papadiamantis

Το διήγημα γράφτηκε το 1903.
 
 

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, δια να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί και τινα άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

— Είναι αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

— Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματρίζενας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον*. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, δια να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν δια να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

— Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα, είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε κι ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

— Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

— Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράματα, θάματα... κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

— Α! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

— Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

— Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης που 'μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το 'ριξα στην ποδιά σου σ' ετρόμαξα.

— Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα, θα μεταλάβου!

— Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

— Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

— Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

— Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

— Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν της Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα της Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα της Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

— Ζουρλάθηκες, βλέπω· δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν* ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

— Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

— Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα* εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποίαν άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή· εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται:

— Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ανταμώσω στη βρύση.

— Ποιον ηύρες; είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο*, ή τον Αράπη,* ή τον Εξαποδώ;*

— Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

— Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, δια ν' ακούση καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν της ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανέναν άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

— Άμα με είδε, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θεια Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

— Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσεν, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με τη φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό* του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, δια να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση εις εν δυτικόν σημείον, δια να φέξη. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, δια να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

— Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα*... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Να το 'ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα,* είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

— Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη, θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχον αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, δια να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν* εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

— Τι τρέχει;

— Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

— Τι να είναι;

— Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

— Τι θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

— Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια κι υστέρα έπεσε μέσα στ' ορμάνι* κι εχάθηκε.

Οι δύο βοσκοί κι ο Σταμάτης κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν* του βουνού και απήντησαν δια φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

— Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

— Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

— Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού, το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

— Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάριον αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεροι και τέλος εφάνη ο παπάς ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

— Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

—Ο Αλιβάνιστος!

— Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.

— Πώς έκαμες, βλοημένε, κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο... απ' τα Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι... είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσοι μήνες τώρα. Ας είναι καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω κι ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον) και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο!... Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

— Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμουμε Ανάσταση μαζί!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλια, άρχισε με το φανάρι το οποίον εκράτει, να κάμνη κινήματα ως να ελιβάνιζε προς το βάθος, εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμη μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος κι ήθελε να φύγη.

— Αφ' σε με να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάσταση να κάμού 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον:

— Να 'χης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα!... Να πάρης ευλογία!... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα!... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα, Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπαρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ, θα επεθύμει να τον απήγον δια της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα της ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες,* έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, κι ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

— Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία της ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδεία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλώνια της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

— Τι έπαθες, θεια Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

— Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα δια πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα. Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων δια τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, δια να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα της Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός Ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον της Μολώτας.

— Γιατί δεν έρχεσαι μες στην εκκλησιά; της είπε· λεχώνα είσαι;

— Σύλε, πιδί μ', ακούσεις καλό λόγο*, της είπεν η Μολώτα. Αφ' σ' εμένα.

— Μα τι έχεις;

— Τίποτα.

Επέμεινε:

— Θα μου πεις τι έχεις;

Η γραία ανένευσε* και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

— Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

— Γιατί; τι τρέχει;

— Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάσταση;

— Ναι.

— Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

— Πώς θα πας; Με τα ποδάρια, σ', είπεν η Αφέντρα.

— Είδες κείνον άθλωπο;

— Ποιον;

— Κόλια;

— Τον Αλιβάνιστο; Ε, τι;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

— Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην)· μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

— Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα εννόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

— Ε, καλά, είπε, να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά και θα σ' αφήσει να μεταλάβεις.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν της Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε* το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

— Χριστός ανέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήταν που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

— Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

(1903)

1 77

      Ήταν ημέρα των Αγίων Θεοδώρων στις 21‐2‐1971, Ψυχοσάββατο. Είχα γράψει για πρώτη φορά τον βίο του από τα στοιχεία που είχα τότε και τον διάβαζα, μην τυχόν έκανα κανένα λάθος στην μετάφραση της Φαρασιώτικης που άκουγα από τους γέρους.

Ήθελε δύο ώρες ο ήλιος να βασιλέψη κι ενώ διάβαζα με επισκέφθηκε ο Πατήρ Αρσένιος και, όπως ο καθηγητής χαϊδεύει τον μαθητή που έγραψε καλά το μάθημα, το ίδιο μου έκανε και αυτός. Παράλληλα με άφησε με μία ανέκφταστη γλυκύτητα και αγαλλίαση ουράνια στην καρδιά μου, που ήταν αδύνατο να την αντέξω. Έτρεχα έξω  μετά στην περιοχή του Καλυβιού μου σαν τρελλός και τον φώναζα, γιατί νόμιζα ότι θα τον εύρισκα. Ευτυχώς που δεν είχε έρθει κανένας επισκέπτης, διότι και αυτός θα ανησυχούσε και εγώ δεν θα μπορούσα να του πω την αιτία εκείνης της θείας τρέλλας για να τον καθησυχάσω. Άλλοτε φώναζα δυνατά: «Πάτερ μου, Πάτερ μου!», και άλλοτε φώναζα σιγότερα: «Θεέ μου, Θεέ μου, κράτησε λίγο σφιχτά την καρδιά μου,μέχρι να ιδώ τί θα απογίνη απόψε!», διότι την μεγάλη εκείνη Παραδεισένια γλυκύτητα ήταν αδύνατο να την αντέξη η πήλινη καρδιά μου, αν δεν βοηθούσε ο Θεός.

Όταν είχε νυχτώσει πια και οι ελπίδες μου είχαν κοπή – γιατί νόμιζα ότι θα τον εύρισκα –, κοίταζα πια στον Ουρανό. Αυτό που μ’ έκανε να συμμαζευθώ στο κελλί μου ήταν, όταν θυμήθηκα την ημέρα της Αναλήψεως του Κυρίου. Ενώ επί σαράντα ημέρες επισκεπτόταν ο Χριστός την Παναγία με τους μαθητάς Του, για μια στιγμή, την ημέρα της Αναλήψεως, Τον βλέπουν να χάνεται στους Ουρανούς μπροστά στα μάτια τους. Αφού μπήκα στο κελλί μου μετά, την γλυκύτητα εκείνη πάλι την ένιωθα και στην συνέχεια της νυκτός.

Αυτό όμως με έβαλε σε λογισμούς:

«Μήπως ο Καλός και Δίκαιος Θεός έστειλε τον Πατέρα Αρσένιο, για να μου ξοφλήση σ’ αυτή την ζωή για τα πέντε‐έξι κομποσχοίνια που έκανα σαν καλόγηρος, με αυτή την Παραδεισένια γλυκύτητα, επειδή οι αμαρτίες μου είναι πολλές και μεγάλες;». Δεν ξέρω, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, εύχεσθε για την αγάπη του Χριστού να με ελεήση ο Θεός.

Μου παρουσιάσθηκε και δεύτερη φορά ο καλός Πατέρας, με την διαφορά πως ήταν νύκτα, σε αγρυπνία. Ήταν 29η Μαρτίου 1971, μνήμη των Οσιομαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά, παραμονή Βαΐων. Ενώ έλεγα την ευχή καθιστός, τα μεσάνυχτα,δεν κατάλαβα εάν με είχε πάρει ο ύπνος ή ήμουν ξυπνητός! Είδα έναν απέραντο κάμπο με σιτάρι έτοιμο για θέρο και πολλοί εργάτες να θερίζουν προαιρετικά, χωρίς να επιστατή κανείς. Απέναντι δε ήταν ένας κοινός τάφος από την μια άκρη μέχρι την άλλη άκρη του μεγάλου κάμπου. Στην άλλη επίσης πλευρά του κάμπου ήταν ένα κτίριο, που έμεναν ασυρματιστές, και ένας Αξιωματικός ήταν εκεί και επέβλεπε.

Ο Αξιωματικός αυτός έβγαινε και έξω κάπου‐κάπου και έκανε παρατηρήσεις σ’ αυτούς που δεν θέριζαν με τα εξής λόγια: «Αφού θα σας πληρώση ο Χριστός, γιατί δεν θερίζετε;». Στο μεγάλο εκείνο χωράφι είχα και εγώ ένα μικρό κομμάτι, για να θερίζω, όπως επίσης και στο κτίριο των Διαβιβάσεων ένα μικρό γραφείο με υπεύθυνη εργασία. Γι’ αυτό, πότε θέριζα λίγο και πότε έτρεχα στο γραφείο, για να διαβιβάσω τα σήματα που συγκεντρώνονταν. Όποτε όμως πήγαινα στο γραφείο, εύρισκα τον Αξιωματικό εκείνον να κάθεται και να διαβιβάζη αυτός τα σήματα μου. Αυτό μ’ έφερε σε δύσκολη θέση, γιατί ούτε τολμούσα να του πω να σηκωθή, για να συνεχίσω εγώ,ούτε πάλι έβλεπα σωστό να φύγω και να αφήσω αυτόν να κουράζεται για τις δικές μου δουλειές. Θεωρούσα πιο σωστό να στέκωμαι όρθιος με σεβασμό, μέχρι να τελειώση, και μετά να φύγω πάλι για θέρο. Αυτό γινόταν πολλές φορές. Μία φορά πάλι που έτρεχα για τις Διαβιβάσεις, είδα τον Αξιωματικό αυτόν έξω να κάνη πάλι παρατηρήσεις σ’ αυτούς που δεν θέριζαν με τα ίδια λόγια: «Αφού θα σας πληρώση ο Χριστός, γιατί δεν θερίζετε;».

Επειδή είχα φοβηθή, μη με μαλώση και εμένα, του είπα φοβισμένος:
‐ Με συγχωρείτε, μισό πνεύμονα έχω και δεν μπορώ να εργασθώ περισσότερο.
Αυτός μου απάντησε:
‐ Το ξέρω που έχεις μισό πνεύμονα, και αυτό που με κάνει να σε αγαπώ περισσότερο είναι που δεν δέχεσαι επιταγές (ταχυδρομικές). Εγώ σε παρακολουθώ και στο Ταχυδρομείο.

Εν συνεχεία με παίρνει ο Αξιωματικός εκείνος μέσα σ’ ένα παράξενο όχημα, το οποίο έτρεχε αστραπιαία πάνω από την γη, χωρίς να έχη ούτε ρόδες ούτε φτερά.Ενώ στεκόμαστε κοντά όρθιοι μέσα στο όχημα, με ρώτησε από πού είμαι και πώς λέγομαι. Επειδή ήταν Αξιωματικός, θεώρησα καλό να του πω τα κοσμικά μου στοιχεία ταυτότητος και του απάντησα:
‐ Λέγομαι Αρσένιος και γεννήθηκα στα Φάρασα της Καππαδοκίας.
Εκείνος μου είπε:
‐ Και εγώ από τα Φάρασα είμαι, από το γένος Τσάπαρη (παρατσούκλι του επιθέτου Φράγκου ή Φραγκοπούλου).
Με ρώτησε ξανά:
‐ Τον Χατζεφεντή τον γνωρίζεις;
Και εγώ του είπα:
‐ Πώς δεν τον γνωρίζω;

Και με την λέξη που είπα αυτή, αμέσως εκείνος ο Αξιωματικός άλλαξε την μορφή του και έγινε ο Χατζεφεντής (δηλαδή ο Πατήρ Αρσένιος) και με αγκάλιασε και με φιλούσε. Ενώ δεν πρόλαβα καλά‐καλά να τον χορτάσω, φώναξε δυνατά: «Στάση,στάση!», και το όχημα εκείνο σταμάτησε και μου είπε ο Πατήρ Αρσένιος:
‐ Εσύ θα κατεβής εδώ· εγώ θα κατεβώ στην Θεσσαλονίκη, διότι εκεί κοντά μένω.

 

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης 

 

 

 

papaslepra1
 
 
Ἔγινε πολὺς λόγος γιὰ τὸ νησὶ τῆς Σπιναλόγκα.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ πληροφορούμαστε εἶναι ὅτι οἱ χανσενικοὶ ποὺ κατοικοῦσαν στὴ Σπιναλόγκα ἦταν ὀργισμένοι μὲ τὸν Θεό, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ἡ ἀσθένειά τους ἦταν μία μεγάλη καὶ ἀφόρητη δοκιμασία. Ἕνας Γεραπετρίτης παπὰς τόλμησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ κάποτε καὶ νὰ λειτουργήσει στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, ποὺ ὑπῆρχε καὶ ρήμαζε στὸ νησί, συντροφιὰ μὲ τοὺς νέους του κατοίκους. Λένε πὼς στὴν πρώτη Λειτουργία δὲν...πάτησε ψυχή. 
Οἱ λεπροὶ ἄκουγαν πεισμωμένοι ἀπὸ τὰ κελιὰ τους τὴν ψαλμῳδία, κι ἄλλοτε τὴν σκέπαζαν μὲ τὰ βογκητά τους κι ἄλλοτε μὲ τὶς κατάρες τους. 
Ὁ ἱερέας ὅμως ξαναπῆγε. Στὴν δεύτερη τούτη ἐπίσκεψη ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς πρόβαλε θαρρετὰ στὸ κατῶφλι τοῦ ναοῦ. 
Παπά, θὰ κάτσω στὴν Λειτουργία σου μ’ ἕναν ὄρο ὅμως. Στὸ τέλος θὰ μὲ κοινωνήσεις. Κι ἂν ὁ Θεός σου εἶναι τόσο παντοδύναμος, ἐσὺ μετὰ θὰ κάμεις τὴν κατάλυση καὶ δὲν θὰ φοβηθεῖς τὴ λέπρα μου. 
Ὁ ἱερέας ἔγνευσε συγκαταβατικά. Στὰ κοντινὰ κελιὰ ἀκούστηκε ἡ κουβέντα κι ἄρχισαν νὰ μαζεύονται διάφοροι στὸ πλάι τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἕνα μικρὸ χάλασμα, μὲ λιγοστὴ θέα στὸ ἱερό. Παραμόνευσαν οἱ χανσενικοὶ στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας κι εἶδαν τὸν παπὰ δακρυσμένο καὶ γονατιστὸ στὴν Ἱερὴ Πρόθεση νὰ κάνει τὴν κατάλυση. 
Πέρασε μῆνας. Οἱ χανσενικοὶ τὸν περίμεναν. Πίστευαν πὼς θὰ 'ρθεῖ τούτη τὴ φορὰ ὡς ἀσθενὴς κι ὄχι ὡς ἱερέας. Ὅμως ὁ παπὰς ἐπέστρεψε ὑγιὴς καὶ ροδαλὸς κι ἄρχισε μὲ ἠθικὸ ἀναπτερωμένονα χτυπᾶ τὴν καμπάνα τοῦ παλιοῦ ναΐσκου. Ἔκτοτε καὶ γιὰ δέκα τουλάχιστον χρόνια ἡ Σπιναλόγκα εἶχε τὸν ἱερέα της. Οἱ χανσενικοὶ ἀναστύλωσαν μόνοι τους τήν ἐκκλησία καὶ συνάμα ἀναστύλωσαν καὶ τὴν πίστη τους. Κοινωνοῦσαν τακτικὰ καὶ πάντα κρυφοκοίταζαν τὸν παπὰ τοὺς τὴν ὥρα τῆς κατάλυσης, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν πὼς τὸ “θαῦμα τῆς Σπιναλόγκα” συνέβαινε ξανὰ καὶ ξανά. 
To 1957, μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῶν ἀντιβιοτικῶν καὶ τὴν ἴαση τῶν λεπρῶν, τὸ λεπροκομεῖο ἔκλεισε καὶ τὸ νησὶ ἐρημώθηκε. Μόνο ὁ ἱερέας ἔμεινε στὸ νησὶ ὡς τὸ 1962, γιὰ νὰ μνημονεύει τοὺς λεπροὺς μέχρι 5 χρόνια μετὰ τὸ θάνατό τους. Ἰδού, λοιπόν, ἕνας σύγχρονος ἀθόρυβος ἥρωας, ποὺ δὲν τιμήθηκε γιὰ τὸ ἔργο του ἀπὸ κανέναν, καὶ ποὺ -ἂν προσέξατε- δὲν παραθέσαμε τὸ ὄνομά του γιατί ἁπλὰ δὲν τὸ γνωρίζουμε! Τὸ γνωρίζει ὅμως -σίγουρα- ὁ Θεός! Κι αὐτὸ μας ἀρκεῖ!
 
 
 
 
 
 
 
124073066 2070494416425515 6062851413203240931 o
 
"Κυριακάτικη φλυαρία"...
του π. Χρηστου
Ιερός Ναός Αγ. Στυλιανού
 
 
Σήμερα απ το πρωί ένοιωθες μια ψυχρα...
το πρωινό βαρύ...
 
Ο ιερέας βγήκε απ την πόρτα του σπιτιού του, σταυροκοπηθηκε, τυλίχθηκε πιο καλά στην μαλινη ζακέτα του,
έπρεπε το συντομότερο να φτάσει στην εκκλησία του, στον τόπο λατρείας...
Έφτασε...
 
η σιδερενια πόρτα του ναού πάλι... κλειστη...
 
Μα είναι Κυριακή σκέφτηκε, κατόπιν θυμήθηκε...
τέτοια ώρα οι πιστοί θα είχαν φτάσει, η θα έρχονταν σιγά σιγά...
 
Σταυροκοπηθηκε, φορεσε το πετραχηλι του, έβαλε το "ευλογητός", η ψυχρα συνεχιζόταν.
 
Ο Ναός τώρα που είναι άδειος είναι πραγματικά πιο ψυχρός...
Ας είναι,για ότι επιτρέπει ο Θεός, έχει τον λόγο του.
 
Ομως τι περίεργο, το θερμόμετρο δεν δικαιολογεί αυτή την ψυχρα, τότε κατάλαβε ο φτωχός ιερέας, πως η ψυχρα δεν είναι στο σώμα, μα στην καρδιά....
 
Διαβηκαν όλα τα βήματα του ορθρου, είπε "την Θεοτόκο και μητέρα του Φωτός", θύμιασε, πέρασαν οι "αινοι" , έφτασε στην μεγάλη Δοξολογία.
 
Ο νεωκορος χτύπησε πανηγυρικά την καμπάνα,
άραγε για ποιον; αφού κάνεις δεν θα ρθει σήμερα;
 
Ας είναι, οι χριστιανοί μας από κει που είναι θα σταυρώσουν το κεφάλι και τα μέλη τους, σε πολλούς στέκει παρηγοριά οτι γίνεται η αναίμακτος θυσία στην καρδιά της ενορίας τους, στον ναό μας.
 
Έφτασε και το "Ευλογημένη η Βασιλεια", ο άδειος ναός αντιλαλουσε πιο πολύ λες και ήθελε να τονίσει το... λεία, λεία, λειααααα, άρχισαν οι αιτήσεις για τον λαό, τον επίσκοπο, υπέρ υγείας, ειρήνης, για τα χριστιανα μας τέλη... κλπ.κλπ.
Περνούσε η ώρα, η ψυχρα έμοιαζε να έχει λίγο μειωθεί.
 
Ο Απόστολος σήμερα είπε τα δικά του, ομοίως και ο Λουκάς για κείνη την ταλαιπωρη γυναίκα που δεν έβρισκε 12 χρόνια γιατρια σε κανέναν "ειδικό" της εποχής εκείνης, άραγε μήπως βρίσκει σήμερα;
 
Και ο μεγάλος Γιατρός, ο Χριστός, της είπε
"θαρσει θυγατερ"!
 
Και ο Λουκάς παίρνει τον λόγο και συνεχίζει για μια κορούλα που πέθανε, τον έλεγαν λέει Ιαειρο τον πατέρα της, και πάλι ο διδάσκαλος του είπε του πονεμενου πατερα
"μη φόβου, αλλά μόνο πιστευε"
και η κορούλα αναστήθηκε!!!
 
Πάει και πιο πέρα η Θεια Λειτουργία....έφτασε στη μεγάλη ωρα, στο "Μεταβαλων τω πνεύματι Σου τω Αγιω, το ψωμί σε Σώμα, το κρασί σε Αίμα"!!!!
Κύριε των Δυναμεων!!!
 
Τώρα η ψυχρα έγινε θερμη, ο άδειος ναός σαν να γεμισε αόρατες, πολλές μα πολλες παρουσίες! Κοίτα που βγήκε και ήλιος φθινοπωρινός,
μα τώρα σαν να είναι πολλοί, εδώ, εκεί, παντού....
 
Μα βέβαια σκέφθηκε ο ιερέας μας, μα ειναι σήμερα των Αρχαγγελων, ο χρόνος έτρεξε βιαστικά έφτασε το Κοινωνικό και ο ψάλτης με την μελωδική, βραχνή, κατανυκτικη φωνή του εψαλλε:
 
"Ὅπου ἐπισκιάση ἡ χάρις σου Ἀρχάγγελε,
ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις·
οὐ φέρει γὰρ τῷ φωτί σου προσμένειν,
ὁ πεσῶν Ἑωσφόρος·
Διό αἰτοῦμέν σε τὰ πυρφόρα αὐτοῦ βέλη,
τὰ καθ' ἠμῶν κινούμενα ἀπόσβεσον,
τὴ μεσιτεία σου λυτρούμενος ἠμᾶς,
ἐκ τῶν σκανδάλων αὐτοῦ,
ἀξιΰμνητε Μιχαὴλ Ἀρχάγγελε"!!!
 
Μα βέβαια, γονάτισε ο ιερέας σεμνά και ταπεινά, έτσι εξηγούνται (είπε κρυφά μέσα του) τα ανεξήγητα, έτσι ερμηνεύονται τα ανερμηνευτα!!!
 
Εκλινε την λευκασμενη κεφαλή του ο παππουλης μας, γονατιστός έλεγε, ξαναλεγε, μονολογουσε
Δόξα σοι Κύριε, Δόξα σόι,
"τα πυρφορα βελη αποσβεσον Αρχαγγελε", οποια και αν είναι, όπου κι αν προέρχονται,
Δόξα σοι, Κύριε Δόξα σοι!!!!
 
Καλή Κυριακή!!!