1

Ὁ ἄλλος Ναυπάκτιος ποὺ συνάντησε τὸν Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ Σταμάτης Σταματίου (Στὰμ Στάμ). Πῆγε ὁ Παπαδιαμάντης στὰ γραφεῖα τῆς Ἐφημερίδος «Ἀκρόπολις» γιὰ νὰ δώσῃ ἕνα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ὁ Στὰμ Στὰμ δὲν τὸν ἀνεγνώρισε καὶ μάλιστα σχημάτισε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἦταν πάμπτωχος ποὺ πῆγε νὰ πάρη τὶς δέκα δραχμὲς γιὰ τὰ Χριστούγεννα, ὅπως ὅλοι οἱ πτωχοί. Παπαδιαμάντης τὶς πῆρε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ δώσῃ καὶ τὰ γραπτά του. Καὶ ἀκολουθεῖ ὁ ἑξῆς διάλογος:

«Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;

Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.

–Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.

Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.

–Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;

–Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

–Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.

–Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!...

–Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε. Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι.

σκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.

–Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;

–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.

–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων... καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;

–Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

–Ο ἴδιος;

–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!

πεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω».

Καὶ καταλήγει ὁ Στὰμ Στάμ:

« Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!... Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι... μεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ...».

 

Απόσπασμα από : π. Ἱερόθεος Βλάχος - Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἐκφραστὴς τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως

 

Πηγή: Κιβωτός, Μηνιαῖον Φυλλαδιον Ὀρθοδόξου Διδαχῆς

Τοὺς ἐγνώρισα καὶ τοὺς δύο καλῶς καὶ συνεδέθην μετ᾿ αὐτῶν διὰ τοῦ συνδεσμοῦ τῆς κατὰ Χριστὸν ἀγάπης. Τοὺς ἐγνώρισα κατὰ τὰ ἔτη 1905-1907, ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐγνώρισα πρῶτον τὸν ἀείμνηστον Ἀλέξανδρον Παπαδιαμάντην, τὸν ὁποῖον παρηκολούθουν τακτικῶς ψάλλοντα εἰς τὸν δεξιὸν χορὸν κατὰ τὰς ὁλονυκτίας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τὸ ἐκκλησάκι τοῦ προφήτου Ἐλισαιὲ πλησίον τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος. Κατόπιν ἐκεῖ ἐγνώρισα καὶ τὸν Ἀλέξανδρον Μωραϊτίδην, ὅστις ἔψαλλε ἀριστερά. Ἔψαλλον δὲ καὶ οἱ δύο μετὰ πολλῆς συνέσεως, προσοχῆς, φόβου καὶ κατανύξεως, ἀποφεύγοντες τὰς ἀτάκτους, τὰς θεατρικὰς καὶ θυμελικὰς φωνάς. Ἔψαλλον καθὼς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ τοῦ Προφητάνακτος Δαυΐδ ἐν ψαλμοῖς διδάσκει λέγον «Ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλατε… καλῶς ψάλατε… ψάλατε συνετῶς (Ψαλμ. 32, 36) καὶ καθὼς ὁρίζουν οἱ θεσπέσιοι τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας Ἅγιοι Πατέρες. «Τοὺς ἐπὶ τὸ ψάλλειν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις παραγενομένους βουλόμεθα, μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι καὶ τὴν φύσιν πρὸς κραυγὴν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τι ἐπιλέγειν τῶν μὴ Ἐκκλησίᾳ ἁρμοδίων τε καὶ οἰκείων, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως τὰς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ· εὐλαβεῖς γὰρ ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ (Λευϊτ. ιε´ 31) τὸ ἱερὸν ἐδίδαξε λόγιον» (Κανὼν τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντην καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρυπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν οἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἄκακος, ὁ πρᾶος, ὁ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ παπα-Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοὶ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱερὰν ἐκείνην ὑμνῳδίαν, ἡ ὁποία ὠμοίαζε ὡσὰν ὑμνῳδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική, ἡ ὁποία ἑξαϋλώνει τρόπον τινὰ τὸν ἄνθρωπον, τὸν ἀναβιβάζει νοερῶς εἰς τὰ οὐράνια καὶ τὸν πλησιάζει καὶ τὸν ἑνώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἐὰν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν σεμνόν, τὸν εὔσχημον ἐτελοῦντο εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας αἱ ἱεραὶ ἀκολουθίαι καὶ θεῖαι μυσταγωγίαι, μεγίστην ὠφέλειαν θὰ ἐλάμβανον ὅλοι οἱ χριστιανοί. Δυστυχῶς, τὰς περισσοτέρας ἐκκλησίας οἱ ψάλλοντες καὶ ἱερουργοῦντές μὲ τὰς ἀτάκτους, τὰς ἀσήμους καὶ ἀνοικείους φωνάς, τὰς κινήσεις χειρῶν, ποδῶν κλπ. μελῶν τὰς μετέβαλον εἰς θέατρα καὶ οὐδεμία ὠφέλεια ψυχικὴ προσγίνεται, διότι ἡ Βυζαντινὴ Ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἡ κατανυκτικὴ καὶ εὔσχημος, ἡ ψυχωφελὴς καὶ σωτήριος ἐφυγαδεύθη καὶ ἀντικατεστάθη εἰς τοὺς περισσοτέρους ναοὺς διὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς θεατρικῆς μουσικῆς, ἥτις εὐχαριστεῖ καὶ τέρπει ὄχι τὴν ψυχήν, ἀλλὰ τὴν ἀκοήν, οὐχὶ τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν, τῶν ταπεινῶν καὶ φοβουμένων τὸν Θεόν, ἀλλὰ τῶν ἐν τοῖς θεάτροις καὶ κινηματογράφοις φοιτώντων.

Ἡ δὲ λεγομένη τετραφωνία, ψαλλομένη παρὰ ψαλτῶν ἑνίων ἀνευλαβῶν, ἐχόντων τὰ ὀπίσθιά των ἐστραμμένα πρὸς τὰς ἁγίας εἰκόνας καὶ τὸ ἅγιον θυσιαστήριον, οἵτινες ἐν θεάτροις καὶ ἐν καπηλείοις τραγωδοῦσιν, ἔχοντες τελείαν ἄγνοιαν τῶν ἱερῶν κανόνων τῶν περὶ ὑμνῳδίας καὶ ψάλλουν μόνον τῷ στόματι καὶ οὐχὶ τῷ νοῒ καὶ τῇ καρδίᾳ, εἶναι μία τερατοφωνία, εἶναι τραγέλαφος. Δὲ θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχήν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνὴν τῶν. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον ἀλλ᾿ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, Κριτὰ δικαιότατε… ὅταν τίθενται θρόνοι καὶ ἀνοίγονται βίβλοι καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλομεν πάντες γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλέ μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὠσαύτως ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἁλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυῒδ πρὸ τῆς σκιώδους Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν.

Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μεταχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης ὅστις ἧτο καὶ εὐέξαπτος τοὺς ἐδίωκε.

- Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα.

Πολλάκις καὶ ἑμὲ ὅστις ἤμην βοηθὸς τοῦ καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν.

-Φύγε, μοὶ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε.

Ἐγὼ παραμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει.

-Κώστα, ἔλα νὰ ψάλῃς.

Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω ἀμέσως, ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον. Ἧτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοὶ ἐζήτει συγχώρησιν.

-Κώστα, μοὶ ἔλεγεν (τοῦτο ἧτο τὸ κοσμικόν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέςῃς διότι σὲ ἐλύπησα.

Καὶ ἑγὼ τῷ ἔλεγον:

-Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαρίστῳ δὲ διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μοῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καί μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.

Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισαιὲ ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν. Ἐκεῖνοι ποὺ τὸ κατεδάφισαν ἔδειξαν μεγάλην ἀσέβειαν καὶ συνιστῶ εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας λογοτέχνας καὶ λογογράφους ὡς πνευματικὸς πατὴρ νὰ ἀπαιτήσουν παρὰ τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας νὰ ἀνοικοδομηθῇ νέον ἐκκλησίδιον εἰς τὸν ἴδιον τόπον ὅπου ὑπῆρχε τὸ παλαιόν, διὰ νὰ παραμείνῃ ὡς μνημεῖον διὰ τὰς μελλούσας γενεάς, νὰ τὸ βλέπωσιν οἱ νέοι λογοτέχναι καὶ νὰ τὸ ἐπιδεικνύωσι καὶ εἰς τοὺς ξένους λογοτέχνας, τοὺς ἐπισκεπτομένους τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ πληροφορῶνται ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν ἱερὸν τόπον, εἰς αὐτὸ τὸ ἐκκλησίδιον, οἱ κορυφαῖοι τῶν λογογράφων τῆς Ἑλλάδος ὡς εὐσεβέστατοι ἐτέλουν ἀγρυπνίας προσευχόμενοι, ᾄδοντες, ψάλλοντες, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν.

Οὐ μόνον δὲ ἑγὼ ὠφελήθην, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι πολλοὶ φοιτῶντες εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐκείνας, ἀκούοντες μετὰ κατανύξεως τὰς ἀναγνώσεις εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, εἰς τοὺς λόγους περὶ ψυχῆς, περὶ μελλούσης κρίσεως, περὶ Παραδείσου, περὶ κολάσεως, τοὺς ὁποίους λόγους μὲ ἁπλῆν φράσιν ἡρμήνευεν ἐνίοτε ὁ Μωραϊτίδης.

Τινὲς ἐξ αὐτῶν μισήσαντες τὸν μάταιον κόσμον καὶ καταφρονήσαντες πάντα τὰ ἐπίγεια ὡς φθαρτὰ καὶ ῥέοντα, ἀγαπήσαντες δὲ τὸν Θεὸν καὶ τὰ οὐράνια καὶ ἀεὶ διαμένοντα, ἐγκατέλειπον τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ καὶ ἠκολούθησαν διὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας τὸν Χριστόν, ἐξ ὧν τινες διέπρεψαν ἐπ᾿ ἀρετῇ, φιλομαθείᾳ καὶ ὁσιότητι βίου, πολλοὶ δὲ ἔγιναν ἡγούμενοι μονῶν. Εἰς ἐκ τῶν πρώτων ὅστις ἠσπάσθη τὸν μοναχικὸν βίον καὶ ᾖρεν τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου ἐπ᾿ ὤμων καὶ ἠκολούθησεν Αὐτόν, ἧτο ὁ ἐξ Αἰγίνης ἰατρὸς Σπυρίδων Καμπανάος, ὁ διὰ τοῦ ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεὶς Ἀθανάσιος Λαυριώτης ὁ μελετηρότατος καὶ πολυγραφώτατος, ὁ ἰδρυτὴς τῆς Ἁγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης.

Οὗτος ὅτε ἔτι ἧτο νέος καὶ φοιτητὴς τῆς Ἰατρικῆς, ἧτο καὶ τακτικὸς θιασώτης τῶν ἀγρυπνιῶν, αἵτινες ἐγίνοντο εἰς τὸν προφήτην Ἐλισαιέ, ψάλλων μελωδικότατα. Ὅτε δὲ ἔλαβε τὸ δίπλωμα τῆς Ἰατρικῆς, κατανοήσας ὡς φρόνιμος καὶ νουνεχὴς τὴν τοῦ Κυρίου φωνήν: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι… καὶ ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἑμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος…», ἀφῆκε τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ, γονεῖς, ἀδελφούς, φίλους, τιμάς, δόξας καὶ ἀναπαύσεις προσκαίρους καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθωνος Ἱερὰν Μονὴν τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔνθα ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸν μοναχικὸν ἀνύσας δίαυλον, ἐν ἀρεταῖς, νηστείαις, ἀγρυπνίαις καὶ προσευχαῖς, ἐν συγγραφαῖς καὶ μεταφράσεσιν ὠφελίμων βιβλίων, ἐδόξασε καὶ ἐτίμησε τὸν Θεόν, τὸ μοναχικὸν πολίτευμα καὶ τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος.

Τούτου τὸ παράδειγμα ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοι τινὲς καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, μετὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀδελφοῦ καὶ φίλου μου Νικολάου Μητροπούλου, δικηγόρου, ἀνεψιοῦ τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Πάτρων Ἱεροθέου Μητροπούλου, γραμματέως τότε τοῦ μεγάλου καταστήματος τοῦ Δημ. Τερζοπούλου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγνωρίσθην εἰς τὰς ἀγρυπνίας καὶ ἀφοῦ ἐγνωρίσθημεν, ἐμείναμεν σύνοικοι ἐπὶ 1 ½ ἔτος καὶ ὁμοῦ ἀνεχωρήσαμεν ἐξ Ἀθηνῶν δι᾿ Ἅγιον Ὄρος τὴν 8ην Μαΐου, ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.

Μετὰ τὴν ἀγρυπνίαν καὶ ἱερὰν μυσταγωγίαν, ἣν παρηκολουθήσαμεν εἰς τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτου Ἐλισαιέ, μᾶς ἐφιλοξένησεν εἰς τὸν οἶκον του μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντην ὁ φιλομόναχος καὶ φιλόξενος Νικ. Μπούκης καὶ ἀποχαιρετίσαντες τοὺς Παπαδιαμάντην καὶ Μωραϊτίδην, κατήλθομεν εἰς Πειραιᾶ, ὅπου μᾶς συνώδευσαν ὁ Νικόλαος Μπούκης, ὁ ἐκ τοῦ ἡρωϊκοῦ Σουλίου ταγματάρχης Κωνστ. Σμπόνιας, πνευματικὸν τέκνον τοῦ ἐν Πάρῳ Ὁσίου Ἀρσενίου, καὶ ὁ ἐκ Σίφνου γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν Σταμ. Γαϊτάνος, οἵτινες ἦσαν τακτικώτατοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας.

Φθάσαντες εἰς Θεσσαλονίκην, οἱ Τοῦρκοι μᾶς ἐθεώρησαν ὡς κατασκόπους, καὶ ἑμὲ διασωθέντα ὡς ἐκ θαύματος τῇ μεσιτεία τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, μὲ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸν δὲ φίλον μου Νικόλαον Μητρόπουλον τῇ μεσιτείᾳ γνωστοῦ του Τούρκου ἀξιωματικοῦ τὸν ἀπέστειλαν εἰς Ἅγιον Ὄρος. Μεταβὰς εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Σίμωνος Πέτρας ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα, κληθεὶς Νεῖλος καὶ διορισθείς, ὡς ἐγγράμματος, γραμματεὺς τῆς Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ζήσας ὀλίγα ἔτη ἐν ἄκρᾳ ἀρετῇ καὶ ὁσιότητι, ἐν ταπεινώσει, ἐν φιλαδελφία καὶ ἀγάπη εἰλικρινεῖ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον καὶ εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος, τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς.

Ἐγὼ δὲ ὁ εὐτελὴς καὶ ἐλάχιστος, ἐπιστρέψας εἰς Ἑλλάδα, ἦλθον καὶ ἐκοινοβίασα εἰς τὴν Ἱερὰν Κοινοβιακὴν Μονὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, εἰς ἣν καὶ εὑρίσκομαι ἄρτι καὶ ἀναμένω τὴν ἐντεῦθεν ἀναχώρησιν καὶ μετάβασιν εἰς τὴν ἀληθινὴν πατρίδα, τὴν οὐράνιον Ἱερουσαλήμ, τὴν κραταιὰν καὶ ἀνόλεθρον.

Μετὰ ἀπὸ ἡμᾶς ἠκολούθησε μετ᾿ ὀλίγον καὶ ὁ ἀνωτέρω ῥηθεὶς ἐκ Σίφνου Σταμάτιος Γαϊτάνος, ἐλθὼν κατ᾿ ἀρχὰς εἰς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονὴν καὶ κατόπιν μεταβὰς εἰς τὴν πατρίδα του Σίφνον, ὅπου καρεὶς μοναχὸς ἐχειροτονήθη Ἱερεὺς καὶ Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βρύσεως. Ἀποσυρθεὶς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἐφησυχάζει ἐν Φυρογείοις. Μετὰ ταῦτα ἦλθεν εἰς τὴν ἐνταῦθα Ἱερὰν ἡμῶν Μονὴν ἐκ τῶν φοιτώντων εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισαιέ, ἄλλοι πέντε, ὁ ἐκ Νάξου Ἀντώνιος Κούρτης, ὅστις ἧτο κανδηλανάπτης εἰς τὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισαιέ, ὁ ἐκ Δεσφίνης τῆς Παρνασσίδος Ἰωάννης Σιδέρης, νῦν ἱερομόναχος Ἠλίας, ὁ ἐκ Σμύρνης Ἐμμ. Φωτιάδης, ὁ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως Ἐμμ. Νιώτης, γενόμενος μοναχός, ὁ μὲν πρῶτος κληθεὶς Φιλόθεος, ὁ δὲ δεύτερος Μάξιμος, καὶ ὁ ἐκ Κέας Θεοφίλος Ζάμαρος, ἱερομόναχος πνευματικός, ὅστις ἤδη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐν Ἀμαλιάδι Ἱερὰν Γυναικείαν Μονὴν τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Ἐκτὸς τούτων ἦσαν καὶ ἄλλοι, οἵτινες μετέβησαν εἰς Ἅγιον Ὄρος καὶ ἄλλας μονάς.

Ἀλλὰ καὶ γυναῖκες φοιτῶσαι εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐκείνας, ἠκολούθησαν τὸν μονήρη βίον, αἵτινες διέλαμψαν ἐν ταῖς ἀρεταῖς καὶ τῇ ὁσιότητι, ἐν αἷς ἡ ἐκ Κρήτης Ὁσία Ξένη, ἡ ἀόμματος καὶ ποιήτρια κατανυκτικωτάτων εὐχῶν καὶ δεήσεων καὶ ὕμνων, ἡ χρηματίσασα ἀρκετὰ ἔτη Ἡγουμένη εἰς τὴν ἐν Αἰγίνῃ Ἱερὰν Μονὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὴν ἱδρυθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου πρῴην Πενταπόλεως, ἡ μοναχὴ Κασσιανὴ ὑποτακτικὴ τῆς ἀνωτέρω Ξένης καὶ διάδοχος τῆς Ἠγουμενείας, ἡ Νεκταρία Γιαβοπούλου χρηματίσασα καὶ αὐτὴ Ἡγουμένη εἰς τὴν ἰδίαν Μονήν, ἡ Παρθενία Μανδηλᾶ, ἥτις ἐχρημάτισε Ἡγουμένη τῆς ἐν Πάρῳ Γυναικείας Μονῆς Μεταμορφώσεως Χριστοῦ καὶ ἄλλαι πολλαί.

Εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισαιὲ ἔψαλλεν ἐνίοτε καὶ ὁ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μουσικοδιδάσκαλος Τσώκλης, βραδύτερον δὲ οἱ ἐκ Βόλου Στέφανος Ζήτης, ὁ κατόπιν πρεσβύτερος χειροτονηθείς, ὁ Ἠλίας Μάρος καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς «Ἁγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης» Σωτήριος Σχοινᾶς, ὁ Γεώργιος Τσαντίλης, ὁ Παναγιώτης Τομῆς, ὁ ἐκ Πάρου Γεώργιος Στέλλας, ὅστις καὶ ἐπιτρόπος ἐχρημάτισε καὶ δι᾿ ἐνεργειῶν του ἐκοσμήθη τὸ ἐκκλησίδιον διὰ τοιχογραφιῶν.

Ἀμφότεροι, ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης ὡς ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ εἶχον ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας καὶ ἀτελείας, ἐπειδὴ κατὰ τὸν Μ. Γρηγόριον «καὶ τῶν ἀρίστων ὁ μῶμος ἅπτεται, ὡς τελείου καὶ ἀναμαρτήτου ὄντος μόνου τοῦ Θεοῦ», ἀλλ᾿ εἰς τὴν γενεὰν τὴν ὁποίαν ἔζησαν, καθ᾿ ἣν πάντες κατὰ τὸν Προφητάνακτα Δαυΐδ ἐξέκλιναν ἅμα ἠχρειώθησαν, οὗτοι οἱ μακάριοι δὲν ἐξέκλιναν, ἀλλ᾿ ἐστάθησαν ἑδραῖοι, στῦλοι ἀκλόνητοι τῆς εὐσεβείας, καὶ ἀκριβεῖς φύλακες τῶν παραδόσεων.

Ἐνήστευον τὰς ὑπὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῆς Ἐκκλησίας νενομοθετημένας νηστείας, ἠγρύπνουν, προσηύχοντο καὶ κατεγίνοντο εἰς τὴν μελέτην τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας. Εἰς τὰ συγγράμματά των εἶναι καταφανὴς ἡ εὐλάβειά των καὶ ἀφοσίωσις πρὸς τὸν Θεόν, τοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ ἱερὰς παραδόσεις. Ἦσαν ἀκτήμονες, ἔζων λιτότατα καὶ ἐνεδύοντο ταπεινὰ καὶ πενιχρά. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης ἧτο πάντοτε πτωχός, διότι ὅ,τι εἶχε ἢ τῷ ἔδιδον, τὰ διένειμε τοῖς πτωχοῖς. Πολλάκις οἱ φίλοι του βλέποντες ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἦσαν πεπαλαιωμένα, τῷ ἐπρόσφερον καινουργῆ, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δὲν ἐδέχετο, καὶ ὅταν τὰ ἐνδύματά του καὶ σανδάλια καθίσταντο ἄχρηστα, τότε τὰ ἀντικαθέστα. Ἐφρόντιζον καὶ οἱ δύο νὰ στολίζουν ὄχι τὸ φθαρτὸν καὶ θνητὸν σῶμά των, ἀλλὰ τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον ψυχήν των μὲ ἀρετάς, ἐμίσουν καὶ ἀπεστρέφοντο πάντα νεωτερισμὸν καὶ τὸν σημερινὸν ψευδοπολιτισμὸν καὶ τὴν ξενομανίαν, ἤλεγχον δὲ καὶ ἐκαυτηρίαζον τοὺς χάσκοντας διὰ τὰ ξένα καὶ ὀθνεῖα καὶ εἰσάγοντας ξένα καὶ καινὰ δαιμόνια, τοὺς νεωτεριστὰς καὶ καινοτόμους, οἵτινες ἀπεμπόλησαν τὰ ἀρχαῖα καὶ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τινὲς δὲ καὶ αὐτὸν τὸν θησαυρὸν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ ἐνεδύσαντο ὡς ἱμάτιον τὸν νεωτερισμὸν καὶ τὰ σαθρὰ καὶ ἄσεμνα ἤθη τῶν Εὐρωπαίων καὶ λοιπῶν ξένων καὶ κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξευρωπαϊσθῇ καὶ ἀμερικανοποιηθῇ. Μετέβησάν τινες Ἑλληνίδες εἰς Εὐρώπην, εἶδον γυναίκας ἀσέμνως ἐνδεδυμένας, βαμμένας τὰ πρόσωπα, τὰ χείλη, τοὺς ὄνυχας, εἶδον γυναίκας νὰ καπνίζουν, νὰ χαρτοπαίζουν, ν᾿ ἀποφεύγουν τὴν τεκνογονίαν, νὰ κάμνουν ἐκτρώσεις, νὰ παίρνουν διαζύγια, νὰ χωρίζωνται τοὺς ἄνδρας των, νὰ κουρεύωνται, νὰ φοροῦν πανταλόνια, καὶ εὐθὺς τὰς ἐμιμήθησαν καὶ ὡμοιώθησαν αὐταῖς. Καὶ ὄχι μόνον τὰς ἐμιμήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐρχόμεναι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφρόντισαν νὰ μεταδώσουν τὰ τοιαῦτα καὶ εἰς ἄλλας γυναίκας, αἱ ὁποῖαι μετὰ χαρᾶς ἐδέχθησαν τὰ ἄσεμνα, τὰ σεσηπότα, τὰ σαθρὰ καὶ ὀθνεῖα.

Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἰς διαφόρους χώρας τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν Γαλλίαν, Ἰταλίαν καὶ Ἀγγλίαν, Ἐλβετίαν κ.ἀ., ὑπάρχουν καὶ γυναῖκες σεμναί, τίμιαι, ἠθικαί, θεοφοβούμεναι, σεμνῶς ἐνδεδυμέναι καὶ γενικῶς δὲ παρὰ τοῖς καθολικοῖς ἀπαγορεύεται ἡ ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς εἴσοδος γυναικῶν ἀσέμνως ἐνδεδυμένων. Ἀλλ᾿ αἱ ἀνωτέρω Ἑλληνίδες ἐμιμήθησαν τὰς ἐπὶ τῶν σκηνῶν τῶν θεάτρων καὶ κινηματογράφων.

Πρὸ 60 ἐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχε γυνὴ ἀσέμνως ἐνδεδυμένη, οὔτε πλουσία οὔτε πτωχή, οὔτε μεγάλη οὔτε μικρή· ἐντρέπετο νὰ ἴδῃ τις γυμνὸν ὄχι τὸ χέρι, ἢ πόδι, ἢ τράχηλον ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπόν των. Διὰ τοῦτο αἱ μὲν τῶν πόλεων, ἰδίως αἱ τῶν πλουσίων κυρίαι, ὅταν ἐξήρχοντο εἰς περίπατον, ἢ μετέβαινον εἰς ἐπισκέψεις, εἶχον καλύπτρας εἰς τὸ πρόσωπον, αἱ δὲ τῶν ἐπαρχιῶν, ἰδίως τῶν χωρίων, εἶχον μανδήλας, μὲ τὰς ὁποίας ἐκάλυπτον ὄχι μόνον τὰς κεφαλάς, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα καὶ μόνον γυμνὸν μέρος ἔμενον οἱ ὀφθαλμοὶ διὰ νὰ βλέπωσι καὶ ἡ ῥὶς διὰ νὰ ἀναπνέωσιν· πολλάκις ἐκάλυπτον καὶ τὴν ῥῖνα καὶ ὅταν συνήντων ἢ ὡμίλουν μὲ ἄνδρας ἔνευον πρὸς τὰ κάτω· σπάνιαι ἐβάφοντο· ἐβάφοντο ἰδίως αἱ τῶν θεάτρων καὶ τῶν οἴκων ἀνοχῆς.

Εἰς τὰς περισσοτέρας ἐκκλησίας εἶχον τὰ λεγόμενα δικτυωτά, διὰ νὰ μὴ βλέπουν οἱ ἄνδρες τὰς γυναίκας, δι᾿ αὐτὸ αἱ πορνεῖαι, αἱ μοιχεῖαι, αἱ ἐκτρώσεις, τὰ διαζύγια ἐσπάνιζον, ἡ δὲ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας ἥτις ἐγενικεύθη ἀκόμη καὶ εἰς τὰ μικρότερα χωρία τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὰ ἀγροικίας, ἧτο ἄγνωστος καθὼς ἧτο ἄγνωστον καὶ τὸ σιγάρο καὶ ἡ χαρτοπαιξία εἰς τὰς γυναίκας. Ὁμοίως πολλοὶ ἄνδρες μεταβαίνοντες εἰς Εὐρώπην καὶ μαθόντες ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουν μασόνοι ἔχοντες μασονικὰς στοάς, ἐμιμήθησαν τούτους καὶ ἐπιστρέψαντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, μετελαμπάδευσαν καὶ μετεφύτευσαν τὸν μασονισμόν, ἱδρύσαντες στοάς, ἀγωνιζόμενοι ὅπως προσελκύσουν καὶ προπαγανδίσουν, ὅσους δυνηθοῦν εἰς τὴν μασονίαν· ἄλλοι ἐγένοντο χιλιασταί, κομμουνισταί, πνευματισταί, αἱρετικοί, κακόδοξοι καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο υἱοὶ τοῦ σκότους οἱ πρῴην υἱοὶ τοῦ φωτός, προσπαθούν μὲ φανατισμὸν νὰ σκοτίσουν καὶ ἄλλους καὶ εἰ δυνατὸν νὰ κάμουν πάντας ὁμοίους των.

Ἀλλὰ τὸ πλέον λυπηρὸν καὶ ἄξιον θρήνων εἶναι ὅτι καὶ κληρικοὶ μεταβαίνοντες εἰς Εὐρώπην καὶ Ἀμερικὴν ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων ἔπαθον τὰ ὅμοια· βλέποντες τοὺς ἑτεροδόξους κουρευμένους, ξυρισμένους χωρὶς ῥάσα, ὡς λαϊκοὺς ἐνδεδυμένους, τοὺς ἐμιμήθησαν δικαιολογούμενοι καὶ προφασιζόμενοι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ὅτι δῆθεν οἱ Εὐρωπαίοι κληρικοὶ εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ ἡμᾶς, εἶναι πολιτισμένοι, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ἀπολίτιστοι, ἀσυγχρόνιστοι, μὲ τὰ ῥάσα δὲ καί μὲ τὰ γένεια εἴμεθα ἄγριοι, καὶ ὅτι τὰ ῥάσα δὲν κανοῦν τὸν παπᾶ καὶ ὅτι οἱ ξένοι ὅταν φορῶμεν ῥάσα μᾶς χλευάζουν. Ταλαίπωροι! Πόσον πλανᾶσθε! Ὥστε οἱ Ἅγιοι Προφῆται, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁ Ἁγιώτερος πάντων τῶν ἀνθρώπων Τίμιος Πρόδρομος, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν γενόμενος ἄνθρωπος ποὺ εἶχαν γένεια καὶ μύστακα, ἦσαν ἄγριοι ἀπολίτιστοι!

Ἐντροπή σας! Λείπεται νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι καὶ ὁ Θεὸς ὁ Οὐράνιος Πατὴρ θὰ εἶναι ἀπολίτιστος καὶ ἀσυγχρόνιστος διότι παραγγέλλει εἰς τὸ Λευϊτικὸν (ιθ´ 27) κοινῶς εἰς πάντας, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τοὺς ἱερεῖς νὰ μὴ ξυρίζωσι τὸ γένειον «Οὐ φθαρεῖτε τὴν ὄψιν τοῦ πώγωνος ὑμῶν.» Συμφωνῶ καὶ ἑγὼ ὅτι τὰ ῥάσα δὲν κάμνουν τὸν παπᾶ, τὸν κάμνουν τὰ καλὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ παπᾶς χωρὶς ῥάσα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παπᾶς. Παπᾶς δὲ κουρεμένος, ξυρισμένος τελείως, παπᾶς μὲ γυναικείαν ὄψιν, γυναικοπρόσωπος, δὲν εἰμπορεῖ νὰ εἶναι παπᾶς.

Παπᾶς φοιτῶν εἰς θέατρα, παίζων, διασκεδάζων, χορεύων, πηδῶν καὶ κατόπιν τελῶν τὰ φρικτὰ μυστήρια, δὲν εἶναι παπᾶς, εἶναι θεομπαίκτης, εἶναι καραγκιόζης! Παπᾶς ὅστις φοβούμενος μήπως τὸν χλευάσουν οἱ ἀλλόθρησκοι βγάζει τὰ ῥάσα του, ἐὰν τοῦ χλευάσουν καὶ τὴν πίστιν του ἑπόμενον νὰ τὴν ἀρνηθῇ! Διότι «ὁ εὐχερῶς ὑπὸ τῶν μικρῶν ἡττώμενος, εὐχερῶς καὶ ὑπὸ τῶν μεγάλων ἡττηθήσεται» λέγει ὁ σοφὸς Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής.

Ἀλλὰ τί εἴπω καὶ λαλήσω; Μακάριοι οἱ λέγοντες εἰς ὦτα ἀκουόντων. Φοβοῦμαι μήπως ὁμιλῶ καὶ γράφω εἰς ὦτα ἐχόντων ὦτα ἀλλὰ μὴ ἀκουόντων, ἐχόντων ὀφθαλμοὺς ἀλλὰ μὴ βλεπόντων. Φοβοῦμαι μήπως ἔφθασαν αἱ ἡμέραι αἱ πονηραὶ ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ Μέγας Ἀντώνιος μίαν προφητείαν εἰς τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς καὶ εἰς ἀκροατάς του, οἵτινες πολλαχόθεν προσέτρεχον πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ τὸν ἴδωσι καὶ ἀκούσωσι τὴν γλυκυτάτην διδασκαλίαν του ὀνομάζοντες αὐτὸν ἄνθρωπον Θεοῦ. «Ἀκούσατε, ὦ τέκνα μου, τοῖς εἶπεν, ἔρχεται καιρὸς καθ᾿ ὃν οἱ ἄνθρωποι θὰ μανῶσι (θὰ τρελλαθῶσι), ἐπὰν δὲ ἴδωσί τινα μὴ μαινόμενον ἐπαναστατήσοναι κατ᾿ αὐτοῦ λέγοντες· ἡμεῖς μαινόμεθα, ἵνα τί σὺ οὐ μαίνει»; Ἡ προφητεία αὕτη τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου ἤρχισεν εἰς τινὰς ἄνδρας καὶ γυναίκας νὰ ἐκπληροῦται ἐξ ὅσων ἀνωτέρω εἴπομεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν λεγομένων καλλιστείων δηλ. τῶν ἐπιδείξεων γυμνῶν γυναικείων σωμάτων.

Ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων καὶ ἐπὶ Χριστοῦ ὡς ἀναφέρουν οἱ ἱεροὶ εὐαγγελισταί, ἀλλὰ καὶ σήμερον μόνον οἱ τρελλοὶ καὶ οἱ δαιμονισμένοι ξεσχίζουν τὰ ἱμάτιά των καὶ ἐλαυνόμενοι ὑπὸ τῆς μανίας καὶ τῶν δαιμόνων περιφέρονται γυμνοὶ εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ἐρήμους καὶ τοὺς ὁποίους οἱ συγγενεῖς των καὶ οἱ λοιποὶ φρόνιμοι ἄνθρωποι τοὺς δένουν μὲ σιδηρᾶ καὶ ἁλύσεις καὶ ἐφ᾿ ὅσον διαρκεῖ ἡ τρέλλα, τοὺς κλείουν εἰς φρενοκομεῖα. Ὅμοιόν τι μὲ τὰ ἀνωτέρω πάσχουσι καὶ αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι σπεύδουν ἐπιδεῖξαι γυμνὰς τὰς σάρκας των. Ταύτας ὀφείλουν οἱ γονεῖς, οἱ ἀδελφοί, οἱ συγγενεῖς, οἱ φίλοι νὰ τὰς περιορίζωσι καὶ ἐὰν ἐπιμενοῦν τότε νὰ μεταχειρισθῶσιν ἁλύσεις καὶ σίδηρα καὶ ξύλο, διότι ὅταν τὰς ἀφίνουν ἐλευθέρας εἶναι φανερόν, ὅτι καὶ αὐτοὶ πάσχουν τὴν ἰδίαν ἀσθένειαν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοί ποὺ τρέχουσι νὰ τὰς ἴδωσι καὶ θαυμάσωσι, νὰ τὰς τιμήσωσι καὶ νὰ τὰς δοξάσωσι καὶ νὰ ταῖς ἀποδώσωσι λατρείαν οἵαν ἀπέδιδον, οἱ ἄγνωστοι καὶ ἀσελγεῖς ἀρχαῖοι τῇ ψευδοθεᾷ Ἀφροδίτῃ.

Ἄξιος ἐπαίνου εἶναι ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἐδέσσης ὅστις δι᾿ ἐπιτιμίου ἀφορισμοῦ ἠμπόδισε τὴν ἐπίδειξιν καλλιστείων εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ ἔπρεπε πάντες οἱ μητροπολῖται νὰ τὸν μιμηθῶσι. Ποῦ εἶσθε Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδη, ποῦ εἶσθε τῶν παρελθόντων αἰώνων διδάσκαλοι καὶ κήρυκες τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὶ Κοσμᾶ Αἰτωλέ, Μακάριε Νοταρᾶ, Νικηφόρε Θεοτόκη, Εὐγένιε Βούλγαρη, Ἀθανάσιε Πάριε, Νικόδημε Ἁγιορεῖτα, Χριστοφόρε Παπουλάκε;

Ποῦ εἶσθε Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, οἵτινες ἐπὶ πέντε αἰῶνας ὑπὸ κάτω τοῦ σκληροτάτου ζυγοῦ τῆς δουλείας ἐφυλάξατε ἀκριβή, ἀνόθευτον καὶ ἀσάλευτον τὴν ὀρθόδοξον πίστιν ἡμῶν, τὰς ἱερὰς παραδόσεις καὶ ὅλα τὰ σεμνὰ καὶ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, διὰ νὰ ἴδητε τὴν κατάντια τῆς σημερινῆς γενεᾶς καὶ νὰ κλαύσητε καὶ θρηνήσετε τὴν σημερινὴν ἐλεεινὴν καὶ οἰκτράν μας κατάστασιν!

Ποῦ εἶσαι Ἠλία Μηνιάτη, διαπρύσιε κῆρυξ τῆς Ἐκκλησίας νὰ κηρύξῃς στεντορείως. Ὢ καιροί! Ὢ ἤθη! Υἱοὶ τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; Ὦ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίδες ὅσοι ἐπλανήθητε ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους, ὅσοι ἐσκοτίσθητε, ἀποδιώξατε τὸ σκότος, προσέλθετε εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ Φωτὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὅστις εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε καὶ τὰ πρόσωπά σας δὲν θέλουν καταισχυνθῇ, προσέλθετε ἐν μετανοίᾳ εἰλικρινεῖ, προσέλθετε χωρὶς ἀναβολήν, ὅτι τὸ τέλος ἤγγικεν, ὁ θάνατός ἐστιν ἄδηλος καὶ ἐν τῷ ἄδη οὐκ ἔστι μετάνοια.

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μεταξὺ ἄλλων σημείων, ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν ὀλίγον πρὸ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου καὶ περὶ ὧν ἀναφέρουσιν οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελισταί, τοὺς εἶπε ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γραμμένα ἀλλὰ διεσώθη ἐκ παραδόσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς ἀρχαῖον βιβλίον. Ὅταν ἴδητε τὰ ἀνωτέρω σημεῖα καὶ ὅταν γίνωσιν αἱ γυναῖκες ἄνδρες καὶ οἱ ἄνδρες γυναῖκες, τότε νὰ γνωρίσητε ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος.

Τὸ βλέπομεν καὶ αὐτὸ σήμερον. Πόσαι γυναῖκες δὲν περιπατοῦν μὲ πανταλόνια καί μὲ σιγάρα στα χέρια καὶ στα στόματα, οἱ δὲ ἄνδρες των καὶ οἱ πατέρες των καὶ αἱ μητέρες των τὰς καμαρώνουν!

Ὁ δὲ φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας Θεῖος Χρυσόστομος ἐρωτηθεὶς πότε ἔρχεται τὸ τέλος, ἀπήντησεν, ὅταν ἐκλείψῃ ἡ αἰδὼς ἀπὸ τὰς γυναίκας. Ἡ αἰδὼς οὐ μόνον ἐξέλιπεν ἀπὸ τὰς πλείστας τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ ὡς ἔγραψεν ὀρθότατα καὶ ἀληθέστατα ὁ φιλευσεβέστατος καὶ ζηλωτὴς τῶν πατρίων ἀγαπητὸς κ. Μ. Τριανταφύλλου εἰς φυλλάδιόν του δημοσιευθὲν ἐν Θεσσαλονίκῃ τὸ 1950 «Ἡ αἰδὼ ἐν διωγμῷ».

Τὸ νὰ ἐξετάζωμεν διὰ νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συντελείας τοῦ κόσμου καὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας δὲν μας ὠφελεῖ τόσον, ὅσον μᾶς ὠφελεῖ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι τὸ τέλος εἶναι ἐγγύς, ὅτι θὰ ἀποθάνωμεν, ὅτι μετὰ θάνατον ὑπάρχει ζωὴ αἰώνιος, ὅτι θὰ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν ἰδίων ἔργων ἢ δοξασθήσεται ἢ αἰσχυνθήσεται καὶ ὅτι ἡ Παρουσία τοῦ Κυρίου θὰ ἔλθῃ αἰφνιδίως καὶ ὡς ἀστραπή, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι ὡς παραγγέλλει ἡμῖν ὁ Κύριος «Προσέχετε ἑαυτοῖς μήποτε βαρυνθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιωτικαῖς καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς· ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι, ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κβ´ 34-35).

Ἐπανέλθομεν ἐπὶ τὸ προκείμενον. Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης ζήσαντες εὐσεβῶς, ὁσίως καὶ δικαίως καὶ φυλάξαντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, μετέβησαν πρὸς τὰς αἰωνίους μονάς, διὰ νὰ αἰνῶσι καὶ δοξολογῶσιν ἀκαταπαύστως μετὰ τῶν Ἀγγελικῶν Ταγμάτων καὶ τῶν Ἁγίων Πάντων τὸν Ποιητὴν καὶ Δεσπότην καὶ Βασιλέα τοῦ παντός. Καὶ ὁ μὲν Παπαδιαμάντης ἐκοιμήθη ἐν Σκιάθῳ κατὰ τὸ ἔτος 1911. Ὁ δὲ Μωραϊτίδης, γενόμενος μοναχὸς καὶ μετονομασθεὶς Ἀνδρόνικος, ἐκοιμήθη ὡσαύτως εἰς Σκιάθον κατὰ τὸ 1929. Καὶ οἱ δύο εἶχον πόθον νὰ ἤρχοντο νὰ ἐμόναζον ἐνταῦθα εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τῆς Λογγοβάρδας. Ὁ μὲν Παπαδιαμάντης μόλις ἤκουσεν ὅτι ᾖλθον εἰς τὴν Μονὴν καὶ ἔγινα μοναχὸς καὶ ἐχειροτονήθην διάκονος, μοὶ παρήγγειλεν νὰ τὸν περιμένω ἐπιστρέφοντα ἐκ Σκιάθου ἔνθα μετέβαινε, ἀλλ᾿ ἀπελθὼν δὲν ἐπέστρεψε, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον. Ὁ δὲ Μωραϊτίδης ἐπειδὴ εἶχεν ἔλθῃ μικρὸς εἰς τὴν Μονὴν διὰ νὰ μονάση, μαθητὴς ὧν τοῦ Γυμνασίου ἐν Σύρῳ, πλησίον τοῦ θείου τοῦ Ἱερομονάχου Διονυσίου διδασκάλου Πνευματικοῦ καὶ Ἱεροκήρυκος, καὶ μὴ δεχθεὶς παρὰ τοῦ τότε Ἡγουμένου Ἱεροθέου Βουτσινιώτου ἐπειδὴ ἧτο μικρὸς τῇ ἡλικία, ἐπέστρεψεν εἰς Σύρον καὶ τελειώσας τὸ Γυμνάσιον εἰσήχθη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐσπούδασε τὴν φιλολογίαν καὶ γενόμενος Καθηγητὴς ἐδίδαξεν ὀλίγα ἔτη, νυμφευθεὶς γυναῖκα τιμίαν καὶ σεμνὴν ἥτις εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου της ἐγένετο μοναχὴ Ἀθανασία ὀνομασθεῖσα.

Ἔζησε μετ᾿ αὐτῆς ἐν παρθενίᾳ, ἀφοσιωμένος εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν συγγραφὴν βιβλίων καὶ μετάφρασιν τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων Γρηγορίου καὶ Μ. Βασιλείου. Εἶχε σκοπὸν ἐὰν ἔζη νὰ μετέφραζε, ὡς μοὶ ἔγραφε, εἰς τὴν καθομιλουμένην ἀμφοτέρων τῶν διδασκάλων τὰ ἅπαντα· μοὶ ἔστειλε δὲ μερικὰ ἀποσπάσματα μεταφρασμένα· ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ ἔτος 1909-1929 εἴχομεν τακτικὴν ἀλληλογραφίαν καὶ εἶχον πολλὰς ἐπιστολάς του καὶ ἀποσπάσματα μεταφράσεων τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου καὶ Μ. Βασιλείου. Τὰ ὁποῖα ἐλθόντες οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς κατοχῆς καὶ ποιήσαντες ἔρευναν εἰς τὸ κελλίον μου καὶ γραφεῖον, ἀφήρεσαν αὐτὰ ὅλα μετ᾿ ἄλλων ἐπιστολῶν. Ὁ πόθος του ἧτο νὰ ἐγίνετο μοναχὸς εἰς τὴν Λογγοβάρδαν εἰς τὴν ὁποίαν ἦλθε παῖς ὧν μὲ σκοπὸν νὰ μονάση. Ἀλλὰ μεταβὰς εἰς τὴν πατρίδα του ἐκάρη ἐκεῖ μοναχὸς ὑπὸ τοῦ τότε Ἁγίου Χαλκίδος κυροῦ Γρηγορίου καὶ ἐκεῖ παρέδωκε τὸ μὲν πνεῦμα εἰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ σῶμα εἰς τὴν γενέτειραν αὐτοῦ. Ἔπρεπε ἡ γεννήσασα καὶ θρέψασα αὐτοὺς ἰδιαιτέρα πατρὶς νὰ δεχθῇ ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς τὰ λείψανα αὐτῶν. Ὁ Μωραϊτίδης ἐκτὸς τῆς φιλολογίας, φιλοτεχνίας καὶ θεολογίας εἰς ἃς ἠσχολεῖτο, ἧτο καὶ ἄριστος ὑμνογράφος καὶ ἀσματογράφος καὶ πολλοὺς Ἁγίους καὶ Ἁγίας ἐστόλισε δι᾿ ᾀσμάτων καὶ ἐγκωμίων.

Δίκαιον καὶ πρέπον νὰ καυχᾶται οὐ μόνον ἡ Σκιάθος, ἀλλὰ καὶ σύμπασα ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν ξυνωρίδα τῶν δύο τούτων νεωτέρων διδασκάλων καὶ λογογράφων, ὅτι εἰς τὰς πονηρὰς ταύτας ἡμέρας, εἰς τὴν γενεὰν τὴν πονηρὰν μοιχαλίδα καὶ ἁμαρτωλὸν τοιοῦτοι ἀνεφάνησαν βλαστοί, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν νὰ μιμηθῶσι ὅλοι οἱ νεώτεροι ἠθικολόγοι, λογογράφοι καὶ λογοτέχναι· νὰ μὴ γράφωσι καὶ λέγωσι μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ ποιῶσιν. Ἐπειδὴ ὁ ποιήσας πρῶτον καὶ δεύτερον διδάξας, μέγας κληθήσεται ἐν τῇ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

https://www.papadiamantis.org/articles/49-articles/107-2011-10-03-12-44-35

 

isixastis22

Αρχιμ. Εφραίμ Καθηγουμένου Ι. Μονής Φιλοθέου 


Όταν ακόμη ήμεθα κοντά στον μακαριστό Γέροντα μου Ιωσήφ, πολλές φορές, για να μάς ωφελήσει, έπιανε και μάς εδιηγείτο την ζωή του. Ξεκινούσε από την παιδική ηλικία και λέγοντας μας όσα πράγματα είχε γνωρίσει μάς ωφελούσε πολύ. Μάς έλεγε πράγματα που εμείς δεν εγνωρίζαμε και, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, μάς ωφέλησαν πολύ μετά την αποδημία του για τον άλλο κόσμο. Θα ήθελα να σάς εκθέσω μερικά από αυτά τα πράγματα που μάθαμε ή βιώσαμε κοντά του και προς ιδικήν σας ωφέλεια.

Όπως ξέρετε, όταν ο Γέροντας ήταν στον κόσμο, δεν είχε καθόλου θρησκευτικότητα, ήταν ένας αγνός νέος, λογικός, δίκαιος, τίμιος και μισούσε πάρα πολύ το άδικο. Προήρχετο από πολύ φτωχή οικογένεια και από νωρίς επιδόθηκε με ζήλο στο εμπόριο, με σκοπό να βοηθήσει την οικογένειά του και να πλουτίσει. Με την εξυπνάδα και τις ικανότητές του κατάφερε, ευθύς εξ αρχής αφ' ότου ήλθε στην Αθήνα, να προκόψει στο εμπόριο και να δημιουργήσει ικανή περιουσία. Πριν τον επισκεφθεί ο Θεός και του δώσει τη μεγάλη μετάνοια, είχε αρραβωνιασθεί, αλλά, καθώς έλεγε ο ίδιος, ζούσε τόσο προσεκτικά, ώστε ποτέ δεν άγγισε τη μνηστή του φοβούμενος μήπως φθάσει στο σημείο να την ασπασθεί. 

Κάποια μέρα διάβασε ένα θρησκευτικό βιβλίο και τον σαγήνευσε. Δημιουργήθηκε μέσα του μια λύπη, μια αθυμία και μια βαριεστημάρα προς τα εγκόσμια. Όταν τον είδαν έτσι άκεφο οι κόρες της ιδιοκτήτριας του σπιτιού στο οποίο έμενε, τον ρώτησαν την αιτία και, για να τον βοηθήσουν, του έδωσαν να διαβάσει  το «Νέον Εκλόγιον», ένα βιβλίο με μια πολύ καλή επιλογή βίων Αγίων.

Απόρησε ο Γέροντας όταν το διάβασε, δεν μπορούσε να πιστέψει πως υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι που αγωνίσθηκαν για το Θεό τόσο σκληρά στη ζωή τους, που έκαμαν με τη βοήθεια Του τόσα και τέτοια τέρατα και σημεία. Τότε του ήρθε η μνήμη του Θεού κι από τότε ο Θεός έστειλε τη μετάνοια, έστειλε το φωτισμό του, του άνοιξε το νου κι άρχισε να σκέπτεται για την ψυχή του.

Από τότε άρχισε η νέα πνευματική σταδιοδρομία του. Εξομολογήθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του στον πνευματικό τις αμαρτίες του με πολλά-πολλά δάκρυα, άρχισε να «κρυώνει» προς το εμπόριο, που το θεωρούσε πλέον εμπόδιο και αμαρτία στην καινούρια του πορεία, το εγκατέλειψε κι άρχισε να εργάζεται πολύ απλά εδώ κι εκεί, για να κερδίζει μόνο το ψωμί του. Τις μέχρι τότε οικονομίες του άρχισε να τις δίνει ελεημοσύνη, για να συγχωρηθεί ο πατέρας του, ενώ παράλληλα πήγαινε σε διάφορα προσκυνήματα, για να τονωθεί η πίστη του και η μετάνοια του. 

Πριν αναχωρήσει για το Άγιον Όρος, ήθελε να ελέγξει κάπως τις δυνατότητές του για τη μοναχική ζωή και προσπαθούσε να ασκηθεί, όσο μπορούσε, μέσα στον κόσμο. Πήγαινε στην Πεντέλη και θέλοντας να μιμηθεί τους στυλίτες ξενυχτούσε πάνω στα δένδρα, νήστευε πολύ (περνούσε το εικοσιτετράωρο με λίγο ψωμί ή ένα-δυο λουκούμια), ντυνόταν απλά, σκορπούσε τα χρήματά του και με λίγα λόγια άρχισε να μιμείται τους αγίους. 

Όταν πια είδε ότι μπορεί να ασκηθεί, να γίνει μοναχός, το αποφάσισε. Αφού αποκατέστησε την αδελφή του δίνοντας της την ανάλογη προίκα και σε ηλικία 24-25 ετών ξεκίνησε για το Άγιον Όρος. Σκοπός του ήταν να μπει στην υπακοή κάποιου ασκητή που να τρώει μόνο χόρτα, να αγρυπνά όλη τη νύχτα και να νήφει. Γι’ αυτό και κατευθύνθηκε προς την έρημο. Μα τέτοιον ασκητή που γύρευε δεν βρήκε, γιατί, καθώς του είπαν, οι τέτοιου είδους αγωνιστές είχαν εκλείψει. Υπήρχαν κάποιοι ασκητές που έτρωγαν μια φορά την ημέρα, αλλά όχι μόνο χόρτα. Μπήκε στην υπακοή του γέρο-Δανιήλ, του Γέροντα των Δανιηλαίων, ανθρώπου πολύ πνευματικού, έμεινε ένα διάστημα κοντά του, του διάβαζε το Ψαλτήρι κι από την πολλή κατάνυξη έκλαιγε. Είδε ο γερο-Δανιήλ την πνευματικότητά του και τον έστειλε πάλι στη σπηλιά του, για να ασκηθεί μόνος του. Σε λίγο, για να μην πέσει σε πλάνη, πράγμα που κινδυνεύουν να πάθουν όσοι ασκούνται μόνοι τους, του έστειλε τον γέρο-Αρσένιο, έναν απλοϊκό μοναχό που είχε έρθει από την Ιερουσαλήμ και ποθούσε την ησυχία. Με την υπόδειξη τότε του γέρο-Δανιήλ ο Γέροντας και ο γέρο-Αρσένιος πήγανε και κοινοβιάσανε στο γέρο-Εφραίμ και τον γέρο-Ιωσήφ, οι οποίοι ήταν συγγενείς, Αρβανίτες στην καταγωγή, και μόναζαν μαζί στα Κατουνάκια

Θα σάς αναφέρω ένα περιστατικό, για να δείτε πόσο ο Γέροντας αγωνίσθηκε πάνω στο πάθος του θυμού, γιατί, όπως ξέρετε, ήταν λίαν θυμώδης. Κάποια μέρα ένας γείτονας μοναχός Κρητικός άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τον γέρο-Εφραίμ άδικα για κάποιο λόγο. Ο Γέροντας, νέος με ζωντανά τα πάθη ακόμα μέσα του, σκέφθηκε να βγει έξω αγανακτισμένος να «ταχτοποιήσει» τον μοναχό, γιατί άδικα στενοχωρούσε το Γέροντά του. Όμως κρατήθηκε, μπήκε στο ναό του Ευαγγελισμού, έπεσε στο έδαφος κι άρχισε να επικαλείται την Παναγία να τον συγκρατήσει από κάποια ενδεχομένως ακραία συμπεριφορά. Κλαίγοντας και οδυρόμενος, βρέχοντας το έδαφος με την πλημμύρα των δακρύων του είδε ότι το πάθος του θυμού υποχώρησε, ηρέμησε, λογικεύθηκε και βγαίνοντας έξω τακτοποίησε το πράγμα με πολλή αγάπη. Όπως εκ των υστέρων ομολογούσε ο Γέροντας, αν δεν κυριαρχούσε στο θυμό του εκείνη τη μέρα, ίσως και να σκότωνε τον μοναχό γιατί είχε τόση ανδρεία και δύναμη μέσα του, που μπορούσε να τα βάλει με δέκα και να τους νικήσει. Αυτή ήταν η πρώτη νίκη στο μοναχικό του στάδιο

Μετά την κοίμηση του γέρο-Εφραίμ και του γέρο-Ιωσήφ οι δύο μοναχοί φλεγόμενοι από τον πόθο για σκληρότερη ασκητική ζωή ανέβηκαν στον Άγιο Βασίλειο που τους ήταν γνωστός όπως και άλλες σπηλιές μεγάλων οσίων του Αγίου Όρους του αγίου Αθανασίου του Λαυριώτου, του οσίου Νείλου του Μυροβλήτου του άγιου Πέτρου του Αθωνίτου πριν μονάσουν κοντά στον παππού Εφραίμ. Μια φορά βαδίζοντας από τον Άγιο Βασίλειο προς την Λαύρα, όπου ήταν ο  πνευματικός τους, για να εξομολογηθούν και να λειτουργηθούν, καθώς έφθασαν στη θέση «Κρύα Νερά» κάτω από τον Άθωνα, από το πολύ χιόνι, την ταλαιπωρία και την εξάντληση από την υπερβολική νηστεία ο Γέροντας απέκαμε. Σταμάτησαν άναψαν λίγη φωτιά να ζεσταθούν κι όλη τη νύχτα την πέρασαν κάνοντας μετάνοιες, μέχρι που ξημέρωσε και γύρισαν πίσω. 

Για να βιάζει ο Γέροντας τον εαυτό του σε ολονύχτια ορθοστασία (δέκα-ώρες), έφτιαξε ένα μπαστούνι κάπως διαφορετικό από τα συνηθισμένα, όπως έχετε  δει, και κει πάνω ακουμπούσε και προσηύχετο με ή χωρίς το κομποσχοίνι. Μια φορά ποιος ξέρει μετά από πόσες ώρες τέτοιας αγρυπνίας έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε κάτω. Όταν συνήλθε, ένιωσε τον εαυτό του πεσμένο κάτω την εικόνα της Παναγίας και το καντηλάκι του πεσμένο κάτω και χυμένο πλάι του, το μπαστούνι πεταμένο πέρα μακρυά. Άλλοτε πάλι έκανε έγκλειστος, δεν έβγαινε καθόλου. Από το παραθυράκι κατά διαστήματα ο γέρο-Αρσένιος του έδινε το παξιμαδάκι. Μια νύχτα άνοιξε το παράθυρο να πάρει αέρα, ζαλίστηκε κι έπεσε απ' το παράθυρο.

Κάποτε σε μιαν εορτή, ο γέρο-Αρσένιος πήγε σε γειτονική καλύβη για να  κοινωνήσει, ενώ ο Γέροντας αγρυπνούσε μόνος του με πολύ πένθος και μία αίσθηση της αμαρτωλότητος και αναξιότητός του, διότι οι άλλοι πατέρες θα μεταλάμβαναν, ενώ αυτός θα έμενε άμοιρος αυτής της χάριτος για τις αμαρτίες του. Ξαφνικά ένιωσε ένα σκούντημα στο κεφάλι, σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε και μέσα στα σκοτεινά είδε μια λάμψη. Μέσα στη λάμψη ήταν ένας ωραιότατος άγγελος που κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα κουτάκι ολόλαμπρο και στο δεξί μία λαβίδα. Ο Γέροντας ευρισκόμενος υπό την επήρεια του πνευματικού αυτού φαινομένου και του μυστηρίου της χάριτος της οπτασίας κατάλαβε αθέλητα και χωρίς να σκεφθεί γιατί σ' αυτές τις στιγμές ο άνθρωπος παύει να σκέφτεται αισθάνεται κατά το σύνηθες έκαμε αυτό που ο Θεός του έλεγε να κάνει:  Άνοιξε το στόμα του, κοινώνησε από του αγγέλου το χέρι με Άγιον Άρτον και έφυγε ο άγγελος, έσκυψε πάλι το κεφάλι του και δυναμωμένος από το γεγονός συνέχισε την ευχή. 
  
Πολλές είναι οι ασκήσεις που έκαμνε ο Γέροντας και με τη χάρη του Θεού κατάφερε να αγνίσει τελείως τον εαυτό του κυρίως από το σαρκικό πάθος. Η θέση του μονάχου απέναντι στο πάθος το σαρκικό, πρέπει να είναι πόλεμος στήθος με στήθοςΟι σαρκικοί λογισμοί να αντιμετωπίζονται με ξύλο. «Σκοτώστε τον εαυτό σας», μας έλεγε, «για να ζήση η ψυχή». Εάν δεν αντιμετωπίσομε αυτό το θηρίο κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν υποτάσσεται η σάρκα στο πνεύμα. «Το ξύλο θα τόχετε κάτω από το μαξιλάρι και, μόλις έλθουν οι λογισμοί, ξύλο! Έτσι σιγά-σιγά ο άνθρωπος αποκτά το άνθος και την ευωδία της αγνότητας και της καθαρότητας, πράγμα που έχει πολλή παρρησία στο Θεό». 

Η αγνότης του Γέροντος ήταν κάτι το θαυμαστό. Θυμάμαι, όταν έμπαινα το βράδυ στο κελλάκι του, ευωδίαζε όλο. Η δε οσμή της προσευχής του αισθανόμουν να διαποτίζει ό,τι τον περιέβαλε, επηρεάζοντας όχι μόνο τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές μας αισθήσεις. Όταν μάς μιλούσε για την αγνότητα της ψυχής και σώματος, έφερνε πάντοτε ως παράδειγμα την Παναγία μας. «Δεν μπορώ να σάς περιγράψω», έλεγε, «πόσο αρέσει στην Παναγία μας η καθαρότης και η σωφροσύνη. Επειδή αυτή είναι η μόνη αγνή Παρθένος, γι' αυτό και όλους έτσι μάς θέλει και μάς αγαπά». Και πάλι έλεγε: «Δεν υπάρχει άλλη πιο ευωδιαστή θυσία προς τον Θεό, σαν την αγνότητα του σώματος, που αποκτάται με αγώνα και αίμα. Γι' αυτό βιασθείτε! Μη δέχεσθε καθόλου τους αισχρούς λογισμούς!» 

Όταν ήμεθα στη Νέα Σκήτη, ήρθε κάποιος μοναχός και είπε στον Γέροντα ότι είχε σαρκικό πόλεμο και τα σχετικά. Ο Γέροντας του είπε να κόψει το κρασί, να «σφίξει τη ζώνη του», να διώχνει τις αισχρές φαντασίες, να χρησιμοποιεί το ξύλο και να είναι σίγουρος ότι ο πόλεμος θα υποχωρήσει. Μετά από κάποιο διάστημα ξανάρθε ο μοναχός και είπε ότι ακολούθησε την εντολή, αλλά ο πόλεμος συνεχιζόταν. Του 'δωσε το ξύλο ο Γέροντας, για να του δείξει πώς χτυπάει τον εαυτό του, μα εκείνος στην ουσία χάιδευε το σώμα του. Τότε ο Γέροντας άρπαξε το ξύλο, σήκωσε το ζωστικό και με τρεις που έδωσε στα πόδια το’ σπασε το ξύλο. Απόρησε ο μοναχός. «Παιδάκι μου, έτσι βγαίνουν τα δαιμόνια! Όχι με χαϊδέματα!» 

Έλεγε μάλιστα ο Γέροντας σχετικά, ότι μια μέρα κάνοντας την ευχή, καθώς έκλεισε τα μάτια του, είδε μπροστά του ένα δαίμονα. Φώναξε τον γέρο-Aρσένιο ν' ανάψει φωτιά, μια και μετά από πάλη τον είχε δέσει, ώστε να τον κάψουν. Όταν κατάλαβε ο δαίμονας, έγινε κόρακας κι έφυγε. Όταν ξύπνησε ο Γέροντας, είδε ότι είχε απελευθερωθεί από το πάθος της σαρκός. Οι τοίχοι του κελλιού του ήταν χαλασμένοι από τις μπουνιές και τα κτυπήματα, δείγματα της πάλης του με τους δαίμονες. 

 Μέσα στην αδελφότητά μας, στη μικρή μας συνοδεία, βασικό στοιχείο της μοναστικής μας ζωής ήταν και η αγρυπνία. Μάς το τόνιζε ο Γέροντας ότι χωρίς αγρυπνία προκοπή δεν γίνεται, δεν αποκτά θεμέλιο ο μοναχός. Και όπως ξεύρετε, ήταν καθιερωμένο, από την πρώτη νύχτα που θα ερχόταν κάποιος δόκιμος στη συνοδεία μας έπρεπε ούτως ή άλλως να αγρυπνήσει. Αγρυπνούσαμε όλη τη νύχτα, Ιδιαίτερα το καλοκαίρι που η νύκτα είναι μικρή. Η αγρυπνία μας ήταν δέκα ώρες:  κομποσχοίνι, μετάνοιες, μελέτη και λογισμοί στον Γέροντα. Μα μπόρεσες να κοιμηθείς το απόγευμα, μα δεν μπόρεσες εξαιτίας πειρασμού ή για κάποιον άλλο λόγο, η αγρυπνία σου θα γίνει! Αυτό ήταν το τυπικό. Ουδεμία συγκατάβασις συγχωρείτο από μέρους του Γέροντος, ώστε να μην αγρυπνήσει ο αδελφός. Μάς γύμναζε  πάντοτε στην αγρυπνία και μάς έλεγε το πόσον ωφέλιμη είναι. Πόσα είναι τα κέρδη τα πνευματικά, πόσο πλουτίζει τον άνθρωπο, πως τον κρατάει νηφάλιο. Πόσα είναι τα χαρίσματα της νοεράς προσευχής. Μάς υπενθύμιζε το σκοπό για τον οποίο εγκαταλείψαμε τον κόσμο και πήγαμε κοντά του έχοντας γνώση του αυστηρού τυπικού. Όταν επρόκειτο να με κάμει μοναχό, μου είπε: «Θάνατος! Είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε ζεις, είτε αρρωστήσεις, είτε πόνεσης, ένα θα’χης στη σκέψη σου: ότι ο θάνατος μόνο θα σε χωρίσει από εδώ. Μη ζήτησης παράκληση, μη ζητήσης θεραπείες». «Να’ναι ευλογημένο, Γέροντα. Θάνατος, θάνατος!» 

Ο λογισμός βέβαια, πότε της υπερηφάνειας, πότε της αμελείας ή οτιδήποτε άλλο, με πολεμούσε πολύ, αλλά μάς έλεγε να τον αντιμετωπίζουμε με τέλεια καταφρόνηση και αδιαφορία. «Κράτα την ευχή! Θα περάσει. Φουρτούνα είναι- επίθεσις. θα υποχωρήσει. Όταν εσύ αντισταθείς, όταν κρατήσεις το μέτωπο γερά, όταν δεν χάσεις το θάρρος σου, θα υποχωρήσει. Ούτως ή άλλως αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να επιτίθεται, για να σπάσει το μέτωπο, να ρίξει το τείχος, να προχωρήσει η ορμητικότητα του νερού, να κατακλύσει, να γκρεμίσει ό,τι όρθιο υπάρχει. Κράτα το τείχος γερά, και αυτός θα υποχωρήσει». Και υποχωρούσαν οι λογισμοί.

Αγρυπνούσαμε κάθε νύχτα. Ώρες στην προσευχή. Άλλος στο σκαμνάκι άλλος κάτω, εισπνέαμε και εκπνέαμε το όνομα του Χριστού. Αγωνιζόμαστε με όλη μας τη δύναμη. Μάς πολεμούσε ο ύπνος; Αντιστεκόμεθα, βγαίναμε έξω από την  καλύβα. Μα κρύο, μα βροχή, μα παγωνιά, έξω! Προκειμένου να κοιμηθούμε και να χάσουμε την αγρυπνία, προτιμότερος ο πόλεμος, προτιμότερη η δυσκολία. Κι ας μη καταλαβαίναμε την ευχή, αρκεί να ήμεθα άγρυπνοι και να μαχώμεθα. Μας συνιστούσε επίσης ο Γέροντας ότι δεν πρέπει να λείπουν τα δάκρυα από την αγρυπνία του μοναχού. Ο μοναχός πρέπει να κλαίει συνεχώς, για τις αμαρτίες του, για τους άλλους, για την προς τον Θεόν αγάπη. 

Μάς έλεγε επίσης ότι, όταν η προσευχή προχωρήσει και καλλιεργηθεί προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού, αρχίζει σταδιακά ο νους να απαλλάσσεται από τον μετεωρισμό και να κατακτά το όνομα του Χριστού. Αφού ο νους πάρει όλη την προσευχή, τότε αρχίζει να ανοίγεται η καρδιά και να δέχεται το κατέβασμα της προσευχής. Και μετά από χρόνια, μετά από βία περιεκτική, δηλ. βία γενική σ' όλους τους αγώνες της ασκήσεως, η καρδιά δέχεται ολόκληρη την προσευχή και δημιουργείται η καρδιακή κατάστασις, που είναι μια κατάκτηση βασιλική της καρδιάς πάνω στην ευχή και στα πάθη. Κυριαρχεί μια ειρήνη και μια υποταγή των  πάντων στην κυβέρνηση του Χριστού, που βασιλεύει διά του θείου ονόματός Του. 
  
Πρωτοπόρος στην ευχή ήταν ο Γέροντας. Αγρυπνούσε πάντα με μεγάλες επιτυχίες. Νοερά προσευχή επτά-οκτώ ώρες, οκτώ ώρες ο νους μέσα στην καρδιά. Σκεφθείτε δουλειά με το όνομα του Χριστού! Οκτώ ώρες μέσα στην καρδιά! Σκεφθείτε το όργωμα της καρδιάς διά της χάριτος του Θεού! Εξ ου γινόταν ο κλαυθμός, κατά το πλείστον από την αγάπη και τον έρωτα του Θεού. Όταν δεν υπήρχε αυτή η παράκλησις, ο κλαυθμός εστρέφετο πενθικός γύρω από τον θάνατο, γύρω από την σταύρωση του θεανθρώπου Χριστού μας, γύρω από την προσευχή για τον κόσμο γιατί είχε πάρα πολύ μεγάλη αγάπη για τον κόσμο. Αν κάποτε δεν είχε άμεσα την επίσκεψη του Θεού, την προκαλούσε: Έψαλλε κανένα νεκρώσιμο τροπάριο, έφερνε στη μνήμη του άλλους αγωνιστές κι έτσι προσπαθούσε να ξεπεράσει τη δυσκολία και να ελκύσει τη θεία χάρη. Όλη τη μέρα μάς υπενθύμιζε: «Κρατάτε την ευχή! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!» 

Πήγαινα το βράδυ, όταν έβγαινε από την καλύβα του, τον πλησίαζα και του έλεγα ότι ο ύπνος με πολεμά. «Κράτα γερά! Κράτα το όπλο και μη φοβάσαι», μου απαντούσε. Το καλοκαίρι έρχονταν οι βάρκες και ψάρευαν με το φως, με τις λάμπες. «Βλέπεις παιδί μου, έλεγε, πώς αγωνίζεται αυτός εδώ ο ψαράς όλη τη νύχτα, για να πιάσει μια χούφτα ψάρια, να τα πάει στο σπίτι του, και παρακολουθεί και αγρυπνεί για κάτι το γήινο; Βλέπεις, καμιά φορά τραγουδάει, για να περάσει η ώρα. Εμείς που ήλθαμε, για να ψαρέψουμε την χάρη του Θεού, δεν πρέπει να αγρυπνούμε; Κι εμείς πρέπει να τραγουδούμε, δηλαδή να ψάλλουμε, να υμνολογούμε τον Θεό, να αγρυπνούμε στους λογισμούς, να μη κοιμώμεθα. Αυτός εδώ κάτω ο ψαράς για τα λίγα ψαράκια, εμείς όμως για πνευματική άγρα, για το ψάρεμα της Βασιλείας των Ουρανών, για χάρη περισσότερη, για μισθό αιώνιο ενώπιον του Θεού. Μεγάλη υπόθεσις!». «Είναι αλήθεια, Γέροντα...». Κι έτσι μας δυνάμωνε. 

Ο Γέροντας αγωνιζότανε πολύ και στην εγκράτεια. Όταν έφθανε η Μεγάλη Σαρακοστή, εκεί πια εκορυφώνετο η νηστεία του. Στην πρώτη Σαρακοστή που ήμουν κοντά Του, η νηστεία που μας επέβαλε μου φάνηκε υπερβολική, αλλά ήταν πολύ πιο ήπια απ' αυτήν που έκαναν με τον γέρο-Αρσένιο τα προηγούμενα χρόνια. Είχαν κάτι πιατάκια που χωρούσαν μερικές μόνο κουταλιές φαγητό. Αυτό ήταν το φαγητό του εικοσιτετραώρου και χωρίς βέβαια ψωμί. Έπαιρναν ελάχιστη τροφή, ίσα-ίσα να μπορούν να στέκουν στα πόδια τους, για να αγωνίζονται. 

Όταν τον συνάντησα εγώ, ήταν μέτριος στην αυστηρότητα εν συγκρίσει με την αυστηρότητα που είχε, όταν ήταν στον Άγιο Βασίλειο. Είχε ακουσθεί η φήμη του ως μεγάλου ασκητού και πήγαν αρκετοί, για να μονάσουν κοντά του, αλλά δεν μπόρεσαν, γιατί ήταν απαιτητικός. Όταν κατέβηκε στη Μικρή Αγία Άννα, όπου τον βρήκα εγώ, ήταν αυστηρός. Κυρίως με μένα ήταν ένας συνεχής καταπέλτης. Βέβαια ο Θεός τον φώτιζε να με μεταχειρισθεί έτσι, γιατί είχα ανάγκη καθαρισμού από τον πολύ εγωισμό και την σκουριά που είχα μέσα μου. Έτσι ήταν αυστηρότατος στον Άγιο Βασίλειο, μέτρια αυστηρός στην Άγια Άννα και ακόμη λιγότερο στη Νέα Σκήτη. Όταν είχε έρθει ο π. Παντελεήμων από την Αμερική, έχοντας υπ' όψη του πόσο ήπιος και μαλακός είναι ο Γέροντας, δεν μπορούσε να πιστέψει την  παιδαγωγία στην οποία με υπέβαλε. Κι ο ίδιος ο Γέροντας ομολογούσε ότι στον Άγιο Βασίλειο, όντας νέος ήταν πολύ αυστηρός, προϊόντος όμως του χρόνου θεώρησε προτιμότερο και αποτελεσματικότερο να επιβάλλεται όχι με την αυστηρότητα, αλλά με την αγάπη και τη συγκατάβαση. 

Στην πρώτη Σαρακοστή που κάναμε πάνω τις πέντε ημέρες της εβδομάδος δεν μάς έδινε ούτε φαγητό, ούτε ψωμί. Μια φορά το εικοσιτετράωρο τρώγαμε χυλό, που φτιάχναμε με 25 δράμια αλεύρι. Το Σαββατοκύριακο μάς έκαμνε φαγητό με ψωμί. Το βράδυ δέκα ώρες αγρυπνία με προσευχή, με διπλάσιο και τριπλάσιο κανόνα σε κομποσχοίνια και μετάνοιες, και την ημέρα πολύ σκληρή δουλειά, πράγμα που οπωσδήποτε μάς ωφελούσε ψυχικά. Ενώ εμείς σήμερα, όντες πολύ αδύναμοι ψυχοσωματικά, δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε τέτοια άσκηση. Τά κελλιά μας δεν είχαν την ανάπαυση των σημερινών κελλιών. Η ζωή μας ήταν ανθρωπίνως δύσκολη, αλλά με το λογισμό της αυταπαρνήσεως εύκολη. Όταν μας καλούσε η υπακοή να τρέξουμε από το βουνό κάτω και να φορτωθούμε φορτίο, πολλές φορές πάνω από τις δυνάμεις μας, το κάναμε αμέσως, χωρίς καμία αντίρρηση. Μα αυτή ήταν η διδασκαλία του Γέροντος: Ο πρόθυμος άνθρωπος εις τα σωματικά είναι και στα πνευματικά πρόθυμος, όταν εγκεντρισθεί το πράγμα, όταν γίνει σε μια  υπόσταση. Τότε ολοκληρώνεται ο αγωνιστής εις πνευματικόν άνθρωπον. Διότι ο  κόπος ο σωματικός εν γνώσει και αληθεία βοηθά θαυμάσια τον άνθρωπο, τον μοναχό εις μετάνοια, εις πένθος και εις δάκρυα. Αυτοί οι κόποι της ημέρας και της νύκτας, με τις προσευχές του Γέροντος, μάς έφερναν δάκρυα νύχτα-μέρα. Μα στην προσευχή ήταν αυτά, μα στο διακόνημα, μα πάνω στον κόπο, τα μάτια δεν σταματούσαν. Φθάναμε στο σημείο να μη νιπτώμεθα με νερό, αλλά με τα δάκρυα. Γι' αυτό πολλές φορές, όταν πέφταμε να κοιμηθούμε, ευωδία Θεού μας κύκλωνε. Οι ευχές του Γέροντα ήταν πολύ δυνατές. 

Μου έλεγε ο Γέροντας ότι στους μεγάλους πειρασμούς γνώρισε χειροπιαστά τη χάρη του Θεού. Γιατί ανάλογα με τον πειρασμό που υπομένει κάποιος για την αγάπη του Θεού ο Θεός αποκρίνεται. Κι όταν ο άνθρωπος εργάζεται διά τον Θεόν με πολύ καλή προαίρεση, δεν είναι δυνατόν ο Θεός να τον αφήσει να πειρασθεί υπεράνω των δυνάμεων του. Αλλά και η ανταπόδοση από τον Θεό θα είναι ανάλογη. Μάς το λέει αυτό κι ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Όταν κανείς περνάει μεγάλο  πειρασμό και παρακαλέσει τον Θεό να τον απαλλάξει και εισακουσθεί, ο άνθρωπος στερείται ανάλογης χάρης, όσο ήταν το μέγεθος του πειρασμού τον οποίον του αφαίρεσε»*. Αυτό σημαίνει ότι όποιος θέλει να γνωρίσει την χάρη το πολύ, να κάνει υπομονή στους πειρασμούς. Με πίστη κι εμπιστοσύνη στον Θεό να κρατήσει το μέτωπο, κι ο Θεός είναι παρών. 

Κάποτε ο Γέροντας περνούσε κάποιο μεγάλο πειρασμό εξωτερικά, αλλά κοπίαζε πάρα πολύ και ψυχικά. Κατέφυγε λοιπόν στην εκκλησία και έχυσε όλο τον πόνο της καρδιάς του μπροστά στην Παναγία, την οποία λάτρευε κυριολεκτικά. Τότε, χωρίς να το καταλάβει, έκλεισαν τα σωματικά του μάτια κι άνοιξαν τα ψυχικά. Είδε ότι η Παναγία βγήκε, ξεκόλλησε από το τέμπλο κι ολοζώντανη στάθηκε μπροστά του έχοντας στην αγκαλιά της τον Κύριο, βρέφος μικρό. «Μη στενοχωριέσαι, του είπε, εγώ θα σε βοηθήσω». Κι απλώνοντας το βρέφος το χεράκι Του τον θώπευε στο πρόσωπο και η ψυχή του Γέροντα γέμισε με απέραντη αγάπη και έρωτα Θεού. Η στενοχώρια έφυγε και η υπόθεση τακτοποιήθηκε πολύ καλά. 

Αν πείτε για τη σιωπή, λόγο δεν έβγαζε χωρίς ανάγκη. Ιδιαιτέρως τη Μεγάλη Σαρακοστή, όταν ήταν μόνοι τους με τον γέρο-Αρσένιο, τηρούσαν σιωπή όλη την εβδομάδα. Μιλούσαν μόνο από τον εσπερινό του Σαββάτου έως το απόδειπνο της Κυριακής και μετά πάλι σιωπηλοί όλη την εβδομάδα, με νοήματα συνεννοούντο. Και επειδή πολλή ωφέλεια είχε δει από την άσκηση της σιωπής, απαγόρευε και σε μας να μιλούμε μεταξύ μας, μόνο για τα απολύτως αναγκαία έπρεπε να χαλούμε τη σιωπή. Όταν μας έστελνε έξω απ' το ησυχαστήριό μας για κάποια διακονία, δεν μας επέτρεπε να μιλήσουμε με κανένα. Θυμάμαι, όταν επέστρεφα, πάντοτε μου έκαμε ακριβή εξέταση, αν ετήρησα απόλυτη υπακοή και σιωπή. Σε παράβαση δύο-τριών λέξεων ο πρώτος μου κανόνας ήταν διακόσιες μετάνοιες. 

Όπως σας έχω ξαναπεί, όταν ο Γέροντας ήθελε κάπου να πάει με τον γέρο-Αρσένιο, σε κάποιο μοναστήρι φερ' ειπείν, ξεχώριζαν, κρατούσαν μια απόσταση καθ' οδόν και λέγανε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν πηγαίνανε μαζί, για να μη τους νικήσει ο διάβολος της αργολογίας και από την αργολογία ξεκινήσει η κατάκριση και τόσα άλλα. Γιατί παίρνανε το μέτρο αυτό; Μα για να εμποδίσουν τον πειρασμό. Γιατί ο πειρασμός παίρνει την ευκαιρία και προσπαθεί να ρίξει τον άνθρωπο στην αμαρτία. 

Καμιά φορά ο γέρο-Αρσένιος, είτε γιατί ήταν παππούλης είτε γιατί ήταν απλός, πήγαινε να πει κανένα λόγο για κάποιον αδελφό εκτός της συνοδείας ή εντός ή κάποιο νέο που έμαθε. Μόλις άρχιζε, με τις πρώτες λέξεις, ο Γέροντας σήκωνε το χέρι του, του’ δινε μια στο κεφάλι κι έλεγε: «Αρσένιε, πρόσεχε, μη κατακρίνεις, δεν επιτρέπεται, θα χάσεις την χάρη του Θεού». «Έλα, τζάνεμ, τι είπα;», απαντούσε. «Αυτό που είπες είναι εις θέσιν να σου στερήσει την ευλογία της προσευχής. Τι άλλο θέλεις;». «Ευλόγησον!». Αλλά εμείς οι νεότεροι ν' ανοίξουμε το στόμα να μιλήσουμε, αυτό δεν το γνωρίζαμε, ή να μιλήσουμε μεταξύ μας και να αργολογήσουμε, δεν το είδαμε ποτέ. 

Έμπαινε στο καράβι ο Γέροντας να πάει π.χ. από την Αγία Άννα στη Δάφνη: Το κεφάλι κάτω και «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με...» Πήγαινε κάποιος πατέρας: «Τι κάνετε, π. Ιωσήφ, πώς πάει η συνοδεία;». «Καλά, καλά, ευλογείτε. Κύριε Ιησού Χριστέ...», τον έκοβε. 

Επιστατούσε πολύ στο θέμα της αργολογίας. Η κατάκριση ήταν ανύπαρκτη. Όταν επιχειρούσε κανείς να μιλήσει, καταπέλτης ο Γέροντας: «Εδώ μέσα δεν χωρούν νέα και ειδήσεις. Μόνο μπροστά! Σιωπή και ευχή! Τίποτ' άλλο! Δεν ήρθαμε εδώ να περάσουμε τον καιρό μας. Ο διάβολος καιροφυλακτεί, αγρυπνεί τρέχει εδώ κι εκεί σαν λιοντάρι, ποιον να βρει σε αμέλεια, σε ραθυμία, σε απρόσεκτη κατάσταση, να τον αρπάξει. Πρέπει να 'χωμε το νου μας». Αυτά και τόσα άλλα, για μας τους νεωτέρους, τους νέους μοναχούς που ήμεθα κοντά στο Γέροντα, ήταν ο θεμέλιος λίθος, το βαθύ θεμέλιο. Εάν δεν είχαμε αυτές τις νουθεσίες του Γέροντος κι εμείς από πλευράς μας δεν τις εφαρμόζαμε και δεν τις υλοποιούσαμε δεν θα γινόταν τίποτε απολύτως. 

Μόλις κάποιος νέος αδελφός προσετίθετο στην συνοδεία μας, η πρώτη διδασκαλία που του έκανε ήταν: «Παιδί μου, την ευχή, θέλω να σε ακούω να λες την ευχή!». Κι όταν μεγαλώσαμε και γίναμε Ιερείς και ό,τι άλλο, συνέχεια την ευχή! Του έλεγα χαρακτηριστικά κάποτε: «Γέροντα, από την ευχή πονάει το στόμα μου η γλώσσα μου, έκλεισε ο λάρυγγάς μου, δεν μπορώ να αναπνεύσω, πονάει η καρδιά μου». «Δεν παθαίνεις τίποτα, υπομονή!» μού απάντησε. Και πράγματι η ωφέλεια ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Πολλές φορές ερχόταν τόση χάρις από την προφορική ευχή, που ένιωθε κανείς μέσα του τόση θεία αγάπη, τόση αρπαγή του νου του. Και πάνω στο διακόνημα κατά περίεργο τρόπο ο νους δεν ήταν απλώς στην προσευχή αλλά στη θεωρία του Θεού, στη θεωρία εν αισθήσει του άλλου κόσμου. 

Όταν τον ρωτούσα γιατί καμιά φορά η προσευχή μου δεν μπορεί να περάσει τη σκεπή του κελλιού μου, ο Γέροντας απαντούσε ότι την εμποδίζουν τα δαιμόνια κατ' οικονομίαν Θεού για πείρα. Άλλοτε έβλεπες τον νου, να μην τον εμποδίζει απολύτως τίποτε το πνευματικό και σαν σφαίρα με αφάνταστη και ασύλληπτη ταχύτητα να ανεβαίνει και να άπτεται εκείνα τα οποία ξεπερνούν την υλική φύσι. 

Γέροντα, του έλεγα, δεν νιώθω δυσκολία πάνω στα αμαρτήματα μου, δυσκολία στη σκέψη και στη θεωρία της εξόδου, δυσκολία στο ξεπέρασμα των τελωνίων; Προσπαθώ να βάλω τον νου μου, τον εαυτό μου στ' αριστερά του Κριτού για τη Δευτέρα Παρουσία και δεν πηγαίνει, αλλά αθέλητα, ανεμπόδιστα και αβίαστα πηγαίνει  προς τα δεξιά». «Καλά, δεν καταλαβαίνεις;» μου λέει. «Δεν καταλαβαίνω απαντώ. «Τη στιγμή που σαν υποτακτικός άφησες το φορτίο σου όλο επάνω στους δικούς μου ώμους, εσύ ελάφρωσες. Για ποια πράξη θα δώσεις απολογία, τη στιγμή  που όλα τα έχεις αναθέσει σ' εμένα, τα έχεις εναποθέσει μπροστά μου, τα έχω αναλάβει εγώ και συ είσαι ελεύθερος; Πώς να μην πας προς τα κει, ποιο πράγμα θα σ' εμποδίσει;». Και είχε δίκιο ο Γέροντας, γιατί δεν κάναμε τίποτε χωρίς να τον ρωτήσουμε. 

Όταν, ενώ ήμασταν ακόμη στην Μικρή Αγία Άννα, είδε ο Γέροντας ότι δεν μπορούμε να παραμείνουμε άλλο λόγω των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης, της σκληρής ζωής, των ταλαιπωριών και του ανθυγιεινού κλίματος (γιατί αυτοί ήταν προχωρημένης ηλικίας κι εμείς οι νέοι με σακατεμένη υγεία, αιμοπτύσεις κ.λ.π.), πήρε στην προσευχή του την πληροφορία να φύγουμε για τη Νέα Σκήτη, που ήταν πιο χαμηλά και πιο υγιεινές οι συνθήκες διαβίωσης. Μείναμε για λίγο διάστημα μέσα στη σκήτη, στους Αγίους Αναργύρους. Όμως το καθεστώς και κάποιες διενέξεις δεν μας ανέπαυαν και σαν άνθρωποι ειρηνικοί αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο ηγούμενος όμως του Αγίου Παύλου, όπου ανήκει η σκήτη, μας παρεχώρησε δωρεάν κάτι ησυχαστικά καλύβια που ήταν έξω από τη Σκήτη, τα οποία και μας ανέπαυσαν πλήρως, γιατί και σχέσεις διοικητικής φύσεως δεν θα είχαμε με τη σκήτη και το τυπικό της έρημου θα μπορούσαμε να τηρήσουμε. Και πράγματι μέχρι τελευταία το τηρήσαμε. 

Μετά την πολυχρόνια πείρα του ο Γέροντας είχε καταλήξει ότι συμφέρει σε κάποιον να βρει ένα πνευματικό οδηγό και να μπει σε ένα πρόγραμμα με λίγους κόπους πάνω στα σωματικά και να έχει ένα τυπικό πάνω στο θέμα της προσευχής και της εγκράτειας. Αυτό το πράγμα το βρήκαμε, όταν κατεβήκαμε στη Νέα Σκήτη. Τηρήσαμε ακριβώς το τυπικό μας, την τάξη μας, την προσευχή μας, τις λειτουργίες, κάθε μέρα την εξομολόγηση, την ακρίβεια στις ομιλίες και ζούσαμε πάρα πολύ όμορφα, έως ότου ο Θεός έκρινε, αποφάσισε και πήρε τον Γέροντα στους Ουρανούς. 

Τη μνήμη της εξόδου ο Γέροντας προσπαθούσε με την διήγηση διαφόρων ιστορικών γεγονότων να μας την εμφυτεύσει πολύ βαθιά, για να έχουμε αδολεσχία πνευματική και για να λεπτύνει η συνείδησή μας προς καλύτερη αυτοκριτική, την οποία επιμελέστατα εφρόντιζε κι ο Γέροντας, κυρίως το βράδυ. Μας έλεγε ότι κάθε βράδυ στην αγρυπνία εξέταζε σε τι έσφαλε, ποιο πάθος κινήθηκε την ημέρα, ποιοι λογισμοί πέρασαν απ' το νου του κι αμέσως, όπου έβλεπε ότι έσφαλε, ζητούσε συγχώρηση κι έπαιρνε απόφαση για ένα καινούργιο ξεκίνημα και ανάλογον για το κάθε πάθος αγώνα την επόμενη μέρα. Σε όλη του τη  ζωή δεν έκαμνε τίποτε άλλο, παρά να εξετάζει τη  συνείδησή του, να την συμβουλεύεται και να της κάμνει υπακοή. Κι έτσι έφθασε στο σημείο να μην τον κατηγορεί σε τίποτε. Από δω η παρρησία στην προσευχή, από δω η σιγουριά για τον Παράδεισο. Το ίδιο συνιστούσε και σε μας. Όταν κουραζόμαστε από τη νοερά προσευχή, μας συνιστούσε μελέτη, θεωρία πνευματική, αυτοκριτική και πάλι να επανερχόμαστε στη νοερά προσευχή. Και οι διδασκαλίες διανθίζονταν με διάφορα γεγονότα και ανάλογα περιστατικά Πατέρων και γνωστών μοναχών. 

Όταν επρόκειτο να κοιμηθεί ο Γέροντάς του ο γέρο-Εφραίμ, τον ρώτησε σαν αρχάριος που ήταν αν είχε πληροφορία ότι θα σωθεί. Ο γέρο-Εφραίμ του απάντησε πως νιώθει ότι όλοι θα σωθούν και μόνον αυτός θα πήγαινε στα αριστερά του Χριστού. Και το δικαιολογούσε ύστερα αυτό ο Γέροντας λέγοντας ότι ο Θεός θέλοντας να προφυλάξει τον άνθρωπο στο τέλος της ζωής του από την κενοδοξία και την υπερηφάνεια, που μπορεί να τον οδηγήσουν στην απώλεια, τον κάνει να  αισθάνεται πολύ αμαρτωλός. 

Μια συνοδεία είχε φιλικές σχέσεις με τον Γέροντα και τον Γέροντα Αρσένιο και τους επισκέπτονταν για συμβουλές και πνευματική ωφέλεια. Ο π. Ιωαννίκιος, ο νεώτερος αδελφός της συνοδείας, ένα χαριτωμένο, γεροδεμένο παιδί  απέκτησε πιο στενή πνευματική σχέση με τον Γέροντα και τον συμβουλευόταν σε  θέματα προσευχής. Οι συμβουλές του Γέροντα είχαν αποτέλεσμα μέσα του και σε λίγο η προσευχή άρχισε να λέγεται άνετα και να του δημιουργεί καρδιακή θέρμη, οπότε ο νέος μοναχός επιδόθηκε ολόψυχα σ' αυτή την ευλογημένη εργασία. Το θέλημα όμως του Θεού ήταν ο μοναχός αυτός να φύγει ενωρίς από τη ζωή αρρώστησε από φυματίωση, η οποία τότε ήταν ανίατη και θανατηφόρα. Οι της συνοδείας του τον περιποιόνταν στα σωματικά, αλλά και τον προετοιμαζόταν για τον άλλο κόσμο. Το ίδιο έκανε κι ο Γέροντάς μου, ο οποίος, όταν διαπίστωσε ότι ο π. Ιωαννίκιος δεν μπορούσε πλέον λόγω γενικώτερης κατάπτωσης των δυνάμεών του να ανηφορίζει μέχρις αυτόν, προσφέρθηκε να κατεβαίνει ο ίδιος τη νύχτα, την ώρα της ακολουθίας με το κομποσχοίνι, ώστε να τον βλέπει, να τον τονώνη και να τον προετοιμάζει για την έξοδο. 

Όταν πλέον ο Γέροντας διαπίστωσε ότι πλησιάζει η ημέρα της κοιμήσεώς του είπε, όταν θα ανηφορίζει προς τα πάνω με τον άγγελο του, να περάσει να τον χαιρετήσει. «Να ναι ευλογημένο Γέροντα», ήταν η απάντηση του υποτακτικού. Σε λίγες μέρες κι ενώ ο Γέροντας με τον π. Αρσένιο κάθονταν έξω κι έφτιαχναν σταυρουδάκια, πέρασε ο π. Ιωαννίκιος από κει, για να τον χαιρετήσει. Ο Γέροντας τον αισθάνθηκε, το είπε στην συνοδεία και σε λίγο ακούστηκε κάτω από τα κελλιά των μοναχών αυτών το καμπανάκι, δηλωτικό του θανάτου του π.Ιωαννικίου. Τόσο μεγάλη ήταν η υπακοή του μοναχού αυτού προς τον Γέροντα, παρά ότι τον είχε Γέροντα μόνον «δυνάμει». 

Λίγες μέρες προ της δικής του κοιμήσεως προς νουθεσία μου και βοήθεια πνευματική ο Γέροντας μου είπε: «Παιδί μου νιώθω μέσα μου ολόκληρο Παράδεισο. Χάρι πολύ μεγάλη, ευλογία Θεού. Βλέπεις οι κόποι της νεότητος τι κέρδος έφεραν. Βλέπεις ότι τίποτε δεν πήγε χαμένο; Το κάθε τι το μέτρησε ο Θεός. Και για ένα ποτήρι νερό αξιώνεται μισθού ο Χριστιανός. Πολλώ μάλλον οι κόποι οι μοναχικοί ενώπιον του Θεού τυγχάνουν ανταποδόσεως εδώ μεν με χάρη και ευλογία, στον άλλο κόσμο κατατίθενται στην τράπεζα του Θεού. Και όταν ο μοναχός απέλθη από τούτον τον κόσμο, όλο αυτό το ποσόν θα το «σηκώσει», όταν βρεθεί επάνω στον άλλο κόσμο. Δηλαδή οι καταθέσεις των κόπων τον περιμένουν και ανάλογα του ποσού που θα έχει απ' εντεύθεν κατατεθεί εκεί θα γίνει και ο  άνθρωπος πλούσιος εν τω Παραδείσω». 

Τέλος ήλθε και ο καιρός της αναχωρήσεως του. Τον θάνατο τον ανέμενε σ' όλη του την ζωή. Γιατί η παραμονή του εδώ ήταν αγώνας και κόπος και πόνος. Λαχταρούσε η ψυχή του ανάπαυση, και το σώμα του επίσης. Και σ' εμάς, παρ' ότι απ' αρχής μας είχε εμφυτεύσει έντονη την μνήμη του θανάτου, μάς έκανε πολύ δυνατή εντύπωση η εξοικείωσή του με το φοβερό μυστήριο του θανάτου. Έδειχνε ότι ετοιμάζεται για πανηγύρι. Τόσο η συνείδησίς του τον πληροφορούσε για το έλεος του Θεού. Όμως τις τελευταίες μέρες έκλαψε πάλι πέραν του συνηθισμένου. Τού λέει ο γέρο- Αρσένιος, να τον παρηγορήσει: «Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχή έκανες σ' όλη σου τη ζωή, τόσα κλάματα, πάλι κλαις;». Τον κοίταξε ο Γέροντας και αναστέναξε: «Ε, γέρο-Αρσένιε! Αλήθεια είναι αυτά που είπες, αλλά άνθρωπος είμαι. Μήπως γνωρίζω αν ήσαν αρεστά όσα έπραξα στο Θεό μου; Αυτός Θεός είναι, δεν κρίνει καθώς εμείς οι άνθρωποι. Και μήπως θα ξαναγυρίσουμε πάλι εδώ, για να κλάψουμε; Τώρα ο,τι προλάβει ο καθένας μας. Όσο πενθήσει και κλάψει, τόσο θα παρακληθεί». 

Σας έχω πει και άλλοτε για την αγάπη του προς την Παναγία μας. Ήταν ανωτέρα κάθε περιγραφής. Μόνο που ανέφερε το όνομά της τα μάτια του έτρεχαν. Την παρακαλούσε λοιπόν από καιρό να τον πάρει, να ξεκουραστεί. Και τον εισήκουσε. Τον επληροφόρησε ένα μήνα πριν για την αναχώρησή του. Με κάλεσε τότε ο Γέροντας και μου είπε τι να ετοιμάσουμε. 

Την παραμονή της κοιμήσεως του 14 Αυγούστου 1959 πέρασε να τον δει ο κ. Σχοινάς από τον Βόλο, με τον οποίον ήταν πολύ γνώριμοι. «Τι κάνετε, Γέροντα, του λέγει, πως πάει η υγεία σας;» «Αύριο φεύγω, Σωτήρη. Όταν ακούσεις τις καμπάνες, να θυμηθείς τον λόγο μου». 

Την άλλη μέρα στη λειτουργία της Παναγίας μας ο Γέροντας έψαλε με κόπο το Τρισάγιο και την ώρα που κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια είπε: «εφόδιον ζωής αιωνίου». Όταν ξημέρωσε, ο Γέροντας παρέμενε καθισμένος (λόγω δύσπνοιας) στη μαρτυρική του πολυθρονίτσα στην αυλή του ησυχαστηρίου μας, περιμένοντας την ώρα και την στιγμή. Ήταν σίγουρος για την πληροφορία που του είχε δώσει η Παναγία μας, αλλά βλέποντας την ώρα να περνά και τον ήλιο να ανεβαίνει του ήλθε κάτι σαν στενοχώρια, σαν αγωνία για την καθυστέρηση. Με φωνάζει και μου λέει: «Παιδί μου, γιατί αργεί ο Θεός να με πάρει; Ο ήλιος ανεβαίνει και εγώ είμαι ακόμη εδώ!». Βλέποντας εγώ τον Γέροντα μου να αδημονεί του λέω με θάρρος: «Γέροντα, μη στενοχωρήστε. Τώρα εμείς θα κάνουμε ευχή και θα φύγετε». Τότε σταμάτησαν τα δάκρυά του. Οι πατέρες, ο καθένας το κομποσχοίνι και έντονη την ευχή. Δεν πέρασε ένα τέταρτο και μου λέει: «Κάλεσε τους πατέρες να βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω». Βάλαμε την τελευταία μετάνοια. Μετά από λίγο σήκωσε τα μάτια του ψηλά και κοιτούσε επίμονα για δύο περίπου λεπτά. Κατόπιν γυρίζει και λέει: «Όλα τελείωσαν. Φεύγω. Ευλογείτε!». Και με τις τελευταίες λέξεις έγειρε το κεφάλι του δεξιά, ανοιγόκλεισε δύο-τρεις φορές ήρεμα το στόμα και τα μάτια και αυτό ήταν! Θάνατος όντως οσιακός. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το αίσθημα που κυριαρχούσε τότε μέσα μας. Μπροστά μας είχαμε νεκρό και μέσα μας ζούσαμε ανάσταση. Κι από τότε αυτό το αίσθημα συνοδεύει πάντοτε την μνήμη του Γέροντα μέσα μας. 

Τώρα επάνω εκεί που βρίσκεται, βλέπει πιο καθαρά τα πράγματα πως γίνονται. Μας βλέπει πώς εργαζόμεθα. Προσεύχεται, πρεσβεύει, παρακαλεί τον Θεό να μας φροντίζει κάπως περισσότερο, γιατί εμείς δεν έχουμε την άσκηση τη δική του. Βλέπει τους κινδύνους που διερχόμεθα, τις ατασθαλίες μας, τα πάθη μας, τα σφάλματά μας, βλέπει τόσα και τόσα και παρακαλεί τον Θεό να γίνει ίλεως. Είθε οι ευχές του να μη πάψουν ποτέ να μάς σκεπάζουν όλους μας στη διάρκεια της επίγειας ζωής μας και στον αγώνα μας για την βασιλεία των ουρανών. 


* Αββά Ισαάκ του Σύρου, Τα σωζόμενα ασκητικά, Λόγος ΜΣΤ 

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 
ΤΕΥΧΟΣ 4 
ΙΟΥΝΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1989

 

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.

Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

(1907)

 

 iosif isihastis 1

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ γ.ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ

ΒΛΕΠΕΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΛΛΙ ΤΟΥ – Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ – Η ΑΓΙΑ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ

 ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ

Γεννήθηκε το έτος 1898 εις το χωρίον Λεύκες της Πάρου. Η Πάρος είναι ένα μικρό και ήρεμο νησί των Κυκλάδων. Οι γονείς του ήσαν πτωχοί και αναγκάζονταν να εργάζωνται πολύ δια να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και απέθανε πολύ ενωρίς. Η μητέρα του Μαρία ανέλαβε την προστασία όλης της οικογενείας. Η μητέρα του ήταν ευλογημένη ψυχή και είχε απλότητα και ακεραιότητα χαρακτήρος και επήγαμε πολύ συχνά εις την Εκκλησίαν δια να λειτουργηθή, αλλά και δια να περιποιηθή τον Ιερόν ναόν.

Όταν ο μικρός Φραγκίσκος -αυτό ήταν το κοσμικόν όνομα του Γέροντος Ιωσήφ- έφυγε δια να γίνη μοναχός η μητέρα του είπε εις τους συγγενείς της: «Το εγνώριζα πως θα γίνη μοναχός από την γέννησίν του. Όταν εγέννησα τον Φραγκίσκον μου και ήμουνα ακόμη εις το κρεββάτι με το μωρό δίπλα φασκιωμένο, είδα να ανοίγη η στέγη του σπιτιού και ένας φτερωτός και πολύ ωραίος νέος, που μόλις μπορούσα να τον αντικρύσω από την πολλήν λάμψιν του, κατέβηκε και εστάθηκε πλάι στο μωρό μου και άρχισε να το ξεσκεπάζη με σκοπόν να το πάρη.

Όταν εγώ διαμαρτυρήθηκα λέγοντας, «Τι κάνεις καλέ; Θα μου πάρης το μωρό μου;» Εκείνος επέμενε ότι δια τον σκοπόν αυτόν ήρθε και αυτή είναι η απόφασις. Και δια να με βεβαίωση, μάλιστα μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο γραμμένη μια εντολή, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρη το μικρό. Όταν αντιστάθηκα, ο Άγγελος μου έδωσε ένα πολύτιμον κόσμημα σε σχήμα σταυρού και μου πήρε το μωρό». Από τότε πίστευα, έλεγε η μητέρα του Μαρία, ότι κάποτε ο Φραγκίσκος θα ακολουθούσε τον Χριστόν.

Από το βιβλίο: Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Ορθόδοξος Κυψέλη

 

     Όταν, καμμιά φορά, τον ρωτούσαμε από περιέργεια για τον νόμο της επιρροής, πως ενεργεί αυτό το μυστήριο της επαφής, ώστε να επικοινωνή μια ψυχή με άλλο πρό­σωπο μακρινό, απέφευγε να μας εξηγήση κατ' ευθείαν εξ αιτίας της περιέργειάς μας. Σε άλλη όμως ώρα, όταν προ­έκυπτε το ίδιο θέμα για περίπτωσι προσωπικού μας στηριγμού, μας ερμήνευε κατά τα μέτρα της μικρότητάς μας να καταλάβωμε αυτό το πράγμα. Μαζί μας ήταν ο παραδελφός μας Αθανάσιος, κατά σάρκα αδελφός του Γέ­ροντα, ο οποίος περισσότερο άπ' όλους μας γύριζε εδώ κι εκεί για εργασίες και ευθύνες της συνοδείας. Για ν' αποφεύγη τις επαφές και συναντήσεις με πολλούς ανθρώ­πους, αλλά και το καύμα της ημέρας, αφού πάντοτε σχε­δόν αχθοφορούσε, βάδιζε είτε πολύ πρωί είτε -το συνηθέστερο- τα απογεύματα, οπότε δεν είχε μπροστά του πολύ χρόνο και περπατούσε νύχτα. Αυτό, ιδίως τα καλοκαίρια, γινόταν σχεδόν πάντοτε. Εγώ θαύμαζα, ό­ταν ο Γέροντας, μια φορά, τον περίμενε με ιδιαίτερο εν­διαφέρον ως προς την ώρα που ήρθε, τι μετέφερε και όλη γενικά την κατάστασί του.

 Σε άλλην ευκαιρία έδειχνα ιδιαίτερα την επιμονή μου να μάθω τον τρόπο της πληροφορίας του και μου είπε τα εξής.

  «Ήταν καλύτερα να σου ευχηθώ να το αισθανθής μάλλον, παρά να μάθης το πως γίνεται σαν ψιλή γνώσιν όμως, αφού επιμένεις, άκουσε. Καθόμουν εδώ στο παρά­θυρό μου γονατιστός στα κουρέλια μου και έλεγα την ευ­χή. Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα τον νου μου στην ενέργεια της ευχής -που η θεία χάρις ενεργεί με τον θείο φωτισμό της - , αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και να περισσεύη τόσο, που ό­λα μου έγιναν φωτεινά πλέον και έβλεπα όλη την πλευρά του τόπου μας, από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω μέχρι την Δάφνη καθώς και πίσω μου και τίποτα δεν μου ήταν αφανές η άγνωστο.

 Το δε φως δεν ήταν τό­σο, όπως τούτο το φυσικό που δίνει ο ήλιος η το τεχνικό που κάνουν οι άνθρωποι, αλλά ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άϋλο, που δεν είναι μόνον άπ' έξω, καθώς τούτο το φυσι­κό που επιτρέπει στους έχοντας όρασι να βλέπουν εξωτε­ρικά. Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή και τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή και τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος και τον μεταμορφώνει έτσι, ώστε να μη ξέρη αν έχη σώμα και βάρος η περιορισμόν τινά.

 Τότε, μας λέγει, είδα και τον Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του και έμεινα να τον παρακολουθώ, έως ότου ήρθε μέχρις εδώ. Τον έβλεπα σε όλες του τις κινήσεις, που καθόταν να ξεκουραστή η ακουμπούσε το φορτίο του, την πηγή της Αγίας Άννης στον μύλο όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, και μέχρι που έφθασε στην πόρτα μας και πήρε το κλειδί και άνοιξε και μπήκε μέσα και ήρθε μπροστά μου και έ­βαλε μετάνοια.

 Αλλά τι είναι τούτο και σάς έκανε κατάπληξι;

 Όταν ο νους του ανθρώπου καθαρίση και φωτισθή, χώρια που έχει και δικό του φωτισμό χωρίς την προ­σθήκη της θείας χάριτος - με τον οποίο βλέπει και πέραν των δαιμόνων, καθώς λέγουν οι Πατέρες - , τότε δέχεται επιπροσθέτως και τον φωτισμό της θείας χάριτος, ώστε αυτή να μπορή να μένη μόνιμα σ' αυτόν και τότε τον αρ­πάζει σε θεωρίες και οράσεις, όπως και όσον γνωρίζει αυ­τή.

 Μπορεί όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν θέλη να δη η να μάθη κάτι που τον ενδιαφέρει, να το ζητήση στην προσευχή του και να ενεργήση η χάρις να του 'πληρώση' το αίτημα, επειδή το ζήτησε αυτός. Νομίζω όμως ότι οι ευλαβείς αποφεύγουν να το ζητούν αυτό εκτός μεγάλης α­νάγκης. Πάντως, ο Κύριος 'θέλημα των φοβούμενων αυ­τόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών επακούσεται'».

Η παραμικρή κίνησι του προκα­λούσε φούσκωμα και άσθμα, ο ελάχιστος κόπος τον κα­τέβαλλε και του προκαλούσε και τα λοιπά συναφή, που παρατηρούνται σ' έναν ασθενή και καταβεβλημένο οργα­νισμό. Η μακρά του συνήθεια να μην ενδίδη στο αγωνι­στικό του πρόγραμμα τον έπειθε να μην υποχωρήση κι ε­δώ κορυφωνόταν η αγωνία του να πιέζη τον εαυτό του, ό­πως τον βλέπαμε. Γι' αυτόν το κριτήριο ήταν η πίστι και όχι η λογική. Εφήρμοζε κατά γράμμα το του Παύλου· «εμοι το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος».

Η επιμονή του να μην υποχωρή στις προσωπικές του τυπικές διατάξεις και οι πρόσθετοι κόποι των μετακινή­σεων τον κατέβαλαν τελείως. Έτσι, δυο σοβαρές ασθέ­νειες, η μια κατόπιν της άλλης, επέφεραν το τέλος της ε­πιγείου ζωής του. Ήταν παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1958, όταν στη μέση του τραχήλου του φύτρωσε ένα μεγάλο σπυρί. «Μπουναμάς πρωτοχρονιάτικος είναι, παιδιά», μας λέει. «Αισθάνομαι ενόχλησι και μούδιασμα στο σώμα μου». Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πήγαμε, εί­χε πρισθή και ερεθισθή πολύ το μέρος αυτό και ένοιωθε ρίγος και ήταν τελείως καταβεβλημένος. Δεν καταφέρα­με να τον πείσωμε να δεχθή κάποια βοήθεια. Μετά δυο-τρεις μέρες η κατάστασι προχώρησε πολύ και όλο του το σώμα δηλητηριάσθηκε, γιατί -όπως εξ υστέρων απεδείχθη - το σπυρί αυτό ήταν ψευδάνθρακας, που εί­ναι σοβαρή πάθησι.

 Μαζευτήκαμε όλοι και τον παρακαλούσαμε να δε­χθή περίθαλψι και μας είπε ότι είναι ματαία η προσπάθειά μας, γιατί ο πόθος του πάντοτε ήταν να «φύγη» και ήρθε η ώρα του. Εμείς επιμέναμε, και τότε συγκατατέθηκε να κάνωμε ο,τι νομίζαμε. Ζητήσαμε βοήθεια από τους πατέ­ρας της Σκήτης και προσεφέρθη η ευλαβέστατη συνοδεία παπα-Κυρίλλου με τον ευλαβέστατον αδελφό Μακάριον να εφαρμόση αντιβιοτική θεραπεία με ενέσεις. Ανθρωπί­νως αναχαιτίσαμε την θανατηφόρο συνέπεια της ασθε­νείας, αλλά η αποθεραπεία διήρκεσε πολύ και τα προς αυτήν στάδια ήσαν οδυνηρά. Σχεδόν μετά ένα έτος μπό­ρεσε ν' αναλάβη, αφού είχε εξαντληθή τελείως, και αμέ­σως παρουσιάσθηκε η καρδιακή ανεπάρκεια, με την ο­ποία ήρθε και το τέλος της επιγείου ζωής του.

 Στην πρώτη του ασθένεια τα εξωτερικά συμπτώμα­τα, οι πόνοι και τα λοιπά φαινόμενα ήσαν φανερά και έ­τσι γίνονταν γνωστά και ακολούθως τον αναγκάζαμε να δεχθή βοήθεια. Αλλά στη δεύτερη φάσι της αρρώστιας του, όταν φάνηκαν τα συμπτώματα, ήταν πολύ αργά και σχεδόν τίποτα δεν μπορούσαμε να του προσφέρωμε, παρ' όλο που και τότε τον πείσαμε να μας αφήση να φροντίσωμε. «Μη κοπιάζετε άδικα, μας έλεγε. Είναι η ώρα μου να φύγω- μόνο με ταλαιπωρείτε- άλλ' αφού επιμένετε, κάμε­τε όπως νομίζετε». Γράφαμε σε γιατρούς, έξω, πνευματι­κά του παιδιά, τα συμπτώματα και μας έστελναν φάρμα­κα. Φέραμε κατ' επανάληψι γιατρούς απ' έξω και ο,τι άλ­λο ήταν δυνατόν να γίνη, αλλά δεν μας τον χάρισε ο Θε­ός. Πράγματι, ήταν ο καιρός να φύγη άπ' αυτόν τον κό­σμο, κατά τον διακαή πόθο του.

 Κάποτε, όταν τον ενοχλούσε η δύσπνοια εξ αιτίας της ασθενείας του, τον άκουσα να σιγομιλάη μόνος του στο εσωτερικό κελλί. Με την παρρησία που μας χάριζε, μπήκα μέσα μόνος μου να ιδώ με ποιόν μιλάει και τι λέει, γιατί ήξερα ότι δεν ήταν άλλος εκεί αυτή την ώρα. Τότε τον βρήκα να κρατάη μιαν εικόνα της Δεσποίνης μας Θε­οτόκου στην αγκαλιά του. Την ασπαζόταν και μιλούσε σ' αυτήν, εκείνο δε που άκουσα ήταν το εξής· «Δέσποινά μου, Δέσποινά μου, μη με εγκαταλείπης· εγώ σε ασπάζο­μαι στην εικόνα σου και Συ με χάιδεψες ζωντανή!» και ή­ταν όλος δάκρυα. «Μιλάς, Γέροντα, με την Κυρία μας;», του λέγω˙ «τι της είπες, Γέροντα, πες μου σε παρακαλώ». Μου το είχε πη και άλλοτε, αλλά το είχα λησμονήσει, και μου λέγει.

«Με την εικόνα της αυτήν η Δέσποινά μας στο πα­ρελθόν πολύ με είχε παρηγορήσει, όταν είχα πειρασμούς. Αυτά τώρα ενθυμούμαι και την παρακαλώ. Στην Μικράν Αγίαν Άννα, πριν να 'ρθετε σεις, κάποτε πλήθυναν οι πειρασμοί και οι θλίψεις και η μόνη μου παρηγοριά ήταν αυτή. Πήγαινα στο εκκλησάκι μας, όπου είχα αυτήν την εικόνα στο τέμπλο. Εκεί μπροστά της προσευχόμουν και την παρακαλούσα, καθώς μόνη της μου είχε υποσχεθή να έχω την ελπίδα μου σ' αυτήν. Όταν κατά την διάρ­κεια των πειρασμών κρύψη και η χάρις την αισθητή πα­ρουσία της, τότε αυξάνει η αγωνία και με περισσόν δέος παρακαλεί ο άνθρωπος· 'τάχυνον ως οικτίρμων και σπεύσον ως ελεήμων εις την βοήθειαν ημών, ότι δύνασαι βουλομένη' έκραζα 'και που λοιπόν εύροιμεν άλλην αντίληψιν, ει μη προς Σε την εύσπλαγχνον, την ψυχών και σω­μάτων ιατρόν;'.

 Και όπως βρισκόμουν συγκεντρωμένος και κλαίων μπροστά στην εικόνα της αυτήν, αισθάνθηκα -όπως και άλλοτε- την παρουσία της αντιλήψεώς της. Καθώς ο χώρος στο εσωτερικό της εκκλησίτσας εκείνης ήταν στενός (η απόστασι από το τέμπλο ως το στασίδι που στεκόμουν ήταν μόλις ένα μέτρο), και βλέπω˙ ά­στραψε φως η εικόνα της και μετά έλαβε διαστάσεις κανονικές η θεία της μορφή και δεν ήταν πλέον εικόνα, αλλά ζωντανή, ολόσωμη, υπέρφωτη, ηλιόμορφη, με την πάντοτε διπλή της ιδιότητα: Μητροπαρθενική. Είδα δε ο ταπεινός τόσον, όσον επέτρεπε η θνητότης μου και με σεβασμόν έκλινα προς την γη, μη μπορώντας άλλο να ατε­νίσω, γιατί το Πανάγιον Βρέφος της - ο γλυκύτατος Ιη­σούς μας- κρατούμενος στην αγκάλη της άστραφτε υπέρ τον ήλιο, κατά το θεοπρεπές μεγαλείο Του, που γέ­μισε την ευτέλειά μου με την αγάπη Του, ώστε αγνοούσα εντελώς τον εαυτό μου και μόνον θαύμαζα.

 Τότε άκουσα την μυρίπνοο λαλιά της και υπέρ μέλι γλυκύτατη να μου λέγη· ‘Δεν σου είπα να έχης την ελπίδα σου σε μένα; γιατί αποθαρρύνεσαι; Να, πάρε τον Χριστόν’. Και άπλωσε την μακαρία της αγκάλη προς εμέ και το Πανάγιον Βρέ­φος με πλησίασε, όσο που να μπορή ο άνθρωπος να το φτάση! Μη τολμώντας εγώ από την έκπληξί μου καμμιά κίνησι, άπλωσε ο Πανάγαθος Ιησούς μας το χεράκι του και με χάιδεψε τρεις φορές στο μέτωπο και στο κεφάλι! και γέμισε η ψυχή μου αγάπην αμέτρητη και φως, που δεν μπορούσα να σταθώ πλέον στα πόδια μου.

  Έπεσα κάτω και με πόθο και δάκρυα φιλούσα το μέρος, όπου στεκό­ταν η πάντων Άνασσα, γιατί επανήλθε πάλι πίσω στην εικόνα της και άφησε σε μένα την παρηγοριά και την ευωδία της, γιατί ευωδίαζε για πολύ καιρό το μέρος αυτό ό­που είχε πατήσει, ενθυμίζοντας μου συνεχώς την μακαρία της υπόσχεσι! Να, αυτά τώρα της ενθυμίζω και ότι δεν ξέ­χασα την επαγγελία της, που δεν είναι άλλη πλέον παρά να με πάρη άπ' αυτή τη ζωή στην Βασιλεία του Υιού της Αγάπης της!».

 Πραγματικά, ήταν καταφανής η ιδιαίτερη αγάπη του προς την Δέσποινά μας και η πίστι του στην Μητρική της πρόνοια τόσο, που τον πρόδιδαν και αυτές οι κινήσεις του, όταν άκουγε το όνομα της η έβλεπε την εικόνα της η έψαλλε κανείς κάποιον ύμνο της. Οι πολλαπλές αντιλή­ψεις της, με τις οποίες τον παρηγορούσε, και, γενικά, η ι­διαίτερη πρόνοια και κηδεμονία της προς τους Αθωνίτας μοναστάς είχαν κατακτήσει εξ ολοκλήρου την ψυχή του Γέροντα και, επομένως, η οσηδήποτε περιγραφή μας για την πίστι και την αγάπη του προς την Δέσποινα μας θα εί­ναι πενιχρά.

Θα ήταν παράλειψι να μην αναφέρωμε και το άλλο βασικό χαρακτηριστικό του αειμνήστου Γέροντά μας, ό­τι είχε πολλήν προς τον πλησίον αγάπη και συμπάθεια. Ιδιαίτερα αγαπούσε τους πτωχούς και ταλαιπωρημένους και ακόμη περισσότερο όσους έπασχαν ψυχικώς, γι' αυ­τό και δεν έπαυαν να μας επισκέπτωνται συχνά.

 Οι τελευταίες μέρες του ήσαν πολύ οδυνηρές, γιατί η προχωρημένη πλέον ανεπάρκεια του εμπόδιζε την ανα­πνοή και κοπίαζε πολύ. Αυτό όμως για μας ήταν μάθημα και αφορμή πρακτικής υπομονής. Αισθανόμενοι τον α­γώνα του και ενώ προσπαθούσαμε να τον ανακουφίσωμε, αυτός μας παρηγορούσε καταλλήλως με πρακτικά παρα­δείγματα αναφερόμενος ιδίως στην ματαιότητα του κό­σμου. Μας έλεγε· «κοντεύει η μέρα μου να φύγω. Όπως έγινα, δεν είμαι τώρα για τίποτα, ούτε μπορώ ν' αγωνισθώ άλλο». Ο αείμνηστος δεν ξεχνούσε διόλου τον σκοπό του και με διάφορες επίνοιες, σε κάθε πρόφασι της ζωής, εύρισκε μέσον αγώνος και καρποφορίας. Μη δυνάμενος να κινηθή ούτε και να ξαπλώση, για την ασθένεια του, καθόταν σε μια πρόχειρη πολυθρόνα άπ' αυτές τις πτυσ­σόμενες και έκλαιε συνεχώς την ματαιότητα του βίου. Α­νέμενε την απόλυσί του άπ' αυτή τη ζωή σαν τον ευτυχέ­στερο κλήρο και ψιθύριζε τροπάρια των κεκοιμημένων, όταν δεν τον πίεζε η δύσπνοια. «Αρσένιε, έλεγε χαριεντιζόμενος, πότε φεύγομε; Δεν εύχεσαι, φαίνεται, και αρ­γούμε». Επί σαράντα σχεδόν ημέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε· μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και έ­παιρνε λίγο καρπούζι.

 Ο Γέροντας είχε τόση φροντίδα και μέριμνα για την έξοδό του, που νόμιζε κανείς ότι όντως πρόκειται να ταξιδέψη αυτήν την ώρα και περίμενε το μέσο της μεταφο­ράς. Εμείς απεγνωσμένα προσπαθούσαμε με ο,τι μέσο μπορούσαμε, επιστημονικό η πρακτικό, τουλάχιστον να τον ανακουφίσωμε, γιατί κατά διαστήματα η δύσπνοια τον δυσκόλευε πολύ. Εκείνος όμως μας έλεγε· «μη κο­πιάζετε, παιδιά, δεν πρόκειται να μείνω. Από πόσο και­ρό περιμένω αυτή την ώρα! Μόνον εύεσθε να μην εμπο­δίση τίποτα την ελπίδα μου. Έως ότου ζη ο άνθρωπος, δεν μπορεί ν' αμεριμνήση».

 Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως, ανυπομονούσε- κάτι περίμενε. Συνάμα και η κατάστασί του είχε επιδυνωθή. Πέρασαν προηγουμένως φίλοι του λαϊκοί και τον χαιρέτησαν και, όταν του ευχή­θηκαν ανάρρωσιν, τους είπε- «όχι, όχι· φεύγω σύντομα! Οταν θ' ακούσετε μετά τρεις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγεν ο φίλος σας· υπολογίζω της Παναγίας μας».

Την άλλη μέρα, στη μνήμη της Κυρίας μας Θεοτό­κου, παρευρέθη στην Λειτουργία, μετά κόπου είπε το τρι­σάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά πλέον λέγοντας «εις εφόδιον ζωής αιωνίου». Κοίταζε με επιμονή την εικό­να της Κυρίας μας, που τόσο την αγαπούσε, και σαν να της ζητούσε κάτι. Κάτι, που το γνώριζε ακριβώς αυτή. Τα ήρεμα δάκρυά του μαρτυρούσαν την προς Αυτήν ενδόμυ­χη αίτησι της ψυχής του· Αυτήν, που τόσες φορές τον πα­ρηγόρησε και του συνέστησε να τρέφη βεβαίαν ελπίδα προς την ευσπλαγχνία Της.

Αλλά μήπως και σε μας όλους, τους κατοικούντας στο θείο τούτο περιβόλι της, δεν λέγει μυστικώς η γλυκύ­τατη Δέσποινά μας να ελπίζωμε σ' Αυτήν; Μήπως η ζων­τανή και καταφανέστατη πρόνοιά της στην καθημερινή ζωή μας δεν είναι μια διαρκής υπόμνησις, ότι πάντα μένει μαζί μας η Μητρική στοργή Της; Ω γλυκύτατη Δέσποινα μας, η πραγματική άγκυρα της ελπίδος μας, που άλλου έ­χομε να στηριχθούμε οι ταπεινοί σ' αυτές τις πονηρές ημέρες, που τα πάντα έχουν ανατραπή, ει μη στην αμετά­βλητη κηδεμονία σου και την Μητρική Σου παρρησία προς τον Υιό Σου; Πόσον εύστοχον είναι το τροπάριον εκ του προς την Δέσποινα μας κανόνος του Ιωάννου Ευχαΐτων (Θεοτοκάριον, ήχος πλ. β', ήμερα Κυριακή, ωδή θ'), που δεν νομίζω ν' αγνοή κανείς από μας τους Αγιορείτας: «Ως δούλος αίρει τα έξω όμματα, του εαυτού κυρίου εις τας χείρας Πανύμνητε, οφθαλμούς τους έξω και τους ένδον κάγώ, ούτω προς Σε επαίρω, την εμήν Δέσποιναν, την εμήν Κυρίαν και Ζωήν, όπως οικτείρης με».

 Με αυτήν την πίστι και θέρμη ξεκίνησε ο αείμνηστος Γέροντας μας και με αυτήν την ελπίδα απηύθυνε την τε­λευταία του αίτησι προς την Έφορον και Κουροτρόφον του αθλητικού αυτού σταδίου, του ιερότατου Άθωνος, ο οποίος θα συνεχίζη την ευγενή του αποστολή έως της συν­τέλειας, την αποστολή που ανέλαβε εδώ και μία χιλιετία και ακόμη παλαιότερα.

Η Δέσποινά μας εξεπλήρωσε πληρέστατα την υπόσχεσί της προς τον αείμνηστο, να έχη την ελπίδα του σ' Αυτήν, με την τελευταία δωρεά Της, να παραλαβή την ψυχή του την ημέρα της αγίας Κοιμήσεώς Της!

 Καθήμενος στην καρέκλα του και παλαίων με την συνεχιζόμενη δύσπνοια, κράτησε κοντά του τον πατέρα Αρσένιο, όπως πάντοτε, αφού έδωσε στους πάντας την ευχή του. Όταν ο πατήρ Αρσένιος θέλησε για μια στιγμή να του τρίψη λίγο τα πόδια του για μικρήν ανακούφισι, δεν τον άφησε και του είπε· «Παύσε, πάτερ Αρσένιε, μη κάνης τίποτε. Τέλειωσαν όλα. Φεύγω». Έπιασε το χέρι του αχώριστου συνασκητού του, σαν να τον χαιρετούσε για τελευταία φορά, κοίταξε λίγο επάνω και παρέδωσε ή­συχα την μακαρίαν του ψυχή.

 Όταν μαζευτήκαμε όλοι γύρω του, αυτός δεν ήταν πλέον μαζί μας. Αφού πανηγύρισε μαζί μας την θεία μετάστασι της Κυρίας μας Θεοτόκου, έφυγε για να εορτάση και στους ουρανούς αυτήν την χαρμόσυνη ήμερα. Ήταν ημέρα Παρασκευή και ώρα πρωινή μετά την ανατολή του ηλίου. Την επομένη, που έγινε η κηδεία του - κατά την απαίτησί του, εκεί στον τόπο που ετελειώθη -, ήλθαν όλοι οι Πατέρες της Σκήτης. Αγαπούσε όλους και ανταγαπάτο από όλους.

Τις τελευταίες ημέρες προ της κοιμήσεώς του είχεν ειπή σε έναν από τους αδελφούς μας, ο οποίος κατά την ημέρα της κηδείας απουσίαζε και του ήταν αδύνατον να βρίσκεται κοντά μας· «όταν θα φεύγω, θα σε επισκεφθώ εκεί που μένεις». Πράγματι, καθώς αργότερα μας έλεγε ο αδελφός αυτός, την τεσσαρακοστήν ακριβώς ημέραν από τον θάνατό του ο Γέροντας τον επεσκέφθη στο κελλί του και γέμισε όλο του το δωμάτιο ευωδία.

Επίσης, στην Θεσσαλονίκη διέμενε μία ευλαβής γε­ρόντισσα πολύ γνωστή του Γέροντος, η οποία μας είπε ό­τι την 15ην Αυγούστου, δηλαδή την ίδια ημέρα της τελειώσεώς του, την επεσκέφθη αισθητά εκεί που έμενε και εκείνη με απορία τον ρώτησε· «πως βρέθηκες εσύ εδώ, Γέροντα; μήπως πέθανες;» και της απήντησε- «ναι˙ και πέρασα να σε χαιρετήσω».

Υπάρχουν, φυσικά, και άλλα πολλά παρόμοια. Πολλές φορές μετά τον θάνατο του παρουσιάσθη και πα­ρηγόρησε πολλούς, τα οποία εμείς παραλείπομε, για να τα ειπούν μόνοι τους οι ίδιοι και διότι ο Γέροντας ο ίδιος δεν έδινε σ' αυτά σημασία.

 Ο ΒΙΒΛΙΟ:

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ

ΑΓΩΝΕΣ-ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ: ΚΕΛΛΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ-ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1984