, η δόξα των Αποστόλων. «Έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον μεν αποστόλους» (Α' Κορ. 12.28).
 
Και κάτι για τους ετεροδόξους: Τα δώδεκα θεμέλια όλα ίσα. Δεν ξεχωρίζει κανένα πάνω από τα άλλα. Ισότης μεταξύ των Αποστόλων πού σημαίνει ισότητα και μεταξύ των διαδόχων των Αποστόλων. Ίση χάρις και εξουσία και δόξα. Διαφορετική πίστις «εκ του πονηρού εστίν». Κύριε, «ρύσαι ημάς από του πονηρού».
 
Και να, τώρα ξεχωρίζουν και οι πύλες της θεοκατασκεύαστης πόλεως. Γεμάτες κάλλος, στιλπνότητα και διαύγεια. Μαργαριταρένιες. «Και οι δώδεκα πυλώνες δώδεκα μαργαρίται» (21,21). Κάθε πύλη κι ένα θεόρατο μαργαριτάρι. Σύμβολο πνευματικής καλλονής. Μακάριοι όσοι αξιωθούν να περάσουν τις λαμπρές μαργαριταρένιες πύλες.

Τώρα φαίνεται και το κέντρο της πόλεως. Μια πλατειά με παραμυθένια ομορφιά, ολόχρυση, με χρυσάφι καθαρό και διαυγές σαν το γυαλί. «Και η πλατεία της πόλεως χρυσίον καθαρόν ως ύαλος διαυγής»(21,21). Αλλά περίεργο πράγμα! Εκεί στο κέντρο θα έπρεπε να ανυψώνεται περίλαμπρος Ναός. Πουθενά όμως Ναός. Ούτε σε άλλα σημεία της πόλεως. Παράδοξο! Αντί η πόλις να διαθέτη Ναό, δηλαδή κατοικία του Θεού, συμβαίνει το αντίθετο, ο Θεός και ο Χριστός αποτελούν το κατοικητήριο της πόλεως. Όλη η πόλις είναι βουτηγμένη μέσα στον Θεό. Όλη η πόλις, ένας υπερμεγέθης Ναός. «Ο γαρ Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ ναός αυτής εστί, και το Αρνίον» (21,22).
 
Η πόλις, όπως το σημείωσε και ο προφήτης Ησαΐας, δεν χρειάζεται ήλιο και φεγγάρι για να φωτίζουν. Φωτίζεται από την δόξα του Θεού, και για λάμπα της έχει τον Χριστό - «ο λύχνος αυτής το Αρνίον» (21,23). Το φως πού πάνω στο Θαβώρ ξεχύθηκε από το σώμα του Χριστού και ξεπέρασε σε λάμψη το φως του ήλιου, αυτό το θαβώριο φως σε μεγαλύτερη ένταση καταυγάζει τα μήκη, τα πλάτη και τα ύψη της Ουρανίας πόλεως.  Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ονόμασε το θαβώριο φως «καλλονήν του μέλλοντος αιώνος». Και αυτήν την υπερκαλλή ωραιότητα αντίκρισαν τα μάτια του Ιωάννου σκορπισμένη στην πόλη του Θεού. Το υψηλότερο σημείο της πόλεως φθάνει τα δώδεκα χιλιάδες στάδια. Εκεί είναι στημένος ο θρόνος του Κυρίου. Από εκεί ξεπηγάζουν οι χάριτες οι δωρεές και οι ευλογίες του Αγίου Πνεύματος. Σ' αυτήν την πόλη τελείται μια διαρκής Πεντηκοστή. Το πράγμα παρουσιάζεται συμβολικά, με την εικόνα του ποταμού. Για τον ίδιο ποταμό μίλησε, όπως αναφέραμε, και ο Δαβίδ. Τα νερά του πόταμου σκορπίζουν την ζωή, είναι γεμάτα φως, λάμπουν, διασχίζουν χαρούμενα την πόλη και την πλατεία. Η μέση της πλατείας συμπίπτει με την μέση του πόταμου.
 
Εκεί ακριβώς στο κέντρο του ξεπροβάλλει το μυριοπόθητο, το αξιομακάριστο και πολυύμνητο δένδρο της ζωής. Τα νερά του Ιερού ποταμού το χτυπούν, το χαϊδεύουν και το δροσίζουν απ' όλες τις πλευρές. Η γονιμότητα του πρωτοφανής και ακατάπαυστος. Όχι μία αλλά δώδεκα φορές το έτος καρποφορεί. Κάθε μήνα νέα φρουτοπαραγωγή. Και τα φύλλα του θεραπεύουν κάθε αρρώστια. Μακάριος όποιος γευθεί τους γλυκύτατους, τους μυρωδάτους, τους ζωοποιούς και θεοποιούς καρπούς του. Μακάριος κι όποιος τους προγεύθηκε εδώ κάτω στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Υπάρχουν και κάποιες σπάνιες περιπτώσεις πού στο στόμα των πιστών η θεία Κοινωνία πήρε την γλυκύτητα και την ευωδιά ουρανίου καρπού.  «Μακάριοι όσοι εφαρμόζουν τις εντολές του θεού. Αυτοί θα έχουν δικαίωμα να γεύωνται το δένδρο της ζωής. Αυτοί θα έχουν δικαίωμα να περάσουν από τις πύλες μέσα στην πόλη» (22,14).

Χωρίς τήρηση των θείων εντολών, ας μη περιμένουμε μελλοντική μακαριότητα. Φορτωμένοι με κακίες δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στην ουρανιά πόλι. «Δεν πρόκειται να μπει σ' αυτήν τίποτε το μολυσμένο και όποιος πράττει βδελυκτά πράγματα και ακολουθεί το ψεύδος» (21,27). «Έξω τα σκυλιά και οι μάγοι και οι ανήθικοι και οι φονιάδες και οι ειδωλολάτρες» (22,15).

Η άνω Ιερουσαλήμ είναι γεμάτη φως και ζωή. Όποιος ζει αμαρτωλά, βρίσκεται μέσα στο σκοτάδι και τον θάνατο. Πώς να συνταιριάξουν αυτά; Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, στην 30η πνευματική του ομιλία σημειώνει σχετικά: «Όπως ο νεκρός σε μία πόλη είναι εντελώς άχρηστος και τον βγάζουν έξω και τον θάβουν, έτσι και η ψυχή πού δεν έχει επάνω της την επουράνια εικόνα του θεϊκού φωτός, πού είναι η ζωή της, είναι αποτυχημένη και απόβλητη. Δεν μπορεί σε τίποτε απολύτως να χρησιμεύσει στην πόλη εκείνη των αγίων, αφού δεν φορεί την φωτεινή και θεϊκή χάρη του Πνεύματος. Είναι γι' αυτούς νεκρή και άχρηστη».
 
Εκεί όλα είναι φωτεινά και ένδοξα. Καμιά φορά ταξιδεύοντας έτυχε ν' αντικρίσω σε ώρες δειλινού προς την δύση κάποια φαντασμαγορικά ηλιοβασιλέματα με διάχυτες φωτεινόχρωμες ομορφιές. Κι αυτά τα ουράνια κάλλη μου θύμισαν τις ένδοξες φωτοχυσίες της άνω Ιερουσαλήμ. «Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο».

       Εκεί, αν με ελεήσει ο Θεός, αναλογίζομαι πώς θα συναντήσω τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα ντυμένα με ηλιοειδή ενδύματα. Τους μεγάλους πατριάρχες της Π. Διαθήκης με την αλύγιστη πίστη. Τούς θαυμαστούς προφήτες, κι ανάμεσά τους τον ευλογημένο εκ κοιλίας μητρός Σαμουήλ και τον χαριτωμένο Ελισαίο πού κάποτε είχα αποστηθίσει τα θαύματά του. Τον σοφώτατο Δανιήλ πού αναξίως φέρω το όνομά του. Τον ηγαπημένο Ιωάννη με τις θεολογίες του και τα συγκλονιστικά του οράματα. Τον πεφιλημένο Απόστολο Παύλο πού έχει γίνει ένα κομμάτι της ζωής μου. Τον τρισευλογημένο άγιο Ιγνάτιο πού τόσο με γοήτευσαν τα λόγια των θεσπέσιων επιστολών του. Εκεί και τον Γρηγόριο τον θεολόγο, την συμπάθειά μου, πού κάποτε στον επιτάφιο της αδελφής του είχε πει:

«Γοργονία,
πατρίς μεν η ανω Ιερουσαλήμ,
η μη βλεπομένη
νοούμενη δε πόλις,
εν ή πολιτευόμεθα
και προς ην επεινόμεθα»
 

Εκεί και την οσιομάρτυρα Παρασκευή, πού βασανίσθηκε και απετμήθη την κεφαλήν για τον Κύριο, ιδιαιτέρως προστάτιδά μου. Εκεί και την νεαρή μεγαλομάρτυρα Αγία Μαρίνα, πού αξιωθήκαμε να της φτιάξουμε ένα όμορφο εξωκλήσι. Εκεί και τον σεβάσμιο Ρώσο ερημίτη π. Τύχωνα, πού τον γνώρισα σε ηλικία εικοσιέξι ετών σε ερημικό κελί του Αγίου Όρους - εκείνος ήταν ογδόντα, ο πρώτος θεοφόρος πού συνάντησα στην ζωή μου.  Δίπλα του στεκόταν ένα μικρό αγρίμι, μία νυφίτσα, πού του συμπεριφερόταν σαν ήμερη γάτα. Σε ερώτηση γιατί όλοι οι χριστιανοί δεν έχουν την ίδια χάρη από το Άγιο Πνεύμα, ενώ αυτό είναι το ίδιο, έδωσε σοφή απάντηση: «Στην Εκκλησία πού πας ν' ανάψεις κερί, αν δώσεις δέκα δραχμές παίρνεις μικρό, αν δώσεις είκοσι, μεγαλύτερο. Κι αν δώσεις εκατό, παίρνεις λαμπάδα. Έτσι γίνεται και με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, όσο πιο πολλά δίνεις, τόσο πιο πολλά παίρνεις».

Εκεί ο κάθε πιστός θ' αντικρίσει τους προσφιλείς αγίους και προστάτες, τους πνευματικούς του πατέρες και καθοδηγητές, σαν λαμπερά αστέρια να περιχορεύουν γύρω από τον Ήλιο της δικαιοσύνης.

Ας οπλιστούμε λοιπόν με θάρρος κι ας αγωνισθούμε να κατακτήσουμε τις άγιες αρετές του Χριστού, την εγκράτεια, την υπομονή, την ταπείνωση, την αγάπη και μέσα σ' αυτές θα βρούμε τον δρόμο προς τις μαργαριταρένιες πύλες της άνω Ιερουσαλήμ, όπου ο υπέρφωτος θρόνος του Θεού και το ύδωρ της αθανάτου ζωής και οι καρποί του Ιερού δένδρου και το ανέσπερο φως της θεϊκής δόξης - «φως ιλαρόν αγίας δόξης».

Ω Ουρανία Πατρίδα, μη μας απορρίψης από τις μητρικές σου αγκάλες. Αξίωσέ μας να βαδίσουμε υπομονετικά και αθλητικά την στενή οδό για να καταλήξουμε στην αιθέρια απλοχωριά και απεραντοσύνη σου.

 Αμήν

 Και όποιος ακούει ας πει «γένοιτο»!

  

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

theotokos nea faneromeni 1 

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου


         Η παιδεία του Θεού

Παιδεία του Θεού είναι οι ελεύσεις και οι αποκρύψεις της Χάριτος και όλη η γνώση περί του Θεού και της αιωνίου ζωής πού προσφέρεται στον άνθρωπο ο οποίος δέχεται αυτές τις ελεύσεις και τις αποκρύψεις της Ακτίστου Χάριτος. Αυτή η παιδεία του Θεού, όπως παρατηρήθηκε προηγουμένως, είναι ένα μυστήριο, αφού ό,τι γίνεται και ενεργείται μέσα στην Εκκλησία είναι μυστήριο. Στηριζόμαστε πολύ στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων πού είναι «οι πείρα μεμυημένοι» και έχουν δεχθή την αποκάλυψη του Θεού γύρω από αυτές τις πραγματικότητες.

Για την παιδεία του Θεού υπάρχουν πολλά χωρία μέσα στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Δεν έχουμε πρόθεση να τα αναλύσουμε διεξοδικά. Απλώς και μόνον αναφερόμαστε στην προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Εισαγωγικά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι εξ Εβραίων Χριστιανοί, προς τους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, εδέχθησαν την Χάρη του Χριστού και αμέσως μετά αντιμετώπισαν διωγμούς εκ μέρους των άλλων συμπατριωτών τους. Και επειδή είχαν λίγο κλονισθή, γι' αυτό συγγράφει την επιστολή αυτή ο Απόστολος τονίζοντας μερικές αλήθειες μεταξύ των οποίων, ότι ο διωγμός και γενικά ο πειρασμός είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα παιδιά του Θεού. Σ' αυτό το μυστήριο της παιδείας αναφέρεται όλο το ΙΒ' κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής.

Ο ιερός Θεοφύλακτος αναλύοντας το περιεχόμενο του πειρασμού πού αντιμετώπιζαν οι Χριστιανοί εξ Εβραίων, αλλά και τον σκοπό της συγγραφής της επιστολής από τον Απόστολο Παύλο παρατηρεί:

«Αναγκαίως λοιπόν γράφει ο Παύλος εις τους εν Ιερουσαλήμ Εβραίους, δια να τους παρηγορήση όπου ήτον λελυπημένοι και πολλά κατειργασμένοι και αποκαμωμένοι από τας θλίψεις και κακώσεις, όπου επροξένησαν εις αυτούς οι ομογενείς των άπιστοι Εβραίοι, ωσάν όπου τότε οι Εβραίοι είχον εξουσίαν εις τα Ιεροσόλυμα να κρίνουν και να φυλακώνουν και να κακοποιούν εκείνους όπου ήθελαν. Και τούτο θέλοντας να φανερώση ο Παύλος έλεγεν «τάς παρειμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα ανορθώσατε». (Έβρ. ΙΒ' 12).

 Επειδή οι Εβραίοι ούτοι, αγκαλά και ήτον πιστοί, ηξεύροντες όμως ότι οι Προπάτορες των Εβραίων ογλίγωρα απελάμβανον τα αγαθά, δια τούτο πολλά ελυπούντο, διατί και αυτοί δεν ελάμβανον άνεσιν και παρηγορίαν εις τας θλίψεις των ως εκείνοι, όθεν και πολλά λέγει εις αυτούς ο μακάριος Απόστολος περί πίστεως εν τη επιστολή ταύτη, και περί των παλαιών Αγίων και Δικαίων, αποδεικνύων, ότι και αυτοί ακόμη δεν έλαβον τα αγαθά οπού ήλπιζον, κατασκευάζοντας με τούτο δύο τινά, ένα μεν, ότι πρέπει και οι Χριστιανοί να υποφέρουν ανδρείως όλα τα δεινά οπού ακολουθούν εις αυτούς, και άλλο δε, ότι πρέπει να ελπίζουν την αμοιβήν, δια όλα τα κακά όπου πάσχουν, επειδή ο Κύριος δεν θέλει παραβλέψει τους απ' αιώνος Αγίους αυτού, ώστε τότε, λέγει, και εσείς θέλετε απολαύσετε μαζί με αυτούς τα αγαθά». [ Νικόδημου Αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας ΙΔ' Επιστολάς του Παύλου, τόμος Γ σελ. 261].

Αλλά ο πειρασμός αυτός δεν ήταν μόνον εξωτερικός. Ήταν και εσωτερικός. Δηλ. οι πρώτοι Χριστιανοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα της άρσεως της Χάριτος του Θεού από την καρδιά τους και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την εγκατάλειψη αυτή του Θεού. Ήταν εντελώς αδύνατοι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αυτό της πνευματικής ζωής, της συμμετοχής δηλ. στον Σταυρό του Χριστού. Σ' αυτόν τον σκοπό αποβλέπει ο των Εθνών Απόστολος Παύλος. Μπορούμε να πούμε ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία των αγίων μας, σ' αυτήν κυρίως την παιδεία αναφέρεται ο Απόστολος. Γιατί ο Θεός εργάζεται κατά τρόπον ακατανόητο για την ανθρώπινη λογική.

Στην συνέχεια λίγα λόγια θα λεχθούν μέσα από την πείρα των αγίων Πατέρων γύρω από την παιδεία του Θεού, γύρω από το μυστήριο της πνευματικής ζωής. Είναι απαραίτητη αύτη η ανάλυση, γιατί πολλοί σύγχρονοι Χριστιανοί υποφέρουν από την κατάσταση αυτή και συγχρόνως δεν μπορούν να δώσουν καμιά ερμηνεία και έτσι πέφτουν σε απόγνωση και απελπισία.

Στα έργα των αγίων Πατέρων η πνευματική ζωή παρουσιάζεται ότι έχει πολλά στάδια. Κυρίως τα διακρίνουν σε τρία, στην κάθαρση της καρδιάς, στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Ο άγιος Μάξιμος τα ονομάζει «πρακτική φιλοσοφία», «φυσική θεωρία» και «μυστική θεολογία». Αυτή η διαίρεση ξεκινά από τον Αριστοτέλη και συνεχίζεται στους αγίους Πατέρας με άλλο όμως περιεχόμενο. Ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου αναπτύσσοντας την «μέθοδο της θρησκευτικής εμπειρίας», περιγράφει την διάκριση των τριών φάσεων στον θρησκευτικό βίο.[Παναγιώτου Χρήστου: Το Μυστήριο του Θεού, Πατριαρχ. Ίδρυμα Πατερικών μελετών, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 156 κ.έ.] Ο Αριστοτέλης διαιρεί τις φάσεις του θρησκευτικού βίου στην ηθική, την φυσική και την θεολογία. «Ο Ωριγένης κατά την προσφιλή του μεταφορική μέθοδο λέγει ότι ο Χριστιανός αποκτά τον Χριστόν δια μεν της πρακτικής ως οικοδεσπότη, δια της φυσικής ως Βασιλέα και δια της θεολογίας ως Θεό». [ ένθ. άνωτ. σελ. 157]

Οι βαθμίδες της πνευματικής ζωής είναι τρεις, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού «εγώ ειμί η οδός (ηθική) και η αλήθεια (φυσική) και η ζωή (θεολογία)» (Ίω. 14, 6). Ο Ευάγριος ορίζει τον Χριστιανισμό ως «δόγμα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εκ πρακτικής και φυσικής και θεολογικής συνεστώς»

Η ίδια διάκριση παρατηρείται στον άγιο Διάδοχο τον Φωτικής, στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο (πού χώρισε τα κεφάλαια του σε πρακτικά, γνωστικά, θεολογικά) και ακόμη στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, πού χρησιμοποίησε την ίδια διάκριση στα κεφάλαια του (ηθικά, φυσικά, θεολογικά). Για την λεπτομερέστερη κατανόηση αυτών των βαθμίδων της πνευματικής ζωής μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξη στο μνημονευθέν βιβλίο του καθηγητού Παναγιώτου Χρήστου.

Μελετώντας όμως τα έργα των αγίων Πατέρων και κυρίως των λεγομένων νηπτικών, συναντούμε και μία άλλη διαβάθμιση της πνευματικής ζωής. Αυτή η διαβάθμιση είναι βαθύτερη χωρίς να καταργή τα προηγούμενα στάδια της πνευματικής ζωής. Γιατί πράγματι, σύμφωνα με την εμπειρία πολλών αγίων Πατέρων, η μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο, γίνεται με την ενέργεια της Χάριτος του Θεού και με τον πόνο από την στέρηση της Χάριτος μέχρι της εκ νέου ελεύσεώς της.

Έτσι μπορούμε, σύμφωνα με αυτά, να διακρίνουμε την πνευματική ζωή σε τρία στάδια.

Στην έλευση της Χάριτος, στην απόκρυψη της από τον άνθρωπο και στην εκ νέου έλευση της στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτήν την βαθειά πείρα την εκφράζουν στα έργα τους οι Θεοφόροι Πατέρες και θα επιχειρήσουμε στην συνέχεια να την παρουσιάσουμε, όσο βεβαίως είναι δυνατόν.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος στις πνευματικές του ομιλίες αναφέρεται σ' αυτό το γεγονός. Γράφει:

«Ο ακούων λόγον έρχεται εις κατάνυξιν και μετά τούτο, υποστελλούσης της χάριτος κατ' οικονομίαν πρός το συμφέρον τω ανθρώπω, εισέρχεται εις γυμνασίαν και παιδείαν πολέμου και ποιεί πάλην και αγώνα προς τον σατανάν και μετά πολλού δρόμου και αγώνος αποφέρεται τα νικητήρια και γίνεται χριστιανός». [Μακαρίου Αιγυπτίου: Όμιλίαι Πνευματικοί, έκδ. Σχοινά, σελ. 127.]

Αυτή η παρατήρηση είναι αξιοσημείωτη. Γιατί φανερώνει αυτό πού ελέχθη προηγουμένως ότι δηλ. η παιδεία είναι ο πόλεμος στον καιρό της άρσεως της Χάριτος και ακόμη δείχνει καθαρά ότι τα στάδια της πνευματικής ζωής ταυτίζονται με την έλευση, την υποστολή και την εκ νέου έλευση της Χάριτος του Θεού.

 Μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο άνθρωπος γίνεται Χριστιανός όχι με την κατάνυξη πού θα δημιουργηθεί από την έλευση της Χάριτος, αλλά από τον αγώνα πού θα ακολουθήσει. Τότε αποκτά, όπως θα λεχθεί πιο κάτω, πείρα και γνώση Θεού.

Την ίδια εμπειρία εκφράζει και ο Γέροντας Σιλουανός σύμφωνα με τα γραφόμενα από τον βιογράφο του Αρχιμ. Σωφρόνιο:

«Είχε έμπειρη γνώση της πνευματικής πορείας ο Γέροντας. Έδειχνε τρία ουσιώδη στάδια της: πρώτο, τη λήψη της χάρης, δεύτερο, την άρση της και τρίτο, την επιστροφή της χάρης, την ξαναπόκτησή της με αγώνα ταπεινώσεως. Πολλοί έλαβαν τη χάρη, κι όχι μόνο απ' όσους μένουν στην Εκκλησία, αλλά κι απ' όσους βρίσκονται έξω απ' αυτήν -γιατί δεν υπάρχει προσωποληψία στον Κύριο-, αλλά κανένας δεν διεφύλαξε την πρώτη χάρη και μόνο λίγοι την ξαναπέκτησαν. Όποιος αγνοεί την περίοδο του δεύτερου ερχομού της χάρης, όποιος δεν πέρασε τον αγώνα για την επιστροφή της, αυτός ουσιαστικά έχει μια λειψή πνευματική πείρα. Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν πλούσιος, όχι μόνον από την προσωπική του εσωτερική πείρα, αλλά ήταν και θεωρητικά καλά καταρτισμένος στην ασκητική γραμματεία των Πατέρων της Εκκλησίας και με την δωρεά του Θεού δεν ήταν μόνο πιστός στην παράδοση της Εκκλησίας, αλλά επαναλήφθηκε στον ίδιο η πείρα των μεγάλων Πατέρων». [Άρχιμ. Σωφρονίου: Γέροντας Σιλουανός, Εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ Αγγλίας 1978, σελ. 192.]

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα αυτά τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής.

         Πρώτη έλευση της Χάριτος

Από τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βλέπουμε καθαρά το γεγονός ότι ο Θεός εμφανίζεται με διαφόρους τρόπους στους Προφήτας.

«Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις έπ' εσχάτων των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α' 1)

Συνάπτει με τον κάθε άνθρωπο προσωπική διαθήκη. Δεν θέλει να έχουμε γνώσεις γι' Αυτόν από τις μαρτυρίες άλλων, αλλά ο Ίδιος εμφανίζεται και δίδει την δική Του γνώση και ο άνθρωπος αποκτά δική του προσωπική μαρτυρία περί του Θεού. Αυτή η πρώτη προσωπική γνωριμία με τον Θεό, γίνεται σε περίοδο πού δεν περιμένει ο άνθρωπος ή ακόμη ύστερα από οδυνηρή αναζήτηση. Μπορεί ακόμη να συμβή σε άνθρωπο πού Τον πολεμάει. Αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, πού βλέπει τον Θεό, ο ίδιος ο Χριστός εμφανίζεται και συνάπτει προσωπική διαθήκη μαζί του, την στιγμή πού εκείνος πορεύεται για να Τον πολεμήση.

Αυτή η προσωπική Έλευση της Χάριτος είναι μια ιερή κατάσταση. Η ψυχή του ανθρώπου, έστω και αμυδρώς, γνωρίζει τον Θεό ως Πρόσωπο. Καταλαβαίνει με την καρδιά του, τον νου του, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι ο Θεός δεν είναι μια αφηρημένη κατάσταση, ούτε μια απρόσωπη δύναμη ή μεγάλη αξία, αλλά είναι Πρόσωπο. Στον Μωυσή, όταν απεκαλύφθη του είπε ότι «εγώ ειμί ο Ων» (Έξοδος γ' 14). Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας αυτήν την εμφάνιση και φανέρωση του Θεού λέγει ότι του είπε «Εγώ ειμί ο Ων» και όχι εγώ ειμί η ουσία, ώστε να αντιληφθούμε ότι εκ του όντος η ουσία και όχι ο ων εκ της ουσίας. Το βαθύτερο είναι του Θείου Είναι, δεν είναι η ουσία του Θεού, αλλά ο Ων δηλ. ο Πατήρ πού γεννά προαιωνίως τον Υιό και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα.

Η πρώτη αυτή έλευση της Χάριτος του Θεού, πού την γεύεται ο κάθε ένας διαφορετικά, είναι ζωή γεμάτη από καρδιακά βιώματα και ζωή μυστικής ευωχίας. Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής γράφει ότι «η Χάρις την αρχήν εν αισθήσει πολλή την ψυχήν τω οικείω είωθε περιαυγάζειν φωτί» [Θεοκλήτου μον. Διονυσιάτου: Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Τα εκατόν «Γνωστικά Κεφάλαια», 1977, σελ. 152.]

Σε άλλο σημείο γράφει ο ίδιος:

«Γεύει μεν ούν το άγιον Πνεύμα εν αρχαίς της προκοπής, είπερ θερμώς ερασθώμεν της αρετής τον Θεού, την ψυχήν εν πάση αισθήσει και πληροφορία της γλυκύτητος τον Θεού, ίνα έχη ειδέναι ο νους εν ακριβεί επιγνώσει το τέλειον έπαθλον των φιλόθεων πόνων» [ ενθ. άνωτ. κεφ. 90, σελ. 205.]

Με αυτήν την πρώτη περίοδο της ελεύσεως του Θεού λαμβάνουμε ένα κεφάλαιο της νέας ζωής, ένα κεφάλαιο της Χάριτος. Μας ελκύει ο Θεός προς τον Εαυτό Του, ώστε μετά από αγώνες και θυσίες πολλές να Τον οικειοποιηθούμε. Γι' αυτόν τον πόνο και τον αγώνα θα αναφερθούμε πιο κάτω. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η νέα περίοδος της κλήσεως από τον Θεό, είναι περίοδος γλυκύτητας, ευφροσύνης πνευματικής, περίοδος, όπως σημειώθηκε, καρδιακών βιωμάτων. Σ' αυτά τα γεγονότα και ειδικότερα στο ερώτημα τι προηγείται πρώτα η Χάρη ή ο πειρασμός αναφέρεται και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:

«Ερώ: Τι ούν λοιπόν, πρώτον ο πειρασμός, και τότε το χάρισμα· ή το χάρισμα, πρώτον, και ούτως οπίσω αυτού ο πειρασμός;

Απόκ: Ουκ έρχεται ο πειρασμός, ει μη πρώτον δέξεται η ψυχή εν τω κρύπτω μέγεθος υπέρ το μέτρον αυτής, και το πνεύμα της χάριτος, όπερ εδέξατο πρώτον. Και μαρτυρεί περί τούτον ο πειρασμός του Κυρίου, ομοίως και οι πειρασμοί των Αποστόλων. Ου γαρ παρεχωρήθησαν εισελθείν εις πειρασμούς, έως αν εδέξαντο τον παράκλητον. Οι γαρ κοινωνούντες τοις αγαθοίς, αρμόζει αυτοίς υπομείναι τους πειρασμούς αυτών, ότι μετά τον αγαθόν η θλίψις αυτών. Ούτω γαρ ήρεσε τω σοφώ Θεώ εν πάσι ποιείν. Και ει τούτο ούτω, τουτέστιν η χάρις προ του πειρασμού, άλλ' όμως πάντων προηγήσατο η αίσθησις των πειρασμών της αισθήσεως της χάριτος, δια την δοκιμήν της ελευθερίας. Ουδέποτε γαρ η χάρις προλαμβάνει εις τίνα, προ του γεύσασθαι των πειρασμών. Προηγείται μεν ουν η χάρις εν τω νοΐ, εν δε τη αισθήσει βραδύνει».[Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, δκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 192-193]

Την πασχάλεια αυτή ατμόσφαιρα ζουν πολλοί. Ας αρκεσθούμε σε μια έγγραφη μαρτυρία, για την κατάσταση πού ζούσε ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός μετά την εμφάνιση του Χριστού σ' αυτόν.

 «Τη στιγμή της Επιφάνειας του Θεού ολόκληρη η ύπαρξή του πληροφορήθηκε πώς του συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες του. Χάθηκαν οι φλόγες του άδη πού βρυχόταν γύρω του, έπαψε η κόλαση πού δοκίμαζε μισό χρόνο. Τώρα του δόθηκε να ζήση την ιδιαίτερη χαρά και την μεγάλη ανάπαυση της ειρηνεύσεως με τον Θεό. Στην ψυχή του κυριαρχούσε το νέο γλυκύ αίσθημα της αγάπης για τον Θεό και τους ανθρώπους, για κάθε άνθρωπο. Έπαψε η προσευχή της μετάνοιας, έφυγε εκείνη η αβάστακτη πύρινη αναζήτηση της αφέσεως, πού δεν άφηνε τον ύπνο να' ρθη στα βλέφαρα του. Άραγε αυτό σήμαινε πώς τώρα μπορούσε να παραδοθή ήσυχα στον ύπνο; Όχι βέβαια.
Τον πρώτο καιρό μετά την επιφάνεια η ψυχή του Συμεών, πού γνώρισε την ανάστασή της και είδε το φως της αληθινής και αιώνιας υπάρξεως, έζησε σ' ένα πασχαλινό πανηγύρι. Όλα ήταν ωραία: ο κόσμος μεγαλειώδης, οι άνθρωποι ευχάριστοι, η φύση ανείπωτα όμορφη, το σώμα άλλαξε κι έγινε ανάλαφρο, προστέθηκαν δυνάμεις, ο λόγος του Θεού έδινε χαρά στην ψυχή, οι ολονύχτιες αγρυπνίες στην εκκλησία και κυρίως οι προσευχές στο κελλί έγιναν γλυκείες. Ξέχειλη από χαρά η ψυχή σπλαχνιζόταν τους ανθρώπους και δεόταν για όλο τον κόσμο».
[Αρχιμ. Σωφρονίου, ένθ. άνωτ. σελ. 33-34.]

Είναι αδύνατον να περιγραφή αυτή η κατάσταση με λόγια. Η βίωση της Ακτίστου Χάριτος δεν μπορεί να περικλεισθή σε κτιστά ρήματα. Μόνον ο αναγεννημένος, ο μεμυημένος με την πείρα, μπορεί να αντιληφθή αυτήν την πραγματικότητα. Την εποχή αύτη όλα είναι καινούργια. Αισθάνεται την παρουσία του Θεού σαν προσωπική παρουσία, θεωρεί τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Όλα είναι καθαρά. Τα πουλιά, τα δένδρα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Όλα τα βλέπει κάτω από το αιώνιο, κάτω οπό την ενέργεια της Ακτίστου Χάριτος και του Ακτίστου Φωτός. Παύουν να τον απασχολούν τα κοινά προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη πού οι άλλοι έχουν γι' αυτόν. Περιφρονεί κάθε ταλαιπωρία. Μοναδική απασχόληση η προσευχή και η κοινωνία με τον Θεό. Είναι μια ζωή ερωτικής αναφοράς. Και αυτός ο έρωτας γεννήθηκε από την έλευση της Χάριτος.

«Μακάριος όστις τοιούτον προς Θεόν εκτήσατο πόθον, οίον μανικός εραστής προς την εαυτόν ερωμένην κέκτηται... Τούτω τις τω βέλει τρωθείς, έλεγε περί εαυτού (όπερ θαυμάζω), ως «εγώ καθεύδω» δια την χρείαν της φύσεως, «η δέ καρδία μου γρηγορεί», δια το πλήθος του έρωτος». [Κλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου, έκδ.«Αστήρ», Παπαδημητρίου 1970, Λόγος Λ', ε και ζ σελ. 168.]

Τα πάθη δεν ενεργούν. Ο άνθρωπος «πάσχει την θέωσιν».
Η ευλογημένη αυτή κατάσταση με υπερβαίνει, δηλ. δεν έχω πραγματικά βιώματα αυτής της ζωής. Γι' αυτό παρακάλεσα έναν εκλεκτό φίλο μου μοναχό, πού ασκείται στον Ιερόν Άθωνα, να μου πή τα γνωρίσματα της. Γνώριζα ότι είχε πολλές τέτοιες ευλογημένες εμπειρίες. Με αγάπη πολλή ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και έτσι καταγράφω εδώ την περιγραφή πού κάνει γι' αυτήν την πρώτη έλευση της θείας Χάριτος.

«Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή. Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν. Αυτό μέχρι την ώρα πού γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα πού αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης. Η φυσική και καλή ζωή πού ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο πού ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον όποιο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός.

Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος... ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α' Πέτρου γ' 4). Μέχρι τότε διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα. Ένοιωθα αυτό πού λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι», αυτό πού λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών». Η καρδιά πού είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι' Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος. Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδίας ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Ή μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αύτη η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά.

Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ό Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, πού έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή.

Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο. Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή. Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή πού λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...;» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αύτη η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αύτη η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές πού ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, πού μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του.

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθοριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, πού ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας... Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννηση μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων... Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά πού ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνη την ευχή πού έγινε το εντρύφημά μου.

Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα πού κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχή με τον Θεό.

Όποιος θέλει να διαπιστώση αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάση. Θα συνάντηση ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».

Μακαρίζω και ζηλεύω αυτόν τον εκλεκτό φίλο μου. Και τον θεωρώ σαν την μεγαλύτερη ευεργεσία του Θεού σε μένα.

Αντιγράφοντας αυτά θυμάμαι τους λόγους των Πατέρων για τον θειο έρωτα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:

«Ου γαρ έστιν ουκ εστίν ουδέν, ο μη νικά πόθος, όταν δε και Θεού πόθος ή, πάντων εστίν υψηλότερος, και ούτε πυρ, ον σίδηρος, ου πενία, ουκ αρρώστια, ου θάνατος, ουκ άλλο τι των τοιούτων φανείται δεινόν τω τοιούτον κεκτημένω έρωτα, αλλά πάντων καταγελάσας, προς τον ουρανόν πτήσεται και των εκεί διατριβόντων ουδέν έλαττον διακείσεται, ουδέν έτερον ορών, ουκ ουρανόν, ου γήν, ου θάλατταν, αλλά προς ένα κάλλος τεταμένος το της δόξης εκείνης... ερασθώμεν τοίνυν τούτον τον έρωτα (τούτον γαρ ίσον ουδέν)... τούτων γαρ απάντων μείζον, το τον Χριστόν ερωμένον έχειν και εραστήν». [Νικόδημου Αγιορείτου: Νέα Κλίμαξ, έκδ. Σχοινά, Βόλος 1956, σελ. 36-37.]

Τα ίδια λέγει και ο Μ. Βασίλειος:

«μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες, οιονεί γαρ προσδεθέντες αυτώ δια της αγάπης, και τον επουράνιον και μακαριστόν ερώντες έρωτα, επιλανθάνονται μεν οικείων και φίλων, επιλανθάνονται δε οίκου και περιουσίας απάσης, εκλαθόμενοι δε και της σωματικής εις το εσθίειν και πίνειν ανάγκης, μόνω τω θείω και καθαρώ προστετήκασιν έρωτι». [ ενθ. άνωτ. σελ. 39.] 


 

απόσπασμα από το βιβλίο:

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ