Θά ἀναφερθῶ σέ ἕνα πρόσφατο θαυμαστό γεγονός πού συνέβη στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί σχετίζεται μέ τή θεία Λειτουργία.

Στήν πόλη Σουτσεάβα τῆς Ρουμανίας, ὑπάρχει ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νεομάρτυρος (τοῦ Τραπεζουντίου). Ἐκεῖ φυλάσσεται τό ἄφθαρτο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου.

Πρόκειται περί ἑνός μάρτυρος μέ καταγωγή ἀπό τόν Πόντο. Μαρτύρησε τό 1332 γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σέ ἡλικία 30 ἐτῶν. Ἔμπορος στό ἐπάγγελμα, φόρτωσε σέ ἕνα καράβι τήν πραμάτειά του γιά ἄλλες πόλεις τοῦ Εὐξείνου Πόντου.

Ὁ λατίνος καπετάνιος, βλέποντάς τον συνειδητό χριστιανό μέ πολύ ζῆλο, ἄρχισε νά τόν ἐνοχλεῖ γιά θέματα πίστεως. Καταρτισμένος ὁ Ἰωάννης στήν Ἁγία Γραφή, μέ τήν ἐπιχειρηματολογία του ἀποστόμωνε τόν καπετάνιο.

Ἐκεῖνος τόν φθόνησε καί ὅταν ἐλλιμενίστηκαν στόν Ἀσπρόκαστρο (ἀρχαία ἑλληνική ἀποικία μέ τό ὄνομα Τύρα, νότια τῆς Ὀδησσού, κοντά στίς ἐκβολές τοῦ ποταμοῦ Δνείστερου), τόν κατέδωσε στόν ἡγεμόνα τοῦ κάστρου, πού ἦταν Τάταρος.

Ὁ ἡγεμόνας ἐπεχείρησε νά τόν ἀλλαξοπιστήσει. Ἡ ὁμολογία τοῦ Ἰωάννου ἦταν: “ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά ἀποθάνω. Οὔτε τά πλούτη σας θέλω, οὔτε τήν πίστη μου προδίδω, ἀλλά πιστεύω στόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό».

Δυό φορές προσπάθησε μέ ἀπειλές καί δείχνοντας τά ὄργανα τοῦ βασανισμοῦ, νά τόν μεταπείσει. Μέ χοντρά ραβδιά μέ ρόζους ξέσκισαν τίς σάρκες του πού πετιόνταν κομμάτια καί ὁ τόπος κοκκίνισε ἀπό τό αἷμα του. Κατακρεουργημένος ὁδηγήθηκε στήν φυλακή.

Μπορῶ νά σέ θεραπεύσω ἄν ἀλλαξοπιστήσεις, τοῦ λέει ὁ τύραννος. Ὁπότε, ἀρνούμενος καί πάλι τίς δελεαστικές προτάσεις του, δέθηκε ἀπό τήν οὐρά ἑνός ἀγρίου ἀλόγου καί τόν ἔσερναν σέ ὅλο τό κάστρο.

Περνώντας ἀπό τίς γειτονιές τῶν Ἑβραίων, βγῆκαν ἔξω ἐκεῖνοι καί τόν κτυποῦσαν, πετῶντας του ὅ,τι ἔβρισκαν. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς, ἁρπάζοντας ἕνα σπαθί, τοῦ ἔκοψε τό κεφάλι.

Ὁ καπετάνιος, βλέποντας τό μαρτύριο, μετάνιωσε καί πῆγε νύχτα κρυφά μέ δικούς του ἀνθρώπους νά πάρει τό λείψανό του, ἐκεῖ πού ἦταν ἐνταφιασμένο.

Ὁ νεομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκε στόν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ καί τοῦ εἶπε: “ἦρθαν νά μέ κλέψουν”. Ὁ ἱερεύς, μέ πιστούς κατόρθωσαν νά ἀποσπάσουν τό σκήνωμά του καί νά τό ἐνταφιάσουν στό ἅγιο Βῆμα τοῦ ναοῦ, δίπλα ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα.

Ἑβδομήντα χρόνια ἐνταφιασμένος κάνοντας πολλά καί ποικίλα θαύματα, ἔγινε γνωστός σέ ὅλη τήν Μολδοβλαχία.

Ἀργότερα μεταφέρθηκε στήν πρωτεύουσα τῆς Μολδαβίας στήν Σουτσεάβα, ὅπου βρίσκεται σήμερα καί εἶναι μετά τήν ἁγία Παρασκευή τήν Ἐπιβατηνή, ὁ περισσότερο τιμώμενος Ἅγιος στή Ρουμανία.

Φέτος ἐπισυνέβη ἕνα συγκλονιστικό γεγονός (ἕνα “περιστατικό διπλῆς ὄψης”, ἀνεξήγητο γιά τά δεδομένα τῆς τωρινῆς ἀτμόσφαιρας πού διερχόμεθα οἱ πάντες). Ἀνακοινώθηκε εὐρέως σέ ὅλη τή Ρουμανία.

Ἀφορᾶ τήν περίπτωση τοῦ ἐνενηντάχρονου Ἀρχιεπισκόπου Σουτσεάβας Ποιμένος. Ὁ ὑπέργηρος Ἀρχιεπίσκοπος Σουτσεάβας Ποιμήν βρέθηκε θετικός στόν κορωναϊό covid-19.

Τό Ἐπισκοπεῖο ὅπου διαμένει βρίσκεται ἐντός τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Τραπεζουντίου.

Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Μονῆς ἀναφέρει, ὅτι φέτος τό Πάσχα καί τή Λαμπροδευτέρα ὁ Ποιμενάρχης ἔλαβε μέρος στίς Ἀκολουθίες καί στή θεία Λειτουργία καί κοινώνησε ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο μέ τούς πατέρες τῆς Μονῆς.

Ἐπειδή δέν αἰσθανόταν καλά ἀπό τήν ἀρχή τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τελικά τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα μεταφέρθηκε στό Νοσοκομεῖο τῆς πόλεως, πού φέρει τό ὄνομα τοῦ Νεομάρτυρος Ἰωάννου.

Διαπιστώθηκε ὅτι ἦταν θετικός στόν κορωναϊό καί μεταφέρθηκε τό βράδυ στό νοσοκομεῖο “Matei Bals”.

Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἀναφέρει: «Θέλουμε νά ἔχετε ὑπόψη σας ὅτι ὁ Ἱεράρχης μας Σεβασμιώτατος Ποιμήν λειτούργησε κατά τήν Πασχαλινή θεία Λειτουργία, ὅπως καί τήν ἄλλη μέρα, μαζί μέ ὅλους τούς πατέρες τῆς μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νέου. Ὅλοι τους κοινώνησαν ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο, ὅπως κάθε φορά συμβαίνει στή θεία Λειτουργία, ἐκτός ἀπό ἕνα, τόν διάκονο πού ἐκτελοῦσε χρέη νεωκόρου καί φρόντιζε γιά τήν τάξη τῆς ἀκολουθίας. Τώρα, μετά ἀπό πολλές συζητήσεις καί ἀρνητικά σχόλια πού ἀκούστηκαν στήν τηλεόραση, ἦρθαν τά ἐργαστηριακά ἀποτελέσματα τῶν πατέρων καί τῶν λαϊκῶν διακονητῶν τῆς ἱερᾶς μας μονῆς. Ἀπό ὅλους αὐτούς πού ὑποβλήθηκαν στό τέστ, ἕνας μόνον βρέθηκε θετικός, καί αὐτός εἶναι ὁ διακόνος πού ΔΕΝ κοινώνησε ἀπό τό ἅγιο Ποτήριο πού κρατοῦσε ὁ Ἐπίσκοπος. »Αὐτά ὅρισε ὁ Θεός γιά ἐκείνους τούς χλιαρούς πού πλησιάζουν τό ἅγιο Ποτήριο καί τήν “ταπεινή” λαβίδα μέ τόν φόβο τῆς μόλυνσης μέ ἰούς καί γι᾽ αὐτούς πού δέν θέλουν νά κατανοήσουν ἐπιτέλους ὅτι εἶναι τό Ἅγιο Σῶμα καί τό Ἅγιο Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί ὅλης τῆς χάριτος σέ αὐτό. »Ἄς ἔχουμε πάντα κατά νοῦν αὐτό πού συνέβη! »Μήνυμα ἀπό τούς πατέρες πού λειτούργησαν στόν Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νέου, Σουτσεάβα». (μετάφραση ἀπό τά ρουμανικά τῆς ἐπίσημης ἀνακοίνωσης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Σουτσεάβα).

Ἐπίσης ἀνακοινώθηκε ἀπό τήν τοπική Ὑγειονομική Ἐπιτροπή ὅτι 25 ἱερεῖς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπής, ἐκτός τῆς Ἱ. Μονῆς, πού ἦρθαν σέ ἐπικοινωνία μέ τόν Σεβασμιώτατο κατά τήν περίοδο πού ἀσθενοῦσε, ὑποβλήθηκαν στά διαγνωστικά τέστ καί βρέθηκαν ἀρνητικοί στόν ἰό.

Νά εὐχηθῶ τελεία ἀνάρρωση στό Σεβασμιώτατο, ὅπως καί στό διάκονο πού ἀμφιταλαντευόταν γιά τή μετάδοση ἀσθενειῶν ἀπό τή θεία Κοινωνία.

***

Τύπος-πρόγευση τοῦ αἰωνίου Πάσχα εἶναι τό ἑορταζόμενο γεγονός τοῦ λειτουργικοῦ Πάσχα, πού τό γευόμαστε φέτος ἐλάχιστοι μέχρι στιγμῆς (οἱ τελετουργοί λειτουργοί), καί εἴθε σύντομα νά τό ἀπογεύεται ὁ λαός μας μέ τή δυνατή λατρευτική λαχτάρα.

Τώρα κοινωνοῦμε τόν Ἀναστάντα διά μέσου τοῦ μυστηρίου θείας Εὐχαριστίας, ἐνῶ τότε θά μετέχουμε τελειότερα καί καθαρότερα στή θεότητα Του διά μέσου τῆς μακαρίας θέας Του (ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός).

«Ἡ βασιλεία ὅμως ἐκείνη καί ἡ θέα τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνύπαρξη μέ τό Χριστό θά εἶναι τρυφή τῆς θελήσεως̇ γι᾽ αὐτό καί θά εἶναι προσιτά μόνο σέ ὅσους θά τά ἔχουν θελήσει, ἀγαπήσει καί ποθήσει» (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας).

Ἡ προσδοκία ὅλων αὐτῶν εἶναι ἀποτυπωμένη στό ἀναστάσιμο τροπάριο: «Δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν (Κύριε) ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου» (κανών ἑορτῆς).

 

https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/36835-o-kurios-thaumastonei-to-eleos-tou-sti-theia-euxaristia?fbclid=IwAR3mqW4s964W7_YnCjydQyKdpL5N2zH2txSq9iuSbO1tqPbjIENuhayllQk

β ηπ1

Η Αλβανία κάτω από τήν εξουσία τού κομμουνιστικού κόμματος υπήρξε τό μοναδικό συνταγματικά αθεϊστικό κράτος στόν κόσμο, κατά τήν περίοδο 1967-1990. Τήν περίοδο αυτή απαγορεύθηκε κάθε θρησκευτική ιεροπραξία, καταστράφηκαν εκ θεμελίων οι περισσότεροι τόποι λατρείας, ενώ απεσχηματίστηκαν όλοι οι ιερείς, καί πολλοί από αυτούς εξορίστηκαν ή πέθαναν μαρτυρικά στίς φυλακές. Από τό 1976 επίσης απαγορεύθηκαν διά νόμου όλα τα χριστιανικά ονόματα. Η απαγόρευση αυτή έπληξε όλους τούς αλβανούς πολίτες, αλλά ιδιαίτερα τούς βορειοηπειρώτες αδελφούς μας, γιά τούς οποίους η ορθόδοξη πίστη ήταν βασικό συστατικό τής εθνικής τους ιδιοπροσωπίας. Βασική αρχή τού Κόμματος Εργασίας τής Αλβανίας ήταν: «Κύριος σκοπός τού κράτους είναι η παραγωγή. Όποιος δέν παράγει, όπως οι ιερείς, δέν έχει θέση στή νέα μας κοινωνία». Έτσι μέχρι τό 1990 οι αδελφοί μας έμεναν αβάπτιστοι, αστεφάνωτοι, αλειτούργητοι, ακήδευτοι, (μέ ελάχιστες εξαιρέσεις ιερέων πού μέ κίνδυνο τής ζωής τους τελούσανν κρυφά κάποια μυστήρια).

Τό 1990 ωστόσο τό καθεστώς αρχίζει νά καταρρέει. Στίς 15 Αυγούστου τού ιδίου έτους μαρτυρείται τό πρώτο άνοιγμα εκκλησίας (χωρίς νά τελεστεί θεία Λειτουργία) στήν Αλβανία, στό χωριό Μπομποστίτσα τής Κορυτσάς, από τόν δάσκαλο Σωτήριο Μπαμπούλη, παρά τίς απειλές τών αρχών. Κάτι αντίστοιχο γίνεται καί στίς 11 Δεκεμβρίου (εσπερινός τού Αγίου Σπυρίδωνος) στή Δερβιτσάνη Αργυροκάστρου, μέ τόν αποσχηματισμένο ιερέα π. Μιχαήλ Ντάκο, τήν ίδια ημέρα πού στούς Αγίους Σαράντα, στά σύνορα, πέφτουν νεκρά 4 παλλικάρια από τό χωριό Αλύκο στήν προσπάθειά τους νά διαφύγουν στή μάνα Ελλάδα, γεγονός πού προκαλεί τήν πρώτη μαζική δυναμική διαμαρτυρία κατά τού καθεστώτος. Η πρώτη Θεία Λειτουργία τελείται στή Δερβιτσάνη τά Χριστούγεννα από τόν π. Μιχαήλ, μέ ιερά άμφια καί σκεύη πού μετέφεραν ραμμένα στά ρούχα τους μυστικά, 2 μέλη τής ΣΦΕΒΑ τήν παραμονή. Τά Θεοφάνεια τού 1991 εορτάζονται πανηγυρικά, μέ εκατοντάδες πιστούς στήν Κορυτσά, στήν ύπαιθρο, (καθώς δέν υπάρχει ναός), από τόν π. Χρήστο ο οποίος ψάλει ελληνικά καί αλβανικά τό «Εν Ιορδάνη»

Αρχές τού 1991 ορίζεται από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Έξαρχος, ο επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος Γιαννουλάτος, πού εισέρχεται στήν Αλβανία τόν Ιούλιο τού 1991 καί τόν Ιούνιο τού επομένου έτους εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Τιράνων καί πάσης Αλβανίας. Τό Πάσχα τού 1991 τελούνται ακολουθίες σέ λίγα μέρη, από τούς 15 περίπου επιζήσαντες ιερείς τού καθεστώτος, ενώ περίπου 1500 Βορειοηπειρώτες μεταβαίνουν στήν ελεύθερη Ελλάδα γιά νά ακούσουν Ανάσταση. Τήν χρονιά αυτή τελείται γιά τελευταία φορά ανάσταση στό ακριτικό χωριό Μαυρόπουλο, στά σύνορα, από τόν μακαριστό Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανής καί Κονίτσης ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ γιά νά ακούσουν οι αδελφοί μας μέ μεγάφωνα τό αναστάσιμο μήνυμα. Μέσα στή χρονιά, πολλοί ιερείς από τίς Μητροπόλεις Κονίτσης, Φλωρίνης καί Καστοριάς, συνδράμουν τίς λατρευτικές ανάγκες τών πιστών μαζί μέ ιερείς , συλλόγους καί αδελφότητες από άλλες περιοχές, κυρίως τής Βορείου Ελλάδος

Τό Πάσχα τού 1992, τό καθεστώς έχει πιά καταρρεύσει καί γιά 1η φορά υπάρχει ελευθερία τέλεσης τών ακολουθιών τής Μεγάλης Εβδομάδας καί τής Αναστάσεως. Βεβαίως η έλλειψη ιερέων είναι τεράστια, καθώς οι λίγοι κληρικοί δέν επαρκούν γιά νά καλύψουν τίς ανάγκες, ενώ καί από τήν Ελλάδα είναι δύσκολο νά έλθει βοήθεια, καθώς όλοι οι ιερείς είναι υπεραπαραίτητοι στίς ενορίες τους. Τό ζήτημα αυτό απασχολεί έντονα τόν Μητροπολίτη Κονίτσης ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟ πού δέν μπορεί νά ησυχάσει στή σκέψη ότι οι αδελφοί μας θά μείνουν αλειτούργητοι καί εκείνο τό ΠΑΣΧΑ. Ο ίδιος δέν μπορεί νά πάει άν καί τό ποθεί, καθώς είναι persona non grata γιά τήν Αλβανία. Η αγάπη του όμως γιά τούς Βορειοηπειρώτες τόν ωθεί νά παρακαλέσει τούς ιερείς τής Μητροπόλεώς του νά κάνουν μιά μεγάλη θυσία. Νά αφήσουν αυτό το Πάσχα, τά χωριά καί τίς οικογένειές τους γιά νά μεταδώσουν τό Άγιο Φώς καί τό χαρμόσυνο μήνυμα τής Αναστάσεως στά αδέλφια μας, στήν άλλη πλευρά τών συνόρων.

Μετά από συνεννόηση, 20 ιερείς (περίπου οι μισοί της Μητροπόλεως), ετοιμάζονται νά κάνουν Ανάσταση στή Βόρειο Ήπειρο. Ανάμεσά τους ο π. Κοσμάς, ηγούμενος τώρα τής Μονής Στομίου, ο π. Διονύσιος Τάτσης, ο π. Χριστόδουλος, ο π. Νικόλαος, ο π. Αθανάσιος, ο π. Κωνσταντίνος, κ.α. Μαζί τους καί κάποια μέλη τής ΣΦΕΒΑ πού είμαστε τότε στήν Κόνιτσα, γιά νά τούς συνοδεύσουμε ως ψάλτες καί νεωκόροι (κάτι απόλυτα αναγκαίο όπως φάνηκε στήν συνέχεια). Στίς 2 τό μεσημέρι τού Μεγάλου Σαββάτου, συγκεντρωνόμαστε στά σύνορα τής Κακαβιάς, όλη η ομάδα, περίπου 32 ατόμα , κληρικοί καί λαϊκοί. Ο π. Κοσμάς μεταβαίνει στό Αργυρόκαστρο γιά νά πάρει τήν τυπική άδεια από τόν εκπρόσωπο τού Εξάρχου. Στά σύνορα επικρατεί χαμός. Κλούβες τής αστυνομίας απελαύνουν φυγάδες, ενώ εκατοντάδες περιμένουν νά μπούν στή χώρα μας. Οι αστυνομικοί καί οι στρατιώτες είναι σέ υπερένταση μέ τά όπλα προτεταμένα. Ωστόσο μαθαίνοντας τόν σκοπό τής εξόδου μας, μάς αφήνουν χωρίς πολλές διατυπώσεις. Πιό δύσκολα τά πράγματα στήν αλβανική πλευρά όπου μάς καθυστερούν αρκετά μέχρι νά επιτρέψουν νά μπούμε μέ ομαδική κατάσταση, καθώς σχεδόν κανείς μας δέν είχε διαβατήριο. Παρά τή δυσκολία, φιλοδωρούμε μέ λαμπάδες καί τσουρέκια τούς Αλβανούς φρουρούς πού τά δέχονται μέ έκπληξη 

Περίπου στίς 3.30 εισερχόμαστε στά αγιασμένα εδάφη τής Βορείου Ηπείρου. Γιά τούς περισσότερους από μάς επρόκειτο γιά τήν πραγματοποίηση ενός πόθου, ενός ονείρου γιά τό οποίο αγωνιζόμασταν πάνω από 10 χρόνια. Νά επισκεφτούμε ως προσκυνητές, εδάφη ελληνικά στά οποία ζούσαν αδελφοί βασανισμένοι, πονεμένοι, αδικημένοι. Η πραγματικότητα πού αντικρίζαμε ξεπερνούσε καί τήν πιό σκληρή φαντασία. Ένας ολόκληρος λαός βρισκόταν 50 χρόνια πίσω. Μέ τόν μουντό καί βροχερό καιρό πού σκέπαζε τόν κάμπο τής Δρόπολης ήταν σάν νά βλέπαμε ασπρόμαυρη ταινία τής δεκαετίας τού 1940 καί ο χρόνος νά είχε σταματήσει εκεί. Τά πρόσωπα τών ανθρώπων, γέρων καί νέων, σκαμμένα από τήν ταλαιπωρία, φοβισμένα καί αγριεμένα. Οι δρόμοι κατεστραμένοι, καρόδρομοι μέ 2,5-3 μέτρα πλάτος πού δέν χωρούσε νά περάσουν 2 αμάξια μαζί, άν καί σέ όλη τή διαδρομή δέν αντικρίσαμε πάνω από 10 αμάξια, καί αυτά κινέζικα καί ρώσικα πεπαλαιωμένα.

Τά ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα υπήρχαν ακόμη σέ ορισμένα σημεία, ενώ μείναμε μέ τό στόμα ανοιχτό, αντικρίζοντας τά εκατοντάδες πολυβολεία, μισητό σύμβολο τής παράνοιας τού καθεστώτος. Σέ συνεννόηση μέ τά μέλη τής Ομόνοιας μοιραζόμαστε στά διάφορα χωριά καί 5-5 μαζί μέ τίς βαλίτσες μέ τά άμφια καί τά ιερά σκεύη, στριμωχνόμαστε στά λίγα διαθέσιμα αυτοκίνητα. Μέ τόν π. Αθανάσιο αποβιβαζόμαστε στό χωριό Τεριαχάτι, 25 λ. από τά σύνορα, όπου ήδη έχει γίνει η ειδοποίηση : «Θά έχουμε ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ τό βράδυ!». Φιλοξενούμαστε στό σπίτι τού κ. Κώστα καί τής κ. Έλλης, πού μάς ανοίγουν, όχι απλά τό σπίτι, αλλά τήν καρδιά τους. Σέ 5 λεπτά στρώνουν τραπέζι καί μάς φέρνουν ότι έχουν καί δέν έχουν. Μάς φέρνουν ακόμη καί κρέας καί απορούν ακούγοντας γιά τή νηστεία. «Τί είναι αυτό, τί νόημα έχει;» Ωστόσο αμέσως τό αναπληρώνουν μέ μέλι, καρύδια, φρούτα, ψωμί. Η τηλεόραση (από τίς λίγες στό χωριό) είναι μονίμως ανοιγμένη στήν ΕΡΤ πού τώρα πιά τήν παρακολουθούν χωρίς φόβο. Μάς διηγούνται πολλά, γιά τό γκρέμισμα τών εκκλησιών, τίς διώξεις, τίς εκτελέσεις τών πατριωτών, ακόμη καί γιά τίς συμφορές πού βρήκαν όσους έλληνες κομμουνιστές πρωτοστάτησαν στό γκρέμισμα τών ναών. Πώς νά χωρέσεις αλήθεια, 50 χρόνια πόνου καί δακρύων σέ μία ώρα; Μέ τούς δημογέροντες τού χωριού γίνεται σύσκεψη γιά τό πού θά τελεσθεί η Ανάσταση. Στόν Άγιο Γεώργιο στό κέντρο τού χωριού, πού είναι πιό βολικό γιά τούς γεροντότερους αλλά η εκκλησία είναι κατεστραμένη, ή στήν Αγία Παρασκευή πού είναι μακρύτερα αλλά ο ναός σώζεται σέ καλύτερη κατάσταση. Μέ τόν καιρό νά είναι βροχερός, επιλέγεται η 2η περίπτωση.(Μία πανέμορφη πετρόκτιστη εκκλησία, ξακουστό προσκύνημα στή Δρόπολη καί παλιότερα αλλά καί τώρα πού στή μνήμη τής Αγίας, συγκεντρώνει χιλιάδες κόσμου.) Κάνουμε μία μικρή βόλτα στό χωριό. Στούς τοίχους μισοσβησμένα τά συνθήματα τού καθεστώτος, «Lavdi Marxismit- Leninizmit» (Δόξα στόν Μαρξισμό Λενινισμό), ενώ ένας δάσκαλος μάς δείχνει τό αναγνωστικό πού διαβάζαν τά ελληνόπουλα: «Κόμμα μάνα μου γλυκιά σ αγαπώ καί μ αγαπάς! Θά γενώ ότι θές εσύ, Κόμμα μάνα μου χρυσή!». Τραγικά απομεινάρια μιάς ζοφερής εποχής πού στοιχειώνει ακόμη τούς κατοίκους. Τό ρεύμα κομμένο στό χωριό, μάς ενημερώνουν ότι έχουν 2-3 ώρες τήν ημέρα!

Οι κάτοικοι μαλώνουν ποιός θά μάς πάρει σπίτι του. Δυσκολευόμαστε νά τούς πείσουμε ότι δέν μπορούμε νά φάμε πρίν τή Θεία Λειτουργία. Μετά από σύντομη ξεκούραση ξεκινάμε στίς 10 τό βράδυ κουβαλώντας καί όλα τά απαραίτητα γιά τή Θεία Λειτουργία, καθώς στό χωριό δέν υπήρχε απολύτως τίποτα. Η συγκίνησή μας είχε κορυφωθεί. Είμασταν ανάμεσα στά αδέλφια μας καί θά ζούσαμε τήν πρώτη ελεύθερη Ανάσταση μετά από 25 χρόνια. Η κούραση καί ο κακοτράχαλος δρόμος λίγο μάς ένοιαζαν. Σχεδόν όλο τό χωριό ακολουθούσε μέσα στό σκοτάδι, μέ αυτοσχέδια φαναράκια, δημιουργώντας μιά φωτεινή ανθρώπινη αλυσίδα, ένα θέαμα φαντασμαγορικό μέσα στό σκοτεινό κάμπο τής Δρόπολης. Σέ 25 λεπτά φτάσαμε στό Ναό τής Αγίας Παρασκευής. Όλοι φορούν τά γιορτινά τους . Ένας ηλικιωμένος, ψάλτης στά νιάτα του βοηθάει στό αναλόγιο. Θυμάται αρκετά καλά τό τυπικό καί έχει μαζί του ένα Μέγα Ωρολόγιο πού κρατούσε κρυμμένο καί από τήν οικογένειά του ακόμη, όπως μού λέει όλα αυτά τά χρόνια.

 

​Μετά τόν κανόνα καί τό «Δεύτε λάβετε φώς», ο π. Αθανάσιος βροντοφωνάζει τό Χριστός Ανέστη! Στά πρόσωπα όλων είναι έκδηλη η χαρά καί η συγκίνηση. Οι παλαιότεροι δακρύζουν, οι νεότεροι κοιτούν μέ τά μάτια ορθάνοιχτα. ¨Όλα είναι πρωτόγνωρα γιά αυτούς. Ένα παιδί προσκυνά τήν εικόνα τής Παναγίας πού φέραμε μαζί μέ τήν Ανάσταση καί ρωτά μέ αφέλεια. «Ποιό είναι τό παιδάκι πού κρατά στήν αγκαλιά της η γυναίκα αυτή, παππούλη;». Η κατήχηση εδώ πρέπει νά ξεκινήσει από τά πιό βασικά! Καί όμως σέ αντίθεση μέ ότι συμβαίνει εδώ, κανένας δέν έφυγε μετά τό Χριστός Ανέστη! Παρά τό γεγονός ότι δέν υπάρχουν καθίσματα, οι 300 περίπου παρόντες μένουν στό ναό γιά τίς 3 ώρες τής ακολουθίας. Ο ψάλτης τού χωριού στόν Απόστολο, τό Πιστεύω καί τό Πάτερ Ημών, στέκεται στό κέντρο τού ναού καί υποβλητικά απαγγέλει τά ιερά κείμενα. Αισθάνομαι ανάμεσά σέ αδελφούς πού μία σκληρή μοίρα μάς κράτησε μακριά. Ωστόσο η ψυχρολουσία έρχεται τήν ώρα τής Θείας Κοινωνίας! Κοινωνώ μόνος μου καθώς δέν προσέρχεται κανείς. Ο π. Αθανάσιος εξηγεί ότι μπορεί νά κοινωνήσει μόνο όποιος είναι βαπτισμένος καί στεφανωμένος εκκλησιαστικά καί έχει νηστέψει τή Μεγάλη Παρασκευή καί το Μεγάλο Σάββατο. Εξαίρεση μπορεί νά γίνει μόνο άν υπάρχει κάποιος βαριά άρρωστος(αλλά βαπτισμένος) στό χωριό. Άγνωστα πράγματα γιά τούς περισσότερους. Τή στιγμή εκείνη συνειδητοποιώ τή ζημιά πού έκανε τό καθεστώς στούς αδελφούς μας. Πράγματα δεδομένα γιά μάς, είναι παντελώς άγνωστα σέ συνέλληνες, όχι στήν άλλη άκρη τού κόσμου, αλλά μόλις 10 χιλιόμετρα από τά σύνορά μας.

Μέ τήν απόλυση, παρά τό προχωρημένο τής ώρας, 2-3 πυροτεχνήματα καί ο ηπειρώτικος σκοπός μέ κλαρίνο «Δέλβινο καί Τεπελένι » δίνουν μιά μικρή γεύση γιά τό γλέντι πού θά ακολουθήσει τήν αυριανή ημέρα.

Στό σπίτι επιστρέφουμε στίς 3.30π.μ. Η ατμόσφαιρα έχει καθαρίσει κάπως καί η φωτεινή αλυσίδα μέ τά φαναράκια πού φωτίζουν τά χαρούμενα πρόσωπα όλων, μάς αφήνει μιά νότα ελπίδας, πώς από τό βαθύ σκοτάδι τής πνευματικής καί εθνικής σκλαβιάς προχωρούμε πιά στό χάραμα μιάς καινούργιας, φωτεινής, μέρας. Απέναντί μας στό βουνό αλλά καί παραδίπλα, κάποια άλλα φωτάκια δείχνουν πώς οι αδελφοί μας στά άλλα χωριά, στή Γλίνα, τήν Επισκοπή, στά Σωφράτικα, στό Γεωργουτσάτι, έχουν τελειώσει καί αυτοί τήν Ανάσταση!

 Στό σπίτι η κ. Έλλη έχει στρώσει πλούσιο τραπέζι. Αθάνατη ηπειρωτική φιλοξενία! Απορούμε πού τά βρήκανε όλα μέσα στή φτώχειά τους. (Εκ τών υστέρων μάθαμε ότι συνέδραμε όλο το χωριό, καί ότι τά παιδιά δέν καθίσανε μαζί μας όχι γιατί νυστάζανε αλλά γιά νά φτάσει τό φαγητό γιά τούς επισκέπτες!)

Κοιμόμαστε γιά 2 ώρες μόνο, ώς τίς 6.00 τό πρωί. Ο π. Αθανάσιος, όπως καί οι άλλοι ιερείς, πρέπει νά γυρίσει στό χωριό του γιά νά κάμει 2η Ανάσταση καί νά γιορτάσει μέ τήν οικογένειά του. Χαιρετούμε συγκινημένοι τούς οικοδεσπότες μας, αφήνοντας ένα μικρό δώρο γιά τήν αγάπη τους καί μέ έναν πρόθυμο χωριανό κατευθυνόμαστε στά σύνορα. Εκεί τό τελωνείο είναι κλειστό. Μέ πολλά παρακάλια μάς ανοίγουν, ενώ ο έλληνας φαντάρος αγουροξυπνημένος απορεί. «Από πού ξεφυτρώσατε εσείς;». Μετά από αναμονή γιά νά βρεθεί μεταφορικό μέσο, επιστρέφουμε στήν Κόνιτσα στίς 9.30 τό πρωί. Μέ εντολή τού δεσπότη πηγαίνουμε στη Μητρόπολη, γιά νά τόν ενημερώσουμε γιά τά γεγονότα. Έχει μεγάλο πόθο καί αγωνία νά μάθει τά καθέκαστα. (Αργότερα μάθαμε από τόν μετέπειτα διάδοχό του π. Ανδρέα Τρεμπέλα, ότι εκείνη τή νύχτα σχεδόν δέν κοιμήθηκε καθόλου, προσευχόμενος νά πάνε όλα καλά καί νά προστατεύσει ο Θεός τούς ιερείς καί λαϊκούς τής αποστολής, γιά τήν ασφάλειά τών οποίων αισθανόταν υπεύθυνος). Μέ πολλή χαρά έμαθε ότι όλα κύλησαν ομαλά καί μάς ευλόγησε ικανοποιημένος.

Τήν πρώτη αυτή αποστολή ακολούθησαν δεκάδες άλλες (πάνω από 250) στή Βόρειο Ήπειρο, στίς οποίες ζήσαμε χαρές, λύπες αλλά καί στιγμές εθνικής ανάτασης καί μεγαλείου κοντά στά αδέλφια μας. Τά βιώματα όμως εκείνης, τής πρώτης φοράς, πού εορτάσαμε πανηγυρικά τήν νίκη τού φωτός απέναντι στό σκότος, τή νίκη τής αλήθειας απέναντι στό ψέμα, τή νίκη τού υβρισμένου καί φυλακισμένου Χριστού απέναντι στούς σύγχρονους σταυρωτές του, σημάδεψαν τή ζωή μας καί μάς συνέδεσαν μέ ακατάλυτο πνευματικό δεσμό μέ τούς Βορειοηπειρώτες αδελφούς μας.


Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ' την Βόρειο Ήπειρο

Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ’ ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
 
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ’ οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ’ ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
 
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ’ αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ’ ένα θρονί πλου­μισμένο μ’ ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν’ ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
 
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ’ αυτά τ’ αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
 
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ’ αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ’ οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ’ όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
 
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα πουλάρι, σ’ ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι’ ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν’ αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ’ αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ’ ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
 
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
 
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ’ αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
 
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ’ οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ’ οι αρχιε­ρείς κ’ οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ’ οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ’ αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ’ η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
 
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ’ όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ’ η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ’ οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ’ έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
 
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ’ αυτά που βλέπει και  σ’ αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ’ αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ’ είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ’ ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι’ αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι’ αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
 
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
 
 
 
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

 

(Πηγή: Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)

Συγκλονιστικό μήνυμα από την Αγία Γη και απο έναν πολύπαθο Γέροντα ενόψει του Αγίου Πάσχα 2020.  Ο Γέροντας Ιουστίνος του Φρέατος Ιακώβ στην Παλαιστίνη απευθύνεται προς τα πνευματικά του παιδιά, αλλά και ολόκληρον τον κόσμο. 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ:

 

https://www.orthodoxianewsagency.gr/epikairotita/pasxa-2020-sygklonistiko-minyma-apo-tin-agia-gi-kai-ton-geronta-ioustino/