Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ’ ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
 
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ’ οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ’ ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
 
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ’ αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ’ ένα θρονί πλου­μισμένο μ’ ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν’ ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
 
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ’ αυτά τ’ αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
 
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ’ αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ’ οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ’ όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
 
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα πουλάρι, σ’ ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι’ ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν’ αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ’ αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ’ ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
 
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
 
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ’ αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
 
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ’ οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ’ οι αρχιε­ρείς κ’ οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ’ οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ’ αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ’ η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
 
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ’ όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ’ η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ’ οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ’ έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
 
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ’ αυτά που βλέπει και  σ’ αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ’ αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ’ είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ’ ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι’ αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι’ αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
 
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
 
 
 
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

 

(Πηγή: Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)

91807201 1568420746654311 7140674938268024832 n

Συγκλονιστική πρόσφατη φώτο από τη Ρουμανία. Μια γριούλα προσεύχεται έξω από εκκλησία, όπου τελείται η Θεία Λειτουργία «Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν». «Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα....»

Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν τιμῶμεν τὴν μνήμην τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἑορτάζεται καὶ κατὰ τὴν 1ην Ἀπριλίου. «Ἐτάχθη δὲ αὕτη καὶ σήμερον, ἐγγίζοντος ἤδη τοῦ τέλους τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρὸς διέγερσιν τῶν ραθύμων καὶ ἁμαρτωλῶν εἰς μετάνοιαν, ἐχόντων ὑπόδειγμα τὴν ἑορταζομένην ἁγίαν», ὡς γράφει τὸ «Ὡρολόγιον». Ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίον ἀντιγράφομεν τὰ ἑξῆς περὶ τῆς ἁγίας αὐτῆς γυναικός: «Αὕτη δωδεκαέτις ἔτι οὖσα ἔλαθε τοὺς γονεῖς αὐτῆς καί, ἀπελθοῦσα εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἔζησε βίον ἄσωτον 17 ἔτη. Εἶτα ὑπὸ περιεργείας κινουμένη ἀπῆλθε μετὰ πολλῶν προσκυνητῶν εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα παρευρεθῇ εἰς τὴν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὕψωσιν, ὅπου ἐδόθη εἰς πᾶν εἶδος ἀκολασίας καὶ πολλοὺς ἔσυρεν εἰς τῆς ἀπωλείας τὸν βυθόν. Θέλουσα δὲ εἰσελθεῖν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καθ᾿ ἣν ἡμέραν ὑψοῦται ὁ Σταυρός, ἠσθάνθη τρὶς καὶ τετράκις δύναμίν τινα ἀόρατον κωλύουσαν αὐτὴν τῆς εἰσόδου, ἐνῷ τὸ μετ᾿ αὐτῆς πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀνεμποδίστως εἰσήρχετο. Πληγεῖσα οὖν τὴν καρδίαν ἐκ τούτου, ἀπεφάσισεν ἵνα μεταβάλῃ ζωὴν καὶ ἐξιλεώσῃ τὸν Θεὸν διὰ μετανοίας· καὶ οὕτως ἐπιστρέψασα πάλιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἰσῆλθεν εὐκόλως εἰς αὐτήν. Προσκυνήσασα δὲ τὸ Τίμιον Ξύλον ἀνεχώρησε τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, διέβη τὸν Ἰορδάνην, εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς ἐρήμου καὶ ἔζησεν ἐν αὐτῇ 47 ἔτη ζωὴν σκληροτάτην καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον, μόνη μόνῳ Θεῷ προσευχομένη. Περὶ δὲ τὰ τέλη τῆς ζωῆς συναντήσασα ἐρημίτῃ τινὶ Ζωσιμᾷ τὸ ὄνομα καὶ τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς βίον αὐτῆς διηγηθεῖσα, παρεκάλεσεν αὐτὸν ἵνα κομίσῃ αὐτῇ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια πρὸς κοινωνίαν· ὃ καὶ ἐποίησεν ἐκεῖνος τὸ ἑπόμενον ἔτος κατὰ τὴν Μεγάλην Πέμπτην. Τὸ δὲ ἐφεξῆς ἔτος ἐπανελθὼν πάλιν ὁ Ζωσιμᾶς εὗρεν αὐτὴν νεκρὰν ἐπὶ γῆς ἡπλωμένην καὶ γράμματα πλησίον αὐτῆς ταῦτα λέγοντα· «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τὸ σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ». Τάττεται δὲ ὁ θάνατος αὐτῆς τῷ 378 ἔτει ἢ τῷ 437 κατ᾿ ἄλλους».

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, μαζὶ μὲ τὴν ὁσίαν Πελαγίαν, τὸν ὅσιον Μωυσῆ τὸν Αἰθίοπα, τὸν ἱερὸν Αῦγουστῖνον καὶ ἀλλους, εἶνε ζωντανὰ ὑποδείγματα τῆς δυνάμεως τῆς μετανοίας. Ἄνθρωποι ποὺ ἐβυθίσθησαν εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας μέχρι κεφαλῆς, ἔφθασαν ἔπειτα τὴν καθαρότητα τῶν Ἀγγέλων! Πόση ἡ δύναμις τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἄς μὴ ἀπελπιζώμεθα, ὅσον πολὺ καὶ ἂν ἔχωμεν βυθισθῆ εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ γίνωμεν κατάλευκοι, ὅπως ἤμεθα μετὰ τὸ Βάπτισμα. Ἀρκεῖ νὰ μετανοήσωμεν!

Ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει σήμερον:

«Τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀχλὺν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτὶ αὐγασθεῖσα, τὴν σὴν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τὴν πανάμωμον καὶ ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον προσενέγκασα· ὅθεν καὶ τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχὴν καὶ σὺν ἀγγέλοις ἀεὶ ἐπαγγέλλεσαι».

Δηλαδή: Ἀφοῦ διέφυγες ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐφωτίσθης ἀπὸ τὸ φῶς τῆς μετανοίας, προσέφερες, ὦ δοξασμένη ἁγία Μαρία, τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν Χριστόν. Ἐκεῖνος δὲ τὴν ἐδέχθη, διότι σὺ ἔβαλες νὰ μεσιτεύσῃ πρὸς Αὐτὸν ἡ ἀκηλίδωτος καὶ ἁγία Μήτηρ Του, ἡ γεμάτη ἀπὸ συμπάθειαν. Δι᾿ αὐτὸ ὄχι μόνον ἀπηλλάγης ἀπὸ τὰς ἀμαρτίας σου, ἀλλὰ καὶ εὐφραίνεσαι αἰωνίως μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους.

(Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος, Περίοδος Τριωδίου, Πόρος Τροιζηνίας: Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, 2011)

  Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosthomas.gr)

https://alopsis.gr/%cf%80%ce%ad%ce%bc%cf%80%cf%84%ce%b7-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%b9%cf%8e%ce%bd-%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%ce%bc-%ce%b5%cf%80%ce%b9/


ΘΑ ΠΕΣΕΙ ΠΕΙΝΑ ΣΤΉΝ ΕΛΛΑΔΑ...ΜΗΝΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ 
Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες προσκυνητών Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994 , Β΄Έκδοση, Σελ : 426
ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ ΑΝΕΣΤΗΣ , γυμναστής , Αλεξανδρούπολη .
Κάποτε , είχα πάει στον Γέροντα με ένα φίλο μου και εκεί συναντήσαμε μια παρέα από πέντε παιδιά . Τότε ρώτησα τον Γέροντα ποιες προέβλεπε να είναι οι εξελίξεις σχετικά με την Τουρκία . ¨Γέροντα ¨ , του λέω ¨ απ΄την Αλεξανδρούπολη είμαστε . Μήπως μας πιάσει η μπόρα κατά κει ; ¨ . Μου απαντά : ¨Κοίταξε να δεις . Οι Τούρκοι δεν θα μπούν στην Αλεξανδρούπολη . Θα κάνουν μόνο μια πρόκληση στην Ελλάδα , που θα έχει σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη . Και εμάς θα μας πιάσει πείνα . Θα πεινάσει η Ελλάδα . Και επειδή θα κρατήσει αυτή μπόρα κάποιο διάστημα , μήνες θα είναι , «θα πούμε το ψωμί ψωμάκι »¨ .
 
Μετά ρωτάω : ¨Γέροντα , πως θα καταλάβω εγώ ότι θα είμαστε κοντά στον πόλεμο ;¨ ¨Όταν ¨, λέει , ¨θα ακούσεις στην τηλεόραση να γίνεται θέμα για τα μίλλια , για την επέκταση των μιλίων (της αιγιαλίτιδας ζώνης ) από 6 σε 12 μίλλια , τότε από πίσω έρχεται ο πόλεμος . Ακολουθεί . ¨ Λέω : ¨Και ποια κράτη θα συμμετέχουν ; ¨ ¨Κοίταξε μετά την πρόκληση των Τούρκων , θα κατέβουν οι Ρώσσοι στα Στενά . Όχι για να βοηθήσουν εμάς . Αυτοί θα έχουν άλλα συμφέροντα . Αλλά , χωρίς να το θέλουν θα βοηθήσουν εμάς . Τότε ,οι Τούρκοι για να υπερασπιστούν τα Στενά , που είναι στρατηγικής σημασίας , θα συγκεντρώσουν εκεί και άλλα στρατεύματα . Παράλληλα δε , θα αποσύρουν δυνάμεις από καταληφθέντα εδάφη . Όμως θα δουν τότε τα άλλα κράτη της Ευρώπης , συγκεκριμένα η Αγγλία , η Γαλλία , η Ιταλία και άλλα έξι-εφτά κράτη της ΕΟΚ , ότι η Ρωσσία θα αρπάξει μέρη , οπότε θα πουν : «Δεν πάμε και εμείς εκεί πέρα , μήπως πάρουμε κανένα κομμάτι ; » Όλοι όμως θα κυνηγούν την μερίδα του λέοντος . Έτσι θα μπουν και οι Ευρωπαίοι στον πόλεμο ¨ .
 
Σ΄αυτό το σημείο ρωτάω : ¨Εμείς τι θα κάνουμε ; Ο ελληνικός στρατός θα πάρει μέρος σε αυτόν τον πόλεμο ; ¨ ¨Όχι ¨ λέει . ¨Θα βγάλει η κυβέρνηση απόφαση να μην στείλει στρατό . Θα κρατήσει στρατό μόνο στα σύνορα . Και θα είναι μεγάλη ευλογία που δεν θα πάρει μέρος . Γιατί , όποιος πάρει μέρος σε αυτόν τον πόλεμο , χάθηκε … Τότε , επειδή στην Ελλάδα ο κόσμος θα φοβηθεί , πολλοί θα στραφούν προς την Εκκλησία , προς τον Θεό , και θα μετανοήσουν . Για αυτό επειδή θα υπάρξει μετάνοια , δεν θα πάθουμε κακό οι Ελληνες . Ο Θεός θα λυπηθεί την Ελλάδα , επειδή ο κόσμος θα στραφεί προς την Εκκλησία , προς τον μοναχισμό και θα αρχίσουν να προσεύχωνται .Και θα βαπτισθούν πολλοί Τούρκοι . Τότε , ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα συμβάλλει , ως μεσάζοντας , να δοθεί η Πόλη στην Ελλάδα . Είναι ευλαβής , είναι καλός ¨.
 
¨Γέροντα ¨ τον ρωτάω μετά , ¨την Πόλη θα την δώσουν σε μας ; ¨ ¨Θα την δώσουν σε μας , όχι επειδή το θέλουν , αλλά επειδή ατή η λύση θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ξένων . Τότε θα το καταλάβουν αυτό . Αυτά που σου λέω μην τα πεις σε κανέναν . Θα σε βγάλουν τρελλό . Γιατί δεν είναι ώριμες οι συγκυρίες ακόμα . Τότε θα το καταλάβεις ¨ Αυτή η συζήτηση με τον Γέροντα έγινε το 1991 , όταν υπηρετούσα τον στρατό .
Άλλη φορά , ο Γέροντας είπε : ¨Η διοίκηση της Πόλης , από μας , θα είναι και στρατιωτική και πολιτική ¨ .
Γνώρισα και τρεις αξιωματικούς που είχαν πάει στον Γεροντα . Από τους τρείς αξιωματικούς ο ένας έλεγε : ¨Μόνο σε μένα ο Γέροντας είπε πως θα είμαι διοικητής στρατιωτικού τμήματος στην Πόλη . Στους άλλους δεν ανέφερε τίποτε¨.
Κάποια άλλη παρέα είχε πάει στον Γέροντα . Ένας απ’ αυτούς σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης . Σε μια στιγμή , γυρίζει ο Γέροντας , τον δείχνει με το δάκτυλο – αυτόε , σημειωτέον , πήγαινε στον γέροντα για πρώτη φορά και του λέει : ¨Εσύ ,σαν πολιτικός μηχανικός , θα συμβάλλεις στην ανοικοδόμηση της Πόλης , γιατί η Πόλη θα ανοικοδομηθεί απ΄την αρχή ¨ . Γύρισε και τον έδειξε με το δάκτυλο μπροστά σε όλους . Το παιδί , τότε , ήταν φοιτητής. Μετά , ο Γέροντας γυρίζει σε μένα και λέει :¨Κι εσύ , Ανέστη , θα πας στην Πόλη . Κι εσείς οι δύο – έδειξε εμένα και τον φίλο μου – θα πάτε στην Πόλη , αλλά για άλλο σκοπό ¨ . Δεν μου το φανέρωσε τον σκοπό . Μετά απ΄αυτό μου μπήκε η επιθυμία να μάθω τουρκικά .
 
Μια άλλη φορά που είχα πάει στο κελί του Γέροντα έτυχε , να είναι μέσα ένας νέος πρώην μουσουλμάνος από την Θράκη . Τον πιάνω και του λέω : ¨ Εσύ πως συνέβη και ήλθες εδώ , στον Γέροντα ;¨ Σταύρο τον έλεγαν . ¨Άσε¨ λέει ¨κάτσε να σου πω . Ο Γέροντας μας έκανε ένα πολύ μεγάλο θαύμα και πίστεψε όλη η οικογένεια μου . Μετά ήλθε στο χωριό και φρόντισε να βαπτισθούμε¨ .
 
Και σε άλλη επίσκεψη μας στην Παναγούδα , ήταν παρόν και ο μουσουλμάνος που βαφτίστηκε Σταύρος . Τότε πάλι μας ανέφερε ο Γέροντας για τα γεγονότα , πως θα εξελιχθούν με την Κωνσταντινούπολη . Και όταν έφθασε στο σημείο που θα πονέσει η Ελλάδα και είπε ότι , εμάς , θα μας αγγίξει η πείνα , λεει ο κύριος Σταύρος : ¨Γέροντα , να κρατήσω ένα σακί αλεύρι για να μπορέσω να αντιμετωπίσω εκείνη την περίοδο και να μην πεινάσουν τα παιδιά ; ¨ ¨Όχι ¨ , του λέει ¨μην παίρνεις , γιατί ο γείτονας σου θα έχει αλεύρι και θα σου δώσει ! ¨ Δηλαδή , προείδε ο Γέροντας ποιος θα βοηθήσει τον κύριο Σταύρο στην περίοδο της πείνας . Εκείνος φυσικά θα ζει στο χωριό . Τώρα εμείς που ζούμε στος πόλεις θα πούμε το ψωμί ψωμάκι . Γι΄αυτό , άλλη φορά , ο Γέροντας έλεγε : ¨Να έχετε ένα κτηματάκι και λίγο να το καλλιεργείτε . Κοντά σε σας , θα βοηθήσετε και κάποιον που δεν θα έχει » .
Μαρτυρίες προσκυνητών Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994 , Β΄Έκδοση, Σελ : 434
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΚΕΙΜ , Ιερά Σκήτη Προφήτου Ηλία
Τότε πήρα θάρρος , λόγω των εθνικών φρονημάτων που με διακρίνουν , - αγαπώ πολύ αυτήν την πατρίδα – και του είπα : ¨Μερικοί Έλληνες κάνουν το λάθος και λένε «οι χαμένες πατρίδες » , Γέροντα . να τους συμβουλεύετε να λένε οι «σκλαβωμένες πατρίδες » ή «αλύτρωτες πατρίδες » . Με ξανααγκαλιάζει . Ήταν τόσο πατριώτης . Ήταν τόσο λαμπρός , τόσο φωτισμένος . Τα λέω αυτά και συγκινούμαι . ανατριχιάζω. Το πρόσωπο του έλαμπε . ¨Σε ευχαριστώ πολύ ¨ , μου λέει , ¨που μιλάς έτσι . Λίγοι Έλληνες τα τονίζουν αυτά . Δεν είναι πράγματι χαμένες πατρίδες , χαμένοι είναι αυτοί που τα λένε ! ¨ Αυτά σας τα λεω κατά λέξη , όπως μου τα είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος .
 
 
Δεῖτε σχετικά μέ τήν ἀντιμετώπιση τῆς κρίσης:
 
 
Προτεινόμενα γιά τόν π. Παΐσιο καί τά Ἐθνικά θέματα: